ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ο Νίκος (Κόλιας) Καββαδίας γεννήθηκε στο Νικόλσκι Ουσουρίσκι, μια μικρή επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν της Μαντζουρίας το 1910, γιος του μεγαλεμπόρου Χαρίλαου Καββαδία και της Δωροθέας το γένος Αγγελάτου που κατάγονταν από την Κεφαλονιά. Είχε μια μεγαλύτερη αδερφή και δυο μικρότερους αδερφούς. Το 1914 μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια Καββαδία επισκέφτηκε την Ελλάδα και κατέληξε στο Αργοστόλι ως το 1921, οπότε εγκαταστάθηκε στον Πειραιά. Είχε προηγηθεί η επιστροφή του πατέρα (ως το 1921) στη Ρωσία και η εκεί οικονομική καταστροφή του. Στον Πειραιά ο Νίκος τέλειωσε τη γαλλική σχολή του Saint Paul και το Γυμνάσιο. Παράλληλα δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας. Γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας, μετά το θάνατο του πατέρα του όμως αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο, συνεχίζοντας τη συνεργασία του με φιλολογικά περιοδικά. Το 1929 μπάρκαρε στο φορτηγό πλοίο Άγιος Νικόλαος και από το 1930 ξεκίνησε η περίοδος των διαρκών ταξιδιών του ως το 1936. Το 1932 δημοσίευσε σε συνέχειες την Απίστευτη ιστορία του Λοστρόμου Νακαχαμόκο στην εφημερίδα Πειραϊκόν Βήμα. Το 1933 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Μαραμπού, που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από την κριτική. Ακολούθησαν το Πούσι (1947) και η Βάρδια (μυθιστόρημα-1954), ενώ μετά το θάνατό του εκδόθηκε και η συλλογή Τραβέρσο (1975). Το 1934 η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα. Το 1938 κατατάχθηκε στο στρατό και υπηρέτησε στην Ξάνθη. Το 1939 πήρε δίπλωμα ραδιοτηλεγραφητή. Το 1940 υπηρέτησε στην Αλβανία και πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του Κ.Κ.Ε.. Από το 1945 ναυτολογήθηκε ως ραδιοτηλεγραφητής. Το 1953 πήρε το δίπλωμα του Ασυρματιστή Α’. Το 1965 πέθανε η μητέρα του. Το 1968 επισκέφτηκε την Κεφαλονιά μετά από τριάντα πέντε χρόνια απουσίας. Εκεί έγραψε το πεζό Λι. Πέθανε στην Αθήνα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Νίκος Καββαδίας ανήκει σχηματικά στη γενιά του τριάντα, στο χώρο της οποίας όμως κατέχει μια ιδιότυπη θέση. Ο ποιητικός του λόγος εξέφρασε την ανάγκη απόδρασης από τη σύγχρονη του ποιητή ελληνική πραγματικότητα κυρίως μέσα από τα στοιχεία του κοσμοπολιτισμού και του εξωτισμού. Η γραφή του υπήρξε κυρίως βιωματική και ακολούθησε μια εξελικτική πορεία προς την αφαίρεση και τα όρια του υπερρεαλισμού, πάντα όμως μέσα στα πλαίσια της παραδοσιακής στιχουργικής φόρμας και ρυθμικής τεχνικής.

ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

ΜΑΡΑΜΠΟΥ (1933)

ΜΑΡΑΜΠΟΥ

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί
πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,
πως τις γυναίκες μ᾿ ένα τρόπον ύπουλο μισώ
κι ότι μ᾿ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.

Ακόμα, λένε πως τραβώ χασίσι και κοκό,
πως κάποιο πάθος με κρατεί φριχτό και σιχαμένο,
κι ολόκληρο έχω το κορμί με ζωγραφιές αισχρές,
σιχαμερά παράξενες, βαθιά στιγματισμένο.

Ακόμα, λένε πράματα φριχτά πάρα πολύ,
που είν᾿ όμως ψέματα χοντρά και κατασκευασμένα,
κι αυτό που εστοίχισε σε με πληγές θανατερές
κανείς δεν το ‘μαθε, γιατί δεν το ‘πα σε κανένα.

Μ᾿ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.

Ήμουνα τότε δόκιμος σ᾿ ένα λαμπρό ποστάλ
και ταξιδεύαμε Αίγυπτο γραμμή Νότιο Γαλλία.
Τότε τη γνώρισα -σαν άνθος εμοίαζε αλπικό-
και μία στενή μας έδεσεν αδελφική φιλία.

Αριστοκρατική, λεπτή και μελαγχολική,
κόρη ενός πλούσιου Αιγύπτιου οπού ῾χε αυτοκτονήσει,
ταξίδευε τη λύπη της σε χώρες μακρινές,
μήπως εκεί γινότανε να τήνε λησμονήσει.

Πάντα σχεδόν της Μπασκιρτσέφ κρατούσε το Ζουρνάλ,
και την Αγία της Άβιλας παράφορα αγαπούσε,
συχνά στίχους απάγγελνε θλιμμένους γαλλικούς,
κι ώρες πολλές προς τη γαλάζιαν έκταση εκοιτούσε.

Κι εγώ, που μόνον εταιρών εγνώριζα κορμιά,
κι είχα μίαν άβουλη ψυχή δαρμένη απ᾿ τα πελάη,
μπροστά της εξανάβρισκα την παιδική χαρά
και, σαν προφήτη, εκστατικός την άκουα να μιλάει.

Ένα μικρό της πέρασα σταυρόν απ᾿ το λαιμό
κι εκείνη ένα μου χάρισε μεγάλο πορτοφόλι
κι ήμουν ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος της γης,
όταν εφθάσαμε σ᾿ αυτήν που θα ῾φευγε, την πόλη.

Την εσκεφτόμουνα πολλές φορές στα φορτηγά,
ως ένα παραστάτη μου κι άγγελο φύλακά μου,
και μία φωτογραφία της στην πλώρη ήταν για με
όαση, που ένας συναντά μες στην καρδιά της Άμμου.

Νομίζω πως θε να ῾πρεπε να σταματήσω εδώ.
Τρέμει το χέρι μου, ο θερμός αγέρας με φλογίζει.
Κάτι άνθη εξαίσια τροπικά του ποταμού βρωμούν,
κι ένα βλακώδες Μαραμπού παράμερα γρυλίζει.

Θα προχωρήσω!… Μία βραδιά σε πόρτο ξενικό
είχα μεθύσει τρομερά με ουίσκυ, τζιν και μπύρα,
και κατά τα μεσάνυχτα, τρικλίζοντας βαριά,
το δρόμο προς τα βρωμερά, χαμένα σπίτια επήρα.

Αισχρές γυναίκες τράβαγαν εκεί τους ναυτικούς,
κάποια μ᾿ άρπαξ᾿ απότομα, γελώντας, το καπέλο
(παλιά συνήθεια γαλλική του δρόμου των πορνών)
κι εγώ την ακολούθησα σχεδόν χωρίς να θέλω.

Μία κάμαρα στενή, μικρή, σαν όλες βρωμερή,
οι ασβέστες απ’ τους τοίχους της επέφτανε κομμάτια,
κι αυτή ράκος ανθρώπινο που εμίλαγε βραχνά,
με σκοτεινά, παράξενα, δαιμονισμένα μάτια.

Της είπα κι έσβησε το φως. Επέσαμε μαζί.
Τα δάχτυλά μου καθαρά μέτρααν τα κόκαλά της.
Βρωμούσε αψέντι. Εξύπνησα, ως λένε οι ποιητές,
«μόλις εσκόρπιζεν η αυγή τα ροδοπέταλά της».

Όταν την είδα και στο φως τ᾿ αχνό το πρωινό,
μου φάνηκε λυπητερή, μα κολασμένη τόσο,
που μ᾿ ένα δέος αλλόκοτο, σα να ῾χα φοβηθεί,
το πορτοφόλι μου έβγαλα γοργά να την πληρώσω.

Δώδεκα φράγκα γαλλικά… Μα έβγαλε μία φωνή,
κι είδα μία εμένα να κοιτά με μάτι αγριεμένο,
και μία το πορτοφόλι μου… Μ᾿ απόμεινα κι εγώ
ένα σταυρόν απάνω της σαν είδα κρεμασμένο.

Ξεχνώντας το καπέλο μου βγήκα σαν τον τρελό,
σαν τον τρελό που αδιάκοπα τρικλίζει και χαζεύει,
φέρνοντας μέσα στο αίμα μου μία αρρώστια τρομερή,
που ακόμα βασανιστικά το σώμα μου παιδεύει.

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό.
Μ᾿ αν ήξεραν οι δύστυχοι, θα μ᾿ είχαν συχωρέσει…

Το χέρι τρέμει… Ο πυρετός… Ξεχάστηκα πολύ,
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω …

ΕΝΑ ΜΑΧΑΙΡΙ

Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα μικρό αφρικανικόν ατσάλινο μαχαίρι
-όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι Αραπάδες-
που από έναν γέρο έμπορο τ᾿ αγόρασα στ᾿ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να ῾τανε, τον γέρο παλαιοπώλη,
όπου εμοίαζε με μίαν παλιά ελαιογραφία του Γκόγια,
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες,
να λέει με μία βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια.

«Ετούτο το μαχαίρι εδώ που θέλεις ν᾿ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το ῾χει ζώσει,
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το ῾χαν,
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ᾿ αυτό τη Δόνα Τζούλια
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
Ο Κόντε Αντόνιο μία βραδιά το δύστυχο αδερφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας Αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλια
και κάποιος ναύτης Ιταλός έναν Γραικό λοστρόμο.
Χέρι σε χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δεί τα μάτια μου, μ᾿ αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μι᾿ άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει,
ειν᾿ αλαφρύ, για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο,
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν᾿ αγοράσεις»
-Πόσο έχει; -Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις παρ᾿ το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο,
που ιδιοτροπία μ᾿ έκαμε και το ῾καμα δικό μου
κι αφού κανέναν δεν μισώ στον κόσμο να σκοτώσω
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου…

Ο ΠΙΛΟΤΟΣ NAGEL

Στον ποιητή Ν. Ράντο

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, Νορβηγός πιλότος στο Κολόμπο,
άμα έδινε κανονική πορεία στα καράβια
που έφευγαν για τους άγνωστους και μακρινούς λιμένες,
κατέβαινε στη βάρκα του βαρύς, συλλογισμένος
με τα χοντρά τα χέρια του στο στήθος σταυρωμένα,
καπνίζοντας ένα παλιό χωμάτινο τσιμπούκι,
και σε μία γλώσσα βορινή σιγά μονολογώντας
έφευγε μόλις χάνονταν ολότελα τα πλοία.

Ο Νάγκελ Χάρμπορ, πλοίαρχος σε φορτηγά καράβια,
αφού τον κόσμο γύρισαν ολόκληρο, μία μέρα
κουράστηκε κι απόμεινε πιλότος στο Κολόμπο.
Μα πάντα συλλογίζονταν την μακρινή του χώρα
και τα νησιά που ῾ναι γεμάτα θρύλους, τα Λοφούτεν.
Όμως μία μέρα πέθανε στην πιλοτίνα μέσα
ξάφνου σαν ξεπροβόδισε το Steamer Tank «Fjord Folden»
όπου έφευγε καπνίζοντας για τα νησιά Λοφούτεν…

ΕΧΩ ΜΙΑ ΠΙΠΑ

Στον ποιητή Απ. Μελαχρινό

Έχω μία πίπα ολλανδική από ένα μαύρο ξύλο,
οπού πολύ παράξενα την έχουν σκαλισμένη.
Έχει το σχήμα κεφαλιού Γοργόνας με πλουμίδια.
Κι ένας σ᾿ εμέ ναύτης Δανός την έχει χαρισμένη.

Και μου ‘πε αυτός πως μία φορά του την επούλησε ένας,
στην Αλεξάντρεια, έμπορος ναρκωτικών, Αράπης,
και στον Αράπη – λέει – αυτόν, την είχε δώσει κάποια,
σε κάποιο πόρτο μακρινό, γυναίκα της αγάπης.

Πολλές φορές, τις βραδινές σκοτεινιασμένες ώρες,
ανάβοντας την πίπα αυτή, σε μία γωνιά καπνίζω,
κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.

Και πότε μία ψηλή, ο καπνός, γυναίκα σχηματίζει,
πότε ένα πόρτο ξενικό πολύ και μακρυσμένο.
Και βλέπω μεσ᾿ στους δρόμους του τους κρύους και βραδιασμένους
να περπατά έναν ύποπτον Αράπη μεθυσμένο.

Και βλέπω πάλι, άλλες φορές, μία γρήγορη γαλέρα
με τα πανιά της ανοιχτά στο αβέβαιο ν᾿ αρμενίζει
κι απάνω στο μπαστούνι της να κάθεται ένας ναύτης,
να ῾χει μία πίπα – όπως αυτήν εγώ – και να καπνίζει.

Έχω μία πίπα ξύλινη παράξενα γλυμμένη.
Βλέπω καπνίζοντας τα πιο παράδοξα όνειρά μου.
Σκέφτομαι: «Θα ῾ναι μαγική». Μα πάλι λέω: μη φταίει
ο εγγλέζικος βαρύς καπνός και η νευρασθένειά μου;

ΕΝΑΣ ΝΕΓΡΟΣ ΘΕΡΜΑΣΤΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ

Του Ι. Πικραμένου

Ο Γουίλλη, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί,
όταν απ’ την βάρδια του τη βραδινή σχολούσε,
στην κάμαρά μου ερχότανε, γελώντας να με βρεί,
κι ώρες πολλές για πράματα περίεργα μου μιλούσε.

Μου ῾λεγε πως καπνίζουνε στ᾿ Αλγέρι το χασίς
και στο Άντεν πως χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη,
κι έπειτα πως φωνάζουνε και πως μονολογούν,
όταν η ζάλη μ᾿ όνειρα περίεργα τους κυκλώνει.

Μου λεγ᾿ ακόμα οτ’ είδ᾿ αυτός, μία νύχτα που ῾χε πιεί,
πως πάνω σ᾿ άτι κάλπαζε στην πλάτη της θαλάσσης,
και πίσωθέ του τρέχανε γοργόνες με φτερά.
-Σαν πάμε στο Άντεν, μου ῾λεγε, κι εσύ θα δοκιμάσεις.

Εγώ γλυκά του χάριζα και λάμες ξουραφιών
και του ῾λεγα πως το χασίς τον άνθρωπο σκοτώνει,
και τότε αυτός συνήθιζε γελώντας τρανταχτά,
με το ῾να χέρι του ψηλά πολύ να με σηκώνει.

Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μι᾿ αθώα καρδιά.
Κάποια νυχτιά, μέσα στο μπαρ Ρετζίνα – στη Μαρσίλια
για να φυλάξει εμένα από έναν Ισπανό,
έφαγε αυτός μίαν αδειανή στην κεφαλή μποτίλια.

Μία μέρα τον αφήσαμε στεγνό απ᾿ τον πυρετό,
πέρα στην Άπω Ανατολή, να φλέγεται, να λιώνει.
Θεέ των μαύρων, τον καλό συγχώρεσε Γουίλ
και δωσ᾿ του εκεί που βρίσκεται, λίγη απ᾿ την άσπρη σκόνη.

ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

Στον Θανάση Καραβία

Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μία γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρός σ᾿ ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μία χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με τη βαριά ωχροκίτρινη μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών…»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΑΡΡΩΣΤΟΥ

Φίλε μου Αλέξη, το ‘λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω;
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω…

Είναι καιρός όπου έπληξα, διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία,
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία.

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
-σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε-
και τ άκουσα. Στην κάμαρα εσκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου εσταματούσε.

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου.
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος!
Μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος.

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου ‘λεγε: Το Μάρτη…

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μάγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
Κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει.

Να πεις στους φίλους χαιρετίσματα,
κι αν τύχει κι ανταμώσεις την Ελένη,
πως μ ένα φορτηγό -πες της- μπαρκάρισα
και τώρα πιά να μη με περιμένει…

Αλήθεια! Ο Χάρος ήθελα να ‘ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει.

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σ’ εκούρασα.
Μπορεί κιόλας να σ έκαμα να κλάψεις.
Δε θα βρεις, βέβαια, λόγια για μι απάντηση.
Μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις…

ΚΑΦΑΡ

Στο Γιώργο Παπά

Να ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και να ῾χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
μα φεύγοντας απ᾿ το γραφείο τα βραδινά
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.

Άλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό,
μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
είναι τι ίδιο πιά να μένεις στην Ελλάδα
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.

Τα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,
μες στα ποστάλια πλήττεις βλέποντας τουρίστες,
το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Ραγκούν
είν᾿ ένα πράγμα που σκοτώνει τους αρτίστες.

Οι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,
θαυμάσαμε πολλές φορές το Βόρειο Σέλας
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλλας.

Στην Ταιτή έζησε μήνες κι ο Λοτί,
αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Μαρκίζες,
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.

Οι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Χιλή,
κι οι μαύρες του Μαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.

Η αυτοκτονία, προνόμιο πιά στα θηλυκά-
κάποτε κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
μα τελευταία κι αυτά τάχουν νοθέψει.

ΜΑΥΡΗ ΛΙΣΤΑ

Στον Π. Τζόανο

Είναι κάτι μεσόκοποι καπεταναίοι Εγγλέζοι,
που φάγανε τα νιάτα τους στις γέφυρες απάνω,
σε βάρδιες εξαντλητικές, κοιτώντας τα φανάρια,
σε θεωρίες παράξενες για στίγματα, για μήκη,
που όλη στο νού τους κλείσανε τη ναυτική επιστήμη.
Μα θες από την κούραση η απ᾿ το πολύ που επίναν
έπεσαν έξω, το μεγάλο δίπλωμα τους πήραν,
στη «Μαύρη Λίστα» γράφτηκαν κι ένα χαρτί τους δώσαν,
ένα χαρτί που δίνουνε μονάχα στους λοστρόμους.
Και τότε αυτοί, από κούραση κι από πικρία γιομάτοι,
στις πολιτείες τους μείνανε και δεν εξαναφύγαν.

Ξέρω κάτι μεσόκοπους Εγγλέζους καπετάνιους,
αλκολικούς, με τις χρυσές που σχίστηκαν στολές τους,
που όλη τη μέρα μες στα μπαρ γυρίζουνε και πίνουν,
τσίκλα μασάν, αισχρολογούν, φωνάζουν, φτύνουν χάμω,
μα σαν βραδιάσει κι αρχινάν να φεύγουν τα καράβια,
κάνοντας μέσα στα νερά του λιμανιού μπρός πίσω,
βγαίνουν αυτοί και κρίνουνε με πείσμα τις μανούβρες.
Πολλές φορές μαλώνουνε, παίζουν γροθιές και βγάζουν
κάτι μαχαίρια ναυτικά του Σέφιλντ σκουριασμένα.
χτυπιούνται και πεθαίνουνε πάνω σε μπάλες κάμποτ
η σε τσουβάλια απ᾿ το Penang μπαχαρικά γιομάτα.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ

Τρία πράματα στον κόσμο αυτό, πολύ να μοιάζουν είδα.
Τα ολόλευκα μα πένθιμα σχολεία των Δυτικών,
των φορτηγών οι βρώμικες σκοτεινιασμένες πλώρες
και οι κατοικίες των κοινών, χαμένων γυναικών.

Έχουνε μία παράξενη συγγένεια και τα τρία
παρ᾿ όλη τη μεγάλη τους στο βάθος διαφορά,
μα μεταξύ τους μοιάζουνε πολύ, γιατί τους λείπει
η κίνηση, η άνεση του χώρου και η χαρά.

ΠΟΥΣΙ (1947)

ΠΟΥΣΙ

Στην Ελένη Χαλκιούση

Έπεσε το πούσι αποβραδίς
-το καραβοφάναρο χαμένο-
κ᾿ έφτασες χωρίς να σε προσμένω
μες στην τιμονιέρα να με δείς.

Κάτασπρα φοράς κ᾿ έχεις βραχεί,
πλέκω σαλαμάστρα τα μαλλιά σου.
Κάτου στα νερά του Port Pegassu
βρέχει πάντα τέτοιαν εποχή.

Μας παραμονεύει ο θερμαστής
με τα δυό του πόδια στις καδένες.
Μην κοιτάς ποτέ σου τις αντένες
με την τρικυμία· θα ζαλιστείς.

Βλαστημά ο λοστρόμος τον καιρό
κ᾿ είν᾿ αλάργα τόσο η Τοκοπίλλα.
Από να φοβάμαι και να καρτερώ
κάλλιο περισκόπιο και τορπίλλα.

Φύγε! Εσέ σου πρέπει στέρεα γη.
Ήρθες να με δείς κι όμως δε μ᾿ είδες
έχω απ᾿ τα μεσάνυχτα πνιγεί
χίλια μίλια περ᾿ απ᾿ τις Εβρίδες.

KURO SIWO

Στο Γιώργο Παπά

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις καθώς λένε με το πρώτο.

Περ᾿ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου ῾πανε μία κούφιαν ώρα στην Αθήνα.

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ᾿ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες στο μυαλό σου να σφυρίζει,
«ο μπούσουλας είναι που στρέφει η το καράβι;»

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκαντζάρισες μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυό μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που ῾χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα!… Η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το Kuro Siwo σα μία ζώνη
κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ᾿ το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρντίνι με καρντίνι.

ΑΡΜΙΔΑ

Στον Κώστα Βάρναλη

Το πειρατικό του Captain Jimmy,
που μ᾿ αυτό θα φύγετε και σείς,
είναι φορτωμένο με χασίς
κ᾿ έχει τα φανάρια του στην πρύμη.

Μήνες τώρα που ῾χουμε κινήσει
και με τη βοήθεια του καιρού
όσο που να πάμε στο Περού
το φορτίο θα το ῾χουμε καπνίσει.

Πλέμε σε μία θάλασσα γιομάτη
με λογής παράξενα φυτά,
ένα γέρος ήλιος μας κοιτά
και μας κλείνει που και που το μάτι.

Μπουκαπόρτες άδειες σκοτεινές,
-που να ξοδεύτηκαν τόνοι χίλιοι;
μας προσμένουν πίπες αδειανές
και τελωνοφύλακες στο Τσίλι.

Ξεχασμένο τ᾿ άστρο του Βορρά,
οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες.
Πάνω στις σκαλιέρες σε σειρά
δώδεκα σειρήνες κρεμασμένες.

Η πλωριά Γοργόνα μία βραδιά
πήδησε στον πόντο μεθυσμένη,
δίπλα της γλιστρούσαν συνοδιά
του Κολόμβου οι πέντε κολασμένοι.

Κι έπειτα στις ξερές του Ακορά
τσούρμο τ᾿ άγριο κύμα να μας βγάλει
τέρατα βαμμένα πορφυρά
με φτερούγες γλάρων στο κεφάλι.

ΕΣΜΕΡΑΛΔΑ

Στο Γιώργο Σεφέρη

Ολονυχτιές τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές.
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes.

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς.
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ᾿ το σημάδι της παλιάς κινεζικής πληγής.

Ο παπαγάλος σου ῾στειλε στερνή φορά το «γειά σου»
κι απάντησε απ᾿ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς.

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω: «σε προδίνω»
κι ο γρύλος το ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού.
Μη φεύγεις. Πες μου, το ῾πνιξες μία νύχτα στο Λονδίνο
η στα βρομιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ᾿ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά.

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε κάρφωναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές.

ΚΑΡΑΝΤΙ

Στο κορίτσι από το Βόλο

Μπάσσες στεριές, ήλιος πυρρός και φοινικιές,
ένα πούλι που ακροβατεί στα παταράτσα.
Γνέφουνε δυό στιγματισμένα μαύρα μπράτσα,
που αρρώστιες τα ῾χουνε τσακίσει τροπικές.

Παντιέρα κιτρίνη – σινιάλο του νερού.
Φούντο τις δυό και πρίμα βρέξε το πινέλο.
Τα δύο φανάρια της νυχτός. Κι ο Pisanello
ξεθωριασμένος απ᾿ το κύμα του καιρού.

Το καραντί … Το καραντί θα μας μπατάρει.
Σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά.
Από νωρίς, δεξιά στην μάσκα την πλωριά,
κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει.

Όρντινα δίνει ο παπαγάλος στον ιστό,
όπως και τότε απ’ του Κολόμπου την κουκέτα.
Χρόνια προσμένω να τυλίξεις την μπαρκέτα,
χρόνια προσμένω τη στεριά, να ζαλιστώ.

Φωτιές ανάβουνε στην άμμο ιθαγενείς
κι αχός μας φτάνει καθώς παίζουν τα όργανά τους.
Της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους
στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς.

Φύκια μπλεγμένα στα μαλλιά, στο στόμα φύκια.
Έτσι ως κοιμήθηκες για πάντα στα βαθιά
κατάστιχτη, πελεκημένη από σπαθιά,
διπλά φορώντας των Ίνκας τα σκουλαρίκια.

ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΠΑΝΙΣ

Στον Αιμίλιο Βεάκη

Ένα κοχύλι σκουλαρίκι έχεις στ᾿ αυτί
και στα μαλλιά θαλασσινό πράσινο αστέρα.
Tropical stormy-In Madras area cholera,
και στα νησιά του Lakha-diwa πυρετοί.

Το ῾να ανάλαφρα φύκια κρατά
και το ζερβί σου το λειψό σάπια καβίλλια.
Η Katherin τούτη τη στιγμή, χιλιάδες μίλια…
βγαίνει τη ντάμα με το ρήγα σταυρωτά.

Το «Union Jack» και το σπασμένο τουρκετί
κι᾿ ο Γιαπωνέζος στην παντιέρα-μαύρη μπάλα.
Η αφή της όμοια με το περσικό γατί
που ῾χες ψωνίσει πριν τρεις μήνες στην Bomballa.

Περαστική τώρα η Γοργόνα η τροπική
σε βλέπει αδιάφορη κι᾿ απέ σε φέρνει βόρτα.
Αλλιώτικες όσες σταμπάρουν ναυτικοί
κι᾿ άλλες αυτές που σε τραβούσανε στα πόρτα.

Ο κατασκότεινος βρέχει νερένιος ουρανός
μολύβι, εγγλέζικες κονσέρβες, porridge, νάρκες.
Παίζει τερπνό, παράξενο παιγνίδι με τις σάρκες
καθώς διαβαίνει ο σκύλος ο θαλασσινός.

Τοπίο σκωτσέζικο-σκυλιά και κυνηγοί,
πύργος με φάντασμα-παλιό Johnnie Walker whisky.
Απόψε οι δύο χαλύβδινοι πρωραίοι πυργίσκοι
προσμένουν Τρίτωνες για βάρδιας αλλαγή.

Γουίλιαμ !… Γέλα στο βυθό φλεγματικά,
αφού πιά τίποτα δε μέλει να προδώσεις.
Ας παίξουν κι᾿ άλλοι με παιγνίδια ναυτικά
κι᾿ άλλοι ας φορέσουνε φανέλα με ραβδώσεις.

FEDERICO GARCIA LORCA

Στο Θανάση Καραβία

Ανέμισες για μία στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι.
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ,
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι Σταυροφόροι.

Παντιέρες πάγαιναν του ανέμου συνοδιά
και ξεκινούσαν οι γαλέρες του θανάτου.
Στο ρωγοβύζι ανατριχιάζαν τα παιδιά
κι ο γέρος έλιαζε ακαμάτης τ᾿ αχαμνά του.

Του ταύρου ο Πικάσσο ρουθούνιζε βαριά
και στα κουβέλια τότε σάπιζε το μέλι.
Τραβέρσο ανάποδο – πορεία προς το Βοριά.
Τράβα μπροστά -ξοπίσω εμείς- και μη σε μέλλει.

Κάτου απ᾿ τον ήλιο αναγαλλιάζαν οι ελιές
και φύτρωναν μικροί σταυροί στα περιβόλια.
Τις νύχτες στέρφες απομέναν οι αγκαλιές
τότες που σ᾿ έφεραν, κατσίβελε, στη μπόλια.

Ατσίγγανε κι Αφέντη μου, με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό.
Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κ᾿ ίσα εν᾿ αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.

Κοπέλες απ᾿ το Δίστομο φέρτε νερό και ξίδι.
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι,
μεσ᾿ απ᾿ τα διψασμένα της χωράφια τ᾿ ανοιχτά.

Βάρκα του βάλτου ανάστροφη, φτενή, δίχως καρένα.
Σύνεργα που σκουριάζουνε σε γύφτικη σπηλιά.
Σμάρι κοράκια να πετάν στην έρημην αρένα
και στο χωριό ν᾿ ουρλιάζουνε τη νύχτα εφτά σκυλιά.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Στο Γιώργο Κουμβακάλη

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ᾿ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
-Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Άγια Θαλασσινή.-
Τυφλό κορίτσι σ᾿ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ᾿ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δύο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το Fore Peak, νερό και τα πανιόλα
μα εσένα μία παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δεν φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
η το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί;

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εκτός από τη μάνα σου κανείς δεν σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ‘κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ῾πες «σ᾿ αγαπώ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Depot.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

Στο Γιώργο Θεοτοκά

Έβραζε το κύμα του Γαρμπή.
Ήμαστε σκυφτοί κι οι δυό στο χάρτη
γύρισες και μου ῾πες πως το Μάρτη
σ᾿ άλλους παραλλήλους θα ῾χεις μπεί.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι αν το καίς δεν λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μία κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Άλφα του Κενταύρου μία νυχτιά
με το παλλινώριο πήρα κάτου.
Μου ῾πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
«Να φοβάσαι τ᾿ άστρα του Νοτιά».

Άλλοτε απ᾿ τον ίδιο ουρανό
έπαιρνες τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ᾿ ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δύο σελίνια
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
άστραψες σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πιά δεν τα θυμάσαι
και τ᾿ ωραίο γλυκό της Κυριακής.

Ο ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΛΑΔΙΝΟΥ

Στο Ν. Χατζηκυριάκο – Γκίκα

Την ανεξήγητη γραφή να λύσω πολεμώ
που σου χαράξαν πειρατές Κινέζοι στις λαγόνες.
Γυμνοί με ξύλινους φαλλούς τριγύρω στο λαιμό,
μας σπρώχναν προς τη θάλασσα με τόξα οι Παταγόνες.

Κόκκαλο ρίξε στο σκυλί το μαύρο που αλυχτά
και στείλε τη «φιγούρα» μας στον πειρατή ρεγάλο.
Πες μου, που βρέθηκε η στεριά στου πέλαου τ᾿ ανοιχτά
και το δεντρί με το πουλί που κρώζει το μεγάλο;

Για το άστρο της Ανατολής κινήσαμε μικροί.
Πουλί, πουλάκι στεριανό, θάλασσα δε σου πρέπει!
Και σε που σε φυτέψαμε, παιδί, στο Κονακρί,
με γράμμα συμβουλευτικό της μάνας σου στην τσέπη.

Του ναύτη δωσ᾿ του στη στεριά κρεβάτι, και να πιεί.
-Όλο τον κόσμο γύρισες, μα τίποτα δεν είδες…-
Μες στο μετάξι κρύβονταν της Ίντιας οι σκορπιοί
κ᾿ έφερνε ο αγέρας της νοτιάς στην πλώρη άμμο κι ακρίδες.

Σημάδι μαύρο απόμεινε κι ας έσπασε ο χαλκάς.
-Στην αγoρα του Αλιτζεριού δεμένη να σε σύρω.-
Και πήδηξ᾿ ο μικρός θεός μία νύχτα, των Ινκάς,
στού Αιγαίου τα γαλανά νερά, δύο μίλια όξω απ᾿ τη Σκύρο.

Μεσάνυχτα και ταξιδεύεις δίχως πλευρικά!
Σκιάζεσαι μήπως στο γιαλό τα φώτα σε προδίνουν,
μα πρύμα πλώρα μόνο εσύ πατάς στοχαστικά,
κρατώντας στα χεράκια σου το λύχνο του Αλαδδίνου.

ΤΡΑΒΕΡΣΟ (1975)

ΜΟΥΣΩΝΑΣ

Τρελός μουσώνας ράγισε μεσονυχτίς τα ρέλια.
Στο χέρι σου χλωρό κλαρί, χαρτί κι ένα φτερό.
Τέσσεροι κάμανε καιροί τα ρούχα σου κουρέλια.
Να σε σκεπάσω θέλησα, γλιστράς και δε μπορώ.

Κοράλλι ο κατραμόκωλος βαστάει να σε φιλέψει.
Γιατί μπήγεις τα νύχια σου στη σάπια κουπαστή;
Είν᾿ ένα φάδι αθώρητο και μου μποδάει τη βλέψη.
Γαλάζιο βλέπω μοναχά, γαλάζιο και σταχτί.

Παρακαλώ σε κάθησε να ξημερώσει κάπως.
Χρώμα να βρω, το πράσινο και τίντες μυστικές.
Κι απέ, το θρύλο να σου πω που μου ῾πε μαύρος κάπος
τη νύχτα που μας έγλειφε φωτιά στο Μαρακές.

Ακόμα ξέρω τον αρχαίο σκοπό του Μινικάπε,
τη φοινικιά που ζωντανή θρηνεί στο Παραμέ.
Μα ένα πουλί μου μήνυσε πως κάποιος άλλος στα ῾πε
κάποιος, που ξέρει να ιστορά καλύτερα από με.

Κάματος είναι που μιλά στενόχωρα και κάψα.
Πεισματική, και πέταξες χαρτί, φτερό, κλαδί,
όμως δεν είμαστε παιδιά να πιάσουμε την κλάψα.
Τι θα ῾δινα – «Πάψε, Σεβάχ» – για να ῾μουνα παιδί!

Αυγή, ποιος δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;
Γυρίζει ο ναύτης τον τροχό κι ο γύφτος τη φωτιά.
Και μείς, που κάμαμε πετσί την καραβίσια βρόμα,
στο πόρτο θα κερδίσουμε και πάλι στα χαρτιά.

Ινδικός Ωκεανός 1951

ΓΥΝΑΙΚΑ

Στον Αντώνη Μωραίτη

Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξτε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα.
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία.
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μία τσιμινιέρα στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου
για μία στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξανάπαμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιός μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φεγγάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη, αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι
πρώτη φορά, σε μία σπηλιά, στην Αλταμίρα.

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ᾿ είδες.
Στην άμμο πάνω σ᾿ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες.

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ᾿ την Ούρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Πράσινο. Αφρός, θαλασσινό βαθύ και βυσσινί.
Γυμνή. Μονάχα ένα χρυσό στη μέση σου ζωστήρι.
Τα μάτια σου τα χώριζαν εφτά Ισημερινοί
μες στού Giorgione το αργαστήρι.

Πέτρα θα του ῾ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου ῾φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

Ινδικός Ωκεανός 1951

ΟΙ 7 ΝΑΝΟΙ ΣΤΟ S/S CYRENIA

Στην Έλγκα

Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μία κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ᾿ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δύο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ᾿ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπι τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ᾿ το ποδόσταμο πηδάν ως τη γαλέτα.
-Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατίρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ᾿ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια,
κατάφερε το σταυρωτό του Νότου αστέρι
σωρός να πέσει, να σκορπίσει στα σπιράγια
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει,
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ, το κατάστρωμα σαρώνει.
-Μ᾿ ένα ξυστρί καθάρισέ με απ᾿ τη μοράβια.
Μα είν᾿ ένα κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
-Γιέ μου, που πας; -Μάνα, θα πάω με τα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μία θάλασσα, θυμάμαι …
Ο πιο στερνός μ᾿ έναν αυλό με νανουρίζει.

Colombo 1951

GUEVARA

Στο Θανάση Καραβία

Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: «Καμάρι μου, κοιμήσου».
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Που μ᾿ είδες και που σ᾿ είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το ῾λεγε, ποιος το ῾λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ᾿ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαράει με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ᾿ ανοιχτά.
Στ᾿ όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ᾿ τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ᾿ όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πιά με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί, (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ᾿ ένα αλώνι.)
απόψε οι δύο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαιτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ᾿ αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο Φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

Έφεσος 1972

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΙ

Στη Μυρτώ Κουμβακάλη

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου ῾γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
-της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι-
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που ῾φερνα μου το ῾κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο -μάδησε κι έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μία, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει-
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δείς ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
μπορεί να ῾ρθω απ᾿ τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

04.01.1974

FATA MORGANA

Στη Θεανώ Σουνά

Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ᾿ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Στρείδι ωκεάνιο αρραβωνίζεται το φως.
Γεύση από φλούδι του ροδιού, στυφό κυδώνι
κι ο άρρητος τόνος, πιο πικρός και πιο στυφός,
που εναποθέτανε στα βάζα οι Καρχηδόνιοι.

Πανί δερμάτινο αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.

Χόρτο ξανθό τρίποδο σκέπει μαντικό.
Κι ένα ποτάμι με ζεστή, λιωμένη πίσσα,
άγριο, ακαταμάχητο, απειλητικό,
ποτίζει τους αμαρτωλούς που σ᾿ αγαπήσαν.

Rosso romano, πορφυρό της Δαμασκός,
δόξα του κρύσταλλου, κρασί απ᾿ τη Σαντορίνη.
Ο ασκός να ρέει, κι ο Απόλλωνας βοσκός
να κολυμπάει τα βέλη του με διοσκορίνη.

Σκουριά πυροχρωμη στις μνήμες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμά του άγια σκουριά που μας γερνά,
μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.

Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, αρτοφόρι.
Άγια λαβίδα και ιερή από λαμινάρια.
Μπροστά στην Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
και τρεις Αγγέλοι με σπασμένα τα κοντάρια.

*

Πούθ᾿ έρχεσαι; Απ᾿ τη Βαβυλώνα.
Που πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιάν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πως τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.

Πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο
όνομα. Εύα από την Κίο.
Η μάγισσα έχει τρεις κόρες στο Αμανάτι
και η τέταρτη είν᾿ εν᾿ αγόρι μ᾿ ένα μάτι.

Ψάρια που πετάν μέσα στην άπνοια,
όστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
φίδια της στεριάς και δέντρα σάπια,
άρμπουρα, τιμόνια και προπέλες.

Να ῾χαμε το λύχνο του Αλαδίνου
η το γέρο νάνο απ᾿ την Καντόνα.
Στείλαμε το σήμα του κινδύνου
πάνω σε άσπρη πέτρα με σφεντόνα.

Δαίμονας γεννά τη νηνεμία.
Ξόρκισε, Allodetta, τ᾿ όνομά του.
Λούφαξεν ο δέκτης του ασυρμάτου,
και φυλλομετρά τον καζαμία.

Ο άνεμος κλαίει. Σκυλί στα λυσσιακά του.
Γειά χαρά, στεριά, κι αντίο, μαστέλο.
Γλίστρησε η ψυχή μας από κάτου,
έχει και στην κόλαση μπορντέλο.

ΠΙΚΡΙΑ

Ξέχασα κείνο το μικρό κορίτσι από το Αμόι
και τη μουλάτρα που έζεχνε κρασί στην Τενερίφα,
τον έρωτα, που αποτιμάει σε ξύλινο χαμόι,
και τη γριά που εμέτραγε με πόντους την ταρίφα.

Το βυσσινί του Τισιανού και του περμαγγανάτου
και τα κρεβάτια ξέχασα τα σαραβαλιασμένα
με τα λερά σεντόνια τους τα πολυκαιρισμένα,
για το κορμί σου, που έδιωχνε το φόβο του θανάτου.

Ο,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:
τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας στο κατάρτι,
το μπούσουλα, τη βάρδιά μου και την πορεία στον χάρτη,
για ένα δυσεύρετο, μικρό θαλασσινό κοχύλι.

Τον πυρετό στους Τροπικούς, του Rio τη μαλαφράντζα,
την πυρκαγιά που ανάψαμε μία νύχτα στο Μανάο.
Τη μαχαιριά που μου ῾δωσε ο Μαγιάρος στην Κωστάντζα
και «Σε πονάει με τη νοτιά; – Όχι απ᾿ αλλού πονάω.»

Του τρατολόγου τον καημό, του ναύτη την ορφάνια
του καραβιού που κάθισε την πλώρη την σπασμένη.
Τις ξεβαμμένες στάμπες μου, που ῾χα για περηφάνια
για σένα, που σαλπάρισες, γολέτα αρματωμένη.

Τι να σου τάξω, ατίθασο παιδί, να σε κρατήσω;
Παρηγοριά μου ο σάκος μου, σ᾿ Αμερική κι Ασία.
Σύρμα που εκόπηκε στα δυό και πως να το ματίσω;
Κατακαημένε, η θάλασσα μισάει την προδοσία.

Κατέβηκε ο Πολύγυρος και γίνηκε λιμάνι.
Λιμάνι κατασκότεινο, στενό, χωρίς φανάρια,
απόψε που αγκαλιάστηκαν Εβραίοι και Μουσουλμάνοι
και ταψιδέψαν τα νησιά στον πόντο, τα Κανάρια.

Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια,
δύο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μία μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει
κι ένας βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια.

07.02.1975

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Για μωρά και για γέρους.

Πρώτη μέρα του Μαγιού
πάει το clipper του τσαγιού.

Να προλάβει τη Σαγκάη,
να φορτώσει το άσπρο τσάι.

Μα στού νότου τα νησιά,
στο στενό του Μακασάρ,

το κουρσεύουν πειρατές,
και δε γύρισε ποτές.

Στέρνουν ένα μπριγκαντίνι,
όλο ασένιο, στο καντίνι.

Μα όξω από τη Βαρκελώνα
το μπατάρει μια χελώνα,

μία χελώνα θηλυκιά,
γκαστρωμένη και κακιά.

Μα ένας Κεφαλλονίτης,
κειοπίσω απ᾿ τη Δολίχα,

τραμπάκουλο αρματώνει
και το βαφτίζει Τρίχα.

Καβατζάρει το Σχινάρι,
τόνε κλαίγαν κι οι γαιδάροι.

Βγαίνει από τη Τζιμπεράλτα
δίχως μπούσουλα και χάρτα.

Όξω απ᾿ τη Μαδαγασκάρη
ο καιρός έχει λασκάρει.

Κατεβάζει τα πινά του
και ψειρίζει τ᾿ αχαμνά του.

Τόνε πιάνουνε κουρσάροι
μα τους τάραξε στο ζάρι.

Μαχαιρώνει τη χελώνα
και ξορκίζει τον κυκλώνα.

Αριβάρει στο Μακάο
μ᾿ ένα φόρτωμα κακάο.

Όμως βρέθηκε στ᾿ αμπάρι
όλο φούντα και μπουμπάρι.

Αφού το μοσκοπούλησε
στη λίρα κολυμπάει

Τσού χαιρετάει κινέζικα
και πάει για τη Μπομπάη.

Τόνε πιάνουν Μουσουλμάνοι
του φορέσανε καφτάνι.

Τον βαφτίζουν Μουχαμέτη
και του κάνουνε σουνέτι.

Τσού μαθαίνει σκορδαλιά
και τον κάνουν βασιλιά.

Το ῾σκασε νύχτα με μουσώνα
μ᾿ όλο το βιός σε μια κασώνα.

Το μωρό μας με κλωτσάει.
«Τι θα γίνει με το τσάι;
Πνίξε πιά το βασιλιά!»

Α, το πίνουν οι Κινέζοι
σιωπηλοί γουλιά γουλιά.

ΑΘΗΣΑΥΡΙΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

(Από την έκδοση «Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη» εκδόσεις Άγρας 2005)

ΠΟΘΟΣ

Πάμε στο κάμπο πέρα κεί τ᾿ απόβραδο
πιασμένοι από το χέρι ωραίο κοράσι
ο αχός της πολιτείας της αρρωστιάρικης
ποτέ να μη μπορέση να μας φτάση.

Και κεί στον κάμπο πέρα τον ανθόσπαρτο
όπου γιορτάζει πάντα η φύσι
αγκαλιαστοί θα νοιώσουμε τον έρωτα
ως ότου η ψυχή να μας αφήση.

Και χελιδόνι να γενή γοργόφτερο
ψηλά στον ουρανό να φτερουγίση
να διαλαλήση εκεί με τυτιρίσματα
-Χαρήκαμε τ᾿ ο,τι είχαμε ποθήσει.

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ

ΔΑΚΡΥ

Το βράδυ πέθανε η παιδούλα
πούχε αρρωστήσει την αυγή.
Ίσως η αγνή της η ψυχούλα
με τ᾿ άστρα θέλησε να βγη.
Και τωρ᾿ αστέρι θάχει γίνει
τον ουρανό για να ομορφήνη.

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΠΕΡΑΣΕ…

Τώρα το καλοκαίρι πάει … επέρασε …
Κ᾿ είνε καιρός να φύγουμε για πέρα.
Δυό μήνες επεράσαμε έτσι άσκοπα
αν κ᾿ είχαμε πολλές ιδέες στο νού μας.

Εκείνα που σκεφθήκαμε δεν κάναμε
και πάντα τ᾿ αναβάλαμε για τ᾿ αύριο
για κάποιαν κάθε μέρα γράμμα εγράφαμε
που όμως αυτή δεν τόλαβεν ακόμα.

Σε ναυτικές ταβέρνες εκαθήσαμε
σε γέρους πλάι που λέγαν ιστορίες
και που συχνά, σιγά μας εσυμβούλευαν
με λόγια που πιά τάχαμε ξεχάσει.

Σε πανηγύρια πήγαμε χωριάτικα
ψηλά σε ρημοκλήσια γκρεμισμένα
κι επιάσαμε μαντήλι και χορέψαμε
με παληκάρια, και παιδούλες νιές.

Πολλές φορές τ᾿ αγέρι μας εκοίμισε
μέσα σε βάρκα … κάτω απ᾿ ένα δέντρο
κι εκάναμ᾿ έναν ύπνο τόσον ήσυχο
έτσι μακρύ … σα νάχαμε πεθάνει …

Και τ᾿ αύριο ποτέ δεν εσκεφθήκαμε
ούτε και την ημέρα της φυγής μας.
… Τώρα το πλοίο μας παίρνει. Πέρα το άγνωστο
η τρικυμίες!, οι μπόρες! …

13.09.1928

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΑΣ

ΑΓΑΠΑΩ

Αγαπάω τ᾿ ότι θλιμμένο στον κόσμο.
Τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ᾿ ένα δισάκι
για μία πολιτεία μακρυνή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότην που είδαν μία βραδιά στ᾿ όνειρό τους,
να φανή απ᾿ τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ᾿ ασπρόφτερό τους.

Τα καράβια που φεύγουν για καινούργια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά -αν ποτέ θα γυρίσουν πίσω
αγαπάω, και θα ῾θελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πιά να γυρίσω.

Αγαπάω τις κλαμμένες ωραίες γυναίκες
που κυττάνε μακριά,που κυττάνε θλιμμένα …
αγαπάω σε τούτον τον κόσμο -ο,τι κλαίει
γιατί μοιάζει μ᾿ εμένα.

Η ΚΥΡΑ ΛΕΝΗ

Από τα χρόνια που ήταν νιά
την ξέρανε την κυρά Λένη
στη φτωχική της γειτονιά
που κάθε μέρα ξενοπλένει.

Έχει κι αυτή μιαν ιστορία
συνηθισμένη θλιβερή
και σ’ όποιον βρει την λέει κυρία
αρχίζοντας «παν οι καιροί

που ’χα και ’γω κι ήμουνα κάτι!
άλλα τ’ αντρός μου το μεθύσι…
της γειτονιάς το κακό μάτι…
-Μέρα καλή δε θα γυρίσει-

Χρέη στον ψωμά, χρέη στο χασάπη
τα δαχτυλίδια στο σαράφη…
ξελόγιασε το γιο η αγάπη…
Η κόρη απόμεινε στο ράφι.

Κι ολημερίς πλένω να ζήσω
– ζωή κακιά τυραγνισμένη
Στη σκάφη ομπρός θα ξεψυχήσω… »
-Η κυρά Λένη κλαίει και πλένει-

18 Μαΐου 1929

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΛΑΣ

ΚΙ ΑΥΤΟΣ ΧΑΜΟΓΕΛΑΕΙ…

Γνωρίζω κάποιον κύριο που ηλίθιο τον νομίζουν,
γιατί, παράξενα μιλεί κι ένα μονόκλ φοράει,
γιατί, συχνάζει μ᾿ άσεμνες και θλιβερές γυναίκες
και γιατί πάντα ότι του πείς αυτός χαμογελάει.

Που στέκει ώρες αμίλητος και σαν αφηρημένος,
και που όταν, τι έχει τον ρωτούν οι φίλοι μ᾿ απορία
αυτός κυττάζοντας αλλού αρχίζει να διηγιέται
η μίαν αισχρήν η μία πολύ παράξενη ιστορία.

Για μίαν εταίρα υστερική που ζει κι όλο πεθαίνει,
για έναν τρελλό όπου ζητάει νάβρη τ᾿ όνειρό του,
για κάποιο γέρο που αγαπάει μ᾿ ανάστροφην αγάπη,
για μία γκριμάτσα τραγική κάποιου χλωμού Πιερρότου.

… Ξέρω ένα νέο που οι φίλοι του ηλίθιο τον νομίζουν,
γιατί για πράγματα πολύ περίεργα μιλάει
κι όσες φορές πασχίζουνε να τόνε συμβουλεύσουν
κυττά με περιφρόνηση και θλιβερά γελάει …

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΛΧΑΛΛΑΣ

[ Οι πόρνες οι χαρούμενες… ]

Οι πόρνες οι χαρούμενες που πάντα αισχρολογούν
σα βρέχει, απ’ το παράθυρο κοιτάνε λυπημένα.
Και τα βαμμένα μάτια τους οπ’ εγελούσαν πριν
φαίνονται κάπως σκοτεινά και σα συλλογισμένα.

Οι πόρνες τις μακριές βραδιές σα δεν έχουν δουλειά
και βαρέθηκαν ιστορίες αισχρές όλο να λένε
χωρίς να νιώθουνε το γιατί, χωρίς αιτία καμιά
αρχίζουνε μουρμουριστά σαν τα παιδιά, και κλαίνε.

ΒΡΑΔΥΝΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ
ΜΕ ΜΙΑ ΜΙΚΡΗΝ ΙΕΡΟΔΟΥΛΟ

Γύρισε πάλι στο μικρό και ταπεινό χωρίο
που ανθίζουν τ’ αγριολούλουδα και το φτωχό θυμάρι!

Εδώ έχω αρώματα βαριά, λεφτά, μεταξωτά
κι οι εραστές ωσάν πιστό μ’ ακολουθούνε σμάρι.

Οι εραστές, και οι πιο πιστοί μιαν ώρα θα εξαφανιστούν
και θα ‘ρθει μέρα που και σύ σαν όλες θα γεράσεις.

Ένας ποιητής μου ’λεγε χθες πως σαν στα μάτια με κοίτα
του φαίνεται πως χάνεται στα βάθη μιας θαλάσσης.

Αλίμονο! Τόσο μικρή κι όμως αναίσθητη πολύ…
Κάθε καλό και κάθε αγνό μέσα σου πια εκοιμήθη…

’Έλα κοντά μου… πιο κοντά… δώσε μου τώρα ένα φιλί
και χάιδεψέ μου τα μικρά και τρυφερά μου στήθη…

Τα στήθη αυτά τα ηδονικά είν’ από μια ουσία φθαρτή.
Το σώμ’ αυτό είν’ από πηλό και κει θα πέσει πάλι.

Έ ! Κάνε γρήγορα λοιπόν. Με ζάλισες πάρα πολύ,
απ’ έξω από την κάμαρα προσμένουν πλήθος άλλοι.

ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΕΠΟΝΙΤΗ

Επέταξα τη σάκα μου και τρέχω με τουφέκια
Μικρούλης φαίνομαι Αδερφέ, το μάτι δεν με πιάνει.
Στη μάχη όμως κουβάλησα χιλιάδες τα φουσέκια
κι ακόμα μ᾿ είδαν Γερμανούς να στρώνω στο ρουμάνι.
Στη γειτονιά με ξέχασε το τόπι, το ξυλίκι.
Και μοναχά που πέρναγα με το χωνί στο στόμα.
Παιδί! Μα με λογάριασαν οι λυσσασμένοι λύκοι.
Τεράστιο το κουράγιο μου. Και που να δείς ακόμα.
Μία μέρα μας μπλοκάρανε. Δυο εμείς και αυτοί σαράντα.
Σφαίρα τη βρήκε την καρδιά που ῾μοιαζε με γρανίτη.
Σε μία γωνιά με θάψανε χωρίς ανθούς, μα πάντα
Σα ρόδο θα μοσκοβολάει ο τάφος του Επονίτη.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Στη Μέλπω Αξιώτη

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές.
Πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβυούν και εκείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ᾿ όλες τις μεριές.
Μάτια λοξά και τ᾿ αγαπάς: Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα ιταλικά στην Ερυθρά.
Πουλιά σε αντικατοπτρισμό -Μαύρη Μανία.
Δόρατα μέσα στη νυχτιά παίζουν νωθρά.
Λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου: Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί, Νύφη λεβέντρα Ιβηρική.
Ανάβουνε του Barriochino τα φανάρια.
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί.
Γκρέκο και Λόρκα -Ισπανία και Πασιονάρια.

Κύμα θανάτου ξαπολιούνται οι Γερμανοί.
Τ᾿ άρματα ζώνεσαι μ᾿ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί,
Οι κρεμασμένοι στα δέντρα, μπαίγνιο του ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρη, στην Αθήνα και Φωτιά.
Τούτο της Γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι,
Λικνίζει κάτου από το Δρυ και την Ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ  Τα αθησαύριστα έργα του Νίκου Καββαδία είναι εκείνα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες κλπ αλλά δεν έχουν ποτέ συμπεριληφθεί σε ποιητικές συλλογές και τα περισσότερα έχουν εντοπισθεί από το Κυριάκο Ντελόπουλο. Τα νεανικά ποιήματα του Καββαδία είχαν δημοσιευθεί γύρω στο 1926-1927 στο περιοδικό της μεγάλης Ελληνικής εγκυκλοπαίδειας ή στο περιοδικό Διανοούμενος και που ο Καββαδίας τα υπέγραφε με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *