Daily Archives: 24/04/2019

ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

ΕΥΤΥΧΙΑ

.

.

Η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου γεννήθηκε στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. Διδάσκει δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και στην Κύπρο. Παράλληλα με την ποίηση ασχολείται με το δοκίμιο, με δημοσιεύσεις σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, αλβανικά, βουλγαρικά και περιέχονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, όπου διετέλεσε Γεν. Γραμματέας, και του Κύκλου Ποιητών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

(2017) Αφόρετα θαύματα, Κέδρος
(2012) Το επιδόρπιο, Κέδρος (Υποψήφιο για Κρατικό Βραβείο.)
(2008) Όροφος μείον ένα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2004) Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1999) Εν τη ρύμη του νόστου, Αρμός
(1993) Το τρίπτυχο του φέγγους, Ιδιωτική Έκδοση
(1986) Λυπημένες μαργαρίτες, Εγνατία

.

ΔΟΚΙΜΙΑ

(2015) Πέραν της γραφής, Κέδρος [23 δοκίμια αναφερόμενα στο έργο ισάριθμων ποιητών]
(2012) Συρραπτική του προσώπου, Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη [Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη]
(2004)Εν αναμονή (Συμμετοχή στον συλλογικό τόμο «Ακροατής     Οριζόντων Προσεγγίσεις στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη»), Γαβριηλίδης

 

.

ΒΙΒΛΙΑ17

.

ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ (2017)

.

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΝΕΡΟ

Σταγόνες υδρατμών παραδομένες
σε οροφές που αναμετρούν τη γύμνια μου
– ποτέ δεν θα ’ναι επαρκώς εκτεθειμένη –
μια υπόκρουση αγκαθωτού νερού
θα συνοδεύει τις σκηνές
κι έτσι η παραφορά
σαν ηχογράφηση παλιά
απλώς θα γράφει ιστορία.

Στο μεταξύ
γαντζάκια από πλεξιγκλάς
θα συγκρατούν το αθέατο
θα αποτυπώνουν την ντροπή
με φώσφορο λιωμένο
– μια αναγγελία διάλυσης
πριν την υποτροπή
κι η καταχνιά θρηνητική
να στάζει στα πλακάκια –

– Ποιος πριονίζει τη σκιά;

– Δεν είναι μια·
είν’ η δική μου
κολλημένη στη δική σου.
Σφάγιο ιερό
που δεν ανήκει σε κανέναν.

Γλιστρά απ’ το σώμα μου
κρυστάλλινος ο τόπος
– Έξοδος και Θριαμβικό μαζί –
ραγισματιές απλώνονται
στην πρώτη όρασή μου
– ήμουν παιδί
κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν –

Τώρα
ας μείνουν αμετάφραστα
τα δύο ονόματά μου.
Μια εκδοχή θα ’ναι κι αυτή
άλλοτε εντός
κι άλλοτε εκτός τοπίου
μία οξύμωρη προοπτική
για αυτό το άλλο νόημα
το αιφνιδιαστικό
που αχνοφωτίζει το προφίλ
όσο καμία λάμπα.

.

ΥΠΑΡΧΗΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΚΥΠΡΟΥ 17

Υπάρχει κάτι πάντοτε μέσα στις ιστορίες
που υποκινεί προσωρινά την υποψία.

Μια εκλογή αναπάντεχη
μια πλάτη γυρισμένη στο προαίσθημα
ή ας πούμε
ένα παρελθόν που δεν το έζησε κανείς
και τότε εύκολα μαντεύεις τα υπόλοιπα:

τι ελάχιστο διάστημα
ανάμεσα στο λείπουμε
και στο φριχτά πονούμε
πόσο αθώος τελικά
ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο·
μια παρουσία έρωτα
– θαρρείς υπόδειγμα άνοιξης –
μια απληστία ουρανού στεφανωμένη χώμα
κι η μετρημένη έκταση πλέον
όλη δική σου.

Η ευπιστία φταίει προφανώς
και η εμπιστοσύνη
που έτσι ασυλλόγιστα
η οριζόντια γραμμή
για κάθετη σου μοιάζει.

Σαν τότε που φιλάσθενη
ή λόγω τιμωρίας
ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου
έξω από το παράθυρο κρεμόμουν
για να κοιτάζω τα παιδιά
που παίζαν στην πρασιά.
Στη φαντασία μου μάλιστα
υπαρχηγός γινόμουν
κι αν τύχαινε καμιά φορά
κι οι άλλοι μάς κερδίζαν
την ήττα της ομάδας μου
χρεωνόμουν μυστικά.

Μισή μες στο δωμάτιο
μισή έξω απ’ το σπίτι
να λαχανιάζω ασάλευτη
να ιδρώνω παγωμένη
να κρύβομαι
να φαίνομαι
να κάνω πως θυμώνω

με ματωμένα γόνατα
και λίγο πριν νυχτώσει
κατάκοπη και καθαρή
να κλείνω τα παντζούρια
ν’ αλλάζω μοίρα ξαφνικά
απ’ το σκαμνάκι-ψέμα μου

να κατεβαίνω.

.

ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ

0 χώρος θύμιζε φουαγιέ
πολυτελούς ξενοδοχείου.
Πόρνες, ζητιάνοι και προαγωγοί
μαχαιροβγάλτες και κλεφτρόνια
εξορισμένοι από κει·
ή μάλλον κάπου εκεί κι αυτοί
όμως σε ρόλους άλλους, σοβαρούς
όπως, ας πούμε
αβρών εκτιμητών χρυσού
με τον πελάτη εμπρός τους μαγκωμένο
ακουμπισμένο στον γκισέ
ταριχευμένο έντομο πλαισιωμένο με κορνίζα.

Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις.
Εδώ προέλευση και καταγωγή
χέρι με χέρι ανταλλάσσονται.

(Χρυσή αλυσίδα με βαφτιστικό σταυρό
η βέρα και το δαχτυλίδι της μητέρας
ρολόγια αξίας με μπριγιάν
συλλεκτικά νομίσματα
σκεύη αργυρά
ακόμα κι έργα τέχνης) 
Κι η εχεμύθεια φυσικά χρυσός…
Γυρεύει δόντια δυνατά
για το κλεισμένο στόμα
-κατά προτίμηση χρυσά –
την περηφάνια μας
αρχοντικά να ροκανίζουν.

Κι ακολουθεί το λιώσιμο
(Τήξη εν καμίνω ή χοάνη
καμίνευση, χωνεία)
μια ρευστοποίηση σκληρή
όρκων, γεννήσεων, επετείων.

Αποσυντίθενται τα σύμβολα
χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες
μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου
και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν
-γιατί αρρωσταίνουνε βαριά
όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε –
παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού
όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά
και βάζει πλώρη ολοταχώς
για νέες αμνησίες.

.

ΞΕΝΟΙ

Μιλήστε μου για την απόγνωση
που προκαλεί σ’ εσάς
μια τέτοια αιωνιότητα.
Η αίθουσα αναμονής υγρή
– άκουσα μπάζει μαραμένες εποχές
πως βρέχει χλεύη αναιδή κι αποδοκιμασία –
κι όλες αυτές οι ατελείωτες ουρές
σε κέντρα αλλοδαπών, σε υπηρεσίες
– θαρρείς σε προθαλάμους ιαματικών λουτρών
ή σε προαύλια παραδείσων –
με την αφέλεια πως θα σας δεχτούν
πρώτη φορά στα άγια των αγίων!

Μα, ποιους;
Εσάς;
Αν είναι δυνατόν!
Εσάς;
Με το μισό κουλούρι σας!
Εσάς που μοναχά
οι δαίμονες των αμπαριών σάς ξέρουν
και πια δεν σας γαβγίζουνε
όπως οι τόσοι προβολείς
και οι σφυρίχτρες!

Ξέρω…
Κάποτε ελπίσατε στη βραχνή βροχή
στο δήθεν έλεός της
γι’ αυτό ιδρωμένοι κι άρρωστοι
βγήκατε απ’ τα λαγούμια
βασίζοντας στο μετεωρολογικό
την όποια λύτρωσή σας.

Μα δεν σας πληροφόρησε κανείς
ότι η πρόγνωση καιρού
στον τόπο αυτόν που ήρθατε
πάντοτε πέφτει έξω;

.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Αυλές καθαρίζω, υπόγεια καθαρίζω
αποθήκες και ακάλυπτους σε δύο ώρες συγυρίζω.
Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω…
Εικονοστάσια αδειανά, κάγκελα σκουριασμένα
κλουβιά που απελευθέρωσαν πουλιά
ρόπτρα, σπασμένες πόρτες
σίδερα ατμού και γραφομηχανές
δάχτυλα παγωμένα…

Με μια επιβάρυνση μικρή
σηκώνω και πετάω στο λεπτό
ό,τι παλιό σάς ξέμεινε
στις «μουσικές καρέκλες»
κοκαλωμένο κι άφωνο
με ένδυμα επίσημο, εορταστικό
μα σκοροφαγωμένο
να βλέπει
προς την πλευρά του αφανισμού
και να μην το πιστεύει.

Σκεύη παλιά, ποδήλατα
φουγάρα, καλαπόδια
πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ
μονόκλ και περουκίνια
καλειδοσκόπια, παπιγιόν
μουστάκια, φαβορίτες.

Παλιά με φόβιζε πολύ
η εισβολή στα υπόγεια της υγρής ακινησίας
η επικείμενη έξωση διά των μεγαφώνων
η εκκαθάριση του αχρηστευμένου χρόνου.

Τώρα όλο και πιο σπάνια
κάποιος διαλαλεί
ένα παρόν ακέραιο, στιλπνό.
Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες.
Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν
απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν.
Αμφίβολη η ώρα τους.

Σαν την αμφίβολη ώρα
των εκτελέσεων.

.

ΚΟΛΑΖ ή Η ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΟΛΛΗΘΕΝΤΟΣ

Διαθέτω έναν φάκελο-συμπιεσμένο δάσος
συλλογή κατοικίδια παλιάς ανθοφορίας
δοξαστικό του ετερογενούς και των αποκομμάτων
μικρές εικόνες πτώματα και ανάπηρες ιδέες
που ένοχα τις αφαίρεσα από το σύνολό τους
με την υπόσχεση δεύτερου βίου ανώτερου
σε προηγμένο φόντο.

(Σελίδες περιοδικών
– στο όριο του περιττού
πρόχειρα διπλωμένες –
φωτογραφίες γυναικών
γερόντων, αγαλμάτων
παιδιών πάνω σε καρουζέλ
μα και μεταθανάτιες βικτωριανές
– αγκαλιασμένοι οι συγγενείς με τον νεκρό
πάνω στον καναπέ του –
και κείμενα που μία βίαιη ψαλιδιά
σώπασε τη ροή τους)

Τώρα, στη σκοτεινή αναμονή
τη σιγουριά παρέχουνε
του από μηχανής Θεού
για εκείνη τη μοναδική φορά
που η έμπνευση θα έχει δυστοκία.

Μια ομηρία άθλια
που με προσχήματα φαιδρά
κρατά για χρόνια ανενεργό
το ήδη παρωχημένο.
Μόνο που εγείρονται κάποτε κι αυτά
σύσσωμα συμμετέχοντας
στην έγχρωμη παρέλαση των ασημαντοτήτων.

Είν’ η στιγμή
που θραύσματα συστρεφόμενα
επιχειρούν ομαδικά
χειρόγραφη την έκπληξη να κάνουν
με απώτερο φυσικά σκοπό
το αίνιγμα να παραμείνει άλυτο.

Θέλει να τσαλακώσεις ασημόχαρτα πολλά
για να βρεθείς με ασφάλεια
ανήμερα του Λόγου.

Εκβάλλει η τυφλότητα
από βαθύ πηγάδι.

.

ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε δειλές
και σπεύδατε να μας σώσετε
σαν θαύμα αναπάντεχο
πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο
– τέλεια να μιμείται καλπασμό –
να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς
στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά
με μια πειθώ δημαγωγού
και ασφαλιστή συγχρόνως
ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας
ρίζες χοντρές και στέρεες
που εγγυώνται βλάστηση
ανθούς, καρποφορία…
Μα, εντέλει, τίποτε απ’ αυτά.
Μονάχα ρίζες
που εγγυώνται ρίζες.

Κι είναι για άλλους
η ζωή και η αποστασία
του δρόμου η σκόνη η άγια
κι οι αγρυπνίες στη χάρη της.

Για εσάς
είν’ τα προσχήματα και τα μεθοδευμένα
η αρτιμελής ζωή και οι φαντασιώσεις
για να μπορεί επ’ άπειρον
του φόβου το βατράχι να κοάζει
για να ανθίζει επιτυχώς
η ομοιομορφία·

σαν κάτι νύχτες νοσηρές
που από πλήξη αφόρητη
τις λάμπες απ’ τους δρόμους
ξεβιδώνουν
και τις βιδώνουνε μετά
μέχρι να ’ρθει τ’ άλλο πρωί.
Μια εναλλαγή μηχανική
με βλέμμα άδειο, σταθερό
λες και μιμούνται θάνατο.

Οι νύχτες…

Ως το πρωί.
Βιδώνουν
ξεβιδώνουν…
Με βλέμμα άδειο
σταθερό.

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε σοφές
διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή
κι αθώα οπισθοχώρηση…

Μας μάθατε για τα καλά
πως ό,τι δεν μας συναντά
αυτό στο τέλος
μας διασχίζει.

.

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΩΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

«Άνθρωπον ουκ έχω…»
Κατά Ιωάννην, έ 7

Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ
να αποδώσουμε τιμές
στη νεκρή αιωνιότητα
να αποχαιρετήσουμε με ύφος ανάλαφρο
τις μάταιες διαβαθμίσεις του φωτός
να ανταλλάξουμε τα θαύματα
με την επιείκεια.

Είναι ασφαλής ο τρόπος
που στενεύει η θηλιά
σαν αυθαδιάζει στα όνειρα
η ταραχή του μονομάχου.

Οι λέξεις τότε αμάσητες
τις εκδοχές τους καταπίνουν
αρνούνται να ονομάσουν τα αθέατα
τα προφανή
και ξένος, ξένος
σε όλα τα επεισόδια της κίνησης
μέσα του αποσύρεται ο αργοπορημένος
και θραύεται διαδοχικά
η λάμψη του νερού.

«Άγγελος γαρ κατά καιρόν
κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα,
και ετάρασσε το ύδωρ·
ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν […]
υγιής εγίνετο
ω δήποτε κατείχετο νοσήματι».

Μα ήταν πολλοί οι ανίατοι
και πώς εγκαίρως να συρθούν
ως τη δεξαμενή;
Παράξενη κι η ελπίδα τους
ανταγωνιστική
σ’ έναν Θεό που επικροτεί
την επιδεξιότητα των αναπήρων.

Και κάπου εκεί, παράμερα κι αυτός.
Ανυπεράσπιστος στους τρόμους του
και στους κινδύνους ασκημένος
να αγρυπνά από ένστικτο
και να επιζεί αγόγγυστα
– έτη τριάντα οκτώ –
της παραλύσεώς του.

«τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον […]
λέγει αυτώ·
θέλεις υγιής γενέσθαι;
απεκρίθη αυτώ ο ασθενών·
Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω,
ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ
βάλη με εις την κολυμβήθραν».

Κύριε της Σπλαχνίσεως
απόλυσε τον άγγελο
και τη μελαγχολία των ωρών
με μια μακρόσυρτη κραυγή
αλλοίωσέ την
να εξατμιστεί το μαύρο φως
να ζαλιστεί απ’ τη μοσχοβολιά
η άκρη του γκρεμού
να στεφανώσει την πληγή
έναστρη αμνηστία
κι αργά αργά να σηκωθούν
όλοι οι γονατισμένοι.

«Λέγει αυτώ ο Ιησούς·
έγειρε, άρον τον κράββατόν σου
και περιπάτει».

.

Η ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Του αρκούν λίγα χιόνια
τουλίπες αργοκίνητες
βαμβακερής ανίας
όλα να τα αγνίσουν!

Του αρκεί ένας έρωτας
ονόματι μπαρμπα-Γιαννιός
μια καρδιά ρημαγμένη
κι ένα σπίτι ερείπιο
σε δρομάκι μακρόστενο
σοκάκι όμοιο μ’ αυτόν
– το ζωντανό σοκάκι –

Του αρκούν κάποιες γραίες
βασανισμένες και άτυχες
με ήθος ανδρικόν
– εξηκονταετείς σχεδόν –

Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα
κι άλλη μια, η θεια-Σκεύω
βαρδιανός μες στα Σπόρκα
να ’ναι σιμά στον γιο της
στο Λοιμοκαθαρτήριο.

Και τέλος
του αρκεί ένας ύπνος αιώνιος
όπως αυτός μες στα ποιήματα
– ενίοτε κατοπτρικός
και πάντα λασπωμένος –
λες και στοιβάζεται αργά
πάνω στο χιόνι χιόνι
σινδόνα και σάβανο μαζί

για να παραδοθούν
αγιασμένες και λευκές
στη νέα μέρα οι ψυχές
στεφανωμένες οι άμοιρες
την πιο πικρή τους γνώση
πως βεβαιότητα καμιά
σκοπό δεν το ’χει να μας χαριστεί
ολισθηρότητα καμιά
σκοπό δεν το ’χει να μας παρακάμψει.

Ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά
θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία·
ένας θάνατος εκ γενετής
και ένα πένθος αέναο
κάτω απ’ τα μάτια του Κριτού
του Παλαιού των Ημερών
του Τρισαγίου.

.

ΣΕΛΑΝΙΚ Ι

.

Μητέρα ανύμφευτη

Εκείνοι που ήρθαν έφερναν
κι από έναν αριθμό…
Για την ακρίβεια
τον κουβαλούσαν πάνω τους
τον είχανε συνέχεια μαζί τους
όχι όμως όπως ένα φυλαχτό
αλλά όπως ένας ανάπηρος
το κομμένο του πόδι.

Εμείς, το ’64
που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55
με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού
να κάθεται στα ρούχα μας
να ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς
δεν ήμασταν ποτέ
ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης
μα μία Πόλη που έψαχνε
πόλη να κατοικήσει
με Εγνατία, με Ντεπό
με Βασιλίσσης Όλγας
με Υπερώο θαλασσινό
για να σταθούν επάνω του
Καρέλλη και Πεντζίκης.

-Όμως
εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ…

-Σας είπαμε
εδώ είναι πια ο τόπος.

-Δεν έχω…
Βυθιζόμαστε
μπαίνουν νερά
στ’ αμπάρια του μυαλού μου
κι η μπάντα του Παπάφειου
πότε το «Μέγαν εύρατο…»
πότε το «Υπερμάχω…»

Νερά, πολλά νερά…

Τα πρόσωπά μας άδειασαν
κάτω απ’ την πάχνη
που μας στεφανώνει
η αρμονία των ίσκιων μας
σκυφτή μες στην ομίχλη
κι ο έρως προς το έσχατον
κοινή καταγωγή μας

αλλά και οι κήποι…
μια αλληγορία ορίζοντα
που δεν γεωμετρείται
λιμάνι εν πλήρη κινήσει και σιωπή
Βαρδάρης που ιερουργεί
πόρνη που δεν μεταμελείται.

Τώρα
στην προκυμαία με τους γερανούς
πυροτεχνήματα συλλέγει και υγρασία
δίσκους 78 στροφών
παλαιά πορτρέτα ένδοξα
που χάσαν την κορνίζα
μοιράζει σε άγνωστους φιλιά
πολλά φιλιά

μα πιο συχνά στα σκοτεινά
βαμβάκι και ιώδιο
για τ’ ανοιγμένο τραύμα.

.

ΣΕΛΑΝΙK II

.

Η πυρκαγιά

Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί
να αντικατασταθεί από την έννοιά της
όταν θα αποφάσιζαν
κάποιοι να την αφηγηθούν
και να την καταγράψουν.

Μια ομορφιά ατάραχη
που απογυμνώνει και εκπορθεί
πράξη ερωτική κι απονενοημένη
σαγήνη που τρομοκρατεί
όπως η λέξη «λάμπα» στο σκοτάδι.

Ήμουν κι εγώ ένα απ’ αυτά
ήταν πολλά, ήμουν μικρή
κι όλα ήταν ξένα.
Κορίτσια με γαλάζιο νυχτικό
στις μύτες σηκωμένα
τις κάτω φράσεις του χρησμού
να προσπαθούν να φτάσουν.

Να γίνεσαι η επιστροφή
όταν η πυρκαγιά
θα σ’ απελευθερώνει
κι άλλοτε ευτέλεια μαγική
για ν’ αποσυντονίζεις.
Συνέργεια στην αιώρηση
και επίκληση σε πρώτο ενικό.

Άντε να ερμηνεύσεις!
Και να ’τανε μόνον αυτό;

Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα
κι ας έμοιαζε αυτή εδώ
αγίασμα στα μάτια
– τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί
να καταποντιστεί στα σωθικά
η κάψα του άλλου τόπου –

Και πώς αλλιώς;

Όταν η μυρωδιά σιμιγδαλιού
και η οσμή λεβάντας
χάνονται απ’ τα ρούχα σου
όταν πια δ ε ν υπάρχεις
επινοείς την κόχη σου
– αρχιτεκτονική εξοντωτική –
μισός μέσα στα όρια
μισός στην έξοδο κινδύνου.

– Και πώς ευθύνεστε εσείς
για το κακό;

– Ήτανε Αύγουστος
την προηγουμένη του Σωτήρος
κόντευε τρεις το μεσημέρι…
Μέναμε τότε σε ένα σπίτι από μπαγδατί
κάπου στο Μεβλεβί Χανέ
πάνω από την Κολόμβου
κι εγώ απλώς λιμπίστηκα
τηγανητές μελιτζάνες.
Παραμονές μεγάλης εορτής.
Πού να το φανταστώ…
Κάηκαν όλα!
Μέχρι κι ο Αϊ-Δημήτρης!

Έκτοτε
στην παραλία οι περιπατητές
βράδυ πρωί λυπούνται
μικραίνουν και συστρέφονται
σαν να διαβάζουν μια πληγή
κάπου πιο πάνω απ’ το στομάχι
και ύστερα
σε στάση προσευχής
στραμμένοι προς τα Κάστρα
ερήμους απαγγέλλουν δυνατά
για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ
και τους εκτελεστές τους.

Πράγματα ασήμαντα, φωσφορικά
που ξελογιάζουνε – όσο να πεις –
τους ξένους.

Η πολιτεία αυτή των ποιητών
με υαλικά στρωμένη
μπερδεύει επετείους και εορτές
δέντρα χριστουγεννιάτικα
στολίζει μες στο θέρος
και σημαιούλες χάρτινες
μοιράζει μες στο Πάσχα.

Είν’ η ρυμοτομία των ψυχών
εκείνο που την καθορίζει.

.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.

Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα της πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.

.

ΧΑΡΤΙΝΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Μπορεί να είναι απλώς μια συντροφιά
αταίριαστη σε χρόνο και σε τόπο
– νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά τού αλλού.
Μπορεί κι οι σημειώσεις που κράτησα
στο μάθημα ορθοφωνίας των καιρών
ή στο άλλο
της ορθής διαχείρισης απωλειών και τρόμου.

Ίσως κι η παρατήρηση της πιο βαθιάς ρωγμή
– ένα κρατς πιο δειλό κι άλλο ένα με θόρυβο
εκεί που λαμπυρίζει το υποσυνείδητο.

Μπορεί το ζητούμενο να ήταν τελικά
το λαχάνιασμα της αορτής
όπως όταν κάνεις ποδήλατο
σε κατηφόρα δίχως χέρια.

Ίσως πάλι και ένα θέατρο σκιών
με υπνοβάτες στα χαρακώματα
και αριστοκράτες ασκητές
στις παρυφές της λάμψης
με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά
αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό
ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή.

Ανεξάρτητα από τις συνθήκες που όρισαν
τη συνάντηση της συντροφιάς μ’ εμένα
εγώ τους βρήκα καθισμένους σε μία σκάλα
προορισμένη μόνο για καθόδους
και λίγο πριν βραδιάσει
τους άκουσα να συνομιλούν
για το πάθος
πέραν της γραφής.

.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ

Πρώτα
μια αδυναμία αντίληψης του προφανούς.
Ή μάλλον όχι.
Πρώτα
εκ δεξιών η κόλαση
εξ ευωνύμων η περήφανη καρδιά
με τους κρυμμένους δυναμίτες στις ραφές
στους μαύρους κύκλους των ματιών
στην αδιαφορία, στην απέχθεια.

Μετά
μια ηλικία παιδική πρόωρα γερασμένη
να εκσφενδονίζονται στο πρωινό
χάπια και παραπεμπτικά αντί για φρυγανιές
κι ευθύνες για την ασταθή ζωή, την αιωρούμενη
– ένας τερματικός σταθμός
όπου κανείς δεν κατεβαίνει –

Θα ήταν μάλλον βολικό να συνηθίζαμε
αλλά μας έσωσε η αφέλεια και η ασχετοσύνη
η αδυναμία δηλαδή να πράξουμε τα στοιχειώδη
χωρίς στο βάθος να σαλεύει μέσα μας
η άθλια επινόηση της προσδοκίας.

Ξέρετε
αυτή η σκόπιμα διαδεδομένη φήμη
περί επικείμενης αναψυχής
που ως ευλογία δωρεάν
όλοι ανεξαιρέτως δικαιούμαστε
μια αγάπη που πια δεν θα λιμοκτονεί
και δεν θα αρρωσταίνει…

Μια απάτη
μάλλον ήθελαν να πουν.

Μια απάτη
που πια δεν θα λιμοκτονεί
και δεν θα αρρωσταίνει.

.

ΛΑΓΩΝΙΚΟ ή Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Εμφανιζόταν κι έφευγε
και σάλπιζε υποχώρηση
όμως την ύστατη στιγμή
θριαμβικά επέστρεφε
κρατώντας μες στα δόντια της
– θήραμα άχρηστο, ακριβό –
το ρίγος ενός βλέμματος
ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες
κουρέλια αποκριάτικων στολών
γεμάτα μούχλα και υγρασία
κι ίσως μιαν επιφύλαξη

όπως, ας πούμε, ότι
λέω σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ
όμως ποιος δίνει τώρα σημασία
τώρα που όσο ποτέ
ανθίστανται τα πράγματα
και ούτε μιαν ανάμνηση
δεν είναι δυνατό ν’ ανακαλέσεις

τώρα που τα βερίκοκα
δεν τρώγονται μονάχα καλοκαίρι
κι οι λέξεις
ελάχιστη σχέση έχουν τελικά
μ’ εκείνο που σημαίνουν.

.

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Όχι, όχι
εγώ δεν ξεκίνησα για εκεί
ούτε για κάπου αλλού βεβαίως…
Όμως πώς να εξηγήσω
τα ανήκουστα και τα φαιδρά
τότε που τα φωνήεντα
αιφνίδια καταργήθηκαν
και σύμφωνα συριστικά
εγκαταστάθηκαν
φαρδιά πλατιά στο στήθος;

Να είσαι ήσυχος, μου έλεγαν
σχεδόν ψιθυριστά να κλαψουρίζεις
κι εμείς θα αναλάβουμε
διακριτικά να σε παρηγορούμε
σσσσσς, σσσσσς, σσσσσς…

Ύστερα εγώ θυμόμουν μία κυρία άγνωστη
που σπρώχναμε μαζί ένα άδειο καροτσάκι
– άφαντο από μέσα το μωρό
κι άλλωστε η βόλτα αυτή μάλλον δεν έγινε ποτέ
αφού μετά βρεθήκαμε δίχως εξάρτυση καμιά
πάνω στα κύματα να περπατάμε.
(Μπα, αποκλείεται να έγινε ποτέ
μάλλον θα το φαντάστηκα).

Όμως μετά απ’ αυτό
τα σύμφωνα θαρρείς και μ’ εγκατέλειψαν
ή μάλλον μετακόμισαν
από το στήθος στο μυαλό
κι έτσι αρχίσαν οι φωνές
κανονικές φωνές που έκαναν προτάσεις
παίξ’ το όσο μπορείς αδιάφορος
όπως αν πήγαινες στο τελωνείο με λαθραία…

Άκου στο τελωνείο με λαθραία!
Μα πώς; αναρωτιόμουν.
Άσε που εγώ συνήθιζα
χωρίς βαριές αποσκευές να ταξιδεύω…

Πού να κρυφτούν τα αβάσταχτα;
Κι αν πεις λεφτά για υπέρβαρο
πού θα ’βρισκα να δώσω;

.

ΣΤΑ ΡΑΦΙΑ ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΕΙΣ

Έστω και χάρτινοι, θα μείνουμε εδώ
στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο
με ασήκωτο το ελαφρύ χώμα του καιρού
να σκεπάζει τα λόγια μας.

Ματαιωμένοι και αδιευκρίνιστοι
τις άκρες των σελίδων θα τσακίζουμε
για να σφαδάζει το λευκό που αστόχησε
– που πάντα αστοχεί –
και μας σηκώνει απ’ το κρεβάτι αξημέρωτα
να βρούμε, λέει, τον ένοχο
και να τον καταδώσουμε
να ρίξουμε τους προβολείς
στους κατοικίδιους πάνθηρες
κι αν βέβαια αυτό είναι εφικτό
τα μάτια των ανήλικων
με γάζες να τα δέσουμε
αφού όσα τοπία και να δουν

πάλι ο καθένας γίνεται
αυτό που πάντοτε είναι.

.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΧΟΜΕΝΗΣ

Ανήκω στα φυτά
της οικογένειας των εβενοειδών…
Ουδέποτε εξαγνίζομαι
μονάχα αποξεχνιέμαι
σκοντάφτω πριν φανερωθώ
και στη σκηνή
διά θαλάσσης ανεβαίνω.

Ανέγγιχτη και τρυφερή
ανεξιλέωτη και παγωμένη
σκορπάω ίχνη με γραφές
που δεν μιλιούνται πια
κυλώ μέσα στις φλέβες μου
τη βραδινή πομπή των διαμελισμένων
κι αφήνω αδικαίωτη τη σάρκα
να ραγίζει.

Απ’ τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος
ακέραιη εκπλήρωσα
την καθ’ ημέραν θλίψη
τη μεταμφίεσα σε μουσική
τραύλισμα που μ’ αγρίευε
και μ’ έσωζε συγχρόνως…

Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς
κι η άνιση πληρωμή της
εικονοστάσι αδειανό
απ’ τ’ αναθήματά του
τρομαχτικό εξαπτέρυγο
που αυτοπυρπολείται…

Ωστόσο αντιστάθηκα.
Με χίλιους τρόπους άντεξα
την όποια εκπαίδευσή μου
ως και λευκή σημαία κούνησα
για να πειστούν ότι εγκαταλείπω.

– Μη μ’ αγκαλιάζεις
άφησέ με χιονισμένη
άσε με να συντηρηθώ
μέσα στην τέλεια ψύξη
να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω
με ακίδες μες στο αίμα…

Μα τώρα που κάτι άστραψε
μέσα στη μαύρη οθόνη
πώς θα διέλθω διάφανη
τέτοιον αποκλεισμό;
Πώς θα επιστρέψω τελικά
το ακριβές σκοτάδι;

Έχω διαγραφεί
– να φανταστείς –
κι απ’ τους αγνοημένους…
Επείγει η επάνοδος!

Το έργο που δεν έπαιξα
αιφνίδια κατεβαίνει…

.

ΤΟ ΧΟΡΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Το χόρτο της επιστροφής
ήδη από την άφιξη άρχισα να μασάω
–κι ας έστρεφα το βλέμμα μου
για να μη θυμηθώ, να μην επαναλάβω–
εκείνη αμεταμφίεστη εκεί
μια επιστροφή-επανάληψη
που ερχόταν απ’ το παρελθόν
σαν εξοικείωση λυγμού
με το αναφιλητό του
σαν νόσος που ανησυχεί
μην έρθει η γιατρειά της.

Δεν ξέρω πια σε ποιον σταθμό
ούτε κι αν πρόκειται ποτέ
στ’ αλήθεια να σε συναντήσω.

Με φως τρισύλλαβων φιλιών
τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω
για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ
μα πώς να με πιστέψεις;
Είν’ ακατάπαυστο το βουητό
των ερειπίων στο στήθος.

Κρατήσου από το άγγιγμα
να σε τραβήξω πάνω
θυμήσου νέα άνθηση
από την ηδονή μου
υπάρχουν κι άλλοι κήποι εκεί
κι είναι οι φράχτες τους
σκοπίμως παραβιασμένοι.

Μεσάνυχτα, αγάπη μου
και στα πεδία των μαχών
φωτιές και φόβοι καταπαύουν
το σκούρο μπλε του λήθαργου
κάποτε ξεθωριάζει.

.

ΠΛΑΝΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΗ

Φεγγάρι
λάμψη μαύρου διαμαντιού
ή μήπως
αντανάκλαση θαμπής μελαγχολίας;

Ατλάζια του αμίλητου
φέγγουνε σαν αντίλαλος
στο αναγνωστήριο των βλεμμάτων
χαμένοι όρκοι, αγγίγματα
μια κλίμακα θαμβωτική
η άχρονη στιγμή ν’ ανεβοκατεβαίνει…

Να προλάβω όσα δεν έπραξα
να εξιλεωθώ και ν’ απολογηθώ
να αθωωθώ και να ξανααμαρτήσω
κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό
για μιαν αιωνιότητα να κλάψω

και έπειτα
σαν πυρετός που υποχωρεί
αργά να εγκαταλείψω
αφήνοντας ύστατο παραμιλητό
για τα άφεγγα που καραδοκούν
να μας εξουθενώσουν

για τα καπέλα που άδειασαν
αιφνίδια
απ’ τους λαγούς τους

για την πανσέληνη έκπληξη
τότε στους κήπους του πασά
εγώ…
με μαύρο φόρεμα
να απαγγέλλω ποιήματα
κι εσύ…
να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη

κανείς δεν έμαθε ποτέ
πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός
τους ερχομούς στεριώνουν
ποια απόγνωση αδάκρυτη
βραδιάζει την αγάπη
ή πόσα φεγγάρια από σίδερο
πρέπει να καταπιεί
κάπου στην Κίνα ο ποιητής
για να αυτοκτονήσει.

Μόνο οι εκ γενετής τυφλοί
και κάποιοι πρόσφατα νεκροί
θυμούνται πια
το μαύρο φως που κατοικεί
στο εκτυφλωτικό αίνιγμά σου·

οι άλλοι εμείς
ίσως κάποιο προαίσθημα σκουριάς
και μια ανεπαίσθητη ενοχή
για το έγκλημα του έρωτα
που πλάνη στην πλάνη
ακούραστα επιμένει.

.

ΤΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ένα κορίτσι που σκύβει και αφαιρεί
το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του
δεν είναι παρά ένα πρόσχημα

για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη
να μεταμεληθεί ο θάνατος
για τη συγκομιδή του
μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν
να σκεπαστεί η άβυσσος.

Όπως και να ’χει
τα στάχυα θα είναι πάντα κίτρινα
το κόκκινο ποδήλατο θα διασχίζει αμέριμνο
τη λύπη του απογεύματος
κι η άνοιξη με το σημαδεμένο γόνατο
θα παίρνει τις κατηφοριές
να σκίσει τα χρεόγραφα
να φέξει με το αίμα της
το άναυδο της στάχτης των σωμάτων.

Κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα
κυλάει ο υδράργυρος
ενώνονται τα θραύσματα ανίατων εποχών
ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής
πάνω από τα σεντόνια

που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται
μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει
που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει
μονάχα σβήνει και ακυρώνει
και διαγράφει και πετά
και τσαλακώνει και πετά
και σκίζει…

Για ν’ απομείνει μόνο αυτή.
Σαν δόξα ξημερώματος.
Η άχραντη
βελούδινη γυμνότητα.

.

ΡΑΓΙΣΜΑΤΙΑ

Στάζουν αγρύπνια οι φωνές
που διεκδικούν
τα αιχμηρά παράκτια σκοτάδια
–ανάπαιστοι του ελλειπτικού
και του αποσιωπηθέντος
ίαμβοι της άρνησης
κρυστάλλινοι σαν μοίρα–

Θα γίνουν στίχοι κάποτε
οι ψίθυροι των έγκλειστων
στο ασκητικό κελί τους
η δυσανάγνωστη ομορφιά
που έχουν τα συντρίμμια
η άχρηστη βεβαιότητα
του εξαγνιστικού.

Μα τώρα
που ναυάγησαν και οι αλληγορίες
βλασταίνει φως εφήμερο
απ’ τις κοφτές ανάσες
–εύθρυπτο σαν το κέλυφος
γαλάζιων κοχυλιών–
τύψεις παράφωνες και δανεικές
ραγίζουν τη συγκίνηση
ψάχνουν σε βάλτους πράσινους
τα μισητά μονόκλ.

.

ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Χτυπώ τον χρόνο για να μπω
τη γυάλινή του συγκατάθεση γυρεύω
μήπως στεριώσει τούτη τη φορά
η επιστροφή στην ξενιτιά
μα δεν αναγνωρίζω τ’ όνομά μου
ο αρχαίος τρόμος διέρχεται από τις αμυχές
κι αρνούμαι, αντιστέκομαι
το ρίγος να κατανοήσω
τυφλή κι αποχρωματισμένη
με την ηχώ γαμήλιων αποχαιρετισμών
κύκλους να κάνει γύρω μου
λες και το χάος ορίζεται
αν παρατηρηθεί.

Να ξεγλιστράς
αυτό μονάχα σώζει
φύλλα ευκαλύπτου να εισπνέεις
και σε υδάτινους ναούς
τις ρίζες σου ν’ απλώνεις

«τον νυμφώνα σου βλέπω…»

κι αν δεις να κλαίει το παιδί
κράτησε την ανάσα σου
τραγούδησέ του ημερομηνίες παλιές
βοήθα το απ’ την κορνίζα να κατέβει
βάλ’ το λέξεις αποδημητικές να συλλαβίσει
μην το ακούς

«και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ…»

οι πιθανότητες είναι αρκετές
– να του εξηγήσεις –
κάποιος να σε προλάβει και
πού θα πας νυχτιάτικα, μείνε εδώ, να πει
κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή

αύριο χωριζόμαστε.

.

.

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ (2012)

.

ΤΟ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΟ ΛΕΥΚΟ

Κι αν τώρα συγυρίζω και τακτοποιώ
αφύσικα φερσίματα
φλούδες δύσπιστων λέξεων
και μπουκαλάκια αιθέρα
και να φανερωθεί ζητώ
’κείνο που δεν ορίζεται

είναι γιατί
το τρίξιμο κάθε μισάνοιχτου
με έχει αποτελειώσει
γιατί οι γνώμες
– ακόμη και των ειδικών –
διχάζονται
αν, λόγου χάρη, στρώνουμε
λευκό σεντόνι νυφικό
ή νεκρικό του τάφου.

Μα πιο πολύ
γιατί, όπως ψιθυρίζεται
τα ξύλα ήδη κόπηκαν
και συναχτήκαν στη γωνιά
κι έξω από εμάς
μια δίχως έλεος πυρά
κλαδί, κλαδί ετοιμάζεται.

.

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ

Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή
να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο.
Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται
έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε.

Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί
και πλαγιάζαμε καμιά φορά
δίχως συγχώρεση
ήταν γιατί πιστεύαμε
πως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί
δε θα μας αφορούσαν.

Ένα στασίδι ελεύθερο
πάντα κρατούσαμε γι’ αυτούς
όμως
πόσα εγκλήματα θαρρείς
πως είναι προμελετημένα;

Ελπίζαμε – οι αφελείς –
σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία.
Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη
που δε γνωρίζαμε ποτέ
σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε.
Μα η απειλή ήταν εδώ.
Κι είναι και τώρα.
Προπόσεις και σφυρίγματα
ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.

Για όλα αυτά, λοιπόν, αγαπητοί
και για μια πρόληψη
ας φάμε απόψε πρώτα
το επιδόρπιο.

.

ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ

Να πράττεις το ανεπίτρεπτο
να παραβαίνεις δηλαδή
τη μοίρα που σου δόθηκε
έχει – όσο να πεις –
μια σχετική καταλαλιά.

Αλλάζουν ξαφνικά όλες οι σημασίες
τα προαισθήματα
θεωρούνται πλέον αποδείξεις
οι εξαρτήσεις που σ’ αυτές ενέδωσες
δε σου χρεώνονται άλλο στις ζημίες
όσο για το κωφάλαλο λευκό
του κάθε αμετάκλητου
χάνει θαρρείς την φοβερή του αίγλη

-ένας απλός αβάσιμος χρησμός
που πια κατάντησε φτηνή δικαιολογία
παξιμαδάκια και κονιάκ
την ώρα που τελειώνουν τα προσχήματα
και πουθενά η συνέχεια
κι ό,τι εννόησες εννόησες-

Γι’ αυτό
αν κάτι επιβιώσει του χαμού
πιότερο απ’ τα ερείπια και τις φωτογραφίες
θα ’ναι ο πολύχρωμος εικαστικός στρατός
που τον σχημάτισαν παιδιά
στα περιθώρια των βιβλίων
-σχέδια ασυνάρτητα, φιγούρες και συνθήματα
παρεμβολές του αιώνιου
που μόνο αυτά αφουγκράζονται-

ένας ασώματος στρατός
με μαρκαδόρους και ξυλομπογιές
να πολεμήσει να γραφτεί
η άλλη Ιστορία.

.

Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΟΥΛΗΘΡΑ

Του φορούσαν
την ειδική πράσινη ρόμπα
όταν ένα σμήνος οριγκάμι
ξεκίνησε πτήσεις τρελές
γύρω απ’ το δωμάτιο.

Σήκωσε στον αέρα
βαμβάκια και περιοδικά
χάρτινες των αγίων εικονίτσες
κι έριξε κάτω
και της χειροτεχνίας ακόμη
το κόκκινο ψαλιδάκι

και τότε εκείνος
θυμήθηκε τα παιδικά Χριστούγεννα
να ευωδιάζουν – χιλιόμετρα μακριά –
μια πλάνη απροκάλυπτη
μια δυσανάλογη ακύρωση
άρρωστη από απαντοχή
έναν εσπερινό απαράλλαχτο
μ’ αυτόν του Επιταφίου.

Ύστερα εμφανίστηκε η δασκάλα του
μαζί με κάτι γηραλέες νοσοκόμες
να σπρώχνουν αμαξίδια
με καθρεφτάκια αθάμπωτα
πέλματα φρόνιμα, γυμνά
δίχως τα πέδιλά τους
και μπάλες αδειανές απ’ το παιχνίδι τους.

Τον συνόδευσαν ως το υπόγειο
όμως εκεί
σε μιαν αλλιώτικη ρευστότητα
διάσημοι ωρολογοποιοί
– σκυμμένοι πάνω
στην ακινητοποίηση των δευτερολέπτων –
ήδη προσδένονταν
στη φωτισμένη σκόνη του φακού τους
για να βρεθούν
πενήντα μόλις μιλιγκράμ μετά
– πεσμένοι και μικροσκοπικοί –
στο ελάχιστο διάστημα
της παρά κάτι έκπληξης
και του ολοσχερώς ματαιωμένου…

Η επέμβαση
μπορούσε πια να ξεκινήσει.
Η νάρκωση που του έδωσαν
τον είχε πιάσει για καλά.

.

ΚΑΘ’ ΕΞΙΝ ΕΞΑΡΘΡΗΜΑ

Μου φαίνεται
πως δε μετράω πια σωστά
πως μου ξεφεύγουν
ημερομηνίες και αποστάσεις
πως είναι αργά πολύ
για να γεράσω και να εμπιστευτώ
ότι παραπατώ και συνεχίζω
και συνεχίζω να παραπατώ
μέσα στον άγριο θερισμό
και στα σαββατοκύριακα
-με διαγνωσμένη την αστάθεια στην επιγονατίδα-
πάνω σ’ αυτό το πάτωμα
που στρώθηκε για την περίσταση ειδικά
βελούδινα μαξιλαράκια για καρφίτσες.

Τι δένεις εδώ;
-Δένω του Μαρτιού τον ήλιο
να μη σε κάψει.

Και μη μου δείχνεις
τη σπασμένη ραχοκοκαλιά
στην ακτινογραφία
ήτανε κάποτε οστά κι επιθυμία
παράδοση άνευ όρων σε μπακιρένια σώματα
που, αν και τα βάραιναν μύριες κατηγορίες
ξέραν καλά να παίζουν με τα αντίθετα
να τάζουν χαϊμαλιά και καθρεφτάκια
να κάνουν πως λιποθυμούν
να παραλύουν.

Πόρτες περιστρεφόμενες
που εντέλει με ζαλίσανε.

-Τι δένεις εδώ;
-Δένω του Μαρτιού τον ήλιο
να μη σε κάψει.

Μα τώρα κύλησε ο υδράργυρος
έξω απ’ το θερμόμετρο
σώνεται η λευκή κι η κόκκινη κλωστή…

-Πες το άλλη μια και τελευταία
πες: «τι δέ-νεις ε-δώ;»

-Όχι, δεν λέω.

Μου πριονίζει η προστασία τον καρπό
τον μελανιάζει
βραχιόλι έπειτα γίνεται από αγκάθια μοβ
που, αν με ρωτήσετε, γιατρέ
μόνον αυτά κατηγορώ
-κι όχι την υγρασία-
αυτά
που πήγαν και ξεφύτρωσαν
ανάμεσα σε δυο σφυγμούς
και μου τρυπάνε τώρα
τις κλειδώσεις.

.

ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟ

Όλα ήταν αλλόκοτα
σ’ εκείνο το εγχείρημα
θαρρείς και έπρεπε οπωσδήποτε
να ζευγαρώσουνε για το χορό
η ακροβάτισσα κι ο εγγαστρίμυθος.

Η συμφωνία εξ αρχής ήταν σαφής:

όσο το κενό θα επέμενε να διαστέλλεται
έγκλειστοι εμείς έξω απ’ τις παγίδες
θα ελεούσαμε μ’ έναν παράφωνο ψαλμό
ό,τι εγκαταλείψαμε
θα στρέφαμε τα αναφιλητά
προς άλλες τρικυμίες
κι από φιλότιμο και μόνο
σύμφωνα και φωνήεντα θα κατεβάζαμε
– αντί για κλάμα – από τα μάτια.

Όμως τελείως ξαφνικά
και δίχως μιαν αναγγελία
ένας σκαντζόχοιρος
πήρε τη θέση του εγγαστρίμυθου.
Γύριζε! Γύριζε! της έλεγε
και σε μια ξέφρενη φιγούρα
τρύπησε με τ’ αγκάθια του
της ακροβάτισσας το τούλινο κορμί.

Κι όσο γι’ αυτά που βλέπετε
σε τούτο το χαρτί γραμμένα
δεν είναι παρά – όπως συμφωνήθηκε –
το κλάμα από τα μάτια της.

.

ΘΑ ΑΠΟΔΟΘΟΥΝ ΕΥΘΥΝΕΣ

«Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει»  
Προς Κορινθίους Α΄, Κεφ. ΙΓ΄

Ήτανε να μας έβρει το κακό.
Άμαθοι κι απροσάρμοστοι
γεμάτοι γρατζουνιές
συνωστιζόμασταν στην έξοδο κινδύνου.

Άλλοι τη νόμιζαν σταθμό
για άλλους ήταν τέρμα
όμως
όπως και να τον πεις τον παιδεμό
αλλού είναι η παγίδα.

Να έρχεσαι
να υπάρχεις
να περνάς
και να μην είσαι.

Ωστόσο
δε θα αδικηθεί κανείς στη μοιρασιά.

Κι η ομορφιά θα πληρωθεί
κι η μεταμέλεια θα ελεγχθεί
για τις προθέσεις της
και ύποπτος δακρύων
ο Σεπτέμβρης θα θεωρηθεί.

Και ούτε να φαντάζεσαι
πως η αγάπη θα γλιτώσει
έτσι που φεύγει και ξανάρχεται
σαν εκκρεμές
αθώα σαν αμαρτωλή
που αείποτε εκπίπτει.

Το φταίξιμο που μας αναλογεί
θα αποδοθεί μέχρι δεκάρας.

.

ΕΓΩ ΤΟ ΛΕΩ ΔΕΙΛΙΑ

Με την κηλίδα της ερημιάς
σαν φήμη να εξαπλώνεται στο στήθος
πέρασα τοίχο τοίχο
τα μεσάνυχτα απέναντι.

Κι όχι όπως οι άλλοι
τυλιγμένοι το μαύρο πανί της σιωπής
αλλά με ηλεκτροφόρα σύρματα
στην πλάτη μου ριγμένα
για το κρύο.

Έλεγα…
δε θα εκμυστηρευτώ πουθενά
τον μυστικό συνδυασμό
που δίχως δάχτυλα και χτένες
ξελύνει τα μαλλιά μου.

Και τι κατάφερα;

Ένας φεγγίτης
να πλέει μέσα στον καθρέφτη
ένας καθρέφτης
να πλέει πάνω στο κρεβάτι
ένα κρεβάτι άλιωτο
να φλέγεται στα θαύματα.

Μετά
πάντα και πάντα
εκείνη η γνωστή σχισμή
ίσα ίσα
για να χωρέσει ένα γράμμα.

.

ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΚΑΡΑΒΙ

Πέρα από κάθε υπολογισμό και φαντασία
κατώτεροι των περιστάσεων φανήκατε.
Κι ας είχατε στα χέρια σας
ραβδάκι δυόσμου, τεχνητές αναπνοές
και κάνα δυο ζαχαρωτά.

Πλησιάσατε σαν λυτρωτές
κι αφού κερδίσατε
τη δύσπιστη καρδιά μας
αποσυρθήκατε σε μια γωνιά
και ρίξατε σφυρίζοντας τον κλήρο

«…να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί
να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα τα φυλάει…»

Ποιος;
Μα, φυσικά, εγώ
κι όχι μόνο τα νώτα μου
αλλά τα ρούχα, τα γραφτά
τα μυστικά μου
και ό,τι άλλο θα μπορεί να φυλαχτεί.

Άσε που από δω κι εμπρός
θα ανοίγω – ακόμη και στο τρένο – τα παράθυρα
και τότε
όλες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες
θα γίνονται αμέσως παρελθόν
θα μεγαλώνουν μονομιάς οι νύχτες που έσφαλα
και το ξημέρωμα θα ναυαγεί
σαν πυροβολισμός που ματαιώθηκε

ενώ εγώ
θα ανεβαίνω ατάραχη
μια σκάλα από αναβολές
προτιμώντας για τρόπαιο
μια λέξη άγνωστη τελείως σ’ εσάς
από έναν κήπο με νάνους
και βαρετά θαύματα.

.

ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Έραβε γάντια
έκλεβε απ’ τις βιβλιοθήκες
και είχε μεγάλη συλλογή
από λαμπάκια νυκτός.

Ακούστηκε πως όλα άρχισαν
μ’ εκείνο το ξαφνικό χτύπημα
του κουδουνιού
μα πιο πολύ με την ευκολία
που οι άλλοι δέχτηκαν να μπουν εγγυητές
για κάποιον άγνωστο Νοέμβρη
που δήθεν θα ‘σωζε τον κόσμο.

Το ότι περνούσε το πάτωμα
για Ιορδάνη ποταμό
εκ πρώτης φάνηκε χαριτωμένο
όταν όμως υπέβαλε τα σέβη της
σε ένα κέικ με τζάνερα
τότε η ομίχλη εισέβαλε στην ιστορία
και ο τριγμός ξεκούρδισε
πιάνο, παιχνίδια και ρολόγια.

Η ανθισμένη κερασιά στην πλάτη της
ίσως να ήταν μια εξήγηση
μια περηφάνια αλλιώτικη
για μια δικαιοσύνη
έστω και καθυστερημένη.

Στις γιορτές
ζήτησε να της τυλίξουνε για δώρο
δυο τρεις φιάλες δακρυγόνων
σφαίρες, σφυριά και έναν σιγαστήρα
και τότε ολόκληρο το παρελθόν
μαζί κι οι υποσχέσεις
γλίστρησαν κάτω απ’ το κρεβάτι της
και κρύφτηκαν
λες κι ήταν κάποτε αληθινά.

Τα πράγματα
μπαίναν σιγά σιγά στη θέση τους.

Η γαλοπούλα άχνιζε στο γιορτινό τραπέζι
μανικετόκουμπα και φο μπιζού
ματαίως χέρια και λαιμούς αποζητούσαν
ενώ εκείνη
φωτογράφιζε πουλιά
έβαζε πίσω στο κουτί της την περούκα…

κι άλλωστε
δεν είχε λόγους άλλους πια
τη ζωντανή να προσποιείται.

.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Στα σπίτια μέσα
οι λέξεις είναι χωρισμός
μια ύπουλη λιτάνευση ληγμένων υποσχέσεων
μια ανόητη υπομονή ανάμεσα σε δυο πνιγμούς
τη λάμψη των χρυσών δαχτυλιδιών
και τη φριχτή αναπνοή του γηραλέου ζώου.

Πονάνε οι ταγμένοι να ημερέψουν
τη φωνή τής μέσα χορωδίας
ματώνουν ολομόναχοι
μες στην κρυψώνα του καημού
καμιά φορά πάνω χιμούν στους προβολείς
κι ύστερα επιστρέφουνε πάλι στο ίδιο ψέμα.

Βολεύονται όπως όπως
σ’ αυτό το θερμοκήπιο κλουβί
που βλέπει στον ακάλυπτο
κι έχει την πλάτη του στραμμένη
στα διλήμματα.

Θαμπό και νοτισμένο το κλουβί
θαρρείς κι αχνίζουν δάκρυα σε κελιά
πριν από την εκτέλεση
μα το αποδίδουν έντεχνα
στην αχνιστή τους σούπα.

Κάποτε, ένας απ’ αυτούς
–περιορισμένων μάλλον αντοχών–
σαν άστρο πέφτει αιφνίδια
μες στον φωταγωγό
ψελλίζοντας για τελευταία φορά
χαϊδευτικά το όνομά του

οι υπόλοιποι
γδέρνουν επάνω κάτω το παρκέ
κάποιοι επιλέγουν καθιστή διαμαρτυρία
κι ελάχιστοι πιο τολμηροί
ανοίγουν τα προσχέδια
φωτογραφίζουνε
ασκήσεις επί χάρτου και μακέτες
κι εκδίδουνε τα Άπαντα
ποιημάτων που δεν τύπωσαν ποτέ
ποιημάτων που ούτε γράφτηκαν.

.

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΑΦΡΑΤΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ

Ο ύπνος μου καμιά φορά τινάζεται ψηλά.
Μισός να ξεφλουδίζει ραγισμένες προσωπίδες
κι άλλος μισός να τρέχει να κρυφτεί
απ’ τους τελωνοφύλακες.

Τον στεναγμό τότε κυκλώνουν νυχτερίδες
κι αυτός
-με σαλεμένα παραμιλητά-
φόβους φοβάται και φοβίζει
και εγκαύματα σταλάζει στα σεντόνια
μέχρι ολοκαυτώματος.

Ίσως αν έλειπαν τα ρούχα απ’ την καρέκλα
αν δεν απέφευγα τον φωτογράφο στα γενέθλια
κι αν έστω και για μια φορά δεν έχανα τον δρόμο
μπορεί και να μην μπέρδευα
τα λόγια με τα δάκρυα.

Αύριο
θα σκουπίσω όλη την καταχνιά
από το πρόσωπό μου
και άφοβη θα ξανοιχτώ
σε γάργαρο άσπρο γέλιο.

Ούτε στιγμή μην αμφιβάλετε γι’ αυτό.
Όχι όμως τώρα.
Αύριο.

.

…ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ

Υπάρχει κάπου ένα τέρμα
που τίποτα εκεί δε λιγοστεύει.
Καμιά αφορμή δε στέκεται ικανή
ν’ ανοίξει τα παράθυρα
να μπει ο αέρας ο τρελός
που ανακατώνει τα χαρτιά
και ξέσκεπα αφήνει στη νεροποντή
χρώματα και προσχήματα
μέχρι να ξεθωριάσουν.

Υπάρχει κάπου και γαλήνη
γαλάζια και γυαλιστερή
όπως τα κυριακάτικα λουστρίνια
και οι ποδόγυροι εκεί
ποτέ δεν είναι λασπωμένοι
ούτε τα λόγια στήνουν ενέδρες
σε κανέναν.

Με τέτοια μελιστάλαχτα
και άλλες υποσχέσεις
μη διανοηθείτε άλλη φορά
να νανουρίσετε μικρά παιδιά.

.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΜΕ ΕΛΑΦΡΕΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ούτε σαλεύει, ούτε ξαγρυπνά
ούτε να θυμηθεί μπορεί
τους λόγους
που κάθε απόγευμα κουτσαίνει.

Κανέναν πειθαναγκασμό
δε θα καταδεχόταν
κι ας έσφιγγε στα δόντια της
ένα πελώριο δάσος ουρλιαχτών
κι εκείνη τη μικρή κλωστή
που συγκρατεί, πριν ξηλωθεί
ένα πουλόβερ από χιόνι.

Δυο τρεις φωτογραφίες κουνημένες
μια χούφτα δευτερόλεπτα
κι αμέτρητα γυαλιστερά καρφιά
ήτανε όλα κι όλα τα απαραίτητα
για το ταξίδι.

.

BERLIN ALEXANDERPLATZ

Κανονικά, με λένε Σόνια.
Μίτσε, με βάφτισε ο Φραντς
– μονόχειρας, μα ξέρει ν’ αγκαλιάζει.
Τη μέρα προτιμώ να υπνοβατώ.
Με ένα νόμισμα κρυμμένο στο μαντίλι
περνάω βιαστικά έξω από τα προάστια
σκιές ευκίνητες πουλώ στην Alexanderplatz
στα ενυδρεία σπάζω τις φυσαλίδες
κι αφού των πληκτικών επεισοδίων
διασχίζω την ομίχλη
βρίσκομαι σώα σαν νεκρή
στο τέλος της θλιμμένης ιστορίας.

Η πλατεία γέμισε μεμιάς αρωματοπωλεία.
Έξω απ’ τις χαραμάδες των πληγών
πλημμύρα ακυβέρνητη
λεβάντα και θυμίαμα
γαζία και λιβάνι.

Όμως, εγώ
πάντοτε αλήθεια σού έλεγα, Φραντς.
Ω, μα και βέβαια μπορούσα
μόνο εσένα ν’ αγαπώ
ο άλλος ήτανε παιδί, μπορεί και γέρος
μην τα σκαλίζεις τώρα πια
ήπιε απλώς ένα κονιάκ
έβαλε φωτιά στα μαλλιά της μαριονέτας
κι έπειτα εξαφανίστηκε.

Κι άφησε, Φραντς
τι θες κι ανοίγεις τώρα το πορτάκι
άστο μες στο κλουβί του το πουλί
μη μου το πνίγεις
πονάω, Φραντς, με σφίγγεις, Φραντς
χύθηκε κάτω όλο το νερό
ποτέ ξανά τιτίβισμα
ποτέ ξανά μισή αγκαλιά
γέμισε πούπουλα ο αέρας, Φραντς
δε σε ακούω πια
πούπουλα και φτερά
δε σε πονάω πια
μόνο φτερά
δε με πειράζει τώρα πια…

Οι άνθρωποι στο δάσος
πεθαίνουν πάντα από ντροπή.

.

ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΥΠΟΚΛΙΣΗ

«Πραγματικά εκλεπτυσμένοι
είναι μόνο οι νεκροί»
JANE AUSTEN

Στους δρόμους χορωδίες και γιορτές
ξύλινοι πάγκοι με γλυκά
συνωμοσία και άγνοια.

Παλιά βαγόνια στις αλάνες
μεταμφιέζονται πυρετωδώς
σε καμαρίνια με χρωματιστά φτερά.
Σβηστά λαμπιόνια, φωσφορίζουσες σκιές
ρόμπες σατέν και γούνινα μανσόν
να αστράψουν ετοιμάζονται
για τη βραδιά των χειροκροτημάτων.

Σκηνοθέτης:
Σκορπίστε, γρήγορα, στα σκηνικά
μπαχάρια και λουίζες
να καλυφθεί ως το απόγευμα
η μυρωδιά της ναφθαλίνης…

Ερασιτέχνες πυροτεχνουργοί
και αστυφύλακες
εν είδει Επιταφίου περιφέρουν
κλουβιά με ντροπαλούς Αμβρόσιους
και ξεπεσμένες Ιουλίες
– κάτι αναμμένα κηροπήγια κρατούν
και απαγγέλλουν –

την ίδια ώρα που αλλού
σε υγρό βάθος σκοτεινό
ήδη η Γκρέτα μακιγιάρεται
πανέτοιμη να κοιταχτεί στα δάκρυα
ενός ακόμη ανάξιου θαυμαστή
που θ’ αρνηθεί να την πυροβολήσει
ενώ ο ωραίος Ολιβιέ
προβάρει την υπόκλιση
στο μαύρο κοκτέιλ φόρεμα
της Όντρεϊ που κρυώνει.

Ντελάλης:
Σήμερα
επισκέπτεται την πόλη σας
για μια μοναδική βραδιά
ο φημισμένος θίασος
που εμφανίζει επί σκηνής
πασίγνωστους νεκρούς ηθοποιούς
του κλασικού ρεπερτορίου.

Για μια βραδιά αποκλειστικά
μία ολόκληρη εποχή θα αναστηθεί
όμως δε θα το ξέρει.
Να υποκριθείτε, συνεπώς
ότι δεν πέθαναν ποτέ
πως παίζουν ασταμάτητα και δε γερνούν
πως δε μεσολαβήσαν χώματα
αφιερώματα εκτενή και νοσταλγίες.

Να είστε, εξ’ άπαντος, όλοι εκεί!

Και μη σκεφτείτε, φυσικά, το εισιτήριο.
Η ανατριχίλα απόψε
θα είναι δωρεάν!

.

ΠΑΛΙΕΣ ΑΜΗΧΑΝΙΕΣ

Να τελειώσει πια και τούτη η μετακόμιση
και κάποιος να μαζέψει
τα καμένα σπίρτα από το πάτωμα
– καμένα αδίκως βέβαια
αφού και τα όνειρα κι ο θάνατος
φωτίζονται από μέσα.

Να θυμηθώ και ν’ αποχαιρετίσω
όπως ξέρουν ν’ αποχαιρετιούνται
μόνον οι ασθενείς
όταν ο ένας απ’ τους δυο
πρώτος το θάλαμο εγκαταλείπει.

Περάσαμε επιτυχώς όλες τις αμαρτίες
μα πριν απ’ την καταστροφή
«Τας θύρας! Τας θύρας!», φώναξαν
και τότε
αν και μας κάλυπτε
όπως παλιά στην τάξη η δασκάλα μας
είν’ η σειρά σου, μού είπανε
αλλά εγώ ως συνήθως δείλιασα
και κάπως έτσι άρχισε σιγά σιγά
η φόδρα μες στην τσέπη
να ξηλώνεται.

.

ΡΕΖΕΝΤΑ

Εκείνη:
-Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ
τα λόγια μου με τη φωνή μου.
Κι ήμουν αυτό που αρνιόμουν
ηχώ από βράχια που έπεφταν
ίχνη γεμάτη μιας αφής
που όμως της λείπαν δάχτυλα
-κάποιος μετράει
επάνω στο σεντόνι τα λεφτά του
τα βρίσκει πάντοτε λειψά-
μια επανάληψη αστροφεγγιάς
κι ύστερα πάλι το άδειο

και όταν λέμε άδειο
δεν εννοούμε τη σιωπή
αλλά να ζεις το αταίριαστο
κι άφαντος να ’ναι ο κήπος.

Εκείνος:
-Μην παραδίνεσαι, μικρή μου Ρεζεντά
ανέλπιστα κάποια στιγμή
τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά

κι ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της
η ηλικία του καθρέφτη
– θα λήξει κάποτε κι αυτή
σύντομη σαν διήγηση
με έκβαση προβλεπόμενη –
κι ας είναι αφηρημένοι οι δικαστές
και σιωπηλοί οι άγιοι μες στα εορτολόγια.

Η απάντηση θα ’ρθει μια βραδιά
όταν οι επιζήσαντες σχίσουν μεμιάς
του κόσμου όλα τα σεντόνια
-τι θά ’βρουν τότε
να φορέσουν τα φαντάσματα
ποια τύψη θα εφεύρει ο θάνατος
για να μας διεκδικήσει;

Εκείνη:
Μα τι κουβέντες κύριε
τι απερισκεψία
κι αν όσα αισιόδοξα μου υπόσχεστε
αίφνης πραγματοποιηθούν
-για τα σεντόνια, λέω, τα σχισμένα-
τότε όλο αυτό το θέατρο σκιών
πού θα παιχτεί
κι εμείς που ως γνωστόν
φοβόμαστε το χιόνι
χωρίς μία παράσταση

πώς θα περάσουμε το απόγευμα
πριν τη Μεγάλη Νύχτα;

.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΙΙ

Αχνίζανε τα πόδια μου
σε κυανά παγάκια βυθισμένα
απόκρημνο σπήλαιο ιδιωτικό
– τίποτα το σπουδαίο –
μια πρόχειρη εγκατάσταση υπόγειου πνιγμού
όταν τον άκουσα συγκλονισμένο να μιλά
για το κρυμμένο νόημα των χειρογράφων
και τις αλληγορίες των ματαιώσεων.

– «Πώς μπήκατε απρόσκλητος στο ασφυκτικό τοπίο;
Πώς παρακάμψατε το πλαίσιο και τον πυρετό;
Κι όλοι αυτοί που δακρυσμένοι σας ακούν
χωρίς να σας γυρεύουν αποδείξεις
τίνος σινιάλο περιμένουν
να κατεβούν επιτέλους απ’ τη σκάλα;
Θα μου απαντήσετε λοιπόν;
Πώς ήρθατε και από πού;

-Μα, από τις προσωπογραφίες φυσικά.
Εύκολα εξαγοράζονται οι μορφές
με ένα χάδι στα μαλλιά
ιδίως αυτές που δε χαμογελούν».

Όσο για εσάς, μου τόνισε
«τον λιγοστό καιρό που απομένει
υπόσχομαι μαζί μου να είστε ασφαλής.
Θα ’ναι σβησμένο το σκοτάδι
από τις πυρκαγιές του
κι οι στοχασμοί ευσχήμως θα διακόπτονται
απ’ το σωτήριο κενό.

Επείγει, ωστόσο, να αποφύγετε τη σύγχυση.
Ό,τι λευκό κινείται μες στον έρωτα
μην το περάσετε κι εσείς για περιστέρι.
Μια χούφτα αλάτι είναι απλώς
που αλλάζει χέρια βιαστικά
και χρησιμοποιείται ενίοτε
σαν αιμοστατικό.

Τα πόδια μου είχανε μουδιάσει.
Τον ρώτησα αν μου επέτρεπε
να αντιγράψω το αίνιγμα
κι όταν αυτός συμφώνησε
του ζήτησα ν’ ανάψει τα πολύφωτα
και να στραφεί να με κοιτάξει.

.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ III

Όταν οι επισκέπτες έφευγαν
με συμβούλεψαν να ξεχάσω τη μυρωδιά
απ’ το καμένο σιμιγδάλι μες στο σπίτι
και να μην εκδικηθώ.

Σκοπός μου, είπαν
έπρεπε να ’ναι το άσκοπο
η στιγμή της τρυφερής συνενοχής
όπως όταν μεσάνυχτα
σε θαλασσάκι απόμερο
πευκοβελόνες κι εραστές
πυροδοτούν βεγγαλικά
κι ούτε λυγμός ούτε χαμόγελο
ούτε καν … κρυώνω εδώ που μ’ άφησες
ή … ας σταματήσει πια αυτή η μουσική.

Μετά τους ρώτησα
τι θα ’πρεπε να κάνω
για τον υπόλοιπο καιρό.

Τη χαρούμενη, μου απάντησαν
μα όταν επέμεινα λιγάκι να σοβαρευτούν
μου μίλησαν για κάποιον
που έγινε πορσελάνη
και σε μια νύχτα μέσα έσπασε.

Κλείδωσα πίσω τους διπλά
και τα αμαρτήματα μεμιάς
θαρρείς και συγχωρήθηκαν

κι έγινε αυτό, για να φανεί
το πολύ προχωρημένο της ώρας
κάτι που εμφανώς προέκυπτε
κι απ’ τα σφιγμένα χέρια μας
κάτω από τα σκεπάσματα

μία συνήθεια παλιά
όταν η πόρτα άνοιγε απότομα
και με αδέξιες κινήσεις
κάποιος ψαχούλευε τα πράγματά μας
λες κι ήθελε να μας θυμίσει
ότι το σύρσιμο που ακούγεται
από τα περασμένα

είν’ οι παντόφλες και η νυχτικιά
γύρω από το μουγκό τηλέφωνο.

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ
Ή
ΚΑΠΝΙΖΟΝΤΑΣ SILK CUT Μ’ ΕΝΑΝ ΡΙΝΟΚΕΡΟ

Οδηγημένη από ένα ένστικτο τυφλό
βράδυ παρά βράδυ
διέσχιζε σιωπηλή την πολιτεία.
Περνούσε ολόισια
μέσα απ’ τις φωτεινές ρεκλάμες των κτιρίων
κι εκεί πρώτα δοκίμαζε ελαστικά καλσόν
– όχι όμως για τις γάμπες της –
το πρόσωπό της σκόπευε
για τη ληστεία να καλύψει
αφού κι η Τράπεζα
το χαμηλό της επιτόκιο διαφήμιζε

κι εκείνη έλεγε
να το τολμήσει τελικά το ταξιδάκι
προς τα εξωτικά νησιά της διπλανής αφίσας
δίχως να στερηθούν και τα παιδιά
της σχολικής χρονιάς τα φροντιστήρια
«μέχρι τις είκοσι οι εγγραφές»
αναβόσβηνε απειλητικά
η πινακίδα στο μπαλκόνι.

Ύστερα έσκιζε στα δυο
τη μοβ μεταξωτή μαντίλα
και κάπνιζε παρέα με τον ρινόκερο
τα είκοσι τσιγάρα απ’ το πακέτο.

Μου έχουν αναθέσει να προλάβω
– του εξηγούσε διαρκώς –
κι όσο για
τις υποτιθέμενες φιλίες μου με αγνώστους
βάλ’ το, επιτέλους μια για πάντα στο μυαλό σου
ο σωστός χρόνος
κρύβεται συστηματικά πίσω από την κουρτίνα
και ούτε να σε ξεγελά
των φαρμακείων που διανυκτερεύουν
η δήθεν ευσπλαχνία.

Ένα άγριο παραμιλητό κι ένα λαχάνιασμα
θα φτάσουν ίσως κάποτε στον ελεήμονα Θεό.
Τα υπόλοιπα αναφιλητά κι οι περαιτέρω ικεσίες
μες στο προαύλιο που υπήρξαμε
θα «διαλυθούν ησύχως».

.

ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Παρά τις τόσες προειδοποιήσεις να παραιτηθώ
απ’ την αγαπημένη μου συνήθεια
εγώ επέμενα πως με τον τρόπο αυτό
θα διαλευκάνω μια για πάντα το μυστήριο.

Παλιά υπόθεση – ως γνωστόν – η αφηρημάδα
γι’ αυτό κι εγώ θα μάζευα τριγύρω μου
ό,τι οι άλλοι κάποτε για λόγους ανεξήγητους
το είχανε ξεχάσει:

Ένα σακάκι, μιαν ομπρέλα, ένα κασκόλ.
Κάποιον απλήρωτο λογαριασμό.
Την τηλεφωνική γραμμή ανοιχτή.
Της προηγούμενης βραδιάς τον εφιάλτη.

Τα απλωμένα ασπρόρουχα στην καλοκαιρινή βροχή.
Το χάπι για τον ίλιγγο.
Τα σπίρτα τους και τον φακό.
Το δρύινο συρτάρι κλειδωμένο.

Τα λόγια τους απ’ το θεατρικό.
Το παρελθόν μαζί με τ’ όνομά τους.
Την κρυψώνα και το παρασύνθημα.
Την επέτειο.

Μα, απ’ όλα πιο πολύ…

Τον δρόμο να επιστρέψουνε στο σπίτι.
Τον όρκο.
Την υπογραφή.

Τα δακτυλικά αποτυπώματα
στα πόμολα επάνω.

.

ΜΕΡΕΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ

Σπασμένα όλα τα φράγματα
κι η μόνη νίκη του νερού
να ομολογεί την ξηρασία του.

Ακίνητη και η όραση
στάχτη κι ανατολή ομίχλης
έξω απ’ την πόρτα
που δεν άνοιξε στον κίνδυνο.

Η λάσπη ορίζει τώρα την απόσταση.

Όμως, πού να βρεις έναν άνθρωπο
που να κρατά τον λόγο του
την κρίσιμη ώρα να μπορεί
να κάνει τον αδιάφορο
να κρύψει έστω ένα παιδί
κάτω από το τραπέζι.

Οι άλλοι έξω χτυπάνε στα τυφλά
η μια πίσω απ’ την άλλη
κλειδώνονται οι εξώπορτες
και λόγια πια παρηγοριάς
ούτε στη σκόνη γράφονται
ούτε και στα βιβλία.

.

.

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ (2008)

.

ΑΠ’ ΩΡΑ Σ’ ΩΡΑ

Αέρας σκουριασμένος φυσάει στο δωμάτιο
απ’ τη μεριά παλιάς πληγής.
Δαγκάνει ο τρόμος το μυαλό
και ναυαγός στον ίλιγγο
ζάλη τη ζάλη
σε λαμαρίνες και ξερόκλαδα σκοντάφτω.

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;
Σε μια αποθήκη γυαλικών
κλειδώθηκαν τα χρόνια μου.
Κορίτσια απαρηγόρητα
φορούνε τις κουρτίνες νυφικό.
Οι νεραϊδούλες νόσησαν
και βήχουν ασταμάτητα
κι όσο να πεις
μια άλλη οικειότητα θεριεύει στο σκοτάδι.

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;
Υποδειγματικά εξέτισα
όποιο κενό μού αναλογεί.
Μόνο λίγο ξαφνιάστηκα.
Τόσα σωσίβια, τόση εγκαρτέρηση
κι απ’ ώρα σ’ ώρα
η στάθμη του νερού να εξαντλείται.

.

ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΟ

Μ’ άρπαζαν απειλητικά απ’ το λαιμό
όλα εκείνα που φοβόμουν.
Κι αυτό αν το καλοσκεφτείς
ήταν λιγάκι διφορούμενο.
Έμοιαζε πως εγώ ακολουθούσα
-με κάποια απόσταση ασφαλείας φυσικά-
εκείνους που μετέφεραν
έναν βρεγμένο κήπο
– άνθρωποι τρομαγμένοι, σκοτεινοί
που παραμέριζαν τον ίσκιο τους
και στην αληθινή τους ιστορία
θριαμβικά εισέρχονταν.

Εκεί
έχοντας πρώτα διά παντός απαρνηθεί
τις παιδικές τους βεβαιότητες
ατάραχοι ξανάμπαιναν στον χθεσινό τους εφιάλτη
για να τραβήξουν απ’ την τράπουλα
και πάλι το κακό χαρτί
αυτό που κάνει τις βελόνες στις πυξίδες
να τρελαίνονται

κι όσοι είναι έτοιμοι στη σκάλα γι’ αναχώρηση
-βοηθείστε να πεθάνουμε, να εκλιπαρούν
αλλά φροντίστε, όσο γίνεται, να είναι οριστικό»
αφού απ’ το ημίψηλο δε βγαίνουν περιστέρια
κι όλες οι διευκρινήσεις
δεν αναφέρουν πουθενά τους ψευδομάρτυρες
που διαβεβαίωναν πως στον κατακλυσμό
θ’ ακούγονταν καμπάνες.

Συνήθως έτσι γίνεται
και τελικά υπερισχύει η βροχή
που φτάνει πάντα τελευταία
και σαν Ημέρα Κρίσεως
με μιας όλα τα εγκλήματα αθωώνει.

.

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Θα ‘λεγα πως πηγαίνετε καλά!
Ως την επόμενη εξέταση
δεν αποκλείεται να ‘χετε γίνει άγγελος.
Βλέπετε, πολλοί οι υποψήφιοι
και πόσες υποσχέσεις αναβολής να δώσεις;

Μα, μην το παίρνετε προσωπικά!
Και βέβαια το ξέρω
πως μόνο σ’ εσάς δε θα συμβεί.
Εσείς απλώς θα επαναλαμβάνετε
στο ρυθμό της ατμομηχανής τη φράση:
Σε τρία καλοκαίρια θα επισκεφθώ το Μόναχο
και εναλλακτικά:
θέλουνε άλλαγμα οι μεντεσέδες της ντουλάπας.

Όσο για τις φοβίες σας και τα κακά σας όνειρα
ας μη συγχέουμε την υστερία με το ένστικτο.
Ανώδυνα, ότι συμβεί, θα το αντιμετωπίσουμε
σε σταδιακές μικρές απώλειες καταφεύγοντας:
πρώτα μαλλιών
-να μη σκαλώνουν οι μορφές κατά την έξοδό τους-
μετά κιλών
-καμιά βαρύτητα δεν εγγυήθηκε ποτέ
μια δεύτερη ανάγνωση του βίου-
και τέλος χρώματος
-αυτό έχει σχέση με τον ήλιο
αλλά πού να σας το εξηγώ επακριβώς.
Κι άλλωστε
σας μιλώ ως ιατρός
ανίατων ψευδαισθήσεων
και πόθων που ασεβώς κακοφορμίζουν.

.

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ

0 θάνατος αποβραδίς μας έφραζε το δρόμο
κι εγώ που από μικρό παιδί
τα έτρεμα τα καλοκαίρια
θα μου έφτανε, έλεγα, μία χειρονομία
ένα ανέλπιστο κλείσιμο λογαριασμών
όπως
όταν γυρίζεις το φλιτζάνι του καφέ
κι όλα τα φίδια, οι εχθροί και οι κλεισμένοι δρόμοι
λειωμένες απειλές κατρακυλούν
μέσα στο νεροχύτη.

Όμως σιδηρουργείο η ζωή
και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη
όταν σε αίθουσες αναμονής ηλεκτρικές
αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους
και πανωφόρια αδειανά
μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν.

Τους μήνες που κοιμάται ο κάβουρας
κοντεύω να πιστέψω
πως ίσως και να με ακούς
πώς κάπως Σε συγκίνησα κι εγώ.
Ύστερα, λέω, θα φταίει που δε γνωρίζω
τη διάλεκτο των περιστεριών
μπορεί το ασταθές του χαρακτήρα μου
ίσως κι εκείνη ή καθ’ έξιν υπνηλία μου
τις Κυριακές στον όρθρο.

Όμως κακά τα ψέματα
ήρθε ο καιρός
τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε
τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα
κι η χρυσαφένια άμαξα
ξανάγινε κολοκύθα.

.

ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Μπορεί να έφταιγε
εκείνο το χυδαίο πλήθος των τύψεων
που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε
στην άκρη της γιορτής
ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει.

Και δε μιλώ γι’ αυτό που
η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω απ’ τη γλώσσα σου να κρύψεις.

Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια
πολύ μετά θα ανακάλυπτα.

Μιλώ για όσα προηγήθηκαν
στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές
με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης και ιωδίου ευωδιές
και δάση
με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
– τσαμπιά του αλουμινόχαρτου –
να στάζουν τα φαρμάκια τους
στο αφελές σου αίμα
να μάθει αυτό που ήθελε οικειότητες
και άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου
φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και – κακήν κακώς –
έξω σε βγάζει από το έργο.

.

ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ

Όλα θαρρείς
τ’ απορροφάει ο κραδασμός

– μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη
που ιερουργεί τον θάνατο
μια πνιγηρή αντιφεγγιά
που εισέρχεται στο χόρτο
με δακρυγόνα κι ουρλιαχτά –

ώσπου η συγκομιδή του ουρανού
αδιάκοπα πληθαίνει
και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.

Ίσως γι αυτό κι επείγει
να σκάψουμε τις σήραγγες.
Τα νυχτικά του πάνω κόσμου
φρεσκοσιδερωμένα
σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε
να συνηθίζουν τα σατέν
σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν
να μάθουνε και τα βαμβακερά
πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους
– γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ
και καθημερινά φορέματα για τσάι
την ύπτια αποσύνθεση
ασάλευτα να περιμένουν.

Λίγη λεβάντα
πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη
αθώος μοβ υπαινιγμός
για να ευωδιάζει κήπος στην κλεισούρα.

.

ΚΑΠΟΤΕ ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ

Τους αγαπούσα
γιατί έλεγα πως δε θα με πονέσουν.
Θα είχαν ήδη εξαντληθεί
κι οι λόγοι για εκδίκηση
τώρα που το σάπιο ευωδίαζε γύρω τους
κι από το άπληστο κορμί τους
βλάσταιναν οι πληγές
– ντροπές σημαδεμένες με κόκκινα γαρύφαλλα
κακοραμμένα επάνω τους –
απόδειξη πως κάποτε κι αυτοί παραδοθήκαν
ας ήταν και με ύπνωση.

Τώρα
στον καθρέφτη που βάφεται
η πεθαμένη μάνα τους
πυκνή σιωπή χιονίζει
αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν
να φωτογραφηθούν
με της παλιάς τους γειτονιάς τη συμμορία.

Όμως για τη συγκόλληση του χρόνου
καμιά εκεχειρία
με την ασάλευτη επανάληψη
δε φαίνεται επαρκής
ούτε η ελάχιστη προσπάθεια
να παγιδεύσεις τον σφυγμό.

Το απόγευμα του βλέμματος
μονάχα όταν ανάβει η νύχτα μέσα του
μπορείς να το υποθέσεις.

Στο μεταξύ
ο σκορπιός κατηφορίζει τους κροτάφους τους
το σκήπτρο του κατακτητή
γίνεται μαύρο ρόδο
κι από τα γερασμένα χέρια τους
κάνοντας κρότο ηχηρό
γλιστρά στο χάρτινο κενό τους.

.

ΜΕΡΙΛΥΝ…ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ

Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή
έτσι που το απρόσεκτο
να γίνει ανεπανόρθωτο

σαν δισταγμός που
– ανίσχυρος να αντισταθεί στα έγχορδα που ακούγονται στη σάλα –
ανάβει εντέλει πόθο μοχθηρό

γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας
ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης
κάποιας αλληγορίας ενός ιλίγγου νικημένου
από ένα φιαλίδιο φτηνό
που βιαστικές ανάσες το εξαντλούνε.

Γι’ αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου
και
βάλ’ το στα πόδια κούκλα μου 

φωνάζουν
την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ
happy birthday Mr. President
κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό.

.

ΦΟΒΑΜΑΙ

Τακτική ακροάτρια στο αμφιθέατρο της φρίκης
όμως το μάθημα του σιωπηλού αναφιλητού
πάντοτε για την άλλη εξεταστική.

Γιατί τα λόγια απομακρύνονται
όταν διαστέλλονται οι μορφές
κι ό,τι φωνάζω
δεν αντηχεί πια την εγκατάλειψη
αλλά μια σιωπηλή παραδοχή
που ο σαλεμένος νους αποκαλεί
χρόνο μες στα εγκόσμια
παγίδα για να πιάνεται η αγάπη
πάντα σε λάθος αστραπή να κατεβαίνει
αφού φημολογείται ότι τη νύχτα
εξ άπαντος θ’ ανέβει ο ελεγκτής
και τρέμει, βίαια μην την πετάξει έξω.

Και τότε,
… δε μένει πια κανείς εδώ;
Κανείς που από το παρελθόν του

να έχει πια παραιτηθεί;

Ξέρω πολλούς με ρουφηγμένα πρόσωπα
που δε γυρεύουν να σωθούν
μόνο να νικηθούν από την ομορφιά
να διαψευστούν
και ό,τι παρασταίνεται εν μέσω εορτασμών
να δούνε να σωριάζεται
απ’ τη βεγγαλική κραυγή

φοβάμαι.

.

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά
μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι του μη προορισμού
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους
κάπου αλλού
αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις
– κι όχι παιδί μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι
δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη.

.

ΒΕΛΟΝΕΣ

Όχι, ποτέ δεν ήμασταν
τελείως προετοιμασμένοι.
Γι’ αυτό και στο μεταλλικό
κουτί για τα μπισκότα
καιρό τώρα φυλάγαμε
όχι κλωστές και δαχτυλήθρες
αλλά βελόνες κάθε είδους και μεγέθους.

Βελόνες του ραψίματος
– σχιζότανε ο μύθος σου
κι οι αποτρόπαιες ρωγμές
έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν –

βελόνες γραμμοφώνου
– παράφωνες ηχούσαν τελευταία οι προσευχές
και συστηματικά απουσίαζε
απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος –

βελόνες για ενέσεις
– έτσι, για την τιμή των όπλων
να μη φανεί πως μια παρ-αίνεση
που η ελπίδα θα ’θελε
εμείς την αρνηθήκαμε –

ακόμα και πευκοβελόνες
– εύφλεκτες και ολισθηρές
σε απειλούσανε με πυρκαγιά
ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο
και τρυπημένα χέρια
λαμπάδιαζαν και τότε
ο σωθείς
γράφεται με ήτα Ευτυχούλα;

Όμως εγώ

μόνο μια ήττα ήξερα, μπαμπά
κι αυτήν
όσο κι αν το παλέψαμε
στάθηκε αδύνατο να μην την υποστούμε.

.

29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

ΚΟΡΗ:
Σε απάνεμο ύπνο αθάνατο
μια θύελλα φιλεύσπλαχνη
την κόλασή σου εκμηδενίζει.
Μια άφεση, μια απάντηση
ο ογκόλιθος της συντριβής
κι η κλίμακα των μορφασμών
σε παγωμένη αδράνεια βυθισμένη.

ΠΑΤΕΡΑΣ:
Α, με καλούν στα σκοτεινά
την ανθυγιεινή ζωή να εγκαινιάσω.
Τους το είχα βέβαια δηλώσει από νωρίς
πως ασφαλώς και προτιμώ Φθινόπωρο
για την ακρίβεια τις αρχές του Φθινοπώρου
φωτίζονται αλλιώς θαρρείς
τα μεταχειρισμένα πράγματα

Στρόμπολι, Ταορμίνα…

ΓΥΝΑΙΚΑ:
Μήπως κάποια καλύτερη τιμή
γι’ αυτό το ξύλινο τιμόνι καραβιού;
Το ψάχνει χρόνια ο άνδρας μου…

ΠΑΤΕΡΑΣ:
Ένα πανέρι με λουλούδια
ίσως να το απέρριπτα
όμως
τόσα πορτρέτα ολόγυρα
πώς θα τα συνηθίσω;
Ανώφελα ναυάγια που επιπλέουν
εκτεθειμένες μοναξιές
στο διεστραμμένο βλέμμα τ’ ουρανού
κι αυτά τα σαλιγκάρια
που ανηφορίζουνε στα πόδια μου…

Τελειώνουμε…
Υγρή, ακάθεκτη σιωπή
μ’ εγκαθιστά στους βάλτους της.

.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

Έμοιαζε με εορταστική βραδιά
ούτε βελούδα βέβαια ούτε και μουσελίνες
μονάχα η αγωνία να διαβαστούν ανάποδα
φιλιά και δευτερόλεπτα
κάτω απ’ το κάτασπρο ταβάνι
μ’ εκείνο το «ως διά μαγείας»
πάντοτε να καθυστερεί.

Ποιον ένοιαζε αν τουρτούριζα
έξω απ’ τα παραμύθια
ατάραχα στην είσοδο
μέναν τα κουδουνάκια.

– Οι άνθρωποι δεν αλλάζουνε, μου φώναζες
μονάχα αποκαλύπτονται
όπως εκεί που δεν το περιμένεις
κι ο ύπνος σου εφάπτεται
με χίλιες εκκρεμότητες
καλείσαι ξάφνου ν’ αναμετρηθείς
με προθεσμίες που τελειώνουν.

Σαφέστατος υπαινιγμός
πως μόνο στα τρένα δόθηκε
να διασχίσουν την αιωνιότητα
αφήνοντας πίσω τους καπνούς
για να διαφεύγουν οι σκιές την τιμωρία.

Έπειτα
κατρακυλούν πυρετικές
κρύβοντας κάτω απ’ τον σηκωμένο τους γιακά
την αντοχή που τους αναλογεί.

Τα υπόλοιπα ας μείνουν εκκρεμή
ως τότε που θα κλείσουμε ταμείο.

.

Ο ΒΑΤΡΑΧΑΝΘΡΩΠΟΣ

Την επόμενη μέρα θα πήγαιναν όλοι
όπως πάντα στις δουλειές τους
αναζητώντας στην έκφραση των περαστικών
τη διαβεβαίωση πως μια παράταση ακόμη
είχε και πάλι κερδηθεί.

Είχε προηγηθεί δύσκολη νύχτα.
Στο πατρικό σπίτι
η στέγη ανοιγόκλεινε επικίνδυνα.
Αυτό είχε βέβαια συμβεί στο παρελθόν
και σ’ ένα άλλο ποίημα
τότε που εκείνη
φορώντας το μαύρο της παλτό
κι έχοντας τη βαλίτσα της στο χέρι
περίμενε τον Αι- Γιώργη
από τα εικονίσματα να κατεβεί
και να την πάρει.

Αυτή τη φορά
θα αρκούσε ένα σφύριγμα
και τότε αύτανδρο το κρεβάτι
θα βυθίζονταν
κι εσύ
σαν έμπειρος νεκρός
– μια κι ήσουν δύτης –
δίχως βαρίδια, μπουκάλες και στολή
μακριά απ’ το σώμα θα ταξίδευες
για μια διάρκεια αμετάπειστη.

Όσο για τα διαδικαστικά της εκφοράς
ο σωσίας σου
– κάτωχρος και σε στάση προσοχής –
θα έπαιρνε τη θέση σου.

.

ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ

Κατά την πρωινή επίσκεψη
άγνωστοι κύριοι
με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή
οφθαλμαπάτη της ζωής
κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους
μιλούσαν χαμηλόφωνα
για την τύχη που θα είχαν
οι ανομολόγητες αμαρτίες
τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη
και η Αποκαθήλωση δε σήκωνε αναβολή.

Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν
ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν
και φυσικά μιλώ
για κείνη την Πρωτοχρονιά
που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι
κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα.

Πώς δηλαδή
ενώ ήξερες τόσο καλά ν’ ανακατεύεις χρώματα
επέλεξες το συμπαγές λευκό
κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία
και λες
τώρα θα πέσουν γράμματα
τώρα θ’ ακούσω μουσική
όμως ο ήρωας tableau vivant
θαρρείς και αφαιρείται
ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια του.

Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση
εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί
μ’ άλλους σακατεμένους
ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς
ο κύριος με το επίσημο κοστούμι
ν’ αφήνει το μικρόφωνο
να ’ρχεται κατά πάνω σου
το χέρι να σου απλώνει φιλικά
–με λένε Φράνκυ να σου λέει
το «Strangers in the night»
έμαθα σας αρέσει.

.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Εξοικειωμένο μόνο με νυχτοφύλακες
και αθεράπευτα ωχρές μητέρες
είναι το φάντασμα του υπογείου μας.
Τη συντριμμένη αντίσταση του λύκου
μ’ ένα φτερό χαράζει τ’ απογεύματα
στη σκόνη της παλιάς μας ραπτομηχανής
και σε αγρυπνία προσκαλεί
ένοικους κι επισκέπτες
– πως τάχα
στο σκοτεινό θάλαμο του ύπνου
ο θάνατος
τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει.

Από την άλλη, δεν το’ χει σε τίποτα
να βάλει ξαφνικά τα κλάματα
μπροστά σ’ ένα χτενάκι φαγωμένο
αναβάλλοντας επ’ αόριστον
την προγραμματισμένη του αναμέτρηση με το μηδέν
που πάει να πει
με τ’ άκοπα νυχάκια του
σεντόνια λήθης να ξεσκίσει.

Τα βράδια όταν σβήνω το φως
φοράει τα παπούτσια μου
βάζει το παιδικό μου κόκκινο παλτό
στους ώμους σου επάνω με ανεβάζει
μπλέκει τα δάχτυλά μου στα δικά σου
και …λάααδι πουλώ, ξύυυδι πουλώ
εγώ την Ία μου δεν την πουλώ
όλη τη νύχτα ασταμάτητα
γύρω απ’ το κρεβάτι.

.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ

Ύστερα απ’ την ανεπανάληπτη εκείνη περιήγηση
στο μητροπολιτικό κέντρο
το άλσος των πρώτων συναντήσεων
βρήκε επιτέλους την πραγματική του θέση
στον χρόνο της αφήγησης.
Η πληγή ωστόσο έχασκε ανοιχτή
όπως το στόμα
έχοντας μόλις περιβάλει με ηχώ τις αναμνήσεις.

Κι όλα μετά παύουν να είναι ορατά.
Τα ηλιοτρόπια τυλίγουν
με κορδέλες σκοτεινές τη νέα μέρα.
Μες στα ραγίσματα του χρόνου
πανέτοιμο ακροβατεί εκείνο που αφανίζει
κι εντούτοις η άνοιξη
ακάθεκτη επελαύνει
την ίδια ώρα που ο στρατός των σκουληκιών
δειπνεί κάτω από χαραγμένα ονόματα
κι οριακές χρονολογίες.

Ποια πρόφαση λοιπόν θα ’ναι ικανή
την παρουσία μας στους αποχωρισμούς
να αποτρέψει;
Μονάχα σκέψεις αιχμηρές
μα το μυστήριο –ό,τι κι αν πεις– δεν αναιρείται.
Με άφωνες κι ασυνάρτητες απαγγελίες κοριτσιών
δε στήνονται στους κεραυνούς ενέδρες.

.

.

Ν’ ΑΝΘΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ (2004)

.

ΚΑΤ’ ΟΝΑΡ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΙ

«Ναι έρχομαι ταχέως. Αμήν
Ναι, έρχου Κύριε Ιησού».
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ (κβ΄20)

Σπλαχνίσου, Κύριε, και φύλαξε όσους δεν ονειρεύονται.
Γεννήθηκαν μ’ ένα λυγμό
κι άλλοι μ’ αράχνες από μέσα.
Στη χλομάδα της έντρομης νεκρής
της ανθούσης αιθρίας τη γύρη ψιχάλισε.
Κι εσύ ζωγραφισμένο αμπαζούρ
-νυσταγμένη υπενθύμιση μιας μάταιης αναμονής-
τα βράδια φώτιζε των στερημένων.

Κολλάνε επάνω στη ζωή όπως οι πεταλίδες
και -πού το ξέρεις-
μπορεί και να μας πάρει ο ύπνος, λένε
και πόσο να παραμονεύεις τον Θεό
του απολεσθέντος ήχου του εφημέριοι
πόσο την ουτοπία να χαρτογραφείς
τους όρθρους με χόρτο καμένο να ντύνεις;

Όχι πως ξέφυγα κι εγώ·
πάντα σε υπόγειες αυλές
λιθόστρωτες αγάπες κυνηγούσα.
Πλην όμως
μ’ ένα κλαδί ροδακινιάς
ξόρκιζα την άπνοια του πάθους
σε σεντόνια λινά.
Θέλω να πω πως υπέμεινα
σε διαδρόμους σκοτεινούς προχώρησα
και πίσω από πόρτες σφαλιστές
έγινα η απόκριση.

Κι απόψε, τι νομίζεις;
Όρθια για ώρες στην ουρά
θα περιμένω -συστημένο κι επείγον-
να ταχυδρομήσω το «έρχου».

.

ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΦΡΩΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Κάποτε όλα σ’ αποχαιρετούν.
Μια γκρίζα σερπαντίνα ο καπνός των αποτεφρωμένων ημερών
διασχίζει των δέντρων την υπομονή.
Μ’ όλα τα φώτα του σβησμένα, σε ενυδρεία αφτέρουγων πουλιών φεγγοβολεί
-βλέπεις οι πεθαμένοι κρυώνουνε ξεσκέπαστοι-
βιρτουόζος των αλλοιώσεων, τα περιγράμματα της μνήμης προσπερνά
κι ας είναι ακόμη άγνωστη η ρυμοτομία της ψυχής.

Στις άδειες παραλίες φωνές και γέλια ακούγονται
μια λέμβος ακυβέρνητη σπασμένα ρόδια μεταφέρει
κι η Σόνια «θ’ αναπαυθούμε, θ’ αναπαυθούμε» έλεγε
κι ύστερα
προέχει να μαζέψουμε τα τζάμια από το πάτωμα
τις τεθλασμένες να σβήσουμε και τις ευθείες στην παλάμη χαρακιές.

Μα τι τις θέλαμε τις χειραψίες με τον έρωτα;
Κι έπειτα τόσα ρόδια σε τι επιτέλους μας χρησίμευσαν;

.

Ν’ ΑΝΘΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

Η αλήθεια είναι πως προσπαθήσαμε πολύ.
Γνωρίζαμε στο βάθος ότι η μνήμη άπιστη είναι
κι αν δε συλλέγεις αποδείξεις, σε λίγα χρόνια σ’ απατά.

Στοιβάξαμε κι εμείς τις μαδημένες μαργαρίτες
– είχαν ανακριθεί σκληρά
μέχρι να ομολογήσουν την τρισύλλαβη αυταπάτη –
κάπου ψηλά κρεμάσαμε και τ’ άχρηστο κομποσκοίνι
– οι απελπισμένοι έρωτες το’ χαν να ζουν ασκητικά –
σπάσαμε και το μελανοδοχείο του χειμώνα
μήπως γεμίσει η κάμαρη ξανά με χελιδόνια.

Τίποτα δεν ωφέλησε.

Ό,τι προφέραμε μαραίνονταν αμίλητο
λες κι η μικρόψυχη ζωή προβάριζε το θάνατο
πριν τη συνθλίψει η χρόνος.
Τιμωρημένοι ισόβια στη σάρκινη ερημιά μας
μας έβαζαν να υποδυόμαστε πουλιά
μας μάθαιναν ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα
κι ανθεκτικοί στην ενοχή
τα «πάντα» ν’ ανταλλάσσουμε με μιας στιγμής φιλί.

.

ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ

Και ποιος θα άντεχε – μου λες; –
σ’ αυτή την κρύα κάμαρα, σ’ αυτά τα κρύα σεντόνια
να ξεπαγιάζει άυπνος και να κεντά
όπως εμείς, αγρούς στα μαξιλάρια
– από αυτούς που τρέχουν τα παιδιά
κι απ’ το κυνηγητό τους λαχανιάζουν –
μήπως και αποκάμουμε, μήπως μας πάρει ο ύπνος
και λυτρωμένοι το πρωί ξυπνήσουμε
μ’ ένα στεφάνι αγιάζι στα μαλλιά.

.

ΤΡΕΙΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

α. Σε χρόνο υπερσυντέλικο

Ακόμη και για τις μέρες που θα ’ρχονταν μιλούσε σε χρόνο υπερσυντέλικο
χρόνο των φαντασμάτων τον αποκαλούσαμε μικροί.
Κοιτώντας πάντα προς τα ’κει που τα βήματα καταβροχθίζουν τους γκρεμούς
σήκωνε στα χέρια το θαύμα και το αναποδογύριζε.
Νωθρές νιφάδες ασημένιες έπεφταν τα φωνήεντα στην ανοιχτή παλάμη του
– πολλά τα φθαρμένα αντικείμενα γύρω και αυτές
θα αναλάμβαναν την όποια επισκευή.

Το ξημέρωμα τον έβρισκε ν’ αποθηκεύει δάκρυα.
Θα χρειαστούνε, έλεγε.
Πού να ξεφλουδίζεις τόσες θαλασσογραφίες, αν τύχει κι έρθει ανομβρία
κι άλλωστε
κανένας δε μας κουβεντιάζει πια σ’ αυτή τη χλοϊσμένη ολονυκτία
έτσι θερισμένους απ’ το φιλί
έτσι ασυμφιλίωτους με την εύνοια κάθε γαμήλιας ανίας

και ήδη απ’ τις φωτογραφίες λάσπη ξερή φυσά
κι ο έρωτας αδιάβαστος μπροστά από τον καθρέφτη
τα λόγια του απαγγέλλει κι αδέξια χειρονομεί
αιώνες τώρα. 

.

β. Μικροί καθημερινοί ηρωισμοί

Νεροποντές σκιών σε λευκές επιφάνειες τοίχων
καθήλωναν το βλέμμα του.
Ο ύπνος του έμπαζε νερά
– σκασμένη η μπογιά στην ίσαλο του ονείρου
κι η ευτυχία θα ’ρχόταν αν προλάβαινε να ξεχάσει.

Πέντε η ώρα το πρωί, εν πλήρη σιωπή, ανέστελλε
την έκλειψη του πάθους, αδειάζοντας μες στο δωμάτιο
κουβάδες πνιγμένων λυγμών.

Κάποιος θ’ ανάλωνε μες στην αγάπη του την αθλιότητά μας
αλλά ούτε όνομα, ούτε χρονιά, αόρατες γραφές και υποσχέσεις.
Γι’ αυτό τι ωφελεί τα δοκάρια της οροφής να μελετάς;
Τις μυστικές συνομιλίες των ψυχών
μόνο συλλέκτες άστρων τις κατέχουν.

Μα εκείνος μίλαγε διαρκώς για παπούτσια παλιά
που μόνα τους διέσχιζαν ξεθωριασμένες διαβάσεις
για καπέλα παράταιρα που φόραγαν κάτι γριές ψευδαισθήσεις
και πάντοτε ψιθυριστά για τα πράσινα σεντόνια των χειρουργείων
με την κηλίδα της ζωής να εφημερεύει αμήχανη.
Τις νύχτες παραμόνευε πλανόδιους οργανοπαίκτες.
«Ήχους ν’ ακούω» έλεγε «περαστικούς κι απόμακρους
όπως η ύπαρξή μου».

.

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΗΣ ΝΟΥΣ

Οφείλαμε έναν επίλογο στα μάταια συνθήματά μας
μία αλήθεια ασήμαντη σαν πάθος σιωπηλό
που άξαφνα ομολογήθηκε.

Κάποτε αυτοί που αγαπήσαμε θα μας επέστρεφαν στον εαυτό μας
θα ανακαλύπταμε ξανά το αίμα μας ξεχασμένο σε ασθενοφόρα ενθύμια
να ξενυχτά σαν πυρετός σε μέτωπο παιδιού.

Έναν επίλογο αγορασμένο απ’ τον παλαιοπώλη νου
που ανάμεσα σε καρτ ποστάλ, κλουβιά για ωδικά πτηνά
και φράσεις που αχρήστευσε η παντομίμα του θανάτου
γνωρίζει σε μπουκαλάκια γυάλινα αξίας ευτελούς
την πανάκριβη σκόνη των ημερών να φυλακίζει.

.

ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΓΑΜΕ…

Οι νύχτες που περάσαμε ήταν ακίνητες και σιωπηλές
προσηλωμένες σε κάτι φράσεις μακρόστενες
σαν τα πεζούλια που καθόμασταν παιδιά
όταν οι άλλοι δε μας παίζαν
.
Κάτι φράσεις επίμονες, πιο βουερές κι από τις τύψεις
όπως: « Το κακό είναι, ότι κατά διαστήματα
αποσπάται η προσοχή σου και δεν πενθείς»
ή «Ήρθε το βράδυ και πρέπει να παραδώσουμε».

Και πάντοτε ίδια η ελπίδα:
αν αφήναμε τις πόρτες μισάνοιχτες
αν παραιτούμασταν απ’ τις κουβέντες
ίσως και να ακούγαμε απ’ το επάνω πάτωμα
τον γέρο να προσκαλεί τους πεθαμένους φίλους του
ανοιγοκλείνοντας εξαίσια ένα παλιό ακορντεόν.

.

ΣΥΓΧΥΣΗ

Βαδίζαμε σαν μεθυσμένοι, συγγενεύαμε με τη θάλασσα
της μαθαίναμε ν’ αποστηθίζει τα πρόσωπά μας
μιαν άλλη φυλή τής συστήναμε
αυτήν που με φερσίματα τυφλού σε ζωγραφισμένα βιβλία
έβρισκε τα σφαλιστά παράθυρα και τ’ άνοιγε στο φως.
Εκείνοι που θα φέρναν το κακό είχαν κλειδί
θα ’μπαιναν απ’ την πόρτα.
Ξοδέψαμε όλη τη ζωή μας για μια συγχώρεση
που δε μας δόθηκε ποτέ.

Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα…
Τόση αγάπη πώς να την κουμαντάρεις;
Ανάγωγη κι αβράδιαστη –ίδια φωτιά Πεντηκοστής–
στα κύματα ν’ ανάβει πυρκαγιές
να καταργεί τους φάρους
να βλέπει τα σημάδια του καιρού
κι αυτή να ταξιδεύει.

Και πώς να ξεχωρίσεις με μόνο το φεγγάρι οδηγό
αν ήταν η νέα μέρα που έφτανε
ή αυτή που έφευγε για πάντα.

.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

θυμάμαι τότε ευθυμούσαμε
άγγελοι μπαινόβγαιναν στο σπίτι
τρώγαν μαζί μας βραδινό
την ίδια έρημο μ’ εμάς βαδίζανε
και όλες οι αναχωρήσεις αναβάλλονταν για κάποιο ξημέρωμα
που θα μας είχε κλειδώσει απ’ έξω το όνειρο.
Οι σημασίες της αφής ήταν ακόμη αμετάφραστες
στο σαλόνι ηχούσαν πορσελάνες και η κουρτίνα στο πλάι τραβηγμένη
το δρόμο επιτηρούσε και τη θάλασσα
μην τύχει και παρασυρθούν
ακυρωθεί η τάξη και ψάχνουμε πλοία στους σταθμούς
και στα πελάγη δέντρα.
Ο Κόλλιας, όπως μού ’λεγες, την είχε ικανή για όλα.

Κι ύστερα, μού διαφεύγει πώς
-όμως χωρίς προειδοποίηση-
θες κάτι λέξεις εμπύρετες
εμπιστευμένες στη «μεγάλη εμβέλεια» της ύστατης συγκομιδής
θες κάποιων χειλιών εργατικών η ανάσα
εντεταλμένη στο θάνατο να επικαθίσει
θέλεις η ευπιστία
γνώρισμα των αγράμματων και των μικρών παιδιών 
πάντως το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα
κάτωχρο μα ανθεκτικό το ’δαμε να επιπλέει
από τις λέξεις σώθηκαν μόνον οι δοτικές
κι εμείς οι δυο αγνοούμενοι
λίγα μόλις τετράγωνα μακριά από τους αγίους
στην άσφαλτο αναίτια πνιγμένοι.

.

ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΙ

Τώρα μονάχα δυο ώρες ζωής
σκοτωμένες από τα τρωκτικά φιλιά
και μία λύπη αχνίζουσα να περιφέρει
πάνω απ’ του τρένου τις γραμμές
ένα φεγγάρι χάρτινο θάνατο φορτωμένο.

Κάποτε σκέφτηκα σοβαρά το ενδεχόμενο
να φιλιώναμε
με τις ανεξίτηλες αναμνήσεις των χεριών
ακόμα και πότε πότε να κλείναμε έξω απ’ την πόρτα τη βροχή
κι αφού κι ο χρόνος δεν είναι παρά
το ξέφτισμα του λουριού απ’ το ρολόι μας
ως πότε μισοί κερδισμένοι απ’ τα πουλιά
-εξέχοντας από την εποχή της στερεμένης κοίτης-
και μισοί από το φόβο κερδισμένοι;

Γιατί φυσάει απ’ τη μεριά του αίματος
κι αν θες να ξέρεις
σε ήσυχους τάφους ευλογημένων σπιτικών
δε δικαιώνεται η ζωή.

.

ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Κι έπειτα σώπασες
όπως σωπαίνει μια βρύση χαλασμένη
όταν αδειάζει το δωμάτιο
ή όπως το πρόσωπο γυρίζεις απ’ την άλλη
και πια ούτε «μνήσθητι μου» ακούς
ούτε στο «ίνα τι» μια ερμηνεία δίνεις

μόνον ο ήχος των καρφιών επίμονος και δελεαστικός
να ξεμοναχιάζει τον έρωτα στο λήμμα «Τετέλεσται«

.

Ο,ΤΙ ΔΕ ΓΙΑΤΡΕΨΑ

Τώρα που τα πράγματα
πάνε να γίνουν οι αλληγορίες των πραγμάτων
επιτέλους η γραφή των κυμάτων γίνεται ευανάγνωστη.

Θα μου πεις…
Και οι σκιές πού κυνηγούνε τα παιδιά;
Οι υαλογραφίες στους σταθμούς;
Τα ανυπεράσπιστα προάστια της λήθης
από το ανεκπλήρωτο φωταγωγημένα;

Ό,τι δε γιάτρεψα αυτό με προσδιορίζει.

Κι η ερημιά ευρύχωρη
κι η νύχτα να γυαλίζει από τα δάκρυα
κι ο έρωτας επικλινής, για να γλιστρούν οι σημασίες.

Να φανταστείς
σε είχα περάσει για εκδρομή κι εσύ ήσουν μόνο ανάμνηση
μάλλον πολύβουη σιωπή
χέρι δεξί που έσωζε και άκρη τού γκρεμού
– μπορεί κι ο ίδιος ο γκρεμός.

Γι’ αυτό λοιπόν μη μου ξεχνιέσαι στα όνειρα
φανάρια οι δρόμοι τους δεν έχουν
μονάχα σμήνη μελισσών, ρήτορες αναλφάβητους, άνεργους κηπουρούς
και στη γωνία απόκοσμη την ίδια πάντοτε
γριά-παιδούλα απελπισμένα να ρωτά:
«Αν δε χρειάζεστε την Κυριακή σας, κύριε, μπορείτε
να μου τη δώσετε;»

.

ΥΠΟΛΟΓΙΖΑΜΕ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ

Κύμα και στάχτη που υποτάσσεται και διαφεντεύει η ψυχή μου.
Διασχίζει την καταστροφή κι ένα σκοπό σφυρίζει απαγορευμένο.
Τόσα κρυμμένα λόγια στο συρτάρι, λέξεις κραυγές
σαν πτώση ενός νομίσματος σε στερεμένη αγάπη

Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.

Πιο πάνω απ’ τους ψιθύρους της ομίχλης
ένας καθεδρικός ναός βροχής θα αιωρούνταν
παμπάλαιος όπως ο φόβος μας
τον ύπνο να ξεπλύνει από όνειρα κακά
-σάμπως η ακίνητη αστροφεγγιά
ματαιωμένες προσευχές γινόταν να επιστρέψει.

Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.

Μα τώρα καίγονται κι εξατμίζονται τα βράδια
όπως ο δρόμος αποχαιρετά το τρένο μες στ’ απόγευμα
ή όπως σβήνει μονομιάς το φως
κι άξαφνα μες στην κάμαρα φυτρώνει ένα πλατάνι.

Καίγονται κι εξατμίζονται
κι είναι γι’ αυτό που η ανάσα μας
σπιθοβολεί γαλάζιες αστραπές.

.

Η ΘΕΣΗ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Αμαρτωλή υπόθεση κι ο γυρισμός.
Σκοτάδια χυμένα από φθινόπωρα παλιά
σκοτάδια που τυφλώνουνε
όπως ρουφάει ένα τούνελ το τοπίο
λιβάδια αποκόμματα μιας άχρηστης αστραφτερής στιγμής
που εκτίναξε το ποίημα
και ήσυχη οπισθοχώρηση ανθρώπων κι ουρανού.

η θέση πάντοτε παράθυρο
να’ ναι εύθραυστη η απόσταση απ’ ό,τι ξεμακραίνει
μα η πλάτη ασυναίσθητα στο μέλλον γυρισμένη.

ώσπου άξαφνα
σε ξένης χώρας παλαιοπωλείο να βρίσκεσαι
τη βυσσινιά να παζαρεύεις πολυθρόνα
που κάποτε -σου φάνηκε-
ένας λυγμός ανίατος για μέρες σε είχε ρίξει.

.

ΕΝΟΙΚΟΙ ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΩΝ

Αργότερα κατάλαβα πως ό,τι συνομιλεί στην κάμαρα
με τους τριγμούς του ξύλου
το θάνατο αποστρέφεται
και να σκεπάσει προσπαθεί στο διάδρομο τα βήματα
γι’ αυτό
το ν’ αποφύγω με ξόρκια και προσχήματα
όσα μιλιούνται ερήμην μου μες στο παλιό το σπίτι
μάλλον αδύνατο μου φαίνεται

κι έτσι απόψε στο υπόγειο λέω να κατεβώ
την ανάπηρη να επιδιορθώσω πολυθρόνα
να ξαποσταίνουν πού και πού κι εκείνα τα φαντάσματα
που πήγαιν’ έλα μες στον τρόμο
ένα ομιχλώδες σταλάζουν βιολετί σε πάθη νωθρά
που αβοήθητα μαραίνονται

γιατί -όπως όλοι ξέρουμε-
ένα κλουβί μ’ ερωδιούς είναι ήδη μια διαμαρτυρία
μια άηχη ορχήστρα αποδημητικών καιρών
κι ό,τι κρυφοκοιτάει πίσω απ’ τα χαλάσματα
δεν είναι παρά τα γέρικα νεκρά παιδιά
-η Σελίκα, η Ναθαλία κι η γιαγιά μου-
που έδωσαν μια και άνοιξαν
το ξύλινο μακρόστενο κενό τους
και τρέξαν να συνεχίσουν το κρυφτό
που μια υποχρέωση ζωής τούς έκοψε στη μέση.

.

ΤΟ ΚΑΡΟΤΣΑΚΙ ΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ

Σχεδόν κατάκοποι μα με την παρηγοριά πως κάποτε θα πεθαίναμε
βαδίζαμε μερόνυχτα σε άνυδρα νεκροταφεία κοχυλιών.
Αφοσιωμένοι στην παραφροσύνη να διαρρήξουμε
το κενό μετά απ’ τον ορισμό του
αξιώναμε την αδυναμία μας, αποθεώναμε το εύθραυστο
και κολλώντας με σκοτάδι τα φτερά μας
ήρωες γινόμασταν εις αναζήτηση του συγγραφέα τους.

Στο πίσω μέρος της σκηνής
μια παραγεμισμένη αποθήκη ακολουθούσε ξέχειλη
την ώρα που γυμνασμένοι σαλτιμπάγκοι
έσπρωχναν ανεπαίσθητα μια ξύλινη εξέδρα.
Κι αφού καμιά αναχώρηση δεν κάνει κρότο ηχηρό
είδαμε μεσοπέλαγα μια πυρκαγιά ν’ ανάβει σαν ντροπή
και τότε καταλάβαμε πως ο Θεός των περιπλανώμενων
με βουερή αστροφεγγιά
το καροτσάκι των ανάπηρων στιγμών καθοδηγούσε.

.

ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ

του πηγαδιού
που κατεβάζει στη θάλασσα την κιβωτό του κήπου

του καραβιού
που ανεβάζει την άγκυρα και το βυθό ακυρώνει

του ακροβάτη ποιητή
πάνω απ’ το άχραντο κενό
την άφιξη του αγγέλου που εποπτεύει

του ορειβάτη χαρταετού
πίσω απ’ τα τζάμια του Θεού
την εύθραυστη ελαφρότητά μας υπενθυμίζοντας

της καμπάνας
όταν το θάνατο του αυτόχειρα διστάζει να θρηνήσει

της σημαίας
που υποστέλλει την έπαρση
και αναγγέλλει την ήττα

της αιώρας
που προσποιείται τη γέφυρα
λες κι η χαρά θα περάσει
-ή μια σελήνη πάνινη σε νυχτωμένο κήπο-

της μέσης του καλόγερου
της ράχης των βιβλίων
αυτό που δυο παιδιά γυρνούν
πάνω απ’ τα χάχανα ενός τρίτου

κι αυτό που κατεβάζει τον νεκρό
τραβώντας αμετάκλητα του τρόμου την αυλαία.

.

ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΤΗΣΗΣ ΑΝΕΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

Τα φτερά μας τις μέρες εκείνες
-σταθμευμένα κι αναποφάσιστα-
σκοτείνιαζαν τους φωταγωγούς.

Τη μέθοδο πτήσης άνευ διδασκάλου
την είχαμε κάνει προ πολλού προσάναμμα
μαζί με τα βιβλία μουσικής
τις άρρωστες νύχτες της καρδιάς
όταν η υγρασία των ανεπίδοτων φιλιών
τρυπούσε το κορμί μας.

Ωστόσο την είχαμε απομνημονεύσει
λογαριάζαμε να την υπαγορεύσουμε
στην πεθαμένη μας γιαγιά
την ώρα που οι άλλοι τους καθρέφτες θα κάλυπταν
τη λήθη διευκολύνοντας του αζήτητου προσώπου.

Μάταια…
Όμοια με σκιάχτρα τ’ ουρανού
διώχναμε απ’ τις στέγες τα πουλιά.

Κάτι λόγια παλιά κι ασυνάρτητα
καταδικασμένα το χαμένο πάθος τους ν’ αναζητούν
για αγγέλους μας περνούσαν και μας ντρέπονταν
οι προσευχές των ασεβών επάνω μας χτυπούσαν
και οι γιορτές από ψηλά πιο πένθιμες φαντάζαν.

Κανένα λείψανο του χθεσινού φωτός
δεν εξαγόραζε κάποιον υποτυπώδη προορισμό.
Ο δρόμος που βαδίσαμε ποτέ δεν είχε διανοιχτεί.

Καμιά φωνή δε σάλευε τ’ απείθαρχα φτερά μας
-κι άλλωστε πού ακούστηκε
στο ανύπαρκτο να δίνεις εντολές;

.

ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΕΣ ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ

Το απόγευμα εκείνο έβρεχε λύπη ακατέργαστη
μια αυτονόητη βροχή που διοχέτευε τη γυάλινη ανία της
σ’ όλες τις Κυριακές των μυθιστορημάτων.
Κάπως έτσι, να ξέρεις, πολλαπλασιάζονται οι απουσίες.
Γι’ αυτό κι η φωτεινή εξαίρεση του έρωτα
μια σκευωρία είναι, για να ασκεί την εποπτεία του ο χρόνος
σ’ ό,τι η εγκατάλειψη αφήνει να θριαμβεύει αζήτητο
στο ψύχος του καθρέφτη.

Και η νύχτα;
Ποια αυτάρκεια θα καταλύσει ποτέ
τη θρηνώδη βασιλεία της ώχρας
όταν εισβάλλει ο Σεπτέμβρης με τα παλιά ρολόγια του
και το τσάι δε σερβίρεται πια με την άφιξη
μόνο καμιά φορά μπορεί και να παραβρεθείς άθελά σου
στην ανάγνωση παράδοξων επιστολών
που αγγέλλουν το απροσδόκητο.
Κι επειδή κάπως πρέπει να συντηρηθούν και οι υποβολείς
καλό είναι τα μεσάνυχτα ν’ ανοίξουν οι καταπακτές του στήθους
παγιδευμένες αλληγορίες να αναμετρηθούν
με όλα τα λάγνα ψέματα κάποιας παράστασης ζωής
που ερασιτέχνες θεατρίνοι ερήμην σου ανεβάζουνε
παίζοντας και χάνοντας για σένα.

.

ΦΕΥΓΟΥΜΕ…

«… κι η διαδρομή, μια σταθερή περιστροφή.
Μια μεταμφιεσμένη ακινησία».
                                       ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Να περιφέρεσαι από ενοχή σε άφεση
από σπατάλη σ’ ερημιά
και να χαϊδεύεις τον ίσκιο των χεριών σου.
Να δωροδοκείς τα βιβλία ν’ αποσιωπήσουν
-έστω και για μια νύχτα-
τη σιωπηλή διαδήλωση των σκοτωμένων ηρώων.
Να κρύβεις κάτω απ’ τα ρούχα σου τη λύπη
και σαν λαθρέμπορος να μεταφέρεις κάτι ενθύμια παιδικά
μια ξύλινη γέφυρα κι ένα δωμάτιο γιορτής
για την ενηλικίωση των λέξεων.

Φεύγουμε…
Κι έξω μυρίζει γιασεμιά·

στον αυλόγυρο της εκκλησίας ο σχολικός θίασος
ανεβάζει μ’ επιτυχία την Αποκαθήλωση.

Τι ανοιγοκλείνεις τη διαβασμένη εφημερίδα;
Η μέρα σφράγισε τα μυστικά της
η ξαφνική νεροποντή ξέπλυνε τον παλιό σταθμό
έσβησαν κι οι φωτεινές επιγραφές.
Κανείς δεν έμεινε για να μας μεταπείσει.

.

ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ (1999)

.

ΔΙΑΣΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΩΝ

Καθώς πια όλα είναι εφικτά
Πλην της αθανασίας

Φύλαξέ μου
Πάνω σε φτερό ερωδιού
Την πτώση ενός άστρου
Για τα στερνά Χριστούγεννα
Του αναιμικού παιδιού

Δυο λευκά σανδάλια
Καθώς αναπαύονται
Σε ράχη πολυθρόνας
Για τις χωλές ελπίδες μας

Το παλιό σχολικό κουδούνι
Για να ξυπνάει τους νεκρούς
Μέσα στο κοιμητήρι
Κι άστεγοι αυτοί
Να βηματίζουν σιγανά
Μέσα στα παραμύθια

Του ερωτευμένου κοριτσιού
Τον ηλιοκαμένο ώμο
Για να δανείσει στο σούρουπο
Τη σκοτεινιά του

Κι ίσως τέλος μια χαλασμένη οροφή
Για να ψιχαλίζει από εκεί
Το πένθος του ο ουρανός
Στη μελαγχολία του ποιήματος

.

ΙΣΩΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ ΤΑΓΜΕΝΕΣ στη νύχτα των κλειστών βιβλίων
Και υπνοβασίες παιδικές που βγαίνουν να τις μαζέψουν

Μ’ ένα ασημένιο μαχαιράκι απειλούνε τις λέξεις
Που αποξήραναν τα πέταλα
Να παραδοθούν τις εξαναγκάζουν
  μνήμη, Ιούνιος, φυρονεριά, ενιαυτός
  μικρό μου, λιποτάκτες
Κι εκείνες ν’ αντιστέκονται. Τι δύναμη, τι πείσμα
Γαντζωμένες από μια φράση θεατρικού στο τέλος της σελίδας:
  …άλλοτε ήμουν η φλόγα σου, τώρα έγινα στάχτη…
Ξορκίζουν τη μετοικεσία και απειλούν με πυρκαγιές
Ποιές πυρκαγιές;
Ξέρουν καλά τα όνειρα να υπερασπίζονται τους νεκρούς τους
Τούς κρύβουν μες στις φλέβες μας
Τούς φυγαδεύουνε στις λέξεις
Σε τέφρα που λαμπυρίζει τους μεταμορφώνουν

Ίσως γι’ αυτό και η Ποίηση στα πέρατα όλων των καιρών
Φλεγόμενους εξαπολύει μονομάχους

.

ΕΞΑΓΟΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ριγμένα πέταλα φωτός
Στις στοιχειωμένες μοναξιές

Αυγή θρυμματισμένη
Από σαλπίσματα τυφλών αγγέλων
Πάνω στις στέγες των σπιτιών
Που εντός τους ενδημεί
Η αναμονή του πένθους

Μα, εκεί στην άκρη της αυλής
Στης κλαίουσας τον ίσκιο
Μια χορωδία μαρτύρων
Με μωβ αγκάθια στα μαλλιά
Στήνει μιαν ανεμόσκαλα
Το θάνατο αποπλανά
Κι ένα μπουκέτο νότες
Αναπέμπει

.

ΕΙΣ ΜΑΤΗΝ

Το νυστέρι του χρόνου πάντα κρυμμένο
Στο πέτο των αποχωρισμών
Κι όλοι εκείνοι στην άκρη της μέρας
Που κλαίνε κρυφά
Τυλιγμένοι στην αγρύπνια της μνήμης
Περιφέροντας την εφημερότητά τους
Να εναποθέτουν σε μελλούμενους καιρούς
Ένα μπουκέτο Ιούληδες
Να ψαχουλεύουν στην τσέπη τους
Μ’ ένα κομμένο χέρι
Για εκείνο το χρυσό κλειδί
Που ανοίγει όλα τα χείλη
Και ρέουν φωσφορίζοντας
Τα έγχρωμα φιλιά

.

ΜΙΑ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ

«Ιδού, θέτω εν Σιών λίθον προσκόμματος, και πέτραν σκανδάλου                      και πας ο πιστεύων επ’ αυτόν δεν θέλει καταισχυνθή»
Επιστολή προς Ρωμαίους Θ΄, 32-33

Κι ύστερα όλοι έφυγαν

Οι στρατοδίκες κι οι βασιλιάδες
Οι Φαρισαίοι κι οι αρχηγοί
Ακόμα κι οι δεινοί σοφοί
Που λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους
Υψωμένοι
Την πλήξη της ματαιότητας
Ιερουργούσαν

Κατέβηκαν την κλίμακα
Των παλαιών πληγών
Ενώθηκαν με την οσμή
Πυρπολημένων ονείρων
Και μες στις φλέβες γλίστρησαν
Της λήθης που χορτάριασε
Εκεί να κρύψουν στις ρωγμές
Την Όραση που άνθιζε
Μέσα από το Εικόνισμα

Λίγο πριν τη σταυρώσουν

.

ΣΗΜΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Όταν η σιωπηλή ανάσα των ρόδων
Σ’ εκρήξεις λυγμών αναλύεται
Είναι που του Προφήτη η προσευχή
Φεγγίτες ζωγραφίζει μέσα στο χάος
Για να χωρέσει Κύριε
Ο πορφυρός χιτώνας Σου
Ή για να δεις στο σκοτάδι
Τ’ αδιάκοπα σινιάλα
Που ένας κόσμος εφήμερος
Μέρα και νύχτα στέλνει
Σείοντας στα χαλάσματα
Φανάρια αναμμένα

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ

Μ’ όνειρα πάντα γαλανά
Στο πλάι της καρδιάς σου
Να ξέρεις θα κοιμάμαι
Μόνη στη άδεια κάμαρη
Σε πέπλους σκιάς καταχωμένη
Μόνη με τους αγγέλους μου
Σιωπηλή

Όμως η μνήμη των ματιών σου
Πάντα θα κρύβεται στο μαξιλάρι μου
Επίμονη και τρυφερή
Και τα μαλλιά μου θ’ αναδεύει

.

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ

Σαν φωτεινό πλεούμενο διασχίζω νύχτα τις σκιές
Ανταύγειες εωθινές ιχνογραφώ στων παγετώνων το τοπίο
Σώζω τις φλύαρες σιωπές, τα θαμπωμένα όνειρα
Στην πάχνη των φιλιών, τα χρώματα και τη βροχή
Στο άλμπουμ των ματιών σου
Τους καθρέφτες όλους θρυμματίζω
Έκπαγλη ν’ ανατιναχτεί του Φθινοπώρου η τέφρα

Κι έρχομαι ως τα χρόνια σου

Για ν’ ακουμπήσω βότσαλα, ερωτικές επιστολές
Μια ζωγραφιά του Λόρκα,
Και να τυλίξω το αύριο με μαγικές κλωστές
Που έχει στην άκρη τους
Μια ηλιαχτίδα ανθίσει.

.

ΗΡΩΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Έγειρες πάνω μου
Το βλέμμα των δαχτύλων
Κι αμέσως αποδήμησαν
Σμήνη ονειροβόρα
Απ’ όλες τις αδιάβατες
Του σώματος πλαγιές

Κι ενώ τριγύρω μου
Οι πιερότοι των φιλιών
Ακούραστοι χορεύαν
Κάπου αλλού
Σε δροσερό κελάρι
Αειθαλών αναπνοών
Νιφάδες συλλαβών
Ηρωικά αντιστέκονταν
Στην άλωση των λέξεων

.

ΔΙΔΑΧΕΣ ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΩΝ

Θέλω να σου μιλήσω
Για του μελανιού τον ιδρώτα
Σε ουράνιες περγαμηνές
Σαν καταγράφει
Τις διδαχές ερώτων και σκιών

Κι ύστερα
Μια άνθηση φωνηέντων
Στίξεων και αναστεναγμών
Να στρώνει των άστρων τις αυλές
Με ποιήματα ολόφρεσκα
Κι άλλα κατόπι που σκορπούν
Ή βηματίζουν ρυθμικά
Στου Πολιούχου Νόστου
Τη λιτάνευση
Που αναζητά μιαν αποβάθρα γυάλινη
Τη θλίψη του ν’ αποβιβάσει

.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ

Υπάρχουν λίμνες δακρύων σιωπηλές
Που εντός τους καθρεφτίζονται
Έρωτες που καταποντίστηκαν
Απομεινάρια από πέταλα και ξεραμένες πεταλούδες
Σ’ εφηβικά λευκώματα

Άνθρωποι που πέρασαν απ’ τη ζωή μας
Κι άλλοι που πέρασαν απ’ την ψυχή μας

Υπάρχει κάποιος πλανόδιος θίασος
Που φεύγοντας αφήνει γλάρους ξεψυχισμένους
Υπάρχουν ξεχασμένα τα σανδάλια ενός αγγέλου
Στις σκαλωσιές του φεγγαριού

Ένα παρατημένο όνειρο στην προκυμαία
Ένα άδειο μπαλκόνι
Ένα κιτρινισμένο άκοπο βιβλίο
Στο βιβλιοπώλη του πεζοδρομίου
Ένα μικρό κορίτσι
Που περπατά με ανοιχτή τη Σύνοψη
Διαβάζοντας ψιθυριστά «Άσπιλε αμόλυντε…»

Υπάρχει ένα φωτοστέφανο που ακροβατεί
Στο μέτωπο του θλιβερού παλιάτσου
Μια νύχτα κεντημένη με ναυάγια
Και κάποια πένθιμη φωνή
Να μας υπαγορεύει ποιήματα

.

ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ

ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ είχανε φύγει από καιρό.
Μέσα στις άδειες κυψέλες τους ένα πιάνο ξεκούρδιστο συνωθούσε στα
πλήκτρα του την τυραννία των περασμένων.
Εσύ είχες φύγει από χρόνια. Ή μήπως θα ’φευγες αύριο;

Πάνω απ’ το σώμα του νεκρού καλοκαιριού οι κραυγές των γλάρων
μάταια ικέτευαν τον θαυματοποιό να βγάλει απ’ το καπέλο του την
παιδική ηλικία του ήλιου.
Μάλλον θα ’φευγες αύριο.

Το πλοίο σφύριζε στην προκυμαία κι οι λιγοστοί ταξιδευτές, λαθραία
επιβιβάζοντας το προσωπικό τους μουσείο φαντασμάτων, καλύπταν
τα πορτραίτα, επειδή χαμογελούσανε πολύ. Πώς γίνεται κάποιος να
χαμογέλα πολύ; Το μοναδικό κορίτσι που έστεκε στην προκυμαία ίσως
να το γνώριζε.
—Να φροντίζεις τα τριαντάφυλλά μου, κάποιος από το κατάστρωμα
τού φώναξε.

θα ’ξερε, άραγε, τόσο μικρό που ήταν, ότι στο σώμα που αγαπήθηκε,
στη γη που ξενιτεύτηκε η αφή, σαν πέφτει η δροσιά νυχτερινών φιλιών,
μπορεί και να φυτρώνουν τριαντάφυλλα;

.

ΤΑ ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ

Τα μεσάνυχτα -συνήθως μεσάνυχτα-
που διάττοντα ποιήματα λυμαίνονται τον ύπνο σου
η γυναίκα μες στα μαύρα κατεβαίνει απ’ το κάδρο της
πρόχειρα κάπου ακουμπά τα λουλούδια
που όλη μέρα ασάλευτα διχοτομούσαν τις παλάμες της
ή εξαγοράζει με αυτά
τη σιωπή γειτονικών θαλασσογραφιών.

Λύνει τους επιδέσμους από τα παράθυρα
κι ακροπατώντας
με επιθέματα μέντας και γάζες
πλησιάζει το κρεβάτι σου.

Το ξέρει άλλωστε καλά:
τόσοι πόλεμοι άδοξοι, τόσες μάχες χαμένες
ξέρει καλά μετά τι απομένει…

Ένας στρατός νικημένος
από την εύφλεκτη αφή
κι εγκαύματα που διανυκτερεύουν
κάτω από τα σκεπάσματα.

.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;

«Γιατί σωπαίνουν τα κοχύλια;
Γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;
Τα ζώα τ’ αφανίσαμε και τα φυτά
Οι γυναίκες μας φόρεσαν όλα τα δάκρυα»
                             ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Δεν είν’ που στρίβει τη γωνιά
Πυρπολημένη υάκινθους η αθωότητά μας
Με μάτια τόσο σιωπηλά
Σαν στοχασμός του δειλινού
Στα τέλη του Σεπτέμβρη

Δεν είν’ που πλέουν πένθιμα
Μικρά σεντούκια ψάθινα
Γεμάτα παραμύθια
Γυάλινους βώλους που σκορπά
Τη νύχτα ο γαλαξίας
Μολύβια και σφεντόνες

Όμως γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;

Δεν είν’ που αποφοιτήσαντες Θεοί
Με αποσκευές στο χέρι
Κοιτάζουν το ρολόι του σταθμού
Την ύστατη αναχώρηση
Πάνω από ουράνιους εξώστες
Καρτερώντας

Είναι που τα γαλάζια μας τετράδια
Στη νύχτα εξατμίζονται
Κι ύστερα γίνονται πουλιά
Και τραβηγμένα στη στεριά καΐκια
Ερωτεύονται

Μα επιτέλους γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;

Το σφύριγμα του τραίνου ολοένα πλησιάζει
Γιατί λοιπόν δεν τραγουδούνε;
Ίσως τα προσπεράσει
Κι ύστερα πούνε αδιάφορα:
Το τραίνο δεν το είδαμε
Το σφύριγμα του πνίγηκε απ’ τις μελωδικές φωνές
Εμείς μονάχα τραγουδούσαμε
Πάντα σ’ όλο τον κόσμο
Χωρίς ποτέ κανείς να μας ακούει

.

ΦΡΑΓΜΑ ΘΕΡΜΗΣ

Κατευοδώναμε την αναχώρηση
Των νηκτικών πτηνών
Αγιάζοντας τα ύδατα
Με παπαρούνες
Βγάλαμε και φωτογραφίες

Ανυποψίαστοι κι οι δυο
Για τον κατακλυσμό

.

ΑΠΟΥΣΙΕΣ

Καταμεσής του υετού παλιρροώντας σε Έρωτες
Έψαχνα
Ένα παράθυρο ανοιχτό να το φυσάει ο Αύγουστος
Μια ξαφνική εκπυρσοκρότηση γιασεμιών
Μήπως και φωταγωγηθούν
Οι σκοτεινές πλατείες του μυαλού μου

Να γέρνω με θυμάται
Να σπρώχνω απουσίες και να γέρνω
Κι ύστερα φωνές
Πέφτω. Λυγίζουν τα υπάρχοντά μου κι η προδοσία
Με φυσάει από τη μνήμη
Κάποιος να κλείσει ερμητικά τη μνήμη

Τα σπίτια τα στοιχειώνουνε ύπουλες χαραμάδες
Ρωγμές που μόλις και μετά βίας χωράει
Ένα γράμμα ή μια τύψη λαθρεπιβάτιδα της σκόνης

Γιατί δεν κλείνει εντελώς;
Ποιόν αποχαιρετά αυτό το φλύαρο μαντήλι
Που προεξέχει του χαμού;

.

ΩΣΕΙ ΠΑΡΩΝ

Με ξόρκια που διαλύουν την αιθάλη και ξαστερώνουν την
Όραση περάσανε τα χρόνια

Το ένα μου χέρι ύψωνα σε πολιτείες γυάλινες με ανθρώπους
Που απ’ το «χωρίς» προτίμησαν το «με»
αναρριχώμενο ιστίο επάνω από τη θύελλα
την έλευση προφήτευε μιας νέας φράσης άφθαρτης
—πώς λέμε Εύκλειτος Πόνος—
Στ’ άλλο μου χέρι κράταγα μια εξαρθρωμένη κούκλα
άνεργα τα μάτια της διαιώνιζαν
σε χρόνους παρατατικούς τεμαχισμένων
εικόνων ράκη

Κι εσύ εκεί, πάντα εκεί να με παιδεύεις
Σαν πετραδάκι στο παπούτσι να με ακλουθείς
Σταμάτα πια να με ρωτάς
Τί με ρωτάς, κουράστηκα
Πού θες να ξέρω με τι ριμάρει το «θυμάμαι»;

.

ΕΝ ΤΩ ΜΝΗΣΘΗΝΑΙ ΑΥΤΗΝ

.

Η ΠΡΟΦΑΣΗ

ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ του Άη -Γιαννιού
Πίσω από φτέρες και γεράνια
Ταξίδεψε κάτω από ανοιξιάτικα λειβάδια
Που σήκωναν στους ώμους τους
Σαν συνοδεία πένθιμη
Το θρήνο της περιφοράς
Υγρό και ευωδιασμένο
Καθώς αρμένιζε στους ουρανούς
«Αι γενεαί πάσαι»
Κι όταν οι αγροί θερίστηκαν
Αφουγκραζόταν τους τροχούς της άμαξας
Να κουβαλούν τα λείψανα
Του Μάη και του Ιούνη

Μόνο ένα κλωνάρι κερασιάς
Προσποιήθηκε πως είχε μαραθεί
Και γλίστρησε από την άμαξα
Και από το φως κρατήθηκε
Που σκόρπιζε στο πέτρινο προσκέφαλο
Ένα κερί αναμμένο

Πόσο γαλήνια κι όμορφη
Φάνταζε τώρα
Που κερασάνθια στόλιζαν
Το κρύο μέτωπό της

.

ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΗΝ ΕΙΔΑΝ

Κι όπως γνέφει κανείς αποχαιρετώντας
χάραξε με το χέρι της το φως της αστραπής
αφήνοντας ξωπίσω της
ολόλευκες γάζες ν’ ανεμίζουν.

Από τότε κάποιοι την είδαν
σε καταρράκτες φωτός να κωπηλατεί
και κάποιοι άλλοι
μ’ ένα ματσάκι παπαρούνες
φλόγες ν’ ανάβει
στων καθρεφτών τα ερέβη
έχοντας πλάι της
ένα ασκέρι από νεκρά παιδιά
επίμονα να της ζητά
να τους διαβάσει παραμύθια.

.

ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΟΤ ΓΥΡΙΣΜΟΥ ΣΟΥ

Κι εγώ απόμεινα εδώ
Σχεδίες γυάλινες να ρίχνω
Μες στων ματιών την ίριδα
Σαν πλεύσεις να ’ρθεις να με βρεις
Να μην πνιγείς
Απ’ το θολό μου δάκρυ
Σκοινιά ν’ απλώνω ένα γύρο
Σε καπνοδόχους και καμπαναριά
Γιατί η ομίχλη βύθισε
Τους κήπους των κατόπτρων
Σε μια γαλάζια πάχνη

Κι εγώ απόμεινα εδώ
Το ουράνιο τόξο να τεντώνω
Πίσω από τους πλόκαμους του σκοταδιού
Για να εκτοξεύω πούπουλα
Λευκών περιστεριών
Την πτήση σου αναγγέλλοντας
Από τους ουρανούς

Πίσω από το τζαμωτό της εκκλησιάς
Απόμεινα να ξαγρυπνώ
Στη θέα σου
Μιαν αγκαλιά βεγγαλικά
Ν’ ανάψω

.

ΚΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ…

Στους διαδρόμους τ’ ουρανού
Την έχασα
Στις αχανείς εκτάσεις της σιωπής
Δεν την άκουγα πια

Κι από τότε
Κάθε φορά που το καμπαναριό
Γεμίζει από πουλιά
Κι ακούγονται οι Χαιρετισμοί
Ως το λειμώνα των ψυχών
Ξυπόλυτη τη βλέπω να περνά
Μέσα απ’ των κάτασπρων σταυρών το δάσος
Σιάζοντας το χτενάκι στα μαλλιά της
Τινάζοντας τα χώματα από το φουστάνι της
Κι ύστερα
Όμοια με πυροτέχνημα
ή εκπνοή φωτός
Πάνω από τις στέγες ν’ απογειώνεται
Σφίγγοντας μέσα στη χούφτα της
Το παιδικό μου χέρι
Που φεύγοντας το είχα ξεχάσει
Στα άσπρα της μαλλιά

.

ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Τη νύχτα εκείνη αλλόκοτες σκιές κατέβηκαν στο σπίτι μας
Η στέγη είχε εκτιναχτεί από νωρίς
Φορτωμένες μετέωρους βηματισμούς, μια συμφωνία ύπνου
Και φτυάρια με κολλημένα επάνω τους πέταλα από
Γαρύφαλλα παλιά πλησίασαν στο δωμάτιο
Σε γύρευαν παντού
Στο πανεράκι με το πλέξιμο ένα μαντήλι με δάκρυα
Φυλαγμένο, η λάμπα της τραπεζαρίας αναμμένη
Κι η σχολική ποδιά μου ασιδέρωτη

Θα έρθει, δεν μπορεί. Έχω σχολείο, τους είπα

Σε βρήκανε στην κουζίνα, γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι
Μπροστά στα εικονίσματα με τις αποσκευές στο χέρι
Φορούσες το μαύρο σου παλτό
Απ’ το άλογό του επάνω σκυμμένος ο Άη-Γιώργης
Σε βοηθούσε ν’ ανεβείς, ενώ οι δίπλα άγιοι παραταγμένοι
Στη σειρά υπόσχονταν πως θα φυλάν το σπίτι
Ύστερα χιόνισε πολύ

.

ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΤΟΥ ΦΕΓΓΟΥΣ (1993)

.

ΑΜΕΤΡΗΤΟΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΙ

Δονούνται μαύρες οι σκιές των πλατανιών
συνάζοντας στις τσέπες των παιδιών
λιανά κομμάτια αστραφτερά
από άστρα κρυσταλλένια.

Μα, εμείς οι δυο
υπνοβάτες σε έναν κόσμο καταθλιπτικό
πιο μόνοι κι απροσδόκητοι
από ένα πυροτέχνημα
σε υπαίθρια γιορτή
να αναδεύουμε ψεύτικες πέρλες
απομεινάρια σημαιοστολισμών
και ασκήσεις μελαγχολικές στο πιάνο.

Δεν την αντέχω την παράσταση αυτή.

Μία λύπη πλεούμενη να χορεύει αμέριμνη
στο απέραντο σύμπαν του βάλτου
χλωμά αλογάκια ξύλινα
να δραπετεύουν στα ύψη
κι αμέτρητοι θλιμμένοι στις εξώπορτες
να περιμένουν να περάσει
η κηδεία τους.

.

.

ΛΥΠΗΜΕΝΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ (1986)

.

ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΙ

Θα στεφανωθούμε
στα γυρίσματα μιας μουγκής Άνοιξης
με βότσαλα κουφέτα κι άστρα ασημιά
τον μαύρο να σέρνουν γύρω μου χορό
χωρίς πατούσες, δίχως βήματα
και με ανθούς ξεκλείδωτα ψηφιά
που ουρανικά σημαίνουν.

Το φλογερό μου ταίρι καταποντισμένο
τη στερημένη μου ζωή θα εγκωμιάζει
οι καλεσμένοι στις σκαλωσιές
ντυμένοι για ταξίδι
θα ανασαίνουν ρεμβαστικά το «χαίρε»
και η αναγγελία
μια αστραπή αιφνιδιαστική:
ο ποιητής δεν θα ’ρθει.

Απ’ τη μονάκριβη ζωή μου
αστερισμοί παραιτηθείτε…

.

.

ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

.

ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ (2015)

.

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ (1931 – 2015)

Εν αναμονή
«Ακοίμητος στα στήθη μου
καημός ο καταποντισμός
τον παραδείσου»
Νυχτοφιλία

Παρότι το να είσαι καλλιτέχνης σημαίνει αποτυχία, και τέχνη σημαίνει αφοσίωση στην αποτυχία, σύμφωνα με τον Samuel Beckett, παρότι η τέχνη δεν λύνει προβλήματα αλλά μάλλον τα φθείρει μονάχα, όπως υποστηρίζει η Susan Sontag, παρ’ όλα αυτά ένα ποίημα στρέφεται ανέκαθεν εναντίον του κενού, ως ύστατη ταπεινή προσπάθεια του ποιητή ν’ αναστείλει για λίγο
την αποσύνθεση, φανερώνοντας ωστόσο απροκάλυπτα πόσο εύθραυστος είναι ο ίδιος. Κι εύθραυστος γίνεται γιατί το μέσα του είναι πιο βαθύ από κάθε σκοτάδι.
Ένα τέτοιο βάθος, τυραννισμένο από μνήμη, μαβιά απόβραδα μιας Κέρκυρας υγρής, γυάλινους ήχους έρημων παλαιοπωλείων και σημαιάκια χάρτινα πεταμένα απ’ την παρέλαση τόσων νεκρών, είναι αυτό που αναδύεται απ’ ό,τι αφήνει στο χαρτί η ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη.

Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι
Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σον αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

Ο ληξίαρχος, 1989

Τεχνουργός υψηλής καλαισθησίας, κατορθώνει να καθυποτάξει και να χαλιναγωγήσει την πληθωρική του αισθαντικότητα – άκρως ευαίσθητη, ευπρόσβλητη και τρυφερή – στη λιτότητα και στην περιεκτικότητα μιας γραφής που ωστόσο την οξύτητά της και το μερτικό της στο καίριο κανείς δεν μπορεί να της αμφισβητήσει. Στην ποίηση του Αλεξάκη οι σιωπές απογυμνώνουν τη συγκίνηση από τη φόρτιση και μας εισάγουν στην υποβολή και στη μαγεία, οι οποίες μάλιστα, αποφεύγοντας τραχύτητες και αιχμές, απορροφούν και μεταδίδουν σε χαμηλό τόνο εξομολόγησης τη βιωμένη πλέον μελαγχολία. Έτσι, το καθημερινό συμβαίνον δεν περιορίζεται στην αντανάκλαση του ατομικού άλγους — ουσιώδους, οπωσδήποτε, και δραματικού — αλλά μεταβάλλεται σε υπόθεση συλλογική, καταθέτοντας ένα ήθος γραφής που πείθει με τον απόηχο μάλλον παρά με τον ήχο και συναρπάζει με τη διάθλαση και τη συστολή.

[…]
Σβήστε λοιπόν αυτούς τους προβολείς
μη με διαλύετε στους
ορυμαγδούς σας
αφήστε ν’ αφουγκράζομαι γκρεμούς
αφήστε να θωπεύω
τους νεκρούς μου

«Ο περιπατητής της παραλίας», Ο ληξίαρχος, 1989

Η επιμονή του Αλεξάκη στον καθαρμό της λέξης από στοιχεία περιττά και η συνεχής διάλυση και ανασύνθεση εικόνων και εννοιών με την αφαίρεση του ορατού σχήματος και του όγκου τους τον καθιστά περισσότερο υποβλητικό παρά αινιγματικό, καλλιεργώντας τη ρευστότητα που τείνει στη μουσική.
Με αυξημένη ωστόσο την αίσθηση του ειδικού βάρους των λέξεων δεν εκφεύγει των ορίων της λογικής συνάρθρωσης, καταθέτοντας λόγο κραυγή, μια και οι στίχοι του δεν είναι παρά συνθηματικά χτυπήματα στον τοίχο, προσπαθώντας να δηλώσει και σ’ άλλους έγκλειστους την παρουσία του, ή ένα τέχνασμα ανάλογο μ’ εκείνο των παιδιών που κάνουν πως γαβγίζουν
έξω από έναν τοίχο, προκειμένου να ανακαλύψουν αν υπάρχει
από πίσω σκυλί.

Χαμένος
σε μάταιες κι ασαφείς αναζητήσεις 
σαν τον εκ γενετής τυφλό
που ωστόσο
ξέρει πως γύρω υπάρχει φως
ανθίζουν φλόγες

Μα πώς αυτές τις φλόγες
τις αόρατες
με τις παλάμες όλο εγκαύματα
ν’ αγγίξω
και πώς να ψηλαφίσω αυτό το φως;
Θαρρώ
ναυάγιο στο βυθό πως είμαι
Θαρρώ πως είμαι
των βυθών ο εγκάθειρκτος
[…]

Βυθός, 1985

Άλλοτε πάλι απογυμνώνει τον λόγο από την εννοιολογική του αναγκαιότητα, κάποτε ακόμη και από το ηχητικό του περίβλημα, γενόμενος ο ίδιος ο μεσολαβητής εκείνος που θα μας βοηθήσει να ψηλαφίσουμε το άρρητο, ώστε τελικά – κατά τρόπο ακαριαίο – να οριστούν ο λογισμός και το όνειρο. Για τον
λόγο αυτό, αναζητώντας αφορμές διαφυγής από την άγονη στιγμή και το ασήμαντο, καθηλώνει το βλέμμα του σ’ ό,τι αντανακλά και απηχεί την αιωνιότητα, όπως αυτή αναδύεται μέσα από τις μυστικές περιπέτειες της ψυχής, μικρούς θανάτους καθημερινούς και καθιζήσεις που ωστόσο αναζητούν τη λύτρωση:

Μιλώ
γι’ αυτόν που αιώνια καρτερεί
μ’ ένα κερί λιωμένο στην παλάμη

Νυχτοφιλίa 1995

ή αλλού πάλι στη Νυχτοφιλία

Εσύ
στα βάθη πάντα
μακρινή

για να ’χει μιαν ελπίδα η μάταιη πτήση

Δεν είναι ωστόσο βέβαιο πως η έλευση αυτής της λύτρωσης, η δικαίωση τόσης αναμονής θα αποδώσει τα προσδοκώμενα και θα μεταφέρει την ύπαρξη από τη σφαίρα του ευκταίου στην ατμόσφαιρα του βιωμένου Παραδείσου.
Θέλεις το ενστικτώδες πάθος για το εκλεκτό και η αυθαίρετη μυθοποίησή του, για να ’χει δέος η δέηση και ο αποκλεισμένος εαυτός διέξοδο ικανή, θέλεις η ανάγκη να αλλοιωθεί το τέλειο, γιατί το μέτρο προλαμβάνει την ύβρη, πάντως η καβαφική αγωνία για τη νέα τυραννία του φωτός, όταν ανοίξουν τα παράθυρα, μοιάζει να στοιχειώνει και τους στίχους του Αλεξάκη:

Κι αν τα κρυμμένα μάς
φανερωθούν

πόσοι θ’ αντέξουν τόση
φωταψία;

Νυχτοφιλία, 1995

Ο Ορέστης Αλεξάκης έχει αντιληφθεί την ιστορία οδύνης και ηδονής που διεκτραγωδείται σε κάθε δοκιμασία ατομική, όταν η αμφιβολία για τη γνώση των ανθρώπινων απομονώνει ώ όντα σε μια πνευματική τραγικότητα, όπου η ψυχή – φάντασμα απίθανο — πλανιέται μάταια στα αδιέξοδα της διανόησης. Τη στάσιμη παραμονή ωστόσο στην αθλιότητα ο Αλεξάκης δεν τη συζητά, την παραίτηση που φθείρει τις αντοχές και μολύνει με την απελπισία την αναμονή δεν δείχνει να την κατανοεί. Δίχως απαραίτητα να στρέφεται στη χριστιανική ελπίδα, αλλά ίσως με μια κατάθεση θρησκευτικότητας χιλιετηρίδων μέσα του, ζει τη σιωπηλή αντοχή τού «είναι», βιώνοντας την εξορία του σ’ έναν κόσμο μακράν του Παραδείσου. Εκεί αναπνέει, κινείται, ερωτεύεται, μετράει τα όριά του, τον τρισυπόστατο χρόνο ζητά να κατανοήσει, γράφει στίχους, διαβάζει στίχους, υποδέχεται την έμπνευση, αποχαιρετά τους κομπάρσους και μόνος του πια, ήρωας και θεατής, σε σκηνικό ακαθόριστο, πιάνει κουβέντα με ήρωες του Beckett.
Ο Αλεξάκης υπάρχει περιμένοντας τον δικό του Γκοντό, βιώνοντας ίσως ασύνειδα το «εργάζου διά το αβέβαιον» του ιερού Αυγουστίνου, γι’ αυτό το αστάθμητο, το μυστικό και μάλλον περιττό, το οποίο, υπερβαίνοντας τα όρια του ωφέλιμου, πυκνώνει και συμπληρώνει τη ζωή μόνο με την αφαίρεση, στο  πλαίσιο πάντοτε μιας ιδιαίτερης μαθητείας στην υπερηφάνεια.
Ο θάνατος, με όλες τις κατοπτρικές του μεταμορφώσεις, καθώς και η παρατεταμένη παραμονή στα μισοφωτισμένα υπόγεια του παρελθόντος χρόνου δεν είναι παρά μια μονοφωνική καταγγελία του ποιητή για τη σκιαμαχία του έρωτα, τη μάταιη αναμονή μιας απόκρισης στο άλυτο αίνιγμα της ζωής.
Η μύηση λοιπόν στη ματαίωση

12. Κι ο ποιητής…
…αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων

Η λάμψη 1983

καθώς και ο θρήνος για την απώλεια του ανύπαρκτου

3. Ωκεανός
Και πόσος κόσμος Θε μου τι βοή
μες στην καταραμένη πόλη

μες στο τριμμένο φως τον κουρνιαχτό
τις τρομαγμένες μάσκες όπου εγώ

με απελπισμένο βλέμμα ναυαγού ·
του κάκου ψάχνω να σε δω κι Εσύ

πάντοτε αργείς να ’ρθεις και
πρόωρα φεύγεις

Η λάμψη, 1983

στηρίζουν μια ποίηση που υμνεί τα συντρίμμια σ’ ένα σκηνικό
παιδικής γιορτής που άργησε να αρχίσει, γιατί γύρευαν το παιδί και πέθανε η μητέρα.

Έκλεισα τις ρωγμές
Έκλεισα τις ρωγμές του σώματός μου
σκούπισα των καιρών τ ‘ αποκαΐδια
τόσα συντρίμμια
τόση στάχτη εντός μου

στόλισα της ψυχής τ’ ανθοδοχεία
όλα τα φώτα μου άναψα

και τώρα

προσμένω μάταια να μ’ επισκεφθείς
προσμένω μάταια να
με κατοικήσεις

Βυθός, 1985

Οι sotto voce στοχασμοί του και η δραματική πυκνότητα της ψυχικής εμπειρίας κυριαρχούν στην ερημιά, με αποτέλεσμα να μεταναστεύουν το βλέμμα μας σε αθέατες ραγισματιές μνήμης και λήθης, έρωτα και θανάτου, τις οποίες και παλεύει με ποιήματα συρραπτικά να επουλώσει, για να δικαιώσει για άλλη μια φορά τη θλιβερή διαπίστωση πως «πιάνουν στη γη μας
λίγο τόπο τα πολύτιμα». «Εν τω μνησθήναι», λοιπόν, πόνων, φόβων και διαψεύσεων και πάντοτε μασώντας το πικρόχορτο ενός έρωτα για πρόσωπο με ασαφή χαρακτηριστικά, ωστόσο σαφώς προσδιορισμένο μες στην αντινομία του, αποφασίζει να του προσδώσει την ιδιότητα του μεσάζοντα ανάμεσα στους
ενοίκους του πάνω και του κάτω κόσμου.

Αναμονή
Ξέρω πως είσαι μέσα μου κι ωστόσο
θαρρώ πως απ’ τον έξω κόσμο θα ‘ρθεις
Ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν
από τα βάθη μακρινού διαδρόμου
Άλλοτε λυπημένα με κοιτάς
μέσ’ απ’ το φως φανταστικής οθόνης
μου δείχνεις ένα πέτρινο πηγάδι
κι ένα παιδί στο φιλιατρό
να κλαίει
Κάποτε σκοτεινιάζεις και γεμίζεις
τον ύπνο μου κεριά και μαύρα ρούχα
και σε φοβάμαι μέσα στην αγάπη
και σε φοβάμαι
μέσα στην ελπίδα
Όμως καμιά φορά
χαμογελάς
με τόση τρυφερότητα με τόση
παιδική μνήμη που άξαφνα διακρίνω
– κάπου, στα βάθη των
διαλογισμών
κάπου στα μάκρη ενός
χαμένου κόσμου —
πρόσωπα που εξαγνίζονται στο φως
πράγματα που εξαχνίζονται
στη δόξα
Σα να ‘χει κάπου ο χρόνος να σταθεί

Σα να χει κάπου κι ο Θεός
πατρίδα

Ο Απόπλους, 1999

Άλλωστε, με τον ρεμβώδη τίτλο της συγκεντρωτικής συλλογής του Υπήρξε – δηλωτικό της μελαγχολικής του επιστροφής στο παρελθόν, σε τοπία παιδικής μακαριότητας ή ακόμη και σ’ έναν προσωπικό χρόνο που, οριστικά στιγματίστηκε από το αμετάκλητο – ο Αλεξάκης αρνείται πεισματικά να αποκολλήσει το βλέμμα του από τον αόριστο και να τινάξει από τα ρούχα του τη σκόνη που επικάθισε υστέρα από τη μαζική αποχώρηση τόσων αγαπημένων. Θαρρείς κι αυτή η αναφορά σ’ ό,τι «υπήρξε» σταθμός ζωής, ονείρου ή εφιάλτη δεν γίνεται παρά με σκοπό τη συλλογή όλων εκείνων των ελαφρυντικών στοιχείων που θα απαλλάξουν τον ίδιο, αν κατατεθούν στον «σκοτεινό ληξίαρχο που ζυγώνει», λειτουργώντας ως αποδεικτικό της αθωότητας του υλικό, ως άλλοθι για το αδίκημα της αμφισβήτησης
ή αλλιώς, το αδίκημα της αναζήτησης ενός μεγαλόπνοου σχεδίου πίσω από το άλυτο μυστήριο της ύπαρξης.
Τον αποφθεγματικό λόγο που αναδύει την απόσταξη της εσωτερικής ζωής και τον οποίο μας κοινώνησε η Νυχτοφιλία ακολούθησε η υψηλής ποιότητας ομοιοκατάληκτη ποίηση που διαβάζουμε στα Αγαθά Παιχνίδια. Τη νοητή αυτή τριλογία ήρθε να συμπληρώσει η συλλογή του Ορέστη Αλεξάκη Μου γνέψουν, 2000.
Με διάχυτη την αγωνία του ποιητικού «εγώ» για τον τραυματισμό της ύπαρξης από την αιώνια απειλή του επερχόμενου τέλους και με εμφανή ωστόσο τον μετεωρισμό τόσων ερωτημάτων, διλημμάτων και αδιεξόδων, επιχειρείται η αρτιωμένη αισθητικά σύνθεση άτακτων εικόνων και έμμετρων παλινδρομήσεων που συναρπάζει. Με τη συλλογή αυτή, με την οποία αναβαθμίζεται εμφανώς ένα σκαλί ποιοτικά από τις άλλες έμμετρες, ο Αλεξάκης συνταιριάζει παλιές μορφές με καινούργιους τρόπους έκφρασης, δίχως ωστόσο – όπως ο ίδιος εξομολογείται – να αποβλέπει στην εκπομπή κάποιου συγκεκριμένου μηνύματος που να συνιστά μια έμμεση στροφή – επιστροφή σε φόρμες παλιές. Η μόνη του ίσως πρόθεση είναι η συνειδητή
πλέον αποστροφή απ’ ό,τι περιορίζει την έκφραση συμπιέζοντάς τη σε δόγματα, μόδες και σχολές, στο όνομα μιας κατ’ επίφαση μοντέρνας γραφής. Τον κίνδυνο άλλωστε απώλειας της αισθητικής ποιότητας δεν τον αποτρέπει καμία οριοθέτηση, δεν τον ξορκίζει κανένας προϊδεασμός, για να συμμεριστούμε τους φόβους του Ελύτη, όταν προειδοποιούσε: «Νέε, θυμήσου δε γίνεσαι δούλος, όταν σε υποτάσσει μόνον αυτός που έχει την εξουσία – αλλά κι εκείνος που την πολεμάει». (Εν Λευκώ). Εκείνο πάντως που θεωρείται αξιοπρόσεκτο είναι πως ο Αλεξάκης τηρεί με θρησκευτική αφοσίωση τους αυστηρότερους κανόνες φόρμας, κομίζοντάς μας ποιήματα μοναδικής ευρηματικότητας και τέλειας μορφής, την ώρα που θα περίμενε κανείς να ακολουθήσει μια πιο χαλαρή γραμμή, ύστερα μάλιστα από τις υπονομεύσεις της φόρμας που οι θιασώτες της λεγόμενης ανανεωμένης
παράδοσης θέλησαν να επιβάλουν, ως μεσοσταθμό ανάμεσα στην παλιά παραδοσιακή ποίηση και στον νεωτερισμό του ’30.
Μοναδικό μέλημά του παραμένει η ουσία του ποιήματος και σ’ αυτήν αναζητείται ό,τι ακριβώς και στη σύγχρονη ποίηση: η ανανέωση και η συνεισφορά στην έκφραση.
Με τη συλλογή Μου γνέφουν ο Αλεξάκης επιδίδεται στη σύνθεση, στη συναρμολόγηση και στην παρουσίαση ενός καλειδοσκόπιου, όπου απομονώνει και ακινητοποιεί αποκόμματα της φαντασίας, φραγμένα του ονείρου ή και του εφιάλτη, ακολουθώντας πιστά τη διαλεκτική των αντιθέσεων, η οποία
εξαιρεί την ανατροπή και την αντινομία. Οι πολυεδρικής υφολογίας στρατηγικές του, όσο κι αν συνιστούν μια επικίνδυνη όρχηση, αρνούμενες να συμβιβαστούν με το σταθερό περίγραμμα των εννοιών, διασπούν το σύνολο αναζητώντας την εξέλιξή του.
Υιοθετώντας το δομικό σχήμα της ασυνέχειας και χρησιμοποιώντας πάντα τη διάλεκτο της έκπληκτης ψυχής, ισορροπεί ανάμεσα στα σημαίνοντα και στα σημαινόμενα μ’ έναν λόγο νοηματισμένο και μυστικό, η κεντρική συνιστώσα του οποίου είναι η απόπειρα εξοικείωσης με τον χρόνο και η άρνηση συμφιλίωσής του με την υποψία ανυπαρξίας του Παραδείσου.

Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη
Περιμένω τον κουλό θεραπευτή
Περιμένω το φιλάνθρωπο ληστή
και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη
[…]
Περιμένω να ‘ρθει κάποιος να με σώσει
να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό
για ν’ αντέξω τον αντίπαλο ουρανό
Και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει
[…]

«Ταρατατάμ ή το ξόρκι», Μου γνέφουν, 2000

Το βέβαιο είναι πάντως πως ηθελημένα παγιδεύεται στη θύμηση:

Ω μνήμη
σπίτι που
με κατοικεί

μητέρα
που το στήθος μου θηλάζει

Νυχτοφιλία, 1995

προσπαθώντας να περισώσει ναυάγια, να ταριχεύσει μύθους που κινδύνεψαν από τον θάνατο:

Ο θάνατος
ο πιο
πυκνός
καπνός

ο θάνατος
ο κλίβανος των μύθων

Νυχτοφιλία, 1995

ενώ ο αιγυπτιακός Πρωτέας, που κρυμμένος μέσα του τον παρακινεί σε πειραματισμούς, ευθύνεται για τις εκπυρσοκροτήσεις μνήμης, φόβων και σκιών καθώς και για το διαλυμένο ψηφιδωτό της ψυχής του που, επικαλούμενο τη σύνθεσή του, δεν ενδίδει στη ματαιότητα. Η ποίησή του λοιπόν έχει μαθητεύσει στην αναζήτηση και έχει στρατευθεί στην αγάπη, όχι στη θεωρητική της αποδοχή ή στην αγαθή πρόθεση γι’ αυτήν, αλλά στην «ησυχασμένη» βίωσή της. Πιστός και ευλαβής ωστόσο των αμφιβολιών του, ο ποιητής του Ληξίαρχου ταλανίζεται από εφιαλτικές παραισθήσεις απόηχων, σκιών και ενυπνίων, συνομιλεί με πρόσωπα αποκρουστικά που σαρκάζουν την αναμονή του, ενώ στην ερώτησή του «Ποιος είν’ εδώ;» δεν του απαντούν, παρά τον απειλούν και τον φοβίζουν:
[…]
κι άλλες γυναίκες πια δεν έχει ο τόπος
να σε καλοδεχτούν και να σου στρώσουν
και μόνο εγώ σου απόμεινα καλέ μου
μια στείρα
μια γριά σακατεμένη
σε σκοτεινή αγκαλιά να σε τυλίξω

«ΔΥΟ ΜΟΝΟΚΟΝΔΥΛΙΕΣ, α. Η γριά», Ο Απόπλους, 1999

Κι ενώ τρομοκρατείται και κρύβεται φοβισμένος στην ποδιά της νοσοκόμας ή σκαρφαλώνει σε δοκάρια και καμπαναριά, κάποτε απελπίζεται από τη μάταιη αναμονή και εγκατάλειψη, και αγανακτεί προειδοποιώντας:

[…]
Μην περιμένετε τον άυλο ταχυδρόμο
Κανείς δε θα ’ρθει να μας φέρει το κλειδί
Μείνετε πάντα το ανεξήγητο παιδί
Που αποστηθίζει τη βροχή στον άδειο δρόμο

«Drachenfels», Ο Απόπλους, 1999

Δεν γνωρίζω αν διαβάζοντας Αλεξάκη παρακολουθούμε ταυτόχρονα μια εφιαλτική ταινία βουβού κινηματογράφου, αν επιστρέφουμε στην αποθήκη με τα χαλασμένα μας παιχνίδια ή τελικά ανακαλύπτουμε πως είναι κοινή η ταυτότητα των δακρύων. Ωστόσο, παντού σανίδα σωτηρίας το ποίημα ή, όπως αλλιώς λέγεται, ο έρωτας. Ο έρωτας για τη Μαρία που, πού θα πάει, θα υπάρξει, ο έρωτας για την αλήθεια και τη «μουσική ουρανών μέσα σε πάμφθηνα πράγματα»…
Κι εκείνος; Ένας τύπος του Kafka που κυνηγάει τον εαυτό του, που πολεμάει το κενό και που, όταν πια κουράζεται στη μάταιη αναζήτηση του Παραδείσου, μαθήματα παραδίδει γλώσσας, μνήμης και μοναξιάς.

.

.

ΣΥΡΡΑΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ (2012)

[Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη]

Αν, ολοκληρώνοντας τη μελέτη αυτή, θα ’πρεπε να επισημάνω ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Aλεξάκη, τέτοια που την καθιστούν σημαντική αλλά και αναγνωρίσιμη, θα σημείωνα τα ακόλουθα:

Πρώτο στοιχείο: Η μουσικότητα.
Πρόκειται κατά την άποψή μου για το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της συγκεκριμένης ποιητικής. Περισσότερο ή λιγότερο φανερά, ο ίαμβος δεν εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ την ποίηση του Αλεξάκη  εξασφαλίζοντας της την ιδιαίτερη αρμονία που τη χαρακτηρίζει, ακόμη και στα πεζότροπα ποιήματά του, όπως έχουμε ήδη επισημάνει. Και είναι η μουσικότητα αυτή κατ’ εξοχήν σημαντικό στοιχείο ποιότητας του ποιητικού έργου, καθώς γνωρίζουμε ότι η μήτρα πού κυοφόρησε και γέννησε την Ποίηση ήταν η ενιαία μορφή τέχνης που τη συγκροτούσε ως ένα σώμα, η τότε αδιαίρετη τριάδα: λόγος (ποίηση),
ήχος (μουσική), κίνηση (χορός). Ο διαχωρισμός τους αργότερα ήταν φυσικό να αφήσει σε κάθε μια απ’ αυτές κάποια ίχνη από την προηγηθείσα συνύπαρξή τους. Και το φαινόμενο αυτό γίνεται περισσότερο αισθητό στην ποίηση, όπου η μουσική εξακολουθεί να διεκδικεί – επαξίως πιστεύω – τη θέση που της αφαίρεσαν. Ο Hegel γράφει στην Ποιητική του ότι «η μουσικότητα είναι θεμελιακό γνώρισμα της ποίησης». Θα τολμούσα να πω ότι δεν είναι – όπως φαίνεται να πιστεύουν οι περισσότεροι – στοιχείο εξωτερικό και διακοσμητικό, ένδυμα του ποιητικού σώματος, αλλά ένα με το ποιητικό σώμα, από το όποιο δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί, χωρίς την καταστροφή του ποιήματος.
Ειπώθηκε ότι ο Αλεξάκης, οπαδός – και λόγω καταγωγής – της μουσικότητας, αγωνίζεται συνειδητά με την ποίηση που γράφει, υπερασπιζόμενος έμπρακτα την άποψή του. Μολονότι έχω ήδη διατυπώσει την πεποίθηση ότι ο εν λόγω ποιητής γράφει μελωδικά, καθώς δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, παρά ταύτα δε θα μου ήταν δύσκολο να δεχθώ ότι ταυτόχρονα διάκονε! τον μουσικό στίχο ως στρατευμένος – ή αλλιώς συνειδητοποιημένος – υπερασπιστής και προπαγανδιστής του. Και μάλιστα σε τέτοιο επίπεδο δεξιοτεχνίας, πού εγείρεται το ερώτημα: έχουν οι λέξεις άραγε τον δικό τους ρυθμό, ο οποίος και επιβάλλεται στο ποίημα, ή μήπως είναι ο ρυθμός που κινεί τα λόγια, με την έννοια ότι τα παράγει και τα εξαναγκάζει κάποτε να υπακούσουν σε μιαν ιδιάζουσα δική του φιλοσοφική και υπαρξιακή τοποθέτηση; Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε την υποσκέλιση του ποιητικού υποκειμένου, το όποιο συνεπώς ουδεμία ευθύνη μοιάζει να φέρει για το αποτέλεσμα, καθώς, όπως σημειώνει ο Χάιντεγκερ, «δεν πρέπει να περιορίζουμε τη δόνηση της ποιητικής έκφρασης στα στενά όρια μιας απόφανσης». Κάτι ανάλογο σαν να συμβαίνει κι εδώ, αφού από τη διελκυστίνδα τόνου και νοήματος μοιάζει να κερδίζει το ίδιο το ποίημα, αφήνοντας αμήχανο τον ποιητή, με την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος ελέγχει την κατάσταση. Και τότε που βρίσκεται ο ποιητής; «Αν ούτε ήρωας είναι ούτε και συγγραφέας, που θα τον συναντήσει η ανάγνωση μας;

Ο Ορέστης Αλεξάκης δεν κινείται ούτε επάνω στη σκηνή ούτε στην πρώτη η δεύτερη σειρά φαίνεται καθισμένος, σε ρόλο σκηνοθέτη. Η φωνή του, φωνή εγγαστρίμυθου θαρρείς, ακούγεται απ’ τα υπόγεια της ύπαρξης των πάντων. Υποβολέας του ίδιου του εαυτού του, γίνεται κάποτε κι ο ήχος ακόμα των σκηνικών της παράστασης, ήχος – απόηχος ενός κόσμου που μόλις ανεγείρεται, αμέσως καταρρέει.

Δεύτερο στοιχείο: Ο συγκρατημένος, ελεγχόμενος αλλά πάντως εμφανής συναισθηματισμός που διατρέχει την ποίηση του.

Ο Αλεξάκης αρνείται να είναι ένας αδιάφορος θεατής, που παρακολουθεί απλώς το ποιητικό συμβάν αρκούμενος στην περιγραφή του. Αντίθετα, συμμετέχει σ’ αυτό, πάσχει, υφίσταται. Και τούτη η συμμετοχή δίνει στην ποίησή του το στίγμα της αυθεντικής ειλικρίνειας που ενισχύει την αμεσότητα της επικοινωνίας. Όμως, μολονότι έχει χαρακτηρισθεί ως «λυρικός ποιητής», εντούτοις δεν παρασύρεται από το συναίσθημα, το όποιο μάλιστα συγκρατεί αποφασιστικά στα όρια της ευπρέπειας και της σοβαρότητας.

Τρίτο στοιχείο: Ο τεχνικά άψογος στίχος.

Ένας στίχος πάντοτε καλοδουλεμένος, συνοπτικός – χωρίς περιττολογίες, συνεκφορές η χασμωδίες – και ευθύβολος, με την έννοια ότι δεν παρεκκλίνει της πορείας του, αλλά κατευθύνεται σταθερά στον προεπιλεγμένο στόχο. «Σμιλεύει τις λέξεις του, κάποτε μέχρι την εκζήτησή τους. Οι λέξεις του είναι γενικά τόσο εύηχες, που οι γλυφές, το δούλεμα μ’ άλλα λόγια, γίνεται ορατό» παρατηρεί η Νατάσα Κεσμέτη.  Ως εκ τούτου, το προηγούμενο στοιχείο του ελεγχόμενου αλλά εμφανούς συναισθηματισμού σε συνδυασμό με την έκδηλη μέριμνα για την εμφάνιση στίχων που παραπέμπουν στη διεργασία των λεπτουργημάτων μοιάζει να επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο την άποψη του Philip Larkin για τη «συνταγή» του καλού ποιήματος. Υποστήριζε λοιπόν πως για την κατάκτηση του αξιόλογου στην ποίηση δεν επαρκεί ούτε μόνη της η συναισθηματική υπερχείλιση ούτε βέβαια μόνη της η άψογη δόμηση του στίχου αλλά ο γόνιμος συνδυασμός τους.

«…Ένα ποίημα δεν είναι μόνο συναίσθημα. Από τη δική μου εμπειρία, μπορώ να πω ότι υπάρχει η συναισθηματική πλευρά – ας την πούμε η όψη του πιρουνιού – και αυτή πρέπει να τη διασταυρώσεις με την όψη του μαχαιριού, αυτή είναι η όψη που θέλει να κόψει, να ράψει, να τακτοποιήσει το ποίημα… Ποτέ δε γράφεις ποίημα μόνο από την όψη του μαχαιριού, που θα ήταν σαν να γράφεις μια επιστολή προς τους Times».

Τέταρτο στοιχείο: Ο πλούτος των λέξεων και η ακρίβεια των εννοιών.

Ουδεμία αμφιβολία ότι ο Αλεξάκης κατέχει την ελληνική γλώσσα όσο ελάχιστοι σύγχρονοι ομότεχνοί του και εκμεταλλεύεται μεν δικαίως τις δυνατότητές του, χωρίς όμως να δημιουργεί την εντύπωση ότι εξωθεί τη γλώσσα του ως την εκζήτηση, όπως ισχυρίζεται η Νατάσα Κεσμέτη. Βέβαια, η γλώσσα στην ποίηση του Αλεξάκη αποτελεί ένα κεφάλαιο ξεχωριστό από μόνο του, άξιο να σκύψουν επάνω του για μαθητεία οι νεότεροι. Μιλώ για μια ιδιαιτέρως φροντισμένη και ουδέποτε επιτηδευμένη χρήση του λόγου, που πέρα από το σεβασμό απέναντι στην ίδια την Ποίηση, ο όποιος εκδηλώνεται με στάση προσοχής απέναντι της, μοιάζει να πηγαίνει ακόμη παραπέρα. Τολμά και κάνει μια βαθιά υπόκλιση, αυτή τη φορά όμως στον Σολωμό και στον Κάλβο, μια υπόκλιση – υπόσχεση για συνέχιση της ίδιας μουσικής υπόκρουσης που νυχθημερόν ακούγεται στα καντούνια των Επτανησιακών Γραμμάτων.

Πέμπτο στοιχείο: Η ευπρέπεια.

Η ευπρεπής χρήση της γλώσσας αλλά και των νοημάτων της είναι, θα έλεγε κανείς, έμμονη ιδέα του ποιητή της «ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑΣ». ». Ως γνήσιος επτανήσιος ευπατρίδης, φορέας κοινωνικής αγωγής και συνειδητός διεκδικητής της έξωθεν καλής μαρτυρίας – «Σου χρωστώ την Εξωθεν καλή μαρτυρία του κόσμου» – δεν ολισθαίνει ποτέ σε φραστικές ασχήμιες η ακόμη και υπερβολές στο όνομα π.χ. ενός κακώς εννοούμενου μοντερνισμού, ρεαλισμού, αντικαθωσπρεπισμού η ενός δήθεν πηγαίου αυθορμητισμού. Ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις που η θεματολογία του σου δημιουργεί προς στιγμήν την αίσθηση ότι θα τον παρασύρει σε κάποιο μικροολίσθημα (π.χ. στο ποίημα Αχινός), ακόμη και τότε δεν υπερβαίνει τα όρια κοσμιότητας, που ο ίδιος έχει θέσει στον εαυτό του.

Έκτο στοιχείο: Η συνεχής αναζήτηση μορφής και ύφους.

Όπως ήδη παρατηρήσαμε, καμία από τις ποιητικές συλλογές του Αλεξάκη δεν μοιάζει να είναι απλή συνέχεια της προηγούμενης μορφολογικά κυρίως αλλά και θεματολογικά. Όλες ανεξαίρετα κομίζουν κάτι άλλο, μιαν άλλη αισθητική άποψη, μιαν άλλη οπτική, μια διαφορετική μέθοδο επεξεργασίας του θέματος. Κάθε μια από αυτές έχει τη δική της ταυτότητα και σε τελευταία ανάλυση τον δικό της λόγο ύπαρξης. Γεγονός που μαρτυρεί τον ανήσυχο, ανικανοποίητο, αλλά και δημιουργικό χαρακτήρα του ποιητή. Όπως όμως και πιο πάνω τονίσαμε, αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι η ποίηση του Αλεξάκη δεν είναι σε κάθε περίπτωση αναγνωρίσιμη. Αντιθέτως. Σε όλους τους μορφολογικούς αλλά και άλλους πειραματισμούς της φέρει σαφή και ευδιάκριτα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δημιουργού της. Και το γεγονός αυτό – το να μπορείς δηλαδή να είσαι ταυτόχρονα και μεταβαλλόμενος και αναγνωρίσιμος – είναι κατά την άποψή μου ένα επίτευγμα.

Έβδομο στοιχείο: Η συγκίνηση ως άξονας αισθητικής.

Πρόθεση και πεποίθηση του ποιητή – όπως αυτό προκύπτει από τη σταθερή διαδρομή του – είναι η μετάδοση της συγκίνησης, εμβαπτισμένης όμως στα βαθιά νερά μιας αισθητικής απαιτητικής και απαρέγκλιτα ορθοτομημένης. Η αισθητική στον Αλεξάκη ωστόσο δεν κατέχει τη θέση του μέσου, ενός οχήματος δηλαδή που – φτιαγμένο από υλικά ρίγους και έκστασης – του έχει απλώς ανατεθεί να μεταφέρει το πολύτιμο φορτίο του νοήματος. Δεν είναι λίγες οι φορές που το μέσο γίνεται σκοπός, με αποτέλεσμα το φορτίο να ταυτίζεται με το όχημα, στοχεύοντας στην απογείωση του λόγου στις σφαίρες της απόλυτης πυκνότητας.

«Με την πυκνότητα της πέτρας η του σίδερου / η και του ακόμα πιο πυκνού / θανάτου».

(«Η ΛΑΜΨΗ», «Αισθητική»)

Ανάγοντας την ομορφιά σε κάτι εξόχως ιερό και συνάμα αδυσώπητο, προσπαθεί μέσα απ’ την ποίησή του να μας μεταβιβάσει μιαν αλήθεια, να αποστείλει ένα μήνυμα. Κι αυτό συνίσταται στη διαπίστωση πως η ζωή είναι

ένα θαύμα ανεξήγητο, που η στενότητα του νου μας το εκλαμβάνει δυστυχώς ως αυτονόητο. Το ασφυκτικό αυτό πακετάρισμα του βίου σε κανόνες λογικούς, επί τη βάση των οποίων όλα ερμηνεύονται και κατανοούνται αυτόματα ως αυτονόητα, βρίσκει τον Αλεξάκη εντελώς αντίθετο. Η συνειδητοποίηση ωστόσο αυτού του θαύματος μεταγγίζεται σ’ εμάς πολύ προσεκτικά, μακριά από κάθε μορφή διδακτισμού. Αντίθετα, την εισαγωγή μας στο Ανεξήγητο την επιχειρεί με τη δημιουργία εκείνης της μαγικής ατμόσφαιρας που προαναγγέλλει ως κάτι άκρως φυσικό το πλέον τερατώδες και απροσδόκητο. Μία συνύπαρξη δηλαδή αγαστή ανάμεσα στο απτό και στο φευγαλέο, ένας κόσμος τυχαιότητας και υπερβολής εφαπτόμενος στην καθημερινότητά μας, να μας ψιθυρίζει με την υποβλητική φωνή του μια μουσική αλλοτινή αλλά και πέραν πάσης μνήμης.

Όγδοο στοιχείο: Η μνήμη.

Ως γνήσιος ποιητής που δυσπιστεί στο αληθοφανές και αντιλαμβάνεται ως εικασία ακόμα κι όσα έζησε, ενδιαφέρεται πρωτίστους για τον σκοπό, και γράφει μήπως και βρεί μιαν επαρκή δικαιολογία για την ένοχή με την οποία είναι χρεωμένη η ύπαρξή μας. Με ποιήματα μονοκοντυλιές ο Αλεξάκης οριοθετεί τον τόπο. Μιλώ για τον τόπο «πριν» και τον τόπο «μετά», τον τόπο «πουθενά». Και ο τόπος είναι η μνήμη. Στις κρυπτογραφικές αρθρώσεις της μνήμης αυτής καταγράφονται οι παλμικές δονήσεις μιας συνείδησης ασκημένης να διυλίζει μέσα από τα φίλτρα της ευαισθησίας τη σύλληψη εκείνη που προσεγγίζει το ουσιώδες και πνευματικό. Τούτος ο διάλογος του ποιητικού υποκειμένου με τη μνήμη του κόσμου, έτσι όπως αυτή βρίσκεται καταγεγραμμένη στα κύτταρά του ως προέκταση του κόσμου που προηγήθηκε, του κόσμου που είναι και αυτού που έπεται, τον προικίζει με την ευλογημένη ψευδαίσθηση πως μ’ έναν τρόπο ιδιότυπο θα αποκατασταθεί η χαμένη ενότητα με το Όλον. Για τις συνειδήσεις άλλωστε που δε διατελούν εν υπνώσει, όπως είναι και η δική του, κάτι ανάλογο συνιστά μηχανισμό καθαρτήριο, όταν μάλιστα από τον εφησυχασμό επιλέγει την εγρήγορση και από τη φυγή τη συμφιλίωση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την κατάβασή του στον Άδη, με σκοπό να ανασύρει φευγαλέες στιγμές, μορφές αλλοιωμένες, μισοσβησμένες εικόνες μιας Ζωής που πια έγινε Θάνατος. Μα, οι μορφές και οι ζωές και οι στιγμές, όλη αυτή δηλαδή η σπαρακτική εποποιία του ανθρώπινου δράματος, με τη γραφή του Αλεξάκη αγιοποιείται, προκειμένου να τοιχογραφηθεί το εκκλησάκι της ποίησής του.

…/…

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

.

ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

«ΚΟΡΑΛΛΙ» Τ.14-15/ΔΕΚ./2017

ΛΕΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΙ ΑΠΟΣΙΩΠΩ

προϋπάρχει η λέξη του εαυτού μας
στην πυκνή της ύλης σιωπή
Ζωή Καρέλλη

Ο ποιητικός λόγος, όντας λόγος που αποβλέπει στη μέγιστη ουσία, συνθέτει μια εσωτερικά συνεκτική διάταξη. Είναι πλουσιότερος από αυτή την τόσο ακαθόριστη και κατ’ επίφασιν αισθητηριακή εμπειρία. Η λογική του και η δυναμική του είναι εσωτερικευμένες. Οι σκέψεις ανήκουν στον Τζώρτζ Στάινερ. Με αυτή την εσωτερική δυναμική, που οδηγείται στην εμψύχωση πολλών γλωσσικών σημάνσεων (σε μια «αδαμιαία περιβολή», όπως σημειώνουν οι δυτικές θεωρίες της λογοτεχνίας) καταγίνεται η Ευτυχία Λουκίδου, φέρνοντας ως εμάς τη φωνή της βαθιάς ζωής της.

Η Σχολή της Θεσσαλονίκης υπήρξε μια ιδιάζουσα περίπτωση στην ιστορία της τέχνης του λόγου. Ο Πεντζίκης, η Καρέλλη, ο Βαφόπουλος, ο Θέμελης, ο Ιωάννου, ο Ασλάνογλου, ήταν υπαρξιακοί ποιητές-ρέκτες της βαθιάς ζωής, αφηγητές ενός εσωτερικού βιώματος που λαμπρύνθηκε από τον μυστικισμό της πόλης και τον περιρρέοντα ερωτισμό της. Η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, ακουμπάει ολοκληρωτικά σε αυτή τη γενιά, κρατώντας τις ίδιες βάσεις: την εσωτερικότητα, το υπαρξιακό βάρος, το θρησκευτικό αίσθημα. Είναι φυσική επίγονος και συγχρόνως χτίζει επιπρόσθετες σκαλωσιές-δημιουργίες ενός πιο σύγχρονου καλλιτεχνικού προσώπου.

Ιδιαίτερες ατμόσφαιρες, ιδιαίτερο φραστικό ιδίωμα, λέξεις, νοήματα και καλλιεπείς αναπτύξεις υπηρετούν με επιδεξιότητα τη γραφή της Λουκίδου. Εντούτοις κατά την αίσθησή μου, εκείνο που κοσμεί την ποίησή της είναι μια ουσιαστική σοβαρότητα, ένας λιτός, σχεδόν αυστηρός τόνος, που θυμίζει την προσήλωση των ασκητών. Στο έργο της το θρησκευτικό αίσθημα δηλώνεται συνήθως με έμμεσους τρόπους, με σπαράγματα φράσεων και υπαινιγμών, με παρεμβολές στιγμιαίες και σπανίως με κεντρικά μοτίβα. Εντούτοις, κατασκευάζει συνδηλώσεις που απηχούν μια μυστικιστική ζωή, κάτι που σαφώς αντιλαμβάνεται εύκολα ο υποψιασμένος αναγνώστης.

Στα Αφόρετα Θαύματα –αυτό το κρυπτικό μωσαϊκό των βαθύτατων συναιθημάτων– ακούω έναν ιερατικό ψαλμό, που με παραπέμπει στον στίχο του ποιήματος Μεγάλη Παρασκευή, του Οδυσσέα Ελύτη (Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου), εκεί που μιλά για «ήχους βαθείς και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια». Αυτός είναι ο προσωπικός ήχος της Λουκίδου, άλλοτε ψιθυρισμός από κατανυκτικό εσπερινό και άλλοτε ζωηρή φωνή από πρωινή λειτουργία, δυό συμπληρωματικές μουσικές φόρμες με έντονο το στοιχείο της αφαιρετικότητας και του υπαινιγμού και προσθετικά, μιας υφέρπουσας θλίψης που υπονοεί τη ματαίωση πολλών πραγμάτων.

Η ματαίωση εντούτοις, δεν μοιάζει να αφήνει άδεια την εσωτερική ζωή της ποιήτριας. Αντιθέτως την οδηγεί σταθερά «στην άχραντη βελούδινη γυμνότητα», όπως σημειώνει η ίδια στο ποίημά της Το πρόσχημα: Ένα κορίτσι που σκύβει κι αφαιρεί/ το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του/δεν είναι παρά ένα πρόσχημα/ για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη/ να μεταμεληθεί ο θάνατος/ για τη συγκομιδή του/ μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν/ να σκεπαστεί η άβυσσος.

Η γλώσσα της Λουκίδου, όσο κι αν αρπάζεται από μια εξωτερική εικόνα για να υπάρξει (μια εικόνα- πρόσχημα, όπως εύγλωττα υπονοεί το σχετικό ποίημα), ενδιαφέρεται να αναπτυχθεί προς την «άλλη γραφή», εκείνη που κινείται υποδορίως, που δρα για να αποκαλυφθεί το μεδούλι του νοήματος. Αυτή ακριβώς η γραφή, η υποδηλώνουσα την ιερή (αυστηρή) γύμνια της ύπαρξης στην πιο λαμπερή καταγωγή της, είναι σε αυτή την ποίηση το ζητούμενο. Εντούτοις, αν και μια τέτοια γυμνότητα απηχεί συνήθως τη ζωή του πνεύματος, στο παρόν έργο δεν εξαιρείται το ίδιο το ανθρώπινο σώμα και οι απελπισμοί του: Αγία του σώματος σιγή/πόσους θανάτους διέσχισες/διαβάζουμε στο ποίημα Των αγίων σωμάτων.

Η Λουκίδου φέρνει ως εμάς τη σχέση της με το θείο, έτσι όπως αυθεντικά και θερμά ζει μέσα της, για να μας κάνει κοινωνούς ενός υψηλού βιώματος. Η κρυπτικότητα που επιλέγει στην εκτέλεση αυτών των συλλήψεων ίσως βοηθά τα εν λόγω ποιήματα να μην αδικηθούν από τη βιαστική κριτική του αναγνώστη. Όπως η ίδια άλλωστε ομολογεί (στο ποίημα Λαγωνικό ή η έμπνευση): Λέω σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ. Έτσι, αν και κρατάει χαμηλούς τόνους, καταφεύγο-ντας συχνά στην αφαίρεση, το έργο της διαθέτει μια ένταση βαθύτερη και μια πνευματική αμεσότητα.

Προσωπικά, αισθάνομαι τα ποιήματα της παρούσης συλλογής ως ψυχικές ει-κόνες που αναλογούν σε βιωματικά γεγονότα (και λιγότερο σε φαντασιακά τοπία), ιστορίες και συνειδητοποιήσεις ενωμένες με λεπτές συγκινήσεις και αισθήματα. Πρόκειται για θραύσματα ζωής και περιστατικά του ημίφωτος και του μη ειπωμένου, τα οποία δίνουν την αίσθηση πως υπάρχουν πίσω από ένα παραβάν. Η Λουκίδου, προς χάριν μας, το παραμερίζει, για να μας επιτρέψει να ρίξουμε μια ματιά στο εσωτερικό του. (Κάπως έτσι αποταμιεύεται από τον αναγνώστη η λάμψη της στιγμής.) Άλλες φορές όμως δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατάθεση σκέψεων και νοηματικών πυρήνων, φροντίζοντας να μην απομονώνονται από το προσωπικό γεγονός, ώστε να μην χάνουν την ειδική θερμοκρασία τους.

Σαφώς υπάρχουν εδώ και ποιήματα άμεσης αφήγησης γεγονότων χωρίς τη λόγια παρέμβαση του δημιουργού, κομμάτια στηριγμένα κυρίως στο ειδικό βά-ρος μιας τραυματικής πραγματικότητας. Όπως τα Σελανίκ Ι, Σελανίκ ΙΙ, που αναφέρονται στο θέμα των Κωνσταντινοπολιτών προσφύγων στη Θεσ/νίκη και κοσμούνται από δυνατές εικόνες και σκοτεινά βιώματα. Το ποίημα Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17, αισθηματικός απόηχος από την παιδική ηλικία της Λουκίδου, μας κάνει κοινωνούς της μοίρας του ποιητή, ο οποίος έχει ταχθεί θεατής της ζωής πάνω στο σκαμνάκι της τέχνης, χαρισματικός δέκτης του ρυθμού του κόσμου, κύριος του ψεύδους που είναι η λογοτεχνία, η οποία εντούτοις γεννά αληθινές συγκινήσεις. Πρόκειται για την παιδική αθωότητα που μεταφέρεται στην ενηλικίωση, για να συμπληρωθεί από τη γλώσσα του πένθους και να σχηματίσει το βίωμα του απωλεσθέντος Παραδείσου.

Τι ελάχιστο διάστημα/ανάμεσα στο λείπουμε/και στο φριχτά πονούμε/πόσο αθώος τελικά ο κόσμος/που ορίζεται από τον θάνατο. Το ποίημα μου θύμισε μια ανάλογη αφήγηση του Μπαρτ, ο οποίος περιγράφει πως χρειάστηκε να παρακολουθήσει πολλές φορές τα παιδικά παιχνίδια από το παράθυρό του, για να ζήσει τη στέρηση που τον έχρισε αφηγητή ειδικών συγκινήσεων.

Mέσα από ιδιαίτερης έμπνευσης στίχους, η γραφίδα της Λουκίδου σκιαγραφεί την καθολική περσόνα του ποιητή, αυτού του παράξενου πλάσματος που τρέφεται από το μοιραίο της γραφής αναλαμβάνοντας τη διαρκή συμφιλίωση του πραγματικού με το φαντασιακό: Είναι εκείνος που «στήνει παγίδες στη βροχή», που «προσποιείται τον αθάνατο», εξαναγκαζόμενος γι’ αυτό από τα «ανοίκεια πράγματα που κατοικούν στη φωνή του». Είναι ο «ωκεανογράφος του εσωτερικού χώρου»• εκείνος που «φέρνει τα ναυάγια στο σπίτι»• που φροντίζει «τα θαυμαστά να μας φανερωθούν, τα τρομερά να λάμψουν». «Κατάκτηση των λίγων η αιώρηση» συμπληρώνει η ποιήτρια. Κι όμως, κατά τη γνώμη της, ο ασθενής από την ασθένεια της ποίησης, «θεραπεύεται απλά μ’ ένα τροπάριο βυζαντινό». Ίσως υπονοεί εδώ τη σημασία της θρησκευτικής πίστης που μπορεί να οδηγήσει τον ποιητή στα βαθύτερα μέρη της πνευματικής του οντότητας, εκεί όπου η καθολική ομορφιά – η λαμπερή φωνή του Λόγου – καταργεί το τραύμα του εξατομικευμένου εγώ.

Τι είναι λοιπόν τα αφόρετα θαύματα; Λέξεις που τριγυρίζουν την Ευτυχία Λουκίδου ως αισθητικά γεγονότα που ζητούν να ενσαρκωθούν; Φράσεις που σχηματίζουν νοήματα-σημάνσεις μιας υψηλότερης συνείδησης; Ή μήπως είναι πλάσματα που ζουν έξω από τις λέξεις στα βάθη της σιωπής, φυόμενα στην προαιώνια καταγωγή του ανθρώπου, για να ξεπηδούν μόνο ως θεία αποκάλυψη μέσα στη μαγεία μιας στιγμής και μιας βιωματικής μέθεξης;

Είναι κι αυτά τα «θαύματα» «ακριβά θηράματα», όπως και τα ίδια τα ποιήματα, καλλιτεχνίες για εκείνους που μπορούν να αντιληφθούν τη μυστική ζωή της ψυχής, όπως τη φανταζόταν ο Σβέντεμποργκ, ο Άγγελος Σιλέσιος, ο Πλωτίνος; Και πώς κατορθώνει κανείς να κατοικήσει εντός τους; Να κατοικηθεί από αυτά; Ερωτήματα που υποβάλλει το βιβλίο της Λουκίδου όχι σε κάποιον που αισθάνεται τη λογοτεχνία απλώς ως καλλιέργεια μιας αισθητικής μορφής (όπως θέλει η τρέχουσα λογοτεχνική αντίληψη) αλλά σ’ εκείνον που νιώθει ότι η ποιητική μορφή είναι μια ευκαιρία για να αναδειχθούν βαθύτεροι κόσμοι, ιδέες και Νόημα, μυστικοί κώδικες, σοφίες της συσσωρευμένης ανθρώπινης ύπαρξης και της υπερβατικής πλευράς της, αυτής που η γλώσσα ονομάζει Πνεύμα.

Χωρίς αγάπη/χωρίς μια τρικυμία ιδιωτική/ όλα τα αχειροποίητα που τους ανα-λογούν/ θα καταλήξουν σύμβαση και συνενοχή/ μες τον αδιάφορο συνωστισμό/ και στην ορθοστασία. Αντιλαμβάνομαι εδώ μια πρώτη απάντηση στο ερώτημά μου. Τα αφόρετα θαύματα, είναι «αχειροποίητα», άρα καθαρά πνευματικές περιοχές και παροχές που χωράνε σε μια ανοιχτή καρδιά. Το κλειδί της ενσάρκωσής τους είναι λοιπόν η αγάπη. Αλλά πόσο εφικτή μοιάζει αυτή ενσάρκωση; «Τον νυμφώνα σου βλέπω/ […]/και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ». Πρόκειται για τον γνωστό εκκλησιαστικό ύμνο που ψάλλεται τη Μεγάλη Εβδομάδα, όπως τον παρεμβάλει η ποιήτρια στο ποίημα Σχέδιο Διάσωσης. Μπροστά σε αυτή την αγάπη, όπως ιδανικά ενσαρκώθηκε κάποτε, και όπως υπάρχει μέσα μας εν κρυπτώ, ως ο εσωτερικός θείος Νυμφώνας (για να χρησιμοποιήσω θεολογικούς όρους), δεν μπορεί κανείς παρά να στέκεται ελλιπής και συντετριμμένος, μοιάζει να λέει η Λουκίδου. Κι εδώ η ιερατική φωνή, με τρόπο υπαινικτικό, παρεμβάλλεται σε μια κοσμική αφήγηση, υπενθυμίζοντας την άφθαρτη ζωή του φωτός. Η θεολογία και η ποίηση συναντιούνται, για να ωφεληθεί τελικά η ποίηση και να συντονιστεί ο αναγνώστης με τις σεπτές εικόνες ενός ευλαβικού αι-σθήματος που σκύβει με σεμνότητα στα βάθη της ύπαρξης για να ανιχνεύεσει τον Εαυτό.

Έτσι, μας μεταφέρεται o ιερατικός λόγος μέσα από ένα πολύ προσωπικό βί-ωμα, με την απλότητα της καθημερινής φωνής και της ιδιωτικότητας, χωρίς εκκεντρικούς σχεδιασμούς, ακραία φαντασιακά ποικίλματα ή απόλυτα σχήματα, αποπνέοντας μια λεπτή κατανυκτική χροιά, όπως ακριβώς γίνεται σε μια προσευχή: Από τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος/ακέραιη εκπλήρωσα την κα-θημέραν θλίψη/τη μεταμφίεσα σε μουσική/τραύλισμα που μ’ αγρίευε και μ έσωζε συγχρόνως./Α η άχαρη δωρεά της ομορφιάς/ κι η άνιση πληρωμή της/ εικονο-στάσι αδειανό/ απ’ τ’ αναθήματά του/ τρομαχτικό εξαπτέρυγο/ που αυτοπυρπολείσαι. Πρόκειται για την ποιητική τέχνη που θωπεύει το τραύμα και σώζει, όπως ακριβώς θωπεύει και σώζει τον προσευχόμενο η προσευχή. Γιατί η ποίηση, όπως και κάθε τέχνη, είναι, ως γνωστόν, μια άλλης τάξεως προσευχή, που κάποτε μπορεί να φανερώσει «τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας».

Η ιερατική βάση του παρόντος βιβλίου υποστηρίζεται κυρίως από τα ποιήματα Έλα να κλείσουμε ταμείο, Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης, Εμείς Αυτοί, Των Αγίων Σωμάτων, Σχέδιο Διάσωσης και το Νέο Όνομα, όπου η χροιά της εσωτερικής ζωής ηχεί σαν ψαλμωδία σε ναό, επαναφέροντας το χαμένο Ιερό που εξοστρακίστηκε από την επέλαση του Διαφωτισμού. Η Λουκίδου μας οδηγεί στις μυστικές πηγές του ανθρώπου, οι οποίες έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά καλυφθεί από τις πολλαπλές ασθένειες του σύγχρονου πολιτισμού – την εξορία στην ατομικότητα, την πνευματική ένδεια, την αλαζονεία του εγώ – για να επιτρέψει στη φωνή του Λόγου να παρουσιαστεί έτσι όπως πραγματικά είναι: ως λάμψη και ως θεία πραγματικότητα της Όλης Ύπαρξης.

.

ΚΛΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ

«ΠΟΙΗΤΙΚΗ» 2017

Ο μίτος του θήτα
Μετά από έξι ποιητικές συλλογές, τρεις μελέτες για την ποίηση και άλλα κείμενα, η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου μάς προσφέρει τα Αφόρετα Θαύματα από τις εκδόσεις Κέδρος.
Στη συλλογή προτάσσεται ένα απόσπασμα από το ποίημα του Δ.Π. Παπαδίτσα «Όπως ο Ενδυμίων». Και είναι αυτή «η λίγη πιθανότητα […] να προφέρω το πρώτο γράμμα κάθε πράγματος / Το Θήτα» που χαρακτηρίζει και την ποίηση της Λουκίδου, όπου συμπορεύονται Θεός και θάνατος, θαύμα και θλίψη και μια υφέρπουσα ελπίδα για ένα μάλλον απειλητικό -θα-.
Ο τίτλος της συλλογής προκαταβάλλει με το στερητικό -α- για όλα όσα έμειναν στην ντουλάπα αφόρετα, φορέματα όπως τα βλέπουμε και στην εικόνα του εξωφύλλου. Η ποιήτρια, απαντώντας σε μια συνέντευξη στην ερώτηση «ποια θαύματα είναι αφόρετα;», είπε πως πρόκειται γι’ αυτά που «…ενώ αφίχθησαν αδυνατούμε να τα ενδυθούμε, προφανώς γιατί αδυνατούμε να πιστέψουμε πως δικαιούμαστε να μας επισκεφθεί το θαυμαστό. Πολλές φορές», εξηγεί περαιτέρω η ίδια, «η δύναμη της συνήθειας να υπάρχουμε αδικαίωτοι και παρεξηγημένοι, ζώντας σε μια δυστυχία επαναλαμβανόμενη, μας κάνει να νιώθουμε βολικά μέσα στο ρούχο της στέρησης».
Αυτή η απάντηση με ώθησε να ασχοληθώ ιδιαίτερα με την περσόνα που θρηνεί την απουσία και την έλλειψη, ανάμεσα στα «θαύματα» που δεν έχουν ακόμα φορεθεί. Γιατί η επαφή με το έργο ενός ποιητή και η ‘κατάδυση’ σε αυτό συχνά αλλάζει κάτι μέσα μας, εμπλουτίζει τις απόψεις μας για τη ζωή και τον γύρω μας κόσμο. Πιάνοντας το νήμα από την αρχή βλέπουμε ότι ξετυλίγεται ένας συνδετικός ιστός, ένας μίτος, που ενώνει όλα σχεδόν τα ποιήματά της, «…ανάμεσα στο ποιητικό γίγνεσθαι και στα οριοθετημένα από την καθημερινή μας εμπειρία πράγματα ή συμβάντα» με τα λόγια του Δ.Π. Παπαδίτσα. Πρόκειται για έναν επώδυνο απολογισμό ζωής με απώλειες κι ένα λυτρωτικό πένθος.
Απομονώνοντας κάποιους στίχους αναδεικνύεται η ποιητική αγωνία, σημαιοφόρος του τίτλου της, πότε με μια ανάλαφρη ειρωνεία ―παρατηρώντας τις καταστάσεις από απόσταση― και πότε μ’ έναν λυρισμό ―εκφράζοντας το συναίσθημα― απογοήτευση που διαφοροποιείται, ανάλογα με το θέμα κάθε ποιήματος, σε πικρία, παράπονο για την αδικία, αλλά και επιθυμία για τη συντέλεση ενός θαύματος, ως απόδοση δικαιοσύνης.
Από την πρώτη ενότητα στο ποίημα «Κάτω απ’ το νερό» η περσόνα παρακολουθεί με απογοήτευση τη ζωή από μακριά «κι έτσι η παραφορά / σαν ηχογράφηση παλιά / απλώς θα γράφει ιστορία». Ή: «― μια αναγγελία διάλυσης / πριν την υποτροπή / κι η καταχνιά θρηνητική /να στάζει στα πλακάκια―».
Και παρακάτω στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ» με θλίψη διαπιστώνει: «Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση / απ’ ό,τι λες προορισμό / μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα / και καταρρέει σαν τράπουλα / το σκιάχτρο που προστάτευε / τους κήπους και τα όνειρα».
Μοιρασμένη η περσόνα ανάμεσα στους δυο κόσμους, στο ποίημα «Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17», στο έσω ποιητικό γίγνεσθαι και στην σκληρή εξωτερική καθημερινότητα «ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου / έξω από το παράθυρο κρεμόμουν / για να κοιτάζω τα παιδιά / που παίζαν στην πρασιά. / Στη φαντασία μου μάλιστα υπαρχηγός γινόμουν / κι αν τύχαινε καμιά φορά κι οι άλλοι μας κερδίζαν / την ήττα της ομάδας μου / χρεωνόμουν μυστικά. // Μισή μες στο δωμάτιο / μισή έξω απ’ το σπίτι / να λαχανιάζω ασάλευτη / να ιδρώνω παγωμένη / να κρύβομαι / να φαίνομαι / να κάνω πως θυμώνω // με ματωμένα γόνατα και λίγο πριν νυχτώσει / κατάκοπη και καθαρή / ν’ αλλάζω μοίρα ξαφνικά / απ’ το σκαμνάκι-ψέμα μου// να κατεβαίνω.»
Εικόνα που φέρνει στο νου αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια «ραγισματιές απλώνονται / στην πρώτη όρασή μου / ― ήμουν παιδί / κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν ―»· και πιο κάτω: «Τώρα / ας μεινουν αμετάφραστα τα δύο ονόματά μου./ Μια εκδοχή θα ’ναι κι αυτή / άλλοτε εντός / κι άλλοτε εκτός τοπίου / μία οξύμωρη προοπτική / για αυτό το άλλο νόημα / το αιφνιδιαστικό / που αχνοφωτίζει το προφίλ / όσο καμία λάμπα».
Μέχρι και το αθώο χειροτέχνημα του «Καπνοδοχοκαθαριστή» υπαινίσσεται και προδικάζει από την βρεφική ηλικία ακόμα «τ’ ανήκουστα που θα συμβούν / τα άδικα, τα αντιφατικά // όπως να εκτίθεται / κέρινη κούκλα ασάλευτη / μες σε βιτρίνα φαρμακείου / ή νύχτες έξαλλου έρωτα / με ό,τι υποδύεται το αιώνιο».
Όμως στην «Αγορά χρυσού»: «ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις […] / αποσυντίθενται τα σύμβολα / χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες».
Και στο «Εκ γενετής αγεωγράφητοι», σε μια στιχομυθία με τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε στην αναζήτηση του μυθικού χρυσού Ελντοράντο, η περσόνα τον ρωτά: «Άξιζαν, Edgar, τελικά / μια κάποια ―έστω ― θλιβερή τιμή / όλοι αυτοί που βούλιαξαν / μες στο συγκεκριμένο / κι ούτε που αναρωτήθηκαν ποτέ / κατά πού πέφτει / το Ελντοράντο…»
Στους ποίημα «Ξένοι» ζητάει να της μιλήσουν: «για την απόγνωση / που προκαλεί σ’ εσάς / μια τέτοια αιωνιότητα. / Η αίθουσα αναμονής υγρή / ― άκουσα μπάζει μαραμένες εποχές / πως βρέχει χλεύη αναιδή κι αποδοκιμασία ―».
Ο αναμενόμενος Άλλος είναι το παλιό που το βλέπουμε «κοκαλωμένο κι άφωνο / με ένδυμα επίσημο, εορταστικό / μα σκοροφαγωμένο / να βλέπει / προς την πλευρά του αφανισμού / και να μην το πιστεύει».
Και στο «Έλα να κλείσουμε ταμείο», σε διάλογο μαζί του, η περσόνα, συνθηκολογεί αλλά καταλήγει σε μια μικρή απειλή: «Ας με κατηγορήσουν για παραίτηση / για εσκεμμένη αλλοίωση του παρελθόντος / για ελπίδες ληξιπρόθεσμες / και για την ακαταστασία στα συρτάρια. / Πίσω από τις καρτ ποστάλ / θα έχω πάντα φυλαγμένο / το μπαρούτι».
Στο «Κολάζ ή Η συλλεκτική του αποκολληθέντος» η περσόνα εξομολογείται και πάλι ότι διαθέτει ένα αποθηκευμένο υλικό «για εκείνη τη μοναδική φορά / που η έμπνευση θα έχει δυστοκία». Όμως κι εδώ το τοπίο σκοτεινιάζει γιατί πρόκειται για μια αυτο-ματαίωση, προφάσεις για την αποτυχία: «Μια ομηρία άθλια / που με προσχήματα φαιδρά / κρατά για χρόνια ανενεργό / το ήδη παρωχημένο.»
Και τελικά αυτές οι «Δεύτερες σκέψεις» αποκλείουν ένα «θαύμα αναπάντεχο», απλώνουν ρίζες χωρίς καμιά εγγύηση για «ανθούς, καρποφορία», προορίζουν «για άλλους» τη ζωή, διδάσκουν «άρνηση και υποταγή / κι αθώα οπισθοχώρηση…»
Και να πάλι τα θαύματα στα «Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης», σ’ έναν διάλογο-προσευχή βασισμένο στην παραβολή του Παραλύτου, όπου τον περιγράφει «Ανυπεράσπιστος στους τρόμους του / και στους κινδύνους ασκημένος / να αγρυπνά από ένστικτο / και να επιζεί αγόγγυστα / – έτη τριάντα οκτώ – της παραλύσεώς του», για να κλείσει με την παράκληση: «Κύριε της Σπλαχνίσεως / απόλυσε τον άγγελο / και τη μελαγχολία των ωρών / με μια μακρόσυρτη κραυγή / αλλοίωσέ την / να εξατμιστεί το μαύρο φως / να ζαλιστεί απ’ τη μοσχοβολιά / η άκρη του γκρεμού /να στεφανώσει την πληγή / έναστρη αμνηστία / κι αργά αργά να σηκωθούν / όλοι οι γονατισμένοι […]».
Ενώ στο «Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος» η περσόνα της ποιήτριας προσκαλεί «μια επίσημη σιωπή / να εισβάλει μες στο σπίτι / σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί / και να το κατακλύσει»· και καταλήγει ακόμα πιο πένθιμα: «πέφτουνε γύρω μας βροχή / χιλιάδες ροκανίδια / μια πρώιμη εξοικείωση / μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα / που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει».
Και ξανά θα παρομοιάσει τον γάμο με τον θάνατο στη «Χάρτινη σύναξη των ποιητών», όπου ήταν «αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά / αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό / ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή».
Οι εικόνες του θανάτου συνεχίζονται και στο επόμενο ποίημα «Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου», σε έναν διάλογο με τον Παπαδιαμάντη και τον «Έρωτα στα χιόνια» του, με ήρωα τον μπάρμπα-Γιαννιό που «… άσπρισεν όλος, κι εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μην παρουσιαστεί γυμνός και ξετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και οι πράξεις του…». Η συνομιλία των δύο κειμένων ολοκληρώνεται πένθιμα στην τελευταία στροφή: «Ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά / θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία / ένας θάνατος εκ γενετής / και ένα πένθος αέναο / κάτω απ’ τα μάτια του Κριτού / του Παλαιού των Ημερών / του Τρισαγίου».
Το τρίτο μέρος της συλλογής αρχίζει μ’ ένα παράθεμα του ποιητή Γιώργου Θέμελη που παροτρύνει την περσόνα να γρηγορεί «…Ο έρωτας είναι βιαστικός, όπως η φωτιά, / Όπως ο γλήγορος ίσκιος του θανάτου».
Έρωτας και θάνατος λοιπόν σ’ έναν διάλογο, στα ποιήματα που ακολουθούν με πρόσωπα και φωνές να εναλλάσσονται, ενώ υπερισχύει η ελπίδα για να αποφευχθεί η αναχώρηση «ελευθερώνει ο στεναγμός / μες στο δωμάτιο πουλιά / το πέρασμα απέναντι / βιαίως διακόπτει».
Ανάμνηση ή εγκώμιο του έρωτα στο «Των αγίων σωμάτων», «Άγια του σώματος σιγή / πόσους θανάτους διέσχισες / ντυμένη φως δαμασκηνί / προτού / σε βενετσιάνικους καθρέφτες / εισχωρήσεις…».
Με τρυφερή σχεδόν απελπισία η περσόνα στον «Μονόλογο της ερχομένης» αθροίζει τα στερητικά ―α― σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής όταν: «Ανέγγιχτη και τρυφερή / ανεξιλέωτη και παγωμένη / σκορπάω ίχνη με γραφές / που δεν μιλιούνται πια / κυλώ μέσα στις φλέβες μου / τη βραδινή πομπή των διαμελισμένων / κι αφήνω αδικαίωτη τη σάρκα / να ραγίζει. […] Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς / κι η άνιση πληρωμή της / εικονοστάσι αδειανό / απ’ τ’ αναθήματά του / τρομαχτικό εξαπτέρυγο / που αυτοπυρπολείται…»
Στον «Μονόλογο του κλέφτη» ομολογεί την απουσία του άλλου στη ζωή της, «Σας κλέβω μόνο την αφή / το άγγιγμα που αφήσατε / πάνω στις πορσελάνες / γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή / δίχως το άλλο σώμα / και τελευταία πετάγομαι / κλαίω μέσα στον ύπνο. // Φιλάργυρος της αφαίρεσης / δανείζομαι το παρελθόν / γυρεύω οικογένεια / συλλέγω από απόγνωση / μεταξωτές αισθήσεις […]».
Και στο «Νυχτερινό ξημέρωμα» θρηνεί την απουσία του σώματος και εξανίσταται για την απώλεια: «Πλέουν τα σώματα / ματαιωμένα κι ακριβά / μες στην ανάμνηση του σχήματος / που πια δεν είναι. ».
Μένει η περσόνα πίσω από το τζάμι πάλι ατενίζοντας όσα αποχωρίστηκαν στο ποίημα «Το νέο όνομα»: «Άλλος κανείς μαζί μ’ εμάς / μονάχα το φθινόπωρο / κι ό,τι εγγράφεται αθέατο εντός του / αθέατο σαν γνώση που δεν λέγεται / σαν έρωτας αμήχανος / έκπτωτος απ’ το μέλλον».
Ώσπου στο «Χόρτο της επιστροφής», απευθύνεται σ’ εκείνον που έφυγε, ελπίζει σε «μια επιστροφή-επανάληψη […] για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ / μα πώς να με πιστέψεις;» και προσπαθεί να τον ανεβάσει στον κόσμο των ζωντανών: «Κρατήσου από το άγγιγμα / να σε τραβήξω πάνω».
Στην «Πλάνη πανσέληνη», απολογείται σε πρώτο πρόσωπο και απευθύνεται στην ίδια τη Σελήνη, σαν τη Σαπφώ, αλλά και τον Ενδυμίωνα, ενώ θρηνεί την απώλεια μιλώντας «για τα καπέλα που άδειασαν / αιφνίδια / απ’ τους λαγούς τους […] αλλά και «για το έγκλημα του έρωτα / που πλάνη στην πλάνη / ακούραστα επιμένει».
Στο «Πρόσχημα», τα ρήματα καταποντίζουν όλα τα του έρωτα καθώς ο θάνατος δεν μεταμελείται «ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής / πάνω από τα σεντόνια // που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται / μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει / που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει / μονάχα σβήνει και ακυρώνει / και διαγράφει και πετά / και τσαλακώνει και πετά / και σκίζει..
Και τελικά, στο «Σχέδιο διάσωσης», η περσόνα επικαλούμενη το τροπάριο της Κασσιανής, κάνει μια απόπειρα να συναντήσει τον «νυμφίο» μετανοημένη, αναζητώντας συγχώρεση, αλλά τα «θαύματα» είναι αφόρετα ακόμα και έτσι συγκατανεύει «κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή // αύριο χωριζόμαστε».
Άφησα τελευταίο το δεύτερο μέρος της συλλογής με ποιήματα ποιητικής, όπου στοιχειοθετείται η προέλευση του καλέσματος, της έμπνευσης, της σύλληψης. Ομιλητής εδώ είναι ο ίδιος ο ποιητής που αναζητάει τον λόγο ύπαρξης της ποίησης, αλλά και πάλι, σε διάλογο με τον Άλλο, διακρίνεται με ευκρίνεια η ίδια απόγνωση, η ίδια θλίψη.
Είναι λοιπόν μια νόσος η ποίηση, η έμπνευση και ασθενής ο δημιουργός της, όπου ο πυρετός ξυπνάει παραισθήσεις. Μια αυταπάτη, συνεχίζει να ζει ο ποιητής στο ποίημα «Τα στάδια», «… μια αγάπη που πια δεν θα λιμοκτονεί / και δεν θα αρρωσταίνει… // Μια απάτη / που πια δεν θα λιμοκτονεί / και δεν θα αρρωσταίνει».
Στο «Εμείς αυτοί», καταλήγει δηλώνοντας ρητά το απαραίτητο υλικό, βασικό στοιχείο της ποίησης αλλά και της ζωής: «Και τώρα πια / τι τους προτείνει το ένστικτο; // Χωρίς αγάπη / χωρίς μια τρικυμία ιδιωτική / όλα τα αχειροποίητα που τους αναλογούν / θα καταλήξουν σύμβαση και συνενοχή / μες στον αδιάφορο συνωστισμό / και στην ορθοστασία».
Παρακάτω οι ποιητές παρομοιάζονται ειρωνικά με περιπλανώμενους ναυτικούς σε αναζήτηση της αλήθειας.
Και η έμπνευση εμφανίζεται ως θήραμα, «το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες», που όμως δεν είναι αρκετή για τον ποιητή γιατί «κι οι λέξεις / ελάχιστη σχέση έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν».
Τέλος, στο «Εξιτήριο», ο ασθενής-ποιητής αφήνεται ελεύθερος, θεραπευμένος ή ανίατα άρρωστος, με την ελπίδα όμως ζωντανή «και πια δεν θα ’μαι απαρηγόρητος / μόνο λιγάκι αφηρημένος / όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ // μα θα τα καταφέρω.»
Και πάντως ένα είναι σίγουρο πως σε ό,τι αφορά την ποίηση, η Λουκίδου τα έχει καταφέρει να μας δώσει το πιο ώριμο και άρτιο έργο της με αυτήν την ξεχωριστή συλλογή της.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

diastixo.gr 22 Νοεμβρίου 2017

Η γνωριμία με το έργο ενός αληθινού ποιητή προσφέρει εμπειρίες, στοχασμούς και αισθήματα που βαθαίνουν τη συνείδηση που έχουμε όχι μόνο για τη δική του αλλά και για τη δική μας παρουσία στον κόσμο. Αν οι αποστάσεις, ο χρόνος, οι δυνατότητες χωρίζουν τους αναγνώστες από τους ποιητές και ως υποκατάστατο επαφής μένουν τα βιβλία, ένας τρόπος υπάρχει για να μη γίνουν αυτά απολιθωμένη ή ψυχρή μεταφορά του ζωντανού λόγου. Οι εσωτερικοί μας δεσμοί με το έργο, η πνοή της άμεσης προσέγγισης που θα δώσει ζωή στις λέξεις για ν’ αντικρίσουμε την ουσία που βρίσκεται πέρα απ’ αυτές, η ενορατική ματιά με την οποία ανασυνθέτουμε σε κάθε ανάγνωση στίχο με στίχο την αλήθεια που ενώνει τέχνη και ζωή.

Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου ανήκει σ’ εκείνο τον όχι μεγάλο αριθμό γνήσιων φωνών που, από ικανού χρόνου, με συνέπεια και αρτιότητα αισθητική υπηρετεί στην ποίηση του καιρού μας τη συνέχεια μιας μεγάλης λυρικής παράδοσης με έναν διακριτό τρόπο που την κάνει να ξεχωρίζει. Θα μπορούσε να πει πολλά κανείς για την καταιγιστική εικονοποιία της ποίησής της, για τη σύνθεση μεταφυσικής και φυσικού κάλλους ώστε να σχηματιστεί η καθολική εικόνα του κόσμου. Η ύπαρξη που υψώνεται μέσα από κάθε ποίημα δεν επιτρέπει αισθητικές αναψυχές, φέρει το βάρος της ανθρώπινης περιπέτειας που έχει πάντα προδιαγεγραμμένο τέλος. Δεν υπάρχει εδώ καμιά αθώα αμεριμνησία των όντων, η ύπαρξη είναι ενοχή, όπως από τα χρόνια των προσωκρατικών γνωρίζουμε. Αν όμως η ύλη είναι κατοικητήριο θανάτου, η ομορφιά μαρτυρεί, λάμπει, απαθανατίζει το πρόσλημμα απαιτώντας την αναγνώριση της αισθητικής της δόξας.

Τα Αφόρετα θαύματα αρχίζουν, προγραμματικά θα τολμούσα να πω, με το ποίημα «Κάτω απ’ το νερό», ως άσκηση αναπνοής, ως διελκυστίνδα ηδονής και οδύνης. Με τη θέρμη που σχηματίζει «σταγόνες υδρατμών παραδομένες / σε οροφές που αναμετρούν μια γύμνια που ποτέ δεν θα ’ναι επαρκώς εκτεθειμένη», με μιαν υπόκρουση αγκαθωτού νερού. Η παραφορά, ακόμη και σαν ηχογράφηση παλιά, όπως ακούει και ψιθυρίζει η Λουκίδου για να τη διασώσει, γράφει μιαν άλλη ιστορία που συγκρατεί το αθέατο και αναγγέλλει τη διάλυση πριν καταχνιά θρηνητική σκεπάσει όχι μονάχα το λουτρό μα τον κόσμο ολόκληρο, που είναι από αιώνων εν ύδασι κρεμασμένος, ραγίζοντας την όραση για να φανεί η άλλη παιδικότητα, τότε που οι λέξεις δεν πενθούσαν, τότε που η ποιήτρια ήταν υπαρχηγός – και δεν υπάρχει νομίζω πιο ευγενικό αξίωμα από αυτό του υπαρχηγού που θέλει να συνδέει τον αρχηγό με τους μαχητές, που θέλει να ηγείται αλλά και να τελεί υπό τη σκέπη μιας αρχής, μιας αιτίας, ενός νοήματος.

Αυτή την αρχή αναζητεί με συνέπεια στην ποίησή της η Λουκίδου έχοντας συλλάβει την τόσο απλή μα τόσο σπάνια στον καιρό μας αλήθεια πως η απώλεια του νοήματος δεν είναι αφορμή χαράς μα αιτία θλίψης, δεν είναι αίσθημα ελευθερίας μα συνείδηση οριστικής κάθειρξης. Κι είναι αυτή η κάθειρξη η πηγή κάθε αληθινής ποίησης που υμνεί σκιές ενωμένες μα πριονισμένες, σφάγια ιερά που δεν ανήκουν σε κανένα. Αυτό είναι λοιπόν το τίμημα της αληθινής ποίησης; «Μια εκλογή αναπάντεχη / μια πλάτη γυρισμένη στο προαίσθημα» όπως γράφει η Λουκίδου, μια μάχη ανάμεσα στη λήθη και την απώλεια, στη φυγή και στον πόνο, σε αναζήτηση μιας αθωότητας που είναι τελικά το μόνο δώρο του θανάτου;

«Τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο λείπουμε / και στο φριχτά πονούμε / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο» γράφει.

Μέχρι εκείνη την ορισμένη ώρα της αθωότητας, όμως, που βρίσκεται πέραν των προβλέψεών μας, είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε με την ενοχή, είτε εμείς την αναλαμβάνουμε είτε οι άλλοι μας την επιφορτίζουν. Υπ’ αυτή την καταδίκη και αυτή την ποινή εκτίοντας, φυλακισμένος στην ποίηση, ο ποιητής μοιραία κάνει δεύτερες σκέψεις. Να οι εξαίσιες «Δεύτερες σκέψεις» της Λουκίδου:

«Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις / που αποδειχτήκατε δειλές / και σπεύδατε να μας σώσετε / σαν θαύμα αναπάντεχο / πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο / –τέλεια να μιμείται καλπασμό– / να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά / με μια πειθώ δημαγωγού / και ασφαλιστή συγχρόνως / ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας…».

Δεν νομίζω πως υπάρχει άλλος τρόπος πέρα από την ποίηση, στον σύγχρονο κόσμο, τον κόσμο του ξεριζωμού και της αλλοτρίωσης, όπου όλες οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει, για να αντιληφθούμε πως η ζωή αξίζει στο μέτρο που είναι εύρεση, συνάντηση, συμφιλίωση με την απώλεια. Καθώς ακολουθούμε την ποιήτρια να βρίσκει τον εαυτό της σε μιαν άρρηκτη αλυσίδα πραγμάτων, ζητημάτων και κυρίως ανθρώπων, αιφνίδια και χωρίς να χάνουμε χρόνο αναζητώντας τις αιτίες που κανείς δεν ξέρει, ανακαλύπτουμε έναν χώρο στον οποίο πρέπει να κινηθούμε χωρίς να τον έχουμε προβλέψει. Ζωή δεν είναι η βιολογική λειτουργία αλλά η ζωτική σχέση με την ουσία των πραγμάτων. Να ζεις σημαίνει να είσαι ανέκκλητα βυθισμένος στο αινιγματικό.

Η Λουκίδου το γνωρίζει και γι’ αυτό ζει πολύ πιο έντονα από κάθε φαινομενικά έντονη ζωή. Δεν αισθάνεται να είναι προκαθορισμένες οι ενέργειές της αλλά να έχουν τον χαρακτήρα μιας αναίτιας απόφασης. Η ελευθερία εν πεπρωμένω μπορεί να συνθέτει την ανασφάλεια με την πίστη, τον κίνδυνο με τη γαλήνη, τη διαφυγή αλλά και τη μνήμη. Κι η ποίηση της Λουκίδου έχει θεμέλια, συνείδηση από πού έρχεται, από ποια βασιλεύουσα πόλη, από ποια βοσπορίτισσα αύρα, από ποιο παρευξείνιο ξεροβόρι που σφραγίζει μια ταυτότητα ασφράγιστη.

«Εμείς το ’64 / που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55 / με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού / να κάθεται στα ρούχα μας / ν’ ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς / δεν ήμασταν ποτέ / ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης / μα μία Πόλη που έψαχνε / πόλη να κατοικήσει».

Υπάρχουν πόλεις που τις κουβαλάμε διά βίου. Που δεν μας ακολουθούν κατά την καβαφική έννοια μα εμείς τις ακολουθούμε κι ας τις νομίζουμε ακίνητες. Πόλεις που τις καθορίζει η ρυμοτομία των ψυχών μας. Η ζωή βέβαια θα πάρει τον δρόμο της, κάποια ανάγκη θα μας εγκλωβίσει σ’ αυτόν, μα ο ξεριζωμένος όσα χρόνια κι αν περάσουν, όπου κι αν γεννηθεί, δεν θα παύει να ζητά «στα σκοτεινά / βαμβάκι και ιώδιο / για τ’ ανοιγμένο τραύμα» («Σελανίκ Ι»).

Σκοπεύοντας άριστα το απρόοπτο, η Λουκίδου εξαλείφει την οξύτητα της ζωής με μιαν ιδανική σε αναλογίες λυρική τρυφερότητα, η οποία ενθαρρύνει την αντοχή του ανθρώπου για να συνεχίσει να υπάρχει. Μια άλλη γραφή «που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται / μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει / που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει / μονάχα σβήνει και ακυρώνει…» για να απομείνει μόνο αυτή «σαν δόξα ξημερώματος», «σαν άχραντη βελούδινη γυμνότητα». Είτε από εδάφη ερημικά περνά, είτε για μια ξέγνοιαστη εκδρομή στα Λεύκαρα ξεκινά, είτε στον μονόλογο της ερχομένης παραδίδεται, αναζητεί τη χάρη μιας ομορφιάς που σπαταλιέται αναπόφευκτα:

«Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς / κι η άνιση πληρωμή της / εικονοστάσι αδειανό απ’ τ’ αναθήματά του / τρομαχτικό εξαπτέρυγο / που αυτοπυρπολείται».

Στην ποίηση αυτή είναι προφανές ότι το καθήκον επιβάλλεται στα πάθη αλλά και η ειλικρίνεια επικρατεί των καθηκόντων. Να είμαστε ειλικρινείς δεν σημαίνει ν’ αποδεχόμαστε απλώς την αλήθεια αλλά να προσχωρούμε καθολικά και χωρίς υστεροβουλίες σε ό, τι επιχειρούμε. Με την αγωνία που μόνο η πρόγευση του απόλυτου αγνώστου, του άσχετου και του μοναχικού χαρίζει, η ποίηση αυτή δεν επαναπαύεται σε μεταφυσικές βεβαιότητες και πνευματικές εξάρσεις. Με συνείδηση πως ζει σε ένα κόσμο ερημικό, όπου το παρελθόν έχει χάσει κάθε δυναμικότητα και πως η μετάνοια δεν έχει νόημα διότι δεν αποβλέπει στην απόσβεση του λάθους, αλλά στην ανάπαυση μιας ενοχής, η Λουκίδου αντιστέκεται, εγκαταλείπει [«Με χίλιους τρόπους άντεξα/ στην όποια εκπαίδευσή μου / ως και λευκή σημαία κούνησα / για να πειστούν ότι εγκαταλείπω»] μα και επιμένει. Και σ’ αυτή την επιμονή χρωστούμε κάποια από τα πιο όμορφα ποιήματα.

Σε μια εποχή που «κι οι λέξεις / ελάχιστη σημασία έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν» (όπως η ποιήτρια επισημαίνει), δεν ξέρω αν είναι το θέμα ή οι λέξεις που καθορίζουν κάθε φορά την πορεία της ύφανσης του ποιήματος, αν είναι σταθερό το σχέδιο του νοήματος ή αλλάζει καθ’ οδόν βρίσκοντας μιαν αιφνίδια τροπή για να περιγραφεί το αίτημα εκείνο που γέννησε την έμπνευση. Την έμπνευση που, για να χρησιμοποιήσω ένα ομώνυμο ποίημα, «εμφανιζόταν κι έφευγε / και σάλπιζε υποχώρηση / όμως την ύστατη στιγμή / θριαμβικά επέστρεφε / κρατώντας μες στα δόντια της –θήραμα άχρηστο, ακριβό– / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες / κουρέλια αποκριάτικων στολών / γεμάτα μούχλα κι υγρασία / κι ίσως μιαν επιφύλαξη».

Αν η ποίηση είναι μια διαρκής πνευματική ακροβασία, η ποίηση της Λουκίδου ισορροπεί περίτεχνα κρατώντας το ευπαθές νήμα ενός λόγου λυτρωτικού πένθους με γλώσσα που μετεωρίζεται και συγχρόνως σταθμίζει πότε και πώς θα προσεδαφιστεί και σε τι ποσοστό συγκερασμένη στην πραγματικότητα και την υπέρβασή της. Μια ξεχωριστή ποίηση που δεν ενδίδει σε καμιά διάλυση, παρά την εσωτερική σάρωση από την οποία διέρχεται ο φορέας της. Λύπη μα και φέγγος, μειώσεις μα και νόστος, ανθοφορία ως το τίποτα. Με πένθος που δεν καταφεύγει στην παρηγορία της χαρμολύπης αλλά μεταπλάθεται ως ποιητική ευσέβεια προς το άρρητο, στην υπαρκτική επίγνωση της απώλειας και της γυμνότητας, σε μιαν ερημιά όπου απεκδύεται κάθε φθαρτό για να ντυθεί το αναλλοίωτο.

Η φωνή της Λουκίδου είναι σήμερα μια από τις πιο σημαντικές της σύγχρονης ποίησής μας. Κι αν στο μεταξύ έρχεται η νύχτα, ξέρουμε πως η ζωή κρατάει όσο κρατάει η ποίηση. Και η ποίηση της Λουκίδου θα κρατά. Κι αν «κανείς δεν έμαθε ποτέ / πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός / τους ερχομούς στεριώνουν / ποια απόγνωση αδάκρυτη / βραδιάζει την αγάπη…», όπως γράφει στην «Πανσέληνη πλάνη», είναι η ίδια που έχει δώσει την απάντηση, στο ίδιο ποίημα-σπονδή στην αιώνια επιστροφή όσων ζήσαμε…

… «για την πανσέληνη έκπληξη / τότε στους κήπους του πασά / εγώ… / με μαύρο φόρεμα / να απαγγέλλω ποιήματα / κι εσύ…/ να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη».

.

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

«Η Αυγή», 18.11.2018

Ο προδιαγεγραμμένος αποχαιρετισμός στην ανθοφορία

Τα Αφόρετα θαύματα, είναι πέρα από τίτλος μια έννοια αμφίσημη, όπως και πολλές άλλες μεταφορικές έννοιες που η Ε.-Α. Λουκίδου έχει δείξει ως τώρα ότι χειρίζεται το συμβολικό ή το διφορούμενό τους με υπαινικτική και συνειρμική αξιοσύνη. Θυμίζω έναν άλλο τίτλο συλλογής της, Ν΄ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) όπου δένεται αντιθετικά μ΄ένα εύληπτο συνειρμικό δίπολο, η ζωή κι ο θάνατος, η αίσθηση της ύπαρξης και το δέος για την ανυπαρξία, δημιουργώντας ένα πολύπτυχο νόημα, αχανούς προοπτικής. Ούτως ή άλλως, όχι μόνο οι αμφίδρομοι τίτλοι αλλά κι ένα σωρό ακόμα αντιθετικά δίπολα που θα συναντήσουμε στα πρόσφατα ποιήματά της (λ.χ. αγκαθωτό νερό, το φως του σκοταδιού και πιο ολοκληρωμένα και ρητά στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή πως φτάσαμε ως εδώ»: «ό,τι μετριέται/πάντα φαίνεται λειψό/ κι ό,τι ονοματίζεται/ ως απουσία υπάρχει…», 16-18), κομίζονται εσκεμμένα στο ποίημα ως σχήματα εννοιολογικά, που επειδή δεν ακουμπούν πια σε αιχμηρά βιώματα, όπως στο παρελθόν, καταφεύγουν στη δημιουργία ενός είδους πυκνά διατυπωμένης στοχαστικής αφαίρεσης από την οποία προσδοκά η ποιήτρια να υποκαταστήσει την προηγούμενη συναισθηματική ένταση του ποιήματος. Βέβαια, δεν συμβαίνει αυτό γενικά, γιατί υπάρχουν στα Αφόρετα θαύματα και ποιήματα όπου το πρόσωπο δεν καταντά δυσδιάκριτο, καθώς το καλύπτουν τα πολλαπλά μαγνάδια του. Γίνεται όμως σ΄ένα σημαντικό αριθμό των τωρινών ποιημάτων ∙ η Λουκίδου θεωρεί το είδωλο της ύπαρξης μέσα από τα πολλαπλά της απεικάσματα, όπως λόγου χάριν, το επιχειρούσε άλλοτε πολλές φορές ο Γιώργος Θέμελης (1900- 1976), τείνοντας προς μια ποίηση, ας πούμε οντολογική, σ΄ένα τοπίο οιονεί καθημαγμένο από όπου δύσκολα ξεχώριζες το πάσχον πρόσωπο.

Θα επανέλθω αργότερα για να δω αν αυτή η παρατήρησή μου διαφοροποιεί την ποιητική τεχνική της και εν ταυτώ τη δομή των ποιημάτων της. Για την ώρα, τα «θαύματα» μπορεί να είναι «αφόρετα» για χίλιους δυο λόγους. Διότι παρέμειναν ως τώρα μακρινά και απρόσιτα, και παρά τη φαντασμαγορία τους αυτό που προξενούν είναι μάλλον θλίψη, αποκαρδίωση και αύξηση της αίσθησης της ερημιάς. Εξ αντιθέτου, μπορεί να αποδείχθηκαν αταίριαστα ως θαύματα γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ασθενική για να τα φτάσει και να τα κάνει δικά της. Μπορεί όμως τα αφόρετα θαύματα να έγιναν αφόρητα και η λαχτάρα για το θαυμάσιό τους να κόστισε στην ύπαρξη πόνο, στενοχώρια και μια παρατεταμένη, διαβίου διάψευση. Επιπλέον, ας λάβουμε υπ΄όψη μας και κάτι που δεν είναι χωρίς σημασία: ότι ο τίτλος της συλλογής δεν είναι δάνειο από κάποιο ποίημά της, όπως συνήθως συμβαίνει, αλλά έρχεται σαν επιστέγασμα μιας δίπολης, γενικής αρχής που ισχύει για όλα. Τη μάταιη προσδοκία του θαυμαστού! Μια φαρμακωμένη διαπίστωση ή ένας στοχαστικός απόλογος που αφορά πρωτίστως τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, τον αποχαιρετισμό στην ως τώρα ανθοφορία του σώματος και της ψυχής. Το πλάσμα δεν μπόρεσε να ντυθεί τα θαύματα που τώρα τα βλέπει να απομακρύνονται και να το αποχαιρετούν. Μ΄έναν τρόπο επιστρέφουμε εν είδει κύκλου στα πρότερα ποιήματα της Λουκίδου. Εκεί όπου το θαύμα συνέχιζε να βρίσκεται στην πλώρη της φαντασίας της. Ενώ τώρα, αντιπαραβάλλοντάς τα με αυτά των Αφόρετων θαυμάτων, η ανθοφορία μοιάζει με ένα περίλαμπρο πλοίο που σηκώνει άγκυρες μπροστά στο βλέμμα της ματαιωμένης ύπαρξης. `Η, αλλιώς, όπως το απόσπασμα που ακολουθεί, από το ποίημα «Εμείς αυτοί» (64-67), και όπου η ποιήτρια παίρνοντας το νήμα από τη δασκάλα της, την Κική Δημουλά, σαρκάζει την τυφλότητα όσων δεν θέλουν να δουν την ανημπόρια του ανθρώπου μπροστά στο άφευκτο:
Άλλοι χορεύουν με τα μάτια τους κλειστά
πάνω από μια πρόταση
κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής
δεν έχει σημασία-
αρκεί να υπαινίσσεται αποχωρισμό
ή να δηλώνει ήττα

Τα Αφόρετα θαύματα της Ε.-Α.Λουκίδου προεκτείνουν τον κύκλο του Επιδόρπιου (2012), δηλαδή προεκτείνουν ένα είδος στοχαστικής ποιητικής αφήγησης και εν ταυτώ ένα είδος δραματουργικής αφαιρετικής τεχνικής. Η δραματουργική τεχνική της ποιήτριας ασφαλώς και προϋπήρχε ως τέτοια, απευθυνόμενη ως μοναχική απολογητική ομιλία προς τον «αδελφικό άλλο», ως διάλογος ή ως ικεσία/ διαμαρτυρία προς το αφανές και πανταχού παρών υπέρτατο. `Ηταν και συνεχίζει να είναι μια ποίηση δέους και θρήνου, όσο κι αν πολύ συχνά όσοι διαβάζουμε λογοτεχνία τη διαβάζουμε σαν απλή φαινομενικότητα που μπορούμε κάθε φορά να την αλλάξουμε σαν πουκάμισο. Σαν κάτι άλλο δηλαδή από ό,τι μετράει μέσα μας! Τώρα όμως αυτή ειδικά η ποίηση, της Λουκίδου, έχει γίνει ως λόγος πολύ πιο πυκνή, σχεδόν αδιαπέραστη και εντατική, καθώς σε όλο και περισσότερα ποιήματα της τελευταίας οκταετίας η ποιήτρια χρησιμοποιεί μεν ως διάμεσό της «επί σκηνής», όπως και πριν, μια περσόνα, ανοίγοντας έναν «διάλογο» με τον «αδελφικό άλλο», όμως ο λόγος της πλέον έχει υποστεί μια ευδιάκριτη διαφοροποίηση- και θα δούμε αν η διαφοροποίησή της υπολογίζεται και πόσο στα κέρδη της ποιήσεώς της. `Οταν λέω πως έχει διαφοροποιηθεί δεν εννοώ βέβαια ότι άλλαξε άρδην. `Εξακολουθεί να έχει μέσα της έναν ρυθμό, είναι οραματική και ενίοτε βιβλική, δεν της λείπει ο σπαραγμός για την απώλεια ή την απομάκρυνση του θαύματος. Εννοώ ότι αποσπάστηκε αρκετά ως λόγος από το πως και το τι των παλαιότερων βιβλίων της, από το πως αναπαρίστανε ποιητικά εμπειρίες, αναμνήσεις και συνήθως οριακά βιώματα πόνου και συντριβής μπροστα στο μοιραίο, και επίσης διαφοροποιήθηκε ως προς το τι λογής εμπειρίες, αναμνήσεις και βιώματα περνούν τώρα στο πεδίο της φαντασίας κι έπειτα εγκιβωτίζονται στο ποίημα.
Για να το πω με παραπλήσια λόγια: τη γείωση της ποιητικής φαντασίας στο γεγονός του θανάτου όπως και την αισθησιακή αδρότητα της γλώσσας, στο Ν΄ανθίζουμε ως το το τίποτα (2004) και στο `Οροφος μείον ένα (2008), έτσι ώστε να εκφράζεται δραματικά το πάσχον βίωμα, την ακολούθησε η κάποια αφύγρανση του συναισθήματος, μια ξηρότητα, για να φτάσει αρκετές φορές στα Αφόρετα θαύματα να «αφηγείται» ο λόγος με αυξανόμενη διανοητική αφαίρεση. Πράγμα που είναι μάλλον ευδιάκριτο, καθώς λιγότερο στο Επιδόρπιο και περισσότερο στα Αφόρετα θαύματα ο λόγος συγκροτείται σ΄ένα υψηλότερο εννοιολογικό πεδίο, έχει γίνει σκοτεινότερος αν και δεν μιλά για καταστάσεις που είναι πιο σκοτεινές απ΄όσο προηγουμένως. Πιο απόμακρος, πιο ψύχραιμος, πιο σοφιστικός, ο λόγος της ποιήτριας, έχει μεγαλύτερη απόσταση από το υπαρξιακό κέντρο, αφίσταται του φλεγόμενου βιώματος, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται και στοχαστικότερος. Δεν λέω ότι εκ προοιμίου αυτό είναι καλό ή κακό. Εξαρτάται από τον χειρισμό, διότι αυτό που σώζει την ποίηση και την κάνει πιο λειτουργική, νομίζω ότι σχετίζεται άμεσα με το αν τα ποιήματα που γράφουμε έρχονται να κουμπώσουν σ΄ένα ουσιαστικό πάθος. Και από αυτή την πλευρά, αν δεχτούμε (και γιατί όχι;) ότι διαβάζουμε μια ποίηση φτιαγμένη εδώ και χρόνια από κύκλους ομόκεντρων βιωμάτων, νομίζω ότι το ρίγος του επερχόμενου αδόκητου ή η λυσσαλέα αγριότητα της επιθυμίας για ζωή, καταστάσεις εγκατεστημένες ταυτοτικά στις προγενέστερες συλλογές της Λουκίδου, εδώ τείνουν, όπως είπα, προς μια αφύγρανση, προς έναν λόγο όχι σπάνια άνυδρο! `Εναν λόγο που τον αφυγραίνει η διανοητική εκζήτηση της γλώσσας.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ποιητική δημιουργία, φοβούμενη τις μετατοπίσεις, τις διαφοροποιήσεις και τις εν γένει αλλαγές πρέπει να επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Κάθε άλλο. Πρέπει όμως να έχει την έγνοια ότι μόνο το αίμα που βγαίνει από την πάλη της με τον δαίμονα, όπως κι αν ονομάζεται αυτός ανά τις εποχές, μπορεί να υποκινήσει τη συγκίνηση- αυτό που θεωρώ υπέρτατο σημείο ζεύξης με τον αναγνώστη με κατεύθυνση τον ποιητικό λόγο. Για να έρθουμε σε πιο σαφέστερα δεδομένα, νομίζω ότι υπάρχουν σκόρπια ποιήματα στα Αφόρετα θαύματα που μάχονται τις επιφυλάξεις μου, δείχνοντας ότι δεν έχει πάψει η σύγκρουση με αυτό που πάει να συντρίψει τον σημαίνοντα λόγο της ποίησης. Παράδειγμα, το ποίημα «Στο ανακριτικό» (72-73):

Κι ανοίξτε τη σφιγμένη σας γροθιά…/Δεν κρύβεται τέτοιο χαρτί/-ας είναι και τσαλακωμένο-/εξέχουν λάμψεις και καπνοί/μέσα απ΄τα δάχτυλά σας/
φαίνονται/σας προδίδουν.

Και επίσης, υπάρχει σχεδόν ολόκληρο το πρώτο μέρος των Αφόρετων θαυμάτων (9-53) που κατά περίεργο τρόπο έχει αναλάβει να φιλοξενήσει ποιήματα ομόθυμα, αφού διατηρούν στο κορμί τους το σπέρμα του πρωτογενούς βιώματος ενός τόπου, μιας παράδοσης, μιας ιδιαίτερης αίσθησης ζωής. Θέλω να πω, ποιήματα που επιμένουν και διατηρούν ανοιχτή τη δίοδο μεταξύ της παλλόμενης ύπαρξης, της σωματικής αίσθησης, του ψυχικού ρυθμού και που όλα αυτά, ωστόσο, δεν σβήνουν σε μια περισπούδαστη καταστασιακή αφαίρεση, μα βγάζουν σ΄ένα λόγο διαυγή και άμεσα αναφορικό, σε εικόνες βιωματικής αιχμής οι οποίες χαράσσουν έναν γόνιμο ορίζοντα συνάντησης και σύναψης με τον αναγνώστη. Τέτοια ποιήματα είναι ο «Καπνοδοκαθαριστής» (31-32), το πολύ καλό «Ο μονόλογος του κλέφτη» (47-49), το δίπτυχο «Σελανίκ Ι» και «Σελανίκ ΙΙ» (40-46)[1] ένα σύνθεμα πατριδογνωσίας που αν ήταν πιο οικονομημένο θα το λογάριαζα στα κορυφαία του βιβλίου, καθώς εκεί με συνειρμικό τρόπο συνδέει το ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, την πυρκαγιά του 1917 και την προσφυγιά του ΄22, και του ΄55, δηλαδή παίρνει στον διάπλου του βιώματα προσωπικά και βιώματα διαχρονικά της ιστορίας και των παθών μιας πόλης-σώματος. Και τέλος, το ποίημα «Αγορά χρυσού» (19-20), μια σπαρακτική μετενσάρκωση του προσφυγικού βιώματος, όπου η αναγκαστική λόγω ανέχειας εκποίηση ενθυμημάτων, ρευστοποιεί «όρκους, γεννήσεις, επετείους», δηλαδή τις κινητήριες (ιδίως για την ποίηση) μνήμες, αποσυνθέτοντας αυτό που συμβολίζουν, αφού

χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες/ μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου/ και τότε πια τα πρόσωπα […]/παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού/ όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά /και βάζει πλώρη ολοταχώς
για νέες αμνησίες.

.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

Fractal 08/11/2017

«Νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά του αλλού»

Με τον αινιγματικό, πρωτότυπο τίτλο «Αφόρετα θαύματα» και το εντυπωσιακό φαιό εξώφυλλο με τις θαυμάσιες ενδυματολογικές δημιουργίες που καλύπτουν και το οπισθόφυλλο δημιουργώντας έτσι ένα υποβλητικό εικαστικό τοπίο, κυκλοφορούν οι Εκδόσεις Κέδρος την έβδομη συλλογή ποιημάτων της γνωστής Θεσσαλονικιάς ποιήτριας Ευτυχίας- Αλεξάνδρας Λουκίδου.

Τα «Αφόρετα Θαύματα», θα μπορούσε να είναι οι συνιστώσες της ποίησης της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου. Μιας ποίηση σταθερά εστιασμένης σ’ ένα κομβικό σημείο, όπου συναντώνται οι άξονες και οι παράμετροι των προβληματισμών της, ποίησης ομοκεντρικής που διακλαδίζεται σε πολλαπλά επίπεδα και δίνει τη δυνατότητα στην ποιήτρια να αναλύει γεγονότα και καταστάσεις, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων, με έναν αξιοσημείωτο δυναμισμό, χωρίς να χάνει τον βηματισμό και τον ειρμό της.

Το δράμα που βιώνει η ίδια στην καθημερινότητά της και ποιητικά αποτυπώνεται αφομοιωμένο στο έργο της, όπως και το καθολικό δράμα που βιώνει ο σημερινός οικουμενικός άνθρωπος. Κάθε ποίημα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης σύνθεσης, ενός συνεχούς διαλόγου με την πραγματικότητα, μια από περιωπής φιλοσοφούσα θεώρηση της ζωής, Υπάρχει μια διαρκής ροή συσσωρευμένης απογοήτευσης εξ όσων συμβαίνουν στον χώρο όπου κυριαρχεί είτε ως παίκτης στο καθημερινό δράμα είτε ως θεατής ή και κριτής των πάντων.

Η ποίησή της, σαφώς, ανθρωποκεντρική, έντονα καυστική, δυναμική, συχνά αιχμηρή, εκτυλίσσεται σφαιρικά με ομόκεντρους κύκλους που διαπλατύνονται και παίρνουν μεγαλύτερες ως καθολικές, ενίοτε, διαστάσεις. Αγκαλιάζει ένα ευρύ ανθρώπινο τοπίο. Ξεπερνάει με δρασκελιές μετέχοντας με τον δικό της ποιητικό τρόπο στα τεκταινόμενα στις αλάνες του κόσμου όπως μικρή μετείχε στα δρώμενα των δρόμων «κρεμασμένη μισή μες στο δωμάτιο / μισή έξω απ’ το σπίτι..»

Τυπικά, εικονικά η ύλη διαμερίζεται σε τρεις ενότητες, χωρίς ωστόσο να αλλάζει κάτι στη ροή των δρώμενων. Τη διάκριση, τον διαχωρισμό μάλλον, ορίζουν τα προθέματα που επιλέγει από άλλους δημιουργούς, χωρίς ωστόσο να ανακόπτουν τη φυσική πορεία των ποιητικών γεγονότων.

Bρίσκεται διαρκώς σε διαλεκτική σχέση με το περιβάλλον, αντιμέτωπη με τη «Νέα τάξη των πραγμάτων» που όλα εκποιούνται σε τιμή ευκαιρίας ή «με μια μικρή επιβάρυνση», ακόμα και ο χρόνος των ανείπωτων πραγμάτων, το παρελθόν, με τον άνθρωπο – πελάτη μπροστά στην αλητεία των εκτιμητών εξαγοράς των αναμνήσεων :

«…μαγκωμένο/ακουμπισμένο στον γκισέ/ταριχευμένο έντομο πλαισιωμένο με κορνίζα»,

έναν πελάτη ά-χρωμο, α-πρόσωπο, αλλοτριωμένο, να εκποιεί τα πάντα, ό, τι αντιπροσώπευε αξίες, ό, τι τον συνδέει με το παρελθόν, ακόμα και τις αναμνήσεις:

«Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις./Εδώ προέλευση και καταγωγή/
χέρι με χέρι ανταλλάσσονται…

………………….

Αποσυντίθενται τα σύμβολα/χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες/μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου/και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν/-γιατί αρρωσταίνουνε βαριά/όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε-/
παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού/ όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά/και βάζει πλώρη ολοταχώς/για νέες αμνησίες»

(Αγορά χρυσού)

Χωρίς πολλές διαδικασίες ρευστοποιούνται τα κειμήλια, όλα τα αναμνηστικά, από τα βαπτιστικά χρυσαφικά και τις βέρες, ίσαμε πολύτιμα κι ανεκτίμητα έργα τέχνης, εδώ και τώρα «εκτελούνται» τα πάντα.

Η ποιήτρια συχνά γίνεται σκληρή, επικριτική, η φωνή της ρομφαία φαρμακερή, στάζει πίκρα διακριτικά ο στίχος της, αιχμηρός, κοφτερός σαν λεπίδι, σαρκαστικός ανελέητα, αμείλικτα εκδικητικός, θαρρείς πως η ίδια, ακάθεκτη, εκδικητική, είναι έτοιμη να ανατρέψει το σαθρό σύμπαν, να διαρρήξει τη σχέση της με ό, τι της επιβάλλουν και σημαίνει εγκλεισμό:

«Μια πρώιμη εξοικείωση/μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται/
να μας περιτυλίξει…»

Πρόκειται για ποίηση που ακολουθεί τους κανόνες των μαθηματικών και της μουσικής και κινείται με συντονισμένους ρυθμούς, σταθερά ενάντια στις πέτρινες συνειδήσεις όσων ορίζουν και καθορίζουν τις τύχες των λαών. Μάχεται το ρυπαρό κατεστημένο σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, κόβει «γόρδιους δεσμούς», σπάει αλυσίδες:

Εκείνοι που ήρθαν έφεραν/κι από έναν αριθμό…/Για την ακρίβεια/τον κουβαλούσαν πάνω τους /τον είχανε συνέχεια μαζί τους/όχι όμως όπως ένα φυλαχτό/αλλά όπως ένας ανάπηρος/το κομμένο πόδι.
……………….

-Όμως/εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ
……..

– Δεν έχω …/Βυθιζόμαστε/μπαίνουν νερά/στ’ αμπάρια του μυαλού μου…»

ΣΕΛΑΝΙΚ 1, Μητέρα ανύμφευτη»

Η θεώρηση του περιβάλλοντος κόσμου είναι πάντα επίμονα ερευνητική και η διάθεσή της ειρωνικά κριτική. Ασχολίαστο δεν αφήνει τίποτα από όσα συμβαίνουν γύρω της. Αυτή η στιλπνή ως διάφανη ύπαρξη, με τα αμείλικτα χειρουργικά εργαλεία, τις λέξεις, που διαθέτει διυλίζει τα πάντα, χαράσσει και ανοίγει το σώμα της ίδιας της ποίησης. Υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στη σχέση της με τους ποιητές και την ποίηση στην καθημερινή της συνάφεια με την πραγματικότητα και στον έντονα φορτισμένο ποιητικό της λόγο. Στη «Χάρτινη σύναξη των ποιητών», κινείται πάνω στη θεατρική σκηνή που στήνει ως δεξιοτέχνης σκηνοθέτης και με επικριτική διάθεση και επιλεκτική οξύτητα του θεατρικού λόγου ευφυούς παρατηρητή και κριτή αποφαίνεται:

«Μπορεί να είναι απλώς μια συντροφιά/αταίριαστη σε χρόνο και σε τόπο/
-νοσταλγοί του πάντοτε και φυσικά του άλλού./Μπορεί κι οι σημειώσεις που κράτησα/στο μάθημα της ορθοφωνίας των καιρών/ή στο άλλο/της ορθής διαχείρισης απωλειών και τρόμου.
…………..

Ίσως πάλι και ένα θέατρο σκιών/με υπνοβάτες στα χαρακώματα/και αριστοκράτες ασκητές/στις παρυφές της λάμψης/με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά/αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό/ή συνόδευαν μια νεκρική πομπή./Ανεξάρτητα από τις συνθήκες που όρισαν/τη συνάντηση της συντροφιάς μ’ εμένα/εγώ τους βρήκα καθισμένους σε μία σκάλα/
προορισμένη μόνο για καθόδους/και λίγο πριν βραδιάσει/τους άκουσα να συνομολογούν/για το πάθος/πέραν της γραφής»

(Χάρτινη σύναξη των ποιητών)

Όπερ, μεθερμηνευόμενο, αν λάβει κανείς υπόψη του και το δοκίμιό της «Πέραν της γραφής», σημαίνει πώς εκτιμά τις προθέσεις, τις διαθέσεις και τι άφησε στους ποιητές η «Χάρτινη σύναξη», αφού όλοι ανεξαιρέτως, κάθονται «σε μια σκάλα / προορισμένη μόνο για καθόδους» και το μόνο που δεν τους απασχολεί είναι η ποίηση, αλλά τους απασχολεί «το πάθος πέραν της γραφής». Γι’ αυτό, τι να περιμένεις από μια σύναξη «χάρτινη», έστω και ποιητών;

Η σχέση της με τον εκάστοτε περίγυρο είναι αμφίρροπη, δομημένη με θέσεις και αντιθέσεις. Η παρουσία της στα ποιητικά δρώμενα είναι χαρακτηριστική. Ελέγχει εξονυχιστικά τον χώρο. Μετέχει ως ρυθμιστής ή ως κυρίαρχος παίκτης. Έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στον διάλογο με τους σκιώδεις θαμώνες στο θέατρο του παραλόγου. Τον μίτο της Αριάδνης τον κρατάει πάντα η ίδια. Δεν αφήνει να διέλθει της προσοχής τίποτα. Ανατέμνει με μαθηματική ακρίβεια και με μεθοδικότητα δεξιοτέχνη χειρουργού τα γεγονότα και τα πρόσωπα, καθώς και τις συμπεριφορές όσων ηρώων παίρνουν μέρος στα δρώμενα του κάθε σκηνικού που είτε στήνει είτε συναντά στην καθημερινή της έξοδο και συνάντηση με τη ζωή, κυρίως όσων εμπλέκονται στη συνάφεια με τους ποιητές. Παρατηρεί και από περιωπής, όχι χωρίς συναίσθηση ευθύνης ότι:

«….τώρα που όσο ποτέ/ανθίστανται τα πράγματα/και ούτε μια ανάμνηση/
δεν είναι δυνατόν ν’ ανακαλέσεις/…..κι οι λέξεις/ελάχιστη σχέση έχουν τελικά/μ’ εκείνο που σημαίνουν»,

αφού τα πάντα έχουν μεταλλαχθεί, έχουν χάσει την πρωταρχική τους σημασία. Και οι λέξεις ως ζωντανοί οργανισμοί, υπόκεινται στους νόμους που διέπουν τη ζωή και τη μοίρα των ζωντανών οργανισμών. Κάποτε μοιάζει να παίζει θέατρο με σκιώδεις παίκτες και συμπαίκτες, ωστόσο η ίδια διαχειρίζεται για λογαριασμό όλων τον διάλογο μονολογώντας. Αυτό, σε συνδυασμό με την αγάπη της να διαβάζει η ίδια ποιήματά της, με καταπληκτική, ομολογουμένως, θεατρικότητα, ίσως σημαίνει πως το θέατρο και η ηθοποιία είναι το απωθημένο της. Πιστεύει στη δύναμη της ποίησης, του ρυθμού και του ποιητικού λόγου, δια των οποίων συντελείται το θαύμα:

«Θα δεις…/Εξημερώνει ο ρυθμός ό, τι ασχημονεί/σκηνογραφίες σκίζει παραστάσεων/από καιρό ματαιωμένων/κι όλα τα ανεξόφλητα/
σαν χρόνο τσακισμένο/στο πίσω μέρος του αναφιλητού/πάει και τα στοιβάζει…».
(Η αναγνώριση)

Για να καταλήξει στο συμπέρασμα να λέει στον εαυτό της:

«…Έχω διαγραφεί/-να φανταστεί-/κι απ’ τους αγνοημένους…/
Επείγει η επάνοδος!/Το έργο που δεν έπαιξα/αιφνίδια κατεβαίνει…»
(Ο μονόλογος της ερχόμενης)

Κάθε ποίημα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου σε σταματάει με το νόημα, τη μουσική, με την αδιατάραχτη αλήθεια του. Και δεν είναι εύκολο να κάνεις μια γενική αποτίμηση γιατί, αν και έρχεται και επανέρχεται στο ίδιο κομβικό σημείο, στον αρχιμήδειο τόπο, στην αρχή της, η ποίησή της και οι κοινωνικοί προβληματισμοί της
διαχέονται στις επιμέρους δραματικές ιστορίες ως αυτόνομες, ιδιότυπες ατομικές περιπέτειες, σε σύντομες τραγωδίες:

«σαν νόσος που ανησυχεί/μην έρθει η γιατρειά της. /Με φως τρισύλλαβων φιλιών/τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω/για μια αγάπη αξόδευτη μιλώ/
μα πώς να με πιστέψεις;/Είν’ ακατάπαυστο το βουητό/των ερειπίων στο στήθος…»/

(Το χόρτο της επιστροφής)

Προχώρησα ψηλαφητά ακολουθώντας τους εύγλωττους ρυθμούς των λέξεων και των στίχων τις εύκοσμες σιωπές ως εκεί που ο χρόνος έκανε καμπή για να περάσω τον αναμενόμενο, εκ των έντονων ποιητικών φαινομένων, κάβο της ενδόμυχης τρικυμίας της. Κι έφτασα στην έξοδο λίγο πριν πέσει η αυλαία του δράματος, δεδομένου πως η αληθινή ποίηση είναι τραγωδία εν όψει: «…μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας (…)περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», κλείνοντας με τους στίχους που λένε όσα δεν πρόλαβαν να ειπωθούν, έγκλειστα στις σιωπές «άρρητων ρημάτων»:

«Άγια του σώματος σιγή/πόσους θανάτους διέσχισες/ντυμένη φως δαμασκηνί/προτού/σε βενετσιάνικους καθρέφτες/εισχωρήσεις…»

(Των αγίων σωμάτων)

Έχει τον τρόπο της η ποίηση να παρηγορεί και να λυτρώνει. Και η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου με τα «Αφόρετα θαύματα» στήνει μια δυνατή τραγωδία όπου όλα παίζονται και πείθουν ότι:

«Το να ξεγλιστράς/αυτό μονάχα σώζει
……..

Κι αν δεις να κλαίει το παιδί/κράτησε την ανάσα σου/τραγούδησέ του ημερομηνίες παλιές/βοήθα το απ’ την κορνίζα να κατέβει/βάλ’ το λέξεις αποδημητικές να συλλαβίσει
……….

οι πιθανότητες είναι αρκετές/-να του εξηγήσεις-
……..

κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή/
αύριο χωριζόμαστε»

(Σχέδιο διάσωσης)

.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 25/7/2017

«Οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν»

Η ποιήτρια Ευτυχία–Αλεξάνδρα Λουκίδου, με την πρόσφατη έκδοση του έβδομου κατά σειρά ποιητικού της έργου Αφόρετα Θαύματα, επιβεβαιώνει τη γόνιμη και ξεχωριστή παρουσία της στα ποιητικά πράγματα. Σ’ αυτό, άλλωστε, συγκλίνουν και οι απόψεις κριτικών εγνωσμένου κύρους που ασχολήθηκαν ειδικότερα με το έργο της ποιήτριας. Επιπλέον, στο ενεργητικό της καταγράφονται και τρεις μελέτες–δοκίμια για την ποίηση.

Καταρχάς, ο τίτλος της συλλογής με το υπερρεαλιστικό ζεύγμα λέξεων Αφόρετα θαύματα υποδηλώνει ένα σύνολο νοηματικά συλληπτών εκκρεμοτήτων με κοινό εκθέτη το «θαύμα», με τις θεραπευτικές–μεταμορφωτικές ιδιότητές του. Οι εκκρεμότητες αναπόφευκτα συνδέονται με την απουσία εκείνου –σώματος, ατόμου, κατάστασης– που θα μπορούσε να δεχθεί το θαύμα και να εναρμονιστεί πλήρως με αυτό. Ακόμη, είναι δυνατόν να ταυτίζονται με έμμεσες επικλήσεις υποδορίως αισθητές. Γιατί, καθώς εξελίσσεται προοδευτικά η ανάγνωση των ποιημάτων, αποκαλύπτεται –εκτός των άλλων– ένας κόσμος που κουβαλά φορτία άλγους και τραυμάτων. Και η μόνη ελπίδα που αχνοφέγγει είναι η επέμβαση δυνάμεων ικανών να μεταμορφώσουν αυτόν τον κόσμο με στοιχεία χαροποιά. Αυτά βέβαια δεν λέγονται, μόνον υπονοούνται μέσα από τη δυναμική του τίτλου. Επομένως, πρόκειται για έναν τίτλο με έμμεσες νοηματικές προσημάνσεις ευχετικού και συνάμα σωτηριολογικού χαρακτήρα.

Στο πρώτο μέρος της συλλογής η Λουκίδου εισάγει τον αναγνώστη σε μια πένθιμη ατμόσφαιρα, όπου το αθώο χτες, που «οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν,» αντιμάχεται το τώρα, με μιαν αγγελία διάλυσης / πριν την υποτροπή («Κάτω απ’ το νερό»). Τα καταγεγραμμένα στην παιδική ηλικία της ποιήτριας παθήματα της οικογένειας –ο διωγμός από την Κωνσταντινούπολη, η σύντομη μετοίκηση στο Μόναχο (εκεί γεννήθηκε η ποιήτρια) και, τέλος, η μόνιμη εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη– φυσικό και αναμενόμενο είναι να αφήνουν λιγότερες ή περισσότερες αποτυπώσεις στο έργο της. Χαρακτηριστικοί είναι οι εξομολογητικοί στίχοι («Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17»): τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο «λείπουμε» / και στο «φριχτά πονούμε» / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο. Και όσο κι αν μια παρουσία έρωτα / –θαρρείς υπόδειγμα άνοιξης– ανοίγει ένα παράθυρο, τα στίγματα στην παιδική μνήμη μοιάζουν ανεξίτηλα: Σαν τότε που φιλάσθενη / ή λόγω τιμωρίας / ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου / έξω από το παράθυρο κρεμόμουν / για να κοιτάζω τα παιδιά / που παίζαν στην πρασιά. / Στη φαντασία μου μάλιστα / υπαρχηγός γινόμουν / κι αν τύχαινε καμιά φορά / κι οι άλλοι μας κερδίζαν / την ήττα της ομάδας μου / χρεωνόμουν μυστικά.

Οι απόπειρες διεξόδου μέσα από την ποιητική περιπέτεια και η επικοινωνία με το έργο μειζόνων ποιητών συχνά μεταβάλλονται σε ειρωνεία και σαρκασμό για εκείνους που δήθεν αγωνίζονται για τα δίκαια των μαζών: Άξιζαν Edgar, τελικά / μια κάποια –έστω– θλιβερή τιμή / όλοι αυτοί που βούλιαξαν / μες στο συγκεκριμένο / κι ούτε που αναρωτήθηκαν ποτέ / κατά πού πέφτει / το Ελντοράντο… («Εκ γενετής αγεωγράφητοι»).

Οι μάζες, ωστόσο, είναι καταδικασμένες να ακολουθούν τη δική τους μοίρα. Η διαπίστωση στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ») ότι Είχαν βλαστήσει από καιρό / οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας… / Μια ιχνηλασία άκαρπη / πάνω σε τέλματα αχανή / υπαίθρια κηρύγματα / και φρούτα που τ’ ανάθρεψαν / αυξητικές ορμόνες, μόνον άλγος προκαλεί. Στο ίδιο ποίημα η Λουκίδου χρησιμοποιεί με πολύ εύστοχο τρόπο τον ποιητικό διάλογο και το σχήμα της μεταφοράς για να αποκαλύψει τον ηθικό ξεπεσμό και την κάθε είδους ευτέλεια που βιώνει η σημερινή κοινωνία. Τώρα / μας κυνηγούν οι μεσολαβητές με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι… […] Τι μου ζητήσατε να κάνω, αγαπητέ; / Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα; / Να γράψουμε! / Να χρησιμοποιήσω και παραβολές; / Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις; / Γράψτε λοιπόν: / Δασύνεται η αρπαγή / και οξύνεται το μίσος. Και εκείνη η δύναμη, το σκιάχτρο που άλλοτε προστάτευε / τους κήπους και τα όνειρα, δηλαδή τις αξίες και τα ιδανικά, και εξοβέλιζε κάθε απόπειρα επιβουλής, τώρα έχει χάσει την αποτρεπτική του δύναμη. Και το αποτέλεσμα είναι οδυνηρό. Οι απλοί, κοινοί άνθρωποι φτάνουν ή και ξεπερνούν τα όρια της ανοχής και αντοχής τους, κυριεύονται από ψυχικό παραδαρμό και ανοίγουν τα σεντούκια της μνήμης και εκποιούν προγόνους, αναμνήσεις, έρωτες: Ο χώρος θύμιζε φουαγιέ / πολυτελούς ξενοδοχείου / Πόρνες, ζητιάνοι και προαγωγοί / μαχαιροβγάλτες και κλεφτρόνια / εξορισμένοι από εκεί. / ή μάλλον κάπου εκεί κι αυτοί / όμως σε ρόλους άλλους, σοβαρούς / όπως, ας πούμε / αβρών εκτιμητών χρυσού / […] Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις. / Εδώ προέλευση και καταγωγή / χέρι με χέρι ανταλλάσσονται («Αγορά χρυσού»). Οι πολλαπλές ανατροπές που συμβαίνουν στην ατομική και τη συλλογική ζωή συχνά μοιάζουν με επικείμενη έξωση περιφερόμενου θιάσου. («Ιδιωτική αρχαιολογία»). Το έργο σε λίγο τελειώνει και οι θεατρίνοι θα φορτώσουν την πραμάτεια τους: Σκεύη παλιά, ποδήλατα / φουγάρα, καλαπόδια / πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ / μονόκλ και περουκίνια / καλειδοσκόπια, παπιγιόν / μουστάκια, φαβορίτες. Ωστόσο, το δράμα επιτείνεται. Η Λουκίδου βρίσκει τον τρόπο και αφήνει τα πράγματα μετέωρα: Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες. / Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν / απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν. / Αμφίβολη η ώρα τους. / Σαν την αμφίβολη ώρα / των εκτελέσεων.

Φυσικά οι ατομικές ευθύνες παραμένουν. Η επιλογή δήθεν ωριμοτέρων σκέψεων και αντιδράσεων τίποτε άλλο δεν πετυχαίνει παρά να απλώνει το δίχτυ του εγκλεισμού και της αυτοπαγίδευσης. Τότε είναι που η απελπισία μεταβάλλεται σε οργή: Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις / που αποδειχτήκατε δειλές / και σπεύδατε να μας σώσετε / σαν θαύμα αναπάντεχο / πριν καν να γίνει η δέηση. // Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο / –τέλεια να μιμείται καλπασμό– / να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους («Δεύτερες σκέψεις»). Τότε είναι που το τέλος, με οσμή θανάτου, εισβάλλει στα άδυτα του έσω χώρου, και ζητά σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί / και να το κατακλύσει / να βυθιστούνε μέσα της / τα κάδρα, τα φωτιστικά / ν’ ακούγεται μόνον αυτή / κι ό,τι μαζί της φέρνει («Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος»).

Η μνήμη όμως, ατομική και συλλογική, αντιδρά και αναγνωρίζει πόσο αναγκαία είναι η ανασύσταση. Η τρικυμία είναι απειλητική και το καράβι κινδυνεύει να χαθεί αύτανδρο. Έρχεται όμως η ποίηση και αναγνωρίζει ότι στη ζωή, δίπλα στον καθένα, πέρα από την οδύνη και τα σημάδια του χαμού, υπάρχουν σωτήριες λέμβοι. Ειδικότερα, η ποιήτρια μνημονεύει τον Παπαδιαμάντη και δείχνει να θέλγεται από το λιγοστό με το οποίο εκείνος πορεύτηκε στη ζωή.

Του αρκούν λίγα χιόνια / […] Του αρκεί ένας έρωτας / […] Του αρκούν κάποιες γραίες / βασανισμένες και άτυχες / […] Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα / κι άλλη μια, η θεια–Σκεύω / βαρδιανός μες στα Σπόρκα / να ’ναι σιμά στον γιο της / στο Λοιμοκαθαρτήριο. («Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου»). Ακόμη, ανασύρει από τη μνήμη της τη βασανιστική περιπέτεια της οικογένειάς της. Στο ποίημα «ΣΕΛΑΝΙΚ I – Μητέρα ανύμφευτη» ακούγεται ο αιώνιος θρήνος του κατατρεγμού που αιμάσσει. Αλλά την ίδια στιγμή, πίσω από τον πόνο και το στεγνό δάκρυ, δείχνει να αχνοφέγγει, ο ερχομός μιας αλλιώτικης μέρας. Εμείς το ’64 / που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55 / με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού / να κάθεται στα ρούχα μας / ν’ ασπρίζει την ψυχή μας. / Εμείς / δεν ήμασταν ποτέ ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης / μα μία Πόλη που έψαχνε / πόλη να κατοικήσει / με Εγνατία, με Ντεπό / με Βασιλίσσης Όλγας / με Υπερώο θαλασσινό / για να σταθούν επάνω του / Καρέλλη και Πεντζίκης.

Μπορεί, άραγε, η Θεσσαλονίκη να ήταν ένα από εκείνα τα Αφόρετα θαύματα; Οι στίχοι από το ποίημα «ΣΕΛΑΝΙΚ II – Η πυρκαγιά» δίνουν μια γλυκόπικρη απάντηση: Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα / κι ας έμοιαζε αυτή εδώ / αγίασμα στα μάτια / –τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί / να καταποντιστεί στα σωθικά / η κάψα του άλλου τόπου–. Στίχοι που ξυπνούν τη μνήμη και φέρνουν στο νου στίχους από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Τελευταίος Σταθμός»: Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις, φίλε. / Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου / τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια / δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Η ποιητική ατμόσφαιρα δείχνει να αποκτά ολοένα και περισσότερα θέλγητρα που δεν αφήνουν ανεπηρέαστο τον αναγνώστη, ο οποίος σταδιακά αισθάνεται ότι μεταβάλλεται σε συμμέτοχο κοινών εμπειριών και κοινού πάθους. Άλλωστε, ακόμη και ένα ελάχιστο ποσοστό κοινών βιωμάτων μπορεί και διαμορφώνει το απαραίτητο κλίμα εξοικείωσης του δέκτη με τα μηνύματα του πομπού, γεγονός που ενισχύει σημαντικά τον μηχανισμό πρόσληψης. Ακόμη και τα αδιέξοδα με το εύθραυστο κλίμα που προκαλούν, τροφοδοτούν το συναίσθημα και τη σκέψη. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από το ποίημα «Ο μονόλογος του κλέφτη»: Σας κλέβω μόνο την αφή / το άγγιγμα που αφήσατε / πάνω στις πορσελάνες / γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή / δίχως το άλλο σώμα […] Φιλάργυρος της αφαίρεσης / δανείζομαι το παρελθόν / γυρεύω οικογένεια / συλλέγω από απόγνωση μεταξωτές αισθήσεις.

Το δεύτερο μέρος της συλλογής περιέχει έντεκα ποιήματα ποιητικής. Η Λουκίδου επινοεί και εφαρμόζει έναν πρωτότυπο μεταφορικό και παρομοιαστικό λόγο, προκειμένου να αποδώσει, σαν σε προϊούσα αφήγηση, τις –άγνωστες στους πολλούς– πτυχές των όσων βιώνει ο δημιουργός κατά τη διάρκεια της κυοφορίας του ποιήματος. Πολύ εύστοχα ο ποιητής παρομοιάζεται με ασθενή που εμφανίζει «Τα πρώτα συμπτώματα»: Οι άλλοι / τη μακρινή καταγωγή της θλίψης του / ηθελημένα αγνοούσαν // ωστόσο υποπτεύονταν / μία ραγισματιά ανεπαίσθητη / που μάζευε με τον καιρό / το σκονισμένο άγημα των τύψεων. Μετά, καταγράφεται το «Ιστορικό ασθενούς»: Υπήρξαν μήπως προαισθήματα; / Έστω σημάδια προειδοποιητικά / όπως, ας πούμε, η ξαφνική εμφάνιση / χαμένων ανεξήγητα πραγμάτων / […] Ξέρετε, τώρα, τι ύπουλα / σε πλησιάζει η νόσος…

Έπειτα, ακολουθούν «Τα στάδια»: Πρώτα / μια αδυναμία αντίληψης του προφανούς. / Ή μάλλον όχι. / Πρώτα / εκ δεξιών η κόλαση / εξ ευωνύμων η περήφανη καρδιά / με τους κρυμμένους δυναμίτες στις ραφές / στους μαύρους κύκλους των ματιών / στην αδιαφορία, στην απέχθεια. και σημειώνονται οι «Παράπλευρες απώλειες»: γιατί, αν το καλοσκεφτείς, / δεν θα την πεις και αναίμακτη / τη σύλληψη του ποιητή / που ελλείψει τέλους τραγικού / βάζει βελόνες γραμμοφώνου να τρυπούν / κατάστηθα την Κομπαρσίτα.

Κατόπιν, έπονται δύο ποιήματα ενδοσκόπησης (ποιητικής), το «Εμείς αυτοί»: Άλλοι χορεύουν με τα μάτια τους κλειστά / πάνω από μία πρόταση / –κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής / δεν έχει σημασία– / αρκεί να υπαινίσσεται αποχαιρετισμό / ή να δηλώνει ήττα / και το «Ποιητές ανοιχτών θαλασσών ή Ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου», ένα ποίημα αποτυπώσεων της έμπνευσης σε σημαίνοντα λόγο. «Λαγωνικό ή Η Έμπνευση»: Εμφανιζόταν κι έφευγε / και σάλπιζε υποχώρηση / όμως την ύστατη στιγμή / θριαμβικά επέστρεφε / κρατώντας μες στα δόντια της / –θήραμα άχρηστο, ακριβό– / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες.

Όμως ο ποιητής δεν αργεί να καταλήξει «Στο ανακριτικό» ως αυτόπτης μάρτυρας ή και αυτουργός ενός συντελεσθέντος αδικήματος: Η κατ’ εξακολούθηση εμφάνισή σας / στον τόπο του εγκλήματος / εγείρει υποψίες σοβαρές / περί ενοχής ή νοσηρότητάς σας. // Κι ας υποθέσουμε πως είναι λογικό / ας το αποδώσουμε καλόπιστα στην τύχη. / Όμως στην έκθεση αναφέρεστε / ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς / συμβάντων ανεξήγητων / που λάβαιναν χώρα τ’ απογεύματα / στους πίσω κήπους μίας λέξης. Εκείνος όμως παρακάμπτει τους ανακριτές και καταθέτει ελεύθερα την «Ομολογία» του: Όχι, όχι / εγώ δεν ξεκίνησα για εκεί / ούτε για κάπου αλλού βεβαίως… / Όμως πώς να εξηγήσω / τα ανήκουστα και τα φαιδρά / τότε που τα φωνήεντα / αιφνίδια καταργήθηκαν / και σύμφωνα συριστικά / εγκαταστάθηκαν / φαρδιά πλατιά στο στήθος;

Ωστόσο, τα κατά συρροήν αδικήματα–ποιήματα εμφιλοχωρούν «Στα ράφια (σαν) δολιοφθορείς»: Έστω και χάρτινοι, θα μείνουμε εδώ / στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο / με ασήκωτο το ελαφρύ χώμα του καιρού / να σκεπάζει τα λόγια μας. Και όλα αυτά, μέχρι που φτάνει η απροσδόκητη είδηση ότι ο ασθενής–ανακρινόμενος παίρνει «Εξιτήριο»: Θα φύγω! / Να φύγω, μου είπαν / Μ’ αφήνουν τελικά να φύγω. / Μετά το πρωινό, ελεύθερος, μου είπαν. / Το φαντάζεστε; / Τέρμα πια οι αναμονές / τα ‘θα δούμε’ και τα ‘βλέπουμε’ / και πια δεν θα ’μαι απαρηγόρητος / μόνο λιγάκι αφηρημένος / όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ // μα θα τα καταφέρω.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ειδικά τα ποιήματα αυτού του μέρους συνιστούν ένα ποίημα εν προόδω (poem in progress), με χαρακτηριστικό γνώρισμα μια ευθύγραμμη, εξελικτική αφήγηση που τα στάδιά της τα δηλώνουν οι τίτλοι των ποιημάτων.
Το τρίτο μέρος της συλλογής το αποτελούν συνολικά δέκα ποιήματα. Πρόκειται για ποιητικές αποτυπώσεις μιας βασανιστικής μοναξιάς που ακολούθησε μετά από την απώλεια αγαπημένου προσώπου. Η ποιήτρια αναζητεί το δικό της πρόσωπο, καθώς αισθάνεται πως ένα μέρος του βρίσκεται στο υπαρκτό παρόν και ένα άλλο περιπλανιέται στην αντίπερα όχθη, ακολουθώντας τα νεύματα μιας σκληρής ειμαρμένης.

Στο ποίημα «Η αναγνώριση» η Λουκίδου επικαλείται τη μαρτυρία του εταίρου, ώστε η ίδια να προχωρήσει στην αναγκαία αυτοαναγνώριση: (Α΄ πρόσωπο) Κρατάω τον καθρέφτη / και σου τον δίνω να μου τον δώσεις / να με κοιτάξεις που τον κρατάω / ν’ αναγνωρίσεις // τον βράχο με τις πεταλίδες του / και τα πουλιά που τον λεηλατούν / και που τον ανυψώνουν.

Η επίκλησή της συνεχίζεται και σύντομα μεταβάλλεται σε θρήνο: Με φως τρισύλλαβων φιλιών / τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω / για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ / μα πώς να με πιστέψεις; […] Κρατήσου από το άγγιγμα / να σε τραβήξω πάνω. («Το χόρτο της επιστροφής»). Μα φτάνει η στιγμή που η ίδια αναγνωρίζει, ότι οι επικλήσεις της είναι ίαμβοι της άρνησης / κρυστάλλινοι σαν μοίρα («Ραγίσματα»).

Η συλλογή, ή καλύτερα η ποιητική σύνθεση Αφόρετα θαύματα, θα καταγραφεί ως το ωριμότερο έργο της Ευτυχίας–Αλεξάνδρας Λουκίδου. Και αυτό από μόνο του αυξάνει το χρέος της ποιήτριας για το μέλλον.

.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Fractal 27/09/2017

«Εξέχουν λάμψεις και καπνοί / μέσα απ’ τα δάχτυλά σας»

Στις μέρες μας, έχει παρατηρηθεί μια νέα τάση στην ποίηση. Πολλές ποιητικές συλλογές περιλαμβάνουν αρκετά ολιγόστιχα ποιήματα. Η λιτότητα των στίχων, τα υπαρξιακά ερωτήματα και ο κοινωνικός προβληματισμός έχουν αρχίσει να κυριαρχούν. Συνήθως, όταν επικρατεί μια νέα τάση, όλο και περισσότεροι ακολουθούν το ίδιο μοτίβο και πολλές φορές καταλήγουν σε μια μανιέρα ρουτίνας. Όμως, υπάρχουν και ποιητές, που καταφέρνουν να υποτάξουν τη νέα τάση στο δικό τους προσωπικό στυλ.

Μια ποιητική συλλογή με ιδιαίτερο στυλ είναι και το βιβλίο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου: «Αφόρετα θαύματα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος». Ποίηση λιτή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες. Η ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ολιγόστιχων ποιημάτων, δίνοντάς μας την ευκαιρία να γνωρίσουμε τη γραφή της ποιήτριας σε βάθος.

Τα ποιήματα της συλλογής «Αφόρετα θαύματα» είναι κυρίως υπαρξιακά με πινελιές κοινωνικού προβληματισμού. Η ποιήτρια μέσα σε λίγους στίχους περικλείει όλη τη δυστυχία του κόσμου μαζί με ό,τι την προκαλεί: «φυλάκια συνοριακά / ύμνοι, σημαίες, παρελάσεις / ατροφικές υπάρξεις / σημαδεμένες στους καρπούς / και κοστουμάτοι κύριοι / αυτάρεσκα γλοιώδεις…» Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου θα συμπονέσει όσους αναγκάζονται να ξεπουλήσουν τα οικογενειακά τους κειμήλια σε σαράφηδες και θα διαπιστώσει πικρά: «γιατί αρρωσταίνουνε βαριά / όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε». Πιο κάτω, η ποιήτρια θα γράψει ένα πολύ συγκινητικό ποίημα για τους μετανάστες, που περιμένουν σε ατέλειωτες ουρές να πάρουν χαρτιά, που μπορεί να μην καταφέρουν να αποκτήσουν.

Οι υπαρξιακές ανησυχίες της ποιήτριας, ξεκινούν από εκεί, που τελειώνουν οι κοινωνικές. Πιο πριν, είδαμε την Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου να συμπονά ανθρώπους, που αναγκάζονται να εκποιήσουν τα οικογενειακά τους κειμήλια. Εδώ, η ποιήτρια βάζει τον εαυτό της στη θέση του ανθρώπου, που αποφασίζει να πουλήσει όλα της τα παλιά αντικείμενα σε κάποιον παλιατζή, που δεν ξέρει ποτέ την ώρα, που θα περάσει. Παρακάτω, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου θα γράψει για τις δεύτερες σκέψεις, που δεν μας αφήνουν να πραγματοποιήσουμε ό,τι έχουμε αποφασίσει και θα καταλήξει τραγικά: «Μας μάθατε για τα καλά / πως ό,τι δεν μας συναντά / αυτό στο τέλος / μας διασχίζει.»

Θα μπορούσαμε να γράψουμε ακόμα πολλά για την ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου «Αφόρετα θαύματα», όμως, θα θέλαμε, να αφήσουμε τον αναγνώστη να ανακαλύψει από μόνος του τα «θαύματα» αυτής της συλλογής, παραθέτοντας μόνο ένα τελευταίο χαρακτηριστικό δείγμα της ποιητικής της δεινότητας, που αναφέρεται στην ποίηση: «Δεν κρύβεται τέτοιο χαρτί / -ας είναι και τσαλακωμένο- / εξέχουν λάμψεις και καπνοί / μέσα απ’ τα δάχτυλά σας».

.

ΕΛEΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟY

Φρέαρ 30/09/2017

Το ανάγλυφο της ποιητικής στιγμής στο ποίημα «Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος» από τη συλλογή «Αφόρετα θαύματα»

Το ποίημα ως μέσο μυθικής αφήγησης αποκτά συχνά την χροιά της ιεροτελεστίας, αφού έχει τη δύναμη ν’ ανοίγει μυστικές διόδους στον αναγνώστη για έναν κόσμο, όπου λέξεις και υλικά, φόβοι και ψυχικά πετάγματα, αναμιγνύονται και συντελούν στη μέθεξη της ανάγνωσης, σμιλεύουν το ανάγλυφο μιας ποιητικής στιγμής που είναι δύσκολο να λησμονήσει ο αναγνώστης. Για ένα τέτοιο ποίημα θα αποπειραθώ να μιλήσω ή μάλλον για την ανεξίτηλη εν(τύπωση) αυτού του ποιήματος μέσα μου.

ΥΑΛΙΚΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ

Χρειάζεται μια επίσημη σιωπή/Να εισβάλει μες στο σπίτι/σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί/και να το κατακλύσει/να βυθιστούνε μέσα της/τα κάδρα, τα φωτιστικά/ν’ ακούγεται μόνον αυτή/κι ό,τι μαζί της φέρνει/-μια περιδίνηση άσκοπη/περιστρεφόμενου χορού/γυάλινης μπαλαρίνας/σε βελουδένια θήκη κοσμημάτων-
Μα η άμμος αναπάντεχα/έρχεται κάθε βράδυ/ντυμένη νήματα γυαλιού/είδωλα αλλοιωμένα/ρινίσματα παλιάς ζωής/φέγγουν μες στο σκοτάδι/που αμέσως σκοτεινιάζουνε/στενεύουν, δεν θυμίζουν/πέφτουνε γύρω μας βροχή/χιλιάδες ροκανίδια/μια πρώιμη εξοικείωση/μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται/να μας περιτυλίξει.

Η σιωπή και η άμμος, τα προαιώνια αρχέγονα υλικά, αποτελούν τα κύρια συστατικά αυτού του ποιήματος, μα και η ανυπέρβλητη διαφάνεια του γυαλιού που δεν αποχωρίζεται ποτέ την αιχμηρή του φύση, η γαλήνια επιμονή του ξύλου και η ευγενική παρηγοριά του βελούδου, το καθιστούν αντιπροσωπευτικό της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου από τις εκδόσεις Κέδρος με τίτλο: «Αφόρετα θαύματα».

Στον κόσμο της κρίσης, του πιο σκληρού ορθολογισμού, της αιώνιας πρόβας και της αβέβαιης διαδρομής η ποιήτρια προσδοκά, επιμένει και καλλιεργεί τα «θαύματα» αφόρετα και μακρινά, όχι όμως άρρητα όσο εξακολουθεί να υπάρχει η γλώσσα της ποίησης. Η συλλογή περιλαμβάνει 40 ποιήματα που διαθέτουν εξαιρετικό ρυθμό και μουσικότητα εκφράζοντας τις προθέσεις της ποιήτριας με τον πιο αρμονικό τρόπο. Νοσταλγία που αγγίζει το φολιδωτό δέρμα της οδύνης, ανάδυση της παιδικής μελαγχολίας, τραύμα και έλλειψη κι ένας βαθύς και ουσιαστικός απολογισμός αποτελούν τους κύριους θεματικούς άξονες της συλλογής.

Μετά τις πολλές αναγνώσεις διέκρινα και οικειοποιήθηκα την άφατη ανάγκη που γεννήθηκε στο παιδί-ποιήτρια, πώς η ανάγκη αυτή διατηρήθηκε ανέπαφη με τα χρόνια και θαύμασα την δεξιότητα με την οποία η ποιήτρια μεταφέρει αυτή τη διαδρομή στον αναγνώστη, πράγμα που καθιστά δυσκολότερη την δική μου ανάλυση για το σύνολο της συλλογής. Προτίμησα να μιλήσω για αυτό το συγκεκριμένο ποίημα που το αγάπησα από την πρώτη ανάγνωση:

Στην πρώτη στροφή η ποιήτρια με σκηνογραφική δεξιότητα στήνει το σκηνικό, επιλέγει τα υλικά, μοιράζει τους δευτερεύοντες ρόλους στα άψυχα μα τόσο συνυφασμένα με την περίκλειστη ζωή αντικείμενα, αφού φυσικά πρωταγωνίστρια είναι η σιωπή. Εκείνη, τον χώρο και τον χρόνο κατακλύζοντας έχει την πρωτοκαθεδρία. Στα σκληρά τοιχώματα της σιωπής –στην οποία καθόλου τυχαία η ποιήτρια προσδίδει το επίθετο «επίσημη» με ό,τι αυτό σηματοδοτεί‒ τα σχήματα και τα περιγράμματα των πραγμάτων συγχέονται, διαστρεβλώνονται όπως κάτω από την χιονοθύελλα ‒πληγώνονται, επανακάμπτουν, αναπλάθονται από τις στάχτες τους για να αποτελέσουν τη φάτνη των στίχων. Το σπίτι, τα κάδρα, τα φωτιστικά με όλους του συμβολισμούς του περίκλειστου βίου βυθίζονται στη σιωπή για να μπορούνε απερίσπαστα να υπηρετήσουν την άσκοπη περιδίνηση γύρω από τη ζωή. Σημαίνοντα και σημαινόμενα των λέξεων στροβιλίζονται μα κοντοστέκονται μπροστά στο εύθραυστο θαύμα της γυάλινης μπαλαρίνας. Τα θρύψαλα που είναι κρυμμένα κάτω από τη συνάφεια και συνοχή των μορίων του γυαλιού ‒μόνο η ποίηση μπορεί να τ’ αναγνωρίσει‒ ακουμπούν σ’ ένα ορμητικό μα συνάμα παρηγορητικό βελούδο.

Το γυαλί που έλκει την καταγωγή του από την ίδια την γη, την μήτρα του κόσμου είναι το διάφανο θαύμα της σοφίας της φύσης. Απομεινάρια αρχαίων βράχων, λάβα προγονικών ηφαιστείων, θρύψαλα άδειων κελύφων και οστράκων, ρημαγμένες φωλιές πουλιών είναι ο κάθε κόκκος άμμου που αποτελεί το πρόσχημα για να στερεοποιηθεί το ποίημα.

Η σιωπή εξακολουθεί να είναι η απαραίτητη συνθήκη για την δεύτερη στροφή (δεύτερη πράξη και φινάλε του ποιήματος) μια σιωπή που χάνει βαθμιαία την ανιαρή και άγονη ορμή της. Εδώ η σιωπή αποκτά σκελετό και ένδυμα, έρχεται κάθε βράδυ Μα η άμμος αναπάντεχα / έρχεται κάθε βράδυ / ντυμένη νήματα γυαλιού /είδωλα αλλοιωμένα/ ρινίσματα παλιάς ζωής/ φέγγουν μες στο σκοτάδι.

Με μια κινηματογραφική ‒Ταρκοφσκική θα την χαρακτήριζα‒ αέρινη ποιητική εικόνα, που όμως διαθέτει έντονη τη δυναμική της δίνης, το ποίημα οδηγείται στην τελική παραδοχή, στην μόνη βεβαιότητα που δεν είναι άλλη απ’ αυτή του θανάτου. Μα ο θάνατος εδώ παύει για λίγο να είναι αμείλικτος και παγωμένος. Μέσω της ποίησης και του παρηγορητικού υλικού, του ξύλου, η συντριβή γίνεται θριαμβευτική, και η πρόβα θανάτου είναι μονάχα μια πρώιμη εξοικείωση /μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει.

Η σκληρή και τελεσίδικη σύμβαση του θανάτου μέσω της ποίησης μετουσιώνεται σε πράξη γαλήνια και θωπευτική. Η φαινομενικά άχαρη και πικρή εικόνα στην πραγματικότητα εκπέμπει θαλπωρή. Γίνεται οικεία και στοργική καταφυγή, αν ο αναγνώστης απιθώσει το βλέμμα του στα ψίχουλα του ξύλου, τα ροκανίδια που θα μπορούσαν να είναι βεγγαλικά ή θραύσματα του σαθρού οικοδομήματος που λέγεται ζωή. Η δυνατότητα να μετατραπούν τα κοφτερά θρύψαλα του γυαλιού ‒στίχο με στίχο‒ σε άκακα πριονίδια δεν είναι μια παρηγοριά; Το αιχμηρό μεταπλάθεται μέσω της γραφής σε ένα ευγενικό και στοργικό υλικό που κάποτε ίσως ήταν πεύκο ή λεύκα, πλατάνι ή καρυδιά, μοναδική φωλιά πουλιών και αποικία πεταλούδων.

Η ποίηση ακόμη κι αν δεν μπορεί να αλλάξει το προδιαγεγραμμένο, των ανθρώπων την κοινή μοίρα, ελαφρύνει το άλγος, όπως άλλωστε η εξοικείωση με τον θάνατο λυτρώνει.

.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

…/…

Β]. ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ: ΜΙΑ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΘΗΣΑΥΡΟΣ:
1]. «Κάτω απ’ το νερό»: το ποίημα αποτελεί το πιο άριστο ξεκίνημα για ποιητική συλλογή. Το λυτρωτικό νερό, «μια υπόκρουση αγκαθωτού νερού» με το αθέατο συγκρατημένο, καταλήγει στην αναφώνηση: «ποιος πριονίζει τη σκιά;». Η σκιά όμως είναι διπλή. Της ποιήτριας και του απόντος. «Σφάγιο ιερό / που δεν ανήκει σε κανέναν». «-Έξοδος και θριαμβευτικό μαζί-». Τα ονόματα παραμένουν αμετάφραστα ενώ το νόημα «…αχνοφωτίζει το προφίλ / όσο καμία λάμπα».
2]. «Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17»: Εδώ μιλά η υποψία των ιστοριών. Το προαίσθημα και το αβίωτο παρελθόν. Αθώος ο κόσμος του θανάτου «τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο λείπουμε και στο φριχτά πονούμε» / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο». Το ποίημα κλείνει με μια υπέροχη σκηνή στο παράθυρο με την ποιήτρια ανεβασμένη σε σκαμνάκι «για να κοιτάζω τα παιδιά / που παίζαν στην πρασιά./ Στη φαντασία μου μάλιστα / υπαρχηγός γινόμουν». Και πιο κάτω: «Μισή μες στο δωμάτιο / μισή έξω απ’ το σπίτι»….», «με ματωμένα γόνατα / και λίγο πριν νυχτώσει/ κατάκοπη και καθαρή / να κλείνω τα παντζούρια». Η μοίρα αλλάζει και το σκαμνάκι μετατρέπεται σε ψέμα. Η αυθεντικότητα και η αθωότητα της παιδικής ζωής επιφέρει προσωρινή λύτρωση.
3]. Στο «Εκ γενετής αγεωγράφητοι», σ’ αυτό το κορυφαίο ποίημα, με υπότιτλο απόσπασμα από την τελευταία στροφή του περίφημου ποιήματος «Eldorado»[i] του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, επιχειρείται η εικονογράφηση των βαράθρων «μ’ όλες τις πανουργίες: / φυλάκια συνοριακά / ύμνοι, σημαίες, παρελάσεις /ατροφικές υπάρξεις / σημαδεμένες στους καρπούς / και κοστουμάτοι κύριοι / αυτάρεσκα γλοιώδεις…». Ο εξωτερικός κόσμος, ο επίμονος κόσμος της φθοράς. Ακολουθεί ο μέγας στίχος-μεγαλείο της συγκίνησης: «Να γονατίζεις / για να φαίνεσαι ψηλός». Η αποστολή του ποιητή ως προφήτη στο να υπηρετήσει «τον κουτοπόνηρο, εύπιστο λαό μου», ακόμα κι αυτή η πρόθεση, ισοδυναμεί «με σάπια φύλλα καταγής / να στρώνονται μεμιάς / για να περάσεις./ Στο τέλος, με την επίκληση στον Πόε η Λουκίδου αναρωτιέται αν άξιζαν τελικά τη «θλιβερή τιμή / όλοι αυτοί που βούλιαξαν / μες στο συγκεκριμένο / κι ούτε που αναρωτήθηκαν ποτέ / κατά πού πέφτει / το Ελντοράντο…».
4]. «Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ», αφορά την απόλυτη κατίσχυση του ψέματος, την αμφιβολία και το άστατο πεπρωμένο. Η ποιήτρια αποφαίνεται: «Είχαν βλαστήσει από καιρό / οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας…» με τους μεσολαβητές κυνηγούς. «Ωστόσο, ό,τι μετριέται / πάντα φαίνεται λειψό / κι ό,τι ονοματίζεται / ως απουσία υπάρχει…». Η φωνή της όμως ως διαμαρτυρία ενάντια στην καθημερινότητα και αντιπαλότητα καταλήγει: «Γράψτε λοιπόν: / Δασύνεται η αρπαγή / και οξύνεται το μίσος…» Όμως, «Μια τόση δα παρέκκλιση / απ’ ό,τι λες προορισμό / μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν αφηρημάδα / και καταρρέει σαν τράπουλα / το σκιάχτρο που προστάτευε / τους κήπους και τα όνειρα». Η αθλιότητα της εμφάνισης του σκιάχτρου με την εικόνα ενός ουρανού γεμάτου μαύρα πουλιά είναι δείγμα πως «εκλείπει παντελώς η απειλή / χάνονται οριστικά και διά παντός / το φωτοστέφανο / κι η αντανάκλασή του».
5]. Η «Αγορά χρυσού» είναι κι αυτό αναμφίβολα ένα σημαντικό ποίημα, όπου τα ενέχυρα κηλιδώνουν τις εικόνες της μνήμης. Το ποίημα αρχίζει με μια υπέροχη εικόνα με τους απορριμμένους της ζωής, υποδυόμενους άλλο ρόλο. Η Λουκίδου στη συνέχεια καταλήγει: «Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις./ Εδώ προέλευση και καταγωγή / χέρι με χέρι ανταλλάσσονται». Στη συνέχεια, όλα τα τιμαλφή λιώνονται στη χοάνη, «Τήξη εν καμίνω». Στο τέλος, επέρχεται η απογείωση, το τίμημα του χρόνου που υπερισχύει του θανάτου: «και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν / – γιατί αρρωσταίνουνε βαριά / όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε – / παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού / όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά / και βάζει πλώρη ολοταχώς / για νέες αμνησίες».
6]. Το ποίημα «Ξένοι» αποτελεί την ελεγεία των αλλοδαπών, που αφορά την ψευδαίσθηση πως υπάρχει γι’ αυτούς μια άλλη πατρίδα που θα τους δεχτεί. Το ποίημα αρχίζει μοναδικά: «Μιλήστε μου για την απόγνωση / που προκαλεί σ’ εσάς / μια τέτοια αιωνιότητα». Η πρώτη στροφή λήγει: «με την αφέλεια πως θα σας δεχτούν / πρώτη φορά στα άγια των αγίων! // Μα, ποιους; / Εσάς; / Αν είναι δυνατόν! / Εσάς; / Με το μισό κουλούρι σας! / Εσάς που μοναχά / οι δαίμονες των αμπαριών σάς ξέρουν». Το ποίημα ολοκληρώνεται με στίχους, αιώνια ισχύοντες: «Μα δεν σας πληροφόρησε κανείς / ότι η πρόγνωση καιρού / στον τόπο αυτόν που ήρθατε / πάντοτε πέφτει έξω;».
7]. «Έλα να κλείσουμε ταμείο»: Εδώ, κάθε συναλλαγή επιτελείται όπως-όπως, ιδίως το κάθε κοσμικό αίτημα της καθημερινότητας, όσο και κάθε συναλλαγή με το παρελθόν. «Σε ποια μετάληψη νυχτερινή / τα χείλη θα σφραγίσεις;» και πιο κάτω: «πάλι τα κρίματα κι η μοναξιά / θα γέρνουνε στο ζύγι». Στο τέλος του ποιήματος, καιροφυλακτεί η έκπληξη: «Πίσω από τις καρτ ποστάλ / θα έχω πάντα φυλαγμένο / το μπαρούτι».
8]. Η «Ιδιωτική αρχαιολογία» αποτελεί ένα από τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής. Στην αρχή, μιλάει ο πλανόδιος συλλέκτης παλιών πραγμάτων (το ίδιο παρελθόν), ο αποκαλούμενος παλιατζής. «Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω…». Με τον καιρό όμως «Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες. / Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν / απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν. / Αμφίβολη η ώρα τους // Σαν την αμφίβολη ώρα / των εκτελέσεων». Το παρελθόν βαραίνει ολοένα κι αυτό χτίζει μέσα μας μιαν άλλη ζωή, την απραγματοποίητη, τη νοσταλγική, που μας στοιχειώνει για πάντα
9]. Το ποίημα «Κολάζ ή Η συλλεκτική του αποκολληθέντος», αφορά πάλι συλλογή από πράγματα του παρελθόντος, σελίδες περιοδικών, φωτογραφίες συγγενών με νεκρούς, όλα όσα αναμένουν μάταια την εποχή «που η έμπνευση θα έχει δυστοκία». Παρ’ όλ’ αυτά, «Μόνο που εγείρονται κάποτε κι αυτά / σύσσωμα συμμετέχοντας / στην έγχρωμη παρέλαση των ασημαντοτήτων» και τότε «επιχειρούν ομαδικά / χειρόγραφη την έκπληξη να κάνουν». Όμως: «Θέλει να τσαλακώσεις ασημόχαρτα πολλά / για να βρεθείς με ασφάλεια / ανήμερα του Λόγου. // Εκβάλλει η τυφλότητα / από βαθύ πηγάδι».
10]. Οι «Δεύτερες σκέψεις», είναι κι αυτό ένα άρτιο ποίημα. Η επίκληση, «Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις» κυριαρχεί σε όλο το ποίημα. Οι σκέψεις ακινητοποιούν τους πάντες. «…μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους». Και η «πειθώ του δημαγωγού» είναι μονάχα «ρίζες χοντρές και στέρεες / που εγγυώνται βλάστηση / ανθούς, καρποφορία…/ Μα εντέλει τίποτε απ’ αυτά. / Μονάχα ρίζες / που εγγυώνται ρίζες». Στις σκέψεις ταιριάζει καλά η νύχτα. Στο τέλος, η ποιήτρια παραδέχεται ειρωνικά τη χρησιμότητά τους: «αποδειχθήκατε σοφές / διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή / κι αθώα οπισθοχώρηση… // «Μας μάθατε για τα καλά / πως ό,τι δεν μας συναντά / αυτό στο τέλος / μας διασχίζει».
11]. Ο «Καπνοδοχοκαθαριστής» αποτελεί μια μινιατούρα πάνω σ’ ένα ράφι που, εκπέμποντας φόβο, «με έβλεπε και με τρομοκρατούσε / για την ακρίβεια όχι εμένα / αλλά το μη γενόμενο / το μόλις τώρα και το ακόμα όχι». Ήταν λες και «κάποιο ανώτερο μυαλό / ήξερε πριν από εμάς / τ’ ανήκουστα που θα συμβούν / τα άδικα, τα αντιφατικά // όπως να εκτίθεται / κέρινη κούκλα ασάλευτη / μες σε βιτρίνα φαρμακείου / ή νύχτες έξαλλου έρωτα / με ό,τι υποδύεται το αιώνιο. Το αντικείμενο, ως τοτέμ μελλοντικού αβέβαιου κόσμου.
12]. «Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης»: Θαυμάσιο εύρημα για τίτλο, ένα ποίημα άφατης συγκίνησης. Αποδίδονται τιμές «στη νεκρή αιωνιότητα»… «Άγγελος γαρ κατά καιρόν / κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα»,[i] κι όποιος προλάβαινε να πέσει πρώτος, θεραπεύονταν. Ακόμα κι εδώ ο ανταγωνισμός υπερισχύει. Η συνάντηση του Ιησού με τον παραλυτικό και η παράκλησή του: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, / ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ / βάλη με εις την κολυμβήθραν». Η Ποίηση είναι προσωρινή γιατρειά. Η κλήση της ποιήτριας εν είδει προσευχής για να απολύσει ο Κύριος τον άγγελο για «να εξατμιστεί το μαύρο φως / […] / να στεφανώσει την πληγή / έναστρη αμνησία / κι αργά αργά να σηκωθούν / όλοι οι γονατισμένοι», ανταμείβεται στο τέλος υπό όρους. Απαιτεί τη δική του συμμετοχή για να επιτελεσθεί το θαύμα: «Λέγει αυτώ ο Ιησούς· / έγειρε, άρον τον κράββατόν σου / και περιπάτει».
13]. «Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος»: Εδώ, στον εσωτερικό χώρο εισβάλλει «μια επίσημη σιωπή», όπου τα πάντα βυθίζονται μέσα της, όπως κάδρα, φωτιστικά και μια γυάλινη μπαλαρίνα, που περιστρέφεται «σε βελουδένια θήκη κοσμημάτων». Καιροφυλακτεί όμως η άμμος «ντυμένη νήματα γυαλιού / είδωλα αλλοιωμένα / ρινίσματα παλιάς ζωής / φγγουν μες στο σκοτάδι» ενώ τα ροκανίδια που «πέφτουνε γύρω μας βροχή» μετατρέπονται σε «ξύλινο ένδυμα / που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει». Από την άνυδρη άμμο της ερήμου μεταφερόμαστε στο ψυχρό φέρετρο.
14]. «Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου», αποτελεί έναν ύμνο για τον Κοσμοκαλόγερο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Άγιο των Γραμμάτων μας. Τα ρήματα που χρησιμοποιεί η Λουκίδου «του αρκεί», «του αρκούν» δηλώνουν ταπείνωση, μια προσευχή στην τέχνη Του, αφιερωμένη στους παρακατιανούς του βίου. Το ποίημα αποτυπώνει σιγουριά και είναι νευρώδες. Πρόσωπα όπως του μπάρμπα-Γιαννιού, της Χαδούλας, «η λεγόμενη Φράγκισσα / κι άλλη μια, η θεια-Σκεύω / βαρδιανός μες στα Σπόρκα», αποβαίνουν στα μάτια της ποιήτριας, αγιοποιημένες ψυχές Του μεγάλου αυτού διηγηματογράφου, που «του αρκεί ένας ύπνος αιώνιος»…. «και πάντα λασπωμένος». Οι ψυχές των ηρώων έχουν «πικρή γνώση», αφού η τέχνη Του τις άγγιξε κατάβαθα, όπου η βεβαιότητα και η ολισθηρότητα δεν έχουν θέση «Ένας Βάλτος πριν κι ένα έλεος μετά / θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία». Σίγουρα, είναι από τα πλέον συγκινητικά ποιήματα της συλλογής, όπως και τα δύο επόμενα:
15]. «Σελανίκ Ι – Μητέρα ανύμφευτη» και
16]. «Σελανίκ ΙΙ – Η πυρκαγιά». Στο πρώτο, οι πρόσφυγες Έλληνες της Πόλης ισοδυναμούν με έναν αριθμό, που τον κουβαλούν επάνω τους «όχι όμως όπως ένα φυλαχτό / αλλά όπως ένας ανάπηρος / το κομμένο του πόδι». 1964[ii] και πριν 1955: οι χρονιές της αναγκαστικής μετοικεσίας. Της Θεσσαλονίκης οι δρόμοι, οι περιοχές και τα ονόματα των λογοτεχνών της, Καρέλλη και Πεντζίκης, άγνωστα και ίσως άφαντα. Πιο κάτω, η Λουκίδου καταγράφει τη φωνή: «– Σας είπαμε / εδώ είναι πια ο τόπος», ως κάτι το τελειωτικό, το οριστικό. «Νερά, πολλά νερά…» εισβάλουν «στα αμπάρια του μυαλού». Η υγρασία της νέας πόλης, οι άνθρωποι που κατάντησαν πια ίσκιοι, ομολογούν «την κοινή καταγωγή μας». Οι κήποι, το λιμάνι και ο Βαρδάρης, η προκυμαία, τα τραγούδια, ακόμη και τα «παλαιά πορτρέτα ένδοξα» έχουν κάτι κοινό με την Πατρίδα. Ωστόσο, η πόλη, η Θεσσαλονίκη «μοιράζει σε άγνωστους φιλιά / πολλά φιλιά // μα πιο συχνά στα σκοτεινά / βαμβάκι και ιώδιο / για τ’ ανοιγμένο τραύμα». * Στο δεύτερο πιο εκτενές ποίημα, αναφέρεται στην πυρκαγιά[iii] της Θεσσαλονίκης, τον Αύγουστο του 1917. Δεν υπήρχε, ομολογώ, καλύτερη εισαγωγή από τους στίχους της πρώτης στροφής: «Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί / να αντικατασταθεί από την έννοιά της / όταν θα αποφάσιζαν / κάποιοι να την αφηγηθούν / και να την καταγράψουν». Ο ποιητής έχει αυτόν τον σκοπό-προορισμό: «Να γίνεσαι η επιστροφή / όταν η πυρκαγιά / θα σ’ απελευθερώνει…». Είναι δύσκολο μέσα από την καταστροφή να αναδύεται εκείνη η μαγεία που θα οδηγήσει αλλού την πυρκαγιά και θα την επενδύσει σε στίχους δυνατούς και απαράμιλλους. Μυρωδιές γλυκών και αρωμάτων αντιστρατεύονται πάντα την τελειωτική καταστροφή με λέξεις μνημονικές σε αιώνιες καταθέσεις. Οι περιπατητές όμως για την Λουκίδου «βράδυ πρωί λυπούνται», γιατί η ιστορία της πόλης συνεχίζεται στα κάστρα, όπου «ερήμους απαγγέλλουν δυνατά / για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ / και τους εκτελεστές τους». Όμως, «Είναι η ρυμοτομία των ψυχών / εκείνο που την καθορίζει»: Τι πιο πετυχημένο τέλος για να συμπληρωθεί το ποίημα.
17]. «Ο μονόλογος του κλέφτη» έχει μια ρωμαλέα και άμεση ευθύτητα. Αφορά τον ποιητή που αφουγκράζεται και κλέβει την απουσία, το ανέκφραστο της θλίψης, τη σιγή, τη μελαγχολία, την απόγνωση, κι όλα καταλήγουν σε μια «σκοτεινή αγκαλιά». «Γίνεστε εσείς η υπογραφή / της άστατης ζωής μου». Ο ποιητής όμως δεν είναι κλέφτης, «μα τυφλός / που βλέπει με τα χέρια», ένα φάντασμα που λαχταρά ν’ ακούσει μια φωνή να του φωνάζει «μείνε».
18]. «Η εκδρομή ή Η απλή μέθοδος των τριών», αφορά την ποιητική περιγραφή του φωτός που είδε η ποιήτρια σε επίσκεψή της στα Λεύκαρα[iv] της Λάρνακας της Κύπρου: «Μας χώριζαν λίγες μονάχα ώρες / από τους τέταρτους Χαιρετισμούς». «Οι γερόντισσες της λινής υπομονής», οι αρχόντισσες των παραδοσιακών κεντημάτων (το χωριό επισκέφτηκε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι το 1481, αγοράζοντας ένα κέντημα για την αγία τράπεζα του καθεδρικού ναού του Μιλάνο – κάτι που αναφέρεται στο ποίημα). Πρόσωπα: Ρεμπελίνα Έλενα και Μόνα. Η ποίηση συναντά εδώ τη «ρυθμική του λόγου / στα φαιοχρώματα αφθονούν οι ξισταρκές».[v] Εδώ, ο φυτικός κόσμος σε συνδυασμό με το τοπίο ενσωματώνεται θαυμάσια, αρκεί να υπάρχει το ασυνείδητο έναυσμα που γίνεται συγκεκριμένο με το χάρισμα της γραφής.
19]. «Χάρτινη σύναξη των ποιητών»: Η συντροφιά εδώ είναι αταίριαστη, «νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά τού αλλού». Τα ρήματα «Μπορεί», το επίρρημα «Ίσως», εναλλάσσονται στην αρχή των στίχων με το αβέβαιο ζητούμενο της σύναξης. Οι ποιητές λαβαίνουν ονόματα, όπως «υπνοβάτες στα χαρακώματα», «αριστοκράτες ασκητές / στις παρυφές μιας λάμψης / με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά / αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό / ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή». Η Λουκίδου τους βλέπει σε μια σκάλα για κάθοδο «να συνομιλούν για το πάθος / πέραν της γραφής». Το πάθος καθορίζει τη ζωή και ειδικά το βίωμά της. Αυτό πρωτοστατεί και μετά, ένα μέρος αυτού διοχετεύεται στην Τέχνη.
20]. «Τα πρώτα συμπτώματα», της δημιουργίας δηλώνονται στο ποίημα με τους στίχους: «Όσα ανοίκεια κατοικούσαν τη φωνή / τον εξανάγκαζαν / να προσποιείται τον αθάνατο». Ωστόσο, η φωνή προστάζει: «Πρόσεχε τον υδράργυρο! / Μην τον πατήσεις! / Είναι κατάκτηση – των λίγων – η αιώρηση / κι αν γίνει αυτός ο στόχος σου / τότε η ώχρα / που σαν τη λοίμωξη / σου ’χει προσβάλλει την ψυχή- / θα θεραπεύεται απλά / μ’ ένα τροπάριο βυζαντινό». Η καταγωγή της θλίψης του είναι αγνοημένη από όλους, αυτοί «υποπτεύονταν / μία ραγισματιά ανεπαίσθητη / που μάζευε με τον καιρό / το σκονισμένο άγημα των τύψεων». Κι όσο για άλλες πληροφορίες, ακόμα και βάσιμες, «μάλλον δεν ήθελαν να έχουν».
21]. Στο «Ιστορικό ασθενούς» αναρωτιέται ο ιατρός αν υπήρχαν σημάδια προειδοποιητικά σε μια ήρεμη ζωή όπως για παράδειγμα «η ξαφνική εμφάνιση / χαμένων ανεξήγητα πραγμάτων», όπως η εικόνα ενός ζευγαριού από γάντια, «ή αν κάποιος να σχολίασε / το στυλωμένο βλέμμα σας / στην έξοδο κινδύνου / ενώ βαρκούλα διακοπών / νωχελικά σάς λίκνιζε». Όμως η νόσος πλησιάζει ύπουλα…
22]. «Τα στάδια», της αντίληψης-συνειδητοποίησης της ίδιας της Τέχνης, αφορούν αρχικά «την αδυναμία αντίληψης του προφανούς» με όλες τις αντιξοότητες να αποτελούν την κόλαση του περίγυρου, ακόμη και την αδιαφορία και την απέχθεια. Ύστερα η παιδική ηλικία που εισέρχεται «πρόωρα γερασμένη», όπου κυριαρχούν η «ασταθής ζωή» η «αιωρούμενη». Ωστόσο, «η αφέλεια και η ασχετοσύνη» σώζουν γιατί παρεμβάλλεται η αδυναμία πράξης των στοιχειωδών. Ωστόσο, η φήμη που διαδίδεται σκόπιμα «περί επικείμενης αναψυχής», ευλογημένη δωρεά, ίσως να είναι απάτη «που πια δεν θα λιμοκτονεί / και δεν θα αρρωσταίνει».
23]. Το ποίημα «Παράπλευρες απώλειες», σχετίζεται με μιαν «αιχμαλωσία εκούσια», κάτι το αδικαίωτο. «Ένας συγκλονισμός / που ελάχιστοι αξιώνονται / κάποτε ν’ αντικρίσουν». Ο συγκλονισμός αυτός που σε αναγκάζει να μην πεις «αναίμακτη / τη σύλληψη του ποιητή». Δεν περιγράφεις μόνο το τραγικό, μήτε στοχεύεις στο τέλος του.
24]. «Εμείς αυτοί»: Το ποίημα αποτελείται από δύο εκδοχές που αφορούν την ποιητική δημιουργία. Στην πρώτη, πολλοί επιλέγουν μια «πρόταση /-κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής / δεν έχει σημασία / αρκεί να υπαινίσσεται αποχαιρετισμό / ή να δηλώνει ήττα». Στην δεύτερη, οι μεταφορές δεν έχουν καμία θέση, αλλά τους απασχολεί μόνο η αλήθεια και ιδίως «μια πιο ολισθηρή εκδοχή της», «να μιλήσουν χωρίς καμία συστολή / για ό,τι κωπηλατεί στο σύμπαν τους / νωχελικό αλλά κι ακαριαίο», αλλά «Καμιά φορά με νόημα χαμογελούν / όταν τους αναφέρουν για το αταίριαστο». Μήπως απομένει το ένστικτο; «Πώς να το αγνοήσουν;» ή «το μόνο που απομένει τελικά / να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους». Η Λουκίδου σε συλλαβές, όπως, α, νε, μο, σκα, λα = ανεμόσκαλα, προτείνει «να υφάνουμε την απόδραση» με σκοπό τη διαφυγή: «Να τους ξεφύγουμε».
25]. «Ποιητές ανοιχτών θαλασσών ή Η Ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου»: Γι’ αυτούς, δεν είναι οι ωκεανοί, μήτε η συλλογή ιζημάτων πυθμένα κι ό,τι συνθέτει την ποιητική δημιουργία, γι’ αυτό «και έκτοτε προσάραξαν / στο σπίτι τα ναυάγια / ένας σταθμός παρακολούθησης πλωτός / κατέλαβε τους χώρους εργασίας / κι οι δειγματοληψίες του αιωρούμενου κενού / μπήκαν στο μικροσκόπιο». Τα ερωτήματα στο τέλος του ποιήματος αφορούν την ίδια τη δημιουργία. Ανάμεσα στο «επαίρεται», στο «κλαίγεται», στο «φλέγεται» και στο «ψεύδεται», η δημιουργία της ποίησης είναι αμφιλεγόμενο κανάλι και μάλλον ανεξιχνίαστο.
26]. «Λαγωνικό ή Η έμπνευση»: η θριαμβευτική επιστροφή της έμπνευσης, «κρατώντας μες στα δόντια της / – θήραμα άχρηστο, ακριβό – / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες» αυτό το αλλόκοτο μυστήριο απασχολεί την ποιήτρια σ’ αυτό το ποίημα, η οποία τολμά να ομολογήσει: «λέω σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ», κάτι ωστόσο ασήμαντο, για να κλείσει το ποίημα με τους σπουδαίους στίχους: «τώρα που τα βερίκοκα / δεν τρώγονται μονάχα καλοκαίρι / κι οι λέξεις / ελάχιστη σχέση έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν». Η αμφισημία της ποιητικής γλώσσας είναι και το μεγαλείο που λαβαίνει με την παντός είδους ερμηνεία της.
27]. «Στο ανακριτικό», εμφανίζεται ο ποιητής ενώπιον του εδώλιου, «ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς / συμβάντων ανεξήγητων / που λάβαιναν χώρα τ’ απογεύματα / στους πίσω κήπους μιας λέξης». Ο ποιητής σιωπά, ακόμα και με την επίμονη πρόταση του προέδρου της έδρας: «Συνεργαστείτε / θλιβερέ μου ποιητή / όσο ακόμα είναι καιρός / ή διαφορετικά / ομολογήστε». Εδώ έχουμε το μυστήριο της ποίησης, το ανεξήγητο, για κατάθεση ενώπιον της ανακριτικής, αποδεικτικής δικαστικής έδρας.
28]. «Ομολογία»: Η Λουκίδου εισέρχεται και πάλι με το ποίημα αυτό στην αναζήτηση του κύτταρου της ποιητικής δημιουργίας: «Όμως πώς να εξηγήσω / τα ανήκουστα και τα φαιδρά / τότε που τα φωνήεντα / αιφνίδια καταργήθηκαν / και σύμφωνα συριστικά / εγκαταστάθηκαν / φαρδιά πλατιά στο στήθος;». Το συριστικό «ς» προτείνεται για παρηγορία… Τα σύμφωνα, ύστερα από ένα αμφίβολο όνειρο με την ποιήτρια να σπρώχνει μαζί με μια κυρία ένα άδειο καροτσάκι μωρού, «ή μάλλον μετακόμισαν / από το στήθος στο μυαλό / κι έτσι αρχίσαν οι φωνές / κανονικές φωνές που έκαναν προτάσεις / παίξ’ το όσο μπορείς αδιάφορος / όπως αν πήγαινες στο τελωνείο με λαθραία». Τα σύμφωνα, ως φραγή και σταμάτημα, κάτι το υπέρβαρο για το τελωνείο, πριν την πτήση στο μυστικό βασίλειο της γλώσσας, όπου τα πάντα του κόσμου, συντίθενται και αποσυντίθενται.
29]. «Στα ράφια δολιοφθορείς»: Οι χάρτινοι ποιητές στα ράφια των συνοικιακών βιβλιοπωλείων. Το λευκό χαρτί σε ανύποπτες στιγμές οδεύει κι αυτό εις την αναζήτηση του ενόχου (του θέματος) για να τον καταδώσει ο ποιητής. Η διαδικασία της απόδοσης της τέχνης είναι μυστήριο γι’ αυτό και πρέπει «τα μάτια των ανηλίκων / με γάζες να τα δέσουμε / αφού όσα τοπία και να δουν / πάλι ο καθένας γίνεται / αυτό που πάντοτε είναι».
30]. Στο «Εξιτήριο», που της επιτρέπεται να βγει τραυματισμένη, η ποιήτρια δηλώνει: «Τέρμα πια οι αναμονές / τα θα δούμε και τα βλέπουμε». Η αφηρημάδα είναι κάτι αναμενόμενο «όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ / μα θα τα καταφέρω».
31]. «Η αναγνώριση», αποτελείται από τρία μέρη: Α΄ΠΡΟΣΩΠΟ, Β΄ΠΡΟΣΩΠΟ και ΦΩΝΗ. Στο πρώτο, ο καθρέφτης απεικονίζει ένα τοπίο, στο οποίο πρωτοστατεί ένας βράχος πλάι στη θάλασσα. Η ποιήτρια καταθέτει: «πετρώδεις νήσους μες στο στήθος / τη λιγοστή αρμύρα που δεν θυμίζει πια / μα που εγκαινιάζει / που αναγγέλλει και αναιρεί / και την παμπάλαια νύχτα θρυμματίζει». Στο δεύτερο, η κατάβαση στα σκαλιά ίσως προσφέρει κάποια γαλήνη, γι’ αυτό και γράφει: «Ας μου δινόταν κάποτε να προχωρήσω σταθερά / να κατεβώ σκαλί σκαλί τα όρια / και να μην συντριβώ / η αδιέξοδη σαγήνη του απογεύματος / να μη μ’ αναστατώνει». Ο στεναγμός είναι αυτός που τελικά απελευθερώνει: «μες στο δωμάτιο πουλιά / το πέρασμα απέναντι / βιαίως διακόπτει». Στο τέλος, η ικανή, εσωτερική ΦΩΝΗ, αυτή του ποιητή, μιλά με σιγουριά. «Εξημερώνει ο ρυθμός ό,τι ασχημονεί / σκηνογραφίες σκίζει παραστάσεων / από καιρό ματαιωμένων», προκειμένου «ανέπαφα / οι σκουριασμένες κλειδαριές / θ’ αποκριθούν».
32]. Στον «Μονόλογο της Ερχομένης», η Λουκίδου υποδύεται το φυτό της οικογένειας των εβενοειδών. Εδώ έχουμε το αντιφέγγισμα του ορίζοντα της δημιουργίας που όλο στενεύει, μέχρι να σε κάνει δικό του, αφού έχεις την τόλμη να επανέλθεις και να διαρρήξεις τον υμένα του. Η ποιήτρια εξομολογείται: «σκορπάω ίχνη με γραφές / που δεν μιλιούνται πια», ενώ παρακάτω εξηγεί: «Απ’ τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος / ακέραιη εκπλήρωσα / την καθ’ ημέραν θλίψη / τη μεταμφίεσα σε μουσική / τραύλισμα που μ’ αγρίευε / και μ’ έσωζε συγχρόνως…». Μάταια ενασχόληση. «Ωστόσο αντιστάθηκα». Ο Αντιφωνητής; ο Εσώτατος Εαυτός; Ή η Φωνή; Μιλάει τελεσίδικα: «άσε με να συντηρηθώ / μέσα στην τέλεια ψύξη / να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω / με ακίδες μες στο αίμα». Αποκλεισμένη ακόμη και από το ίδιο το σκοτάδι, κι εντελώς διαγραμμένη «κι απ’ τους αγνοημένους… / Επείγει η επάνοδος! / Το έργο που δεν έπαιξα / αιφνίδια κατεβαίνει…».
33]. Στο «Νυχτερινό ξημέρωμα» (θαυμάσιο κι αυτό ποίημα) ξεδιπλώνεται με εναργείς εικόνες η αγωνιώδη προσπάθεια της ψυχής και η διακύμανσή της ώσπου «εισέρχεται ανίδεη / στον βουλιαγμένο κήπο / εισέρχεται / διεκδικεί / κι αρνείται να πενθήσει».
34]. «Το νέο όνομα», (κι αυτό εξίσου σπουδαίο) αφορά τη δύσκολη αποστολή του ποιητή, στο να εξιχνιάσει αυτόν τον κόσμο που δύσκολα ανατέμνεται, ένα μαρτύριο που καταλήγει στο τέλος: «γιατί / αν δεν βρεις το κέντρο σου / αν δεν μπορείς / την άθλια τούτη αποδοχή / να την εξασφαλίσεις /… πώς τ’ όνομα που γράφεται / εντός σου να φωνάξεις / δίχως κουπί και άνεμο / να πλεύσεις στη γαλήνη;».
35]. «Το χόρτο της επιστροφής»: η μνήμη ενός έρωτα που έληξε. Ωστόσο, το χόρτο της επιστροφής ίσως να ανθοφορεί ακόμη. Απαράμιλλοι κι εδώ οι στίχοι: «Με φως τρισύλλαβων φιλιών» και «θυμήσου νέα άνθηση / από την ηδονή μου / υπάρχουν κι άλλοι κήποι εκεί / κι είναι οι φράχτες τους / σκοπίμως παραβιασμένοι». «Μεσάνυχτα, αγάπη μου / και στα πεδία των μαχών / φωτιές και φόβοι καταπαύουν / το σκούρο μπλε του λήθαργου / κάποτε ξεθωριάζει».
36]. «Των αγίων σωμάτων»: ο ορίζοντας των ορίων όλο και επεκτείνεται σε στιγμές ερωτισμού, ώστε να προκύψει το ποίημα και να φανερώσει «Γαλήνια κι η παράδοση / των ύστατων αντιστάσεων / θαρρείς και θνήσκει η ψυχή / και μένει η σάρκα άχρονη / μες στη γυμνότητά της. / Άγια του σώματος σιγή / πόσους θανάτους διέσχισες / ντυμένη φως δαμασκηνί / προτού / σε βενετσιάνικους καθρέφτες / εισχωρήσεις…».
37]. «Πλάνη πανσέληνη»: πρωτοστατούσα η σελήνη που είναι «λάμψη μαύρου διαμαντιού / ή μήπως / αντανάκλαση θαμπής μελαγχολίας;» Ως μάρτυρας η σελήνη γεγονότων ζωής (έρωτα) και γραφής δημιουργεί έναν εξαιρετικό μονόλογο στην ποιήτρια που καταγράφεται με πλάγια γράμματα, προφέροντας ρήματα στο πρώτο πρόσωπο: «Να προλάβω όσα δεν έπραξα / να εξιλεωθώ και ν’ απολογηθώ / να αθωωθώ και να ξανααμαρτήσω / κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό / για μιαν αιωνιότητα να κλάψω. Και πιο κάτω: «εγώ… / με μαύρο φόρεμα / να απαγγέλλω ποιήματα / κι εσύ…. / να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη. Ο ποιητής και η διαδικασία της δημιουργίας είναι απαιτητικά γι’ αυτό και αναρωτιέται «πόσα φεγγάρια από σίδερο / πρέπει να καταπιεί / κάπου στην Κίνα ο ποιητής / για να αυτοκτονήσει». Η άρση, το πέταγμα της σύλληψης του αβέβαιου απαιτεί αίμα, κόπο, τύφλωση και θάνατο. Απομένει ο έρωτας (για πρόσωπα ή για την τέχνη) «για το έγκλημα του έρωτα / που πλάνη στην πλάνη / ακούραστα επιμένει».
38]. «Ραγισματιά»: Εδώ, οι φωνές της αγρύπνιας, «Θα γίνουν στίχοι κάποτε / οι ψίθυροι των έγκλειστων / στο ασκητικό κελί τους». Σήμερα όμως «βλασταίνει φως εφήμερο / απ’ τις κοφτές ανάσες / -εύθρυπτο σαν το κέλυφος / γαλάζιων κοχυλιών- / τύψεις παράφωνες και δανεικές / ραγίζουν τη συγκίνηση / ψάχνουν σε βάλτους πράσινους / τα μισητά μονόκλ.»
39]. «Το πρόσχημα»: Η αρχική εικόνα ενός κοριτσιού «που σκύβει και αφαιρεί / το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του» (θυμίζει αρχαίο άγαλμα, παράσταση σε αγγείο ή ψηφιδωτό), «δεν είναι παρά ένα πρόσχημα». Ακολουθούν εικόνες της ζωής, η ίδια η ματαίωση, για «να μεταμεληθεί ο θάνατος / για τη συγκομιδή του / μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν / να σκεπαστεί η άβυσσος». Για να διαβάσουμε παρακάτω πως «κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα / […] / ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής / πάνω από τα σεντόνια». Μόνο αυτή «Σαν δόξα ξημερώματος. / Η άχραντη / βελούδινη γυμνότητα». Η συλλογή ολοκληρώνεται με το ποίημα
40]. «Σχέδιο διάσωσης»: Το ποίημα αφορά την επιστροφή στην ξενιτιά, χτυπώντας τη γυάλινη συγκατάθεση του παρελθόντος χρόνου – αυτό βαραίνει πάντα για τον ποιητή περισσότερο, κάτι που τον κάνει να θέλει να ξεγλιστρήσει μέσα στην αιθάλη του παρόντος. «Τον νυμφώνα σου βλέπω» τολμά να αναφωνήσει ο λόγος της Λουκίδου με την εικόνα ενός παιδιού που κλαίει (ίσως από τις πλέον αισθαντικές εικόνες της ποίησής μας) «και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ…» – η ζωή πάντα σε κάνει να οπισθοχωρείς, γιατί μέσα στην παιδική αθωότητα η φράση «πού θα πας νυχτιάτικα, μείνε εδώ» εκφράζει όλη τη ματαιότητα της ανακάλυψης του μυστηρίου της ζωής, της οποίας ο τελικός στίχος «αύριο χωριζόμαστε», δηλώνει την αιώνια αποδοχή-παραδοχή της ίδιας της ύπαρξης που είναι, χωρίς αμφιβολία, ο χωρισμός και η απομάκρυνση.

Γ ]. ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ: Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου με την πρόσφατη ποιητική της κατάθεση, αποτελεί μια υπέρμετρη σφραγίδα αξίας στην καλλιτεχνική της προσπάθεια να καταγράψει την απώλεια, την αγωνιώδη αναζήτηση του θέματος, τη ματαιότητα, τις ενοχές, την παρακμή του έρωτα, τον τελεσίδικο θάνατο, τη συμβίωση και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Δεν θα ήθελα να μιλήσουμε για επηρεασμούς στη στιχουργική της, κάτι άδικο και εν πολλοίς υποχθόνιο – για να μην πω και ανόητο – όπως αυτό που, για πολλούς κακότροπους κριτικούς, ονόμασε με υποψία αρκετά χρόνια πριν τον Γιώργο Σεφέρη (1900-1971) ως μιμητή του Τόμας Στερν Έλιοτ (1888-1965). Ας θυμηθούμε πως κάποτε, το κίνημα του Υπερρεαλισμού (1925) υπήρξε νεοπαγές φυτώριο για εύκολες κι αυτόματες ποιητικές και πεζογραφικές συνθέσεις, που σήμερα φαντάζουν ευκολίες γραφής εκτονωτικές και εν πολλοίς αδιέξοδες. Μετά όμως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κίνημα αυτό του Μπρετόν και των συντρόφων του μπόλιασε με τα καλύτερά του στοιχεία την Παγκόσμια Ποίηση. Αυτό δεν σημαίνει πως η Λουκίδου γράφει υπερρεαλιστικά. Αλλά ως ικανότατη ποιήτρια, κατάφερε τους όποιους επηρεασμούς να τους συγκεράσει και να τους μεταπλάσει, αποκτώντας με τον καιρό μια γλώσσα άρτια, όπως αποκαλύπτεται στην παρούσα συλλογή. Αν σε πολλούς ποιητές έχουμε συναντήσει απειρία έκφρασης και λεκτικά άλματα πομπώδη και κακότεχνα, στη Λουκίδου δεν το έχουμε δει. Προσέχει πολύ το υλικό της, στοχεύοντας στην ενάργεια, ξετυλίγοντας το θέμα με στίχους που συνδιαλέγονται με έναν φανταστικό Αντιφωνητή; Συνομιλητή; Εσώτατη Φωνή; που λειτουργεί καμιά φορά ως εισηγητής του θέματος, ώστε το υλικό να δένει θαυμάσια με εικόνες, ερωτήματα, συμπεράσματα, τεχνική που οδηγεί, καλύπτει και εξαντλεί επιτυχώς αυτό, για το οποίο κλήθηκε να μιλήσει. Είναι, πράγματι, σπουδαίο αυτό το πνευματικό ψιθύρισμα, που αντηχεί στον αναγνώστη, σαν δική του φωνή καθώς καλείται κι αυτός να ανακαλύψει το μέγα Μυστήριο της Ποίησης, για να αφουγκρασθεί μαζί με την ποιήτρια τα σκιερά και σχεδόν αφανή της ψυχής σοκάκια. Στα ποιήματά της έχεις την εντύπωση πως τρέχεις νύχτα χωρίς να συναντάς κανένα και αισθάνεσαι μόνο την παγωνιά να σε καλύπτει σαν ανατρίχιασμα, ή μήπως είναι η ίδια η σφραγίδα του χρόνου, της απώλειας, των τερπνών στιγμών της αγάπης, που, αν έρθει, με την πάροδο των ετών θα είναι τόσο πια διαφορετική και τόσο εξαντλήσιμη. Η Αγάπη για το κρυφό, το αβέβαιο και το άπιαστο της πραγματικότητας είναι αυτό που εκφράζει μοναδικά η ποίηση της Λουκίδου. Κι όσο για μας, δε μένει άλλο παρά να της ευχηθούμε να συνεχίσει αυτό το θαυμάσιο ταξίδι σ’ έναν δρόμο με τις ίδιες σταθερές και τόσο πολύτιμες προδιαγραφές.

.

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

«Η Αυγή», 21.4.2015

Από το «κρυφό σαράκι» της Μαρίας Πολυδούρη, το «άρρωστο ρόδο» του Blake, την ασθένεια ως μύηση του Τόμας Μαν, αλλά και την παράδοση του ασθενούς βασιλέως στον μύθο του Γκράαλ στην Έρημη χώρα του Έλιοτ, σε αυτήν εδώ τη στήλη των αναγνωστικών ανταλλαγών έχουμε συναντηθεί πάνω από μια φορά με τις μεταφορές και τη συνθήκη της νόσου στη λογοτεχνία και την ποίηση. Ένα θέμα που φυσικά δεν εξαντλείται στην ψυχική ερήμωση και δυσανεξία, αλλά πολλές φορές αφορά την πραγματική συνθήκη νοσούντων λογοτεχνών – όπως, για παράδειγμα, ο Βιζυηνός και ο ρυθμός του κόσμου του ή ο Γιάννης Βαρβέρης και η στέρηση του νερού στην καμήλα του. Ατόφιο βιωματικό υλικό -η επίσκεψη του γιατρού και η εξαπάτηση του μικρού παιδιού- που μετουσιώνεται σε νοσταλγικό μυστήριο, όπως και η αμυδρή ανάμνηση μιας νοσηλείας σε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού. Εδώ μιλώ για τις Τέσσερις εποχές του Κώστα Μαυρουδή.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις είναι η πρόσφατη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου Το επιδόρπιο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος και ανά χείρας κρατώ την γ’ έκδοση του 2013.

Μια συλλογή που πλαισιώνεται από δυο κείμενα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε για το θέατρο, τη μίμηση, τις μάσκες, την τελετουργική εξαπάτηση (σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα) και που κατευθύνουν τον αναγνώστη σε μια μυητική προσέγγιση με την επισημότητα του θεάτρου, του κουστουμιού, της περούκας, την επί σκηνής δραματοποίηση των όσων πρόκειται να ειπωθούν, μεταμορφωμένα, ονειρικά… Στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου, με τις περσόνες των θεατρικών ηρώων που κάνουν την εμφάνισή τους, επέρχεται η συγχώρηση, η συμφιλίωση. Η πεμπτουσία – ένα απόσταγμα, ως εάν πρόκειται να αποχαιρετήσει κάποιος τη ζωή.

Ο βίος είναι βραχύς, ποτέ δεν ξέρεις: «Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή / να ξεκινήσει η βραδιά με επιδόρπιο. / Ποτέ δεν ξέρεις άλλωστε τι γίνεται / έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε».

Η ασθένεια και η θνητότητα, η ασθένεια και η δυσανεξία, η υποταγή στη νοσηλεία («τακτοποιώ […] φλούδες δύσπιστων λέξεων/και μπουκαλάκια με αιθέρα/και να φανερωθεί ζητώ/εκείνο που δεν ορίζεται»).

Εξίσου επίσημη, δραματική, εξωπραγματική, με την ίδια τραγικότητα που έχει η θεατρική παράσταση, είναι και η εγχείρηση, η νάρκωση, η ημισυνειδητή υπακοή στον κόσμο τής νοσηλείας, του άλλου χρόνου, στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου.

Η ασθένεια είναι το μαγικό ραβδί. Μαγεύει την πρόσληψη του κόσμου. Μεταμορφώνει σε ονειρικό υλικό τον περίγυρο, θαμπώνει τα είδωλα, αποσυνδέει τις επαφές. Μετασχηματίζει το ποιητικό σύμπαν σε σκηνικό. Το ποιητικό υποκείμενο σε ανήμπορη μαριονέτα, με αίσθηση της τραγικότητας του βιωμένου χρόνου.

«Κι ύστερα εμφανίστηκε η δασκάλα του / μαζί με κάτι γηραλέες νοσοκόμες / να σπρώχνουν αμαξίδια/και καθρεφτάκια αθάμπωτα…».

Μια ευγενής ποιητική κατάθεση είναι αυτή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου, η έκτη της ποιητική συλλογή. Μια χαμηλόφωνη, αλλά φαντασμαγορική ποιητική κατάθεση. Νοσταλγία, αναστοχασμός, έρωτας, συμφιλίωση με τον εαυτό και τη ζωή, συμφιλίωση με τη θνητότητα και την αδυναμία, την υπαρξιακή ουσία του έρωτα, όλες τις ματαιότητες.

«Επείγει ωστόσο να αποφύγετε τη σύγχυση / Ό,τι λευκό κινείται μεσ’ τον έρωτα / μην το περάσετε κι εσείς για περιστέρι / Μια χούφτα αλάτι είναι απλώς / που αλλάζει χέρια βιαστικά / και χρησιμοποιείται ενίοτε / σαν αιμοστατικό».

Δικαίως το επιδόρπιο έχει αγαπηθεί και επανεκδίδεται. Η ποίηση μπορεί να αγαπηθεί και να διαβάζεται με πάθος, ως παραμυθία, ως φάρμακον…

.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

oanagnostis.gr, 12.9.2013

Με αφορμή τον τίτλο της συλλογής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου Το Επιδόρπιο (Κέδρος, 2012), που ομολογουμένως ξαφνιάζει, θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για επινόηση μηχανισμών αντίστασης, απέναντι στην τρομοκρατία που ασκεί ο χρόνος, ιδίως από εκείνους που έχουν πολλά να πουν πέρα από τα όσα “ρητά” αρθρώνει η φαντασία τους με τη συνέργεια του λόγου. Εννοώ τους ποιητές. Και η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου είναι μία επιτυχώς δοκιμασμένη ποιήτρια.

Το “επιδόρπιο”, με κριτήριο τον χρόνο, κείται πέραν του “κεντρικού γεύματος” και μεταφορικώς, ως ενέργεια, υποσκελίζει την “γευστική” διαδικασία της ζωής. Και ενώ η ποιήτρια βρίσκεται στο βιολογικό κέντρο της ζωής και ποιητικά διανύει την πρώτη ώριμη κλίμακα της δημιουργίας, κοιτά τον χρόνο με ατίθαση ματιά και μας προσφέρει τον “Επιδόρπιο” λόγο της. Δηλαδή, επιχειρεί ένα άλμα που διασπά την λογική ροή της χρονικότητας. Να είναι άραγε αυτό, εγρήγορση που προκύπτει από εσωτερική αγωνία σεφερικού τύπου (“μη μας προλάβει ο καιρός”) ή μήπως η Λουκίδου αποπειράται να καταπολεμήσει την αλαζονεία του χρόνου με τα δικά του όπλα, αδιαφορώντας αν αυτός, ο δαμαστής των πάντων, της καταλογίσει το κακούργημα της ύβρεως. Η ποίηση, όμως, ως ελευθέρια στάση και πράξη ζωής, δεν υπόκειται σε δεσμεύσεις και καταναγκασμούς, γιατί, ενώ αντλεί από το υπαρκτό, κινείται στο επέκεινα του βίου, το οποίο και υποστασιοποιεί. Επομένως, το “Επιδόρπιο” κινείται στην αντίπερα όχθη της πικρής εμπειρίας και διεκδικεί να γλυκάνει τη στυφή γεύση, που συχνά αφήνουν τα πράγματα. Θα τολμούσα να πω ότι πρόκειται για ποίηση ανατρεπτική, που ξεφεύγει από τα στενά και ενίοτε αποπνικτικά όρια της ιδιωτείας και αποκτά με έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. (απ/σμα από κριτική του Μ.Μ στo Book Press)

Τον λόγο όμως έχουν οι ποιητές. Εκ προοιμίου ευχαριστώ την Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου γι’ αυτή την επικοινωνία.

Ομολογώ ότι ο τίτλος της συλλογής «Το επιδόρπιο» ξαφνιάζει και προβληματίζει.

Ασφαλώς, πρόκειται για τίτλο που με τις μεταφορικές του εκδοχές λειτουργεί προσημαντικά και προϊδεαστικά. Δε θα μπω στον πειρασμό, θα παρακαλέσω εσάς να τον σχολιάσετε.

Προτιμώ να σχολιάσω το ομώνυμο ποίημα:
Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή / να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο./ Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται / έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε.// Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί / και πλαγιάζαμε καμιά φορά / δίχως συγχώρεση / ήταν γιατί πιστεύαμε / πως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί / δε θα μας αφορούσαν.// Ένα στασίδι ελεύθερο / πάντα κρατούσαμε γι’ αυτούς / όμως / πόσα εγκλήματα θαρρείς / πως είναι προμελετημένα; // Ελπίζαμε – οι αφελείς – / σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία./ Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη / που δε γνωρίζαμε ποτέ / σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε./ Μα η απειλή ήταν εδώ./ Κι είναι και τώρα./ Προπόσεις και σφυρίγματα / ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.// Για όλα αυτά, λοιπόν, αγαπητοί /και για μια πρόληψη / ας φάμε απόψε πρώτα / το επιδόρπιο.

Προτείνεται συνεπώς μία ανατροπή του πρωτοκόλλου, μια πράξη πρωθύστερη δηλαδή, με απώτερο σκοπό η παραδοξότητα της συγκεκριμένης πρότασης – πρόκλησης να επιστήσει την προσοχή του αναγνώστη στην εξήγηση που ακολουθεί.

Ο τίτλος άρα δεν υπαινίσσεται, αλλά ρητώς δηλώνει πως ουδείς δύναται να εξασφαλίσει και να εγγυηθεί την τήρηση της φυσικής σειράς των γεγονότων.

Η επόμενη μέρα δεν είναι εγγυημένη για κανένα, ούτε τα χαρακτηριστικά και η μορφή της ούτε πολύ περισσότερο η ίδια η έλευσή της.

Με δεδομένο αυτό λοιπόν οφείλουμε να λειτουργούμε ωσάν να μην υπάρχει απεριόριστος καιρός, τόσο για εμάς όσο και για αυτούς που αγαπούμε πολύ ή έστω κι για τους άλλους τους λιγότερο αγαπημένους. Την πολυτέλεια συνεπώς της μη συγχώρεσης αλλά και την πολυτέλεια της αναβολής εκδήλωσης της αγάπης μας, με την ψευδαίσθηση της παντοδύναμης αιωνιότητας που δήθεν μας ανήκει, ας συνειδητοποιήσουμε πως σίγουρα δεν την έχουμε. Γι’ αυτό «ας φάμε απόψε πρώτα το επιδόρπιο» με τη συναίσθηση πως «έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε» κανένας δεν μπορεί να μας προεξοφλήσει ότι θα φτάσουμε ασφαλείς μέχρις το τέλος της βραδιάς να το γευτούμε.

Και κυρίως θα ήθελα να σημειωθεί κι αυτό: κανένα πνεύμα διδακτισμού δε διακατέχει το ποίημα ούτε εμένα. Απλώς, δεν είμαστε αιώνιοι και άφθαρτοι, γι’ αυτό και είναι ανόητο να συμπεριφερόμαστε σαν τέτοιοι.

Όταν το συνειδητοποιείς αυτό, το μόνο που σε απασχολεί είναι να το μοιραστείς.

Η νέα σας δουλειά, σαφώς παρουσιάζει μια πολύ ώριμη ποιητική γραφή, συγκριτικά με προηγούμενες συλλογές. Θεματικά είναι πιο ανανεωμένη και θα έλεγα πιο στοχαστική. Κυρίως, οι ποιητικοί τρόποι και η γλωσσική σκευή του νέου έργου σας παρουσιάζουν μια θαυμαστή λιτότητα. Αυτά, φυσικά, θα τα εύρισκε κανείς φυσιολογικά και αναμενόμενα για ένα σοβαρό δημιουργό. Το άλμα όμως είναι εντυπωσιακό. Κι αυτό δεν το σημειώνω μόνον εγώ.

Θα ήθελα τα δικά σας σχόλια.

Το στοίχημα στην ποίηση, την οποία και θεωρώ πράξη αμφισβήτησης κάθε πεπερασμένου, είναι να ειπωθούν τα ασήμαντα αλλά και τα σημαντικά με μια φωνή που ωστόσο δεν αγκομαχεί μα ευελπιστεί με τρόπο απλό -έστω και φαινομενικά απλό- να δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιρα. Να μεταφέρει δηλαδή κάτι απ’ το μέσα κλίμα της ψυχής, την άπνοια, το αεράκι ή τον ανεμοστρόβιλό της. Ειλικρινά, δεν ξέρω να σας πω τι θα πει ωριμότητα ούτε και αν αυτή υπάρχει, αυτό που ξέρω να πω είναι ότι μέρα με τη μέρα καλείσαι να εκποιήσεις ψευδαισθήσεις και φυσικά να λογοκρίνεις καθετί επιπλέον που ίσως εμποδίζει με την ασάφειά του να στείλει κατευθείαν τις προθέσεις σου στον αποδέκτη τους.

Εύκολα διαπιστώνει ο επαρκής αναγνώστης ότι διαχειρίζεστε με ξεχωριστό έλεγχο το μοτίβο της ματαίωσης. Εννοώ ότι δεν αφήνεστε στο εύκολο κλίμα
της μελαγχολίας των επιγόνων του Καρυωτακισμού. Κι αυτό καταγράφεται ως ένα πολύ θετικό στοιχείο, που σας πιστώνεται ως χαρακτηριστικό της δικής σας ταυτότητας.

Στην ποίηση, βρίσκομαι συχνά αντιμέτωπη με την προσπάθεια κατάκτησης εκείνου που επιμένει μονίμως να διαφεύγει. Κύρια έγνοια μου λοιπόν είναι η χαρτογράφηση του καίριου και της συγκίνησης μετουσιώνοντας παράλληλα -ή κάποτε και εξαφανίζοντας ακόμα- το ατομικό βίωμα μες στο καθολικό. Που σημαίνει ότι διακατέχομαι μονίμως από τον τρόμο της διολίσθησης σε ένα μελό που μετατρέπει το ποίημα σε κάτι ανάλογο με τα εφηβικά λευκώματα ή αλλιώς σε ένα εξομολογητήριο με καθίσματα για περίεργους και αργόσχολους περαστικούς.

Σ’ αυτή την περίπτωση φυσικά μιλούμε για έναν παρεξηγημένο λυρισμό που επιβάλλει και απαιτεί, αντί να υποβάλλει και να εμπνέει.

Εκτιμώ άλλωστε στην ποίηση, κάθε φορά που τη συναντώ, την αξιοπρεπή κι όχι τη σπαραξικάρδια απόδοση του τραγικού. Από την έκτυπη δηλαδή δήλωση προτιμώ σαφώς την υποδήλωση. Γι’ αυτό και επιλέγω συνήθως το πικρό, το σιωπηλό και θυμωμένο από το ηττημένο και μελαγχολικό.

Τη ματαίωση και τη διάψευση μάλιστα δε θέλω να τις εκλαμβάνω ως αδόκητη κατάληξη αλλά ως αφετηρία και σημείο εκκίνησης της ύπαρξής μου. Συνεπώς, προτιμώ να προσποιούμαι την προετοιμασμένη και τη διόλου αιφνιδιασμένη, για να μη γλιστρήσω στην ανόητη απορία του τύπου: «γιατί τίποτα δεν κρατάει για πολύ;» και άλλα τέτοια δακρύβρεχτα. Δεν κερδίζει η ποίηση τίποτα με αυτό.

Να περάσουμε σε ένα κλασικό ερώτημα. Πώς βλέπετε το ρόλο της ποίησης στη σημερινή εποχή και, μάλιστα, μετά την περιώνυμη φράση «Τι μας χρειάζεται η ποίηση μετά το Άουσβιτς»;

Αν συμμεριστούμε την άποψη ότι η Ποίηση εκτός των άλλων είναι και Μνήμη, θα έλεγα πως εκφεύγοντας των στενών ορίων του ατομικού βιώματος αλλά οπωσδήποτε με αυτό ως βασικό υπόστρωμά της, ουσιαστικά είναι και μνήμη όλων εκείνων που επαγγέλλονταν ο Παράδεισος και η Πλατωνική Ωραιότητα, τα οποία εντούτοις δεν τα ζήσαμε ποτέ. Όσο λοιπόν στερούμαστε τις βεβαιότητες, όσο συγκατοικούμε με τον φόβο του Θανάτου κι όσο κάποιοι θα υποτιμούν τη νοημοσύνη και την αξιοπρέπειά μας, η ποίηση θα επιμένει να σηκώνει πανό διαμαρτυρίας και να διαδηλώνει για όλα τα «Δεν» της ψυχής και του σώματος.

Γιατί, ποιος πιστεύει ακόμα ότι η Ποίηση είναι η πολυτέλεια των χορτάτων και των βαριεστημένων; Κι αφού κανένας αγώνας δεν έληξε, κι εφόσον τίποτα δεν ολοκληρώθηκε, πώς να μη συνεχίσουμε να παραπονιόμαστε για αυτό, να μη γράφουμε για τα ελλείμματα και τις στερήσεις της ζωής, όταν η μόνη δυνατότητα εξέγερσης και αθανασίας υπάρχει μες στην ποίηση;

Αν κάποτε συντελεστούν τα ανέφικτα, αν δηλαδή η Ποίηση επιτελέσει τον σκοπό της, που είναι να δραπετεύσει από τα ποιήματα και να επικρατήσει στη Ζωή, τότε μπορεί και να πραγματοποιηθούν οι στίχοι του Άρη Αλεξάνδρου:

Η ύπαρξη ποιητών
πιστοποιεί πως πορευόμαστε ακόμα
όπως το πρώτο κερί
πιστοποίησε το σκοτάδι.
Προορισμός της ποίησης είναι να επισπεύσει
την τελική κατάργηση των ποιητών…

Για όλους αυτούς τους λόγους πιστεύω ότι ιδιαίτερα μετά το Άουσβιτς και αφού η ανθρωπότητα αποδείχτηκε ικανή για ένα Άουσβιτς, οφείλουμε να συνεχίσουμε να γράφουμε ποιήματα. Είναι χρέος μας άλλωστε η παλιννόστηση της ανθρωπιάς μας.

Τελευταία, επισημαίνεται σε διάφορα δημοσιεύματα μία τάση επιστροφής της ποίησης στον ομοιοκατάληκτο στίχο, σε πιο παραδοσιακές ποιητικές φόρμες. Το βλέπετε αυτό ως ένα ενδεχόμενο;

Τίποτα δε θεωρώ ότι είναι προαποφασισμένο στην ποίηση και άρα τίποτα δεν είναι εκ προοιμίου εξορισμένο από τις πρακτικές της. Που σημαίνει ότι, εάν εξυπηρετείται η ποίηση και εάν διασώζεται, προάγεται και επικοινωνείται ο ουσιαστικός λόγος, τότε το μέσο δεν είναι το ζήτημα αλλά η ευχέρειά του να εξυπηρετήσει επάξια τον σκοπό. Αν ο ρυθμός που υποφώσκει στα κάτω πατώματα του λόγου κάποτε αποφασίσει ν’ ανεβεί σε πιο υψηλούς ορόφους και να επιβληθεί στο ποίημα, τότε αυτό θα σημαίνει μια έσωθεν επιβολή που με όχημα τη φαινομενική προσωδιακή τυχαιότητα κατορθώνει εντέλει να απελευθερώσει νοήματα και να δηλώσει έμπρακτα την ελευθερία του ποιητή να επιλέξει τα εκφραστικά του μέσα. Και φυσικά ας μη συγχέουμε τον παραδοσιακό στίχο που τραγουδιέται η ομοιοκαταληξία του με τον παρωχημένο στίχο που συντηρεί με τους συνειρμικούς ηχητικά συλλογισμούς μιαν ευκολία άμεση τόσο για την παραγωγή όσο και για την πρόσληψη.

Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω αυτούσια την άποψη του ποιητή Ορέστη Αλεξάκη για την ομοιοκατάληκτη ποίηση, έτσι όπως τη μεταφέρω στο μελέτημά μου για την ποίησή του «Συρραπτική του Προσώπου», εκδόσεις «Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη». Στις Σημειώσεις της συλλογής του «Τα Αγαθά Παιχνίδια», όπου περιέχονται εξαιρετικά ομοιοκατάληκτα ποιήματα με άκρως σουρεαλιστικό ωστόσο περιεχόμενο, γράφει:

«Σύντομα θα έλθει ο καιρός που δε θα υπάρχει πια παλιά και νέα ποίηση, παρά μόνον ποίηση, που θα ρέει ακατάπαυστα, σε σπειροειδή τροχιά, συνεχώς δηλαδή προχωρώντας και συνεχώς ανακυκλιζόμενη. Ας δεχτούμε επιτέλους όλοι την αυτονόητη αλήθεια, ότι στην τέχνη δεν υπάρχουν προδιαγραφές (σχολές, γενιές, μόδες κ.τλ.) ικανές να εξασφαλίσουν από μόνες τους ποιότητα (…) Ο δημιουργός συνεχώς κινδυνεύει. Ας του αναγνωρίσουμε το δικαίωμα να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο, όπως αυτός νομίζει».

.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗΣ

oanagnostis.gr, 6.7.2013

Έγραφα για την παρουσίαση της προηγούμενης ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου «Όροφος μείον ένα» ότι πρόκειται για μια βίαιη ενηλικίωση, όπου ο θάνατος του πατέρα εκβιάζει, επιταχύνει και δραματοποιεί την αργή και λιγότερο επώδυνη ενηλικίωση – προσωπική και ποιητική – της ποιήτριας. Από την άλλη, μια τέτοια συλλογή όπου το βίωμα του θανάτου καλύπτει καθ’ ολοκληρία τη θεματολογία της είναι σαφώς δύσκολο να επαναληφθεί. Παρέμεναν ωστόσο ανοιχτά μια σειρά από ζητήματα ποιητικής σχετικά με το «Όροφος μείον ένα», όπως ποια στοιχεία της θεματικής του θα διατηρηθούν, αν θα επιμείνει η ποιήτρια στο οξύ και σκληρό – συχνά επιθετικό λεξιλόγιό – του και τέλος αν θα κεφαλαιοποιηθούν τα εκφραστικά του επιτεύγματα: ακρίβεια, οργάνωση, ρεαλισμός, χιούμορ πικρό κάποτε στα όρια της σάτιρας. Θα προσπαθήσω να απαντήσω στα προηγούμενα ερωτήματα ιχνογραφώντας το περίγραμμα της νέας συλλογής και επιχειρώντας προσεκτικές, ελπίζω, τομές στο ανοιχτό τραύμα του ποιητικού λόγου.

…/…

Επαναλαμβάνω εδώ τρία συμπεράσματα για το σύνολο του ποιητικού έργου της Ε.Α. Λουκίδου, τα οποία κατέγραψα για την προηγούμενη συλλογή της και που επιβεβαιώνονται και στην τελευταία. Πρώτα απ’ όλα, η χρονική διαφορά ανάμεσα σε κάθε συλλογή σε σχέση με την προηγούμενή της μειώνεται συνεχώς έως το «Όροφος μείον ένα» και παραμένει σταθερή (τέσσερα χρόνια) ανάμεσα στις δυο τελευταίες. Πράγμα που πιθανότατα σημαίνει πως η ποίηση διαρκώς κερδίζει έδαφος και επεκτείνει το χώρο της ανάμεσα στο σύνολο των δραστηριοτήτων της ποιήτριας. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι οι εκφραστικοί τρόποι έχουν παγιωθεί και ωριμάσει, ώστε να επιτρέπουν την ανετότερη παραγωγή ποιητικού λόγου, κάτι που μπορεί κανείς να το διαπιστώσει συγκρίνοντας τα ποιήματα των τριών τελευταίων συλλογών με αυτά της δεύτερης ή και της τρίτης συλλογής. Και ένα τρίτο συμπέρασμα που σχετίζεται με τους τίτλους των συλλογών: από το διάφανο νοηματικά τίτλο της πρώτης συλλογής «Λυπημένες μαργαρίτες» (1986) έως τον δυσπρόσιτο και κρυπτικό τίτλο της προτελευταίας «Όροφος μείον ένα» ή τον αόριστο της τελευταίας «Το Επιδόρπιο» η διαδρομή μοιάζει και μεγάλη και ενδιαφέρουσα αλλά οι αλλαγές συντελούνται αργά και κλιμακωτά. Επιπλέον, ό,τι οι τίτλοι δεικτοδοτούν ως μια συνεχή υποχώρηση σε έναν πιο εσωτερικό /ατομικό χώρο θα μπορούσε ταυτόχρονα ή εναλλακτικά να είναι σημάδι ενηλικίωσης· δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αποφασίσει αν η σταδιακή ενηλικίωση, αυτή που μπορεί να δει κανείς ακόμη και στα ποιήματα της προτελευταίας συλλογής «Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα», είναι λιγότερο ψυχοφθόρα από την εξ’ ορισμού βίαιη ενηλικίωση στον «Όροφο μείον ένα» και την κυριαρχία της ματαιότητας στο «Επιδόρπιο».
Αξιοπρόσεκτο επίσης είναι ότι οι τίτλοι των συλλογών από την «Εν τη ρύμη του νόστου» και μετά έχουν και ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό: είτε προβάλλεται είτε λανθάνει μια εσωτερική αντίθεση, καθώς ένα κομμάτι του τίτλου κινείται προς τα εμπρός και ένα άλλο προς τα πίσω (ρύμη ≠ νόστος, ανθίζω ≠ τίποτα, όροφος ≠ μείον ένα). Ο τίτλος «Το Επιδόρπιο» δεν ξεφεύγει επίσης από αυτή τη λογική, αν και μονολεκτικός: το επιδόρπιο ολοκληρώνει και κλείνει το γεύμα, δεν προτάσσεται ούτε κυριαρχεί, όπως προτείνει η ποιήτρια να κάνουμε με τον πρώτο κιόλας στίχο του ποιήματος, εμφανίζοντας για άλλη μια φορά το αντιθετικό ανατρεπτικό στοιχείο. «Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή / να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο.»

Ό,τι και να προηγήθηκε λοιπόν έχει τώρα τελειώσει, ολοκληρωθεί. Μένει μόνο το ποίημα να φωτίσει μέσα από το τέλος το τι προηγήθηκε.
Το «Επιδόρπιο» αποτελείται από 37 ανεξάρτητα ποιήματα (μόνο το «Όροφος μείον ένα» άλλωστε ακολούθησε μια κάποια χρονική σειρά εξαιτίας του ημερολογιακού του χαρακτήρα) τα οποία χωρίζονται σε δυο ενότητες (21+16 ποιήματα) με βάση τα αποσπάσματα από τον Edgar Allan Poe που χρησιμοποιούνται ως μότο. Στο δεύτερο μέρος υπάρχει και το μοναδικό τρίπτυχο της «Επίσκεψης» (Επίσκεψη Ι, ΙΙ, ΙΙΙ). Εκφραστικά η συλλογή ακολουθεί τη γραμμή που ξεκινά από το «Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα» και μοιάζει να διαμορφώνεται στο «Όροφος μείον ένα». Κυριαρχεί συνεπώς η λιτότητα, αποφεύγονται οι διασκελισμοί -χαρακτηριστικό των τριών πρώτων συλλογών- η μουσικότητα και ο ρυθμός τελειοποιούνται. Μερικά παραδείγματα: «Πονάνε οι ταγμένοι να ημερέψουν /τη φωνή τής μέσα χορωδίας…» ή

«Ο ύπνος μου καμιά φορά τινάζεται ψηλά. /Μισός να ξεφλουδίζει ραγισμένες προσωπίδες /κι άλλος μισός να τρέχει να κρυφτεί /απ’ τους τελωνοφύλακες» ή ακόμα «Σωριάζεται κάποτε η σκιά /κι αλλάζει σχήμα ο καιρός. /Μια μοίρα ξένη αντηχεί /στα βήματα, στα πράγματα /στις ενοχές μας…» Το ίδιο ισχύει και για τους τίτλους των ποιημάτων που παραμένουν σύντομοι, αν και ξεφεύγουν κάπως από τον μονολεκτικό σχεδόν χαρακτήρα που είχαν στο «Όροφος μείον ένα». Ενδεικτικά και πάλι: (Καθ’ έξιν εξάρθρημα), (Σχήμα πρωθύστερο), (Εγώ το λέω δειλία), (Παλιές αμηχανίες), (Γιατί ποτέ δε φύγαμε). Να σημειώσω εδώ με ικανοποίηση τη συνεχή βελτίωση στη διαχείριση του γλωσσικού υλικού καθώς, όπως παρατηρούσα ήδη για το «Όροφος μείον ένα», η ποιήτρια έχει μετασχηματίσει τη διάθεση για βερμπαλισμό των τριών πρώτων συλλογών σε γλωσσικό πλούτο στις τρεις τελευταίες. Ο έλεγχος της ποιήτριας πάνω στα εκφραστικά της μέσα έχει προχωρήσει πάρα πολύ και οι αστοχίες έχουν πια ελαχιστοποιηθεί. Το επίτευγμα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια ποίηση όπου η όποια απόπειρα αφήγησης διαρκώς ακυρώνεται και το νόημα γίνεται – χαρακτηριστικό κυρίαρχο της νεώτερης ποίησης – από λίγο έως πολύ σχετική υπόθεση.

«Σκοτείνιασε μέσα μου ξαφνικά η λεμονιά /αναίρεση διεκδικούν τα ειπωμένα /και τα μελλούμενα /δε μου ζητούν καμιά συμμετοχή…»
Στο «Επιδόρπιο» συναντά κανείς όλα τα γραμματικά πρόσωπα πέρα από το πρώτο πρόσωπο του λυρικού «εγώ». Συνήθως, το πρώτο και δεύτερο πρόσωπο εκφράζουν το «εγώ» του ποιητικού υποκειμένου, ενώ το τρίτο ενικό και πληθυντικό τους άλλους – συνήθως εχθρικούς ή ουδέτερους, σπάνια φίλους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο που σε αρκετές περιπτώσεις, όπως συνέβαινε και στις συλλογές πριν το «Όροφος μείον ένα», εκφράζει περισσότερο δυικό αριθμό παρά πληθυντικό: χαρακτηριστικό μιας ποίησης ερωτικής που όμως, στην περίπτωση της Λουκίδου, αποφεύγει να τονίσει – συχνά να αποκαλύψει καν – αυτόν τον χαρακτήρα της. Βέβαια, πολλές φορές οι προεκτάσεις του ποιήματος υπερβαίνουν τον ερωτικό χαρακτήρα, όπως στο ποίημα (Το Επιδόρπιο) που ονοματοδοτεί και τη συλλογή:

«Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί /και πλαγιάζαμε καμιά φορά /δίχως συγχώρεση / ήταν γιατί πιστεύαμε /πως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί /δε θα μας αφορούσαν…»
Σχολιάστηκε παραπάνω ότι ο τίτλος της συλλογής αποδίδει μια κατάσταση ολοκληρωμένη και δεδομένη. Η εικόνα αυτή δε σχετίζεται μόνο με το ομώνυμο ποίημα αλλά διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή. Τα ποιήματα ξεκινούν όντως από το επιδόρπιο, από το τέλος και είτε κινούνται στα μετά το γεύμα γεγονότα είτε – και αυτό εντείνει τη νοηματική αοριστία – επιχειρούν να φωτίσουν, αποσπασματικά όμως και σχεδόν συνειρμικά, τα προγενέστερα γεγονότα. Η τεχνική αυτή δεν είναι κάτι καινοφανές στην ποιητική της Λουκίδου. Θυμίζω ότι σποραδικά είχε εμφανιστεί στο «Εν τη ρύμη του νόστου» και στο «Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα» αλλά πιο καθαρά μπορεί να φανεί στο «Όροφος μείον ένα», όπου ο ημερολογιακός χαρακτήρας των ποιημάτων υπονομεύεται από τη συνεχή υπόμνηση της τελικής κατάληξης. Ενώ τα ποιήματα προσπαθούν φαινομενικά να καταγράψουν με χρονική σειρά την εξέλιξη της ασθένειας του προσφιλούς προσώπου, ουσιαστικά δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να εστιάζουν πάνω στα πρόσωπα και πράγματα του δράματος ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Η ίδια αυτή τεχνική βρίσκει ευρύτερη εφαρμογή στην ανά χείρας συλλογή. Η αίσθηση του τέλους κυριαρχεί στα ποιήματα σχεδόν βασανιστικά και χωρίς να φαίνεται κάποια οδός διαφυγής, καθώς είτε ρητά είτε έμμεσα το ποίημα έχει προδιαγράψει τόσο το τέλος όσο και τα όρια δράσης των προσώπων. Η όποια αφήγηση καταλήγει συνήθως να γίνεται ανάδρομη αντί να κινείται προς τα εμπρός· συχνά παίρνει τη μορφή απολογίας ή επίπληξης:

«Ουδέποτε προσέξατε τόσον καιρό /πως συστηματικά αποφεύγαμε /- και στα κουρεία ακόμη – /τους καθρέφτες /ότι μονίμως λείπαμε /πάντα από το ίδιο μάθημα /και με την πλάτη /στον κρύο τοίχο κολλημένη /σφιχτά στην τσέπη μας /το βότσαλο κρατούσαμε…»
Υπάρχει λοιπόν διάχυτο ένα αίσθημα φόβου, ενός υπαρξιακού φόβου. Δεν συγκεκριμενοποιείται ούτε έχει συνήθως την οξύτητα και την ένταση που παρατηρείται στο «Όροφος μείον ένα». Όμως, υπάρχει και ας μην είναι μια «…απειλή κανονική /με αρχή, μέση και τέλος /όπως αυτές που διεκδικούν τον χρόνο μας /μες στην αδράνεια του απογεύματος. Ξεκινά συχνά αόριστα και υποτονικά σαν μια «αποτυχία της φωνής /να θυμηθεί απ’ την αρχή /τι έπρεπε να συναρμολογήσει» και εξελίσσεται σαν «…για να απλωθεί / στους κήπους του καλοκαιριού /σούρουπο και μολύβι.» Μπορεί κανείς να το δει σε ποιήματα όπως το (Καθ’ έξιν εξάρθρημα) ως μια «διαγνωσμένη αστάθεια στην επιγονατίδα» που καταλήγει «σπασμένη ραχοκοκαλιά /στην ακτινογραφία.» Αλλά και πολύ πιο αόριστα, με λιγότερο επιθετικό λεξιλόγιο σαν «…μια σκόνη κι ένα μούδιασμα /και βήματα που υποχωρούν και παραλύουν /κι αφόρετα σακάκια στην ντουλάπα.» Άλλοτε πάλι έχει τη μορφή της ενοχής και της συνεπακόλουθης τιμωρίας: «το φταίξιμο που μας αναλογεί / θα αποδοθεί μέχρι δεκάρας». Συχνά, τέλος, προϋποθέτει μια καταστροφή που έχει ήδη συντελεστεί αφήνοντας στα πρόσωπα τα σημάδια της που μάταια προσπαθούν να τα αγνοήσουν: «Ούτε σαλεύει ούτε ξαγρυπνά/ ούτε να θυμηθεί μπορεί / τους λόγους / που κάθε απόγευμα κουτσαίνει». Το αίσθημα της απειλής διατυπώνεται ανοιχτά στο κομβικό για τη συλλογή ποίημα (Το επιδόρπιο) «Μα η απειλή ήταν εδώ /και είναι τώρα» και κάνει αισθητή την παρουσία του ήδη από το εξώφυλλο, όπου ένα γιγάντιο χέρι απλώνεται να πιάσει έναν τυμπανιστή. Σαν για να τον μετατοπίσει σε μιαν αόρατη σκακιέρα – και ο ίδιος ο τυμπανιστής άλλωστε μοιάζει με φιγούρα, με διακοσμητικό ή πιόνι παιγνιδιού. Ο φόβος, η απειλή της συντριβής και το αίσθημα ότι όλα είναι ένα παιγνίδι όπου οι κανόνες έχουν έξωθεν τεθεί και τα πρόσωπα απλώς εκτελούν τις προκαθορισμένες τους κινήσεις συνιστούν τη ραχοκοκαλιά της συλλογής. Η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου έχει την καλή συνήθεια να επιλέγει προσεκτικά τα εξώφυλλα των συλλογών της που ουσιαστικά είναι από μόνα τους σχόλια του περιεχομένου των ποιημάτων και κατευθυντήριες γραμμές για τον προσεκτικό αναγνώστη. Το συγκεκριμένο μάλιστα φιλοξενεί ένα κολάζ, έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Σπύρου Αλαμάνου(1947-2011). Μιλώντας για το εξώφυλλο και τις προεκτάσεις του έγινε αναφορά στη φιγούρα του τυμπανιστή η οποία μοιάζει να είναι κομμάτι μιας ευρύτερης σκηνοθεσίας ή καλύτερα μιας παλαιομοδίτικης θεατρικής παράστασης. Η αρχετυπική, κύρια παράσταση – γιατί στο δεύτερο μέρος της συλλογής υπάρχουν κάποιες μικρότερες – και αυτή που κατευθύνει τον αναγνώστη στο να προσεγγίσει τις υπόλοιπες, δίνεται από τα δύο μότο της συλλογής και τα δύο από το ποίημα του Edgar Allan Poe, «The Conqueror Worm». Στο πρώτο μέρος της συλλογής προτάσσονται μεταφρασμένοι από τον Γιώργο Μπλάνα οι στίχοι 1-8, δηλαδή η πρώτη στροφή του ποιήματος, όπου άγγελοι, με τη μορφή ευγενών συρρέουν δακρύβρεχτοι και κάθονται να παρακολουθήσουν κάποια παράσταση προσδοκιών και φόβων, ενώ μια ορχήστρα παίζει ασθμαίνουσα τη μουσική των ουρανίων σφαιρών. Προφανώς, ο τυμπανιστής είναι μέρος αυτής της ορχήστρας και το όλο απόσπασμα από το ποίημα του Πόε έχει ως σκοπό την εισαγωγή του αναγνώστη στο κλίμα μιας παράστασης προσδοκιών και φόβων. Πρόκειται ακριβώς για τις προσδοκίες και τον φόβο που κυριαρχούν στα ποιήματα της συλλογής: προσδοκίες που, σχεδόν εξ αρχής έχουν διαψευστεί και φόβος που διαπερνά, όπως είδαμε, το σύνολο των ποιημάτων. Το δεύτερο μέρος της συλλογής εισάγεται με τη συνέχεια του ποιήματος του Πόε, τους στίχους 9-24, τη δεύτερη και τρίτη δηλαδή στροφή του ποιήματος. Εκεί οι ηθοποιοί… μίμοι – υπερούσιοι θεοί μασκαρεμένοι – γκρινιάζουν, μουρμουρίζουν λόγια ακατάληπτα, πετάνε ακατάσχετα… Ανδρείκελα είναι· σπαστικά υπακούουν στις εντολές κάποιων πλασμάτων άμορφων, τεράστιων, που σέρνουν πότε αποδώ πότε αποκεί τα σκηνικά… Μίμοι ανδρείκελα στα χέρια γιγάντιων πλασμάτων – παραπέμποντας στο γιγάντιο χέρι πάνω από τον τυμπανιστή – και σκηνικά που συνεχώς αλλάζουν. Κομμάτια της παράστασης αυτής διακρίνονται στο (Μια βαθιά υπόκλιση) όπου «…Παλιά βαγόνια στις αλάνες / μεταμφιέζονται πυρετωδώς / σε καμαρίνια με χρωματιστά φτερά…», ενώ την ίδια ώρα κάπου αλλού «…σε υγρό βάθος σκοτεινό / ήδη η Γκρέτα μακιγιάρεται / πανέτοιμη να κοιταχτεί στα δάκρυα / ενός ακόμη ανάξιου θαυμαστή / που θ’ αρνηθεί να την πυροβολήσει». Μια παράσταση που αναπαριστά «πασίγνωστους νεκρούς ηθοποιούς / του κλασικού ρεπερτορίου» σε μια προσπάθεια – μάταιη προφανώς – να αναστήσει μία ολόκληρη εποχή. Το κυρίαρχο σκουλήκι (The Conqueror Worm) έχει ήδη αφήσει τη σφραγίδα του. Άλλωστε, και τα πρόσωπα που μπορεί να αναγνωρίσει ο αναγνώστης όπως η Μίτσε και ο Φραντς από το Berlin Alexanderplatz, η Ρεζεντά -ηρωίδα στο ομώνυμο ταγκό του 1930-, η Γκρέτα Γκάρμπο, ο Λόρενς Ολιβιέ, η Όντρεϊ Χέρμπορν μάταια προσπαθούν να αναβιώσουν μια εποχή, σύμβολα της κυριαρχίας της λήθης και του θανάτου. Μπαίνει εν τέλει ο αναγνώστης στον πειρασμό να θεωρήσει ολόκληρη τη συλλογή ως μία παράσταση που προσπαθεί ανώφελα να ξεγελάσει την πλήξη, τη φθορά και τον θάνατο.
Μιλώντας για τον θάνατο, το βασικό θέμα της προηγούμενης συλλογής, μπορεί κανείς να παρατηρήσει μια ποιοτική μεταβολή στην παρουσία του. Ενώ στο «Όροφος μείον ένα» είναι σαρωτική και εξόφθαλμη η κυριαρχία του, στο «Επιδόρπιο» κινείται πολύ πιο διακριτικά και υπόγεια. Προτάσσονται περισσότερο τα συγγενικά με αυτόν θέματα της φθοράς, της ματαιότητας, του φόβου και της ενοχής: ήπιοι μικροί θάνατοι μέσα από καθημερινές ήττες, χωρισμούς, ματαιωμένες προσδοκίες, μικρές ή μεγάλες προδοσίες. Στο ποίημα (Μία δοκιμασία περιττή) μπορεί ο αναγνώστης να δει συγκεντρωμένα τα περισσότερα από τα προηγούμενα θέματα. Αξιοσημείωτο είναι ότι το σύνολο των θεμάτων καλύπτεται κάτω από το πέπλο της απειλής που κάνει αρχικά την εμφάνισή της στα μισά του ποιήματος και ρίχνει στο τέλος δυσοίωνα την αυλαία:
«Το μόνο μας κοινό ήταν η ανυπομονησία / ένας σταθερός ήχος σταξίματος / μια τύψη ενοχλητική / όπως οι σπόροι στο καρπούζι / και μια επίμονη ανάγκη διευκρίνησης:/ τρέχαμε τελικά / για να προλάβουμε / ή / για να παραστούμε στο κακό;/ Βουλιάζουμε μέσα στα δεδικασμένα / και στη χλωμάδα των φωνών που σίγησαν / σάμπως δεν καίγονται επαρκώς τα σωθικά μας / από σταθμό σ’ άλλο σταθμό / συλλέκτες σκόνης παπουτσιών / και εισιτηρίων / μια μετανάστευση σκληρή / με όλους τους προβολείς/ επάνω μας στραμμένους/ και τ’ άγρια ποδοβολητά // ολοένα να πλησιάζουν.»
Να ξεχωρίσω τέλος το ποίημα (Η φωτεινή τσουλήθρα), καθώς είναι το μόνο της συλλογής που σχετίζεται άμεσα με τη νοσοκομειακή εμπειρία του «Όροφος μείον ένα» και αναπαράγει την ίδια διαλυτική εμπειρία (καροτσάκια, πράσινες ρόμπες, σύριγγες, μιλιγκράμ, νάρκωση, χειρουργείο). Η μοναδικότητά του φανερώνει ότι η ποιήτρια έχει κλείσει οριστικά τον προηγούμενο κύκλο ποιημάτων· κατά πάσα πιθανότητα το συγκεκριμένο ποίημα, αν και άρτιο τεχνικά, για κάποιο λόγο δε χώρεσε στην προηγούμενη συλλογή.
Με αφορμή το παραπάνω ποίημα, ο αναγνώστης που έχει ήδη προσεγγίσει το προγενέστερο ποιητικό έργο της Λουκίδου θα παρατηρήσει ότι η οξύτητα στους τόνους της προηγούμενης συλλογής έχει εδώ υποχωρήσει, χωρίς ωστόσο να έχει εξαφανιστεί. Συγκριτικά πάντως με τις πρώτες ποιητικές συλλογές της Λουκίδου το «Επιδόρπιο» έχει αρκετή – αν και συχνά λανθάνουσα – ένταση και κάποτε το λεξιλόγιο γίνεται αιχμηρό· όχι με την έννοια του σαρκασμού ή της συσσωρευμένης οργής όπως στο «Όροφος μείον» ένα αλλά με τη διαπίστωση του ποιητικού υποκειμένου ότι του είναι αδύνατο να αποδράσει από τα δεσμά του. Περισσότερο ωστόσο μιλάμε για ανεβοκατεβάσματα της έντασης παρά για σταθερά αιχμηρούς τόνους: «Κανέναν πειθαναγκασμό/ δε θα καταδεχόταν/ κι ας έσφιγγε στα δόντια της/ ένα πελώριο δάσος ουρλιαχτών/ κι εκείνη τη μικρή κλωστή/ που συγκρατεί, πριν ξηλωθεί/ ένα πουλόβερ από χιόνι.» Σε κάθε περίπτωση πάντως μετά το Όροφος μείον ένα τίποτα δεν είναι όπως πριν, όσο και αν η νέα συλλογή δεν αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης. Το θέμα του έρωτα με σταθερή παρουσία στις τέσσερις πρώτες συλλογές και εμφανή απουσία στην προτελευταία (λογικό, αν αναλογιστούμε το βασικό θέμα της), επιστρέφει στο «Επιδόρπιο». Και μάλιστα είναι κυρίαρχο θέμα σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής. Ωστόσο και εδώ έχουν συντελεστεί σημαντικές μεταβολές. Είναι αλήθεια ότι ο έρωτας στην ποίηση της Λουκίδου ουδέποτε έμοιαζε ανέφελος ή ευφρόσυνος· τώρα όμως είναι σχεδόν πάντα ακυρωμένος, διαλυμένος, ανήμπορος να λειτουργήσει ενωτικά, κάποτε σχεδόν τραγικός. Ενδεικτικό παράδειγμα το ποίημα (Σχήμα πρωθύστερο) όπου η αδυναμία επανόρθωσης και διαφυγής καταδικάζει σε θάνατο τον έρωτα, θάνατο που καμιά συγνώμη ή απολογία δεν μπορεί ν’ αναιρέσει. Η ίδια η ανάμνηση του έρωτα, η δραματικά ανυποψίαστη μελανιά του βαραίνει τόσο πολύ ανάμεσα στο ζευγάρι, ώστε ματαιώνει την όποια προσπάθεια επανασύνδεσης:
«Και αν κάποιος τολμήσει ν’ απολογηθεί / για όλα τα απρόοπτα και τις παρανοήσεις / κι αν δείξει τη διάθεση /ακόμα και να επανορθώσει / που δεν προέβλεψε για εμάς / κανένα σχέδιο διαφυγής// εγώ και πάλι / θα επικαλεστώ τα λιόδεντρα / απ’ το παραθαλάσσιο σπίτι / όταν τη μελανιά του έρωτα / βουβά χρησμοδοτούσαν / – ανάγωγη, αισθησιακή / δραματικά ανυποψίαστη – // ολόιδια με τη μοναχή / εκείνου του πορτρέτου / που ούτε καν στη φαντασία / του Αλεξάντερ Ιβάνοβιτς υπήρξε / όμως υδράργυρος το σώμα της / και – δίχως όχθη ποταμός το πρόσωπό της -/ γλίστρησε / εισχώρησε / δε ρώτησε κανέναν// να απαντήσει σπεύδοντας / σε ερωτήσεις που / δεν έγιναν ποτέ.»
Εδώ το βάρος του έρωτα που προηγήθηκε είναι τέτοιο, που σαν υδράργυρος εισχωρεί παντού και καθιστά αδιέξοδη εκ των προτέρων την αναβίωσή του. Αλλού πάλι οι τόνοι χαμηλώνουν, χωρίς ωστόσο να αναιρείται το κλίμα φθοράς και διάλυσης που υπονομεύει εν τέλει την όποια ερωτική διάθεση. Η κυριαρχία της απειλής και του φόβου σκιάζει τον έρωτα· το βίωμα του τελεσίδικα συντελεσμένου γεγονότος τον καθιστά – και αυτόν – εξ αρχής παρελθόν και πικρή μνήμη: «Επείγει ωστόσο, να αποφύγετε τη σύγχυση./ Ό,τι λευκό κινείται μες στον έρωτα/ μην το περάσετε και σεις για περιστέρι./ Μια χούφτα αλάτι είναι απλώς/ που αλλάζει χέρια βιαστικά/ και χρησιμοποιείται ενίοτε/ σαν αιμοστατικό.»
Άφησα τελευταίο το θέμα της φύσης. Είναι η μόνη συλλογή της Λουκίδου όπου η φύση απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά. Θεωρώ ότι η εξέλιξη αυτή ξεκινά από την προηγούμενη συλλογή όπου η ουδετερότητα της φύσης στον ανθρώπινο πόνο και η «αναιδής» συνύπαρξη ομορφιάς και φθοράς προκαλεί την απέχθεια της ποιήτριας, ενώ στις πρώτες συλλογές η εικόνα της φύσης ήταν σχεδόν πάντα θετική. Η απέχθεια αυτή στο «Επιδόρπιο» έχει γίνει αποκλεισμός. Το περιβάλλον είναι σχεδόν πάντα εσωτερικοί χώροι ή αστικά τοπία και το φυσικό περιβάλλον εκπροσωπείται μόνο σε σποραδικές δευτερεύουσες αναφορές. Πέρα από τη γενεαλογία της εξέλιξης αυτής είναι νομίζω φανερό ότι υπάρχει στον λόγο της ποιήτριας μια αυξανόμενη με τα χρόνια διάθεση εσωτερικής αναδίπλωσης. Σε άλλους ποιητές είναι δείγμα φθοράς, σε άλλους δείγμα ωριμότητας. Στην περίπτωση της Λουκίδου, έχοντας παρακολουθήσει ολόκληρο το ποιητικό της έργο, μπορώ να πω ότι σαφώς ισχύει το δεύτερο.
epidorpioΤο «Επιδόρπιο» είναι μια απαιτητική συλλογή. Σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για κάτι εύπεπτο ή συμβατικό. Ούτε, όπως σημείωνα και για το «Όροφος μείον ένα» θα ξεμπερδέψει ο αναγνώστης με μια δυο αναγνώσεις. Τα ποιήματα της συλλογής θέλουν το χρόνο τους να ξεδιπλώσουν τις αρετές τους: την ακρίβεια και ευστοχία του λόγου, τη λιτότητα, τη μουσικότητά τους. Ήδη όμως έγινε φανερό ότι η ανταμοιβή του αναγνώστη είναι τέτοια, που αξίζει με το παραπάνω την προσοχή και το χρόνο που θα διαθέσει.

.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΓΚΙΤΣΗ

diastixo.gr, 20.6.2013

«Ένας άλλος τρόπος να βλέπεις και να στοχάζεσαι τα πράγματα, το αναποδογύρισμά τους και η ίσια τους μεριά ταυτόχρονα κι αξεχώριστα», θα πει ο Ελύτης για τη γραφή του Γιώργου Σαραντάρη. Τι πρωτάκουστη η ανατροπή της σκέψης που επιφέρει την ανατροπή της γραφής! Τι πρωτάκουστη, εν προκειμένω, η ανατροπή μιας συγκεκριμένης πρακτικής που προτάσσει το επιδόρπιο στην αρχή αντί για το τέλος σ’ ένα γεύμα επισήμων. Γράφει λοιπόν στο ομώνυμο ποίημα η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου:

Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή/να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο./
Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται/έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε/
κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί/και πλαγιάζαμε καμιά φορά/δίχως συγχώρεση/ήταν γιατί πιστεύαμεπως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί/
δε θα μας αφορούσαν…

Αναμφίβολα, η ποιήτρια με την προκλητική της προτροπή μάς εισάγει σε μια προσωπική επιλογή ανατροπής της κοινωνικής μας συμπεριφοράς, που αιώνες τώρα δεν τολμούμε ούτε καν να σκεφτούμε. Το savoir vivre άλλωστε καλά κρατεί. Το οξύμωρο σχήμα ωστόσο στην ποιητική γραφή της Λουκίδου είναι προσφιλές χρηστικό εργαλείο, για να διαρρήξει όχι μόνο νοητικές οπές της έκφρασης αλλά κυρίως για να εκπορθήσει κλειδαμπαρωμένες οντολογικές έννοιες:

…μια τύψη ενοχλητική/όπως οι σπόροι στο καρπούζι/και μια επίμονη ανάγκη διευκρίνιση/τρέχαμε τελικά/για να προλάβουμε/
ή
για να παραστούμε στο κακό;

Με τρόπο παραινετικό, κατά βάση αφηγηματικό, σε τόπο λεκτικό επιμελέστατα εναρμονισμένο με περιγραφές και ζωντανές εικόνες, τοποθετεί στο κέντρο της χρονικής της σημασίας την ανθρώπινη ύπαρξη και μάλιστα σε κάθε διττή της υπόσταση. Υλική και πνευματική. Θνητή και εν δυνάμει θεϊκή. Παρούσα και απούσα. Ζώσα και κεκοιμημένη.

…όμως/όπως και να τον πεις τον παιδεμό/αλλού είναι η παγίδα./
Να έρχεσαι/να υπάρχεις/να περνάς/και να μην είσαι.

Η ποιήτρια καθηλώνει με την αλήθεια της, καθώς στις λέξεις της –ιδιαιτέρως βασανισμένες και ευστόχως τοποθετημένες– μεταγγίζεται η μακραίωνη αλήθεια της θνητότητας των όντων. Λάφυρο επίπονης προσπάθειας προφανώς, απόσταγμα μάχης προσωπικής, αποτύπωμα βιωματικών ενθυμήσεων, η βαθιά αρχέγονη απορία της ανθρωπότητας γίνεται βεβαιότητα στη γραφίδα της, μια βεβαιότητα που αφορά στην περιορισμένη διάρκεια της ανθρώπινης φύσης και στην αδυναμία της να επέμβει στη μοίρα της.

Σκοτείνιασε μέσα μου ξαφνικά η λεμονιά/αναίρεση διεκδικούν τα ειπωμένα/
και τα μελλούμενα/δε μου ζητούν καμιά συμμετοχή…

Η θνητότητα και η βιωτή με απόληξη τον θάνατο είναι αναμφισβήτητα δύο από τα βασικά μοτίβα της ποιητικής συλλογής που τιτλοφορείται Το επιδόρπιο . Το καλαίσθητο εξώφυλλο –κολάζ του Κερκυραίου ζωγράφου Σπύρου Αλαμάνου– αποκαλύπτει με τρόπο σαφή τη μικρότητα του ανθρώπου ή υπαινίσσεται το αιφνίδιο του θανάτου, εν άλλοις την έξωθεν ανατροπή, τοποθετώντας εξαρχής τον αναγνώστη στον ρόλο του τυμπανιστή, τον οποίο κάποιο χέρι εκ των άνω τον κρατά, τον σηκώνει, τον καθοδηγεί και ενδεχομένως κάποια στιγμή να τον αφήσει να πέσει στο κενό:

…γιατί όπως ψιθυρίζεται/τα ξύλα ήδη κόπηκαν/και συναχτήκαν στη γωνιά/
κι έξω από εμάς/μια δίχως έλεος πυρά/κλαδί κλαδί ετοιμάζεται.

Στον κόσμο της Λουκίδου, ο άνθρωπος σαφώς και δε μένει αμέτοχος των πραγμάτων που ορίζει ή πιστεύει πως ορίζει. Η ζωή του καθενός νοηματοδοτείται από τη θέαση του θανάτου, ενώ μια νομοτελειακή απόδοση δικαιοσύνης μοιράζει σε όλους τα δέοντα.

…Ωστόσο

δε θα αδικηθεί κανείς στη μοιρασιά.
*
Κι η ομορφιά θα πληρωθεί/κι η μεταμέλεια θα ελεγχθεί/για τις προθέσεις της/και ύποπτος δακρύων/ο Σεπτέμβρης θα θεωρηθεί.

*
Και ούτε να φαντάζεσαι/πως η αγάπη θα γλιτώσει/έτσι που φεύγει και ξανάρχεται/σαν εκκρεμές/αθώα σαν αμαρτωλή/που αείποτε εκπίπτει.

*
Το φταίξιμο που μας αναλογεί/θα αποδοθεί μέχρι δεκάρας.

Δεν είναι μοιρολατρική η θέση της ποιήτριας, τουναντίον, είναι βαθιά πεπεισμένη πως τα ψήγματα της θεότητας, αρχέγονα σπέρματα ευσπλαχνίας και πρόνοιας, ενυπάρχουν στο διφυές του ανθρώπου και έλκονται από τη μαγνητική δυναμική της ομορφιάς. Ο άνθρωπος, αν και φθαρτός, έχει ευλογηθεί με την υπερβατική ικανότητα να ευφραίνεται σε λιγοστές πτυχές ευτυχίας και να αναπαύεται σε χαραμάδες παραμυθίας.

…Θα ειπωθούν ξεκάθαρα κάποια φορά/η ανάσα, η αόρατη σκιά/το κίτρινο που αφήνει ο καιρός/πάνω στα σεμεδάκια./Κι ό,τι γλιστράει ασώματο/μέσα απ’ τις χαραμάδες/κι αυτό θα ειπωθεί.

[…]

Όμως κι οι λέξεις/οι λέξεις ίδιες δε θα ’ναι πια ποτέ./Ο «κίνδυνος» κι η «αντοχή»/η «αιχμαλωσία» κι η «σπατάλη»/θα καταγράφονται από εδώ κι εμπρός με αριθμούς./Κι αφού τα χέρια σπάνια/θα βρίσκουν ν’ αγκαλιάζουν/
υπομονετικά και ήσυχα/θ’ αρχίσουν να μετράνε.

Στην τελευταία της ποιητική συλλογή, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου ελίσσεται μεταξύ διττών εννοιών. Προτείνει τη συναφειακή διάσταση των πάντων, αποκύημα της πολυσύνθετης σύστασης του ανθρώπινου κόσμου, απορρίπτει τη μονοδιάστατη σχέση ατόμων και πραγμάτων. Στο πρώτο της ποίημα, με τίτλο «Το διφορούμενο λευκό», γράφει:

…γιατί οι γνώμες/–ακόμη και των ειδικών–/διχάζονται/αν, λόγου χάρη, στρώνουμε/λευκό σεντόνι νυφικό/ή νεκρικό του τάφου…

Ο διάλογος με το άφατο και η γειτνίαση με το αμετάκλητο είναι έκδηλα σε όλη τη λεκτική κατωφέρεια της συλλογής. Με κεντρικό άξονα την περιστροφή του ανθρώπινου χρόνου γύρω από το άχρονο, η ποιητική της Λουκίδου συσπειρώνει τεχνηέντως κατακερματισμένες στιγμές παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος, σμιλεύοντας ένα μωσαϊκό χρονικό όπου το ύστερο προηγείται. Το πρωθύστερο σχηματοποιείται και εγκαθίσταται, το φαινομενικό αναιρείται από το υποπτευόμενο πραγματικό και, τέλος, το απόν επανεμφανίζεται, για να λάβει εκ νέου τη θέση του στον ποιητικό χρόνο. Η παράσταση συνεπώς διεκτραγωδείται αφενός μεταξύ ανθρώπου και Θεού, αφετέρου μεταξύ ζώντων και τεθνεώτων.

Με σκηνοθετική ακρίβεια, η ποιήτρια αποκαλύπτει την ύπαρξη διπλών ή και πολλαπλών κόσμων, όπου συμβαίνουν τα πλέον σημαντικά –τις περισσότερες φορές– ερήμην των όντων. Δύο διαφορετικές φωνές –εν είδει τυπογραφικής πλαγιογραφής ο εσωτερικός ψίθυρος και εν είδει κανονικής ο άλλος, ο συνειδητός– εναρμονίζονται στη στιγμή του όλου, χρονικού και τοπικού, μη αφήνοντας περιθώρια για χρονικές ελλείψεις.

…Και όταν λέμε άδειο/δεν εννοούμε τη σιωπή/αλλά να ζεις το αταίριαστο/
κι άφαντος να ’ναι ο κήπος…

Το αταίριαστο απασχολεί τη σκέψη της Λουκίδου, το ανυπέρβλητο υπερβαίνει τη φθαρτότητά της, το κατακερματισμένο βαθιά τη συγκλονίζει, καθετί σπασμένο την πονά, ενώ το εξόριστο δείχνει ουσιωδώς να την αφορά.

…Με τέτοια και μ’ εκείνα/σύντομες εκδρομές στο αβάσταχτο/θα επινοεί συνέχεια/η αφανισμένη μας καρδιά/ώσπου να εκτίσει επιτυχώς/τούτη την εξορία.

Μόνη δυνατότητα εναρμόνισης του αταίριαστου καθίσταται πλέον η χρονική και τοπική συμφωνία στο ποιητικό «εδώ». Το ενθάδε λοιπόν συγκεφαλαιώνεται στο επέκεινα, με αποτέλεσμα να συντελείται η οξύμωρη στιγμή, όπου το ύστερο προτάσσεται της καθιερωμένης πρακτικής και το παράδοξο παίρνει τη θέση του στον φυσικό τόπο και χρόνο των πραγμάτων.

Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, με αναγνωρίσιμη και αναγνωρισμένη ποιητική φωνή, δείχνει να γνωρίζει πως η αποκάλυψη γίνεται εκ των έσω, αποκαλύπτει λέξη τη λέξη τους θεολογικούς της αναπαλμούς με κεντρικό της μέλημα τον άνθρωπο, αλλά και τα πράγματα που αυτός με την παρουσία του αξιώνει σε χρόνο άχρονο και τόπο ανέστιο.

Ο τόπος είναι χρόνος/προορισμένος μόνο για την επιστροφή/γιατί ο τόπος πάντα ταξιδεύει/λιωμένο φως/μες στην ασυμμετρία των σφουγγαριών/
τόνος λευκός κρυσταλλωμένος/μια ανάσα πριν τον ρεμβασμό/η επίφαση του ανύπαρκτου μες στην ακινησία…

Εγκιβωτίζει συνεπώς τον τόπο στον χρόνο και τη στιγμή στο αιώνιο, ταυτίζει τον άνθρωπο με τον προορισμό του αλλά και τα πράγματα με την άλλη, την κρυφή χρησιμότητά τους. Τέλος, συνδυάζει τη ματαίωση της στιγμής με την εσχατολογική της δικαίωση. Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου ξέρει καλά πως το «τώρα» σύντομα γίνεται «ύστερα» λόγω της φυσικής τρεπτότητας των πάντων, πως το «εδώ» μετατρέπεται ακαριαία σε «εκεί», όταν το ατενίσεις από μιαν άλλη οπτική, πως το δήθεν σημαντικό αποδεικνύεται συχνά επουσιώδες. Ακριβώς επειδή γνωρίζει την αναπόφευκτη αλληλουχία των πάντων, προτείνει και καλεί και προκαλεί με τις εξαρχής ανατρεπτικές της προτάσεις.

Ας μιλήσουμε, επιτέλους, για τα ασήμαντα./Για τα κρυμμένα πίσω από μια πράξη/όπως τα ντροπαλά παιδιά πίσω από μια φούστα/για τις ρουφήχτρες και τα ηλεκτρόδια/την άνιση πάλη/και τη μάταιη ανταμοιβή/για την απόσταση…

Εν κατακλείδι, θα λέγαμε πως η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου με τη συλλογή της ρίχνει το ανατρεπτικό φως στα ασήμαντα, για να μπορέσουν καλύτερα να φωτιστούν τα μόνα ουσιαστικά, τα μόνα σημαντικά.

.

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ

.

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

«Ελευθεροτυπία»/ «Βιβλιοθήκη», τχ. 568, 4.9.2009

«Ο θάνατος αποβραδίς μάς έφραζε τον δρόμο», γράφει η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου στην αρχή του ποιήματος «Οροφος μείον ένα», που δίνει τον τίτλο στη νέα ποιητική συλλογή της. Ο δεκαπεντασύλλαβος και η θεματική του θανάτου μάς παραπέμπουν, από τον πρώτο στίχο, στη δημοτική μας ποίηση. Σηματοδότηση του τέλους της ζωής αλλά και, μεταφορικά, οποιασδήποτε θετικής έννοιας, ο θάνατος απασχόλησε τον άνθρωπο από τότε που γράφει και σκέφτεται, ενώ οι θρησκείες προσπάθησαν να ανατρέψουν αυτό που υπονοεί η γλώσσα. (Ποιητική αδεία μπορούμε να πούμε «σκότωσε μια όμορφη στιγμή», αλλά την άσχημη στιγμή πώς να τη σκοτώσουμε;) Αντί για έξοδος από την ύπαρξη, έγινε είσοδος σε έναν παραδεισιακό κόσμο. Από μια άλλη σκοπιά, ο «Φιλάνθρωπος θάνατος», επίσης τίτλος ποιήματος της ίδιας συλλογής, δεν είναι απειλή αλλά διέξοδος· αν η ζωή του ασθενούς γίνει αφόρητη, αν νιώθει ξενιτεμένος στον «θρίαμβο του ορατού», τότε η αρνητική έννοια του θανάτου αναιρείται. Η ασθένεια γίνεται προετοιμασία για τον Θάνατο, όπως άλλωστε ο αδελφός του ο Υπνος, και οι δύο γόνοι της ησιόδειας Νύχτας: «στον σκοτεινό θάλαμο του Υπνου / ο Θάνατος / τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει».

Στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής ακούγεται η φωνή μιας γυναίκας, της ποιήτριας -που ταυτίζεται εδώ με το ποιητικό Εγώ και δημιουργεί μια αυτοβιογραφική διάθεση εξόχως ποιητική-, να μιλά για την ασθένεια και τον θάνατο του πατέρα της. Η πορεία της υγείας του, οι μάταιες ελπίδες, η αγωνία για το θαύμα, και τελικά η γνώση που απορρέει από τον υπέρτατο πόνο ότι η μόνη ανίατη ασθένεια, από την οποία κανένα θαύμα δεν μπορεί να μας σώσει, είναι η ίδια η ύπαρξη. Η ποιήτρια εξάλλου νιώθει αμηχανία μπροστά στη θεία παρέμβαση που η ίδια προσμένει ως τη μόνη λύση: «περίμενε τον Αϊ-Γιώργη / από τα εικονίσματα να κατεβεί / και να την πάρει».

Για την περιγραφή της εξέλιξης της αρρώστιας οι τέχνες του λόγου συνεργάζονται: η ποίηση, η αφήγηση, κυρίως το θέατρο, που εδώ δεν είναι μια συμπαντική έννοια, όπως στο θρησκευτικό δράμα του Καλδερόν, Το μεγάλο θέατρο του κόσμου, αλλά μια υπόκριση, με τις δύο έννοιες της λέξης. Το θέατρο του κόσμου παραπέμπει σε κοσμική πλάνη, με την αυλαία έτοιμη να πέσει από την πρώτη στιγμή: είμαστε «ήρωες θεατρικού / στην τελευταία πράξη».

Η θεατρικότητα γίνεται εμφανής στον συνεχή διάλογο: η κόρη συνομιλεί με τον πατέρα, ο γιατρός με τον ασθενή, η ποιήτρια με τον Θεό. Η θεολογία της (ή μήπως α-θεολογία;) βασίζεται σε μια παράδοξη θεώρηση του κόσμου: αμφισβητείται η ύπαρξη του Θεού, κάτι που ίσως είναι αναμενόμενο, ακόμη και «σε σύναξη πιστών», σε στιγμές αφόρητης οδύνης, ενώ η ανάγκη για ελπίδα οδηγεί στην παράλογη στάση να εκφράζουμε την αμφισβήτησή μας, απευθύνοντάς Του τον λόγο. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την παρουσία του Δημιουργού μας, που δεν είναι άλλος από τον Θεό-τιμωρό της Παλαιάς Διαθήκης. Και δυστυχώς, δεν αποστρέφει το πρόσωπό του, ακριβώς το αντίθετο: μας δείχνει διαρκώς ένα σκληρό πρόσωπο. Μεταμορφώνεται σε θηρίο, και μάλιστα λούτρινο (ακόμη ένα παράδειγμα υπόκρισης), μας προσκαλεί συνεχώς να παίξουμε μαζί του σαν ανώριμα παιδιά, μας προκαλεί να παλέψουμε με τον θάνατο. Με τη διαρκή απειλή του θανάτου μεταβάλλει τον άνθρωπο σε Αϊ-Γιάννη και προσφέρει το κεφάλι του «επί πίνακι» στη Σαλώμη, ενώ οι υποσχέσεις για μιαν άλλη ζωή ακούγονται σαν τραγική ειρωνεία, σαν να παίζει κάποιος με τον ανθρώπινο πόνο.

Ο καρκίνος ξαναγυρίζει στην αρχική του μορφή, γίνεται κάβουρας και βάφει «με σκουριά τα σπλάχνα» του ασθενούς. Η ύπαρξή του είναι τόσο ασύλληπτη που συγκλονίζει τη σκέψη της ποιήτριας, μολονότι κάποιες στιγμές αντιλαμβάνεται ότι ο κάβουρας κοιμάται, και τότε αρχίζει να πιστεύει στην παρέμβαση μιας αδιασάφητης δύναμης: «ίσως και να με ακούς», «κάπως Σε συγκίνησα κι εγώ». Μέχρι «που χτύπησαν μεσάνυχτα» και τότε ξέρει πως είναι «βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη», πως «κι η ύπαρξη μια καταδίκη είναι / μια εκκρεμότητα με πλάνες στολισμένη / μια διαρκής αναβολή». Δεν υπάρχουν γιατροί ανίατων ασθενειών, μόνο «ανίατων ψευδαισθήσεων», που μιλούν με κυνισμό στον ασθενή: «Μα, μην το παίρνετε προσωπικά!» Και «τελικά υπερισχύει η βροχή / που φτάνει πάντα τελευταία», προμήνυμα του αμετάκλητου θανάτου αλλά κι ευεργετικό ράντισμα από τον ουρανό, μετά το πέρασμα του κάβουρα, σύμβολο ξηρασίας.

Στη νέα ποιητική συλλογή της Λουκίδου οι στίχοι βγαίνουν από δυσβάσταχτο πόνο και γίνονται τέχνη μέσα από τον ρυθμό και τις σκληρές εικόνες. Ο ποιητικός λόγος μάς θυμίζει με αυτό τον τρόπο ότι είναι υλικό της αιωνιότητας: δεν αφήνει τους αναγνώστες του να σκύψουν, μαζί με τον νεκρό, και να πιουν από το νερό της Λήθης. Σε προηγούμενο ποιητικό βιβλίο της (Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα), η ποιήτρια γράφει ότι τον θάνατο της κάμπιας η ποίηση τον ονομάζει πεταλούδα. Τώρα όμως πρόκειται για τον χαμό προσφιλούς προσώπου και όχι για κάτι μακρινό και ίσως ασήμαντο. Πίσω από στίχους με έντονο θρηνητικό ρυθμό, που μας κάνει να ζούμε τον τρόμο του οριστικού χαμού, ακούγεται μια φωνή που βιώνει διαρκώς τον πόνο και τον θάνατο.

Δεν είναι εύκολο να γράφεις με πόνο για τον πόνο. Αλλά, ενώ πονάς αφόρητα, να διευθύνεις μια χορωδία με φωνές που άδουν την μήνιν και την απώλεια με σπαραγμό, με δέος, κυρίως με (αυτο)σαρκασμό και έντονη μυθοποίηση, αυτό χρειάζεται περίσσια ποιητική τέχνη και έμπνευση.

.

.

ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΣΙΣΥΦΟ

Τ.15-16/2018 (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)

ΣΤΕΛΛΑ ΒΟΣΚΑΡΙΔΟΥ

Εισαγωγή σ’ έναν «ιδιότυπο μοντελισμό»: «Να συγχαρούμε τους νεκρούς;»

[…]
Με έντονη αίσθηση πως τα Αφόρετα θαύματα είναι ένα έργο που
ενδιαφέρεται περισσότερο από κάθε τι άλλο για τη μεταιχμιακή φύση
της ύπαρξης, ένιωσα, όταν ξεκίνησα να το μελετώ, πως δεν είχα άλλη
επιλογή παρά να αντιμετωπίσω την παρουσίασή μου με όλη την τόλμη
του ακροβάτη που δέχεται να επιχειρήσει μια ισορροπία στο μεταίχμιο
αυτό. Αποτυπώνοντας μια συνολική θεώρηση του έργου, και αφήνοντας εντελώς πίσω μου την αυτοτέλεια των σαράντα ποιημάτων που
εμφανίζονται σε αυτό, κατήργησα, βέβαια, τη δυνατότητα να μοιραστώ όλα αυτά τα άκρως ενδιαφέροντα ταξίδια που συναπαρτίζουν το μεγάλο ταξίδι. Θυσίασα τις εμπειρίες για την εμπειρία. Αναλαμβάνω την ευθύνη για αυτό. Έχοντας υπ όψιν το συνολικό έργο της ποιήτριας, ένιωσα την ανάγκη να τονίσω με το κείμενό μου αυτό που θεωρώ το πρώτιστο κατόρθωμα του βιβλίου. Τη συμπύκνωση μέσα στις εκατό περίπου σελίδες του μιας θεώρησης του κόσμου και μιας θεώρησης του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, που είναι εντελώς αντιπροσωπευτική όχι μόνο της λογοτεχνικής της ιδιοσυγκρασίας αλλά και της προσωπικής της μεταφυσικής. Το σταμάτημα σε ένα κέντρο, γύρω από το οποίο έχει κάνει αναρίθμητους ομόκεντρους κύκλους, κυρίως στα τελευταία δύο της βιβλία, Όροφος μείον ένα και Επιδόρπιο -ένα κέντρο που σημαδεύει την τομή ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, τον άνθρωπο και τον Λόγο, τον Λόγο και τον Θεό.
[…]

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Εν αναμονή του θαύματος

[…]
Αρκετά ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως δοκίμια ποιητικής υπό μορφή στίχων. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου» (σ. 38-39), όπου η ποιήτρια εξαιρεί τη συγγραφική αυτάρκεια του Παπαδιαμάντη, ο οποίος ενέσκηψε με ταπεινότητα και τρυφερότητα πάνω στους «μικρούς» του κόσμου. Σε ορισμένα σημεία συνομιλεί με άλλους ποιητές μέσα από την παράθεση στίχων τους ή μέσα από προσωπικές αναφορές. Στίχοι του Παπαδίτσα, του Θέμελη και του Juarroz, σε μετάφραση του Α. Χιόνη, αποτελούν την εισαγωγή των τριών ενοτήτων της συλλογής. Αλλού προτάσσονται στίχοι του Edgar Allan Poe ή ενσωματώνονται στα ποιήματά της ευαγγελικά χωρία. Η ένταξη όλων αυτών των διακειμενικών στοιχείων στο ύφος και τη δομή της συλλογής γίνεται με οργανικό τρόπο και δίχως κάποια επιτήδευση.
Παρ’ όλ’ αυτά, η μεγάλη αρετή της Λουκίδου είναι η αμεσότητα και η ζωντάνια της γλώσσας της. Τα ποιήματά της δεν στήνουν απροσπέλαστα τείχη στον αναγνώστη. Του επιτρέπουν να εισέλθει στα μικρά σύμπαντα που δημιουργούν και μέσω των συνειρμικών αναγωγών μπορεί αυτός να απολαύσει το πολυεπίπεδο της ποίησής της. Η Λουκίδου το κατορθώνει μέσα από την πλούσια, πολυποίκιλη και συναισθηματικά φορτισμένη εικονοποιία. Αυτό το συναισθηματικό φορτίο αποτελεί τον συνδετικό κρίκο φαινομενικά αταίριαστων εικόνων, οι οποίες στο τέλος δημιουργούν ένα νοηματικά προσπελάσιμο σκηνικό στα ποιήματά της. Ακόμη και οι αφηρημένες έννοιες μεταφράζονται σε συγκεκριμένες εικόνες ή αποκτούν υλικές διαστάσεις.
[…]

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Το «πριν» και το «μετά» της ποίησης

[…]

Στη συλλογή της Αφόρετα θαύματα (Κέδρος, 2017) δίνει περισσότερα και σαφέστερα ίχνη της ποιητικής της -στην ωριμότητά του ο λόγος καταφεύγει στην αναφορά στον εαυτό του:

Δεν έχω τίποτα να θυμηθώ/ανυπεράσπιστη/μέσα στις λέξεις περπατάω/
κι οι στίχοι που μου δόθηκαν/ούτε ένα φόνο δεν εξιχνιάζουν/
μόν’ άχραντοι κι ανεκλάλητοι/κοιτάζουν το μαρτύριο πίσω από το τζάμι/
μπλέκουν τα ξένα κρίματα/με την ηχώ καινούργιων ονομάτων

Ας μην έχουμε, ωστόσο, καμία αυταπάτη πως μέσα από την αυτοαναφορικότητα (όσο την επιτρέπει και την επιθυμεί η ποιήτρια) θα
γίνουν εμφανείς και οι αφορμές της ποίησής της. Η σύντομη ζωή μιας
ποιητικής αφορμής τελειώνει με την τελευταία λέξη του ποιήματος -αυτή τη λέξη που εδώ στο αρχικό μας παράθεμα ο Παπαδίτσας θεωρούσε
πως δεν σήμαινε και το τέλος του ποιήματος· νέο και άγνωστο στα
σημεία του (ακόμη και για τον δημιουργό) το ποίημα, μόλις συντελεστεί. ξανοίγεται σε νέους ορίζοντες αναγνωστικούς, ερμηνευτικούς και
φυσικά προσδιοριστικούς μιας προσωπικής αφορμής, ξεχωριστής για
τον κάθε αποδέκτη του. Το ποίημα δεν τελειώνει· αυτό που τελειώνει
είναι η αρχική του αφορμή, θνήσκουσα πλέον ως παντελώς άχρηστη για
την αυτονομία του ποιήματος. Αυτό το «πριν», λοιπόν, της δημιουργίας
ας παραμένει σκοτεινό και μόνο εικαζόμενο. Για παράδειγμα, κατανοώ απολύτως τον αναγνώστη, ο οποίος διαβάζοντας τους παρακάτω
στίχους (πάλι από τα Αφόρετα θαύματα) δεν θα ψάξει καθόλου την η
αφορμή της ποιήτριας αλλά θα εισχωρήσει στο ποίημα με τη δική του
ανάγνωση, το δικό του πάθος· εδώ δεν μετράει η πηγή του ποιήματος
αλλά το ίδιο το σπαρακτικό σώμα του με το βάρος μιας αναγνωστικής
προσωπικής απώλειας

[…]

.

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΕΞΑΡΧΟΥ

Αφόρετα θαύματα

[…]

Στην παρούσα συλλογή υπάρχει και μια ακόμη βαρύνουσα αρετή: η
εκπόρευση του ρυθμού, που για μένα είναι το βασικό κλειδί του ποιητικού λόγου. Είναι αυτή η ιδιαίτερη μουσικότητα που διαθέτει η ποίηση και δεν υπάρχει σε καμιά άλλη γλωσσική κατασκευή, αυτή που εμφιλοχωρεί μύχια σε κάθε ποιητή. Είναι η αρμονία, όπως την διατυπώνει ο Σεφέρης. Σύνθεση ομοφωνιών και αντιφωνιών, που λειτουργεί με τον τρόπο μιας ρυθμισμένης συγχορδίας. Το πώς την αντιλαμβάνεται ο δημιουργός είναι κάτι που δεν περιγράφεται. Συμβαίνει. Σαν αίσθηση, σαν να ακούς μια φωνή που σου υπαγορεύει αυτήν την επιλογή της λέξης ή αυτή τη θέση κι όχι άλλη. Το άκουσμα. Αυτή είναι η αρχή του ρυθμού.
Όλα αυτά είναι που παράγουν το ύφος της ποιητικής δεξιότητας της Ε.-Α. Λουκίδου. Το ύφος είναι μια μορφή αυτογνωσίας και γνώσης, προσόντα απόλυτα διακριτά στην ποίηση της συλλογής αυτής, χάρη στην υμνητική δωρεά που αλώνει το πνεύμα λίγο πριν την έκρηξη.
[…]

.

ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΛΑΣΑΡΙΔΟΥ

«Σε τόνο μινόρε ο έρωτας»

[…]
Καταληκτικά, ξεχωριστή αναφορά θα πρέπει να γίνει στις θεολο-
γικές και χριστολογικές αναφορές, και στην ιδιότυπη εσχατολογική
διάσταση που σποραδικά συναντάμε σε ποιήματα της παρούσας συλ-
λογής. Τούτος ο ισχυρισμός στοιχειοθετείται τόσο από τους τίτλους
και τις προμετωπίδες ορισμένων ποιημάτων όσο βέβαια και από το
ίδιο το περιεχόμενό τους. Η ιδιοτυπία της προαναφερθείσας εσχατολο-
γικής διάστασης στο παρόν ποιητικό έργο της Λουκίδου συνίσταται
στον εγκιβωτισμένο ερμηνευτικό της πλουραλισμό, στον βαθμό που δεν
προοιωνίζει μονόδρομα το τέλος της ύπαρξης αλλά το συναρτά στη
βάση μιας επαπειλούμενης κοινωνικής και πολιτισμικής απώλειας. Η
απώλεια της τέχνης και του πολιτισμού, που εξισώνονται στο έργο της
Λουκίδου με την έννοια του θανάτου, δεν οδηγούν σε ένα αναπόδραστο
τέλος αλλά σε μία ακόμη ανατροπή, καθώς είναι ο έρωτας που με τις
ποικίλες εκφάνσεις και μορφές του, υπόγεια και χαμηλόφωνα, σχεδόν
σε τόνο μινόρε, αλλά συνάμα και δραστικά σαν καταλύτης καταφέρνει
να απεγκλωβίσει εκείνο το ανεσταλμένο φορτίο ελπίδας, που είναι ικα-
νό να τροφοδοτεί την ύπαρξη και τη ζωή.

.

Β. ΧΡ. ΚΑΜΠΑΤΖΑ

Η μαγευτική κατάδυση της Ε.-Α. Λουκίδου στα άδυτα της ποίησης και του έρωτα ως μια πράξη αντίστασης και ανατροπής

[…]
0 ενωτικός κρίκος για την επαναφορά στην πρότερη κατάσταση του
ανθρώπου, για την υλοποίηση του «θαύματος» είναι το πνεύμα αγάπης, ειλικρίνειας, αλληλεγγύης, αλληλοσεβασμού. Και αυτό, ασφαλώς, είναι το ζητούμενο. Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου παροτρύνει τους ομότεχνούς της, ως «ποιητές ανοιχτών θαλασσών», να τολμήσουν αυτό το εγχείρημα, με μια μαγική απόδραση από την ανιαρή πραγματικότητα. με τη βοήθεια μιας «ανεμόσκαλας»: «Όλοι μαζί και δυνατά…/ Να ανεβεί κι ο τελευταίος…/ Να τους ξεφύγουμε ». Τελικά, ο ποιητής είναι ένας ένοχος που επιστρέφει πάντοτε στον τόπο του εγκλήματος, αλλά ταυτόχρονα, και ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας των λέξεων που συνθέτουν τους στίχους του· οι οποίες, όμως, με τη λάμψη τους, τελικά τον προδίδουν. Τότε, αυτός συλλαμβάνεται, ανακρίνεται και πιέζεται να ομολογήσει τα πάντα για το επικείμενο «έγκλημά του». Καθόσον, η ποιητική ενασχόληση, η φυγή από την ανούσια πραγματικότητα είναι ένα βαρύτατο έγκλημα για τους άλλους, που επιθυμούν τη διατήρηση της σαθρής πραγματικότητας. Ωστόσο, κάποια στιγμή, ο ποιητής αποφυλακίζεται και είναι πλέον ελεύθερος να αποδράσει από τη μίζερη παρούσα κατάσταση, να αναζητήσει το άγνωστο, με νοσταλγία· γεγονός που δεν τον τρομάζει καθόλου: «Θα φύγω// […] Τέρμα πια οι αναμονές! […] και πια δεν θα ’μαι απαρηγόρητος! μόνο λιγάκι αφηρημένος/όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ! μα θα τα καταφέρω »
[…]

.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο λυρισμός του εμείς. Το επιδόρπιο

[…]
Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου δημιουργεί έναν λυρισμό του εμείς.
Συχνά στα ποιήματα της συλλογής το εγώ γίνεται η προεξάρχουσα μορφή ενός χορού που, όπως στον αρχαιοελληνικό διθύραμβο, αποσπάται από το σώμα του για να σταθεί ως κορυφαία όχι απέναντι σε ένα υποθετικό κοινό αλλά απέναντι στα ίδια τα μέλη του υπομιμνήσκοντάς τους τα πάθη από τα οποία κατατρύχονται και των οποίων εκείνοι δεν έχουν επίγνωση. Ενίοτε γίνεται η συνείδηση μιας κοινότητας που αγνοεί -για να μιλήσω με όρους καβαφικούς- τη βεβαία πτώση της. Είναι ένας κόσμος που νοσεί. Συχνές εξάλλου είναι οι σχετικές αναφορές. Χαρακτηριστικός κι ο τίτλος «Η Διάγνωση», χαρακτηριστική επίσης η έκφραση ανίατο νόσημα. Μόνιμη δε η αίσθηση ενός επικείμενου τέλους που θα είναι το τίμημα της επαναλαμβανόμενης ύβρεως:

Να πράττεις το ανεπίτρεπτο/να παραβαίνεις δηλαδή/τη μοίρα που σου δόθηκε/έχει – όσο να πεις -/μια σχετική καταλαλιά./

«Από άγνωστη συχνότητα» (σ. 16)
[…]

.

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

Σύντομες νύξεις για την ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

[…]
H ποίηση της Λουκίδου προχωρεί με υπομονή στην ανίχνευση των
ανοιχτών τραυμάτων. Πρόκειται για καταστάσεις εσώτερες και απόκρυφες που θέλουν όμως να επαναπροβάλλονται συνεχώς για να κατοχυρώσουν μόνιμη την παρουσία τους μέσα στην ιδιωτική και τη δημόσια θέα. Είναι μια ποίηση που ανιχνεύει αυτά που καθημερινώς μεταφέρονται στις βιοτικές ενασχολήσεις των ανθρώπων. Αυτά τα εγχάρακτα και αόρατα, όπως φανταστικοί ασπασμοί προς τα καθηλωμένα τοπία της μνήμης και τα εντελώς ορατά, όπως πορτρέτα χωρίς την αγκάλη της κορνίζας τους και άλλα σκόρπια αναμνηστικά των ρημαγμένων εποχών, που εξακολουθούν να βρίσκονται μπροστά μας και μας ορίζουν με τον τρόπο τους.
Κυρίαρχες είναι στην θεματική της και οι τοποφιλικές ενοράσεις που μεταφέρονται και μετατοπίζονται διαρκώς σε άπειρα φάσματα
δηλαδή από την συγκεκριμένη νύξη έως και την αόριστη εικασία και
τότε μέσω της μνήμης και της ρητής επίκλησης μετουσιώνονται σε ιερή
μετάληψη, δηλαδή σε μια θεία συμμετοχή, υπό το καθεστώς πάντα μιας
ονειρικής επανένταξής τους στο ταπεινό προσκήνιο.
[…]

.

ΝΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ

Σκέψεις για την ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου με αφορμή την ποιητική της συλλογή Αφόρετα θαύματα,

[…]
Μέσα σε αυτά τα Αφόρετα θαύματα χτίζονται με χρώματα και εικόνες αλήθειες που σημαδεύουν την καρδιά και ορθώνονται πραγματικότητες που χαρτογραφούν έναν κόσμο χωρίς βεβαιότητες. Η δύναμη της ποίησης, ωστόσο, υπονομεύει τις αμφιβολίες («μέσα στις ιστορίες υπάρχει κάτι που υποκινεί προσωρινά την υποψία») μεταμορφώνοντας έναν κόσμο που ορίζεται από τον θάνατο σε λυτρωτική απελευθέρωση μέσα στον χώρο της μνήμης. Η ποίηση που διαγράφει το ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στο λείπουμε και στο φρικτά πονούμε, υπόσχεται πράγματα μαγευτικά. Όπως, για παράδειγμα, μαγευτικές στιγμές μεταμόρφωσης, όπου οι στίχοι από τα απόκρυφα της ψυχής μπαίνουν στη σφαίρα του απτού και του γήινου. Επειδή στη γένεση του ακραιφνώς καλλιτεχνικού έργου τον σημαντικότερο ρόλο παίζει ο βιογραφικός και ψυχολογικός του χαρακτήρας. Πόσες στιγμές συγκίνησης στοιβάζονται
στο κυνήγι των αποκαλύψεων ενός στίχου…
Έχοντας διαβάσει τις ποιητικές συλλογές της Ευτυχίας-Αλεξάνδρα Λουκίδου μπορώ να δηλώσω ευθαρσώς ότι η ποίησή της είναι μεν αναγνωρίσιμη (θέση της κριτικής), αλλά συγχρόνως ιδιαίτερα απαιτητική και σε καμιά περίπτωση συμβατική.
[…]

.

ΘΩΜΑΣ ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ

Οι πόλεις μου με κατατρέχουν

[…]
Η ξεχωριστή κα απαρομοίαστη αισθητική των ποιημάτων της Λουκίδου οφείλεται στον συνδυασμό δυνατής και πλούσιας εικονοποιητικής
επιδεξιότητας -όχι με στόχους διακοσμητικούς ή καλολογικούς- και
έντονης στοχαστικής διάθεσης που υπηρετεί τη σύγχρονη αγωνία και
τη διαταραχή της ύπαρξης του αστικού ανθρώπου, και έναν ιδιότυπο
κοινωνικό ανθρωποκεντρισμό. Η λυρικότητα της φωνής της εμπεριέχει
σημεία «σκληρά», σαν να παίζει μια καλοκουρντισμένη αλλά γεμάτη
αιμάσσουσες πληγές κιθάρα που αντιστοιχεί στον ψυχικό της συνταραγμό. «Ηρεμία εν τρικυμία», λοιπόν, ποιήματα άκρας ευαισθησίας μα
σκληραγωγημένα, μεστά τρυφερότητας όμως ρωμαλέα, παραμυθητικά
αλλά παράλληλα αγέρωχου πένθους. Η ποίησή της δεν είναι μελαγχολική, δεν είναι καταθλιπτική, δεν οδηγεί την αίσθηση του αναγνώστη της σε καταφυγή στην απόγνωση ή σε πεσιμιστικό στοχασμό. Αντίθετα μελετώντας τα ποιήματά της καταλήγεις σε μιαν αίσθηση ευωχίας. Όμως πάντοτε σε συγκερασμό με μιαν ιδιάζουσα λύπη, μια ιδιόμορφη σκοτεινιά. Γιατί, όπως η ίδια εξομολογείται στην αρχή άλλου ποιήματος της συλλογής αυτής, ανήκω στα φυτά της οικογένειας των εβενοειδών.
Η Λουκίδου είναι διαπιστευμένα μια σημαίνουσα φωνή της σύγχρονης ποίησής μας, με παραδειγματικά αγωνιστική και γενναιόφρονα πρόθεση και δραματική ποιητική υφή υψηλής κλάσεως.

.

ΖΕΤΑ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ

Το παράδοξο στην ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Ένα συναίσθημα αδιόρατης θλίψης νιώθεις να σε κατακλύζει διαβάζοντας τις ποιητικές συλλογές της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου. Και λέω αδιόρατης, μολονότι τα περισσότερα θέματα, με τα οποία καταπιάνεται, είναι σαφώς οδυνηρά, επειδή είναι μια θλίψη βιωμένη και γι’ αυτό άριστα δοσμένη μέσα από ελεγχόμενα προσωπικά και ενίοτε παράδοξα εκφραστικά σχήματα. Όλοι φέρουμε εντός μας επουλωμένα και ανεπούλωτα τραύματα, κάποιες φορές ξεχασμένα στα βάθη μιας λανθάνουσας και, ως εκ τούτου, επικίνδυνης μνήμης. Η Λουκίδου διαθέτει το χάρισμα και τη δύναμη να μπορεί να μετατρέπει τα δικά της τραύματα σε λόγο ποιητικό, συμπαγή, διόλου παρηγορητικό, συχνά αινιγματικό, παρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα απρόβλεπτο ταξίδι αυτογνωσίας και αναζήτησης.
Η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας, οι μνήμες της κάθε πόλης, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο σημάδεψαν τη ζωή της, ο έρωτας, ο υφέρπων φόβος του θανάτου, ενοχές που παραμένουν αδιευκρίνιστες, η φθορά του χρόνου καθώς και η άφατη οδύνη για την απουσία αγαπημένων προσώπων, έστω και αν δεν δηλώνονται ρητά, ελλοχεύουν πίσω από πολυσήμαντες φράσεις που επιδέχονται πολλαπλές ερμηνείες και σε ελκύουν να τις ανιχνεύσεις. Τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, δεν είναι όπως ακριβώς εκ πρώτης όψεως δείχνει.
[…]

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΑΜΠΡΕΛΛΗΣ

Η ποιητική του σπλαγχνικού λόγου. 0 Όροφος μείον ένα

[…]
Διαβάζοντας κάποιος προσεκτικά την ποίηση της Λουκί8ου στην ποιητική συλλογή της Όροφος μείον ένα αναγνωρίζει ως παρόντα Και τα τρία προαναφερθέντα ποιοτικά γνωρίσματα που απαιτεί η τραγική κατηγορία της επανάληψης. Και το παράλογο, η ατμόσφαιρα του παραλόγου της ύπαρξης, αναδύεται οπωσδήποτε μέσα από την ποιητική της Λουκίδου, όπως ίσως θα το ανέμενε κάποιος μετά την ανάγνωση του Καμύ; Δεν υπάρχει βέβαιη απάντηση στο φλέγον ερώτημα αυτό: αν κάποιος ασπάζεται την κρατούσα άποψη ότι ο άλλος δρόμος, πέρα από τη λογική του ορθολογισμού, είναι το παράλογο –όπως με τόση επίμονη φροντίδα στο νου μας από νωρίς μας εμφύτευσαν-, η απάντηση είναι πως ναι, αναδύεται το παράλογο ως γνώρισμα της ποιητικής της Λουκίδου. Αν όμως ανακαλέσουμε στη μνήμη μας από τη λήθη τον λόγο του ποιητή-φιλοσόφου Εμπεδοκλή και δεχθούμε –ή ανακαλύψουμε- ότι μέσα στα σπλάγχνα μας έχει γίνει σπαράγματα ο
λόγος (: «γνώθι διατμηθέντος ενί σπλάγχνοισι λόγοιο»), τότε θα μπορούσαμε να απαντήσουμε διαφορετικά: θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι, μέσα από την ποιητική της Λουκίδου στη συλλογή της Όροφος μείον ένα, αναδύεται ένας λόγος σπλαγχνικός. Και από την άποψη αυτή η ποιητική της Λουκίδου, ως ποιητική του σπλαγχνικού λόγου, είναι σημαντική και ουσιαστική.

.

ΜΑΡΙΑ ΛΙΤΣΑΡΔΑΚΗ

Από τη ρυμοτομία της ψυχής στη ρυμοτομία της γραφής

[…]
Στην ποίηση της Λουκίδου αναδύεται ευδιάκριτα η άρθρωση μια υπαρξιακής και συναισθηματικής ταλάντωσης, ενός ρυθμικού μετεωρισμού που στοιχίζεται με τον ρυθμό του ποιήματος, τη «ρυθμική του λόγου» (Α.Θ., 51), αλλά υποστηρίζεται και από εικόνες, που δομούν ποιητικές στιγμές και έναν ποιητικό χώρο υποδήλωσης της οδύνης, της ματαίωσης, της στέρησης, της διάψευσης, της απογοήτευσης και του θανάτου. Αναζητώντας ερείσματα υπαρκτικής ισορροπίας μέσα αεί χωροχρονική πραγματικότητα που μονίμως ασταθεί, ταλαντεύει και ταλανίζει, το ποιητικό υποκείμενο κινείται με λόγο που ανθίσταται στο δεδομένο και συντονίζεται με το ανατρεπτικό, καταργώντας το όριο του λυρισμού εκείνου που αναλώνεται στην εξόφθαλμη ενδοσκόπηση των αναταράξεων του προσωπικού ενδοχώρου, για να γίνει διαμεσολαβητής έκφρασης του συλλογικού εγώ και να αποδώσει το συγκινησιακό τις δονήσεις της ψυχής, τον προβληματισμό του πνεύματος, όταν τα γεγονότα που θλίβουν και συνθλίβουν, φέρουν τον άνθρωπο αντιμέτωπο με τις μικρές ή μεγάλες αλήθειες της ζωής του, χωρίς ωστόσο να
αφήνουν ουδεμία ψευδαίσθηση επίτευξης του ανέφικτου.

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ

Ο Όροφος μείον ένα. Ένας δωρικός κίονας

[…]
Λόγω του περιεχομένου της έκδοσης θα ανέμενε κανείς κάποια
ποιήματα να έχουν υπερβολικό συγκινησιακό φορτίο. Το πλούσιο συναίσθημα είναι μεν χρήσιμο δομικό υλικό για τον στίχο, όμως από μόνο του δεν παράγει ποίηση· παράγει καταθλιπτικά αντιποιητικά μελό που μπορεί να συγκινούν, αλλά δεν ποιηματουργούν. Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου απέφυγε, άνευ όρων, τις σειρήνες του μελοδράματος και της δακρύβρεκτης μετριότητας και χαλιναγώγησε τους στίχους και τα πάθη της στις οδούς της ποιητικής πραγμάτωσης. Κατά την ίδια την ποιήτρια: η συγκίνηση αποτελεί άξονα αισθητικής, η οποία μέσω του ρίγους και της έκστασης καλείται να μεταφέρει το πολύτιμο φορτίο του νοήματος όπως ομολόγησε σε κάποια συνέντευξή της. Η δική μου αντίληψη θα πρόσθετε ότι το νόημα στην ποίηση δεν λειτουργεί ως πληροφορία ή μήνυμα αλλά ως ερέθισμα και προσάναμμα, για να πάρουν φωτιά οι πυρσοί της ποιητικής μαγείας και έκστασης.
[…]

.

ΣΤΕΛΙΟΣ Θ. ΜΑΦΡΕΔΑΣ

Να μεταμεληθεί ο θάνατος για την συγκομιδή του. Εσχατολογικές ανιχνεύσεις στην ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

[…]
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι ο λόγος της Ευτυχίας-Αδρας Λουκίδου είναι κατ’ εξοχήν λόγος ποιητικός και δεν πέφτει στο δόκανο του φιλοσοφικού στοχασμού, ώστε να χάσει την ικμάδα του. Δεν αποπειράται η ποιήτρια να εκθέτει ιδέες και προβληματισμούς που χαντακώνουν την ποιητικότητα των στίχων, αφαιρούν τους λυρικούς τονισμούς και καταστέλλουν το πάθος, αλλά τα πάντα γειώνονται σε μια απτή πραγματικότητα και ψηλαφίζονται με ευκολία.
Με την ποίησή της δεν επιδιώκει να εκπροσωπήσει ένα κοινό συμφέρον, δεν θέλει να μιλήσει για λογαριασμό του συνόλου. Η ρυμοτομία των ψυχών που αποπειράται να σχεδιάσει με το έργο της, δεν στοχεύει να εξυπηρετήσει τη γενικότερη ανάγκη και να εμφανίσει εαυτήν ως κατάλληλη συνταγογράφο για το αδιέξοδο της ανθρώπινης φύσης.
[…]

.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Αφόρετα Θαύματα

[…]
Η ποιήτρια μιλώντας για τον εαυτό της σε πρώτο πρόσωπο ή χρησιμοποιώντας διάφορα προσωπεία εκθέτει την οδύνη της για το παρελθόν, για τον τσακισμένο, αχρηστεμένο χρόνο, για όλα τα αβάσταχτα
και ανεξόφλητα που συσσωρεύτηκαν μέσα της από αποχωρισμούς και ήττες. Δηλώνει ότι έζησε ανυπεράσπιστη στους τρόμους και ασκημένη στους κίνδυνους, αγρυπνώντας από ένστικτο, για να αντέξει μια έρημο θλίψης. Παρομοιάζει τη ζωή της σαν μια άσκοπη περιδίνηση όπως η μπαλαρίνα που περιστρέφεται σε βελούδινη θήκη κοσμημάτων. Ρινίσματα παλιάς ζωής, και είδωλα αλλοιωμένα φέγγουν μέσα στο σκοτάδι, η σκηνογραφία είναι ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά. Αν και παρεμβάλλονται αναμνήσεις από εκστατικούς έρωτες που φέγγουν σαν αντίλαλος / στο αναγνωστήριο των βλεμμάτων / χαμένοι όρκοι, αγγίγματα / μια κλίμακα θαμβωτική, αισθάνεται εγκλωβισμένη από αδιέξοδα, όπως μια ασθενής που με εγκαρτέρηση περιμένει το εξιτήριο της με την ελπίδα ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες.
[…]

.

ΣΤΥΛΙΑΝΗ ΠΑΝΤΕΛΙΑ

Πολλαπλή προοπτική του θαύματος. Αφόρετα θαύματα,

[…]
Η αμφισημία χαρακτηρίζει ολόκληρη την ποιητική τέχνη, την τέχωη της συνένωσης των αντιθέτων. Προκύπτει με αυτόν τον τρόπο η Γη των
Ονείρων, η Χώρα των Ποιητών, την οποία διακρίνει το θαύμα. Αυτό
δύσκολα προσαρμόζεται στα πλαίσια της καθημερινής ζωής και αναμένει το έκτακτο και το εξαιρετικό (τα «αφόρετα θαύματα»), Η ποίηση ως παιχνίδι χρωμάτων, ήχων και σχημάτων αποτελεί μια αλχημεία που αναζητά νοσταλγικά το πρωταρχικό αδιαίρετο των στοιχείων. Η χρηματική αλχημεία «μεθά απ’ αυτήν την καλειδοσκοπική εικονοποιία απ’ αυτήν την ανθοφορία της μορφής που είναι ταυτόχρονα θαυματουργία και ειδωλοποιία». Η έκρηξη του φωτός και της σκιάς, του χρώματος και του ήχου, του χώρου και του χρόνου ως στοιχείων σκηνοθεσίας διατρέχει την ποίηση της Λουκίδου, η οποία απευθύνεται πρωτίστως στις αισθήσεις και, με τη βοήθεια της ειρωνείας, στη σκέψη. Μορφές της τεχνικής, όπως μονόλογοι, διάλογοι, ρητορικές ερωτήσεις, δημιουργούν παραστατικότητα, ζωντάνια και τελικά θεατρικότητα στον λόγο ο οποίος δραματοποιείται μπροστά στα μάτια του θεατή/αναγνώστη.
[…]

.

ΝΑΣΑ ΠΑΤΑΠΙΟΥ

Το επιδόρπιο

[…]
Το επιδόρπιο κατά την ταπεινή μου άποψη είναι μια ποιητική συλλογή φιλοσοφημένη, πρόκειται για ποίηση που διαβάζοντάς την σε υποβάλλει σε σκέψεις. Όλα τα ποιήματα της συλλογής συνδέονται περιέργως μεταξύ τους, αν και με διαφορετική θεματική, και κυρίως υπάρχει ο’ αυτά ένας εσωτερικός ρυθμός που μαρτυρεί και καταδεικνύει ότι η ποιήτρια δεν γράφει λέξεις στη σειρά, αλλά αυτές οι λέξεις, τα ες αεί όπλα του ποιητή, του κάθε ενός ποιητή, έχουν προηγουμένως ακτινογραφηθεί καλώς από την ίδια την ποιήτρια στον ρυθμό, στις συλλαβές, στην έννοια, στην εικόνα, για να τους επιτραπεί από την ίδια και πάλι να «ριζώσουν και ν’ ανθίσουν στο ποίημα. Ο ρυθμός της ποίησής της είναι υποδόριος αλλά ωστόσο αρκετά εμφανής, πολιτισμικό αγαθό αναμφισβήτητα από τον ρυθμό της διάχυτης δημώδους ποίησής μας, που
βρίσκεται στην καθημερινή μας ζωή, όπως τα δημοτικά μας τραγούδια που τόσο εντυπωσίασαν τους Ευρωπαίους, όταν για πρώτη φορά ήρθαν ο επαφή με αυτήν την ανεπανάληπτη μαγεία. Παρεμπιπτόντως, ας σημειωθεί ότι το πρώτο δημοσιευμένο δημοτικό τραγούδι είχε μεταφερθεί τον 16° αιώνα από την Κύπρο στην Ευρώπη και δημοσιεύθηκε το 1584 από τον Μαρτίνο Κρούσιο.
[…]

.

ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ

Το πέραν της ποίησης
[…]
Δύο πράγματα είναι απολύτως διαπιστωμένα στα γραφτά της Ε.-Α. Λουκίδου, είτε ως εξαιρετικής δοκιμιογράφου -αναλύτριας, καλλίτερα, ποιητών παρελθόντων και ορισμένων εν ζωή- είτε ως αμιγώς δημιουργού-ποιήτριας: πως «αντέχει» στις μεγάλες κατασκευές, δηλαδή πως οι ποιητικές της κατασκευές λαμβάνουν μάκρος, κι όμως αυτό το μάκρος διαθέτει ένταση, πνοή, αξιοθαύμαστη συνοχή και συνήθως εντυπωσιακό επιμύθιο και, πάλι, πως, όσο κι αν θέλει να «κρυφτεί», η ποίησή της είναι κοινωνική, ήγουν πολιτική, ήγουν με διάθεση εξωστρέφειας. Όσο κι αν η Ε.-Α. Λ. επιδιώκει, επιζητεί, ίσως, να αποκρυβεί και να εμφανισθεί εκ νέου σαν «καραβάκι στο Αιγαίο, δεν με κρύβετε, καλέ», η ποιητική της έρχεται «faccia fora» με όσα κείνη κρίνει πάντοτε με μάτι μικροσκοπίου, διαλυτικό, μακρόσυρτο, σαν τραγούδια της Κωνσταντινούπολης, από όπου η Ε.-Α. Λ έλκει καταγωγή, μάτι όμως ως ωόν, ένα και μοναδικό, για τούτο απολύτως αυθεντικό.
[…]

.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

Οι βελόνες της Ε(ε)υτυχίας. Από την ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου Όροφος μείον ένα

Το ποίημα αυτό κινείται σ’ ένα κατακτημένο κλίμα τρυφερής συμμετοχής στο δράμα των δύο προσώπων που κυκλοφορούν στους στίχους. Έχει μια σπάνια εικονοπλαστική δύναμη, αμεσότητα του λόγου, σαφές περίγραμμα. Είναι άκρως επικοινωνιακό με μιαν αίσθηση που πληγώνει και συνάμα χαροποιεί μέσα από την ωριμότητα του ποιητικού βιώματος.
Στις «Βελόνες» η ποιήτρια χρησιμοποιεί μια συνδυαστική τεχνική
δηλαδή συνδυάζει παράταιρα πράγματα, εκμεταλλευόμενη τις αφανείς αλλά νόμιμες σχέσεις μεταξύ τους και που, παρά την ένταση της ανομοιότητας, διατηρούν την ισορροπία της σχέσης τους. Έτσι, βελόνες ραψίματος, γραμμοφώνου, πευκοβελόνες και βελόνες για ενέσεις με την ποιητική εφευρετικότητα της Λουκίδου φτάνουν σε μια υπέρβαση:
βελόνες για ενέσεις / -έτσι, για την τιμή των όπλων/να μη φανεί
πως μια παρ-αίνεση / που η ελπίδα θα ’θελε / εμείς την αρνηθήκαμε-

Στο ποίημα αυτό υπάρχει μια γνησιότητα, μια ένταση και αρτιότητα εκφοράς του ποιητικού λόγου. Είναι μια στέρεη ποίηση που μας αγγίζει με τ’ ανθρώπινα δεδομένα της μέσα από τη σαφήνεια των ρεαλιστικών εικόνων της και των περιγραμμάτων της.

.

Παντελής Τσαλουχίδης

Όροφος μείον ένα

[…]
Η συλλογή ανοίγει και κλείνει κυκλικά, με το τέλος του χρονικού των γεγονότων. Τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος η διαπίστωση παραμένει ίδια: καμία παραμυθία, καμία διέξοδος για το αίσθημα της απώλειας, για τη μοναξιά, για τη θλίψη. Κανένα φως κι ας βεβαιώνουν τώρα πια / αυτόπτες μάρτυρες νεκροί / πως φαναράκια έφεγγαν /το κατρακύλισμά μου. Όλα τα στάδια της ασθένειας, από τη διάγνωση έως τον θάνατο, και όλες οι συναισθηματικές μεταβολές του ποιητικού υποκειμένου, από την ελπίδα έως την απόγνωση, περνούν μέσα στα ποιήματα και καταγράφονται με ιδιαίτερη και αξιοπρόσεκτη, για τα έως τώρα δεδομένα της Λουκίδου, εκφραστική οξύτητα. Αυτό που επιβάλλει τέτοια εκφραστικά μέσα είναι το κυρίαρχο στοιχείο της οργής: για τον θάνατο τον ίδιο ως πραγματικότητα και ως αδικία απέναντι στη ζωή, για την ανημπόρια της ίδιας, για τις ψεύτικες ελπίδες των γιατρών, για τις προθεσμίες που τελειώνουν, για τον Θεό ως διαψευσμένη
ελπίδα. Άλλοτε με τη μορφή της καταγγελίας, άλλοτε με ειρωνεία ή και
πικρή αυτοειρωνεία -αντίδοτο στον ελλοχεύοντα λόγω θέματος μελοδραματισμό, όπως παρατήρησε πρώτος ο Θανάσης Μαρκόπουλος και
άλλοτε με την ξερή και αφτιασίδωτη περιγραφή πραγμάτων και καταστάσεων, η οργή είναι το συναίσθημα που διαπερνά όλα τα ποιήματα»:
[…]

.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η ποιήτρια Ε.-Α. Λουκίδου πέραν της πρώτης γραφής [Πέραν της γραφής. Δοκίμια για την ποίηση]
[…]
Το Πέραν της γραφής είναι ένα βιβλίο βαθύ και ευρύ, είναι βιβλίο γνώσης, ευαισθησίας και κριτικής δεινότητας, που φωτίζει όχι μόνο τους ποιητές που διαλαμβάνει ή τη δοκιμιογράφο που μας το δώρισε, αλλά και την ποιήτρια που ανασαίνει μέσα σ’ αυτό. Μια ποιήτρια που ξεχώρισε στη γενιά της ισορροπώντας περίτεχνα, καθώς κρατούσε το ευπαθές νήμα της άρθρωσης ενός λόγου λυτρωτικού πένθους, με έξοχη ικανότητα να συνθέτει το ασαφές αυθόρμητο με το επεξεργασμένο, ώστε να ειπωθεί το ανείπωτο όχι ερμητικά κλειστό μα όσο πρέπει ημιφωτισμένο, ώστε να μη χάσει την αισθητική του περηφάνια.

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΘΩΜΑΣ

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το επιδόρπιο

[…]
Το έργο της ποιήτριας πολυσήμαντο, πληθωρικό και τίμιο είναι αντανάκλαση έντονων συναισθημάτων, τα οποία παρασύρουν τη σκέψη και τον λογισμό σε πολλαπλά επίπεδα ερμηνείας. Οι αισθήσεις, αδρές πινελιές ενός ανθρωποκεντρικού σκηνικού, πλέκονται με τη διαίσθηση. Το πλέγμα αυτό αποκαλύπτει μια μυστική δίοδο, η οποία μας οδηγεί σε διαδρόμους της συνείδησης. Εκεί, οι στίχοι εξαντλητικά δουλεμένα στο αμόνι του νου πυρακτώνουν κάθε κύτταρό μας, μετείκασμα έκστασης, φωτεινοί σηματοδότες που εμπλουτίζουν το νόημα της τέχνης και πιότερο το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης.

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Η σκηνική πολυεδρικότητα στην ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου
[…]
Σύμφωνα με τον Paul Valery, η ποίηση είναι μια τέχνη της γλώσσας· ένας
συνδυασμός λέξεων· συνδυασμοί από λέξεις μπορούν να προκαλέσουν
συγκίνηση. Και η Λουκίδου αυτό το γνωρίζει πολύ, έχοντας κατακτήσει από καιρό το δικό της προσωπικό ύφος. Με τις λεξιλογικές της επιλογές
«κατασκευάζει την πραγματικότητα, όπως μόνο ένας ποιητής δύναται να την εκλαμβάνει συναισθηματικά· αναδημιουργεί τον κόσμο της μνήμης
αναστοχαζόμενη για τη φύση του ανθρώπου και τον χρόνο της.
Με το μάτι στραμμένο στον Άνθρωπο ισορροπεί την ποιητική έκφραση στην ιδιότυπη θεατρική σκηνή, την οποία στήνει με μία διαλογική ζωντάνια που συγκινεί. Στην ποίησή της τίποτα δεν είναι τυχαία στη θέση του· όλα υπηρετούν το συναίσθημα με γνώμονα τη στιχουργική ακροβασία μεταξύ ειρωνείας, διαλόγου και στοχασμών όλα συμμετέχουν στον στιχουργικό ρυθμό και τη συναισθηματική κλιμάκωση· όλα υποστηρίζουν με την απαγγελτική του δύναμη τη στοχαστική σχοινοβασία μεταξύ ατομικού και κοινού βιώματος.
[…]

1 σχόλιο

Filed under ΠΟΙΗΣΗ