ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

Ο Ναπολέοντας Λαπαθιώτης, μοναδικός γόνος του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, αξιωματικού του πυροβολικού και για ένα διάστημα Υπουργού των Στρατιωτικών, και της Βασιλικής Παπαδοπούλου (το γένος Ραζηκότσικα), ανηψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη, γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1888 στην Αθήνα, σε ένα γωνιακό σπίτι της πλατείας Αγίων Θεοδώρων και της οδού Ευριπίδου 9. Το όνομά του το οφείλει, όπως μας διηγείται ο ίδιος, στην επαγγελματική ιδιότητα του πατέρα του: «Ο πατέρας, όμως, σαν στρατιωτικός που ήταν -λοχαγός του πυροβολικού- θέλησε να το βγάλουν Ναπολέοντα. Ένα από τα δυο: Ναπολέων ή Αννίβας! Κι ο νουνός, ξάδερφος πρώτος της μητέρας, σημαιοφόρος κι αυτός του Ναυτικού, προτίμησε το πρώτο» .
Όπως ήταν φυσικό, ο μικρός Ναπολέοντας πήρε εξαιρετική για την εποχή του μόρφωση. Το 1895 αρχίζει να διδάσκεται τα πρώτα του γράμματα (μαζί και γαλλικά) στο σπίτι -η οικογένεια Λαπαθιώτη είχε μετακομίσει στην οδό Ομονοίας- ενώ συνέχισε τα ιδιαίτερα μαθήματα έως το 1899. Στα χρόνια αυτά μάλιστα σύνθεσε και το πρώτο του ποίημα, ένα πρωτόλειο εθνικού περιεχομένου: «Σ’ αυτό το σπίτι έγραψα και το πρώτο-πρώτο …ποίημά μου! <…> Είναι πατριωτικό κι εξυμνεί εννιά μεγάλες πόλεις της Ελλάδος» . Κατά την ίδια αυτή περίοδο έγινε συνδρομητής στο περιοδικό «Διάπλαση των
παίδων» και άρχισε πια να εμφανίζεται με το ψευδώνυμο «Αιθήρ».
Η κατεξοχήν σχολική ζωή του μικρού Ναπολέοντα άρχισε, όταν το 1899 έκανε την εγγραφή του στο «Εθνικό Λύκειο Αθηνών», ενώ το 1901 άλλαξε σχολείο, οπότε τον συναντάμε στο «Λύκειο Δελλίου». Είναι μια περίοδος γόνιμης παιδείας για το Λαπαθιώτη: άρχισε να εντρυφεί στην ελληνική και ξένη λογοτεχνία, σύγχρονη και παλιότερη, και παράλληλα έκανε ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών, αγγλικών, ιταλικών, ζωγραφικής και πιάνου . Ωστόσο η συγγραφική πένα του νεαρού Ναπολέοντα δεν έμεινε αδρανής. Το ταλέντο του βρήκε έκφραση σε δύο δράματα [«Νέρων ο Τύραννος» και «Άγνωστοι καημοί» (1900) – το πρώτο τού το τύπωσε ως δώρο ο πατέρας του το 1901 ], σε ένα μυθιστόρημα (1900) («Οι περιπέτειες του Κονστάν Λαβρέτ»), το οποιο δεν ολοκλήρωσε ποτέ, στο πεζογράφημα «Προσκύνημα των ιερών Τεμπών», αποκύημα των εντυπώσεών του κατά την εκλογική περιοδεία του πατέρα του στα Τέμπη και τον Τύρναβο (ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης εκλέχτηκε τελικά βουλευτής Τυρνάβου) και, τέλος, στο ποίημα «Μαρτινίκα».
Το 1905, χωρίς καμία απολύτως γονεϊκή πίεση, αποφάσισε, σχεδόν στην τύχη, να εγγραφεί στη Νομική Σχολή της Αθήνας, θεωρώντας την ως «το μη χείρον, άρα βέλτιστον» . Εξάλλου, η οικογενειακή του περιουσία τον
είχε απαλλάξει από οποιαδήποτε βιοποριστική μέριμνα, επιτρέποντάς του να αναλώνεται μονάχα σε ό,τι αποτελούσε άμεσο ενδιαφέρον του. Το έτος 1905 αποτελεί αναμφισβήτητα σταθμό στη λογοτεχνική ζωή του Λαπαθιώτη: καθιερώθηκε, επισήμως πια, στις στήλες του περιοδικού «Νουμάς» με τα ποιήματα «Έκσταση» και «Το παράπονο του τραγουδιστή», καθώς και στο περιοδικό «Παναθήναια» με το ποίημα «Αγάπης πόθοι». Σύμφωνα με τον Ξενόπουλο, «τα πρώτα παιδικά ψελλίσματά του μεταβάλλονται σε μια ωραία και μελωδική φωνή» . Σημαντική επίσης είναι η προσφορά του στην ίδρυση, το
1907, του ποιητικού περιοδικού «Ηγησώ», στο οποίο και δημοσίευσε 16 νέα του ποιήματα’. Προϊόν της μαθητείας του κοντά στον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, τον ιδρυτή της «Νέας Σκηνής», είναι το μονόπρακτο «Απ’ τα μεσάνυχτα ως τα γλυκοχαράματα» (1908) αλλά και η γνωριμία του, αφετηρία μιας πολύχρονης φιλίας, με τον Άγγελο Σικελιανό. Το 1909, πάντως, πήρε με ανακούφιση το πτυχίο της Νομικής, έχοντας διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε «τίποτα πιο άχαρο και αποκρουστικό από τα πληχτικά μαθήματά της» . Αυτονόητο, κατόπιν αυτού, είναι το γεγονός ότι ο Λαπαθιώτης δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία.

ΒΙΒΛΙΑ - 0001

[1950-1919]

ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ…

Στη φυλακή με κλείσανε
οι δυνατοί του κόσμου
κι έσπασα πόρτες, κλειδωνιές,
να ῾ρθω σε σένα, Φως μου!

Τα σίδερα λυγίσανε
από το βογγητό μου
και στέρεψαν για να διαβώ,
κι οι ποταμοί του δρόμου…

Και σα τρελός σε γύρεψα,
μα συ δεν εφαινόσουν!
Και πικραμένος, γύρισα
να με ξανακλειδώσουν…

ΕΧΩ ΕΝΑ ΑΗΔΟΝΙ…

Έχω εν᾿ αηδόνι στο κλουβί
κι απ᾿ το καημό του λιώνει.
Έχω εν᾿ αηδόνι στο κλουβί
και μοίρεται, τ᾿ αηδόνι.

Μου λέει για τις αμυγδαλιές
π᾿ ανθίζουν άσπρο χιόνι,
μου λέει για τριανταφυλλιές
και μοίρεται, τ᾿ αηδόνι…

Και παραδέρνει ανώφελα
και τα φτερά τ᾿ απλώνει,
κάθε που φεύγουν τα πουλιά
κι αναρριγούν οι κλώνοι…

ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΕΣ…

Είναι ψυχές πλασμένες από μάρμαρο
κι άλλες από χαμόγελο, είτε πόνο.
Είναι και μια πλασμένη από τριαντάφυλλα,
όμως εκείνη δε τη φανερώνω!

Πόσο η καρδιά μου θα ῾τρεμε, αν την έλεγα!
Βάνω μία κλειδαριά γερή στο στόμα!
Τόσοι σοφοί που βρίσκονται τριγύρω μου
και δε τη μάντεψε κανείς ακόμα;

Είναι ψυχές πλασμένες από κρύσταλλο
κι άλλες ψυχές με κλάματα έχουν γίνει.
Είναι και μια πλασμένη από ροδόσταμο,
μα δε θα σας τη ῾πω ποτέ μου ῾κείνη!

Όρκο έβαλα να μη τη ῾πω, ως το τάφο μου,
μα πάλι… ποιος ξέρει… καμμιάν ώρα…
Κάτι μου καίει τα χείλη μου! Καλύτερα
να κλείσω το τραγούδι μ᾿ από τώρα…

[1920-1939]

ΜΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ο παλιός μας Έρωτας,
με τα βάσανά του,
ο καλός μας Έρωτας,
ήταν του θανάτου.

Δέκα χρόνια στη σειρά,
δίχως να το ξέρει,
δέκα χρόνια στη σειρά,
μας κρατούσε ταίρι.

Μας βαστούσε συντροφιά,
μας κρατούσε ταίρι,
δέκα χρόνια στη σειρά
κι ένα καλοκαίρι…

Μα όπως όλα μας περνούν
και χαρές και πόνοι,
να μια μέρα που κι αυτός,
άρχισε να λιώνει.

Κι ένα βράδυ σκοτεινό,
βράδυ πικραμένο,
καθώς είχα κουραστεί
να σε περιμένω,

δίχως λέξη να μου πει,
γύρισε στη μπάντα,
‘σφάλισε τα μάτια του
κι έσβησε για πάντα…

ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους
γιατί η χαρά τους πέταξε μαζί με τ᾿ αγιοκαίρι…
Θα ζήσουν τάχα να τη βρούν, την άνοιξη; -Ποιος ξέρει;
…γιατί μπορεί και να χαθούν πριν βρούνε τη χαρά τους…
Απόψε την περίμεναν, σχεδόν όλο το βράδι,
ώσπου στο τέλος νύσταξαν κοιτώντας το σκοτάδι,
κι έγειραν και κοιμήθηκαν απάνω στα φτερά τους…

ΕΚΑΤΗΣ ΠΑΘΗ

…Je suis sure qu’ elle est vierge.
Elle a la beaute d’ un vierge…
Qui, elle est vierge. Elle ne s’ est
jamais souillee.
OSCAR WILDE – «SALOME»

…Απόψε πρόβαλε γυμνή, σα τέρας, η Σελήνη
κι άβυσσος πόθου τη δονεί:
την είδαν όλοι από νωρίς, τις πόρπες της να λύνει,
σα να διψούσεν ηδονή…

Τι να ῾δε ξάφνου ῾δω στη γη και τόσο το λυμπίστη
που ῾χουν με πάθος κρεμαστεί,
σα να ῾θελαν να λυτρωθούν, απ᾿ τη παλιά την πίστη
κι οι δυό της οι νεκροί μαστοί;

Παρθένα, στείρα και βουβή, όμοια με σαλαμάντρα,
στα βάθια βράδυα τ᾿ αττικά.
πως έτσι, απόψε, φρένιασε να σμίξει τρελά μ᾿ άντρα
και φλογερά κι εκστατικά;

…Τι κι αν η νύχτα γερν᾿ αργά, μεσ᾿ τα πυκνά ερέβη
κι αλλόκοτα μεθούν οι ανθοί;
Στη δύση, ῾κείνη μοναχή, που κείτεται και ρεύει,
ζητεί του κάκου να ευφρανθεί…

ΑΠΑΥΔΗΜΟΣ

Ήμουν μες στην αγάπη σου τόσον καιρό κλεισμένος,
μ’ αυτό δε θέλω και να πω πώς μου ήταν φυλακή
μα τι τα θες, απόκαμα, καλά ήταν ως εκεί
θέλω να φύγω τώρα αλλού, γιατί είμαι κουρασμένος.

“Ίσως κανένας πιο τρελός, ή πιο βασανισμένος,
να βρει σε σένα την παλιά χαρά τη μαγική
όσο για μένα, δεν μπορώ μου είν’ αρκετά ως εκεί
θέλω να φύγω τώρ’ αλλού, γιατί είμαι κουρασμένος.

Θέλω και πάλι να χαθώ στην πρώτη μου σιωπή,
να μη θωρώ, να μη θωρώ τί γίνεται τριγύρω
να λησμονήσω ως και χαρά κι αγάπη τί θα πει

θέλω στην πρώτη μου ξανά τη χίμαιρα να γείρω,
έτσι όπως ήρθα, ξένοιαστος, τρελό παιδί του δρόμου.
Και να χαθώ σφυρίζοντας μες στ’ άστρα τ’ όνειρο μου.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το δρομάκι το παλιό,
που ευωδάν οι κρίνοι
το δρομάκι το καλό
σε μια πόρτα κλείνει…

μέσα κει που φύσημα
δε σε φτάνει ανέμου,
Μακρινός κι αθώρητος
κάθεσαι, ακριβέ μου…

Ήρθα απόψε, από νωρίς
για να σ᾿ ανταμώσω:
μα ήμουν απ᾿ τις ευωδιές,
λαγγεμένος τόσο…

με τα μάτια έτσι τυφλά,
σαν από κραιπάλη,-
που δε σ᾿ ηύρα πουθενά
και θα φύγω πάλι…

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Το παλιό μας το τραγούδι,
που τ᾿ ακούγαμε μαζί,
τώρα που χαθήκαν όλα,
ποιος θα το ῾λεγε να ζει!

Από τότε που η καρδιά μου
σ᾿ έχασε παντοτινά,
δε το πίστευα ποτέ μου,
για να τ᾿ άκουγα ξανά…

Κι όμως να που τ᾿ άλλο βράδυ
-μόλις νύχτωνε θαρρώ-
μ᾿ εν᾿ αλλόκοτο φεγγάρι,
μακρινό και καθαρό,

καθώς γύριζα στη τύχη,
μόνος μεσ᾿ στη γειτονιά,
το ξανάκουσα και πάλι
και στην ίδια τη γωνιά!

Και το γνώρισα και πάλι
το τραγούδι π᾿ αγαπώ
κι ας μην έμοιαζε καθόλου
στο παλιό του το σκοπό.

Γιατί τώρα δε σκορπούσε
τον καημό του το βαθύ,
μα βογγούσε και θρηνούσε,
μια φωνή που ῾χε χαθεί…

Πως μου φάνηκε δε ξέρω,
καθώς τ᾿ άκουγα ξανά,
μα όλα γύρω και βαθιά μου,
γίναν έτσι σκοτεινά,

που δυνάμωσα το βήμα,
μεσ᾿ στο βράδυ το πικρό,
με χαμηλωμένα μάτια,
σα ν᾿ απάντησα νεκρό…

ΜΙΚΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Ο παλιός μας Έρωτας,
με τα βάσανά του,
ο καλός μας Έρωτας,
ήταν του θανάτου.

Δέκα χρόνια στη σειρά,
δίχως να το ξέρει,
δέκα χρόνια στη σειρά,
μας κρατούσε ταίρι.

Μας βαστούσε συντροφιά,
μας κρατούσε ταίρι,
δέκα χρόνια στη σειρά
κι ένα καλοκαίρι…

Μα όπως όλα μας περνούν
και χαρές και πόνοι,
να μια μέρα που κι αυτός,
άρχισε να λιώνει.

Κι ένα βράδυ σκοτεινό,
βράδυ πικραμένο,
καθώς είχα κουραστεί
να σε περιμένω,

δίχως λέξη να μου πεί,
γύρισε στη μπάντα,
῾σφάλισε τα μάτια του
κι έσβησε για πάντα…

ΤΑ ΧΛΩΜΑ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙΑ

Τα χλωμά τα κοριτσάκια
μαραμένα σαν τα κρίνα,
στέκουνται, σα μαγεμένα,
και κοιτάνε τη βιτρίνα,

δεν τα νοιάζει για το κρύο,
δεν τα νοιάζει για την πείνα,
κάθουνται μαρμαρωμένα,
και κοιτάνε τη βιτρίνα…

Κι οι κουκλίτσες, από μέσα,
με τα κόκκινα λακκάκια,
που δεν ξέρουν τι συμβαίνει,
και γι’ αυτό δεν έχουν κάκια,

οι κουκλίτσες οι καημένες,
άλλο τόσο μ᾿ απορία,
τα κοιτάν, κι εκείνες τώρα,
σαν αλλόκοτα θηρία!

Τις κουκλίτσες τι τις νοιάζει!
καλά κάθουνται στη ζέστα,
τα φτωχά τα κοριτσάκια,
όμως γύρισε και δες τα,

μ᾿ ένα μαύρο ρουχαλάκι,
ξεφτισμένο και τριμμένο,
μ᾿ ένα σκίσιμο από πίσω,
ντροπαλά μισοκρυμμένο,

με πρησμένο, απ’ τις χιονίστρες,
το μικρούλι τους χεράκι,
μάλλον τα καημένα εκείνα,
μοιάζουν νάναι από κεράκι…

Κι όμως να που, μες το δρόμο,
με τα ξένα εκείνα χάδια,
μια στιγμή, ξαναγιομίζουν
την καρδούλα τους την άδεια..

Μα σαν πάνε παρακάτου,
που κανένας δεν τα βλέπει,
έρημα και μοναχούλια,
με τον ουρανό στη σκέπη,

κρύβουν έτσι απελπισμένα,
τα ματάκια στον αγκώνα,
που κι εκείνος κλαίει, κλαίει,
στην πικρήν αυτήν εικόνα…

ΤΑ ΚΑΗΜΕΝΑ ΤΑ ΠΟΥΛΑΚΙΑ

Κρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα πουλάκια!

Τα πουλάκια είναι στα δένδρα,
τα πουλάκια είναι στα δάση,
τα πουλάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει,

η βροχή και το χαλάζι
κι ο βοριάς που θα περάσει,
και το χιόνι που το παίρνουν
στις αυλές με το φαράσι…

Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη,
κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος απόψε,
φέρνει γύρα μες τους δρόμους,

κι αν η παγωνιά θερίζει
κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ποιος θυμάται
τα καημένα τα πουλάκια…

Τα πουλάκια είναι στα δένδρα,
τα πουλάκια είναι στα δάση,
τα πουλάκια θα τα πάρει
ο βοριάς που θα περάσει.

Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
στα παιδάκια τα φιλάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται
τα καημένα τα πουλάκια!

Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ
κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες τα κρεβάτια,
μη τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα πουλάκια τα καημένα,
τα πουλάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν χωρίς ελπίδα
να φανούν την άλλη μέρα…

ΠΟΘΟΣ

Βαθύ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρό σε καρτερώ,
με τις πλατιές, βαριές σου στάλες
των φύλλων άραχλοι χαμοί, των δειλινών αργοί καημοί,
που με μεθούσατε τις άλλες…

Τα καλοκαίρια μ᾿ έψησαν και τα λιοπύρια τα βαριά,
κι οι ξάστεροι ουρανοί οι γαλάζοι:
απόψε μου ποθεί η καρδιά πότε να ῾ρθεί μεσ᾿ τα κλαριά,
ο θείος βοριάς και το χαλάζι!

Τότε, γερτός κι εγώ ξανά, μεσ᾿ τα μουγγά τα δειλινά,
θ᾿ αναπολώ γλυκά, -ποιος ξέρει-,
και θα με σφάζει πιο πολύ, σαν ένα μακρινό βιολί,
το περασμένο καλοκαίρι…

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά κι ένα καιρό,
πάνε τώρα χρόνια,
σ᾿ ένα τόπο μακρινό,
ζούσαν μεσ᾿ στα χιόνια.

Πάγωναν τα λούλουδα,
μίσευαν τ᾿ αηδόνια,
καλοκαίρι ζύγωνε
κι ήταν όλο χιόνια!

Μάτια πάντα σκοτεινά,
μέτωπα σκυμμένα,
κι άνθρωποι δε βάδιζαν
με ρυθμό κανένα…

Μιάν αγάπη πέρασε,
-μετά πόσα χρόνια;-
και τα μάτια δάκρυσαν
κι έλιωσαν τα χιόνια…

ΟΤΑΝ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα…
Ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,
– σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,
κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα…

Πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικές φωνές,
λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα,
παράξενα χειμαιρικές αγάπες μακρινές,
όπως η φλόγα μιάς αυγής, υψώνονται σε μένα

Μια βρύση, τότε, μαγική, μου λύνεται ξανά,
και το τραγούδι ρυθμικό στα χείλη μου ανεβαίνει,
– ένα τραγούδι καθαρό, καθώς τα δειλινά
που μέσα του λυτρώνονται, και ζουν οι πεθαμένοι…

ΕΡΩΤΙΚΟ

Καημός αλήθεια να περνώ του έρωτα πάλι το στενό,
ώσπου να πέσει η σκοτεινιά μια μέρα του θανάτου…
στενό βαθύ και θλιβερό, που θα θυμάμαι για καιρό,
τι μου στοιχίζει στην καρδιά το ξαναπέρασμα του;

Ας είναι, ωστόσο, τι ωφελεί; Γυρεύω πάντα το φιλί,
στερνό φιλί, πρώτο φιλί και με λαχτάρα πόση!
Γυρεύω πάντα το φιλί που μου το τάξανε πολλοί,
κι όμως δεν μπόρεσε κανείς ποτέ να μου το δώσει…

Ίσως μια μέρα, όταν χαθώ, γυρνώντας πάλι στο βυθό
και με τη νύχτα μυστικά, γίνουμε πάλι ταίρι,

αυτό το ανεύρετο φιλί, που το λαχτάρησα πολύ,
σα μια παλιά της οφειλή να μου το ξαναφέρει!

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ

Ι

Το γράμμα σου τ᾿ αποψινό με βρήκε λυπημένο.
-Μη λες πως ήταν αφορμή τ᾿ οργίλο σου γραφτό-.
Λες κι από πριν, κάποια φωνή, μου το ῾χεν ειπωμένο.
Δε θλίβομαι γι᾿ αυτό.

Έτυχεν όμως η βραδιά τόσο βουβά να σβήσει
κι ο ήλιος μακριά, τόσο θλιβά να χάνεται μαζί…
Τέτοιες βραδιές, η σκέψη μου, που νοσταλγεί κι εκείνη,
δε θα ῾θελε να ζει!

Εξάλλου, λες για πράματα που ῾γω δε βρίσκω βάση.
Λόγια γραμμένα βιαστικά, με πείσμα και χολή.
Εκείνος που τα λόγια σου τα πριν, έχει διαβάσει,
θα ξαφνιαστεί πολύ…

Μου λες πως «κυλιστήκαμε στο βόρβορο», φαντάσου!
Κι εγώ που το ῾χα καύχημα κρυφό, τόσο καιρό,
πως η καρδιά μου στάθηκε στα πλάνα βήματά σου,
σαν άστρο φεγγερό!

Το γράμμα σου τ᾿ αποψινό, με βρήκε λυπημένο,
λες κι η καρδιά μου, σαν ανθός, για πάντα έχει σαπεί.
Κι όσο για ῾κείνο που μου λες: «Μια άγνωστη θα μένω»,
δε ξέρω τι θα πεί…

ΙΙ

Το βράδυ που σ᾿ αγάπησα δεν ήταν καλοκαίρι.
Τα φύλλα μόλις πρόβαλλαν επάνω στα κλαριά
κι ούτε θυμάμαι να σου πω, τι μ᾿ είχε τότε φέρει,
σε ῾κείνη τη μεριά.

Θυμάμαι μόνο που ῾σερνα το βήμα το νωθρό μου
και το μυαλό μου γύριζε σε πράματα παλιά,
την ώρα που σ᾿ απάντησα να στέκεσαι στού δρόμου
τα πέτρινα σκαλιά.

Τη νύχτα ῾κείνη τη τρελή, τη νύχτα τη μεγάλη,
να στη θυμήσω τώρα ῾δω, το βρίσκω περιττό.
«Τα περασμένα πέρασαν, μη τα θυμάσαι πάλι»,
μας λέει το ρητό…

Κι όμως κι εσύ μ᾿ αγάπησες βαθύτατα, το νιώθω
και ξέρω ακόμα πως συχνά μου το ῾χες ορκιστεί,
πως όσο κι αν μαραίναμε το πρώτο μας το πόθο,
θα μέναμε πιστοί!

Μιάς και δεν ήταν να σταθείς σε ῾κείνα που ῾χες τάξει,
τότε γιατί το λόγο αυτό μ᾿ ανάγκασες να πω;
Τον όρκο σου τον πάτησες, μα ῾γω δεν έχω αλλάξει:
Ακόμα σ᾿ αγαπώ!

ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ

Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα,
χωρίς, ως το τέλος, να ξέρω το πως,
– χωρίς να ῾χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,
ποιο κρίμα με δέρνει, και ποιος ο σκοπός!

Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,
προτού η νύχτα πάλι βαριά ν᾿ απλωθεί,
ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,
ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!

Λυπήσου όλα κείνα που πάνε του κάκου,
γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,
και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,
χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι᾿ αυτό!

Λυπήσου κι εκείνα, λυπήσου κι εμένα,
– και μένα, που πάω με καρδιά στοργική,
ζητώντας μία λύση σε πράματα ξένα,
που δεν έχουν, Θε μου, καμιά λογική…

Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,
λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,
κι αμέσως η μοίρα μου το ξαναπαίρνει,
κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά…

Λυπήσου με, Θε μου, στην απόγνωσή μου,
λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ,
– λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,
να ζω δίχως λόγο, και δίχως σκοπό…

ΣΤΟ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΚΕΝΤΡΟ

Τώρα που παίζει το βιολί κι έχουμε πιεί τόσο πολύ,
που μ᾿ έναν έρωτα τρελό σα να ῾μαστε δεμένοι,
σ᾿ ένα συντρόφεμα ζεστό, βάνε ξανά να ζαλιστώ,
μεσ᾿ στ᾿ όνειρό σου να κλειστώ. Το μόνο που μου μένει.

Γιατί αν λείψει το κρασί κι φύγεις άξαφνα κι εσύ
και βουβαθεί και το βιολί με το γλυκό βραχνά του,
μεσ᾿ στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σα τον ουρανό,
θ᾿ ακούσω πάλι το βραχνό τραγούδι του θανάτου…

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
που λάμπει μες στη νύχτα – τίποτ’ άλλο.

Μια φωνή πού γροικιέται μες στο σάλο,
και που σε λίγο παύει – τίποτ’ άλλο.

Πέρα μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο
τού βαποριού πού φεύγει – τίποτ’ άλλο.

Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο
στα βάθη του μυαλού μου – τίποτ’ άλλο.

ΛΥΠΗΣΟΥ…

Λυπήσου εκείνους που πονούν,
βουβά κι ανώφελα, για κάτι,
και παίρνουν, για να λησμονούν,
της ζωής κάποιο άθλιο μονοπάτι…

Λυπήσου αυτούς που έχουν χαθεί,
μες στην θλιμμένη ύπαρξή μας,
κι έγιναν αίνιγμα βαθύ,
μια και δεν είναι μεταξύ μας…

Κι αυτόν, κι αυτόν που αναπολεί
τα περασμένα του λυπήσου:
μα όμως, ακόμα πιο πολύ,
τις ώρες της βαθειάς σιωπής σου,

λυπήσου αυτούς, που, μια φορά,
με φτερά ζούσαν, και τα χάνουν,
και δεν τους μένει άλλη χαρά,
παρά η χαρά πως θα πεθάνουν…

Η ΧΑΡΑ

Πάντα κάτι με κρατεί
και με φέρνει πίσω,
στο καιρό που κάθε τι
μου ῾λεγε να ζήσω.

Που όλα, σκέψεις μου κρυφές
κι ότι ζει στη πλάση,
δε μου θύμιζε μορφές,
που τις έχω χάσει.

Κι όλα τ᾿ άκουγα να λεν,
μ᾿ ένα τρόπο πλάνο,
πως τ᾿ αγάπησα και δεν
πρέπει να πεθάνω…

Τώρα που όλα τα φτερά
σκόρπισαν, της πλάνης,
μου το λένε καθαρά:
Πρέπει να πεθάνεις!

Κι όσο πιο βαθιά κοιτώ
κάτω από τη σκέπη,
τόσο πιο καλά και το
μάτι μου το βλέπει.

Κι αν τυχαίνει κι ο νούς να
κάνει σκέψην άλλη,
δε κρατεί πολύ και να
πάλι αυτή προβάλλει…

…Μα όσο και στους ουρανούς
να ῾ναι η μέρα μαύρη
κι όσα θέλησεν ο νούς,
να μη μπόρει να ῾βρει

κι όσο αν είμαστε πικρά
τώρα στερημένοι,
κάπου υπάρχει μια Χαρά
και μας περιμένει…

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Το κάθε τι που πέρασε, για πάντα μ᾿ έχει σκλάβο
κι όσο γυρεύεις Σήμερα, το Χτες να μ᾿ αφανίσεις,
τόσο σε ῾κείνο θα γυρνώ και τόσο δε θα παύω
να ζω στις αναμνήσεις…

Θαρρείς και κάτι μόνιμα, μπροστά μ᾿ είναι πεσμένο
και κρύβοντας και σβήνοντας ολότελα το Τώρα,
με κάνει να μη χαίρουμαι και μήτε να προσμένω
καινούργια, τάχα, δώρα…

Σ᾿ ότι ποθεί και σ᾿ ότι ζει, η ψυχή μου μένει ξένη
κι ούτε μπορείς, Φωνή Ζωής, αλλιώς να τη δονήσεις,
παρά θαμπά και μακρινά, σα μουσική που βγαίνει
μεσ’ απ’ τις αναμνήσεις…

Της πεθαμένης της χαράς, έχει στερέψει η βρύση
κι ούτε γυρεύει θάματα κι ούτε προσμένει δώρα
κι ούτε μπορεί πιά τίποτα να τη παρηγορήσει,
παρά ότι ήταν ως τώρα.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Μάτι δειλό που σε κοιτάζει
βαθιά, βουβά και σκοτεινά
κι έτσι πιστά, σα να σου τάζει:
Θα σ᾿ αγαπώ παντοτινά.

Ψηλό, λιγνό, τρελό για χάδι,
δουλεύει σ᾿ ένα μαγαζί.
Το πήρα ένα Σαββάτο βράδυ
και κοιμηθήκαμε μαζί.

[1939-1943]

1939

Τώρα, που γυρίζει πάλι,
προς την άνοιξη ο καιρός,
κι ο ήλιος, σαν καρδιά μεγάλη,
μας αγγίζει φλογερός·

που όλα γύρω απ᾿ του χειμώνα
λυτρωμένα να ζούνε μόνα,
λαχταρούνε για στοργή,

κι όλα βρίσκουν το ῾να τ᾿ άλλο
Σα χαμένο θησαυρό
Με το νού μου είπα να βάλω
Κι εγώ κάτι πως θα βρω…

Και κινώντας ένα γιόμα,
Σαν αλήτης που πεινά
(και απ᾿ αυτόν ίσως ακόμα
πιο βουβά και ταπεινά)

και με κάποιον κρυφό τρόμο,
στην ψυχή την ορφανή,
γύρεψα δειλά στο δρόμο
κάτι, θε μου να φανεί!

Μα δεν πρόκανες ελπίδα
Μια στιγμή να μου φανείς
Και για μένα, αμέσως, είδα,
Πως δε βρίσκεται κανείς,

Και χωρίς να ρίχνω πίσω
Μάτια πόθου φλογερά.
Πρέπει ν᾿ αποχαιρετήσω
Κάθε σκέψη και χαρά…

Τι κι αν όλα λένε, γύρα,
Πως δεν ήταν ως εκεί,
Κι αρχινάν, της γης τα μύρα,
Την παλιά τους μουσική;

Τι και φέγγε, απάνωθέ μου,
Πλούσιος ο ήλιος ο παλιός;
Ολ᾿ αυτά, για μένα, Θε μου,
Πόσο, τότε, ήταν αλλιώς…

Κι έτσι, ανοίγοντας τη θύρα,
Που οδηγεί προς τα Παλιά,
Να σκορπίσουν όλα, γύρα
Σαν ανώφελα πουλιά,

Θα βαδίσω προς το Πέρα,
Δίχως τίποτα να πω,
Χωρισμένος κάθε μέρα
Κι από κάτι π᾿ αγαπώ

Καρτερώντας ως την ώρα,
Πάλι, Θε μου, που θενά
Σμίξουμε, για πάντα τώρα
Μες στο Μέγα Πουθενά…

ΕΝΑΣ ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

Και ο λόγος σαρξ εγένετο, και εσκήνωσεν εν ημίν
Το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον

Ι

Μες στη βαθιά τη νύχτα – πάνε χρόνια,
στου Αγνώστου την αθώρητη κορφή
πιο πέρα κι απ᾿ τους δρόμους της Χιμαίρας
υπήρχε από καιρό, δεν ξέρω, τι
– κάτι δειλό, κι αλλόκοτο, και μόνο,
που γύριζε, και γύρευε μορφή.

Να γίνει, απ᾿ όλα γύρω του, το πρώτο,
θε να ῾ταν απ᾿ την μοίρα του γραφτό·
μπορεί κανένα πλάσμα, ίσαμε τώρα,
να μην είχε φανεί καθώς αυτό·
μπορεί και να ήταν κάποια Παρουσία
άποιο λυσίπονο τελειωτικό…

Και να που, με καιρό, καθώς γυρνούσε,
ζητώντας, μεσ᾿ απ᾿ άστρα να φανεί,
κατόρθωσε και πρόβαλε, επιτέλους
ένα φτωχό λουλούδι, ένα πρωί…
Τρίλλιζαν, κελαηδούσαν τα πουλάκια,
χαρά θεού, γελούσαν οι ουρανοί!

Βγήκε σε μία πλαγιά, – τ᾿ ήταν δεν ξέρω,
και μήτε και μπορώ να πω το που:
φτωχό λουλούδι, καν απλό χορτάρι
του κάμπου των αγρών η του γιαλού,
– κι αν άνοιξε στα μέρη τα δικά μας
η μην αυτό συνέβη αλλού…

Το μεσημέρι φάνταζε Σα φλόγα,
και γιόμιζε το μέρος ευωδιά·
μια μικρή μέλισσα ήρθε, προς το βράδυ,
στα πέταλά του τα χιμαιρικά,
κι έγινε το καλύτερο το μέλι,
σ᾿ όλο τον τόπο εκείνη τη χρονιά…

Μεγάλωσε, έτσι, αμέριμνα, ως το βράδυ·
μα πριν το βράδυ πέσει στο βουνό,
περνούσ᾿ ένας βοσκός με το κοπάδι,
που αργά τραβούσε κατά το χωριό·
το ῾κοψε, και το πέταξε πιο πέρα·
πριν να προβάλουν τ᾿ άστρα, ήταν νεκρό…

ΙΙ

Τη δεύτερη φορά που ήρθε στη γη μας,
ήταν ένα γατάκι γαλανό·
γεννήθηκε μία νύχτα του Φλεβάρη,
λαμπρό φεγγάρι ήταν στον ουρανό·
κι αυτό έγινε, δεν ξέρω σε ποιόν τόπο,
σ᾿ ένα μικρό σπιτάκι σκοτεινό.

Σ᾿ αυτό καθόταν μοναχά μια γριούλα·
Μια γριούλα με τα πέντε της παιδιά·
Τα δυό μεγάλα λείπανε στα ξένα,
Χωρίς ελπίδα να γυρίσουν πιά·
Μονάχα τα κορίτσια ήταν κοντά της,
Κι ο πιο μικρός με τα σγουρά μαλλιά.

Λίγο έλειψε κι αυτό να πάει με τ᾿ άλλα:
Μα επειδής ήταν άσπρο, παχουλό,
Το γλύτωσεν αποβραδίς η Αννούλα,
Και το ῾βανε κρυφά στο πλυσταριό·
Και αργότερα του πέρασε, για χάζι,
Μια κορδελίστα γύρω στο λαιμό.

Ποιος να ῾λεγε σ᾿ εκείνους τους καημένους,
Που ζούσαν πάντα τόσο ταπεινοί,
Πως έλαχε σ᾿ αυτούς ο κλήρος, τώρα,
Ν᾿ ακούσουν τη μεγάλη τη Φωνή.
– να ιδούν το Κάτι εκείνο, που είχε κάνει,
δεν ξέρω πόσους αιώνες να φανεί!

Τώρα ήταν ένα σύχαρο γατάκι,
παράξενα θλιμμένο και γλυκό·
τα μάτια του κοιτούσαν ώρες- ώρες,
μ᾿ ένα μυστήριο τόσο αγγελικό,
που μόνο αυτό θ᾿ αρκούσε, μια για πάντα,
να διώξει απ᾿ τους ανθρώπους το κακό…

Τότε έπεσε πολλή χαρά στο σπίτι:
γύρισε ο πρώτος γιός, ο ναυτικός,
με το πουγγί γιομάτο, από τα ξένα·
σε λίγο ήρθε και ο δεύτερος ο γιός·
κι η Αννούλα πήρε κάποιο παλικάρι,
κι έπαψε η γρίνια πιά και ο τσακωμός…

Η δεύτερη διορίστηκε δασκάλα,
σ᾿ ένα χωριό γειτονικό, σιμά·
κι ο μικρούλης, ακόμα ο πιο τεμπέλης,
δούλευε τώρα, κι έβγαζε αρκετά.
Στα τελευταία, κι η μάνα μία αυγούλα,
κοιμήθηκε, κι αυτή παντοτινά…

Και το γατάκι ξάπλωνε στον ήλιο,
κι όλα βαδίζαν, όλα, μια χαρά!
Μα να που ένα βραδάκι του χειμώνα,
το βρήκε πάλι κάποια συφορά:
μια ρόδα, ξαφνικά το πήρε σβάρνα,
και του ‘σπασε και τα δυο του τα πλευρά…

Στο δρόμο, χάμου, απόμεινε πεσμένο,
καλώντας, λες, κι εγώ δεν ξέρω τι,
με την απελπισμένη του φωνούλα,
θλιμμένη τόσο, και σπαραχτική!
Μ᾿ αν έτυχε και κάποιοι να περάσουν,
ήταν αδιάφοροι και βιαστικοί…

Στις πέντε, προς το βράδυ, ξεψυχούσε·
τριγύρω του απλωνόταν ερημιά·
κανένας, τώρα, να το συμπονέσει,
μήτε καμιάν ελπίδα πουθενά…
Πύκνωσε το σκοτάδι, βγήκαν τ᾿ άστρα,
κι αρχίνησε να βρέχει σιγανά.

Στις έντεκα, τη νύχτα ζούσε ακόμα·
μα τώρα πιά η φωνή του ήταν φριχτή,
θαρρείς ένα τραγούδι του Υπερπέραν,
– κάτι που δεν λεγόταν πιά φωνή!
Σχεδόν ως τα μεσάνυχτα ακουγόταν,
ώσπου, στο τέλος, έπαψε κι αυτή…

ΙΙΙ

Δοκίμασε άλλη μια φορά για να ’ρθει
– κι έγινε ένα παιδάκι τρυφερό·
στο μέρος που γεννήθηκε, είχε πέσει
κακό μεγάλο, εκείνο τον καιρό:
μίση, κακίες, καυγάδες δίχως τέλος,
το τι γινόταν ήταν φοβερό!

Σαν έκλεισε τα πέντε του τα χρόνια,
και πήγε στο σκολείο της γειτονιάς,
βασίλεψε παντού μια τέτοια ειρήνη,
που κλέφτης δεν υπήρχε ούτε φονιάς!
Τώρα, όλες οι γωνιές κι όλες οι στράτες
ήταν γιομάτες άνθη λεμονιάς…

Κάθε φορά που πήγαινε στην τάξη
με την μικρή του ζώνη, τη λευκή
στο δρόμο, όσοι περνούσανε σιμά του,
γυρνούσαν το κεφάλι εκστατικοί
και γητεμένοι κι ονειροπαρμένοι
τ᾿ ακολουθούσαν μυστικά ως εκεί!

Κι όσο για τα μεγάλα του τα μάτια,
τ᾿ αλλόκοτα, γλυκά και τρυφερά
Σκορπούσαν τόσο φως ολόγυρά του
κι ήτανε τώρα τόσο φλογερά
– που μόνο αυτά αρκούσαν, εδώ κάτου
να φέρουν την στοργή και την χαρά…

Μα μ᾿ ολ᾿ αυτά δεν γλύτωσε και πάλι:
κάποιο μουντό βραδάκι θλιβερό,
την ώρα που αρχινούσε το σκοτάδι
καθώς γυρνούσε μόνο απ᾿ το σκολειό
σε μια γωνιά περνούσε κάποιο τρένο:
το πρόλαβε, – και το ῾κοψε στα δυό…

IV

Κι έτσι, αφού τρεις φορές, μεσ᾿ απ᾿ τη Νύχτα
με τρεις μορφές δοκίμασε να ’ρθει
κατάλαβε πως άδικα ζητούσε
να δει, σ᾿ αυτή την πλάση, προκοπή
Γι’ αυτό, κι εκείνο, γύρισε για πάντα
και χάθηκε, ξανά μες στην Σιωπή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ

Είπα πιο πάνω: γύρισε για πάντα
Και χάθηκε, ξανά μες στην Σιωπή
– κι ο μύθος, μια κι Εκείνο ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ
σε αυτή την φράση πρέπει να κοπεί.
Μα τι σημαίνει αυτό το «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ»
Ποιος θα ῾ταν ικανός να μας το πεί;…

ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Το Άγνωστο γύρω και παντού, – κι ο Νόμος ο Τρανός του!
Κι ενώ σε είμαστε παρά μορφές αυτού του Αγνώστου,
Φαντάσματα, όλοι, και καπνοί, στην δίνη της Αβύσσου
(με τ᾿ όνειρο, φτωχή ψυχή, για μόνη απολαβή σου),

μάταια φαντάσματα, τυφλά, που το σκοτάδι σπέρνει
που η νύχτα φέρνει μία στιγμή, κι η νύχτα, πάλι, παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό μες στον αιώνιο σάλο,
μισούμε και εχθρευόμαστε – και κρίνει ο ένας τον άλλο…

ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Τις βαριές τις ώρες που είμαι μόνος
Και δεν είναι γύρω μου κανείς
Που δεν είμαι παρά μόνο πόνος,
– περιμένω, Μάνα, να φανείς.

Κι όμως ήξερε όλες σου τις πράξεις
Πριν, Σα ρόδο, σπάσεις και σαπείς
Σχεδόν ξέρω πως θα με κοιτάξεις
Και τα λόγια ακόμα, που θα πεις…

Ξέρω ακόμα, πως θα με χαϊδέψεις
Μ᾿ ένα τρόπο τόσο τρυφερό,
Που θα σβήσεις όλες μου τις σκέψεις
Που με βαραίνουν, τόσο καιρό…

Κι άμα νιώσεις όλο μου τον πόνο,
Τι μεγάλος είναι και βαθύς
Φτάνει τη ματιά μου να δεις μόνο,
– δεν θα φύγεις… θα με λυπηθείς!

ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ…

Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τι να κάνω…
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τα αφήνω και γλιστρούν αργά στο πιάνο…

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,
Κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο..
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα μάλλον να πεθάνω…

ΕΡΙΝΥΕΣ

Παλιά τραγούδια μακρινά χαμένα από καιρό
Μες σε στιγμές αγγελικές η μέσα στ᾿ όνειρό μου,
Τώρα που, εντός μου, τίποτα δεν μένει πιά γερό
Το βράδυ που σας θυμηθώ μοιάζει με βράδυ τρόμου.

Κι εσάς που πάντα φύλαγα, για μία παρηγοριά
– Σα μια στερνή και μαγική παρηγοριά δική μου
Σας βλέπω τώρα, ξαφνικά ν’ αλλάζετε θωριά
Και να ‘στε απ’ όλες τις πληγές, η πιο μαρτυρική μου!

Για αυτό, σφαλώντας τη ματιά πηγαίνω να χαθώ.
Μες στους πικρούς σας εμπαιγμούς και μες στις ειρωνείες,
Τώρα που τίποτα γερό δεν έμεινε κι ορθό
– τραγούδια μου Ερινύες!..

ΠΡΟΣΜΕΝΩ ΠΑΛΙ

Θυμάμαι, νύχτα ήταν βαθειά,
μα η μέρα κόντευε να φτάσει,
καθώς κινήσαμε μαζί,
για να χαθούμε μες στην πλάση…

Και σ᾿ όσα πέσαμε κακά,
παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,
κανένας μας δε μπορεί πιά
μήτε να δεί μήτε να μάθει…

Πόσο παλέψαμε κι οι δυό
και κυλιστήκαμε στο χώμα,
ζητώντας και τα πιο μικρά,
-δε θα το πεί κανένα στόμα…

Κι επειδής είχαμε δεχτεί,
καθένας τη δική του μοίρα,
πήρες τον ένα δρόμο εσύ,
κι εγώ τον άλλο δρόμο πήρα.

Κι αφού χαθήκαμε καιρό
και πλανηθήκαμε στην τύχη,
(κι ως τώρα, μόνος μας δεσμός
δεν ήταν παρά κάποιοι στίχοι),

τώρα, που τ᾿ όνειρο για μας
τα φώτα σβήνει τα στερνά του,
-προσμένω, πάλι, να σε βρω,
μες στη γαλήνη του θανάτου…

ΠΟΙΗΤΗΣ

Πόσο βαθύ κι ασήμαντο συνάμα,
της Ζωής και της Τέχνης σου το δράμα,

σ’ ένα παιχνίδι μάταιο και γελοίο,
του Νου σου να σκορπάς το μεγαλείο!

Μέρα-νύχτα να παίζεις με τις λέξεις,
πως, πρέπει, μεταξύ των, να τις πλέξεις

και πως, μαζί, να σμίξεις κάποιους ήχους,
ώστε να κλείσεις τ’ Όνειρο σε στίχους!

Πόσος κόπος και πόνος κι αγωνία,
να πλάσεις απ’ τη θλίψη σου αρμονία

και να τη πλάσεις μ όλους σου τους τρόπους,
για να τη ξαναδώσεις στους ανθρώπους!
Μήτε κι αληθινά που ξέρω πράμα
πιο θλιβερό, απ’ του πόνου σου το δράμα,

του Πόνου αυτού, που στέργει για κλουβί του,
το χώρο ενός ανθρώπινου αλφαβήτου!

Κι αφού, σα τα μικρά παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, με ρίμες και με λέξεις

κι όλες σου τις ελπίδες αφανίσεις,
χαμένος, όλος, μεσ’ στις αναμνήσεις,

μόλις φανούν οι πρώτες μαύρες τύψεις
κι ερθ’ η στιγμή να σκύψεις, να μη σκύψεις,

μα παίρνοντας μαζί το θησαυρό σου,
το Γολγοθά σου ανέβα και σταυρώσου!

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Ι

Τ᾿ όνειρό μου πιά δεν είναι να χαρώ, μήτε να ζήσω,
μα να πω μια λέξη μόνο, σα μια φλόγα και να σβήσω.

Κι αν ακόμα ζω του κάκου και γυρνώ στην επάνω,
μόνον ένα πιά μου μένει: να τη πω και να πεθάνω…

Κι όμως καν αυτή η λέξη δε μου δόθηκεν ακόμα
να τη πω και μου παιδεύει τη ψυχή μου και το στόμα.

Μήτε καν αυτή τη λέξη, την απέραντα θλιμμένη,
μήτε τρόπος να τη μάθω, μήτε χρόνος δε μου μένει.

Κι αφού τ᾿ άχαρά μου χείλη δε τη πρόφεραν ακόμα,
θα τη πάρω και σα ξένοι θα χαθούμε μεσ᾿ στο χώμα…

ΙΙ

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ κι ήσαν όλοι γύρω μόνοι
κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μεσ᾿ στη νύχτα που σιμώνει.

Κι όσο ζω κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλίμονό μου,
το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου!

Τη στιγμή του σταυρωμού μου και για μόνη συντροφιά μου,
μόλις ένιωσα τα χέρια που καρφώσαν τα καρφιά μου…

Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
μόνος έζησα του κάκου κι όπως ήρθα και θα φύγω.

Τ᾿ είναι τάχα για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
Κι όπως ήρθα και θα φύγω, μόνος μεσ᾿ στο θάνατό μου…

ΒΙΒΛΙΑ - 0002

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΤΡΙΒΙΖΑ

ΩΡΑΙΟΠΑΘΗΣ

Μες στ’ άχαρο βράδυ,
το μάταιο, πού μένω,
φυτό ξένου τόπου,
παραπονεμένο,

στ’ ακοίμητα βάθη
του απέραντου κόσμου,
πλανιέται κι ό στείρος
καημός ο δικός μου…

Μ’ ανήσυχο μάτι
κι αμίλητο χείλι,
την ώρα που πέφτει
το μήλινο δείλι,

σαν ένας επαίτης,
στο δρόμο τού κόσμου,
γυρίζει κι ο πόθος
ό νοσταλγικός μου…

Τί θέλει, τί κάνει,
πού ζει μες στην πλάση,
– ποια μοίρα του γράφει
να μην ησυχάσει

και μέρα και νύχτα,
γυρνώντας αλήτης,
να ψάχνει, ζητώντας
μιαν όψη καλή της;…

Ποια δίψα του ’χει έτσι
το δρόμο χαράξει,
να μη μπορεί κάπου,
ποτέ του, ν’ αράξει,

και μέσ’ άπ’ τη ζήση,
μιας ώρας περάτης,
να μην κατορθώνει
να δει τη χαρά της!…

Και κάθε που, γύρω,
τ’ απόβραδο πέφτει,
γυρίζει και ψάχνει,
δειλά, σαν τον κλέφτη,

γυρίζει, και ψάχνει,
στη γης εδώ-κάτου,
να βρει, κάπου, κάτι,
για παρηγοριά του…

Και μέσα στη νύχτα,
πού μένει δεσμώτης,
κοιτώντας τού κάκου
να βρει το ρυθμό της,

η Τέχνη, μονάχα,
σαν κάποιος φεγγίτης,
τουτ δίνει τη λήθη,
με τη μουσική της…

Γι’ αυτό κι η καρδιά μου
γυρίζει στην τύχη,
σαν κάποιοι χαμένοι
κι αλλόκοτοι στίχοι,

που δεν τους μαντεύουν,
ενώ κλείνουν τόσα,
γιατ’ είναι γραμμένοι
σ’ ερμητική γλώσσα…

Και τώρα, ένα, μόνο,
στερνό, θέλει να ’χει:
μια κι είναι πλασμένη
να μένει μονάχη,

κι αφού καμιάν άλλη
χαρά δεν αιστάνθη,
—να σβήσει, όπως σβήνουν
τ’ ανώφελα τ’ άνθη…

ΕΛΕΓΕΙΑ

Δε μοιάζουνε μόνα τ’ αργά βήματά μου,
– κι ωστόσο δε νιώθω κανένα κοντά μου,
την ίδια τη μοίρα να ζει:
κάτι έχει μεγάλο κοπεί μεταξύ μας,
και μένουμε μόνοι, μες στην ύπαρξή μας,
ενώ περπατούμε μαζί…

Τα χρόνια μας πάνε, κι εκείνα, χαμένα:
στο δρόμο πού πήρα, δε βρήκα κανένα,
που να ’χει χαρεί μερικά-
κι ωστόσο, το λίγο που γνώρισα γύρω,
με κάνει και λιώνω, με λάγγεμα στείρο,
για πράματα χιμαιρικά…

Τί τ’ όφελος, όμως; Το βράδυ σιμώνει,
κι εμείς όλο πάμε, πιο ξένοι, πιο μόνοι,
καθένας μ’ αυτό που ποθεί
κι ωστόσο η καρδιά μου πώς δίνεται, Θέ μου!
Θαρρώ δεν την είδα να θέλει, ποτέ μου,
με τόσον καημό να δοθεί…

Μάς φέρνει το κύμα, και πάμε, θλιμμένοι,
στ’ απέραντο βράδυ πού μάς περιμένει,
χωρίς ένα φως πουθενά!
Προφταίνουμε, μόλις, δυο λόγια να πούμε,
να πούμε δυο λόγια, σ’ αυτούς που αγαπούμε,
— κι αμέσως βυθάμε ξανά…

ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ

Απόψε αγάπησα τα μάτια μου,
κοιτώντας τα μες στον καθρέφτη:
να ’ταν το φως, που, μες στην κάμαρα,
τόσο λεπτά κι ανάερα πέφτει;

Να ’ταν το ρόδο το απριλιάτικο,
που το ’χα βάνει στη γωνία,
να μην το δω να παραδίνεται
στη βραδινή την αγωνία;

Να ’ταν, αλήθεια, το τριαντάφυλλο,
που ξεψυχούσε στο ποτήρι,
— η κάποιοι πόθοι που με παίδευαν,
και που είχαν απομείνει στείροι;…

το ρόδο που ’σβήνε, το πάθος μου,
το παραθύρι, που δεν κλείνω,
— η μήπως επειδή σε κοίταξαν
τόσο πολύ, το βράδυ εκείνο;…

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζουνται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
— κι είναι τα βράδια μόνα…

Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα, και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ’ έχει φέρει, τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;…

Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας
κλείνει,
να ’ρχουμαι, πάλι, να ζητώ μιάν ησυχία χαμένη,
σα μιάν ελεημοσύνη!

Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια
μόνα…
Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα, – η μην είν’ η ανατριχίλα
του ερχομένου χειμώνα;…

ALLA C. BOT.

Στην αγκαλιά να σ’ έσφιγγα, να σ’ έσφιγγα
και με τα δυο μου χέρια, ώσπου να νιώσω
να λιώσει και να στάξει δλη η ψυχούλα σου
στους πόρους της δικής μου, σαν τη δρόσο.

Τα χείλη μου ν’ αγγίζουνε τα μάτια σου
τόσο απαλά, τόσο γλυκά κι αγάλια,
που όταν τα κλείνεις να θαρρείς πως κύματα
και ζέφυροι φυσούν απ’ τ’ ακρογιάλια…

Κι ένα φιλί στο στόμα, τόσο ατέλειωτο,
που οι ώρες να μας πλέξουνε στεφάνι,
και τόσο ηδονικό, που να φιλιόμαστε
κι όλοι να λεν πως έχουμε πεθάνει…

Κι όταν θ’ απαλοσβήνει αυτό το φίλημα,
και δεις να ’χω τα μάτια μου σφαλίσει,
θα με σαλέψεις με τα δυο χεράκια σου,
κι εγώ θα ’χω στ’ αλήθεια ξεψυχήσει….

Τ’ ΑΝΘΟΓΥΑΛΙ

Τι κρίμα! ’Απόψε, εκεί που χάιδευα
τ’ άσπρα τα ρόδα, που είχα βάλει,
έπεσε χάμω, και τσακίστηκε
το κρυσταλλένιο μου ανθογυάλι…

Πως πόνεσα, πως το λυπήθηκα,
και πως μου τρέμανε τα χέρια…
Και τα τριαντάφυλλα σκορπίσανε,
σαν πεθαμένα περιστέρια…

Κι ένιωσα, τότε, κάποιο δάκρυ μου,
που αργοκυλούσε αγάλι-αγάλια,
— κι είδα πως περισσεύουν κλάματα,
να κλαίμε και για τ’ ανθογυάλια…

…Κι έπειτα, ακούμπησα το μέτωπο,
στ’ ολότρεμό μου χέρι πίσω,
και κάποια λύπη μου θυμήθηκα:
μα δε μπορούσα να δακρύσω…

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ήρθε, προς τα μεσάνυχτα,
στο δρόμο, μια παρέα
και μου σιγοτραγούδησε
τόσο γλυκά κι ωραία,

που η σκέψη μου όλη ρίγησε
και ξέφυγε από μένα,
και πήγε πάλι στα παλιά
και τα λησμονημένα…

…Τα μαντολίνα φύγανε,
πρόβαλε, πάλι, η μέρα,
κι ακόμα, ως τα χαράματα,
δε φάνηκε από πέρα…

Ποιος ξέρει που να χάθηκες,
πουλάκι μεθυσμένο!
Μήτε στιγμή κοιμήθηκα,
για να σε περιμένω…

ΣΕ ΜΙΑ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΠΕΘΑΜΕΝΗ

Απόψε στα χαμόγελά σου ελούσθηκε,
λιποθυμάει σαν πιο γαλάζια η δύση…
Επέθανες ολόχαρη σαν όνειρο,
αυγούλα που θολώνει πριν φωτίσει!

Και ο τάφος όπου σ’ έσυρε απ’ της μάνας σου
της έρημης τα πονεμένα τα φιλιά,
για να μη νιώσεις του θανάτου το ανατρίχιασμα
σου ζέστανε την παγωμένη του αγκαλιά…

’Απόψε, σαν ελούσθη στην ψυχούλα σου,
φεγγοβολεί πιο αθώα ο Γαλαξίας!
Κοιμήσου από τα χάδια της μανούλας σου
σε μαύρα κύματα γλυκιάς ανυπαρξίας…

Κοιμήσου αγνή… Το κυπαρίσσι είναι όμορφο,
έχει και ο τάφος τα λευκά όνειρά του:
άλλοι ονειρεύονται από πάνω από τη γη
και άλλοι, βαθιά, ονειρεύονται, από κάτου…

ΛΕΥΚΕΣ ΨΥΧΟΥΛΕΣ

Άρπαξα κάποιους στίχους μου στα δάχτυλα,
τους έσκισα, τους σπάραξα, ένα-ένα
τα χίλια κομματάκια τους κουρέλιασα
και τα χαρτάκια επέταξαν θλιμμένα…

Και σα λευκές ψυχούλες μου εφανήκανε…
Το τρίξιμό τους ήταν μοιρολόι!
Τρεμουλιαστές στον άνεμο εκολύμπησαν
και αγάλια εγλυκοστάλαξαν στη χλόη…

…Είναι στιγμές που πνίγομαι, που πνίγομαι,
ανοίγω το παράθυρο και μένω-
ολόβαθα σα να με στραγγαλίζουνε,
με σκίζει κάποιο δάχτυλο κρυμμένο!

Και, αχ, τα χαρτάκια τάχα δεν έπόνεσαν;
Ποιος ξέρει σε ποια γλώσσα κρυφοκλαίνε…
Μα ο Πόνος τις ψυχές έχει χαρτάκια του.
…Κλάψε, καρδιά μου, στίχε σπαραγμένε!…

ΕΙΜΑΙ ΤΟΣΟ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ…

Είμαι, τόσο κουρασμένος απ’ τα λόγια τα ειπωμένα
κι απ’ τα λόγια που θα πούμε, — κι απ’ τους άλλους, κι από μένα
κι απ’ το κάλεσμα του στίχου, με το μάταιο λυρισμό,
που η ψυχή μου δεν ελπίζει παρά μόνο στο Λιμάνι
και στο σάλπισμα της Μοίρας, που μια μέρα θα
σημάνει
τον Αιώνιο Γυρισμό!

Τότε, μόνο, λυτρωμένος απ’ της γης την ‘ιστορία,
μες στων κόσμων και στων άστρων την ατέρμονη πορεία,
φως ανέσπερο, χυμένο σε μιάν έξαλλη στροφή,
το Τραγούδι το Μεγάλο, που ποτέ δεν έχω γράψει,
το στερνό μου το Τραγούδι, — σα μια δόξα που θ’ ανάψει
τότε, μόνο, θα γραφεί!…

ΘΑΝΑΤΟΣ

Η σάλπιγγα του Θριάμβου αργά σημαίνει,
για μιάν Υπάτη Πρώτη Παρουσία,
που μήτε θα μπορούσε, κι η εξημμένη,
ποτέ, να τη συλλάβει φαντασία!

Χρώματα και ήχοι, αρώματα, – ενωμένα
σ’ ένα Μεγάλο φως, όλο Γαλήνη,
— κι ό,τι ποθούσα, τώρα πιά, για μένα,
σαν ένα παραπέτασμα που κλείνει…

Τίποτα πια της γης δεν απομένει,
— κι ο ’Αρχάγγελος υψώνει τη Ρομφαία:
της γης η σκιά, για πάντα διαλυμένη,
μέσα σε μιάν ’Αλήθεια Κορυφαία!

…Κι όπως κυλώ στα βάθη του κενού μου,
σαν άστρο φλογερό στον άξονά του,
— δε νιώθω πιά να ζει, παρά το Νου μου,
στην ’Απεραντοσύνη του Θανάτου…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΛΥΜΠΟΥΡΛΗ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Η πλειοψηφία των κριτικών εντάσσει τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη στη λεγάμενη αθηναϊκή σχολή του νεορομαντισμού, δίνοντάς του μάλιστα τον τίτλο του «κατεξοχήν» νεορομαντικού ανάμεσα στους ομοτέχνους του: τον Ρώμο Φιλύρα (1889-1942), τον Κώστα Ουράνη (1890-1953), τον Κώστα Καρυωτάκη (1896-1926), τον Τέλλο Άγρα (1899-1944) και πολλούς άλλους. Μηδενός εξαιρουμένου, ούτε βέβαια και του Λαπαθιώτη, οι εκπρόσωποι της σχολής αυτής, προετοιμάζοντας το έδαφος για την υποδοχή της γενιάς του 1920, της γενιάς δηλαδή των συμβολιστών , συνεχίζουν μεν τη ρομαντική παράδοση, αλλά την ίδια στιγμή δέχονται τις επιδράσεις του αγγλικού αισθητισμού -Oscar Wilde, Edgar Allan Poe- και του γαλλικού συμβολισμού. Η τέχνη των νεορομαντικών, αναπόφευκτα λοιπόν και του Λαπαθιώτη, χαρακτηρίζεται από έναν άκρατο συναισθηματισμό, ο οποίος δίνει έκφραση στην αίσθηση του
ανικανοποίητου και του αδιεξόδου, από μια διάθεση αναπόλησης, που τους φέρνει πιο κοντά στο όνειρο παρά στην πραγματικότητα, και όλα αυτά σε στίχους με τους έντονους ρυθμούς και τη μουσικότητα του συμβολισμού.
Εάν ο νεορομαντισμός αποτελεί συνέχεια του ρομαντισμού -όπως άλλωστε προδίδει και η ίδια η λέξη- ο Ναπολέοντας Λαπαθιώτης υπήρξε πράγματι ο ποιητής, ο οποίος «καθάρισε» τον ποιητικό λόγο από το ρομαντικό στόμφο και τις μεγαλόσχημες υπερβολές, εγκαινιάζοντας «τους πρώτους ευπαθείς και αβρούς τόνους, ό,τι ονομάστηκε τότε “νέα ευαισθησία”» . Η ποίησή του υποτάσσεται στα ουαλδικά πρότυπα, σύμφωνα με τα οποία η ζωή γίνεται τέχνη, ενώ ο καλλιτέχνης μετατρέπεται σε έργο τέχνης. Και είναι αλήθεια ότι η ποίηση του Λαπαθιώτη είναι άκρως προσωπική· πρόκειται για μια ειλικρινή καταγραφή βιωμάτων και εμπειριών, κυρίως ερωτικών, η οποία μας επιτρέπει να σχηματίσουμε μια διάφανη εικόνα για τον άνθρωπο Λαπαθιώτη.
Ο Άρης Δικταίος, ο πρώτος, στην πραγματικότητα, εκδότης των ποιημάτων του Λαπαθιώτη στις εκδόσεις Φέξη (1964), χωρίζει το ποιητικό του έργο σε δύο περιόδους: Ά. 1905-1919 και Β’. 1920 κ.ε. (μέχρι το θάνατό
του το 1943) . Τα ποιήματα της πρώτης περιόδου χαρακτηρίζονται από έναν ερωτικό αισθησιασμό καθαρά ουαλδικό ως προς το στοιχείο του αμοραλισμού και της πρόκλησης. Η μουσικότητα του συμβολισμού γοητεύει τον
Λαπαθιώτη, ωστόσο η δύναμη που ασκεί πάνω του η ελληνική παράδοση τον οδηγεί στην υιοθέτηση ρυθμών αμιγώς ελληνικών, με προτίμηση προς τους ρυθμούς των λιανοτράγουδων και των μοιρολογιών. Ο έρωτας, δοσμένος με νεανική ένταση και υπερβολική, ίσως, αισθηματικότητα και ηδυπάθεια, βρίσκεται στο επίκεντρο της θεματικής του. Τα ποιήματα αυτής της περιόδου πηγάζουν αβίαστα από το γνήσιο ταλέντο του:

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
το γλυκό γλυκό σου μάτι,

και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
στο κορμί μου γύρω γύρω
κι έπινα μέσ’ απ’ τα χείλη σου
γλυκιάν άχνα σαν το μύρο,

και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
γλυκά λόγια σαν τα μόρα,
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι μας
κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι, αγάπη μου, σε χόρτασα
κι έτσι, τη γλυκάδα σου ήπια
μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα
στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια,

κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε
το κορμί σου και το μάτι
κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
κι ήταν άσπρο το κρεβάτι.

Αντίθετα, κατά τη δεύτερη δημιουργική του περίοδο ο Λαπαθιώτης επιζητά με εμμονή την καλλιτεχνική επεξεργασία των στίχων του. Σε στοχασμό του 1931 δηλώνει απερίφραστα: «Καταλαβαίνω αξιόλογα τη νοοτροπία ενός ποιητή, που δε θα ’κάνε παρά πέντε-δέκα, το πολύ, ποιήματα σ’ όλη του τη ζωή, και που θα περνούσε το υπόλοιπό της, διορθώνοντάς τα και φορμάροντάς τα διαρκώς, ώσπου να τους δώσει την άρτια, την οριστική μορφή». Η συνειδητή ωστόσο λιτότητα που τελικά επιτυγχάνει είναι αποτέλεσμα της εκούσιας ανάγκης του να δίνουν τα ποιήματά του την εντύπωση ενός αυθόρμητου αυτοσχεδιασμού. Ως προς τη θεματική ο ερωτισμός της προηγούμενης περιόδου παραχωρεί τώρα τη θέση του σε στίχους πικρούς κι απελπισμένους, γεμάτους από τη θλίψη, την ανία, την απόγνωση και προπάντων τη νοσταλγία του δημιουργού τους. Τα ποιήματά του εκφράζουν το δράμα του: τη μοναξιά, τη διάψευση και την πτώση του:

Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τι να χάνω…
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τ’ αφήνω και γλιστρούν, αργά, στο πιάνο…

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,
κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο…
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα, μάλλον, να πεθάνω…

Σύμφωνα με τον κριτικό Βάσο Βαρίκα σ’ αυτά ακριβώς τα ποιήματα βρίσκεται και η πραγματική προσφορά του Λαπαθιώτη: «όταν το δράμα αρχίζει να υπεισέρχεται για πρώτη φορά στην ποίησή του, όταν εγκαταλείπει τη μάσκα για να δείξει το πραγματικό του πρόσωπο. Στα ποιήματα αυτά και η πράγματι σοφή τεχνική του επιτυγχάνει να αξιοποιήσει στο έπακρο την εσωτερική μουσική του διάθεση, που χαρακτηρίζει άλλωστε ιδιαίτερα την ποίησή τους. Είναι η ωριμότητα. Γιατί προς το τέλος η ισορροπία μοιάζει να διασπάται, καθώς η κρίση φτάνει στο κατακόρυφό της, και το αυθόρμητο δεν είναι εύκολο να υποταχθεί στην πειθαρχία της τέχνης. Και τις στιγμές αυτής της ωριμότητας, έγραψε στίχους, που τους εμπνέει η νοσταλγία, ο πόνος, η μελαγχολία, η πεισιθανάτια ακόμη διάθεση, πολλοί, πάρα πολλοί από τους όποιους είναι, νομίζω, προορισμένοι να επιζήσουν».
Αυτός λοιπόν υπήρξε ο Ναπολέοντας Λαπαθιώτης! Ως άνθρωπος ένας ωραιοπαθής -ο ίδιος σε ένα ποίημά του μας περιγράφει πώς ένα βράδυ «αγάπησε τα μάτια του, κοιτώντας τα μες στον καθρέφτη»- και προκλητικός δανδής της εποχής του, με δηλωμένη την κλίση του προς το όμοιο φύλο, ένας εραστής των «τεχνητών παραδείσων»! Ως ποιητής βαθύτατα ανθρώπινος, τρυφερός και πικραμένος. «Ανάμεσα στους τρεις-τέσσερις καλύτερους της “σχολής” εμφανίζεται τελικά πιο “συντετριμμένος” και πιο ανθρώπινος. Kι αν εκείνοι διαθέτουν σκληρότερο πυρήνα κι ανοίγονται σε μεγαλύτερη έκταση
και βάθος, αυτός ξέρει να κλαίει ανθρώπινα. Κάτι τέτοιες στιγμές, μαζί με μερικά λαμπρά και σπάνιας ευαισθησίας ποιήματα, διασώζουν ακόμα ποιητικά τη φυσιογνωμία του»

 ΣΩΤΗΡΗΣ ΤΡΙΒΙΖΑΣ  «ο δικός μου» Λαπαθιώτης

ΤΗ ΝΥΧΤΑ της 7ης ’Ιανουάριου 1944 ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε μέσα στο σπίτι του, στη συμβολή των οδών Οικονόμου και Κουντουριώτου στα Εξάρχεια. Δίπλα του βρέθηκε το παλιό περίστροφο με το όποιο είχε πυροβολήσει το στήθος του. Ήταν η τραγική κατάληξη μιας ζωής
χρωματισμένης με τα πιο εκτυφλωτικά χρώματα που κάποτε έδυσαν για να βασιλέψουν οι ίσκιοι. Έτσι όπως θαυμάσια το απέδωσε ο Τάκης Παπατσώνης στον τίτλο της γνωστής μελέτης του: ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά.
Γόνος εύπορης, μεγαλοαστικής οικογένειας, γιος του στρατηγού Λεωνίδα Λαπαθιώτη (ο όποιος, μετά το κίνημα στο Γουδί, διετέλεσε και υπουργός των Στρατιωτικών) και της Βασιλικής Παπαδοπούλου, ανιψιάς του Χαριλάου Τρικούπη, ο Λαπαθιώτης γεννήθηκε στην ’Αθήνα το 1888. Η πρώτη του εμφάνιση έγινε σε ηλικία μόλις εννέα ετών μέσα απ’ τις σελίδες της Διαπλάσεως των Παίδων. Δεκατριών ετών είχε ήδη τυπώσει, με έξοδα του πατέρα του, το πρώτο του έργο: το έμμετρο δράμα Νερών ο Τύραννος. Ωστόσο, επισήμως εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα το 1905, με τη δημοσίευση δύο ποιημάτων στο περιοδικό Νουμάς. Έκτοτε, και για τριάντα περίπου χρόνια, ο Λαπαθιώτης μεσουρανούσε στο λογοτεχνικό στερέωμα της χώρας μας μέσα από τις σελίδες της Ηγησώς, της Ανεμώνης, της Νέας Εστίας, του Μπουκέτου, και απασχολούσε την κοινή γνώμη άλλοτε για
τα αισθησιακά, ερωτικά του ποιήματα και τα επαναστατικά μανιφέστα του και άλλοτε για τον προκλητικό, και κάποτε σκανδαλώδη για τα ήθη της εποχής, τρόπο της ζωής του.
Ποιητής λεπταίσθητος, μουσικός, επηρεασμένος από τον αισθητισμό του Wilde και από τους γάλους συμβολιστές, καθάρισε, όπως σημειώνει ο Κώστας Στεργιόπουλος, το λόγο των πρώτων Αθηναίων ρομαντικών από το στόμφο και τη μεγαληγορία και ανανέωσε το ρομαντισμό των δεύτερων, κομίζοντας τους αβρούς τόνους μιας νέας ευαισθησίας. Η ποίησή του,
στους ίδιους μελαγχολικούς τόνους με την ποίηση του Καρυωτάκη άλλα χωρίς την ένταση και το σαρκασμό από τον όποιο διαπνέεται το έργο του τελευταίου, υποβάλλει περισσότερο μια συναισθηματική κατάσταση και λιγότερο ένα συγκροτημένο ποιητικό όραμα. Σ’ αυτό συμβάλλει η μουσική δομή της, με τις φευγαλέες εντυπώσεις και τις χαλαρές, σχεδόν ασύνδετες μεταξύ
τους εικόνες, την προσεγμένη, μέχρι σημείου εκζήτησης, στιχουργία και την εκμετάλλευση των μουσικών δυνατοτήτων της γλώσσας: της συνίζησης, της παρήχησης, της ευρηματικής ομοιοκαταληξίας. ’Έτσι, τα ποιήματα του διαθέτουν χάρη, κομψότητα κι ευλυγισία. Κι αν κάποτε η έλλειψη ποιητικού βάθους τον παρασύρει σ’ επαναλήψεις και κοινοτοπίες, ο Λαπαθιώτης, στις καλύτερες στιγμές του, είναι ικανός να δονήσει τις πιο λεπτές κι ευαίσθητες χορδές.
Από την πρώτη του νεότητα, τον Λαπαθιώτη τον περιέβαλλε η αχλής του μύθου: η αριστοκρατική καταγωγή του, το εκπάγλου καλλονής νεανικό παρουσιαστικό του, οι νυχτερινές περιπλανήσεις του, η δηλωμένη ερωτική του απόκλιση, η αναζήτηση των τεχνητών παραδείσων, αλλά, προ πάντων, τα ποιήματά του, σκορπισμένα σε κάθε είδους έντυπα με την αμεριμνησία ενός εστέτ, του εξασφάλισαν μια εφήμερη δόξα, που, όσο περνούσαν τα χρόνια, έχανε σιγά σιγά τη λάμψη της. Σ’ αυτό συνέβαλε η επίμονη άρνησή του να ενστερνισθεί τα νεότερα ποιητικά ρεύματα, άρνηση που εκδηλώθηκε με βίαιες πολεμικές εναντίον των «μοντέρνων». Κι ενώ ξεθώριαζε η ποιητική του αίγλη, ήρθε ο θάνατος των γονιών του, ο πόλεμος, η Κατοχή, η οικονομική εξαθλίωση, να κορυφώσουν το δράμα του. Τα φλογερά, ερωτικά ποιήματα των νεανικών του χρόνων παραχώρησαν τη θέση τους σε στίχους γεμάτους απελπισία, στίχους που κατατρύχονταν από την έμμονη ιδέα του θανάτου.
Κάποτε, μαρτυρεί ο Μάριος Βαϊάνος, ο Λαπαθιώτης συνέλαβε την ιδέα της αυτοκτονίας του σαν φάρσα. Εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα του 1944 η φάρσα παίχτηκε σαν τραγωδία.
Τα Ποιήματα (Πυρσός, 1939) είναι το μοναδικό ποιητικό βιβλίο που τύπωσε εν ζωή ο Ναπολέων Λαπαθιώτης. Πρόκειται για μια επιλογή πενήντα ποιημάτων από το πλούσιο έργο που είχε σκορπίσει σπάταλα ο ποιητής σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά στο διάστημα μιας τριακονταετίας. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως η ομολογημένη αντιπάθεια του Λαπαθιώτη για τα τυπωμένα βιβλία ήταν ένα ακόμα από τα στοιχεία του μύθου που τον περιέβαλλε. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά θ’ αρκούσε να πείσει ότι πίσω από την πόζα και τις αυτάρεσκες δηλώσεις κρύβεται η οξεία καλλιτεχνική αντίληψη ενός ανθρώπου που έχει συνείδηση της ανισότητας του έργου του: «Είμαι ευτυχισμένος που δεν έχω τυπώσει ακόμα βιβλίο. Σκεφθείτε, αν όσα τραγούδια η ό,τι άλλο έγραψα από τα είκοσι μου χρόνια είχε στεγασθεί μέσα σε βιβλία και ήταν τόσο πρόχειρο να με διαπομπεύει… Εκείνο που με απασχολεί πάντα, είναι ένα βιβλίο. ’Αλλά το βιβλίο αυτό θα
πρέπει να περιλάβει ό,τι καλύτερο έχω γράψει. Είναι πολύ φυσικό να υπάρχει πολλή σαβούρα μέσα στα γραφόμενά μου και θέλω η σαβούρα αυτή να μην περάσει στο βιβλίο. Το ξεκαθάρισμα, Λοιπόν, αυτό μου τρώει πολύν καιρό…»
(Συνέντευξη στον Κωστή Μπαστιά, 1931).
Όπως σαφώς μαρτυρεί ο υπότιτλος της έκδοσης του 1939 (Πρώτη ’Επιλογή), πρόθεση του Λαπαθιώτη ήταν να συνεχίσει αυτό το «ξεκαθάρισμα» έως ότου φτάσει σε μια οριστική εκλογή των ποιημάτων του. Η λαίλαπα του πολέμου, η Κατοχή, η ένδεια, η απελπισία, ο θάνατος που δεν ήρθε αυτόκλητος, δεν το επέτρεψαν. Η έκδοση του 1939 έμεινε μοναδική. «Νομίζω», γράφει ο Κλέων Παράσχος, «ότι και αυτό ακόμα το βιβλίο του, το μοναδικό, για να πάρει την απόφαση να το τυπώσει, θα ζόρισε κάμποσο τον εαυτό του. Πληθώρα έργου που έκαμνε δύσκολο και κουραστικό το ξεδιάλεγμα (και το διόρθωμα- ο Λαπαθιώτης δούλευε ολοένα και
ξαναδούλευε και τα πρόσφατα, άλλα τα παλαιότερα ιδίως γραφτά του), νωχέλεια, η συνείδησή του η καλλιτεχνική, η πολύ ακονισμένη, που δεν
ήταν δυνατόν να μην του γεννούσε ώρες ώρες αμφιβολίες για την αξία του έργου του (σχετικά μ’ εκείνο που ονειρευόταν να πραγματώσει), ένα
αίσθημα του μάταιου κάθε πράξης, ιδίως του τυπώματος ενός βιβλίου; Ποιος ξέρει!»
Γεγονός είναι πως η επιθυμία του Λαπαθιώτη για ένα βιβλίο που θα περιλάμβανε «ό,τι καλύτερο είχε γράψει» έμεινε ανεκπλήρωτη. Είκοσι χρόνια μετά το θάνατό του, ο Άρης Δικταίος συγκέντρωσε το σύνολο των ευρεθέντων ποιημάτων του στην (εξίσου δυσεύρετη σήμερα με την έκδοση του 1939) έκδοση Φέξη. Η έκδοση αυτή, όπως παρατήρησε ευθύς η κριτική
(Βάσος Βαρίκας, εφ. Το Βήμα, 17.6.1965), μάλλον παραμορφώνει παρά αποσαφηνίζει την εικόνα της ποιητικής προσφοράς του Λαπαθιώτη. Αφ’ ενός δεν κατορθώνει να συγκεντρώσει το σύνολο του έργου του και αφ’ ετέρου δεν διακινδυνεύει την ευθύνη κάποιας επιλογής, παρακάμπτοντας τη βούληση του ποιητή κι επιτρέποντας στα ποιήματα της ώριμης περιόδου να συνυπάρχουν με τη «σαβούρα». Τέλος, εύκολα διαπιστώνει κανείς, διαβάζοντας την εισαγωγή και τα σχόλια του επιμελητή, την επιθετική στάση που ο τελευταίος υιοθετεί απέναντι στο πρόσωπο και στο έργο του Λαπαθιώτη – τόσο, ώστε ορισμένοι, όπως ο Πάνος Παναγιωτούνης, έκαναν λόγο για ((προσβολή στη μνήμη του» και για «τυμβωρυχία στα Άπαντα του».
Είναι μεγάλος ποιητής ο Λαπαθιώτης; Ερωτήματα τέτοιου είδους απασχολούν μόνον όσους συνηθίζουν να μετρούν τους ποιητές με τον πήχη και το υποδεκάμετρο. ’Ασφαλώς, το ποιητικό του ανάστημα δεν είναι πρώτης σειράς. Είναι όμως ένας ποιητής που, κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό του Κώστα Στεργιόπουλου, «ξέρει να κλαίει ανθρώπινα». Όσο και αν η ποίηση του Λαπαθιώτη φαντάζει σήμερα κάπως παλιομοδίτικη και ξεπερασμένη, «με τα πολλά της τα λιγώματα» όπως εγκαίρως παρατήρησε ο Μήτσος Παπανικολάου, τα φλογερά ερωτικά ποιήματα της νιότης του και τα γεμάτα απελπισία ποιήματα της ωριμότητας αρκούν για να του εξασφαλίσουν μία εξέχουσα θέση στα γράμματά μας. ’Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η αποτίμηση της προσφοράς του Λαπαθιώτη έγινε τη στιγμή κατά την οποία ο μοντερνισμός είχε εδραιώσει τη θέση του στην ελληνική λογοτεχνία και η νεότερη κριτική έσπευδε να κλείσει βιαστικά τους λογαριασμούς της με την παράδοση. ’Έτσι ο Λαπαθιώτης, που είχε την ατυχία να ζήσει στο μεταίχμιο αυτής της μεταβατικής εποχής, βρέθηκε ξαφνικά στο περιθώριο. Η επίδραση, όμως, που άσκησε ο Λαπαθιώτης στην εποχή του αλλά και σε μεταγενέστερους καιρούς δεν είναι διόλου αμελητέα — κάτι που αποδεικνύεται, άλλωστε, από το διαρκώς ανανεωμένο ενδιαφέρον που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια για τον άνθρωπο και το έργο του. ’Όχι τον άνθρωπο η το έργο χωριστά, αλλά για το «έμψυχό του ποίημα», όπως το έθεσε ο πάντοτε ακριβολόγος Τέλλος ’Άγρας.
Η παρούσα ανθολόγηση αποτελεί ανάπτυξη μιας παλαιότερης ανθολογικής πρότασης. Πηγές της παραμένουν οι δύο εγκυρότερες, μέχρι
τουλάχιστον αυτή τη στιγμή, εκδόσεις του λαπαθιώτικου έργου: η έκδοση του 1939, που επιμελήθηκε ο ίδιος ο ποιητής, και η μεταθανάτια έκδοση του 1964, που επιμελήθηκε ο Άρης Δικταίος. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειώσουμε πως παρουσιάζεται εδώ για πρώτη φορά σε ολοκληρωμένη μορφή ένα στιχούργημα του 1937, αποσπάσματα του οποίου – με αξιοσημείωτες παραλλαγές — δημοσιεύθηκαν, πιθανώς από μεταγενέστερο χειρόγραφο, στη Διαγώνιο του Ντίνου Χριστιανόπουλου (Πρωτοχρονιά 1959), απ’ όπου το ερανίζεται και ο Δικταίος. Πρόκειται για το ποίημα «Προϋποθέσεις η τα μετά θάνατον», χρονολογημένο χειρόγραφο του δποίου σώζεται σήμερα στο ’Αρχείο Λαπαθιώτη (Ε.Λ.Ι.Α.). Στο επίμετρο του τόμου ανθολογούνται ορισμένες από τις περίφημες «μιμήσεις», που ο Λαπαθιώτης δημοσίευσε στο περιοδικό Πνευματική Ζωή το 1938-9, και παρατίθενται στοιχεία εργοβιογραφίας του ποιητή, τα όποια βασίζονται στην αυτοβιογραφία του αλλά και σε άλλες πηγές, με σπουδαιότερη ανάμεσα τους τη μελέτη του Τάσου Κόρφη Ναπολέων Λαπαθιώτης. Συμβολή στη μελέτη της ζωής και τον έργου τον (Πρόσπερος, 1985).
Τέλος, ίσως δεν είναι άστοχο να υπενθυμίσουμε εδώ, ακόμα κι αν πρόκειται για κάτι που θεωρείται αυτονόητο, ότι η ανθολόγηση είναι πράξη υποκειμενική και ότι αυτός που παρουσιάζεται στις επόμενές σελίδες είναι «ο δικός μου» Λαπαθιώτης.

0 σκέψεις για το “ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ”

  1. Ανδρέα ,καλησπέρα!
    Σε ευχαριστώ πολύ για το εξαιρετικό post!

    Καλό βράδυ

    Έμμα Τσιβρά

    Στις Τρί, 7 Ιαν 2020 στις 10:07 μ.μ., ο/η ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ έγραψε:

    > Ανδρέας Καρακόκκινος posted: ” Ο Ναπολέοντας Λαπαθιώτης, μοναδικός γόνος
    > του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, αξιωματικού του πυροβολικού και για ένα διάστημα
    > Υπουργού των Στρατιωτικών, και της Βασιλικής Παπαδοπούλου (το γένος
    > Ραζηκότσικα), ανηψιάς του Χαρίλαου Τρικούπη, γεννήθηκε στις 31 Οκτ”
    >

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *