ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

ΧΡΙΣΤΙΝΑ-001

Η Χριστίνα Γεωργιάδου γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Κατερίνη Πιερίας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και Μετάφραση στο Τ.ΞΕΜ.Δ. του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ζει στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικών στη Μέση Εκπαίδευση.
Εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή ΣΠΟΡΑ το 2016 (εκδόσεις Κυριακίδη), για την οποία έλαβε το βραβείο Μαρία Πολυδούρη 2017 στα
Θ’ Πολυδούρεια. Η δεύτερη ποιητικής συλλογή ΓΟΟΣ εκδόθηκε τον Ιούλιο του 2019.

ΒΙΒΛΙΑ - 0001

ΒΙΒΛΙΑ - 0002

ΓΟΟΣ (2019)

Σάρκινα

ΣΩΜΑ ΑΝΟΙΞΗΣ

Φυτρώνουν
στο κορμί σου
λεμονιές, περγαμόντα,
γιασεμιά

Μπαχάρια
ποτίζουν τις ανάσες σου
καπνίζουν στους αρμούς

Στ’ ακροδάχτυλα
ανθίζουν ρόδα, κυκλάμινα, κρίνα
ουράνιο τόξο βάφοντας
πρόσωπο, γαστέρα και γλουτούς

Μία αγγελική
στα χλωμά σου ριζώνει χείλη
ευωδιάζουν τ’ ανεπαίσθητα της άνθη
κι οι πυρροί καρποί της
σε ματώνουν

ΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΣΟΥ, ΠΑΙΔΙ

Στο γιο μου, Δημήτρη

Μυρίζεις σφαγμένο πορτοκάλι
κι είν’ η ευωδιά σου μια απόχη
που μέσα της κρέμομαι
κι όλοι οι ορίζοντες
απλώνονται μπροστά μου
Κήποι των Εσπερίδων
και Κήποι της Εδέμ

Χαυνωμένη πεταλούδα
βυθίζομαι στα βήματά σου
τα όρια του βίου μου
περιχαρακωμένα
στων γέλιων σου τις βροχοστήλες
η πουπουλένια σου αγκάλη
αερόπλοιο
με ταξιδεύει
σε ύψη απροσμέτρητα

Νέμο σαλπάρω
για βάθη απύθμενα
– οι κόσμοι της φαντασίας όσοι
τα δάχτυλα όσων έζησαν
στη νιοστή

Τρέχω ξοπίσω μαγεμένη
πάντα ξοπίσω
πάντα μαγεμένη

ΜΟΥΡΙΑ

Θέλω ένα δέντρο, μια μουριά
να ανατέλλουν ήλιοι στα ριζά της
τσαμπιά να κρέμονται τα όνειρά μου
στα κλαριά της
ηδονικά να στάξουν πεθυμιές τα φύλλα της
πάνω στα βλέφαρά μου
γαλάζιες κορδέλες ν’ ασημίζουνε
μες στα φυλλώματά της
και ανεπαίσθητες ακίδες σύμπαντος
να με τσιμπούν στο κάδε άγγιγμά της

Θέλω ένα δέντρο, μια μουριά
να ’ναι τα πόδια της γερά
να δρασκελούν αγέρωχα το σύμπαν
ν’ αδράχνουνε το φως και το σκοτάδι
με περισσή ευκολία
κι όσα μου απόμειναν φτερά
μπηγμένα στην καρδιά της
τον άνεμο αέναα να καβαλούν

Θέλω ένα δέντρο, μια μουριά
να ’ναι τα μάτια μου οδηγός της
και κάδε κύτταρό μου να ’ν’ δικό της
χειμώνες ν’ αψηφά και αγριοτόπια
και κάδε άνοιξη ανυπόταχτη να γνέφει
πως είναι δω, πως ζει, πως αναπνέει
πως τίποτα δεν τη χωρεί,
πάντα δα ταξιδεύει

Νέφινα

ΥΜΝΟΣ

Μες απ’ τα σύννεφα
τρυπώνει η ζωή
– πορφύρα διάχυτη στο μπλε τ’ ουρανού

Θροΐζει το ευμετάβλητο
τόσο αναπάντεχα ωραία

Μου χαρίστηκαν ορίζοντες
δάση από πέτρα και ήλιο
και μια υδάτινη απεραντοσύνη
να βυθίζεται η σκέψη μου

Μου δωρίστηκαν
χρυσοπράσινοι ιριδισμοί σε ποταμίσιο κορμί,
κόκκινες σταλαγματιές σε ουράνιο δόλο
γαλάζιοι κυματισμοί
– ένας αδιάλειπτος κόσμος χρωμάτων
να ζωγραφίζεται η ψυχή μου

Μου δόθηκαν θροΐσματα,
γάργαρα κελαρύσματα
βρυχηθμοί, λαρυγγισμοί, αηδονολαλιές
ουράνιες μελωδίες
να τραγουδούν τα όνειρά μου

Και μου ζητήθηκε μόνον
ο Λόγος
να αναζητεί και να υμνεί
τις άπειρες εκφάνσεις
του αέναου

ΜΑΥΡΗ ΤΡΥΠΑ

Αγριεύει το σύμπαν
στις σκιές – αναδιπλώνεται
Λυγίζει ο χρόνος – σπάει
Βουβαίνεται η μνήμη…

Αιωρούνται τα όνειρα
δαγκώνουν το άπειρο
Αστράφτει τ’ απονενοημένο
Και άρχεται η αντίστροφη μέτρηση.

Αναρριγώντας
ανέλπιδα
περιδινίζεται το φως
Άναρχα ταλαντώνεται
– λευκή πανδαισία
σε βρόχο ερέβους
Του χάους η χοάνη
τ’ αδράχνει
τ’ αφανίζει…

(Αστράφτει τ’ απονενοημένο)

Ουδόλως κάμπτεται η φυγή·
μόνο μ’ ένα στραπατσαρισμένο
λευκό πανί
στ’ απύθμενο βουλιάζει
το θάμπος

Κι ο κύκλος αργοκλείνει…

Μα εκεί,
στο πριν,
μια ανεπαίσθητη ακίδα
απομένει
– μήτρα του μέλλοντος κόσμου

ΠΑΝΔΩΡΑ

Γι’ αυτήν ζω·
για την αιθάλη στα μαλλιά
σαν μπαρουτοκαπνιστεί η ψυχή
Για το χαμόγελο
σε δυο ανθισμένα χείλη
που άπληστα αγαπώ
Για την ευωδία του αίματος
που ροβολά στις φλέβες
άτι

Λαβωμένη ανθίζω…

Λιπόσαρκα αετώματα
των ματιών μου οι κόγχες
σπέρνουν άλικες δροσοστάλες
στο σύμπαν
και στου ανέσπερου
τα άγια χώματα
βλασταίνει
σε νωχελικό λίκνισμα
ο Λόγος…

Σε νεφελώδεις Αιώνες
απάγκιο αποζητώ
σε μυρωμένα πνεύματα
κι αντάρτικες ψυχές
Μα πριν αλέκτωρ τρις λαλήσει
αιώνια προδίδομαι…

Σφαλίζω ενίοτε τις στράτες
σ’ ό,τι ανώδυνα στο τίποτα αναλώνεται
σ’ ό,τι λιμνάζει
σ’ ό,τι ματώνει…

Σταυρώνομαι σε μοναξιάς τίμιο ξύλο
μην έχοντας να προσμένω
παρά καθρέφτισμα
στη λίμνη Αχερουσία
και βάδισμα λυτρωτικό
στα κρυσταλλένια της νερά

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ ΠΕΠΤΩΚΩΣ

Ι. ΑΡΝΗΣΗ

Όραμα πνεύματος δανόντος
η ζωή
γυρεύει
-λάμψη λευκή –
να σαρκωθεί

Η τελευταία μου πνοή
οργασμική τελείωση
Δειπνούν μαζί μου
μορφές σκαιώδεις
οι μνήμες

Η τελευταία μου πνοή
ερωτικός παροξυσμός
κραυγή – η βρυχηθμός;

Μέσα μου κι έξω μου επαναστατώ
Παίρνω το κορμί μου μαζί
– αρνούμαι πεισματικά το χωρισμό
Θέλω τις μνήμες μου χωμάτινες
να λιώνουν, ν’ αγριεύουν, να στάξουν,
να φθείρονται
λουσμένες στο φως και στο σκοτάδι
αιώνια να υφαίνονται

Μια φευγαλέα ταλάντωση
και δέσμες καπνού τυλίγονται
κιβωτός και πνεύμα
σε αέναο ερωτικό σύμπλεγμα
– λικνίζονται

Η τελευταία μου πνοή
γράφει τον κόσμο

Πύρινα

Νεκρή αθωότητα

Στήνω τα πιόνια
στη σκακιέρα
«Οι αθώοι φεύγουν πάντα πρώτοι»
μου λες

Κοράκια αγγίξουν
τις παλάμες
στα εκατόχρονά τους

Πενθούν
την εκατέρωθεν
νεκρή αθωότητα

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΧΑΘΗΚΕ ΑΠΟΨΕ

στον Άγνωστο Έφηβο

Μούδιασαν τ’ ακροπατήματά σου
Τα μάτια σου βάφτισες στ’ αγιάζι
και λεύκισε η χαρακιά

Κουράστηκες
Η ζήση ατελής
Έκανες να βγάλεις κραυγή
μα το λαρύγγι σου άδειο
το ’κοψες
Η φωνή σου πνίγεται
Πόσο πια πράσινο
στο γκρι να χώσεις;

Βασίλεψες απόψε
Δεν πρόφτασες ν’ αφουγκραστείς
τ’ αχόρταστα χέρια σου
τους παλμούς των δέντρων
τη διαφάνεια που εισχωρεί στα κύτταρά σου
ενώ απάτητες μένουν οι οάσεις σου

Δεν χόρεψες
στην απεριόριστη ασπράδα του μυαλού σου
όπου κανένα τείχος δεν υψώνεται
κανένα τείχος δεν χρειάζεται να γκρεμιστεί

Κι έγειρες
να πλέεις ανεγκλώβιστος
εκεί όπου η φωνή δεν πάλλεται
κι οι βουνοκορφές χιονίζουν αιώνια
και τα μαντίλια δεν σκουπίζουν δάκρυα
κανείς απών, κανείς παρών
λιμνάζουν μόνο
οι γόγγοι των ζωντανών

Βασίλεψες απόψε
Ένα παιδί που χάθηκε
στα ονειροπατήματά του

ΓΑΙΑΣ ΓΟΟΣ

Μπότες βαριές
σχίζουν τα σπλάχνα μου
– καρφιά ανήλεα
αιώνες τώρα

Πολύχρωμο μωσαϊκό
ο ανθρώπινος ζόφος
έμβρυο που καγχάζει
στοιχειό στο κορμί μου
ασκέρια αυγατίζει
στα σωθικά μου

Λάμνει μέσα μου
μια επανάσταση
εδώ
στο άκρο του αιώνα

Δείτε με!
Αρχαία μαινάδα
δα ψήσω τα μάτια σας
δα ματώσω τα χείλη σας
Σεισμός κράσπεδα στάχτη

Ακούστε με!
Ιαχές κάρβουνο
Θα σπάσω τα τύμπανά σας
Μια μια
οι πλαστικές σας οάσεις
δα εκραγούν

Θα ηχήσει σιωπητήριο
ετούτο τον αιώνα

Αφουγκραστείτε
το άγιο μοιρολόι
σαν τελευταία προσευχή
σαν μετάνοια
σαν ύστατη οιμωγή

ΕΝΟΧΗ

Έκοψα το φεγγάρι
κι ήτανε κόκκινο
σαν ματωμένο χείλος

Το ξερίζωσα από τα σπάργανά του
– ήτανε πράσινο
σαν τα φύλλα
που ρέουν στο ποτάμι

Κάρφωσα την καρδιά του
– ήτανε μαύρο
σαν τον κορμό
καμένου δέντρου

Το έκρυψα στον κόρφο μου
– τρεμόπαιξε χλωμή
μια φλόγα
στο δάκρυ του

Κούρνιασα
στο κυρτό του κορμί
και έκλαψα
– κραυγή μετάνοιας

ΕΝΥΠΝΙΟ

Είν’ όνειρα που φορές
γυμνά αγγίξουν το σκοτάδι·
καμιά αστραπή να τα αγιάσει

Έτσι γυμνά πορεύονται
δίχως κάλυπτρο·
μαζώνουν
ανόθευτα, ανάλλαγα
όμοια κρασί παλιό
που δεν νότισε στο χάος

ΣΠΟΡΑ (2016)

Ι ΠΕΠΛΟ

ΦΕΥΓΙΟ

έφτασες
πάνω σε άρμα χρυσό
καβαλάρης της νύχτας

έφυγες
-αυγουστιάτικο ήταν θυμάμαι πρωινό-
και σ’ αναζήτησα

μα τώρα γύρισες
κι είμαι μια λάμψη
κι η σκιά μου στον τοίχο τυφλή

ΣΠΟΡΕΑΣ

έσπειρα στους ουρανούς των θαυμάτων
τα μάτια σου
κι ο κόσμος άστραψε

απίθωσα στην καρδιά των Δελφών
ένα απ’ τα εφτά θαύματα
το χαμόγελό σου
και τα νερά τραγούδησαν

έσκυψα και φίλησα τα χείλια σου
τα γιασεμιά
μα ήταν πικρά σαν τ’ αγιονέρι

ήρθανε Σειρήνες και με λωτούς σε μάγεψαν
άφησα ένα στάχυ να με θυμάσαι
σε δύσκολους καιρούς
να το ’χεις συντροφιά
το μόνο που αξίζει…

ΣΤΙΓΜΗ

Βουνοκορφές αχνίζουν
πνιγμένες στο γαλάζιο
Αιχμαλωτίζεται στο τζάμι
μία άκρη τ’ ουρανού

Αγγίζεις με τ’ ακροδάχτυλά σου
το σύνορο του εδώ
και του εκεί

ΚΥΜΑ

Πάθος και αλμύρα
κι ο ορίζοντας
λευκό σεντόνι στο προσκεφάλι
Καίει η γη
στο άγγιγμα της σάρκας
κι ο πόθος στον κοχλασμό του αίματος

Διαφανείς δονήσεις του ήλιου
καθρεφτίζονται
στα νερά της Αχερουσίας
κι όλα –
οράματα, οπτασίες, ενσαρκώσεις –
αντανακλώνται
στις δυο Σου ίριδες
Κι εγώ ένας μικρός τους κόκκος
διασπώμαι σε άπειρα μόρια
εισβάλλω ορμητικά
στα πολύβουα κύτταρα του σύμπαντος
κι αναζητώ Εσένα

ΙΙ ΓΗ

ΠΑΙΔΙ

Αυτό το βλέμμα
που όλα τα παρατηρεί
που όλα τα εικάζει,
που όλα τα περιφρονεί
που όλα τα λατρεύει…

ΒΑΡΥΤΗΤΑ

μικρέ μου άγγελε
πλάσμα του αιθέρα
υπάρχουν όρια στη γη

τα φτερά σου τα ‘χάσες
πρόσεχε!
τώρα σε κυβερνά
ο νόμος της βαρύτητας,
της δράσης, της αντίδρασης,
η κεντρομόλος κι η φυγόκεντρος…

μα μη φοβάσαι-
το χέρι μου είναι εδώ
κι όλους τους νόμους
καταργεί…

ΕΝΥΠΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Ηδονικά απιθώνουνε το χάδι
οι απαλάμες μου
πα στις μαργαριταρένιες σου παρειές
καθώς μ’ αυγερινό χαμόγελο
εκπνέεις τ’ όνειρο
στην ιλαρή ημέρα

Λευκή η ανάσα σου
διαλύει ομίχλες
σε δαιδαλώδεις ατραπούς
Τσακάλια αλυχτάνε σαν περνάς
και στο σκαρφάλωμά σου
χάσκουν γκρεμοί από κάτω…

Πρωτοΐδωτο σε προσμένει φως
Μη σκιάζεσαι, προχώρα
Για ιδές,
στο ύψωμα κει δα
θρόνος η εκκλησιά -αετοφώλιασμά σου –
και στα ριζά της άβυσσου
σκαλώνει Δέντρο η Ζωή
χαϊδεύει τα ουράνια…

Ξένη I

τις στράτες μου πυρπόλησαν
χέρια μαβιά

ένοικος σε σπίτι άδειο δίχως κουρτίνες
διαλύομαι διάτρητη·
ο ήλιος τρυπά το κορμί μου
και διαχέεται το φως του μες από κάθε κύτταρό μου

το στόμα μου
οπή που χάσκει απρόσκλητη
σε τούτα τα λημέρια

οι παλάμες μου
βαλσαμωμένα περιστέρια
με δυο καρφιά μπηγμένα στα φτερά

ξένη εντός μου
αναλύομαι,
αναλώνομαι
κι αναζητώ τη μορφή μου·
ψηλαφώ το βράχο
που ήταν κάποτε πρόσωπό μου

ΙΙΙ ΣΑΡΑΚΙ

ΛΗΣΜΟΝΙΑ

της χαράς σταυρωτής
περιστέρι μου
η λησμονιά

η λησμονιά
που μας τύλιξε
με τ’ άθλιο πέπλο της

κι εσύ που της δόθηκες
κι εγώ που την αγνόησα
κι αυτός που την επέβαλε

όλοι ένοχοι
εσχάτης προδοσίας
στη ζωή

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

Γιατί θα πρέπει
να ’χουμε νέα;

Στα παλιά βρίσκεται η ουσία…

Γιατί θα πρέπει
να μιλάμε;
Στη, σιγή βρίσκονται
οι ήχοι
οι πιο απαλοί
οι πιο βαθιοί
οι πιο ανταριασμένοι…

ΔΙΑΦΑΝΟΣ

την ώρα που αίολα δίνεσαι
-ορυμαγδοί, ανάσες-
σε μυημένα μονοπάτια,
εγώ
είμ’ ο αέρας στα μαλλιά σου.

την ώρα που
ένας κόκκος άμμου
σου διδάσκει
τα μυστικά του σύμπαντος,
είμαι το κύμα
που ηδονικά φλερτάρει
τ’ ακροδάχτυλά σου.
,
είμαι η μουσική
που σ’ αναδεύει
σαν μέσα σου
γεννιέται η Ιδέα.

ο φύλακας
στην πύλη των ονείρων
είμαι
και στ’ άδυτά της σε τραβώ
και σε επαναφέρω.

ασήμαντο μην με θαρρείς.

Σαν
σήμαντρα ηχήσουν
οι ιαχές του κόσμου
θα νιώσεις
την κραυγή μου.

ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΕΙΣ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Αυτοί δεν σ’ ενοχλούν.
Κείτονται κει
απαλλαγμένοι
από ενοχές κι επιθυμίες
όμοιοι με λάμιες
που γύρισαν
στην πρότερη
οσία μορφή τους.

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Είναι οι μόνοι
που σπάσαν τον καθρέφτη.
Μύρια διάφανα γυαλάκια
μ’ εκατομμύρια μορφές
άγιες και σατανικές
– όλες δικές μας.

Ακούσια θεώνται
τον κύκλο της ζωής
– μην τους ζηλεύεις…
συ δεν θα δεις το καλό
να συμπορεύεται με το κακό
– φίδι
που δαγκώνει την ουρά του.

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Αυτοί έκαναν
τα δικά σου λάθη
αιώνες πριν.
Αστούς ν’ αναπαυτούν…

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Πάντοτε να θωρείς ψηλά
σαν διαβαίνεις την έρημη γη,
με τον ήλιο αγνάντι
να σου καίει τα μάτια,
πέρα απ’ τα υπόγεια,
κει που αναρριχώνται μπουκαμβίλιες…

Και σαν μπουχτίσεις τα ατέρμονα ταξίδια
κούρνιασε σε σπίτια με μύριες θύμησες·
ανάσανε τους χιλιόχρονους τοίχους,
φώλιασε στις κόγχες τους,
ατένισε απ’ τη γυάλινη σκέπη
τους ορίζοντες που περνούν,
χάραξε στο κέρινο δάπεδο
τη μοίρα,
όπως αιώνες πριν
που παιδί
έξυνες με τη μύτη του ποδαριού
το χώμα
γυρεύοντας σπόρους, λαγούμια
και κρυμμένους θησαυρούς.

Μη στάξεις στα μάτια σου νερό,
κράτα τη λάσπη του αιώνα στα τσίνορα
φόρα την κατάσαρκα
άστην να σε τυλίξει…
Κι έτσι προφήτευσε
λασπερός, φλογερός Τειρεσίας…

Μην φοβηθείς·
Κι αν κάψουν τα βιβλία της γης
οι ιδέες τους ενυπάρχουν στις ψυχές
Κι αν θρυμματίσουν τις ψυχές
παιδί ξανά
χώσου στης γης τα έγκατα,
ψάξε τον πυρήνα·

Κι αν σπάσουν τις πέτρες
κι αν τσακίσουν τη γη
βυθίσου στη θάλασσα
Κι αν στραγγίσουν τη θάλασσα
όρμα στ’ αστέρια
στο σύμπαν
στο χάος

Παντού, σε κάθε
απειροελάχιστη ιδέα ζωής
ελλοχεύει το φως…

ΠΑΡΑΓΚΑ

Μία παράγκα
γυμνή
δίχως λουλούδια

Χτυπάει πέτρες
ο βοριάς
πάνω στον τσίγκο
κι ο ήλιος
ανήλεος πυρετός

Κουβαριασμένα μέταλλα
παρατημένες μηχανές
μες στην αυλή
-παροπλισμένοι επαναστάτες
θεριά φυλακισμένα!

Δίπλα στην είσοδο
ένα ψυγείο
λευκό και θλιβερό
και ένα ξύλινο μικρό κλουβί
με ένα καναρίνι
-το μόνο ζωντανό
σ’ αυτή την ερημιά…

Μία γυμνή
-νεκρή σχεδόν-
παράγκα
μας σημαδεύει
όλους!

ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Απόψε
πεθαίνεις ωραία
Τα καρφιά μοιάζουν λουλούδια
και τούτη η λόγχη
πούπουλο φτερό
χαϊδεύει τα πλευρά σου

Το ξύδι
νέκταρ των θεών
κι η άλικη σου πορσελάνη
παπαρούνα λιβαδιού

ΑΝΑΣΤΑΣΗ…

στέκει τ’ αστέρι στη γωνιά
χάλκινο δάκρυ στάζει
την άσπρη σου ύφανση θωρεί
αϊτέ

Κι η άνοιξη δε λέει να ’ρθει…

δυο σου φτερούγες ξέφυγαν
στον υστερνό ανασασμό
πορφυρό βάφοντας
το σμάλτο τ’ ουρανού

Μα η άνοιξη δε λέει να ’ρθει…

ΤΟ ΚΑΘ’ ΟΜΟΙΩΣΙΝ

και είπεν ο Θεός:
όμοιος με σένα θέλω να γίνω

να χτίζω τη γη
γερά με τ’ αλέτρι
γεωργός καθ’ ομοίωσιν

να βγάζω φτερά
ουράνιους θόλους ατενίζοντας
όμοιος επιστήμονας

με σύμπαντα χρώματα
να βάφω τα όνειρα
να γίνονται θαύματα
άλλος εγώ καλλιτέχνης

και είπεν ο Διάολος:
όμοιος με σένα θέλω να γίνω

τα δυο να γίνονται ένα
κι ο Ένας να είναι το Παν

οι λέξεις να κρύβουν αλήθειες
σ’ αυτές μέσα να ζω…

ΚΥΚΛΟΣ

Εν τελεί
όλα καταλήγουν εκεί

στην αέναη ενσάρκωση των ψυχών

στην αγχώδη αναλαμπή των σωμάτων

στο σκοτεινό κατακρήμνισμα της ύλης.

ΑΝΑΒΙΩΣΗ

Το όνομά μου χάνεται

στην αχλή του χρόνου.

Χαμαιλέων η ύλη
βαλτώνει το νου.

Σε ελώδη εδάφη
γελώντας θάβομαι.

Ελπίζοντας

Πεθαίνω

πάντα τελευταία…

Ποια μήτρα μπορεί
επάξια να με φέρει
σε νέα μορφή;
Ποιος μάγος νους
θα μ’ εφεύρει
σε νέες επάλξεις;
Σε σύμπαντα άλλα
μαύρη τρύπα ποια
επάξια θα με στείλει,

πεθαίνοντας

ν’ αναγεννηθώ

σε καθαρτήριο ύδωρ;

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΠΟΡΑ (2016)

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

diastixo.gr20 Ιανουαρίου 2017

Χριστίνα Γεωργιάδου: «Σπορά»

Ως γνωστόν υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη τον τελευταίο αιώνα τρεις κατευθύνσεις στον χώρο της ποίησης. Η πρώτη είναι αυτή της λεγόμενης κοινωνικής ποίησης, με κύριους εκπροσώπους τον Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005), τον Πάνο Θασίτη (1923-2008) και τον Κλείτο Κύρου (1921-2006). Έπειτα, έρχεται η λεγόμενη ερωτική ποίηση των Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου (1931-1996), Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) και Ντίνου Χριστιανόπουλου (1931). Τέλος, είναι η χαρακτηρισμένη ως η ποίηση του υποστασιακού, η υπαρξιακή, η οποία και ξεκινά ουσιαστικά από τον Γιώργο Θέμελη (1900-1976), περνάει από τον Τάκη Βαρβιτσιώτη (1916-2011) −εκεί ανήκει και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993)− και από κει, μέσω του Τάσου Φάλκου (1937), περνάμε στον Τόλη Νικηφόρου (1938), στη Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου (1940), στην Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου (1965), που εντάσσεται επίσης σε αυτό τον προσανατολισμό, φέρνοντάς μας πλέον στη Χριστίνα Γεωργιάδου και στην αίσθηση μιας νοητής συνέχειας που αξίζει να προσέξουμε.

Η ποίηση της Χριστίνας Γεωργιάδου είναι λοιπόν κατά βάση υπαρξιακή, όπως δείχνει η πρώτη −πραγματικά ώριμη− ποιητική της συλλογή Σπορά. Τρία είναι τα στοιχεία στα οποία θα εστιάσω: το πρώτο είναι η χρήση της οπής, το άλλο είναι η «Ουσία» που επαναλαμβάνεται, δηλαδή η Ιδέα, και το τρίτο έχει να κάνει με την τεχνοτροπία της, το στιλ, θα λέγαμε, το καλλιτεχνικό.

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα που διάβασα στο βιβλίο έχει να κάνει με την έννοια και τη χρήση της οπής. Στο ποίημα, ενδεικτικά, «Ξένη Ι», μας λέει πολύ χαρακτηριστικά η Χριστίνα:

ένοικος σε σπίτι άδειο δίχως κουρτίνες
διαλύομαι διάτρητη·
ο ήλιος τρυπά το κορμί μου
και διαχέεται το φως του μες από κάθε κύτταρό μου

Στο ίδιο ποίημα καταλήγει στο «ψηλαφώ το βράχο που ήταν κάποτε πρόσωπό μου», ο πιο δυνατός, κατά τη θεώρησή μας, στίχος της. Επίσης, αναφερόμενη στον «άλλον», στο ποίημα «Ελπίδα», μας λέει «τις συννεφιές το απόγιομα τουφεκίζω να περνάς / απόλυτη μην είναι η δυστυχία σου». Τουφεκίζοντας, λοιπόν, η ποιήτρια επιδιώκει να προκαλέσει μια ρωγμή. Η χρήση αυτής της ρωγμής, στα μάτια μου, λειτουργεί ενδεχομένως ως μια διαφυγή από το τραγικό αδιέξοδο του κόσμου. Η Γεωργιάδου, δηλαδή, διέπεται από τη θνητότητά της με τρόπο χαρακτηριστικό και έντονο, και θεωρεί ότι υπάρχει ένας τόπος διαφυγής, ο οποίος μάλιστα περνάει μέσα από την αναίρεση του προσώπου της εντός του χωροχρόνου. Επομένως θεωρεί ότι δεν μπορεί να πραγματωθεί ως «Είναι αυτού του κόσμου», και άρα χρησιμοποιεί την ποίηση ως μια μορφή υποκατάστασης, μιας θρησκευτικής, κατά κάποιον τρόπο, πραγμάτωσης ή έκφρασης του «άλλου» κόσμου. Εδώ βλέπω και τον βράχο που ήταν κάποτε το πρόσωπό της. Τον οποίο και ψηλαφεί. Προφανώς με μια συγκρατημένη απόγνωση και θλίψη, ανοίγοντας όμως και έναν τρόπο πορισμού, λογαριάζοντας τον «άλλον»: «τις συννεφιές τουφεκίζω να περνάς».

Τώρα θα σταθούμε στην «άλλη» ποιητική Θεσσαλονίκη, στην υποστασιακή, δηλαδή, χροιά του έργου της. Η χρήση του «άλλου», ο «άλλος», συναντάται στον στίχο της Χριστίνας Γεωργιάδου «στα παλιά βρίσκεται η ουσία», ενώ στο ποίημα «Διάφανος» επίσης μας λέει:

την ώρα που αίολα δίνεσαι
–ορυμαγδοί, ανάσες–
σε μυημένα μονοπάτια,
εγώ
είμ’ ο αέρας στα μαλλιά σου […]
είμαι η μουσική
που σ’ αναδεύει
σαν μέσα σου
γεννιέται η Ιδέα

Αναφέρει την Ιδέα, σε μια πλατωνική, δηλαδή, ανάγνωση των πραγμάτων ανοίγεται στον θρησκευτικό χώρο και μας ακινητοποιεί, κατά μία έννοια, και από κει, από αυτή την ακινητοποίηση, όπου στην πραγματικότητα βρίσκει μία μη πλήρωση στον τρέχοντα κόσμο, μας περνάει κατά τη θεώρησή της στην έννοια της οπής, στην τρύπα, η τρύπα που λειτουργεί ως διαφυγή, ως αναβολή.

Αυτό συνδέεται επίσης με την τεχνοτροπία της. Ο ποιητής και κριτικός Γιάννης Δάλλας (1924) έχει εισαγάγει έναν καταπληκτικό όρο. Μιλάει για τη «χωρική συναίρεση ή συσπείρωση του χρόνου». Η «χωρική συναίρεση του χρόνου» σημαίνει πολύ απλά ότι, στην ποίηση της Χριστίνας Γεωργιάδου εν προκειμένω, δεν υπάρχει ο χρόνος. Δεν είναι η ποιήτρια ούτε παιδί, παρόλο που αφιερώνει αυτή τη συλλογή στο παιδί της, δεν είναι ούτε ενήλικη, στην ουσία είναι ένα ον που ανεβαίνει στην επιφάνεια του κόσμου, και εκεί θέλει να αναιρεθεί. Στο ποίημα «Ξένη ΙΙ» λέει: «Είμαι παιδί σε κόσμο ενηλίκων». Μεταβάλλει μετατοπίζοντας την αναίρεσή της σε αυτή την επιφάνεια, και στην ουσία εκεί συσπειρώνει τη χρονικότητα στη χωρικότητα στην οποία κάθε φορά και βρίσκεται. Κι από εκεί είναι που γράφει την ποίησή της. Αυτό είναι ήδη, θεωρώ, μία σημαντική κατάκτηση.
images/images/news/2017/spora-cover.jpg

Η τεχνική της επάρκεια πολύ σωστά διαπιστώθηκε και από τον Τόλη Νικηφόρου. Επανέρχομαι όμως στον Τόλη, γιατί είναι κατά μία έννοια πρόγονος της Χριστίνας. Στον Τόλη Νικηφόρου βλέπουμε χαρακτηριστικά τη συναίρεση του μυστικισμού με τη γείωση. Αυτή η ποίηση, αυτό το άνοιγμα, αυτή η ποίηση αλά Ράινερ Μαρία Ρίλκε που ανοίγεται στον θρησκευτικό χώρο με συγκεκριμένες φόρμες, υπάρχει στην ποίηση της Χριστίνας. Ο πήχης είναι ψηλά, και καλώς είναι τόσο ψηλά, καθώς η ποιήτρια συνδιαλέγεται με τους αγγέλους, με τους σατανάδες, με αυτές δηλαδή τις μορφές, πάντοτε σε ένα καλλιτεχνικό πλαίσιο, χωρίς να φεύγει από την αρτιότητα της τέχνης της και των μέσων της. Ακριβώς εκεί αντισταθμίζει αυτό το «Ι», το κεφαλαίο της Ιδέας, το οποίο ξενίζει στην εποχή μας. Η Ιδέα, η Ουσία, «στα παλιά βρίσκεται η ουσία» μάς λέει, αυτά είναι λίγο «ξανατονισμένη μουσική», μας πάνε λίγο στον γαλλικό συμβολισμό, μας πάνε στο εξώφυλλο που ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα, σε προ-ραφαηλιτικές φόρμες, όπου δεν υπάρχει ο εκμοντερνισμός στη φόρμα και στη γραμμή. Αυτό όμως αντισταθμίζεται από τη γείωση που υπάρχει: η αναφορά στα χέρια, στο πρόσωπο, στον βράχο που είναι πρόσωπο, το μη-πρόσωπο. Συνεπώς, το αντιστάθμισμα αυτού του ανοίγματος προς τα πάνω συμβαίνει γειώνοντας τον μυστικισμό, όλο αυτό το άνοιγμα με τις συγκεκριμένες αυτές φόρμες.

Θα σταθούμε στο χαρακτηριστικό ποίημα «Μην ενοχλείς τους νεκρούς»:

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Είναι οι μόνοι
που σπάσαν τον καθρέφτη.
Μύρια διάφανα γυαλάκια
μ’ εκατομμύρια μορφές
άγιες και σατανικές
– όλες δικές μας.

Ακούσια θεώνται
τον κύκλο της ζωής
– μην τους ζηλεύεις…
συ δεν θα δεις το καλό
να συμπορεύεται με το κακό
– φίδι
που δαγκώνει την ουρά του.

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Αυτοί έκαναν
τα δικά σου λάθη
αιώνες πριν.
Άσ’ τους ν’ αναπαυτούν […]

Κλείνοντας, να σημειώσω ότι ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η ανθρωπιά, ο έρωτας που υπάρχει, επίσης, και είναι παρών στα ποιήματά της, και μια τρυφερότητα και μια θεώρηση ευρύτερη γύρω από τη συνύπαρξη και τη συντροφικότητα.

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

Στίγμα Λόγου, 12/10/2016

Τρεις ενότητες, ανισομεγέθεις, 52 ποιήματα στο σύνολο, αυτό είναι το πρώτο, γρήγορο προφίλ της ποιητικής συλλογής της Χριστίνας Γεωργιάδου Σπορά. Στην δεύτερη, πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτεται μια ποίηση καταλυτικά προσωπική, εξομολογητική (Σε μια δίκαιη ανταλλαγή / σου ΄δωσα δύναμη / μου χάρισες ενοχές[1]) απαλλαγμένη μεν από φίλτρα αλλά στερούμενη ταυτόχρονα και της όποιας συστολής.

Η ειλικρίνεια και η καθαρή ματιά στα πράγματα και στους ανθρώπους, στις σχέσεις και τις αλληλουχίες που εδραιώνονται μεταξύ τους στο πέρασμα του χρόνου, είναι ένα σημαντικό στοιχείο της δουλειάς αυτής στο σύνολό της, τόσο σημαντικό που καταλήγει να γίνει άξονας προσέγγισης: υπάρχει ένα είδος διαφάνειας και αυτή η αίσθηση ενός ξεκάθαρου τοπίου δημιουργεί μια υπολανθάνουσα αίσθηση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην ποιήτρια και τον αναγνώστη.

Στον αντίποδα αυτής της ειλικρίνειας βρίσκεται μια υπερέκθεση συναισθημάτων και συγκινήσεων που σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί τα πράγματα σε μάλλον ακραίες εκφράσεις: είναι κάποιες στιγμές όπου η αμηχανία εκ μέρους του αναγνώστη δεν λείπει. Υπάρχει όμως πιθανότατα λόγος γι αυτό: καθώς ξετυλίγεται η συλλογή, συνειδητοποιεί κανείς ότι βρίσκεται μπροστά σε ποιήματα που γεννιούνται μετά τον έρωτα, όταν αυτός έχει πια παρέλθει. Οι κρίσιμες στιγμές του κενού και του σπασμένου Όλου που αφήνει πίσω του ο έρωτας, είναι αποτυπωμένες με την ίδια ευθύτητα που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη συλλογή. Η ματιά της ποιήτριας επικεντρώνεται σε ένα παρελθόν παγωμένο στο χρόνο και άρα ανεξίτηλο και άφθαρτο από την καταλυτική επαφή με την καθημερινότητα, ένα παρελθόν τελικά καθαγιασμένο.

Τα ποιήματα της Χριστίνας Γεωργιάδου αποτυπώνουν εικόνες και στιγμιότυπα δύο αλληλένδετων ανθρώπων, τους οποίους τοποθετεί σε στην ελαστική πραγματικότητα της ανάμνησης, μεγεθύνοντας την στιγμή και ακυρώνοντας τα εξωτερικά όρια. Το μόνο ορατό πλαίσιο που είδα ήταν το περίγραμμα του ερωτικού δίπολου, που τελικά εντάσσεται στο άχρονο πλαίσιο όσων ερωτεύτηκαν κατά καιρούς.

Στα θετικά στοιχεία θα προσέθετα μια προσεγμένη γλώσσα (κι ας μην απέφυγε πάντα την παγίδα του πομπώδους) και μια επίσης προσεγμένη δομή, ενώ στα αρνητικά από τεχνικής απόψεως πάντα, την χρήση αποσιωπητικών σαφώς πέραν του μέτρου. Σε μια περιγραφική ποίηση όπως αυτή της Σποράς δεν υπάρχει το χάρισμα της έκπληξης, του ξαφνιάσματος εκείνου που θα έκανε την υπέρβαση και θα μετέφερε τον αναγνώστη σ’ αυτή την παράλληλη πραγματικότητα, την τόσο γνώριμη τελικά, που συνήθως κρύβεται στους στίχους. Μια πρωτοτυπία που θα ισορροπούσε ανάμεσα στο οικείο και το απρόσμενο είναι ίσως το συστατικό που λείπει εδώ, και ένα φιλτράρισμα στις αισθήσεις και τις σκέψεις, που θα αναδείκνυε αυτές που ξεχωρίζουν από αυτές που έχουν ακουστεί κι άλλες φορές στο παρελθόν.

Η ένταση σε συνδυασμό με την απόλυτη διαφάνεια της σκέψης είναι κατά τη γνώμη μου τα δύο πιο ισχυρά χαρτιά αυτής της συλλογής. Αν καλλιεργηθούν στο μέλλον, θα αναδείξουν νέες αρετές στην ποίηση της Χριστίνας Γεωργιάδου.

Ένα από τα ποιήματα που μου άρεσε περισσότερο:

Στιγμή

Βουνοκορφές αχνίζουν
πνιγμένες στο γαλάζιο
Αιχμαλωτίζεται στο τζάμι
μία άκρη τ’ ουρανού

Αγγίζεις με τα’ ακροδάχτυλά σου
το σύνορο του εδώ
και του εκεί[2]

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Fractal 5/7/2017

Σπορά», Χριστίνα Γεωργιάδου, εκδόσεις Κυριακίδη

Γιατί θα πρέπει
να ʼχουμε νέα;

Στα παλιά βρίσκεται η ουσία …

Γιατί θα πρέπει
να μιλάμε;
Στη σιγή βρίσκονται
οι ήχοι
οι πιο απαλοί
οι πιο βαθιοί
οι πιο ανταριασμένοι

(Συμβάσεις)

Με τον παραπάνω τρόπο η ίδια η ποιήτρια ορίζει την ποίησή της δίνοντας την ερμηνεία του λιτού λόγου. Και λέω πως αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να θεωρηθεί η ποιητική της πρόταση πολύτιμη. Δεν βρίσκεται η ουσία του λόγου στα πολλά κεντίδια της γραφής. Αυτά συχνά την αδικούν. Η Χριστίνα Γεωργιάδου κάνει την επιλογή της. Η καίρια λέξη, σοφά διαλεγμένη, η δύναμη στην εικονοποιία και η πάλλουσα ψυχή πίσω από τον στίχο. Έτσι μας συστήνεται, μια που αυτή είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή. Χωρισμένη σε τρία μέρη (Πέπλο, Γη, Σαράκι), θα μας δείξει μια προσωπική πορεία από τον άντρα/έρωτα στο παιδί και κατόπιν στη φιλοσοφική στάση απέναντι στη ζωή με το εγώ, το εμείς και το αυτοί να εναλλάσσονται για να φανούν οι διαφορετικές εκδοχές της όψης του κόσμου. Το μοναχικό εγώ, η συμπερίληψή του μέσα στο εμείς, το σύνολο των ομοιοπαθών και φυσικά αυτοί, οι της άλλης όχθης:

[…]

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Είναι οι μόνοι
που σπάσαν τον καθρέφτη.

[…]

Ακούσια θεώνται
τον κύκλο της ζωής
-μην τους ζηλεύεις…
συ δεν θα δεις το καλό
να συμπορεύεται με το κακό
-φίδι
που δαγκώνει την ουρά του.

Μην ενοχλείς
τους νεκρούς.
Αυτοί έκαναν
τα δικά σου λάθη
αιώνες πριν.
Άστους ν’ αναπαυθούν…

(Μην ενοχλείς τους νεκρούς)

Όλα στην ποίηση της Χριστίνας Γεωργιάδου δεμένα μεταξύ τους σε μια σύλληψη ενιαία και μοναδική, ένας κύκλος, όπως θα πει στο ελάχιστο ποίημα:

Εν τέλει
όλα καταλήγουν εκεί

στην αέναη ενσάρκωση των ψυχών

στην αγχώδη αναλαμπή των σωμάτων

στο σκοτεινό κατακρήμνισμα της ύλης.

(Κύκλος)

Και μέσα σ’ αυτήν την ενιαία οντότητα θα χωρέσει η ποιήτρια (αποδεικνύοντας το μέγεθος της ποίησής της) τον κόσμο όπως τον ξέρουμε και τον κόσμο όπως ίσως δεν τον φανταζόμαστε. Η ποίηση όμως -το ξέρουμε αυτό- είναι κατ’ εξοχήν δημιουργός των αφανών εικόνων. Εδώ το εξαιρετικό «Το καθ’ ομοίωσιν», που ανατρέπει και αναπλάθει το σύμπαν στα απολύτως ανθρώπινα μέτρα:

και είπεν ο Θεός:
όμοιος με σένα θέλω να γίνω

να χτίζω τη γη
γερά με τα’ αλέτρι
γεωργός καθ’ ομοίωσιν

να βγάζω φτερά
ουράνιους θόλους ατενίζοντας
όμοιος επιστήμονας

με σύμπαντα χρώματα
να βάφω τα όνειρα
να γίνονται θαύματα
άλλος εγώ καλλιτέχνης

και είπεν ο Διάολος:
όμοιος με σένα θέλω να γίνω

τα δυο να γίνονται ένα
κι ο Ένας να είναι το Παν

οι λέξεις να κρύβουν αλήθειες
σ’ αυτές μέσα να ζω…

Η Χριστίνα Γεωργιάδου τιμήθηκε με το «Βραβείο Ποίησης Μαρία Πολυδούρη» για το 2017 γι’ αυτήν την πρώτη της ποιητική κατάθεση. Απολύτως ανάλογη η τιμή με την αξία του έργου της.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΑΦΥΛΑΣ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ» (τ. 224, σ. 233)

Η Χριστίνα Γεωργιάδου (γεν. Αθήνα 1972) μεγάλωσε στην Κατερίνη και είναι καθηγήτρια Αγγλικών στη Μ.Ε. Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε διάφορα έντυπα, αλλά φέτος κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή «Σπορά». Περιέχει τρεις ενότητες : 1. Πέπλο, που αναφέρεται στον έρωτα, 2. Γη, που αναφέρεται στο παιδί – ελπίδα του κόσμου και στην παιδικότητα και 3. Σαράκι με φιλοσοφικές ιδέες για τον κόσμο, τον άνθρωπο και τη ζωή. Η Χριστίνα συνδυάζει θαυμάσια την εποχή μας και την πορεία των ανθρώπων σε έναν κόσμο που μεταλλάσσεται συνεχώς , όπου «δονούνται μέσα μου χίλιες ανάσες/ …/ μετέωρο το βήμα μου/…/ με την ασφυξία που καραδοκεί». Η μορφή της ποίησής της δεν είναι καθόλου ξένη με τις πραγματικές ανησυχίες και καταστάσεις – όσο κι αν ο έρωτας και το παιδί φέρνουν την επιθυμητή άνεση ζωής. Κάπως έτσι είναι και οι φιλοσοφικές ενατενίσεις της. Η μετουσίωσή τους σε ποίηση είναι επιτυχημένη, τόσο που με την πρώτη της συλλογή εδραιώνει τη θέση της στον ποιητικό χώρο του τόπου μας ως μια αξιοσύστατη προσωπικότητα των Ελληνικών Γραμμάτων.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΟΥΜΑΣ, τ. 148, ΜΑΙΟΣ-ΙΟΥΝΙΟΣ 2016,

ΔΙΑΥΓΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Ποιήματα: Με σεμνότητα και αδρότητα περισσή, η Χ.Γ. κάνει την παρουσία της στον ποιητικό χώρο. Κάθε ποίημά της έχει το δικό του σύμπαν, μέσα στο οποίο κυριαρχούν οι βιωματικοί ερεθισμοί, ο αρρίφνητος συναισθηματισμός και η ερωτική θέαση. Με ευκρίνεια και στιλπνότητα και πάντα με λυρισμό και φωτεινότητα, πνευματοποιεί τους «ήρωες» της ζωής της, τις εικόνες και τα ινδάλματά της. Η ποίησή της «διαπραγματεύεται» τον έρωτα, την ελπίδα, τη φύση του ανθρώπου και των πραγμάτων (ζωή)… Ο στίχος της νεωτερικός, απλός, διαυγής και ρεαλιστικός, με προσεγγίσιμες αμφισημίες, συνεγείρει αισθητικά, πνευματικά, μεταφυσικά. Η πληρότητά του μαρτυρεί την αυτάρκεια της ποιήτριας στην ιερουργία της τέχνης και του ποιητικού λόγου.

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ CAFÉ DE FACTO 30-5-2016, & δημοσιεύτηκε στο φιλολογικό περιοδικό Φιλολογική (τ. 138)

ΧΕΡΙΑ

Αυτό τ’ αριστερό σου χέρι
κάνει πράγματα ασύλληπτα
Ανοίγει ντουλάπια
μυστικά
Βρίσκει πράγματα
αιώνες πια χαμένα

Στις καλές στιγμές
χαϊδεύει κάθε φίλου
τρυφερά το μάγουλο
Στις κακές
απωθεί εχθρούς
με κινήσεις πανικού
κι άναρχης ανταρσίας

Πράγματα
ακίνδυνα–επικίνδυνα
πιάνει, πετάει, σπάζει, ξεσχίζει
μετακινεί, μασάει, λατρεύει…

Ηλιοφώτιστα βράδια
σκαρφαλώνει χαράδρες
Φεγγαρόφωτα πρωινά
ανεμίζει σημαίες
– που κανείς δε θα δει…

Μαζεύει τιράντες
από παντελόνια
θλιμμένων παιδιών
με μάγουλα ρουφηγμένα
Ταΐζει
πεινασμένα
του δρόμου σκυλιά
μ’ αγάπη
στο στόμα

Και σαν αποκάμει
στο τέλος της πλούσιας μέρας
διεκδικεί το δικό μου
χέρι…

Καλησπέρα σας. Σας διάβασα το ποίημα «Χέρια» της Χριστίνας Γεωργιάδου από την πρόσφατη συλλογή της με τίτλο Σπορά.
Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται, λίγο ή πολύ καθυστερημένα ολοένα και περισσότεροι ποιητές και ιδίως ποιήτριες. Πρόκειται κατά κανόνα για εκείνους που είχαν από νωρίς την ποιητική παρόρμηση, αλλά οι συνθήκες της ζωής δεν τους είχαν επιτρέψει να εκδώσουν το πρώτο τους βιβλίο μέχρι τα τριάντα ή τα τριανταπέντε τους, όπως συνήθως συμβαίνει. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και η φίλη μου Χριστίνα Γεωργιάδου, την οποία γνώρισα πριν 7-8 χρόνια στην τότε Λέσχη Ανάγνωσης της Άνω Τούμπας, ανάρτησα τα πρώτα ποιήματά της στο ιστολόγιό μου Λιβάδι το 2010, αλλά μόλις φέτος είχα τη χαρά να πιάσω στα χέρια μου την πρώτη ποιητική συλλογή της.
Η Χριστίνα Γεωργιάδου γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Κατερίνη Πιερίας. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ και Μετάφραση στο ΤΞΓΜΔ του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ζει στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται ως καθηγήτρια Αγγλικών στη Μέση Εκπαίδευση. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Πάροδος και στις θεματικές ανθολογίες του ιστολογίου μου «Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται». Ας διαβάσουμε όμως και το ποίημά της Ωδή.

ΩΔΗ

Όλα ξεκινούν
από μια καμπύλη και μια ευθεία.

Η λειτουργία του σύμπαντος.

Η έναρξη της ζωής.

Ο ερωτικός παροξυσμός.

Η αγάπη.

Κύκλοι οι πλανήτες
περιστρέφονται σε άξονα ευθύ.

Μια ευθεία που εισβάλλει σε μια καμπύλη –
η νέα ζωή.

Κι ο έρωτας –
Καμπυλόγραμμες αναταράξεις
σε αέναη κίνηση.

Κι η αγάπη –
Κύκλοι διασταυρούμενοι
αξεδιάλυτοι σε κουβάρι.

Όλα ξεκινούν
από μια καμπύλη και μια ευθεία.
Μόνο ο θάνατος είναι
μια ευθεία δίχως καμπύλες…

Η ποίηση της Χριστίνας Γεωργιάδου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπαρξιακή. Θα πρέπει βέβαια να περιμένουμε και τις επόμενες συλλογές της για να σχηματίσουμε μια βάσιμη γνώμη. Στο καλαίσθητο και ενδιαφέρον βιβλίο της από τις Εκδόσεις Κυριακίδη περιλαμβάνονται ποιήματα εμπνευσμένα από το δίπολο έρωτας-θάνατος, από τα αιώνια αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης, από τον σύντροφό της, το παιδί της… Γράφει με αξιόλογη τεχνική και με έναν τρόπο απλό, λιτό και κατά κανόνα εύστοχο χωρίς εγκεφαλικές περιπλοκές ή λυρικές καταχρήσεις. Η διαπίστωση της σκληρής πραγματικότητας της ζωής εναλλάσσεται με την κατανόηση και την τρυφερότητα.

ΠΑΡΑΓΚΑ

Μία παράγκα
γυμνή
δίχως λουλούδια

Χτυπάει πέτρες
ο βοριάς
πάνω στον τσίγκο
κι ο ήλιος
ανήλεος πυρετός

Κουβαριασμένα μέταλλα
παρατημένες μηχανές
μες στην αυλή
– παροπλισμένοι επαναστάτες
θεριά φυλακισμένα!

Δίπλα στην είσοδο
ένα ψυγείο
λευκό και θλιβερό
και ένα ξύλινο μικρό κλουβί
με ένα καναρίνι
– το μόνο ζωντανό
σ’ αυτή την ερημιά…

Μία γυμνή
– νεκρή σχεδόν –
παράγκα
μας σημαδεύει
όλους!

Μέσα στην πληθώρα των ποιητικών βιβλίων που εκδίδονται τα τελευταία χρόνια και τον καταιγισμό των ποιημάτων σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, στα ιστολόγια και στο facebook, συχνά απλή ένδειξη της άγνοιας και της ανεπάρκειας των δήθεν ποιητών, η ποίηση της Χριστίνας αποτελεί μια – ευτυχώς όχι σπάνια – εξαίρεση με τη γνώση και τη σοβαρότητά της, ακόμη και με την πρωτοτυπία της. Διαβάζω ένα τελευταίο ποίημα.

ΑΛΦΑΒΗΤΕΣ

Αχ αυτό το νι
– τελικό ή ενδιάμεσο –
των χειλιών σου!
Γοητείας σημαντικόν!
Μαζί με όμικρον ματιών
αγγελικά πλασμένων
μυστικά ρουφά
όλες τις αλφαβήτες…

Ορίζοντες αναποδογυρίζει
κάθε μετάλλαξη σε ύψιλον
και όλες οι αίολες γραμματικές σου
επιζητούν
– εκούσες άκουσες –
προσκυνηματική λατρεία…

Μου αρέσει η Χριστίνα ως άνθρωπος, μου αρέσουν και τα ποιήματά της. Πιστεύω ότι η ποιητική της παρόρμηση είναι γνήσια και ισχυρή και ελπίζω με αυτή την πρώτη συλλογή της να έχει βρει οριστικά τον δρόμο της και να συνεχίσει σταθερά και αποφασιστικά. Οι ποιητές δεν πρέπει να απορροφώνται από τα καθημερινά προβλήματα και τελικά να χάνονται στη ρουτίνα της ζωής. Είναι μια πολύτιμη ψηφίδα στο πολύχρωμο μωσαϊκό της άνοιξης, μια ελπίδα για τον άνθρωπο και τ’ αδέλφια όλων μας. Καλή δύναμη λοιπόν Χριστίνα για τη συνέχεια.

ΕΛΕΝΗ ΤΖΗΚΑ

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΝΕΣΤΩΡ 18-11-2016 & δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέματα Παιδείας (τ. 61-64)

Να σταματήσουν τα όπλα να βροντούν
θέλει να κοιμηθεί ένα μωρό.
Να κοπάσουν οι άνεμοι
θέλει να φυτρώσει ένα λουλούδι
οι βασιλιάδες να σταματήσουν τους πολέμους

γεννιέται ένας ποιητής!
Κούρδος ποιητής
Φίλες και φίλοι,
φυλλαράκι ενός γιγάντιου δέντρου η γη μας, ο κόσμος. Κι ένα οντάριο ο άνθρωπος πάνω στο φύλλο. Κάποιοι τολμηροί καθώς περιδιαβαίνουν και εξερευνούν την επιφάνεια κάποτε φτάνουν στην άκρη της. Κάτω χάσκει ο γκρεμός, η άβυσσος. Κι εκεί αρχίζει η Τέχνη, εν προκειμένω η Ποίηση. Ισχυρό αντίδοτο στη σκοτοδίνη, στο χάος, στον αφανισμό, που καραδοκεί, καθώς ατενίζεις το κενό.
Εκλεκτοί της Μοίρας οι ποιητές, αφού τους εδόθη η χάρις να τραγουδούν τα πάθια και τους καημούς του κόσμου. Να μεγαλύνουν τη ζωή, να τρανώσουν το μπόι της, να κοιτάζουν κατάματα το θάνατο με βλέμμα ερωτευμένου, όπου καμιά φθοροποιός δύναμη δεν έχει κράτος και εξουσία και τίποτα δεν μπορεί να χαμηλώσει και να νικήσει αυτό το βλέμμα.
Όμως δε φτάνει το χάρισμα. Απαιτείται γερός εξοπλισμός ν’ ανεβαίνεις τη σκάλα τ’ ουρανού, της Ποιήσεως τη σκάλα. Να καταδύεσαι στα βάθη των μυστηρίων της ζωής αποσπώντας κοράλλια και πορφύρες. Να τριγυρνάς στα σοκάκια του κόσμου, άγιος αλήτης, και ν’ αφουγκράζεσαι τους στεναγμούς και τους αλαλαγμούς των ανθρώπων.
Μόνο αν σκύψεις με πολλή αγάπη στην πνευματική κληρονομία που –δόξα τω θεώ- έχουμε πλούσια ως έλληνες και τρυγήσεις το νέκταρ των ανθών της. Και λέω με αγάπη, γιατί δε γνωρίζουμε παρά τα πράγματα που αγαπάμε. Σκεφτείτε μια μικρομάνα με πόση τρυφεράδα προσεγγίζοντας το παιδί της αντιλαμβάνεται και την πιο ανεπαίσθητη κίνηση, την πιο δυσανάγνωστη γκριμάτσα του πριν ακόμα απ’ το λεκτικό στάδιο.
Μόνο έτσι οξύνεται ο νους, πλαταίνει η αντίληψη, λεπταίνει η αίσθηση, μεγαλώνει η ευαισθησία, σμιλεύεται ο Λόγος.
Μόνο έτσι έχουμε ένα αισθητικό αποτέλεσμα, ικανό να συγκινήσει και να κοινωνήσει το βίωμα, την αγωνία, την αναζήτηση.
Ευλογημένο πλάσμα ο ποιητής, είπαμε. Αλλά και τραγικό. Γιατί είναι καταδικασμένος να βλέπει στο μέλλον σαν άλλος προφήτης –πώς το λέει ο Ελύτης;

‘’Εξόριστε ποιητή στον αιώνα σου
πες μας τι βλέπεις… βλέπω
τα έθνη άλλοτες αλαζονικά
παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο
βλέπω τα πελέκια στον αέρα
σκίζοντας προτομές αυτοκρατόρων και στρατηγών …’’.

Είναι καταδικασμένος να προγεύεται το φαρμάκι των επερχόμενων δεινών, που εμείς οι ανίδεοι και χορτάτοι δεν αντιλαμβανόμαστε. Ο ποιητής διψάει την Ομορφιά και την Αλήθεια, υποστάσεις που κάποτε ταυτίζονται. Η Ομορφιά λοιπόν δεν δίνεται στον καθένα, είναι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά, αλλά είναι και η μόνη που, κατά τον Ντοστογιέφσκι, θα σώσει τον κόσμο.
Κρύβεται η κατεργάρα και θέλει πολύ μόχθο, σκληρή πάλη να την κατακτήσεις. Δίνεται σ’ αυτούς που ξέρουν ‘’το χώμα που πατούν να προσκυνούνε’’ δηλαδή στους ποιητές.
Σήμερα (η λέξη με την έννοια που έχει στην εκκλησιαστική υμνολογία) γεννήθηκε μια ποιήτρια.
Η Χριστίνα Γεωργιάδου.
Με άρτιο εξοπλισμό, την κατάκτηση του γλωσσικού οργάνου, την καλλιεργημένη ευαισθησία, την οξύτητα της ματιάς της στον κόσμο, με πλούτο ψυχής, με βασανιστικό ψάξιμο μέσα της και γύρω της, μας έδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τον συμβολικό τίτλο «Σπορά».
Συνεχίζοντας η Χρηστίνα επάξια την ποιητική παράδοση, που σχηματικά θα μπορούσαμε να ονομάσουμε, Σχολή της Θεσσαλονίκης, δηλαδή του Μ. Αναγνωστάκη, του Γιώργου Ιωάννου, του Γ. Θέμελη, του Ντ. Χριστιανόπουλου, του Τόλη Νικηφόρου, μπαίνει στην Πόλη των Ιδεών, εκεί όπου δεν περνά κανένας τυχοδιώκτης.
Προσωπικά, αγαπώ ιδιαίτερα, αυτή τη Σχολή (πάντα σχηματικά ο όρος) των χαμηλών τόνων, του υπαινιγμού, της θέασης απ’ τη μεριά των νικημένων, του τσαλακώματος του Εγώ.
Αδιαμφισβήτητη κάτοχος της Γλώσσας η ποιήτριά μας, αφού πάλεψε με τις λέξεις –γιατί οι λέξεις είναι ψυχές, όπως έλεγε ο αλησμόνητος δάσκαλος μου Χρίστος Τσολάκης, και σου αντιστέκονται- μας έδωσε ένα άρτιο έργο· μόνο που, θα τολμούσα να πω, σε κάποια σημεία γίνεται παγίδα η τόση ευχέρεια στο λόγο με τη χρήση κάποιων εξεζητημένων λέξεων, για παράδειγμα θαλπωρής εναιώρημα. Με μεγάλη επιφύλαξη το λέω. Υπάρχουν κριτές πιο άξιοι από μένα να το κρίνουν.
Πλαστελίνη, κυρίες και κύριοι, στα επιδέξια χέρια παιδιού ο κόσμος στα χέρια του ποιητή, πηλός στα χέρια αγγειοπλάστη. Τον ξαναπλάθει, τον ξανακαινουριώνει. Μαζεύει και τεντώνει το χρόνο, ακινητοποιεί μια στιγμή φωτογραφίζοντάς την με τη φωτογραφική μηχανή της ψυχής του. Ντύνει με χρώματα το γκρίζο του, γεμίζει με ήχους τον αγέρα του, σκεπάζει με αδιαπέραστο μανδύα ιερής σιωπής τους θορυβώδεις δρόμους.
Να μια ‘’Στιγμή’’ όπως την ακινητοποίησε και την πάγωσε η Χρηστίνα:

Βουνοκορφές αχνίζουν
πνιγμένες στο γαλάζιο.
Αιχμαλωτίζεται στο τζάμι
μια άκρη τ’ ουρανού.

Αγγίζεις με τ’ ακροδάχτυλά σου
το σύνορο του εδώ
και του εκεί.

Τα θέματά της δεν είναι μόνο η ομορφιά της φύσης που ανάγει σε σφαίρες του επέκεινα, είναι ό,τι απασχολεί τον άνθρωπο: ο έρωτας κι ο θάνατος, η μνήμη και η λησμονιά, η παρουσία και η απουσία, η αχαριστία ως αμοιβή στην προσφορά, το ταξίδι, το παιδί ως ελπίδα ακατάλυτης ζωής. Και φυσικά τα αιώνια αναπάντητα ερωτήματα που θέτει η ύπαρξη, η θνητότητα.
Μια ορατή, διακριτική θλίψη διαπερνά τους στίχους της, όπως στο «Αν ήμουν ερωτευμένη»:

…Δεν είμαι όμως…
Τ’ ασημοσόκακα της σελήνης
στένεψαν.
Η θάλασσα δίχως τους είναι άδεια
Ερήμωσαν οι ουρανοί
Φουσκωμένο ασκί
που κοντεύει να σπάσει
η ψυχή μου.

Χωρίς να λείπει κι ένας τόνος προσωπικής εξομολόγησης βουτηγμένος στην πικρή ειρωνεία:

Σε μια δίκαιη ανταλλαγή σου ‘δωσα δύναμη μου χάρισες ενοχές.
Παίζει με τα πιθανά ονόματα στο «Ονομάζεσθε»:

Θα ‘θελα να μ’ έλεγαν Ειρήνη…
θα κούρνιαζα στις λόχμες
προσμένοντας τη νύχτα
ν’ απαγκιάσουν οι στρατιώτες
άλαλοι, άσαρκοι, θρυμματισμένοι.
Σε νάμα να ‘πλενα τ’ ανταριασμένα πόδια τους…

Ένας εξαίσιος έμμεσος τρόπος να μιλήσει κανείς, με μια εικόνα που μας φέρνει στη Μ. Πέμπτη, για τη φρίκη του πολέμου. Τολμηρή η χρήση του επιθέτου ανταριασμένα πόδια, αντί ανταριασμένος νους.

Με λεν όμως
Χρηστίνα
κι είναι το ‘ήτα’ αναμεσίς του ονόματος
χρηστό… όπως τα ήθη
Κι αν είν’ το πεπρωμένο μου
να είμαι
όπως πρέπει απλώς,
δεν ξέρω αν το θέλω…

Εύστοχος υπαινιγμός για την επικρατούσα ηθική και τις συμβάσεις της.
Ο έρωτας, αυτό το αντίδοτο της φθοράς, απασχολεί τη Χρηστίνα ως ανάμνηση ή ως ελπίδα, όχι όμως σαν κάτι που συμβαίνει τώρα. Γι’ αυτό δεν έχει το κατακόκκινο χρώμα του πάθους αλλά το ροζ της θύμησης ή το πράσινο της ελπίδας.

«Ελπίδα Ι Ι».
Παλληκάρι
με στάχυα στα μαλλιά
κι ένα κλωνάρι μυγδαλιές στο στέρνο
τον άνεμο καβάλησε αετίσια
τ’ άγονα στήθια μου μύρωσε
κι έλα
ξυπόλητοι στο νιο χορτάρι
νωχελικά ν’ αφανιστούμε…

Θα επανέλθει στο ποίημα «Μαύρο» στην επιθυμία του αφανισμού:

Το μαύρο είναι απουσία
παντός χρώματος
ηδονική ανυπαρξία

Είναι στιγμές, λέει η ίδια, που θέλεις να μην υπάρχεις και θα συμπλήρωνα σαν να σε μαυλίζει, όπως ο ύπνος τον χαμένο στα χιόνια ορειβάτη, μια μάγισσα λυτρωτικής απουσίας.
Γνήσια, πηγαία είναι η έμπνευση της Χρηστίνας. Γι’ αυτό και σ’ αγγίζει.

«Αν ήμουν ερωτευμένη»
Αν ήμουν ερωτευμένη…

θα φύτευα χαμόγελα στα μάγουλά σου…

θα αλάφρωνα την ύλη σου με μια πρέζα αστρόσκονη.

Θα μας πει στο ποίημα «Ελπίδα».

Τις συννεφιές τ’ απόγιομα
τουφεκίζω
να περνάς
απόλυτη μην είναι η δυστυχία σου…

Όμως εκεί που ο στίχος της απογειώνεται είναι στο δεύτερο μέρος της συλλογής, όπου τραγουδά και υμνεί το παιδί.

Στο ποίημα «Ξένη ΙΙ».

Είμαι παιδί σε κόσμο ενηλίκων
κι αυτό είναι κρίμα
Παλάμη κόκκινη στον ουρανό
πατούσα κίτρινη στο χώμα,
σκορπάω χρώματα
χορεύοντας, χοροπηδώντας κι αλαλάζοντας…

Κι αλλού: «Παιδί»

Αυτό το βλέμμα
που όλα τα παρατηρεί
που όλα τα εικάζει,
που όλα τα περιφρονεί
που όλα τα λατρεύει…

Έχεις την αίσθηση πως απευθύνεται με άπειρη λατρεία στο παιδί της, θέλοντας να του εμφυσήσει ασάλευτη πίστη στη ζωή. Στον ‘’ένυπνο άγγελο’’ διαβάζουμε:

Πρωτοῒδωτο σε προσμένει φως.
Μη σκιάζεσαι, προχώρα.
Για ιδές, στο ύψωμα κει δα
θρόνος η εκκλησιά –αετοφώλιασμά σου-
και στα ριζά της άβυσσου
σκαλώνει Δέντρο η Ζωή
χαϊδεύει τα ουράνια…

Την ίδια άσειστη πίστη που έχει η ίδια στον άνθρωπο και στη ζωή.

Μην φοβηθείς·
Κι αν κάψουν τα βιβλία της γης
οι ιδέες τους ενυπάρχουν στις ψυχές
Κι αν θρυμματίσουν τις ψυχές
παιδί ξανά
χώσου στις γης τα έγκατα,
ψάξε τον πυρήνα·
Κι αν σπάσουν τις πέτρες
κι αν τσακίσουν τη γη
βυθίσου στη θάλασσα
Κι αν στραγγίσουν τη θάλασσα
όρμα στ’ αστέρια
στο σύμπαν
στο χάος

Παντού, σε κάθε
απειροελάχιστη ιδέα ζωής
ελλοχεύει το φως…

Θα μας πει στην Αλήθεια του Οδυσσέα.
Παρά τις απογοητεύσεις, τις πικρές διαπιστώσεις και διαψεύσεις όπως βλέπουμε στο «Θάνατος».

Κι αν κάπου θλίβομαι κι αμφιβάλω
κι αν τρέμω τ’ άγνωστο και υποχωρώ
αδύναμα τ’ ανθρώπινα…
ή στην Παράγκα:
Μια γυμνή
–νεκρή σχεδόν-
Παράγκα
μας σημαδεύει
όλους!
ή στην Κινούμενη Άμμο:
Έχω τη γεύση αίματος
στα χείλη
εν αναμονή
του πόνου
Σίγουρο πράγμα ο πόνος
απτό και ζυγιασμένο.

Θλίβεται κι αμφιβάλει η Χρηστίνα, φοβάται και υποχωρεί, βιώνει την προσμονή του πόνου –κοινή μοίρα των θνητών- αλλά τα ποιήματά της αποπνέουν αισιοδοξία, ελπίδα, φωτεινότητα. Ο έρωτας ως αντίβαρο της φθοράς, το παιδί ως ελπίδα του κόσμου, το νοιάξιμο για τον άλλον ως πραγμάτωση της συντροφικότητας και θανατηφόρο βέλος ενάντια στη μοναξιά,

’’ μόνο που σαν κοιτώ τα μάτια σου
νιώθω λιγότερο μόνη’’

χρωματίζουν το γκρίζο του κόσμου, διαλύουν ομίχλες και σκοτάδια και υμνούν τη ζωή και το φως.
Στις τέσσερις εποχές μιλώντας για την άνοιξη δηλώνει:

Κάθε άνοιξη
γλάστρες κενές
στον κήπο μου αφήνω
να φωλιάσουν
αγριολούλουδα.

Για το καλοκαίρι:

Θαρρείς
για πάντα ήρθαν να μείνουν
οι μέρες οι ζεστές
μ’ ήλιους, με γέλια,
μ’ εκδρομές
-η επί γης Εδέμ.

Και στην όμορφη μέρα:

Λευκές τουλίπες αναδύονται στο γαλάζιο
Αραχνένια αραβουργήματα
στροβιλίζουν τους χτύπους της καρδιάς σου
σε κρεσέντο
και ταλαντεύεσαι
από τα γήινα μελτέμια
στους φλοίσβους του παραδείσου…

Να, αυτό είναι το θαύμα της Ποίησης. Λέξεις χιλιοειπωμένες, φθαρμένες από την πολυχρησία, αμαρτωλές απ’ την ψευτιά που τις ξεστόμισε, κοινές, κουβεντιαστές, στην Ποίηση καθώς πλέκονται και συμπλέκονται μέσα σε μεταφορές και παρομοιώσεις αναβαπτίζονται, αναδύονται μέσα στο στίχο με την πρωτεινή τους λάμψη, αστραφτερές, ξανακαινουριωμένες.
Έτσι γίνονται ανθεκτικές, ώστε να μη σχίζονται, όπως θα έλεγε η Κική Δημουλά.
Στο «Επαναστάτες» διαβάζουμε:

Ξυπόλητη βαδίζω
στη νοτισμένη γη
προσμένοντας εκείνον
που με δέος αγγίζει το σκοτάδι
που απαλά πατά τα ξεραμένα χόρτα
να μην πληγώσει τη σιωπή τους…

Και πάλι στους «Επαναστάτες» καθώς παίζει με την απίθανη πιθανότητα να γίνει στην αρμονία του κόσμου μια ρωγμή, όπως για παράδειγμα ο ήλιος ν’ αρνηθεί το καθιερωμένο δρομολόγιό του και να ερωτευτεί τη γη:

Ένας ήλιος πορφυρός
μετέωρος στέκει
στο μενεξελί στερέωμα
εκστατικός μπρος στη μαβιά σκιά της γαίας.

Δύση εγκαταλείπει κι ανατολή
κι απομένει
άπελπις εραστής
καρφωμένος σε σημείο μηδέν
αέναα να οσφραίνεται
το βρόχινο κορμί της…

Και για τους αιώνιους επαναστάτες μιλάει η Χριστίνα και για τους αμετανόητους οραματιστές και για την πιθανή καταστροφή του πλανήτη, όταν τα πουλιά τ’ ουρανού θα είναι πρωτοῒδωτο θέαμα για τους νέους και συγκινητική ανάμνηση για τους παλιότερους.
Και τη Σιωπή τραγουδάει, τη σιωπή εκείνου π’ αγαπάει, γιατί μπορεί και τη διαβάζει:

Τις ξέρω τις σιωπές σου…
Μέσα σ’ αυτές
άκουσα
πρώτη φορά
να με ονειρεύεσαι…

Και την έμπνευση υμνεί :
Στο Διάφανος διαβάζουμε:

είμαι η μουσική
που σ’ αναδεύει
σαν μέσα σου
γεννιέται η Ιδέα.

Οι υψηλές αναζητήσεις, οι υπαρξιακές αγωνίες της, το αδιέξοδο της φθαρτής φύσης δεν δίνονται στεγνά, αποστεωμένα, αλλά έχουν σάρκα και οστά, μυρίζουν χώμα και βροχή ντυμένα με τις ποιητικές της φόρμες.
Αναβίωση:

Το όνομά μου χάνεται
στην αχλή του χρόνου.

Χαμαιλέων η ύλη
βαλτώνει το νου.
Σε ελώδη εδάφη
γελώντας θάβομαι.

Ελπίζοντας
πεθαίνω
πάντα τελευταία…
Όπως και στο ποίημα «Χέρια»:
Αυτό τ’ αριστερό σου χέρι
κάνει πράγματα ασύλληπτα
Ανοίγει ντουλάπια
μυστικά.
Βρίσκει πράγματα
αιώνες πια χαμένα.

Με την αναφορά σε Χέρια, στο πρόσωπο, σε μάγουλα γειώνει το άρρητο και το μυστικό, όπως λέει ο Πέτρος Γκολίτσης και καταφέρνει να εναλλάσσει τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής και την ασφυξία που καραδοκεί με την τρυφεράδα και την ανθρωπιά, δημιουργώντας ατμόσφαιρα, κλίμα, μαγεία

Μαζεύει τιράντες
από παντελόνια
θλιμμένων παιδιών
με μάγουλα ρουφηγμένα.
Ταΐζει
Πεινασμένα
του δρόμου σκυλιά
μ’ αγάπη
στο στόμα…

Κυρίες και κύριοι.
Δεν υπάρχει πιο άχαρος ρόλος απ’ αυτόν του φιλόλογου, που, για να εκτιμήσει ένα έργο Τέχνης , στην περίπτωσή μας ένα ποίημα, πρέπει να το τεμαχίσει, άτεχνα πολλές φορές, ως άλλος ανατόμος στο νεκροτομείο. Νομίζω πως ανάμεσα στον αναγνώστη και στο ποίημα κανένας δεν έχει θέση, όσο καταρτισμένος κι ευαίσθητος κι αν είναι. Κάπου θα το τραυματίσει, θα το πληγώσει, όπως πληγώνουν τα παιδιά τα εύθραυστα διάφανα φτερά μιας πεταλούδας προσπαθώντας να την περιεργαστούν.
Όσα είπαμε, πετάξτε τα στον κάλαθο των αχρήστων και χαρείτε την θεσπέσια απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωση ενός ποιήματος: Σιωπές

Τις ξέρω τις σιωπές σου…
Μέσα σ’ αυτές
άκουσα
πρώτη φορά
να με ονειρεύεσαι…
Τώρα
σε σύμπαντα άλλα,
σε χρόνους άλλους
εξακολουθώ
να σε ακούω
μες στις σιωπές σου
που ΄ναι δικές σου
και δικές μου –ένας απίθανος κόσμος
μυστικός
δικός μας.

Κι είναι στιγμές
που κόμπος βγαίνει
η φωνή
στο λάρυγγά σου
δακρύζεις και ωρύεσαι
για όσα θες
και δεν μπορείς να πεις.
Εγώ και τότε
σε ακούω…

Στρώσε μου φως
να κοιμηθώ…
Ώρες ώρες
έρχονται πολλά
που –μπορώ μα-
δεν θέλω να πω.
Είναι οι ώρες που
οι σιωπές αλλοιώνονται
και ήχοι γίνονται στριγκοί
μες στο σκοτάδι…

Κλείνεις το βιβλίο και νιώθεις πως έχεις γευτεί γλυκείς καρπούς απ’ τη
«Σ Π Ο Ρ Α» της Χριστίνας.

Συντάκτης: Ανδρέας Καρακόκκινος

Ταξίδια στη ποίηση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.