Daily Archives: 15/12/2018

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ

Ο Στέφανος Παντελίδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1973. Δεν σπούδασε Ελληνική Φιλολογία. Δεν έγραψε μελέτες, ούτε κριτικές βιβλίων. Οι δυο προηγούμενες ποιητικές συλλογές του Εκτός νόρμας (abookworm publications 2014) και Πάω γυρεύοντας ( κατά τον δαίμονα εαυτού) (Vakxikon.gr 2016) δεν τιμήθηκανμε κανένα βραβείο, δεν επανεκδόθηκαν, ούτε μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες. Κάποιοι του είπαν πως η ποίηση του, τους αγγίζει. Θα ήθελε να ισχυριστεί πωςγράφει ποίηση για αυτούς. Η αλήθεια όμως είναι, πως γράφει γιατί αυτό του ορίζει επιτακτικά η φύση του.

ΠΑΩ ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ (2016) 

[ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ]

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

ΕΡΗΜΗ ΝΗΣΟΣ

Τους βλέπω και εγώ

-τους πεθαμένους του Έλιοτ1

μέσα στα αυτοκίνητά τους

πίσω απ’ τα γραφεία τους

στα καφέ και στα εστιατόριά τους.

Τι γυρεύω εγώ, ο ζωντανός, ανάμεσα σε πεθαμένους;

Και είναι τόσοι πολλοί

– δείχνουν τόσο χαρούμενοι.

Σκέφτομαι να πεθάνω και εγώ

-να γίνω σαν αυτούς:

χαρούμενος

εν ζωή νεκρός.

1.       0 Τ. Σ.Έλιοτ, στο ποίημά του Έρημη Χώρα (1922) γράφει: Ανύπαρχτη Πολιτεία/Μέσα στην καστανή καταχνιά μίας χειμωνιάτικης αυγής/ Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί /Δεν το ‘χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς

(Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης).

ΚΥΠΡΟΣ 2015

Κάποιος να ανάψει πάλι τον ήλιο

κάποιος να πρασινίσει τους κάμπους

κάποιος να ανθίσει τις λεμονιές

κάποιος να ανοίξει τους ορίζοντες

κάποιος

και εμείς θα ακολουθήσουμε.

O ΠΑΛΑΙΟΣ HOMO SAPIENS

Στάθηκε στα δυο του πόδια

έφτιαξε εργαλεία

άναψε φωτιά

ανέπτυξε γλώσσα

κοίταξε ψηλά

είδε τα άστρα

κατάλαβε το μέγεθός του

κατάλαβε το τέλος του

Φοβήθηκε

και κρύφτηκε στη σπηλιά του

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ HOMO SAPIENS

Έφτιαξε υπολογιστές

έφτιαξε δορυφόρους

είδε τα άστρα

μέτρησε το σύμπαν

κατάλαβε το μέγεθός του

κατάλαβε το τέλος του

Φοβήθηκε

και έτρεξε για ψυχοθεραπεία.

ΣΕ ΚΥΚΛΟΥΣ

Ζούμε σε ατέλειωτους κύκλους.

Επαναλαμβάνουμε σκέψεις

– επαναλαμβάνουμε πράξεις

χωρίς να αλλάζει κάτι.

Σε ατελείωτους κύκλους

–  όπως αυτόν της Microsoft

που όλο γυρίζει.

Τον κοιτάς και σκέφτεσαι.

Νομίζεις πως φορτίζει το λογισμικό

–  νομίζεις σκέφτεται αυτό

αλλά σκέφτεσαι εσύ.

ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Αμάν, βρε πατέρα

– ας έβαζες το πήχη στα επιτεύγματα,

στις θέσεις και στα αξιώματα.

Εκεί να σε παραβγώ.

Όχι στην τιμιότητα

ούτε στην ακεραιότητα.

Πώς να σε φτάσω εκεί;

Πώς να σε επισκιάσω,

ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Ξέρω πως στα κρυφά προσεύχεσαι για μένα.

Να ξέρεις πως σαν έρθει εκείνη η ώρα,

κι εγώ με τη σειρά μου στα κρυφά,

στη μόνη προσευχή μου, θα έχω εσένα.

ΤΟ ΛΙΓΟ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ

Θα χάσω το δάσος για ένα δέντρο

κι ας φαίνομαι σε κάποιους αδαής.

Θα αγκαλιάσω το πρώτο δέντρο που θα βρω

θα ξαποστάσω ευγνώμων στη σκιά του.

Βρείτε εσείς το δάσος

―καιροσκόποι, πλεονέκτες―

και αφήστε το δέντρο σ’ εμένα

και στους όμοιούς μου.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Ώρες ώρες έρχεται η άμπωτη

και μας αδειάζει.

Μένουμε κόκαλα και σάρκες.

Χωρίς ψυχή, σερνόμαστε χαμένοι.

Κι ύστερα να σου η πλημμυρίδα.

Φουσκώνουμε, τραβούμε

αισιόδοξα μπροστά.

Κι ύστερα πάλι,

έρχεται η άμπωτη.

ΑΥΤΟΣ

Αυτός ο αχρείος που ζει στο σπίτι μου

γεύεται τη γυναίκα μου,

μεγαλώνει τα παιδιά μου.

Αυτός ο τιποτένιος που πάει στο γραφείο μου

συναντιέται με τ’ αφεντικό μου

γράφει memo στ’ όνομά μου.

Αυτός ο άθλιος που βγαίνει με τους φίλους μου,

λέει τ’ αστεία μου,

γελά με τα δικά τους.

Αυτός

ναι, αυτός

να ξέρει πως υπάρχω ακόμη.

ΜΗΔΕΝΙΣΤΗΣ;

Ε όχι και μηδενιστής.

Απλώς αντιλαμβάνομαι το μέγεθος μου:

το τίποτα μου μες το σύμπαν

το τίποτα μου μες τον χρόνο

που δίνει τελικά αξία στη ζωή μου.

Άλλοι είναι οι μηδενιστές.

Ανόητα την ύπαρξή τους μηδενίζουν

εν αναμονή της «άλλης ζωής» που ακολουθεί.

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΘΕΟΥΣ

ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ ΝΩΕ

Αυτή η ιστορία με την Κιβωτό του Νώε

που έσωσε τα ζώα από πνιγμό

που μας άφησε σώους στο βουνό Αραράτ

να ζευγαρώσουμε μετά την πλημμύρα

– αυτά τα καγκουρό

που μετοίκησαν μόνο στην Αυστραλία

– αυτές οι ζέβρες

που μετοίκησαν μόνο στην Αφρική

– αυτά τα αρμαντίλλο

που μετοίκησαν μόνο στην Αμερική

– αυτοί οι πιγκουΐνοι

που μετοίκησαν μόνο στην Ανταρτική

αυτή η ιστορία με την Κιβωτό του Νώε

μπάζει νερά από παντού.

ΚΑΙ ΕΙΠΕ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗ

ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΘΟΔΟ ΤΟΥ:

Να μην πιστεύετε τυφλά.

Να με αμφισβητείτε.

Τι δάσκαλος θα ήμουν

αν ήθελα υπακοή

αντί για ελεύθερο πνεύμα;

Τι αξία έχει ο δάσκαλος

αν αντί δασκάλων καλύτερων απ’ αυτόν,

αφήσει μαθητές εξαρτημένους;

Μακάριοι οι έχοντες ελεύθερη και κριτική σκέψη,

ότι αυτοί φωτίσουν με το πνεύμα τους τούς άλλους

Και ο Νίτσε, ο Καβάφης,

οΤζόις και ο Καζαντζάκης

έγιναν οι πιο πιστοί ακόλουθοί Του.

ΕΥΡΗΚΑ

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο πιστός,

υπάρχει Θεός!

– και γελούν μαζί του οι νουνεχείς.

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο νουνεχής,

δεν υπάρχει Θεός!

– και γελούν μαζί του οι Θεοί.

ΕΧΟΥΜΕ ΔΡΟΜΟ ΑΚΟΜΗ

Διαγράψαμε τους Κενταύρους

μα κρατήσαμε τους δαίμονες

διαγράψαμε τους δράκους

μα κρατήσαμε τον διάβολο

διαγράψαμε τους ζωόμορφους θεούς

μα κρατήσαμε τους αγγέλους

διαγράψαμε τις μάγισσες

μα κρατήσαμε τις χαρτορίχτρες

διαγράψαμε τους μάντεις

μα κρατήσαμε τους θαυματοποιούς

κάρες, λαδάκια, αγιασμοί,

τάματα, κομποσκοίνια, εξορκισμοί

– έχουμε δρόμο ακόμη.

ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ (ΟΡΙΣΜΟΣ)

Πού να σταθεί επιστήμονας εδώ;

Τι να ψελλίσει ο βιολόγος;

Θέλει Πίνδαρο εδώ:

Σκιά ονείρου είναι.

Θέλει Όμηρο εδώ:

Γενεές φύλλων είναι.

Θέλει Λιαντίνη εδώ:

Το πιο τραγικό ον είναι.

Το μόνο που, ενόσω ζει,

Γνωρίζει πως πεθαίνει.

Και η επιστήμη υποκλίνεται στους ποιητές.

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

Αφήστε τα ηρεμιστικά.

Διαβάστε λίγη ποίηση.

Στο τρίτο ποίημα,

δεν θα σας κρατούν τα βλέφαρα σας.

Η ΩΡΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΠΟΙΗΣΗ

Είναι καλύτερα να μην γράφεις νέος.

Όχι γιατί σου λείπει η σοφία

– αλλά να μην σου μένει και γραπτώς

πόσο ευθυτενής ήσουν

πόσο πείσμα είχες τότε μέσα σου.

ΓΙΑ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΩ ΩΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Θα αρχίσω και εγώ τα ακαταλαβίστικα.

Να γράψω ας πούμε για τον Ηνίοχο

και το ένα το άλογο που ορμούσε χωρίς αιδώ.

Αυτό που -χρόνια αργότερα- ονόμασε ο Φρόυντ id.

Να γράψω ύστερα για πάμφωτα ελεγκτήρια

και χείλη σκοτεινά στη λήθη της θυέλλης.

Στο τέλος, θα προτάξω πάραυτα

τον δόλιο κερματισμό του υποκειμένου,

που σέρνει πρώιμα η θάλασσα

εκεί που ξημερώνει.

Και κάποιοι, που δικαιολογημένα

δεν θα καταλάβουν τίποτα,

αδικαιολόγητα επιτέλους

θα με τιμήσουν.

ΠΡΟΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΥΜΩΝ ΠΡΟΓΟΝΟΥΣ

Τίποτα από εσάς δεν κρατήσαμε.

Αντικαταστήσαμε το φως με το σκοτάδι

– την αλήθεια με την πλάνη

– την πάλη με την προσευχή.

Ελεεινοί φυγόπονοι επαίτες

δηλώσαμε υποταγή στο τίποτα

με ελπίδα

την αιώνια ανταμοιβή μας.

ΠΡΟΣ ΝΤΑ ΒΙΝΤΣΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ

Πόσο ν’ αντέξει η καημένη,

στημένη τόσες ώρες στο ατελιέ σου;

Γυναίκα ήταν όλο πάθος.

Κι εσύ ζωγράφιζες φύση νεκρή.

Έχασε στο τέλος το χαμόγελό της.

ΓΓ αυτό και τελικά έμειναν για μας

κάτι μυστήρια απομεινάρια.

ΠΡΟΣ ΔΑΡΒΙΝΟ

Δεν ξέρεις πως μισούμε την αλήθεια;

Αυτό το “απ’ τον πίθηκο”

μάς έπεσε βαρύ.

Ας έλεγες καλύτερα απ’ το παγώνι.

Και η «εξέλιξή» σου ―εν μια νυκτί―

θα γινόταν παγκόσμια αποδεκτή.


ΕΚΤΟΣ ΝΟΡΜΑΣ (2014)

ΣΕ ΕΙΚΟΣΙ ΛΕΠΤΑ, ΜΕ ΔΕΚΑ ΕΥΡΩ

Περιμένεις τη δική σου σειρά,

ελευθερώνεις ταχύτητα,

πέφτει νερό,

σαπούνι,

μετά οι Βούρτσες,

ο ζεστός αέρας.

Σε είκοσι λεπτά, με δέκα ευρώ, το όχημά σου είναι πάλι καθαρό.

Φεύγει η σκόνη,

φεύγει η Βρωμιά.

Σε είκοσι λεπτά, με δέκα ευρώ.

Να ‘χε ένα πλυντήριο η ψυχή,

να διώχναμε τη βρώμα,

να διώχναμε το μαύρο μέσα μας.

Και μη μου πείτε για θεούς και προσευχές,

ούτε για χάπια και ψυχοθεραπευτές.

Δεν είν’ το ίδιο.

Άλλο το πλυντήριο της ψυχής.

Να καθαρίζει η ψυχή.

Έτσι, απλά.

Με δέκα ευρώ, σε είκοσι λεπτά. 

ΣΤΟΝ ΠΑΙΔΟΝΕΥΡΟΛΟΓΟ

Τον κοιτούσα καθώς περιέγραφε

σύνδρομα και επιληψίες,

φάρμακα και θεραπείες.

Ήθελα να του πω

πως προτιμούσα να μην ήμουν εκεί,

πως προτιμούσα να συνέβαινε αυτό

σε άλλου το παιδί.

Ήθελα να του πω

τόπους που θα πήγαινα μα δε θα πάω,

αυτά που θα έβλεπα μα δε θα δω,

τι μπορούσα να γίνω,

μα δε θα γίνω ποτέ.

Ήθελα να του πω.

Μα δεν του είπα.

Τον πλήρωσα κι έφυγα.

Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ

Ξεσπούσανε οε γέλια,

ξανά και ξανά,

στεκόμουνα στη μέση,

και τα ‘λεγα, το ένα μετά το άλλο.

Πραγματικά αστεία.

Γνήσιο, πηγαίο χιούμορ.

Και κάθε λίγο

κι άλλο ξέσπασμα,

κι άλλο χαχανητό.

«Πολύ χαρισματικός».

«Καλύτερος κι από γελωτοποιός».

Ύστερα πήγα σπίτι μου.

Και έκλαψα.

ΣΤΟ ΙΑΤΡΕΙΟ

Και συ κοριτσάκι στην υποδοχή, γιατί χαμογελάς;

Γιατί μιλάς με τόση ζεστασιά;

Γιατί μου απευθύνεσαι γλυκά,

με το επίθετό μου και το «κύριε» μπροστά;

Δε σου το είπα,

μα αν δε χαμογελούσες,

αν δε μιλούσες καν,

δε θα ‘κάνε καμιά διαφορά.

Αυτά που μου ‘πε ο γιατρός,

καθόλου δεν αλλάζουν.

Ούτε στην υποδοχή,

ούτε στο ξεπροβόδισμα.

ΠΡΟΣ ΕΦΗΒΟ ΑΝΙΨΙΟ

Εσένα δε μεγαλώσαμε

με ζωγραφιές και τραγουδάκια;

Σ’ εσένα δε διαβάζαμε

γλυκά παραμυθάκια;

Πότε έγινες αυθάδης,

αναιδής και πονηρός;

Πότε έγινες σαν εμάς;

ΠΡΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ

Δε με νοιάζουν τα αιτήματά σας,

για υψηλούς μισθούς και επιδόματα.

Με νοιάζει που πρωί πρωί σας παραδίδουμε

ό,τι αγαπάμε πιο πολύ,

ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε.

ΣΕ ΒΛΕΠΟΥΝ

Όλη σου η ζωή χορεύει στο ρυθμό

που σου κρατούν οι άλλοι.

Γι’ αυτούς το αυτοκίνητο το τζιπ,

γι’ αυτούς και η δουλειά σε πολυεθνική,

γι’ αυτούς το καλοκαίρι σε νησί,

γι’ αυτούς και το χειμώνα κάνεις σκι,

γι’ αυτούς εκείνο το ψυχρό το ρετιρέ,

Η αυτούς και η γυναίκα που θα πάρεις, θες δε θες

θα σου ‘λεγα να κάνεις κάτι και για σένα,

μόνο που δεν μπορείς.

Έχεις ξεχάσει πια ποιος είσαι.

Υπάρχεις απλά,

ως μια συνάρτηση των άλλων.

ΕΤΣΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Δε γεννιούνται ποιητές, οι ποιητές

ούτε σπουδάζονται.

Χτυπιούνται πρώτα.

Χτυπιούνται πρώτα στο πεδίο της ζωής

και ύστερα γράφουν στο χαρτί.

Για αυτό δε θα έπρεπε να τους φωνάζουν ποιητές

μα ποιηθέντες.

ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Δεν είναι η ανεμελιά,

οι μακρινές οι Βόλτες, το κρυφτό.

Ούτε το πρώτο το ποδήλατο,

οι πλάκες, το τρεχτό.

Είναι που ονειρευόμουν με τις ώρες,

που σχεδίαζα το μέλλον.

Τι θα γίνω.

Πώς θα ζω.

ΠΕΡΙ ΚΟΛΑΚΕΙΑΣ

Πώς να αντισταθεί κανείς στην κολακεία;

Επιτέλους κάποιος σε θαυμάζει.

Επιτέλους κάποιος το έργο σου αναγνωρίζει.

Επιτέλους κάποιος σε σένα βλέπει

τον άνθρωπο το δίκαιο,

τον άξιο,

τον ικανό.

Θα πρέπει να τον ανταμείψετε γι’ αυτό.

Να τον κρατήσετε κοντά σας.

Σίγουρα δεν πρόκειται για κόλακα.

Σίγουρα αμερόληπτα σε σας θα είδε

τον άνθρωπο το δίκαιο,

τον άξιο,

τον ικανό.

ΣΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΜΙΛΤΟΥ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΠΟΛΥ ΝΕΟΣ

Τι ανάποδο θαύμα είναι αυτό;

Τι παιχνίδι της φύσης;

Να σκίζεται η καρδιά μου.

Και να μη βγαίνει αίμα.

Να κόβομαι στα δύο.

Και να μη βγαίνει αίμα.

Να στέκομαι.

Αλλά να είμαι στο πάτωμα.

Να κοιτάζω.

Και να μη Βλέπω τίποτα.

Γίνεται τόσος πόνος μέσα;

Γίνεται τόσος πόνος μέσα

και έξω τίποτα;

ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ ΚΑΒΑΦΗ 2013

Αφήστε τον, τον Αλεξανδρινό,

στις σκοτεινές τις κάμαρές του,

πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα,

πίσω απ’ των κεριών το χαμηλό το φως.

Αφήστε τον, πολύ σπανίως,

να κατεβαίνει τα σκαλιά,

και στα κρυφά να δοκιμάζει,

τα δυνατά κρασιά της ηδονής.

Βρείτε το δικό σας δρόμο, τον Ιωνικόν,

φτιάξτε τα σπασμένα τα αγάλματά των.

Βγείτε στο δικό σας πηγαιμό.

Σταθείτε στις δικές σας Θερμοπύλες.

Δείτε πόσο γρήγορα σας σβήνουν τα κεριά.

Κι όσο μπορείτε προσπαθήστε,

έτοιμοι να είστε,

σαν έρθει κι η σειρά σας να ακούσετε από τα μακριά,

το μουσικό το θίασο να περνά.

ΚΡΙΣΗ 2013

Αγανακτούμε.

Λέμε να πάρουμε τους δρόμους.

Να ορθώσουμε το ανάστημα μας.

Να υψώσουμε τη φωνή μας.

Να ρίξουμε, οργισμένοι, πέτρες.

Αγανακτούμε περισσότερο,

που δεν ξέρουμε ποιους δρόμους να πάρουμε,

σε ποιους να ορθώσουμε το ανάστημά μας,

σε ποιους να υψώσουμε τη φωνή μας,

σε ποιους τις πέτρες μας να ρίξουμε.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΒΟΥΛΗ Ν’ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΙ

Άβουλη Βουλή,

πες μας τη Βουλή σου.

Ο ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ ΜΟΥ

θα ήθελα να έγραφα εγώ τον επικήδειο μου.

θα γέμιζε η εκκλησία χαχανητά,

θα πάσκιζε να κρατηθεί ο ιερέας

και ο τρελός καντηλανάφτης θα είχε επιτέλους λόγο να γελά.

Κι αν κάποιος διαμαρτυρότανε πως δεν ταιριάζουν τέτοια σε κηδεία,

πως είναι η ομιλία μου απρεπής,

σίγουρα κάποιος που μ’ ήξερε καλά θα πεταγόταν και θα έλεγε

«Έτσι ήτανε αυτός. Έτσι ακριβώς».

ΕΑΥΤΟΣ

Αυτός κι αν είναι πανταχού παρών.

Αυτός κι αν είναι δίκαιος,

κριτής και τιμωρός.

Σ’ αυτόν λογοδοτούμε.

Αυτός τα πάντα ξέρει.

ΕΑΥΤΟΣ[2]

Αυτός δε θέλει παρακάλια.

Ούτε προσευχές και αγρυπνίες.

Δεν αποδέχεται τάματα.

Δεν του γελάς.

Αυτού.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Πάω γυρεύοντας

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΕΥ Τ.65/2017

Ο Στέφανος Παντελίδης (γενν. 1973) είναι μια αιρετική ποιητική φωνή. Τα φιλοσοφικά του διαβάσματα και η συναναστροφή του με την ποίηση του Μόντη και του Καβάφη τού επιτρέπουν να διαμορφώσει μια λοξή ματιά απέναντι στα πράγματα και να αρθρώσει έναν αντικομφορμιστικό λόγο, μια ανατρεπτική γλώσσα, που έχει ως βασικά χαρακτηριστικά της την ειρωνεία, το χιούμορ και την σάτιρα, το σκώμμα, το λογοπαίγνιο και τον (αυτο)σαρκασμό. «Ποίηση γράφω πάντοτε με τον Μόντη. Τους στίχους μας  επιμελείται ο Καβάφης», προειδοποιεί στο αφτί του εξωφύλλου.

Ο Στ. Παντελίδης, τραπεζικός υπάλληλος στο επάγγελμα, εξέδωσε με μια πρώτη ποιητική συλλογή το 2014 με τον τίτλο Εκτός νόρμας. Παρόλο που δεν μεσολάβησε αρκετός καιρός ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη συλλογή του, η εξέλιξη του ποιητή είναι διακριτή και αξιοσημείωτη. Σε προλογικό σημείωμα στο πρόσφατο βιβλίο του, ο νέος ποιητής δηλώνει ότι πάει γυρεύοντας θεούς και ανθρώπους «κατά τον δαίμονα εαυτού», δηλ. όπως του υπαγορεύει η συνείδησή του. 

Η ανεπτυγμένη αυτή συλλογή αρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες, με τους επιμέρους τίτλους «Γυρεύοντας ανθρώπους», «Γυρεύοντας θεούς», «Γυρεύοντας ποιητές» και «Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους». Το εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου, με τον τίτλο «Έρημη νήσος», εκκινεί από έναν στίχο από την Έρημη χώρα του Έλιοτ και μας προϊδεάζει για το ότι ο νέος ποιητής θα κινηθεί «εκτός νόρμας»: «Τί γυρεύω εγώ, ο ζωντανός, ανάμεσα σε πεθαμένους; / Και είναι τόσοι πολλοί / – δείχνουν τόσο χαρούμενοι». Από κει και πέρα, ιδίως στα ολιγόστιχα ποιήματα, που καλύπτουν μεγάλο μέρος της συλλογής, τον κύριο τόνο τον δίνει ο Κ. Μόντης των «Στιγμών».

Σε μια σειρά αποφθεγματικούς και επιγραμματικούς στίχους της πρώτης ενότητας, ο ποιητής ρίχνει εξωστρεφείς ματιές σε σύγχρονες καταστάσεις, όπως στην πρόσφατη οικονομική κρίση, που έπληξε και την Κύπρο: «Δεν είναι που άδειασαν οι τσέπες / – είναι που άδειασαν οι ψυχές / και γίναμε σκιές του εαυτού μας» (Κρίση 2013-2015». Ή συλλαμβάνει καίρια τον παλμό της εποχής μας, την έκπτωση των ιδανικών και των αξιών: «Μην μας τύχει να χρειαστεί / να υπερασπιστούμε την πατρίδα, / τα ιδανικά, / τα όσια και τα ιερά. / Γιατί εύλογα θα μας ρωτήσει η νέα γενιά: / Ποια πατρίδα; / Ποια ιδανικά; / Ποια όσια και ιερά;» («Υπέρ βωμών»). Αλλού αναφέρεται στην ανακύκλωση της βίας στο Ισραήλ, ή αντιπαραβάλλει τον παλαιό και τον σύγχρονο homo sapiens, ή σχολιάζει υπαρξιακά ζητήματα, ή στέκεται σε πιο προσωπικά θέματα, στον έρωτα και σε οικογενειακές στιγμές. Στο στόχαστρο της απογυμνωτικής ματιάς του βρίσκεται και ο άλλος εαυτός, τον οποίο παρακολουθεί και ελέγχει, έχοντας συναίσθηση των ορίων του. Η πρώτη ενότητα κλείνει με μια τέτοια αυτοκριτική – απολογισμό, σε αντιδιαστολή με τους άλλους, τους πολλούς, που προσδοκούν μια άλλη, μεταθανάτια ζωή: «Ε όχι και μηδενιστής. / Απλώς αντιλαμβάνομαι το μέγεθός μου: / το τίποτά μου μες στο σύμπαν / το τίποτά μου μες στον χρόνο / που δίνει τελικά αξία στη ζωή μου. / Άλλοι είναι οι μηδενιστές. / Ανόητα την ύπαρξή τους μηδενίζουν / εν αναμονή της “άλλης ζωής” που ακολουθεί» («Μηδενιστής;»).

Με ανατρεπτική διάθεση προσεγγίζει ο Στ. Παντελίδης και τους θεούς, τους χριστιανικούς μύθους, τα εκκλησιαστικά ήθη, την ανάγκη του ανθρώπου να επινοεί θεούς και θαύματα. Ας δούμε δύο παραδείγματα: «Δεν σκότωσε ο Νίτσε τον Θεό. / Απλώς το ανακοίνωσε με στόμφο / – ετεροχρονισμένα. / Ήταν από παλιά νεκρός / – από τη γέννησή Του. / Παράλογος ο Θεός / όπως τα θαύματά Του» («Πέθανε ο Θεός»). «Τί να μας τάζουν άραγε στην άλλη ζωή; / Ίσως μια μεθεπόμενη θνητή ζωή / που θα μας “σώζει” / απ’ την αφόρητη πλήξη της αιωνιότητας» («Στην άλλη ζωή»).

Στην τρίτη, πιο σύντομη ενότητα της συλλογής, ο Στ. Παντελίδης ανοίγει συζήτηση με αγαπημένους του ποιητές, όπως τον Καβάφη και τον Μόντη. Έτσι, με αφορμή το «Έτος Καβάφη 2013», γράφει ανάμεσα σ’ άλλα, αφήνοντας αιχμές σε λογής καβαφιστές και καβαφολόγους: «Εξευτελίσαμε την ποίησή σου / μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, / μες στες πολλές τις εισηγήσεις κι ομιλίες». Ή στρέφεται «Προς Κώστα Μόντη» για να του εκφράσει με παράπονο την όχι ανώδυνη επενέργεια που ασκεί η ποίησή του: «Πώς το ’κανες αυτό; / Με τόση αγάπη να μας τουφεκίζεις / – με τόση τρυφεράδα να μας κόβεις την καρδιά». Αλλού εκφράζει την ένστασή του για την «Ελένη» του Σεφέρη, για να δικαιολογήσει και να υπερασπιστεί τη δύναμη του έρωτα: «Μα τί εννοείτε “για ένα πουκάμισο αδειανό, / για μιαν Ελένη”; / Καθόλου αδειανό δεν ήταν το πουκάμισο. / Γεμάτο έρωτα ήταν: / έρωτα νέο, εφηβικό. / Έρωτα που νίκησε / και έκανε το δικό του» («Ένσταση, κύριε Σεφέρη»).

Αλλού, έχοντας σταθερό οδηγό τον Μόντη, σχολιάζει με χιούμορ και δηκτικότητα «ποιητές του καναπέ», δήθεν ποιητές, που επινοούν ωραίες λέξεις και γράφουν δυσνόητους στίχους χωρίς κανένα αντίκρισμα, επαναλαμβάνουν στερεότυπα και τετριμμένα θέματα και μοτίβα: «Ποιητές-λαπάδες», «Προς σύγχρονους ποητές», «Σύγχρονη ποίηση», «Τον Πενταδάκτυλο», «Από “ποιητές” σε Ποιητές», «Ποιητές που δεν γράφουν από ανάγκη», «Για να αναγνωριστώ ως ποιητής». Και καταλήγει να ορίσει τους «αληθινούς ποιητές» με τους παρακάτω καίριους, συμπυκνωμένους και αφαιρετικούς στίχους: «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι Ποιητές / – απόβρασμά της είναι». Προφανώς για να υποδείξει ότι η ποίηση δεν γράφεται πάνω στην φαντακτερή και ρηχή επιφάνεια της ζωής, αλλά πηγάζει από τις πιο σκοτεινές πλευρές της, από το κατακάθι του πόνου, της αδικίας ή της αμφισβήτησης. Κάτι τέτοιο υποδηλώνεται, άλλωστε, και με το σκοτεινό μαύρο χρώμα του εξωφύλλου, όπου, μαζί με τα λευκά γράμματα με τα στοιχεία του τίτλου, εισχωρεί και ένας φωτεινός προβολέας, δημιουργώντας ισχυρή αντίθεση.

Στην τελευταία ενότητα της συλλογής ο νέος ποιητής επιδιώκει να συνομιλήσει με τους «μεγάλους», λογοτέχνες, άλλους καλλιτέχνες, φιλοσόφους και άλλα επώνυμα πρόσωπα του μύθου και της ιστορίας (κάποτε και ανώνυμα πρόσωπα της ταπεινής ζωής), ενώ κάποτε παρουσιάζει τέτοια πρόσωπα να συνδιαλέγονται μεταξύ τους και να κονταροχτυπιούνται: «Και τώρα τί θα γίνουμε χωρίς Θεό; / Ήταν μια κάποια λύσις» («Όταν διάβασε Νίτσε ο Καβάφης»). Από την ενότητα αυτή, ξεχωρίζουμε και τα παρακάτω, που μιλούν από μόνα τους. Όπως και στις «Στιγμές» του Μόντη, έτσι και εδώ ο τίτλος όχι μόνο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ολιγόστιχου ποιήματος, αλλά λειτουργεί και ως κλειδί για την ανάγνωσή του: «Το πρόβλημα με εμάς / δεν είναι πως η βλακεία μας είναι ατέλειωτη σαν σύμπαν. / Είναι που διαβάζουμε αυτό που είπε ο Αϊνστάιν / και θεωρούμε πως αφορά όλους τους άλλους» («Η μοναξιά του Αϊνστάιν»). «Αν δεν με θέλουν στον παράδεισο, / πάω τζαι στην κόλασην που με παρακαλούσιν» («Ελάλεν η στετέ του γείτονά μου»).

Όσο γνωρίζουμε, η ποιητική αυτή συλλογή του Στ. Παντελίδη προσέχθηκε και σχολιάστηκε πολύ λίγο στην Κύπρο και στην Ελλάδα (από τους Γιώργο Φράγκο και Δήμο Χλωπτσιούδη). Προκαλεί όμως εντύπωση το γεγονός ότι αγνοήθηκε και από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, που έκρινε τα υποψήφια βιβλία για τα κυπριακά λογοτεχνικά βραβεία του 2016. Κατά την αντίληψή μου, ο Στ. Παντελίδης κατέθεσε μια αξιοσημείωτη ποιητική πρόταση με τη δεύτερη συλλογή του, που αξίζει να διαβαστεί και να προσεχθεί περισσότερο. Βέβαια, υπήρχαν περιθώρια για κοσκινίσματα ή για μια αυστηρότερη επιλογή των κειμένων. Αν μπορούμε να δώσουμε μια συμβουλή, με κάθε επιφύλαξη, θα συστήναμε στον ποιητή να μην εγκλωβιστεί στις ποιητικές «Στιγμές» του Μόντη (όπως εγκλωβίστηκε, ίσως, και ο τελευταίος αναπαράγοντας τον εαυτό του). Όλα δείχνουν ότι ο Στ. Παντελίδης έχει όλες τις δυνατότητες (μια «κοφτερή», ανατρεπτική και αντιλυρική γλώσσα, την οξεία ματιά στα πράγματα, τα πλατιά διαβάσματα και το φιλοσοφικό υπόστρωμα) για να γράψει και πιο ολοκληρωμένα ποιήματα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 30/1/2017

«Πάω γυρεύοντας», εκδόσεις Βακχικόν 2016

Με ανατρεπτική διάθεση

Η ποίηση του Στέφανου Παντελίδη χαρακτηρίζεται από την αποφθεγματικότητα, την επιγραμματικότητα και την ανατρεπτική της διάθεση. Πρόκειται για μια ποίηση που πραγματεύεται, κατά κόρον, καίρια υπαρξιακά ζητήματα με ιδιαίτερη έφεση στις κριτικές επισημάνσεις και με, ίσως, σημαντικότερη εκφραστική μανιέρα το σαρκασμό και την ειρωνεία.

          Το βιβλίο του Στ. Π., το δεύτερο στη σειρά, είναι χωρισμένο σε τέσσερις ενότητες. Η πρώτη ενότητα έχει περισσότερο δημοσιολογικό χαρακτήρα, αφού ο ποιητής αναφέρεται στους ανθρώπους, στα αρετές και τα ελαττώματα τους, όπως αυτά βρίσκουν την έκφραση τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Στη δεύτερη ενότητα ο ποιητής στέκεται κριτικά -έως και βλάσφημα- απέναντι σε αυτό που αποκαλούμε «τα θεία». Κρίνει τα θρησκευτικά και εκκλησιαστικά πράγματα με έντονη επικριτική διάθεση και με διακηρυκτική προσέγγιση ενός ιδιαίτερα εκδηλωτικού αθεϊσμού. Η τρίτη ενότητα της συλλογής του Στ. Π. περιλαμβάνει ποιήματα ποιητικής. Εδώ, πέραν των διακειμενικών διαλόγων με διάφορους δημιουργούς, παραμένει διάχυτο και το έντονο κριτικό στίγμα του ποιητή. Η τελευταία ενότητα περιλαμβάνει και πάλι διακειμενικούς διαλόγους, όχι κατ’ ανάγκη μόνο με ανθρώπους των γραμμάτων, αλλά και με ιστορικές και άλλες διακεκριμένες προσωπικότητες.

          Οι θεματικοί ορίζοντες του Στ. Π. είναι πολύ πλατιοί. Δεν περιλαμβάνουν μόνο διαχρονικά ζητήματα αρχών, αξιών και φιλοσοφικών ερωτημάτων, αλλά και τη σύγχρονη προβληματική για τις σχέσεις των ανθρώπων, όπως αυτές διαβρώνονται και αλλοτριώνονται μέσα από τη σύγχρονη τεχνολογία. Ως εκ τούτου, τα “social media” αποτελούν προσφιλές θέμα. Εδώ ο Στ. Π. γίνεται ιδιαίτερα χλευαστικός, σε σημείο που καγχάζει: «Τώρα που όλοι έχουν άποψη / τώρα που όλοι εκφράζονται παντού / έχασε η άποψη την αίγλη της». (σελ. 22) Γίνεται δε ιδιαίτερα βαθύς και καυστικός στην κριτική του: «Μετριέται πλέον η μοναξιά. / Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης: / όσο πιο πολλούς friends / τόσο πιο πολύ μόνοι». (σελ.24)

          Γενικά ο Στ. Π. διακρίνεται από μια παιγνιώδη διάθεση και μια έφεση στα λογοπαίγνια, που καθιστά τα μηνύματά του ιδιαιτέρως βατά: «Το ύψος της τιμής μας / καθορίζει / το ύψος της τιμής μας». (σελ. 27)

Η λακωνικότητα και η λιτότητα των στίχων του, έχω την άποψη ότι δημιουργούν καλές προϋποθέσεις αισθητικής ευόδωσης. Πχ μέσα σε μια μόνο φράση, θέτει τα θεμελιώδη υπαρξιακά ζητήματα της αναζήτησης και της αγάπης: «Να ερωτάς / και / να ερωτεύεσαι». (σελ. 29)

          Ο Στ. Π. έχει το χάρισμα να παραθέτει ακλόνητες, απαρασάλευτες αλήθειες, δοσμένες με απλότητα, αμεσότητα και χωρίς ίχνος επιτήδευσης ή πόζας. Συνήθως, ελαύνεται από προσωπικά βιώματα, αλλά πάντα φροντίζει να καθολικεύει τα μηνύματά του. Πχ, να τι λέει για τα παιδιά: «Όσο τα μεγαλώνουμε, μας μεγαλώνουν. / Όσα τα μαθαίνουμε, άλλα τόσα μας μαθαίνουν. Πού να ‘ξερα πως είχα τόση αγάπη;». (σελ. 39)

          Από την άλλη, ο ποιητής αρέσκεται στις ανάποδες, στις ανατρεπτικές αναγνώσεις αδιαμφισβήτητων, πάγιων θέσεων και αρχών: «Θα χάσω το δάσος για ένα δέντρο / κι ας φαίνομαι σε κάποιους αδαής… / Βρείτε εσείς το δάσος / – καιροσκόποι, πλεονέκτες – / και αφήστε το δέντρο σ’ εμένα / και στους όμοιούς μου». (σελ. 46)

          Ο Στ. Π. γράφει στίχους ατόφιας υπαρξιακής πνοής, διάφανους, ευνόητους, ευθείς, αποφθεγματικούς και καίριους. Γράφει χωρίς ίχνος κρυπτικότητας ή ελλειπτικότητας. Και διερωτώμαι αν αυτά τα χαρακτηριστικά συνιστούν μόνο αρετή. Ενδεχομένως, κάποτε ν’ αποτελούν και «γκρίζα ζώνη» καθώς αποστερούν την ποίησή του από τη δύναμη της υποβολής, αλλά και από τη γοητεία της αναζήτησης κρυφών νοημάτων πίσω από τις γραμμές. Παραθέτω ένα ενδεικτικό δείγμα της γραφής στην όποια αναφέρομαι: «Χλευάζουμε το σώμα, μα η αλήθεια είναι πως αυτό πεθαίνει τελευταίο. / Αντιστέκεται η σάρκα στο χώμα κάτι βδομάδες – / τα κόκαλα, πολύ περισσότερο. / Το αστείο είναι που μιλάμε με δέος για την ψυχή, / ενώ αυτή τελειώνει πριν από το σώμα. / Δεν έχουμε αιώνια ψυχή. / Άπλετη ματαιοδοξία έχουμε». (σελ. 54) 

          Ο ίδιος ο ποιητής έχει βέβαια την απάντηση στην επισήμανση που μόλις έκαμα και στους ενδοιασμούς που διατύπωσα πιο πάνω. Αφού σε ένα ποίημα ποιητικής, και με σαφή διάθεση αστεϊσμού, λέει: «Θα αρχίσω κι εγώ τα ακαταλαβίστικα… / Και κάποιοι, που δικαιολογημένα / δεν θα καταλάβουν τίποτα, / αδικαιολόγητα επιτέλους / θα με τιμήσουν». (σελ.112)

          Όπως σημείωσα ήδη, ο ποιητής ασκεί κριτική στα θρησκευτικά και τα εκκλησιαστικά πράγματα, με σαφή έφεση στην απομυθοποίηση και τον χλευασμό. Από την άλλη, μια αθεϊστική νότα διαπερνά όλα τα ομόθεμα ποιήματά του: «Τη δεύτερη φορά, ο Ιησούς / πέρασε έξω από την εκκλησία / και καθόλου δεν θύμωσε. / Δεν κατάλαβε το σπίτι Του. / Ήταν σαν έπαυλη πολυτελείας. / Δεν ήξερε Αυτός από τέτοια». (σελ.75)

          Όμως ειδικά για τους άθεους ο Στ. Π. γίνεται ιδιαίτερα εκθειαστικός: «Δεν φοβάται το Θεό ο άθεος/και μειδιά μπροστά στον διάβολό του».

 (σελ. 87)

          Ο ποιητής μεταφέρει τον υπαρξισμό και την μεταφυσική του και στα επέκεινα: «Τι μας τάζουν  άραγε στην άλλη ζωή;/Ίσως μια μεθεπόμενη θνητή ζωή/που θα μας ‘σώζει’/απ’ την αφόρητη πλήξη της αιωνιότητας». (σελ.94)

          Ολοκληρώνω με ένα ακόμα δείγμα ποιητικής, όπου ο Στ. Π. σημασιολογεί την ποίηση ως την τέχνη των καταφρονημένων. Η ποιητική δημιουργία εκβάλλεται από τον πάτο της ζωής, και όχι τον αφρό της: «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι Ποιητές /- απόβρασμά της είναι». (σελ.111)

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tovivlio.net 29/9/2016

Ο σαρκασμός διατρέχει όλη τη Νεοελληνική ποίηση σχεδόν από τη γέννησή της. Τόσο στον Σολωμό όσο και Κάλβο απαντώνται έντονα σατιρικά στοιχεία -σύμφυτα με το ρομαντικό πνεύμα- της εποχής- όσο και αργότερα στον Καρυωτάκη και τους υπερρεαλιστές. Αυτή την οδό με μία φενάκη αντιποιητική γραφή υιοθετεί κι ο Στέφανος Παντελίδης «πάω γυρεύοντας (κατά τον δαίμονα εαυτού)» (vakxikon.gr, 2016) προκειμένου να τοποθετηθεί αιχμηρά μέσω της ποιητικής οδού.

Η κοινωνική αγωνία και η κριτική διάθεση συνδέονται με μία δηκτικά αποφθεγματική διατύπωση που «επιτίθεται» συναισθηματικά στον αναγνώστη. Με το σαρκασμό ο ποιητής κρύβει τον πόνο για όσα τον πληγώνουν και μεταλαμπαδεύει την ανησυχία του στον ακροατή. Χωρίς να υιοθετεί το στοχαστικό ύφος της εύκολης ρητορείας, επιτρέπει μέσα από τη ειρωνεία και το συναίσθημα στο κοινό εκείνο να στοχαστεί μόνο του.

Πρόκειται για ποίηση εκτός κάθε νόρμας, που θεμελιώνεται σεμία απλή γραφή σε πρόζα, με  σύνθετο λόγοκαι αποφθεγματική διατύπωση (διασυρμός, επίμαχο σημείο, ο πιο δύσκολοςσύντροφος, προς Σωκράτη για την αμφισβήτηση, άντρας/γυναίκα, έρωτας/θάνατος, ητιμή μας) ή ο λογοπαιγνιώδης τόνος (προς Διογένη τον Κυνικό, τα δύο μεγάλαπρέπει της ζωής, έρωτας, είμαστε άνθρωποι, η μόνη διαφορά μας με τουςμελλοθάνατους, το χώμα κοιτώντας τον άνθρωπο, συγνώμη που χαλά το ρητό, αλλά,και σχεδόν το σύνολο της ενότητας «γυρεύοντας διάλογος με τους μεγάλους»). Οδημιουργός, εκθέτει τις αμφιβολίες και τις αγωνίες του αναζητώντας ποιητικέςαπαντήσεις σε διαχρονικά και καθημερινά προβλήματα της ζωής, συνδέοντας τουπαρξιακό με το κοινωνικό, το στοχαστικό με το ποιητικό.Η βραχυλογική διατύπωση συνυπάρχει με την αλληγορικήδιάθεση, ενισχύοντας τόσο το δηκτικό συναίσθημα όσο και το ίδιο το κριτικόπεριεχόμενο -που πια αποκτά μία συλλογική υπαρξιακή διάσταση. Άλλωστε, παρά τησυχνή παρουσία του πρωτοενικού υποκειμένου, η ποίηση του Παντελίδη δεν είναιεγωκεντρική/ατομοκεντρική· το κυρίαρχο μήνυμα είναι μία αγωνία -υπαρξιακήςφύσης- για την ίδια την κοινωνία. Ας μην ξεχνάμε ότι η ποίηση δεν επαναστατεί·διαμορφώνει μόνο τις συναισθηματικές προϋποθέσεις για να στοχαστεί και νααφυπνιστεί το κοινό.Η εικαστική απογύμνωση των ολιγόστιχων στιχουργημάτων,αναδεικνύει τις λέξεις και το σατιρικό μήνυμα. Καθώς ο Παντελίδης δεν ακολουθείκάποια περιγραφική ή αφηγηματική οδό, ο αναγνώστης/ακροατής δε χάνεται στιςλαβυρινθώδεις διαδρομές κάποιου επιδιωκόμενου βερμπαλιστικού εντυπωσιασμού.Αντίθετα, μαγεύεται από το λακωνικό και άμεσο ύφος. Εξάλλου, σε έναν κόσμο όπουοι συγκρίσεις γίνονται στα επιτεύγματα κι όχι στην ειλικρίνεια και τηντιμιότητα (του πατέρα μου), ο αντιλυρικός τόνος είναι το μόνο που οπλίζει μεθάρρος το δημιουργό στην αναζήτηση του δέντρου (το λίγο για μένα είναι πολύ).Το ίδιο ύφος διατηρεί και στην ενότητα «γυρεύοντας θεούς»,όπου το σταθερό θέμα διαπραγμάτευσης, το θρησκευτικό, ενισχύει το φιλοσοφικόμήνυμα για τη σχέση ανθρώπου και θείου που θεμελιώνεται στην κριτική οπτική(προς Ιησού, έχουμε δρόμο ακόμη, νέα εκκλησία, προς «Παναγιώτατο»ρασοφόρο, στον εκάστοτε και κατά τόπους Θεό).Μα ούτε ο σαρκασμός ούτε η προσέγγισή του φτάνουν στηνυπερβολή. Πιστός στα αρχαιοελληνικά διδάγματα αποφεύγει με προσοχή την ύβριν.Με οδηγό το μέτρο ακόμα κι όταν αποκαθηλώνει το θείο (Κιβωτός του Νώε,Παντοδύναμε, σε παρέσυρε, τρόμος, νοκ νοκ, «θεία παρουσία» στηνπισίνα, ανάποδος εξορκισμός, θεία ύβρις) προκαλεί ανυπότακτα το θρησκευτικόφανατισμό και το χριστιανικό δογματισμό, μένοντας πιστός στον δαίμονα εαυτούκαι την ευθυκρισία του.Άλλωστε, με την πρόκληση του εσωτερικού του δαίμονα, μεπροσήλωση τολμά να εκθέσει αφοριστικές απόψεις στην ενότητα «γυρεύονταςποιητές», σαρκάζοντας την ποιητική δημιουργία και τη στάση των ποιητών, όπωςτην παρατηρεί γύρω του. Με το ίδιο σθένος αποκαθηλώνει ή φιλοσοφεί με τους»μεγάλους του πνεύματος», από τον Καβάφη και το Σεφέρη έως τονΑϊνστάιν, το Νίτσε, το Ουάιλντ ακόμη και τον Μάικλ Τζάκσον με τον Λιαντίνη.Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι στη συλλογή οι αντιθέσειςαποτελούν μία βασική εκφραστική διέξοδο. Άλλοτε, υποφώσκουν έναντι μία ιδεατήςορθότητας (τρομακτικό, ζωή για δειλούς, παιδιά, νοκ νοκ, Κοβωτός του Νώε,διασυρμός, σκέψεις πριν την προσγείωση, από «ποιητές» σε ποιητές,φιλεύσπλαχνε και παντοδύναμε Κύριε, δεύτερη φορά ο Ιησούς έξω από την εκκλησία,στον εκάστοτε και κατά τόπους Θεό, προς «παναγιώτατο» ρασοφόρο,ποίηση Καβάφη κατά το «Έτος Καβάφη 2013», ένσταση, κύριε Σεφέρη) κιάλλες φορές εκτίθενται μέσα στα στιχουργήματα αποκαλύπτοντας έναν κόσμο αδικίαςκαι παραλογισμού (δέσμιοι πίστης, κοινωνικό κράτος, κρίση 2013-2015, φοιτητέςστα πανεπιστήμια οικονομικών του Λονδίνου, ευτυχία στα social media, η τιμήμας, ο πιο δύσκολος σύντροφος, του πατέρα μου, οξύμωρο, το λίγο για μένα είναιπολύ, παλίρροια, κακός οιωνός, είμαστε άνθρωποι, και είπε ο Ιησούς κατά τηδεύτερη κάθοδό Του, έχουμε δρόμο ακόμη, προς αρχαίους υμών προγόνους, οιαληθινοί ποιητές).Οι αντιθέσεις αποκαλύπτουν όμως και το συναίσθημα αηδίας πουκαταλαμβάνει τον ποιητή, μία ήπια αγανάκτηση που ξεπερνά το στενά κοινωνικό καιαγγίζει το υπαρξιακό. Μα η αποστροφή του δεν στοχεύει σε μία απλή καταγραφή·σκοπός του δημιουργού είναι να διαμορφώσει ένα συναισθηματικό πλαίσιο διαλόγουμε την κοινωνία. Οι αντιθέσεις υποστηρίζουν ακριβώς αυτή την οπτική του.

Και τούτες εκφραστικά αποδίδονται είτε με αρνήσεις σε οριστική (δεν) ως μία αντικειμενική κατάσταση ή με αντιθετικά -ονοματικά και ρηματικά- ζεύγη. Χαρακτηριστικά δε είναι και τα αντιθετικά ποιητικά ζεύγη  που ενισχύουν το στοχαστικό περιεχόμενο (ο παλιός homo sapiens- ο σύγχρονος homo sapiens, ευτυχία στα social media, στις εταιρείες, προς «παναγιώτατο» ρασοφόρο, Βουκεφάλας προς τα άλογα του Αχιλλέα, άντρας/γυναίκα, έρωτας, έρωτας/θάνατος, αυτή, του πατέρα μου-της μητέρας μου, τρομακτικό, Δεύτερη φορά ο Ιησούς έξω από την εκκλησία –τρεις συνθέσεις) ως τις δύο διαφορετικές του είναι και του θέλω ή τις διαφορετικές εκδοχές/οπτικές της ζωής.

Σημαντικό, επίσης, είναι να σημειώσουμε τον ιδιαίτερο λειτουργικό ρόλο που κατέχουν οι τίτλοι των συνθέσεων της συλλογής, καθώς αποκρυπτογραφούν το πλαίσιο αναφοράς και ορίζουν το επίπεδο σαρκασμού (κοινωνικό κράτος, κρίση 2013-2015, Βρετανός τουρίστας στη θάλασσα, κύκλος βίας, φοιτητές στα πανεπιστήμια οικονομικών του Λονδίνου, νέοι ήσασταν ερωτευμένοι, επίμαχο σημείο, τύψεις, το λίγο για μένα είναι πολύ, παλουκωμένος ο Αθανάσιος Διάκος σκέφτεται θλιμμένα).

Η κριτική του Παντελίδη πονάει· «χτυπά» βαθιά στην ψυχή μας σαν μαχαίρι. Το δηκτικό του ύφος με το στοχαστικό άλγος που φέρνει, διεγείρει ένα πλήθος συναισθημάτων στο κοινό, από ένα σαρκαστικό μειδίαμα μέχρι σφίξιμο απ’ τις αιχμηρές σκέψεις που αυθόρμητα γεννιούνται στο νου. Και εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία της ποιητικής του, που συνειδητά κι αυτοθέλητα διατηρεί αποστάσεις από το «ποιητικό» ύφος.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

To Koskino/16/9/2017

Συνήθως, όταν κάποιος καταπιάνεται με κάτι, που φαίνεται παράτολμο, ακούμε τη λαϊκή έκφραση: «Αυτός πάει γυρεύοντας». Πόσο μάλλον, όταν ένας ποιητής παίρνει το ρίσκο να εκδώσει μια ποιητική συλλογή σε μια δύσκολη εποχή και ακούει κάθε τόσο γύρω του ότι «η ποίηση δεν πουλάει» και ότι ζούμε σε μια εποχή πεζή.

Έρχεται, λοιπόν, να μας επιβεβαιώσει το ρίσκο ο Στέφανος Παντελίδης με την ποιητική του συλλογή «Πάω γυρεύοντας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr” και όπως διαπιστώνουμε ο ποιητής είναι παράτολμος και πάει γυρεύοντας με τα ποιήματά του, αφού δεν διστάζει να τα βάλει με ανθρώπους, θεούς και σπουδαίους ποιητές και φιλόσοφους.

Αρχικά, ο Στέφανος Παντελίδης στρέφεται εναντίον ανθρώπων, που βρίσκονται στην εκάστοτε εξουσία και αποφασίζουν για τους υπόλοιπους: «Βεβαίως, θα δώσουμε σε όσους έχουν ανάγκη. / (Ό,τι αφήσουν αυτοί που δεν έχουν ανάγκη).» Πιο πέρα θα γράψει για τον σύγχρονο άνθρωπο: «Έφτιαξε υπολογιστές / έφτιαξε δορυφόρους / είδε τα άστρα / μέτρησε το σύμπαν / κατάλαβε το μέγεθός του / κατάλαβε το τέλος του. / Φοβήθηκε / και έτρεξε για ψυχοθεραπεία.», ενώ πιο κάτω θα ρίξει και μερικές σπόντες για τα social media: «Μετριέται πλέον η μοναξιά. / Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης: / όσο πιο πολλούς friends / τόσο πιο πολύ μόνοι.» Για τις εταιρίες ο Στέφανος Παντελίδης θα γράψει πως: «ο νικητής αμείβεται αδρά / και ο χαμένος πονάει περισσότερο.» Αρκετά εύστοχο σε αυτή την ενότητα είναι και το ποίημα «Πόδια»: «Σίγουρα τα έχεις παρεξηγήσει: / δεν είναι μόνο για να τρέχεις / -είναι και για να κλωτσάς.» Όμως, ο ποιητής δεν σταματάει εδώ. Τολμάει να τα βάλει με τον πιο δύσκολο αντίπαλο, που είναι ο ίδιος ο εαυτός του: «Δεν ακούω πια τους άλλους. / Δεν ακούω πια ούτε τον εαυτό μου. / Και όταν σπάνια του επιτρέπω να εκφραστεί, / διαφωνώ μαζί του πλήρως».

Πιο πάνω αναφέραμε ότι ο Στέφανος Παντελίδης πάει γυρεύοντας, επειδή τα βάζει με ανθρώπους, όμως, εκτός από την ανθρώπινη εξουσία υπάρχει και η θρησκευτική. Διαβάζοντας, την ποιητική συλλογή «Πάω γυρεύοντας», μπορούμε να πούμε ότι Στέφανος Παντελίδης τα βάζει και με θεούς. Έτσι, λοιπόν θα γράψει για «απεργία πίστης» και θα κατηγορήσει τον Ιησού ότι έκανε αδύνατο το να τον πιστέψει. Παρακάτω, δεν θα διστάσει να τα βάλει και με τους ρασοφόρους: «Πως αντέχεις το «Παναγιώτατος»; / Εγώ αμφιβάλω αν αξίζω το «κύριος» / -πόσο μάλλον το «παγκυριότατος.»

Στην επόμενη ενότητα της ποιητικής του συλλογής ο Στέφανος Παντελίδης γράφει για ποιητές, στηλιτεύοντας την υπερανάλυση, που έχει γίνει στην ποίηση του Καβάφη, ενώ πιο κάτω θα γράψει για τους σύγχρονους ποιητές: «Σαν ξόρκι μαγικό / -γράφετε τόσες λέξεις / και δεν μας μένει τίποτα.» και για τη σύγχρονη ποίηση: «Αφήστε τα ηρεμιστικά. / Διαβάστε λίγη ποίηση. / Στο τρίτο ποίημα, / δεν θα σας κρατούν τα βλέφαρά σας».

Στην τελευταία ενότητα της ποιητικής συλλογής «Πάω γυρεύοντας» ο Στέφανος Παντελίδης επιχειρεί έναν διάλογο με σπουδαίους ποιητές, φιλόσοφους και διάφορους στοχαστές, που άφησαν εποχή. Εδώ αξίζει να παραθέσουμε το ποίημα «Προς Δαρβίνο»: «Δεν ξέρεις πως μισούμε την αλήθεια; / Αυτό το απ’ τον πίθηκο / μας έπεσε βαρύ. / Ας έλεγες καλύτερα απ’ το παγώνι. / και η «εξέλιξή» σου -εν μια νυκτί- / θα γινόταν παγκόσμια αποδεκτή.» Σε αυτή την ενότητα ο ποιητής θα αφιερώσει κι ένα ποίημα στους «ανά την υφήλιο κυβερνώντες: «Κρατήστε το ποδόσφαιρο με νύχια και με δόντια. / Χωρίς αυτό, μπορεί ο όχλος να αρχίσει να διαβάζει / -μετά δεν θα σας σώζει τίποτα».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη «Πάω γυρεύοντας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον ρίσκο και κατά τη γνώμη μας, ο ποιητής ρίσκαρε και τα κατάφερε να κερδίσει την προσοχή μας. Τον προκαλούμε, λοιπόν, να συνεχίσει να ρισκάρει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο ίδιος στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, παραφράζοντας τον Γούντι Άλεν: «Αν δεν σας αρέσουν τα ποιήματά μου, / έχω κι άλλα».

ΚΙΚΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ

anagnostria 11/7/2016

Έγραφα για την προηγούμενη (πρώτη) ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη «Εκτός νόρμας»: «Τη διακρίνει η ορμητικότητα, μια βίαιαη λεκτική έκρηξη, μοιάζει με ατμό που ξεπηδάει ορμητικός όταν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα, όπου για ώρα έβραζε νερό. Σαν να κουβαλούσε καιρό μέσα του σκέψεις και συναισθήματα και τώρα απότομα τα αφήνει να ξεπηδήσουν».

Τώρα, σ’ αυτή τη δεύτερη συλλογή, ο ποιητής φαίνεται να έχει κάπως ηρεμήσει. Εμφανίζεται πιο κατασταλαγμένος, όχι τόσο συναισθηματικός. Ο προβληματισμός που υπήρχε στην πρώτη συλλογή εξακολουθεί να υπάρχει. Για τον άνθρωπο, για τον Θεό, για την ποίηση. «Συνομιλεί» με τα μεγάλα πνεύματα ψάχνοντας, ολοένα γυρεύοντας. Η λογική του συγκρουόμενη με το συναίσθημα επικρατεί, η ειρωνεία του σε κάνει αυθόρμητα να χαμογελάσεις. Κι αν είχαμε κάποια απορία για το τι «πάει γυρεύοντας», φροντίζει να μας προϊδεάσει με τον σύντομο πρόλογό του: «Πράττω κατά τον δαίμονα εαυτού», ουσιαστικά, σημαίνει «πράττω με αυτό που η συνείδησή μου θεωρεί σωστό», αδιαφορώντας κατά πόσο αυτό ικανοποιεί τις κοινωνικές νόρμες. Στο βιβλίο αυτό, κατά τον δαίμονα εαυτού πάω γυρεύοντας θεούς και ανθρώπους».

Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες: Γυρεύοντας ανθρώπους, Γυρεύοντας θεούς, Γυρεύοντας ποιητές, Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους. Ο Παντελίδης διαλογίζεται, αμφισβητεί, είναι ένα ανήσυχο πνεύμα που διερωτάται για τα ανθρώπινα, για τον Θεό, για την ποίηση. Δίνει ενίοτε τις δικές του ορθολογιστικές απαντήσεις, αλλά πιο συχνά απορεί παρασύροντάς μας στα ίδια εναγώνια ερωτήματα. Στο ποίημα «Υπέρ βωμών» γράφει:

Μην μας τύχει και χρειαστεί

να υπερασπιστούμε την πατρίδα,

τα ιδανικά,

τα όσια και ιερά.

Γιατί εύλογα θα μας ρωτήσει η νέα γενιά:

Ποια πατρίδα;

Ποια ιδανικά;

Ποια όσια και ιερά;

Απογοητεύεται από τη σύγχρονη μοναξιά:

Μετριέται πλέον η μοναξιά.

Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης:

Όσο πιο πολλούς friends

τόσο πιο πολύ μόνοι.

Με δυο μόνο στίχους ειρωνεύεται τη φθαρτότητά μας:

ΤΟ ΧΩΜΑ ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Πρόσεχε πώς πατάς

-έχει ο καιρός γυρίσματα.

Με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο φιλοσοφεί πάνω στην έννοια «Θεός». Οι αμφιβολίες του συμπυκνώνονται τέλεια στο ποίημα  «Εύρηκα».

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο πιστός,

υπάρχει Θεός!

-και γελούν μαζί του οι νουνεχείς.

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο νουνεχής,

δεν υπάρχει Θεός!

-και γελούν μαζί του οι Θεοί.

Για να καταλήξει «Έχουμε δρόμο ακόμη» για να απαλλαγούμε από όλους τους φόβους, τις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις που κατά καιρούς μας φόρτωσαν οι θρησκείες.

Οι «συνομιλίες» του με τους ποιητές και τους «μεγάλους» αποκαλύπτουν το εύρος των διαβασμάτων του, των επιδράσεων αλλά και των αμφισβητήσεών του. Το ακαριαίο των «Στιγμών» του Μόντη, οι συμβολισμοί του Καβάφη, καταφανείς στην ποίηση του Στέφανου. Η πλατωνική φιλοσοφία, ο Νίτσε, ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Ηράκλειτος και προπάντων ο «δάσκαλός» του, όπως τον αποκαλεί, ο Δ. Λιαντίνης, γίνονται άλλοτε με το έργο τους κι άλλοτε με τη ζωή τους οι προσφιλείς του συνομιλητές.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΪΝΣΤΑΙΝ

Το πρόβλημα με εμάς

δεν είναι πως η βλακεία μας είναι ατέλειωτη σαν το σύμπαν.

είναι που διαβάζουμε αυτό που είπε ο Αϊνστάιν

και θεωρούμε πως αφορά όλους τους άλλους.

ΠΡΟΣ ΠΑΟΥΛΟ ΚΟΕΛΟ

Το μόνο σύμπαν που συνωμοτεί

είναι το δικό σου.

Έγινες πλούσιος

πουλώντας παραμύθια.

Η ποίηση του Στέφανου Παντελίδη, απλή, κατανοητή, απογυμνωμένη από λυρικά ψιμμύθια, μπορεί να γίνει πηγή ευφρόσυνων στιγμών όταν την απολαμβάνουμε ως Τέχνη, αλλά και πρόξενος μελαγχολίας. Της μελαγχολίας που προκαλεί ο προβληματισμός για τα ανθρώπινα, τη ζωή και τον θάνατο, την Τέχνη και τον Θεό.

Εκτός νόρμας (2014)

ΚΙΚΑ ΟΛΥΜΠΙΟΥ

anagnostria  26/9/2014

Με την ποίηση ελάχιστα ασχολήθηκα σ’ αυτό εδώ το blog, αφού έχω μόνο 5 ποιητικές αναφορές σε σύνολο 474 αναρτήσεων. Όχι γιατί δεν μου αρέσει ή γιατί δεν διαβάζω ποίηση, αλλά γιατί άλλο η ανάγνωση και άλλο η παρουσίαση μιας ποιητικής συλλογής. Η ποίηση νιώθεται, δεν εκλογικεύεται («δεν υπάρχει «άρα» στην ποίηση», για να θυμηθούμε  τον Ελύτη). Όταν εκλογικεύσεις (πράγμα που δυστυχώς είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε όταν διδάσκουμε), κάτι απ’ την αδιόρατη κι άπιαστη μαγεία της χάνεται. Ο φόβος λοιπόν μήπως προδώσω την ποίηση είναι που με συγκρατεί ώστε να την απολαμβάνω χωρίς να μιλώ πολύ γι’ αυτήν, ο φόβος μήπως δεν μπορέσω να μεταδώσω αυτά που ένιωσα.

Κι όμως πάλι κάποιοι στίχοι μου αναμοχλεύουν τέτοιες σκέψεις και συναισθήματα που πιεστικά γυρεύουν διέξοδο έκφρασης. Αυτό μου συνέβη με μια πρόσφατη ποιητική συλλογή. Τίτλος της, «Εκτός νόρμας», πρώτη ποητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη. Το πρώτο που μου έκανε εντύπωση σ’ αυτή την ολιγοσέλιδη συλλογή είναι μια ορμητικότητα, μια βίαιη λεκτική έκρηξη. Μου φάνηκε πως έμοιαζε με τον ατμό που ξεπηδάει ορμητικός σαν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα όπου για ώρα έβραζε νερό. Σαν να κουβαλούσε καιρό μέσα του σκέψεις και συναισθήματα και τώρα απότομα τα αφήνει να ξεπηδήσουν. Δεν ξέρω τι μου δημιούργησε αυτή την εντύπωση. Ίσως είναι το ολιγόστιχο των ποιημάτων, όπου το συναίσθημα γνωρίζει μια άκρα συμπύκνωση (πολλά ποιήματα αποτελούνται από ένα ή δύο ή τρεις το πολύ στίχους), ίσως είναι η διαμαρτυρία που έντονα ξεχύνεται ακόμη και προς το Θεό ή η ειρωνεία, κάποτε και ο αυτοσαρκασμός. Κάποια ποιήματα σε κάνουν να χαμογελάσεις, άλλοτε να δακρύσεις κι άλλοτε να ταυτιστείς με τη φωνή διαμαρτυρίας του ποιητή.

Ο Στέφανος μοιάζει οργισμένος, Η οργή της διαμαρτυρίας του απευθύνεται συχνά και στο Θεό. «Πού ήσουν;» ρωτάει το Θεό για δυο αδερφάκια που πέθαναν κλεισμένα στο ασανσέρ. Κι αλλού πάλι διαμαρτύρεται γιατί «Εκείνος έφυγε νύχτα, ενώ άφησε τ’ άλλα παιδιά να σφαγούν απ’ τον κτηνώδη βασιλιά», θυμίζοντάς μας τη σφαγή των νηπίων από τον Ηρώδη. Κι όμως δεν δηλώνει άθεος. Γιατί, αν δεν πίστευε, «δεν θα Του απηύθυνε το λόγο, δεν θα Του ζητούσε εξηγήσεις», δικαιολογείται ειρωνικά και παραπονεμένα.

Με τρυφερότητα και αγάπη γράφει ειδικά για τα παιδιά. Άλλωστε αφιερώνει τη συλλογή «Στο γιο μου Γιώργο, που η ιδιαιτερότητά του μου ανοίγει ορίζοντες».

Καταφανείς οι επιδράσεις που δέχτηκε ο Στέφανος, με κυρίαρχες την ποίηση του Μόντη και του Καβάφη. Όχι μόνο γιατί ονομαστικά τους αναφέρει σε αντίστοιχα ποιήματα, αλλά και για άλλους λόγους. Η φιλοσοφική διάθεση, η ειρωνεία, ο χωρίς ψιμμύθια λόγος που διακρίνει τους δυο ποιητές είναι χαρακτηριαστικά και του «Εκτός νόρμας». Παρόμοια με την τεχνική του Μόντη είναι και οι παραλλαγές πάνω στο ίδιο θέμα. Π.χ. «Τα μάτια», «Τα μάτια[2]», «Τα μάτια [3]» κ.λπ..

Εξαιρετικό το ποίημα «Για το έτος Καβάφη 2013». Ποίημα συνθεμένο, θα ‘λεγε κανείς, από στίχους του ίδιου του Αλεξανδρινού, που ο Στέφανος απευθύνει στον εαυτό του και στον καθένα μας.

Αφήστε τον τον Αλεξανδρινό,

στις σκοτεινές τις κάμαρές του,

πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα,

πίσω απ’ των κεριών το χαμηλό το φως.

Αφήστε τον, πολύ σπανίως,

να κατεβαίνει τα σκαλιά,

και στα κρυφά να δοκιμάζει,

τα δυνατά κρασιά της ηδονής.

Βρείτε το δικό σας δρόμο, τον Ιωνικόν,

φτιάξε τα σπασμένα τα αγάλματά των.

Βγείτε στο δικό σας πηγαιμό.

σταθείτε στις δικές σας Θερμοπύλες.

Δείτε πόσο γρήγορα σας σβήνουν τα κεριά.

Κι όσο μπορείτε προσπαθείστε,

έτοιμοι να είστε,

σαν έρθει κι η σειρά σας να ακούσετε από τα μακριά,

το μουσικό το θίασο να περνά.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Στη Μαρία Παναγιώτου

Ο Φιλελεύθερος 14/12/2016

«Ο αληθινός ποιητής οφείλει να αφυπνίζει τον αναγνώστη».

Στέφανος Παντελίδης: Ένας ροκ ποιητής

Νιώθει πως αυτό που γράφει είναι περισσότερο ροκ παρά ποίηση. Πιστεύει ακόμη ότι η καλή ποίηση είναι επανάσταση: «Φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τους φόβους του, αλλά του δίνει και ώθηση να γίνει καλύτερος. Οι αληθινοί ποιητές δεν ποιούν λέξεις, ποιούν συνειδήσεις», λέει ο Στέφανος Παντελίδης. Αφορμή για την κουβέντα μας, η δεύτερη ποιητική του συλλογή, «Πάω γυρεύοντας (κατά τον δαίμονα εαυτού)», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Vakhikon.gr.

Γράφει:

-Γιατί διάλεξες αυτόν τον τίτλο στο τελευταίο σου βιβλίο με ποιήματα;

Ο άνθρωπος που σταματά να πηγαίνει γυρεύοντας, μένει πνευματικά στάσιμος. Χάνει σιγά-σιγά την ψυχή του. Μετατρέπεται σε ζωντανό νεκρό. Μικρός, έβλεπα ζωντανούς νεκρούς σε ταινίες τρόμου. Σήμερα τους βλέπω γύρω μου, και με τρομάζουν περισσότερο. Στο βιβλίο μου πάω εν μέρει «γυρεύοντας καβγά», αφού οι στίχοι μου είναι συχνά προκλητικοί και ενοχλητικοί.

-Αναγκάζουν κατά κάποιον τρόπο τον αναγνώστη να διερωτηθεί για τον τρόπο που ζει, τη ζωή του;

Ναι, και μαζί με τον αναγνώστη πάω και εγώ γυρεύοντας, αναζητώ δηλαδή απαντήσεις στα διαχρονικά αλλά και καθημερινά προβλήματα της ζωής. «Γυρεύω ανθρώπους», σε στίχους μου για την κρίση, τα social media, τον έρωτα, τον θάνατο, την ευτυχία κ.ά. «Γυρεύω θεούς», αμφισβητώντας τις παγιωμένες αντιλήψεις περί θεών και προκαλώντας για κάτι καλύτερο. «Γυρεύω ποιητές» αμφισβητώντας τον ανιαρό δρόμο που έχουν πάρει αρκετοί σήμερα και «γυρεύω διάλογο με τους μεγάλους», συνομιλώντας με τον Σωκράτη, τον Αϊνστάιν, τον Νίτσε, τον Δαρβίνο, τον Όσκαρ Ουάιλντ, ακόμη και τον Μάικλ Τζάκσον. Η φράση στην παρένθεση «κατά τον δαίμονα εαυτού» τονίζει την αρχή να πράττει ο καθένας μας κατά συνείδηση. 

-«Όποιος ελεύθερα συλλογάται, ενοχλεί αυτούς που διοικούν», γράφεις στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σου. Είναι γενικά ο ρόλος του ποιητή να «ενοχλεί» την εξουσία και να αφυπνίζει τον αναγνώστη;

Η αγάπη μου για την ελεύθερη σκέψη είναι διάχυτη στο βιβλίο μου. Πριν να παραφράσω τον Ρήγα, παραφράζω τον Κάλβο: «Θέλει αρετήν και τόλμην, η ελεύθερη  σκέψη». Ο εύκολος δρόμος είναι η παραδοχή στη μετριότητα της συλλογικής σκέψης. Ο δύσκολος, είναι να απελευθερωθείς από τα δεσμά και να αναπτύξεις ελεύθερη σκέψη. Ο Καβάφης το θέτει συγκλονιστικά στο ποίημά του «Τείχη»: «…Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω».

-Ποιος κτίζει τείχη;

Τα τείχη τα κτίζουν η κοινωνία, το κράτος, η Εκκλησία, το κατεστημένο, ακόμη και ο εαυτός μας, όταν χάσει πλέον τις αντιστάσεις του. Αυτούς ακριβώς εννοώ ότι ενοχλεί «όποιος ελεύθερα συλλογάται». Και ναι, ο αληθινός ποιητής οφείλει να αφυπνίζει τον αναγνώστη. 

– Γράφεις για την οικονομική κρίση, «δεν είναι που άδειασαν οι τσέπες, είναι που άδειασαν οι ψυχές». Γιατί κατά την άποψή σου άδειασαν οι ψυχές;

Κατά την περίοδο της βαθιάς κρίσης 2013-2015, οι άνθρωποι γυρνούσαν σαν σκιές και γύρευαν από κάπου να πιαστούν, αλλά δεν έβρισκαν τίποτα στέρεο. Το χρήμα εξανεμίστηκε. Το κράτος, η Ελλάδα, η Ευρώπη, η Ρωσία, όλοι τους είχαν απογοητεύσει. Οι θεσμοί που έπρεπε να λειτουργήσουν δεν λειτούργησαν, ο κοινωνικός ιστός έλιωσε σαν κερί. Η καθημερινότητα μετατράπηκε σε βάσανο. Ο ενθουσιασμός χάθηκε. Τα κεφάλια έγειραν. Η ελπίδα έσβησε. Κάπως έτσι δεν αδειάζουν οι ψυχές;

-Ποια ανάγκη σε οδήγησε στον δρόμο της ποίησης;

Βλέπω και αντιλαμβάνομαι πολύ περισσότερα από όσα θα ήθελα. Κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά και φιλοσοφικά, νιώθω συχνά σαν τον Οιδίποδα Τύραννο. Μου αποκαλύπτεται μια αλήθεια τόσο δυσβάστακτη, που θα προτιμούσα να μην τη γνώριζα. Ζηλεύω πραγματικά τους «φτωχούς τω πνεύματι», επειδή λίγα αντιλαμβάνονται. Αφού λοιπόν δεν έχω τα κότσια του Οιδίποδα να τυφλωθώ για να μη βλέπω την αλήθεια, γράφω. Η ποίηση είναι για μένα μια μορφή εκτόνωσης. Η Κίκα Ολυμπίου έγραψε για την ποίηση μου στο blog της (anagnostria): «Τη διακρίνει η ορμητικότητα, μια βίαιη λεκτική έκρηξη, μοιάζει με ατμό που ξεπηδάει ορμητικός, όταν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα όπου για ώρα έβραζε νερό.»

-Οι στίχοι σου βγαίνουν εύκολα ή παιδεύεσαι πολύ για να βρεις τις κατάλληλες λέξεις;

Ενώ επιτρέπω στον εαυτό μου να παιδεύεται μερόνυχτα με σκέψεις, του απαγορεύω να παιδεύεται με λέξεις. Η εμμονή πολλών ποιητών στην εξεύρεση ιδανικών λέξεων, σκότωσε την ποίηση. Το αναγνωστικό κοινό μάς έχει εγκαταλείψει, όχι επειδή δεν είναι ικανό να μας κατανοήσει, όπως δηλώνουν γεμάτοι υπεροψία οι ποιητές. Την ευθύνη φέρουν οι ποιητές που έπαψαν να συγκλονίζουν τους αναγνώστες με τους στίχους τους.

-Σαρκάζεις στο βιβλίο σου τους σύγχρονους ποιητές και αναφέρεσαι στην κακή ποίηση. Πώς προσδιορίζεις την καλή ποίηση;

Η καλή ποίηση διακόπτει την καθημερινότητα. Αντιμάχεται τη συνήθεια. Αναστατώνει τον αναγνώστη. Του θυμίζει τη θνητότητά του, την τραγικότητά του, τους έρωτες που δεν έζησε, τις μάχες που δεν έδωσε, αυτά που οφείλει, αυτά που δεν είναι. Παράλληλα υμνεί τον έρωτα, την αγάπη, τις αρετές και το ήθος. Η καλή ποίηση είναι επανάσταση. Φέρνει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τους φόβους του, αλλά του δίνει και ώθηση να γίνει καλύτερος. Οι αληθινοί ποιητές δεν ποιούν λέξεις, ποιούν συνειδήσεις. Γι’ αυτό και στη δική μου κρίση, πέραν του Καβάφη και του Μόντη, στην κατηγορία Ποιητές είναι και επαναστάτες όπως ο Σωκράτης, ο Ιησούς, ο Νίτσε και ο Γκάντι, αλλά και ροκάδες όπως ο Jim Morrison, ο Bob Dylan και τα Διάφανα Κρίνα.

-Να θεωρήσω ότι είσαι σύμφωνος με την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Bob Dylan;

Σίγουρα. Συχνά λέω πως αυτό που γράφω είναι περισσότερο ροκ παρά ποίηση. Πώς να μην με χαροποιεί η βράβευση του Dylan; Μας ανοίγει τον δρόμο! Καλλιτέχνες σαν αυτόν επηρέασαν με την ποίησή τους εκατομμύρια ανθρώπους.

-Μου φάνηκε παράξενο που ανέφερες τον Ιησού στα πρότυπά σου. Διαβάζοντας το βιβλίο σου, κάποιος θα έλεγε πως βρίσκεσαι στην αντίπερα όχθη.

Ο Ιησούς ήταν ένας αληθινός επαναστάτης. Αμφισβήτησε το κατεστημένο, κτύπησε την εξουσία και έδωσε δύναμη στους αδύναμους της εποχής του. Στη συνέχεια, υπήρξε αντικείμενο εκμετάλλευσης. Στα ποιήματα μου αντιπαλεύομαι αυτούς που στο όνομα του Ιησού αποκτούν πλούτο, εξουσία και δύναμη. Μάλλον θα συμφωνούσε με αρκετά από τα ποιήματά μου, όσο αντιχριστιανικά κι αν φαίνονται.

-Αναφέρεσαι στους στίχους σου στην ανούσια κοινωνικότητα του διαδικτύου. «Όσο πιο πολλούς friends, τόσο πιο πολύ μόνοι», σχολιάζεις. Εσύ δεν έχεις friends στο διαδίκτυο;

Δεν έχω facebook. Όχι επειδή αντιστέκομαι στην τεχνολογία. Απλώς από την αρχή δεν μου άρεσε το facebook ως μέσο επικοινωνίας. Οι «friends» κάθε άλλο παρά φίλοι είναι, και η επικοινωνία περιορίζεται σε ανούσια posts και δυσλεκτικά σχόλια τύπου «like» και «αγαπώ». Αντιθέτως λατρεύω το WhatsApp και φυσικά το email, γιατί μου δίδουν τη δυνατότητα να μοιράζομαι σκέψεις και συναισθήματα με πραγματικούς φίλους. Θα χαρώ, για παράδειγμα, αν αντί για «like», οι αναγνώστες του Φ, μου «μιλήσουν» στο spantelides@hotmail.com. 

-Τι είναι για σένα ευτυχία;

Γράφω στο βιβλίο μου:

Μετράμε την ευτυχία σε αριθμούς.

Κομπάζουμε για τους δεκάδες friends μας.

Ξεχάσαμε τι είπε ο Επίκουρος:

Ευτυχία είναι

μια όμορφη αυλή,

λίγο τυρί, λίγο κρασί

και δύο καλοί μας φίλοι.

-Ενώ η ποίησή σου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί απαισιόδοξη, δεν είναι λίγοι οι στίχοι σου με χιούμορ.

Δεν είμαι απαισιόδοξος. Κοιτώ στα μάτια την πραγματικότητα. Και επειδή συχνά μου προκαλεί πόνο, την πολεμώ με χιούμορ.

– Τι θα έγραφες στον τάφο σου;

«Πήγα γυρεύοντας – και προφανώς δεν γύρισα πίσω.»

tvxs.gr 11/6/2016

Μιλήστε μας για το τελευταίο σας βιβλίο.

Το τελευταίο μου βιβλίο τιτλοφορείται «Πάω γυρεύοντας (κατά τον δαίμονα εαυτού)».  Πρόκειται για εκτός νόρμας ποίηση. Απλός και πεζός λόγος αλλά σύνθετη σκέψη. Πάω γυρεύοντας με δύο έννοιες: Πάω γυρεύοντας «καυγά», αφού οι στίχοι μου είναι συχνά προκλητικοί και ενοχλητικοί. Αναγκάζουν τον αναγνώστη να διερωτηθεί και να αμφισβητήσει αρχές και θεσμούς με τους οποίους συνήθισε να ζει. Κυρίως όμως πάω γυρεύοντας, αναζητώ δηλαδή, απαντήσεις στα διαχρονικά αλλά και καθημερινά προβλήματα της ζωής. Γι’ αυτό και χωρίζεται το βιβλίο σε τέσσερις  ενότητες: 1η. Γυρεύοντας ανθρώπους όπου με απασχολούν θέματα όπως η κρίση, η νωθρότητα, τα social media, ο έρωτας, ο θάνατος κ.ά. 2η. Γυρεύοντας Θεούς όπου ειρωνεύομαι τις παγιωμένες αντιλήψεις περί θεών και προκαλώ για κάτι καλύτερο, 3η. Γυρεύοντας ποιητές όπου τα βάζω με τους ποιητές που αντί να μας αναστατώνουν με την ποίησή τους μάς προκαλούν χασμουρητά και 4η. Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους όπου ο Σωκράτης, ο Αϊνστάιν, ο Νίτσε, ο Καβάφης, ο Όσκαρ Ουάιλντ ακόμη και ο Μάικλ Τζάκσον μπαίνουν σε διαλόγους μεταξύ τους, αλλά και μαζί μου, για διάφορα ενδιαφέροντα θέματα. Η φράση στην παρένθεση «κατά το δαίμονα εαυτού» τονίζει την αρχή να πράττει ο καθένας μας κατά συνείδηση και όχι να ποδηγετείται. Να έχουμε δηλαδή την ελευθερία να «πηγαίνουμε γυρεύοντας» με οδηγό τη δική μας κρίση. Για αυτό γράφω κάπου στην 4η ενότητα:

ΜΕ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟΝ ΚΑΛΒΟ

Θέλει αρετή και τόλμη

η ελεύθερη σκέψη.

Πώς αναζητάτε την έμπνευση μες στα χρόνια της κρίσης;

Την έμπνευση δεν την αναζητάς εσύ. Σε αναζητά αυτή. Εν καιρώ κρίσης εμένα προσωπικά δεν με αφήνει ήσυχο ούτε μέρα ούτε νύκτα. Πώς να παραμείνω ασυγκίνητος στην εικόνα του μικρού τρίχρονου Σύριου, Allan, που ξέβρασε η θάλασσα μπρούμυτα στις ακτές της Τουρκίας με εκείνο το κοντό μπλε παντελόνι, την κόκκινη φανελίτσα και τα χαριτωμένα παπουτσάκια; Πώς να αντέξω στη θέα ενός ηλικιωμένου που περιμένει (από αξιοπρέπεια) να πέσει η νύκτα για να ψάξει λίγο φαγητό στον κάδο απορριμμάτων; Αλλά και αντίθετα: Μπορείς να μην εμπνευστείς μπροστά στον έρωτα, το χαμόγελο και την αισιοδοξία εν καιρώ κρίσης; Τόσο η χαρά  όσο και ο πόνος δυναμώνουν σε δυσμενείς περιόδους. Η Κρίση είναι τελικά μεγάλη μούσα.  

Ποια είναι η σχέση σας με τη λογοτεχνία;

Νομίζω το βιογραφικό που παραθέτω στο βιβλίο μου δίνει μια πρώτη εικόνα της περίεργης σχέσης μου με τη λογοτεχνία: Γεννήθηκα το 1973. Μετά τα 30, άρχισα να γράφω. Ποίηση γράφω πάντοτε με τον Μόντη. Τους στίχους μας επιμελείται ο Καβάφης. Ανταλλάζω απόψεις και μπαίνω σε ατέρμονες συζητήσεις με τον Διογένη, τον Σωκράτη, τον Φρόυντ και τον Ντόκινς. Συχνά με παίρνει ο Νίτσε με τον Ζαρατούστρα ορειβασία. Μένω στους πρόποδες εγώ, ενώ αυτοί απολαμβάνουν τις βουνοκορφές. Αθλούμαι επίσης, ανελλιπώς: Παίζω μποξ με το Ματθαίο, το Λουκά και τον Παύλο. Τις νύχτες, μελετώ το πιο φωτεινό άστρο του ουρανού, το Γκέμμα, με το δάσκαλό μου Δημήτρη Λιαντίνη.” Για να γίνω όμως πιο σαφής, θα έλεγα πως με τη λογοτεχνία έχω μια σχέση αγάπης και μίσους. Ενώ λατρεύω  και ευγνωμονώ συγγραφείς όπως τον Νίτσε, τον Λιαντίνη, τον Καβάφη και τον Μόντη μού προκαλούν ανία αλλά και συχνά εκνευρισμό ποιητές και συγγραφείς «του αέρα και του τίποτα». Γράφω και για τα δύο είδη, ιδιαίτερα στην 3η και στην 4η ενότητα του βιβλίου μου.

Μπορεί ένα καλό βιβλίο να «σώσει» την ψυχή μας;

Ένα καλό βιβλίο, ίσως. Παραδόξως όμως, ένα πολύ καλό βιβλίο δύναται περισσότερο να «καταστρέψει» αντί να «σώσει» την ψυχή μας. Εξαιρετικοί συγγραφείς και ποιητές όπως αυτοί που προανέφερα, μάς δείχνουν την αλήθεια με το έργο τους, μόνο που η αλήθεια είναι σαν τον ήλιο. Αν τον κοιτάξεις κατευθείαν σε τυφλώνει. Ενώ δηλαδή ένα βιβλίο όπως το Τάδε εφη Ζαρατούστρα ή το Γκέμμα σού χαρίζει απέραντη ικανοποίηση με τα μονοπάτια  σκέψης που σου διανοίγει, συγχρόνως σου προκαλεί απέραντο πόνο με την πικρή αλήθεια που σου φανερώνει.

Τα επόμενα εκδοτικά σχέδιά σας, κι όχι μόνο;

Δεν έχω ιδέα. Ειλικρινά. Γράφω από ανάγκη. Όταν λέω «από ανάγκη», εννοώ την ανάγκη που οι Αρχαίοι όριζαν ως «πάνω από τους θεούς». Είναι αυτό που οι ψυχολόγοι πολύ αργότερα ονόμασαν ορμή και οι βιολόγοι DNA. Ώσπου με σπρώχνει η ανάγκη, θα γράφω με ορμή. Όταν χαθεί, δε θα ξαναγράψω ούτε ένα στίχο. Αυτό που θέλω να πω είναι πως δεν προσπαθώ να γράφω ποίηση. Δεν βάζω στόχο μου να γίνω ποιητής. Γράφω με την ίδια ανάγκη που αναπνέω. Δεν το ορίζω, ούτε το επιλέγω. Αυτό ισχύει σήμερα. Για αυτό και μόλις έχω εκδώσει τη δεύτερη ποιητική συλλογή μου με περισσότερα από 130 ποιήματα/στοχασμούς. Για αύριο δεν μπορώ να ξέρω.

ΜΙΧAΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

city.sigmalive  04/6/2014

«Η ποίησή μου είναι εκτός νόρμας, εγώ όχι»

Αναρωτιέται πότε προέκυψε ως κανόνας να είναι δυσνόητη η ποίηση και να απαιτεί αναλύσεις, εμβαθύνσεις και βοήθεια φιλολόγων για να κατανοηθεί, δηλώνει ότι πολλοί ποιητές, ακόμη και Νομπελίστες, τον αφήνουν αδιάφορο, αισθάνεται τυχερός που η ‘a bookworm publication’ αναγνώρισε ως ποίηση την… μη-ποίηση του, αλλά και που θα τον προλογίσει ο Μιχάλης Πιερής και εξηγεί γιατί στο εξώφυλλο της πρώτης ποιητικής συλλογής του, με τίτλο «Εκτός Νόρμας», υπάρχει μια στατιστική καμπύλη, ένα κουνούπι και ένας λεκές από καφέ.

Πως ορίζεται το «Εκτός Νόρμας» στην περίπτωση της δικής σου ποιητικής συλλογής; Έχει να κάνει με το περιεχόμενο των ποιημάτων σου;

Η ποιητική μου συλλογή δύσκολα μπορούσε να εκδοθεί με άλλο τίτλο. Ο τίτλος λειτουργεί ως προειδοποίηση για το περιεχόμενο που θα αντιμετωπίσει ο αναγνώστης ανοίγοντας το βιβλίο. Το περιεχόμενο ορίζεται ως εκτός νόρμας για πολλούς λόγους. Πρώτον η απλότητα γραφής. Δεν ξέρω πότε προέκυψε ως κανόνας να είναι δυσνόητη η ποίηση και να απαιτεί αναλύσεις, εμβαθύνσεις και βοήθεια φιλολόγων για να κατανοηθεί, αλλά δυστυχώς σήμερα αυτό συμβαίνει. Αντιθέτως, τα ποιήματα μου είναι γραμμένα σε απλή και κατανοητή γλώσσα, με όσο το δυνατό λιγότερες λέξεις και στίχους. Άνετα μπορεί να χλευαστεί για αυτό.

Εκτός νόρμας είναι και η θεματολογία των ποιημάτων της συλλογής αλλά και η ανατρεπτική τους διάθεση. Υπαρξιακά ερωτήματα, προβληματισμός για κοινωνικά θέματα, προσωπικές εμπειρίες, φιλοσοφικές θέσεις παρουσιάζονται εναλλάξ και χωρίς οποιαδήποτε τάξη με αποτέλεσμα (από ότι μου είπαν οι πρώτοι αναγνώστες) να προβληματίζουν, να συγκινούν, να προκαλούν κάποτε θυμό και κάποτε γέλιο.

Εκτός νόρμας είναι και το μέγεθός τους, αφού προσπαθώ να πω όσο το δυνατό περισσότερα με όσο το δυνατό λιγότερες λέξεις. Έτσι συμπυκνώνεται ο λόγος και παρουσιάζονται ποιήματα τριών μόνο στίχων, δύο στίχων, ενός στίχου και ακόμη και ένα ποίημα χωρίς στίχους. Ναι, σε ένα από τα ποιήματα το νόημα προκύπτει μέσα από τον τίτλο του, αφού απουσιάζουν παντελώς οποιοιδήποτε στίχοι.

Γενικά στη ζωή σου και δη στη δουλειά σου, θα έλεγες ότι κινείσαι εκτός νόρμας;

Ο τρόπος που σκέφτομαι και λειτουργώ είναι σίγουρα εκτός νόρμας. Οι στενοί φίλοι και συνεργάτες μου ευτυχώς με έχουν πια συνηθίσει και θα έλεγα απολαμβάνουν την ιδιαιτερότητα μου. Λίγοι δοκιμάζουν πλέον να με κλείσουν σε καλούπια γιατί αντιλαμβάνονται, νομίζω, ότι έτσι περισσότερο θα χάσουν παρά θα κερδίσουν. Ένα χαρακτηριστικό μου είναι ότι ακόμη και τη πιο σοβαρή στιγμή κάνω χιούμορ. Και ενώ πολλοί που δεν με ξέρουν καλά θα με αποκαλούσαν πολύ εύθυμο και κοινωνικό άτομο, αρκετές φορές κατακλύζομαι από θλίψη και απογοήτευση και νιώθω απόλυτα μόνος. Είναι τέτοιες στιγμές που διαβάζω, και μέσω των γραπτών τους κατανοώ, κλασσικούς υπαρξιακούς φιλόσοφους και ποιητές όπως τον Νίτσε και τον Καβάφη.

Εμφανισιακά δεν είμαι καθόλου εκτός νόρμας. Περνώ απαρατήρητος.

Γιατί αποφάσισες να μαζέψεις όλα τα ποιήματά σου σε ένα βιβλίο;

Δεν ξεκίνησα ποτέ να γράφω με σκοπό να εκδώσω. Δεν σπούδασα φιλολογικά και ούτε ανήκω με οποιοδήποτε τρόπο σε κύκλους ποιητών. Σε κάποια φάση της ζωής μου άρχισα να γράφω τις σκέψεις μου σε χαρτί απλά για να αποσυμφορήσω τον εγκέφαλο μου και να ξαλαφρώσω την ψυχή μου. Χρόνια μετά μοιράστηκα τα ποιήματα μου με δικούς μου ανθρώπους αλλά και με τρίτους και τα σχόλια τους ήταν τέτοια που με ενθάρρυναν να τολμήσω μια έκδοση.

Και γιατί με την ‘a bookworm publication’;

Είχα αποφασίσει να επισκεφθώ τουλάχιστον τρεις εκδοτικούς οίκους. Ήταν ο πρώτος οίκος που επισκέφτηκα. Τα παιδιά ήταν αρκετά ανοικτοί ώστε να αναγνωρίσουν ως ποίηση την μη-ποίηση μου και διέθεταν τις γνώσεις για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαμε να την παρουσιάσουμε επιτυχώς σε μια έκδοση. Εφόσον βρήκα αυτό που ζητούσα, δεν χρειάστηκε  να επισκεφθώ δεύτερο οίκο.

Το εξώφυλλο του βιβλίου τι απεικονίζει;

Το εξώφυλλο απεικονίζει την στατιστική καμπύλη της κανονικής κατανομής,  γνωστό ως normal distribution curve. Ενώ θα μπορούσα να τοποθετήσω την ποίηση μου, λόγω της διαφορετικότητας της, στα δύο  αποκλίνοντα άκρα (αριστερά ή δεξιά), επέλεξα να την παρουσιάσω ως ένα κουνούπι εντελώς εκτός του γραφήματος. Εκτός νόρμας. Επέλεξα το κουνούπι γιατί είναι ένα ευτελές έντομο. Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Από την άλλη όμως είναι αρκετά ενοχλητικό, τσιμπά και μπορεί παρά το μικρό μέγεθός του να σου χαλάσει τον ύπνο. Ο λεκές από καφέ στο εξώφυλλο προϊδεάζει τον αναγνώστη ότι δεν θα διαβάσει ιδανικά ποιήματα για ιδανικούς κόσμους. Ο κόσμος μας είναι χαοτικός, άδικος  και μοχθηρός και τον λεκέ αυτό δεν τον ξεπλένω με την ποίηση μου. Αντιθέτως τον αναδεικνύω και τον παρουσιάζω σε αρκετά ποιήματα μου στην ωμότητα του.

Ειλικρινά, τι προσδοκίες έχεις μέσω αυτού του ‘εγχειρήματος’;

Καταρχήν επειδή είμαι άτομο με έντονες απόψεις σε πολλά θέματα για τα οποία δε βρίσκω συχνά συμμάχους, η έκδοση αυτή επιτελεί εκ προοιμίου το σκοπό της αφού μου δίνει ένα βήμα να μιλήσω. Να πω κάποια διαφορετικά πράγματα. Εμπορικά δεν έχω καμία προσδοκία. Επίσης, αν και θα ήθελα πολύ, δεν αναμένω αναγνώριση από την καλλιτεχνική κοινότητα. Ξέρω πως καθόλου δεν θα αλλάξω την κοινωνία ούτε τη ροή της τέχνης με την ποίηση μου. Δεν έχω τέτοιες προσδοκίες. Και μόνο δύο-τρία emails να λάβω από ανθρώπους που τους άγγιξε ή τους προβλημάτισε η ποίηση μου, θα με κάνει πολύ ευτυχισμένο.

Πως προέκυψε η γνωριμία με τον Μιχάλη Πιερή, ο οποίος προλογίζει την παρουσίασή σου;

Είμαι τυχερός που μέσα στην άγνοια μου για τα πολιτιστικά δρώμενα της Κύπρου δεν ήξερα ποιος ήταν ο Μιχάλης Πιερής. Διάβασα σε μια εφημερίδα μια συνέντευξη του για τον Κώστα Μόντη και αποφάσισα πως για να του αρέσει ο λιτός αλλά ουσιώδης λόγος του Μόντη θα του αρέσει και η ποίηση μου. Βρήκα το email του στο google και του έστειλα τα ποιήματα μου. Εάν γνώριζα πόσο καταξιωμένος είναι, δεν θα τολμούσα ποτέ κάτι τέτοιο! Ο κ. Πιερής με ενθάρρυνε και διακριτικά μου έδωσε και κατεύθυνση βελτίωσης. Όταν μερικά χρόνια μετά αποφάσισα να εκδώσω ήταν ο πρώτος που αναζήτησα για να με προλογίσει. Με τιμά το ότι θα είναι εκεί για την πρώτη παρουσίαση των ποιημάτων μου στις 13 Ιουνίου αλλά η ιστορία που σας περίγραψα τιμά περισσότερο τον ίδιο.  Αναδεικνύει πόσο προσιτός είναι και με πόσο σεβασμό και αγάπη ενθαρρύνει νέους στο χώρο ακόμη κι αν ο λόγος τους είναι εντελώς εκτός νόρμας.

Είναι κάποιοι ποιητές ή κάποια ποιήματα που σε καθόρισαν ως άνθρωπο;

Καταρχήν για μένα ποιητές δεν είναι αυτοί που γράφουν ποίησηαλλά αυτοί που επηρεάζουν μυαλά και τρόπους σκέψης με το γραπτό τους λόγο.Πολλοί ποιητές ακόμη και Νομπελίστες με αφήνουν αδιάφορο ενώ φιλόσοφοι όπως τονΝίτσε ή σε ελληνικό επίπεδο τον Δημήτρη Λιαντίνη με «ποιούν» ως άνθρωπο. Τα«Τείχη» του Καβάφη μου υπενθυμίζουν να αντιδρώ όποτε υποψιαστώ πως κτίζονταιτριγύρω μου. Οι «Στιγμές» του Μόντη μου επιτρέπουν να αναζητήσω και εγώ, μελίγη αναίδεια, μια θέση, ανάμεσα στους Κύπριους ποιητές.

ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΓΙΑ ΠΟΙΗΤΕΣ

  • Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στησύγχρονη ζωή;

Η καλή ποίηση διακόπτει την καθημερινότητα. Αναστατώνει τον αναγνώστη. Αντιμάχεται τη συνήθεια. Είναι ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή όπως επίσης είναι και οι πραγματικοί ποιητές.  «Δεν είναι θαύμα της ζωής οι ποιητές, απόβρασμά της είναι»  γράφω  κάπου στη νέα μου συλλογή. Δεν εννοώ ότι οι ποιητές είναι κακοί χαρακτήρες – αποβράσματα.  Εννοώ ότι είναι αποβράσματα της ζωής. Αυτοί δηλαδή που η ζωή απορρίπτει, αυτοί που η ζωή δυσκολεύει περισσότερο. Αυτοί είναι οι ποιητές.  «Οι ποιητές του καναπέ ποτέ δεν φτάνουν τους μεγάλους , κι ας κρίνονται μεγάλοι απ’ τους ασπόνδυλους γραφιάδες της κάθε εποχής» γράφω στην απέναντι σελίδα. Ο τρελός που γυρνά μέρα μεσημέρι με ένα φανό και γυρεύει άνθρωπο, είναι ο ποιητής . Είναι αυτός που μας ενοχλεί με τις αλήθειες του.

  • Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό; 

Αυτός που «τον βασανίζουν οι λέξεις αντί οι σκέψεις» δεν είναι ποιητής. Ο ποιητής γράφει από ανάγκη. Όταν λέω «από ανάγκη», εννοώ την ανάγκη που οι Αρχαίοι όριζαν ως «πάνω από τους θεούς». Είναι αυτό που οι ψυχολόγοι πολύ αργότερα ονόμασαν ορμή και οι βιολόγοι DNA. Οι αληθινοί ποιητές δεν προσπαθούν να γράφουν ποιήματα. Δεν βάζουν στόχο να είναι ποιητές. Γράφουν με την ίδια ανάγκη που αναπνέουν. Δεν το ορίζουν, ούτε το επιλέγουν. Είναι.

  • Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Όχι δυστυχώς . Ακριβώς το αντίστροφο συμβαίνει. Η καλή τέχνη ανοίγει πληγές αντί να κλείνει. Βγάζει τον άνθρωπο από το λήθαργο. Του θυμίζει τη θνητότητά του, την τραγικότητά του, τους έρωτες που δεν έζησε, τις μάχες που δεν έδωσε, αυτά που οφείλει, αυτά που δεν είναι. Ενώ ο άνθρωπος διανύει τη ζωή του υποδουλωμένος στη μέριμνα, σαν ζωντανός νεκρός, ένας καλός συγγραφέας  τον «ανασταίνει» και τού δείχνει την αλήθεια. Η αλήθεια όμως είναι σαν τον ήλιο. Αν τον κοιτάξεις κατευθείαν σε τυφλώνει. Ένα καλό βιβλίο όπως το Τάδε εφη Ζαρατούστρα του Νίτσε ή το Γκέμμα του Δ. Λιαντίνη  χαρίζει στον άνθρωπο απέραντη ικανοποίηση με τα μονοπάτια  σκέψης που του διανοίγει , συγχρόνως όμως του ανοίγει πληγές με την πικρή αλήθεια που του φανερώνει.

  • Πιστεύετεότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Σίγουρα κανείς δεν γράφει σαν εμένα. Απλά γιατί κανείς δεν είναι εγώ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ακολουθώ μοναχική πορεία. Σημαίνει ότι ακολουθώ μοναδική πορεία. Το δρόμο τον ανοίγουν αρχικά οι δάσκαλοί μας. Πίσω τους ακολουθάμε εμείς. Εάν μας το ορίσει η μοίρα, σε κάποια φάση δύναται να βαδίσουμε μαζί τους, δίπλα-δίπλα, και σπάνια, αν τελικά εμείς ορίσουμε τη μοίρα μας,  τους προσπερνούμε και χαράσσουμε δικούς μας δρόμους. Προσωπικά βρίσκομαι στην πρώτη φάση. Ευγνωμονώ αυτούς που μου έδειξαν το δρόμο και αντιμάχομαι αυτούς που μου τον φράσουν με φόβους ή φρούδες ελπίδες. Στο βιογραφικό μου περιγράφω ακριβώς αυτό: “Γεννήθηκα το 1973. Μετά τα 30, άρχισα να γράφω. Ποίηση γράφω πάντοτε με τον Μόντη. Τους στίχους μας επιμελείται ο Καβάφης. Ανταλλάζω απόψεις και μπαίνω σε ατέρμονες συζητήσεις με το Διογένη, τον Σωκράτη, τον Φρόυντ και τον Ντόκινς. Συχνά με παίρνει ο Νίτσε με τον Ζαρατούστρα ορειβασία. Μένω στους πρόποδες εγώ, ενώ αυτοί απολαμβάνουν τις βουνοκορφές. Αθλούμαι επίσης, ανελλιπώς: Παίζω μποξ με το Ματθαίο, το Λουκά και τον Παύλο. Τις νύχτες, μελετώ το πιο φωτεινό άστρο του ουρανού, το Γκέμμα, με το δάσκαλό μου Δημήτρη Λιαντίνη.”

  • Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούνστη γραφή σας;

Όλα τα ποιήματά μου είναι αποτυπώματα των βιωμάτων και των εικόνων που φέρω ως άνθρωπος. Είμαστε όλοι το σύνολο της μνήμης μας. Κάθε σκέψη που καταγράφεται ως ποίημα πηγάζει από μια μνήμη που με καθόρισε σε αυτό που είμαι σήμερα. Ευχάριστες και δυσάρεστες εικόνες από την ζωή μου αλλά και εικόνες που δημιούργησα στη φαντασία μου, διαβάζοντας ένα βιβλίο, ακούγοντας ένα τραγούδι και συνομιλώντας με τους γύρω μου, εφορμούν με αναίδεια θα έλεγα, στη γραφή μου.

  • Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν πουζούμε;

Ο ποιητής έχει πολύ δύσκολο έργο.  Καλείται να απαντήσει τα αναπάντητα. Γράφει για τον έρωτα, ενώ «ο έρωτας δεν περιγράφεται / μόνο νιώθεται». Θέλει να δώσει νόημα στην ζωή, ενώ αυτή δεν έχει. Παλεύει το Θάνατο  παρόλο που αυτός «πάντα νικά/πάντα  περνά το δικό του». Βασανίζεται με τα γιατί της ζωής. Γιατί υπάρχουμε, γιατί ζούμε, γιατί αγαπούμε, γιατί πονούμε, γιατί αδικούμε, γιατί γράφουμε… γιατί ερωτούμε. Κτυπιέται αυτός για μάς. Τραυματίζεται ουσιαστικά ο ποιητής, για μάς. Η έμφυτη ευαισθησία του αλλά και το καθήκον που νιώθει να αναμετρηθεί αυτός αντί εμείς, τον καταρρακώνουν. Τα βάζει με τα αναπάντητα ερωτήματα και πάντοτε ηττάται. Δεν μας δίδει τελικά τις απαντήσεις. Γιατί απλά δεν υπάρχουν απαντήσεις.  Πάει γυρεύοντας, αφήνοντας για μας  λίγο από το φως της πορείας του.

  • Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

Οι λέξεις στην ποίηση δεν πρέπει να είναι τίποτε περισσότερο από το μέσο έκφρασης και επικοινωνίας των σκέψεων των ποιητών. Όταν μετατραπούν σε αυτοσκοπό, χάνεται η ουσία της ποίησης. Πώς μπορεί  να διαβάζουμε ολόκληρες συλλογές ποιημάτων και να μην μας μένει τίποτα;  Να μην κρατάμε ένα στίχο; Να μην μας αγγίζει κάτι; Να μην μας ενοχλεί, να μην μας αναστατώνει τίποτα; Εάν δεν είναι αυτό ο ορισμός του «έπεα πτερόεντα», δεν ξέρω ποιος είναι.

  • Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

Είναι καταφύγιο για λιγοστούς . Και αυτό, δεν οφείλεται μόνο στους αναγνώστες που αντί μια καλή ποιητική συλλογή προτιμούν το ποδόσφαιρο, την τηλεόραση και τα εύπεπτα βιβλία . Οφείλεται και στην αυξημένη παραγωγή κακής ποίησης. Ποίησης χωρίς ουσία, με έμφαση στις λέξεις και στόχο τον εντυπωσιασμό και την αυτοπροβολή. Τι καταφύγιο να βρει ο άνθρωπος σε τέτοια ποίηση; Η ποίηση αργοπεθαίνει. Και οι σύγχρονοι «ποιητές»  φέρουν μεγάλη ευθύνη για αυτό.

Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Πολύ δύσκολα. Η ποίηση είναι δρόμος, δεν είναι σταθμός.

2 Σχόλια

Filed under ΚΥΠΡΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ