ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (20/11/1927) από γονείς Θρακιώτες πρόσφυγες. Μεγάλωσε στο κέντρο της πόλης και σπούδασε με λαμπρούς δασκάλους στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ (όπου υπηρέτησε για ένα διάστημα ως βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας). Από το 1960 εργάστηκε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Από το 1962 και για δύο χρόνια δίδαξε στο Ελληνικό Γυμνάσιο στη Βεγγάζη της Λιβύης. Το 1974 ορίστηκε μέλος της Επιτροπής για τη συγκρότηση ανθολογίου κειμένων λογοτεχνίας για το Δημοτικό σχολείο, καθώς και για την ανανέωση των Νεοελληνικών Αναγνωσμάτων του Γυμνασίου. Υπήρξε σύμβουλος έκδοσης του σημαντικού περιοδικού Ελεύθερη γενιά (μηνιαίο περιοδικό για τις μαθητικές κοινότητες), που εξέδιδε το Υπουργείο Παιδείας. Πέθανε στα 58 του χρόνια, (16/2/1985) από νοσοκομειακή λοίμωξη που επήλθε μετά από μια απλή επέμβαση στον προστάτη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές:
«Ηλιοτρόπια», ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1954
«Τα Χίλια Δέντρα», εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1963
«Τα Χίλια Δέντρα & άλλα ποιήματα (1954-1963)», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973

Πεζογραφία:
«Για ένα φιλότιμο» (πεζογραφήματα, εκδ. Διαγωνίου, Θεσσαλονίκη, 1964
«Η σαρκοφάγος» (πεζογραφήματα), εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1971
«Η μόνη κληρονομιά» (πεζογραφήματα), εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1974
«Το δικό μας αίμα», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1978
«Ομόνοια 1980» (φωτογραφίες: Ανδρέας Μπελιάς), εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 1980
«Επιτάφιος θρήνος», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1980
«Κοιτάσματα» (πεζά κείμενα), εκδ. Ορέστης, Αθήνα, 1981
«Πολλαπλά κατάγματα», εκδ. Εστία, Αθήνα, 1981
«Εφήβων και μη» (διάφορα κείμενα), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1982
«Εύφλεκτη χώρα», Καθημερινή, Αθήνα, 1982
«Καταπακτή», εκδ. Γνώση, Αθήνα, 1982
«Η πρωτεύουσα των προσφύγων», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1984
«Ο Πίκος και η Πίκα» (παιδικό παραμύθι), Αθήνα, 1986

Θεατρικά έργα:
«Το αυγό της κότας» (θέατρο για παιδιά / εικονογράφηση: Αλέξης Κυριτσόπουλος), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1981

Μεταφράσεις:
«Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Ταύροις», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1969
«Παλατινή ανθολογία: Στράτωνος μούσα παιδική», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1980

Μελέτες & άλλα κείμενα:
«Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας», ανάτυπο από το περιοδικό «Διαγώνιος», Θεσσαλονίκη, 1965
«Τα δημοτικά μας τραγούδια», Ταχυδρόμος, Αθήνα, 1966
«Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού», Ταχυδρόμος, Αθήνα, 1966
«Παραλογές», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1970
«Καραγκιόζης, 1-3», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973
«Παραμύθια του λαού μας», εκδ. Ερμής, Αθήνα, 1973
«Αλεξάνδρεια 1916: Ημερολόγιο Φίλιππου Δραγούμη», εκδ. Δωδώνη, Αθήνα, 1984
«Ο της φύσεως έρως: Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης», εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1985
«Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής» (συνεντεύξεις), εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1996

ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ (1954)

Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων

Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,
«λες να ’ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.

Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ
στην αίθουσα αναμονής, το τραίνο
απ’ την Κρακόβια θα περιμένω.

Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν
ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια∙
«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»
θα κάνω δήθεν αδιάφορα.

Και χθες τη νύχτα

Μικρές οι νύχτες τώρα το καλοκαίρι·
οι φίλοι πάντα λίγοι κι ο έρωτας,
που εκτός αυτού δεν είναι πια για μας.

Διάβασμα μέχρι αργά· μορφές
που κλείστηκαν νωρίς μες στα ρομάντζα.
Ήρθε κρυφά και χθες τη νύχτα
η Φράνσι Νόλαν από το Μπρούκλιν.

Όμως συγκρατήθηκα πάλι
και μόνο σαν πήρε να σβήνει:

«Φράνσι», ψιθύρισα, «Φράνσι,
έλα επιτέλους και στη ζωή μου.
Σε περιμένω τόσα χρόνια
και σε φαντάζομαι επίμονα.
Φράνσι, έχασα πια την επαφή μου
με τις ματιές και τις καρδιές των ανθρώπων.»

Τότε που έλειπα

Σαν επιστρέφω αργά στην κάμαρά μου,
ομίχλη φόβου πάντα με τυλίγει.
Όργια, λες, εγίναν θεία,
τότε που έλειπα στους δρόμους.

Κομμένα γόνατα – δεμένα χέρια
ξορκίζω τους καθρέφτες και θολώνουν.

Κάτι έχουν δει·
κάτι έχουν δει και που δε λέει
να πάρει τέλος, Θε μου.

Πια δε βαστώ.
Εδώ και χρόνια μες στα χέρια του με πλάθει.

ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ

Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ’ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.

Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.

Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

Μ’ ΑΣΠΡΗ ΜΟΥΣΑΜΑΔΙΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Στου καφενείου τα τζάμια
που έγλειφε η βροχή
σ’ αναπολούσε η ψυχή μου
περιμένοντας:

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Έλα,
και τα τσιγάρα ένα ένα τέλειωσαν,
κι η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή.
Του κόσμου τούτου η ερημιά,
που εσένα δε σ΄ αγγίζει,
έρχεται.

Κι απόψε δε θα κοιμηθώ,
κι όπως θα μυρμηγκιάζουνε
τ’ άπειρα δευτερόλεφτα
πότε η βροχή θα με κυκλώνει
και πότε απ’ την καρδιά
το είδωλό σου θα ξανάρχεται.

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
λευκό ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

1954

ΤΟΝ ΜΑΗ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ

Ο φόβος του θανάτου χάνει πάθος,
χάνει δύναμη, κάτω απ’ τους νέους
αστερισμούς που πάλι φάνηκαν.

Τον Μάη που μας έρχεται
σας περιμένω.

«ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΠΤΥΕΙΝ»

Λησμόνησε τους δρόμους της βροχής
το περιστέρι.

Φωνές αρσενικών,
χρυσές ματιές
– λαμπρές δικαιολογίες.

Όμως και στα μαλλιά
και μες στα μάτια μου
πλανιούνται στην αναμονή
τα μυστικά.

Αναμονή χωρίς
«Απαγορεύεται το πτύειν»
ή
«Αναχωρεί το τρένο των επτά»
και στο βαγόνι πάλι
απαγορεύεται κι απαγορεύεται το πτύειν!

Το πιο σπουδαίο πράγματι
σχόλιο των τοπίων.

ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ (1963)

ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ

Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό∙
πάνε τα Χίλια Δέντρα – θα τα κάψουν.

Κραυγάζει κάποιος μες στο πάρκο, τους παρακαλεί,
λέει πως είναι νέος, αδελφός τους.

Ποτέ δε μας ξανάρθε το παιδί,
που έφερνε πρωί πρωί το γάλα.
Σαν αλογάκι ήτανε, σα ζαρκαδάκι.

ΕΒΡΕΧΕ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΟ

Έβρεχε δίχως λόγο όλη τη νύχτα.
Έκλαψα-χόρτασε η ψυχή μου.
Σ’ έφερα πιο κοντά.
Κράτησα επιτέλους τη μορφή σου.

Χαράζει τώρα στις μηλιές
κείνο σου το χαμόγελο.

ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΕΛΠΙΔΑ

Κάτι ζητάει φέτος το φθινόπωρο.
Σού ζήτησα μια πρόχειρη φωτογραφία.
Αν όμως βρέχει απόψε, πάλι θα χαθείς.
Βροχές, φωτογραφίες και φθινόπωρα.

Αγάπη μου,
αγάπη μου χωρίς ελπίδα.

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ

Όλα μπορείς να τα σωπάσεις,
όμως ποτέ τον έρωτα ΄
την ώρα που ανοίγουν τ’ άστρα,
όταν αρχίζει στην καρδιά η μουσική
και κόβονται γλυκά τα γόνατα.
Τότε σε οδηγούν τα βήματά σου.

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ Ο ΠΝΙΓΜΟΣ

Τις νύχτες που φυσάει ο βαρδάρης
και γέρνει το παράθυρο
κρύβεται στη γωνιά και ψιθυρίζει.

Γυρνούν τα δέντρα τότε μες στον άνεμο,
τα ζοφερά τοπία της αγάπης.
Οι ερωτήσεις πάντα ύστερα απ’ τη μόλυνση,
η αγωνία πέρα απ’ τις προθεσμίες.

Δεν έχει τέλος ο πνιγμός, αυτό το βύθισμα.

ΤΟ ΚΥΝΗΓΗΜΑ

Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο∙
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις.

Όμως το βράδυ πάλι βγήκα απ’ τη μιζέρια μου.
Με γέλασαν οι φωτεινές επιγραφές,
τα πρόσωπα που ανάβαν και που σβήναν.
Ξέχασα την αναδουλειά, τη φαγωμάρα του σπιτιού,
τους δανειστές, τους φίλους, το κυνήγημα.

ΜΕ ΚΥΚΛΩΝΕΙ ΑΠΟΨΕ

Έξω αιώνια βρέχει, έξω ερημιά∙
θαρρώ πως χάθηκα για πάντα.
Με ζώνη πάλι ο φόβος, με κυκλώνει.
Πύρινη γλώσσα απειλεί το σπίτι μου.
Το παίρνει, το αιωρεί πάνω απ’ την πόλη.

Ποιος ξέρει τι κατάντησα και δεν το νιώθω.

Ένας απόψε να με άγγιζε στον ώμο,
αμέσως θα κατέρρεα στα πόδια του.

ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Έσφιξα τα μάτια να μη βλέπω πια
– να μη με βλέπουν, αυτοί που τριγυρνούνε
με μια σφραγίδα μοναξιάς στο μέτωπο.

Μα ζωγραφίστηκες εσύ στα βλέφαρά μου
με το χαμόγελο της τελευταίας συγκατάβασης.

Κακά τα ψέματα, δεν επαρκεί η μνήμη.

ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Με κέρδισε ο φόβος μου – τίποτα δεν υπάρχει.
Χαμένος μες στους δρόμους, μες στα σινεμά,
δεν είμαι πια ο νεαρός που δεν καταλαβαίνει.
Με γύμνωσε ο πανικός, με τίναξε,
με τις καθημερινές, με τις επίμονες παρεμβολές του.
Πυκνώνουν, δένουν μέσα στα συμπτώματα,
το διάστημα της σιωπής μικραίνει.

Κανείς – ούτε η μητέρα δε με σώζει.

ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΣΠΡΑ ΧΕΡΙΑ

Με τις παλάμες μου τις ένοχες στο πρόσωπο,
ούτε μπορώ να κρύβομαι, ούτε και να βαδίζω.
Αυτά τα άσπρα χέρια εξίσου είναι γνωστά.

Κι έψελνα κάποτε τις Κυριακές στην εκκλησία…
Τι να ’γιναν οι τόσες προσευχές;
Πού είν’ ο άγγελός μου;
Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;

Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ

Όλοι σωπαίνουν γύρω μου, λοξοκοιτάζουν∙
και το γκαρσόνι μου μιλάει στον πληθυντικό
με τις καλύτερες ελληνικούρες του ρεπερτορίου του.

Κι όμως εδώ, σ’ αυτό το μαγαζί,
μια νύχτα του σαραντατέσσερα χορεύανε.
Λαχτάριζε το σώμα τους, γραφότανε∙
τα ρούχα τα τριμμένα είχαν ομορφύνει.

Τότε πηδώντας ένα ένα τα σκαλιά
σβούριξε μέσα στο χορό κείνη η χειροβομβίδα.

ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΑΚΡΙΝΗ

Σε επαρχία μακρινή δημόσιος υπάλληλος.
Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή

Ζήτω η Ελευθερία∙ γιατί κι αυτή καλή
όμως γλυκό και το ψωμί – πράγματα
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα.

Διάφοροι κι απίθανοι επαγρυπνούν τριγύρω του.
Η ευτυχία ονομάζεται εδώ εφημερίς
– του κυβερνώντος, εννοείται, κόμματος.

Κάθε καφές κι ένα καινούριο άτομο
προορισμένο σε μιαν ώρα να στεγνώσει.

Και μόνο στις αργίες όταν κρύβεται
στο ξένο του δωμάτιο, κάπως σα να ξεχνιέται,
ίσως να ξαναζεί.

ΟΜΙΧΛΗ ΠΕΦΤΕΙ

Ομίχλη πέφτει πάλι απάνω μου∙
αν είναι δίπλα μου κανείς, τελείως άγνωστο.

Ούτε στη μνήμη μου δε βρίσκω μια χαρά μου.
Η αμαρτία τίποτε δεν άφησε∙
ούτε ένα πρόσωπο, όλα τα πήρε πίσω.

Πολλή ομίχλη πέφτει απόψε πάνω μου
– μισάνοιξε την πόρτα μου και περιμένει.

Ό,τι φοβήθηκα με βρήκε με το παραπάνω

ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ

Οι ξένοι είναι καλοί – στο σπίτι πλήττεις.
Αρρώστιες, βάσανα πολλά, το τι θα φάμε.
Οι ξένοι χωρατεύουνε, γελούν πολύ μαζί σου.

Μα όταν έρθουν οι αρρώστιες κι οι αναδουλειές,
το σπίτι αυτό το πληκτικό μένει κοντά σου.
Όλοι λακίζουν, ούτε καν ρωτούν.
Και δε σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν.

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΠΟΣΤΗΜΑ

Έτοιμος να χυμήξω, συσπειρώνομαι∙
μαζεύομαι στο φόβο, καιροφυλακτώ.

Απ’ την ημέρα παραιτήθηκα νωρίς.
Συμμάζεψα τις άχρηστες ομολογίες.
Βάρυνα μες στην ενοχή – ωρίμασα.

Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο.

ΟΤΑΝ ΑΣΤΡΑΦΤΕΙ

Έκλεισα το παράθυρο
κι αμέσως έπεσε η νύχτα.
Η μακρινή βροντή πάλι ξεχώρισε∙
λύθηκαν, κόπηκαν τα ήπατά μου.

Κρατάω με τα δόντια τον καιρό.
Βυθίζω μέσα στη μαυρίλα το μυαλό μου.

Ας άνοιγε η γη, ας με κατάπινε,
τουλάχιστο να μη γελούν, όταν αστράφτει

ΥΠΟΨΙΑ

Γελούσαν πολύ στη γιορτή∙
γελούσαν ύστερα στο δρόμο.
Κάτι ψιθύρισαν στ’ αυτιά.
Ωρίμασε κάτι στα μάτια.

Δεν έχω τίποτε απάνω μου, θαρρώ.
Τίποτε απολύτως δεν το δείχνει
το πυρωμένο εκείνο σίδερο,
που όλο τις γιορτές με κυνηγάει
και η καρδιά μου λαχταράει να μη φωνάξει.

Αφού γελούσαν όμως, το κατάλαβαν κι αυτοί.

Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΘΑ ’ΡΘΕΙ

Δεν έχει πάλι ύπνο κι ακούει τα ρεμπέτικα
και τα σκυλιά που αγαπούν τους μεθυσμένους.
Έκλεισε κι ο μπακάλης που πουλάει κρασί.
Στα σπίτια περιμένουν οι γυναίκες.
Το τρένο πέρασε σφυρίζοντας∙ ο τελευταίος σεισμός.

Τ’ όνειρο που θα ’ρθει κι απόψε το φαντάζεται:
Λιθογραφίες της Γενοβέφας, μυρωδιές, κρασί
στο δρόμο της καρδιάς που τρίζει μες στην κούραση.
Ξανθά παιδιά που πήρε ο ύπνος με τα ρούχα τους,
καθώς περίμεναν τα βήματα του γυρισμού του.
Και δυο μεγάλα μάτια, μάτια υπομονής, μες στο σκοτάδι

ΠΗΓΗ: TRANSLATUM  (Βίκυ Παπαπροδρόμου)

https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=1560.0

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Η ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ

Ανάμεσα στο παρθεναγωγείο και την έκθεση, σ’ ένα δρομάκι πολύ στενό, μονοπάτι μάλλον, χρόνια βρίσκονταν παραπεταμένη -κατά την προσφιλή συνήθεια των αρχαιολόγων μας- μια θαυμάσια αρχαία σαρκοφάγος. Eίχε βαθιά σκαλισμένες τις πλευρές με έρωτες, κλήματα και λουλουδένιες γιρλάντες, ενώ πάνω στο κάλυμμά της χαμογελούσε μισοπλαγιασμένο απαλά ένα αγαλματένιο ζευγάρι ρωμαϊκής εποχής. Aνασηκωμένοι στο ανάκλιντρο, ερεθιστικά γυμνοί κάτω απ’ το σεντόνι, η γυναίκα εμπρός και ο άντρας πισωκολλητά κατόπι, συνέχιζαν θαρρείς τους θαυμάσιους έρωτές τους. Mου άρεσε να τους κοιτώ, γι’ αυτό, τις νύχτες ιδίως, περνούσα συχνά από κει. Mε αναπαύουν, άλλωστε, όλοι οι έρημοι και σκοτεινοί δρόμοι. Mόνο καθώς βαδίζεις σ’ αυτούς, μπορεί κάτι το ελπιδοφόρο να προβάλει εντός σου και κάπως να ημερέψει η ψυχή. Πήγαινα και καθόμουν στο χείλος της μισοσκεπασμένης λάρνακας, σα να περίμενα ν’ αναστηθεί το αντρόγυνο ή να έρθουν οι γλυκιές μυροφόρες για να τις αναγγείλω εγώ πρώτος την ανάσταση: ηγέρθησαν, ούκ εισιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτούς. Συνήθως όμως ξεπρόβαλε ανάμεσα στ’ αγριόχορτα και στα ψηλά σινάπια κάποιος που έρχονταν για ανάγκη του ή κανένας τύπος ύποπτος, μόνος του ή με παρέα. Oπότε, αντί να αναγγείλω την ανάσταση, δίπλωνα τα φτερά μου κι έφευγα μαζεμένος, περισσότερο για λόγους προνοίας παρά από διακριτικότητα. Kι όμως, η σαρκοφάγος εκείνη ήταν ολόκληρη η λατρευτή ειδωλολατρεία για μένα.
Σε λίγο, με χαρά διεπίστωσα πως την είχε κάνει φωλιά του ένα ζευγάρι νεαρών εραστών. Mπαίναν μέσα απ’ το λοξά τραβηγμένο καπάκι και ξαπλώναν πάνω σε στρωμένες εφημερίδες, κολλημένοι, βέβαια, σφιχτά σφιχτά. Ίσως να βγάζαν και τα ρούχα τους το καλοκαίρι. Kάτι μου φάνηκε κάποια βραδιά πως υπήρχε αφημένο στο χείλος. Πάντως, ακόμα και να ‘βρεχε, προφυλάγονταν απ’ το σκέπασμα αρκετά. Mα και η σαρκοφάγος φυλάγονταν απ’ αυτούς, εφόσον εκείνες τουλάχιστο τις ώρες κανένας δεν πλησίαζε να τη βρωμίσει. Oι νεαροί, μόλις άκουγαν τα βήματά μου, σταματούσαν τους ψιθυρισμούς. Kι εγώ περνούσα γρήγορα και κρυφογελαστά, μια και μισώ τα κρυφακούσματα όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Δεν παρέλειπα όμως να χαϊδέψω λίγο πονηρά στο πλάι την τυχερή σαρκοφάγο.
Tο ζευγαράκι, σίγουρα, δεν μπορούσε ούτε να υποψιαστεί σε τι είχε χρησιμεύσει άλλοτε εκείνη η λάρνακα. Oύτε από μακριά δε θα μπορούσε να φανταστεί τα πτώματα τα τουμπανιασμένα, τη βρώμα και τη σαπίλα, που την είχαν κάποτε διαποτίσει. Πολύ περισσότερο δε θα ‘ξερε πως ήταν καμωμένη από πέτρα ειδική, που έχει την ιδιότητα να κατατρώγει πιο γρήγορα τις ανθρώπινες σάρκες. Ένας θεός μονάχα ξέρει, τι θα νόμιζαν πως ήταν εκείνο το κουβούκλιο.
Yπήρξε όμως κάτι, που οπωσδήποτε θα ‘πρεπε να τους ενοχλεί. Kι αυτό ήταν η στενότητα του χώρου. Tην είχα διαπιστώσει κι ο ίδιος μπαίνοντας κάποτε μέσα. Tότε, γιατί η επιμονή τους αυτή; Ποιος τους εμπόδιζε ή τους κυνηγούσε; Στα ζευγαράκια, όπως είναι γνωστό, κάνει πλάτες ολάκερη η κοινωνία χαμογελώντας πονηρά στο πέρασμά τους. Nα ‘ταν καμιά άλλη περίπτωση, από κείνες τις κατακριτέες, να το καταλάβω. Aλλά εδώ ήταν αδύνατο λογικά να βρω άκρη. Θα ‘πρεπε, πάντως, να τους άρεσε πολύ εκεί μέσα.
Aπ’ αυτά κι απ’ αυτά άρχισε το εξής να με βασανίζει: πώς θα μπορούσε να κυλήσει το ασήκωτο εκείνο σκέπασμα πάνω στη λάρνακα; Aσφαλώς, με μοχλούς ή με τακάκια, κατέληξα. Eπομένως, το καπάκι θα μπορούσε να παγιδευτεί και να κυλήσει ακριβώς την ώρα που θα ‘μπαινε μέσα το ζευγάρι. Θα ‘ρχιζαν, φυσικά, να φωνάζουν, να χτυπούν και να χτυπιούνται, μα τελικά κάποιοι ασφαλώς θα τους άκουγαν και θα ‘φερναν ένα γερανό να τους ξεσκεπάσει. Θα δημιουργούνταν έτσι μια εξαιρετικά πρωτότυπη και έξυπνη -να πάρει ο διάβολος- υπόθεση και πολλοί θα ‘σπαζαν άδικα των αδίκων το κεφάλι τους να βρούνε τη λύση. Mονάχα αυτοί που θα ‘ξεραν απ’ τη μυθολογία εκείνο το παγίδευμα του Άρη και της Aφροδίτης απ’ τον Ήφαιστο, κάτι θα υποπτεύονταν. Mπορεί, βέβαια, να μην τους άκουγε και κανένας, οπότε εγώ που εκεί κοντά θα παραφύλαγα, θα τηλεφωνούσα στους αρμόδιους να έρθουν να τους βγάλουν. Δε θα τους άφηνα να πάθουν τίποτε, απλώς θα τους βοηθούσα να ζήσουν έντονα κάτι. Ήθελα εξάλλου να ξαναζωντανέψω τη λάρνακα. Nα ‘ναι πάλι κλειστή και πάλι με γυμνά νεανικά σώματα μέσα, που θα πετιούνταν όμως με λαχτάρα σε λίγο σα νεκραναστημένα. Σαρκοφάγος να ξαναγίνει επ’ ουδενί λόγω θα της επέτρεπα.
Aπάνω που ξαναμελετούσα την ένατη ραψωδία της Oδύσσειας κι έλεγα πια με αγαλλίαση να βάλω το σχέδιό μου σε εφαρμογή, άρχισαν τα εγκλήματα του δράκου. Kαι μολονότι δεν πίστεψα όλα εκείνα τα παραμύθια, από πείρα πικρή ανέστειλα αμέσως τις περιπολίες μου στα έρημα και στα σκοτεινά. Tο ίδιο, άλλωστε, θα ‘κανε και το ζευγαράκι.
Σε λίγο, πήρα των ομματιών μου και ξανάφυγα απ’ την πόλη αυτή, όπου αναβλύζει, για μένα τουλάχιστο, σαν το μύρο η αγωνία. Όταν μετά από χρόνια ξαναπέρασα, ο τόπος ήταν αγνώριστος γύρω απ’ το παρθεναγωγείο. Γκρεμίστηκαν τα πάντα κι απλώθηκε κι εκεί η λεγόμενη διεθνής έκθεση. Eίναι, μάλιστα, καθώς υπολογίζω, ένα από τα πιο φωτισμένα σημεία της το στενάκι εκείνο. Όσο για τη σαρκοφάγο την ξαναβρήκα προχτές, όχι χωρίς συγκίνηση, στον κήπο του μουσείου. Mου φάνηκε θλιβερή, σα να ξανάγινε τάφος.

http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=123&author_id=12

ΤΑ ΚΕΦΑΛΙΑ

Μπαίνοντας εκείνο το βράδυ στο δικηγορικό γραφείο του φίλου μου, με χτύπησε μια πολύ βαριά βρώμα. Μέσα, ένας γεροδεμένος μα μεγαλούτσικος στα χρόνια χωρικός κουβέντιαζε ζωηρά μαζί του για κάποια μάλλον κτηματική υπόθεση. Έμοιαζε παλιός πελάτης.

Κάθισα στον προθάλαμο κι άνοιξα την εφημερίδα. Όμως η ανεξήγητη βρώμα ήταν ανυπόφορη. Κοίταξα το ταβάνι, τους τοίχους, μήπως είχε σπάσει καμιά σωλήνα απ’ αυτές που κατεβάζουν τις βρωμιές, μα δε φαινόταν τίποτε. Όλα λευκά και πεντακάθαρα. Έφτασα στο σημείο να φέρω στη μύτη μου ακόμα και την εφημερίδα, που ήταν ν’ ανοίγει η καρδιά σου, σωστός μπαχτσές: μάχες, τουφεκισμοί, συλλήψεις, προδοσίες, αποκηρύξεις και φυσικά μπόλικες δηλώσεις πολιτικών αρχηγών. Ένα νέο, πάντως μας αφορούσε ιδιαίτερα: μες στη βδομάδα θα περνούσαν απ’ τους κεντρικούς δρόμους μας τους αιχμάλωτους αντάρτες, που λίγες μέρες πριν είχαν βομβαρδίσει την πόλη μας με κανόνι. Προαναγγέλλονταν άγρια αποδοκιμασία.

Καθώς διάβαζα αυτά, τέλειωσε μέσα η ακρόαση κι ο χωρικός βγαίνοντας σήκωσε απ’ τη μισοσκότεινη γωνιά ένα μικρό σακί που είχε εκεί αφημένο. Βρωμοκόπησε ο τόπος. Εδώ λοιπόν ήταν η πηγή της βρωμιάς. Ο φίλος δε βαστάχτηκε, τον ρώτησε για το περιεχόμενο. Κι αυτός με το φυσικότερο ύφος μας είπε: «είναι τα κεφάλια δυο συγχωριανών μου. Τα πηγαίνω στο χωριό να τα στήσουμε στην πλατεία. Θα περάσει όλο το χωριό να τα δει και να τα φτύσει. Θα σας τα έδειχνα, μα είναι τυλιγμένα σε εφημερίδες».

Μόλις γκρεμοτσακίστηκε, ανοίξαμε τα παράθυρα και πήραμε δρόμο. Γυρίζαμε στην παραλία πάνω κάτω σαν τρελοί. Δε μιλάγαμε καθόλου, ούτε καν κοιταζόμασταν. Ύστερα μπήκαμε σε μια ταβέρνα και γίναμε στουπί στο μεθύσι. Κερνούσε ο φίλος απ’ τα λεφτά που είχε εισπράξει προηγουμένως. Εγώ δεν έβγαζα ακόμα χρήματα, κόντευα όμως. Ήμουν φοιτητής, άνθρωπος του Μέλλοντος, όπως μας ξεγελούσαν διάφοροι σιχαμεροί και τότε.

https://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/iwannou_kefalia.html

.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΙΩΑΝΝΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ

Γιῶργος Ἰωάννου: Στοιχεῖα προσωπογραφίας*

Στίς «Μνῆμες ἑταίρων», πού καθιέρωσε ἡ Ἑταιρεία Συγγραφέων, δόθηκε ἀπό τήν πρώτη στιγμή προτεραιότητα στό πρόσωπο τῶν ἐκλιπόντων.[1] Εἶναι φανερό πώς ἔτσι οἱ ὁμηλητές ἐπιθυμοῦσαν νά ἀνακαλέσουν κυρίως ὅ,τι χάθηκε, τή ζεστή ἀνθρώπινη παρουσία, καί ὄχι νά κάνουν ἀναλύσεις ἔργων πού ἄλλωστε θά ἦταν δύσκολο νά χωρέσουν στά πλαίσια σύντομων ὁμιλιῶν. Υἱοθετώντας τό πνεῦμα αὐτό κάπως ἀκραῖα, θά ἤθελα νά δώσω ἀπόψε μερικά στοιχεῖα σχετικά μέ τήν προσωπογραφία τοῦ Γιώργο Ἰωάννου -τοῦ λογοτέχνη πού χάθηκε στίς 16 τοῦ Φλεβάρη τῆς περασμένης χρονιᾶς.

Ἀλλά πρίν νά προχωρήσω, ἴσως χρειάζεται νά πῶ δυό λόγια πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα. Ἔξω ἀπό τήν ἀναπόληση τοῦ ἄνθρωπου, ὅπως τό καλεῖ τώρα ἡ ὥρα, τί νόημα ἔχουν ἄλλα εἰδικότερα στοιχεῖα τῆς προσωπογραφίας του; Ξέρουμε ὅτι συχνά οἱ βιογραφίες τῶν λογοτεχνῶν ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν ἑρμηνεία τοῦ ἔργου τους. Καί ξέρουμε πώς στίς μέρες μας θεωροῦμε αὐτές τίς ἑρμηνεῖες ὅλο καί περισσότερο ἀφερέγγυες. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέ θά ᾿ταν ἄσκοπο νά πῶ ὅτι τά παρακάτω δέν ἔχουν πρόθεση νά φωτίσουν τό ἔργο τοῦ Ἰωάννου ἀπό καμιά πλευρά, οὔτε βέβαια ἔχουν προκύψει ἀπό τή μελέτη τοῦ δοσμένου ἔργο του. Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος εἶναι γνωστό πώς ὑπάρχει ἔντονο ἐνδιαφέρον γιά τό πρόσωπο ὅσων ξεχώρισαν στό δημόσιο στίβο. Δέν ξέρω ποιά εἶναι ἡ αἰτία ἀκριβῶς. Θέλω νά πιστεύω ὅμως πώς δέν εἶναι ἀποτέλεσμα νοσηρῆς περιέργειας ἤ δέν εἶναι μόνο. Τί μᾶς κάνει λ.χ. νά ζητοῦμε τόσο ἐπίμονα τήν εἰκονογραφία τοῦ Α. Κάλβου; Ἴσως εἶναι, μεταξύ ἄλλων, ἡ ἐνοχλητική ἀμηχανία πού αἰσθανόμαστε μπροστά στίς ἄγνωστες πτυχές προσώπων καί πραγμάτων τά ὁποῖα ἀπό ὁρισμένη ἄποψη μᾶς ἀφοροῦν. Ἀνεξάρτητα ὡστόσο ἀπ᾿ αὐτό, γνωρίζουμε ὅτι στό παρελθόν ἡ ἔλλειψη πληροφοριῶν ἀπό πρῶτο χέρι ἐπέτρεψε, ὅπως π.χ. στήν περίπτωση τοῦ Καβάφη καί τοῦ Καρυωτάκη, νά κυκλοφορήσουν ἀβάσιμες φῆμες. Εἶναι προτιμότερο ἔτσι, ἄν πρόκειται νά γίνει κάποτε λόγος γιά τό ἄτομο ἑνός συγγραφέα, νά ὑπάρχουν πληροφορίες τέτοιες ὥστε νά μήν εἶναι εὔκολη ἡ αὐθαίρετη ἀναφορά στό πρόσωπό του. Εἶναι καλύτερα νά δίνουμε ἔγκαιρα μερικά στοιχεῖα γιά τούς λογοτέχνες παρά ν᾿ ἀφήνουμε τή δουλειά αὐτή νά τήν κάνει ἡ φαντασία τῶν μεταγενέστερων.

Ἴσως ὅμως μακρηγόρησα καί θά πρέπει νά περάσω στό συγκεκριμένο θέμα.

Ὁ Γιῶργος Ἰωάννου, πρωτότοκος γιός προσφυγικῆς οἰκογένειας ἀπό τήν Ἀνατολική Θράκη, γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη τό 1927 στίς 20 τοῦ Νοέμβρη. Σέ ὥριμη ἡλικία εἶχε μέτριο ἀνάστημα καί σωματικό τύπο μᾶλλον πληθωρικό. Μελαχρινός, μέ φυσιογνωμία ἁδρή, εἶχε γκρίζα ἐκφραστικά μάτια καί μαῦρα σγουρά μαλλιά. Τό βάδισμά του ἦταν βαρύ καί κάπως ἀργό, ἀρκετά χαρακτηριστικό γιά ὅσους τόν ἤξεραν ὥστε νά τό ἀναγνωρίζουν ἀπό μακριά. Ντυνόταν ἁπλά, δίχως ἐπιτήδευση, μέ κοστούμι συνήθως σκοῦρο, χωρίς ν᾿ ἀκολουθεῖ τήν ἑκάστοτε μόδα. Ἔτσι δέ φόρεσε π.χ., ὅταν ἦταν τοῦ συρμοῦ, παντελόνι καμπάναα, δέν ἄφησε μακριά μαλλιά, φαβορίτες, κ.λπ. Ἡ φωνή του λίγο βαθιά παρουσίαζε σπασίματα κατά τρόπο πού ὡς σύνολο ἀνταποκρινόταν στόν τύπο τῆς φωνῆς πού ὀνομάζει ὁ λαός «κατσαρή». Στήν ὁμιλία του ὑπῆρχε ἕνα ἰδιότυπο «τίκ», κάτι σάν ἐλαφρό φτάρνισμα, πού ἐκδηλωνόταν ἀκανόνιστα. Φαίνεται ὅμως πώς δέν ἦταν ὁλωσδιόλου ἀνεξέλεγκτο, γιατί σέ μερικές δημόσιες ὁμιλίες του δέν γινόταν αἰσθητό. Γνώρισμα ἐπίσης τῆς ὁμιλίας του ἦταν ὅτι ἔσερνε συνήθως ἐλαφρά τήν τελευταία συλλαβή ἤ τό γράμμα τῆς κάθε ἐκφραστικῆς ἑνότητας. Ἔχοντας καθαρή ἄρθρωση, μιλοῦσε ἀβίαστα, πάντα σχεδόν κουβεντιαστά, ὀργανώνοντας τόν λόγο του περισσότερο παρεκβατικά παρά συγκεντρικά. Θέλω νά πῶ ὅτι συνήθως δέν ἀνάπτυσσε ἕνα θέμα σφαιρικά, ἐπιμένοντας στήν ἀρχική προσέγγισή του, ἀλλά ξεκινώντας ἀπ᾿ αὐτό προχωροῦσε μέ διαδοχικές παρεκβάσεις προς ἄλλες κατευθύνσεις. Στό γραφεῖο του, γιά παράδειγμα, εἶχε τέσσερεις κάπως εὐρύχωρες ξύλινες καρέκλες πού τοῦ ἄρεσαν. Κάποτε τίς σχολίασε περίπου ἔτσι. «Εἶναι εὕρημα. Τίς ἀνακάλυψα μιά μέρα πού τριγυρνοῦσα στό Μοναστηράκι. Βλέπεις ἐκεῖ πολλά ὡραῖα, ἀκόμα καί στα κοντινά στενά. Ἐκτός ἀπό τά διάφορα καί τήν ἀτμόσφαιρα εἶναι καί τά σπίτια τῆς παλιᾶς Ἀθήνας. Τά θυμᾶμαι ἀπό μικρό παιδί καί τά συγκρίνω μέ τά παλιά τῆς ἀπάνω Θεσσαλονίκης. Ἄλλες γειτονιές ἐκεῖνες, ἄλλος ἀέρας, πιό βυζαντινός. Προπάντων οἱ παλιές ἐκκλησιές μέ τίς εἰκόνες τους δίνουν ἄλλο χρῶμα…», κ.λπ. Ἐννοεῖται πώς δέν μετάφερα ἀκριβῶς τά λόγια του, ἀλλά τό σχῆμα τοῦ παρεκβατικοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο κυλοῦσε ὁ λόγος του. Λόγος ἄνετος, ζεστός καί εὐλύγιστος. Λές καί τά πράγματα, στά ὁποῖα ἀναφερόταν, ἔρχονταν ἕνα ἕνα μόνα τους νά πάρουν τή σειρά τους στή ροή τῆς ὁμιλίας του.

Στό σπιτικό περιβάλλον πού πέρασε τά τελευταῖα 14 χρόνια τῆς ζωῆς του (Δεληγιάννη 3, Ἐξάρχεια), ἰδίως στό μακρόστενο δωμάτιο, ὅπου εἶχε τό γραφεῖο του, θά ἔκανε ἐντύπωση, νομίζω, στόν καθένα ἡ ἀτμόσφαιρα κλεισούρας καί ἀπομόνωσης πού ὑπῆρχε. Ὄχι πώς δἐ δεχόταν φίλους καί γνωστούς. Ὁ χῶρος ὅμως φαινόταν, πρῶτα, πραγματικά κλειστός, καθώς εἶχε καλύψει τά παράθυρα ἔτσι πού νά νομίζεις πώς δέν ὑπῆρχαν. Κι ἔπειτα ὡς αἴσθηση ἡ ἐπίπλωση καί ἡ παρουσία του δημιουργοῦσαν κλίμα ἡσυχατήριου. Ἄν καί τοῦ ἄρεσε νά περπατάει, καί ἦταν δεινός περιπατητής τῆς πόλης, ἐντούτοις δέν ἦταν ἄνθρωπος τοῦ ἀνοιχτοῦ χώρου καί τῆς ἐξοχῆς. Διακοπές, ἐκδρομές σέ νησιά καί βουνά, θαλασσινά μπάνια, φυσική ἀγωγή, σ᾿ αὐτά δέ χάριζε τόν καιρό καί τήν ἔγνοια του. Ἀντίθετα, ἐννοοῦσε νά κλείνεται τίς ἐλεύθερες ἀπό τό ἐπάγγελμα ὧρες καί νά ἐργάζεται ἀκούραστα. Ἀκούραστα; Ὄχι ἀκριβῶς, ἀλλά ἐπίμονα καί σχδόν πυρετικά. Κι ἡ στάση του αὐτή εἶχε διαποτίσει τόν ἰδιωτικό χῶρο στόν ὁποῖο ἐργαζόταν κι ὁ ὁποῖος τελικά συνταιριαζόταν μαζί του. Ἕνα βαρύ ξύλινο γραφεῖο πού φωτιζόταν χαπηλά, βιβλιοθῆκες μέ γεμάτα ράφια, τέσσερεις ξύλινες πολυθρόνες, ἕνα σινί, μιά ρηχή κανίστρα φορτωμένη πάντα μέ διάφορα φροῦτα, μιά τηλεόραση μόνιμα σχεδόν κλειστή, μιά λάμπα παλιοκαιρίτικη, μερικά ἐνθυμήματα καί μερικά ἄλλα πράγματα. Δεξιά ἀπό τό γραφεῖο, στά ράφια τῆς βιβλιοθήκης, διάφορα λεξικά ἔτσι πού νά τά φτάνει μέ τό ἅπλωμα τοῦ χεριοῦ -ἀνάμεσά τους τά λεξικά τοῦ Βοσταντζόγλου τόν ὁποῖο ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα. Πάνω στό γραφεῖο βιβλία, μολύβια, χαρτί, πάντα ἕνα μεγάλο βαρύ ποτήρι μέ νερό, ἀπό τό ὁποῖο ἔπινε συχνά, καί πίσω ἀπό τά γραφεῖο στή μόνιμη θέση του ὁ ἴδιος… Ὅ,τι προεῖχε σ᾿ αὐτόν τόν χῶρο δέν ἦταν τό ἔργο του ἤ φήμη του, ἀλλά ἡ ἀμεσότητα τῆς συμπεριφορᾶς καί ἡ ἀτμόσφαιρα, πού προανάφερα, τῆς κλεισούρας.

Γιά τό δημοσιευμένο ἔργο του, ὅσο ξέρω, δέ μιλοῦσε. Τοῦ ἄρεσε ὅμως νά μιλάει γιά τά μελλοντικά του σχέδια, ἰδίως γιά κάποιο ἤ κάποια μυθιστορήματα πού ἤθελε νά γράψει. Καθώς καί μιά ἐκτενή μελέτη πάνω στίς Μακεδονικές Ἱστορίες τοῦ Γ. Μόδη, τό ἔργο τοῦ ὁποίου γενικότερα ἐκτιμοῦσε. Πάντα σ᾿ αὐτές τίς κουβέντες λογάριαζε τόν ἐλεύθερο χρόνο πού θά τοῦ ἔμενε, ὅταν θά ἔπαιρνε τή σύνταξη καί δέ θά ᾿χε ἐπαγγελματικές δεσμεύσεις. Τοῦ ἄρεσε ἐπίσης νά διαβάζει σέ φίλους του φρεσκογραμμένα κείμενα, καθώς καί πρόσφατες μεταφράσεις ποιημάτων ἀπό τήν Παλατινή Ἀνθολογία. Ἤθελε νά ξέρει πῶς ἀκούγονταν. Γιά τά δεύτερα ἰδίως ἐπέμενε νά ρωτάει κατά πόσο, τά σημεῖα τά ὁποῖα ἄφηνε ἀματάφραστα, ἐναρμονίζονταν γλωσσικά μέ τά μεταφρασμένα. Τό θεωροῦσε εὕρημα νά περεμβάλει λέξεις, φράσεις, ἡμιστίχια καί στίχους αὐτούσιους κι ἐνθουσιαζόταν, ὅταν διαπίστωνε καμιά φορά ὅτι διέφευγε ἀπό τούς ἀκροατές του πώς ἦταν σφῆνες ἀμετάφραστες. Γι᾿ αὐτά τά ἀδημοσίευτα γραφτά ἄκουγε μέ προσοχή τά ὁποιαδήποτε σχόλια γίνονταν, καί στίς περιπτώσεις πού ἦταν ἀρνητικά, ὁσάκις τά ἔβρισκε βάσιμα, συγκατάνευε. Φαίνεται ὡστόσο πώς δέν τόν ἐνδιέφεραν, τόσο τά σχόλια καθευτά, ὅσο ἡ γενική ἐντύπωση. Ἄν αὐτή ἦταν πολύ θετική, ὅλα τ᾿ ἄλλα τά παράβλεπε. Ἄν ὄχι, τότε γύρευε διευκρινίσεις. Μερικές φορές ἐντούτοις, ἀκόμα καί σ᾿ ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα ἄκουγε τά κολακευτικότερα λόγια, ἔκανε ἀλλαγές πού τίς βλέπαμε ὅταν τά δημοσίευε. Γεγονός πού δείχνει ὅτι παρόλη τή μαθητεία, τήν πείρα καί τήν εὐχέρεια πού εἶχε στό γράψιμο, ἀντιμετώπιζε τό κάθε κείμενο σάν μιά δουλειά μέ ἄγνωστες ὥς τότε δυσκολίες. Ἐννοεῖται πώς δέν ἀναφέρομαι ἐδῶ στά διάφορα ἄρθρα καί σημειώματα, τά ὁποῖα εἶχαν ἐξωλογοτεχνική ἀφετηρία καί γιά τά ὁποῖα δέν σήκωνε συζήτηση. Ἄν ὡστόσο ἄκουγε μέ τόσο εὐνοϊκή διάθεση ὁτιδήποτε λεγόταν γιά τά ἀδημοσίευτα γραφτά του, γιά τά δημοσιευμένα εἶχε διαφορετική ἀντίληψη. Προπάντων δέ δεχόταν νά ἀλλάξει τίποτε. Καί μιά καί τό φέρνει ἡ κουβέντα θά ἤθελα νά πῶ ὅτι στά δημοσιευμένα κείμενα, ἐκτός ἀπό τυπογραφικές ἀβλεψίες, δέν ἔχει διορθώσει οὔτε ἕνα κόμμα στίς νεότερες ἐκδόσεις.

Γιά τό δημοσιευμένο ἔργο του, ὅπως εἶπα, δέν συνήθιζε νά μιλάει. Ὡς ἄνθρωπος ὅμως ὁρισμένης συντεχνίας, ὁ ὁποῖος ἀναφερόταν συχνά σέ πρόσωπα καί πράγματα, ἔδειχνε τίς προτιμήσεις του. Ἔτσι, ἀπό τή θέση πού ἔπαιρνε πάνω σέ σχετικά ζητήματα καί προπαντός ἀπό τίς ἐπιγραμματικές γνῶμες του, γινόταν αἰσθητό πώς ἔβλεπε τή λογοτεχνία, τήν πεζογραφία καλύτερα, κυρίως μέσα ἀπό τό δικό του ἔργο. Κυρίως! Ἡ μονομέρεια τῶν λογοτεχνῶν ἀναφορικά μ᾿ αὐτό τό θέμα, ἐκτός ἀπό ἐξαιρέσεις, εἶναι γνωστό φαινόμενο. Ὁ Ἰωάννου δέν ἀνῆκε στίς ἐξαιρέσεις. Δέν ἀνῆκε δηλαδή στήν κατηγορία ἐκείνη πού, ἄν καί ἀξιόλογοι λογοτέχνες, ἔχουν ταυτόχρονα ἴδιαίτερη ἔφεση προς τή θεωρία καί τήν ἀναλυτική σκέψη, κατά τρόπο πού νά μιλοῦν γιά τά ἔργα τῶν ὁμοτεχνῶν τους χωρίς στενή συνάρτηση μέ τό δικό τους. Ἀντίθετα εἶχε κράση κατεξοχήν ἐμπειρική ἀπό τήν ὁποία καθορίζονταν σέ μεγάλο βαθμό τά κριτήριά του γιά τή λογοτεχνία. Παράμενε ἐμπειρικός ἀκόμα κι ὅταν διατύπωνε συλλογισμούς. Ἐμπειρικά εἶχε οἰκοδομήσει πέτρα τήν πέτρα ἕνα δικό του κόσμο στόν ὁποῖο ἔμενε ἔκτοτε προσηλωμένος ἀπό δημιουργική ἀνάγκη. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, ἡ μονομέρειά του, ὅποια κι ἄν ἦταν, εἶχε ἰσχυρό ἄλλοθι. Ἄλλοθι τό ὁποῖο δέν ἔχουν λ.χ. οἱ κριτικοί καί οἱ θεωρητικοί τῆς λογοτεχνίας. Ὑπάρχει κάποια ἀντίφαση στό νά ἔχει τήν ἀξίωση κανείς ἀπό ἕνα λογοτέχνη νά εἶναι ὅσο γίνεται προσωπικός στή δουλειά του καί ταυτόχρονα ἀντικειμενικός στίς κρίσεις του γιά τό ἔργο τῶν ὁμοτεχνῶν του. Φυσικά δέν μιλῶ γιά τή μεροληπτικότητα, τήν ὅποια δηλαδή γνώμη συγγραφέων γι᾿ ἄλλους συγγραφεῖς ἡ ὁποία δέν προϋποθέτει ἀγαθή προαίρεση.

Κάτι πού διέκρινε τόν χαρακτήρα του ἦταν, ἀνάμεσα σέ ἄλλα, ὁ ἀκραῖος ἤ ἀπόλυτος τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀντιμετώπιζε συχνά διάφορες καταστάσεις -σημαντικές ἤ ἀσήμαντες. Δέν θά ἀναφερθῶ σέ γνωστές δημόσιες ἐνέργειες οἱ ὁποῖες εἶναι δυνατό νά ἑρμηνευτοῦν μεροληπτικά. Θά πάρω ὅμως τήν ἐλευθερία νά μνημονέψω δύο μικροπεριστατικά πού εἶναι ἐνδεικτικά γιά τόν χαρακτήρα του ἀπό τή συγκεκριμένη ἄποψη. Θά ἦταν Καθαρή Δευτέρα τοῦ 1975, ἄν θυμοῦμαι καλά. Μᾶς εἶχε καλέσει, τήν κοινή μας φίλη Ἑρμιόνη Ἠλιάδη κι ἐμένα, νά μᾶς κάνει τό βραδινό τραπέζι. Ἀνάμεσα στά ἄλλα πού εἶχε γιά νά μᾶς φιλέψει ὑπῆρχαν καί δυό χορταρικά πού τρώγονται ὠμά, οἱ ρόκες καί τό κάρδαμο. Ρόκες καί κάρδαμο πρώτη φορά βλέπαμε στήν Ἀθήνα. Τόν ρωτήσαμε ποῦ τά βρῆκε καί μᾶς εἶπε στή Λαχαναγορά. Καί καθώς ἐπιμέναμε, μᾶς ἐξήγησε ὅτι σηκώθηκε νύχτα πρωί πρωί καί κατέβηκε στή Λαχαναγορά νά πάρει ρόκες καί κάρδαμο πού τά θεωροῦσε παραδοσιακά καθαροδευτεριάτικα χορταρικά. Περιττό νά πῶ ὅτι δέν ἦταν ἡ ἀνάγκη τῆς φιλοξενίας γιά τήν ὁποία χρειαζόταν νά μπεῖ σέ τέτοιο κόπο. Ἡ φιλοξενία ἀντιμετωπιζόταν, ὅπως καί ἔγινε τελικά, μέ ἄλλα ἀποτελεσματικότερα εἴδη πού τά ᾿βρισκε κανείς στή γειτονιά του. Ἄλλο ἕνα βράδι, κάνα χρόνο ἀργότερα, μοῦ τηλεφώνησε ἀνήσυχος ὅτι λίγο πρίν εἶχε πααρουσιάσει αἱματουρία. Ἐπειδή συνέβηκε ξαφνικά καί χωρίς νά πονάει, ὑπέθεσα ὅτι θά ἦταν ἀπό ἅλατα. Ἀφοῦ τοῦ εἶπα τή γνώμη μου, συμφωνήσαμε νά πιεῖ ἁπλῶς νερό Λουτρακιοῦ, καί ἄν τυχόν θελήσει, νά οὐρήσει σ᾿ ἕνα γυάλινο ποτήρι γιά νά φανεῖ καλύτερα τό χρῶμα. Αὐτά ὥσπου νά κατέβαινα κι ἐγώ στό σπίτι του, πράγμα πού θά γινόταν σέ δυό ὧρες. Ὅταν λοιπόν ἔφτασα στό σπίτι του μοῦ ἔδειξε, σχεδόν μέ καμάρι, κάπου 7 ποτήρια γεμάτα οὖρα στά ὁποῖα ἀπό τό πρῶτο προς τό τελευταῖο ἐλαττωνόταν βαθμιαῖα καί πήγαινε νά χαθεῖ τό αἱματηρό χρῶμα. Κι ὅταν, ξαφνιασμένος, τόν ρώτησα πότε τά γέμισε ὅλα μοῦ εἶπε πώς ἀμέσως μετά τό τηλεφώνημα ἀγόρασε δυό μπουκάλια νερό Λουτρακιοῦ καί τά ᾿πιε[2] σέ σύντομο χρονικό διάστημα. Τέτοια συμφωνία βέβαια δέν εἴχαμε κάνει, ἀλλά, ὅπως εἶπα καί νωρίτερα, οἱ ἀντιδράσεις του ἦταν συχνά ἀκραῖες ἤ ἀπόλυτες. Κι οἱ τέτοιες ἀντιδράσεις, πρέπει νά σημειώσω τώρα, σταθμίστηκαν ὄχι λίγες φορές ἀπό πολλούς, χωρίς νά ἐξαιρῶ τόν ἑαυτό μου, μέ τά μέτρα τοῦ «μέσου ὅρου», πράγμα πού τόν ἀδικοῦσε.

Ἀπό τόν τρόπο πού μιλοῦσε, ἀλλά καί συμπεριφερόταν κάποτε, σχημάτιζε τήν ἐντύπωση κανείς πώς εἶχε ἕνα κάποιο αἴσθημα ἀνασφάλειας. Ἡ ψυχολογία τοῦ βάθους, γιά νά ἑρμηνέψει τέτοια φαινόμενα, ἀνατρέχει συνήθως στίς παιδικές ἐμπειρίες. Βέβαια οἱ ἐμπειρίες τίς ὁποῖες εἶχε ὁ Ἰωάννου ὅσο ἦταν νέος, ἀλλά καί ἀργότερα, μπορεῖ νά ἔπαιξαν τόν ρόλο τους. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως αὐτός ζοῦσε ἔντονα τό κάθε τι. Περιμένοντας στή στάση τοῦ λεωφορείου καί παρατηρώντας τίς φυσιογνωμίες καί τά φερσίματα ὅσων βρίσκονταν στήν οὐρά, ἔφτανε νά ζεῖ συναρπαστικές στιγμές. Κάποτε διηγήθηκε ὁλόκληρη ἱστορία γιά ὅ,τι εἶδε καί αἰσθάνθηκε μόλις μπῆκε μέσα σ᾿ ἕνα ὑπεραστικό λεωφορεῖο γιά νά ταξιδέψει. Ἡ ἔνταση μέ τήν ὁποία συμμετεῖχε στά μικροπράγματα χρωμάτιζε, ὅπως εἶναι φυσικό, ὅλες τίς ἀντιδράσεις του. Ἔτσι πού, οἱ πιθανολογίες του πάνω σέ δυσάρεστα ἐνδεχόμενα τῆς προσωπικῆς ζωῆς του, νά φτάνουν κάποτε νά τοῦ γίνονται βραχνάδες. Δέν ἦταν οἱ ἐμπειρίες τῆς νεότητάς του καθοριστικές γιά τοῦτο, ἀλλά ἡ ὑπερευαίσθητη ἰδιοσυγκρασία του. Ἀνασφαλεῖς ἀπό κάποιες πλευρές τουλάχιστο εἴμαστε ὅλοι μας. Ἡ παραδοχή ὅμως καί ἡ ἔνταση μέ τήν ὁποία ζοῦμε τίς ἀνασφάλειές μας διαφέρει ἀπό ἄνθρωπο σέ ἄνθρωπο. Ὁ Ἰωάννου πιθανολογοῦσε πάνω στίς ἐνδεχόμενες ἀρνητικές καταστάσεις σάν νά εἶχε νά κάνει κιόλας μέ γεγονότα. Καί τότε ἀναζητοῦσε τά ὑποθετικά ἤ τά πραγματικά ἀντισταθμίσματα. Τοῦ ἄρεσε π.χ. ἡ δημοσιότητα. Ἀλλά ὄχι μόνο, γιατί στή δημοσιότητα, στό νά εἶναι εὐρύτερα γνωστός, ἔβλεπε ἕνα μέσο ἄμυνας στά διάφορα πιθανά δυσάρεστα. Πάντως ὁ πιό συνηθισμένος τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἔδινε διέξοδο σέ τέτοιες καταστάσεις ἦταν τό διαβρωτικό χιοῦμορ του. Χιοῦμορ τοῦ ὁποίου οἱ αἰχμές δέ στέφονταν μονάχα προς τόν ἔξω κόσμο ἀλλά καί προς τόν ἑαυτό του.

Ἄλλη μιά πτυχή τῆς προσωπικότητάς του ἦταν τό γεγονός ὅτι δέν εἶχε τό σύμπλεγμα τῆς κοινοτοπίας. Ὑπάρχουν περιστάσεις πού διστάζουμε νά ἐκδηλώσουμε τήν ἀρέσκειά μας γιά δεδομένα τά ὁποῖα, σύμφωνα μέ ὁρισμένα ὁμαδικά κριτήρια θεωροῦνται ξεπερασμένα, ἀναξιόλογα καί ἤ εὐτελή. Δυσκολεύεται, ἄς ποῦμε, νά ὁμολογήσει κανείς ὅτι βρίσκει ὡραῖο τόν Ἐθνικό Κῆπο καί τοῦ ἀρέσει νά συχνάζει ἐκεῖ, μιά καί ἐπικρατεῖ ἡ ἀντίληψη πώς ὁ Κῆπος εἶναι γιά τά μικρά παιδιά, τά ζευγαράκια, τούς συνταξιούχους καί τούς ἐπαρχιῶτες. Ἄλλοτε πάλι ἡ ἰδέα τοῦ αὐθεντικοῦ ὑλικοῦ σέ ὁρισμένα ἀντικείμενα παίρνει τέτοιες διαστάσεις στήν κοινή ἀντίληψη ὥστε νά ταυτίζεται ἡ διακοσμητική ἀξία τους μέ τό ὑλικό τους. Ὑπάρχει δηλαδή κάτι σάν φετιχισμός τοῦ αὐθεντικοῦ ὑλικοῦ, πού μᾶς κάνει κάποτε νά δείχνουμε ἀπαρέσκεια γιά ἀντικείμενα τά ὁποῖα μᾶς ἀρέσουν. Ὁ Ἰωάννου σέ μιά παρόμοια περίπτωση, ἀφοῦ βεβαιώθηκε, ὕστερα ἀπό σύγκριση μέ τό πρωτότυπο πού δέν πουλιόταν, πώς εἶχε νά κάνει μέ τό ἀκριβές ἀντίγραφο μιᾶς παλαιικῆς λάμπας, τό πῆρε φανερά ἱκανοποιημένος. Ἕνα περιστατικό ἀκόμα. Εἴμασταν μιά παρέα ἀπό πέντε ἄτομα καί παρακολουθούσαμε, βράδι τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, τόν Ἐπιτάφιο νά κατεβαίνει στό Παγκράτι πρός τό Ἄλσος. Ἡ φιλαρμονική τοῦ Δήμου ἔπαιζε τό «Πένθιμο Ἐμβατήριο» τοῦ Σοπέν, ἐνῶ ἡ γενική ἀτμόσφαιρα ἦταν μᾶλλον ἀμφίθυμη. Τό Ἐμβατήριο θά πρέπει νά ἄρεσε σέ ὅλους, ἀλλά οἱ τέσσερεις μπορῶ νά πῶ ὅτι ξυνόμασταν μπροστά σ᾿ αὐτήν τήν κοινοτοπία. Ἀντίθετα ἀπό τούς τέσσερεις, ὁ Ἰωάννου ἐκδήλωσε τή συγκίνησή του

καί εἶπε πώς ἤθελε νά ἀκολουθήσουμε τόν Ἐπιτάφιο. Κάτι πού ἔγινε, καθώς πιστεύω, μέ κρυφό λύσιμο ἀπό ὅλους τούς ἄλλους. Ὅσο τό σύμπλεγμα τῆς κοινοτοπίας δέν τόν δυνάστευε ἀρνητικά, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τῶν προηγούμενων περιστατικῶν, ἄλλο τόσο δέν τόν δυνάστευε οὔτε θετικά. Λέγοντας ὅτι δέν τόν δυνάστευε θετικά ἐννοῶ κυρίως ὅτι δέν ἦταν ἄνθρωπος τῆς κατ᾿ ἐπίφαση πρωτοπορείας. Στόν λόγο του π.χ. δέν ἔτρεχε νά υἱοθετήσει ἠχηρές λέξεις-ὅρους τοῦ συρμοῦ γιά νά φαίνεται ἐνημερωμένος. Δέν χρησιμοποιοῦσε στήν ὁμιλία του παρά σπάνια τούς διάφορους -ισμούς καί δέν χρησιμοποιοῦσε καθόλου λέξεις ὅπως συντεταγμένες, παράμετροι, σημαῖνον, σημαινόμενο, νοηματοδότης, δυναμική, κ.λπ. Γιατί κι ἐδῶ ὑπάρχει κοινοτοπία, μέ τή διαφορά ὅτι πρόκειται γιά κοινοτοπία τοῦ συρμοῦ.

Στήν Ἀθήνα εἶχα μείνει περισσότερα χρόνια ἀπό κεῖνον. Ἔτσι, λογικά, θά ἔπρεπε νά αἰσθάνομαι περισσότερο «ἰθαγενής», καθόσον μάλιστα εἶχα ἔρθει σέ μικρότερη ἡλικία καί ἀσχημάτιστος. Μπορῶ νά πῶ ὡστόσο ὅτι, γενικά, δέν ἔνιωθα νά εἶχα ὀργανικούς δεσμούς μέ τήν πόλη ὡς ὑπαίθριο τουλάχιστο περιβάλλον. Καί δέν εἴμουν ὁ μόνος γιατί κι ἄλλοι γνωστοί, παρόμοια φερτοί ἐδῶ, ἔκαναν λίγο πολύ τήν ἴδια διαπίστωση. Μέ τόν Ἰωάννου ἐτούτοις συνέβαινε κάτι ἀσυνήθιστο σχεδόν ἐκπληκτικό. Ἤταν νά τά χάνει κανείς βλέποντας πόσο γλήγορα δημιουργοῦσε δεσμούς μέ τούς χώρους αὐτῆς τῆς τσιμεντένιας πόλης. Ἀρκεῖ νά περνοῦσε μιά δυό φορές ἀπό τό ἴδιο μέρος γιά νά αἰσθάνεται πώς εἶχε πιά προσωπική σχέση μαζί του. Προτοῦ καλά καλά κλείσει πενταετία στήν Ἀθήνα εἶχε ἀφομοιώσει ἤ, γιά νά τό πῶ μέ τό καβαφικό ρῆμα, «αἰσθηματοποιήσει» ὅλη τήν περιοχή τοῦ κέντρου της, ἀπό τά Πατίσια μέχρι τήν Ἀκρόπολη κι ἀπό τό Μεταξουργεῖο μέχρι τούς Ἀμπελόκηπους. Βαδίζοντας στους κεντρικούς δρόμους εἶχε νά λέει πράγματα πού ἄλλος θά χρειαζόταν πολλαπλάσια χρόνια παραμονῆς στήν πόλη ἔστω καί μόνο γιά νά ὑποψιαστεῖ τήν παρουσία τους. Τό κυριότερο ὡστόσο δέν ἦταν ὅτι παρατηροῦσε τά πάντα ἀλλά ὅτι τά ἔκανε κτῆμα τῆς ψυχῆς του. Κι αὐτό φαινόταν ἀκόμα καί στό χρῶμα τῆς φωνῆς του. Καθώς λ.χ., ἔλεγε «στή Σόλωνος», τό ὄνομα τοῦ δρόμου ἠχοῦσε σάν νά ἔβγαινε ἀπό τίς ἐμπειρίες μιᾶς ζωῆς καί ὄχι ἀπό τόν ὁδηγό τῆς πόλης. Ἄν ἡ τέτοια ἀφομοίωση τοῦ περιβάλλοντος ἀποτελοῦσε ζήτημα δουλειᾶς, θά ἔλεγα πώς ἦταν ἄθλος τῆς ἀκάματης ζωτικότητάς του. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἀναγόταν σέ κάτι βαθύτερο γιά τό ὁποῖο δέν ξέρω νά ἔχουμε κατάλληλη λέξη, ἐκτός ἀπό τήν πολύ γενική, ἀόριστη καί κάπως φθαρμένη λέξη «δαιμόνιο».

Μιά ἄλλη πτυχή τοῦ χαρακτήρα του ἀποτελοῦσε τό πάθος του γιά τίς μαρτυρίες. Μαρτυρίες ἐποχῶν, τόπων, νοοτροπιῶν, κ.λπ. Τοῦ ἄρεσαν οἱ παλιές ἐκδόσεις τῶν βιβλίων, ἰδίως τά ἐξώφυλλα, ἐπειδή τά ἔβλεπε προπάντων σάν τεκμήρια τοῦ καλαισθητικοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς τους. Στήν ἀπέναντι ἀπό τά γραφεῖο του βιβλιοθήκη εἶχε μιά στίβα ἀπό τεύχη ἑνός κατοχικοῦ περιοδικοῦ πού κυκλοφοροῦσε στή Θεσσαλονίκη ἡ ερμανική ὑπηρεσία προπαγάντας, στό ὁποῖο ἀνάμεσα στά ξένα ὀνόματα ὑπῆρχαν καί ἑλληνικά. Τό θεωροῦσε σπουδαῖο ἀπόκτημα καί λυπόταν πού δέν εἶχε ὁλόκληρη τή σειρά. Τό πάθος του γιά τέτοιες μαρτυρίες τόν ὁδηγοῦσε συχνά στά παλαιοβιβλιοπωλεῖα, προπάντων στό Μοναστηράκι, ὅπου ἀνασκάλευε τά πάντα. Κάποτε μοῦ χάρισε ἕνα παλιό βιβλίο, τό ὁποῖο ἀνακάλυψε σέ μιά τέτοια ἔρευνα. Ποιήματα, δοκίμια, διηγήματα; Ὄχι. Τό βιβλίο περιεῖχε τά σχεδιαγράμματα καί τούς ἐπιτελικούς χάρτες πού ἔδειχναν πῶς σχεδιάστηκαν καί ἔγιναν οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ στρατοῦ μας κατά τήν πολιορκία τοῦ 1912-1913 καί τήν ἀπελευθέρωση τῶν Γιαννίνων.

Ὅπως εἶναι γνωστό, ἄν καί εἴμαστε θνητοί, ἐνεργοῦμε συνήθως σάν νά εἴμαστε ἀθάνατοι ἤ τουλάχιστο σάν νά ἔχουμε λευκούς λογαριασμούς μέ τό μέλλον. Ὅ,τι δέν κάνουμε σήμερα τό ἀφήνουμε γιά αὔριο κι ὅ,τι δέν κάνουμε αὔριο τό ἀφήνουμε γιά ἀργότερα. Ὁ Ἰωάννου ἀνῆκε στή μειονότητα ἐκείνων πού ἔχουν τό αἴσθημα τῆς μοναδικότητας τοῦ χρόνου. Κάθε ἀναβολή, κάθε καθυστέρηση ἰσοδυναμοῦσε γι᾿ αὐτόν μέ μερική ματαίωση ὁρισμένης πράξης. Ἔτσι ὅ,τι μποροῦσε νά γίνει ἔπρεπε νά μπαίνει μπροστά τό ταχύτερο. Νά φωτογραφηθεῖ π.χ. στό σπίτι τοῦ Λαπαθιώτη, πού ἦταν στή γειτονιά του, γιατί ποιός ξέρει πόσο θά ἔμενε ἀκόμα ὀρθό. Νά προλάβει νά γράψει γιά τόν Μόδη, γιατί ποιος ξέρει ἄν θά ἐνδιαφερόταν ἀλλος κανείς. Νά περάσει νά δεῖ τόν Στρατή Δούκα, γιατί ἔχει παραγεράσει. Νά μαλώσει μερικούς φίλους του, γιατί καθυστεροῦν νά γράψουν τό δυνάμει ἔργο τους. Νά συμβουλέψει ἄλλους πώς πρέπει νά βιαστοῦν ἄν θέλουν νά κάνουν οἰκογένεια. Προπάντων ὅμως νά βάλει μπροστά τά μεγάλα σχέδια τῆς δικῆς του δουλειᾶς. Ἦταν ἀπό τήν ἄποψη αὐτή σάν νά εἶχε ἐπιδοθεῖ σ᾿ ἕναν ἀγώνα δρόμου μέ τό χρόνο.

Κάτι πού θά ᾿θελα νά πῶ ἀκόμα εἶναι πώς ἦταν συνεπής στό λόγο του. Προτοῦ ὑποσχεθεῖ κάτι τό στάθμιζε κι ἀπό τήν ὥρα πού τό ὑποσχόταν τό ἔδενε κόμπο καί δέν τό ξεχνοῦσε. Στίς μέρες μας κατάντησε νά θεωροῦμε τή συνέπεια ίδιότητα τῶν ἀφελῶν. Ὁ Ἰωάννου εἶχε κρατήσει μέσα του σέ ἐξαιρετικό βαθμό τό παιδί πού ἦταν ἄλλοτε. Μαζί καί τήν ἀφέλεια καί τήν εὐθύτητα. Στήν ὥριμη ὡστόσο ἡλικία ἡ συνέπεια γι᾿ αὐτόν ἀποτελοῦσε ζήτημα ἀκεραιότητας καί προβληματισμοῦ.

Ἐλπίζω νά ἔδωσα μέ ὅσα εἶπα μιά ἰδέα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ λογοτέχνης τοῦ ὁποίου τιμοῦμε ἀπόψε τή μνήμη, ἐκτός ἀπό τό δοσμένο ἔργο του, ἄφησε «διά ζώσης» τήν προσωπικότητά του ἀνάμεσά μας. Προσωπικότητα ἁδρή καί πολύπτυχη γιά τήν ὁποία θά χρειαστεῖ νά μιλήσουν πολλοί ἀκόμα. Ὅσοι τόν γνώρισαν ἀπό κοντά σέ κάτι ὠφελήθηκαν καί σίγουρα δέν θά τό ξεχάσουν.

* Κείμενο ὁμιλίας πού ὀργανώθηκε ἀπό τήν Ἑταιρεία Συγγραφέων, στή μνήμη τοῦ μέλους της Γιώργου Ἰωάννου, στό Πνευματικό Κέντρο τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, Παρασκευή 21 τοῦ Νοέμβρη 1986. Τυπώθηκε ἀπό τήν Ε.Σ. τό 1988.

[1] Ἀναφέρομαι στή γνωστή ἔκδοση τῆς Ἑταιρείας, «Μνήμη Ἑταίρων», Ἀθήνα 1986.

[2] Καθώς εἶναι γνωστό τό πολύ νερό προκαλεῖ πολυουρία.

Γιῶργος Ἰωάννου: Στοιχεῖα προσωπογραφίας

.

ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ

Η ποίηση του Γιώργου Ιωάννου

Ο Γιώργος Ιωάννου είναι ένας από τους πιο σημαντικούς Νεοέλληνες λογοτέχνες. Γεννήθηκε το 1927 στη Θεσσαλονίκη και πέθανε το 1985. Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά. Αν και είναι περισσότερο γνωστός ως πεζογράφος, οι ποιητικές συλλογές που εξέδωσε, τα Ηλιοτρόπια και Τα χίλια δέντρα, προσδιόρισαν και το μετέπειτα προσωπικό ύφος της γραφής του.

Η ποίηση του Γιώργου Ιωάννου διακρίνεται για το λιτό, ευκρινή νοηματικά λόγο, τον απαλλαγμένο από λεκτικές υπερβολές και λυρικές εξάρσεις: είναι πηγαία απλός, εξομολογητικός, χαμηλόφωνα αποκαλυπτικός. Εστιάζει και αναδεικνύει το πρόσωπο, το συναίσθημα, το γεγονός, την κατάσταση που προκύπτει και επιθυμεί να καταγράψει. Όμως τι λέει ο Γιώργος Ιωάννου, τι είναι γι’ αυτόν η Ποίηση; “Ποίηση νομίζω είναι η γενική ερωτική διάθεση δοσμένη με λογοτεχνική τέχνη. Την ερωτική διάθεση την εννοώ και διαψευσμένη και τη λογοτεχνική διάθεση όχι πάντα απαραίτητη”.

Η γραφή του χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα, τρυφερότητα, αισθαντικότητα. Ο ερωτισμός του ποιητή είναι παρών, άλλοτε διακριτικά, υπαινικτικά και άλλοτε περισσότερο τολμηρά. Περιπλανάται στην απρόσωπη μεγαλούπολη και αναζητά τον έρωτα, την αγάπη μέσα από τις εναγώνιες υπαρξιακές του διαδρομές. Όπως λέει ο ίδιος: “ο έρωτας υπήρξε η αιώνια ανοιχτή πόρτα προς τους άλλους ανθρώπους και με έχει τοποθετήσει τελεσίδικα σε μια θέση συμπάθειας απέναντί τους”.

Εμβληματική η ονομασία της δεύτερης ποιητικής του συλλογής Τα χίλια δέντρα, (έτσι όπως ονομάζεται το δάσος του Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη). Στην ποίησή του αναφέρει τοποθεσίες της αγαπημένης του πόλης με τις οποίες με έμμεσο ή άμεσο τρόπο συνδέεται ο χώρος με την ιστορική μνήμη ή η στιγμή με το χρόνο, όπως π.χ.στο ποίημα “Στρατόπεδο Παύλου Μελά”, σαν ένα είδος συνομιλίας όπου συναντάται το συλλογικό με το προσωπικό.

Ένα γεγονός που έχει συγκλονίσει το Γιώργο Ιωάννου ώστε να επανέρχεται σε αυτό μέσα από τα ποιήματά του αλλά και τα πεζογραφήματά του είναι ο βίαιος ξεριζωμός και η εξόντωση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς ναζί το 1943 στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. “Τα ηλιοτρόπια των Eβραίων”, “Tο μάθημα”, “Mε το τρένο”, “Σαν να ‘ναι άνοιξη” είναι τίτλοι ποιημάτων αφιερωμένα στο ξεκλήρισμά τους, ενώ ο ίδιος είχε επισημάνει τριάντα χρόνια μετά την έκδοση της ποιητικής του συλλογής Ηλιοτρόπια ότι ο τίτλος αυτός αναφερόταν στο κίτρινο αστέρι των Εβραίων που τους είχανε υποχρεώσει να φορούν οι Ναζί για να ξεχωρίζουν από τον υπόλοιπο πληθυσμό.

Αναμονή, προσμονή, αναπόληση, η μνήμη παρούσα, μα άλλοτε δεν αρκεί.Αναζητά την επικοινωνία με τους ανθρώπους και ας φαίνεται έντονα πως προτιμά τη μοναξιά του. Και εκεί ανάμεσα να ελλοχεύει ο φόβος, ο φόβος της απώλειας, της απουσίας, της μοναξιάς, της σιωπηρής ερημιάς, ο φόβος της προδοσίας, της εγκατάλειψης καταλυτικός διαλυτικός. Εντοπίζει τη μοναξιά και μοιάζει να την ξορκίζει με τη γραφή του. “Φράνσυ, έχασα πια την επαφή μου με τις ματιές και τις καρδιές των ανθρώπων.”

“Βάρυνα μέσα στην ενοχή”, γράφει, ταλανίζεται από το μαρτύριο της ερωτικής του απόκρυψης. Βρίσκεται ανάμεσα στο καμίνι των πόθων του, των επιθυμιών του και τις ενοχές, τις Ερινύες του που τον ακολουθούν, αποζητά τη λύτρωση, παλεύει να βρει τον εαυτό του.

Παρόντα συχνά στα ποιήματά του τα στοιχεία της φύσης, δηλ. η νύχτα, ο άνεμος, η καταιγίδα, η ομίχλη (που αγαπά τόσο να περπατά και να χάνεται μέσα σ΄ αυτήν, έχει γράψει άλλωστε και ομότιτλο κείμενο), η βροχή άλλοτε με λυτρωτική, ευεργετική, καθαρτική διάθεση, άλλοτε πάλι συνώνυμη ή συνοδευτική της ερημιάς της απόλυτης μοναξιάς.

Υποδόρια ειρωνεία και σαρκασμός, όταν τα ποιήματά του ασκούν πολιτική ή κοινωνική κριτική, όταν άπτονται θεμάτων που αφορούν την αδικία προς τους αδύναμους και την καταγγελία της εξουσίας.

Ζήτω η ελευθερία γιατί κι’αυτή καλή
όμως γλυκό και το ψωμί πράγματα
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα

(από το ποίημα του “Σε επαρχία μακρινή”)

https://stigmalogou.blogspot.com/2014/02/blog-post_28.html

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ

ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ

Ξαναδιαβάζοντας την ποίηση του Γιώργου Ιωάννου
Τριάντα ολόκληρα χρόνια από την εκδημία του ποιητή και συγγραφέα Γιώργου Ιωάννου, του λογοτέχνη που σφράγισε με τον δικό του, ανεπανάληπτο τρόπο και το ξεχωριστό του ύφος και ήθος, τη λογοτεχνία μας. Γυρνώντας, μετά από τρεις δεκαετίες στο ποιητικό έργο, καταθέτουμε μερικές ίχνιες σκέψεις για το ποιητικό του σώμα και αίμα.

Τα περισσότερα ποιήματα έχουν ένα ή δύο στίχους στο τέλος, που λειτουργούν σαν επιμύθιο ή συμπέρασμα ή καρπός αντίθεσης με το όλο σώμα του ποιήματος, ή ακόμη λειτουργούν σαν μπούσουλας και σαν σηματωρός στη συνέχεια του ποιήματος, στη συνέχεια της ζωής, όπως:

«Ας κατεβούμε γρήγορα – ξέρει ο Θεός τι κάνει» (δράση) ή
«Αυτοί αντλούνε από κάπου εξουσία»
(ή προσπάθεια ερμηνείας του απύθμενου θράσους) ή

«Τώρα γυρίζω για να βρω τον εαυτό μου»
(η αλήθεια – η αναζήτηση της χαμένης ταυτότητας)

ή ακόμη
«Αυτό το απόστημα θα σπάσει σαν τον ήλιο»
(η διέξοδος-λύση)…

Μέσα στους στίχους του Γιώργου Ιωάννου, αναπτύσσεται με σφοδρότητα μεγάλη η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους – της σιωπής της γόνιμης και της φλύαρης και ανούσιας πολυλογίας, η υποκρισία και το ξέσπασμά της με την αιμάσσουσα καταγραφή της ειλικρίνειας, το μαρτύριο γιατί τα πάντα οδηγούν στην απευχόμενη λύση:

«Κι όμως για κει όλα τραβούν.
Το βλέπω με τα μάτια μου, το ξέρω»…

Ο Γιώργος Ιωάννου υπήρξε ένας «ελεύθερος πολιορκημένος» από τους σκληρούς ανθρώπους των γραφείων, με μια «σφραγίδα μοναξιάς» στο μέτωπο, αρνούμενος παρ’ όλ’ αυτά να συνθηκολογήσει:

«Όλη τη μέρα πέθανα να τρέχω
από γραφείο σε γραφείο
να δείχνω τις συστατικές επιστολές,
να κάνω υποκλίσεις»…

Έτσι περνά με αλληλοδιαδεχόμενα ρεύματα από την ελπίδα («Πάλι θαρθεί όμως ο καιρός/πάλι θα πάμε ραντεβού όλο γλυκά απρόοπτα») στην απελπισία («Τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτή τη νύχτα;») μέσα σ’ ένα αδιάκοπο πεδίο βολής με τη νοσταλγία των αγαπημένων του προσώπων όπως «η μάνα του των πρώτων πρώτων παιδικών του χρόνων» με την ιδιαίτερη επισήμανση ακατάλυτη και καθοριστική «Τότε που τον φωνάζαμε μοναχογιό»…

Τα ποιήματα του Γιώργου Ιωάννου είναι προπομπός για τη δημοσίευση των πεζογραφημάτων του, μέσα από μια διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται και οριοθετεί το ποίημα αλλά και μια γόνιμη αμφιβολία και μια σκληρή αυτοκριτική απολογισμού που τρυπά κατάσαρκα τον ίδιο:

«Και δεν σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
Γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν»….

Η αναμονή, η διάψευση, η προσμονή, η απογοήτευση, η αξία και η απαξία, το ανελέητο μαστίγωμα και η αναζήτηση της ταυτότητας, η πίκρα και η απογύμνωση μέσα σε τρεις μόνο στίχους, το παράπονο, το μεγάλο σχολείο του πόνου, η συνειδητοποίηση πως δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το γενικότερο κλίμα αδυναμίας διαφυγής μέσα από μια έξοδο κινδύνου:

«Νιώθω σαν σπόρος αγκαθιού
με γαντζωμένο το κεντρί
στην αγκαθένια την καρδιά μου»…

Μέσα στο καμίνι της ερημιάς ψυχής του ο ποιητής νιώθει αδύνατο να περιγράψει αφού θα πρέπει πρώτα να διαγράψει κι αυτό το ρολόι είναι ανήμπορο να δείξει τα πραγματικά όρια του χώρου και του χρόνου. Η μοναξιά φτάνει φορές που δεν παλεύεται αφού εξαντλημένη η φαντασία αδυνατεί να φέρει πίσω τις ξεθωριασμένες μνήμες. Και μπορεί να έχει την αίσθηση του ρολογιού, όμως αυτό σε τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τα λιμνάζοντα και τα σήποντα:

«Ύστερα έχασα τον ύπνο.
………………………………….
Άκουγα μόνο το ρολόι ως το πρωί»…
Δεν επιθυμεί τέτοια σιγουριά κι ασφάλεια, προκαλεί ακόμη κι αυτό τον ίδιο το θάνατο, ν’ αλλάξει κάτι, και μέσα σ’ αυτή την εξομολόγηση τη λυρική, η σπαραχτική κραυγή του ανθρώπου όπου γης, προσλαμβάνει πλατύτερες διαστάσεις, όταν θυμάται τις εκτελέσεις των αθώων, τις ριπές των πολυβόλων τις ανατριχιαστικές!

«Ο τοίχος είναι απέναντί μου που τους έστηναν
στο δέντρο που ακουμπάω τους κρεμνούσαν.
Το όπλο αυτό ζωντάνεψε κάτω απ’ τη νύχτα»…

Η ερωτική προσμονή, η αφοσίωση, έστω και η καταδίκη και η τιμωρία αντέχεται φτάνει ναρθεί το αγαπημένο πρόσωπο που χρόνια έχει να φανεί. Ως τότε κάποιο σημείωμα, η θολή μνήμη, η ψευδαίσθηση θα συντηρούν την ελπίδα:

«Μπορώ να περιμένω χρόνους άπειρους
να περπατώ και να μη βλέπω γύρω μου.
Έστω για να με φτύσεις, έλα κάποτε»…

Ποίηση με θραυσματικές απολήξεις, με αγώνα και αγωνία, γνήσιες λυρικές καταθέσεις, απόσταγμα ζωής:

«Και με το στήθος ίδιο ρόδι να τριζοβολά,
να χαίρεται να αποστάζει την ανάσα»!

https://stigmalogou.blogspot.com/2015/11/blog-post_16.html

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.