ΠΑΝΟΣ Κ. ΘΑΣΙΤΗΣ

ΘΑΣΙΤΗΣ

 

Γεννήθηκε στον Μόλυβο της Λέσβου το 1923. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες από τα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας. Προερχόταν από οικογένεια ναυτικών. Το 1930 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Τελείωσε τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και εργάστηκε ως δικηγόρος.
Ενώ ήταν φοιτητής, στα χρόνια της γερμανικής κατοχής συμμετείχε στη συντακτική ομάδα του φοιτητικού περιοδικού «Ξεκίνημα» με το ψευδώνυμο Νικόλας Νάρβας (15 Φεβρουαρίου – 15 Οκτωβρίου 1944, αρχισυντάκτης ήταν ο Μανόλης Αναγνωστάκης), ενώ ήταν και αρχισυντάκτης (1943-1944) του περιοδικού «Λεύτερα Νιάτα» που εξέδιδε η ΕΠΟΝ. Την περίοδο Μαρτίου – Ιουνίου 1945 σε συνεργασία με τον Μ. Αναγνωστάκη και τον Γιώργο Καφταντζή εξέδωσαν το περιοδικό «Φοιτητής».
Το πρώτο έργο που παρουσίασε ήταν το ποίημα «Έτσι είναι πάντα», στο «Ξεκίνημα» (τεύχος 1, 15 Φεβρουαρίου 1944). Λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων στάλθηκε εξορία στον Άη Στράτη και στη Μακρόνησο την περίοδο 1947-1950. Την περίοδο 1962-1964 ήταν μέλος του δ.σ. του συλλόγου «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης. Κατά τις περιόδους 1974-1977 και 1981-1984 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Έγινε και πρόεδρος του δ.σ. του ΚΘΒΕ την περίοδο 1984-1986.
Δημοσίευσε μελέτες και κριτικές γύρω από τη λογοτεχνία στα περιοδικά «Καινούρια Εποχή», «Νέα Εστία», «Ο Πολίτης», «Αντί», «Ελεύθερα Γράμματα», «Η συνέχεια», «Ο παρατηρητής» και στην εφημερίδα «Καθημερινή». Επίσης στα περιοδικά «Κριτική» και «Νέα Πορεία», όπυ υπέγραφε με το ψευδώνυμο Βασίλης Νησιώτης.
Από τον Δήμο Θεσσαλονίκης του απονεμήθηκε το 1951 το Βραβείο Ποίησης. Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το 1982 συμμετέσχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης, που διοργανώθηκε στην πόλη Struga της πρώην Γιουγκοσλαβίας.
Το 1983 συμμετέσχε στο Διεθνές Συνέδριο Ποίησης του Βελιγραδίου ως τακτικός σύνεδρος και εισηγητής. Ήταν μέλος των επιτροπών του ποιητικού διαγωνισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης (1960) και του θεατρικού διαγωνισμού του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (1964). Ακόμη υπήρξε μέλος της οργανωτικής επιτροπής του θεσμού «Βαλκανικό Θέατρο» (1980) και της επιτροπής μελέτης και αναθεώρησης των ελληνικών κρατικών σκηνών.
Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά, σουηδικά, πολωνικά κ.λπ.).
Ασχολήθηκε επίσης με τη θεωρία και την κριτική της λογοτεχνίας. Είναι ο συντάκτης της πρώτης μελέτης εφαρμοσμένου κριτικού λόγου για το «Άξιον Εστί» του Ελύτη με τίτλο «Οδυσσέας Ελύτης (Η συνείδηση του ελληνικού μύθου)» το 1961.
Πέθανε στη Θεσσαλονίκη στις 21 Αυγούστου 2008, σε ηλικία 85 ετών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Δίχως κιβωτό (1951)
Πράγματα (1957)
Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962)
Εκατόνησος (1971)
Ελεεινόν Θέατρον… (1980)
Σχιστολιθικά (1974-1979)
Γύρος στην ποίηση (1966, δοκίμια)
7 δοκίμια για την ποίηση (1979)
Τα δοκίμια 1957-1983 (1990)

βιβλιο

 

ΔΙΧΩΣ ΚΙΒΩΤΟ (1945-1949)

 

ΠΡΩΙΝΟ

Γύφτισσα ζωή
Με χιλιάδες κουδουνάκια στ’ ανεμισμένα παρδαλά φουστάνια σου
Μοσκοβολάς χωράφι και φιλί
Και σε περνούν στις χαίτες τους χαράματα στην πόλη
’Άλογα γοργά ζεμένα σε γλυκοτριζάτες σούστες.

Χείμαρρε από μήλα που αλογάριαστα κατρακυλάς
Στους παχνισμένους δρόμους
Ανάμεσα στα χρυσά κρόσσια της αυγής
Και στις ξυπόλητες πατούσες των παιδιών
Γερό το χέρι να ’ναι πάντα
Ζωή για να σ’ αδράχνει
Καθώς η χούφτα τ’ ανυπότακτο βυζί.

 

ΕΦΗΒΙΚΟ

Είσαι το σχήμα ανάμεσα στη νύχτα και στον άνεμο
Είσαι το βούισμα του ίσκιου μου που σέρνεται μεσάνυχτα
Πλάι σ’ αυτές τις θεόκουφες ράχες των σπιθών
Το κουρέλι είσαι της χίμαιρας που το κρατώ στα χέρια μου
Χωρίς να το βλέπω.

Είσαι τα εκατομμύρια φιλήματα μιας θάλασσας χειλιών
Ογρής πυρωμένης
Που φλοισβίζει στο μάγουλό μου το σκαμμένο.

Εσένα φωνάζουν είκοσι χρόνια τώρα
Κάτι αμολόγητοι στίχοι που ανεμίζουν τεντωμένοι στης φλέβας το σκοινί
Και σε γυρεύουν σ’ όλα τα παραθύρια της άνοιξης
Σ’ όλες τις καταιγίδες
Σ’ όλα των προγόνων τ’ αγκαλιάσματα
Να ’ρθεις να σαρκώσεις τον ίσκιο μου
Για να ’σαι ο ίδιος ο εαυτός μου
Κι όταν εσύ πεθάνεις να πεθάνω.

 

ΓΥΝΑΙΚΑ

’Έρχεσαι δυνατή ζεστή αγαπημένη
Σαν τη νοτιά μεσάνυχτα του Αυγούστου
Από σάρκα κι άνεμο γυναίκα.

Έρχεσαι χορεύοντας
Πάνω στα γυμνά στιλέτα του πάθους σου
Ξεντύνεσαι τους ίσκιους
Κι ολόγυμνη σαν το κύμα ζυγώνεις
Αλαφροτρέμοντας.

Έρχεσαι! Έρχεσαι!
Όμως εγώ είμ’ ένα πνεμάτι αράχνης στη μασχάλη του φθινοπώρου
Που δε μπορεί ν’ αγγίξει ο ερχομός σου
Αν και περνάς από μέσα μου γλυκοσφυρίζοντας
Αν και τα μάτια σου παρακαλάνε
Χαμηλώνοντας κατά τη μαλακιά δοξαριά του δέρματός σου
Αν και κάθε αυγή
Δένω τις σπασμένες κλωστές μου
Και περιμένω να ξανάρθεις και να ξαναφύγεις
Σαν τη νοτιά
Από σάρκα κι άνεμο γυναίκα.

 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ’ΡΘΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

Πρέπει να ’ρθει η άνοιξη με τ’ αμέτρητα άγουρα στηθάκια της
Και με τα σκουλαρίκια της τα κρυσταλλένια
Με τα γοργά της βήματα που ξυπνάνε τις ελπίδες
Με τη γαλάζια κραυγή της
Γιατί δεν πρέπει τώρα να φωνάξω
Κι εσύ δεν πρέπει τίποτα να ψιθυρίσεις
Τίποτα δεν πρέπει ν’ ακουστεί για την ερημιά των ματιών σου
Όπου παγώνει ασάλευτη το σχήμα της η απελπισία
Για το νεκρό σου δέρμα για τα νεκρά μαλλιά σου
Για του κρεβατιού σου τα τέσσερα σίδερα
Γι’ αυτά τα νιάτα που κρέμονται στον ίσκιο σαν τ’ άδεια ρούχα
εκείνων που πέθαναν
Γι’ αυτόν τον απερίγραπτο χειμώνα.

 

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Ήρθες και τίποτα δεν άντεξε πλάι σου
Έφυγες και τίποτα δε χάθηκε μαζί σου
Στα χέρια μου κρατώ και την ελπίδα και τη μνήμη σου
Το αίμα μου περνάει μεσ’ από σένα
Μοίρασα τον ίσκιο μου με σένα
Τίποτα δε μου λείπει· γιατί τίποτα δε χάθηκε μαζί σου.

 

ΜΕΡΕΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Άσε με να πιστεύω
Πως μπορούμε να κινήσουμε από δω
Όπου μασούμε τον ήλιο με τα δόντια μας
Και διώχνουμε το φως απ’ τα δωμάτιά μας ως να μας λησμονήσει.
Εδώ τα ξέρουμε και τα μισούμε όλα
Σαν τις χαρακιές του προσώπου μας
Και σαν τους τάφους τους οικογενειακούς
Όλο πικρή σοφία
Σαν την πανάρχαιη Καλημέρα
Χάρτινο χαμόγελο και προδοσία κι επιμονή.

Άσε με να πιστεύω
Πως πέρ’ από το σύρμα του ορίζοντα
Δε θα μας αγαπούν μήτε θα μας αρνιούνται,
Να πιστεύω
Πως υπάρχει αλλού ένα δέντρο
Άξιο για τα νεύρα του κεραυνού
Ένα μαχαίρι που δε γνώρισε σπλάχνα
Κι ένα ποτήρι μ’ απρόσιτα χείλη
Να πιούμε!

 

ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

Εδώ, στα χαμηλά, τελειώνουν τ’ άστρα
Εδώ και τ’ απόσταγμα κάθε χαρούμενης ώρας σου
Εδώ τραβιέται και μαυρίζει το πρόσωπο του Μάη
Τάξε
Θα το βρεις μες στα κουφά νερά.

Αν θυμηθείς, έλα στις στέρφες όχθες τους που δε σε περιμένουν·
Εδώ, κάτω απ’ τις φυλλωσιές της λάσπης με κάτι κατάστιχτα
Σκισμένα λείψανα
Θα στήσεις πάλι τον πιο παλιό ουρανό σου
Τον πιο γλυκό.

Άλλα ποτάμια τυλιγμένα σ’ ασημένιες γούνες
Κλέβουν τα όνειρά σου
Άλλα ποτάμια κλέβουν τα όνειρά σου
Κι εδώ καθίζει το αίμα σου αχρηστεμένο
Δίχως καμιά περιττή φωνή.

Ακάθαρτο νεύρο!
Πότε βουερό πότε παράλυτο
Αδιάφορο κερδίζεις τους αιώνες
Μαγνήτη άγγελε σε κάθε τέρμα.
Τώρα μ’ ένα πρόσωπο τόσο κάθετο
Τόσο γυμνό από έλεος και υποταγή
Ακούω τ’ ανάβρυσμά σου μέσα στο πιο διάφανο κρύσταλλο
Πάω να πιάσω τ’ άσπρο μήνυμα καθ’ ελπίδας
Σ’ ακούω να ξυπνάς και να φτάνεις.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ

Ένα κορίτσι πέθανε π.χ.
Τα πλήθη τ’ απατούν και τα προδίνουν
Το σύμβολο του αυτόχειρα νύχτα πατά στις στέγες σα σειρήνα
Και δείχνει το δρόμο στους απελπισμένους.
Τόσο παλιά όλ’ αυτή η ιστορία μιας αναπότρεπτης ατυχίας
Κι όμως πάλι την ακούς
Σα μια φωνή ραγισμένη που έρχεται από πολύ μακριά.

Μόνος σ’ αυτό τον κάβο της σιωπής
Μακριά απ’ τον αιώνα και το σώμα μου
Πέρα απ’ τη νεκρή πληγή που άνοιξα στον χάρτινο ουρανό
Σε βρίσκω θλίψη μου
Παντέρημο απολίθωμα τόσης περασμένης δυστυχίας
Πικρή αιωνιότητα
Να χάνεσαι στο μέλλον μαζί μου.

 

ΑΠΟΓΕΜΑ

Ανεπίληπτος ουρανός
Ακίνητος
Τέλειος σαν κύκλος: απελπίζει
Απρόσιτη απόλαψη για μένα που τον βλέπω
Μες από ένα ύφασμα
Όπου καθίζει η στέρηση κι η φρίκη.

Και στο βάθος αόριστα
Να περνάς ανάγλυφο κατ’ απ’ το χνούδι τ’ ουρανού
Σαν αιφνίδια ταραχή πίσω απ’ τις κουρτίνες
Σώμα αγαπημένο
Πιο μακρινό πιο ανύπαρχτο απ’ τ’ απόγεμα που σβήνει.

 

ΘΥΜΗΣΟΥ ΦΙΛΕ

θυμήσου φίλε τις πικρές νύχτες της αλητείας
Δίχως σκοπό δίχως καπνό δίχως στέγη
Μέσα στους δρόμους να γυρνούμε διαλυμένοι
Και τα κλειστά παράθυρα τα φωτισμένα
Να κοσκινίζουν θαλπωρές τόσο κοντά
Και τόσο αφάνταστα μακριά μας.

θυμήσου τα ξένα δωμάτια που κοιμηθήκαμε
-Ήταν όλα τόσο ξένα!
Χιλιάδες άγνωστοι πριν από μας
Είχαν αφήσει μέσα τους μια αίσθηση δρόμου
Τις απόμαχες πόρνες μπρος σ’ ένα τζιν φτηνό θυμήσου
Ν’ ανοίγουν κάτω από τα πόδια μας χάη ερημιάς.

θυμήσου φίλε το κορίτσι που μας ήρθε απ’ την πατρίδα
Κάποτε τόσο ελεύθερο
Με ιδανικά με κοσμοθεωρία με αέρα
Αχ το κορίτσι που μας ήρθε απ’ την πατρίδα
Μέσα στα σκέλη του αθλητή
Στο Ξενοδοχείο των Ρόδων να εξοκείλει.

θυμήσου αυτά τα πράγματα κι αυτά τα πρόσωπα μιας παρακμής
θυμήσου μια ζωή που αγάπησες και μίσησες
Μαζί μου.

 

ΓΥΡΙΖΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Γυρίζει ο καιρός
Πάλι βροχή
Σ’ αυτό το λυπημένο σταυροδρόμι των ανέμων
Οι ελπίδες φεύγουν σα βρεγμένα σύννεφα
Κι η νιότη μας μια παγωμένη σκόνη πια.

Γυρίζει ο καιρός γυρίζει
Ένα κουβάρι άνεμοι χορεύουν μεθυσμένοι στην αντένα
Και μας ξεκουφαίνουν.
Πάλι μπορεί να πέσει μπορεί να πέσουμε κι εμείς
—Μ’ όλο το αίμα μου θα βάψω τ’ άσπρο φουστάνι που φορείς.
Τα πλευρά μας άνοιξαν οι βροχές μας δέρνουν
—Απάνεμοι κύκλοι πηγαδιού σε φέρνουν και σε παίρνουν.

Απλό μαχαίρι τ’ ουρανού
Ρίχνει τη στέγη μας.
Ρίξε το πρόσωπο στα χέρια
Τίποτα πια δε μένει.
Όμως μην κλάψεις:
Θα ’ναι πάρα πολύ.

 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Αύριο δε θα ’χουμε μήτε ένα ξένο σπίτι
Μήτε ψωμί μήτε φίλους.
Διάβηκε η ζωή μες απ’ τα χέρια μας
Και μας τα πήρε.

Δεν ξέρω αν είμαστε οι πιο δυνατοί οι πιο περήφανοι
Οι πιο αγνοί
Και μείναμε σαν δέντρα η σαν κάμποι
Στην ερημιά
Πιστοί στον εαυτό μας, οι τελευταίοι μιας εποχής…
—Ποιος τα ρωτάει αυτά;
Κι άλλωστε τι ακριβώς ήταν αυτός ο εαυτός μας
Έτσι μοιρασμένος σε σκοπούς και σχέδια αντιφατικά;

Σαν όλους τους νικημένους κουρασμένοι και κουραστικοί
Βέβαιοι για τη μάταιην ιστορία μας
Που διάβηκε παράξενα, απλώς παράξενα
Σα γέροι πελαργοί θα μείνουμε κρυφά στα βαλτοτόπια
Κοιτάζοντας για τελευταία φορά στον ουρανό, της νιότης μας τους
παγωμένους δρόμους
Μόνοι μ’ έναν θάνατο που κανείς τη θλίψη του δε θα τη μάθει.

Ήχοι συρτοί «χαμαί πέσαι… Φοίβος… απέσβετο»
Σαν καταχνιά παγώνουνε τα γόνατά μας.

 

ΒΥΘΟΣ

Ας μην τραγουδώ
Ας μη βλέπω πια τη χλόη που ήρεμη ανασαίνει μες στους
κάμπους
Μήτε τα πρόσωπα των γυναικών με το φανταστικό τους βάθος
Μήτε τη ζωή με τις μεταρρυθμίσεις.
Ξέρω τώρα την καταγωγή των θλιμμένων πηγών
Γιατί κλαίει η τόλμη μπρος σε μιαν απόσταση δίχως όνομα
Γιατί πέρα από κάθε ύψος αρχίζει νέο ύψος νέα απελπισία.

Οι παλιές ελπίδες: άσπρες φυλακές
Ελεύθερος πια δεν ελπίζω.

Πίσω απ’ την αιώνια τη χαρούμενη αυταπάτη των επιφανειών
Ο δίδυμος Αδάμ σηκώνει τα μεσάνυχτα ανεμόσκαλες
Γυρεύοντας χαμένους πλανήτες, την ουσία του κόσμου
Που σωπαίνει σα φεγγαρίσιο φέγγος
Μες σε πηγάδια μυστικά.

Νικητής και νικημένος σταματώ: Δεν υπάρχει τίποτα πιο πέρα η αύριο
Απ’ αυτόν το δρόμο που γυρνάει στην αρχή του
Περνώντας από τη ζωή στο θάνατο ολοένα
Με θρήνο και με σιωπή παγωμένος η καμένος
Ζώνοντας μ’ άπειρο ρίγος τους αιώνες
Γεμάτος παράξενους οδοιπόρους.

…Πάνω σε πεδιάδες απ’ ασβέστη με το σχέδιο μιας νέας θλίψης μέσα μου
Όμοιος με μια σταλιά καφέ
’Αδιάκοπα απλώνω.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (1950)

 

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Ερχόμαστε από πολύ μακριά.
Φορούμε χιτώνια που άνθρωποι καλοί μας δώσανε στο δρόμο.
Δεν τραγουδάμε, δεν ονειρευόμαστε, δεν κοιτάζουμε πίσω·
περπατούμε.

Τα βράδια στην περίμετρο της πόλης
ενθ’ αμαυρούται και σιγά η ζωή,
πάνω στα χέρια μας περνούμε γυμνό
μιας φρίκης σταθερής το σώμα
που τ’ αντέχουμε μόνο εμείς.

Με αριθμούς διαλύουμε τη μαγεία της νιότης
του έρωτα τη μαγεία.
Μες στο σκληρό μυαλό μας σηκώνουμε
το είδωλο τού κόσμου αληθινό.

Φως πραγμάτων περιρρέει τη ζωή μας που αποσύρθηκε
όταν η αρετή σκοτώθηκε κι απ’ το καλό κι απ’ το κακό.

 

ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο
τμήματα σπιτιών και δρόμων,
ακούω φωνές, αποσπάσματα ομιλιών,
στίγματα που αναζητά η αίσθησή μου, απαθή·
αθανασία ασήμαντη πραγμάτων χωρίς μνήμη
που δεν περνούν, καθώς εμείς οι άνθρωποι περνούμε.

Στέκομαι και βλέπω απ’ το παράθυρο…

Πόσο πουλάνε τα μαντίλια στο λιμάνι;
Μαντίλια γι’ αποχαιρετισμούς που φεύγουν
απ’ τα χέρια σαν πουλιά
σαν άνθρωποι που γίνανε πουλιά και μας γυρεύουν
άνθρωποι που δεν υπάρχουν πια και μείς δεν τους αποζητούμε·
άνθρωποι μαντίλια άνθρωποι.

 

ΜΟΝΑΞΙΑ

Όλοι ανακαλύπτουμε μια μέρα κάτι
χάνουμε κάτι
δίνουμε και παίρνουμε τις ίδιες μαχαιριές.
Όμοια τα στίγματα στα πρόσωπά μας.

Αλήθεια,
θα μπορούσε να ’μαστέ φίλοι, θα μπορούσε…
Αν σε μιαν ελάχιστη στιγμή
μαύρο ξαφνικό λεπίδι δε χώριζε τη συντροφιά μας
στα δυο·
εγώ απ’ εδώ, σ’ ενός έρημου κύκλου τη μέση
τρομαγμένος
χαμένος
απελπισμένος
κλαίοντας γοερά πάνω σε νεκρούς που δεν ξέρετε
ή που σκοτώσατε οι ίδιοι•
και σεις εκείθε ανέπαφοι, αφάνταστα μακριά μου.

Δεν ήρθαμε
Δε θα φύγουμε μαζί.

 

ΧΡΟΝΙΚΟ

Εδώ η ζωή σκότωσε τη ζωή.
Μέσα στους δρόμους μας δεν περπατούν γενναίοι.
Συντροφιές δολοφόνων περισφίγγουν τούς αστερισμούς.

Απ’ τούς εξώστες των εφημερίδων βγαίνουν κάτι τρομεροί κύριοι
γράφουν στον ουρανό μεγάλα μαύρα γράμματα
κι αποσύρονται.

Από χέρι σε χέρι ξένο, διασχίζουμε το μέλλον
περίπου ασφαλώς,
άνθρωποι ξοφλημένοι
αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας δίχως φρίκη πια
μέσα σ’ αυτά τα στεγανά ομοιώματα
που περιφράζουν τον ουρανό
μέσα σ’ αυτούς που ανταλλάξαν τη ζωή
με μια διαδοχή συμμετρικών τακτοποιήσεων.

 

ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΣΗ

Χωρίς να καταλάβω με βρήκε η νύχτα πάλι,
όλη τη μέρα πόσο περίμενα να ’ρθει
κάτι καινούριο θα ’ρθει μαζί της είχα ελπίσει,
«ή νύχτα πάντα φέρνει κάτι καινούριο» είχα σκεφτεί.
Η αυγή με βρίσκει πάλι, μέσα στους δρόμους μόνο
μπροστά μου ξένα σπίτια, θαμμένα αποβραδίς,
σπασμένος φωνογράφος μέσα στο καφενείο
όλη τη νύχτα το ’λεγε «ζητιάνος της ζωής…».

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Ήταν ένας δρόμος φωτεινός και καθαρός,
κι όμως ένιωθα τα κράσπεδά του -ήταν- σαπισμένα,
βαριά από λείψανα φριχτά.

Το πρόσωπό μου ηλιόλουστο, όμως κομμένο στα δυο
και στη βαθιά ρωγμή του μέσα
ο Γ. Φ. ο γίγας «η πλούσια καρδιά»
βρέθηκε τάλληρα γεμάτη και ποιήματα δεκάρας·
ο Κ. Μ. ο σιωπηλός, ο αδάμας, ο υπεράνω
τώρα κύριος μιας βρωμερής περιοχής
οδεύει σε λόφους σκουπιδιών και σκούζει:
παρίσταται κρίση συνειδήσεως
υπό το φως της σελήνης,
ακόμα!

Στα σπίτια η ζωή συνεχίζεται.

 

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ακούω ακόμη τη φωνή της -είν’ ένας άνθρωπος κάθε φωνή-
«γύρισε!»
Με κρατούσε κι ένιωθα πως κρατούσε τη ζωή της.

Τώρα παντού η τρομερή φωνή της
τρύπα τους τοίχους, τρύπα το χρόνο,
αποσύρεται, επιστρέφει, αποσύρεται.
Τώρα παντού το φτωχό της είδωλο τ’ αγαπημένο
που συναντώ τα βράδια και το χάνω μες στους δρόμους.

Σ’ όλο τον κόσμο το βάρος ενός ανθρώπου
που ήρθε τόσο κοντά μας.

 

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΤΩΝ ΜΟΪΚΑΝΩΝ

Στους φίλους

Άνοιξαν οι πύλες
απροσδόκητα,
όμως χωρίς βιάση καμιά,
βουβές·
-μόνον οι πιο ευαίσθητοι άκουσαν κάτι,
σαν πτώση εντόμου, στο δάπεδο, νεκρού·
και διάβηκεν η συντροφιά μας.

Βήματα σταθερά, καθαρά περιγράμματα,
μέταλλα στα μάτια
εμείς, σταθήκαμε στην αγορά -οι έμποροι είχαν φύγει·
κάτι περαστικοί συνάχτηκαν σ’ ένα γύρο σκοτεινό.
Ο πιο λαμπρός μας πάει μπροστά και λέει:
«Τώρα ο τρομερός χαλκός των σαλπίγγων θα ηχήσει,
αποσύρεται το τίμιο βάρος μας
κι απ’ το φτωχό τελώνη κι από τον φαρισαίο·
ωραίοι άνθρωποι, η ζωή σας δεν είχε τόπο για μας,
ήταν πιο μικρή από μας, αφού δεν έχει πίστη
να πολλαπλασιάζεται, να διαρκεί
η ν’ άπατά
και δεν αντέχει στον καθρέφτη.
Δεν έχει αγνότητα και σαπίζει
θεούς δεν έχει μήτε καν να τους πυροβολεί
μήτε φως αγάπης άπτεται αυτής·
Αποσυρόμαστε νικώντας -νικώντας;»

Ήταν η φωνή του ένας ρυθμός κυκλικός,
αδιάκοπος, απαλός
τρομερός,
διαπερνούσε το κάθε τι:
ήταν για τη γη και για τον ουρανό.
Κάποιοι κίνησαν να ’ρθούν
να προστεθούν στη συντροφιά μας
«Μη μας εγγίζετε
μη μας ακολουθείτε
μη μας βλέπετε
μη μας ενθυμείσθε.

Είμαστε ανεπανάληπτοι».

 

ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΗ ΓΗ

Διαγράφεται σπίτι χαρωπό
άσπρο με κόκκινη στέγη, με πηγάδι και λαχανόκηπο.
Η γη αποθέτει μέσα του της ευωδιάς της το μυστικό·
πουλάρι του δρυμού γλύφει το ξύλινο κατώφλι του τις νύχτες
φέρνει κι αυτό το μυστικό της απλής του ζωής·
τ’ άστρα χαμηλώνουν, έλκονται μες στο νερό που αγρυπνεί.
Μπορούμε να κατοικήσουμε.

Το ποτάμι περνάει απ’ εδώ
μες από καλαμιές και θάμνους που όνομα δεν έχουν
μες από χόρτα που προσφέρουν μ’ αγάπη ό,τι έχουν
περνάει κι από μας και δε μας ξεχωρίζει.
Πλένει τα πόδια των πουλιών, τ’ άλογα ξεδιψάει
ποτίζει -όσο μπορεί- τα χωράφια
δεν έχει θρύλους μήτε όνειρα τα βράδια·
είναι νερό
κάνει καλά τη δουλειά του
κουράζεται
κοιμάται.

 

ΕΛΠΙΔΑ

Υπάρχουν οι πηγές που γεννούν τοσ’ αεράκια
υπάρχουν δάση όπου τ’ αθώα πρωινά ανασαίνουν φίλοι·
οι πνοές τους φθάνουν ως εμάς και μας γλιτώνουν
φέρνουν μηνύματα της χλόης και του νερού
φέρνουν την ακοή των δέντρων που τα κρατούν απ’ τη μασχάλη
παραμύθια, τα βαριά παπούτσια τους τα λιώνουν
αέρας μπαινοβγαίνει στα ριζά τους
τα κλαδιά τους γέμισαν πανιά,
οι βυθοί της θάλασσας ξυπνούνε μες στα δάση
αλλάζει τάξη ο κόσμος, αγκαλιάζεται σφικτά
χαίρεται η φωνή μας φίλοι
δικό της το φάρδος της ημέρας
Θα ’βρει πίστη και θα ζήσει·
υπάρχουν παντού ο ουρανός και τα παιδιά.

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2) – ΑΡΙΘΜΟΙ
(1958-1960)

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ (2)

Ο ΣΟΒΑΣ

Σώριασαν τα χαρτιά
επάνω στα χαρτιά
λόγια και λόγια
στα λόγια·
τις παλιές σκεπάσαν
με καινούριες μάσκες
με άλλον ασβέστη
τον ασβέστη.

Είπαν φωλιές
τους τάφους των πουλιών,
ψηλά σκόρπισαν τα φτερά τους
κι είπαν -φωνάζαν- πως είναι
πουλιά
οι άδειοι ίσκιοι.

Μόνο τ’ αγάλματα
μείναν αγάλματα
δείχνουν ποιοι είμαστε
μας παίρνουν, αμίλητοι άγγελοι,
τις νύχτες στα φτερά τους.

 

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Δεν υπάρχει φωνή
Δε λάμπει φωτιά· η νύχτα
είναι σκοτάδι και το πιάνεις.
Ο αέρας στέκεται -θύρα κλειστή
Οι άνθρωποι στέκονται, γνωρίζονται
από τις πλάτες τους· τη μέρα μιλούν
καθένας μόνο τη σιωπή του ακούει.

Φαίνονται από το κιγκλίδωμα πίσω
τεμαχισμένοι.
Ένα μακρύ σίδερο, από ώμο σε ώμο πέρα ως πέρα,

Το κεφάλι τους.

 

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ

Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι
στη μέση ο δρόμος
στο δρόμο το φανάρι
απ’ το φανάρι κάτω η σκιά του
πίσω απ’ το σκοτεινό βουβό πανί.
Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα· στο δρόμο
τα λεωφορεία η Τροχαία
οι άνεργοι.

Ανάβει το φως·
ο πρωταγωνιστής σηκώνεται μες στο κουτί του
βγαίνει
ακουμπά στο φανάρι
βγάζει το καρφί σπάνει το ξύλο
ξεκολλά το κεφάλι του
τ’ ακουμπά κάτω, λύνει τα μέλη του
ένα-ένα.
Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους,
με χέρια και πόδια που κλαίνε.
Ανεβαίνει, ανεβαίνει το αίμα
το Σεράι βουλιάζει
το καλύβι πλέει.

Όμως ο θεατρώνης φτάνει.
Σβήνει το φως
κολλά τα χέρια κολλά τα πόδια
κολλά το κεφάλι καρφώνει το ξύλο
ξεθάβει το Σεράι
κατεβάζει το καλύβι
πλένει τα αίματα
ανάβει πάλι το φως

«Άρχοντες μου!…»

 

ΚΑΤΑΔΥΣΗ

Ήρθαν τα νερά
κι ο κόσμος του νερού,
τον πήραν
στους αιώνες των αιώνων.

Η άμμος του πήρε
τα μάτια,
βουβά της αχιβάδας μάρμαρα
σκεπάζουν
το κορμί του.

Το φως του ήλιου
σώθηκε, όμως εν’ άλλο φως
γεννιέται εδώ κάτω·
αόρατοι βασιλικοί καθρέφτες το συνάζουν
αμέτρητα πουλιά το μοιράζουν παντού.

Τιμωρά πελαγίσια τύμπανα
το αγγέλλουν.

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Του φεγγαριού βροχή ασημένια
πάνω στους μεθυσμένους ώμους του νερού
ως πέφτεις, από το σιωπηλό της πλώρης μας δρεπάνι
θερισμένη, πιο βαθιά
κι απ’ τη θνητή ψυχή μας φτάνεις.

Στενάζοντας σε δέχεται ο βυθός κι ανοίγει
Κύμα το κύμα η άμμος σε φιλεί
Όλα τα δάση των φυκιών λυσίκομα κυλούνε
και κυλούνε αγκαλιασμένα.

Κι ο πελαγίσιος Πάνας ο ερμαφρόδιτος ο αχτινωτός
στα βουβά των κοχυλιών κατώφλια σκούζει.

 

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΦΤΕΡΩΝ

Πιο πάνω απ’ το φεγγάρι
πέταλα ενός άνθους
που μαδά βαθιά στον ουρανό
-κανένας δεν το βλέπει-
λείψανα απ’ τις φτερούγες ίσως
του νεκρού Αρχαγγέλου
-κανένας δεν το ξέρει—
αγέρας μας φέρνει
αγέρας μας παίρνει
είδωλα της μιας στιγμής.

Ακούστε το θρήνο απ’ την κοιλάδα
τ’ αγαπημένα ονόματα στα δόντια της τίγρης
τους κρίκους της ζωντανής αλυσίδας
που η αόρατη βαριά συντρίβει.
Τίποτε δε μας εγγίζει εμάς,
μες στο γοργό δίχτυ των ίσκιων μας
τίποτε δεν απομένει.

Όταν το φως στ’ αλύγιστα κοντάρια του
σηκώνει τον ήλιο
τα εύθυμα της μέρας πνεύματα
σκορπούν στον ουρανό
γοργά απλωμένη θάλασσα κι εμείς τ’ ακολουθούμε
στήλες γινόμαστε λευκές, άνθη
στις φτέρνες του αέρα
Άνεμος πάλι μας σκορπά.

 

ΑΙΝΙΓΜΑ

-Είναι πολύ ψηλά ή πολύ βαθιά;
Στέκεται ή περπατεί μπροστά ή πίσω πάει;
Μέσα στα ρούχα του είναι ή στον ίσκιο του μέσα
κι είναι δικός του ο ίσκιος
είν’ αληθινός -μια μαύρη ψαλιδιά που χαίνει
στ’ άσπρο και το ξεγυμνώνει;

Και τ’ άσπρο, υπάρχει τ’ άσπρο;

Βρίσκεται δω που στεκόμαστε δενόμαστε χτιζόμαστε
επιμένουμε ως το απαίσιο τέλος
συνεχιζόμαστε κι αρχίζει πάλι ο πανάρχαιος γύρος
Ή εδώ ποτέ δεν ήταν;

Αυτό που λες ή αυτό που κρύβεις είναι;
Η αόριστη κατατομή, ιερή, πίσω από τον βαθύ της Νύχτας τοίχο
που μαντεύεις η ό,τι ορατό θριαμβεύει, πάνω απ’ όλους
τους ορίζοντες ψηλά;
Ποιο το χρώμα και η φύση του
Πούθε αρχίζει ποιο το τέλος του
Είναι ψάρι πουλί ή φωτιά;

-Ηχώ των όλων, πίσω απ’ του φεγγαριού τις μάντρες
Αόρατες,

Η αλήθεια.

 

ΑΡΙΘΜΟΙ

Διάφανες υδρίες τ’ ουρανού
παραμυθούνε τη λειψή ζωή μας,
σμίγοντας μες ατό παρθένο φως
το χρόνο με τη στάχτη·
στα λίκνα των στοιχείων τ’ άλυπα
κοιμίζοντας, για λίγο, τις βαριές
ανάποδες ψυχές μας.

Ι

Του ήλιου η νέα λάμψη φτάνει.
Όμως ακόμη το παλιό του φως, επάνω
στις ασάλευτες μορφές των νομισμάτων.
Το νέο φως να ‘ρθεί!
Απ’ άλλον ουρανό, μαζί με τους τυφλούς
αλύγιστους αγγέλους.
Να τραβηχτούν οι στέγες μας, οι τοίχοι
που μας χώρισαν να πέσουν, πάλι στους δρόμους
να βρεθούμε· στ’ αχνάρια των πηγών
να βρούμε πάλι τη φωνή μας, αρχαία
φωνή των αριθμών
όμοια με κείνη που έλαμψε
μες απ’ τη φλεγομένη βάτο.
«Να μην αγαπήσεις Πηγάδι η αγάπη
δροσίζει και πνίγει Το μίσος
πηγάδι που πνίγει
Μην επιθυμήσεις Όσα βαθιά λαχταρούμε είναι τα όνειρα
Ίσκιοι πουλιών τα όνειρα
φευγάτοι
Μην πιστέψεις Άσωτη σε ζώνει νύχτα
Ο δαυλός το φανάρι ο λαμπτήρας
τη μετατοπίζουν
Λοφοσειρές τα σώματα
ένα μες στ’ άλλο από το φως
στη σκιά περνούν
Βαθιά σαλεύει ο πηλός, του πηλού η φωνή,
το πήλινο αίμα
Τ’ άνθη είναι τ’ ουρανού
κι ο ουρανός τα παίρνει».

II

Ας αρχίσουμε πάλι από τη γέννηση
απ’ τ’ άστρο και το φως του· μ’ εσένα
που ακόμη τώρα άντρας
μες στο βαθύ γυαλί του μέλλοντος
ορθός, ορθός ακόμη
ευαγγελίζεσαι τη βλάστησή του.

III

Ιδού αγαπητός των ευθειών
των ουρανογραμμένων.
Χαλινάρι των κυμάτων ποτάμιο στέρνο
εξώστης της καρδιάς,
ασίγητης,
από την άβατη τάξη των αστέρων
ο Μοναχός ο Νέος φάνηκε.
Το χιόνι κοίμισε τον κόσμο έλιωσε τα φώτα
μόνη σώζεται η φωνή Του
σώτειρα.
Απ’ τον καιρό μας ως το δικό του που αγγέλλεται καιρό,
η τρομερή ανταύγεια του μέλλοντος
πυκνό φως των μετάλλων που αισθάνονται
-η μουσική της πέτρας κάθετη απογυμνώνει
τον ουρανό-
Διδαχή του αιθέρα στα ορθογώνια δάση

Αθανασία των στοιχείων
η κωφάλαλη.

VI

Ύλη από γιασεμί και χαλκό κοιμωμένη
σε περιοχές X
Βιομηχανικό πεδίο του άλλου αιώνα
όπου θα γεννηθώ και θα πεθάνω άνθρωπος·
Με λόγια που δε δύνονται να σε φανταστούν,
με εικόνες και πράγματα απ’ το καλύβι
αυτού του αιώνα, σε υποθέτω
Και με το φως της χαραμάδας,
οπού τρέμει η ίρις του χαμού και πρήζεται
το φάσμα του καιρού
αναποδογυρισμένο
Σε πλάθω Ήλιε.

VII

Γυμνό το πρίσμα του ατσαλιού ανατέλλει
Ανώδυνη Αφροδίτη,
μες απ το βόμβο που εκατομμύρια σκέψεις κάνουν.
Δίπλα στην τρομερή την κόψη του φωτός
με σιδερένια πέδιλα διαβαίνει ο νέος χρόνος.
Σταθερός αλλ’ απαλός, ακίνδυνος ο χρόνος,
γυρνώντας και γυρνώντας στων αριθμών τις σέρες
τις κλειστές.
Ανάμεσα στο φως και στην πηγή του
υπάρχουμε πρώτη φορά.

Ερημιά! Όμως αγνή φίλη
του φωτός ερημιά που το σκοτάδι λεηλατεί.
Ερημιά της δικαιοσύνης. Γαλήνη.
(Μισός στο σκοτάδι μισός στη σκιά,
διαβαίνει δ πρίγκιπας της σήψης
σέρνοντας το μακρύ πτώμα της παλιάς μουσικής,
αθροίζοντας στα φονικά του μάτια τ’ άνθη.
—’Αγέρωχη ευωδιά του χρόνου
στα υψηλά δώματα μείνε.

Μακριά απ’ αυτόν).

IX

Τα φωτεινά μας είδωλα είν’ οι άγγελοι
που τα ποντίσαμε στον ουρανό
απ’ τα ανοιχτά παράθυρά μας·
και τώρα ακούεται ο βόμβος τους
στ’ αστέρια γύρω
-η άλλη ποθητή ζωή μας.

Ουρανός υπάρχει γιατί υπάρχει γη
κι άνθρωποι τη στολίζουν.

X

’Άπειρο πεδίο του χιονιού και του ασβέστη
όπου τ’ άνθη σιωπηλά κι αιώνια θάλλουν,
όραμα των έμπιστων αριθμών
-πάνω στ’ αμάξια τους παιδιά ταξιδεύουν
μοναξιά των στοιχείων,
αίσθηση πρώτη όταν το νερό και το χώμα
πρωτοξυπνούσε εν ζωή,
της αγνότητας ιδέα στον ουρανό θαμμένη.

Σας εγγίζω πάλι καθώς χαράζω πρώτος
πάνω στο χιόνι των γενεών.

XI

Σαν το νερό στο χώρο και στο χρόνο· ίδιο
στη πηγή και στην κοίτη σε θάλασσα και σ’ ουρανό
σαν το νερό ας πάει κι η ψυχή μας
να γίνει άγριος ποταμός, λιμνίσια φίλη.

Σαν το νερό στην άμμο να σβηστεί.

 

ΕΚΑΤΟΝΗΣΟΣ
(1966-1968)

 

ΓΙΑ ΛΙΓΟ

Η θάλασσα, η θάλασσα κι η θάλασσα.
Τ’ ανώνυμο χαλίκι, απλουστεμένο απ’ τον καιρό,
πλάι σ’ αμέτρητα όμοια πλάσματα του νερού και της πέτρας.
Άχνη τ’ αλατιού στις τεφροδόχες κρύπτες των βράχων,
η εργάτρια πανίδα, γύρω-γύρω στο κρυφό περιγιάλι.
Ο μη αναθρώσκοντας, μη καπνός.
Η νεόφυτη σελήνη, στη μέση του όρμου που μισοϋπάρχει.
Το νερό ζυγώνει ήσυχα,
μπορεί να σε πάρει·
τα μαγνητικά, τα φωσφορούχα χείλη της αγάπης…

Ωστόσο κάθε πρωί το γυαλί σταματά στον πνιγμένο,
στην άγκυρα, στο λιωμένο σκοινί.
Σκίζεται ο πόντος,
σηκώνονται οι θρήνοι που δε φτάξαν πουθενά,
σταματημένοι για πάντα,
στους άσπρους τοίχους του μεσημεριού.

Αυτά είν’ ο πυρήνας -ο χαμένος καθώς λέτε.
Δε θα με βρείτε ποτέ έτσι.
Τώρα η μουσική, το φεγγάρι απ’ την ταράτσα,
η τεχνητή αναπαραγωγή της νύχτας,
η πόλη, ο σωστός δρόμος, το σπίτι, τα λόγια
που πολλαπλασιάζουν τα λόγια.
Τώρα είμαστε πάλι εμείς. Προσαρμοσμένοι, αλληγορικοί,
μιλούμε πολλές γλώσσες,
συγκατανεύουμε να κρύψουμε το φόνο.

Εδώ, σας περιμένω αλλιώτικα,
μαζί με τον κ. Προύθ, την κ. Πούθ
και την κόρη τους Ούθ.

 

Η ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΗ

Περιμένοντας το μεγάλο νερό,
άδειο γαλανό κεφάλι
και το φεγγάρι μελανιασμένο
στις αλυσίδες
και το καράβι στο κοιμητήρι.

Πίσω απ’ το μαύρο τοίχο
που στέκεσαι και κοιτάζεις,
τίποτα πια δεν περνάει.

Μαρμαρωμένη βουλιάζεις άλλου

 

ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΔΥΟ

Εσύ χάνεσαι όλη μέρα, στο βόμβο που έχουνε χιλιάδες κινητήρες
στα κυκλικά παραπετάσματα της σκόνης.
Βουλιάζεις πίσω από σειρές μεγάλα σπίτια,
στοές, μεγάλοι δρόμοι που σ’ απορροφούν.
«Σταθμός-Χαριλάου» η γραμμή που παίρνεις,
για τη φανταστική δουλειά και το φανταστικό σου σπίτι
απεγνωσμένα.

Το σωστό πρόγραμμα απ’ έξω, μια προσωπίδα για τους άλλους
Για σένα πιο βαθιά, η σφαγή.

Το άσπρο νερό ξαφνικά πορφυρό.
Η παγώνια φυτρωμένη στα σπλάχνα,
μαύρα μεγάλα χάσματα στο δρόμο, χαμένα όλα τα σημάδια
κι από ψηλά, ο μακρινός βόμβος της καταστροφής.
Σιγή τυλίγει στο γυαλί, το κάθε τι που βλέπεις,
χέρια και πόδια και πρόσωπα απομένουν στον αέρα,
σαν την εικόνα στην οθόνη, τη στιγμή που κόβεται η ταινία.

Στο νου πυκνή βροχή σε λιώνει.

 

ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ

Εσύ ήσουν η αγάπη .Ίριδα ανοιχτή, απ’ το πορτοκαλί
ως το χρυσό κι ως τ’ άσπρο που τυφλώνει,
δρασκελώντας κρεμαστά νερά και κρυφά στερεώματα,
έρημη μεγάλη νύχτα πάνδημο μεσημέρι.

Μαλλιά -ποτάμια που με πνίγατε
η γη κι ο πυρωμένος σπόρος της βαθιά,
ο ουρανός κι η αφανέρωτη όψη του,
μισό κι ολόκληρο του φεγγαριού,
φέξη και χάση του κόσμου.
Η προσευχή κι εικόνισμα για προσευχή,
ασήμαντα χαμένα λόγια την ώρα της καταστροφής,
τρίξιμο της θύρας για ζωή και για θάνατο.
Ναι ή όχι: κι υπάρχεις, δεν υπάρχεις.

Εσύ που ήσουν η αγάπη, πες μου τώρα πως σταματούνε
το μυαλό, πως το σκοτώνουν.

Ω μονοκύτταρο απολιθωμένο στο νεκρό σημείο,
κλειστό στο ναρκωμένο τείχος·
και τ’ αυλάκι για το αίμα κομμένο·
κι η φωνή, αγέρας που ζει και φέρνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο
φευγάτη· , ,
κι ο χτύπος της καρδιάς, ένας ρυθμός στ’ ανώνυμο ρολόγι
και το κορμί απονευρωμένο κι η σάρκα στο έλεος της βροχής.
Ένα μάτι, γι’ αυτό που λένε φως· τ’ άλλο για το σκοτάδι.
Ο ήλιος, πυρωμένο τρελό πορτοκαλί
κι η νύχτα, μαύρη κυκλοδίωκτη αμμουδιά όπου βουλιάζεις
Η θρέψη, η πέψη, ο ύπνος

Οι άλλοι: τα διπλανά μονοκύτταρα, στη σειρά

 

«…ΕΛΕΕΙΝΟΝ ΘΕΑΤΡΟ…»
(α’ 1961-63, β’ 1974-76)

α’

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Είμαστε φίλοι κάποτε, όμως -διστάζω να στο πω-
κάτω από διαφορετικές συνθήκες άλλης εποχής
και προπαντός πιο νέοι, Βασιλάκη.

Δε σού ’κοψα την καλημέρα βέβαια, σε χαιρετώ
όταν αναποφεύκτως συναντιόμαστε στο δρόμο.
Σου δίνω τσιγάρο, συμβουλές και δανεικά -όταν μπορώ-
εν ονόματι τόσων και τόσων που ακόμα μας δένουν,
όμως ανεπίστρεπτα παρελθόντων.

Και τα σύκα-σύκα για να πούμε -όσο είναι δυνατό ή πρέπει ακόμα
τα λέμε- είσαι κουραστικός, λιγάκι απηρχαιωμένος,
επιμένοντας, μόνος, στο ’41 ή στο ’47 η στα καινούρια που μας βρήκαν,
ταράζοντας με ψευτοφανατισμούς -ξεπερασμένους-
την κατά τ’ άλλα ευχάριστη συζήτησή μας.

Ξυπνώντας -ανυπόφορα- τα φαντάσματα
μιας -δήθεν- προδομένης νιότης.

 

ΜΑΘΗΜΑΤΑ

Η λέξη Ελευθερία είναι σχετική, Ελλάς
επίσης σχετική -αυτό το παραδέχονται όλοι.
Κόβοντας κάτι από τη μια, προσθέτοντας στην άλλη κάτι,
τουλάχιστον φαινόμαστε -κι εν μέρει είμαστε-
και φιλελεύθεροι και εθνικοί συνάμα.

Αν κάποιοι βλάπτονται απ’ τα μέτρα μας, οι άλλοι ωφελούνται
κι αν μερικοί μεμψιμοιρούν, στραβοκοιτούν η έστω κάνουν που αντιδρούνε
αυτό το επιτρέπουμε, το ενθαρρύνουμε αυτό -με μέτρο.

Εμείς, στενά δεν ερμηνεύουμε τ’ άγια των άγιων!

Άμα το παρακάνουν όμως κι αρχίσουν τις φωνές
τα «κλέφτες» «τύραννοι» τα «κάτω» κι άλλα που τα συνηθίζουν
και βγουν στους δρόμους συν γυναιξί και τέκνοις
και τα λένε στ’ ανοιχτά και πια δεν παίρνουν από λόγια κι απ’ αστεία,
ορμούν οι γυμνασμένοι νόμοι σα σκυλιά και τους κατασπαράζουν,
γονατιστοί στις πλάκες έλεος ζητούν, ομολογούν οι άθλιοι το λάθος
το διαλαλούνε στις πλατείες.

-Όχι, θα παίξουμε εν ου παικτοίς!

 

ΑΣ ΥΠΟΧΩΡΟΥΣΑΝ ΛΙΓΟ

Τι θέλουν τώρα αυτοί και μας θυμώνουν;
Τι κουταμάρες λένε πάλι για δήθεν υπόπτους συνδυασμούς
γι’ ανόμως κερδισμένα;
Είναι ζηλιάρηδες, ανάγωγοι, ξυπόλητοι πάππου προς πάππον,
πεινασμένοι -και δικαίως τέτοιοι που ’ναι-
δεν ξέρουν τι θα πει ζωή
-την πήρανε στα εύκολα ψωμοζητώντας-
και τώρα κάνουν τους ενάρετους,
παίζουν τους Ροβεσπιέρους!

Στο κάτω-κάτω, ας ήταν ικανοί κι αυτοί,
ας υποχωρούσαν λίγο, ας ελίσσονταν λιγάκι,
ας άρπαζαν τις ευκαιρίες, ας σπρώχναν κι ας πατούσαν στην ανάγκη
αφού κανείς δεν τ’ απαγόρεψε αυτά
-όλοι με κάτι τέτοια ζούμε και περνούμε.

Τούς έξυπνους μας κάνουν τώρα;

 

ΕΠΙΤΥΧΟΝΤΕΣ

Άγομεν ήλικίαν ώριμον
Ορθώς φρονούμε
Ορθώς καθήμεθα -και ασφαλώς-
Δικαίως κεραυνοβολούμε τους παρίες
Σεβάσμιοι -και τρομεροί αν χρειαστεί- τοις πάσι.

Εμείς, δεν είμαστε άνθρωποι τυχαίοι.
Εδώ να φτάσουμε, ν’ αρπαχτούμε απ’ εδώ
να κρεμαστούμε ασθμαίνοντας, να επιπλεύσουμε όπως-όπως,
τι δεν απεμπολήσαμε,
θέλοντας μη θέλοντας τι δεν επράξαμε, οι καημένοι.

Ενάρετα γηράσκοντες, άξια διοικούντες τώρα
και -φυσικά- γενναία μισθοδοτούμενοι,
απ’ τον Ταμία-‘Ήλιο.

 

ΝΑΙ

Θεός να μας φυλάει -και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας-
Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,
πολλά δε γυρεύουμε -το φαγί μας, το σπιτάκι μας,
και κάτι στην άκρη για την κακιά την ώρα.
Σα μας χτυπούν την πόρτα, δεν ρωτάμε «δίκαιος η άνομος»
δίνουμε σ’ όλους αυτό που μπορούμε.
Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια στους όμοιους μας.
Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

-Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

Λέμε πάντα ναι -και στη φωτιά και στο νερό
στο μυλωνά και στον ξωμάχο.
Ναι στον άγιο, ναι στον διάβολο.
Ναι, κι όταν ναι δεν υπάρχει:
Είν’ η φωτιά που πέφτει πια
και μας εξολοθρεύει.

 

β’

ΙΣΤΟΡΙΑ (1941 – )

Εχθροί -έτσι τους λέγαν άλλοι- πατήσανε τη χώρα
Λυπήθηκα πολύ. Όμως δεν τα ’βαψα και μαύρα.

Πρώτες αβέβαιες μέρες, το μαγαζί κλειστό
Μετά, όλα καθώς πριν κανονικά.
Αγόραζα-πουλούσα με λεφτά
και βέβαια το κέρδος-ΚΕΡΔΟΣ.

Το «Ελευθερία η θάνατος» -τι δίλημμα γελοίο!-
ουδόλως μ’ αφορούσε.
«Καίνε, σκοτώνουν, ξεριζώνουν», φωνάζανε τις νύχτες με χωνιά
Πρωί, το μαγαζί απείραχτο. Ψεύδη λοιπόν
ασύστολα κι αυτά.
Όμως κι αλήθεια αν ήταν -που δεν ήταν-
θα γίνανε αλλού και σ’ άλλους -που τ’ άξιζαν.

Έτσι ο καιρός ευχάριστά -σχεδόν- περνούσε.
«Σχεδόν»… Θα το παρέλειπα κι αυτό.
Αλλ’ όσο να πεις, υπήρξε κι ενοχλούσε κι απειλούσε
κείνο το μυστήριο συνοθύλευμα, το κινδυνώδες κι αλητήριο
εαμελασεπόν…
Τελικά, δε λέω, βγήκε κι αυτό απ’ τη μέση
-Ελλάς και Συμμαχία το γκρέμισαν εκ βάθρων-
Μα παρατρίχα να μας χέσει.

Τα ίδια, φυσικά, κι εν συνεχεία

 

«ΕΠΙΠΛΕΩ»

Όχι πώς έπαθα ναυάγιο, κινδύνεψα να χαθώ
κι ανάγκη πάσα να κρατηθώ στον αφρό.
Μην πάει ο νους σας σε θαλάσσιες τραγωδίες
αύτανδρα βυθισμένα φορτηγά
επιβάτες και πληρώματα χαμένα.
Τα φοβούμαι αυτά και τ’ απωθώ.

Αν και φυγείν αδύνατον το πεπρωμένο
δεν το προκαλώ ποτέ.
Μετακινούμαι βέβαια, αλλά μονάχα για δουλειές.
Και το πλοίο τ’ αποκλείω.

«’Επιπλέω» λοιπόν ίσον τα βολεύω πάντα
-μες στις ελληνικές αντίξοες, τόσο ρευστές, συνθήκες-
με την ψυχή στα δόντια -ή μάλλον τα δόντια στην ψυχή.

Με κάποια ασύλληπτη, για βάρβαρους, αλληγορία.

 

ΜΕ ΤΟΛΜΗ ΟΛΙΓΗ…

Ήμουν κι εγώ ενάρετος.
Χρόνια και χρόνια
στην έρημο του καλού κ’ αγαθού.
Βιδωμένος στο κενό.
Κατεψυγμένος.

Όμως θα ξέρεις από βιολογία
για το αίμα μας που δεν αλλάζει
την αυτοσυντήρηση, την αναπαραγωγή, το κατούρημα
τα θηλυκά, τις κενώσεις
-γι’ αυτά τ’ ανθρώπινα απ’ τα πιο ανθρώπινα.

Άρχισε και το εποικοδόμημα να με πιέζει.
Μια θέση κι εγώ, δίπλα σε τόσους άλλους
ν’ αποφύγω τα χτυπήματα -πέφταν βροχή στον καιρό μου-
να επιβιώσω, με τα εν χρήσει μέσα να επιπλεύσω.
Πατώντας εν τέλει αυτά που όλοι πατούν
λέγοντας τα ίδια αναπόφευκτα ψέματα
κρύβοντας τις ίδιες, πάγκοινες αλήθειες.

Με τόλμη ολίγη.
Και -κατ’ ανάγκη- λιγότερη αρετή.

 

ΓΕΝΕΣΗ 2

Σώσον -πάλι- Κύριε το λαό σου
Άνοιξέ του τα μάτια
Κάνε τη μέρα-μέρα
Νύχτα τη νύχτα
Στάσου στη μέση, κράτησέ τες -σαν πρώτα –
Χωριστά.

Πού το φως
Πού το σκοτάδι
Να ξέρουμε.

-Εμείς, οι πιστοί σου τελοσπάντων!

 

«ΠΕΡΝΩ»

«Δεν θα περάσουν!…».
Κι όμως
οι φασίστες
πέρασαν.

Όμως αργά, με τον καιρό, τα παιδιά ξανάρχισαν
«No passeran, no passeran… ».
Τα βουβαμένα τύμπανα ξυπνούσαν στον αέρα.
Άναβαν πάλι στις στοές
μια-μια οι θρυμματισμένες λάμπες.
Τα φυτίλια ένα-ένα.

Κι οι πορθητές, με τον καιρό
σαπίσαν
και ταφήκαν
στη Μαδρίτη.

«Περνώ» λοιπόν Senor καθίκι
δε σημαίνει μετακίνηση στο χώρο.

 

ΣΧΙΣΤΟΛΙΘΙΚΑ
(1974-1979)

ΑΝΑΣΚΑΦΗ

οδός Εγνατία

Ι

Χρόνια περιμένεις εδώ· στο ίδιο σημείο.

Βραχιόλια σκουλαρίκια χρωματιστά μαντίλια κι ο μάγος ακονιστής.
Πουλιά και φίδια επίχρυσα, μικροπράγματα για τη χαρά
και την ανάγκη μιας στιγμής -είν’ η στιγμή που κάνει
και ξεκάνει τη ζωή σου- θα λάμψουν νύχτα στο τσίτι της φτωχής.
Σαββάτο βράδυ στα παραπήγματα, πλάι στη θάλασσα, πλάθει μιαν άλλη ζωή.
Δεν θα ’ναι ποτέ η δική της.
«Πυρακτωμένα φώτα στη σειρά και σε τυφλώνουν, μικρή Ελένη.
Κάθεσαι και παίζεις και δε βλέπεις τ’ άσπρο δρεπάνι ψηλά
-βγήκε και σε γυρεύει κρυμμένο στο νέο φεγγάρι.
Μήτε προσέχεις το τεφρό μάτι του ιδιοκτήτη στη γωνιά.
Πάνω στη λαμαρίνα η περιστροφική ίρις παίρνει
και ξαναφέρνει απείραχτο -νομίζεις- το κεφάλι του νέου τραγουδιστή»

Εδώ ο βίος του Αγίου Γεωργίου, το δίκαιο κοντάρι το κακό θηρίο.
Ο Μυροβλύτης, χλωρός ακόμη στο ψηφί.
Ο γαλάζιος σταυρός, παυσίπονα, αναισθητικά κενά της τελευταίας σελήνης.
Κι ο γιατρός στ’ άσπρα κι οι ωοθήκες της στον κουβά.
Χρόνια περιμένεις εδώ.
Είν’ ο μεγάλος πολυχρονεμένος δρόμος που περνούν τους πεθαμένους
Μαβιές κορδέλες και λουλούδια, ονόματα κι αποχαιρετισμοί στα χρυσά
στριμμένες πομπές -θα κατεβείς κι εσύ, θα πάρεις μέρος.
IV

Εδώ σιγά σιγά συνάχτηκε η ζωή σου.

Δύσκολο να μιλήσεις, αν δεν κατέβεις τη σκάλα του καιρού.
Μες στον αχνό να ξεχωρίσεις την παιδική μορφή στον καθρέφτη
ν’ αντέξεις αγγίζοντας τον ζωντανό δίσκο
ρόδινα μπαμπακερά χέρια. Να ψηλαφίσεις τ’ αχνάρι των χειλιών
να φανταστείς τη δική σου φωνή, τα πρώτα λόγια στον ουρανίσκο.
Πίσω πάλι στις ροδοδάφνες όπου χάθηκες παιδί.
Στον κόρφο της μητέρας που τη χωνεύει το χώμα.
Στο καλό και στην πηγή του καλού.
Να σταθείς στην καγκελόπορτα που έφραζε τον κήπο,
στον κήπο που έκρυβε το σπίτι. Ανάμεσα στ’ αρώματα
και στη χρυσή σκόνη και στα πέπλα που σου ξεφεύγουν.

 

τα νησιά oι πατρίδες

I

Γύρω γύρω θάλασσα και στη μέση πέτρες πονετικές.
Σπίτια-φυτά κι ανοιγοκλείναν
άνθρωποι από πηλό, έργα του χεριού και της αγάπης.

Αίμα χρυσό του ήλιου τρέφει κι ωριμάζει τους καρπούς
το φεγγάρι προφταίνει ξαφνικά του κοριτσιού το χέρι
-γα μέλαινα- τη στιγμή π’ αγκαλιάζει.
Μυστήρια του ανθρώπου φανερωμένα μια στιγμή στου γιασεμιού τη λάμψη.

Απ’ τον ανθό της πασχαλιάς ως το έρεβος, η εργάτρια κλωστή της μέλισσας
ενώνει τον καιρό.

 

οι σύντροφοι

Ι

Όπου και να κοιτάξουμε ραγίζ’ η εικόνα και πηδά το αίμα των συντρόφων.

Στον λίγο ίσκιο που το μεσημέρι αφήνει γύρω απ’ τις ρίζες των σπιτιών
δώθε απ’ το καμένο χώμα και τα πελυκοφόρα αμάξια που περνούσαν,
καθώς τρυπάνια σύρματα και κινητήρες αλλάζανε την πόλη,
ήρθαν κρυφά και στάθηκαν η Φλώρινα η Πρέσπα η Κοζάνη κι η Κατερίνη,
χωριά σβησμένα, γλώσσες πλουμιστές μια φορά σαν τα φτερά του παγωνιού.
Ήρθαν η χλωρή γκορτσιά, η λεύκα το κορίτσι, ο πρίνος και το κατσίκι
ο χρυσός καπνός και δίπλα
με λερή χλαίνη η Μίρκα η χλόη ξεσκισμένη,
ήσυχα γλιστρώντας στο θολό ρείθρο.
—Ξέρεις, εμείς πήγαμε πιο μακριά. Το δύσκολο είν’ η απόφαση.
Το δυο και δυο τέσσερα. Ύστερα, όλα τραβούν μοναχά τους.
Κι αυτός εκεί ανάμεσα σας, ένας ήσυχος άνθρωπος με την εφημερίδα
και τα λαχανικά, ίσως αυτός, ένας Γιάννης που σας συνήθισε και τον συνηθίσατε,
βαστούσε το μαχαίρι που με μοίρασε.

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Φίλε, πως βρέθηκες εδώ, πως στριμώχτηκες
πως σβήνεις.

Με τον καιρό, γίναν πολλά στον τόπο και σ’ εσένα.
Μπορεί να μη θυμάσαι πια, ίσως να μη λογάριασες τι πλήρωνες
περνώντας τις στενές πύλες. Από χαντάκι σε χαντάκι
λιγόστευες ολοένα, κηλίδες κλέβαν την εικόνα
μέναν σημάδια στη φωνή, νεκρά κενά στο νου.
Με κάθε χιόνι, πέθαινε κι ένα κλαδί στο δέντρο.
Ήλιος και θάλασσα παίρναν πιο πολλά απ’ όσα δίναν.

Τώρα τις νύχτες προσπαθείς να ξεφύγεις.
Παίζεις στα χέρια σου άχρηστα κλειδιά
χαλίκια κι όστρακα από νησιά καταποντισμένα.
Μυρίζοντας φύκια, ελεείς την ψυχή σου που λείπει.

Άφησε πια τη θάλασσα .Έχει τελειώσει.
Και το ποτάμι άλλαξε κοίτη. Κι ο κρότος π’ ακούς κάθε βράδυ
είν’ η ξερή λάσπη που σπάνει. Στην παλιά όχθη
στρέμματα καλαμιές χωρίς φωνή νερού
λίγα δέντρα και πεθαίνουν
γλώσσες της άμμου στεγνωμένες.

Τώρα τα καλοκαίρια καίγονται μακριά.
Το παράθυρο βλέπει στον αντικρινό τοίχο και πρέπει να συνηθίσεις
Πηγαίνοντας απ’ αυτό το τετράγωνο στ’ άλλο τετράγωνο
ό,τι απόμεινε απ’ τη ζωή σου.

 

ΒΡΕΧΕΙ

Il pleut de vois de femmes…
G. APOLLINAIRE

Βρέχει απ’ το πρωί.
Βρέχει στ’ αυτοκίνητα, στα πλαστικά υπόστεγα των δρόμων.
Στο δράκο καπνοσυλλέκτη ψηλά στην ταράτσα
στο λεπρό δάσος με τις αντένες.

Βρέχει και δε βλέπεις τη βροχή
στο γραφείο 405 από βροχή δεν ξέρεις.
Βρέχει έξω από τις αίθουσες των μυστικών συσκέψεων
τους κύλινδρους των στεγνοκαθαριστηρίων έξω.
Βρέχει και δε βρέχεσαι, αδύνατο να βραχείς
να ‘ρθεις να περπατήσεις κάτω απ’ τη βροχή μαζί μου.

Βρέχει στον τελευταίο σταθμό της βενζίνης, στο χαλασμένο
λάστιχο του φορτηγού
στο νεκροταφείο της ακτής, στην κρεμασμένη θάλασσα
στους πεθαμένους ουρανούς των διυλιστηρίων
στις τρομερές σημαίες των διεθνών εταιρειών.
Βρέχει στους σκουπιδότοπους.
Στ’ ασθενοφόρο που σε παίρνει.

Βρέχει συνέχεια.
Μήτε φωνές γυναικών

Μήτε τίποτα.

 

Τ’ ΑΔΕΣΠΟΤΑ


ΦΕΓΓΑΡΙ- ΦΕΓΓΑΡΑΚΙ

I

Στον ουρανό βγήκε το τελευταίο φεγγάρι.
Πήδα μέσα τώρα.
Τώρα που περνάει απ’ το μπαλκόνι.

II

Το φεγγαράκι έπαιξε κι έχασε όλο τ’ ασήμι του
στην πισίνα. Για μια γυμνή ψευτο-Ελένη.
Έναν Ποσειδώνα εκσκαφέα.

Τώρα πείνα και κλαίει μετανιωμένο.
Πλανιέται άδειο στον ουρανό.
—Μικρό κουτό φεγγάρι.
Σε φτιάξαμε ασημένιες καρδούλες
καρφίτσες, φουρκέτες, παραμάνες.

‘Οτιδήποτε.

 

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Δεν είμ’ εδώ που ψάχνεις.

Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

 

ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ

Φώναζε.
Και φωνή δεν έβγαινε.
Στη θέση της φωνής έβγαιν’ αχνός
ονόματα ουσιαστικά και ρήματα στραγγαλισμένα
αφές πραγμάτων άδηλες, νοήματα διαλυμένα
μάζες κουφές χιλιάδες πεθαμένες πεταλούδες.

Τραγούδι ανάποδο, τετέλεσται, στους γάντζους των σφαγείων.

 

ΑΦΡΟΔΙΤΗ 2004

Σπάνοντας το τεχνητό μονοκύτταρο
αναβλύζεις μέσ’ από λόχμες πλαστικές.
Θάλλεις σ’ ανύπαρχτα χώματα
σ’ αλγεβρικά πεδία.

Τις νύχτες χύνεις στα μάτια σου αλουμίνιο
λάμπεις στις πίστες φθοριούχα.
Δεν ξέρεις τι θα πει γιασεμί.
Κάνεις το σημείο του έρωτα
κι εκσπερματώνεις σταθερά ορυκτέλαιο

 

ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Η ΟΜΟΡΦΗ ΑΝΔΡΙΑΝA

Απαλά κρατώντας το λαγούτο
ανάμεσα στα ολάνοιχτα παγώνια που τη μισοκρύβουν
και στ’ άφαντα σταματημένα αηδόνια
παίζει και τραγουδά η όμορφη Ανδριάνα.

Ακούστε φίλοι το παλιό τραγούδι που ανεβαίνει
με τα λησμονημένα έργα της αγάπης·
χρυσή κλωστή που κλώθεται και δένει τις ψυχές μας.

«Στου Κομνηνού το αρχοντικό στην Πόλη
καφτό μεσημέρι του Αυγούστου
φύλακες και σκυλιά ο ύπνος τα είχε πάρει.
Τ’ αδράχτι σταμάτησε στης βάγιας
που νύσταξε το χέρι.

Μ’ όλο που ο πόλεμος επήρε τέλος
κι οι Φράγκοι μιναδόροι άνεργοι σκόρπισαν
ξέμεινε εδώ ο Καλαβρέζος Μπρούνο.
Για της μικρής Θεανώς τη χάρη
τώρα κρυφό λαγούμι σκάβει
χώματα πέτρες ξεκολλά.

Κι όταν η γη κάτω απ’ τις φτέρνες της φυραίνει
ολόγυμνη πέφτει στις πυρωμένες πλάκες.
Κι από κάτω ο κασμάς τη συνταράζει».

Πέτρα, 1978 

 

ΕΝ ΙΣΗ ΜΟΙΡΑ

Γιατί να βγάλω εγώ το φίδι από την τρύπα;
Τασσόμενος με τους μεν, εναντίον των δε
φωνάζοντας στα γήπεδα υπέρ η κατά
υπεραμυνόμενος των X
καυτηριάζοντας τους Ψ;

Κι αν γυρίσει, όπως λένε, ο τροχός
κι έρθουν τα πάνω κάτω -η αντιστρόφως,
τότε ‘γώ με ποιους θα πάω κι εναντίον ποιων;

Στου ασταθούς μου βίου τον φαύλο κύκλο
κάπου στη μέση στέκομαι, προσεχτικά.
Εν ίση μοίρα μ’ όλους.
(Κανείς δε θα με πει εχθρό.
Δε θα μ’ αναγνωρίσει φίλο)

Σεπτέμβριος 1980

 

ΚΙΒΩΤΙΟ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ

Μα τι φωνάζεις; Πού τα βρήκες επιτέλους
το «ψέμα» την «απάτη», πού τα είδες;

Είπαμε:
Κάνε μια αίτηση και βλέπουμε.
Πέρνα την τάδε του μηνός -να δούμε.
Ξαναπέρνα -και θα ξαναδούμε.
(Και τανάπαλιν -αλλά σπανίως).

Τίποτα φοβερό, όπως βλέπεις
-συνήθης διαδικασία
απλώς ζητήματα ρουτίνας.

Βέβαια, μπορεί να σε κουράζουν -κάπως- όλ’ αυτά.
Να σ’ εξοργίζουν κιόλας -πότε-πότε.
Όμως κι εκείνα τα «Εστέ σύντομοι» στους τοίχους
«Ώραι διά το κοινόν 11π.μ. – 11π.μ.»
και συναφή λοιπά, εκνευριστικά.
Όλα ενοχλούν -ναι, συμφωνούμε.
Μα δεν είναι χριστιανέ μου και για θάνατο
-ούτε κομμένα μέλη ούτε αίμα πουθενά.
Κι οπωσδήποτε, δεν γίνονται από πρόθεση:
Αναπόφευκτα κενά μιας τεράστιας μηχανής
που νυχθημερόν μοχθεί για σένα -η έστω και για σένα.

(Μοχθηρό επίμονο ανθρωπάκι
σκουλήκι που σηκώνεις και κεφάλι τώρα,
συνταγματικό κιβώτιο παραπόνων
που δε θα φτάσουν -να’ σαι βέβαιο- πουθενά).

23/3/1981

 

ΦΕΥΓΕΙΣ

Φεύγεις, γλυκό πουλί της νιότης
μ’ άκου τι σου λέει κι ο γεροστρατιώτης.

Κι αν βιδωθείς βαθιά μες στον αιθέρα
κορμάκι πούπουλα κι αν σβήσουν στο υπερπέρα
χωρίς εσένα μόνος με το νεκρό στρατό μου
θα συνεχίσω όρθιος με τον υπόλοιπο εαυτό μου.

5/9/1989

 

ΑΠΟΡΙΕΣ

Καθώς περιπατούσε στην ακτή
σκεφτότανε, θαρρείτε, τι;

Τον Ιωνά που σώθηκε απ’ το κήτος
ή γυμνές στα ξώφυλλα σειρήνες μήπως;

Σόδομα και Γόμορρα θαλασσινά
ή ασήμαντα συμβάντα περσινά;

Την Κλειώ τη θηριώδη, τη βαθύκολπη Νεφέλη
ή τη χθεσινή ρετσίνα απ’ το βαρέλι;

Το ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ
η το βιβλιάριο του ΙΚΑ;

Του Καβάφη έπεα βαριά
η τα πτερόεντα του Παλαμά;

Τον αγρίως καλπάζοντα τιμάριθμο
η τον μυστήριο αστρικό λογάριθμο;

Τ’ ανεξιχνίαστο μυαλό του ανθρώπου
η τα ίδια και τα ίδια κι έπιτόπου;

6/2/1990

 

Η ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ

Ρίξτε πρώτα τον ασβέστη
υστέρα χώμα, πέτρες
πάλι χώμα.
Να πακτωθεί ο νεκρός
να διαλυθεί
να εξατμιστεί.
Και στον αρχαίο δρόμο προς τον άχρηστο βωμό
υψώστε σταυρούς της ωλένης
να τρομοκρατούν το μέλλον.
(Έτσι, με τον καιρό, όλα -μα όλα
θα χαθούν, θα ξεχαστούν).

Και τώρα όλοι μαζί!
—Ζήτω η θετική πλύση των εγκεφάλων
Η παραγωγική μετάλλαξη του εχθρού
Οι βάτραχοι οι κροκόδειλοι οι μαϊμούδες.

Ο γρυλισμός του όντως όντος στους πλανήτες.

6/3/1996

 

ΑΙΣΘΗΣΗ

Kι’ απ των παιδιών τα στόματα ακόμη
σαν πεθαμένα βγαίνουν τα πρώτα λόγια.
Μια μυρωδιά παντού
αόρατης σφαγής.
—Τι έγινε Τειρεσία;
Τι πρόκειται να γίνει;

1984-4996

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Μέσα στα ρημαγμένα σπίτια
παιδάκια γύψινα χαμογελούν ακόμη στα ταβάνια.
Δρόμοι της ώχρας έξω
δρομολογούν το φεγγάρι.

Ο χρόνος τρέφεται με πεθαμένα πράγματα·
ανθρώπους πεθαμένους.

1984-1996

 

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥΣ

Σαν τους αλλοδαπούς και τους αλλόφωνους
εδώ κι εσύ θα μείνεις.

Αρθρώνοντας κωμικά μια γλώσσα
που κανείς δε μιλά·
γονατίζοντας κρυφά σε νοερά κοιμητήρια·

σώζοντας μέσα σου, έστω για λίγο ακόμη,
τις ύστατες εικόνες απ’ τα μάτια
των σκοτωμένων σου
των κρεμασμένων σου
των σκοτωμένων σου.

1999

 

ΑΦΘΑΡΤΕΣ ΜΠΛΟΥΖΕΣ

Άφθαρτες μπλούζες κάτασπρες
καταυγάζουν διαδρόμους αγωνίας
θαλάμους ανανήψεων
άγρια χειρουργεία.

Αρμενίζουν στα ματωμένα δάπεδα
προπέμποντας στο επέκεινα
σώματα γυμνά, παραδομένα•
επιστρέφουν ανέπαφες.
Ανανεώνονται στις τουαλέτες, συνεχίζουν
ακατάπαυτα.

Άφθαρτες μπλούζες κάτασπρες.

20/10/2000

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΓΙΑ TON X.

Ενθάδε κείται άγνωστος.
Δίχως όνομα χωρίς μορφή
σημάδι καν η ίχνος πως υπήρξε.

Μπορεί ασήμαντος
μπορεί σπουδαίος, όσο ζούσε
-τώρα έτσι κι αλλιώς
ολοκληρωτικά εξουδετερωμένος.

Κενό μες στο κενό.
Χωρίς καμιά σημασία.

 

ΚΙΝΗΣΕΙΣ

Κι αυτό το λίγο φως, τι χρειάζεται;
Σπάσε τα μαύρα -και τ’ άσπρα- γυαλιά σου.
Και τον αμφιβληστροειδή
σταθερά,
στρέψ’ του εντός σου.

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ ΣΤΑΥΡΟΥ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

Η παρούσα έκδοση βασίστηκε στις υπάρχουσες εκδόσεις των ποιητικών
συλλογών του Πάνου Θασίτη από το 1951 έως το 1983, στη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του το 1990, καθώς και στα αδημοσίευτα ποιήματα που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του.
Σεβάστηκα απολύτως τις, σε σημεία, γλωσσικές ιδιοτυπίες του ποιητή, τη στίξη και τη στιχουργική μορφή των ποιημάτων. Οι μόνες παρεμβάσεις που επιχείρησα αφορούν στη διόρθωση εμφανών αβλεψιών και στην ενοποίηση της ορθογραφίας, σύμφωνα με τις τελευταίες επιλογές του Πάνου Θασίτη, ο όποιος από συλλογή σε συλλογή εκσυγχρόνιζε ο ίδιος την ορθογραφία του, φτάνοντας στη χρήση του μονοτονικού στα πιο πρόσφατα από τα αδημοσίευτα του ποιήματα. Ωστόσο, χάριν ομοιομορφίας μετέτρεψα και αυτά τα ποιήματα σε πολυτονικό.
Από τα αδημοσίευτα ποιήματα, άλλα χειρόγραφα και άλλα δακτυλόγραφα, επέλεξα εκείνα που έφεραν χειρόγραφη την ένδειξη «τελικό»,
καθώς και τις πλέον ολοκληρωμένες και ευκρινείς από τις διάφορες παραλλαγές που ανακάλυψα και συνέκρινα. Η σειρά της κατάταξής τους
ακολουθεί τον χρόνο συγγραφής τους, όπως αυτός αναγράφεται στο τέλος του κάθε ποιήματος. Είναι βέβαιο πως μια φιλολογική έρευνα θα είχε ασχοληθεί επαρκέστερα και διεξοδικότερα με τα ποιήματα αυτά,
κάτι που φαντάζομαι δτι θα γίνει μελλοντικά.
Ευχαριστίες οφείλω στην οικογένεια του ποιητή, την κόρη του Λήδα
Θασίτη και τον γαμπρό του Δημήτρη Αλεξάνδρου, που μου παραχώρησαν ανεπιφύλακτα την πρόσβαση στο αρχείο του, αλλά και επωμίστηκαν τον χρόνο και το κόστος παραγωγής όσων φωτοαντιγράφων μου χρειάστηκαν.

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Πάνος Θασίτης. Νόηση και ποιητική ενάργεια

Γι’ αυτά τα νιάτα που κρέμονται στον ίσκιο
σαν τ’ άδεια ρούγα εκείνων πού πέθαναν
Γι’ αυτόν τον απερίγραπτο χειμώνα

Π. Θ., Δίχως Κιβωτό (1951)

‘Υπάρχει ακόμα και σήμερα μια σύγχυση στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις
αρκετών κριτικών που τυχαίνει να ασχοληθούν με τη γνωστή τριάδα
των συνομήλικων, μεταπολεμικών ποιητών της Θεσσαλονίκης: τον Μανόλη Αναγνωστάκη (γεν. 1925), τον Κλείτο Κύρου (γεν. 1921) και τον Πάνο Θασίτη (γεν. 1923). Τους αντιμετωπίζουν σαν δέσμη συγγενικών φωνών, λόγω της νεανικής συνύπαρξής τους, στο διάστημα Φεβρουάριου -’Οκτωβρίου 1944, στο φοιτητικό επονίτικο Ξεκίνημα, και σχεδόν τους ταυτίζουν λόγω του ότι ήταν σχεδόν ομόλογα παρόντες στη φαντασία των παλαιότερων αναγνωστών της λογοτεχνίας. Κοινές εμπειρίες, κοινές δοκιμασίες, επομένως ένα ομογάλακτο, πρωτοβάθμιο υλικό, από όπου υποτίθεται ότι αντλούσαν ως δημιουργοί ένα σημαντικό μέρος της θεματικής της ποίησής τους. Όμως, ήταν έτσι τα πράγματα; Συμμετείχαν κι αυτοί, και ως ποιο σημείο, στη λιτή και ασκητική μοιρασιά του ιδεολογικού πεπρωμένου που η εποχή του πρώιμου μεταπολέμου έκανε στα πιο ονειροπόλα από τα παιδιά της; Αποδέχονταν εν σώματι ότι ήταν ταγμένοι κάτω από τις σημαίες της «ποίησης της ήττας», όταν η ήττα ήταν μια έννοια, αν όχι εξαρχής αλλά πάντως πολύ σύντομα, διφορούμενη, όχι μόνο για τη γενιά τους αλλά και για τον καθένα από τους τρεις; Όλοι σήμερα γνωρίζουμε ότι ως μνημείωση ενός συλλογικού γεγονότος, η ήττα επιβλήθηκε αναδρομικά, και μάλιστα ερήμην της ίδιας της ποίησης. Ήταν ένας βολικός όρος, ανάμεσα σε τόσους άλλους, με πολλές ισοπεδωτικές γενικεύσεις και στρεβλώσεις, που υιοθετήθηκε αμέσως, ακόμα και από την επίσημη γραμμή, γιατί έκλεινε μέσα του την υποχώρηση, την αναδίπλωση και τη συντριβή, έννοιες που έμειναν
ψηλά στο εικονοστάσι της ελληνικής αριστεράς, μόνιμο ενοχικό φάσμα
της από το όποιο δεν ξέφυγε ποτέ.
     Είναι γνωστό ότι ο Θασίτης δεν μπορούσε να ξεχάσει την ανεστραμμένη, κολαστήρια εικόνα του Αιγαίου, όπως τη διέσωσε η μνήμη του από τα τέλη της δεκαετίας του ’40, «Τόσοι φίλοι χαμένοι στους σχιστόλιθους / να γυρίζουν στον ύπνο μας / αθώοι μες στ’ άσπρο λινό», αλλά προτιμούσε να ορίζει το ηθικό στίγμα της ποίησης της γενιάς του όχι ως ποίηση της ήττας, αλλά ως ποίηση «του κοινωνικού πόνου», ως, δηλαδή, σημείο συμμετοχής σ’ ένα βίωμα πέρα ως πέρα συλλογικό, με τη συλλογική του αποτύπωση να ξεπερνάει την ποίηση νοούμενη ως ατομική και μοναχική πράξη δημιουργίας. Με τα χρόνια, μάλιστα, σχημάτισα την πεποίθηση ότι ένα από τα μόνιμα και ευδιάκριτα χαρακτηριστικά της ποίησης του Θασίτη το συναντούμε εδώ. Είναι η επιμονή του να προσπαθεί να βλέπει πάνω και πέρα από το τείχος του ευσυγκίνητου συναισθήματος, να «βλέπει», ας πούμε, με φίλτρο το νου του: «Έρχομαι να πω για τη διάλυση των σχεδίων / Για το γκρέμισμα των βημάτων / Για την εξάτμιση του νου που λιώνει και συντρίβει το νόημα του κόσμου». Πόση διαφορά δεν υπάρχει ανάμεσα στον τόνο αυτού του τρόπου της προσωπικής κατάθεσης και του τρόπου της προσωπικής κατάθεσης στο πασίγνωστο «Μιλώ» του Αναγνωστάκη! Από την πλευρά αυτή, ας μη λησμονούμε ότι οι καλύτερες στιγμές της συζήτησης για την «ποίηση της ήττας», γύρω στο ’60, στην Επιθεώρηση Τέχνης, στην Κριτική και στις πιο ταπεινές και αφανείς Μαρτυρίες, έκλιναν περισσότερο στη δική του προοπτική, του Θασίτη. Το αρχικό πεδίο αναφοράς της συζήτησης ήταν η γενικότερη κρίση συνείδησης που προέβαλλε στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο ως θέμα και γλωσσά της ποίησης, και όχι μόνο της ποίησης που έβγαινε από τις συμμετοχικές εμπειρίες της αριστεράς. Ενώ κατέληξε σύντομα αύτη η συζήτηση να έχει την περιοριστική έννοια του πως αντικατοπτρίζεται στο συναίσθημα του ομόδοξου ποιητή η ιδεολογική και στρατηγική ήττα τού κινήματος, αλλά και η υποχώρηση των πολιτικών του οραματισμών!
     Συνέπεια όλων αυτών ήταν η γενική εντύπωση για τους τρεις τους, τον Αναγνωστάκη, τον Κύρου και τον Θασίτη -σ’ αυτούς ας προσθέσω, έστω καταχρηστικά, τον Σερραίο Γιώργο Καφταντζή (γεν. 1920), οργανωμένο κι αυτόν ως φοιτητή στην κατοχική ΕΠΟΝ και συμπράξαντα στο Ξεκίνημα-, ότι πρόκειται για όμοιες η για συγγενείς ποιητικές φωνές. Ενώ δεν συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο. ’Ακόμα και στα πρώτα τους βιβλία, που εκεί ήταν εύλογο να υπάρχουν πολλά ομόρριζα και ομόθεμα στοιχεία, με δεδομένη την πολιτική τους νεανική θητεία και τις κολαστήριες δοκιμασίες τους (ιδιαίτερα του Αναγνωστάκη και του Θασίτη), διέφερε αρκετά η ένταση και το μέταλλο της φωνής τους. Η θέση που έπαιρνε ο καθένας τους για να «αφηγηθεί» τη στάση ζωής του στα πρώτα χρόνια του μεταπολέμου. Το πως και το τι στοχαζόταν γι’ αυτά. Παρά την εμπειρική και βιωματική σύγκλιση ο λόγος του Θασίτη ξεχωρίζει από το λόγο των άλλων, ακόμα και στα ποιήματα του Δίχως κιβωτό (1951) η και στα επόμενα, τα Πράγματα (1957).
Το πιο ευδιάκριτο χαρακτηριστικό της πρώιμης φωνής του, που αργότερα θα γίνει πιο διανοητική και, συνεκδοχικά, ειρωνική, για να καταλήξει στο τέλος στον σαρκασμό του Ελεεινού θεάτρου (1980), είναι η εμφανής προσπάθεια τιθάσευσης και έλεγχου της υψηλής συγκίνησης: «Ποιος ήρθε; / Δεν περιμένουμε δε θέλουμε κανέναν. /Έτοιμοι! Όχι ταξίδια». Προσπάθεια που έχει, ασφαλώς, άμεση σχέση και με το ότι η γλώσσα της ποίησης εξαρχής παρουσιάζεται πυκνότερη στα νοήματά της και αδρότερη στο ύφος της από των άλλων φίλων του, της τριάδας. Γι αυτό και εκείνη που δίνει στο ποίημα έναν όγκο, ένα βάρος στοχασμού είναι η αναζήτηση του γνωσιακού βάθους παρά της συναισθηματικής έντασης, το «Blocus Animae» όπως είναι και ο τίτλος ενός ποιήματος της συλλογής του ’57. Υπάρχει ένα αθέατο πρόσωπο, μια περσόνα που «περιγράφει» αμέτοχα, σαν να διατηρεί μιαν απόσταση ασφαλείας από την κατάσταση πανικού που υποδηλώνεται. Ένας παντεπόπτης, για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της αφηγηματολογίας, που εστιάζει περισσότερό την προσοχή του στην ανάδειξη του πραγματολογικού υλικού της εικόνας, στην «ψύχραιμη» καταγραφή των δεδομένων, και όχι τόσο στη συναισθηματική κατάσταση που δημιουργούν στον ψυχικό κόσμο του.
     Έτσι, τα σύμβολα που χρησιμοποιεί ο Θασίτης γίνονται πιο «συγκεκριμένα», πιο βατά, πιο προσπελάσιμα και κατανοητά, μια και ο παντεπόπτης-ποιητής νοιάζεται για την επικοινωνία μέσω νοημάτων. Δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει η υποκίνηση της συγκίνησης, της συναισθηματικής διάθεσης του άλλου, το να τον κερδίσει στα «εύκολα» σημεία του. ’Ιδίως στα Πράγματα, μπορεί η αίσθηση της μοναξιάς να είναι καταλυτική, αφού ο ποιητής είναι αναγκασμένος να διασχίσει την άνυδρη έρημο της πόλης για να μπορέσει να βρει ένα σταθερό σημείο νέας εκκίνησης. Όμως και πάλι, παρά τη διάχυτη σκηνογραφία τρόμου, η συγκίνηση που εκλύεται από τις ποιητικές εικόνες είναι έτσι συγκρατημένη και μετρημένη, ώστε να μοιάζει με περιγραφή μιας δραματικής κατάστασης, που για να γίνει πιο κατανοητή μας υποβάλλεται η ανάγκη δημιουργίας μιας απόστασης ανοικείωσης από αυτήν. Νομίζω ότι εκεί που πράγματι διακρίνεται μια σαφής διαφοροποίηση στο έργο του Πάνου Θασίτη, είναι το 1962, στα Πράγματα 2-Άριθμοί. Ο λόγος του γίνεται ελλειπτικότερος και ο στίχος του ακόμα πιο οξύς και πυκνός, ενώ το νόημα απαιτεί μια ακόμα μεγαλύτερη ανοικείωση, καθώς αγγίζει πλέον την αφαίρεση, σαν να μην το δεσμεύουν τα καθημερινά συμφραζόμενα της εποχής: «Νερό με το νερό, με τη φωτιά φωτιά / πάνω στ’ αριθμημένο είδωλο της γης διαβαίνει. / Οι αριθμοί σημαίνουν θάλασσα / το σκοτεινό της φύλο στο βυθό τ’ άσπρα της / μαντίλια στον αγέρα».
Ένας περισσότερο οξύς και καθόλου διθυραμβικός Ελύτης. Έτσι και η έκπτωση, ο φόβος και η φθορά που, άλλωστε, συνθέτουν την ταυτότητα του ελληνικού μεταπολέμου στους περισσότερους από τους συνομήλικούς του, παίρνουν σ’ αυτή την ποίηση τη διάσταση ενός εγκόσμιου, γενικευμένου κακού. Ενός κακού που η λυρική φαντασία δεν το αρνείται, δεν μάχεται με το να αντιπαρατάσσει σ’ αυτό το ωραίο της ζωής, απλώς το μεταμορφώνει, το συμβολοποιεί για να εξοικειωθεί με αυτό, και σε τούτο ο Θασίτης δεν είναι μακριά από το σύμπαν θανάτου του Μίλτου Σαχτούρη: «Δεξιά το Σεράι αριστερά το καλύβι / […] / Οι θεατές χαμηλά στα καθίσματα- στο δρόμο / τα λεωφορεία η Τροχαία / οι άνεργοι. // ’Ανάβει το φως / [….] / Τότε το πανί γεμίζει μ’ άλλους ίσκιους, /με χέρια και πόδια που κλαίνε. /Ανεβαίνει ανεβαίνει το αίμα / το Σεράι βουλιάζει / το καλύβι πλέει».
     Η κίνηση αυτή, μέσα σε μια δεκαετία, από το περιορισμένο τοπίο της ήττας στο απεριόριστο, εχθρικό σύμπαν και στον λυρικό του συμβολισμό, μας δείχνει ότι ο Θασίτης ήθελε να ξεφύγει από τα στενά όρια της ελεγείας, με την οποία η γενιά του θρήνησε τον κλειστό ορίζοντα της αμέσως μεταπολεμικής ιστορίας. Πράγματι, σ’ ένα μεγάλο αριθμό από τους ποιητές των πρώτων μετεμφυλιακών χρόνων, η ποιητική δημιουργία γεννήθηκε και πήρε τη μορφή μιας προσπάθειας εξόδου από το δραματικό βίωμα της αναδιπλωμένης ζωής, για να επιστρέφει σ’ αυτό με «σκυμμένο το κεφάλι», έχοντας συμβιβαστεί με τη διαπίστωση του αδιεξόδου. Όμως στο έργο του Θασίτη απουσιάζει κάθε ίχνος παθητικότητας. Ερμητικά η όχι, τα ποιήματα του 1962, που ίσως αποτελούν μια από τις κορυφαίες στιγμές του έργου του, επέλεξαν την πύκνωση και τη νοηματική αφαίρεση, επειδή σκόπευαν να συνθέσουν ένα μυθολογικό σύστημα που κατά κάποιο τρόπο γείωνε στα καθέκαστα της ζωής το σύστημα του’ Ελύτη. Αναφορές στα φυσικά στοιχεία, στον ουρανό, στο νερό, στη θάλασσα, στον ήλιο, στους αστερισμούς, στη γη, αλλά χωρίς αυτό το ιδιόμορφο, δικό του, ποιητικό σύστημα να έχει αποσυνδεθεί από τα πεδία των κοινών εμπειριών. Χωρίς οι αναγωγές και οι συμβολισμοί του να προσβλέπουν σε μια μεταφυσική θεραπεία.
     Όντως, στα Πράγματα 2 η λειτουργία των εικόνων είναι συνειρμική, με σπασμένα και θρυμματισμένα τα κομμάτια τους, έτσι ώστε η αφαιρετική γλώσσα να αποδίδει την αίσθηση του ασύντακτου χρόνου της πραγματικότητας. Αλλά, όπως και να το κάνουμε, ο Θασίτης δεν χάνει στιγμή από τα μάτια του τους γενικούς ορούς της εποχής. Μπορεί να
φαίνεται ότι τους παραμερίζει, αλλά αν προσέξουμε καλύτερα δεν τους αγνοεί, απλώς τους αλλάζει θέση, τους φτιάχνει μιαν άλλη «πατρίδα», τους μεταθέτει σε μια διάσταση πιο οικουμενική. Ο άκρως ροϊκός χρόνος που κυριαρχεί σ’ αυτή την άκρως αφαιρετική περίοδο της ποίησης του, δεν σημαίνει πάντως ότι παύουν να αναγνωρίζονται τα πράγματα και η ουσιαστική τους σχέση με τον άνθρωπο στο νέο συμβολικό τους περιβάλλον: «Και με το φως της χαραμάδας, / όπου τρέμει η ίρις του χαμού και πρήζεται / το φάσμα του καιρού / αναποδογυρισμένο / Σε πλάθω Ήλιε». Μια τρίτη, τέλος, διαφοροποίηση συναντούμε στο έργο του Π. Θασίτη με την Εκατόνησο (1971) και το Ελεεινόν θέατρον (1980), δύο συλλογές που σημείωσαν την επάνοδο του ποιητή από το μεταφορικά ιστορημένο των συμβολικών Πραγμάτων 2 – Αριθμών στο κυριολεκτικά και ρεαλιστικά ιστορημένο. Τι συνετέλεσε άραγε σ’ αυτή την αναστροφή; Μήπως η θητεία του στην καβαφική ειρωνική αναδιάταξη της ιστορίας; Σίγουρα εκείνο στο όποιο έχει αλλάξει δραστικά η ποίηση του Θασίτη, για μια φορά ακόμα, είναι κυρίως στην αναπροσαρμογή της νοηματικής της λειτουργίας. Η μέσα από το στοχαστικό κάτοπτρο του νου δραματική αίσθηση των Πραγμάτων και των Αριθμών, τώρα στηρίζεται όσο ποτέ άλλοτε στο αιχμηρό, επιθετικό και σκωπτικό ύφος ενός λόγου που δεν κρύβει τις πολιτικές θέσεις του. Οδηγητική ευκρίνεια, ανασύνταξη της ηθικής στάσης του ποιητή απέναντι στα φαινόμενα της Ιστορίας· πως να ξεχάσουμε ότι στην ίδια ακριβώς χρονική στιγμή που βγαίνει η πολιτικά ρητή Εκατόνησος, συγκλίνουν τα ποιήματα του σχεδόν σχηματικού στον πολιτικό ρεαλισμό του Στόχου, του Μανόλη Αναγνωστάκη; Το ενδιαφέρον είναι ότι όπως άρχισε ο κύκλος της ποίησης και στους δυο, έτσι έκλεισε.

Αλέξης Ζήρας
[Φεβρ. – Μαρτ. 2011]

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ

http://www.chronosmag.eu, τχ. 3, Ιούλιος 2013

αλληλένδετες η πολιτική και η ηθική διάσταση του ανθρώπου

[Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Πάνου Θασίτη,
αφετηρία για αποκωδικοποίηση και αναγνώριση ενός έργου οξυδερκούς,
τολμηρού και πολυσήμαντου] Σταύρος Ζαφειρίου
Συνηθίζεται ακόμη τον Πάνο Θασίτη, τον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Κλείτο Κύρου, σχεδόν συνομήλικους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, να τους κατατάσσουν, ως τριάδα, στους λεγόμενους «κοινωνικούς ποιητές» της Θεσσαλονίκης· ένας χαρακτηρισμός σαφώς προτιμότερος από τον άλλον: «ποιητές της ήττας», εξίσου όμως ευάλωτος και δεσμευτικός, όσον αφορά τον ποιητικό χώρο στον οποίο ο καθένας κινήθηκε.
Ό,τι φέρνει κοντά τους τρεις, εκλιπόντες πλέον, ποιητές είναι η κοινή πολιτική τους τοποθέτηση, η δράση που ανέπτυξαν κατά την περίοδο της Κατοχής και μετέπειτα, και η σχεδόν παρόμοια μοίρα που αντιμετώπισαν: των διώξεων και των εκτοπίσεων, και, στην περίπτωση του Αναγνωστάκη, μέχρι και της καταδίκης σε θάνατο.
Ό,τι επίσης τους φέρνει κοντά είναι η αναπόφευκτη παρουσία της ιστορίας και του βιώματος στην ποίησή τους· ενός βιώματος στοιχειοθετημένου στο συνθετήριο της ιστορίας, το οποίο πέρασε από το όραμα στη διάψευση, για να βρει τόπο έκφρασης εντέλει στον σαρκασμό και στην ειρωνεία.
Ό,τι όμως τους διαφοροποιεί είναι η ίδια η ποίηση, αυτό δηλαδή που προτάσσει ο καθένας ως ποιητικό τρόπο, ως φόρμα, ως οπτική, όλα τα στοιχεία εκείνα που τον κάνουν εμφανώς διακριτό από τους άλλους, αποδεσμεύοντάς τον έτσι από τις ψευδοφιλολογικές κατηγοριοποιήσεις. Ενώ λοιπόν στον συμβολιστή Κύρου περισσεύει η «κραυγή» και στον Αναγνωστάκη επικαιροποιείται η αισθητική της κοινωνικής παρακμής, ο Θασίτης διευρύνει το ποιητικό πεδίο κινούμενος μεταξύ ενός ελεγχόμενου λυρισμού και ενός σαρκασμού, αυτοσαρκασμού ενίοτε που δεν διστάζει να φτάσει στα όρια του τραγικού και του τραγέλαφου.
Ο Πάνος Θασίτης γεννήθηκε το 1923 από πρόσφυγες Μικρασιάτες γονείς στον Μόλυβο της Μυτιλήνης. Από το 1930 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, ασκώντας στη συνέχεια το επάγγελμα του δικηγόρου. Ως φοιτητής, στη διάρκεια της γερμανοϊταλικής Κατοχής, πήρε μέρος ως επονίτης στην Εθνική Αντίσταση. Υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας του φοιτητικού περιοδικού Ξεκίνημα (1944) και αρχισυντάκτης του περιοδικού της Ε.Π.Ο.Ν. Μακεδονίας-Θράκης Λεύτερα Νιάτα (1943-44). Μετά την Απελευθέρωση εκτοπίστηκε στον Άη-Στράτη και στη Μακρόνησο. Στον τόπο της εξορίας γνωρίστηκε με τον Γιάννη Ρίτσο, με τον οποίο διατήρησε και στη συνέχεια μια σχέση αμοιβαίας ποιητικής εκτίμησης και συντροφικής εμπιστοσύνης. Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικά απαισιόδοξο τίτλο Δίχως Κιβωτό. Ακολούθησαν τα Πράγματα (1957) και τα Πράγματα 2 – Αριθμοί (1962), η Εκατόνησος (1971), το … ελεεινόν θέατρον (1980) και τα Σχιστολιθικά (1983).
Έκτοτε, ο Πάνος Θασίτης, ολιγογράφος από επιλογή, εξέδωσε το 1990 έναν συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του, στον οποίο προσέθεσε μία ενότητα με τον τίτλο «Τα Αδέσποτα», και σώπασε εκδοτικά μέχρι και το τέλος της ζωής του, τον Αύγουστο του 2008. Όσα αδημοσίευτα, ολοκληρωμένα ποιήματα βρέθηκαν στα κατάλοιπά του, συμπεριελήφθησαν σε μια νέα συγκεντρωτική και διορθωμένη έκδοση (Νεφέλη, 2011), ενώ εκκρεμεί η φιλολογική προσέγγιση και η συγκριτική μελέτη των ημιτελών ποιημάτων του και των παραλλαγών τους.
Εξίσου όμως σημαντικό με το ποιητικό θεωρείται και το δοκιμιακό έργο του Θασίτη. Με δύο συλλογές δοκιμίων, Γύρος στην ποίηση και 7 δοκίμια για την ποίηση, ο Θασίτης δίνει το στίγμα ενός οξυδερκούς, διεισδυτικού και τολμηρού νου, ο οποίος καταθέτει ευθέως την άποψή του, χωρίς τις συνήθεις αμφισημίες του συμβατικού θεωρητικού και κριτικού λόγου. Χαρακτηριστικό παραμένει, ως παράδειγμα, το γεγονός ότι ήταν ο πρώτος που υποδέχτηκε ανεπιφύλακτα θετικά το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη, σπάζοντας έτσι την αμήχανη σιωπή της κριτικής.
Τι είναι όμως αυτό που καθιστά τον Πάνο Θασίτη σημαντικό ποιητή; Έχοντας την τύχη να αποκτήσω, μετά τον θάνατό του, πρόσβαση στο αρχείο του, είχα παράλληλα και την ευκαιρία να διαπιστώσω, μέσω της αλληλογραφίας του, την εκτίμηση που έτρεφαν για την ποίησή του ομότεχνοί του όπως ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Σινόπουλος, ο Παπαδίτσας, αλλά και πεζογράφοι όπως ο Κοσμάς Πολίτης ή ο Στρατής Τσίρκας. Τι ήταν αυτό που διέκριναν στον Θασίτη, αυτό που τον ξεχώριζε ως φωνή, αυτό που τον τοποθετούσε, όχι στο βήμα του πολιτικά στρατευμένου, του κοινωνικού, του μονοσήμαντου εντέλει ποιητή, αλλά στο εργαστήρι ενός καθολικά πνευματικού ανθρώπου;
Διαβάζοντας τα ποιήματά του, αυτές τις λίγες και λιγοσέλιδες συλλογές που μας άφησε, εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς τις εξακτινώσεις της σκέψης του, τις αφετηρίες του και τους τερματισμούς του, τη σπείρα που σχηματίζει γύρω από τον πυρήνα της η δημιουργική διαδρομή του. Και το ίδιο εύκολα μπορεί να αποκωδικοποιήσει αυτόν τον πυρήνα. Γιατί, παρά την πυκνότητα και το στοχαστικό βάθος, παρά την αφαίρεση και τον οιονεί ερμητισμό, παρά την ένταση και τη θερμοκρασία που μεταδίδει ο μακροπερίοδος λόγος του, μόνο δυσνόητος και σκοτεινός δεν είναι ο Θασίτης ως ποιητής. Τοποθετώντας στο κέντρο της ποίησής του, όχι μόνο την πολιτική αλλά και την ηθική διάσταση του ανθρώπου (ή μάλλον, συναρτώντας τη μία με την άλλη), με τις αδυναμίες και με τη δύναμή του, με τις παραχωρήσεις του και τους συμβιβασμούς που φτάνουν ώς την υποταγή, αλλά και με την πίστη του στη ζωή που φτάνει ώς τη θυσία, κατεδαφίζοντας τα συνθήματα και ανασύροντας από τα ερείπια τις συνθλιμμένες ιδέες, διακρίνοντας το καλό και το κακό ως ενεργήματα όρων και προϋποθέσεων, εξυψώνοντας τη γυναίκα πάνω από την ύλη και τον έρωτα πάνω από το συναίσθημα, εναλλάσσοντας τον εξωτερικό σαρκασμό με την εσωτερική καταβύθιση, καταφέρνει να ολοκληρώσει την ποιητική παρουσία του, έτσι που η απόσυρσή του από το 1983 και μετά να φαντάζει όχι σαν μια δύστροπη άρνηση αλλά σαν η νηφάλια παραδοχή ενός εκπληρωμένου τέλους.

Και ίσως έτσι να εννοούσε ο ίδιος τους στίχους του «Νεκρού ποιητή» του:

Δεν είμαι εδώ που ψάχνεις.
Τι γυρεύω εγώ μες στα λουλούδια
στ’ αβάσταχτο φως του φεγγαριού.

Στις αίθουσες που οι ρήτορες
εκπολιτίζουν το κοινό
με τα φαντάσματά μας.

Τι γυρεύω.

2 Σχόλια

Filed under ΠΟΙΗΣΗ

2 responses to “ΠΑΝΟΣ Κ. ΘΑΣΙΤΗΣ

  1. Συγκλονιστικός στον λόγο του ο ποιητής..Μ’ αρέσει..Το συναίσθημα έντονο, βγαίνει από τα μέσα στην εικόνα..δεν εμπορεύεται τις λέξεις. Όντως, ποιητής. Με την καλησπέρα μου!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s