Monthly Archives: Οκτώβριος 2018

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Η Κατερίνα Κατσίρη γεννήθηκε στο Ελαιοχώρι Αρκαδίας και ζει στην Αθήνα.
Έχει εκδώσει εννιά ποιητικές συλλογές. Ασχολείται επίσης με τη ζωγραφική και τη μουσική.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Αιώρηση, (Αθήνα 2005)
Μικρές Σκιές, (Αθήνα 2006)
Παγιδευμένοι Κύκλοι, (Αθήνα 2006)
Αόρατα Τοπία, (Α.Α. ΛΙΒΑΝΗΣ 2007)
Αόρατα Τοπία Φωτός και Σκιάς, (ΒΙΟΓΡΑΦΟΣ 2007)
ΖΟΖΕΤ Αθώο Μαύρο, (Α.Α. ΑΙΒΑΝΗΣ 2008)
Αναγκαία λήθη, (Οδός Πανός 2009)
Αν είσαι λέξη, (Οδός Πανός 2012)
Ηλίβατος Πέτρη (Γκοβόστη 2018)

 

 

 

ΗΛΙΒΑΤΟΣ ΠΕΤΡΗ (2018)

 

ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Η πανικόβλητη φυγή των γλάρων σαλπίζει ανάμεσα στις πέτρες, που
βυθίζουν ορθή την πρύμνη των αποστάσεων
Οι θάλασσες πνίγονται σε μια νύχτα
Κοντά κοντά στριμώχνονται σκυλιά ύπουλα
άλλα τρώνε και πίνουν την απόσταση ξερνώντας πνιγμένους
άλλα αραδιάζουν διά της αναπνοής μικρές λιμνούλες αίμα
και μέσα ζωές, πολλές ζωές
έτσι οικοδομώντας την έρημο της Ιστορίας
Ήρθε ο καιρός
που μέσα στις θάλασσες αυτές
μόνο το βάρος του θανάτου θα κρατά σε αναμονή την Ιστορία

 

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΡΙΚΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Ήταν αργά, πολύ αργά στο χώμα και στην όλη
με τ’ αλλήθωρα σκυλιά της επιβίωσής μου
να φέρνουν καταστροφή στα διορατικά ποιήματα
που μοιάζουν κάποτε πιο αιχμηρά, αντιφεγγίζοντας
τον θάνατο ολάνοιχτο
Ποτέ δε μπόρεσα να με λυτρώσω στο κρανίο
εγώ που μιλώ καμιά γραφή
τα τραγούδια μου νάρκες αμείλικτες σέρνουν την πένα
και διαρκούν μιαν επανάσταση στα δάχτυλα
Τι θ’ απογίνω; Εντεινόμενος ο βόμβος
στις αγωνίες
και στη μνήμη του γέρικου ποιητή

 

 

ΗΛΙΒΑΤΟΣ ΠΕΤΡΗ

Μέσα σ’ αυτή τη φωνή, μόνο πέτρες φυτρώνουν
άγριες, καυτερές
που διεγείρουν τραύματα της μνήμης
σαν ηφαίστεια κεκραμένων ψυχών
προπαντός τη δυσκολότερη συνείδηση
λύοντας όλους τους τοκετούς της γυναικός
Δεν υπάρχουν πέτρες
Γλώσσες γεννήτορες που αλαλάζουν
σφίγγοντας αινιγματικά τη μοναξιά του ιερού κενού
Μέσα σ’ αυτή τη φωνή δεν έχω τίποτε άλλο
μια πέτρη ηλίβατος
θρέφει ζεστό το αίμα κόκκινο
στα χέρια που έχω κρύψει κάτω απ’ το ρόδο

 

 

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΛΕΞΗ (2012)

 

ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΨΕΥΣΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ

Μόνο ένα ποίημα γεννιέται και ξαναγεννιέται στο στήθος
με λόγια όχι θηλυκά
Ποίημα σχοινοβάτης, μοναξιά και επαγρύπνηση
Α, λέει, θα σου μάθω την πιο μικρή απόσταση ανάμεσα
στα δάχτυλα
Γυναίκα,
που επινοείς ονόματα τριαδικά για την ανάμνηση
των αδελφών σου
για το θεό που ειπώθηκε πως είναι της ανάστασης
και όλο πεθαίνει
και πεθαίνει
Για τις φωτιές που μεταφέρουν ζεστά τα δώρα
στον θεό
και σβήνουν κάθε μέρα θάλασσες
χρόνους
Εμάς
Έχω τους ωκεανούς σχεδόν ευλογημένους
Το χώμα
μην πεις πως είναι του θεού σου
Γεννιέται επί τέλους από μήτρες και από σταυρό
για να παντρεύονται οι άγνοιες της μοναξιάς

Γυναίκα
Μη με διαψεύσεις

Το ποίημα του άπειρου σου δίνω

 

ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ Τ’ΟΥΡΑΝΟΥ

Καταμεσής του σώματος ο βράχος
με την οδύνη οι άλλες πέτρες
βαθύτερη απ’ του καιρού την πτώση

Ιδρός
τόσο λεπτός νεκρός
εξαϋλώνοντας το χέρι μέρα μεσημέρι

Μόνο το αίμα
μυρωδιά τοπίου

σαν έτοιμο να σπάσει τη φορητή συνείδησή μας:
Καθάρματα, μαζέψτε το Θεό απ’ τα σκατά

 

ΟΤΑΝ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΟΠΑΣΕΙ

Όταν ο άνεμος κοπάσει στη γέφυρα του τρίτου χρόνου
η σιωπή που θ’ ακολουθάει τις θάλασσες και τα φεγγάρια
θα ’ναι βαριά, βαριά και η φωνή των γέρων
από του ήλιου το μέτωπο
Και το αίμα του παιδιού, που άνοιξε το στόμα του
να χτυπήσει τα θηρία
στο τέλος απαρηγόρητο θα σκοτώσει το παιδί
Και ούτε καν θα ψιθυρίσουμε γιατί
Που άγγιξε στα χρόνια του τόσο φαρμάκι

Άλλοι θα λεν πως τα παιδιά
δεν πρέπει να μεγαλώνουν τόσο μέσα στους δρόμους
αφήνοντας το στόμα ανοιχτό
και μια στάλα αίμα
στο λιόγερμα
Άλλοι θα χαμογελούν γαβγίζοντας με τα παιδιά
που συναντήσαμε, όταν ακόμα είχαμε τα κουπιά μας
σε μέρες ολόκληρες
και το χαμόγελο θα μένει δηλητήριο πηχτό
στις ρίζες και στα φύλλα
Οι περισσότεροι, θα κλείνουν μόνο τα μάτια
για να ξεχνούν πού οδηγούν οι ρίζες
κι οι ώρες στα φύλλα της καρδιάς
θα κλαίνε από μνήμης τα παιδιά

Μα δεν θα τελειώσει έτσι ο κόσμος
Τα παιδιά, οι ψυχές τους
θα κατέβουν ίσως πολλές φορές
πίσω από τα κουρασμένα μέτωπά μας
εκεί θα γυρέψουν
τη σάρκα τους
σαν πληγή

Και τότε θα σωπάσει ο καθένας

 

ΑΣΦΑΛΗΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ

Ποια μάτια, να ξυπνήσεις μ’ ένα ρόδισμα το δέντρο
να κατοικήσεις στον εαυτό σου
ή ένα κλάμα καθαρό να στάξει την ελπίδα στα ξερά πηγάδια
Ούτε καινούργια χείλη να γελάσεις, σαν να ήσουνα θεός
στο νόημα που διοχετεύει ο εαυτός σου
Να παγιδεύσεις με το νου όλες αυτές τις θεϊκές σκιές
να δώσεις ένα σύμπαν στη ζωή

Για κάτι μικρές βαμβακερές αναγκαιότητες γράφεις μονάχα
μουρμουρίζοντας
που σβήνουν-ξεριζώνουν τ’ αγριολούλουδα χαράματα

Είσαι εν τέλει ασφαλής στην απουσία

 

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Τόσες διαύγειες φύτρωναν κάποτε στις ρώγες
της κοιλιάς
υλοτομώντας τις μελαγχολίες του αφαλού
και τις σκιές στο χαμηλό
που σε κατάτρωγαν φθείροντας τη γέννα
Έδωσες, όμως, σφραγισμένο σώμα και σπασμένο μάτι
που μέτραγε με ακρίβεια τα χώματα
Έλυσες και τα ρούχα ως τον αστράγαλο
Έχε το νου, οι λαίμαργες των πηγαδιών ot πέτρες
με την ωορρηξία αναρριχώνται και το βάρος της
Τη μνήμη και την υγρασία της φοβάσαι
Και φεύγεις κολυμπώντας στη σιωπή
Ωστόσο δε μπορείς ν’ απαλλαγείς τελείως
από το διάνυσμα που έχει η υγρασία
Φοβάσαι να τα πεις μαζί του
Σαν τότε που ταξίδευες τις έρημους ως σμήνος
Μπορεί να μπει παντού σαν άνθρωπος
με χέρια
με κουπιά
με στόμα
Κι οι άνθρωποι σε γδύνουν αναίδεια στις λεπτομέρειες

 

ΘΕΑΤΡΟ ΠΡΩΤΟ

Η σάρκα αγαπούσε το λαιμό, αυτή την αθώα τρυφερότητα
των φθόγγων και των χρησμών
Νύχτες και νύχτες την αγαπούσε ως τα σπλάχνα
βαθιά
των βράχων και των ρωγμών
που φορούσαν μελανό τρίξιμο από μέσα
όταν φυσούσε η θλίψη

Ο άντρας τους δαιμόνιους δεσμούς
Και θάνατο αρρίζωτο πάνω απ’ τις γυναίκες

Όλη τη νύχτα παραφυλάς
το στήθος που περίσσευε αθώο στο μητρικό το στήθος

Θα ’λεγες, πως ο αέρας φοβάται, ως τον Αύγουστο των προγόνων
Αναγνωρίζει τη στιγμή που ελλοχεύεις στη φλέβα των ματιών

Ω! Γυναίκα σώμα μελισσών
αθώα βάθη τα αρτεσιανά μαλλιά σου!

Καθώς βυθίζει στην ψυχή της δίχως τύψη μέλισσα βασιλική
γέμισαν πια τα μάτια της πολύστιχο μελίσσι

 

ΘΕΑΤΡΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η μάνα συνέχεια
Κατέβαινε
Πιωμένη κλειστές πεταλούδες
Μάτια γεμάτα
Μέλισσες
Και πελεκούσε με το πάθος
Κερί λιωμένο στα μαλλιά της

Μέλισσες χιλιάδες απ’ τη θάλασσα
Διψασμένες
Και μια μεγάλη
-θε να ’ναι ο θάνατος;—
Σα μαχαιριά χαϊδεύοντας
Το κρύο μας πλευρό
Ω Μέλισσα, Μέλισσα αγαπημένη!
Απόσχισε απ’ τα φτερά σου αίμα
Στο άπειρο μιας μάνας να διαιρεθώ
Απόσχισε κι από το θάνατο μια λέξη
Λέξη προς λέξη να ξεσκεπάσω το θεό

Έπειτα, μια παράξενη -η πλέον άγρια-
ξέφυγε από τα στήθη της Αρχής
Ανοίγοντας με τέχνασμα
Διαφυλαγμένη φαντασία
Να με τσιμπά στις παρυφές
Του σώματος, αναρτημένη αγωνία
Και μόλις ύψωνα το στήθος συναρμολογημένο
Στην πράξη μέσα θάνατος
Έσχατος του θανάτου
Και ας με χάιδευε στις εσοχές
Ηδονικά
Της μέλισσας η γλώσσα

 

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΤΩ

Δεν Θέλω να ονειρευτώ. Δε θέλω μέσα στον ύπνο
κάθε τόσο να μπαίνω γυμνή και να θυμάμαι τον τόπο
των παιδικών μου χρόνων
Κάθε τόσο να θυμάμαι έναν άνθρωπο
ένα παιδί
ή τη μάνα τριγυρισμένη φράχτες του σπιτιού
να γελά μαζεύοντας από τα περιστέρια φτερουγίσματα
Και τις μέλισσες που πετούσαν παραληρώντας
και δάγκωναν σφιχτά τα δάχτυλά της
να τις ζωντανεύει στη γλώσσα της, κρυστάλλινες, χρυσές
Δεν Θέλω να ονειρευτώ τ’ όνομα του κοριτσιού
στο χωριό με την εκκλησία πέτρινη στην ανηφόρα
και τις καμπάνες που φωλιάζουν σ’ όλα τα ξωκλήσια
Θεέ μου, σάμπως να στάθηκε αίμα από χιόνι στις φλέβες μου
και το μοναδικό κομμάτι πορφυρό
οι προεκτάσεις που τρέχουνε τα λόγια μου
Κι εγώ, που δε μπορώ να τα κρατήσω
δροσερά, στον ύπνο που ζεσταίνομαι
Δεν Θέλω να ονειρευτώ. Όλα τα όνειρα
ορθάνοιχτα του αίματος

 

ΣΙΔΕΡΟΧΡΩΜΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Στα μάγουλά μου ανθίζει μια σκληρότητα
α, σ’ αγαπώ, ύπαρξη με το μέταλλο
στρογγυλό στο πνεύμα να παρουσιάζεσαι
Ίσως να φταίει ο Αύγουστος
που ακολουθεί το δρόμο των πνευμόνων σου
και φεύγετε μαζί
Ίσως να φταίει πάλι ο Νοτιάς
όταν σαλεύει το φουστάνι πάνω κάτω
αλλάζοντας τον αέρα που ’χα σκεφτεί
στα ένστικτά μου

Ένα κλαδί
πεθαίνει στο κυμάτισμα της ύπαρξης

Με σκληραίνει θαρρώ μ’ αυτά τα ξερά κλαδιά
το φουστάνι μου
Κλαδιά τσακισμένα αράδα

Σαν προκηρύξεις τα σκορπάω τώρα πια
τζάμπα τα δίνω με το στόμα μου

 

ΣΤΟ ΔΙΑΒΟΛΟ ΤΑ ΠΛΑΣΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΣΑΣ

Μαχαίρια. Ανάμεσα στο φαγωμένο μου φουστάνι
ως κάτω το λευκό δέρμα
Απ’ το φθινόπωρο μ’ ακολουθούν, ίσως και από πάντα
να κόψουν τα δυο μου χέρια
χωρίς συγγνώμη
για τη γυναίκα
Μαχαίρια, βουλιάξτε λίγο ακόμα σε τούτη τη φαντασία
που σταμάτησε ανεπαίσθητα ένα ναυάγιο του χρόνου
σφίγγοντας την κόμμωση των χεριών
Του χεριού μου τα χέρια
τσακίστε
χάμω
δεν θα φωνάξω
τσακίστε τσούρμο δάχτυλα
που ’ναι φτιαγμένα να σχηματίζουν τον σταυρό
βάφοντας τα χαρτιά σας
Στο διάβολο τα πλαστά χαρτιά σας

28-1-2010

 

ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΤΟ ΑΝΤΙΟ

Το πέρασμα της θημωνιάς
Όπου μπορείς να κοιτάξεις τις μνήμες
που αναπηδούν κάθε στιγμή, καθώς η γη μπαίνει μέσα τους

Η γη κάτω απ’ τη σκιά σου

παίρνεις το πρόσχημα της λησμονιάς

Ω να μάθεις το αντίο

πες ζωή μου αντίο, δεν υπάρχει πέρασμα του κορμιού

 

ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Γυναίκα, της σιωπής διολισθαίνεις, στάλα-στάλα τον ιδρώτα
όπως ξεχύνεται
άλλοτε με τη φύση σου, άλλοτε με χέρια πιστά, πολύ πιστά
των λυγμών

θανάσιμος κίνδυνος πληγή μου
αυτές οι αντιλήψεις των ψιθύρων

αίμα στο μάγουλο

Τη βλέπω την πληγή μου
-εύθραυστη κίνηση της φύσης

δεν είμαι τυφλή

Μια γυναίκα μου δένει τα μάτια

 

 

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΛΗΘΗ (2009)

 

ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

τα σήμαντρα δε μιλούν,
μ’ ένα νταν τρεμάμενο ριγούν
ανεπαισθήτως τη σιγή

Κι απόμεινα βαθιά διψασμένη μιλώντας
για κρινολούλουδα Αγγέλων, όλη νύχτα ύψωνα φωνή
εκφωνώντας ολάκερη σύλληψη στην απόλυτη ματαιότητά μου
Και φοβόμουν να τα φιλήσω, που έφτιαχναν μπάλες χιονιού
στρογγυλές πάνω στους φανοστάτες
αργότερα στο πάτωμα που κοιμάμαι μ’ ένα μικρό φακό
στον εγκέφαλο στριμωγμένο
Απόμεινα μια έρημος φριχτή, δίχως την έρημο των αγριμιών
ήξερα πως ήταν αργά ξετυλίγοντας αυτόν το στίχο για παιδιά

Πού είναι αλήθεια τα δικά μου παιδιά
δε στέκονται μήτε σε δρόμο, μήτε σε ουρλιαχτό γυναίκας
Καραδοκώ σα φάντασμα
μπροστά σε όλα τα κυρτώματα
αν γινόταν να πλημμύριζα το σπίτι που επιστρέφουν
με ύμνους ζωντανούς απ’ τις αλλόκοτες χορδές της λύρας μου
να μην τα βρει λυγμός φλογώδης

Κι απόμεινα ένα δάχτυλο διαβάζοντας στίχους προφητικούς
για την εποχή της άνοιξης και του καλοκαιριού
που δε φάνηκαν επάνω σε ταράτσες
Βλέπεις εκείνη η ελπίδα, συχνά επιστρέφει μόνη
συχνά γκρεμίζει όλα τα στηθαία
αναζητώντας τα παιδιά τη νύχτα

Τα παιδιά μεταξοσκώληκες σε τρίσβαθο τρόμου
καθώς σκυλί ουρλιάζει βόσκοντας τις αυλές μας
Πού βρίσκεις ήρεμα ύδατα υδάτων
να ζευγαρώσουν τα παιδιά με κρυσταλλένια νύχτα;

Αλλά τα μάτια τους εξάπαντος
που ερωτεύονταν μόλις πρασίνιζε τη χλόη
διδάσκοντας στο πρόσωπό μας τον τρόπο που αντέχει
τις οχιές μες στο χορτάρι
δεν μπορώ να καληνυχτίσω
Τα μάτια των παιδιών φοβάμαι ύστερα στα χρόνια
Δεν τα ψηλάφισα με φίλημα τα περασμένα βράδια

Τα παιδιά, αγέρηδες ονείρων στου τόπου την Ιδέα
κρατούν πια στην κραυγή μαχαίρι
παίρνοντας τη συνείδηση της ενοχής μας
Παιδιά που μοιάζουν βρέφη από της θάλασσας τη μήτρα

Ω ανήσυχοι ουρανοί, με τι Πλειάδες ν’ αναφτερώσω
τον ολόλευκο τους μίσχο
σε όραμα λιγότερο χαμένο;

Τα είδα τα σώματα των παιδιών – μερικές φορές
να πεθαίνουν την πρώτη τους αλήθεια, παλεύοντας
με άγριο τον κίνδυνο
Όχι στο χρώμα της σημαίας μήτε στο μεγαλείο μιας συγκίνησης
που ψεύτικα σχεδιάζαμε να τ’ αποχαιρετήσουμε
Διάφανα καθώς ήταν, διαπερνούσαν ουρανό
γελώντας για τον πόνο
Σκοτωμένα παιδιά στην ηλικία που φορούν τη μάνα
χωρίς αίμα να φυτρώσει το χορτάρι

Είδα και τη γυναίκα!
Κατέβαινε σαν το σκυλί, κλαίγοντας το φουστάνι της,
για να θερίσει τον κισσό και το μέρος όπου οι φτερούγες των
παιδιών
ανατριχιάζουν κάθε μέρα
Αλλά την περιστοίχιζαν πράγματα που μεγαλώνουν κόκαλα
σκιώδη και άστατο τον άνεμο στη μνήμη
Κοίταζα πώς πάλευε τις ηλικίες του πόνου με θειάφι
και δεν ανέβαινε ψηλότερα από το χέρι των παιδιών
Τι δύναμη χρειαζόταν
ν’ αφήνει ένα βλέμμα σχίζοντας το χώμα, κόπηκε εκείνη
σαν πέρασε το σώμα της να μείνει ως το θάνατο
μέσα κανείς, ένα κενό. Διόλου δεν πέθαναν τα παιδιά

 

2008 μ.Χ. – ΑΘΗΝΑ

Ευτυχώς που ακόμα γεννιούνται
παιδιά ζωντανοί ποιητές
και γκρεμίζουν εμάς που χυδαία ποιούμε

Ο Μαέστρος έγραφε το χρονικό των αδύναμων ημερών
μεγαλώνοντας τον πόνο από ώρα σε ώρα
με ρέκβιεμ και μικρές ωδές
Όχι για τους απλούς ποιητές, που έσβησαν τριάντα τριών ετών
με βήματα αυτόχειρα
– εκείνοι πήγαν σε πρώιμο θάνατο, αξεχώριστα
ερμηνεύοντας το θάνατό τους
Παραδίπλα οι μπάτσοι μπήγουν στην άσφαλτο μια φυλακή
– μπορεί να εκραγεί ως τα κόκκινα τούβλα της
αν μετρήσω τα μουχλιασμένα νοήματα της τάξης
με ωριμότητα διαίσθησης

Ένα παιδί άγουρο ύστερα χτυπά της πέτρας την επιθυμία
παίζοντας με τους σπιούνους ως το κόκαλο
Τόσο αλλόκοτα ωραίο στην αρχή και μετά λύπη
αδυσώπητη, κρυμμένη στ’ αναπάντητα
Καημένο παιδί, αγανακτείς διδάσκοντας συνείδηση
στο τσιμέντο και στη μοναξιά της οδού Ακαδημίας!
Βίασε στο μυαλό τους την αιτία, καθώς πετά σκουριές
στ’ αγάλματα και σπάζει τα μικρά τους δαχτυλάκια
Δυο ολόξανθα άλογα τουλάχιστον
ακολουθούν και το παίρνουν αγκαλιά στα στενά και στις πλατείες

Όμως τώρα το παιδί ξετέλειωσε με τα χτυπήματα στα χάσματα
Ζωγραφίζει, αχ πως ζωγραφίζει με σωστή γραφή τίμιους πεθαμένους
να τυλίγουν σαν ένδυμα σφιχτά το ρέκβιεμ, τα χέρια
σε κανέναν και λίγο πιο ψηλά μέλισσες
Δεν έχουν μάτια, μόνο χείλη υγρά, που απειλούν
θαρραλέα το θεό
Η τελευταία μάλιστα ξεχώριζε απ’ το ρυθμό στα πόδια
Γυμνά χτυπούν τον αέρα, αλλάζοντας στα κεφάλια ψυχές
και στα μάρμαρα τις άγνοιες των αιμάτων

Αέρας δε φυσούσε να μείνει στενός ο δρόμος
κι οι μέλισσες, στο φόβο προσπερνώντας το θεό
με πήραν παιδί μαζί τους
Μάζευαν οι φίλοι την ψιλή βροχή
που έπαιρνε το χώμα από τα πόδια του ύπνου
μα εγώ έτρεχα στους ανθρώπους που μάζευαν σκόνη
κάτω απ’ τον καιρό
με ξεγυμνωμένες ανάσες
Βγήκα χιλιόμετρα, τα χείλη μου αγγίζοντας στ’ αγάλματα το δέρμα
με πολλά άγουρα μυρμήγκια να τριγυρνούν για το στέγνωμα καιρού
Κι είχανε μαζευτεί φύλλα υγρά στην κοιλιά
κι όλη η γύμνια της ζωής που δε βαστούσε πια
τον κόσμο που γλιστρούσε
Κάτω στις πικροδάφνες ό,τι άφησα
να στεγνώνει τα φύλλα του φεγγαριού
Τούτο το φεγγάρι με στάζει κιόλας αίμα στα νερά

*

Πέτρινη η βροχούλα στον κήπο
γυρόφερνε το σπίτι με τις σκάλες που κοιμόταν ήσυχα
στα μικρά νυχτωμένα χεράκια σου
Εκείνο το βράδυ
ως αργά ακουγόταν μέσα στην κάμαρη
– η κάμαρη ολότελα δική σου
στο ίδιο σημείο πάντα βρέχοντας ανάσα
Πέτρινη η βροχούλα, επίμονη στα σταρένια γόνατα
Αέρα δεν είχε να πετάξεις

*

Πότε πότε τις νύχτες, ένα έρημο σοκάκι
έρχεται στον ύπνο μου με σύρσιμο παιδιού και με ρωτά:
«Είσαι η γη;»
Εκατό αντάμωσα στα χέρια που κινιέται το κορμί
– αυτά τα χέρια που κρύβονται στ’ αδειανά μου
φορέματα και σχεδόν νιώθω ντροπή
που μπορεί να ’ρθουν κι εκείνα που δεν έχουν συνηθίσει
τις ματαιότητες από το μαλακό μου ρούχο
Η πιο μικρή τους κίνηση πνίγεται σε μεταξένια πτώση
Σώζεται ένα μικρό σοκάκι που τα παιδιά τραβούν
από φύλλο σε φύλλο με τα ελαφρά τους πόδια
μετά πέφτει χάμω στη λάσπη ή το χειρότερο κλεισμένο
στη μεγάλη κιτρινισμένη μου ντουλάπα;
Σώζεσαι κι εσύ αίμα
-κοίτα πώς στέκεις σαν αράχνη στο βάθος των οδοφραγμάτων
ποτέ στα ίδια μου τα χέρια—
με το χώμα μεταφερμένο κάπως να μοιάζει τόπος να βουίζεις;
Μα, απείραχτο έρχεται στον ύπνο μου, πλαγιάζει
διακόπτει μάλιστα τα όνειρα, παίζοντας με το χώμα του στο νου
Απείραχτο έρχεται μες στο βλέμμα
σπάνια να ’ναι και παιδιά γυρωτριγύρω σε παιγνίδι

*

Θα καεί ετούτο το μεσημέρι που σπέρνει βρέφη προδοσίας, είπες
Όλα θα καούν με λιωμένο χειμώνα κι ένα λεπτό ρετσίνι
Στάλες θα κυλούν στο χώμα
σχεδόν εκεί στο κέντρο της κοιλιάς ζυμώνοντας κρυφά
τα βρέφη, που μεγάλωσαν μ’ ατσάλινα τα βλέφαρα
Ίσως αφήσουν το νανούρισμα στο τέλος
να ζωντανέψει η καμπάνα πέφτοντας
τους αγριεμένους
Σε λίγο θα μιλήσουν οι πληγές της μνήμης

*

Υπήρχε θάνατος στο τραγούδι
Και τι μ’ αυτό;
Η φωνή ως το πρωί πότιζε της αυλής του
το πηγάδι
Υπήρχε θάνατος στη φωνή
Και τι μ’ αυτό;
Με μια περίεργη ιδέα του Σοπέν
τον εμπνευσμένο θάνατο χορεύει

*

Από τη μια δύση ως την άλλη χαμήλωνε το φως
κι ο τόπος που γυρίζουν τα χελιδόνια
έμοιαζε απεγνωσμένα με θάλασσα
Όμως βραδιάζει στα ευαίσθητα βράχια
που λιώνουν σα λουλούδια
βλέποντας στο βάθος ένα κόκκινο άγαλμα
γερμένο να μιλάει στο κενό
Το φως χαμήλωσε
κι ένας κόμπος κλαίει τους γερανούς που έφυγαν

*

Ποιος είδε καταμεσήμερα το δέντρο
της συνομωσίας και δεν ήθελε να το πιάσει μια φορά
απ’ τα κλαδιά του, να το φυτέψει
στου μαχαιριού την παρθένια
Μια φορά να το λύγιζε μακριά από τις σάρκες των νηπίων
που παίζουν σφίγγοντας το χώμα
Έτσι όπως λυγίζουν τα γόνατα
σαν αρχίζει να βρέχει εμβατήρια η βροχή
ή μεροκάματα οι σκοτωμοί
Ποιος δεν έσφιξε μια φορά ολάκερο το δέντρο
με φλέβες απ’ το στήθος του
γιατί είναι ο μόνος τρόπος
να το πεθαίνεις με θηλιά

 

2008 μ.Χ. – ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ

Τώρα που το φεγγάρι
βάρυνε ανεξήγητα
κι ο ήλιος συμπλέκεται στο χώμα
με γραμμική σύμπτωση
ας στοιχηθούμε στο χάος

Όταν μπήκε ο ουρανός στο μικρό πόνο
το κρασί έλειψε απρόβλεπτα σε πολιτείες ολόκληρες
και το νερό κρύφτηκε απ’ τα πολλά θαύματά του
Δύσβατη η άμμος των λάμψεων
γιατί αλίμονο, εκείνοι που δεν πέθαναν ακόμα
επιστρέφουν τα ουρλιαχτά στο μυαλό, τυλιγμένα γύρω
απ’ το μυαλό μου τα παιδιά τους, θέλουν να με συλλάβουν
Το γνωρίζω, από το άλογο που έρχεται αθόρυβο οχτώ η ώρα το πρωί
ντυμένο άραβας Παλαιστίνιος, να παίξει μαζί μου
Θα με λιώσει, στο υπόγειο που θάφτηκα καλλιεργώντας
προέδρους και τοξικά μικρόβια, σύντομα να κρυφτώ
στα κάγκελα του δικού μου Εβραίου, όχι μην του ανοίξει κανείς
ανατινάζοντας την πόρτα που επιμελώς λαδώνω

Γαβγίστε με στοιχειά της ποίησης
καθώς προσπερνώ τους μολυσμένους αιχμαλώτους
και στεγνώνω τα λεφτά που πήρα με το μεγάλο μου στόμα
οφείλω να ταΐσω ψέματα τα παιδιά μου
ίσως κόψω και το χέρι επικίνδυνα από τα γένια των παιδιών
το ίδιο χέρι που στο παρελθόν δολοφόνησε το μωρό της Ιντιφάντα
με «καλοκαιρινή βροχή»
Τώρα παίζω χτενίζοντας το Θεό
εκατομμύρια θεούς που χρειάζομαι για προστασία

Θεέ μου, είμαι πολύ κουρασμένος
γλέντησα για τα καλά ανατινάζοντας όλα τα βιβλία της Γένεσης
Πήρανε τον ήλιο πάνωθέ τους και σπηλιές σεπτές της στεριάς
για το πνεύμα που ξεριζώθηκε μ’ εξαπατήσεις
πηγαίνοντας αόριστα ανατολικά
Τα ρόδα τ’ άφησαν ολάσπρα στις καλύβες, μα οι βιολέτες ιερότατες
κάτω απ’ τα βλέφαρά τους
Έτσι πήρανε και το νερό, γονατιστοί πέσανε και το κρατούσαν
πότε ήρθε η σκόνη ρημάζοντας το πέρασμα;
Το παιδί, με πόνο και ιδρώτα
συμμαζευόταν στο κορμάκι του
θαρρείς εκατοντάδες ήττες πυροβολώντας το στην πλάτη
μια μέρα κόκκινη που σας μιλώ, για την πρόθεση
που άνοιξε ήττες η σκόνη πάνω απ’ τον κόσμο

*

Σκόνη περίφοβη και ίσκιοι που εκτόξευαν τον οφθαλμό
του θεού με θάνατο χωρίς αθανασία
Τώρα θα ορμήσουν πάνω τους, σκέφτηκα
σχηματίζοντας σκιάδες ως τις γαίες της γονιμότητας
θα τσακίσουν με μαστίγια και αλυσίδες
τα φορτωμένα κύματα
-όμορφες γεννήσεις για να περνά το μάτι του θνητού-

Άλλαξε δρόμο, είπα σιγανά, μοιάζουν πολύ στο κοίταγμα
με τις κόρες των προγόνων, δεν είναι ιστός λείος ζωντανός
κι ας μιλούν σωστή τη νύχτα
Σκέπασε το παιδί, θα ξεραθεί αν καταπιεί τη δική τους μάνα

Ύστερα πνίγηκαν, ξημέρωνε η κόλαση

*

Ξημέρωνε. Κανείς δεν ήξερε πώς
– μόνο νύχτες έβλεπαν ουρανό να υπερασπίσουν με το θάνατο αίμα
Ποτέ δε χόρτασαν αυγές
Ερχόταν κάθε φορά μια πικρή πατρίδα
και μαύρα κομμάτια βασιλικό προδίδοντας το στήθος τους
Έξω οι πυρκαγιές άναβαν οιμωγές από το ένα παιδί στ’ άλλο
δέκα ακούς με τις καμπάνες συναγερμού
ποιος να φέρει νερό τα σώματα να σβήσει…

Ξημέρωνε. Με οδοφράγματα τις σάρκες
Εμείς προσευχόμασταν σε κύπελλα κρασιού
κρύβοντας μέσα μας τον εχθρό
Φοβόμασταν να κοιτάξουμε το κρασί
το ρίχναμε στα σωθικά, κοιτάζοντας το πάτωμα
Εκρήξεις αγριεύουν στο κρανίο
προσπερνώντας πληγές και οδοφράγματα
στο πάτωμα χυμένο το κρασί
ο θεός καταχωνιασμένος βαθιά στο μισόγυμνο δωμάτιο καίγεται

Ξημέρωνε. Την ακόλουθη ημέρα
Οι πληγές της Γάζας δεν μας κοιτούν, καρπίζουν άνθη με το αίμα
Το αίμα κλαίει μέσα μας
ο θεός κλαίει άρρωστος μέσα μας

*

Ένας ένας σίμωνε την κάμαρη και λυγούσε
με το κυματιστό πουκάμισό σου, στη θέση που κανείς δεν κοίταζε
Των δεκαεννιά ετών αγόρι με το σκισμένο αμπέχονο
και τα μαλλιά που αιμορραγούσαν ανεπαισθήτως
ρόδα πορφυρά κι ας ήταν ο θάνατος βαρύς

Έσκυψε το φεγγάρι και φώναζε στα κορίτσια να κρατήσουν
την πληγή ανάμεσα στον πόνο που γεννήθηκαν
για την υπερήφανη άνθιση της φυλής
πονώντας έτσι, ολόκληρη την οδύνη που αντίφεγγε σμιλεύοντας
τη μορφή σου
Ποιος να φωνάξει να φύγουν οι σφήκες με τα μήλα
της επιστροφής;

Στα πεταμένα χάμω χέρια σου εγώ ώρες βροντοχτυπούσα θυμωμένη
να τις κουμπώσεις δίχως συγχώρεση στον κόσμο της ταραχής
Ω Φραντζέσκο, οι σφήκες αμφισβητούν τα πόδια του χρησμού
πώς να ξεκολλήσω από πάνω σου τα λουλούδια τους
που με δαγκώνουν άγρια
με δαγκώνουν και τα σκυλιά της σημαίας
στην ανοιγμένη μπλούζα μου της επανάστασης

Ένας ένας έμπαιναν στην κάμαρη, για μια στιγμή
Σε τέτοιες κάμαρες, μόνο οι καμπάνες στα στηρίγματά τους
όλες μαζί χτυπούν

*

Σηκωνόταν σιγά και γδυνόταν την οργισμένη του γροθιά
εκείνο το μεσημέρι, που ο ίδιος χρόνος
σκέπαζε τις βιολέτες με ήλιο
και στην πόλη της Γάζας ζητούσε ο χρόνος να εξατμιστεί
Είχε μια ελπίδα, ετούτο το χέρι που έλουζε τα παιδιά του
να βρεθεί κοντά στην αμμουδιά
και με τα σπλάχνα του να σταματήσει το αίμα
στα θεμέλια της γης του
– κάποτε τον έβλεπες να χτυπάει τις ακτές του κορμιού
κι ο πόνος οξύς ως το γόνατο της στυλωμένης κάλτσας του
Φορές φορές, ανηφορούσε τον πόνο στο κρανίο
και άρχιζε να κλαίει ετοιμοθάνατα π’ ανάθρεψε παιδιά
Τον περίμεναν το δίχως άλλο
στο σχήμα της καμπάνας
που άκουε τη νύχτα και λαχάνιαζε
Λίγο πιο οδυνηρά έκλαιγε στο αύριο που σκότωσαν
το δέντρο της αυλής του
Ποιος να γράψει για τούτο το δέντρο
που γλίστρησε απ’ τις ομίχλες
Ίσως και πάει χάθηκε

*

Είναι τόσο ήσυχα πάνω. Όχι στον ουρανό
στο χέρι σου που άφησα να ζεσταθεί
– τρέμοντας λιάζεται στην ανοιγμένη φλέβα του
μα δεν πονά, ας το ζώνουν δυο φόβοι στο αίμα κλεισμένοι
Μόνο όταν βραδιάζει σιωπή, το βρίσκω
να μεγαλώνει φωτιά
και στην άλλη γέλιο κανονικό για να μπορούν
να κοιμηθούν παιδιά
Θα σ’ άφηνα και δυο σταγόνες νερό
-όσο να ’ναι από τη μία άκρη ως την άλλη τ’ ουρανού διψάς
όλες οι πυρκαγιές διψούν—
αλλά μαζί μ’ εσένα κι εγώ το κλάμα μου έχω χάσει
Ποιος ζει λοιπόν
για τα παιδιά στη γη της Παλαιστίνης;
Έναν ολόκληρο θεό περπατήσαμε
στους κεντρικούς δρόμους του γκρεμισμένου σπιτιού
προτού να τραβήξουμε τις κάμαρες
απ’ τα ντουβάρια
και τα πνιγμένα λουλούδια πέντε δέκα χρόνια παραπέρα
Νιφτήκαμε το χώμα και τις πέτρες
μετρώντας τα δευτερόλεπτα που απλώνονταν
στο μυαλό μας πραγματικά επικίνδυνα, έως μέσα στα βάθη
κολνώντας το αίμα, που μύριζε τρία σκυλιά και δύο βόμβες

Ξαπλώναμε ανάσκελα
και ζυγιάζαμε τις πόρτες, όλες καμωμένες από πράξεις
ρητές. Εμπόδιο στέκονταν στη μνήμη, ξερνώντας σπέρματα
εξαρθρωμένα, σχεδόν ανεπαισθήτως καταπίνοντας
του βίου μας τη σκόνη
Αλλά θεέ, τα βήματα του σπλάχνου σου
δε βρήκαμε, ανάμεσά μας δε βρισκόσουν θεέ της βεβαιότητας

 

ΗΔΟΝΙΚΗ ΠΛΗΓΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

επισκέπτες όλοι μας
στα μάτια της…

Όλοι καίγονταν στο μέσον
από μια ιδιοτροπία όμορφης γυναικός
που έβαφε τα σεντόνια της χάραμα
των πόθων
Διότι έτσι μόνον οι άγκυρες
και τ’ άλλα σύνεργα του λιμανιού
αρμάτωναν καράβι και κατάρτι
Εκείνη άλλωστε
σειρές τις άγκυρες παρθένες
με τα νοήματα κινούσε

Το σπίτι παλιό, κατασκότεινο που λαχταρούσες
να το λυτρώσεις κάμποσα χρόνια πριν, αυθάδικα
συνωμοτώντας στη σοφίτα
Η πόρτα γεμάτη ισορροπία, αλλά τα σκαλοπάτια
με κάμψεις ως το έδαφος
Κάποτε, ένα ξεκόλλησε για μια ολόκληρη μέρα και στην κάμαρη
η γυναίκα να φλογίζεται
να βροντά τον άνεμο που ξεκόλλησε το ανέβασμα του στήθους
παρηγορήσου να γελούν οι απέξω
αργότερα τυλίχτηκε σαν ένδυμα επάνω του, να ξεχνάει
όλο να ξεχνάει τους καβαλάρηδες που έσκαψαν
τα νύχια των ποδιών της
Είναι και τα παράθυρα, βλάφτουν πολύ τον άνεμο του σπιτιού
Το χρώμα τους μισό της μοναξιάς
-ποιος να τους φέρει λουλούδια το χρώμα να συλλάβουν-
κι απ’ το στεφάνι τους ξεφεύγει μια λεκιά
λες να σκοτώσει νιότη
Μόνο το φουστάνι του κορμιού της, πάντα δεκαοχτώ χρονών
σαν κατεβαίνει από τη σάρκα στους μηρούς
υγραίνοντας τα φωτοστέφανα του έθνους

*

Ήταν πολύ πρωί και η πόρτα χανόταν στο δρόμο
που ίσως να πονούσε, με το κλειδί γυρίζοντας
εκείνον το διεστραμμένο τρόπο
να την ερεθίσει μέρα μεσημέρι
Πονούσε και η γυναίκα ανασαίνοντας την κίνηση
ανάσαινε και κρατούσε τα περίστροφα στήθη της γεμάτα
– πόσο πείσμωνε όταν τα πλήθη σφύριζαν στο κορμί της
με ένοπλα ξερολίθαρα και κανένα αλαφρό άγγελο
Ήταν πολύ πρωί, ωστόσο τα σημάδια
στο τρίξιμο της σκάλας
Ακίνητη στο δώμα η γυναίκα
Τα στήθια δεν αντέχουν όταν ξεντύνονται να τρίζουν απειλές
Πάνω στο χέρι ενδεχόμενα –το μόλεμα στο αίμα της πονά–
κρατά την κίνηση σιγά, στο τελευταίο ενδεχόμενο
περίστροφα γελά με το τσιγάρο μαστιγώνοντας
την άδεια τους κοιλιά

*

Ένας τοίχος με κλειστά παράθυρα
-δε δείχνει παρά μόνο τη μαύρη κάμαρη από πίσω-
και μια γυναίκα
που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα γεράματα
Κι ένα στρώμα, που ήθελε πάντα στη συνωμοσία
να ζυγίζει το σώμα, ακόμα και την απόδειξη του στήθους
Ο τοίχος αγαπούσε τη γυναίκα
κι ας την τραυμάτιζε με ρωγμές καμιά φορά
ξυπνώντας τα παράθυρα ανοιχτά
Αγαπούσε να λείπουν τα τετράγωνα ανοίγματα
της πίκρας της
Την αγαπούσε χτες, αύριο
στο λησμόνησέ με, αγκάλιασέ με
τρυφερά ως τη εικόνα της γέννησης
Την αγαπούσε πολύτιμα με την αρχή των υδάτων
Σαν κλειδί σοφίας του έρωτα

 

ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΚΑΠΟΤΕ

Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να ‘σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ’ το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που ’χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να το γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή

 

Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ

Η νύχτα είναι πόλεμος
Σηκώθηκες του σκοταδιού ελπίζοντας
το αίμα που σκορπίζεται
να κρατηθώ μόνο λέω μακριά
το σώμα, από τα πράγματα που κατεβαίνεις
να κρυφτώ απ’ το κλειδί της πόρτας με μια σκόνη
ή μια φωνή απέξω
Άκουσα τη φωνή, μάρτυρας εγώ τη νύχτα αυτή
με τη στροφή του αγέρα παντού
πιασμένη απ’ το αίμα
τι ν’ απομείνει φώναξα
τις άλλες ώρες την ακούω
να μετράει κόκαλα
Η νύχτα είναι θάνατος
Αν είχα ένα χάος
αγέννητο στο αίμα
νύχτα είμαι η νύχτα θα σου φώναζα
στήθος με δαίμονα του χάους

 

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ

Η μάνα πεσμένη στο πάτωμα
έπλενε και καθάριζε αίμα από τους απεργούς της ποίησης
Κι ο Μάλντερ -έχετε ακούσει για το γαλανομάτη έφηβο
που μόλευε ποιήματα
σφάζοντας τα υγρά τους «λ»-
να γελά, αχ πως γελούσε το γκρίζο του αυτί
γραπώνοντας φωνήεντα από τα σαπφικά χειρόγραφα
Έτριβε ξανά και ξανά τις απολήξεις τους
μέσα σε στεγνωτήρια, έτσι ώστε να πίνει ολωσδιόλου
μόνος τρισένδοξους ποιητές
Δυο φορές έξυσε με θυμό ολόκληρη βιβλιοθήκη
ο διεστραμμένος!
Δεν άντεχε τόσους ποιητές κρυμμένους στο μυαλό της
Ο Μάλντερ πέθανε αργότερα
Καθ’ υπαγόρευση της γραφομηχανής του

 

ΜΙΚΡΕΣ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΕΣ

Εξαρχής έφτιαξα τα οστά μου πεινασμένα
Τους δίνω λίγη ζωή να ξεκινούν τη γέννηση
και μία λέξη σύμβολο στο αίμα
Εξαρχής μ’ έφτιαξα πεινασμένη
Κοίτα πόσο ικανοποιώ
τη λιγοστή σας προσμονή
με την έξαψη που δοκιμάζει η φαντασία
καθώς διηγούμαι το κορμί μου τυλιγμένο σε λέξεις

*

Η μικρή εμμονή με χρειαζόταν
Εξαιτίας της δουλεύω πάλι ανάμεσα στις πέτρες
Γνωρίζετε τι σημαίνει εμμονή σ’ έναν τοίχο άρνησης
που μου γελάει κατάμουτρα τη λέξη που τον χτίζω;
Γνωρίζετε πόσες σκέψεις ήσυχα ψιθυρίζω
στο πέτρινο βάρος του
πριν η τελευταία πέτρα γυμνό τον χτίσει
όπως ήταν;

*

Είναι ώρες που απομένω στις παλάμες
βαριά άνθρωπος και τίποτε άλλο
Όλα τ’ άλλα στο δρόμο κοιμούνται και ξυπνάνε
Δεν τα ορίζω εκείνα τ’ άλλα που ξεφεύγουν σε μια μορφή
με αχτένιστα μαλλιά και μια βάρκα ξεχασμένη στον ώμο
Κάτω κάτω οι ρυτίδες
-θα μου ’φτάνε να τις δείξω απλωμένες
για να πω πως δεν πέθανα-
κι η μνήμη που βάρυνε στο νωρίς
Είναι ώρες π’ απομένω στο νωρίς
κι ο αέρας αλλάζει όλο αλλάζει την ιστορία μου
Έτσι ξέχασα το θάνατο

*

Με τρία στήθη κάθε βράδυ καταπίνω ενδοφλεβίως
αίμα
φωτιά
και το νερό της μάνας μου
Ως ένα σημείο, έτσι οσφραίνομαι και τον ετοιμοθάνατο
θάνατο, που βγάζει κρυφά το καρφί
καταναλίσκοντας αέρα απ’ τη σκέψη μου
Όλες οι διαιρέσεις μου σε τρεις χειρονομίες κρεμασμένες
Κι αυτός ο ουρανός να τις ταιριάζει ανάποδα
να τις βάζει έτσι του φόβου
που να ασθμαίνει όλο μου το αίμα
σε μια εξέλιξη μυαλού

*

Ποιος θα το πίστευε πως η μοναξιά μου συνέχεια γελάει
καθώς με παίρνει ο ύπνος
Κάθεται πάνω στο στόμα μου μ’ ένα κόκκινο χαρτί
-κόβω μια ειλικρίνεια ανάμεσα-
κι ο εαυτός της γελάει κάτω απ’ την ειλικρίνεια
κάτω απ’ το δικό μου στόμα
Τούτη η αλαφρότατη μοναξιά λεπτομέρεια είναι
για να αποκαλύψω τα παλιά μου μάτια
και μέσα τους βαθύτερα εμένα

*

Με τα μάτια περπατάω τη βροχή
με τα μάτια γράφω πίνοντας τις αποστάσεις της
και δεν ησυχάζω
Για σένα λυπάμαι, που καίγεσαι σε καθίζηση καιρού
την όραση του αίματος άχρηστη-άχρηστη
Και πού να πηγαίνεις άραγε μυρίζοντας συνείδηση
σ’ ενδιάμεσα νερά
Ο θάνατος βλέπεις δεν είναι θάνατος που ψηλαφείς
στη φωνή με αέρα
Στο αίνιγμα του κύματος μετριέται με βροχή
Μ’ αυτήν μετριέται και στις αποστάσεις

*

Επειδή έχτισα το σπίτι μου
στο κέντρο του στήθους
κάποιοι γελάτε με τα κόκκινα παράθυρα
όλων των προθέσεων μου
Ευτυχώς που εγώ δεν μπορώ να σας ακούσω
ευτυχώς που μετακόμισα το σπίτι
λιγάκι πιο βαθιά
με δίχως τα παράθυρα
Σκότωσα όλα τα σκυλιά σας
τουλάχιστον στις ραφές του κρανίου με τ’ αγάλματα
κι ακόμα μ’ ακολουθείτε μυρίζοντας αίμα βαριά
Για ποιο λόγο δεν ξέρω
Κι ούτε κατάλαβα πώς γαβγίζετε
άνθρωποι εσείς
και τα σκυλιά σας άχρηστα τα βρήκα

*

Θέλω να βγω από το παραλήρημα
που με υπονομεύει κάτω κάτω της πέτρας
και με μπερδεύει στους νεκρούς
Χρειάζομαι απλώς μια μικρή αγράμματη αναρχία
αστράφτοντας την εξαγρίωση
στα παιδικά μου βρέφη
Και ύστερα αντίθετα να δοκιμάσω μοιρολόγια
ουρλιάζοντας:
Τυχάρπαστοι θάνατοι
σας πλήγωσα με άνθρωπο

*

Κάποια μέρα
θα ζωγραφίσω σκοτωμένα ποιήματα
με μέλη του σώματός μου
Έτσι, με σκίτσα κομματιασμένα
θ’ αραιώνω το κενό του δέρματος

*

Όταν πήρε την κατηφόρα
Σ’ εκείνη την ανελέητη σιγανή φθορά
είπε: θέλω να κατοικήσω τώρα
Έσκυψε και μίκρυνε-μίκρυνε ως το σάπισμα
κι αυτό το τελευταίο το ανέβασε
εφηβικό στο πρόσωπο
Ο θάνατος άλλωστε ήταν δικός του

 

ΘΕΑΤΡΟ ΔΡΟΜΟΥ

(για τον Κωνσταντίνο
που μάτωσε στη σκόνη του δρόμου
τα όνειρά του και το θέατρο)

Άγνωστο ήταν το σχήμα της πληγής
με την πτώση ακριβώς στη σκόνη του δρόμου
και το δαχτυλίδι ασυμβίβαστο να τρέχει αίμα
στο μισό του δάχτυλο

Αίμα και ουρανός και άλλα όνειρα
επικίνδυνο ρυάκι της πτώσης

Τα όνειρα δεν είναι γεννημένα για την πτώση
είναι το ύψος που σ’ αρπάζει
-βάλε τα όνειρα σε νύχτα ζωντανή
βάλε τα όνειρα στο μέτωπο-

Ύστερα, τρύπωσαν και δάκρυα
μικρές αιμάτινες πτώσεις
στο δρόμο πέντε παρά κάτι

Πού είναι το αγόρι;
Μόνη ακούω στο θέατρο την απουσία του
Πού είναι το αγόρι;
Όλοι Απόντες…

 

ΔΕ ΜΕ ΒΟΗΘΑΝΕ ΠΙΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ

Θαρρώ πως δε με βοηθάνε πια τα λόγια
να μαντεύω τον καιρό
Δεν ακούω μήτε τη φωνή μου
μήτε των ήλιων που παλεύαμε στις πλαγιές να γεννήσουν
μήλα. Τοπία πάνε κι έρχονται άσκοπα
στα βουνά και τα δίκια που γυρέψαμε τάχα να κρατήσουν
τον καιρό ανοιχτό, ανατολικά και αριστερότερα
βουρκόνερα σαπίζοντας τη βλάστηση. Τελευταία φορά
που ξάπλωσα σιγανά
κουβεντιάζοντας για τη θάλασσα, τ’ αγριόχορτα,
τελευταία φορά σ’ ένα χωμάτινο λιθάρι, που γίνηκε αίμα
πίσω απ’ τον άγκωνα πολέμου

 

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΕΘΑΝΕ

Βραδιάζει στα πολύχρωμα ποιήματα
και τα λεπτά δάχτυλα που σκαρφάλωναν ανεπαίσθητα
μελισσοφάγους έρωτες από το στήθος της ψυχής
-παράφοροι έρωτες-
θα λιώσουν δίχως όπλο για τη λησμονιά
Ένας ποιητής πέθανε
Που οι φίλοι, οι γνωστοί σαν από καιρό κρέμασαν
σε κλειστό παράθυρο να ξημερώνει τις φαντασίες του
Που θα μπορούσε να φυτέψει
και στο θάνατο λησμονιά

 

ΖΟΖΕΤ ΑΘΩΟ ΜΑΥΡΟ (2008)

 

ΑΠΕΛΠΙΔΑ ΒΡΕΦΗ

I.

Μήνες τώρα
βλέπω μιαν άγνωστη μάνα
να διασχίζει την αυλή της φυλακής
στάζοντας του καρπού της βρέφη

Κλειστή από φεγγάρι η φυλακή μου
κι όμως κινώντας φλέβα έρχεται
από την πύλη των φρουρών
και ανεβάζει κίτρινα πουλιά

Την ακούω
σαν τα φανάρια που μπαίνουν κρυφά
στον πάγο αυτής της φυλακής
κι ανοίγει νοσταλγίες στα κελιά
και με κοιτάζει στους βοστρύχους λέγοντας:
ξανάρθα, γιόκα μου,
ξανάρθα

Δεν μπορεί,
αυτή η άγνωστη πια σ’ όλους από χρόνια
δεν είναι για μένα εδώ
στα γόνατα εκλιπαρούσα
δεν είναι
σας παρακαλώ

Αχ Μάνα γερασμένη,
με πόσο θρήνο δάκρυα καυτά
η μνήμη να σβηστεί

 

ΕΓΩ ΚΙ ΟΙ ΠΕΤΡΕΣ

Όλη μέρα παίζω με το σπίτι
Κάθομαι στην απαλή ζέστη του
και κυλώ τις πέτρες
που συγκρατούν τους τοίχους

Οι τοίχοι
έχουν παιδιάστικες πέτρες
που τους αρέσει να ταλαντεύονται
με το παράθυρο ανοιχτό.
Καμιά φορά έχω την αίσθηση
ότι τρυπώνουν βαθιά στο μυαλό μου
και με ρωτούν ποια είμαι

Αυτή η ταλάντευση
δεν έχει τελειωμό

Κάποτε τέντωσα το παράθυρο
και τις ακούμπησα στην πάνω ελευθερία
με τρία σύμφωνα από τη δύναμή μου

Ο άνεμος γέμισε πέτρες
κι ας ήταν η πόλη ανηφορική

Κοίταξα ψηλά
τον τοίχο που κουνιόταν
Ο τοίχος άσπρος
κι εγώ αποκοιμήθηκα
δίχως κενά τριγύρω 

***

Έχω πολλές πέτρες
Συνήθως τις φορώ προτού ξαπλώσω
και κλείνω τις αιμορραγίες
στα πέτρινα πατώματα

Έχω και μετρημένες ανεικόνιστες
που ανεβαίνουν λοξά όλη νύχτα
με πρόσωπο καλυμμένο
στην πλάτη

Εξόντωση τις ονομάζω
Για τους πολλούς νεκρούς
μέσα μου που ξυπνούνε

***

Καμιά φορά κουλουριάζομαι στο σπίτι
και κατεβάζω τους τοίχους
τον ένα μετά τον άλλον
με δυνατούς προβολείς

Καταπίνω τη μισοφωτισμένη σκόνη
κι έπειτα μ’ ένα τίναγμα
ανοίγω τον ανεμοθώρακα
και ρέω τις διαφάνειες μιας λήθης

Μεταμορφώνομαι σιγά σιγά
ξέρεις
διαμπερής αθωότητα
και γεμίζω τα κενά στο σπίτι

Αν σταματούσα
και μεγάλωνα στους τοίχους
το βλέφαρο που αποσφραγίζει το μηδέν
το σπίτι μισοτελειωμένο θα πνιγόταν
μ’ ένα τεράστιο κενό αγρύπνιας

***

Εγώ και οι πέτρες,
σ’ αυτό
ή σ’ άλλο σπίτι αδειανό
συγκατοικούμε χρόνια
εις τ’ όνομα του αρραβώνα μας

κι ακόμα
η μνήμη,
που ουρλιάζει λοξά του κρεβατιού
σε ποιο θεό να σε γυρέψει

Πού ξέρεις,
μπορεί με τον καιρό
τα σκόρπια μέλη μας
να ενωθούν με έρωτα

***

Συλλογιέμαι, τι ψάχνω άραγε
ραμφίζοντας τους τοίχους
με τα χειροποίητα συμπτώματα της αμαρτίας
και τις άσωτες ασυνέπειες της ύλης
που βλασφημούν του χρόνου την αιωνιότητα

Πράγματι, τι γυρεύω
ανοίγοντας τα πάθια τους
που άλλοτε αδειάζουν
ολάνοιχτο το ευαγγέλιο στο δέρμα
και άλλοτε αοριστία του θανάτου στο σταυρό

Εγώ, μια λέξη νήστις
στις κλειδώσεις του νερού
πώς να ξεριζώσω με απλά σκαψίματα
των τοίχων την παραφροσύνη…

ΕΠΤΑ ΑΠΕΙΛΕΣ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ

1.

Τον ακολούθησε κατά κάποιον τρόπο
ως το αίτιον της σκιάς
αλλάζοντας του σώματος
την αγωνία

Τον ακολούθησε ολάκερη ως το σημείο
των φοβουμένων την αγάπη
η κόρη απ το μόχθο των αγίων
που σώμα για το θάνατο
δεν εζωγράφισε στους τοίχους

Τον ακολούθησε
ως δωδεκάτειχη σάρκα
αλλ’ όμως έτρεμεν η όραση
από τον τρόπο που τα τρυφερά της μέλη
συντρίβονταν στο μοβ

Επτά οι φλέβες που υπέκυψαν
Επτά κι οι απειλές
από το νόημα της ύλης

2

Άνθιζαν οικειότητα οι κτύποι
στο ενδόμυχο Άλφα
Τους ένιωθες να πατούν με τις ώρες
στην αναπνοή
και να ροδώνουν του βραδιού τους οίνους
Και οι κραυγές απ’ τις κραυγές μου
να τρίζουν άγριο κοντσέρτο εντός
κι εγώ να πίνομαι ως το αίμα της σπονδής
σβήνοντας το λευκό της θλίψης

Αχ, αθώα μου γραπτή σιγή
που ξύπνησες με πρόκληση στα λόγια
πάρε τα χείλη της αγάπης
να πούμε ψέμα στους θεούς

 

ΑΧ, ΔΕΝΤΡΟ ΜΟΥ

Πάντα σε φανταζόμουν
να μεταμορφώνεσαι σε δέντρο
λίγο πριν φέξει
Να εφάπτεσαι κάτω απ’ το δέρμα
μ’ εκείνη την ανταύγεια της τέχνης
και να μιλάς στων πόλεων
την αστική συνήθεια

Βέβαια το ξέρω
πως τα συναισθήματά σου εγκλωβίζονται
στις εισόδους της πόλης
κι η προσευχή σου
κινείται αργά και παγωμένη
στα αδιέξοδα των τοίχων

Ακόμα και τώρα
που δεν υπάρχουν άνθρωποι
να στηρίζονται στα δέντρα
κατά κάποιον τρόπο σε φαντάζομαι
να υπερβαίνεις τα όρια στα μάτια τους
και ν’ αλλάζεις τη γεύση που τα ναρκώνει
με ρίζες απ’ τις λέξεις σου

***

Το ταξίδι κατάκαιε τώρα το καράβι
Με σπάραχνα, όπως οι άνθρωποι
άνοιξε τον αέρα
και φύσηξε το αίμα ηδυόνειρο
στα σπέρματα των ημερών

και γέννησε μακριά και μακρύτερα
ελάφια που ’τρεχαν
και γέννησε αστραπές
που ’διναν όλη τους την αγάπη στο νερό
και ρίζες πράσινες της μοίρας
στα ποταμίσια του μαλλιά

Αγγελικό μου ταξίδι!
Τώρα που ο αέρας πάλλει
όλο πηγαίνω
πηγαίνω
ώσπου ν’ αδειάσω με συγχώρεση
το βάρος στο νερό

 

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

α.

Η μέρα τελείωνε στην αφή της ακρόπολης
κλαίγοντας σαν αμαρτία
Τόσο χρυσάφι λουλουδιασμένο
να βυθιστεί στην ταπείνωση
και στο δρόμο
ένα φεγγάρι βουνίσιο
που αγριεύει από ψηλά τα κάστρα

Φτωχά τρίφτωχα κάστρα
με την πλάτη
δυο τρία μέτρα φυλακή έξω από τη θάλασσα
και μπόλικο νερό στην πανάρχαια σκάλα
της περηφάνιας

Κι αυτός ο ήχος του άλλοτε
που πότιζε τον ιδρώτα φιλότητα
και πλούτιζε το πάθος της φυλής
τις μήτρες μεγεθύνει δυο φορές
με τον αέρα που μισεί τις θύμησες
και φτιάχνει στήθη με το Δεν

Γι’ αυτό και φούντωσε άγριο το σούρουπο
στα πέντε κάστρα των Ελλήνων
και εξελίσσεται σε κίνδυνο
καθώς βάφει μ’ αλάτι μονόφθαλμο το χώμα
και ξηλώνει τις ηλιόλουστες πέτρες των ονείρων
Έχουμε βέβαια παρηγοριά τη θάλασσα
που καρπίζει τα μάτια
με θεούς
και τα χείλη μ’ Αγγέλους τ’ Απρίλη

Μέρα και νύχτα δε λυγίζει
κι ας βρέχεται στα σωθικά της
από φεγγάρι των νεφών

β.
Και ήρθαν κάποτε τόσοι νεκροί
μέσα απ’ τους αιώνες
να ζητήσουν τους όρκους που δώσαμε
και δεν κρατήσαμε

Και ήρθαν άνεμοι λαβωματιές
από την ανοιχτή παλάμη του χεριού
-τόσοι γυναίκες άντρες
π’ αναστήθηκαν-
κι η θάλασσα
μια μαύρη λάσπη
εμπόριο για την ψυχή που χτίσαμε

Κάποτε
σύρθηκαν τόσοι νεκροί
στην επίσημη πρόσοψη του σπιτιού μας
και ψάλλανε για την ακρίβεια
εφτά σκοπούς
Και ήταν τότε
που νιώσαμε το κρύο απερίγραπτο
στο πρόσωπο της μνήμης
Όχι γιατί αρχίναγε η θυσία
των νεκρών
Παρά γιατί η μνήμη μια αποτυχία
να δώσει πρόσωπο στη μνήμη

γ.

Και τίποτα δεν έμενε
να θυμίζει τα μάτια των κοριτσιών
που σχεδίασαν τα βουνά ένα ένα
μες στη χλόη
και τα ρυάκια
με τη φωνή τους

Τίποτα και στα χέρια των δέντρων
που φυτεύτηκαν από αγκαλιές νηπίων
σ’ αυτούς τους τόπους
για να κλείσουν τη βαθιά
ανάσα των ψυχών

Αριστερά
πάνω στο γέλιο του παράθυρου
να διαλύεται ένα φεγγάρι τρομαγμένο
προς τη λευκή σκόνη της μοναξιάς
κι ένα φιλί βαθύτερα
να ψιθυρίζει στα μαλλιά σου
για τα προσχήματα
που μετακίνησαν τον ουρανό

 

ΑΛΛΟΚΟΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

I.

Εκείνη τη νύχτα
που δεν υπήρχε στάλα φεγγάρι
να κρατηθείς
έσταξε το σκοτάδι εγκαύματα

Γύρω η μαύρη γη ν’ ανατριχιάζει με το πάτημα
κι ύστερα πέτρες που μετατοπίζανε τον ήχο
κι ύστερα φόβος και σιωπή
κι εγώ να κρυώνω βυθισμένη
σε τόσες καταχνιές

Κρυώνεις κι εσύ
πηχτό Σκοτάδι, φώναξα,
που στάλαξες την αγωνία στη φωνή;

Κρυώνεις κι εσύ Άγγελε θανατερέ
που στάλαξες μια θλίψη
κι ανατριχιάζει η ψυχή;

Εκείνη τη νύχτα
όλο πάθος ούρλιαζα:
νύχτα, νύχτα, νύχτα
μήτε λουλούδι για νεκρό
ξανά δε σου χαρίζω…

 

Ο ΧΑΛ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Όλο χαμήλωνες τα μάτια εντός
και άνοιγες
τι δρόμους θε μου
μ’ ένα μαχαίρι γράμματα
Κι αναρωτιόσουν:
αν σχίσω το δικό μου στήθος
θα μ’ αγαπήσεις ύστερα σιωπή
ακέραιο στη μοναξιά μου;

Όλο χαμήλωνες τα μάτια
χανόσουν
και λέγαμε:
θα σωθεί, δεν μπορεί
πάντα η ψυχή από τη μοναξιά της σώνεται

Κι έπειτα
εσύ γυρνούσες με το φευγάτο της σαρκός
και φώναξες μέσα στο πνεύμα:
κλείστε τα τζάμια
ω άνθρωποι
ξόδι θεού τα μάτια

***

Ο Χαλ! Σπέρμα του χρόνου
που έκαιγε τα αινίγματα με φως
Μονάχα στα ποιήματα υπάρχω,
μου ‘λεγε,
μονάχα
μες στη μνήμη του φωτός!

***

Ω, έτσι ταξίδευε ο Χαλ,
μονάχος ολομόναχος δάγκωνε τον αέρα
κι ο ήλιος έσκυβε
μες στο κορμί του να χωθεί

Ω, έτσι τον έφεραν στη γη τα πόδια του
έτσι και στην αυγή της απουσίας

***

Στον Μίλτο Σαχτούρη

Πολλά βράδια ερχόταν σιγά
στη μεγάλη εξώπορτα
τακ τακ τακ
κι άρπαζε απ’ το τασάκι μου
ένα τσιγάρο
κι έλεγε:
αυτό θα κάψει ζωντανούς

και γελούσε σαν τρελός
και γέμιζε τα σεντόνια μου
μελάνι
τους τοίχους με ποιήματα

Μου μιλούσε τότε
καθώς μ’ έπιανε στο χέρι
για βαπόρια
και ναύτες
για τις τωρινές άδειες θάλασσες
και το μικρό πουλί
που κελαηδούσε στο μπαλκόνι του
αλλά στα μαντίλια του κάτι άσπριζε από μέσα
και μου πάγωνε την καρδιά…


ούτε που ξαναφάνηκε
η τελευταία του διεύθυνση…

 

Στον Αλέξη Τραϊανό

Κρύφτηκε το φεγγάρι
κι ούτε μια λέξη
για σένα
εδώ κάτω

ακούς;

ούτε μια λέξη
μισοσβησμένη
σε τούτη την πολιτεία
με τα βαθιά υπόγεια
και τα μπορντέλα

χτες
αυτοκτόνησες…

επνίγηκαν
ακόμα
κι οι κουβέντες σου
μες στις φτυσιές

 

8-6-2007 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Το φως γυάλιζε
πάνω στα φορέματα των ηθοποιών
και στα σώματα
που είχαν το σχήμα των γεφυριών
και μ’ έκαναν όλο να γελάω και να κλαίω
Τα σώματα
όλα λογισμένα απ’ το πάθος
όλα μελαγχολικά κι ελεύθερα
να βγαίνουν στα σκαλοπάτια της σκηνής
με τα μπράτσα
κι οι ίσκιοι ξετρελαμένοι
ανάμεσα στη γραμμή ελευθερίας
και στη φυλακή της τσέπης μας

Ήταν τα κορμιά πάνω στη σκηνή
που ξέχναγαν τα χέρια
και τα πόδια
κι έκοβαν το σκοτάδι μ’ ένα βιολί
κι εγώ
με τα κλάματα στη νύχτα
της μεταμόρφωσης
εγώ αδέξια
και γερτή
να σκοντάφτω στα χλιαρά μου χέρια

 

ZOZET

Κατά το χάραμα ξαναγύρισα
επάνω στο τραπέζι
εγώ η Ζοζέτ, που πάντα αποκοιμιέμαι
με το βάρος ενός μεγάλου άνεμου
στο ξύλινο σώμα
και με το θλιβερότερο καρπό
στο ρόλο του προσώπου

ούτε καν ένα αντικείμενο ξεχασμένο
να με περιμένει
να προσποιηθεί πως γλείφει τα σκόρπια μου κόκαλα
να φορέσει έστω το χρώμα μου
το κεντημένο με τη λέρα ετών
να διακοσμήσει κάποια του γωνιά

Ένας γύρος
και ξαναγύρισα εδώ κοκκινωπή
στο τραπέζι με το τέλειο σχήμα των τιποτένιων πραγμάτων
και δεν έχω πια ύπνο
στη μυρωδιά της πατούσας μου

στ’ αλήθεια είμαι η Ζοζέτ
ν’ αφήσω ίχνη
κι αλλάζω θέση στο τραπέζι
και παρακολουθώ όλη νύχτα κάποιον
που ίσως καθόταν δίπλα του
ναι, ναι
ίσως κάποιο φυτό δηλητηριασμένο
π’ αναρριχάται τον ύπνο μου που δεν ήρθε
να ξυπνήσει
το τραπέζι είναι ωραίο μέρος
έστω κανέναν δεν πειράζει
αχ η επιθυμία μου κάθε βράδυ
να με ξαναπιεί
να στραγγίσει μέσα μου
το παιδί που πέθανε και βρέθηκε λειψό
κάτω από τη σάρκα της Ζοζέτ

II.

Θα πουλήσω μια διαμονή
στις καθημερινές συνήθειες
την πιο βαθιά εξορία
στων ημερών μου τη σάρκα

Θα φορέσω
και τ’ άσπρο μου λινό
εκείνο που χαϊδεύει την καρδιά
με δίχως δαχτυλίδια
και θα κατέβω στα σταυροδρόμια του πλήθους
που επινόησα

Ξέρω πως η Ζοζέτ
σιγανόφωνα θα με δεχτεί στα γεύματα
χωρίς να μου ζητά μια σάρκα αθωότερη
στο παιδικό μου πρόσωπο
το σφαγμένο 

Όμοια κι η ψυχή στο μάκρος του κορμιού της
γεμάτη μαστιγώματα παλιά
και υπογραφές από αγκώνες αρπαγμένους

Ω! Ναι, θα κατέβω πολύ κοντά
ως την άσπρη μου στιγμή
και θα καθίσω στα χείλη μου απάνω
μια αστιγμή
και κανείς θνητός τη γεύση της
δε θα μπορεί να σπάσει

III.

Ο αέρας
κινιόταν ύπουλα στο δωμάτιο
με τις δύο γυάλινες πόρτες
και τον άσπρο τοίχο
που χιόνιζε όλο το βράδυ
Έβλεπα την ανάσα του
ν’ αγγίξει τις λίγες κουβέντες
που αιωρούνταν
στο λυγισμένο χέρι της Ζοζέτ

Μπορεί να τη σκοτώσει, σκέφτηκα
Ο άντρας
που σηκώθηκε σαν αέρας
επιθυμιών
θα τη σκοτώσει
αν αγγίξει την καρδιά της

 

ΤΕΜΝΟΝΤΑΣ

Ανακαινίζω στα φωναχτά τελευταία
μια νύκτωρα αιώρηση με στεγανές διάρκειες
τέμνοντας ανελέητα το «Κ»
που λαγνεύει τη φθαρμένη μου αιτιότητα
και ουρλιάζω «αθεότης»

Βέβαια!
Λίγη αθεότητα χρειάζομαι στο κλειστό μου άζωτο
να βλέπω κι απ’ τις δύο όφεις
την οξυνόμενη δίεση
που με θνήσκει
Να αναπαύομαι με την αφή μου ως γυναίκα
κι οι χορωδιακοί παπάδες
να μην ακούγονται πως ψάλλουν
το οξυγόνο φαλλικά

Βέβαια,
ούτε ερώτηση αιφνίδια
δε θα σπουδάσω
απ’ τα μάτια σας

Ολισθηρή θα υπερβώ τα διάφωνα
π’ αναρριχήθηκα

Ύπαρξη στις αρθρώσεις μην ακούω

 

ΤΗΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΣ

Ο δρόμος
άεργος έμοιαζε
να μπλέκει με τα χέρια
του θεού
Δρόμος μακρύς
στου σώματος το σώμα
να τον βλέπεις δίχως άνθρωπο
δίχως άγγελο μνηστήρα
από το αύριο της προφητείας

Κι ύστερα
το κορίτσι
ο μόνος θάνατος π’ άλλαζε τη φωνή
να βγαίνει συχνά στο χώμα
και να ζυγίζει την αγάπη
απ’ τις ανάγκες
των θεών

Όμορφο κορίτσι
των ανθρώπων
να τραγουδά τώρα μονάχη
με θάνατους κι αθόρυβους θεούς
και ποια φωνή της ταπεινώσεως
το αίμα της να σώσει;

Ατέλειωτος ο δρόμος στο κορμί
του κοριτσιού
Έρωτας
Θάνατος
Αμάρτημα

 

ΕΙΔΩΛΑ

Κάποτε
τρεις εποχές θα ψάλλω
περιζωσμένη πάγο
και φωτιά
κι απ’ τους θεούς
κύμβαλα χαλκοπάρια τ’ ανέμου

Η μια,
κόρη βαρύτονη του σώματος
με την οργή λυμένη

Η δεύτερη,
παρθένα ακροχορεύτρια
στ’ αριστερά κρατώντας μου τα νώτα

Κι η τρίτη
πιο κακότροπη
ίσως και πιο θλιμμένη

Γιατί σε τρέμω δαίμονα
τριγύρω μου φθινόπωρα
εσέ
αγροίκε άντρα 

 

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

Εσένα πώς σε λένε;

είπε η φωνή
κουβαλώντας ήλιο
από μαύρο αίμα

Πώς λεν τα μάτια σου
θάλασσα
ή φωτιά;

Πες μου αλήθεια
πώς σε λένε
νύχτα μου χθεσινή…

 

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

1.

Θα ‘πρεπε να ξεχύσουμε κάτι
στην κατάληξη του ποιήματος
Όχι βέβαια το άλφα
του άγιου θανάτου
που φουσκώνει και ξαναφουσκώνει τις φωτιές
και παίζουμε μελόδραμα
Ίσως κάτι ανάερο της τρυφερότητος
ανάμεσα στο άλφα και στο ρο
Θες με δική σου λεπτομέρεια
θες με δικό μου καταγόμενο
Όμως,
να λησμονήσουμε κατάληξη
τώρα που είμαστε

2.

Τώρα που το κορμί σου
δεν απέχει καθόλου από την ύλη
της δωροδοκίας
θα τάξω την άβυσσο στο παιγνίδι
Την ερωμένη άβυσσο της αποκάλυψης
δίχως τη μήτρα της να βγάλω
Αγάλλομαι, θυμήσου
όταν με δελεάζουν στο κορμί
δολοφονίες σπλαχνικές
Για το κακό του έρωτα αρκεί!

3

Να βγω στους δρόμους
με κυκλοφορία αίματος
προς όλες τις κατευθύνσεις
να βγω μια πολύωρη γυναίκα
κι εσύ που αγαπάς τόσο πολύ
τα πράγματα που ερωτεύεσαι
ν’ αποστηθίσεις πεταλούδας την αφή
Να βγω με σταγόνες έρωτα
στα γόνατα
να κατηφορίσουν πάνω μου
μεγάλες χηρείες της ζωής
και το χειρότερο
μία βαρύτητα
από το δαίμονα της νίκης
Αλήθεια, θα ‘θελα να βγω
έτσι ανάποδα
στα σκληρά σας πορνεία
δεν είναι παράξενο;
έτσι ανάποδα επάνω σας
τον έρωτα να ξεχειλώσω

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Όλες οι μνήμες πια θε να πάρουνε τέλος
Καθώς προβάλλουν όπου κοιμούμαι
και υποφέρω ανωφέλευτα
απ’ τη φρικτή μου ποίηση

Ας τελειώσουν και οι γλώσσες του φαντάσματος
Που νομίζουν πως είμαι η ίδια εγώ
και πλάγιασα μαζί τους με νωχέλεια
χαϊδεύοντας
το χνούδι του σκεπάσματος

Παράξενο που δεν το συλλογίστηκα
να χαμηλώσω ολοένα στο πλευρό μου
τίποτα
κι από κοντά του να περνώ γυναίκα

να χάσει πια το χρώμα της
η μνήμη,
πίνοντας νύχτα απ’ τη γυναίκα

 

 

ΑΟΡΑΤΑ ΤΟΠΙΑ (2007)


ΔΡΟΜΟΙ

I

Με καίνε οι δρόμοι
με τα ξερά τους όρια
που ξετυλίγονται
και ξετυλίγονται
σαν μακριές πεθαμένες ψυχές
και προσπαθούν τη γέννα μας να πιάσουν
και καταπίνουν τους λεπτούς μας ήχους

Πήρα μαζί μου
ένα δρόμο μια φορά
κι η πείνα του σαν προδοσία
ρουφούσε το λευκό τραγούδι μου
και η πρησμένη σκόνη του
κρύωνε τη ζωή μου

Καχεκτικοί δρόμοι
που θρέφετε τη γύμνια σας μ’ εμάς

Κατευθείαν στηθήκατε
στ’ αλώνι
και καρτερείτε
μέχρι να γίνει θρύψαλο
η γέννα που φυλάγω στο μυαλό

 

IΙΙ

Ω αγαπημένε μου,
αν έσφιξα στα χέρια μου τη νύχτα
είναι γιατί χάνομαι
ανάμεσα στους δρόμους
που τρέχουν στο μάγουλό μου
ωραία μπλε δάχτυλα
και ύπουλα χαϊδεύουν την καρδιά

Το ξέρω
πως τα γκρίζα δευτερόλεπτα
δεν έχουν στις αντανακλάσεις τους
λευκό
μα τόσοι ψίθυροι του πλήθους
έγιναν βάρος κι απειλή
μες στις σκληρές μου φλέβες

Δε με βαραίνει η νύχτα,
αγαπημένε μου,
και η κραυγή μου
που ξανάρθε πίσω

Ένας νεκρός που αναδίπλωσα
σε σχήμα ατιμώρητο
αυτός ανεβαίνει και κατεβαίνει
τις προσόψεις του σπιτιού μου
και με το βάρος του
λερώνει τις κραυγές μου

 

IV

Πάνω στο δρόμο
οι δυο σου μνήμες
κρεμασμένες από λυγμό
και από θάλασσα

και τα χέρια σου
που τρίζουν υπόκωφα
ψάχνοντας για ένα χρώμα
για μια λέξη
για ένα κάτι

ετούτα τα χέρια που αφέθηκαν να φθαρούν
φτιάχνοντας τόνους σάρκας ακόρεστης

V

Χτες βράδυ
τι γέλιο πέταξα ψηλά
στην καρδιά των μαύρων δρόμων
που παγιδέψανε τη γη

Η τήβεννός μου αμολημένη
αγγέλους έβρεχε τρελούς
το ίδιο κι η μαντίλα μου
στοιχειώνοντας σοκάκια και θεούς

Χτες βράδυ
μες στης νυχτός τα σάπια
με παράχωσα
λεκιάζοντας στο μάκρος
το κορμί της
με αίμα απ’ το γέλιο μου

 

ΑΟΡΑΤΑ ΤΟΠΙΑ

I

Μια κηλίδα με κουκούλα ήταν
που αποτύπωσε η μηχανή μου
εκεί στη στροφή της οδού Ακαδημίας…

Βρισκόμουν πολύ κοντά της
και μου ’δώσε την ιδέα
να τη μεγαλώσω δοκιμαστικά
εγώ μία ασήμαντη φωτογράφος
σαν πόρνη να ψάξω την άλλη πλευρά
να μαντέψω που έκρυβε το φόβο

Κείνη την ώρα έτρεμα θαρρώ
ωστόσο οι φλέβες μου σκληρές πάλλονταν
και ξεγύμνωναν τις ράφτρες
που φιλούσαν κοιλιές
και σκαρφάλωναν στα ραβασάκια
που έμπαιναν στις εκκλησιές
κι έβαζαν υποψηφιότητα
να ονοματίσουν της μάγισσας τα πανιά
που έδεσαν τα μάγια στο εσωτερικό

Κι ήμουν παρακινημένη
από μια ιδέα μέγιστης αλήθειας
καθώς κύλησα μέσα στην ύφανσή της
και πλησίασα το θρέμμα της
Τι σκηνικό!!!

Εγώ και τα μαλλιά μου
στριμωγμένα λίγο
στο μαύρο λάφυρο
να ονοματίζουμε στη διαπασών
την πανούργα καπέλου
και η κηλίδα σκόρπια κάτω απ’ το τραπέζι
να χειροκροτεί την τιμή που πουλήθηκε
στην ώρα του αθεϊσμού

 

ΙΙ

Η ώρα ήτανε για δαίμονες
λένε,
που σφάζουν με τα χέρια
την κηδεία του θεού
όταν το κορμί της γυναίκας πύκνωσε
τον αέρα
με την αγγιγμένη της σινδόνη

όταν μες στην ανάγκη του
ξετυλιγμένη χύθηκε
κι ο τόπος γέμισε
της ήβης της το μαύρο
και μολεμένα σωθικά

Έτσι
ξανά
στα χέρια του
ανέβηκε
ο θάνατος

 

ΜΕ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΕΡΩΤΑ

I

Είναι πολύ πιθανό
αν συνεχίσεις να μου μιλάς
σαν μια ολοζώντανη αγαπημένη
θα τυλίξω το κορμί μου
στα όνειρά σου
να γίνω της νύχτας σου καρπός

Θα μεταμορφωθώ κι εγώ
σε κοχύλι
να τρυπώ τους κακοήθεις ασβεστόλιθους
με έρωτα
και έρωτα

Είναι πιθανό
να φτάσω με ακρίβεια
ως το τέλος
αναβιώνοντας
μέρες
νύχτες
όνειρα
με έρωτα
και έρωτα

Κι η μια φούχτα άμμος
που θα σταματά
σε μάκρη
και σε πλάτη
με την καρδιά σου που χτυπά
μέσα σε όμορφη γυναίκα
ανώφελους θησαυρούς θα φυλά
γιατί ο έρωτας μας
με άλλο χρόνο θα εκφράζεται…

Αν συνεχίσεις
να μιλάς
με έρωτα
και έρωτα…
IV

Μ’ αρέσεις
έτσι ακριβώς
π’ ανεβαίνεις σιγά σιγά
με την ιδανική ομορφιά σου
στα μύρια της γης

έτσι ακριβώς
αόρατε άνεμε
όταν ψάχνεις
μες στην ανάσα του κόσμου
να με βρεις

Ω!!!
Αληθινά σου λέγω
μ’ αρέσεις
έτσι που γίνεσαι
σιωπή
μέσα στο σμάλτο
των ονείρων μου

 

V

Αλλά εγώ θα σβήσω
τη δίψα μου
σε μια σταγόνα σου
βροχής
έρωτά μου

θα με ταξιδέψω
με τη φωνή σου
στα πέλαγα

ολόκληρη θα με χτίσω
με την κραυγή
της γέννησής σου

τη μοίρα μου
γυμνή θα περπατήσω
σε πορφυρή χαρά
ετούτη τη φωτιά σου
δοκιμάζοντας…

 

Ο ΑΤΙΜΩΡΗΤΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

I

Τι με ρωτάς, ω Κύριε,
για τη ματωμένη πολιτεία του Μάλντερ
για το κάθε σταυροδρόμι που προβάλλει δισταχτικά
γεμάτο σκούρες κηλίδες
για τους κακούς ανέμους
που ήρπαγαν τ’ αγαθά της
Ομίχλη παγερή δοκιμασίας η νέα βλάστηση
ενώ εμείς πίνουμε και γευόμαστε
πικρούς καρπούς στα χείλη
και όστια απ’ του θάνατου το σώμα

Τι με ρωτάς για τα σύννεφα
που κυλούνε τα δάκρυά μας
και σέρνουν φθόνους πίσω απ’ τα νερά
και τις κλειστές γροθιές
παράτολμα στο φως

Ω Κύριε,
οι πεθαμένοι δύσκολα ανασαίνουν εδώ
με τον άγγελο ατιμώρητο
που ’κόψε με δρεπάνι σκουριασμένο
τα βλαστάρια,
σαν αμαρτίες τάχα για τη σωτηρία μας

Αν είχε τη μοίρα του ανθρώπινη
θα τον είχαμε συγχωρήσει
Κύριε,
θα λησμονούσαμε τη χάλκινη καμπάνα
Αλλά μεταμορφωμένος παραμόνευε
να μη βλέπουμε
να μην ακούμε
και γύρισε του τάφου τη σειρά

Και σαν έπαιρνε τη μεγάλη στροφή
της αρνησιάς οι προφητείες
το δαίμονα ξαναγέννησαν

 

IV

Τυλιγμένοι τη νύχτα, το σκοτάδι
ας παίξουμε, άγγελε.

Ας παίξουμε σταυρούς
και κρεμάλες
και τον ίδιο το θεά
στη φωνή

ίσως και μια ανάσταση
έτσι ταπεινά
σε διδαχή καινούρια καρτερίας.

Ας παίξουμε,
άγγελε ατιμώρητε,
προτού η αστραπή
το δαίμονα στο πρόσωπό σου αποκαλύψει

 

ΕΤΩΝ ΔΕΚΑΤΡΙΩΝ

A’

Τα σημάδια στην κορνίζα
σκέπαζαν παντού τα ρίγη
από οίκτο σταύρωναν τους δυο μαστούς
και κλείδωναν στο εσωτερικό
τον ορίζοντα των διαρροών

δεν έμενε τίποτα από το μηρό της
παρά μια αρωματισμένη ντροπή
στα σεντόνια
κι οι καταμετρημένοι έρωτες
να διευρύνουν
το σκορπισμένο φόρεμα,
Ετών Δεκατριών

όμως η έβδομη εικόνα της
αυτή που προκάλεσε την οργή της φαντασίας
είχε διπλασιαστεί στων λουλουδιών
το πουδραρισμένο λευκό

 

ΠΕΡΙΦΡΑΓΜΕΝΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Η κάμαρη χλιαρή
μα ο πίνακας μισανοιγμένος
χρωμάτιζε την περιφραγμένη μοναξιά
μ’ ένα κόκκινο παντού

το κρεβάτι απέναντι
με την τύψη στο κέντρο
το τραπέζι
το τυλιγμένο με κουρέλια
την μπολιασμένη
μ’ ανατριχιάσματα ξεθωριασμένα νύχτα

Ποτέ τόσο πολύπλοκο κόκκινο
δεν εκρεμάστηκε σε τοίχο
φουντώνοντας τη δίψα
στις ρωγμές…

ποτέ τόσο γεμάτο χρώμα
στα μάτια μίας πόρνης…

 

Η ΕΝΑΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Αίφνης
εκεί στη δύση
επόθησα
την όρασή μου να θυσιάσω
βρεγμένος από σπέρμα
έφηβης πορφύρας

Εκεί στ’ ολίγον του γκρεμού
ωσάν πόθος νηπίου
να γείρω
να χυθώ
να πριονίσω τους πυθμένες
και τις σταγόνες που μοιρολογούνε
στην άκρη της οδύνης

Ω Αγαπημένη των λόφων,
άλλαξα φως
στο πρόσωπό μου
και ανεβαίνω το ζωγραφισμένο άπειρο
πιο πέρα
ως την αιμάτινη καμπύλη σου

Επάνω σου γράφομαι
ως άσημος ποιητής
τον αθωότερο πόθο μου
στο σώμα σου γλιστρώ
πυρπολημένο με φυτρώνω
μες στη δική σου ύλη

 

ΣΑΝ ΠΡΑΞΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

Ένας μακρύς διάδρομος
με άγαρμπη οροφή
οι τοίχοι φαγωμένοι απ’ το σκόρο
και το δέρμα που στριφογυρνά

ανεβοκατεβαίνει τους τέσσερις τοίχους
σπρώχνεται πάνω στην πόρτα
-μια σκούρα δαχτυλιά-
και παχύρρευστο αρχίζει να χύνεται
πίσω από την κλειδαρότρυπα

Αγωνίζομαι
-σαν μια πράξη τελευταία-
την πόρτα ν’ ανοίξω
μα βρίσκομαι κιόλας κλειδωμένη μέσα μου
και κάποιος
το γυμνό μου φόρεμα
πάνω στο πέρασμα π’ απότυχα σηκώνει

Έτσι το είδα
για πρώτη φορά

να φουσκώνει ορθάνοιχτο
κρεμασμένο
φανερώνοντας πως εγώ απομακρύνθηκα
από τις σκόνες που το δαγκώνουν 

 

ΑΚΡΙΒΟΘΩΡΗΤΟ ΤΟΠΙΟ ΜΟΥ

Τι χρώμα να ’χεις άραγε
στη φωνή
όταν στάζεις φεγγάρια
στη φαντασία των δέντρων
και αρραβώνα με τον ήλιο

Χρόνους μακραίνω την προσμονή μου
και με γδέρνουν οι βράχοι
κάθετοι
στήνοντας πέρασμα
μα στης κορφής σου τη στοργή
τα μάτια μου δε φτάνω

Τι χρώμα να ’χεις άραγε
στα χέρια
όταν στάζεις ελεημοσύνες
στις σιωπές
κι όλες τις ηδονές σου στα φαράγγια;

Ακριβοθώρητο τοπίο μου
έτσι που στέριωσες τις πλάτες σου
στο χέρι των θεών
πως να σε φτάσει
τ’ ανθρώπινό μου ριζικό…

 

ΠΑΡΑΧΑΡΑΚΤΕΣ

Μια μέρα
τούτη η θάλασσα θα μιλήσει
με το σωστό της χρώμα…
θα μιλήσει παραβλέποντας
συνήθειες
τόπο
χρόνο
ξαφνικά αποκαλύπτοντας
παραχαράκτες
που πλένουν τις ελλείψεις τους
με παραγράφους
από τη χάση του φεγγαριού
και γεμίζουν κυκλικές συφορές
τα βήματά της
Μια μέρα
κάθε σταγόνα της θα ξοδεύει
στα φύλλα των βιβλίων
το θάνατό τους να πιστοποιεί
τις σκουριασμένες φλέβες τους
αδειάζοντας
μέσα σε υπονόμους
Ω!Η Ναι… Μια μέρα παραχαράκτες
από το ίδιο σας καρφί
θα κρεμαστείτε…

 

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΚΥΚΛΩΝ

I

Όλοι φυτεύανε δέντρα.
Με τα δάχτυλα ψηλαφούσανε τη γη
και μοιράζανε χιλιάδες ρίζες
με φύλλα πράσινα
και άσπρους κλώνους

Δεν ξέρω αν είχαν και του νερού τη δύναμη
στις ρίζες γαντζωμένη
εμένα με γήτευε
που θρέφανε τη γη με δέντρα κύκλους
με γήτευε π’ έσκαβαν με τα νύχια
άλλες φορές ως το νύχτωμα

Στο μεταξύ εσύ
αφουγκραζόσουν ως εκεί που έφταναν τα χέρια τους
κι έσφιγγες στην παλάμη με χτυποκάρδι
κάτι φωτογραφίες κιτρινισμένες

Έσφιγγες και τις ρίζες
μέσα στην ίδια την καρδιά τους
γιατί δεν άντεχες τα δέντρα ζωντανά

Εσύ
που δεν μπόρεσες να φυτρώσεις
ούτ’ ένα χέρι
στο νερό

 

IV

Το ’θελε να φύγει
κι εγώ επίσης σκεφτόμουν

Να με χωρίσω
από τον τόπο της κόλασης
γιατί απόκαμα να χασομεράω
οτων ημερών του την τρέλα

Το ’θελες να φύγεις
κι εγώ επίσης σου φώναξα

Ω!Π Πόσο γρήγορα ακούω
άλλων περιστεριών τον ήχο

 

ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Ι

Δικές μου όλες οι βροντές, τους είπα.
Δική μου και η φωτιά,
που καπνίζει σχεδιασμένη από αδάκρυτο βλέμμα.
Να τελειώνουμε,
αφού ο βρομερός σανιδότοιχος
βιδώθηκε για πάντα στην πόρτα του νοτιά

Ω τρέμουλα των παντζουριών, μη φοβάστε!
Η μοίρα σας απόξω διπλομετρημένη
όπως κι οι ώρες των αστείων

Ανάμεσά μας κοιμήθηκε ο προθάνατος,
το ‘νιωσα
από τον όγκο του αέρα.
Αγκάλιασε την πόρτα μας
σε όλες τις αισθήσεις
δεν ακούτε το κραυγαλέο φευγιό
στο αίμα και τις φλέβες της;

Ω, ας τελειώνουμε
ας πάψουμε τις πόρτες
στα σχήματα
στα λόγια
ας ανοίξουμε τα παραθύρια
προς ανατολάς

Ας περάσουμε τις τελευταίες λέξεις
αυτού του πνεύματος
μία γραμμή πιο πέρα
από τους σανιδότοιχους

 

2007 ΑΟΡΑΤΑ ΤΟΠΙΑ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΣΚΙΑΣ
(Ζωγραφική Άννα Κανατά)

Σφυρίζουν σταυρωμένα τα χρώματα
σε μια νύχτα αλλόκοτη
που τα δάχτυλα ζυγίζονται σαν άγγελοι
ως απάνω στο στήθος
τη μνήμη σου να ζωγραφίσουν

Ανοίγουν
διπλώνονται κι ανοίγουν
και μακραίνουν
κι εδώ με βρίσκουν
εδώ μ’ αφήνουν να μαλώνω με το μαύρο 

Σφυρίζουν γύρω μου κι οι φλόγες
οι κόκκινες ακολουθώντας
την ψυχή
οι κόκκινες
φορές μου καίγοντας το χρώμα
Και πως να σε ζωγραφίσω
με γυμνό σπαθί
που βρέχεις ήχο ελαφιού
στα μυστικά σου ύψη
και στο νερό
ανοιχτό γέλιου το παράθυρο;

Πως μεσοφέγγαρο
που ανεβοκατεβαίνεις κύκλο
το σώμα σου
στο μοβ
πως να σε αναγγείλω στη ματιά

θάνατο
πόνο
ή αγάπη;

Πες μου
νερό ζωγραφισμένο
στα δάχτυλα τα χρώματα
πως να μετρήσω;

Untitled.FR12 - 0002

***

Μας μετρούσε όλους
ξανά και ξανά απ’ την αρχή
με μια λάμψη στα μάτια
βλέποντας πως λείπει δέντρο ένα

Μας μετρούσε δέντρα πολλά
δέντρα για το χειμώνα
και για τις ώρες που γελάς
δέντρα που κοιμούνταν στην άμμο
που μιλούσαν
που διάβαζαν
που ………. δεν έχει σημασία τι
αλλά μας έβλεπε και μας μετρούσε
και στο χλωμό της πρόσωπο, το φοβισμένο
φώναζε η στιγμή:

Έφυγε… το δέντρο το δικό μου λείπει…

Έλειπε δέντρο Ένα…

Untitled.FR12

***

Ω! Άγγελε των Αγγέλων
που πληθαίνεις τον καιρό των φύλλων
με άνεμους ελευθερίες
και όρκους απ’ τον ήλιο

Εδώ που η νύχτα άνεμος πνέει στο σώμα
και τ’ άνθη μυρίζουν χώμα
και μεγάλες σκιές
εδώ
στ’ ανθρώπινα στάξε
τον ήλιο ανθισμένο

Εδώ
στα τέρματα της ψυχής
σαν την πηγή κοιμήσου
κι είμαι θνητός
που μοιάζει των αγγέλων

Untitled.FR12 - 0003

***

Όλη νύχτα
πάλευε με τ’ αλάτι των χεριών του
να δέσει τις πληγές

Τα χέρια του
ανεστραμμένα
να γελούν πολύ μες στις πληγές
κι οι ήχοι
να γεμίζουν αίμα

Τι μοναξιά, τι μοναξιά!
Η νύχτα γέμισε ρωγμές
κι απάνω τους
δυο χέρια σταυρωμένα

Untitled.FR12 - 0004

***

Ύστερα το φεγγάρι ξέφυγε
από τη νύχτα
και γαντζώθηκε στο πρόσωπο
της γυναίκας
μεταμορφώνοντας τα μάτια της σε κίνδυνο

Έτσι,
προτού να γεννηθεί η μέρα
δύο σταλαγματιές φεγγάρι
τίποτε άλλο
τον κάψανε μες στο κορμί

Έτσι,
σε δυο σταλαγματιές φεγγάρι
κρέμασε το λυγμό της
κι η γυναίκα…

Εκείνη.
με τα τρία δέντρα
και τα αινίγματα απ’ τα βουνά

Untitled.FR12 - 0005

***

Όλο τύλιγε το κορμί του
στην ανηφόρα

και σφύριζε
μ’ εκείνο το πράσινο
από τις ρίζες των φύλλων

σφύριζε και στις πέτρες
που στρίβανε λαχανιασμένες
με πόδια ριζωμένα στο ρυθμό του

κι η ανηφόρα
όλο να τον τυλίγει

ούτε μια δύναμη ευθεία
δεν ήθελε δική του

Untitled.FR12 - 0006

***

Το φεγγάρι!
Αυτό έστριψε τις ρίζες του δέντρου
κατά το νότο
και τις κατάπιε η πέτρα
που σκοντάφτω

Το φεγγάρι που μου ‘λεγες
πως αν κατέβει χαμηλά
στο δέντρο που είναι σπίτι μου
θα λάξευε φως σε όλα τα παλιά χαρτιά
και δίπλα ο ίσκιος θα χανόταν

Και το μυαλό,
που φτιάχνω τα ποιήματα.
Θα πνίξει μέσα του
ένα κάμπο πέτρες
και ίσως την πείνα που κρέμεται στο σφυγμό
και ζωντανεύει τις φωνές
που καίνε

Μ’ αυτό το φεγγάρι
διάβασα στην άδεια κάμαρη
και φαγώθηκα στο πρόσωπο
κι ήμουνα
αίμα φως

Untitled.FR12 - 0007

***

Και χυνόταν
αχ, έρημος στο εικονοστάσι
με μοβ βαθύ συντετριμμένο
κι απάνω στην καρδιά
με λίγο-λίγο θάνατο
αρχαία προφητεία

Δεν είχε καύμα
η γυμνότη
τα χρώματα
κινούμενα ψυχής

Αχ, Άγγελε Τιμωρημένε
για σένα ο Πρώτος
θάνατος
αντίλευκος γυρίζει

Untitled.FR12 - 0008

Άνοιξε τα μάτια, ξεδιπλώνοντας ένα χιόνι
που μας κάρφωνε όλους, όλους
ανάμεσα στον άπιστο καιρό
Εμάς
που ξεκινήσαμε τον κύκλο
τυφλά στριφογυρίζοντας
τον άλλο φόνο

Η πέτρα
η ριζωμένη στη σιωπή,
και είναι πια δική μου

Untitled.FR12 - 0009

***

Έτσι όπως άρχισε
να σ’ ερωτεύεται το φεγγάρι
έμπασες ολόκληρη την ψυχή στον
ουρανό
και πίσω
να μην ακούγεται τίποτα πια
φιλί κανένας να μη βλέπει

Έτσι έμαθε ο κόσμος
Ασημιά μου
πως σκαλιστή απάνω στα νερά
κι από νερό τίποτα

Και το δέντρο της μηλιάς
μόλις πήγες ν’ αδράξεις τη σελήνη
να ρίχνει στο κατώφλι κόκκινο
που το ξεχάσανε στη ρίζα του ξερό

Έτσι Ασημιά μου
έτσι σ’ έφτασες εκεί ψηλά

Untitled.FR12 - 0010

 

 

ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΚΥΚΛΟΙ 2006


ΠΡΑΞΗ ΑΟΡΑΤΗ

Δεν είναι ο φόβος
που παρατείνει τις βροχάδες
και νοσεί η όρασή μου

μια πράξη αόρατη
αναγυρίζει συνεχώς
και αριθμεί απεγνωσμένα
οπτικά ζητήματα… 

 

ΩΣ ΝΑ ’ΤΑΝ ΑΠ’ ΤΗ ΘΥΕΛΛΑ…

Μέρες τώρα
σαν πουλιά κρέμονται
κινήσεις απ’ το στήθος μου
και η αφή μου
αργά αργά τανιέται
στην άβυσσο βουβών πεζοδρομίων

ως να ’ταν
από τη θύελλα
την πολλή
μες στου θεού τους κάμπους
σάμπως
από ιζήματα ψιθύρων
της πιο οικείας προσευχής

μέρες τώρα
γίνεται πάταγος
πολύ κοντά σου
γείτονα θεέ,.. 

 

Σ’ ΑΒΕΒΑΙΟ ΥΨΟΣ

I.

Καρτερικά ανέβαινε ανέβαινε
με τη μικρή ξύλινη σκάλα στους ωμούς
και τα φτωχά του χέρια μαραμένα
και τα μάτια θολά
σημάδευαν την ψυχή
στ’ αβέβαιο ύψος

και πέρα
το στήθος του
δεν περίμενε τη σκάλα
ούτε τον άνθρωπο
γιατί στο βάθος ήξερε
πως οι άκρες των καμένων του χεριών
θα προδώσουν τα μάτια
και τη σκάλα…

 

Το σημάδι
τόσο ζεστό πλησίαζε τη σκάλα
χυνόταν μαζί της
αγνοώντας τη σιδερένια της στροφή
κι έφτανε σωστά στη ρίζα του
κι έπειτα
σκαρφάλωνε ψηλά
χωρίς ίχνος αίμα σκοτωμένο
και κατοικούσε διάπλατα ανοιχτό
ως πάνω στο σώμα
κοκκινίζοντας τις μνήμες της καρδιάς

μα εσύ
που κυλάς τα άκρα σου ανάσκελα
στ’ απέναντι μπαλκόνι
για ένα μέταλλο υγρό
εκολυμπούσες μέσα στις αποχρώσεις
του νοήματος
με άλιωτο το χρώμα των δοντιών σου
και τα νύχια σου έσπαγαν
στη φωνή που έχασκε απ’ το στόμα σου
μονολογώντας,

Ω!!! Σάπιο μου Σημάδι
να αίμα
να αίμα
βύζαξε…

 

VI.

Όχι πως δε θυμάμαι τη σκάλα
π’ ανέβαινε στο νερό ακατανόητη ξένη
να σπάσει τα δίχτυα
με πόση απληστία σάλευε το κύμα
δίπλα στην πηγή

εκείνα τα ξύλινα σπλάχνα της
που ήθελαν να φορέσουν σταυρό
στου πέλαου το πόδι
στα βράχια π’ άχνιζαν ολόλευκα
δυσοίωνα μαντεία

κι ούτε λόγος
για τα χέρια που ξοδεύουμε τη ζωή μας

δάχτυλα βιασμένα
από το δίχτυ της φθοράς της…

 

ΡΩΓΜΕΣ

I.

Κάθισα σήμερα στη γυμνή πλαγιά
σαν ένας βράχος περήφανος
που τεντώνει το πρόσωπό του
ξέσκεπο
στη μήτρα της γης
και την καρφώνει με χίλιες ρωγμές

στεκόμουν ασάλευτη
ανάμεσα σε μια λάμψη
που ταυτίστηκε με τις γραμμές μου

ανάμεσα σε μια στιγμή
που ο χρόνος όλος
πήδησε στο στήθος μου

κι έκλεισα θαρρώ
στο μέσο της γης
τη μια ρωγμή
π άνοιγε το περίγραμμά μου…

 

ΙΙ.

Και θα περνούσε τάχα
κατά το σούρουπο
σάμπως για να γνέψει
πως έχει χρόνο ακόμα
με αίμα να γεμίσει τις ρωγμές του

θα περνούσε
σάμπως ολότελα ανοιξιάτικη
στο στόμα του να συρθεί
μέσα του να εισρεύσει
σα να ’ταν τ’ όνομα κυκλάμινου

Ω!!! Βράχε του ακρογιαλιού

Στ’ αλήθεια
ίσως ο θάνατος σου γερασμένος
μα η ελπίδα όλη
απάνω στις ρωγμές
έχει κολλήσει ..

 

IV

Ο νωπός θάνατος
σε μια φιάλη σφραγισμένος
αφηγείται για τη γυμνή σκουροπρόσωπη
γυναίκα
που κάλυψε τη στιγμή της
μ’ ένα Ω

Κι εσύ
ένα πόντο παραπέρα
ρωγμές ανοίγεις στα πλευρά μου
να δεις πως έθαψα
τα στοιχειωμένα ρούχα
και τον τάφο της… 

 

ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ Ν’ ΑΠΛΩΣΕΙΣ

Αν μπορούσες να γίνεις έκλειψη
θα το ’βλεπες
πως ‘γυραν οι πλάτες
και γιόμιζαν το φεγγάρι
θα ’βλεπες έναν αγέρα στήθος
που ξύπνησε φαίνεται
μ ένα μυρτόκλαδο στο χέρι
και άδειαζε τις φλέβες του
να πέσει χρώμα ρουμπινί

Θα ‘σκυβες κιόλας στον τοίχο
βαθύτερα να φτιάξεις ένα τίποτα
την πράξη του
από κοντά να δεις

Αν μπορούσες μια κίνηση
στις παρθένες πλαγιές
ν’ απλώσεις
το τίποτα να ρέει ίσα προς τα έξω
θα σαστίζαμε κι οι δυο ακίνητοι
που μία πλάτη
χώρεσε ολόρθη στο στερέωμα
και τους αρμούς από το φως
στρέφει κατά τον κόσμο…

 

ΛΥΜΕΝΗ ΘΥΕΛΛΑ

Σώπασε για μια στιγμή
το βούισμα στο χρόνο
μα στο χέρι μου μοιάζει
σα να ’χει μόλις
θύελλα ανάψει

μια θύελλα κρύα
στην παλάμη μου
σαν την αφή που έχουν τα χείλη σου
όταν τον ήλιο ξεριζώνουν

Η μαύρη σου θύελλα λυμένη
άραγε πόσους ύπνους
αύριο
θα κρεμάσει.,. 

 

ΜΝΗΜΕΣ ΦΥΛΑΚΗΣ

Η μέρα κινιόταν σιδερωμένη
στις πύλες της εισόδου
μα στο λόφο
οι αναχωρήσεις των πλοίων
όλο μεγάλωναν προς τα μέσα
και στα σπασμένα
πόδια χέρια
εκείνα που πονούσαν
απ’ τη φύση τους
κυλούσαν ρόδες
μνήμες φυλακής

κινιόταν και το «σημάδι»
και δημιουργούσε την ψευδαίσθηση
πως κάτι θα συμβεί
και διπλωνόταν μ’ όλο του το βάρος
στο στόμα που γευόταν
το δείπνημα της μποτιλιαρισμένης
πλήξης

πικρό το στόμα
και το σημάδι κόλλησε
στους σκελετούς των ρολογιών
αντίς για χρόνο
κλεμμένα κόκαλα γυρνούσε…

 

{ΑΤΙΤΛΟ}

Κανείς δεν υποψιαζόταν
το μικρό τεντωμένο χέρι
στο piano
όταν σταμάτησε ξαφνικά
κι έσπρωξε αέρα κοφτερό
στη φωτογραφία

μπήκε με πόνο φοβερό
στα δυο σου μάτια
αλίμονο
καρφώνοντας το μπλε
που ζωγράφισαν τα παιδιά

κοίτα…
είσαι νεκρός
σαν το νεκρό βιβλίο μας
επάνω στη σοφίτα…

 

ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ

Ονειρεύεσαι τους νεκρούς
κοιτάζοντας το τριαντάφυλλο κρεμασμένο
στον αντιλυρικό ορίζοντα
και το κορμί σου
φευγάτο αύριο στην ολόιδια φορά

πιάνεις κουβέντα για τον καιρό
περιγράφοντας το θόρυβο της βροχής
των πουλιών
της πεταλούδας
μα οι δυο νύχτες
σιγοκαίουν στη μνήμη μου
ότι για τους νεκρούς
μπορώ να θυμηθώ

Ω!!! Ας ορίσουμε τα υπόλοιπα
ολότελα διαφορετικά
πάνω απ’ όλους τους κανόνες

Ας μιλήσουμε
πριν την εξάπλωσή σου στους νεκρούς
γιατί το «κενό»
δεν θα μας λύσει τα κενά…

 

{ΑΤΙΤΛΟ}

Πυκνά σύννεφα
βροχή
και νεκροί
όλο τ’ απόγευμα στην αυλή
αδιάκοπα το χώμα ροκανίζουν

πάνω στα πράσινα φύλλα
στο πρόσωπό μου
που γύρευε νερό
και το παίρνουν τα κλάματα
να μη στερέψει η μέρα…

Αχ… δέκα χειμώνες
που ερημώσατε τα υγρά χείλη
κι αφήσατε τους αγγέλους γυμνούς

τυλίγω το μέτωπό μου
όλο κλειστό
κι έπειτα ξεψυχώ
’γγίζοντας κάποιες δροσοσταλίδες…

 

ΜΕ ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΒΗΣΤΑ

Αυτό ήσουν πάντα
χαρτί που γλιστρούσες σιγά σιγά
σε σκουριασμένη εικόνα
απ’ το πολύ συννέφιασμα
που είχες μέσα

να τραβάς έτσι
στην ερημιά
λυπόμουνα
κυρίως
τα τελευταία σου χρόνια
που ποτέ δε βρήκα

Έτσι ήσουν πάντα
φωτογραφία
με τα φώτα της σβηστά
στη λάσπη να ματώνει… 

 

ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΣΟΥ

Τα σεντόνια
τα χέρια
ο ύπνος σου
απόλυτα στολισμένα
μ’ άσπρο χρώμα
που εμποδίζουν
να φτιάξεις ένα θάνατο
ευπρεπή

Είναι τρομακτικό
να στολίζεσαι με τόσα γραμμάρια
κενότητας
και στη μισογυρισμένη της πλευρά
τους σπόνδυλους του μυαλού σου
να τυλίγεις

Άξαφνα
ενώ εγώ αναρρώνω
να γλιστράς μόνο μ’ αυτά τα πέπλα
στον πυθμένα της μεταμόρφωσης
και να ορίζεις των μολυβιών σου το ατύχημα
γύρω απ’ το λαιμό μου

Ω!Π Επίδεσμε
λευκής Σελήνης
πόσο ελεύθερος
νοιώθεις έτσι;

 

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΙΚΕΣ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

Και να ’μαι τώρα
στ’ ανάστροφα κράσπεδα
που μελανιάζουν μέχρι πρωίας
τη μαλακότερη άβυσσο
να σκάβω με το βελόνι μου
και να κατατρώγω με σοβαρότητα
το σκοτάδι π’ ακροπατεί
στο κάτασπρο δέρμα

Μες στο τυχαίο
να τέμνω μονάχα με την ανάσα
μια την αγκύλωση της νύχτας
μια ολάκερο το μέλλον
που κομίζει ποιήματα τρισκόταδα
και να τα σύρω στ’ αρχεία
του αιμάτου

Το ποίημα
που μοιάζει με σύνολο του μυαλού μου
και αξόδευτη με διώχνει
σε κατακόμβη βουβαμάρας

Και να ‘μαι τώρα
μια σχέση που αιωρείται μ’ αλαζονεία
στο μέλλον των χρωμάτων
για να εξουσιάσω κάποτε
του θανάτου τη στίξη

***

Τι να την κάνεις
τόση Άνοιξη
με το φόβο των φιδιών
να πληθύνεται
σ’ απόσταση ενεστώτα πανικού

Παρθένα φίδια
που αναπτύσσονται όρθια
στην άκρη της πραγματικότητας
σαν ιώδη αλληλούια
επάνω σ’ άγιου επίθετα
κι εκείθε στα λιθόστρωτα
μια σύνθετη κόλαση
να λύνει το θεό από τα ύψη

Ω!!! Κραυγή
πεσμένη στο χώμα
σ’ ετούτο τον τόπο
των χρεών
ποτέ δε φτούρησε ο ψαλμός…

***

Απόψε ονειρεύτηκες
εσένα
μόνον εσένα
στον πίνακα του Λερτ
ζωγραφισμένο αλληγορικά

Σκληρότατο το μέγεθος
του πίνακα
με μία αποκάλυψη-
στ’ αχτένιστο μυαλό σου
μια παύλα σκόνη

Τι κουράγιο ξένο
να μοιάζει άνθρωπος
αυτό το σχήμα
το τυλιγμένο
με το σκελετό σου… 

***

Εικόνισες
τα πρώτα σου γράμματα
μ’ αλλόκοτο κόκκινο
ετοίμασες επίσημους σωρούς
στης οικογένειας
τη βίβλο
μα θυμωμένο το περίγραμμα
που έκτισες τόσο βιαστικά
τα χέρια του προσώπου τους…

θυμωμένο
που έκτισες τη σάρκα τους
από ζητιάνους
κι από πένητες
λες
και το λίγο νεύρο
στο πρώτο αμάρτημα
θα οδηγούσε…

έκτιζες
κι έγραφες
Κεφάλαιο Πρώτο
μα θε μου
σε τούτο το πυρρό βαφής
στένεψες τόσο την ψυχή… 

***

Με κόκκινο ερευνούσε
τις στιγμές του
λησμονώντας
το χώμα
τους ανθρώπους
το μοβ
απέναντι στη θάλασσα

κι η κραυγή του
επτά αμαρτήματα
ανοιχτά
κι όλη η μνήμη
απ’ τη χυμένη μας
καρδιά

με κόκκινο έσυρε τα σημάδια
πολλές φορές
πριν η ψυχή
στα ρούχα των αγγέλων
κλειδωθεί…

 

ΜΙΚΡΕΣ ΣΚΙΕΣ (2006)


Μεσημεριάζει θε μου

και η γυναίκα
θα ’πρεπε κιόλας να ’χε χαράξει
το γράμμα
που τη γέννησε

θα ‘πρεπε κιόλας
να χει σβήσει
και τα εφτά γδαρσίματα
στη μνήμη

Ω!!! Θε μου
πως να το πω στους άλλους
για το κομμένο χέρι της

* * *

Εφτά παλίρροιες έπινε
τους φύλακες
που φορούσαν αποκλειστικά
το σκούφο του
και μασούσαν αδιάγνωστες λεπτομέρειες

Μετά
πήρε έναν ήλιο
υστερικό στη μοίρα του
κι άρχισε να πουλά
τους αγγέλους της συλλογής
πολύ μετά
σ’ ένα προσάρτημα της
μνήμης
μαύρους δαιμόνους κρέμασε
σαν το γαμπριάτικο κοστούμι του

Και στον εξώστη
ανεκτέλεστο το νυφικό
να σπάζει
το λευκό κλειδί του

* * *

Ω Δέντρο μου
έτσι π άφησες ρίζες
ίσαμε τα δόντια

ο καθένας νομίζει
σαν τους ανθρώπους
δε μιλούμε

* * *

Ω!!! Εσύ…
θα μπορούσα και να σ’ αγαπήσω
-αυτά τα λευκά χείλη
ανάμεσα
στις προκυμαίες των στοιχειών

ο δαίμονας
που καίει στο πρόσωπό σου
αλίμονο
μου παραλύει την αγάπη

* * *

Είπαν πως δεν είσαι σχήμα
δέκατο τρίτο τρόμου
που χωνεύει ανά πάσα στιγμή
των ματιών μου τις κόρες

και τα μάτια που κρατώ
σπαραγμένα
χλωμά
αλήθεια
για μολόχες τα μετράνε;

* * *

Σε στήσαμε
στο δρόμο
ν’ ανασάνεις

και σωρός
κόκαλα και σκουπίδια
στην εξώπορτα

* * *

Πίστεψε
πως αν έσωνε στο τζάκι
δυο φωτιές

τα μάτια του
δεν θα σβηστούν
ποτέ

* * *

Ήπιος ο καιρός
αφηρημένος
στο πλαίσιο του σπιτιού
στο κέντρο των ανθρώπων

μια χυδαιότητα
ήπιας ησυχίας

* * *

Χρόνια τα μάτια προσηλωμένα
στο σημάδι

Άσε τουλάχιστον
τις φλέβες ζωντανές
πριν το μελάνι λιγοστέψει

* * *

Αυτό το πράσινο σκουλήκι
στο αίμα σου
μεταξύ μας
μια αηδία είναι

όπως κι η μούχλα
στον πυρήνα της καρδιάς σου

* * *

Κρεμόταν πάνω
απ’ το πορτρέτο σου
δίνοντας ολοκαίνουργιο φως

παρ’ όλα αυτά
το πάτωμα μύρισε θάνατο

* * *

Υπάρχουν άνθρωποι
ακατοίκητοι
που σχεδόν λιποθυμούν
στη θέα της αγάπης

φτάνει να δεις
στα μάτια τους τον τρόμο
καθώς τον ουρανό κοιτάζουν

σκέφτονται τι θα κάνουν
αν κι άλλο χαμηλώσει

* * *

Πιο πέρα απ’ τα βουνά
λυπημένος ανέβαινε
ο ίσκιος

κάθε φορά μικρότερος
από τη γεύση
των χεριών μας

* * *

Και να τώρα
δεν ξέρω αν είσαι Εσύ
η Άνοιξη
στο χέρι μου

ή μόνο ένα ναρκωμένο
λούλουδο
που γίνηκε ζωή
από τον Έρωτα

* * *

Εκ γενετής
στο στήθος της
κόκκοι πορφύρας
δάκρυζαν

οι φίλοι
και ο θάνατος
ποτέ

* * *

Λένε
εκεί ψηλά
στο Κάστρο τ’ Αναπλιού
νεκρώσιμο φεγγάρι
ρίζωσε

όπως κι ο ύπνος
στις πέτρες της Ασίνης
ερημία

να σφάξουμε ένα θάνατο
η νύχτα να γεμίσει αίμα

* * *

Αίφνης
γέμισε το κορμί του
κίτρινα αινίγματα

όλοι το ’κλαιγαν
το μάρμαρο απάνω στις Μυκήνες

Εκείνο πάλι
με λαμπερά ξυράφια
ακόνιζε κατάλευκα ποιήματα

* * *

Έδεσε τις πληγές του
με δέρμα ξεραμένο
για να ’ναι η μαχαιριά
ολάκερη

ο ψυχοπαθής
που μάζωνε στη φούχτα του
αδερφούς
και σκότωσε το στήθος του

* * *

Ήρεμα διαιρούσε τον έρωτα
με τη σπονδυλική του στήλη
για να τραφεί το κέντρο
της αποτυχίας του

αίφνης
έμεινε με το δάχτυλο
νεκρό
να δείχνει στην ψυχή του
τρύπες

* * *

Κι ύστερα τάχα
δερνόταν
πάλευε
ξερίζωνε του πρωτομάστορα
χέρια

πρώτα ετσάκισε
τον ίσκιο του θανάτου της
πάνω στα βρώμικά του
χρόνια

* * *

Την τελευταία στιγμή
δεν άντεξε το φως

Πρήστηκε

Μισοτιμής την όραση
αγορασμένη

* * *

Πώς να πεθάνει
κανείς δεν ήξερε
σ’ αυτήν την πόλιν

μονάχα η γυναίκα
με το παράξενο κακό
εκπλήρωσε τον έρωτα στην πράξη

* * *

Ξοπίσω του πάντα έσερνε
το σκοινί
να δένει τάχα
τις κραυγές της ρίμας του

στο τέλος
εκρεμάστηκε
από τον ψεύτικο του θρήνο

* * *

Είχε όλο το χρόνο
φορτωμένο
ν’ ανάψει μες στα χέρια του
μιαν Άνοιξη

ώσπου οι σκώροι της συνήθειας
κατάφαγαν τις φτέρνες του

* * *

Ω αν είχα το κρασί που φιλεύει
τη θάλασσα
νερό
στο θεό θα το πουλούσα
για το βαθύ χορό του χρόνου μου

έτσι άγρια να μ’ έπαιρνε
και να με σφράγιζε
σε δυο σταγόνες του
το θάνατο στα δυο
να κόψω

* * *

Μια μέρα
θ’ ακουμπάμε το χέρι στη γη
και θα μαζεύουμε συνωστισμούς
πτωμάτων

και λίγους αγνοούμενους
από συντροφική σιωπή

* * *

Σε τούτη την Πολιτεία
πόσα αγριόσκυλα
με λύσσα
ανοίγουνε πληγές

δεν επαρκούμε να χορτάσουν

* * *

Ω αγάπη μου
πόσο πελιδνή είσαι
της είπε

μετρώντας στη σελίδα
πνιγμένη τη γυναίκα
που έφτυσε τον έρωτα

* * *

Ένα μαρτύριο το πρόσωπό του
ξερό και ανοιχτό
στο κράσπεδο γλιστρούσε

ποιος ξέρει
με πόσες πόρνες έτοιμες
αντάλλαξε τις λεπτομέρειες

* * *

Ω θαρρώ πως αν αιφνίδια μεταλάβω
τα λουλούδια
που γεννούν ύπουλες σουβλερές
φωτιές

ίσως έρθουν τα περιστέρια
γιομάτα
με κινήσεις βλάστησης

* * *

…συνήθειο που το ’χουνε
οι θάμνοι

ν αλλάζουνε το σχήμα και το χρώμα τους
μ’ ένα αιδοίο…

* * *

Πλήθος ολάκερο
τραβηγμένο στη στεριά
και τίποτα πράο γύρω τους

μόνο
η αναχώρηση που κρέμεται
από το χέρι

το χέρι
λεπτό σαν του παιδιού

εκείνο που έπρεπε
να μένει πίσω

* * *

Έπειτα
νοσταλγώντας κόκκινη βοή
τα ρόδα έσφαξε
κι έστρωσε ποίημα στη γη

έπειτα
το κόκκινο ξεχύθηκε
με την ηχώ
της ίδιας της ζωής

Εμείς που ψηλαφίσαμε
τα ίχνη της
νοιώσαμε τη φλεγόμενη στιγμή

* * *

Σκέπασες κι εσύ τις αμαρτίες σου
τόσο προσεχτικά

που κανείς δεν το κατάλαβε
πως σ’ έλιωσαν
και σ’ έφαγαν
κάτω απ’ τα παπλώματα

* * *

έτσι στο βούρκο
που ακούμπησε
επίμονος

έτσι ακριβώς
αναποδογυρισμένος
πιάστηκε σ’ ένα θάνατο
πνιγμό

* * *

Κατόπιν
η στροφή βγήκε απ’ το λεωφορείο
κι αυτό ήταν όλο

ένας δρόμος που πνιγόταν
κρεμάστηκε σαν τρόπαιο
μες στα κρανία μας

* * *

0 μικρός Άγγελος
είχε γράψει στο βράχο:

Πλήθος πουλιά
μεταφέρουν στα πόδια τους
το θάνατο

ωστόσο
ένα ζευγάρι μοβ περιστέρια
αντανακλούν στο αίμα μου
το θρήνο

 * * *

Ω Θεέ μου
δεν έχει τίποτε άλλο
να πιει

επτώχευσε η σάρκα του
από χλιδή

 

ΑΙΩΡΗΣΗ (2005)

 

ΘΥΜΑΣΑΙ???

Σε μια νύχτα αγάπης
στεκόμασταν ποιητές
στεκόμασταν στο κέντρο της
κόκκινοι
και σπάζαμε με λέξεις μας
χρόνο
και ήχους ήχων…

θυμάσαι???

το κορμί μας
έκαιγε
μόλις η βιόλα
ανάσαινε
και μεθούσε τον αέρα της γης
και σιγοτρέμαμε
στ’ άρωμα δίπλα
της μελαγχολίας της…

θυμάσαι τι μου είπες???

για τον έρωτα
να γράφεις…
για τον έρωτα…

για μας
ποτέ
να μη μιλάς…

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Αχ… αυτά τα μάτια σου με
με την παράξενη θελκτική
γεύση
που τα δανείζεις
σε κάθε ουρανό
παραφορτωμένο με πόνο
που τα κάνεις να βρέχουν
συγνώμες
για κάθε γη που σκοτώνει…

όμοια μ’ ανθρώπου
μπλε
ή μαύρα
ή πράσινα
-άγνωστο-
πιο φωτεινά
διάφανα
καθαρά…

αυτά τα μάτια σου
που γλιστρούν
σε ακτίνα λευκή

άραγε
σε άγγελο αθάνατο
ή στο βαθύ
του έρωτα σημάδι μου
ανήκουν??? 

 

ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ

Πέρα δώθε
όλη νύχτα
έτρεχε

όλη νύχτα
σα να φοβόμουν
στο γυμνό μου στήθος μέσα
που σε φυλάω…..

πως ήταν άλογο
έλεγα
που πηδά τις ράχες
των βουνών
και σκοντάφτει
στις τυφλές νυχτερίδες

πως ήταν κύμα
απόμαχο
θαλασσινό
που βγήκε στη στεριά
μα του ‘λειπαν τα χέρια
κι έκπληκτο με κοιτά
απ’ τον αγέρα
κρεμασμένο…

κι ήταν
λάσπη
μου πες
και κακός καιρός
κι ήταν βροχή
π’ άνοιγε
στο σκοτάδι τρύπες

όπως πάντα
είπες
ετούτος ο καιρός
αλόγατα γεννά
ετούτος ο αγέρας
περπατεί βροχή
του κόσμου
πως λαβώνει
τον πόνο τον πολύ…

 

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΙΑΣ ΑΝΕΜΩΝΗΣ..

Είπες
πως δε σε νοιάζει
η βροχή
άμα στα χέρια σου
κρατάς μιαν ανεμώνη…

το κόκκινο της
αγαπάς
μα ξέχασες
πόσο το αίμα σε φοβίζει…

Αχ… μάτια μου…
η ανεμώνη
έχει ολάνοιχτες
πληγές
και τ’ ακροδάχτυλα
στο αίμα
πλημμυρίζει…

 

ΑΙΩΡΗΣΗ…

Άνεμος
Πέλαγος
και στο κέντρο
η σιωπή
της βαθιάς σου
ύπαρξης
πάνω της
να πλαγιάζει
ο στεναγμός…

αν σου πουν
πως γεννήθηκε
από ανθρώπου στέγη
αν σου δείξουν
κάτω απ’ τη στέγη
εσένα
ν’ ανεβαίνεις
σαν άνεμος να τραγουδάς
μήτε πως λένε
ψέματα
να χαμογελάσεις…

το χορό σου
μες στην αιώρηση
για κάθε χείλι
άσε
συντροφιά…

 

…ΚΑΤΙ ΕΛΕΙΠΕ..

Σ’ ένα κύκλο κόκκινο
δίπλα – δίπλα με το φως
γυάλιζες
τ’ αληθινό σου σώμα…

σα να μην το ‘ξερες
πως κάτι έλειπε
έλειπαν τα δυο σου
μάτια
ναι
έλειπε κάτι από το πρόσωπό σου…

απορείς που το προσέχω
μα σ’ αυτόν τον τόπον
με τα λίγα δέντρα
ξεχνάς
πως το χαμόγελο
είναι το μόνο φως
ακόμα που μιλάει…

 

…ΣΑΝ ΑΛΛΟΤΕ…

Το ίδιο όπως άλλοτε
Φύγανε

εκείνη
μαύρη σαν το μελάνι
ν’ ακολουθεί τεράστια πουλιά
των θαλασσών
να σέρνει τα χέρια της
στο πλάι σαν κουπιά
κι η Θάλασσα να γίνεται εβένινη…

εκείνος
σ’ αυτό το μαύρο ωκεανό
τ’ άρωμά της ν’ ακολουθάει
μέσα στον ήχο του να πνίγεται
κι αλάθητα
τη σπάνια ομορφιά της ν’ αγαπάει..

σαν άλλοτε
φύγανε

ποιος ξέρει
αν θα βρουν
και πάλι
τη στεριά…

 

ΤΕΜΠΗ

…ο χρόνος απόψε
πολύ βαρύς
σε κάθε μητέρας
ανάσα…

κι εσύ Αγγελούδι μου
σ’ εκείνη την πλαγιά
με τσακισμένα τα όνειρά σου
στο χώμα μισοσκορπισμένα…

Άσε με
Άγγελε μου
τη μυρωδιά της γης σου
ν’ ασπαστώ
και πες μου
πως δε θα πας μακριά…

 

ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ…

Η βροχή
στο τέλος του δρόμου
άστραφτε
ξυπόλητη στο τέλος του δρόμου
και στα μάτια της…

είδα τα μάτια της…

τι εύθραυστη που ήταν
μάτια του έρωτα
και του θανάτου…

έκλαιγα
εγώ
που υπήρξα κάποτε
πληγωμένη
σε μακρύ φθινόπωρο
σα δάκρυ
ή βροχή
μέσα του που ‘χε
πέσει…

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΛΙΓΟΙ…

…βλέπαμε πως είμαστε λίγοι
λίγοι εμείς
που ονειρευόμαστε
στις όχθες του αιώνα

όμως
έπρεπε να πετάξουμε
να πετάξουμε έστω και επικίνδυνα
και χωρίς προμήθειες
μας περίμεναν όνειρα τρυφερότητας…

έπρεπε να πετάξουμε
να ελευθερωθούμε
να ξυπνήσουμε προπαντός

έστω εμείς οι λίγοι
οι μαζεμένοι
σε τούτη την ακτή…

 

ΕΑΡ

Ω !!! Εαρ
αιθρία όντως
έως την δύσιν
η κόρη
και τηκόμενοι
εν άστει
οι πάγοι…
αιθρία όντως
λέξεων
επί του στερεώματος
των ήχων
και η μόνη επείγουσα
αποστολή
ανάφλεξης χειλιών…

Ω Φως…
οσάκις τα φύλλα
των ματιών σου
ατενίζω
εκ των ένδον
ανύποπτοι εφορμούν
ποταμοί αγαλλιάσεως
χρώματος έρωτος
φλογούντος…

 

ΑΤΙΤΛΟ

…είναι παράξενο
πάνω απ’ την πόλη να βρέχει
κι. εσύ
με κομμάτια ήλ,ου
στα μάτια σου
να τρέχε ς το γέλιο
να τρέχεις
ώσπου τα σύννεφα να σκεπάσεις…

…κι είναι αλήθεια παράξενο
να στέκεσαι
κάτω απ’ αυτό τον ουρανό
και οι σταγόνες
να ξεκολλούν από τα φύλλα
να ψιθυρίζουν στην καρδιά σου
σ’ αγαπώ…

 

…ΕΝΑΝ ΑΝΕΜΟ…

Μ’ αρέσει στο κορμί μου
να νοιώθω τον άνεμο
το νοτιοδυτικό άνεμο
που μυρίζει ξανθό κύμα
και ήλιο
και άνθη βερικοκιάς

ξάφνου
να γεμίζει τα μανίκια μου
να παίρνει το σχήμα
των χεριών μου
και μες στο στόμα μου
η ανάσα του
ν αδειάζει μονομιάς…

μ’ αρέσει
έτσι που σκίζει
και κόβει βαθιά
τις λέξεις μου
γεμίζοντάς τε πυρές
και αίμα
και πτήσεις
αρμυρών πουλιών

έτσι που κάποια μέρα
έναν άνεμο
στο μέρος της καρδιάς
να ‘βρουν…

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ…

Ι.

Ο δρόμος μύριζε δεντρολίβανο
μύριζε μυστικά
και πάνω πάνω
μυρωδιά
απ’ το νυχτερινό κορμί σου…

Ταΐζεις το δρόμο
μ’ εσένα
και γεμίζεις τους πόρους
της νύχτας
με αίματος ταραχή
κι εγώ
παραπατώντας
να βρικολακιάζω
στη νύχτα των ματιών σου
που ξεχάστηκα…

 

ΙΙ

Έλεγα από μέσα μου
δε μπορεί
οι δυνατές φασκομηλιές
απόψε
θα σπάσουν τα σκοτάδια
την καρδιά σου που τρώνε

δε μπορεί
το λυπημένο απόβραδο
θα λυγίσει
απ’ τα γαλήνια περιβόλια
π’ ανθούν ρόδα
στα χείλη σου γλυκάδα
θα σταλάξουν…

κι ως έβανα στο χέρι μου
μια στάλα
χρώμα της αυγής
την άδεια σου ψυχούλα
να γεμίσω

στο φεγγάρι εσύ
κρυφάναβες κερί
κατάκαρδα τη λύπη
αγαπούσες…

 

ΙΙΙ

Δεν θα φύγει κάποτε
η θλίψη που μας πύρε
προχτές
τους άνθους
από τα βράδια τ’ Αττικά???

έτσι ανώφελα
να μη δινόμαστε
σε νυχτοπούλια που κρατούν
τραγούδια
και αραδιάζουν
καημό μεσονυχτιού ψυχής…

αχ… καρδούλα μου
οι στίχο, μου αλλόκοτοι
κι αλλόκοτα
μου σιγοτραγουδώ
κοιτώντας το σκοτάδι

μα δεν υπάρχει
φεγγάρι
απόψε
τα μάτια
π’ αγαπήσαμε…

 

...ΣΦΡΑΓΙΔΕΣ ΤΟΣΟ ΨΕΥΤΙΚΕΣ…

Να σε ξεκουράσω
έλεγε
το σπασμένο τζάμι
να σε ξεκουράσω
να μην έχεις ανάγκη
τη θάλασσα
στα μάτια σου
να μπορέσεις να στοιχειώσεις
κι η σύζευξή σου με τη γη
να σφραγιστεί…

το φεγγάρι
το φεγγάρι δεν είναι πια εκεί
φώναζε
στους εφτά ουρανούς-
δες
πίσω μου απλώνεται
λίγο τυφλό
μα δες
κοκκινισμένο απ’ τα κρύσταλλα
αδιάκριτα
που έγραψαν στα χέρια του…

και μην κοιτάς
το λερωμένο χρώμα
μέσα μου
τη γκρίζα πείνα
που διαβάζεις στην ψυχή μου…

σφετεριστές σου λέω
σφετεριστές
κατακαθίζουν ξοδεμένες στάχτες
στη μορφή μου…

Ω !!! Θαρρώ
μεγίστη η απώλεια
μικρή Σαχραζάτ
μέγιστη
άμα τα μάτια σου
σε τούτα τα σπασμένα κρύσταλλα
αδιάκριτα αφήσεις…

θαρρώ
απ’ τα μηνύματα που στέλνουνε
ταράζεσαι
θαρρώ πως είν’ απώλεια
κραγιόν
από σφραγίδες
τόσο ψεύτικες
να ντύνεσαι…

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΠΟΙΗΤΗ…

Άνοιξη που με πληγώνεις
χίλιες ακτίνες σαν πετάς
και τρυπάς
τον καθρέφτη του μυαλού μου

σβήσε τα μάτια μου
καθώς τους στίχους μου
ανάβω
πάνω στην τρυφερή αλήθεια
τ’ ουρανού

μ’ αυτούς
μονάχα
να κρατήσω
τ’ όνομά μου ζωντανό…

 

Ω !!! ΓΥΝΑΙΚΑ…

Η ακτή
έδινε κομμάτια από χρυσό
και γαλανό
καθώς πλησίασε
η κόρη της φωτιάς
φλογίζοντας τα μονοπάτια
με τα γυμνά της πόδια
μ’ έναν ερωτισμό
που μόνον χορευτές τυμπάνων
ξέρουν..

το κορμί της
λάμποντας νότιζε το χώμα
με ιδρώτα
και η εικόνα της
ως τον άνεμο έφτανε
αναπηδούσε στα νερά
γλιστρούσε
ανάμεσα στις όχθες
διαχέοντας αντανακλάσεις
οι κινήσεις της…

Ω !!! Γυναίκα
γενιών και γενιών
στα πνεύματα ν’ απευθυνθώ
να περιλούσει μ’ ευχές
τη φυλή σου… 

Ω !!! Γυναίκα
που σημαδεύεις μονοπάτια
καθώς τα πόδια σου
γυμνά χορεύουν
τη μορφή σου
με χρώμα μου μοναδικό
θε να χαράξω
για το πάθος των κυμάτων
μορφή με χρώμα
Golden Blue…

 

…ΤΟ ΗΞΕΡΕΣ…

Ερημη έστεκε η θάλοσσα
το ήξερες
πως κάθε δειλ
σπασμένη της η εικόνα
κι ας ήμουν κι εγώ
εκεί…

το ήξερες πως
φεύγοντας τόσο
δρόμο
το φως
δεν έφτανε
ως αυτήν
κι ας έγερνες
πέρα
να σε θωρήσει ολόκληρο
στα νερά…

το ήξερες
πως οι κύκλοι
όπου
τα κύματά της
πλανιούνταν
χύνονταν σε χλωμούς
αφρούς
και η στεριά
με ίσκιους θύμησης
την κάμαρή της
τυραννούσε…

a !!! Ναι
το ήξερες
πως λέξη
όπως
σύννεφο
δεν έπρεπε
στου δρόμου τα μισά
ν’ αφή σεις…

…το ήξερες
κι όμως
στα μπράτσα της
ολόκληρη
βροχή
εκύλησες…

 

ΕΙΣΑΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ???

Οι δυο τους
-εκείνη τρελλό κορίτσι
εκείνος με φόβο στο σύνολό του
ωστόσο το ίδιο τρελός-
ανταμώσανε στο αύριο
κάτω απ’ τη μεγάλη πυραμίδα
με το συνταίριασμα
του οικείου
σαν γράμματα π’ αναγνώρισαν
τη σωστή λέξη…

Είσαι να μιλήσουμε για τα σύννεφα???
τη ρώτησε…

εκείνος το ‘θελε πολύ
ν’ ακούσει το στεναγμό της
τ’ όνομα εκείνης
ώρες συννεφιασμένες
μέσα του να σβήσει

ίσως και να ομολογούσε
πως χρόνια με το φιλί του έσπερνε
το άρωμα μελαγχολίας
στα σκοτεινά δάση
εκείνη να το δει
απ’ τα δικά του σύννεφα
το άρωμα βροχής του ν’ ανασάνει… 

είσαι να μιλήσουμε για τη βραχύ???
τη ρώτησε…
εκείνος
ο πιο θλιμμένος
από τα μαύρα σύννεφα
είσαι
ν’ αγαπήσουμε
τη βροχή μαζί???

Οι δυο τους
-εκείνος ποιητής
όλο πάθος
εκείνη μια φωνή
που σιγοτρέμει-
αποκοιμήθηκαν
για σύννεφα μιλώντας
για βροχή
γι’ αγάπη…

 

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΙΜΠΑΣ

Μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες ποιητικές φωνές.
Η γραφή της χαρακτηρίζεται από έντονα συμβολικά στοιχεία
χωρίς να διστάζει να μας προσφέρει και έξοχα,
συνήθως μικρά, ποιήματα με έμφαση
στην άμεση καταγραφή των συναισθημάτων της.

 

Αναγκαία λήθη

ΠΑΝΟΣ ΑΪΒΑΛΗΣ

Αρκαδικό Βήμα

«Αναγκαία λήθη», Πρόκειται για την έβδομη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη, όπου καταφέρνει με όλα τα «άλγη της» να προβάλλει μια μορφή ποίησης που κινείται πέρα από τα «γνωστά» όρια. Μια ποίηση διαρκούς εσωτερικής συντριβής, τα θραύσματα της οποίας αναγεννώνται με τέτοια ταχύτητα, ώστε: όρια παρασύρονται, παραμορφώσεις νομιμοποιούνται, συμβατικότητες καταργούνται, απελευθερώνοντας δυνάμεις αρχέγονες άλλοτε καταστροφικές, άλλοτε αναγεννητικές, πάντοτε όμως με τον ρυθμό αυτόν, που μας παραπέμπει σε λουτρό εξιλασμού

 

ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

Από τις «Εκδόσεις Οδός Πανός» τον Οκτώβριο του 2009 κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη, «Αναγκαία λήθη».
Μια ευτυχισμένη στιγμή για την ποιήτρια,
που με επίγνωση, ωριμότητα, ανασκευάζει τις λέξεις στις οάσεις της γραφής, περνά μέσα από σφυρήλατες διαδρομές, με την φωνή υψωμένη, να επιτάξει μέσα στην σοδειά των βιωμάτων που έχουν προηγηθεί, το ταξίδι στα χρόνια, με εκτελεσμένες πράξεις για να φθάσουν ως την «αναγκαία λήθη».
Πόσο αναγκαία είναι τελικά μια λήθη που όμως δεν καταργεί, αντίθετα γεμίζει και ξαναγεμίζει τον ασκό της ψυχής, με όλα εκείνα που έπρεπε να ξεχαστούν κι όμως σε σιγαλιές, αναπλάσσονται κι επανέρχονται βασανιστικά, για να λυτρώσουν την μνήμη, από άλυτο αίνιγμα, συλλέγοντας μια-μια τις πράξεις και τα γεγονότα που καθόρισαν πληγές του χτες.
Δίχως οίκτο αφήνει τις άκρες να περιπλανηθούν στα περιθώρια των γραμμών.Κάθε ανάγνωση στα σώματα των ποιημάτων, έχει να κάνει με τον πόνο και τις αιμορραγούμενες πληγές, που πληρώνονται με καταθέσεις στα κυρτώματα, επαναλαμβάνοντας την ματαιότητα, θέλοντας να ερμηνεύσει την αυτοχειρία των ποιητών,σε πρώιμους θανάτους με μεταξένιες πτώσεις.
Είναι η γυναίκα σε επιθανάτιες σιωπές, με το αίμα να πονά πάνω στο στρώμα, σε αναπόδεικτες συνωμοσίες, κρύβοντας σκοπούς προδοσίας, με την οδύνη στο στήθος να ξεντύνεται την απειλή μιας πληγής, που δεν σταματά στο ανεξόφλητο ρωγμών ονείρων, με ενσώματες ενστάσεις στην αφηγηματική των ποιημάτων.

«Να γράψεις κάποτε

Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να ‘σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ’ το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που ‘χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή»

Στη γεωγραφία της γραφής, διδάσκεται ποιητικά η ανατομία της γυναίκας, σε όλες τις περιόδους της ζήσης της.
Κορίτσι- Γυναίκα-Μητέρα στις γενέθλιες εμπειρίες, σε κατευθύνσεις και προσανατολισμούς που άλλοτε συναρμολογεί κι άλλοτε συναρμολογείται στο κενό, με σώμα κατάλληλο να δεχθεί ουρανό και λησμονιά φορτίου, γεννημένου όχι απαραίτητα από την ίδια, με την ψυχή σύννεφο που ταξιδεύει και θρηνεί θανάτους.
Παραπαίει και μιλά στο φτερό της ανάστασης εκείνου του χρόνου, με την αγωνία του πολέμου της νύχτας, τότε που το αίμα σκορπά και κρύβεται στη σκόνη, διώχνοντας όσο μπορεί σκιές και φαντάσματα, φώτα και ήλιους, επιμένοντας στο ατελείωτο που τρυπά την ψυχή κι αφήνει σημάδια σε μνήμη ένοχη.

«ΑΤΙΤΛΟ (Ι)

Πενήντα τρία χρόνια με συναρμολογούσες
δίχως να σέβεσαι τα στήθια μου
που δεν έχουν πατέρα να ζητιανέψουν το αίμα ακόμα νωπό
στα χρόνια της εμμηνόπαυσης
μήτε παιδί αχόρταγο να μουρμουρίσει μια συγνώμη
‘λαφρώνοντας το εκφραστικό μου γάλα
Πενήντα τρεις μορφές τσαλάκωσες την τρυφερή μου σάρκα
να λαμπυρίζουν ιδρώτα που με διαψεύδει
κι εγώ ολόγυμνη να ξερνώ το παιδί που πούλησα
και σου ‘μοιαζε
Ερεθιζόσουν να συναρμολογείς τα μάτια μου που έλιωναν
πέφτοντας σαν χαρτοπολτός στο πάτωμα
κακόμοιρε, τούτα τα μάτια υπομονετικά περίμεναν τις βαθιές
υποκλίσεις κάθε 08.15΄ που γαντζώνεσαι και κλαις
στους κόσμους των θεών
και σε φοδράρισαν σε μοναστήρι εξωσμένο»

Δεν υπάρχει χώρος για δάκρυα, αν κι όλα αιμάτινα αναβλύζουν πόνο κι άλλες φορές οργή και πίκρα στην συνένωση του κύκλου.
Ξεπερνά όσο μπορεί εκείνο που δεν τελειώνει, καθώς σκίζουν κι αγριεύουν ώρες περίεργες, συναισθήματα ματωμένα που βάφονται και ξαναβάφονται και βαφτίζονται και ξαναβαφτίζονται στου μυαλού την εκδίκηση ενός γυρισμού, σε κείνο το παίδεμα με λέξεις φωτιάς, στον πόλεμο του αναπότρεπτου και ταυτόχρονα ανατρεπτικού.
Διάμετροι τέμνονται στην διχοτόμηση του κρυπτού μιας αντοχής που όμως δεν φταίει, δεν ορίζει συναισθήματα στους άγνωστους χάρτες σημαντικών ερώτων.
Με δοκιμασίες απόστασης από το όνειρο, σε χρόνο με ποιήματα να καταγράφουν την ανασφάλεια ύμνων στο κρυφτό με τον παιδεμό μιας υποκρισίας αφημένης, θυσιασμένης στον βωμό, που φρενάρει αισθήσεις σε ατελεύτητες προσμονές.

«Το ποίημα επάνω στο τραπέζι

Έτσι ακίνητη δεν μπορώ. Να σε φτάσω που μιλάς προπάντων του μυαλού
Παράξενο που διάλεξες τα ποιήματα του ύπνου
να συναντηθούμε, μέρα που τα ενδεχόμενα κολυμπούν σιωπηλά
δεν είμαι σίγουρη αν το σώμα που ‘βαλες
αντίκρυ στο φως, έχει τη μυρωδιά του πόνου στο κορμί
ή το αλάτι που μοιράζαμε στα ίχνη της θάλασσας
Το ποίημα επάνω στο τραπέζι, το άγγιξες, το ξέρω
δεν υπάρχει στάλα νερό μέσα του να παλέψω το φως, να ξαναγυρίσεις
στο πρόσωπο, όλο κοιτάζεις κάτω, το πάτωμα μου ‘λεγες δεν τρομάζει
αν μια γυναίκα όμορφη το εμπιστεύεται γυμνή
Δεν μπορώ ούτε να σου φωνάξω,τούτο το σπίτι δεν ακούγεται
στο ξύλο που μυρίζαμε παιδιά, ούτε στο ποίημα να παραμερίσω το σάπισμα
που έρχεται τρίζοντας στο κεφάλι, όλα έρχονται τρίζοντας
στον καθημερινό μου ύπνο, χέρια, πόδια, βουνά, επιμένω να σε φτάσω
φοβάμαι που χάνονται όλα μαζί, το ποίημα επάνω στο τραπέζι»

Η ποιήτρια μας καλεί, να ακολουθήσουμε στων ματιών τους καθρέφτες τις αντανακλάσεις, πούναι κρυμμένες οι λέξεις και ν’ αποκωδικοποιήσουμε όλα εκείνα στ’ αστρονήσια της γραφής της, που δεν κοιμάται η μνήμη στην αγράμματη αναρχία, καθώς υψώνεται στων ποιητών τη χώρα.
Καλοτάξιδοι καθρεφτισμοί στο όνειρο…

 

Αόρατα Τοπία

ΕΛΕΝΗ ΚΟΤΙΝΗ – ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

«Δύο καυτές σταγόνες αίμα»

Σε μια αποπροσανατολισμένη εποχή η ποιήτρια, κ. Κατερίνα Κατσίρη, βγαίνει, αυτή την φορά, στο προσκήνιο με την ποιητική της συλλογή, που φέρει τον τίτλο : «Αόρατα Τοπία». Οι πολύχρωμες ομπρέλες, οι οποίες αποτελούν την συναρπαστική φωτογραφία του εξωφύλλου με την αδιαφάνειά τους, καλύπτουν τα ορατά τοπία και τα μετατρέπουν σε αόρατα. Όπως ένα αραχνοΰφαντο πέπλο καλύπτει, πολλές φορές, και τα όμορφα και τα άσχημα στοιχεία, έτσι ακριβώς και η ψυχή του ανθρώπου, που βιώνει καταστάσεις παντός είδους, τις καταγράφει στα τρίσβαθά της. Όμως, η Κατερίνα Κατσίρη, με την δυναμική της τέχνης της, ξέρει να τις αποκαλύπτει με πλήρη διαφάνεια και αχαλίνωτη εκφραστικότητα.
Με τόλμη και δυναμισμό εισβάλλει μέσα στα «αόρατα» τοπία και εκφράζει το πέρασμα από τη ζωή με τους παρακάτω στίχους της, όπως :
«Με καίνε οι δρόμοι / με τα ξερά τους όρια / που ξετυλίγονται / και ξετυλίγονται / σαν μακριές πεθαμένες ψυχές»,
«Πήρα μαζί μου/ ένα δρόμο μια φορά»,
«….χάνομαι / ανάμεσα στους δρόμους»,
«Ανεβαίνω στη μέση των δρόμων»,
«… στην καρδιά των μαύρων δρόμων»,
«Πάνω στο σιωπηλό μου Κ ανεβαίνω / κι απλώνομαι σαν νύξη σκέψης / και να το Κ αλλαγμένο / των δρόμων τα περάσματα ματώνει…».
Είτε από Έρωτα είτε από Θάνατο το καυτό αίμα της καρδιάς, από όπου περνάει, βάφει τα πάντα κόκκινα. Είναι ο πόνος δυνατός. Και όσο πιο δυνατός είναι ο πόνος της καρδιάς, τόσο πιο σιωπηλός ο κτύπος της, τόσο πιο αόρατα τα συναισθήματα. Συναισθήματα που ξεχειλίζουν σαν ποτάμια, σαν το πλούσιο νερό μιας ξεχασμένης ανοιχτής βρύσης. Συναισθήματα δυνατά και ποικίλα, που πλημμυρίζουν το είναι της, ενώ προσπαθεί η ίδια να τα καταπραΰνει, να τα τιθασεύει. Αγωνίζεται να περιχαρακωθεί γύρω από τον εαυτόν της, να σώσει ό,τι θα μπορούσε να σώσει και να σωθεί, συνάμα, και η ίδια. Βλέπομε να κυλάει άφθονο το καυτό αίμα της καρδιάς της και να ξεχειλίζει μέσα στους διάσπαρτους στίχους της :
«… έτσι απ’ την καρδιά / να στάξει αίμα ζωηρό / το καρφωμένο στόμα να γεμίσει»,
«ενώ το αίμα έβρεχε τα σούρουπα…»,
«εγώ το αίμα άδειασα»,
«και χυνόταν ως το φεγγάρι / πάλι το αίμα»,
«… μέσα στο αίμα της κόρης χυμένη / που ίδρυε αγάπη»,
«λεκιάζοντας στο μάκρος / το κορμί της / με αίμα απ’ το γέλιο μου»,
«… έτσι για να ’χει / όπλα, αίμα / χωρίς εντόσθια παιδιού»,
«πάνω σε τούτη την τροχιά / ένα τριαντάφυλλο μαύρο / χυνόταν σε αίμα / και αποχαιρετούσε / το λυγερό κορμί σου…».
Τόσο το αίμα όσο και οι δυνατοί κτύποι της καρδιάς συγχρονίζονται με τις κραυγές της, όπως διαβάζομε χαρακτηριστικά : «… και η κραυγή μου / που ξανάρθε πίσω» ή «ένας νεκρός…/ με το βάρος του / λερώνει τις κραυγές μου».
Αλλά, η ακουστική του ποιητικού οίστρου της συμπληρώνεται, ταυτοχρόνως, με την ηχώ των λυγμών και των δακρύων της. Τα δάκρυά της είναι αιματηρά και πύρινα, γιατί είναι «η γλώσσα της καρδιάς» και το «αίμα της καρδιάς». Η ηρωίδα των δακρύων, με πάμπολλες παρομοιώσεις και άλλους τόσους συμβολισμούς, εκφράζει τους πόνους και τους καημούς της στους παρακάτω στίχους :
«και κλαίγω στα μουλωχτά / με προσποιητή ανάπαυση / ανακαλύπτοντας / σκουριασμένα λουλούδια»,
«… και θα καμώνεται / ένα πνιχτό κλάμα / απ’ των αγγέλων τη σιωπή»,
«Α… φλάουτα / που θρηνείτε / φλάουτα που δακρύζετε / τυλιγμένα / στο σκοτεινό κουβάρι / της ομίχλης…»,
«… ακόμα και στο ρουμπινί αίμα / του λαιμού / επίμονα ρέοντας κλάμα βιολετί».
«… τις πύλες σπάζοντας / και σχηματίζοντας βωμούς δακρύων / στο όνειρό του να υποκλιθούν».
«… κυλούνε τα δάκρυά μας / και σέρνουν φθόνους…».
«… κι έκλαψα για το δάκρυ μου / στα μάτια του που ζούσε…».
Η Κατερίνα Κατσίρη σκύβει στο βιβλίο της αυτό με τρυφερότητα και σοφία και το μετατρέπει σε ένα ποτάμι από δάκρυα, διότι είναι ο πόνος της, που μετουσιώνεται σε δάκρυα. Και τότε ακριβώς τα δάκρυα έχουν την δυνατότητα να ανακουφίσουν την καρδιά, που πονάει. Τρέχουν τα ποτάμια των δακρύων της, όταν βυθίζεται σε πικρή απόγνωση χωρίς την παρηγοριά της ελπίδος. Άλλοι είπαν, ότι «τα δάκρυα είναι η σιωπηλή γλώσσα της θλίψεως» και άλλοι πάλι «η βουβή διάλεκτος του πόνου». Άλλωστε, η πορεία μας στη γη είναι δακρύβρεκτη. Από τον πλανήτη της γης δεν πέρασε κανείς, που να μην ανάβλυσαν λίγα ή πολλά δάκρυα στους κανθούς των ματιών του.
Οι δακρύβρεκτοι στίχοι της μας παραπέμπουν άμεσα στα λόγια του Αισχύλου: «επικουφίζεται γαρ τοίς δακρύοις η συμφορά», καθώς επίσης και του Επίκτητου : «Οι δυστυχισμένοι έχουν για παρηγοριά τους τα δάκρυα, την θλιβερωτάτη αυτή ηδονή». Ο δε Jean Jaque Rousseau γράφει, ότι «Δεν άναψε ποτέ πυρκαγιά στο βάθος της καρδιάς μου, που να μην μπόρεσε ένα δάκρυ να την σβήσει», ενώ η Ιφιγένεια, όταν πληροφορείται την τραγική είδηση, πως πρέπει να θυσιασθεί, προσφεύγει στα δάκρυά της.
Στο τόσο πλούσιο υγρό στοιχείο, το οποίον διαπερνά τις περισσότερες σελίδες της ποιητικής της συλλογής, η Κατερίνα Κατσίρη συμπεριλαμβάνει και το νερό σε διάφορα σχήματα και ποικίλες μορφές της φύσης, σύμφωνα με τις παρακάτω εκφράσεις : «στ’ αδάκρυτα νερά», «στην όχθη του ποταμού», «τις σταγόνες που μοιρολογούνε», «μεσ’ απ’ την βροχή», «πάνω στη λίμνη», «ο βυθός στο νερό», «τη δύναμη του νερού», «τούτη η θάλασσα». Το νερό, ως βασικό στοιχείο της ζωής, συνδέεται με αυτήν από την πρώτη κι όλας στιγμή της γέννησης. Ο Οδυσσέας Ελύτης μας θυμίζει την αρχέγονη λατρεία του νερού, με την οποίαν συνδέονται οι Ελληνικές Παραδόσεις, με τους γνωστούς στίχους του : «… ήπιαμε νερό… φρέσκο που
ξεπήδαγε από τους αιώνες».
Βλέπομε, λοιπόν, ότι με τον ποιητικό της λόγο, η Κατερίνα Κατσίρη σπάει την σιωπή, οδοιπορώντας ακούραστα μέσα στον ψυχοφθόρο ρυθμό της αστικής ζωής και αποκαλύπτοντας τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο. Και όταν η σιωπή σμιλεύεται από τον λόγο, η αποκάλυψη γίνεται, σιγά – σιγά, απόλυτα συνειδητή, όπου την θέση του παίρνει το αληθινό και όχι τα υποκατάστατα του αληθινού. Ο λόγος της είναι άμεσα σχετικός με την πραγματικότητα, ενώ, αντίθετα, ο λόγος του Τύπου είναι, σε πολλές περιπτώσεις, μια ασύστολη βιομηχανία ψυχολογικών εντυπώσεων, προσπαθώντας να καθηλώσει τον άνθρωπο και, εν συνεχεία, να τον παραπέμψει σε πλασματικά και φαντασιώδη υποκατάστατα του πραγματικού. Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτή την αφθονία του δημοσιοποιημένου λόγου, έχομε μπροστά μας τον ζωντανό λόγο της πνευματικής δημιουργίας, της ρεαλιστικής αποτίμησης και της καλής εννοουμένης επαναστατικής και ανατρεπτικής έκφρασης, άρα και σκέψης της Κατερίνας Κατσίρη.
Όντως ασυμβίβαστη δεν θεωρεί την ποίηση υποκατάστατο της ζωής. Τουναντίον, στέκεται απέναντί της και ανοίγει διάλογο μαζί της, διότι γι’ αυτήν η ποίηση είναι κάτι αναγκαίο στη ζωή και δίνει την αίσθηση, ότι η ποίηση είναι μία μοίρα, από την οποία η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεφύγει. Ξέρει δε, πολύ καλά, ότι η ζωή είναι προϊόν επιλογών και συμπτώσεων, τις οποίες χορογραφεί πολύ έντεχνα, για να λειτουργήσουν και να φέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα στη σκέψη και την ψυχή του αναγνωστικού κοινού.
Με τους παρακάτω επιλεγμένους στίχους της ποιητικής της συλλογής :
«… να τρυπώ τους κακοήθεις ασβεστόλιθους»,
«… μα εγώ πήρα το κάστρο και έτρεχα»,
«… πάνω στις λαβωματιές του κάστρου»,
«Ακόμα και οι πόθοι / που κούρνιαζαν στων βράχων τις ρωγμές»,
«τις πέτρες των πληγών»,
«γλώσσες κομμένων βράχων»,
«και με γδέρνουν οι βράχοι / κάθετοι»
η Κατερίνα Κατσίρη αναρριχάται, άλλοτε θαρραλέα και άλλοτε αποθαρρυμένη, στα ανεμοδαρμένα και θαλασσοδαρμένα ύψη. Χαίρεται λυπούμενη και λυπάται όντως χαρούμενη. Είναι ο δρόμος της ζωής, που περνάει μέσα από τις δυσκολίες και τα προβλήματα. Είναι η πορεία, που οδηγεί στο αδιέξοδο, σε μια κατάσταση χωρίς χαρά, χωρίς ελπίδα, χωρίς ευτυχία. Γράφοντας στο πρώτο πρόσωπο, το εγώ, θλιμμένη και απαισιόδοξη, απαντά, ότι το μέλλον του κόσμου υπόσχεται απογοητεύσεις, προβλέπει άπελπεις προσπάθειες και διαβλέπει ατέρμονους αγώνες και αγεφύρωτες τραυματικές καταστάσεις.
Η ποιήτρια δεν παραμένει σε ένα καλά οχυρωμένο μεσαιωνικό κάστρο, ούτε ενδίδει σε παντός είδους κλισέ, ούτε τρέφει ψευδαισθήσεις. Έχει την αίσθηση της πραγματικότητος. Στα «αόρατα τοπία» των στίχων της θέτει, με τον δικό της τρόπο, το θέμα της αναζήτησης του φωτός, δηλαδή της Αλήθειας και του προορισμού της ανθρώπινης ζωής. Γράφει χαρακτηριστικά :
«θ’ ανέβω στο μεγάλο παιχνίδι / απ’ το πλατάγισμα ιστίων / και θα πνίξω αυτό τον ουρανό / που κωπηλατεί τόνους βαριάς ομίχλης / στων σύννεφων τα χείλη»,
«Νύχτα ήταν», «Εμπρός ίσκιοι πίσω κάτι ημισέληνες γέφυρες»,
«… τυλίγοντας την σιωπή ως τη μέση – σιωπή που ενεδρεύει πίσω από τους χυμούς τω δένδρων»,
«Ομίχλη παγερή. Κι ο κόσμος αλαφιασμένος στους δρόμους».
Εδώ, θίγει το μεγάλο διαχρονικό και υπαρξιακό ερώτημα σ’ αυτούς, που ψάχνουν για την Αλήθεια. Άλλωστε, ο άνθρωπος υπήρξε αναζητητής της Αλήθειας και του φωτός. Αναζητητής του υψηλού και του θείου, του ωραίου και του μεγάλου, του υπερκόσμιου και ουράνιου. Είναι φοβερό, την ίδια στιγμή, που νοιώθεις κατάκοπος από την πορεία, να βρίσκεσαι, ταυτοχρόνως, στο σκοτάδι. Μας θυμίζει το κλασσικό έργο του Βερίτη : «Ζητώντας το φως». Οι οδοιπόροι της ζωής τι ψάχνουν ολημερίς και ολονυχτίς; Οι διαβάτες τι ζητάνε; Ζητάνε το Φως. Αυτός είναι ο βαθύς πόθος κάθε ανθρώπινης ψυχής, διότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για το φως. Το σκοτάδι το απεχθάνεται. Λένε, ότι ο Goethe, τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, έλεγε : «Φως, περισσότερο φως».
Η Κατερίνα Κατσίρη γράφει για το κεκαλυμμένο ψέμα, γιατί επιζητεί την αλήθεια, γράφει για την αποσιώπηση της βίας και του μίσους, γιατί οραματίζεται την αλληλεγγύη και την αγάπη. Είναι γεγονός, ότι οι κοινωνίες των ανθρώπων, μεγαλύτερες ή μικρότερες, έχουν ως χαρακτηριστικά τους την αγριότητα, την αδικία, την εγκληματικότητα, την αδιάκοπη αναταραχή, την απέραντη αβεβαιότητα και την αγιάτρευτη ανασφάλεια. Η αντικοινωνική συμπεριφορά, ο αμοραλισμός και η διαφθορά στο έσχατο σημείο και η ξεδιάντροπη στάση επιθετικότητος είναι τα αποτελέσματα μιας τέτοιου είδους κοινωνίας, που επέρχονται αναπότρεπτα. Τότε, οφείλουμε να ομολογήσουμε, ότι, όταν εξευτελίζονται οι αξίες της ζωής, διερχόμαστε από τα διάφορα στάδια μιας μαρτυρικής παρωδίας. Εδώ ακριβώς, η κραυγή της Κατερίνας Κατσίρη «ω Κύριε», σε επαναληπτικό tempo, δεν απευθύνεται παρά μονάχα στον ταπεινό διδάσκαλο της Τιβεριάδος, που παρουσίασε στους ανθρώπους την Αλήθεια σε όλο της το μεγαλείο. Η ποιήτρια θέλει να μας υπογραμμίσει, ότι δεν πρέπει να τρέφομε ψευδαισθήσεις και μας ρωτά έμμεσα τι άλλο θα μπορούσαμε να περιμένουμε, για να απογοητευθούμε;
Μα η ευθύνη του δημιουργού σε έναν δύσκολο κόσμο διαμορφωμένο και βασισμένο στο ψέμα, την τρομοκρατία, το μίσος, την αδιαφορία, την προχειρότητα και την δυστυχία, είναι προφανής. Ποιητής και αφηγητής η ίδια, επιχειρεί την ρεαλιστική καταγραφή των παθών του σύγχρονου ανθρώπου. Οι επιλεγμένες λέξεις και εκφράσεις, που απηχούν φρικαλέες έννοιες με κυρίως αρνητικό υπόβαθρο, βγαίνουν και καταγράφονται αυθόρμητα και απροκάλυπτα, χωρίς ντροπή και δειλία, χωρίς καθυστερημένο δισταγμό, χωρίς περιελίξεις και περιστροφές. Με αυτό το επιλεγμένο λεξιλόγιο διαγράφει τα ιδανικά και την συνειδητή εκφραστικότητα του «νέου ανθρώπου» με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή του ανθρώπου, που αναπτύσσεται και προβάλλεται, σιγά – σιγά, στο κατώφλι του καινούργιου αιώνα, που μόλις έχει ανατείλει. Στην πραγματικότητα, θέλει να δώσει το αντίθετο, διότι θέλει τον άνθρωπο ευτυχισμένο, χαρούμενο, γαλήνιο, αλληλέγγυο, ειρηνικό.

Μέσα σ’ αυτή την τραγωδία και την πτώση η ωμή ειλικρίνεια της Κατερίνας Κατσίρη σοκάρει και, συγχρόνως, προκαλεί ποικίλες σκέψεις και πρωτόγνωρα συναισθήματα, ενώ η τέχνη των καιρών μας βασανίζεται και εμπνέεται από την αναζήτηση των ορίων του εαυτού μας, των σημείων επαφής με τον άλλον και της αυτονόητης εξάρτησής μας από την Δημιουργία. Η Δημιουργία, με τα ποικίλα στοιχεία της, δεν είναι παρά το φυσικό περιβάλλον με την τόση ομορφιά, την θεϊκή σοφία και παντοδυναμία. Αυτό χρησιμοποιεί η ποιήτρια ως σκηνικό, μέσα στο οποίον γεννιέται, αναπτύσσεται και πεθαίνει ο άνθρωπος, το τέλειο δημιούργημα του Θεού. Η ποίησή της έρχεται σε επαφή με την μητέρα – γη, το άγγιγμα του χώματος, τα χρώματα και τα αρώματα των λουλουδιών, τα μπουμπούκια που σκάνε, ξαφνικά, ένα πρωϊνό, τα φύλλα που μαραίνονται το Φθινόπωρο. Το θαύμα της γέννησης και η σιγουριά του θανάτου. Είναι, με άλλα λόγια, ο κύκλος της ζωής, που επαναλαμβάνεται καθημερινά μπροστά στα μάτια μας, η αίσθηση του φθαρτού και, συνάμα, του αιώνιου.
Η Κατερίνα Κατσίρη αισθάνεται έντονα την παρουσία της θεϊκής δύναμης και καθοδήγησης, όταν είναι στη φύση και βαδίζει μόνη σε τοπία ερημικά. Εκεί, κάθε εικόνα, κάθε ήχος, κάθε μυρουδιά της θυμίζει τον Δημιουργό. Όταν μάλιστα περιορίζει τον νου της στην ωραία πραγματικότητα, στην ομορφιά της φύσης, η καρδιά της ανοίγει και ξεπηδούν από μέσα της τα όμορφα λόγια από το ποίημα με τον τίτλο : «Μια θάλασσα». Εδώ την ποιητική της τέχνη την μετατρέπει σε ζωγραφικούς πίνακες αναρτημένους σαν μέσα σε πινακοθήκες, ενώ, σε άλλα σημεία της ποιητικής της συλλογής, την μελοποιεί και την προβάλλει μεγαλόφωνα σαν μέσα σε αίθουσες συναυλιών.
Η ποιητική της συλλογή «Αόρατα Τοπία» σηματοδοτεί την πορεία μιας νέας εποχής. Το όλο ποιητικό της οικοδόμημα φέρει, αναμφισβήτητα, την πατέντα μιας ποιήτριας, η οποία υπόσχεται πολλά εις το μέλλον. Αλλαγές εις το ποιητικό της οπλοστάσιο, όπου θα υιοθετήσει, ενδεχομένως, άλλους τρόπους έκφρασης και δομής, που θα εκπλήξουν το αναγνωστικό της κοινό και θα το ανταμείψουν, οπωσδήποτε, πλουσιοπάροχα. Η Κατερίνα Κατσίρη είναι μία δυνατή φωνή του 21ου αιώνα με έντονη ποιητική προσωπικότητα ήδη διαμορφωμένη από την νεαρή της κι όλας ηλικία. Εκτιμώ, ότι συνεχίζει και θα συνεχίσει να διευρύνει τον ποιητικό της λόγο τόσον ως προς την θεματική όσον και ως προς το ποιητικό ιδίωμα.
Η ποιήτρια, απόλυτα συνδεδεμένη με το παρόν και έχοντας σχέσεις, στενές ή απόμακρες, με τους ανθρώπους και με τα αντικείμενα γύρω της, δεν πιστεύει, ότι πλάθει έναν άλλο ιδεατό κόσμο. Η ποίησή της ούτε διακοσμεί ούτε ωραιοποιεί. Αντίθετα, είναι οδυνηρή, διότι δείχνει την ουσία, που χάνουμε εμείς οι άνθρωποι μέσα από την καθημερινότητα. Είναι η βαθύτατα ειλικρινής κατάθεσή της προς την κατεύθυνση της ανασύνθεσης των αληθινών πραγμάτων.
Ο ποιητικός της λόγος την οδηγεί να ανοιχθεί προς τον έξω κόσμο και να στήσει γέφυρες αισθαντικές με αυτόν. Έτσι, τον βλέπομε, μέσα από τα «αόρατα» και «αθέατα» τοπία, άλλοτε να φέρει, με ένα ειρωνικό χιούμορ, επί σκηνής τις απόκρυφες αχίλλειες πτέρνες των ανθρώπων και να εκθέτει τα κακώς κείμενα της σημερινής εποχής και άλλοτε, πάλι, να εμφανίζεται οργισμένος, προκαλώντας, προτρέποντας ή σαρκάζοντας. Ο σαρκασμός ως ανθρωπόμορφη ιεροτελεστία, η σιωπή ως πρελούδιο έκρηξης, η κραυγή ως μέσον επανάστασης, το αίμα ως σύμβολο πικρόγλυκης αίσθησης, το νερό ως πηγή ζωής, το κλάμα ως τρόπος αποφόρτισης και λύτρωσης, η θάλασσα ως εργαλείο οραματισμού και η πυκνή σκιερή βλάστηση ως στοιχείο σκεπτικισμού είναι μερικά από τα υλικά, που συσσωρευτικά επιστρατεύει η Κατερίνα Κατσίρη για να μας περάσει τα μηνύματά της, στην πραγματικότητα, χωρίς προσχήματα και αγκυλώσεις, χωρίς επιφυλάξεις και υπαινιγμούς.
Η Κατερίνα Κατσίρη γράφει για τον εαυτόν της, γιατί γι’ αυτήν η ποίηση είναι λύτρωση και, τελικά, στέκει αμήχανη, προς στιγμήν, μπροστά σε ό,τι πρόκειται να ακολουθήσει. Πέραν, όμως, αυτού, κάνει την ποίησή της ιαχή μας και παιάνα μας, διότι δροσίζει την ψυχή μας και φωτίζει τον νου μας. Είναι ένας ποιητικός πλούτος με συναίσθηση ευθύνης βγαλμένος από τα βάθη της καρδιάς της, διαμορφωμένος μέσα από τα όνειρά της και ακουμπισμένος επάνω στα οράματά της.

Δοκίμιο της Ελένης Κοτίνη – Παναγοπούλου
Φιλολόγου – Δοκιμιογράφου – Κριτικού

 

Μικρές σκιές

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

04-07-2012

Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε στη μέση της ερήμου, κάτω από τον καυτό ήλιο και ψάχνουμε για μια σκιά, που θα μας δροσίσει και θα μας ξεκουράσει. Ας μεταφέρουμε τώρα αυτή την εικόνα και ας βάλουμε στη θέση της ερήμου την πεζότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Η σκιά είναι μια όμορφη ποιητική συλλογή και εδώ έχουμε το βιβλίο της Κατερίνας Κατσίρη: «Μικρές σκιές», που δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του καθώς πρόκειται για αρκετές μικρές σκιές, που ξεφεύγουν από την πεζότητα και μας περιβάλλουν με την ποιητική δροσιά τους. Ποίηση λιτή, με έξυπνα νοήματα, που έλκουν τον αναγνώστη χωρίς να τον κουράζουν. Γνήσια, ποιητική γραφή, εμπνευσμένη τόσο από τα αδιέξοδα της σύγχρονης κοινωνίας όσο και από τον κοινωνικό εκφυλισμό του σύγχρονου ανθρώπου: «Υπάρχουν άνθρωποι / ακατοίκητοι / που σχεδόν λιποθυμούν / στη θέα της αγάπης / φτάνει να δεις / στα μάτια τους τον τρόμο / καθώς τον ουρανό κοιτάζουν / σκέφτονται τι θα κάνουν / αν κι άλλο χαμηλώσει».

Σε ορισμένα ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Μικρές σκιές» η Κατερίνα Κατσίρη μας εκπλήσσει με το τελείωμα των ποιημάτων της, όπου υπάρχει ένα ξάφνιασμα, μια συγκλονιστική στιγμή, που έρχεται να ταρακουνήσει το νου και να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά της κοινωνικής μας πεζότητας: «Σε στήσαμε / στο δρόμο / νʼ ανασάνεις / και σωρός / κόκαλα και σκουπίδια / στην εξώπορτα» και αλλού: «Χρόνια τα μάτια προσηλωμένα / στο σημάδι. / Άσε τουλάχιστον / τις φλέβες ζωντανές / πριν το μελάνι λιγοστέψει».

Σε άλλα σημεία της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Κατσίρη, παρατηρούμε τη φιλοσοφία της για τη ζωή και το θάνατο, μια φιλοσοφία, που δίνει έναν σχετικά μακάβριο τόνο και μια συνειδητοποίηση της ματαιότητας, ιδιαίτερα όταν όλα τα παραπάνω συνδυάζονται με τη ματαιοδοξία: «Κρεμόταν πάνω / απʼ το πορτρέτο σου / δίνοντας ολοκαίνουργιο φως / παρʼ όλα αυτά / το πάτωμα μύρισε θάνατο» και αλλού: «Εκ γενετής / στο στήθος της / κόκκοι πορφύρας / δάκρυζαν / οι φίλοι / και ο θάνατος / ποτέ».

Ο έρωτας, στην ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη «Μικρές σκιές», είναι τρόπος ζωής και θανάτου, ερώτηση και απάντηση μαζί, πρόβλημα, που τη λύση καλείται να βρει η ποιήτρια και σε τελευταία ανάλυση ο ίδιος ο αναγνώστης: «Και να τώρα / δεν ξέρω αν είσαι Εσύ / η Άνοιξη / στο χέρι μου / ή μόνο ένα ναρκωμένο / λούλουδο / που γίνηκε ζωή / από τον Έρωτα» και αλλού: «Πώς να πεθάνει / κανείς δεν ήξερε / σʼ αυτήν την πόλιν / μονάχα η γυναίκα / με το παράξενο κακό / εκπλήρωσε τον έρωτα στην πράξη».

Υπάρχουν, όμως και ορισμένα ποιήματα, όπου η κοινωνική αδικία και η προδοσία των φίλων, παρουσιάζονται με μελανά χρώματα. Η ποιήτρια ξεσπαθώνει ενάντια στα συντροφικά μαχαιρώματα και αγανακτεί με τα αγριόσκυλα, που οι σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες επιβάλουν στον σημερινό άνθρωπο: «Μια μέρα / θʼ ακουμπάμε το χέρι στη γη / και θα μαζεύουμε συνωστισμούς / πτωμάτων / και λίγους αγνοούμενους / από συντροφική σιωπή» και αλλού: «Σε τούτη την Πολιτεία / πόσα αγριόσκυλα / με λύσσα / ανοίγουνε πληγές / δεν επαρκούμε να χορτάσουν».

Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή κριτική προσέγγιση στην ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη «Μικρές σκιές», παραθέτοντας ένα ακόμα συγκλονιστικό ποίημα: «Πλήθος ολάκερο / τραβηγμένο στη στεριά / και τίποτα πράο γύρω τους / μόνο / η αναχώρηση που κρέμεται / από το χέρι / το χέρι / λεπτό σαν του παιδιού / εκείνο που έπρεπε / να μένει πίσω».

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

 

Αιώρηση

 

ΗΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η Συμβολή των Αρκάδων στη Νεοελληνική Ποίηση

Υπάρχουν πολλοί νέοι ποιητές, που υπόσχονται πολλά για το μέλλον, όπως, για παράδειγμα, η νέα ποιήτρια Κατερίνα Κατσίρη, από το Ελαιοχώρι, που με την πρόσφατη, πρώτη ποιητική συλλογή της «Αιώρηση», τη γεμάτη από λυρική δύναμη, εκφραστική στιβαρότητα και κρουστή εικονοποιητική ευχέρεια, δείχνει πως διαθέτει πηγαίο ταλέντο, αρκετή τεχνική δεξιότητα, και σίγουρα την αναμένουν ψηλότερες κορφές.

http://www.arcadians.gr/

 

Κωνσταντινίδης Νεκτάριος

Κωνσταντινίδης Νεκτάριος 2

 

 

 

17

18 εφ Αρκαδία

 

Σχολιάστε

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΠΑΝΟΣ Κ. ΘΑΣΙΤΗΣ

ΘΑΣΙΤΗΣ

 

Γεννήθηκε στον Μόλυβο της Λέσβου το 1923. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας. Προερχόταν από οικογένεια ναυτικών. Το 1930 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε ως δικηγόρος.
Ενώ ήταν φοιτητής, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του φοιτητικού περιοδικού «Ξεκίνημα» με το ψευδώνυμο Νικόλας Νάρβας (15 Φεβρουαρίου – 15 Οκτωβρίου 1944, αρχισυντάκτης ήταν ο Μανόλης Αναγνωστάκης), ενώ ήταν και αρχισυντάκτης (1943-1944) του περιοδικού «Λεύτερα Νιάτα» που εξέδιδε η ΕΠΟΝ. Την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 1945 σε συνεργασία με τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Γιώργο Καφταντζή εξέδωσαν το περιοδικό «Φοιτητής».
Το πρώτο έργο που παρουσίασε ήταν το ποίημα «Έτσι είναι πάντα», στο «Ξεκίνημα» (τεύχος 1, 15 Φεβρουαρίου 1944). Λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων στάλθηκε εξορία στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο την περίοδο 1947-1950. Την περίοδο 1962-1964 ήταν μέλος του δ.σ. του συλλόγου «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης. Κατά τις περιόδους 1974-1977 και 1981-1984 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Έγινε και πρόεδρος του δ.σ. του ΚΘΒΕ την περίοδο 1984-1986.
Δημοσίευσε μελέτες και κριτικές γύρω από τη λογοτεχνία στα περιοδικά «Καινούρια Εποχή», «Νέα Εστία», «Ο Πολίτης», «Αντί», «Ελεύθερα Γράμματα», «Η συνέχεια», «Ο παρατηρητής» και στην εφημερίδα «Καθημερινή». Επίσης στα περιοδικά «Κριτική» και «Νέα Πορεία», όπυ υπέγραφε με το ψευδώνυμο Βασίλης Νησιώτης.
Από τον Δήμο Θεσσαλονίκης του απονεμήθηκε το 1951 το Βραβείο Ποίησης. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το 1982 συμμετέσχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης, που διοργανώθηκε στην πόλη Struga της πρώην Γιουγκοσλαβίας.
Το 1983 συμμετέσχε στο Διεθνές Συνέδριο Ποίησης του Βελιγραδίου ως τακτικός σύνεδρος και εισηγητής. Ήταν μέλος των επιτροπών του ποιητικού διαγωνισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης (1960) και του θεατρικού διαγωνισμού του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1964). Ακόμη υπήρξε μέλος της οργανωτικής επιτροπής του θεσμού «Βαλκανικό Θέατρο» (1980) και της επιτροπής μελέτης και αναθεώρησης των ελληνικών κρατικών σκηνών.
Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά, σουηδικά, πολωνικά κ.λπ.).
Ασχολήθηκε επίσης με τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. Είναι ο συντάκτης της πρώτης μελέτης εφαρμοσμένου κριτικού λόγου για το «Άξιον Εστί» του Ελύτη με τίτλο «Οδυσσέας Ελύτης (Η συνείδηση του ελληνικού μύθου)» το 1961.
Πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Αυγούστου 2008, σε ηλικία 85 ετών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Δίχως κιβωτό (1951)
Πράγματα (1957)
Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962)
Εκατόνησος (1971)
Ελεεινόν Θέατρον… (1980)
Σχιστολιθικά (1974-1979)
Γύρος στην ποίηση (1966, δοκίμια)
7 δοκίμια για την ποίηση (1979)
Τα δοκίμια 1957-1983 (1990)

βιβλιο

 

ΔΙΧΩΣ ΚΙΒΩΤΟ (1945-1949)

 

ΠΡΩΙΝΟ

Γύφτισσα ζωή
Με χιλιάδες κουδουνάκια στ’ ανεμισμένα παρδαλά φουστάνια σου
Μοσκοβολάς χωράφι και φιλί
Και σε περνούν στις χαίτες τους χαράματα στην πόλη
’Άλογα γοργά ζεμένα σε γλυκοτριζάτες σούστες.

Χείμαρρε από μήλα που αλογάριαστα κατρακυλάς
Στους παχνισμένους δρόμους
Ανάμεσα στα χρυσά κρόσσια της αυγής
Και στις ξυπόλητες πατούσες των παιδιών
Γερό το χέρι να ’ναι πάντα
Ζωή για να σ’ αδράχνει
Καθώς η χούφτα τ’ ανυπότακτο βυζί.

 

ΕΦΗΒΙΚΟ

Είσαι το σχήμα ανάμεσα στη νύχτα και στον άνεμο
Είσαι το βούισμα του ίσκιου μου που σέρνεται μεσάνυχτα
Πλάι σ’ αυτές τις θεόκουφες ράχες των σπιθών
Το κουρέλι είσαι της χίμαιρας που το κρατώ στα χέρια μου
Χωρίς να το βλέπω.

Είσαι τα εκατομμύρια φιλήματα μιας θάλασσας χειλιών
Ογρής πυρωμένης
Που φλοισβίζει στο μάγουλό μου το σκαμμένο.

Εσένα φωνάζουν είκοσι χρόνια τώρα
Κάτι αμολόγητοι στίχοι που ανεμίζουν τεντωμένοι στης φλέβας το σκοινί
Και σε γυρεύουν σ’ όλα τα παραθύρια της άνοιξης
Σ’ όλες τις καταιγίδες
Σ’ όλα των προγόνων τ’ αγκαλιάσματα
Να ’ρθεις να σαρκώσεις τον ίσκιο μου
Για να ’σαι ο ίδιος ο εαυτός μου
Κι όταν εσύ πεθάνεις να πεθάνω.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

’Έρχεσαι δυνατή ζεστή αγαπημένη
Σαν τη νοτιά μεσάνυχτα του Αυγούστου
Από σάρκα κι άνεμο γυναίκα.

Έρχεσαι χορεύοντας
Πάνω στα γυμνά στιλέτα του πάθους σου
Ξεντύνεσαι τους ίσκιους
Κι ολόγυμνη σαν το κύμα ζυγώνεις
Αλαφροτρέμοντας.

Έρχεσαι! Έρχεσαι!
Όμως εγώ είμ’ ένα πνεμάτι αράχνης στη μασχάλη του φθινοπώρου
Που δε μπορεί ν’ αγγίξει ο ερχομός σου
Αν και περνάς από μέσα μου γλυκοσφυρίζοντας
Αν και τα μάτια σου παρακαλάνε
Χαμηλώνοντας κατά τη μαλακιά δοξαριά του δέρματός σου
Αν και κάθε αυγή
Δένω τις σπασμένες κλωστές μου
Και περιμένω να ξανάρθεις και να ξαναφύγεις
Σαν τη νοτιά
Από σάρκα κι άνεμο γυναίκα.

 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ’ΡΘΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

Πρέπει να ’ρθει η άνοιξη με τ’ αμέτρητα άγουρα στηθάκια της
Και με τα σκουλαρίκια της τα κρυσταλλένια
Με τα γοργά της βήματα που ξυπνάνε τις ελπίδες
Με τη γαλάζια κραυγή της
Γιατί δεν πρέπει τώρα να φωνάξω
Κι εσύ δεν πρέπει τίποτα να ψιθυρίσεις
Τίποτα δεν πρέπει ν’ ακουστεί για την ερημιά των ματιών σου
Όπου παγώνει ασάλευτη το σχήμα της η απελπισία
Για το νεκρό σου δέρμα για τα νεκρά μαλλιά σου
Για του κρεβατιού σου τα τέσσερα σίδερα
Γι’ αυτά τα νιάτα που κρέμονται στον ίσκιο σαν τ’ άδεια ρούχα
εκείνων που πέθαναν
Γι’ αυτόν τον απερίγραπτο χειμώνα.

 

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Ήρθες και τίποτα δεν άντεξε πλάι σου
Έφυγες και τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Στα χέρια μου κρατώ και την ελπίδα και τη μνήμη σου
Το αίμα μου περνάει μεσ’ από σένα
Μοίρασα τον ίσκιο μου με σένα
Τίποτα δε μου λείπει· γιατί τίποτα δε χάθηκε μαζί σου.

 

ΜΕΡΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Άσε με να πιστεύω
Πως μπορούμε να κινήσουμε από δω
Όπου μασούμε τον ήλιο με τα δόντια μας
Και διώχνουμε το φως απ’ τα δωμάτιά μας ως να μας λησμονήσει.
Εδώ τα ξέρουμε και τα μισούμε όλα
Σαν τις χαρακιές του προσώπου μας
Και σαν τους τάφους τους οικογενειακούς
Όλο πικρή σοφία
Σαν την πανάρχαιη Καλημέρα
Χάρτινο χαμόγελο και προδοσία κι επιμονή.

Άσε με να πιστεύω
Πως πέρ’ από το σύρμα του ορίζοντα
Δε θα μας αγαπούν μήτε θα μας αρνιούνται,
Να πιστεύω
Πως υπάρχει αλλού ένα δέντρο
Άξιο για τα νεύρα του κεραυνού
Ένα μαχαίρι που δε γνώρισε σπλάχνα
Κι ένα ποτήρι μ’ απρόσιτα χείλη
Να πιούμε!

 

ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

Εδώ, στα χαμηλά, τελειώνουν τ’ άστρα
Εδώ και τ’ απόσταγμα κάθε χαρούμενης ώρας σου
Εδώ τραβιέται και μαυρίζει το πρόσωπο του Μάη
Τάξε
Θα το βρεις μες στα κουφά νερά.

Αν θυμηθείς, έλα στις στέρφες όχθες τους που δε σε περιμένουν·
Εδώ, κάτω απ’ τις φυλλωσιές της λάσπης με κάτι κατάστιχτα
Σκισμένα λείψανα
Θα στήσεις πάλι τον πιο παλιό ουρανό σου
Τον πιο γλυκό.

Άλλα ποτάμια τυλιγμένα σ’ ασημένιες γούνες
Κλέβουν τα όνειρά σου
Άλλα ποτάμια κλέβουν τα όνειρά σου
Κι εδώ καθίζει το αίμα σου αχρηστεμένο
Δίχως καμιά περιττή φωνή.

Ακάθαρτο νεύρο!
Πότε βουερό πότε παράλυτο
Αδιάφορο κερδίζεις τους αιώνες
Μαγνήτη άγγελε σε κάθε τέρμα.
Τώρα μ’ ένα πρόσωπο τόσο κάθετο
Τόσο γυμνό από έλεος και υποταγή
Ακούω τ’ ανάβρυσμά σου μέσα στο πιο διάφανο κρύσταλλο
Πάω να πιάσω τ’ άσπρο μήνυμα καθ’ ελπίδας
Σ’ ακούω να ξυπνάς και να φτάνεις.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Ένα κορίτσι πέθανε π.χ.
Τα πλήθη τ’ απατούν και τα προδίνουν
Το σύμβολο του αυτόχειρα νύχτα πατά στις στέγες σα σειρήνα
Και δείχνει το δρόμο στους απελπισμένους.
Τόσο παλιά όλ’ αυτή η ιστορία μιας αναπότρεπτης ατυχίας
Κι όμως πάλι την ακούς
Σα μια φωνή ραγισμένη που έρχεται από πολύ μακριά.

Μόνος σ’ αυτό τον κάβο της σιωπής
Μακριά απ’ τον αιώνα και το σώμα μου
Πέρα απ’ τη νεκρή πληγή που άνοιξα στον χάρτινο ουρανό
Σε βρίσκω θλίψη μου
Παντέρημο απολίθωμα τόσης περασμένης δυστυχίας
Πικρή αιωνιότητα
Να χάνεσαι στο μέλλον μαζί μου.

 

ΑΠΟΓΕΜΑ

Ανεπίληπτος ουρανός
Ακίνητος
Τέλειος σαν κύκλος: απελπίζει
Απρόσιτη απόλαψη για μένα που τον βλέπω
Μες από ένα ύφασμα
Όπου καθίζει η στέρηση κι η φρίκη.

Και στο βάθος αόριστα
Να περνάς ανάγλυφο κατ’ απ’ το χνούδι τ’ ουρανού
Σαν αιφνίδια ταραχή πίσω απ’ τις κουρτίνες
Σώμα αγαπημένο
Πιο μακρινό πιο ανύπαρχτο απ’ τ’ απόγεμα που σβήνει.

 

ΘΥΜΗΣΟΥ ΦΙΛΕ

θυμήσου φίλε τις πικρές νύχτες της αλητείας
Δίχως σκοπό δίχως καπνό δίχως στέγη
Μέσα στους δρόμους να γυρνούμε διαλυμένοι
Και τα κλειστά παράθυρα τα φωτισμένα
Να κοσκινίζουν θαλπωρές τόσο κοντά
Και τόσο αφάνταστα μακριά μας.

θυμήσου τα ξένα δωμάτια που κοιμηθήκαμε
-Ήταν όλα τόσο ξένα!
Χιλιάδες άγνωστοι πριν από μας
Είχαν αφήσει μέσα τους μια αίσθηση δρόμου
Τις απόμαχες πόρνες μπρος σ’ ένα τζιν φτηνό θυμήσου
Ν’ ανοίγουν κάτω από τα πόδια μας χάη ερημιάς.

θυμήσου φίλε το κορίτσι που μας ήρθε απ’ την πατρίδα
Κάποτε τόσο ελεύθερο
Με ιδανικά με κοσμοθεωρία με αέρα
Αχ το κορίτσι που μας ήρθε απ’ την πατρίδα
Μέσα στα σκέλη του αθλητή
Στο Ξενοδοχείο των Ρόδων να εξοκείλει.

θυμήσου αυτά τα πράγματα κι αυτά τα πρόσωπα μιας παρακμής
θυμήσου μια ζωή που αγάπησες και μίσησες
Μαζί μου.

 

ΓΥΡΙΖΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Γυρίζει ο καιρός
Πάλι βροχή
Σ’ αυτό το λυπημένο σταυροδρόμι των ανέμων
Οι ελπίδες φεύγουν σα βρεγμένα σύννεφα
Κι η νιότη μας μια παγωμένη σκόνη πια.

Γυρίζει ο καιρός γυρίζει
Ένα κουβάρι άνεμοι χορεύουν μεθυσμένοι στην αντένα
Και μας ξεκουφαίνουν.
Πάλι μπορεί να πέσει μπορεί να πέσουμε κι εμείς
—Μ’ όλο το αίμα μου θα βάψω τ’ άσπρο φουστάνι που φορείς.
Τα πλευρά μας άνοιξαν οι βροχές μας δέρνουν
—Απάνεμοι κύκλοι πηγαδιού σε φέρνουν και σε παίρνουν.

Απλό μαχαίρι τ’ ουρανού
Ρίχνει τη στέγη μας.
Ρίξε το πρόσωπο στα χέρια
Τίποτα πια δε μένει.
Όμως μην κλάψεις:
Θα ’ναι πάρα πολύ.

 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Αύριο δε θα ’χουμε μήτε ένα ξένο σπίτι
Μήτε ψωμί μήτε φίλους.
Διάβηκε η ζωή μες απ’ τα χέρια μας
Και μας τα πήρε.

Δεν ξέρω αν είμαστε οι πιο δυνατοί οι πιο περήφανοι
Οι πιο αγνοί
Και μείναμε σαν δέντρα η σαν κάμποι
Στην ερημιά
Πιστοί στον εαυτό μας, οι τελευταίοι μιας εποχής…
—Ποιος τα ρωτάει αυτά;
Κι άλλωστε τι ακριβώς ήταν αυτός ο εαυτός μας
Έτσι μοιρασμένος σε σκοπούς και σχέδια αντιφατικά;

Σαν όλους τους νικημένους κουρασμένοι και κουραστικοί
Βέβαιοι για τη μάταιην ιστορία μας
Που διάβηκε παράξενα, απλώς παράξενα
Σα γέροι πελαργοί θα μείνουμε κρυφά στα βαλτοτόπια
Κοιτάζοντας για τελευταία φορά στον ουρανό, της νιότης μας τους
παγωμένους δρόμους
Μόνοι μ’ έναν θάνατο που κανείς τη θλίψη του δε θα τη μάθει.

Ήχοι συρτοί «χαμαί πέσαι… Φοίβος… απέσβετο»
Σαν καταχνιά παγώνουνε τα γόνατά μας.

 

ΒΥΘΟΣ

Ας μην τραγουδώ
Ας μη βλέπω πια τη χλόη που ήρεμη ανασαίνει μες στους
κάμπους
Μήτε τα πρόσωπα των γυναικών με το φανταστικό τους βάθος
Μήτε τη ζωή με τις μεταρρυθμίσεις.
Ξέρω τώρα την καταγωγή των θλιμμένων πηγών
Γιατί κλαίει η τόλμη μπρος σε μιαν απόσταση δίχως όνομα
Γιατί πέρα από κάθε ύψος αρχίζει νέο ύψος νέα απελπισία.

Οι παλιές ελπίδες: άσπρες φυλακές
Ελεύθερος πια δεν ελπίζω.

Πίσω απ’ την αιώνια τη χαρούμενη αυταπάτη των επιφανειών
Ο δίδυμος Αδάμ σηκώνει τα μεσάνυχτα ανεμόσκαλες
Γυρεύοντας χαμένους πλανήτες, την ουσία του κόσμου
Που σωπαίνει σα φεγγαρίσιο φέγγος
Μες σε πηγάδια μυστικά.

Νικητής και νικημένος σταματώ: Δεν υπάρχει τίποτα πιο πέρα η αύριο
Απ’ αυτόν το δρόμο που γυρνάει στην αρχή του
Περνώντας από τη ζωή στο θάνατο ολοένα
Με θρήνο και με σιωπή παγωμένος η καμένος
Ζώνοντας μ’ άπειρο ρίγος τους αιώνες
Γεμάτος παράξενους οδοιπόρους.

…Πάνω σε πεδιάδες απ’ ασβέστη με το σχέδιο μιας νέας θλίψης μέσα μου
Όμοιος με μια σταλιά καφέ
’Αδιάκοπα απλώνω.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (1950)

 

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Ερχόμαστε από πολύ μακριά.
Φορούμε χιτώνια που άνθρωποι καλοί μας δώσανε στο δρόμο.
Δεν τραγουδάμε, δεν ονειρευόμαστε, δεν κοιτάζουμε πίσω·
περπατούμε.

Τα βράδια στην περίμετρο της πόλης
ενθ’ αμαυρούται και σιγά η ζωή,
πάνω στα χέρια μας περνούμε γυμνό
μιας φρίκης σταθερής το σώμα
που τ’ αντέχουμε μόνο εμείς.

Με αριθμούς διαλύουμε τη μαγεία της νιότης
του έρωτα τη μαγεία.
Μες στο σκληρό μυαλό μας σηκώνουμε
το είδωλο τού κόσμου αληθινό.

Φως πραγμάτων περιρρέει τη ζωή μας που αποσύρθηκε
όταν η αρετή σκοτώθηκε κι απ’ το καλό κι απ’ το κακό.

 

ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο
τμήματα σπιτιών και δρόμων,
ακούω φωνές, αποσπάσματα ομιλιών,
στίγματα που αναζητά η αίσθησή μου, απαθή·
αθανασία ασήμαντη πραγμάτων χωρίς μνήμη
που δεν περνούν, καθώς εμείς οι άνθρωποι περνούμε.

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο…

Πόσο πουλάνε τα μαντίλια στο λιμάνι;
Μαντίλια γι’ αποχαιρετισμούς που φεύγουν
απ’ τα χέρια σαν πουλιά
σαν άνθρωποι που γίνανε πουλιά και μας γυρεύουν
άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια και μείς δεν τους αποζητούμε·
άνθρωποι μαντίλια άνθρωποι.

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

Όλοι ανακαλύπτουμε μια μέρα κάτι
χάνουμε κάτι
δίνουμε και παίρνουμε τις ίδιες μαχαιριές.
Όμοια τα στίγματα στα πρόσωπά μας.

Αλήθεια,
θα μπορούσε να ’μαστέ φίλοι, θα μπορούσε…
Αν σε μιαν ελάχιστη στιγμή
μαύρο ξαφνικό λεπίδι δε χώριζε τη συντροφιά μας
στα δυο·
εγώ απ’ εδώ, σ’ ενός έρημου κύκλου τη μέση
τρομαγμένος
χαμένος
απελπισμένος
κλαίοντας γοερά πάνω σε νεκρούς που δεν ξέρετε
ή που σκοτώσατε οι ίδιοι•
και σεις εκείθε ανέπαφοι, αφάνταστα μακριά μου.

Δεν ήρθαμε
Δε θα φύγουμε μαζί.

 

ΧΡΟΝΙΚΟ

Εδώ η ζωή σκότωσε τη ζωή.
Μέσα στους δρόμους μας δεν περπατούν γενναίοι.
Συντροφιές δολοφόνων περισφίγγουν τούς αστερισμούς.

Απ’ τούς εξώστες των εφημερίδων βγαίνουν κάτι τρομεροί κύριοι
γράφουν στον ουρανό μεγάλα μαύρα γράμματα
κι αποσύρονται.

Από χέρι σε χέρι ξένο, διασχίζουμε το μέλλον
περίπου ασφαλώς,
άνθρωποι ξοφλημένοι
αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας δίχως φρίκη πια
μέσα σ’ αυτά τα στεγανά ομοιώματα
που περιφράζουν τον ουρανό
μέσα σ’ αυτούς που ανταλλάξαν τη ζωή
με μια διαδοχή συμμετρικών τακτοποιήσεων.

 

ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ

Χωρίς να καταλάβω με βρήκε η νύχτα πάλι,
όλη τη μέρα πόσο περίμενα να ’ρθει
κάτι καινούριο θα ’ρθει μαζί της είχα ελπίσει,
«ή νύχτα πάντα φέρνει κάτι καινούριο» είχα σκεφτεί.
Η αυγή με βρίσκει πάλι, μέσα στους δρόμους μόνο
μπροστά μου ξένα σπίτια, θαμμένα αποβραδίς,
σπασμένος φωνογράφος μέσα στο καφενείο
όλη τη νύχτα το ’λεγε «ζητιάνος της ζωής…».

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Ήταν ένας δρόμος φωτεινός και καθαρός,
κι όμως ένιωθα τα κράσπεδά του -ήταν- σαπισμένα,
βαριά από λείψανα φριχτά.

Το πρόσωπό μου ηλιόλουστο, όμως κομμένο στα δυο
και στη βαθιά ρωγμή του μέσα
ο Γ. Φ. ο γίγας «η πλούσια καρδιά»
βρέθηκε τάλληρα γεμάτη και ποιήματα δεκάρας·
ο Κ. Μ. ο σιωπηλός, ο αδάμας, ο υπεράνω
τώρα κύριος μιας βρωμερής περιοχής
οδεύει σε λόφους σκουπιδιών και σκούζει:
παρίσταται κρίση συνειδήσεως
υπό το φως της σελήνης,
ακόμα!

Στα σπίτια η ζωή συνεχίζεται.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ακούω ακόμη τη φωνή της -είν’ ένας άνθρωπος κάθε φωνή-
«γύρισε!»
Με κρατούσε κι ένιωθα πως κρατούσε τη ζωή της.

Τώρα παντού η τρομερή φωνή της
τρύπα τους τοίχους, τρύπα το χρόνο,
αποσύρεται, επιστρέφει, αποσύρεται.
Τώρα παντού το φτωχό της είδωλο τ’ αγαπημένο
που συναντώ τα βράδια και το χάνω μες στους δρόμους.

Σ’ όλο τον κόσμο το βάρος ενός ανθρώπου
που ήρθε τόσο κοντά μας.

 

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΤΩΝ ΜΟΪΚΑΝΩΝ

Στους φίλους

Άνοιξαν οι πύλες
απροσδόκητα,
όμως χωρίς βιάση καμιά,
βουβές·
-μόνον οι πιο ευαίσθητοι άκουσαν κάτι,
σαν πτώση εντόμου, στο δάπεδο, νεκρού·
και διάβηκεν η συντροφιά μας.

Βήματα σταθερά, καθαρά περιγράμματα,
μέταλλα στα μάτια
εμείς, σταθήκαμε στην αγορά -οι έμποροι είχαν φύγει·
κάτι περαστικοί συνάχτηκαν σ’ ένα γύρο σκοτεινό.
Ο πιο λαμπρός μας πάει μπροστά και λέει:
«Τώρα ο τρομερός χαλκός των σαλπίγγων θα ηχήσει,
αποσύρεται το τίμιο βάρος μας
κι απ’ το φτωχό τελώνη κι από τον φαρισαίο·
ωραίοι άνθρωποι, η ζωή σας δεν είχε τόπο για μας,
ήταν πιο μικρή από μας, αφού δεν έχει πίστη
να πολλαπλασιάζεται, να διαρκεί
η ν’ άπατά
και δεν αντέχει στον καθρέφτη.
Δεν έχει αγνότητα και σαπίζει
θεούς δεν έχει μήτε καν να τους πυροβολεί
μήτε φως αγάπης άπτεται αυτής·
Αποσυρόμαστε νικώντας -νικώντας;»

Ήταν η φωνή του ένας ρυθμός κυκλικός,
αδιάκοπος, απαλός
τρομερός,
διαπερνούσε το κάθε τι:
ήταν για τη γη και για τον ουρανό.
Κάποιοι κίνησαν να ’ρθούν
να προστεθούν στη συντροφιά μας
«Μη μας εγγίζετε
μη μας ακολουθείτε
μη μας βλέπετε
μη μας ενθυμείσθε.

Είμαστε ανεπανάληπτοι».

 

ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗ ΓΗ

Διαγράφεται σπίτι χαρωπό
άσπρο με κόκκινη στέγη, με πηγάδι και λαχανόκηπο.
Η γη αποθέτει μέσα του της ευωδιάς της το μυστικό·
πουλάρι του δρυμού γλύφει το ξύλινο κατώφλι του τις νύχτες
φέρνει κι αυτό το μυστικό της απλής του ζωής·
τ’ άστρα χαμηλώνουν, έλκονται μες στο νερό που αγρυπνεί.
Μπορούμε να κατοικήσουμε.

Το ποτάμι περνάει απ’ εδώ
μες από καλαμιές και θάμνους που όνομα δεν έχουν
μες από χόρτα που προσφέρουν μ’ αγάπη ό,τι έχουν
περνάει κι από μας και δε μας ξεχωρίζει.
Πλένει τα πόδια των πουλιών, τ’ άλογα ξεδιψάει
ποτίζει -όσο μπορεί- τα χωράφια
δεν έχει θρύλους μήτε όνειρα τα βράδια·
είναι νερό
κάνει καλά τη δουλειά του
κουράζεται
κοιμάται.

 

ΕΛΠΙΔΑ

Υπάρχουν οι πηγές που γεννούν τοσ’ αεράκια
υπάρχουν δάση όπου τ’ αθώα πρωινά ανασαίνουν φίλοι·
οι πνοές τους φθάνουν ως εμάς και μας γλιτώνουν
φέρνουν μηνύματα της χλόης και του νερού
φέρνουν την ακοή των δέντρων που τα κρατούν απ’ τη μασχάλη
παραμύθια, τα βαριά παπούτσια τους τα λιώνουν
αέρας μπαινοβγαίνει στα ριζά τους
τα κλαδιά τους γέμισαν πανιά,
οι βυθοί της θάλασσας ξυπνούνε μες στα δάση
αλλάζει τάξη ο κόσμος, αγκαλιάζεται σφικτά
χαίρεται η φωνή μας φίλοι
δικό της το φάρδος της ημέρας
Θα ’βρει πίστη και θα ζήσει·
υπάρχουν παντού ο ουρανός και τα παιδιά.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2) – ΑΡΙΘΜΟΙ
(1958-1960)

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2)

Ο ΣΟΒΑΣ

Σώριασαν τα χαρτιά
επάνω στα χαρτιά
λόγια και λόγια
στα λόγια·
τις παλιές σκεπάσαν
με καινούριες μάσκες
με άλλον ασβέστη
τον ασβέστη.

Είπαν φωλιές
τους τάφους των πουλιών,
ψηλά σκόρπισαν τα φτερά τους
κι είπαν -φωνάζαν- πως είναι
πουλιά
οι άδειοι ίσκιοι.

Μόνο τ’ αγάλματα
μείναν αγάλματα
δείχνουν ποιοι είμαστε
μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
τις νύχτες στα φτερά τους.

 

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Δεν υπάρχει φωνή
Δε λάμπει φωτιά· η νύχτα
είναι σκοτάδι και το πιάνεις.
Ο αέρας στέκεται -θύρα κλειστή
Οι άνθρωποι στέκονται, γνωρίζονται
από τις πλάτες τους· τη μέρα μιλούν
καθένας μόνο τη σιωπή του ακούει.

Φαίνονται από το κιγκλίδωμα πίσω
τεμαχισμένοι.
Ένα μακρύ σίδερο, από ώμο σε ώμο πέρα ως πέρα,

Το κεφάλι τους.

 

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι
στη μέση ο δρόμος
στο δρόμο το φανάρι
απ’ το φανάρι κάτω η σκιά του
πίσω απ’ το σκοτεινό βουβό πανί.
Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα· στο δρόμο
τα λεωφορεία η Τροχαία
οι άνεργοι.

Ανάβει το φως·
ο πρωταγωνιστής σηκώνεται μες στο κουτί του
βγαίνει
ακουμπά στο φανάρι
βγάζει το καρφί σπάνει το ξύλο
ξεκολλά το κεφάλι του
τ’ ακουμπά κάτω, λύνει τα μέλη του
ένα-ένα.
Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους,
με χέρια και πόδια που κλαίνε.
Ανεβαίνει, ανεβαίνει το αίμα
το Σεράι βουλιάζει
το καλύβι πλέει.

Όμως ο θεατρώνης φτάνει.
Σβήνει το φως
κολλά τα χέρια κολλά τα πόδια
κολλά το κεφάλι καρφώνει το ξύλο
ξεθάβει το Σεράι
κατεβάζει το καλύβι
πλένει τα αίματα
ανάβει πάλι το φως

«Άρχοντες μου!…»

 

ΚΑΤΑΔΥΣΗ

Ήρθαν τα νερά
κι ο κόσμος του νερού,
τον πήραν
στους αιώνες των αιώνων.

Η άμμος του πήρε
τα μάτια,
βουβά της αχιβάδας μάρμαρα
σκεπάζουν
το κορμί του.

Το φως του ήλιου
σώθηκε, όμως εν’ άλλο φως
γεννιέται εδώ κάτω·
αόρατοι βασιλικοί καθρέφτες το συνάζουν
αμέτρητα πουλιά το μοιράζουν παντού.

Τιμωρά πελαγίσια τύμπανα
το αγγέλλουν.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Του φεγγαριού βροχή ασημένια
πάνω στους μεθυσμένους ώμους του νερού
ως πέφτεις, από το σιωπηλό της πλώρης μας δρεπάνι
θερισμένη, πιο βαθιά
κι απ’ τη θνητή ψυχή μας φτάνεις.

Στενάζοντας σε δέχεται ο βυθός κι ανοίγει
Κύμα το κύμα η άμμος σε φιλεί
Όλα τα δάση των φυκιών λυσίκομα κυλούνε
και κυλούνε αγκαλιασμένα.

Κι ο πελαγίσιος Πάνας ο ερμαφρόδιτος ο αχτινωτός
στα βουβά των κοχυλιών κατώφλια σκούζει.

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ

Πιο πάνω απ’ το φεγγάρι
πέταλα ενός άνθους
που μαδά βαθιά στον ουρανό
-κανένας δεν το βλέπει-
λείψανα απ’ τις φτερούγες ίσως
του νεκρού Αρχαγγέλου
-κανένας δεν το ξέρει—
αγέρας μας φέρνει
αγέρας μας παίρνει
είδωλα της μιας στιγμής.

Ακούστε το θρήνο απ’ την κοιλάδα
τ’ αγαπημένα ονόματα στα δόντια της τίγρης
τους κρίκους της ζωντανής αλυσίδας
που η αόρατη βαριά συντρίβει.
Τίποτε δε μας εγγίζει εμάς,
μες στο γοργό δίχτυ των ίσκιων μας
τίποτε δεν απομένει.

Όταν το φως στ’ αλύγιστα κοντάρια του
σηκώνει τον ήλιο
τα εύθυμα της μέρας πνεύματα
σκορπούν στον ουρανό
γοργά απλωμένη θάλασσα κι εμείς τ’ ακολουθούμε
στήλες γινόμαστε λευκές, άνθη
στις φτέρνες του αέρα
Άνεμος πάλι μας σκορπά.

 

ΑΙΝΙΓΜΑ

-Είναι πολύ ψηλά ή πολύ βαθιά;
Στέκεται ή περπατεί μπροστά ή πίσω πάει;
Μέσα στα ρούχα του είναι ή στον ίσκιο του μέσα
κι είναι δικός του ο ίσκιος
είν’ αληθινός -μια μαύρη ψαλιδιά που χαίνει
στ’ άσπρο και το ξεγυμνώνει;

Και τ’ άσπρο, υπάρχει τ’ άσπρο;

Βρίσκεται δω που στεκόμαστε δενόμαστε χτιζόμαστε
επιμένουμε ως το απαίσιο τέλος
συνεχιζόμαστε κι αρχίζει πάλι ο πανάρχαιος γύρος
Ή εδώ ποτέ δεν ήταν;

Αυτό που λες ή αυτό που κρύβεις είναι;
Η αόριστη κατατομή, ιερή, πίσω από τον βαθύ της Νύχτας τοίχο
που μαντεύεις η ό,τι ορατό θριαμβεύει, πάνω απ’ όλους
τους ορίζοντες ψηλά;
Ποιο το χρώμα και η φύση του
Πούθε αρχίζει ποιο το τέλος του
Είναι ψάρι πουλί ή φωτιά;

-Ηχώ των όλων, πίσω απ’ του φεγγαριού τις μάντρες
Αόρατες,

Η αλήθεια.

 

ΑΡΙΘΜΟΙ

Διάφανες υδρίες τ’ ουρανού
παραμυθούνε τη λειψή ζωή μας,
σμίγοντας μες ατό παρθένο φως
το χρόνο με τη στάχτη·
στα λίκνα των στοιχείων τ’ άλυπα
κοιμίζοντας, για λίγο, τις βαριές
ανάποδες ψυχές μας.

Ι

Του ήλιου η νέα λάμψη φτάνει.
Όμως ακόμη το παλιό του φως, επάνω
στις ασάλευτες μορφές των νομισμάτων.
Το νέο φως να ‘ρθεί!
Απ’ άλλον ουρανό, μαζί με τους τυφλούς
αλύγιστους αγγέλους.
Να τραβηχτούν οι στέγες μας, οι τοίχοι
που μας χώρισαν να πέσουν, πάλι στους δρόμους
να βρεθούμε· στ’ αχνάρια των πηγών
να βρούμε πάλι τη φωνή μας, αρχαία
φωνή των αριθμών
όμοια με κείνη που έλαμψε
μες απ’ τη φλεγομένη βάτο.
«Να μην αγαπήσεις Πηγάδι η αγάπη
δροσίζει και πνίγει Το μίσος
πηγάδι που πνίγει
Μην επιθυμήσεις Όσα βαθιά λαχταρούμε είναι τα όνειρα
Ίσκιοι πουλιών τα όνειρα
φευγάτοι
Μην πιστέψεις Άσωτη σε ζώνει νύχτα
Ο δαυλός το φανάρι ο λαμπτήρας
τη μετατοπίζουν
Λοφοσειρές τα σώματα
ένα μες στ’ άλλο από το φως
στη σκιά περνούν
Βαθιά σαλεύει ο πηλός, του πηλού η φωνή,
το πήλινο αίμα
Τ’ άνθη είναι τ’ ουρανού
κι ο ουρανός τα παίρνει».

II

Ας αρχίσουμε πάλι από τη γέννηση
απ’ τ’ άστρο και το φως του· μ’ εσένα
που ακόμη τώρα άντρας
μες στο βαθύ γυαλί του μέλλοντος
ορθός, ορθός ακόμη
ευαγγελίζεσαι τη βλάστησή του.

III

Ιδού αγαπητός των ευθειών
των ουρανογραμμένων.
Χαλινάρι των κυμάτων ποτάμιο στέρνο
εξώστης της καρδιάς,
ασίγητης,
από την άβατη τάξη των αστέρων
ο Μοναχός ο Νέος φάνηκε.
Το χιόνι κοίμισε τον κόσμο έλιωσε τα φώτα
μόνη σώζεται η φωνή Του
σώτειρα.
Απ’ τον καιρό μας ως το δικό του που αγγέλλεται καιρό,
η τρομερή ανταύγεια του μέλλοντος
πυκνό φως των μετάλλων που αισθάνονται
-η μουσική της πέτρας κάθετη απογυμνώνει
τον ουρανό-
Διδαχή του αιθέρα στα ορθογώνια δάση

Αθανασία των στοιχείων
η κωφάλαλη.

VI

Ύλη από γιασεμί και χαλκό κοιμωμένη
σε περιοχές X
Βιομηχανικό πεδίο του άλλου αιώνα
όπου θα γεννηθώ και θα πεθάνω άνθρωπος·
Με λόγια που δε δύνονται να σε φανταστούν,
με εικόνες και πράγματα απ’ το καλύβι
αυτού του αιώνα, σε υποθέτω
Και με το φως της χαραμάδας,
οπού τρέμει η ίρις του χαμού και πρήζεται
το φάσμα του καιρού
αναποδογυρισμένο
Σε πλάθω Ήλιε.

VII

Γυμνό το πρίσμα του ατσαλιού ανατέλλει
Ανώδυνη Αφροδίτη,
μες απ το βόμβο που εκατομμύρια σκέψεις κάνουν.
Δίπλα στην τρομερή την κόψη του φωτός
με σιδερένια πέδιλα διαβαίνει ο νέος χρόνος.
Σταθερός αλλ’ απαλός, ακίνδυνος ο χρόνος,
γυρνώντας και γυρνώντας στων αριθμών τις σέρες
τις κλειστές.
Ανάμεσα στο φως και στην πηγή του
υπάρχουμε πρώτη φορά.

Ερημιά! Όμως αγνή φίλη
του φωτός ερημιά που το σκοτάδι λεηλατεί.
Ερημιά της δικαιοσύνης. Γαλήνη.
(Μισός στο σκοτάδι μισός στη σκιά,
διαβαίνει δ πρίγκιπας της σήψης
σέρνοντας το μακρύ πτώμα της παλιάς μουσικής,
αθροίζοντας στα φονικά του μάτια τ’ άνθη.
—’Αγέρωχη ευωδιά του χρόνου
στα υψηλά δώματα μείνε.

Μακριά απ’ αυτόν).

IX

Τα φωτεινά μας είδωλα είν’ οι άγγελοι
που τα ποντίσαμε στον ουρανό
απ’ τα ανοιχτά παράθυρά μας·
και τώρα ακούεται ο βόμβος τους
στ’ αστέρια γύρω
-η άλλη ποθητή ζωή μας.

Ουρανός υπάρχει γιατί υπάρχει γη
κι άνθρωποι τη στολίζουν.

X

’Άπειρο πεδίο του χιονιού και του ασβέστη
όπου τ’ άνθη σιωπηλά κι αιώνια θάλλουν,
όραμα των έμπιστων αριθμών
-πάνω στ’ αμάξια τους παιδιά ταξιδεύουν
μοναξιά των στοιχείων,
αίσθηση πρώτη όταν το νερό και το χώμα
πρωτοξυπνούσε εν ζωή,
της αγνότητας ιδέα στον ουρανό θαμμένη.

Σας εγγίζω πάλι καθώς χαράζω πρώτος
πάνω στο χιόνι των γενεών.

XI

Σαν το νερό στο χώρο και στο χρόνο· ίδιο
στη πηγή και στην κοίτη σε θάλασσα και σ’ ουρανό
σαν το νερό ας πάει κι η ψυχή μας
να γίνει άγριος ποταμός, λιμνίσια φίλη.

Σαν το νερό στην άμμο να σβηστεί.

 

ΕΚΑΤΟΝΗΣΟΣ
(1966-1968)

 

ΓΙΑ ΛΙΓΟ

Η θάλασσα, η θάλασσα κι η θάλασσα.
Τ’ ανώνυμο χαλίκι, απλουστεμένο απ’ τον καιρό,
πλάι σ’ αμέτρητα όμοια πλάσματα του νερού και της πέτρας.
Άχνη τ’ αλατιού στις τεφροδόχες κρύπτες των βράχων,
η εργάτρια πανίδα, γύρω-γύρω στο κρυφό περιγιάλι.
Ο μη αναθρώσκοντας, μη καπνός.
Η νεόφυτη σελήνη, στη μέση του όρμου που μισοϋπάρχει.
Το νερό ζυγώνει ήσυχα,
μπορεί να σε πάρει·
τα μαγνητικά, τα φωσφορούχα χείλη της αγάπης…

Ωστόσο κάθε πρωί το γυαλί σταματά στον πνιγμένο,
στην άγκυρα, στο λιωμένο σκοινί.
Σκίζεται ο πόντος,
σηκώνονται οι θρήνοι που δε φτάξαν πουθενά,
σταματημένοι για πάντα,
στους άσπρους τοίχους του μεσημεριού.

Αυτά είν’ ο πυρήνας -ο χαμένος καθώς λέτε.
Δε θα με βρείτε ποτέ έτσι.
Τώρα η μουσική, το φεγγάρι απ’ την ταράτσα,
η τεχνητή αναπαραγωγή της νύχτας,
η πόλη, ο σωστός δρόμος, το σπίτι, τα λόγια
που πολλαπλασιάζουν τα λόγια.
Τώρα είμαστε πάλι εμείς. Προσαρμοσμένοι, αλληγορικοί,
μιλούμε πολλές γλώσσες,
συγκατανεύουμε να κρύψουμε το φόνο.

Εδώ, σας περιμένω αλλιώτικα,
μαζί με τον κ. Προύθ, την κ. Πούθ
και την κόρη τους Ούθ.

 

Η ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΗ

Περιμένοντας το μεγάλο νερό,
άδειο γαλανό κεφάλι
και το φεγγάρι μελανιασμένο
στις αλυσίδες
και το καράβι στο κοιμητήρι.

Πίσω απ’ το μαύρο τοίχο
που στέκεσαι και κοιτάζεις,
τίποτα πια δεν περνάει.

Μαρμαρωμένη βουλιάζεις άλλου

 

ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΔΥΟ

Εσύ χάνεσαι όλη μέρα, στο βόμβο που έχουνε χιλιάδες κινητήρες
στα κυκλικά παραπετάσματα της σκόνης.
Βουλιάζεις πίσω από σειρές μεγάλα σπίτια,
στοές, μεγάλοι δρόμοι που σ’ απορροφούν.
«Σταθμός-Χαριλάου» η γραμμή που παίρνεις,
για τη φανταστική δουλειά και το φανταστικό σου σπίτι
απεγνωσμένα.

Το σωστό πρόγραμμα απ’ έξω, μια προσωπίδα για τους άλλους
Για σένα πιο βαθιά, η σφαγή.

Το άσπρο νερό ξαφνικά πορφυρό.
Η παγώνια φυτρωμένη στα σπλάχνα,
μαύρα μεγάλα χάσματα στο δρόμο, χαμένα όλα τα σημάδια
κι από ψηλά, ο μακρινός βόμβος της καταστροφής.
Σιγή τυλίγει στο γυαλί, το κάθε τι που βλέπεις,
χέρια και πόδια και πρόσωπα απομένουν στον αέρα,
σαν την εικόνα στην οθόνη, τη στιγμή που κόβεται η ταινία.

Στο νου πυκνή βροχή σε λιώνει.

 

ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ

Εσύ ήσουν η αγάπη .Ίριδα ανοιχτή, απ’ το πορτοκαλί
ως το χρυσό κι ως τ’ άσπρο που τυφλώνει,
δρασκελώντας κρεμαστά νερά και κρυφά στερεώματα,
έρημη μεγάλη νύχτα πάνδημο μεσημέρι.

Μαλλιά -ποτάμια που με πνίγατε
η γη κι ο πυρωμένος σπόρος της βαθιά,
ο ουρανός κι η αφανέρωτη όψη του,
μισό κι ολόκληρο του φεγγαριού,
φέξη και χάση του κόσμου.
Η προσευχή κι εικόνισμα για προσευχή,
ασήμαντα χαμένα λόγια την ώρα της καταστροφής,
τρίξιμο της θύρας για ζωή και για θάνατο.
Ναι ή όχι: κι υπάρχεις, δεν υπάρχεις.

Εσύ που ήσουν η αγάπη, πες μου τώρα πως σταματούνε
το μυαλό, πως το σκοτώνουν.

Ω μονοκύτταρο απολιθωμένο στο νεκρό σημείο,
κλειστό στο ναρκωμένο τείχος·
και τ’ αυλάκι για το αίμα κομμένο·
κι η φωνή, αγέρας που ζει και φέρνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο
φευγάτη· , ,
κι ο χτύπος της καρδιάς, ένας ρυθμός στ’ ανώνυμο ρολόγι
και το κορμί απονευρωμένο κι η σάρκα στο έλεος της βροχής.
Ένα μάτι, γι’ αυτό που λένε φως· τ’ άλλο για το σκοτάδι.
Ο ήλιος, πυρωμένο τρελό πορτοκαλί
κι η νύχτα, μαύρη κυκλοδίωκτη αμμουδιά όπου βουλιάζεις
Η θρέψη, η πέψη, ο ύπνος

Οι άλλοι: τα διπλανά μονοκύτταρα, στη σειρά

 

«…ΕΛΕΕΙΝΟΝ ΘΕΑΤΡΟ…»
(α’ 1961-63, β’ 1974-76)

α’

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Είμαστε φίλοι κάποτε, όμως -διστάζω να στο πω-
κάτω από διαφορετικές συνθήκες άλλης εποχής
και προπαντός πιο νέοι, Βασιλάκη.

Δε σού ’κοψα την καλημέρα βέβαια, σε χαιρετώ
όταν αναποφεύκτως συναντιόμαστε στο δρόμο.
Σου δίνω τσιγάρο, συμβουλές και δανεικά -όταν μπορώ-
εν ονόματι τόσων και τόσων που ακόμα μας δένουν,
όμως ανεπίστρεπτα παρελθόντων.

Και τα σύκα-σύκα για να πούμε -όσο είναι δυνατό ή πρέπει ακόμα
τα λέμε- είσαι κουραστικός, λιγάκι απηρχαιωμένος,
επιμένοντας, μόνος, στο ’41 ή στο ’47 η στα καινούρια που μας βρήκαν,
ταράζοντας με ψευτοφανατισμούς -ξεπερασμένους-
την κατά τ’ άλλα ευχάριστη συζήτησή μας.

Ξυπνώντας -ανυπόφορα- τα φαντάσματα
μιας -δήθεν- προδομένης νιότης.

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Η λέξη Ελευθερία είναι σχετική, Ελλάς
επίσης σχετική -αυτό το παραδέχονται όλοι.
Κόβοντας κάτι από τη μια, προσθέτοντας στην άλλη κάτι,
τουλάχιστον φαινόμαστε -κι εν μέρει είμαστε-
και φιλελεύθεροι και εθνικοί συνάμα.

Αν κάποιοι βλάπτονται απ’ τα μέτρα μας, οι άλλοι ωφελούνται
κι αν μερικοί μεμψιμοιρούν, στραβοκοιτούν η έστω κάνουν που αντιδρούνε
αυτό το επιτρέπουμε, το ενθαρρύνουμε αυτό -με μέτρο.

Εμείς, στενά δεν ερμηνεύουμε τ’ άγια των άγιων!

Άμα το παρακάνουν όμως κι αρχίσουν τις φωνές
τα «κλέφτες» «τύραννοι» τα «κάτω» κι άλλα που τα συνηθίζουν
και βγουν στους δρόμους συν γυναιξί και τέκνοις
και τα λένε στ’ ανοιχτά και πια δεν παίρνουν από λόγια κι απ’ αστεία,
ορμούν οι γυμνασμένοι νόμοι σα σκυλιά και τους κατασπαράζουν,
γονατιστοί στις πλάκες έλεος ζητούν, ομολογούν οι άθλιοι το λάθος
το διαλαλούνε στις πλατείες.

-Όχι, θα παίξουμε εν ου παικτοίς!

 

ΑΣ ΥΠΟΧΩΡΟΥΣΑΝ ΛΙΓΟ

Τι θέλουν τώρα αυτοί και μας θυμώνουν;
Τι κουταμάρες λένε πάλι για δήθεν υπόπτους συνδυασμούς
γι’ ανόμως κερδισμένα;
Είναι ζηλιάρηδες, ανάγωγοι, ξυπόλητοι πάππου προς πάππον,
πεινασμένοι -και δικαίως τέτοιοι που ’ναι-
δεν ξέρουν τι θα πει ζωή
-την πήρανε στα εύκολα ψωμοζητώντας-
και τώρα κάνουν τους ενάρετους,
παίζουν τους Ροβεσπιέρους!

Στο κάτω-κάτω, ας ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι,
ας άρπαζαν τις ευκαιρίες, ας σπρώχναν κι ας πατούσαν στην ανάγκη
αφού κανείς δεν τ’ απαγόρεψε αυτά
-όλοι με κάτι τέτοια ζούμε και περνούμε.

Τούς έξυπνους μας κάνουν τώρα;

 

ΕΠΙΤΥΧΟΝΤΕΣ

Άγομεν ήλικίαν ώριμον
Ορθώς φρονούμε
Ορθώς καθήμεθα -και ασφαλώς-
Δικαίως κεραυνοβολούμε τους παρίες
Σεβάσμιοι -και τρομεροί αν χρειαστεί- τοις πάσι.

Εμείς, δεν είμαστε άνθρωποι τυχαίοι.
Εδώ να φτάσουμε, ν’ αρπαχτούμε απ’ εδώ
να κρεμαστούμε ασθμαίνοντας, να επιπλεύσουμε όπως-όπως,
τι δεν απεμπολήσαμε,
θέλοντας μη θέλοντας τι δεν επράξαμε, οι καημένοι.

Ενάρετα γηράσκοντες, άξια διοικούντες τώρα
και -φυσικά- γενναία μισθοδοτούμενοι,
απ’ τον Ταμία-‘Ήλιο.

 

ΝΑΙ

Θεός να μας φυλάει -και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας-
Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,
πολλά δε γυρεύουμε -το φαγί μας, το σπιτάκι μας,
και κάτι στην άκρη για την κακιά την ώρα.
Σα μας χτυπούν την πόρτα, δεν ρωτάμε «δίκαιος η άνομος»
δίνουμε σ’ όλους αυτό που μπορούμε.
Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια στους όμοιους μας.
Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

-Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

Λέμε πάντα ναι -και στη φωτιά και στο νερό
στο μυλωνά και στον ξωμάχο.
Ναι στον άγιο, ναι στον διάβολο.
Ναι, κι όταν ναι δεν υπάρχει:
Είν’ η φωτιά που πέφτει πια
και μας εξολοθρεύει.

 

β’

ΙΣΤΟΡΙΑ (1941 – )

Εχθροί -έτσι τους λέγαν άλλοι- πατήσανε τη χώρα
Λυπήθηκα πολύ. Όμως δεν τα ’βαψα και μαύρα.

Πρώτες αβέβαιες μέρες, το μαγαζί κλειστό
Μετά, όλα καθώς πριν κανονικά.
Αγόραζα-πουλούσα με λεφτά
και βέβαια το κέρδος-ΚΕΡΔΟΣ.

Το «Ελευθερία η θάνατος» -τι δίλημμα γελοίο!-
ουδόλως μ’ αφορούσε.
«Καίνε, σκοτώνουν, ξεριζώνουν», φωνάζανε τις νύχτες με χωνιά
Πρωί, το μαγαζί απείραχτο. Ψεύδη λοιπόν
ασύστολα κι αυτά.
Όμως κι αλήθεια αν ήταν -που δεν ήταν-
θα γίνανε αλλού και σ’ άλλους -που τ’ άξιζαν.

Έτσι ο καιρός ευχάριστά -σχεδόν- περνούσε.
«Σχεδόν»… Θα το παρέλειπα κι αυτό.
Αλλ’ όσο να πεις, υπήρξε κι ενοχλούσε κι απειλούσε
κείνο το μυστήριο συνοθύλευμα, το κινδυνώδες κι αλητήριο
εαμελασεπόν…
Τελικά, δε λέω, βγήκε κι αυτό απ’ τη μέση
-Ελλάς και Συμμαχία το γκρέμισαν εκ βάθρων-
Μα παρατρίχα να μας χέσει.

Τα ίδια, φυσικά, κι εν συνεχεία

 

«ΕΠΙΠΛΕΩ»

Όχι πώς έπαθα ναυάγιο, κινδύνεψα να χαθώ
κι ανάγκη πάσα να κρατηθώ στον αφρό.
Μην πάει ο νους σας σε θαλάσσιες τραγωδίες
αύτανδρα βυθισμένα φορτηγά
επιβάτες και πληρώματα χαμένα.
Τα φοβούμαι αυτά και τ’ απωθώ.

Αν και φυγείν αδύνατον το πεπρωμένο
δεν το προκαλώ ποτέ.
Μετακινούμαι βέβαια, αλλά μονάχα για δουλειές.
Και το πλοίο τ’ αποκλείω.

«’Επιπλέω» λοιπόν ίσον τα βολεύω πάντα
-μες στις ελληνικές αντίξοες, τόσο ρευστές, συνθήκες-
με την ψυχή στα δόντια -ή μάλλον τα δόντια στην ψυχή.

Με κάποια ασύλληπτη, για βάρβαρους, αλληγορία.

 

ΜΕ ΤΟΛΜΗ ΟΛΙΓΗ…

Ήμουν κι εγώ ενάρετος.
Χρόνια και χρόνια
στην έρημο του καλού κ’ αγαθού.
Βιδωμένος στο κενό.
Κατεψυγμένος.

Όμως θα ξέρεις από βιολογία
για το αίμα μας που δεν αλλάζει
την αυτοσυντήρηση, την αναπαραγωγή, το κατούρημα
τα θηλυκά, τις κενώσεις
-γι’ αυτά τ’ ανθρώπινα απ’ τα πιο ανθρώπινα.

Άρχισε και το εποικοδόμημα να με πιέζει.
Μια θέση κι εγώ, δίπλα σε τόσους άλλους
ν’ αποφύγω τα χτυπήματα -πέφταν βροχή στον καιρό μου-
να επιβιώσω, με τα εν χρήσει μέσα να επιπλεύσω.
Πατώντας εν τέλει αυτά που όλοι πατούν
λέγοντας τα ίδια αναπόφευκτα ψέματα
κρύβοντας τις ίδιες, πάγκοινες αλήθειες.

Με τόλμη ολίγη.
Και -κατ’ ανάγκη- λιγότερη αρετή.

 

ΓΕΝΕΣΗ 2

Σώσον -πάλι- Κύριε το λαό σου
Άνοιξέ του τα μάτια
Κάνε τη μέρα-μέρα
Νύχτα τη νύχτα
Στάσου στη μέση, κράτησέ τες -σαν πρώτα –
Χωριστά.

Πού το φως
Πού το σκοτάδι
Να ξέρουμε.

-Εμείς, οι πιστοί σου τελοσπάντων!

 

«ΠΕΡΝΩ»

«Δεν θα περάσουν!…».
Κι όμως
οι φασίστες
πέρασαν.

Όμως αργά, με τον καιρό, τα παιδιά ξανάρχισαν
«No passeran, no passeran… ».
Τα βουβαμένα τύμπανα ξυπνούσαν στον αέρα.
Άναβαν πάλι στις στοές
μια-μια οι θρυμματισμένες λάμπες.
Τα φυτίλια ένα-ένα.

Κι οι πορθητές, με τον καιρό
σαπίσαν
και ταφήκαν
στη Μαδρίτη.

«Περνώ» λοιπόν Senor καθίκι
δε σημαίνει μετακίνηση στο χώρο.

 

ΣΧΙΣΤΟΛΙΘΙΚΑ
(1974-1979)

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

οδός Εγνατία

Ι

Χρόνια περιμένεις εδώ· στο ίδιο σημείο.

Βραχιόλια σκουλαρίκια χρωματιστά μαντίλια κι ο μάγος ακονιστής.
Πουλιά και φίδια επίχρυσα, μικροπράγματα για τη χαρά
και την ανάγκη μιας στιγμής -είν’ η στιγμή που κάνει
και ξεκάνει τη ζωή σου- θα λάμψουν νύχτα στο τσίτι της φτωχής.
Σαββάτο βράδυ στα παραπήγματα, πλάι στη θάλασσα, πλάθει μιαν άλλη ζωή.
Δεν θα ’ναι ποτέ η δική της.
«Πυρακτωμένα φώτα στη σειρά και σε τυφλώνουν, μικρή Ελένη.
Κάθεσαι και παίζεις και δε βλέπεις τ’ άσπρο δρεπάνι ψηλά
-βγήκε και σε γυρεύει κρυμμένο στο νέο φεγγάρι.
Μήτε προσέχεις το τεφρό μάτι του ιδιοκτήτη στη γωνιά.
Πάνω στη λαμαρίνα η περιστροφική ίρις παίρνει
και ξαναφέρνει απείραχτο -νομίζεις- το κεφάλι του νέου τραγουδιστή»

Εδώ ο βίος του Αγίου Γεωργίου, το δίκαιο κοντάρι το κακό θηρίο.
Ο Μυροβλύτης, χλωρός ακόμη στο ψηφί.
Ο γαλάζιος σταυρός, παυσίπονα, αναισθητικά κενά της τελευταίας σελήνης.
Κι ο γιατρός στ’ άσπρα κι οι ωοθήκες της στον κουβά.
Χρόνια περιμένεις εδώ.
Είν’ ο μεγάλος πολυχρονεμένος δρόμος που περνούν τους πεθαμένους
Μαβιές κορδέλες και λουλούδια, ονόματα κι αποχαιρετισμοί στα χρυσά
στριμμένες πομπές -θα κατεβείς κι εσύ, θα πάρεις μέρος.
IV

Εδώ σιγά σιγά συνάχτηκε η ζωή σου.

Δύσκολο να μιλήσεις, αν δεν κατέβεις τη σκάλα του καιρού.
Μες στον αχνό να ξεχωρίσεις την παιδική μορφή στον καθρέφτη
ν’ αντέξεις αγγίζοντας τον ζωντανό δίσκο
ρόδινα μπαμπακερά χέρια. Να ψηλαφίσεις τ’ αχνάρι των χειλιών
να φανταστείς τη δική σου φωνή, τα πρώτα λόγια στον ουρανίσκο.
Πίσω πάλι στις ροδοδάφνες όπου χάθηκες παιδί.
Στον κόρφο της μητέρας που τη χωνεύει το χώμα.
Στο καλό και στην πηγή του καλού.
Να σταθείς στην καγκελόπορτα που έφραζε τον κήπο,
στον κήπο που έκρυβε το σπίτι. Ανάμεσα στ’ αρώματα
και στη χρυσή σκόνη και στα πέπλα που σου ξεφεύγουν.

 

τα νησιά oι πατρίδες

I

Γύρω γύρω θάλασσα και στη μέση πέτρες πονετικές.
Σπίτια-φυτά κι ανοιγοκλείναν
άνθρωποι από πηλό, έργα του χεριού και της αγάπης.

Αίμα χρυσό του ήλιου τρέφει κι ωριμάζει τους καρπούς
το φεγγάρι προφταίνει ξαφνικά του κοριτσιού το χέρι
-γα μέλαινα- τη στιγμή π’ αγκαλιάζει.
Μυστήρια του ανθρώπου φανερωμένα μια στιγμή στου γιασεμιού τη λάμψη.

Απ’ τον ανθό της πασχαλιάς ως το έρεβος, η εργάτρια κλωστή της μέλισσας
ενώνει τον καιρό.

 

οι σύντροφοι

Ι

Όπου και να κοιτάξουμε ραγίζ’ η εικόνα και πηδά το αίμα των συντρόφων.

Στον λίγο ίσκιο που το μεσημέρι αφήνει γύρω απ’ τις ρίζες των σπιτιών
δώθε απ’ το καμένο χώμα και τα πελυκοφόρα αμάξια που περνούσαν,
καθώς τρυπάνια σύρματα και κινητήρες αλλάζανε την πόλη,
ήρθαν κρυφά και στάθηκαν η Φλώρινα η Πρέσπα η Κοζάνη κι η Κατερίνη,
χωριά σβησμένα, γλώσσες πλουμιστές μια φορά σαν τα φτερά του παγωνιού.
Ήρθαν η χλωρή γκορτσιά, η λεύκα το κορίτσι, ο πρίνος και το κατσίκι
ο χρυσός καπνός και δίπλα
με λερή χλαίνη η Μίρκα η χλόη ξεσκισμένη,
ήσυχα γλιστρώντας στο θολό ρείθρο.
—Ξέρεις, εμείς πήγαμε πιο μακριά. Το δύσκολο είν’ η απόφαση.
Το δυο και δυο τέσσερα. Ύστερα, όλα τραβούν μοναχά τους.
Κι αυτός εκεί ανάμεσα σας, ένας ήσυχος άνθρωπος με την εφημερίδα
και τα λαχανικά, ίσως αυτός, ένας Γιάννης που σας συνήθισε και τον συνηθίσατε,
βαστούσε το μαχαίρι που με μοίρασε.

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Φίλε, πως βρέθηκες εδώ, πως στριμώχτηκες
πως σβήνεις.

Με τον καιρό, γίναν πολλά στον τόπο και σ’ εσένα.
Μπορεί να μη θυμάσαι πια, ίσως να μη λογάριασες τι πλήρωνες
περνώντας τις στενές πύλες. Από χαντάκι σε χαντάκι
λιγόστευες ολοένα, κηλίδες κλέβαν την εικόνα
μέναν σημάδια στη φωνή, νεκρά κενά στο νου.
Με κάθε χιόνι, πέθαινε κι ένα κλαδί στο δέντρο.
Ήλιος και θάλασσα παίρναν πιο πολλά απ’ όσα δίναν.

Τώρα τις νύχτες προσπαθείς να ξεφύγεις.
Παίζεις στα χέρια σου άχρηστα κλειδιά
χαλίκια κι όστρακα από νησιά καταποντισμένα.
Μυρίζοντας φύκια, ελεείς την ψυχή σου που λείπει.

Άφησε πια τη θάλασσα .Έχει τελειώσει.
Και το ποτάμι άλλαξε κοίτη. Κι ο κρότος π’ ακούς κάθε βράδυ
είν’ η ξερή λάσπη που σπάνει. Στην παλιά όχθη
στρέμματα καλαμιές χωρίς φωνή νερού
λίγα δέντρα και πεθαίνουν
γλώσσες της άμμου στεγνωμένες.

Τώρα τα καλοκαίρια καίγονται μακριά.
Το παράθυρο βλέπει στον αντικρινό τοίχο και πρέπει να συνηθίσεις
Πηγαίνοντας απ’ αυτό το τετράγωνο στ’ άλλο τετράγωνο
ό,τι απόμεινε απ’ τη ζωή σου.

 

ΒΡΕΧΕΙ

Il pleut de vois de femmes…
G. APOLLINAIRE

Βρέχει απ’ το πρωί.
Βρέχει στ’ αυτοκίνητα, στα πλαστικά υπόστεγα των δρόμων.
Στο δράκο καπνοσυλλέκτη ψηλά στην ταράτσα
στο λεπρό δάσος με τις αντένες.

Βρέχει και δε βλέπεις τη βροχή
στο γραφείο 405 από βροχή δεν ξέρεις.
Βρέχει έξω από τις αίθουσες των μυστικών συσκέψεων
τους κύλινδρους των στεγνοκαθαριστηρίων έξω.
Βρέχει και δε βρέχεσαι, αδύνατο να βραχείς
να ‘ρθεις να περπατήσεις κάτω απ’ τη βροχή μαζί μου.

Βρέχει στον τελευταίο σταθμό της βενζίνης, στο χαλασμένο
λάστιχο του φορτηγού
στο νεκροταφείο της ακτής, στην κρεμασμένη θάλασσα
στους πεθαμένους ουρανούς των διυλιστηρίων
στις τρομερές σημαίες των διεθνών εταιρειών.
Βρέχει στους σκουπιδότοπους.
Στ’ ασθενοφόρο που σε παίρνει.

Βρέχει συνέχεια.
Μήτε φωνές γυναικών

Μήτε τίποτα.

 

Τ’ ΑΔΕΣΠΟΤΑ


ΦΕΓΓΑΡΙ- ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

I

Στον ουρανό βγήκε το τελευταίο φεγγάρι.
Πήδα μέσα τώρα.
Τώρα που περνάει απ’ το μπαλκόνι.

II

Το φεγγαράκι έπαιξε κι έχασε όλο τ’ ασήμι του
στην πισίνα. Για μια γυμνή ψευτο-Ελένη.
Έναν Ποσειδώνα εκσκαφέα.

Τώρα πείνα και κλαίει μετανιωμένο.
Πλανιέται άδειο στον ουρανό.
—Μικρό κουτό φεγγάρι.
Σε φτιάξαμε ασημένιες καρδούλες
καρφίτσες, φουρκέτες, παραμάνες.

‘Οτιδήποτε.

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν είμ’ εδώ που ψάχνεις.

Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

 

ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ

Φώναζε.
Και φωνή δεν έβγαινε.
Στη θέση της φωνής έβγαιν’ αχνός
ονόματα ουσιαστικά και ρήματα στραγγαλισμένα
αφές πραγμάτων άδηλες, νοήματα διαλυμένα
μάζες κουφές χιλιάδες πεθαμένες πεταλούδες.

Τραγούδι ανάποδο, τετέλεσται, στους γάντζους των σφαγείων.

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 2004

Σπάνοντας το τεχνητό μονοκύτταρο
αναβλύζεις μέσ’ από λόχμες πλαστικές.
Θάλλεις σ’ ανύπαρχτα χώματα
σ’ αλγεβρικά πεδία.

Τις νύχτες χύνεις στα μάτια σου αλουμίνιο
λάμπεις στις πίστες φθοριούχα.
Δεν ξέρεις τι θα πει γιασεμί.
Κάνεις το σημείο του έρωτα
κι εκσπερματώνεις σταθερά ορυκτέλαιο

 

ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Η ΟΜΟΡΦΗ ΑΝΔΡΙΑΝA

Απαλά κρατώντας το λαγούτο
ανάμεσα στα ολάνοιχτα παγώνια που τη μισοκρύβουν
και στ’ άφαντα σταματημένα αηδόνια
παίζει και τραγουδά η όμορφη Ανδριάνα.

Ακούστε φίλοι το παλιό τραγούδι που ανεβαίνει
με τα λησμονημένα έργα της αγάπης·
χρυσή κλωστή που κλώθεται και δένει τις ψυχές μας.

«Στου Κομνηνού το αρχοντικό στην Πόλη
καφτό μεσημέρι του Αυγούστου
φύλακες και σκυλιά ο ύπνος τα είχε πάρει.
Τ’ αδράχτι σταμάτησε στης βάγιας
που νύσταξε το χέρι.

Μ’ όλο που ο πόλεμος επήρε τέλος
κι οι Φράγκοι μιναδόροι άνεργοι σκόρπισαν
ξέμεινε εδώ ο Καλαβρέζος Μπρούνο.
Για της μικρής Θεανώς τη χάρη
τώρα κρυφό λαγούμι σκάβει
χώματα πέτρες ξεκολλά.

Κι όταν η γη κάτω απ’ τις φτέρνες της φυραίνει
ολόγυμνη πέφτει στις πυρωμένες πλάκες.
Κι από κάτω ο κασμάς τη συνταράζει».

Πέτρα, 1978 

 

ΕΝ ΙΣΗ ΜΟΙΡΑ

Γιατί να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα;
Τασσόμενος με τους μεν, εναντίον των δε
φωνάζοντας στα γήπεδα υπέρ η κατά
υπεραμυνόμενος των X
καυτηριάζοντας τους Ψ;

Κι αν γυρίσει, όπως λένε, ο τροχός
κι έρθουν τα πάνω κάτω -η αντιστρόφως,
τότε ‘γώ με ποιους θα πάω κι εναντίον ποιων;

Στου ασταθούς μου βίου τον φαύλο κύκλο
κάπου στη μέση στέκομαι, προσεχτικά.
Εν ίση μοίρα μ’ όλους.
(Κανείς δε θα με πει εχθρό.
Δε θα μ’ αναγνωρίσει φίλο)

Σεπτέμβριος 1980

 

ΚΙΒΩΤΙΟ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ

Μα τι φωνάζεις; Πού τα βρήκες επιτέλους
το «ψέμα» την «απάτη», πού τα είδες;

Είπαμε:
Κάνε μια αίτηση και βλέπουμε.
Πέρνα την τάδε του μηνός -να δούμε.
Ξαναπέρνα -και θα ξαναδούμε.
(Και τανάπαλιν -αλλά σπανίως).

Τίποτα φοβερό, όπως βλέπεις
-συνήθης διαδικασία
απλώς ζητήματα ρουτίνας.

Βέβαια, μπορεί να σε κουράζουν -κάπως- όλ’ αυτά.
Να σ’ εξοργίζουν κιόλας -πότε-πότε.
Όμως κι εκείνα τα «Εστέ σύντομοι» στους τοίχους
«Ώραι διά το κοινόν 11π.μ. – 11π.μ.»
και συναφή λοιπά, εκνευριστικά.
Όλα ενοχλούν -ναι, συμφωνούμε.
Μα δεν είναι χριστιανέ μου και για θάνατο
-ούτε κομμένα μέλη ούτε αίμα πουθενά.
Κι οπωσδήποτε, δεν γίνονται από πρόθεση:
Αναπόφευκτα κενά μιας τεράστιας μηχανής
που νυχθημερόν μοχθεί για σένα -η έστω και για σένα.

(Μοχθηρό επίμονο ανθρωπάκι
σκουλήκι που σηκώνεις και κεφάλι τώρα,
συνταγματικό κιβώτιο παραπόνων
που δε θα φτάσουν -να’ σαι βέβαιο- πουθενά).

23/3/1981

 

ΦΕΥΓΕΙΣ

Φεύγεις, γλυκό πουλί της νιότης
μ’ άκου τι σου λέει κι ο γεροστρατιώτης.

Κι αν βιδωθείς βαθιά μες στον αιθέρα
κορμάκι πούπουλα κι αν σβήσουν στο υπερπέρα
χωρίς εσένα μόνος με το νεκρό στρατό μου
θα συνεχίσω όρθιος με τον υπόλοιπο εαυτό μου.

5/9/1989

 

ΑΠΟΡΙΕΣ

Καθώς περιπατούσε στην ακτή
σκεφτότανε, θαρρείτε, τι;

Τον Ιωνά που σώθηκε απ’ το κήτος
ή γυμνές στα ξώφυλλα σειρήνες μήπως;

Σόδομα και Γόμορρα θαλασσινά
ή ασήμαντα συμβάντα περσινά;

Την Κλειώ τη θηριώδη, τη βαθύκολπη Νεφέλη
ή τη χθεσινή ρετσίνα απ’ το βαρέλι;

Το ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ
η το βιβλιάριο του ΙΚΑ;

Του Καβάφη έπεα βαριά
η τα πτερόεντα του Παλαμά;

Τον αγρίως καλπάζοντα τιμάριθμο
η τον μυστήριο αστρικό λογάριθμο;

Τ’ ανεξιχνίαστο μυαλό του ανθρώπου
η τα ίδια και τα ίδια κι έπιτόπου;

6/2/1990

 

Η ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Ρίξτε πρώτα τον ασβέστη
υστέρα χώμα, πέτρες
πάλι χώμα.
Να πακτωθεί ο νεκρός
να διαλυθεί
να εξατμιστεί.
Και στον αρχαίο δρόμο προς τον άχρηστο βωμό
υψώστε σταυρούς της ωλένης
να τρομοκρατούν το μέλλον.
(Έτσι, με τον καιρό, όλα -μα όλα
θα χαθούν, θα ξεχαστούν).

Και τώρα όλοι μαζί!
—Ζήτω η θετική πλύση των εγκεφάλων
Η παραγωγική μετάλλαξη του εχθρού
Οι βάτραχοι οι κροκόδειλοι οι μαϊμούδες.

Ο γρυλισμός του όντως όντος στους πλανήτες.

6/3/1996

 

ΑΙΣΘΗΣΗ

Kι’ απ των παιδιών τα στόματα ακόμη
σαν πεθαμένα βγαίνουν τα πρώτα λόγια.
Μια μυρωδιά παντού
αόρατης σφαγής.
—Τι έγινε Τειρεσία;
Τι πρόκειται να γίνει;

1984-4996

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Μέσα στα ρημαγμένα σπίτια
παιδάκια γύψινα χαμογελούν ακόμη στα ταβάνια.
Δρόμοι της ώχρας έξω
δρομολογούν το φεγγάρι.

Ο χρόνος τρέφεται με πεθαμένα πράγματα·
ανθρώπους πεθαμένους.

1984-1996

 

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥΣ

Σαν τους αλλοδαπούς και τους αλλόφωνους
εδώ κι εσύ θα μείνεις.

Αρθρώνοντας κωμικά μια γλώσσα
που κανείς δε μιλά·
γονατίζοντας κρυφά σε νοερά κοιμητήρια·

σώζοντας μέσα σου, έστω για λίγο ακόμη,
τις ύστατες εικόνες απ’ τα μάτια
των σκοτωμένων σου
των κρεμασμένων σου
των σκοτωμένων σου.

1999

 

ΑΦΘΑΡΤΕΣ ΜΠΛΟΥΖΕΣ

Άφθαρτες μπλούζες κάτασπρες
καταυγάζουν διαδρόμους αγωνίας
θαλάμους ανανήψεων
άγρια χειρουργεία.

Αρμενίζουν στα ματωμένα δάπεδα
προπέμποντας στο επέκεινα
σώματα γυμνά, παραδομένα•
επιστρέφουν ανέπαφες.
Ανανεώνονται στις τουαλέτες, συνεχίζουν
ακατάπαυτα.

Άφθαρτες μπλούζες κάτασπρες.

20/10/2000

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΓΙΑ TON X.

Ενθάδε κείται άγνωστος.
Δίχως όνομα χωρίς μορφή
σημάδι καν η ίχνος πως υπήρξε.

Μπορεί ασήμαντος
μπορεί σπουδαίος, όσο ζούσε
-τώρα έτσι κι αλλιώς
ολοκληρωτικά εξουδετερωμένος.

Κενό μες στο κενό.
Χωρίς καμιά σημασία.

 

ΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κι αυτό το λίγο φως, τι χρειάζεται;
Σπάσε τα μαύρα -και τ’ άσπρα- γυαλιά σου.
Και τον αμφιβληστροειδή
σταθερά,
στρέψ’ του εντός σου.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Η παρούσα έκδοση βασίστηκε στις υπάρχουσες εκδόσεις των ποιητικών
συλλογών του Πάνου Θασίτη από το 1951 έως το 1983, στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του το 1990, καθώς και στα αδημοσίευτα ποιήματα που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του.
Σεβάστηκα απολύτως τις, σε σημεία, γλωσσικές ιδιοτυπίες του ποιητή, τη στίξη και τη στιχουργική μορφή των ποιημάτων. Οι μόνες παρεμβάσεις που επιχείρησα αφορούν στη διόρθωση εμφανών αβλεψιών και στην ενοποίηση της ορθογραφίας, σύμφωνα με τις τελευταίες επιλογές του Πάνου Θασίτη, ο όποιος από συλλογή σε συλλογή εκσυγχρόνιζε ο ίδιος την ορθογραφία του, φτάνοντας στη χρήση του μονοτονικού στα πιο πρόσφατα από τα αδημοσίευτα του ποιήματα. Ωστόσο, χάριν ομοιομορφίας μετέτρεψα και αυτά τα ποιήματα σε πολυτονικό.
Από τα αδημοσίευτα ποιήματα, άλλα χειρόγραφα και άλλα δακτυλόγραφα, επέλεξα εκείνα που έφεραν χειρόγραφη την ένδειξη «τελικό»,
καθώς και τις πλέον ολοκληρωμένες και ευκρινείς από τις διάφορες παραλλαγές που ανακάλυψα και συνέκρινα. Η σειρά της κατάταξής τους
ακολουθεί τον χρόνο συγγραφής τους, όπως αυτός αναγράφεται στο τέλος του κάθε ποιήματος. Είναι βέβαιο πως μια φιλολογική έρευνα θα είχε ασχοληθεί επαρκέστερα και διεξοδικότερα με τα ποιήματα αυτά,
κάτι που φαντάζομαι δτι θα γίνει μελλοντικά.
Ευχαριστίες οφείλω στην οικογένεια του ποιητή, την κόρη του Λήδα
Θασίτη και τον γαμπρό του Δημήτρη Αλεξάνδρου, που μου παραχώρησαν ανεπιφύλακτα την πρόσβαση στο αρχείο του, αλλά και επωμίστηκαν τον χρόνο και το κόστος παραγωγής όσων φωτοαντιγράφων μου χρειάστηκαν.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Πάνος Θασίτης. Νόηση και ποιητική ενάργεια

Γι’ αυτά τα νιάτα που κρέμονται στον ίσκιο
σαν τ’ άδεια ρούγα εκείνων πού πέθαναν
Γι’ αυτόν τον απερίγραπτο χειμώνα

Π. Θ., Δίχως Κιβωτό (1951)

‘Υπάρχει ακόμα και σήμερα μια σύγχυση στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις
αρκετών κριτικών που τυχαίνει να ασχοληθούν με τη γνωστή τριάδα
των συνομήλικων, μεταπολεμικών ποιητών της Θεσσαλονίκης: τον Μανόλη Αναγνωστάκη (γεν. 1925), τον Κλείτο Κύρου (γεν. 1921) και τον Πάνο Θασίτη (γεν. 1923). Τους αντιμετωπίζουν σαν δέσμη συγγενικών φωνών, λόγω της νεανικής συνύπαρξής τους, στο διάστημα Φεβρουάριου -’Οκτωβρίου 1944, στο φοιτητικό επονίτικο Ξεκίνημα, και σχεδόν τους ταυτίζουν λόγω του ότι ήταν σχεδόν ομόλογα παρόντες στη φαντασία των παλαιότερων αναγνωστών της λογοτεχνίας. Κοινές εμπειρίες, κοινές δοκιμασίες, επομένως ένα ομογάλακτο, πρωτοβάθμιο υλικό, από όπου υποτίθεται ότι αντλούσαν ως δημιουργοί ένα σημαντικό μέρος της θεματικής της ποίησής τους. Όμως, ήταν έτσι τα πράγματα; Συμμετείχαν κι αυτοί, και ως ποιο σημείο, στη λιτή και ασκητική μοιρασιά του ιδεολογικού πεπρωμένου που η εποχή του πρώιμου μεταπολέμου έκανε στα πιο ονειροπόλα από τα παιδιά της; Αποδέχονταν εν σώματι ότι ήταν ταγμένοι κάτω από τις σημαίες της «ποίησης της ήττας», όταν η ήττα ήταν μια έννοια, αν όχι εξαρχής αλλά πάντως πολύ σύντομα, διφορούμενη, όχι μόνο για τη γενιά τους αλλά και για τον καθένα από τους τρεις; Όλοι σήμερα γνωρίζουμε ότι ως μνημείωση ενός συλλογικού γεγονότος, η ήττα επιβλήθηκε αναδρομικά, και μάλιστα ερήμην της ίδιας της ποίησης. Ήταν ένας βολικός όρος, ανάμεσα σε τόσους άλλους, με πολλές ισοπεδωτικές γενικεύσεις και στρεβλώσεις, που υιοθετήθηκε αμέσως, ακόμα και από την επίσημη γραμμή, γιατί έκλεινε μέσα του την υποχώρηση, την αναδίπλωση και τη συντριβή, έννοιες που έμειναν
ψηλά στο εικονοστάσι της ελληνικής αριστεράς, μόνιμο ενοχικό φάσμα
της από το όποιο δεν ξέφυγε ποτέ.
     Είναι γνωστό ότι ο Θασίτης δεν μπορούσε να ξεχάσει την ανεστραμμένη, κολαστήρια εικόνα του Αιγαίου, όπως τη διέσωσε η μνήμη του από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, «Τόσοι φίλοι χαμένοι στους σχιστόλιθους / να γυρίζουν στον ύπνο μας / αθώοι μες στ’ άσπρο λινό», αλλά προτιμούσε να ορίζει το ηθικό στίγμα της ποίησης της γενιάς του όχι ως ποίηση της ήττας, αλλά ως ποίηση «του κοινωνικού πόνου», ως, δηλαδή, σημείο συμμετοχής σ’ ένα βίωμα πέρα ως πέρα συλλογικό, με τη συλλογική του αποτύπωση να ξεπερνάει την ποίηση νοούμενη ως ατομική και μοναχική πράξη δημιουργίας. Με τα χρόνια, μάλιστα, σχημάτισα την πεποίθηση ότι ένα από τα μόνιμα και ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της ποίησης του Θασίτη το συναντούμε εδώ. Είναι η επιμονή του να προσπαθεί να βλέπει πάνω και πέρα από το τείχος του ευσυγκίνητου συναισθήματος, να «βλέπει», ας πούμε, με φίλτρο το νου του: «Έρχομαι να πω για τη διάλυση των σχεδίων / Για το γκρέμισμα των βημάτων / Για την εξάτμιση του νου που λιώνει και συντρίβει το νόημα του κόσμου». Πόση διαφορά δεν υπάρχει ανάμεσα στον τόνο αυτού του τρόπου της προσωπικής κατάθεσης και του τρόπου της προσωπικής κατάθεσης στο πασίγνωστο «Μιλώ» του Αναγνωστάκη! Από την πλευρά αυτή, ας μη λησμονούμε ότι οι καλύτερες στιγμές της συζήτησης για την «ποίηση της ήττας», γύρω στο ’60, στην Επιθεώρηση Τέχνης, στην Κριτική και στις πιο ταπεινές και αφανείς Μαρτυρίες, έκλιναν περισσότερο στη δική του προοπτική, του Θασίτη. Το αρχικό πεδίο αναφοράς της συζήτησης ήταν η γενικότερη κρίση συνείδησης που προέβαλλε στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο ως θέμα και γλωσσά της ποίησης, και όχι μόνο της ποίησης που έβγαινε από τις συμμετοχικές εμπειρίες της αριστεράς. Ενώ κατέληξε σύντομα αύτη η συζήτηση να έχει την περιοριστική έννοια του πως αντικατοπτρίζεται στο συναίσθημα του ομόδοξου ποιητή η ιδεολογική και στρατηγική ήττα τού κινήματος, αλλά και η υποχώρηση των πολιτικών του οραματισμών!
     Συνέπεια όλων αυτών ήταν η γενική εντύπωση για τους τρεις τους, τον Αναγνωστάκη, τον Κύρου και τον Θασίτη -σ’ αυτούς ας προσθέσω, έστω καταχρηστικά, τον Σερραίο Γιώργο Καφταντζή (γεν. 1920), οργανωμένο κι αυτόν ως φοιτητή στην κατοχική ΕΠΟΝ και συμπράξαντα στο Ξεκίνημα-, ότι πρόκειται για όμοιες η για συγγενείς ποιητικές φωνές. Ενώ δεν συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο. ’Ακόμα και στα πρώτα τους βιβλία, που εκεί ήταν εύλογο να υπάρχουν πολλά ομόρριζα και ομόθεμα στοιχεία, με δεδομένη την πολιτική τους νεανική θητεία και τις κολαστήριες δοκιμασίες τους (ιδιαίτερα του Αναγνωστάκη και του Θασίτη), διέφερε αρκετά η ένταση και το μέταλλο της φωνής τους. Η θέση που έπαιρνε ο καθένας τους για να «αφηγηθεί» τη στάση ζωής του στα πρώτα χρόνια του μεταπολέμου. Το πως και το τι στοχαζόταν γι’ αυτά. Παρά την εμπειρική και βιωματική σύγκλιση ο λόγος του Θασίτη ξεχωρίζει από το λόγο των άλλων, ακόμα και στα ποιήματα του Δίχως κιβωτό (1951) η και στα επόμενα, τα Πράγματα (1957).
Το πιο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό της πρώιμης φωνής του, που αργότερα θα γίνει πιο διανοητική και, συνεκδοχικά, ειρωνική, για να καταλήξει στο τέλος στον σαρκασμό του Ελεεινού θεάτρου (1980), είναι η εμφανής προσπάθεια τιθάσευσης και έλεγχου της υψηλής συγκίνησης: «Ποιος ήρθε; / Δεν περιμένουμε δε θέλουμε κανέναν. /Έτοιμοι! Όχι ταξίδια». Προσπάθεια που έχει, ασφαλώς, άμεση σχέση και με το ότι η γλώσσα της ποίησης εξαρχής παρουσιάζεται πυκνότερη στα νοήματά της και αδρότερη στο ύφος της από των άλλων φίλων του, της τριάδας. Γι αυτό και εκείνη που δίνει στο ποίημα έναν όγκο, ένα βάρος στοχασμού είναι η αναζήτηση του γνωσιακού βάθους παρά της συναισθηματικής έντασης, το «Blocus Animae» όπως είναι και ο τίτλος ενός ποιήματος της συλλογής του ’57. Υπάρχει ένα αθέατο πρόσωπο, μια περσόνα που «περιγράφει» αμέτοχα, σαν να διατηρεί μιαν απόσταση ασφαλείας από την κατάσταση πανικού που υποδηλώνεται. Ένας παντεπόπτης, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της αφηγηματολογίας, που εστιάζει περισσότερό την προσοχή του στην ανάδειξη του πραγματολογικού υλικού της εικόνας, στην «ψύχραιμη» καταγραφή των δεδομένων, και όχι τόσο στη συναισθηματική κατάσταση που δημιουργούν στον ψυχικό κόσμο του.
     Έτσι, τα σύμβολα που χρησιμοποιεί ο Θασίτης γίνονται πιο «συγκεκριμένα», πιο βατά, πιο προσπελάσιμα και κατανοητά, μια και ο παντεπόπτης-ποιητής νοιάζεται για την επικοινωνία μέσω νοημάτων. Δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει η υποκίνηση της συγκίνησης, της συναισθηματικής διάθεσης του άλλου, το να τον κερδίσει στα «εύκολα» σημεία του. ’Ιδίως στα Πράγματα, μπορεί η αίσθηση της μοναξιάς να είναι καταλυτική, αφού ο ποιητής είναι αναγκασμένος να διασχίσει την άνυδρη έρημο της πόλης για να μπορέσει να βρει ένα σταθερό σημείο νέας εκκίνησης. Όμως και πάλι, παρά τη διάχυτη σκηνογραφία τρόμου, η συγκίνηση που εκλύεται από τις ποιητικές εικόνες είναι έτσι συγκρατημένη και μετρημένη, ώστε να μοιάζει με περιγραφή μιας δραματικής κατάστασης, που για να γίνει πιο κατανοητή μας υποβάλλεται η ανάγκη δημιουργίας μιας απόστασης ανοικείωσης από αυτήν. Νομίζω ότι εκεί που πράγματι διακρίνεται μια σαφής διαφοροποίηση στο έργο του Πάνου Θασίτη, είναι το 1962, στα Πράγματα 2-Άριθμοί. Ο λόγος του γίνεται ελλειπτικότερος και ο στίχος του ακόμα πιο οξύς και πυκνός, ενώ το νόημα απαιτεί μια ακόμα μεγαλύτερη ανοικείωση, καθώς αγγίζει πλέον την αφαίρεση, σαν να μην το δεσμεύουν τα καθημερινά συμφραζόμενα της εποχής: «Νερό με το νερό, με τη φωτιά φωτιά / πάνω στ’ αριθμημένο είδωλο της γης διαβαίνει. / Οι αριθμοί σημαίνουν θάλασσα / το σκοτεινό της φύλο στο βυθό τ’ άσπρα της / μαντίλια στον αγέρα».
Ένας περισσότερο οξύς και καθόλου διθυραμβικός Ελύτης. Έτσι και η έκπτωση, ο φόβος και η φθορά που, άλλωστε, συνθέτουν την ταυτότητα του ελληνικού μεταπολέμου στους περισσότερους από τους συνομήλικούς του, παίρνουν σ’ αυτή την ποίηση τη διάσταση ενός εγκόσμιου, γενικευμένου κακού. Ενός κακού που η λυρική φαντασία δεν το αρνείται, δεν μάχεται με το να αντιπαρατάσσει σ’ αυτό το ωραίο της ζωής, απλώς το μεταμορφώνει, το συμβολοποιεί για να εξοικειωθεί με αυτό, και σε τούτο ο Θασίτης δεν είναι μακριά από το σύμπαν θανάτου του Μίλτου Σαχτούρη: «Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι / […] / Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα- στο δρόμο / τα λεωφορεία η Τροχαία / οι άνεργοι. // ’Ανάβει το φως / [….] / Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους, /με χέρια και πόδια που κλαίνε. /Ανεβαίνει ανεβαίνει το αίμα / το Σεράι βουλιάζει / το καλύβι πλέει».
     Η κίνηση αυτή, μέσα σε μια δεκαετία, από το περιορισμένο τοπίο της ήττας στο απεριόριστο, εχθρικό σύμπαν και στον λυρικό του συμβολισμό, μας δείχνει ότι ο Θασίτης ήθελε να ξεφύγει από τα στενά όρια της ελεγείας, με την οποία η γενιά του θρήνησε τον κλειστό ορίζοντα της αμέσως μεταπολεμικής ιστορίας. Πράγματι, σ’ ένα μεγάλο αριθμό από τους ποιητές των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων, η ποιητική δημιουργία γεννήθηκε και πήρε τη μορφή μιας προσπάθειας εξόδου από το δραματικό βίωμα της αναδιπλωμένης ζωής, για να επιστρέφει σ’ αυτό με «σκυμμένο το κεφάλι», έχοντας συμβιβαστεί με τη διαπίστωση του αδιεξόδου. Όμως στο έργο του Θασίτη απουσιάζει κάθε ίχνος παθητικότητας. Ερμητικά η όχι, τα ποιήματα του 1962, που ίσως αποτελούν μια από τις κορυφαίες στιγμές του έργου του, επέλεξαν την πύκνωση και τη νοηματική αφαίρεση, επειδή σκόπευαν να συνθέσουν ένα μυθολογικό σύστημα που κατά κάποιο τρόπο γείωνε στα καθέκαστα της ζωής το σύστημα του’ Ελύτη. Αναφορές στα φυσικά στοιχεία, στον ουρανό, στο νερό, στη θάλασσα, στον ήλιο, στους αστερισμούς, στη γη, αλλά χωρίς αυτό το ιδιόμορφο, δικό του, ποιητικό σύστημα να έχει αποσυνδεθεί από τα πεδία των κοινών εμπειριών. Χωρίς οι αναγωγές και οι συμβολισμοί του να προσβλέπουν σε μια μεταφυσική θεραπεία.
     Όντως, στα Πράγματα 2 η λειτουργία των εικόνων είναι συνειρμική, με σπασμένα και θρυμματισμένα τα κομμάτια τους, έτσι ώστε η αφαιρετική γλώσσα να αποδίδει την αίσθηση του ασύντακτου χρόνου της πραγματικότητας. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, ο Θασίτης δεν χάνει στιγμή από τα μάτια του τους γενικούς ορούς της εποχής. Μπορεί να
φαίνεται ότι τους παραμερίζει, αλλά αν προσέξουμε καλύτερα δεν τους αγνοεί, απλώς τους αλλάζει θέση, τους φτιάχνει μιαν άλλη «πατρίδα», τους μεταθέτει σε μια διάσταση πιο οικουμενική. Ο άκρως ροϊκός χρόνος που κυριαρχεί σ’ αυτή την άκρως αφαιρετική περίοδο της ποίησης του, δεν σημαίνει πάντως ότι παύουν να αναγνωρίζονται τα πράγματα και η ουσιαστική τους σχέση με τον άνθρωπο στο νέο συμβολικό τους περιβάλλον: «Και με το φως της χαραμάδας, / όπου τρέμει η ίρις του χαμού και πρήζεται / το φάσμα του καιρού / αναποδογυρισμένο / Σε πλάθω Ήλιε». Μια τρίτη, τέλος, διαφοροποίηση συναντούμε στο έργο του Π. Θασίτη με την Εκατόνησο (1971) και το Ελεεινόν θέατρον (1980), δύο συλλογές που σημείωσαν την επάνοδο του ποιητή από το μεταφορικά ιστορημένο των συμβολικών Πραγμάτων 2 – Αριθμών στο κυριολεκτικά και ρεαλιστικά ιστορημένο. Τι συνετέλεσε άραγε σ’ αυτή την αναστροφή; Μήπως η θητεία του στην καβαφική ειρωνική αναδιάταξη της ιστορίας; Σίγουρα εκείνο στο όποιο έχει αλλάξει δραστικά η ποίηση του Θασίτη, για μια φορά ακόμα, είναι κυρίως στην αναπροσαρμογή της νοηματικής της λειτουργίας. Η μέσα από το στοχαστικό κάτοπτρο του νου δραματική αίσθηση των Πραγμάτων και των Αριθμών, τώρα στηρίζεται όσο ποτέ άλλοτε στο αιχμηρό, επιθετικό και σκωπτικό ύφος ενός λόγου που δεν κρύβει τις πολιτικές θέσεις του. Οδηγητική ευκρίνεια, ανασύνταξη της ηθικής στάσης του ποιητή απέναντι στα φαινόμενα της Ιστορίας· πως να ξεχάσουμε ότι στην ίδια ακριβώς χρονική στιγμή που βγαίνει η πολιτικά ρητή Εκατόνησος, συγκλίνουν τα ποιήματα του σχεδόν σχηματικού στον πολιτικό ρεαλισμό του Στόχου, του Μανόλη Αναγνωστάκη; Το ενδιαφέρον είναι ότι όπως άρχισε ο κύκλος της ποίησης και στους δυο, έτσι έκλεισε.

Αλέξης Ζήρας
[Φεβρ. – Μαρτ. 2011]

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

http://www.chronosmag.eu, τχ. 3, Ιούλιος 2013

αλληλένδετες η πολιτική και η ηθική διάσταση του ανθρώπου

[Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Πάνου Θασίτη,
αφετηρία για αποκωδικοποίηση και αναγνώριση ενός έργου οξυδερκούς,
τολμηρού και πολυσήμαντου] Σταύρος Ζαφειρίου
Συνηθίζεται ακόμη τον Πάνο Θασίτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Κλείτο Κύρου, σχεδόν συνομήλικους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, να τους κατατάσσουν, ως τριάδα, στους λεγόμενους «κοινωνικούς ποιητές» της Θεσσαλονίκης· ένας χαρακτηρισμός σαφώς προτιμότερος από τον άλλον: «ποιητές της ήττας», εξίσου όμως ευάλωτος και δεσμευτικός, όσον αφορά τον ποιητικό χώρο στον οποίο ο καθένας κινήθηκε.
Ό,τι φέρνει κοντά τους τρεις, εκλιπόντες πλέον, ποιητές είναι η κοινή πολιτική τους τοποθέτηση, η δράση που ανέπτυξαν κατά την περίοδο της Κατοχής και μετέπειτα, και η σχεδόν παρόμοια μοίρα που αντιμετώπισαν: των διώξεων και των εκτοπίσεων, και, στην περίπτωση του Αναγνωστάκη, μέχρι και της καταδίκης σε θάνατο.
Ό,τι επίσης τους φέρνει κοντά είναι η αναπόφευκτη παρουσία της ιστορίας και του βιώματος στην ποίησή τους· ενός βιώματος στοιχειοθετημένου στο συνθετήριο της ιστορίας, το οποίο πέρασε από το όραμα στη διάψευση, για να βρει τόπο έκφρασης εντέλει στον σαρκασμό και στην ειρωνεία.
Ό,τι όμως τους διαφοροποιεί είναι η ίδια η ποίηση, αυτό δηλαδή που προτάσσει ο καθένας ως ποιητικό τρόπο, ως φόρμα, ως οπτική, όλα τα στοιχεία εκείνα που τον κάνουν εμφανώς διακριτό από τους άλλους, αποδεσμεύοντάς τον έτσι από τις ψευδοφιλολογικές κατηγοριοποιήσεις. Ενώ λοιπόν στον συμβολιστή Κύρου περισσεύει η «κραυγή» και στον Αναγνωστάκη επικαιροποιείται η αισθητική της κοινωνικής παρακμής, ο Θασίτης διευρύνει το ποιητικό πεδίο κινούμενος μεταξύ ενός ελεγχόμενου λυρισμού και ενός σαρκασμού, αυτοσαρκασμού ενίοτε που δεν διστάζει να φτάσει στα όρια του τραγικού και του τραγέλαφου.
Ο Πάνος Θασίτης γεννήθηκε το 1923 από πρόσφυγες Μικρασιάτες γονείς στον Μόλυβο της Μυτιλήνης. Από το 1930 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ασκώντας στη συνέχεια το επάγγελμα του δικηγόρου. Ως φοιτητής, στη διάρκεια της γερμανοϊταλικής Κατοχής, πήρε μέρος ως επονίτης στην Εθνική Αντίσταση. Υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944) και αρχισυντάκτης του περιοδικού της Ε.Π.Ο.Ν. Μακεδονίας-Θράκης Λεύτερα Νιάτα (1943-44). Μετά την Απελευθέρωση εκτοπίστηκε στον Άη-Στράτη και στη Μακρόνησο. Στον τόπο της εξορίας γνωρίστηκε με τον Γιάννη Ρίτσο, με τον οποίο διατήρησε και στη συνέχεια μια σχέση αμοιβαίας ποιητικής εκτίμησης και συντροφικής εμπιστοσύνης. Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικά απαισιόδοξο τίτλο Δίχως Κιβωτό. Ακολούθησαν τα Πράγματα (1957) και τα Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962), η Εκατόνησος (1971), το … ελεεινόν θέατρον (1980) και τα Σχιστολιθικά (1983).
Έκτοτε, ο Πάνος Θασίτης, ολιγογράφος από επιλογή, εξέδωσε το 1990 έναν συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του, στον οποίο προσέθεσε μία ενότητα με τον τίτλο «Τα Αδέσποτα», και σώπασε εκδοτικά μέχρι και το τέλος της ζωής του, τον Αύγουστο του 2008. Όσα αδημοσίευτα, ολοκληρωμένα ποιήματα βρέθηκαν στα κατάλοιπά του, συμπεριελήφθησαν σε μια νέα συγκεντρωτική και διορθωμένη έκδοση (Νεφέλη, 2011), ενώ εκκρεμεί η φιλολογική προσέγγιση και η συγκριτική μελέτη των ημιτελών ποιημάτων του και των παραλλαγών τους.
Εξίσου όμως σημαντικό με το ποιητικό θεωρείται και το δοκιμιακό έργο του Θασίτη. Με δύο συλλογές δοκιμίων, Γύρος στην ποίηση και 7 δοκίμια για την ποίηση, ο Θασίτης δίνει το στίγμα ενός οξυδερκούς, διεισδυτικού και τολμηρού νου, ο οποίος καταθέτει ευθέως την άποψή του, χωρίς τις συνήθεις αμφισημίες του συμβατικού θεωρητικού και κριτικού λόγου. Χαρακτηριστικό παραμένει, ως παράδειγμα, το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος που υποδέχτηκε ανεπιφύλακτα θετικά το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, σπάζοντας έτσι την αμήχανη σιωπή της κριτικής.
Τι είναι όμως αυτό που καθιστά τον Πάνο Θασίτη σημαντικό ποιητή; Έχοντας την τύχη να αποκτήσω, μετά τον θάνατό του, πρόσβαση στο αρχείο του, είχα παράλληλα και την ευκαιρία να διαπιστώσω, μέσω της αλληλογραφίας του, την εκτίμηση που έτρεφαν για την ποίησή του ομότεχνοί του όπως ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Σινόπουλος, ο Παπαδίτσας, αλλά και πεζογράφοι όπως ο Κοσμάς Πολίτης ή ο Στρατής Τσίρκας. Τι ήταν αυτό που διέκριναν στον Θασίτη, αυτό που τον ξεχώριζε ως φωνή, αυτό που τον τοποθετούσε, όχι στο βήμα του πολιτικά στρατευμένου, του κοινωνικού, του μονοσήμαντου εντέλει ποιητή, αλλά στο εργαστήρι ενός καθολικά πνευματικού ανθρώπου;
Διαβάζοντας τα ποιήματά του, αυτές τις λίγες και λιγοσέλιδες συλλογές που μας άφησε, εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς τις εξακτινώσεις της σκέψης του, τις αφετηρίες του και τους τερματισμούς του, τη σπείρα που σχηματίζει γύρω από τον πυρήνα της η δημιουργική διαδρομή του. Και το ίδιο εύκολα μπορεί να αποκωδικοποιήσει αυτόν τον πυρήνα. Γιατί, παρά την πυκνότητα και το στοχαστικό βάθος, παρά την αφαίρεση και τον οιονεί ερμητισμό, παρά την ένταση και τη θερμοκρασία που μεταδίδει ο μακροπερίοδος λόγος του, μόνο δυσνόητος και σκοτεινός δεν είναι ο Θασίτης ως ποιητής. Τοποθετώντας στο κέντρο της ποίησής του, όχι μόνο την πολιτική αλλά και την ηθική διάσταση του ανθρώπου (ή μάλλον, συναρτώντας τη μία με την άλλη), με τις αδυναμίες και με τη δύναμή του, με τις παραχωρήσεις του και τους συμβιβασμούς που φτάνουν ώς την υποταγή, αλλά και με την πίστη του στη ζωή που φτάνει ώς τη θυσία, κατεδαφίζοντας τα συνθήματα και ανασύροντας από τα ερείπια τις συνθλιμμένες ιδέες, διακρίνοντας το καλό και το κακό ως ενεργήματα όρων και προϋποθέσεων, εξυψώνοντας τη γυναίκα πάνω από την ύλη και τον έρωτα πάνω από το συναίσθημα, εναλλάσσοντας τον εξωτερικό σαρκασμό με την εσωτερική καταβύθιση, καταφέρνει να ολοκληρώσει την ποιητική παρουσία του, έτσι που η απόσυρσή του από το 1983 και μετά να φαντάζει όχι σαν μια δύστροπη άρνηση αλλά σαν η νηφάλια παραδοχή ενός εκπληρωμένου τέλους.

Και ίσως έτσι να εννοούσε ο ίδιος τους στίχους του «Νεκρού ποιητή» του:

Δεν είμαι εδώ που ψάχνεις.
Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

2 Σχόλια

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΝΑΓΙΩΤΟΣ

 

Ο Κυριάκος Αναγιωτός γεννήθηκε το 1958 στη Λεμεσό. Το 1976 απεφοίτησε από το Λανίτειο Γυμνάσιο. Την περίοδο 1978 – 1986 σπούδασε στο Πολυτεχνείο του Άαχεν της Γερμανίας, από όπου πήρε το πτυχίο του Αρχιτέκτονα. Τα τελευταία δώδεκα χρόνια εργάζεται στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.
Ασχολείται με τον φιλοτελισμό, με εξειδίκευση στην Ταχυδρομική Ιστορία της Κύπρου. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της Φιλοτελικής Εταιρείας Κύπρου, έδωσε διαλέξεις με θέμα: «Ιστορία των Ταχυδρομικών Συνθημάτων και Αναμνηστικών Σφραγίδων της Κύπρου».
Με την συλλογή του «Τα Ταχυδρομικά Συνθήματα της Κύπρου υπό Αγγλική Κατοχή, 1931-1960», έλαβε μέρος σε έξι φιλοτελικές εκθέσεις στην Κύπρο και δύο στο εξωτερικό, όπου και βραβεύτηκε.
Για τις επετειακές εκδόσεις του Δήμου Λεμεσού “Η Γιορτή του Κρασιού 45 Χρόνια” και “Η Γιορτή του Κρασιού 50 Χρόνια, 1961 – 2011, Οινόχρυσο Ιωβηλαίο” συνέγραψε το κεφάλαιο με θέμα: «Ταχυδρομικά Συνθήματα και Αναμνηστικές Σφραγίδες για τη Γιορτή του Κρασιού».
Διατηρεί προσωπική συλλογή παλαιών και νέων Κυπρολογικών εκδόσεων, με έμφαση στη σύγχρονη Κυπριακή Ιστορία και Πολιτική.
Διατηρεί επίσης προσωπική συλλογή εφήμερων με θέμα τη Λεμεσό, παλαιών κυπριακών εφημερίδων και περιοδικών, καρτών, νομισμάτων και τηλεκαρτών.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

“Ως άνεμος επακμάζων ”, Λεμεσός, 2012.
“Ανέστιος και λιθοξόος”, Λεμεσός, 2015.

1-%ce%b1%ce%bd%ce%b5%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%bf%ce%be%ce%bf%ce%bf%cf%83

scan_pic0048

ΑΝΕΣΤΙΟΣ ΚΑΙ ΛΙΘΟΞΟΟΣ (2015)

Ανέστιος

Ούτε μία σπιθαμή ρωγμής
κατάφερα να συρράψω
τόσα χρόνια.

Ούτε κατά μία μοίρα
κατάφερα να περιστρέψω
το ανεστραμμένο μου πρόσωπο.

Ακόμη,
ούτε μίαν κλωστή
κατόρθωσα να ξηλώσω
απ’ το χοντρό, μάλλινο παλτό,
που μου φόρεσαν κατακαλόκαιρα.

Μοιραία,
περιφέρομαι
εις τας οδούς των άστεων
ως άστεγος επαίτης
και στις ρύμες των χωριών
ως γραφικός μουρλός.

Από τις τρύπιες μου τσέπες
πίπτουν
ήχοι και οσμές.
Από την ξεσχισμένη φόδρα
στάζουν
εικόνες.

Γόρδιος Δεσμός

Πώς καταφέραμε
να δέσουμε
έναν τόσον δυσεπίλυτο κόμπο;
0 Γόρδιος Δεσμός
μοιάζει μπροστά του
με απλό, προσκοπικό παιχνιδάκι.

Τώρα
ποιος Αλέξανδρος
θα τον κόψει,
έστω
με το σπαθί του;
Ποιος Χριστός
θα τον λύσει,
έστω
μ’ ένα άγγιγμά του,
αφού
ακρωτηριάζουμε
τους τριαντατριάχρονους;

Οι σάλπιγγες

Ουρανομήκεις και κατ’ επανάληψην
ήχησαν οι σάλπιγγες.

Όμως,
αρμός δεν ράγισε,
πέτρα δεν σάλεψε,
έστω μία ζεματίστρα να κυρτώσει.

Άθικτα και ακέραια
παρέμειναν τα γιγάντια τείχη.

Μειδιώντας
και νωχελικά ξύνοντας τον θυρεό του
το απόρθητο οχυρό
λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα.

Σαρδόνια κάγχασε πρώτα,
μετά βρυχήθηκε.

Τα απαστράπτοντα πνευστά,
ακαριαία, απώλεσαν την στιλπνότητά τους
μετά ζάρωσαν
και συστάλθηκαν σε κόρνες.

Κόρνες άρρυθμες, βραχνές και θορυβώδεις,
ως των νυκτερινών αυτοκινητοπομπών
σε επινίκιους πανηγυρισμούς.

Σπονδές

Κούφωσε το χώμα
στα δύο μέτρα.
Λαγούμια γιόμισε στενά,
ίσα που να χωρούν τα χέρια τους.

Τα βράδια, οι μάνες,
σαράντα τόσα χρόνια,
προτού δειπνήσουν
με το κουτάλι του καημού,
το πιρούνι της προσμονής
και της αμφίστομης αγωνίας το μαχαίρι
έσκαβαν
χωρίς ανασασμό.

Να κανακέψουν ήθελαν
τα παλληκάρια τους
με το γλυκό που λαχταρούσαν,
το φαγητό που επιθυμούσαν,
ένα κομμάτι αχνιστό ψωμί
ή έστω
με τα ακροδάχτυλα
την στερνή τους ανάσα να κορφολογήσουν
και τον πόνο τους να γητέψουν.

Πριν ξεψυχήσουν.

Τελευταία γραμμή αμύνης

στον ποιητή Μάριο Αγαθοκλέους

Να κρατήσουν έπρεπε
το διάσελο,
πάση θυσία.

Βήμα
δεν έκανε πίσω
για ώρες πολλές.

Άξαφνα,
η ανάσα του αναπέταξε
κι άδραξε απ’ τον ώμο
το τελευταίο αλαφιασμένο σύννεφο.
Τα μάτια του ανάβλυσαν
κι έβαψαν πράσινο
τον αποτεφρωμένο λόγγο.
Το μπόι του διαστάληκε
κι έσκιασε
τ’ απόκρημνα βράχια.

Χρόνια μετά,
το βόλι στο στήθος του
μολύβι καυτό όπως τότε –
τ’ απέθεσε
κάτω απ’ τη μαύρη μαντήλα της μάνας,
που μεσίστια πλατάγιζε.

Την τρύπια του καρδιά
φλογισμένη όπως τότε –
την άφησε
κάτω απ’ την ξώπορτα της αγαπημένης,
την ώρα που ιστορούσε για Ακρίτες
στα εγγόνια της.

Στα βράχια

Άξαφνα,
τα όργανα
πέτρωσαν
στα χέρια των κιθαρωδών.

Στα κρεματόρια
των αυτόματων ταμιακών,
αποτεφρώθηκε
το δείπνο της τυροφάγου.

Μεσίστια κυμάτιζαν
οι χαρταετοί,
ανήμερα των κουλούμων.

Ποια η γύμνια
και ποια η μεταμφίεση;
Ποιο το πρόσωπο
και ποιο το προσωπείο;

Στα βράχια,
μονάχα τα αυτοφυή κυκλάμινα,
δεμένα πισθάγκωνα,
αρνούνται να προδώσουν την Άνοιξη.

Περί νήσου πάθη

Αγανακτισμένη
επούλωσε
την λογχισμένη της πλευρά,
ξεκάρφωσε
τις μαντεμένιες πρόκες
και βρόντηξε χάμω
τον ακάνθινον στέφανον.

Μετά,
αφού περιτυλίχθηκε
έξαλλη
την λευκή σινδόνα,
αποκαθηλώθηκε.

Δεν άντεξε
στις προκλήσεις
των δύο εκατέρωθέν της ληστών,
που όχι μόνον
το πνεύμα δεν παρέδωσαν
μα και γλέντι τρικούβερτο έστησαν
με οίνο
σε χρυσά κροντήρια.

Όσο
για την ανάσταση,
περίσκεπτη διείδε,
ότι δεν είναι θέμα
τριών ημερών.

Απόδραση

Δεν είναι
ήχος περιδεραίων
στα στήθη λικνιζομένων γυναικών.
Ούτε
κομπολογιού ήχος
στα χέρια αργόσχολων γερόντων.

Σύρσιμο
αόρατων αλυσίδων
είναι αυτό που ακούμε,
που όλο δυναμώνει,
όλο και σιμώνει.

Πώς να με πιστέψετε;
Πώς να τις δείτε;
Πώς να τις ψηλαφίσετε;
Αφού,
αόρατοι είναι και οι κατάδικοι.
Όπως,
αόρατα ήσαν τα εντάλματα,
αόρατες και οι συλλήψεις.
Αόρατες οι δίκες,
αόρατα και τα κελιά.

Πριονισμένοι καιροί.

Οι λοστοί σκούριασαν.
Φλυαρούν οι βαριοπούλες. 

Μνήμες

Την τρίαινά τους
έσεισαν
οι αποκαρωμένες μου μνήμες.

Η θάλασσα εσχίσθη
το βένθος ανεδύθη.

Τα κογχύλια άρπαξαν τα όργανα
άρχισαν τραγούδι τα ψάρια
έστησαν χορό τα κοράλλια.

Σίγησε το γραμμόφωνο.
Παντού πάλι πέλαγος.
Καταχώνιασα ξανά τις φωτογραφίες
και καταβυθίστηκα στο παρόν.

Της πόλης μου I

Ηδονοβλεψίας
παρελθόντων παραστάσεων.
Με μάτι καρφωμένο σε κλειδαρότρυπα
παλαιού επιστολικού δελταρίου,
σε είδα, Σαλώμη,
λικνιζομένη ν’ αποσείεις ένα ένα
και τα επτά σου πέπλα.

Τα πλινθόκτιστα ισόγεια,
τα αστικά δίπατα
και τα αρχοντικά σου τρίπατα.
Τους λιθόκτιστους ναΐσκους
και τα νεοκλασικά σου εκπαιδευτήρια.
Τα ανατολίτικα σαχνισιά
και τις δυτικότροπες αγιογραφίες σου.

Όταν η εκστατική μουσική σταμάτησε,
οι οιστρήλατες κραυγές καταλάγιασαν
και η ηδονική αχλή διαλύθηκε,
δεν είδα
το λάγνο σου κορμί.

Έντρομος αντίκρισα
το σκέλεθρο σου
σε κάλπικα τιμαλφή περιπλεγμένο.

Αλγεινοί κύκλοι των εξαφανίσεων.
Βρυχηθμοί εκσκαφέα, που με καρατόμησαν.

Επί της επίχωσης
σου προσφέρω τις μνήμες μου
επί πινάκι.

Ταξίδι στο πουθενά

Ευτυχείς και ευδιάθετοι
επιβιβάστηκαν εγκαίρως στο καράβι
οι ταξιδιώτες.

Με τα ψάθινά τους καπέλα,
τα σκούρα τους ματογυάλια,
τα πολύχρωμά τους φανελάκια.
Με πλήρεις τις αποσκευές.

Όμως,
άδεια ήσαν τ’ αμπάρια,
παγωμένοι οι ατμολέβητες.
Στη γέφυρα ερημιά.

0 ήλιος τενεκεδένιος,
ξύλινοι οι γλάροι.
Μολυβένιο το πλήρωμα.

Μήτε βοριάς
που φύσηξε,
μήτε νοτιάς.

Ούτε το βίρα
ακούστηκε,
ούτε το μάινα.

Ονειρικό ήταν το ταξίδι.
Χωρίς όμως ένα θυμητάρι,
δίχως έστω μιαν ανάμνηση. 

Ο εξουθενωμένος άγγελος

Καταπονημένος ο αρχάγγελος,
από τον άχαρο ρόλο του διαμεσολαβητή,
πέταξε σε ακτή ερημική.

Παρατώντας χάμω
την πύρινή του ρομφαία
έπλασε
μ’ ένα ξεχασμένο κουβαδάκι
έναν δικό του άγγελο,
από άμμο.

Μ’ ένα φύσημα
τον ζωντάνεψε
και διάδοχο του τον ώρισε
επί της γης,
αφήνοντάς τον
δίπλα από έναν ερειπωμένο
τηλεφωνικό θάλαμο.
Για τις επείγουσες κλήσεις.

Μετά,
χάθηκε.

Λιθοξόος

στον ποιητή Ανδρέα Μακρίδη

Αστείρευτα χέουσες
από μαρμάρινο μαστό.
Με ικμάδα εφηβική
αγκιστρωμένες
από το εκκρεμές του χρόνου.
Αφειδώλευτα δανεισμένες,
αιώνες τώρα,
με μηδενικό επιτόκιο.
Λέξεις
που σας θήλασα,
που με απογειώσατε,
που μία μία
σας άντλησα
από πηγάδια μυστικά.

Ζωσμένος
την αλφαβήτα.
Θωρακισμένος
με τ’ αλεξίσφαιρα σύμφωνα.

Εξοπλισμένος
με τα εκρηξιγενή φωνήεντα
κι έχοντας την περόνη των διφθόγγων
τραβηγμένη,
ακούραστα σας υπερασπίζομαι
εκ του πρηνηδόν,
εκ του γονυπετώς
και εκ του ορθίως.

Άγρυπνος λιθοξόος
περιφρουρώ,
σε βάρδιες εικοσιτετράωρες,
με στίχους πέτρινους
και τα εικοσιτέσσερα γράμματα.

Ως άνεμος επακμάζων (2012)

Γνώση

Με μάθανε να αριθμώ
μέχρι το δέκα.
Θέλησα να προχωρήσω
πιο πέρα.
Μου κόψανε τα δάχτυλα.

Σταύρωση

Γιατί μου φορτώσατε
στους ώμους
εκτός απ’ τον σταυρό
και τον Σίμωνα τον Κυρηναίο;

Παλιννόστηση

Επιπλέω.
Στον βυθό η σκιά μου
σκιάχτρο του πυθμένα.
Στο βάθος ένα πεφταστέρι
διαγράφει τροχιά ελπίδας.
Πέλαγος.
Στο βάθος ο ορίζοντας,
πιο πέρα δεύτερος
μετά άλλος
κι άλλος.
Στο τέρμα
η ισόβια κάθειρξή μου.
Πάντα ήθελα να ήμουν
ένας γλάρος.
Μου έλειπαν το λευκό
και τα φτερά.
Ένα κομμάτι ξύλο κι ένα πανί
την πιο απλή σχεδία
αυτό θέλω.
Η γραμμή πλεύσης
και τ’ αζιμούθια
είναι δική μου υπόθεση.
Δεν με τρομάζουν
οι τραμουντάνες κι οι τυφώνες.
Με φοβίζει μόνο η άπνοια.
Πιότερο τώρα που γνωρίζω ότι
οι ναυπηγοί και οι ναύκληροι
ψάχνουν κι αυτοί
για σχεδία.

Τα πρώτα δώρα

Μόλις
άνοιξα τα μάτια μου
στον θάλαμο νεογνών
της μαιευτικής κλινικής
αντίκρυσα
επιμελώς στοιβαγμένα
χιλιάδες κιβώτια
με αντιοφικούς ορούς
αντί για
κουδουνίστρες,
αρκουδάκια και
πολύχρωμα παπιά.
Αυτό
ήταν το δώρο των γονέων μου.
Ένα για κάθε μέρα
της ζωής μου,
όπως εκμυστηρεύθηκαν
στον κλινικάρχη.

Νηνεμία

Τα βράχια δημιουργήθηκαν,
για να τσακίζουν τα κύματα ή
τα κύματα για να ραπίζουν τα βράχια;
Αδιαφορώ.
Εγώ τα βότσαλα ζηλεύω
που αγκαλιάζονται
με τον φλοίσβο της θάλασσας.

Ζεϊμπέκικος

Κάθε φορά
που περιστρέφομαι
σε ρυθμό εννέα όγδοα,
αγναντεύω
τα βράχια
του Ζαλόγγου.

Αποφυλάκιση

Σταμάτα επιτέλους να υπολογίζεις
στους μουχλιασμένους τοίχους
τη μέρα της αποφυλάκισής σου.
Η αρίθμηση, σου έγινε συνήθεια
το κελί βολετό
και ξέχασες
ότι απελευθερώθηκες
προ πολλού.

Αντίστροφη μέτρηση

Στα τριάντα του
απέκτησε
το ρολόι
που ονειρευόταν.
Ένα πανάκριβο ρολόι
μεγάλης ακριβείας.
Πραγματικό κομψοτέχνημα
της σύγχρονης ωρολογοποιίας.
Με κατράν από λευκόχρυσο,
με γυαλί από κρύσταλλο,
με χρυσούς ωροδείκτες,
με δώδεκα διαμάντια.
Στα σαράντα του
έφαγε το κατράν.
Στα πενήντα του
μάσησε το κρύσταλλο.
Στα εξήντα του
κατάπιε τους ωροδείκτες.
Στα εβδομήντα του
καταβρόχθισε τα διαμάντια.
Στα ογδόντα του…
ο χρόνος
τον έκανε χρυσόσκονη
και τον σκόρπισε
στους πέντε ανέμους.

Ο ποδηλάτης

Στις σκοτεινές στοές
της μνήμης
βρήκα
σκονισμένο, σκουριασμένο
το παλιό μου ποδήλατο.
Το καβάλησα.
Ποδηλατούσα μόνο
με ανάποδες πεταλιές.
Παράξενο ταξίδι.
Απ’ το θαμπό παράθυρο
της λήθης
διέκρινα
τις ατελείωτες αλάνες,
τα πελώρια πετρόσπιτα,
τα θεόρατα θερινά σινεμά.
Ασπρόμαυρη διαδρομή.
Σε κάθε μου πεταλιά
μίκραινα
όλο και μίκραινα.
Μέχρι να φτάσω
στο κοιμητήρι
έγινα μια σταλιά.
Μπροστά από την πύλη
με σήκωσε στα χέρια της
η μαία.
Φασκιωμένο μ’ εναπόθεσε
στην αγκάλη
της μάνας μου.
Μάταιες όμως
όλες
οι προσπάθειές μου
να επιστρέψω
στη μήτρα της.
Την βρήκα
πετρωμένη.

Αγωνία

Μπροστάρηδες.
Γιόμισε ο τόπος
μπροστάρηδες.
Κάποιοι επιτέλους
πρέπει ν’ ακολουθούν
για να μαζεύουν
τα πτώματα.

Ζατρίκιον ΙΙ

Παράξενη
ετούτη η παρτίδα,
που παρακολουθώ.
Με ανορθόδοξη στρατηγική.
Ο λευκός Βασιλιάς,
η λευκή Βασίλισσα,
οι λευκοί Πύργοι
να τρώνε
τα λευκά πιόνια.
Ο μελανός Βασιλιάς,
η μελανή Βασίλισσα,
τα μελανά Άλογα
να τρώνε
τα μελανά πιόνια.
Κι αυτά εναγωνίως
να πασκίζουν
να συνεννοηθούν
προς αποφυγήν
της συντριβής.

Οι τέσσερεις εποχές

Φθινόπωρο
κι αυτό
που μας ήλθε!
Αντί
για κιτρινισμένα
φύλλα,
γιόμισαν οι δρόμοι
κίτρινες προκηρύξεις.
Μετά
από τέτοια Άνοιξη
όπου στα κλαδιά
ανθούσαν τηλεβόες,
αντί
για μπουμπούκια
και
τέτοιο Καλοκαίρι
όπου θερίζαμε όνειρα,
αντί
για σπαρτά,
έπρεπε να ήταν
αναμενόμενη
η έλευσή του.
Τον επερχόμενο
βαρύ, μακρύ
Χειμώνα
πώς θα τον διαβούμε;
Όπου, αντί
για λευκές νιφάδες,
θα ρίχνει
μαύρα κοτρόνια;

Τα ξεροπήγαδα

Τόπος
διάσπαρτος
από υδατοφράχτες
υψηλών προδιαγραφών.
Τα χείλια μου όμως
παραμένουν
αφυδατωμένα
εδώ και μισό αιώνα.
Εγώ
από τα ξεροπήγαδα
θέλω να ξεδιψάσω.
Απ’ όπου
αντίς για νερό
αντλούμε
θλιμμένες οπτασίες νέων
που τους σφραγίσανε
το βλέμμα
και το στόμα.
Λίγο απ’ το δάκρυ
και το σάλιο τους
θέλω να δροσιστώ.
Προτού μας
φτύσουνε.

Νησί στο κενό

Ψάρια
κολυμπούν
στο κενό.
Βότσαλα
κροταλίζουν
στο κενό.
Κύματα
παφλάζουν
στο κενό.
Άνεμοι
φυσάνε
στο κενό.
Καράβια
αρμενίζουν
στο κενό.
Άνθρωποι
αγναντεύουν
το κενό.
Πού χάθηκε
η θάλασσα;
Ποιος λαβύρινθος
την κατάπιε;
Τι νησί
λογίζεται τώρα
χωρίς το γαλάζιο της;
Τι νησί
λογίζεται
χωρίς τη μυρωδιά της;
Νησί
που όζει
χνώτα
Μινώταυρου
νησί
δεν λογιέται.

Πλησίον του τέρματος

Πλησιάζοντας
στο τέρμα του δρόμου,
αντίκρυσα
ένα ασύνηθες οδόφραγμα,
φτιαγμένο
από τεράστιους σωρούς φύλλων
των ετήσιων ημερολογίων
όλων των παρελθόντων χρόνων.
Μοναδικός φρουρός
η συνείδησή μου.

Μίζερες μέρες

Κουρελιασμένες,
ρακένδυτες,
μίζερες
που έγιναν
οι μέρες μας
σαν τυφλοί επαίτες
στα προαύλια εκκλησιών.
Εις βάθος τα ερωτήματα.
Ρηχές οι εξηγήσεις
σαν μουγκά τύμπανα
ανίκανα να αναχαιτίσουν
τα επελαύνοντα
σμήνη των ακρίδων.
Τρύπιοι αναλυτές.
Κούφιες αναλύσεις.
Οι μέρες
άρχισαν ήδη
να αιμοπτύουν.
Τις πταίει;
Γιατί
πάψαμε πλέον
να σκάβουμε
τη γη
για χρυσό
και πολύτιμα πετράδια
και ψαχουλεύουμε
σ’ αραχνιασμένες γωνιές
για κίβδηλα
κοσμήματα;

Ως σύγχρονος ΄Οσιρις

Συναρμολόγησα
το κομματιασμένο μου κορμί.
Έλειπε ο εγκέφαλος.
Επανασύνδεσα
το διαμελισμένο μου σώμα.
Έλειπε η καρδιά.
Άθροισα
τις εξασθενισμένες μου αισθήσεις.
Έλειπε η έκτη.
Αμέσως αυτοπυροδοτήθηκα
και γίνηκα αστέρι.

Ως άνεμος επακμάζων

Η ψυχή μου
ως άνεμος επακμάζων
δεν μπορεί
να κλειστεί
σε ασκί,
Οδυσσέα,
αδελφέ μου.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΡΙΑΚΟ ΑΝΑΓΙΩΤΟ ΕΓΡΑΨΑΝ:

Ανδρέας Μακρίδης

Παρουσίαση ποιητικής συλλογής Κυριάκου Αναγιωτού
«Ανέστιος και λιθοξόος»
Πολιτιστικό Κέντρο Ελληνικής Τράπεζας – Λεμεσός
Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

Τον Ιούνιο του 2012 ο Κυριάκος ή Ράκης Αναγιωτός εξέδωσε και παρέδωσε στην Κυπριακή και στην πανελλήνια Γραμματεία, την πρώτη ποιητική του συλλογή, με τίτλο «Ως άνεμος επακμάζων». Παρουσιάστηκε στη Λεμεσό τον Νοέμβριο του 2012.
Η συλλογή εκείνη απέσπασε πολύ ευμενή σχόλια από τους κριτικούς και το ποιητικό σώμα της Κύπρου, όπως και τις δικές μου εγκωμιαστικές κριτικές εκτιμήσεις, κατά την παρουσίαση του βιβλίου. Κατά συνέπεια, προ τετραετίας, ο Ράκης πήρε το βάπτισμα του πυρός, εισήλθε στο καθαρτήριο των κολασμένων και φορτώθηκε τον βαρύ σταυρό των ποιητών.
Η δεύτερη ποιητική παρουσία του Ράκη Αναγιωτού «Ανέστιος και λιθοξόος», που εκδόθηκε στα τέλη του 2015, πέραν της αυτονομημένης και ξεχωριστής αξιολόγησής της, αναπότρεπτα εγείρει και θέματα συγκριτικής αποτίμησης και κριτικής στάθμισης. Το ερώτημα είναι ακαριαίο και κρίσιμο. Έμεινε ο ποιητής σταθμευμένος στο πρώτο εκείνο σκαλί του Κωνσταντίνου Καβάφη ή συνέχισε την αναμέτρησή του με τον στίχο και την ποιητική; Αποτελεί η νέα του δημιουργία μιαν προοδευτική εξελικτική ποιητική καινοτομία ή αποτελεί μιαν στάσιμη επανάληψη της προηγούμενης συλλογής του; Εν ολίγοις, μας δίνει κάτι το καινούριο ή αυτοεπαναλαμβάνεται;
Η προσωπική μου εκτίμηση στα ερωτήματα αυτά είναι σαφώς καταφατική και υπερθετική. Ο Ράκης συνέχισε απ’ εκεί που σταμάτησε στην πρώτη του συλλογή και επέκτεινε τις ποιητικές του πραγματώσεις.
– Νέες θεματολογικές προσεγγίσεις.
– Βαθυστόχαστη κοινωνιολογική φιλοσόφιση.
– Ιδεώδη κοινωνικά και ανθρωπιστικά οράματα.
– Δριμύτερη και διαφανέστερη στηλίτευση των κοινωνικών και πολιτικών
πεπραγμένων.
– Καθαρότερος και σταθερότερος πολιτικός προσανατολισμός.
Αυτά είναι μερικά από τα καινούρια στοιχεία με τα οποία εμπλούτισε ο ποιητής τα στιχουργικά του δρώμενα. Ορθώτερα, οι συνιστώσες αυτές ενυπήρχαν εγκιβωτισμένες και στην πρώτη του ποιητική συλλογή, τώρα όμως ενηλικιώθηκαν, ενισχύθηκαν και απέκτησαν δυναμικώτερη παρουσία στους στίχους.
Ακόμη πιο ισχυρή και με πληθώρα νεωτερικών προσκτήσεων παρουσιάζεται η ποιητική της νέας συλλογής του.
– Σκόπιμη εκλογίκευση του έντεχνου παράλογου.
– Επίπλαστη, στοχευμένη σοβαροφάνεια, που εκβάλλει στην εσκεμμένη
ειρωνεία.
– Δραματοποίηση και σκηνική μεταφορά ονειρικών εμπειριών.
– Αύξηση και εκμετάλλευση των καινοτομιών του νεωτερισμού.
– Εκτενέστερη αξιοποίηση των κατακτήσεων του υπερρεαλισμού.
– Επιτυχής αξιοποίηση των λεξιλογικών “μεταλλείων” της καθαρεύουσας και
του γλωσσικού πλούτου της γλώσσας μας.

Την μετεξέλιξη αυτήν της ποίησης του Ράκη παρατήρησαν ομοθύμως και οι κριτικοί ή οι ομότεχνοι του, που έτυχε να διαβάσουν την συλλογή του.
Ο Γιώργος Κεχαγιόγλου σημειώνει πως η συλλογή περιέχει συγκλονιστικά κείμενα. Ο Αντώνης Πιλλάς στέκει στην σύγχρονη θεματική και στο προσωπικό ύφος. Ο Λεωνίδας Γαλάζης εντοπίζει την στάση διαμαρτυρίας και την εγρήγορση του ποιητή.
Ο Ανδρέας Κούνιος δηλώνει εντυπωσιασμένος από τους εμπύρετους στίχους, τον σπαραγμό και την ακμάζουσα ποίηση του Αναγιωτού.

Η αρχή έγινε με το «Ως άνεμος επακμάζων», η συνέχεια κατατίθεται με τον «Ανέστιο και λιθοξόο» και ο Ράκης οδεύει στον δρόμο της ποίησης. Μένει το δύσκολο μετά, και το σκοτεινό τέρμα, γιατί όπως έγραψε κάπου ο Λόρδος Βύρωνας: «τίποτε δυσκολότερο από την αρχή στην ποίηση, εκτός, ίσως, από το τέλος».
Πολλοί, επίδοξοι ποιητές, αγκυροβολημένοι στην εποχή του … κάρβουνου νομίζουν, αυταπατώμενοι, ότι μια δυνατή ιδέα, ντυμένη με δυο-τρεις λυρικές λέξεις και λίγο μετρικό σουβά, δίνει ένα καλό ποίημα. Δυστυχώς ματαιοπονούν επαναλαμβάνοντας την ποίηση άλλων εποχών, που προ πολλού ξεπέρασε την ημερομηνία λήξης της, και φορτώνουν το ήδη βεβαρυμμένο κάρρο της ποίησης με σκουπίδια και άχρηστη σαβούρα.
Αντίθετα, η ποίηση πρέπει πάντα να είναι πολιτιστικός αρχηγέτης και μπροστάρης. Πρέπει να πηγαίνει μπροστά και όλα τα άλλα να την ακολουθούν. Ο ποιητής ανοίγει δρόμους, φωτίζει τους δρόμους από όπου θα περάσουν οι άλλοι. Συνεπώς κάθε ποιητής αξιολογείται από την συμμετοχή και την προσφορά του στο καινούριο, θεματικά και αισθητικά, αν δηλαδή έχει να δώσει κάτι το νέο και συνάμα σπουδαίο. Η ποίηση του Ράκη έχει, πιστεύω, να δώσει νέα πράγματα, είναι νεωτερική, έχει το προσωπικό της ύφος και βαδίζει στις γραμμές του καλού λόγου και του ευ ποιώ.
Ο Νάσος Βαγενάς, σ’ ένα σημαντικό έργο του, με τίτλο «Για έναν ορισμό του μοντέρνου στην ποίηση», μας αποκαλύπτει με σαφήνεια τα εμφανέστερα χαρακτηρίστηκα της μοντέρνα ή νεωτερικής ποίησης, αυτά που ξεκολλούν ένα ποίημα από τις παρωχημένες εποχές του νατουραλισμού και του λυρισμού και το εντάσσουν στην σύγχρονη ποίηση. Κατά τον Βαγενά τα χαρακτηριστικά αυτά είναι:
1ο ) Ο ελεύθερος στίχος.
2ο) Η μεγάλη ανάπτυξη της δραματικότητας σε σύγκριση με τη λυρικότητα της
παλαιάς ποίησης
3ο) Το καθημερινό λεξιλόγιο – άμεση, ως ένα βαθμό, συνέπεια της δραματικότητας – σε αντίθεση προς το «ποιητικό» λεξιλόγιο της παλαιάς, που κάνει τη νέα ποίηση να πλησιάζει προς το λεξιλόγιο της πεζογραφίας και τον τόνο της προφορικής ομιλίας, και
4ο) Η σκοτεινότητα∙ μια σκοτεινότητα διανοητικής φύσεως, που κάνει δύσκολο να περιγράψουμε το νόημα ενός ποιήματος.
Και επεξηγεί ο Νάσος Βαγενάς:
« Από τα χαρακτηριστικά αυτά μόνο το πρώτο και το τέταρτο διακρίνουν τη νέα ποίηση από ολόκληρη την προηγούμενη ποίηση. Το δεύτερο και το τρίτο τη διακρίνουν κυρίως από την ποίηση των προηγούμενων εποχών. Γιατί και στο μακρυνότερο παρελθόν υπήρξαν εποχές ή στιγμές που η ποίηση πλησίαζε το καθημερινό λεξιλόγιο ή εξέφραζε καταστάσεις λιγότερο λυρικές και περισσότερο δραματικές.
Τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά είναι ο,τι μας χτυπά περισσότερο στο μάτι όταν διαβάζουμε μοντέρνα ποίηση. Βέβαια δεν είναι απαραίτητο, για να θεωρηθεί ένα ποίημα μοντέρνο, να τα περιέχει όλα. Απαραίτητο είναι να περιέχει τα κύρια. Με τα όσα είπαμε παραπάνω έχουμε ήδη κάνει μιαν ιεράρχηση. Ο ελεύθερος στίχος και η σκοτεινότητα, ως εντελώς καινούρια, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά.»
Η ποίηση του Ράκη, φρονώ, έχει και τα τέσσερα αυτά χαρακτηριστικά του μοντέρνου και νεωτερικού. Ελεύθερο στίχο, δραματικότητα, καθημερινό λεξιλόγιο και προπαντός σκοτεινότητα.
Στα πλαίσια της σκοτεινότητας του στίχου μπορούν να ενταχθούν μια σειρά άλλα χαρακτηριστικά, που πλουτίζουν τον μοντέρνο ή νεωτερικό ποιητικό λόγο, όπως
– Η έντεχνη εποικοδομητική ασάφεια.
– Τα στοιχεία του παραλόγου.
– Το εξωπραγματικό ή συμβολικό.
– Η γητεία του μυστηριώδους και μεταφυσικού.
– Τα κεκτημένα του υπερρεαλισμού.
Στον λιγοστό χρόνο που έχουμε θα επιχειρήσω να ψαύσω αδρομερώς μερικές μόνον από τις όψεις αυτές της νεωτερικής γραφής στην ποίηση του Ράκη.
Το εξωπραγματικό και παράλογο
Το εξωπραγματικό και παράλογο σε μεταφέρει πέραν της τετριμμένης και άχαρης καθημερινότητας στον χώρο του μυστηρίου και της μαγείας, εξάπτει και την φαντασία, εξαϋλώνει τον κόσμο των αισθητών και παράγει υπερκόσμιες και υπερβατικές εικόνες και όψεις των αισθητών. Εν ολίγοις οδηγεί τον ενεργοποιημένον νουν στον πραγματικό κόσμο της ποίησης, δηλαδή στον εκθαμβωτικό κόσμο του ονείρου και της ενόρασης, όπου τα πράγματα αποκτούν χιλιάδες διαστάσεις και έννοιες. Γι’ αυτό η παράδοση θέλει τον Όμηρο – τον μέγιστο ποιητή – τυφλό, γιατί χωρίς τα μάτια μπορεί να βλέπει στον υπερθεατό και υπέρλαμπρο κόσμο της πεμπτουσίας. Αυτό εννοούσε και ο Μαρκίς Ντόναλντ, όταν έλεγε ότι … «ποίηση ήταν αυτό που είδε ο Μίλτων όταν τυφλώθηκε». Μερικές τέτοιες στιγμές στον «Ανέστιο και λιθοξόο» :
– Από τις τρύπιες μου τσέπες/πίπτουν/ήχοι και οσμές
– Το απόρθητο οχυρό/λοξοκοίταξε τα χάλκινα όργανα
– Άξαφνα ή ανάσα του … άδραξε το τελευταίο … σύννεφο
– Μόνον έτσι (σαν σκέλεθρο) θα τον αναγνώριζαν τα λείψανα των συμπολεμιστών του
– Τα θρύψαλα έγιναν πουλιά
– Τρύπιες νύκτες που πλημμύρισαν ομίχλη
– Κατέβασε προσεκτικά τις σκιές από τους τοίχους
Βεβαίως, όλοι αυτοί οι προικισμένοι στίχοι, πέραν του εξωπραγματικού τους φορτίου, κινούνται και προς άλλες ενδιαφέρουσες διαστάσεις της ποίησης, όπως τον συμβολισμό, την αλληγορία, την αφηρημένη μεταφορά, που ενισχύουν το εξωπραγματικό και το μετατρέπουν σε αληθινή όψη της υποσυνείδητης πραγματικότητας ή όπως την αποκαλεί ο ίδιος ο Ράκης στους στίχους της αφιέρωσης της συλλογής στον αδελφό του Μπάμπη … «στις υπόγειες διαδρομές» μας.
Η σκοτεινότητα
Η σκοτεινότητα, παράλληλη διάσταση του εξωπραγματικού και παράλογου, σε εγκλωβίζει σ’ ένα νυχτωμένο και μεταβλητό κόσμο, όπου τα πράγματα χάνουν την υπόσταση τους, όπου όλα είναι τα πάντα και δεν είναι τίποτα, όπου τίποτε δεν προσφέρεται έτοιμο και σίγουρο, ως τροφή σε κονσέρβα. Αντίθετα, ο νους, περιβαλλόμενος από το άγνωστο και ακατανόητο του σκοταδιού, οφείλει να αυτενεργήσει, να ψηλαφήσει, να ανακαλύψει και να πάρει όχι όσα του προετοίμασε ο ποιητής, αλλά όσα του υποβάλλει ο ίδιος εαυτός του ως συνειδητό και υποσυνείδητο. Η σκοτεινότητα υποχρεώνει τον αναγνώστη να φωτίσει τους στίχους με το δικό του δαδί και να αντιληφθεί, ότι το ποίημα είναι το δικό του σπίτι, ο δικός του ναός, όπου αναζητά τον δικό του χαμένο εαυτό. Μερικοί σκοτεινοί στίχοι του Ράκη ως παράδειγμα:
– και βηματίζοντας στον ρυθμό του θανάτου/αντιστρόφως πορεύτηκε
– στα βράχια, μοναχά τα αυτοφυή κυκλάμινα, δεμένα πισθάγκωνα αρνούνται να προδώσουν την Άνοιξη
– Εξάλλου, σίγουρες ήσαν οι κερασφόρες έχιδνες
– μονίμως ευνουχισμένα έκπαγλα αγάλματα
– Πριονισμένοι καιροί
– Αλγεινοί κύκλοι των εξαφανίσεων
– Καλαφάτισα τις χαραμάδες τις άγνοιας
– διασπάστηκε σε χιλιάδες μέλισσες
Βεβαίως, η σκοτεινότητα δεν περιορίζεται στους πιο πάνω παραδειγματικούς στίχους. Διαχέεται και περιλούζει από την αρχή ως το τέλος ολόκληρη την συλλογή.
Υπερρεαλιστικά στοιχεία
Χωρίς να γράφει υπερρεαλιστική ποίηση ο Ράκης αξιοποιεί τα κεκτημένα του υπερρεαλισμού, τα οποία σήμερα, ως ένα είδος ποιητικής κληρονομιάς εισήλθαν και ενσωματώθηκαν στους νέους ποιητές, ως τμήμα, πια, της ποιητικής παράδοσης.
Ο υπερρεαλισμός δεν είναι μια κακόγουστη ασυναρτησία, όπως νομίζουν μερικοί αφελείς, αλλά μια απαράμιλλη ποιητική έξαρση, που παράγει εικόνες μεγαλείου και θαύματος, που απογειώνει τον νουν σε υπερκόσμιες πολιτείες εκεί όπου θριαμβεύει το μυθικό φως, η μαγική όψη των πραγμάτων και η αποκάλυψη των μυστηρίων. Ο ποιητής Ράκης Αναγιωτός αξιοποιεί με μέτρο τον υπερρεαλισμό προς εμπλουτισμό και εξωραϊσμό των στίχων του, για να δώσει στους συλλογισμούς του συνταρακτικές και θαμβωτικές διαστάσεις. Μερικά παραδείγματα, κυρίως της υπερρεαλιστικής εικονοποιίας του.
– η αρμάδα των κυμάτων
– η λευκή στρατιά των γιασεμιών
– από το μέτωπο μου στάζουν κάθιδροι οι στίχοι
– Με καράβι αποδήμησε στο μέσο πολύβουης ερήμου
– στον προθάλαμο της υπεροψίας τους
Οι στίχοι αυτοί αν και δεν πληρούν τα σταθερά χαρακτηριστικά του υπερρεαλισμού κινούνται σίγουρα σ’ ένα κλίμα υπερρεαλιστικό, όπως και όλοι οι στίχοι της συλλογής, που συνδυάζουν: την μεταφορά, το υπονοούμενο, το παραβολικό, το συμβολικό και το παραλογικό με το υπερρεαλιστικό.
Θέλω να επισημάνω και δυο τρία πράγματα για το λεκτικό συγκείμενο των ποιημάτων. Είναι η πάγια γνώμη μου ότι κάθε λέξη, που έπλασε ο άνθρωπος είναι ένα ανεπανάληπτο μνημείο της ανθρωπότητας. Είναι μια υπέρβαση του ανθρώπινου νου και μια μνημειακή κατάθεση στην ιστορία της τέχνης. Η αρχαία Ελληνική, η βυζαντινή και η Νεοελληνική μας γλώσσα “κατασκεύασαν” χιλιάδες λέξεις μνημεία. Καμία απ’ αυτές δεν αξίζει τον θάνατο. Δεν υπάρχουν αρχαίες και νεκρές λέξεις, χρήσιμες και άχρηστες. Ο Ράκης, πιστεύοντας στην γλωσσική αυτήν αλήθεια, επιλέγει και αξιοποιεί, λέξεις και φράσεις από όλες τις μορφές της γλώσσας μας, με τις οποίες κοσμεί τους στίχους του, με τις λεπτές έννοιες των οποίων εκφράζει τα νοήματα και τα συμφραζόμενά του. Ο ποιητής, ως φρουρός των λέξεων, δεν πετά στα σκουπίδια τύπους και λέξεις όπως: επακμάζων, ανέστιος, ο θανών, οι κληθέντες, χέουσες, εν τάχει, επί μακρόν, έκπαγλος, συχνάκις, ακηδία, ελάσσων, ουδόλως κ.ά. Αντίθετα τις συνταιριάζει αρμονικά με τις νεώτερες, νεοελληνικές, παράγοντας ένα διαχρονικό, διαιωνίως επίκαιρο έκπαγλο λόγο.
Την γλωσσική του αυτήν στάση την μαρτυρεί ο ίδιος στο ποίημά του «Λιθοξόος», όπου πλέκει το εγκώμιο των ελληνικών λέξεων, και τραγουδά την ηχητική και νοηματική αξία των φωνηέντων και των συμφώνων, των 24 γραμμάτων του αλφάβητου μας.
Με τον σεβασμό και την αξιοπρεπή στάση του απέναντι στην λέξη, επαναλαμβάνει ουσιαστικά την ρήση του μεγάλου Εμπεδοκλή, που δίδασκε ότι «η ποίηση μάς μαθαίνει πόσην αξίαν έχουν οι λέξεις».
Σ’ ένα κριτικό του σημείωμα για την συλλογή, ο Χρυσόστομος Περικλέους ορθά παρατηρεί, ότι: «εκείνο που ενώνει και καθιστά άρρηκτα δεμένα μορφή και περιεχόμενο στα ποιήματα της συλλογής είναι το ύφος. Το λόγιο αφηγηματικό ύφος, με λόγιες λέξεις και εκφράσεις και λόγια σύνταξη πολλές φορές, προσιδιάζει στη θεματική της συλλογής σε τέτοιο βαθμό, που έχεις την αίσθηση ενός χρονικού». Πράγματι το ύφος του αφηγητή ποιητή, οι αλληγορίες και οι παραβολές του, οι στηλιτεύσεις του συνθέτουν το χρονικό του ίδιου του ποιητή, αλλά και του κάθε ανθρώπου σ’ ένα σεισμόπληκτο άστυ κατερειπωμένο, όπου όσα έμειναν όρθια καταρρέουν το ένα μετά το άλλο από τις μετασεισμικές δονήσεις μιας σάπιας κοινωνίας.
Ουσιαστικά, τα ποιήματα του Ράκη συνθέτουν ένα πραγματικό πολιτικό διάλογο με τον αναγνώστη ή τον ακροατή, που θέτει στο ανατομικό τραπέζι όλες τις στρεβλώσεις και τις ανομίες, όλα τα κρίματα και τα κακώς έχοντα, ενός κόσμου που προ πολλού έχει αυτοχειριαστεί, που έχει ολοκληρωτικά καταρρεύσει και τώρα ψυχομαχεί χωμένος στο βούρκο των σμπαραλιασμένων αρχών και αξιών του.
Πρωτίστως, πρόκειται για ένα σπαρακτικό εσωτερικό διάλογο, όπου ο ποιητής συγκρούεται αδυσώπητα με τον εαυτό του, αυτομαστιγώνεται και αυτοσφάζεται, αναζητώντας μέσα στα ερείπια και τις πυρκαγιές του κόσμου, την δική του, προσωπική αλήθεια, το δικό του «γνώθι σαυτόν». Έτσι, το εκούσιο μαρτύριό του μετατρέπεται σε αιμάτινη καθαρτήρια τελετή, που κατά το Αισχύλειο «παθείν το έρξαντα», θα οδηγήσει στην αυτεπίγνωση, στην κάθαρση και την λυτρωτική ανάνηψη.
Τον ενδοψυχικό διάλογο ή τον σπαρακτικό μονόλογο του ποιητή, τον παραδέχονται και τον αποκαλύπτουν οι ίδιοι οι στίχοι του …
επί ώρες
και εις βάθος
συσκέπτομαι μετ’ εμού.

Αλλά και ο τίτλος της συλλογής είναι ενδεικτικός της θεματικής του έργου, αποκαλύπτει τόσο το περιεχόμενο όσο κα την μορφή, τα “κατά ποσόν” και τα “κατά ποιόν” μέρη του δράματος.
Το «ανέστιος», δηλαδή αυτός που δεν έχει δική του εστία, δικό του σπίτι και κατ’ επέκταση δική του πατρίδα, παραπέμπει στον περιπλανώμενο, αυτόν που περιφέρεται ανά τας οδούς και τας ρύμας των άστεων, βλέπει και στηλιτεύει με δριμύτητα τα ειδεχθή εγκλήματα της εξουσίας, των ισχυρών και όσων κατέχουν δύναμη, καταγγέλλει και ελεεινολογεί τα πταίσματα. Ταυτόχρονα, μετέχει στο μαρτύριο και υποφέρει, χωρίς να μένει ρήτορας και κριτής εξ αμάξης Την δυναμική αυτήν του ανέστιου την περιγράφουν επαρκώς και μόνον οι τίτλοι των ποιημάτων:
Ανέστιος – περί μεταλλάξεως και εγκληματικής αμελείας – το τελευταίο δείπνο – γόρδιος δεσμός – ανακομιδή – παγίδευση – ο θρίαμβος των οχετών – τελευταία γραμμή αμύνης – θλιβερή μετάπτωση των γάτων – οι δράκοι – οι αυτόπτες μάρτυρες – περί νήσου πάθη – ο εφιάλτης του Ιάσωνα – πόρισμα – η νύκτα της μεγάλης καταιγίδας – αναχώρηση – απόπλους – φυγή κ.τ.λ.
Το «λιθοξόος», ο πελεκητής της πέτρας, αυτός που δίνει μορφή και ζωή στην πέτρα, παραπέμπει στο επίπονο πελέκημα των στίχων, την σωστή επιλογή και λείανση των λέξεων, το πάθος για την αυστηρή σμίλευση της αισθητικής των συμφραζομένων.

Ο Ράκης Αναγιωτός στην συλλογή του αυτή συμπεριφέρεται ως προϊστορικό τέρας, κάτι σαν την Σκύλα ή την Χάρυβδη, τις Εριννύες, τον Ερυμάνθιο κάπρο ή τον νεοελληνικό δράκο. Παγιδεύει με ποιητικές γητειές τον αναγνώστη, τον μεταφέρει δεμένο στην φωλιά του και τον “αναγκάζει” να κοινωνήσει από το μαρτύριο του, να καθαρθεί και να ξυπνήσει εν συνεχεία, γιατί … «ονειρικό ήταν το ταξίδι», «ένα ταξίδι στο πουθενά» και σε όλα.

Δεν μπορώ να κλείσω, χωρίς να σημειώσω την εξαίρετη εικαστική δουλειά του Άκου Αβραάμ, που συνοδεύει και διανθίζει τα ποιήματα.

Αν όλα αυτά τα βρίσκετε λίγο υπερβολικά και ίσως νοσηρά, τότε να είστε σίγουροι, ότι ο Ράκης Αναγιωτός μπήκε και εγκαταστάθηκε ως μόνιμος δημότης στο αναρρωτήριο της ποίησης, αφού όπως έλεγε ο Μακώλεϋ «κανένας δεν μπορεί να γίνει ποιητής, χωρίς να έχει αρρωστημένο μυαλό» και όπως επεσήμαινε ο Σέλλεϋ «οι περισσότεροι δυστυχισμένοι γίνονται ποιητές».

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

Άνευ 58 (Άνοιξη 2016) 84-91

Τρία χρόνια μεσολάβησαν από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του αρχικτέκτονα Κυριάκου Αναγιωτού. Και όμως, με το δεύτερο βιβλίο του κατορθώνει να κάνει τη μεγάλη έκπληξη. Η γραφή του φαίνεται τώρα σαφώς πιο εξελιγμένη και αποκρυσταλλωμένη, αν και δεν λείπουν τα στοιχεία του πειραματισμού, με την επιστράτευση διδαγμάτων από την ποιητική του υπερρεαλισμού. Στα ποιήματά του επανέρχονται υπερρεαλίζουσες εικόνες και εκφράσεις και εξωλογικές καταστάσεις, που συνθέτουν ένα παράδοξο, συχνά εφιαλτικό σκηνικό, που μας αναγκάζει να ξαναδούμε τα πράγματα μέσα από μια αντεστραμμένη ή διογκωμένη απεικόνισή τους.
Στο επίκεντρο αυτού του παράδοξου και εφιαλτικού σκηνικού χώρου βρίσκεται ο ποιητής / ομιλητής, που αναλαμβάνει συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα Θέατρο του Παράλογου: Πότε «άστεγος επαίτης» και «γραφικός μουρλός», πότε αφοσιωμένος λιθοξόος και υπερασπιστής των λέξεων και της αλφαβήτας· άλλοτε αδέσποτο σκυλί, που αλυχτά μέσα στα χαλάσματα συνθέτοντας στίχους, και άλλοτε ένα μεταλλαγμένο τρωκτικό, ένα πουλί ή διάττων αστέρας, παλαιός πολεμιστής ή εξουθενωμένος άγγελος, που απογοητεύονται από το περιβάλλον τους και φεύγουν για άλλους κόσμους.
Παρόλο που ο κόσμος της Κύπρου δεν κατονομάζεται ρητά, σε αρκετά ποιήματα αναγνωρίζουμε πράγματα και καταστάσεις του κυπριακού χώρου, που παρουσιάζονται συνήθως με αρνητικές και απομυθοποιητικές εικόνες και επιτρέπουν στην κριτική να δράσει υποδόρια και αποτελεσματικά. Για παράδειγμα, η γενέθλια Λεμεσός παραβάλλεται με τη βιβλική Σαλώμη, που αποβάλλει ανενδοίαστα τα πέπλα-μνημεία της και την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της: «Έντρομος αντίκρισα / το σκέλεθρό σου / σε κάλπικα τιμαλφή περιπλεγμένο». Αλλού οι γάτες της αγίας Ελένης μετατρέπονται σε άπρακτους σπιτόγατους. Ανατροπή μύθων επανέρχεται και σε άλλα ποιήματα: «Οι δράκοι», «Περί νήσου πάθη», «Ο εφιάλτης του Ιάσονα».
Σε γενικές γραμμές, ο Κυρ. Αναγιωτός χρησιμοποιεί μια πλούσια και ουσιαστική ποιητική γλώσσα, εμπλουτισμένη με αρκετές λόγιες εκφράσεις. Κατορθώνει να διαπλάσει μια ανοίκεια και λειτουργική γραφή, που μας επιτρέπει να δούμε με διαφορετικό μάτι τα θέματα που αγγίζει. Έχω την εντύπωση ότι η χρήση λόγιων εκφράσεων ή ακόμα και υπερρεαλιστικών καταβολών θα μπορούσαν να ελεγχθούν περισσότερο. Επίσης θα έπρεπε να προσεχθούν μερικά ορθογραφικά λαθάκια και κυρίως η χρήση και κατάχρηση κομμάτων, που δυσκολεύει την ανάγνωση. Αξίζει, τέλος, να σημειώσουμε την πολύ εύστοχη εικονογράφηση του Άκου Αβραάμ.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

Κυριάκος Αναγιωτός, Ανέστιος και λιθοξόος

Ποίηση που ξαφνιάζει. Που σε αρπάζει από το λαιμό, ένα πιστόλι στον κρόταφο. Διαφαίνεται ένα χάσμα ανάμεσα στην ποιητική φωνή και την κοινωνία. Αναδεικνύεται η παγίδευση του ατόμου στη σύγχρονη πραγματικότητα, μια σχεδόν καφκική, εφιαλτική ατμόσφαιρα και ασκείται αμείλικτη κριτική στο πολιτικοκοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο. Ταυτόχρονα διακρίνονται υποδόρια και σχεδόν υπαινικτικά πτυχές της κυπριακής τραγωδίας και οι συνέπειές της όπως το δράμα των αγνοουμένων, οι μάχες, οι νεκροί, ο θάνατος. Αν και φαίνεται μια έντονη απαισιοδοξία, μια ποίηση χωρίς φως, χωρίς ελπίδα που οδηγεί στην ασφυξία, εντούτοις ο ερωτισμός, η συχνή παρουσία της θάλασσας και το ταξίδι απαλύνουν αυτή την εντύπωση. Ανάμεσα στη θεματολογία της συλλογής παρεμβάλλονται και ποιήματα ποιητικής. Οι παραβολές, οι συμβολισμοί, το καυστικό χιούμορ, οι υπερρεαλιστικές εικόνες, οι πειραματισμοί καθιστούν ιδιαίτερα πλούσια τη συλλογή και αξίζει πραγματικά να διαβαστεί. Εξαιρετικά τα σχέδια του Άκου Αβραάμ που συνοδεύουν τα ποιήματα. Ο Κυριάκος Αναγιωτός ήδη με αυτή τη δεύτερη ποιητική του συλλογή κατακτά ένα αξιοζήλευτο ποιητικό ύφος και ποιητική ωριμότητα.

Η νύκτα της μεγάλης καταιγίδας
Λίγες ξαγρυπνισμένες λέξεις,
χαραγμένες σε στίχους πέτρινους,
κύλισαν στο πάτωμα
από τα κουρασμένα μου δάκτυλα.
τη νύκτα της μεγάλης καταιγίδας.

Ξύπνησα το χάραμα.

Στον ορίζοντα, όμως,
δεν είχαν φανεί
οι πρώτες ακτίνες.

Πουθενά το λυκαυγές.

Ακόμη,
ούτε λέξεις,
ούτε στίχους,
ούτε δάκτυλα
αντίκρυσα.

Τα δάκτυλά μου γίνηκαν ιστοί,
οι λέξεις πανιά
και οι στίχοι άνεμος,
για να αναπετάσουν
μιαν έναστρη νύχτα με πανσέληνο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Η πρώτη συνολική διαπίστωση που μπορεί να κάνει κανείς, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Κυριάκου Αναγιωτού «Ανέστιος και λιθοξόος», αφορά τη μεγάλη πρόοδο που έχει σημειώσει ο ποιητής, στα τρία χρόνια που μας χωρίζουν από την έκδοση της πρώτης του συλλογής. Μάλιστα, έχω την άποψη ότι η πρόοδος αυτή είναι καθολική, αφορά τόσο τις υφολογικές προσεγγίσεις και τα εκφραστικά του μέσα, όσο και τις αισθητικές του κατακτήσεις και τους ρητορικούς του τρόπους. Θεωρώ πως το θετικό βήμα που έχει συντελεστεί εκτείνεται προς τρεις κατευθύνσεις, που έχουν να κάμουν με το βάθος, την πυκνότητα και την ωρίμανση της ποίησης του Κ.Α.

Ο ποιητής αρχινά και τελειώνει τη νέα του συλλογή μ’ ένα ποίημα ποιητικής, διακηρυχτικό, μεστό, έμπλεο μηνυμάτων και νοημάτων, για την τέχνη της ποίησης. Στο πρώτο και το τελευταίο ποίημα του βιβλίου οφείλεται και ο τίτλος της συλλογής «Ανέστιος και λιθοξόος». Στο εναρκτήριο ποίημα ο Κ.Α. νιώθει τον εαυτό του γεμάτο από ποιητικές ορμές, εμπνεύσεις, ερεθίσματα και ιδέες. Και σπεύδει, δικαίως, να το διακηρύξει: «Από τις τρύπιες μου τσέπες / πίπτουν / ήχοι και οσμές. /Από την ξεσχισμένη φόδρα / στάζουν / εικόνες». (σελ. 11)

Στο τερματικό ποίημα της συλλογής έχω την αίσθηση ότι ο Κ.Α. μάλλον υπεραμύνεται της μαχητικότητας ως βασικού ειδολογικού χαρακτηριστικού της προσωπικής του ποιητικής: «Ζωσμένος / την αλφαβήτα. / Θωρακισμένος / με τ’ αλεξίσφαιρα σύμφωνα. / Εξοπλισμένος / με τα εκρηξιγενή φωνήεντα / κι έχοντας την περόνη των διφθόγγων / τραβηγμένη, / ακούραστα σας υπερασπίζομαι / εκ του πρηνηδόν, / εκ του γονυπετώς / και εκ του ορθίως. / Άγρυπνος λιθοξόος / περιφρουρώ, / σε βάρδιες εικοσιτετράωρες, / με στίχους πέτρινους / και τα εικοσιτέσσερα γράμματα». (σελ. 85-86)

Τα ποιήματα του Κ.Α. έχουν εξελικτική δομή, αρχή, μέση και τέλος. Είναι ποιήματα με συνέπεια, συνέχεια, συνοχή και λογική. Ποιήματα ατμοσφαιρικά και διαλεκτικά. Κι αυτές οι αρετές είναι ευδιάκριτες σχεδόν σε όλο το βιβλίο. Αναφέρω ενδεικτικά το ποίημα «Οι σάλπιγγες» (σελ. 25) όπου, κατά τη γνώμη μου, ο ποιητής πραγματεύεται, με θλίψη και οδύνη, το αμετάκλητο και αμετακίνητο της πανίσχυρης καθεστηκυίας τάξης. Σε όλο το ποίημα διαχέεται και μια στυφή γεύση απογοήτευσης.

Εδώ θα ήθελα να σημειώσω ότι στα πλείστα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν εύρυθμα, παραγωγικά και αποτελεσματικά η αλληγορία και η μεταφορά, γεγονός που καθιστά την ποίηση του Κ.Α. ακόμα πιο υποβλητική. Αυτό συμβαίνει π.χ. στο ποίημα «Περί μεταλλάξεως και εγκληματικής αμέλειας» (σελ. 12) όπου σε μια καίρια και ισχυρή μεταφορά–αλληγορία βλέπουμε τα πουλιά να εξαφανίζονται αστραπιαία από τον πλανήτη και στη θέση τους να αυξάνονται ραγδαία τα τρωκτικά. Αλλά και στο αμέσως επόμενο ποίημα «Το τελευταίο δείπνο» (σελ. 14) ο ποιητής πραγματεύεται την εξαφάνιση του ανθρώπου, ως όντος λογικού, σκεπτόμενου και συναισθανόμενου.

Θέλω να επανέλθω όμως στην ατμοσφαιρικότητα των ποιημάτων του Κ.Α. Ενδεικτικά αναφέρω τα ποιήματα «Ο παλιός πολεμιστής» (σελ. 34) και «Η θλιβερή μετάπτωση των γάτων» (σελ. 38), που είναι ποιήματα καταστάσεων εν εξελίξει. Και με έμφυτο το στοιχείο της ανατροπής, της αποδόμησης και της έκπληξης. Ο ποιητής έχει ιδιαίτερα γόνιμη φαντασία. Πράγματα που όλοι είδαμε, καταστάσεις που όλοι βιώσαμε, καταφέρνει να τα δει διαφορετικά, καινοτόμα, ευφάνταστα και ανατρεπτικά. Και αυτό συμβαίνει με διαρκή κριτική διάθεση και καυστική προσέγγιση. Η κριτική του Κ.Α. αφορά, κατά κύριο λόγο, το αστικό τοπίο, όπως το διαμορφώνουν ή όπως το στρεβλώνουν οι ανθρώπινες συμπεριφορές και νοοτροπίες.

Ο Κ.Α. θεματοποιεί συχνά τη διάψευση των προσδοκιών, την ακύρωση των ονείρων, τη ματαίωση στόχων και σκοπών. Ένα αίσθημα πίκρας, πικρίας και απογοήτευσης διαπνέει συχνά τους στίχους του.

Στο ποίημα «Ο παλιάτσος», (σελ. 57) ακόμα ένα ποίημα καταστάσεων –ευσύνοπτο, άρτιο δομικά, ευθύβολο και εύστοχο νοηματικά– ο Κ.Α. ψέγει νοοτροπίες και συμπεριφορές που υπαγορεύονται ή εκπορεύονται από την ευκολία ή τη συνήθεια: «Στην κηδεία / του παλιάτσου / μονάχα οι ομότεχνοί του / δάκρυσαν. / Οι υπόλοιποι / θορυβωδώς καγχάζανε / και ενθέρμως χειροκροτούσαν. / Τραγικώς / το εξέλαβαν / ως μέρος της ατραξιόν του». Όπως το λέει ο Πλάτωνας στο περίφημο «Συμπόσιό» του: «Ομοίως ομοίω αεί πελάζει». Ή για να το πούμε πιο απλά, μόνο η εγγύτητα μπορεί να δώσει ορθές κρίσεις.

Στα ποιήματα «Της πόλης μου Ι» (σελ. 60) και «Της πόλης μου ΙΙ» (σελ. 62) έχω την εντύπωση ότι ο Κ.Α. συνομιλεί με τον επίσης ποιητή αδελφό του Μπάμπη Αναγιωτό και τα ομόθεμα ποιήματα του τελευταίου, που περιλαμβάνονται στη συλλογή του «Μνήμες μιας πόλης», 2013.

Γενικά, στα ποιήματα του Κ.Α. μιλούν οι εικόνες, τα χρώματα, οι γεύσεις και τα αρώματα. Ενεργοποιούνται όλες οι αισθήσεις. Με απώτερο στόχο βέβαια, τη νόηση και τον προβληματισμό. Π.χ. στο ποίημα «Ο παλαιός εμιγκρές», (σελ. 66) ανάμεσα σε άλλα, διαβάζουμε: «Όταν κατάκοπος / άναβε τσιγάρο / κι έπινε το πρώτο ποτήρι, / στα λοβία του / φώλευε η αλμύρα, / αδιάλειπτα οσφραινόταν ιώδιο. / Υπεράνω του / ίπταντο γλάροι».

Θα ήθελα όμως να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με μια από τις καλύτερες, κατά την άποψή μου, στιγμές του βιβλίου. Πρόκειται για το ποίημα «Τελευταία γραμμή αμύνης». Εδώ ο ποιητής πραγματεύεται την κυπριακή τραγωδία από το ύψος και υπό τα δεδομένα του σήμερα. Η αναφορά έχει να κάμει με τα ταυτοποιημένα οστά μέχρι πρότινος αγνοουμένων: «Χρόνια μετά, / το βόλι στο στήθος του / – μολύβι καυτό όπως τότε – / τ’ απέθεσε / κάτω απ’ τη μαύρη μαντήλα της μάνας, / που μεσίστια πλατάγιζε. / Την τρύπια του καρδιά / – φλογισμένη όπως τότε – / την άφησε / κάτω απ’ την ξώπορτα της αγαπημένης, / την ώρα που ιστορούσε για Ακρίτες / στα εγγόνια της» (σελ. 33).

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

Κυριάκος Αναγιωτός, «Ανέστιος και Λιθοξόος», Λεμεσός 2015

Μπήκε στον χώρο της Κυπριακής λογοτεχνίας με ποιοτικά άλματα

“Κυπριακή Βιβλιοφιλία”. Ιούνιος 2016

«Ανέστιος και λιθοξόος» τιτλοφορείται η δεύτερη ποιητική συλλογή του Κυριάκου Αναγιωτού, που κυκλοφόρησε προς το τέλος του 2015 και η οποία από πλευράς ποιότητας είναι σαφώς ανώτερη από την πρώτη συλλογή του, που έφερε τον τίτλο «Ως άνεμος επακμάζων» και η οποία κυκλοφόρησε το 2012.
Η δεύτερη συλλογή του Κυριάκου Αναγιωτού, που αρχίζει με το ποίημα ‘Ανέστιος’ και τελειώνομε το ποίημα ‘Λιθοξόος’, αποτελείται οπό 44 ποιήματα
τα οποία στο σύνολό τους περιέχουν υψηλού επιπέδου ποίηση. γεγονός που
εντυπωσιάζει το μεγάλο στ έκταση έδαφος που έχει κατορθώσει να κατακτήσει ο ποιητής στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας της Κύπρου και μάλιστα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα!
Φυσικά, ο Κυριάκος Αναγιωτός δεν είναι ουράνοκατέβατος στον χώρο της λογοτεχνίας, εφόσον η προπαίδεια του σε αυτή χρονολογείται εδώ και δεκάδες χρόνια, άσχετα αν ο ποιητής εισήλθε στην εκδοτική δραστηριότητα μόλις πρόσφατα.
Ποιήματα όπως τα Γόρδιος Δεσμός, Προς αναστενάρηδες, Περιοδικής κυκλοφορίας, Παγίδευση, Δελτίο καιρού ή ο θρίαμβος των οχετών, Σπονδές, Τελευταία γραμμή αμύνης, Ο παλαιός πολεμιστής, Οι αυτόπτες μάρτυρες, Απόδραση, Ταξίδι στο πουθενά, Ημέρα, Ο εξουθενωμένος άγγελος κ.άλ. είναι κατασκευασμένα από γνήσια και στέρεα υλικά, που συγκροτούν μία αληθινή ποίηση με αποτέλεσμα να συγκινεί και συναρπάζει τον
αναγνώστη τους Δίνω στη συνέχεια το ποίημα «Ο εξουθενωμένος άγγελος» που είναι κατά την άποψή μου, ένα από τα καλύτερα ποιήματα που υπάρχουν στην εν λόγω συλλογή

Καταπονημένος ο αρχάγγελος,
από τον άχαρο ρόλο του διαμεσολαβητή,
πέταξε σε ακτή ερημική.

Παρατώντας χάμω
την πύρινή του ρομφαία
έπλασε
μ’ ένα ξεχασμένο κουβαδάκι
έναν δικό του άγγελο,
από άμμο.

Μ’ ένα φύσημα
τον ζωντάνεψε
και διάδοχο του τον όρισε
επί της γης,
αφήνοντάς τον
δίπλα από έναν ερειπωμένο
τηλεφωνικό θάλαμο.
Για τις επείγουσες κλήσεις.

Μετά,
χάθηκε.

Ιδιαίτερη εντύπωση όμως προκαλεί στον αναγνώστη η γραφή που χρησιμοποίησε ο ποιητής για να φτιάξει τα ποιήματα του! Μια ποιητική γραφή που είναι εμποτισμένη σε όλες τις φάσεις της
ελληνικής γλώσσας (περιέχει στοιχεία από την καθαρεύουσα, τη δημοτική αλλά και την κυπριακή διάλεκτο) αλλά και σε όλα τα είδη της λογοτεχνίας με προεξέχουσα την τάση του προς την υπερρεαλιστική γραφή. Αξίζει εδώ να αναφέρω πως ο Κυριάκος Αναγιωτός χρησιμοποιεί σπάνιες και άγνωστες (σχεδόν νεκρές)
λέξεις τις οποίες αφού εντοπίσει, τις επαναλειτουργεί αρμονικά, με ένα υπέροχο τρόπο, μέσα στα ποιήματα του. .λέξεις όπως π.χ. βένθος λύμη ρύμες μερομήνια, περίνοια και άλλες.
Στον αναγνώστη που διαβάζει σήμερα γενικά ποίηση προκαλεί αίσθηση το γεγονός ότι η έμπνευση των νεότερων
Κυπρίων ποιητών δεν έχει ερεθίσματα από τα τραγικά γεγονότα (πραξικόπημα και τουρκική εισβολή το 1974), όπως συνέβη με τους παλαιότερους ποιητές που ανήκουν στις γενιές του 1970 και
I960. Στην ποιητική συλλογή «Ανέστιος και Λιθοξόος» όμως ο Κυριάκος Αναγιωτός έστω και ακροθιγώς, έστω και υπαινικτικά καταπιάνεται με την πρόσφατη εθνική τραγωδία που βρήκε το νησί μας. Δίνω ένα μικρό δείγμα από το ποίημα «Το πουλί με το τσακισμένο ράμφος «, που βρίσκεται στη σελ. 17.

«Την πρωίαν της Δευτέρας
στις οκτώ και δεκαεπτά ακριβώς
το πουλί
φορώντας, όπως όπως
το θαλασσί του πουκάμισο,
με το ράμφος ακόμη περιδεμένο,
τράβηξε για άλλες πολιτείες»

Ο Κυριάκος Αναγιωτός παρόλο που εμφανίστηκε, όπως ανάφερα ήδη αργά στα εκδοτικά πράγματα της Κύπρου, κατά περίεργο τρόπο, διαπιστώνω πως έχει στενή συγγένεια με την ομάδα εκείνη των Λεμεσιανών ποιητών που ήταν συσπειρωμένοι αρχές της δεκαετίας του ’80, γύρω από το λογοτεχνικό περιοδικό «Άμαξα» (Κώστας Μακρίδης, Ανδρέας Μακρίδης, Μάριος Αγαθοκλέους, Χρίστος Μελιδης, Δέσπω Μιχαηλίδου ) και οι οποίοι προσπάθησαν διακαώς ανεπιτυχώς όμως ν’ αναβιώσουν το υπερρεαλιστικό
κίνημα στην κυπριακή λογοτεχνία.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να κάνουμε και στα σχέδια του Άκου Αβραάμ που κοσμούν το εξώφυλλο του βιβλίου αλλά και τις εσωτερικές σελίδες του. Είναι σχέδια απλά, όμως εμπνευσμένα και λειτουργικά, που συνταιριάζουν και συμβαδίζουν αρμονικά με τους στίχους της συλλογής
Και μια λεπτομέρεια: Εδώ και λίγο καιρό έχω παραλάβει από την Αθήνα την τελευταία ποιητική συλλογή του Μανώλη Πρατικάκη ενός από τους κορυφαίους ποιητές της Γενιάς του 1970, η οποία
ονομάζεται και αυτή μονολεκτικά Λιθοξόος. Δεν ξέρω αν λέει κάτι αυτή η σύμπτωση. Απλώς καταγράφω το γεγονός.

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ

Μετά το Ως άνεμος επακμάζων (2012), ο Κυριάκος Αναγιωτός επανέρχεται με νέα ποιητική συλλογή υπό τον ευρηματικό τίτλο Ανέστιος και λιθοξόος [2015).
Με το που αρχίζεις να διαβάζεις τα ποιήματα της συλλογής νιώθεις ένα σφίξιμο στην καρδιά, που εντείνεται όσο προχωρείς καθώς αισθάνεσαι -μαζί με τον ποιητή- να καταρρέουν όλα γύρω σου, να διαρρηγνύεται η τάξη του κόσμου· αμετάκλητα καθώς,
όπως ομολογεί ο ποιητής από τον πρώτο κιόλας
στίχο «ούτε μια σπιθαμή ρωγμής /κατάψερα να συρράψω / τόσα χρόνια».
Κι ενώ περιφέρεται «εις τας οδούς των άστεων /ως άστεγος επαίτης». ανέστιος, και «ματαίως /αγναντεύ(ει) τον ουρανό/ για την έλευση των αποδημητικών πουλιών» κι «εναγωνίως / παρατηρ(εί) την εξαφάνιση / και των ενδημικών», «στο χώμα / κάτω από τα πέλματά (του) / αγέλες τρωκτικών/κινούνται ατάκτως» και «ραγδαίως/στο σώμα (του) / αυξάνεται η τριχοφυΐα» κι «αλματωδώς / ο κόκκυγάς (του) / αναπτύσσεται σε ουρά». Σαφής αναφορά σε μιαν αρνητική -μάλλον αντίστροφη- μετάλλαξη από τον άνθρωπο ξανά στο ζώο, μάλιστα σε κατώτερης μορφής ζώο, τρωκτικό που βυθίζεται στον υπόνομο. Κι αμέσως πιο κάτω, στο «τελευταίο δείπνο», η φρικιαστική αίσθηση εξαφάνισης της ζωής. Με τους αρχαιολόγους, σε ένα νέο κύκλο ζωής -αν υπάρξει- να «ψάχνουν απεγνωσμένα / για τον εντοπισμό / ενός έστω τεκμηρίου /που να συνηγορεί / για την ύπαρξή μου». Σε μια έκδηλη παραπομπή στο πρόσφατο οικονομικό
κραχ που, μέσα στη μακαριότητα μας. δεν βλέπαμε τη ρωγμή που χρόνια πριν άνοιγε διαρκώς, μέσα σε 25 μόνο λέξεις, αποτυπώνει το αίσθημα της ευρύτερης κατάρρευσης: «Άξαφνα τα όργανα πέτρωσαν στα χέρια των κιθαρωδών / Στα κρεματόρια
των αυτόματων ταμειακών αποτεφρώθηκε το δείπνο της τυροφάγου / μεσίστια κυμάτιζαν οι χαρταετοί ανήμερα των κουλούμων».
Τα μόνα που αντιστέκονται στη γενική κατάρρευση, τα φυτά, για την ακρίβεια και καθόλου ανεξήγητα, τα αυτοφυή φυτά: «Στα βράχια/μονάχα τα αυτοφυή κυκλάμινα/δεμένα πισθάγκωνα/αρνούνται να προδώσουν την άνοιξη», ενώ τα πουλιά μάταια προσπαθούν προειδοποιήσουν. Στο «πτηνό με το τσακισμένο ράμφος» το πουλί «σημασίας μείζονος/εκόμιζε μήνυμα/ γι αυτό απεγνωσμένα ράμφιζε/ των τηλεπικοινωνιών
τα πηνία και τα καλώδια». Με τα μάτια των πουλιών «από ψηλά / το χώρο επισκοπώντας» ο ποιητής ευκρινώς διακρίνει την αλήθεια. Αλλά μόνο με τη φωνή των πουλιών – τη φωνή της ποίησης- μπορεί να μιλήσει, μια φωνή που δεν λέει αλλά «σημαίνει», και που, ως τέτοια, «δεν προσμετράται» ως μαρτυρία, «στις αίθουσες των δικαστηρίων».
Εκείνο που ενώνει και καθιστά άρρηκτα δεμένα μορφή και περιεχόμενο στα ποιήματα της συλλογής είναι το ύφος. Το λόγιο αφηγηματικό ύφος, με λόγιες λέξεις κι εκφράσεις και λόγια σύνταξη πολλές φορές, προσιδιάζει στη θεματική ι ης συλλογής
σε τέτοιο βαθμό που έχεις την αίσθηση ενός χρονικού αναπόδραστων γεγονότων να οποία, με τη λιτότητα και την πυκνή λακωνική αφήγηση, ενεργούν άμεσα και καταλυτικά στη συνείδηση του αναγνώστη. Ο οποίος, μαζί με τον ποιητή, αποκτά συνείδηση της κατάρρευσης αλλά, όμοια όπως ο ποιητής, δεν βγάζει την ουρά του απ’ έξω γενόμενος κριτής από καθέδρας. Όπου το πρώτο ενικό πρόσωπο, εκεί ο ποιητής/αναγνώστης μέτοχος κι ένοχος στην πορεία της καταστροφής. Καθώς η επίγνωση από μόνη της δεν οδηγεί στην πράξη («ούτε μια σπιθαμή ρωγμής κατάφερα να
συρράψω τόσα χρόνια»), αισθάνεται πρώτα στον εαυτό του τα συμπτώματα της αντίστροφης μετάλλαξης προς το τρωκτικό. Κι ο ίδιος υφίσταται τις συνέπειες της απαθούς θέασης της καταστροφικής πορείας όσο νόμιζε πως δεν άγγιζε τον ίδιο.
«Απαθής διέκρινα/στη γωνία του δώματος/ τη μικρή φαιά αράχνη / […} αδιαφόρησα / για την προδιαγραφόμενη πλεκτάνη / του επιδέξιου θηρευτή». Τελικά όμως ο ίδιος ο ποιητής/αναγνώστης καθίσταται το πρώτο θύμα της καταστροφής καθώς
«μειδιώντας/και με προτεταμένες τις δαγκάνες/ προκλητικά μου επιδείκνυε/ την τεφροδόχο μου / η Μεγάλη Μελανή Αράχνη». Συνέκδοχα, κι όπου το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, ο ποιητής/αναγνώστης συμμέτοχος και συνένοχος στα όσα συμβαίνουν. «Αν και παιδιόθεν διδαχθήκαμε / για τ ην αναβροχιά / αν και συχνάκις δεηθήκαμε […] αδιάφορους μας άφηνε / η (απερχόμενη στάθμη των αποβλήτων/ Ουδόλως ανησυχήσαμε / όταν τα λύματα μούσκεψαν τα πέλματά μας /ακόμα και όταν ανήλθαν/στον αστράγαλο και την κνήμη …». Εδώ, σε μια καταπληκτική αλληγορία, αναστρέφεται η ιδέα του νερού. Αντί που πέφτει από τον ουρανό «ως εξαγνιστική βροχή, ανεβαίνει
απειλητικά όχι η επιφάνεια του ωκεανού όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα αλλά το νερό με τη μορφή των λυμάτων. Άλλο να ’ναι το νερό του ωκεανού «στην κάτω μας γνάθο» κι άλλο να ‘ναι «ο βόρβορος». Ανατριχιαστική γι’ αυτό και αποτελεσματική η εικόνα.
Σε παρεκβάσεις από το κυριολεκτικό ύψος του χρονικού ο ποιητής εισάγει ενίοτε το μύθο. Τον οποίο όμως η δημιουργική του φαντασία ανασκευάζει εντάσσοντας τον στη θεματική του χρονικού. Στον Εφιάλτη του Ιάσονα, για παράδειγμα, ο μύθος
παίρνει μιαν αντιηρωική τροπή όπου οι ήρωες τσακίζονται με τρόπο που ευτελίζει τα, κατά τον μύθο, ηρωικά τους κατορθώματα. Στο ποίημα οι δράκοι (του Αιήτη;)
-λέγε οι καλόγεροι- ως και τον Άη Γιώργη θα τον εξοντώσουν με απάτη και με τρόπο που απομυθοποιεί και τον Άγιο, ο οποίος εσφαλμένα εξέλαβε «τα μελανά μορφώματα των βράχων / ως ιερές εγκλείστρες / αντί για δρακοφωλιές». Σε μιαν άλλη αλληγορία στο περί νήσου πάθη η ανασκευή του μυθικού σχήματος
σταύρωση-ανάσταση υποδηλώνει την επί μακράν συνεχιζόμενη και με άδηλο τέλος εκκρεμότητα του πάθους στο οποίο οι δύο εκατέρωθεν της ληστές όχι μόνο δεν συμμετέχουν «μα και γλέντι τρικούβερτο έστησαν/με οίνο σε χρυσά κροντήρια»( το ποιοι
είναι οι ληστές μένει ανοικτό, παρότι η εικόνα παραπέμπει στο «οικονομικό θαύμα»).
Ωστόσο, του στρατιώτη που σκοτώθηκε το 74, όχι <ως μυθικού ήρωα αλλά ως συγκεκριμένης ατομικής συνείδησης, του διαστέλλει το μπόι δίνοντας του όμως μια πνευματική μάλλον παρά ηρωική διάσταση. Η ανάερη εικόνα «άξαφνα / η ανάσα του αναπέταξε / κι άδραξε απ’ τον ώμο / το τελευταίο αλαφιασμένο σύννεφο»-κατά
που θα ‘λεγε ο Ελύτης στον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας- σπάζει τον φραγμό των υλικών σωμάτων και δίνει στον σκοτωμένο στρατιώτη ιδεατή μορφή.
Ενώ ο ανέστιος του τίτλου παρουσιάζεται από τον πρώτο κιόλας στίχο και πορεύεται διαλεγόμενος με τον αναγνώστη, τον λιθοξόο κρατιέται μετέωρη η απορία σου ως τον τελευταίο στίχο της συλλογής για να τον βρεις. Είναι το σημείο όπου ο ποιητής καταθέτει την ποιητική του ταυτότητα, αυτήν του λιθοξόου, αφού πρώτα παραθέσει τα υλικά της δουλειάς του «λέξεις που τις θήλασ(ε) / από μαρμάρινο μαστό / […] που μία μία τις άντλησ(ε) από πηγάδια μυστικά», τα «αλεξίσφαιρα σύμφωνα» και τα «εκρηξιγενή φωνήεντα». Είναι μια ποίηση που καίει καθώς «από κλίβανον αποτέφρωσης ονείρων / μία μία έσταζαν στο χαρτί/ από τα πυρωμένα μου δάκτυλα / φλεγόμενες οι λέξεις» [η διαδικασία της τήξης). Είναι μια διαδικασία κατά την οποία τήκεται το σώμα από τη φλόγα που καίει μες στην ψυχή του ποιητή,
και μέσα από τον διάφανο πλέον θώρακά του αποκαλύπτονται «πορφυρές οι πύρινες γλώσσες», η ποιητική δημιουργία. Η αποτέφρωση των ονείρων» και πιο κάτω στο ίδιο ποίημα οι «απανθρακωμένες προσδοκίες» αποτελούν δομικά στοιχεία του
ποιητικού κλίματος μέσα στο οποίο κινείται ο ποιητής, ένας ανέστιος λιθοξόος.

3 Ιανουάριου 2016

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

Περιοδικό Διόραμα τ. 4 1-2/2016

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΕ ΠΡΟΣΦΑΤΑ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΕΣ ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ

Πώς αποτυπώνεται σε τέσσερις ποιητικές συλλογές Κυπρίων που εκδόθηκαν το 2015 η σχέση των ποιητικών υποκειμένων / ενδοκειμενικών ποιητών με την ποίηση και ποιοι προβληματισμοί διατυπώνονται γύρω από τον ρόλο τής ποιητικής τέχνης στην εποχή
μας.
Τα επίθετα στον τίτλο της ποιητικής συλλογής Ανέστιος και λιθοξόος του Κυριάκου Αναγιωτού (γ.1958) παραπέμπουν στις ιδιότητες του ενδοκειμενικού ποιητή-ομιλητή που βιώνει, αφενός, την ποιητική δημιουργία ως μία δύσκολη και επίπονη διαδικασία (με τη λανθάνουσα παρομοίωση
του ποιητή με τον τεχνίτη που επεξεργάζεται καλλιτεχνικά το μάρμαρο) και που βασανίζεται, αφετέρου, από την αίσθηση της αποξένωσης από την κοινότητα, τη συλλογική ζωή, την ομαδικότητα. Συνεπώς, στη συλλογή αυτή ο ενδοκειμενικός ποιητής είναι τοποθετημένος στο περιθώριο απ’ όπου σχολιάζει πότε με ειρωνεία πότε με σαρκασμό ό,τι τον προβληματίζει και τον
ερεθίζει. Ο ποιητής στη νέα συλλογή του Κυρ. Αναγιωτού περιγράφεται ως «άστεγος επαίτης ή γραφικός μουρλός» («Ανέστιος», σ. 11) και παρουσιάζεται να καυτηριάζει την προκλητική αδιαφορία των πολιτικών απέναντι στην ποίηση και τους ποιητές: «Ισχνή η φωνή μας/για να διατρυπήσει/την κάψουλα της αλαζονείας σας, / εστεμμένοι των εξωστών» («Μονόλογος ή διάλογος με απάντα συνομιλητή» (σ. 64). Στο ίδιο ποίημα είναι ευδιάκριτη η αντίθεση ανάμεσα στη στηλίτευση της υπεροψίας των πολιτικών και της κολακείας των παρακοιμωμένων και στην πικρία για το γεγονός ότι τα έργα της ποιητικής τέχνης περνούν απαρατήρητα, «οξειδώνονται από τον χρόνο»
και «λεκιάζονται από την ακηδία» (ό.π.). Η διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην κοινότητα των αναγνωστών εντοπίζεται και στο ποίημα «Ταυτότητα» (σσ. 72-73), όπου το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται με τις ιδιότητες του ορειβάτη και του ταξιδευτή και φυλάσσει τα μηνύματα του σ’ ένα μυστικό δισάκι, ενώ οι δυνητικοί αναγνώστες («ηνίοχοι και χαλινωτές») κατηγοροάνται με ειρωνεία ότι δεν γνωρίζουν- ούτε επιδιώκουν να μάθουν την τέχνη τής αποκωδικοπιησης των μηνυμάτων («περί αυτών,/ ούτως ή άλλως/νυχτωμένοι ήσασταν […]). Εξάλλου, στο ποίημα «Αδέσποτο σκυλί» μέσω της λανθάνουσας παρομοίωσης του ποιητή με αδέσποτο σκυλί
αποδίδεται η επιμονή του ποιητικού υποκειμένου να δημιουργεί και να εκφέρει τον ποιητικό του λόγο «πάνω απ’ τα χαλάσματα», να ψάχνει για επιζώντες και να ελπίζει για καλύτερες μέρες (σσ.83-84).Τέλος, στο ποίημα «Λιθοξόος», η άγρυπνη ποιητική συνείδηση του ομιλητή αγωνιά
και αγωνίζεται για την προστασία της μοναδικής της περιουσίας, που είναι η γλώσσα, ως μέσο της ελεύθερης σκέψης, του στοχασμού και της αμφισβήτησης όλων εκείνων των στοιχείων που αντιστρατεύονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια: «Άγρυπνος λιθοξόος / περιφρουρώ / σε βάρδιες
εικοσιτετράωρες /με στίχους πέτρινους /και τα είκοσι τέσσερα γράμματα» (σ. 86) Επομένως, στην ποίηση του Κυριάκου Αναγιωτού η ποιητική δημιουργία προσλαμβάνει τις διαστάσεις μιας υπεύθυνης και πολιτικής (με την ευρύτερη σημασία του όρου) πράξης, μιας διαδικασίας επώδυνης αλλά και λυτρωτικής, που το πρώτο υλικό της συνιστούν τα όνειρα, οι προσδοκίες, οι διαψεύσεις, οι ελπίδες και άλλες ψυχικές καταστάσεις που ο ποιητής-δημιουργός μεταποιεί σε τέχνη. Στο ποίημα «Η διαδικασία της τήξης» η ποιητική δημιουργία εξεικονίζεται ως αποτέλεσμα της αποτέφρωσης των ονείρων και της απανθράκωσης των προσδοκιών του ποιητικού υποκειμένου , που επίσης φλέγεται, με αποτέλεσμα τα οστά του να μετουσιώνονται σε «γυάλινα παραπετάσματα». Επομένως, από την ποιητική γραφή – τήξη δεν μορφοποιείται μόνο το νέο ποίημα αλλά και ο ίδιος ο ποιητής, στοιχείο που παραπέμπει στη σύζευξη ποίησης και ηθικής, που εντοπίζεται σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής Ανέστιος και λιθοξόος του Κυριάκου Αναγιωτού.

Ανδρέας Κούνιος

Εφ. “Η Αλήθεια”  19.1.2016

critic_ak-01-1

Σχολιάστε

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ