ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Ο Γιώργος Σαραντάρης (20/4/1908-25/2/1941)   γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιος του Δημήτρη Σαραντάρη και της Μαλθίντας το γένος Σωτηρίου, καταγόμενων από το Λεωνίδι της Κυνουρίας. Από το 1912 ως το 1931 έζησε στην Ιταλία, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του. Από νεανική ηλικία στράφηκε στη λογοτεχνία και τη μελέτη της φιλοσοφίας, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με τις ξένες γλώσσες. Σπούδασε νομικά στα πανεπιστήμια της Μπολώνια και της Ματσεράτα, και πήρε διδακτορικό δίπλωμα. Στην Ιταλία έγραψε τους πρώτους στίχους του, στα ιταλικά και στα ελληνικά και δημοσίευσε ποιήματα στην ιταλική και γαλλική γλώσσα. Το 1931 επέστρεψε στην Ελλάδα και μπήκε στους λογοτεχνικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940 στρατεύτηκε στην Αλβανία και αρρώστησε από κοιλιακό τύφο. Μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε το 1941. Την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας έκανε το 1933 μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού “Νέα Ζωή” με το διήγημα “Μάρθας βίος”, με το οποίο εισήγαγε στον ελληνικό χώρο το είδος του γαλλικού αντι-μυθιστορήματος (antiroman). Τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε και την πρώτη του ποιητική συλλογή “Οι αγάπες του χρόνου”. Ακολούθησαν τα “Ουράνια” (1934) και τα “Αστέρια” (1935) και πολλά ακόμη ποιήματα δημοσιευμένα στα περιοδικά “Νέα Γράμματα”, “Νέα Εστία”, “Κύκλος”, και “Μακεδονικές Ημέρες” (Θεσσαλονίκης). Τελευταία του ποιητική συλλογή ήταν η “Στους φίλους μιας άλλης χαράς”, δημοσιευμένη στις αρχές του 1940, που έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το Μήτσο Παπανικολάου. Ο Γιώργος Σαραντάρης υπήρξε ένας από τους πρώτους ανανεωτές έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου και ένας από τους πρώτους εισηγητές του υπαρξισμού στη χώρα μας. Ο φιλοσοφικός του στοχασμός κινήθηκε στα πλαίσια της αναζήτησης του απολύτου ενάντια στη φθορά της ανθρώπινης υπόστασης, εκφρασμένης μέσω της κατάργησης της παραδοσιακής ποιητικής φόρμας και γλωσσικής έκφρασης. Επιδράσεις δέχτηκε μεταξύ άλλων δέχτηκε από τη σκέψη των Ουνγκαρέττι, Νίτσε, Κίρκεγκωρ, Ντοστογιέφσκι, Σεστώφ και Μπερντιάγιεφ. Ασχολήθηκε επίσης με το φιλοσοφικό δοκίμιο και τις ποιητικές μεταφράσεις. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Γιώργου Σαραντάρη βλ. Τάσος Κόρφης, “Σαραντάρης Γιώργος”, στη “Μεγάλη εγκυκλοπαίδεια της νεοελληνικής λογοτεχνίας”, τ. 12, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. [1968], Γιώργος Γ. Μαρινάκης, “Εισαγωγή” στο “Γιώργος Σαραντάρης: Ποιήματα”, τ. Α΄- Δ΄ (παρουσίαση, εισαγωγή, επιμέλεια, σχόλια & σημειώσεις: Γιώργος Γ. Μαρινάκης), Αθήνα, Gutenberg, 1987, Αλέξης Ζήρας, “Σαραντάρης Γιώργος” στο “Παγκόσμιο βιογραφικό λεξικό”, τ. 9α, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1988, και Αλέξης Ζήρας, “Σαραντάρης Γιώργος” στο “Λεξικό νεοελληνικής λογοτεχνίας”, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2007.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).

0Ι ΑΓΑΠΕΣ ΕΠΕΡΙΜΕΝΑΝ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ

Οι αγάπες επερίμεναν στον κήπο
ένα πρόσωπο φίλο
δεν γνώριζα ποιο·
Ήθελαν να φύγω
μα η σκιά δεν άφηνε λέξη
να πούνε·
και κοίταζαν βουβές
απ’ το πρόσωπό μου
στα δέντρα
κι εκείθε στον ουρανό
ένιωθα τον πόνο τους
τον πόνο μου
ελυπόμουν μαζί τους
το χρόνο που έτρεχε μάταια
τη μέρα που έσβηνε άδεια
τη νύχτα που έκρυβε ακόμα
το πρόσωπο φίλο
που αυτές εποθούσαν
και δεν θα ηρχετο πια.

Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΔΕΝ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ ΠΟΤΕ

Ο ουρανός δεν απουσιάζει ποτέ.
Μαζί του θα ‘σβήνε η ζωή
θα ‘σβηναν τα θαύματα.
Η γης θα νέκρωνε.
Ο ουρανός μόλις φοβάται
την αιωνιότητα·
αλλά το φως του δεν το δείχνει-
η δυσπιστία του χρόνου
η δυσπιστία μας
τρέφει υποψίες
και φανερώνει αμφιβολίες,
μορφή σύννεφου
μορφή βροχής…

ΕΡΗΜΙΑ…

Ερημιά θλίψη φοβισμένο φως
8άχτυλα που σκεπάζουνε μιαν αναπνοή
μάτια που ανοίγονται
και γεννιούνται τώρα
το απλούστερο σκίρτημα της ύλης

Το μούχρωμα κατεβαίνει
από πανύψηλα δέντρα
και πιάνει την παντοτινή ουσία
γλυκαίνει τα φυλλοκάρδια
της φύσης τα φύλλα που ξερίζωσαν

Τα χαμένα πουλιά τραγουδάνε
αλλά δεν ακούγονται εδώ
ο ουρανός συμμάζεψε πάσα σιωπή
σταμάτησε στο σημείο τα χάδια του
λιγώθηκε σε μια κόχη γης.

ΕΥΧΗ

Όλα απονήρευτα
να πούνε δίχως λάθος
από το θάνατο αρχινώντας
τη μοίρα μας
που την έγραψε ο Θεός
στο ανεύρετο βιβλίο του

Ν’ αφηγηθούνε
τη μεταθάνατο ζωή μας
όταν τα επίγεια δάκρυα θα στειρεύσουν
και πρόσωπα και πράματα
ουράνια θα πηγαίνουν
προς κάποιο τέλος και κάποιαν ευτυχία.

ΟΝΕΙΡΟ ΘΑΝΑΤΟΥ

Στερνά τραγούδια της ζωής
στέλνει ο αγέρας
από ένα αόρατο νησί
μέσα στην καταχνιά
βυθίζεται το βράδυ
και το ακρογιάλι
όπου απίθωσα το σώμα
κρυώνει…

ΟΙ ΦΙΛΗΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

Οι φιλημένες αγάπες
θυμήθηκαν
στον ύπνο μου εγύρισαν
τα αχνά τους πρόσωπα
μου ‘θεσαν στα χέρια
κι αναπαυθήκανε
μαζί μου…

Ο ΞΕΝΟΣ

Από σιωπή σε σιωπή
ο ουρανός διάγει
τα χρόνια-
όμοια με άνθρωπο
που γνωρίσαμε παιδιά
που λησμονήσαμε
δεν ξανανταμώσαμε
πια.

ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ

Μια λαγγεμένη ανάμνηση
κρατάνε από μια λίμνη
έρημη κρυμμένη,
όπου οι μέρες γέρνανε
τρυφερές
πάνω στα νερά
πάνω στη χλόη…

ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΑΟΡΑΤΗ

Γνωρίζω την ομορφιά αόρατη
γνωρίζω πως υπάρχει·
το βλέμμα της το γέλιο της
δε γνωρίζω·
και τη συγκίνηση της
την προφταίνω πεθαμένη,
ανάμνηση.

ΟΞΩ ΑΠ’ ΟΡΙΖΟΝΤΑ ΚΑΙ ΒΛΕΜΜΑ

Υπάρχει μνήμη που συλλέγει τα περασμένα
δεν τ’ αφήνει στο 8ρόμο της ζωής να σκορπισθούνε
να εξαφανισθούνε κάπου
όξω από μας
όξω απ’ ορίζοντα και βλέμμα·
κι έτσι κι αν σβήσουνε,
η μυρωδιά τους σώζεται
απελπιστικά.

ΑΓΑΠΟΥΣΑ ΜΙΑ ΚΟΠΕΛΑ…

Αγαπούσα, τότε, μια κοπέλα ξανθιά
από καιρό δεν τη θυμάμαι
κι ούτε αυτή με βλέπει πια·
μαζί πεθάναμε
από τον ίδιο ύπνο
σ’ ένα τραγούδι μακρινό
σ’ ένα μοτίβο ελαφρό.

ΣΑΝ ΧΑΜΟΥ ΠΕΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

Σαν χάμου πέσει ο ουρανός
ελάτε φίλοι αθόρυβα να δούμε
την ευτυχία μας από κοντά
κανείς να μη μιλήσει να μην ανοίξει στόμα,
να κοιτάξουμε όλοι μήπως βρούμε
μήπως καίγονται ακόμα
τα πεθαμένα όνειρα, στα πλάγια…

ΑΠΟΚΟΣΜΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Απόκοσμο τραγούδι
Ιδού, η όμορφη
Η ξακουστή η αφάνταστη
Σάρκα των ονείρων μου!
Ιδού, η τρισχαριτωμένη
Αγάπη, που πλάθουν
Οι χίλιες ήμερες
Της ανέσπερης ζωής μου!

ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΕΠΙΓΕΙΟΙ

Η μάννα μας η γης αφουγκράζεται
Τα υστερινά σκιρτήματα της πνοής
Της ψυχής που την αφήνει…
Φεύγουμε σακατεμένοι από την πίκρα
Απ’ την πληθωρική μας αγάπη
Γυρεύοντας εξωφρενικά λημέρια·
Είμεθα διαβατάρικα ζώα
Που τους λείπει το θάρρος της προδοσίας.

ΑΝΑΓΛΥΦΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Ανάγλυφο μνημείο η ζωή μας δεν αφήνει
η καυχησιολογία μας περιττή
η λαχτάρα μας προς τον κόσμο
όπως τα σοβαρά δάκρυα του παιδιού
μονάχα την απόμακρη μοίρα μας υγραίνει.

ΕΡΑΣΜΙΑ ΖΩΗ

Εράσμια ζωή
ενός αγίου πνεύματος
δώρο στην αγνή μας ουσία,
Ποια λήθη ποια γνώση μας επότισες
που, σαν εξύπνησε,
η μεθυσμένη καρδιά αγνοεί
ό,τι κρυφό ό,τι αγαθό
μετά το θάνατο ματιάζει,
και αποθυμά την ηδονή
που ειρήνευσε αγάπη;…

ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Γοητεία του χρόνου
σαν ξαναερωτευθώ μια κόρη!
μήτε το πρόσωπό της, έστω και θείο,
αγαπάω πιότερο από το αίσθημα αυτό,
να καίομαι σε μια φωτιά μεγάλη
και ψηλή μέχρι τον ουρανό
να ζω και να πεθαίνω
από λάμψη σε λάμψη
έχοντας καθαρό νου
καθαρές φλέβες
και την ψυχή δροσερή
και γενναία!

ΕΣΥ…

Εσύ, φίλη της ησυχίας μου,
Είσαι γυναίκα
Και χαμογελάς

Είσαι σάρκα και ρέμβη
κι αστράφτουνε τα δόντια σου ηδονη
Τα μάτια σου γαλάζιο ουρανό.

ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Καθήλωσα το πνεύμα στην αλήθεια
Που, αναίσθητη, επίκρανε τον αιώνα
Γύρω απ’ την περιουσία μου

Μα τη λαχτάρα της ζωής δεν επηρέασε
Με τους καπνούς και με τα δάκρυα της αγάπης

Άγαλμα της σιωπής ακι προσευχής
Αντιμέτωπο
Στη μοναξιά του απείρου.

ΤΟΥ ΕΦΑΝΗ…

Του εφάνη το βαθύ χαμόγελο του χρόνου
αλλά απ’ το υπέρτατο βουνό εκοίταζε
και μόνος του, μόνος σαν ένα πνεύμα,
δεν έβγαλε φωνή
η σκέψη του δεν άρθρωσε μια λέξη.

Η ΜΕΛΙΧΡΗ ΗΔΟΝΗ

Ο θάνατος δεν γοήτευα, μάλλον θέλγει·
δεν έχει ομορφιά ούτε χάρη·
μονάχα ενθαρρύνει την αόρατη δειλία μας,
της προσδίδει εφήμερη υπερηφάνεια
να φθάσει στην απόλυτη θυσία
να αισθανθεί την υπέρτατη ηδονή της
τη μελιχρή…

ΟΤΑΝ ΑΝΟΙΓΟΝΤΑΙ..

Όταν ανοίγονται μέρες καινούριες
εμείς το νιώθουμε αλαργινά
από την δόξα των ουρανών
και λεπτώς μυστικά
από τα εσώτερα κρυφομιλήματα
μέσα στα ανέγγιχτα δωμάτια
μέσα στα αισθήματα τα μακρινά.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Η γυναίκα σαν όνειρο από σάρκα
θλίβει την παρουσία μου μεσ’ στον κόσμο
μ’ όλα τα χαμογέλια της αγάπης

Στα έργα της ψυχής μου
φέρνει την απουσία της,
και μεσ’ στο γέλιο μου
μελαγχολικά γελάει
χωρίς καμμιά επαφή
ούτε κανένα ερωτικό ρυθμό…

Καμμιά αιθέρια ηδονή
δεν βρέχει τα χείλη μου
ή τα δικά της χείλη.

ΑΥΡΙΟ

Και αίσθημα και αίσθηση αφήσανε
οι ανεπαίσθητοι ουρανοί
χαϊδεύοντας τις επιφάνειες.

ΠΙΚΡΑΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

Πικραμένη καρδιά τι στοχάζεσαι;
Ένα πρόσωπο μια φωνή;
μια αίσθηση
ή μια θύμηση τόσο μακρινή,
που σχεδόν τίποτα δεν αρπάζεις από αυτήν:
Κάτι το ασύλληπτο αρμόζει πιο καλά στη θλίψη σου
την ωφελεί περισσότερο
διότι ίσως δύναται να χάνεται πλάγι του…

ΒΑΣΑΝΙΖΩ ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ

Βασανίζω τα ωραία περασμένα-
λησμονώ την ζωή
με τις αδρές λαμπερές φωνές της
και την πνοή που την περνάει
κι ωστόσο ζω
ακουμπισμένος στους ορίζοντες του χρόνου
δίχως την αφέλεια
να χορτάσω μάτια και ψυχή,
και την μικρή μου σκέψη σεργιανίζω.

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΡΡΩΣΤΙΑΡΙΚΟ ΟΥΡΑΝΟ

Μέσα στον αρρωστιάρικο ουρανό
χλωμαίνουν και τα σύννεφα τα ρόδινα·
της νιότης τα τριαντάφυλλα
θαρρείς πως μες στο μούχρωμα θα σβήσουν
χωρίς ούτε μια ανατριχίλα.

ΕΓΩ ΔΕΝ ΑΓΑΠΩ ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ

Εγώ δεν αγαπώ τίποτε άλλο
παρά οι μέρες να γίνουν πιο μεγάλες
πιο αργές,
και οι νύχτες πιο βαθιές
και από τον εαυτό μου να με κρύβουνε
σαν άγγελοι σαν θάνατοι γλυκοί.

ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ

Μια μέρα λιόχαρη
θα πάρουμε ένα απόγευμα μονάχα για μας
θα φύγομε οπουδήποτε
και μακριά απ’ όλους απ’ όλους κρυφά,
θα εξ ευτελίσομε τις ώρες μας όπως θέλουμε!…

ΑΠΟΨΕ ΟΙ ΚΟΚΟΤΤΕΣ

Απόψε οι κοκόττες δεν γυαλίζουνε στους δρόμους
σαν βιτρίνες
σαν ψεύτικα μαργαριτάρια·
έχουν φωτιές στα πρόσωπα
και περπατάνε βιαστικές,
και χαρίζουνε χαμόγελα βαμμένα
τσαλακωμένα.

ΤΟ ΜΟΥΧΡΩΜΑ

Το μούχρωμα
σαν κατεβαίνει στην ψυχή,
αφήνει αρώματα
για να στολίσουμε τα όνειρα
και παραδίδει,
την αίσθηση του χρόνου λαγγεμένη.

ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΕΤΟΙΜΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

Ηλικία της έτοιμης ουσίας
Πράσινη βοήθεια
Από την υγεία
Των λουλουδιών
Την ορατή ευφυΐα

Μόριον χαράς
Ο κόμπος των ημερών
Που βιάζει την ειρήνη
Την ησυχία των νερών
Την τρυφερότητα των ματιών

Μιας δροσιάς κόσμου.

ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ

Το μάτι αισθάνεται
Μια κάποια ανακούφιση
Όταν ο Άλλος απολαμβάνει
Βλέποντας τα ίδια.

ΩΡΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

Ώρα μεσημεριού
Διαύγεια
Η παρθενιά
Η γλώσσα των πουλιών
Λαλεί λάμψη από μαχαίρι
Αύρα φωτεινή
Αυλός που ποδοπάτησε
Σκοτάδια.

Η ΕΣΠΕΡΑ ΛΥΕΙ ΤΟΥΣ ΔΕΣΜΟΥΣ ΜΑΣ

Η εσπέρα λύει τους δεσμούς μας
Εγκαταλείπει τις προσευχές
Στο έλεος της νύχτας
Αλλά φροντίζει και βρίσκεται ακέραιο
Στης θύμησης τον πυθμένα
Το παραμύθι του φωτός
Η ανταύγεια της μέρας.

ΠΑΛΙΟΣ ΣΚΟΠΟΣ

Νυχτώνει.
Μίλησε ο κάμπος
Άσπρισαν οι δρόμοι
Λάμπουνε τα νιάτα
Χαμένα περιβόλια
Που ξυπνάνε
Πιάνονται απ’ τα χόρια
Τραγουδάνε
Το φεγγάρι και τη θάλασσα
Ακριβό αγνάντεμα
Χάρη περισσή;

ΟΥΡΑΝΟΣ ΔΙΑΒΑΙΝΕΙ…

Ουρανός διαβαίνει τον αιθέρα
Η πνοή ρέουνε τα χρόνια

Ποτάμια παιδιά μάτια
Που σταματήσανε εικόνες
Λόγια που περιγράφανε σιωπές
Από ζωντανές νύχτες.

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Τον ίσιο πόνο τον πονάμε εμείς
Οι ποιητές

Το πλήθος μαραίνεται
Χωρίς ομορφιά
Χαζεύοντας χάνει τον κόπο
Παθαίνει το θάνατο

Οι ποιητές η αυγή
Η μέρα που δεν έχει σύνορα
Και βγήκε σαν παρθένα από λιβάδι
Και μπήκε στο ναό
Της άκρας ησυχίας
Και υπάρχει…

Αλλά τι μόχθο
Πόση ταξιδεμένη νοσταλγία
Και περιφρονημένη θάλασσα
Κάποιοι άνθρωποι κατάπιανε
Και τη λαχτάρα τ’ ουρανού
Και την αποσταμένη ευχή μιας ηδονής
Για να περάσει πιο μπροστά
Ο πιο σωστός πόθος.

ΤΟ ΚΥΜΑ

Η ρέμβη αναστάτωσε τα πλήθη
Η μέθη τ’ αποκοίμισε
Πλάγιασαν οι μέρες οι κοπέλες
Οι άντρες αγωνίστηκαν τυφλά
Με ιαχές και με τερτίπια
Πνίγηκαν βλέποντας τα νερά
Να σαρώνουν τα συντρίμμια
Ο ήρωας διέκοψε την κατάρα
Μοίρασε τον εαυτό του στην αναμονή
Η καταστροφή σταμάτησε
Το κύμα σε μια αγκαλιά γης
Παρέδωσε τα παιδιά
Που κυλιόντουσαν στον ύπνο…

ΘΑ ΣΕ ΦΙΛΗΣΩ…

Θα σε φιλήσω μα δεν θα πεθάνω
Ωραίο πρωί και παραμύθι τέλειο
Θα είναι το σώμα σου κάτω απ’ τον ήλιο.

Η ΛΥΠΗ Ο ΚΗΠΟΣ

Η λύπη ο κήπος
Ο ξανθός έφηβος
Ο κόσμος των κοριτσιών
Με τις πλουμιστές φωνές
Με την αχανή προσευχή
Με τα λουλούδια που χορταίνουν
Τις άπληστες καρδιές

Λυμαίνονται τον ύπνο μου
Όπως τα κοχύλια που αγάπησα
Στα πρώτα χαράματα
Στα θαλασσινά χρόνια.

Η ΕΡΗΜΟΣ

Οι πρωινές ώρες μιας έρημου
Κόρη που κουβεντιάζει μ’ έναν ήσκιο
Ίσως ο ήλιος σέβεται τη σιωπή
Και κάθεται σαν το νερό μιας λίμνης.

ΜΕ ΤΑ ΤΡΙΖΟΝΙΑ

Μην πεις πως εγεννήθηκες κουφός!

Η λύρα εμαλάκωσε την ώρα
Την πρώιμη χώρα των ονείρων
Όπου η αγάπη έστησε χορό
Με αγιοκέρια με λιβανωτό
Γλέντι για τα τριζόνια
Γιορτή για τον ανήλικο αφέντη
Παιδί της τύχης και του μεθυσιού.

ΧΑΡΑΖΕΙ Ο ΠΟΘΟΣ

Χαράζει ο πόθος
Χαρά Θεού
Η δόξα, ο χορός των χεριών μας,
Προβάλλει
Ανάβει ο ουρανός
Οι στιγμές, πλάσματα, βαραίνουν.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΒΓΑΙΝΕΙ

Το παρελθόν η μουσική
Μακραίνουν σωπαίνουν
Γέλα με τη χαρά
Με την καρδιά σου
Το τραγούδι βγαίνει
Από τα μάτια
Από το στόμα
Απ’ την ψυχή.

ΑΡΙΦΝΗΤΗ ΑΡΜΟΝΙΑ

Αρίφνητη αρμονία
Η θέα η ψυχή
Αιθεροβόσκει
Θεία η λησμοσύνη
Η χλοερή ευτυχία
Χάρμα
Η παρουσία
Εσύ η ανθρωπιά.

ΝΗΝΕΜΙΑ

Νηνεμία
Αλλά πιάνει η βροχή
Σε απόσταση ονείρου
Η χλόη κλαίει
Της κοπέλας μου τα μάτια
Και τα χείλια
έχουνε την υγρασία
Του καρπού
Τον πόνο και το φλοίσβο
Της ιτιάς

Ω, το γέλιο της αυγής
Που ξύπνησε στην άκρη ενός φιλιού
Μέσα στη νύχτα!

ΕΛΑ

Έλα
Η μουσική θα παίζει
Το σώμα στην ενθύμηση
Θα κρούει.

Ω, ΧΙΜΑΙΡΑ ΤΟ ΣΩΜΑ

Ω, χίμαιρα το σώμα
Τι ακαμψία η ψυχή
Τι φρίκη ο καιρός
Με βότανα καλύπτει
Το κενό του χώρου
Με μάγια ναρκώνει
Την ατμόσφαιρα
Την αλυσίδα του χορού
Το που κεντάει γλέντι
Με νάρκισσους με ώρες
Που την εικόνα μέλπει

Ω, το βέλος, ω, τροφή
Η άγρια συγκίνηση
Επουλώνει τη χαρά
Κι επαίρεται η ανία
Η δόξα του χωρισμού
Η οδύνη
Η φαντασία.

Ο ΠΟΝΟΣ Ο ΕΡΩΤΙΚΟΣ

Ο πόνος ο ερωτικός
Που ακούγεται σαν δάκρυ
Από τα στήθια των γυναικών

Από τα χείλια των γυναικών
Φεύγει η πίκρα
Η θάλασσα της αγάπης

Το μεθύσι της ηδονής.

ΔΑΝΑΗ

Από τα φύλλα των ματιών
λιβάδια ωραία
Στης λίμνης τα μυστικά
Σε χρυσή χλόη
Η μιλιά ρέει
Κακεντρεχής Δανάη
Προς την οδύνη.

ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Εγώ που δεν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο
Εμπιστεύομαι σ’ εσένα
Εγώ που δεν είμαι άγιος
Για να μείνω μοναχός
Και δεν είμαι αγνός
Και δεν είμαι αβρός
Ν αγκαλιάσω να φιλήσω
Τον κόσμο που βλέπουν τα μάτια
Και οραματίζεται ο νους
Θα φιλήσω εσένα
Από ανεπάρκεια
Θα γλεντήσω μ’ εσένα
Τη μικρή χαρά των αισθήσεων
Θα γλιτώσω μαζί σου
Από την άσπιλη ροή της ημέρας
Που φωνάζει στον άνεμο
Την αδικία που της γίνεται.

ΤΟΥ ΑΓΕΡΑ Η ΨΥΧΗ

Του αγέρα η ψυχή
Γονατίζει
Σου στεγνώνει στο μέτωπο
Τα μαλλιά
Σου αφαιρεί
Την αναπνοή
Σου λειαίνει
Τον παλμό του προσώπου

Ριγηλή
Όπως μια καρδιά
Σκοτίζεσαι
Από τα νέφη τ’ ουρανού
Από τη στάλα της βροχής
Το λαμπερό χιόνι
Το μουντό σκοτάδι

Και ανεβαίνεις
Την κλίμακα της αιθρίας
Στου μαρμάρου την απόσταση
Φυλάγοντας τα φτερά
Σε μια σιωπή
Που ραγίζει
Αν σιμά της διαρκεί
Το ανάστημά σου.

Η ΣΤΙΓΜΗ

Όρθια αντέχει η στιγμή
Όταν η ομίχλη γλιστράει
Σ’ έναν πυθμένα πράο

Βουλιάζει η ακριβή έγνοια
Η νάρκη ακουμπάει
Σ’ ένα νησί

Αναταράζεται η κρήνη
Τ ομοίωμα λιποθυμάει
Αναπληρώνει τα στήθια
Μια καρδιά που εμπνέει
Τον κάθε χτύπο.

ΜΙΛΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Μίλα με την πεταλούδα
Γλάρωσε τα μάτια
Εσπέρα ηλικία
Τη ρέμβη πήδα
Βραχύπνοη λύρα
Ευτυχία.

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΛΑΜΠΕΙ

Η επιθυμία λάμπει
Ρόδια η βραδιά
Και στόμα ο ουρανός
Και. γλώσσα ο γλυκός
Αγέρας

Το δείλι εγκατέλειψε
Μια μυρωδιά στα χείλη
Μια δίψα μια λιγούρα
Στην άρρητη καρδιά του Απρίλη
Στα νιάτα τα δικά μας.

BΓΑΙΝΩ ΠΡΟΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣA

Βγαίνω προς τη θάλασσα
Μα κοιτάω τ’ αστέρια
Βάρος στον καθρέφτη
Όπου ο πόθος μου
Μαρμαρυγή από τα ρίγη του νερού.

ΨΥΧΗ

Συνείδηση φανέρωμα συγκίνησης
περιπαίζεις την ύπαρξη

Οι αγάπες του χρόνου
συχνάζουν τα τοπία σου
τρέμεις στα φύλλα του είναι
γεμίζεις το σύμπαν
δεν ξέρεις φυγή
ποθείς ταξίδια

Στις πλάτες σου φτερουγίζει ο κόσμος
φως σε λούζει ο ήλιος.

Η ΠΟΙΗΣΗ

(Πρόλογος)
Δε μπορώ να βρω πιά, τι θέλει να πεί ποίηση. Μου διαφεύγει. Το ήξερα, αλλά τώρα μου διαφεύγει. Αν κάποιος μου ρωτήσει αυτή τη στιγμή, θα ντροπιαστώ. Γιατί εξακολουθώ να είμαι ενδόμυχα βέβαιος πως η ποίηση είναι μια ουσία, απαράλλαχτα όπως και η ζωή. Και κρύβω, κρύβομαι, κάτι κρύβω, από κάποιον κρύβομαι. Σα ν᾿ αρχίζω να γίνομαι τρελός, και να ντρέπομαι.

Αλλά η ποίηση; Κάποιος θα σταθεί ικανός να πεί στους άλλους, όχι σ᾿ εμένα που αν και το ξέρω φεύγω, τι είναι ποίηση!

ΔΥΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ  ΑΝΟΙΞΗΣ

Ι

Μου φαίνεται, πως η άνοιξη
Σαν κελαηδά με τρέμει
Μην της ζητήσω ένα σκοπό
Να δώσει του έρωτά μου
Μην της ζητήσω ένα φιλί
Να σου φιλήσω την καρδιά
Να σου χαρίσω δυό φτερά
Και να σε δω δικιά μου

ΙΙ

Έλα να δείς την άνοιξη που περπατάει
Που με τα σύννεφα αγκαλιά μας χαιρετάει
Έλα να δείς την κόρη μου πως έγινε μεγάλη
Και τραγουδάει με μια φωνή που δεν ήταν δικιά της

Και τραγουδάει μ᾿ ένα παλμό που είναι του κόσμου όλου
Σαν να βρέχει τα χείλια της στη βρύση τ᾿ ουρανού
Σαν να πετάει η καρδούλα της με κάθε χελιδόνι
Και να μην ξέρει η άνοιξη αν είν᾿ δικιά της κόρη!

ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ, ΗΤΑΝ ΟΝΕΙΡΟ…

«J’i cueilli ce brin de bruyère»
G. Apollinaire

Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος μ᾿ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σαν να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μου ‘λεγε πως μ᾿ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μου ῾λεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα νιώθοντας την υγεία της σαν δική μου υγεία

Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τ᾿ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πιά εκείνη

ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Ύπαρξη,
Δώρο στην αγνή μας ουσία
Γέλιο που χαράζει
Την παντοτινή νύχτα
Πάνω στις λεύκες
Απαράτησε το στεφάνι σου

Φέρε στο κοιμισμένο δάσος
Το θρόισμα του ονείρου,
Που εμάς τους σιωπηλούς
Εξύπνησε

ΠΑΛΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ…

Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη.
Πάλι σηκώνει τη σημαία
Εμείς μπαίνουμε χωρίς φόβο
Τα μάτια τα πουλιά μαζί μας μπαίνουν
Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νούς μας
Η φαντασία τους κήπους πλημμυράει
Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες
Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουμπάνε
Στις λεμονιές άγγελοι χορτάτοι
Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε
Φλογέρες παίζουν έντομα βουίζουν
Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών
Και οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι
Ολούθε μας μαζεύει ο Θεός
Έχουμε χέρια καθαρά και πάμε.

ΜΟΛΙΣ ΠΕΘΑΝΕΙ

Μόλις πεθάνει
Η αγάπη
Θέλει σιωπή μεγάλη
Για να ῾βρει στην άκρη του πόνου
Την περίφημη λίμνη
Τη λήθη.

ΕΠΟΣ

Φύλλα δέντρου
Φτερά πουλιού
Άνεμος
Έπειτα θάλασσα
Κύματα
Χρόνος γαλάζιος
Ορίζοντες παντού
Και μπροστά μας
Ο ουρανός

ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Είναι μία γυναίκα και τραγουδά
Θα γίνω σαν τη θάλασσα που βρέχει τη ζωή μας
Θα γίνω περιστέρι
Θα γίνω σαν τη θάλασσα που είναι πάντα μπροστά μου
Και μ᾿ ακλουθά όταν περπατώ
Και μ᾿ ακλουθά όταν κλαίω
Και με παρηγορεί την ώρα που δεν φταίω
Την ώρα που την πατρίδα μου νείρομαι
Τον έρωτα η τη χαμένη αγάπη.

ΝΑ ΚΟΙΜΑΣΑΙ ΝΗΣΤΙΚΟΣ

Να κοιμάσαι νηστικός σε μία σοφίτα
Να είσαι ο τεμπέλης του σπιτιού
Να γίνεσαι σκουπίδι
Όταν ανοίγεται ένα λερωμένο στόμα
Θα σηκώσω το γιακά
Για να φύγω σαν ένας ληστής
Από το δικό μου σπίτι
Θα κοιμηθώ στους δρόμους
Για να νιώσω ολάκερη την πολιτεία
Να τουρτουρίζει μαζί μου
Στο παλτό μου έχω ένα λεκέ
Αλλά είναι καλό που δεν τον βλέπω
Θα το ξαπλώσω χάμω
Και θα στρωθώ πάνω του
Να πιώ λίγη βραδιά
Στη γωνιά του έρημου κήπου
Θα αιστανθώ τη σελήνη
Όπως δεν αιστάνθηκα τίποτε
Στη ζωή μου
Θα την αιστανθώ στα χείλια μου
Σαν ένα αχλάδι
Στα μάγουλα
Σαν άλλα μάγουλα.

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΝΑΓΛΥΦΗ ΕΙΚΟΝΑ

Δεν ονειρεύτηκα ποτέ το χρόνο
Και τη συντροφιά του
Μήτε την απουσία του οσφράνθηκα ποτέ
Σε κάποιο ελάχιστο ηδονικό μου ύπνο

Ο ΛΙΓΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ

Μέσα στον απέραντο ουρανό
Ο λίγος χρόνος των πουλιών
Είναι λύπη;
Είναι χαρά;
Το φως έρχεται
Εκλέγει τα πουλιά
Το φως δεν καταστρέφει
Ανάμεσά μας πάντοτε ένας
Εκείνος που μαθαίνει τα νιάτα τ᾿ ουρανού
Και που πετάει με τα πουλιά
Μέσα στον αιθέρα.

(24.5.1936)

ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ

Μπορεί ένας από μας ν᾿ αγαπήσει μία γυναίκα;
Ας βγεί έξω
Ας περπατήσει προς τη θάλασσα
Ας τραγουδήσει
Από τα κύματα θ᾿ ανθίσουν γυναίκες
Όχι μοναχά για κείνον που τραγουδά
Αλλά για όλους μας
Όλοι θα μάθουμε ξανά τον έρωτα
Σαν να μην τον ξέραμε ποτέ
Σαν να τον είχαμε λησμονήσει
Γιατί τον είχαμε λησμονήσει

(19.6.1938)

ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΑ…

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ
πάνω στην καταστροφή
δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,
δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε
από τη συντροφιά μου,
πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω
και πως η μουσική των λουλουδιών,
ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα
δεν έρχεται στ᾿ αυτιά τους·
ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ᾿ άλογα
που θα με φέρουν πλάι τους.
Να τους μιλήσω,
να κλάψω μαζί τους
και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους·
όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,
σαν τίποτα να μην είχε γίνει
σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

ΠΝΟΗ

Ένας ουρανός ανασαίνει για σας,
ματάκια μου,
τώρα που απομείνατε ορφανά
από κάθε καημό,
και αγκαλιάζετε μονάχα ένα χρώμα

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Στους φίλους μου

Κόβεται η δική μας αναπνοή,
χάνεται ο χρόνος, παιδιά·
σε φωνή μοιάζει
που ζύγωσε
μας προσπέρασε
μα δεν ακούστηκε,
κι ένας από μας, ο πιο καλός,
ελπίζει ακόμα
αλλά ντρέπεται να το πεί…

ΣΕΛΗΝΗ

Από ένα θαύμα
Από ένα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ο θυμός μου

Σελήνη αθρόα παρουσία
Ελένη η καμπύλη του κόσμου
M᾿ εβένινη σημασία
Η πύλη ανοίγει στον ξένο
Στ᾿ αγέρι
T᾿ αλέτρι οργώνει τον κάμπο
Εκεί που δε βλέπει η καρδιά

Βελάζουν τ᾿ αστέρια στην κρύπτη

ΤΑΞΙΔΙ

Κάτω από ένα πεύκο
Ο αγέρας δε φυσούσε
Τραγούδαγε τον ύπνο
Μια κοπέλα

Κάτω από τον ύπνο
Η αναπνοή μας φύλαγε
Η αυγή
Να περάσει το ρέμα

Ήταν νύχτα
Ποιος ξέρει
Αν δε γεννηθήκαμε
Τότε

Σαν κλείνουμε τα μάτια
Φοβούμαστε και τώρα
Μήπως γίνουμε ξένοι
Ο ένας στον άλλο

Αλλά τότε δεν έφταιγε
Παρεκτός η καρδιά μας
Μας αγαπούσε η θάλασσα
Μας αγαπούσε ο ύπνος

Σήμερα η μπόρα πέρασε
Θα μας σηκώσει ο Θεός
Θα μας φιλήσει
Θα γίνουμε παιδιά του

Πάνω στη χλόη
Ο στοχασμός μας τρέχει
Μελαγχολεί σα μέλισσα
Μελαγχολεί και πάει

Και καβαλάρης ο άνεμος
Μπροστά του περπατάει
Και χαιρετάει τα σύννεφα
Και αψηφά τη γη

ΤΗΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΡΕΜΒΗΣ

Από μία θύμηση περάστηκε ο ύπνος
Από την άνοιξη βγήκαμε στο καλοκαίρι,
Ήρωες της ακριβής ρέμβης,
Και δεν απόρησε ο νούς μας
Δε σπάσαμε κέφι και καρδιές
Όπως μυθέσκετο η ψυχή μας·
Τεντωμένοι καθ᾿ όλη μας την ύπαρξη
Ακούσαμε να πέφτει η ανατριχίλα
Του χρόνου,
Δεν είδαμε παρά την Πλάση μοναχή
Να βόσκει την όμορφη γοητεία της
Στην άπλα που της δώρησε ο Θεός
Ξεφάντωμα εξαίσιο

ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Η πιο γλυκιά παρθένα
Στολίζει το δωμάτιο
Ευφραίνει την περισυλλογή

Ας πούμε πως είμαστε ευτυχείς

Κι είναι η σειρά μας
Να βρεθούμε αθάνατοι,
Να φιλήσουμε την ομορφιά
Στα χείλη
Και στο λεπτό της φόρεμα

ΦΙΛΙΕΣ

Στον Αναστάσιο Δρίβα

Ο αγαπημένος ουρανός
τόσο αφελής τόσο αγαθός
με το άπλετό του φως μας ενοχλεί·
δε συγχωρεί
να ερωτευτούμε τη ζωή,
με προθυμία

ΠΑΛΙ…

Πάλι ο ουρανός ανοίγει εδώ την πύλη
Πάλι σηκώνει τη σημαία
Εμείς μπαίνουμε χωρίς φόβο
Τα μάτια τα πουλιά μαζί μας μπαίνουν
Αστράφτει η πολιτεία αστράφτει ο νούς μας
Η φαντασία τους κήπους πλημμυράει
Είναι παιδιά που στέκονται στις βρύσες
Κορυδαλλοί στους όρθρους ακουμπάνε
Στις λεμονιές άγγελοι χορτάτοι
Είναι αηδόνια που παντού ξυπνάνε
Φλογέρες παίζουν έντομα βουίζουν
Είναι τραγούδια η στάχτη των νεκρών
Κι οι νεκροί κάπου αναγεννιούνται πάλι
Ολούθε μας μαζεύει ο Θεός
Έχουμε χέρια καθαρά και πάμε

Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ

Η καρδιά μας είναι ένα κύμα που δεν σπάει στην ακρογιαλιά. Ποιος μαντεύει τη θάλασσα, απ᾿ όπου βγαίνει η καρδιά μας; Αλλά είναι η καρδιά μας ένα κύμα μυστικό, χωρίς αφρό. Βουβά πιάνει μία στεριά. Και αθόρυβα σκαλίζει το ανάγλυφο ενός πόθου, που δεν ξέρει απογοήτευση και αγνοεί την ησυχία.

ΕΑΡΙΝΟ

Από ένα θαύμα
Από ένα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ο θυμός μου

Νοσταλγούσε τη νύχτα
Τον ύπνο σα μια ελεύθερη σιωπή
Τώρα ορέγεται το ρέμα
Τον ήλιο τη σπηλιά!

ΝΥΦΗ

Νύφη μας έρχεται η χαρά
Το πρωτοβρόχι ανθίζει
Στήνουν χορό στη γειτονιά τ’ αηδόνια
Φέρνουν τραγούδια οι κομψές νεράιδες του νερού
Μάλαμα γίνονται οι στοχασμοί
Μάλαμα οι κουβέντες
Αποστηθίζουν τα φιλιά
Οι ποιητές κι οι κοπέλες
Λαχανιασμένα κάποιος φτάνει στη γιορτή
Και είναι ο χρόνος με αυλό

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

O άνεμος ρέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν ουρανός που έχασε το δρόμο
Δέντρα προσπαθούν να του δέσουν τα χέρια
Αλλά μάταια κοπιάζουν

O άνεμος αναπνέει μέσα στην καρδιά μας
Σαν στρατός που ορμάει στον αγώνα
Τον καλωσορίζει η άνοιξη στην κοιλάδα
τον χαιρετάνε τ’ αρώματα της γης

H άνοιξη είναι μια παρθένα που δεν την ξέραμε
Και όλους μας φίλησε με θάρρος προτού το ζητήσουμε
Τώρα αγκαλιάζει τον άνεμο και κάνει σαν τρελή
Κι αναγκάζει κι εμάς να τον αγαπήσουμε

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΙΗΤΕΣ

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε
Σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα
Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους
Τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
Και στη σκόνη του καιρού
Σημαίνει πως φοβούμαστε
Και η ζωή μας έγινε ξένη
Ο θάνατος βραχνάς

ΑΕΡΙΝΗ ΛΕΠΤΗ, AΝΑΛΑΦΡΗ

Θυμάμαι. Θέλω και θυμάμαι
H ανάμνηση, με την ανατροφή,
αέρινη λεπτή γίνεται ηδονή·
βασανισμένη, γοητεύει τα δάκρυά της
με χαμογέλια· είναι
κι αισθάνεται τον εαυτό της ηδονή
αέρινη λεπτή, ανάλαφρη…

ΕΧΩ ΔΕΙ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Έχω δει τον ουρανό με τα μάτια μου
Με τα μάτια μου άνοιξα τα μάτια του
Με τη γλώσσα μου μίλησε
Γίναμε αδελφοί και κουβεντιάσαμε
Στρώσαμε τραπέζι και δειπνήσαμε
Σαν να ήταν ο καιρός όλος μπροστά μας

Και θυμάμαι τον ήλιο που γελούσε

Που γελούσε και δάκρυζε θυμάμαι

ΑΛΛΟΤΕ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Άλλοτε η θάλασσά μας είχε σηκώσει στα φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στον ύπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τα πουλιά στον αγέρα
Τις ημέρες κολυμπούσαμε μέσα στις φωνές και τα χρώματα
Τα βράδια ξαπλώναμε κάτω απ’ τα δέντρα και τα σύννεφα
Τις νύχτες ξυπνούσαμε για να τραγουδήσουμε
Ήταν τότε ο καιρός τρικυμία χαλασμός κόσμου
Και μονάχα ύστερα ησυχία
Αλλά εμείς πηγαίναμε χωρίς να μας εμποδίζει κανείς
Να σκορπάμε και να παίρνουμε χαρά
Από τους βράχους ως τα βουνά μας οδηγούσε ο Γαλαξίας
Και όταν έλειπε η θάλασσα ήταν κοντά ο Θεός

ΟΝΕΙΡΟ

Σαν άσπρο σύννεφο
η σκιά σου σκεπάζει τον ύπνο
που σ’ ένα δυσεύρετο παράδεισο κοιμάμαι•
ακούω πως τραγουδάς κάτω απ’ τον ήλιο,
μα μες στη φωνή σου λιγώνω
και δε βλέπω τον ουρανό

Ο ΥΠΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ

Ο ύπνος μέσα στα μάτια κελαηδά
Σαν να ήταν το νερό της βρύσης
Σαν να ήταν ο βοσκός του παραμυθιού
Που έτρεφε γένια ολόασπρα
Και μάζευε παιδιά να τα στείλει στον ουρανό
Να τα δει εκεί πριν αυτός αποθάνει.

ΜΙΛΩ

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δε μιλούν

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

ΙΤΑΛΙΑ

Ω, Ιταλία, ποια θάλασσα πεθαίνει
Όταν εσύ γεννιέσαι;
Ω, Ιταλία, πρόσωπο γυναίκας!

Σάρκα τη σάρκα περπατάς τα χρόνια
Κι ο ήλιος σου φωτίζει ερείπια
Κι ό ερωτάς σου ξυπνάει τα παιδιά
Που αν γίνονται άνδρες
Με ύπνο τους ποτίζεις

Προορίζεσαι να τραγουδήσεις
Αλλά μαζί σου τραγουδά ο χρόνος
Μόνη της δεν ακούγεται η φωνή σου
Έλα γλυκά και κάτσε στα πόδια
Της Ελλάδας

Θα μάθεις τότε αιώνιο ένα σκοπό
Ο ερωτάς σου θα ντυθεί τον ήλιο
Που ντύνει μόνο ζωντανούς ανθρώπους
Θα σηκωθείς και θα μιλάς σιγά
Με μουσική που θα πηγαίνει άκρη
Άκρη στον ύπνο άκρη στη φωτιά.

Τ’  ΟΥΡΑΝΟΥ ΤΗΝ ΩΡΑ ΑΓΚΑΛΙΑΖΩ

Τ ουρανού την ώρα
Αγκαλιάζω

Και μου φέγγει

Με ποιο πρόσωπο πηγαίνω στον ουρανό;

Με ποιο πρόσωπο μιλάω
Όταν μιλάω
Κι η φωνή μου γίνεται νερό;

Κι έρχεται φωτιά να τη σκεπάσει
Έρχεται φωνή να της μιλήσει
Δέντρα κάνουν τόπο να περάσει
Και δεν θέλει να περάσει

Με ζεσταίνει τόσο η απαντοχή
Μιας ακόμα όμορφης ημέρας
Έρωτας να γείρει εδώ στην πλάση
Και πουλί να κάτσει σε κλαδί.

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ Η ΘΑΛΑΣΣΑ…

Δεν ξέρω αν η θάλασσα σε αγαπά
Θυμάμαι πω? βύζαξες κάποτε τους βράχους
Αλλά η μνήμη σου ακινητεί
Γιατί δεν ήρθε τ’ άλογο
Δεν ήρθε τ’ άλογο
Που θα σ’ έφερνε κοντά στον ήλιο

Έτσι
Και των δυο μας η ζωή μοιάζει ψέμα
Σε αγκαλιάζω αλλά τρέμεις
Σαν μακριά να σκοτώνουν την ψυχή σου
Σε παίρνω μέσα στο τραγούδι μου
Και ξεκινώ για την πορεία και το ξεφάντωμα
Αλλά εσύ πετάς όπου δεν φτάνει η φωνή μου
Μέσα στην αναπνοή του ανέμου
Η ζωή μας λουλουδιάζει και μαραίνεται
Λαβαίνει τα δώρα του κόσμου
Ενστερνίζεται εκείνες τις αχτίδες
Που του φωτός διαλαλούν την ανατολή
Αλλά και τη δύση.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ

Όταν μας φύγει η θάλασσα
Ο νους μας δεν θα φεύγει
Δεν θα χαλάει το χρόνο του
Σαν μέσα σε σκουλήκια

Και σκουλαρίκια η άνοιξη
Δεν θα φορέσει πια

Γιατί κεφάτη η θάλασσα
Όταν έξω σχολνάω
Όταν την πιάνω απ’ το λαιμό
Και την ραπίζω;

Ο αγέρας δεν μας ξέχασε
Δεν έγινε αηδόνι
Τα κύματα δεν χάνονται
Δεν γίνονται τραγούδι.

ΠΟΣΟ ΑΦΘΟΝΗ Η ΖΩΗ…

Πόσο άφθονη η ζωή στις φλέβες μας
Και δεν έχουμε λόγια

Όλα ξύπνησαν με τρόπο
Που προδίδει μιαν αγάπη
Έναν ενθουσιασμό

Ήταν έτοιμα το ξέραν
Και κοιμόντουσαν με ειρήνη
Σα να παίζαν
Και κρυβόντουσαν στον ύπνο
Και γελούσανε εκεί.

ΝΑ ΠΙΟΥΜΕ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ…

Να πιούμε με τα μάτια μας τη μοίρα
Αφού με το τραγούδι διώξουμε την αμαρτία
Από τη μνήμη κι απ’ τα σωθικά
Και μάθουμε την κατανυκτική ευθεία
Όπου διαβαίνει ο θνητός καιρός.

ΝΑ ‘ΜΟΥΝΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ

Να ’μουνα μαζί σου
Ρέμβη μου
Κορίτσι με το αβρό παράστημα
Με το αίμα φλογερό στα χείλη
Με το κρύο στεφάνι των μαλλιών

Η μιλιά σου έδωσε το θάρρος
Στην καρδιά μου κι ήπια
Την προφητική ψυχή σου
Στο μεδούλι όλο σου το σώμα
Όλο σου το χρώμα.

ΧΑΣΚΟΥΝ ΦΩΝΕΣ ΕΔΩ…

Χάσκουν φωνές εδώ κραυγές εκεί κελαηδούν
Στον αγέρα κάθονται τριανταφυλλιές
Και χαιρετάν τα πλήθη
Εχτές μας είδαν τα πουλιά
Και είπαν το μυστικό στα δέντρα
Τώρα μοσχοβολάν ψυχές
Και μας ακολουθάνε.

ΑΟΡΑΤΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ

Αόρατοι κατοικούμε σε μια μουσική
Σε μια μεγάλη κάμαρα
Σε μια μουσική
Που έχει όργανο την ησυχία
Τραπέζι τη γη
Δάχτυλα τον αγέρα και τη βροχή
Κι έμπνευση τον άνεμο

Αόρατοι κοιμόμαστε στη χλόη
Και κελαηδάμε
Όταν ξαπλώνουμε
Με τα πόδια στον ορίζοντα
Και τους πόθους στον ουρανό
Το φως της αυγής
Είναι η βρύση που μας ξυπνά
Όπως είναι και κούνια στα παιδιά μας.

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΗΤΑΝ ΜΑΖΙ ΜΑΣ

Η θάλασσα ήταν μαζί μας και κελαηδούσε
Ο άρρωστος καιρός είχε κάνει φτερά
Ο αγέρας σταματούσε για να γελάσει
Η λυπημένη ζωή δεν ακούγονταν πια
Να κεντάει τους ορίζοντες
Η χαρούμενη ζωή δεν αποτραβιόνταν
Έδρεπε μυστικούς καρπούς ανάμεσά μας
Κι η λύση όλων ήταν μία παρθένα
Που ξύπναγε από τη γη κι έμοιαζε άνθος

Απόμακρα ταξίδευαν τα σύννεφα
Σαν να ήταν άλλη πλάση
Και να τραβούσανε κουπιά
Προς άλλον ήλιο
Μα να χαιρέταγαν της γης τ’ άπειρο κάλλος.

ΑΚΟΜΑ ΚΙ Η ΣΕΛΗΝΗ

Ακόμα κι η σελήνη μάς θυμάται
Ήπιαμε νερά πολλά σε χίλιους κόσμους
Ήπιαμε πρόσωπα γυναικών γεμάτα ρόδα
Κρασιά που άναβαν όχι τον πόθο
Αλλά το ήρεμο τρικύμισμα μέσα στην πλάση
Σταθήκαμε μπροστά στην πόρτα της αυγής
Για να περάσει ο ήλιος
Φιλήσαμε τη χλόη
Που είχε πατήσει ο Αυγερινός
Μιαν εποχή τραφήκαμε με πορτοκάλια

Τώρα τραβάμε τον καιρό από τη μέση
Γλεντοκοπάμε αλύπητα όταν σκάει η μέρα
Τα βράδια σε κορυφές βουνών
Μας ανεβάζει ο αγέρας
Και φέρνουμε μαζί μας γυναίκες και παιδιά
Για να μιλήσει ο τόπος
Να χαίρονται τα σπλάχνα
Που δεν μας τρώγει το σκοτάδι.

Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Ο καημός των αστεριών
Είναι μελιχρός
Μελιχρότατος
Ο σπασμός
Των βουνών
Δεν είναι
Τόσο διάφανος!

Κι η ζωή των λαών
Μοιάζει τώρα
Με κατσίκι
Από βουνά
Σ’ αστέρια

Κι είναι όλο ανατριχίλα
0 ποταμός
Που μας φέρνει
Αψηλά
Κι είναι
Σα βροχή
Το χάδι
Της σελήνης
Όταν πέφτουμε
Στη γη
Και πλαγιάζουμε.

ΠΗΓΗ:

1.  Στη δόξα των πουλιών  Επιλογή από το έργο του Ιουλίτα Ηλιοπούλου Ίκαρος εκδοτική 1997

2. Γιώργος Σαραντάρης Ποιήματα Εκδόσεις Ζήτρος Θεσσαλονίκη 1998

3.  «Σαν Πνοή του Αέρα» Επιμέλεια και Ανθολόγηση Μαρία Ιατρού Εκδόσεις ΕΡΜΗΣ, Αθήνα 1999.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *