ΕΙΡΗΝΗ ΜΠΟΜΠΟΛΗ

Η Ειρήνη Μπόμπολη γεννήθηκε στο Κεντρικό Άρτας (περιοχή Τζουμέρκων).
Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία (Ηθική) στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Όλα τα χρόνια της επαγγελματικής της σταδιοδρομίας εργάζεται στη μέση
εκπαίδευση ως Φιλόλογος. Έχει πάρει μέρος σε συνέδρια και σεμινάρια ως
ομιλήτρια και σε πολλές φιλολογικές δραστηριότητες. Επίσης έχει παρουσιάσει βιβλία συγγραφέων και ποιητών. Υπήρξε ενεργό μέλος σε εκπολιτιστικούς συλλόγους και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε
εφημερίδες και περιοδικά. Στα σχολεία που έχει εργαστεί ώθησε και ωθεί τους μαθητές της στη λογοτεχνική γραφή και ασχολείται με τα κείμενά τους. Επίσης ασχολείται με το μαθητικό και ερασιτεχνικό θέατρο.
Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Πάτρα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

«Το Τρίτο Ημισφαίριο», (Πέτρα, 2010)
«Ανιμολόγια», (Πικραμένος 2014)
«Εκεί που ο Κύκλος», (Το Δόντι 2016)
«Με την αφή» (Σαιξπηρικόν 2020)

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

«Το Πεπρωμένο μύριζε Ορχιδέα ή Πράγματα Μικρά», μυθιστόρημα,
(Επιφανίου, 2007)

.

.

ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΗ (2020)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Τι κάνει άραγε ο ποιητής στη θάλασσα νυχθημερόν;
Ποιήματα ψαρεύει
-πελαγίσιοι δρομείς ευφορίας-
με το αγκίστρι της πένας του.
Τα ανασύρει ένα -ένα, επιλεκτικά
απ’ τον πλακούντα της μυστικής τους μήτρας.

ΟΙΩΝΟΙ

Αυτές οι απότομες αλλαγές
Στην καρδιά του θέρους!
Οι άνεμοι, οι φουσκοθαλασσιές
Και οι ξαφνικές οι καταιγίδες
Έχουν μέσα τους εκείνη
Τη γνώριμη θλίψη
Μιας ξαφνικής απουσίας
Αδικαιολόγητης
Ή ακατανόητης…
Μα έχουν και μια πανσπερμία
Οιωνών
Και άρρητων χρησμών.
Μπορεί και να κρύβουν
Το αποτρόπαιο
Μα ευλογημένο
Της κάθαρσης
Με κάθε μέσο…

ΜΕ ΤΗΝ ΑΦΗ

Έτσι θυμάμαι τα πράγματα.
Με την αφή.
Του μυαλού, της γλώσσας, των ματιών.
Και με την αφή του χεριού, δε λέω-
Άδειες – γεμάτες αγκαλιές έχουν κοινό
παρονομαστή: Ως πότε;
Είναι η αφή ωδίνουσα μνήμη.
Ένα βιβλίο, ένα μάγουλο…
Ένα φιλί σε ιδρωμένο σώμα…
Έχει και ο πόθος την αφή
πικρής λάβας.

Έτσι θυμάμαι και έτσι προσδοκώ.
Με την αφή.
Έτσι θυμάμαι τον τραχύ ήχο της άρνησης
Έτσι προσδοκώ το αλμυρό κάλεσμα
ενός καινούργιου σφάχτη.

Ανθρώπινη υπόθεση η αφή.
Είναι η χωμάτινη αλήθεια του χρόνου
Είναι ο δρόμος της Ποίησης!

ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ

Έρχεσαι μόνο σαν Απρίλης!
Θανατερή εφηβεία, απαστράπτουσα.
Είτε στα βλέφαρα σε κλείνω
είτε σ’ ένα ποίημα,
οργιάζεις Άνοιξη!

Έρχεσαι μόνο σ’ εκείνο το πρώτο
σκίρτημα, το παιδικό.
Σκορπάς το δέος ανέγγιχτου κρίνου.
Ολάνθιστή φευγαλέα μακαριότητα!

Τώρα που μεγάλωσες κι έγειρες
σαν το θρεμμένο στάχυ,
ζεις τα καλοκαίρια σου στην άγνοια
της μοναξιάς σου.
Τώρα που μεγάλωσες, είσαι απλά ένα όνειρο
αλαργινό και ξένο.

Δένω τις λέξεις σε φασκιές
και σε κρατώ πολύτιμο καρπό!
Δείπνο μυστικό!
Απρίλης ήταν!
Απρίλης θάναι.

.

.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ

Κάθε πρωί, εκεί, με τον καφέ
ζυμώνεις μες στα όνειρα
μιαν «άλλη» μέρα αστραφτερή,
ένα άλλο ύφος στο συναίσθημα.
Μιαν άλλη επικράτεια θέλεις
να κυβερνάει το γέλιο σου.
Ονειρεύεσαι τη δική σου
παγκοσμιοποίηση
και ξεκινάς…

Το μεσημέρι έρχεται λίγο η κόπωση.
Μα λες, δε χάθηκαν ακόμα
όλες οι μάχες. Στα Γαυγάμηλα κρίνονται
τα σπουδαία. Ανασυντάσσεσαι.
Ξέχασες πως οι νίκες οδηγούν
στο πουθενά.
Και οι επιστροφές μέσω Γεδρωσίας
δεν αντέχονται από ονειροπόλους.

Η μέρα προχωρά τέμνοντας τον χρόνο
στο σημείο: Αύριο

Πρέπει να αποχαιρετήσεις τόσους ήλιους
ή να τους ακολουθήσεις στην καταβύθιση
και να χαθείς.
Ή, ακόμα,
να μεγαλώσεις τη μέρα σου στο άπειρο…

Πώς το είπες εκείνο το θεώρημα
με τον σπειροειδή χρόνο;
Τον κάνεις ελατήριο στα χέρια σου!
Τον επεκτείνεις στο διηνεκές!
Μη νιώθεις τύψεις που τα όνειρα
ξεπερνούν τα μέτρα σου…

Και ξαφνικά
γυρίζεις την πλάτη στη θάλασσα.
Έτσι τελειώνουν οι παραστάσεις.
Απότομα.
Όπως το φως του ήλιου…

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ

Τα ποιήματα που έρχονται
Έχουν το άρωμα της ξενιτιάς
Είναι προσφυγόπουλα
Πλάνητες, χωρίς να βρίσκουν
Της μιας στιγμής απάγκιο.

Τα βλέπω εκεί κάτω στους καλαμιώνες
Να ξεκουράζονται για λίγο
Κι ένα- ένα, αίφνης
Να ντύνεται τις λέξεις του
Να φορά το γιορτινό του φόρεμα
-από ζουμπούλια και ηλίανθους-
Να καβαλικεύει το περήφανο άτι του
Και να ροβολάει στις βραγιές της Τέχνης, απροστάτευτο
από συντρόφους.

Τα ποιήματα που έρχονται είναι παιδιά αμάραντα
Περιμένουν στωικά ένα κάλεσμα ένα νεύμα, να έτσι. .. σαν
χαιρετισμό!
Με την πένα οπλισμένη αγάπη, από εσένα, Ποιητά!
Εσύ κι Εκείνο, Ποιητής και Ποίημα
Κάτι σαν μονομαχία σε μαρμαρένια αλώνια
-Παιχνίδι αιώνιας μέθης στο ωραίο-

Σαν θρίαμβος μιας μεγάλης νίκης
Ή σαν αιματηρή σφαγή, χωρίς προηγούμενο.

Γιατί τα ποιήματα που έρχονται…
Οπλοφορούν.

ΑΠΡΟΣΜΕΝΑ

Όταν έφτασε στη θάλασσα το χιόνι
Ξύπνησε η πρώτη αμυγδαλιά
Και στολίστηκε
Το πάλλευκο δέος της.
Έτσι γεννιούνται οι έρωτες!
Σε τέτοιες απρόσμενες συναντήσεις.

ΡΙΖΙΚΟ

Τσιγγάνα πένα, ατίθαση μνήμη
Μεγάλα όνειρα σμιλεύεις τα μεσάνυχτα
Άγρια πέλαγα δαμάζεις με την επιμονή σου
Στην περιπλάνηση

Ήμουν κι εγώ σε μια φωλιά που κάηκε
Σε μαύρες εποχές με φτωχές ανάσες
Και είδα τον ήλιο σκοτεινό να προαναγγέλλει
Νέα καιρικά φαινόμενα

Τσιγγάνικο αίμα κουβαλάς, μου είπε
Δύσκολη η αιμοληψία από λέξεις χίμαιρες
Οι ρίζες σου βαθιές αλλά για λίγο, και η μοίρα σου
άστεγη πατρίδα, ασύνορη πολυτεκνία

ΤΟ ΖΥΓΙ

Τι παραπάνω μπορείς να είσαι
πέρα από δύο τρία πράγματα
που σε σημάδεψαν.
Ένα παιχνίδι επιρρημάτων ο χρόνος:
Τώρα.
Έως εδώ.
Ποτέ!

(Στο ζύγι πάντα βαραίνει το Ποτέ!)

ΥΜΝΩΔΙΑ

Η ρήτρα αμετάβλητη:
Οι έρωτες πεθαίνουν Άνοιξη.
Ο Απρίλης τραγωδός
Με ακάνθινα στεφάνια.
Κι αγιόκλημα γιορτή.

Στέρεος ο Νόμος.
Τι έρωτας τι θάνατος!
Τι άνοιξη τι πέλαγος!
Η Ανάσταση επωδός
Το φως και μέσα ο Πόνος.

0 Νόμος άλγεα νέμει
Και το κάλλος ανατριχιά
Εμπρός στην ομορφιά του.
Τι έρωτας τι θάνατος!
Δρόμος ατελεύτητος…

.

ΕΚΕΙ ΠΟΥ Ο ΚΥΚΛΟΣ (2016)

Ο ΚΥΚΛΟΣ

Σαν το ζεϊμπέκικο
αργά ξημέρωμα.
Με ένα τακ
συγκαθιστό
στον ήχο πέντε.
Που σε πονά
σαν παλιά πληγή
που δεν κλείνει.

0 κύκλος
που δεν κλείνει…

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Πάλι το ποτάμι
ξύπνησε πρωί.
Κι οι παπαρούνες
στις όχθες του
γκρινιάζουν για φως.
Πάλι το νερό
πενθεί την άνοιξη.

Κατακόκκινο.

ΠΟΥ ΤΗΝ ΠΑΣ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ;

Πού την πας την Ποίηση;
Πού την οδηγείς;
Σε ποια βρώμικα λερά σοκάκια;
Σε ποιες πονηρές στοές, δίχως φως
κι έξοδο κινδύνου;

Πού την πας την Ποίηση;
Πού την ξεστρατίζεις;
Σε ποια υπόγεια ύποπτα την κατρακυλάς;
Σε πόσα ανθρώπινα δεινά
την κομματιάζεις;

Δεν είναι η ποίηση χώρος απορριμμάτων.
Δεν είναι τόπος σκοτεινός, απόπνιχτος, κλειστός
με φως μια λάμπα ηλεκτρικού θανάτου.

Δεν έχει ανήλιαγες πλαγιές με δάση πνιγηρά,
ούτε ερπετά που καρτερούν κάτω από τις πέτρες
να σε σουβλίσουν στην καρδιά.

Η Ποίηση ζει και τρέφεται μόνο
με το όνειρο, είτε αιματόβρεχτο
σε ηρωισμού κιτάπια, είτε σκοτεινό
από Πόθο εξαίσιας φρίκης.
Όπως και νάχει,
έχει φορά η Ποίηση
κατά
τον Ήλιο.

ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ

Σου έφερα δάκρυα κι ανεμώνες.

Όλα είναι στη θέση τους.
Μετά απ’ το τόσο μακελειό
οι άνεμοι συμφώνησαν εκεχειρία.

Οδοιπόροι για τα Σούσα.
Εγώ κρατώντας ανεμώνες
κι εσύ τον ασκό του Αιόλου.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Ποιήματα χωρίς στολίδια,
χωρίς μεταφορές. Χωρίς λιβάνια.
Χωρίς λόγια.
Μήτε μετέωρες
υποθέσεις.
Μήτε αναστενάρια
λειτουργία θρήνων.
Μόνο μια σκέψη.
Ένα παράνομο βλέμμα
ασυμφωνίας. Ένα Αχ απαλό
σα χάδι πολιορκίας του Πόθου.
Ποιήματα ζωντανά.
Μέσα στη θάλασσα γεννιούνται.
Στους αιώνες.

ΕΚΕΙ ΠΟΥ Ο ΚΥΚΛΟΣ

Εκεί που ο κύκλος
Στη ρωγμή του χάους
Πεθαίνει κι ανασταίνεται
Εκεί
Σε συναντώ.
Σε προσπερνώ με ένα νεύμα
Αχρωμάτιστο
Λες
Και είσαι ο πιο άγνωστος
Απ’ τους αγνώστους
Λες και ποτέ ανάμεσά μας
Δε σείστηκε συθέμελα
0 κόσμος.
Εκεί που ο κύκλος κλείνει
Ασίγαστα
Σε τροχιές ελλειπτικές
Μέσα μου
Θα σε συναντώ.
Στους δικούς μου αιώνες
Στους δικούς μου κύκλους
Που δε λένε
Να κλείσουν.

ΔΕΝ ΠΑΙΖΟΥΜΕ

Δεν παίζουμε με την Ποίηση.
Άγρια πιόνια οι λέξεις
στη σκακιέρα της απελπισίας.
Σου τσακίζουν τα πλευρά
με τα Πάθη τους
και τα λάθη της ατέρμονης
μονομαχίας.

Δεν παίζουμε με την Ποίηση.
Εκτός και αν
μπούμε στον αγώνα
απ’ την πλευρά του βέβαιου ηττημένου
ή
των Εσταυρωμένων.

Μόνο τότε μπορείς
να δεις το θρίαμβο
της μεγάλης Ιδέας.

ΣΑΝ ΤΗΝ ΟΧΙΑ

Δεν υπάρχει πριν και μετά.
Έτσι ήταν πάντα ο χρόνος
επίπεδος.
Δεν υπάρχουν όρια ή σταθμοί.
Στα όνειρα μόνο μπαινοβγαίνει
η αίσθηση της αλλαγής
και λες, ερωτεύτηκα
ή αγάπησα.

Καμιά φορά
ψελλίζεις κάτω από τα δόντια σου:
με αγάπησαν,
και σκύβεις το κεφάλι σου
να μη φανεί στα μάτια σου
ο χρόνος ο επίπεδος ο ανισόρροπος,
σαν την διμούτσουνη οχιά
φαρμακερός.

ΤΑΞΙΔΙΑ ΠΟΥ ΕΚΔΙΚΟΥΝΤΑΙ

Ήταν ωραίο το ταξίδι του μυαλού.
Ούτε που νοιάστηκα για της καρδιάς
το ναυάγιο.
Για τα τσακισμένα κατάρτια,
για τα σχισμένα πανιά, για τους νεκρούς
που δε συλλέχτηκαν στην ώρα
της μάταιης προσευχής τους.

Ήταν γλυκιά η αποφορά της σελήνης
στο τελευταίο τέταρτο. Ό, τι απομένει
από το γύρω του κόσμου σε εικοσιοκτώ
ημέρες δορυφορικής επικάλυψης.

Ποιος επιλέγει τα όνειρα; Ποιος κοστολογεί
την ασέληνη των ναυαγών ζωή; Ποιος
ρετουσάρει τη δική μου την καρδιά; Ποιος
ορίζει τη ματαιότητα;

Ήταν ωραίο το ταξίδι του μυαλού.
Ούτε που νοιάστηκα για της καρδιάς το ναυάγιο.

ΕΡΩΤΟΣ ΙΣΚΙΑΣΜΑΤΑ

Ανεβήκαμε στο λόφο να δούμε τον τόπο μας
Γ. Ρίτσος

Κρατάει ο τόπος έρωτα.
Πότισαν τα σωθικά του.
Κρατάει τις ανάσες, τα βήματα,
γέλια, επιθυμίες.
Τις συναντήσεις στις όχθες του ποταμού.
Το βάδισμα στις εκβολές του,
το ηλιοβασίλεμα.
Κρατάει ο τόπος θάλασσα.
Οι πληγές αγιάτρευτες σπαρταρούν στο αλάτι.

Έχει ο τόπος Έρωτα.
Να μην περάσεις από Εκεί.

Σκιάζομαι τους ίσκιους Τους ανάμεσα στα δένδρα.
Τις φωνές Τους σκιάζομαι. Τις φωνές…

21-6-2016

ΤΟ ΠΑΖΛ

Μπέρδεμα.
Ποιο πάει πρώτο, ποιο μετά;
Ποιο πάει πάνω; Ποιο παραπάνω;
Έχασα πάλι του τροχού τη φορά.

Δυσκολία.
Πώς να μαντέψω την εικόνα;
Μένουν ακάλυπτα τόσα κενά
Μνήμης κενά
Μνήμης ή λήθης κομμάτια σβηστά.
Βάζω το ένα, φεύγει το άλλο
Πώς να τα κάνω εφαπτόμενα;
Μένει η ιστορία σε επεισόδια
Χωρίς σειρά.

Ένα πάζλ η ζωή λειψό κι ασαφές
Τυχαία σύνθεση
-ωστόσο, ευλογημένη-
Τι μένει απ’ το χθες;
Και τα κομμάτια της
Του πόνου ζαριές.

Ξενύχτι
Ποιο πάει πρώτο, ποιο μετά;
Όμορφη φαίνεται η πίσω σκιά
Μέγιστος κόπος
Μήπως και φτιάξω το παζλ ετούτο
Έστω μια φορά.

.

ΑΝΙΜΟΛΟΓΙΑ (2014)

Καθρέφτες

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Κοιτάζω τον καθρέφτη.

Το σώμα μου κάθε φορά παίρνει
το σχήμα του χρόνου.

Έτσι ξέρω
πότε θα έχει ξαστεριά, πότε θα συννεφιάσει.
Αν θα φυσήξει απαλά, αν θα σειστεί ο κόσμος.

Το σώμα μου έχει το σχήμα του χρόνου.

Γι’ αυτό και ξέρω πότε γερνάει ο έρωτας,
πότε γεννιέται η θάλασσα
ή πόσο είναι όμορφη γυμνή η καταιγίδα.

Καμιά φορά, δεν έχει άνοιξη ούτε καλοκαίρι
κι έχω ένα σώμα με δυο εποχές.

Ένα χαμόγελο κι ένα μαχαίρι ανυπότακτο
στις συμβουλές μου.

Κοιτάζω τον καθρέφτη.

Δεν υπάρχει σώμα, ούτε εποχές.
Μα που κρύφτηκε ο αυγήτωρ χρόνος;

Δεν έπρεπε να κρατά μαχαίρι.

ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Κι αν ακόμα σου γράφω
είναι απ’ τη συνήθεια
να ξεσκονίζω που και που τις παλιές
πολύτιμες επιφάνειες
κι ύστερα να καθρεφτίζομαι
μες τη θαμπή γυαλάδα τους.

Χρόνο το χρόνο η σιλουέτα μου
ενδύεται
το κάλλος που της ανήκει.

Κι ας επιμένουν οι ανόητοι
πως τα παλιά πράγματα
χάνουν την αξία τους.
Ή άλλοι, ανόητοι και αυτοί,
πως την πολλαπλασιάζουν.

Είναι απλά οι καθρέφτες μας.

Ιούνιος 2012

ΤΙΜΑΛΦΗ

Τα μάζεψα σ’ ένα κουτί
τα Τιμαλφή του Έρωτα.

Δυο-τρεις κάρτες με φιλιά
καρδούλες και υποσχέσεις.

Αποξηραμένα άνθη,
—ως επί το πλείστον—
κόκκινα τριαντάφυλλα.

Τα σκουλαρίκια που φτάνουν
ως τον ώμο.
Το μπλουζάκι μαύρο, ανοιχτό
στο στήθος.
Δυο στηθόδεσμους κοφτούς
στα τρία τέταρτα.
Κι άλλη πλούσια ηδονική εμορφιά.

Πολλά κεριά, όλα μισοκαμένα.
Κι ένα σωρό ακόμα μικροπράγματα
μιας μεγάλης αγάπης.

Τα μάζεψα σ’ ένα κουτί
και τα ’κλεισα στη φυλακή.
Στο πατάρι.
Πίσω απ’ τους σωρούς με τα παλιά βιβλία.

Μες το σκοτάδι.
Στο βυθό της σκέψης μου.
Στα υπόγεια μύχια μου.

Κάθε Κυριακή ανοίγω το πατάρι
να πάρουν αέρα, ν’ ανασάνουν.

Τα βράδια στα όνειρά μου
παίζω μαζί τους κουκλοθέατρο.

Μόνον αυτό.

Και καμιά φορά, όταν έχω διάθεση
ανοίγω το κουτί κρυφά,
—είναι φοβεροί οι φρουροί της μοναξιάς
κι αναπνέω βαλσαμωμένο πόθο
και το άρωμα των κορμιών πάνω
στα τριαντάφυλλα.

Κάποιες Κυριακές
ανάβω τα κεράκια ένα-ένα,
κοιτάζοντάς σε να χαμογελάς
στη φωτογραφία.

Όλοι μας έχουμε ένα μυστικό
νεκροταφείο.

ΤΑ ΧΑΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Τα χαμένα Ποιήματα, όνειρα της αυγής,
από κρίνα και πάχνη.
Δροσοσταλιές κροκάτης μνήμης.
Η ανάσα του παιδιού πριν φορτωθεί
τη σχολική του τσάντα.
Φωτοσκιάσεις στο ξυράφι της σκέψης.
Φεύγουν με τον ερχομό τους.
Μεγαλοπρεπή.
Αφανέρωτα στην πανάκεια ημέρα.

Τα χαμένα Ποιήματα είναι σαν τα όνειρα
των ερωτευμένων. Τα πιο ωραία.
Που δε γράψαμε ποτέ.

Ανιμολόγια

ΤΡΕΛΗ ΑΓΑΠΗ

Φθινοπώριασε.
Μα η αγάπη
ως μυγδαλιά τρελή
μπουμπουκίζει
μες το λευκό της
πελαγίσιο ανάστημα.

4- 09-2010

ΓΙΟΡΤΗ

Στο οροπέδιο σώμα σου
γλυκά ξεχειμωνιάζω.
Για ήλιους αρμενίζοντας
τα νηπενθή γιορτάζω.

ΑΦΗΓΗΣΗ

Μόλις που έφτασα
στην κορυφή.
Άπλωσα τα χέρια μου
στα ορεσίβια άστρα.
Δρασκελώντας ανάμεσα
στους θεούς
ήπια βροχή το χρόνο.

Να φύγω πρέπει πάλι.
Αξημέρωτα.

ΠΑΤΙΝΑΖ

Έσπασα τον χρόνο
κάνοντας πατινάζ
σε παγωμένη λίμνη
ακατέργαστης Ποίησης.

Θα σου χαρίσω την πρώτη
ανάγνωση.

Εγώ, ψαρεύοντας στον πάγο
λέξεις προδομένες,
κι εσύ —μούσα λευκή—
ισορροπώντας στα γυαλιά
του οίστρου.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

Κάθε φορά που γράφεται ένα Ποίημα
ο Κόσμος πλάθεται απ’ την αρχή.
Την έβδομη μέρα ο Ποιητής στοχάζεται το χαλασμό.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΣΗ

Τι είναι Ποίηση;
Η αντανάκλαση της ανυπαρξίας;
Και πώς χωράει μέσα της
της ύπαρξης ο τόσος Πόνος;

ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ

Έγινες ποίημα
τραγούδι του ανέμου
αγέραστος καημός,
καρπός Ιδέας.

Γιατί τόση μεταποίηση;
Σε προτιμούσα ζάχαρη
να καίω τα δάκτυλά μου.

31-10-11

Παφλασμοί

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΟΠΙΟ

Η θάλασσα της Κυριακής
η έρημη ακρογιαλιά
το ζευγαρωμένο πεύκο
η αρμύρα του τάφου σου.

Κι ένα μικρό ζωγραφισμένο βότσαλο
«for ever».
Ξεχασμένο στην άμμο.

ΜΟΥΣΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Έχουμε τόσο εξοικειωθεί.
Σε αναγνωρίζω και με αναγνωρίζεις.
Εσύ απ’ την υδάτινη γραφή
και το αρμυρό κορμί μου.
Κι εγώ απ’ το στεφάνι που φοράς,
του Έρωτα.

ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΜΟΥ

Κάθε άλλο παρά άδικη
η κατηγορία που μου αποδίδουν.
Είναι πολλά τα υπάρχοντά μου:
Το χρώμα της θάλασσας
τα χαλίκια κάτω από τα μαλλιά μου
κι ένα κουτί βασιλικό που κλάδεψα
απ’ τον κόρφο σου.

ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΜΝΗΜΗ

Πώς να μη θυμηθώ τον περσινό
Σεπτέμβρη,
κοντά στην κρύα θάλασσα.
Οι ερωτιδείς στο δάσος
με τις καλαμιές. Θρηνώντας σε.
Και ο ζωγράφος ποιητής
σκάβοντας την άμμο
για τις θαμμένες υποσχέσεις.

24-8-2010

ΑΠΟΡΙΑ

Έρχεσαι ή φεύγεις;
Πού θες να ξέρω
προς τα πού φυσάει ο αγέρας
τις ιερόδουλες καλαμιές του.

Στο παράθυρο

ΑΧΘΟΣ

Κερασφόρε έρωτα
κουράστηκες,
με τα χαϊμαλιά στο μέτωπο.
Αυτοτυφλώθηκες.

ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Βγήκα στο παράθυρο
και κοίταξα κατά το μέρος Σου.
Ήσυχη κοιμάται η πεδιάδα
με ανοιχτόν τον κόρφο της στον ήλιο

ΚΑΤΕΒΑΣΙΑ

Κρατούσα μαύρη ομπρέλα
στη βροχή,
άδοντας
εκείνο το τραγούδι μας.

Κατεβασιά του Απρίλη
ασυγκράτητη.

ΕΝΗΛΙΚΗ ΑΠΟΥΣΙΑ

Αραίωσα να έρχομαι εκεί,
τη μνήμη να ασβεστώνω με τον πόνο,
αποφεύγοντας έτσι
τις σκουροθρόφες υγρασίες
της άνοιξης.

Ή να ρίχνω στο κανδήλι λάδι.
Να καίει, να καίει, να καίει
θαλερό,
στους ανέμους και στις απότομες
βροχάδες.

Αραίωσα να έρχομαι εκεί
και να σου διαβάζω ποιήματα
που έγραψα για σένα
σε ώρες πένθιμης ανθοφορίας.

Να σου τραγουδώ τραγούδια του φονικού έρωτα.
Να σου πλέκω στεφάνια την πρωτομαγιά
και στις τόσες άλλες επετείους.

Ήρθε ο καιρός της ενηλικίωσης.
Ή θαρρείς
πως έπαψαν οι ώρες να μετρούν
την απουσία σου;

ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Σκέφτομαι να ταξιδέψω.
Από τότε, θυμάσαι,
φοράω μαύρα
και σε φυλάω απ’ τους ανέμους
με το στήθος μου.

Όμως, ήρθε ο καιρός
να σε αφήσω στη βροχή,
στα” χελιδόνια
και στο κοκκινόβροχο του Απρίλη.

ΔΕΝ ΠΗΓΑΜΕ

Η βροχή χθες ήταν πυκνή.

Θυμάσαι τότε στη Μονεμβασιά
που δεν πήγαμε;
Όλη η βροχή θα έπεφτε
στα γυμνά κορμιά μας
πιο πάνω από το Κάστρο.
Κι η θάλασσα απ’ τη ζήλεια της
θα φούσκωνε
στα σπλάχνα των βράχων.

ΤΟ ΒΥΣΣΙΝΙ ΜΑΝΤΗΛΙ

Με τις λιακάδες έρχεται
η μνήμη
και πρέπει να κατηφορίσω.
Να ακούσω τα παράπονα
για τις ολονύχτιες αταξίες σου.
Ανάμεσα στους σταυρούς
και τα χαμομήλια.

Ίσως και να μην κατέβω.
Ίσως ανοίξω το παράθυρο.

θα σου φωνάξω.

Μα είμαι μακριά
για τέτοια γυμνάσματα.

Ανοίγω το παράθυρο.
Σου ρίχνω το βυσσινί μαντήλι.
Χαμογελάς.
Πολύ σου άρεσε το βυσσινί μαντήλι.
Σχεδόν τώρα σε φτάνω.

Σε μια παρτίδα σκάκι
(Συνάντηση με τον Κ.Π. Καβάφη)

ΕΜΟΡΦΙΑ

Ας σταθώ εδώ
Στην Αλεξάνδρεια, στη Σμύρνη
Στη Νάξο μεσοπέλαγα
Στις εκβολές του Κράθι ποταμού.
Ας δω κι εγώ τη φύσι λίγο
της θάλασσας του πρωιού.
Εμορφιά χρυσή και πρώτη.

Ας σταθώ εδώ
Στα κρίνα του Μεσολογγιού
Στους κίτρινους ανθούς της Μονεμβάσιας
Στου Αχέροντα την Αμμουδιά
Στις θάλασσες τις αταξίδευτες.
Κι ας θαυμάσω το κάλλος της Ηούς,
το αστείρευτο.

Θάλασσα του πρωιού,
χρυσή εμορφιά και πρώτη.
Της Τέχνης και της Ποιήσεως.

Είναι αυτό που οι σοφοί το λένε μόνη αλήθεια.

1-7-11

Αφόρμηση από το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη «Θάλασσα του πρωϊού»

ΜΝΗΜΗ

Σώμα θυμήσου:
Το σώμα του,
τα άγρια τριαντάφυλλα
του στήθους του,
και τις πασχαλιές
των ερώτων του.
Σώμα θυμήσου:
Πόσο δε δίστασες ν’ αγγίξεις
τη φωτιά. Και δες·
Πόσο πόνο πονάς,
κι ας είναι μνήμη.

Ιούλιος του  12

Αφόρμηση από το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη «Θυμήσου, σώμα»

.

ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΗΜΙΣΦΑΙΡΙΟ (2010)

ΠΕΡΙΜΕΝΕΣ

Σε θυμάμαι.

Περίμενες στην Πρυτανεία
φορώντας ένα άσπρο πουκάμισο.
Μόλις που πρόλαβα το ραντεβού μας
ασθμαίνοντας.
Ως ταγμένος αοιδός του επικείμενου
πόνου, περίμενες.
Τυλιγμένος στο μαύρο εντός σου.

Είπες, θα είμαι εδώ αν με χρειαστείς.
Κι απλόχερα ήρθε ο χειμώνας,
πιο βαρύς
κι απ’ τη μισή χαρά που τρεμόπαιζε
με το πουκάμισό σου το λευκό.

Σε θυμάμαι, εκεί, στην Πρυτανεία
που περίμενες.
Στο μαύρο εντός σου.

28-6-08

ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ

Κάπως έτσι, γυμνοί από οράματα,
θα ταξιδέψουμε το πιο ωραίο ταξίδι
του κενού.

Ο αποχωρισμός που τώρα μας φέρνει
πιο κοντά
σχεδιάστηκε με εξαιρετική επιμέλεια.
Η πίκρα επικάθεται στα χείλη σου
ως η πιο μαύρη εσάρπα της ηδονής
που δε γνώρισα.
Η ανεπάρκειά σου πνίγεται σε αίμα τυφλό
και στοιχειωμένο.

Αχνίζεις βαθύ σκοπό, ξενόφερτο,
απόκοσμο ήχο, τραγούδι πρωτολάλητο.
Σέρνεις το βήμα σου αργό και σταθερό
σα φωνή ερεβωδώς πλανώμενη.

Θα μείνω εδώ για να μην είσαι μόνος
στην κάθετη επιστροφή σου.

Ως διαγώνιος ορθογωνίου τριγώνου
στην ανυπαρξία.

ΑΥΤΟΚΛΗΤΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

Κι απόψε θρηνώ την εμμονή μου.
Το τέλος δε φτάνει του πόνου.
Αργοσαλεύει στην πληγή η κοφτερή
της ακίδος άκρη.
Κι είναι από μέταλλο σκληρό και δουλεμένο
της απελπισίας το εγχειρίδιο.
Ξεδιάντροπα μπροστά μου χάσκει
η περιφρόνησή σου, η ανεξήγητη.
Σπαρταρώ ως δεσμώτρια,
ισοβίως κατάδικος για σένα,
εθελόντρια του σπηλαιώδους ανίατου
νοσήματος, του ανήμερου Φιλότη.

ΑΝΤΙΠΟΙΗΣΗ

Λείπεις κι απόψε.
Κι έκανα την ποίηση
υπόθεση
αυστηρά προσωπική.
Ούτε έναν οβολό μεταφοράς
δεν έριξα
στην αιωνιότητα των στίχων.

Μήπως και πότε πλάγιασες,
αυτοκράτορα της σκέψης μου,
θαμώνα του μυαλού μου,
φθαρτός και ιδρωμένος
μέσα στη γήινη αγκαλιά μου;

Με λέξεις μόνο
άγγιξα
τα σκοτεινά σου μέλη.
Σε ρήματα και συλλαβές,
άηχα κι ερμητικά
ο πόθος μου κουρνιάζει.
Η έλλειψή σου, υπόθεση
αυστηρά προσωπική, εστέφθη
αντιποίηση.

30-8-08

ΕΝ ΤΗ ΑΠΟΥΣΙΑ ΣΟΥ

Στην τρίτη διάσταση του έρωτα
κοιμίζω το πέλαγος
της οδύνης
και της άφωνης σιωπής.

Εκεί στον άλλο τόπο,
στο ημισφαίριο της τολμηρής
αποχώρησης,
στο εκείθεν του πόνου
και της φωτιάς.

Νανουρίζω το αίμα της αγάπης
που δεν ξέρω το χρώμα της.
Νανουρίζω το θαμπό της θλίψης.
Εν τη απουσία σου.

4-9-08

ΤΟ ΔΩΡΟ

Από τα τόσα που σου χάρισα,
από τα όλα που λαμπρώς κατάθεσα
ως σάτυρος, μάγος, οπαδός,
μέρα και νύχτα,
σε ανατολές και σούρουπα,
σκυφτά, μπροστά στα πόδια σου,
ένα μόνο κράτησε.

Μήτε τα γιασεμιά. Μήτε τα αρώματα.
Μήτε τις επιγραφές. Μήτε τις περγαμηνές.
Ούτε τις λέξεις και τα ρήματα,
τα τόσα γλυκά και σκοτεινά
κι ασήμαντα στολίδια.

Κάνε την παλάμη σου χαρτί,
σφουγγάρι, μαύρη τρύπα
και λεύκανε τις προσφορές.

Όμως, τον τόπο της φωτιάς και της βροχής,
της αστραπής το θάμα,
αυτό το δώρο μην ντραπείς
να το υιοθετήσεις.

Το τρίτο ημισφαίριο, πλάτωμα
καρδιάς, από νερό και έρωτα,
από κρασί και έρωτα, από φωτιά
και θάλασσα, από φωτιά και αλάτι,
από σιωπή και ανάσταση,
απ’ του εσπερινού το δάκρυ.

Αυτό το δώρο κράτησε ανάμεσα
στα δάχτυλα, κάτω απ’ τη μασχάλη,
στον κόρφο σου, στο στήθος σου,
στον όμορφο λαιμό σου.

Αυτό το δώρο κράτησε
και εγώ θα μεγαλώσω
μέχρι την άβυσσο μακριά.

4-9-08

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ

Είχε λίγο θάλασσα, είχε και λίγο ουρανό,
είχε και λίγο άνεμο,
εκείνο το ταξίδι που δεν έγινε
καταμεσής του Αυγούστου.

Τότε που οι ελιές γέρνανε βαθιά
στη φιλοσοφία του βάλτου.
Τότε που αποφάσισα να μη δοθώ
στα όνειρα της περασμένης νύχτας.

Όνειρα είναι, είπανε.
Και συ γιατί σοβάρεψες σα να ’τανε
η δική σου αλήθεια;

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΡΟΗΣ…

Περπάτησα
στο λόφο των ανέμων και της φωταψίας.
Σ’ έψαξα
στο δρόμο τον παράλληλο της κεντρικής αρτηρίας.
Σε ανέσυρα
στη ματωμένη λήθη του μυαλού μου.
Ράγισα
στη θέα που δεν άλλαξε αφότου έφυγες.
Λύγισα
για όσα δεν είπαμε και για όσα είπαμε.
Κράτησα
τα λόγια που ο άνεμος πουλιά τα φτέρωσε.
Άγγιξα
την ώρα του σούρουπου που σε συνάντησα
κάποια φορά στο δρόμο, με τα κίτρινα φύλλα
να πέφτουν στα μαλλιά μας, στους ώμους μας,
στις παλάμες μας…

ΜΑΥΡΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ

Γι’ αυτό εγώ προτίμησα εσένα, άγρια θάλασσα,
ανήμερη απλωσιά του αφιλόξενου πόντου.
Γι’ αυτό και πνίγομαι γλυκά στο απέραντο νερό σου,
το χωρίς ορίζοντα, φράχτες και πολιορκίες.

Για το μελάνι που κερνάς τους χαμηλούς ανέμους
έκανα το μακρινό ταξίδι χωρίς πυξίδα παραπλάνησης,
με μόνη αποσκευή το όμορφο κενό μου που σου μοιάζει,
μούσα της αβύσσου μου, του πόνου ανεμοζάλη.

Στα μαύρα απάτητα νερά χορεύω τα μεσάνυχτα.
Και συ με ψάχνεις σε φέγγη και σε ρεματιές.
Εκεί, στο τρίτο ημισφαίριο, θα περιμένω
την ήττα της τιμής
κι εκείνο το μισό επινίκιο τραγούδι μιας υπόσχεσης…

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Το δωμάτιο εγκαταλείφθηκε όπως όπως
Με τα παράθυρα κλειστά στο απομεσήμερο
Με τα σεντόνια τσαλακωμένα από τον έρωτα
Με τους αναστεναγμούς γαντζωμένους στο φεγγίτη
Με τα αρώματα των σωμάτων ιπτάμενα νεφελώματα
Με την ηδονή να σπαρταράει ολόγυμνη
δίπλα στο κομοδίνο με τις ακατάλληλες φωτογραφίες.
Κάπου ανάμεσα στο συρφετό των αντικειμένων
ένα ξεχασμένο «σ’ αγαπώ» αργοπεθαίνει…

21-1-09

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Πόσο δρόμο έχει ακόμα ο έρωτας
για την ατέρμονη σιωπή του φλέγοντος παραδείσου.

Σε ποιες υπόγειες διαβάσεις και αλλόγλωσσες σπηλιές
σκαλίζει,
σε ποια παρθενικά ερέβη και ερημικά μικρολίμανα
παραπατά.

Πόση αγάπη ξόδεψα για μερικά άγρια μεσάνυχτα
και τι καημό έπνιξα στα στήθη μου για μιαν ανάσα.

Πόσο δρόμο έχει ακόμα ο έρωτας να πάρει
τη μορφή σου,
ν’ ακούσω μες στα σπλάχνα μου πλέριο
το πρόσωπό σου.

Σε πόσο φως πλανεύτηκα και μάκρυνα το δρόμο,
αφού το ξέρω, μάτια μου, πως καις ανήλιαγη φωτιά.

21-2-09

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

ΦΟΒΟΣ

Πώς με τρομάζει ο καπνός
που έγινε αντάρα
κι έφραξε τον ποταμό
και φούσκωσε τη λίμνη…

Πώς με τρομάζει η σκοτεινιά
που ξεμακραίνει τ’ άστρα…

θόλωσαν τα μάτια μου
και δε θωρώ το δρόμο.

ΛΑΦΥΡΟ

Μου πήρε μιαν άνοιξη αυτή η θλίψη.
Κι ακόμα δεν ξέρω αν μπορώ
να την κοιτάξω μες στα μάτια.
Πάντως μου χάρισε κορδέλα βυσσινιά,
όχι από αίμα, -ο πόλεμος δεν κρίθηκε στη βία—
για τον ήλιο του καλοκαιριού και τις δύσκολες
μέρες του Αυγούστου.

ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ

Σε τούτο το απόμερο ακρογιάλι
που κάποιο φθινοπωρινό πρωινό
μεθυσμένοι αράξαμε
ταξιδευτές, με άρωμα νυχτερινής αγράμπελης,
τι απόμεινε; για δες.
Λίγα βότσαλα γδαρμένα απ’ των κυμάτων
την οργή
κι ένα κοχύλι θρύψαλα
για τις τρυφερές πατούσες των παιδιών…

10-6-09

ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ

Η βροχή…
πάνω στα κόκαλά μας.

Ο άνεμος…
πάνω στα κόκαλά μας.

Ο αετός του πρωινού, τα σύννεφα,
τα κόκαλά μας μέσα στην καταιγίδα,
κάτω απ’ το αστροπελέκι της αιώνιας θλίψης.

Σε ποια μνήμη…
Σε ποιο πέλαγος…
μαρμάρωσαν τα κόκαλά μας;
Ο διπλούς πέλεκυς του ανυπότακτου χρόνου
κόκκινος, πύρινος κλοιός
τα κόκαλά μας γλείφει,
τα ροκάνισε.

Κάποτε μιλήσαμε για αθανασία
στη βροχή, στον άνεμο, στο χρόνο.

Αίολος όρκος το σχήμα του έρωτα.
Άσχημος θάνατος η κλοπή των οστών.

Κάποτε μιλήσαμε για αθανασία.
Δριμύ ψύχος
στα γυμνά κόκαλά μας.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΡΝΗΣΗ

Μου τελείωσε ακόμα και ο Θεός
και δεν έχω πώς να σε σκεφτώ
μες στη φτωχή παλάμη μου.
Ξυπόλητος καθώς γυρνάς,
γυμνός στο καταχείμωνο.

Όλες μου τις πόρτες άνοιξα,
μα τόσος θάνατος δε χωράει σε μια ζωή.
Ούτε στη φαρέτρα ενός φτερού,
καθώς ταλανίζεται
στο αεισταγές ταξίδι του πένθους.

Μου τέλειωσε ακόμα και ο Θεός
και τώρα πώς να σε τυλίξω τρυφερά
μέσα στα βλέφαρά μου.
Έτσι που μεγάλωσες
ανανούριστος κι απόξενος
από λόγια αγάπης.

Της Κυριακής τα πρωινά
χάσανε το μελωδικό τους άσπρο.
Γέμισαν πρόσωπα θολά και όνειρα
με μάτια στάχτη.

Κοίτα να δεις που δυσκολεύομαι
και να σε ζωγραφίσω…
Μου τέλειωσε ακόμα και ο Θεός
και δεν μπορώ να βρω το χρώμα σου,
το σχήμα σου, το ηχηρό ανάστημά σου,
το γέλιο σου το ανάρμοστο
και την αρχή της μεγάλης
άρνησης…

15-11-09

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Τα λόγια που καίγονται, θημωνιές υποσχέσεων
δεν είναι του έρωτα.
Τα λόγια που καίγονται χωρίς αγιόκλημα και γιασεμί
δεν είναι του έρωτα.

Πόσες εκτάσεις φύτεψα με όλα τα ασημογράμματα
και πόσες λίμνες άδειασα για να σε ζωγραφίσω.

Όλα τα λάμδα και τα ρω θυμιατήρι του έρωτα.

Λίγο θάλασσα, λίγη άσπρη πέτρα απ’ το έρημο
ακροθαλάσσι με την αγράμπελη,
λίγο γιασεμί και σπόρους παρθένο σιταράκι.

Θυσία του έρωτα.

Μα τα λόγια καίγονται και δεν είναι του έρωτα.
Και το πρόσωπό σου στέγνωσε, σχεδόν αποτεφρώθηκε,
αφού τα λόγια πυρκαγιά δεν είναι του έρωτα.

Κι αναζητάς δυο σταγόνες αίμα αλμυρό
από τις φλέβες μου.
Και μου ζητάς τον πληγωμένο ερωδιό που μάζεψα
στο λόφο με τα καρφιά του έρωτα, μαύρα μεσάνυχτα.
Και λες πως καρτεράς την ιδρωμένη ανάσα μου
που είναι του έρωτα.

Μα τα λόγια καίγονται, αέρας γίνονται.

Κι έμεινα ολομόναχη να σε καρτερώ
χωρίς λόγια, χωρίς χρώμα, χωρίς σχήμα,
αερικό, στα τρίστρατα με τους ανέμους,
αλαφροΐσκιωτη σπορά του έρωτα…

29-ΙΙ-09

.

ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΜΥΡΙΖΕ ΟΡΧΙΔΕΑ
Η ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΙΚΡΑ (2007)

… Η Αρετή, γυναίκα με ιδιαίτερη καλλιέργεια, στα πενήντα δύο της τολμά να κάνει την “επανάστασή” της. Φεύγει μακριά από το “οικείο” περιβάλλον της, σε άγνωστο γι’ αυτήν τόπο, και αποφασίζει να παλέψει με τον εαυτό της, όσο γίνεται, πιο μόνη. Προστατευμένη και οπλισμένη με την έως τώρα εμπειρία της, θεωρεί πως μπορεί να θωρακίσει τον εαυτό της με επιτυχία σε ό,τι ενδέχεται να τη βλάψει και να την κάνει ευάλωτη στα γύρω ερεθίσματα και δρώμενα Ξεχνά όμως πως μέσα της κουβαλάει “τη γυναίκα”, “τη μάνα”, “τη ζωντανή, ευαίσθητη και σχεδόν εύθραυστη Αρετή”.
Ο Ανδρέας, δημοσιογράφος με πνευματικές και επαγγελματικές ανησυχίες θα τη ζεστάνει φιλικά τον πρώτο καιρό…
Ο γιατρός Μηνάς, με τον κτητικό έρωτα που της προσφέρει, τον αλαζονικό, εγωιστικό και δύστροπο χαρακτήρα του, θα την αποπροσανατολίσει από τη γλυκιά σιγουριά της μοναξιάς της και στο τέλος θα της κλονίσει και την εμπιστοσύνη στον εαυτό της.
Ο νεαρός Αλέξανδρος με τον οποίο τυχαία συγκατοικεί, θα μοιραστεί μαζί της τα πιο δυνατά, όμορφο, πικρά και γλυκά συναισθήματα που χαρίζει η ζωή σε ανθρώπους που αγαπούν την ομορφιά και τη σέβονται.

.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Όσοι πασχίζουνε να μπουν στων ιδεών την πόλη
-την απόρθητη, αλλά προσβάσιμη-
εξοπλίζονται χρόνια με όπλα της τελευταίας λέξης.
Ρήματα, επιρρήματα, σχήματα, εικονήματα
και πάσης φύσεως ομορφιά και καλλονή.
Σε κάθε μάχη νομίζουν πως κέρδισαν. . .
Νωρίς διαπιστώνουν ότι επιβάλλεται
να ανασυνταχτούν για την επόμενη προσπάθεια.
Οι μάχες για την πολύκαστρη Θήβα
με τον ίδιο τρόπο, στους αιώνες γίνονται.
Όσοι ποθούν γέρα αθανάτων
απ’ το χέρι του Διόνυσου- Απόλλωνα
τη Θήβα ονειρεύονται.

Προσπερνώντας όμως με περιφρόνηση το τέρας
της ακροπόλεως και το επίμονο αίνιγμά του.
Τι δημιούργησε ο Θεός την όγδοη μέρα,
όταν ο άκτιστος λόγος ελαμπρύνθη στο φως;

ΣΤΟ ΛΟΥΛΑΚΙ

τα σεντόνια, τα ασπρόρουχα,
το νυφικό που πάλιωσε,
ευθυτενές στην κρεμάστρα,
ανάμεσα σε ρούχα γιορτινά
που δεν πολυφορέθηκαν. . .

στο λουλακί το μεσοφόρι
της πρώτης φοράς
που υποσχόταν άστρα . . .
τότε ήταν που σκίρτησε
και το πρώτο ποίημα
στις πίσω σελίδες σχολικού βιβλίου. . .
στο λουλακί οι πρώτες δίφθογγοι
που έδιναν στις λέξεις
νεράκι απ’ την πηγή. . .
στο λουλακί το πρώτο ποίημα

στο λουλακί το ασπρομάντηλο,
διπλωμένο ευλαβικά,
στη μέσα τσέπη για το αντίδωρο. . .
και το μαντήλι της κόρης
για το τρίστρατο: πόθος, πάθος, παραμύθι. . .
στο λουλακί το παραμύθι

στο λουλακί όλα τα άσπρα
που δεν είναι άσπρα
και όλα όσα δεν αγγίζονται . . .
όλα τα όνειρα
που περίμεναν πολύ. . .

στο λουλακί κι οι έρωτες που ξαναγυρίζουν
ζητώντας ανάσταση. . .
Ματαίως

ΛΕΥΚΟ

Μείνε μακριά από το λευκό
Κράτησε τη δέουσα απόσταση
Μην σε ξεγελά μια δήθεν φωτεινότητα
Μια ιμιτασιόν διαύγεια
Αδιαπέραστο είναι, συμπαγής άρνηση
Πίσω από το κενό μηδενικό
Είναι τοίχος
Μείνε μακριά από το λευκό
Έρημος γη και στέρφα πρόκληση
Αδίστακτη ψευδαίσθηση του ωραίου
Εκτός κι αν κάτω απ’ ’τις ρωγμές
Ελλοχεύει ως βρέφος
Το ουράνιο τόξο

Αλλά σε κάθε περίπτωση
Κράτησε τη δέουσα απόσταση. . .

ΑΚΑΘΙΣΤΗ ΜΝΗΜΗ

Σε λέω μνήμη, τραγούδι ατελείωτο. . .
Αμανές ακοίμητος από αρχέγονα βάθη ηδονής
Σε λέω θάλασσα, όχι οποιαδήποτε θάλασσα. Μόνο εκείνη
που φιλιώνει τα τέρατα με τα αγάλματα.
Σε λέω ωκεανό, μαύρο ακατέργαστο διαμάντι. Σε λέω
Άνοιξη και μαζί Φθινόπωρο. Σε λέω «να ο καιρός του κάλλους»!
Σε ονομάζω ο χρόνος μου, μα είσαι η αθανασία μου.
Σε ονομάζω μοιρολόγι, μα είσαι ύμνος ,ακάθιστος καημός!
Σου φωνάζω δυνατά για νάρθεις, μα υπάρχεις ήδη παντού
Ηρακλείτεια φωτιά, μούσα αστείρευτη. . .

Είσαι η Μνήμη! Είσαι του μαύρου η χαρά.
Είσαι ανθός που τρέφεται από την βαρυχειμωνιά.

(ΑΝΑ)ΜΕΤΡΗΣΗ

Μείναμε Ένας
Σε κάθε μέτρημα, πάντα : Ένας
Δεν είναι πάντα ο θάνατος
το χειρότερο.
Είναι η άρνηση της μνήμης για πολλαπλασιασμό.
Κόλλησε για πάντα ο δείκτης στο:
Ένας επί Ένας ισούται Ένας
Δεν είναι πάντα ο θάνατος το χειρότερο.
Μείναμε Ένας να τα βάζει
με τόσους ανύπαρκτους άλλους.

Στη διαίρεση το αποτέλεσμα είναι
ανυπόφορο. Ένας δια Ένας : Ένας
Πώς να μοιράσεις την περιουσία σου
που έκανες
θηρεύοντας ανατολές και ηλιοβασιλέματα;
Δεν είναι ο θάνατος το χειρότερο.
Είναι που δεν μπορείς να σπάσεις σε διάρκεια
αυτό το Ένα και να μη χαθείς. . .
Κάθε διαίρεση απολύτως τελεία: Ένας
Ούτε καν ένα υπόλοιπο μιας πράξης ατελούς

Ένα μικρό περισσό υπόλοιπο: θα φύτρωνε τουλάχιστον
Ένα ποίημα

.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

Ποιητικός Πυρήνας

https://ppirinas.blogspot.com/  5/12/2020

Γράφει η Ειρήνη Μπόμπολη, “Ποιητής και Ποίημα”

Η πιο λαμπρή ποίηση που δόθηκε ποτέ στον κόσμο,
δεν είναι παρά μια αδύναμη σκιά της αρχικής σύλληψης.
Σέλλεϋ

Μια ιδιάζουσα και αρκετά δύσκολη να αποδοθεί, σχέση. Ωστόσο, άκρως γοητευτική.

Η ιδέα έρχεται αιφνίδια, αστραπιαία («Είναι η αστραπή που κρατάει σπαθί», θα πει ο Σέλλεϋ). Έρχεται και μετεωρίζεται γύρω από το κεφάλι του ποιητή, επίμονα. Ξέρει ότι όπου και να πάει, ό,τι και να κάνει, είναι εκεί, δίπλα του και πολλές φορές κρούει πάνω του ενοχλητικά. Ακόμα και τότε που φαίνεται ότι μάλλον τον ξέχασε, αυτή επιμένει να ασχοληθεί μαζί της.

Πώς ο γλύπτης επιλέγει το λαμπρότερο μάρμαρο για το έργο του; Έτσι και ο ποιητής επιλέγει την πιο φωτεινή ιδέα του και την καμαρώνει σαν ατόφιο μάρμαρο. Την κοιτάει, την ξανακοιτάει και προσπαθεί να ανακαλύψει τα μυστικά της. Η εξόρυξη, η γέννα του ποιήματος πρέπει να γίνει τελετουργικά και επιδέξια. Άρτια. Ο ποιητής είναι ο διαμεσολαβητής μεταξύ δυνάμεως και ενέργειας. Μέσα στην ιδέα εγκυμονεί έτοιμη η εντελέχεια του μέλλοντος ποιήματος, όπως μέσα στο μάρμαρο εγκυμονεί η δυνατή προοπτική του αγάλματος.

Εκεί όμως που ο ποιητής καταφαίνεται μέγας ή όχι είναι ο βαθμός μαεστρίας του να εξορύξει τον κρυμμένο πόνο της ιδέας και να ποτίσει με αυτόν όλο το ποίημα. Ο πόνος ενδέχεται να είναι σκοτεινός και αδυσώπητα μαύρος, να έχει στοιχεία ροκ ή μέταλ, αλλά κάλλιστα μπορεί να κρύβεται και στη διάθλαση του φωτός. Κάλλιστα θα μπορούσε να μεταπλαστεί σε ένα υπέροχο ποιμενικό άσμα ή σε έναν αξεπέραστο δεκαπεντασύλλαβο.

Ο ποιητής πρέπει να αφουγκραστεί τη μουσική των στίχων και των λέξεων, να αποκωδικοποιήσει τον ρυθμό και εν ανάγκη να τον χορέψει σε ξέφωτα αρχαίων ιερών πριν ξεκινήσει τον μεγάλο τοκετό. («Θα πρέπει ο ρυθμός και η αρμονία των στίχων να διασώζει την ηχώ μιας ατέρμονης μουσικής», Σέλλεϋ, Υπεράσπιση της ποίησης). Χορεύοντας στην μουσική μέθη, θα ανοίξει τη ραγισματιά, για να εισέλθει το φως, να φωταγωγήσει περίλαμπρα την ιδέα και να της δώσει φτερά.

Όπως η ψυχή, για να φτερωθεί, χρειάζεται τον έρωτα (Πλάτων), έτσι και η ποιητική ιδέα για να μετασχηματιστεί σε τραγούδι, χρειάζεται το πάθος και το ταλέντο του δημιουργού της. Ο ποιητής θα στοχαστεί ακόμα και για το χρώμα ή τα χρώματα που είναι φυλακισμένα μέσα στην ιδέα. Πρέπει να αποφυλακίσει όλα τα συστατικά. Να συλλάβει την τέλεια μορφή του περιεχομένου.

Όταν γίνει αυτό, το ποίημα εξέρχεται θριαμβικά, ακροβατώντας στις πιο ανάλαφρες λέξεις του. Σκοπός του ποιητή είναι ακριβώς αυτό το αλαφροπάτημα. Να μην βαρύνει η ύλη, να μην καθηλωθεί η ιδέα. Σκοπός του ποιητή είναι να το απαλλάξει από την ύλη λέξεων και περιεχομένου, να του δώσει όραμα και στόχο υψηλό. Να το απαλλάξει από βάρβαρους συναισθηματισμούς και μονομέρεια. Όπως το άγαλμα εξαϋλώνεται μέσω της ομορφιάς του, έτσι και το ποίημα μέσω της αβάσταχτης φωτεινότητάς του.

Ο μεγάλος ποιητής αρνείται το ίδιο του το ποίημα, το ακυρώνει. («Ό,τι κι αν είναι αυτό, εγώ είμαι εναντίον του!», Γκράουτσο). Μέσω αυτής της ακύρωσης το νομιμοποιεί στη σφαίρα της αιώνιας τέχνης. Όταν το ποίημα φτάσει στον τελικό προορισμό του, δεν υφίσταται ως ποίημα. Γίνεται ιδέα. Γιατί ο όρος ποίημα δηλώνει κάτι εν τη γενέσει του. Το ποίημα εν τη γενέσει του φιλοσοφεί εαυτό και εράται το τέλειο. Όταν φτάσει στον προορισμό του, αυτοκαθηλώνεται και οδηγείται στην άρση της γήινης περιπέτειάς του.

Τα μεγάλα έργα είναι αυτά που γίνονται σύμβολα και αρχέτυπα αιωνιότητας, όταν καταφέρουν να απαλλαγούν από το γήινο πάθος τους. Αν ήταν η ποίηση μόνο επιδέξιο αράδιασμα από λέξεις και ευφυολογήματα, θα ήταν εφήμερη και θνητή. Η ποίηση είναι η ιδέα, που μετά την ποιητική της ή καλλιτεχνική περιπέτεια θα λάμπει διαρκώς όλο και πιο πολύ. Η Αφροδίτη της Μήλου θα ζει και όταν το άγαλμα καταστραφεί, η «Ενάτη» του Μπετόβεν θα δονεί τα σωθικά μας κάθε φορά που θα γινόμαστε παιδιά, χωρίς ακουστική επανάληψη, η φεγγαροντυμένη του Σολωμού θα λάμπει στο δροσάτο φως σε κάθε προσέγγιση της αληθινής ομορφιάς.

«Έλεγα πως την είχα δει πολύν καιρόν οπίσω
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο
Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου
Καν τ όνειρό μου όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου!
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη
Που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει»

Δ. Σολωμός, Κρητικός

Ο ποιητής μετριέται με τον βαθμό εξαΰλωσης και αναίρεσης που πέτυχε στο δημιούργημά του. Ο ρόλος του τελειώνει όταν κατανοήσει ότι το ποίημα δεν του ανήκει. Ήταν απλά ο μέγας αρχιερέας της ιερής γέννας του. Σαφώς τραγικός, αφού ο ρόλος του προσδιορίζεται και επιτάσσεται από το ένστικτο, τη μαεστρία και το ταλέντο που υπάρχουν μέσα του. («Η πιο λαμπρή ποίηση που δόθηκε ποτέ στον κόσμο, δεν είναι παρά μια αδύναμη σκιά της αρχικής σύλληψης», Σέλλεϋ).

Ο Ποιητής θα πορεύεται μοναχικός έως ότου κληθεί ξανά σε κάποια άλλη ποιητική ιερουργία. Η σχέση ποιητή και ποιήματος είναι σχέση ζωής και θανάτου. Είναι σχέση θανάσιμα διαλεκτική σε ένα συμπαντικό σύστημα ανοιχτό και άπειρο…

https://ppirinas.blogspot.com/

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΚΩΣΤΑΡΑ

ΘΕΥΘ ΤΕΥΧ. 13   ΙΟΥΝΙΟΣ 2021

Σε ποιητικές ατραπούς, χαραγμένες με συναισθήματα, εικόνες, σκέψεις και οδηγό τη μνήμη, μεταφέρει τον αναγνώστη η νέα ποιητική συλλογή της Ειρήνης Μπόμπολη «Με την αφή» από τις εκδόσεις «Σαιξπηρικόν». Στα ποιήματά της ενσωματώνονται στιγμές και αφηγήσεις που αντανακλούν και συγχρόνως διαλέγονται με τον βιόκοσμό της, συνυφασμένο με τον προσωπικό – στοχαστικό διαλογισμό στο διηνεκές του χρόνου. Εξορύσσοντας μεθοδικά το πολύτιμο μετάλλευμα της μνήμης, η ποιήτρια χαρίζει στον αναγνώστη -αυτούσια ή αφαιρετικά δοσμένα- κομμάτια από τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τα όνειρά της μέσα από την ποιητική της γραφή που ξεχειλίζει από αρμονία, καλαισθησία, αλήθεια και ομορφιά. Κύριο γνώρισμά της η ευαισθησία που πυρώνεται από υπαρξιακές αγωνίες, ερωτήματα και μνήμες που αναδύονται, επιδιώκοντας λύτρωση μέσα από την ποιητική πένα.
Η μνήμη για την ποιήτρια είναι συνδεδεμένη με την αίσθηση της αφής, όπως δηλώνεται στο ομότιτλο της συλλογής ποίημα «Με την αφή». Οδηγούμενη συχνά σε προσωπική ενδοσκόπηση, αναμοχλεύοντας βιώματα, τα οποία δεν διστάζει να εξομολογηθεί και να μοιραστεί με τους αναγνώστες της, αποτυπώνει με χρώμα, δύναμη και ένταση κομμάτια προσωπικών στιγμών, που μεταφέρει σε ποιήματα με συγκεκριμένες ημερομηνίες στο τέλος τους, όπως η συνάντηση στο θερινό σινεμά στην Καισαριανή μια έναστρη αυγουστιάτικη νύχτα, υπό τους ήχους των τζιτζικιών, με την «Κυρία απ’ τη Σαγκάη» στην οθόνη, ποίημα αφιερωμένο στον αγαπημένο ποιητή Λουκά Κούσουλα ή η μελαγχολία του Δεκαπενταύγουστου στο «κατευόδιο της Κοιμήσεως».
Βασικός πυλώνας της συλλογής η αυτοαναφορικότητα˙ ποιήματα που αναφέρονται στην ίδια την ποίηση, αποτυπώνοντας την εναγώνια αναζήτηση της μετουσίωσης σε λέξεις σκέψεων και συναισθημάτων. Φανερή την παρουσία του ως υπόστρωμα στα ποιήματα αυτά κάνει ο εσωτερικός μονόλογος με τη μορφή συνειρμικής περιδιάβασης στις διαδρομές του νου («Ο ποιητής στη θάλασσα»). Η ιδιαίτερη συνομιλία της ποιήτριας με τον εαυτό της για την ποίηση, για τη μοίρα των απανταχού ποιητών με το «τσιγγάνικο αίμα», το πεπρωμένο της «άστεγης πατρίδας» και της «ασύνορης πολυτεκνίας» («Ριζικό») είναι διάχυτη στη συλλογή. Η ίδια έχει επίγνωση της μοίρας αυτής των ποιητών: Στο ποίημα «Η κρίση» αναφέρει: «Ξέρω πόσος θάνατος αναλογεί σε εμάς τους Ποιητές», «Και μην ελπίζεις θέση στην κιβωτό/ Οι ποιητές… οιωνεί εξόριστοι». Συχνά σε α΄ ενικό ή και σε β΄ ενικό πρόσωπο διατυπώνει την απορία της «για τα αιμόφυρτα χέρια των ποιητών», άλλοτε δίνει τη συμβουλή της: «Πού πας έτσι ξυπόλητος/ χωρίς μία μουσική, μία ιαχή, μια μελωδία/ να πατάς… Πάρε τουλάχιστον μιαν ωδική αποσκευή,/ έναν άνεμο εξαγριωτικό/ ή ένα περιδέραιο από ηχηρά κοχύλια./ Δέσε στον αστράγαλό σου έναν διθύραμβο/ και χόρευε ασταμάτητα», άλλοτε συνομιλεί διακειμενικά με άλλους τεχνίτες του λόγου, όπως με τον Γάλλο ποιητή Ζαν Κοκτώ στο ποίημα «Ρήτρα», και εν τέλει συνειδητά επιλέγει να πράξει «το ιερό έγκλημα της Ποίησης» στην αδυσώπητη πάλη με το χρόνο.
Η ποιήτρια οραματίζεται τη συνάντηση με το «Ποίημα που δε γράφτηκε» και με «Τα ποιήματα που έρχονται», τα οποία προβάλλουν ως «προσφυγόπουλα» και «πλάνητες», με «το άρωμα της ξενιτιάς», να «ξεκουράζονται για λίγο στους καλαμιώνες» και στη συνέχεια «ένα – ένα να ντύνεται τις λέξεις του, να καβαλικεύει το περήφανο άτι του και να ροβολάει στις βραγιές της Τέχνης». Σε μια υπερρεαλιστικής σύλληψης ποιητική σύνθεση περιγράφει τη «μονομαχία Ποιητή και Ποιήματος σε μαρμαρένια αλώνια», η οποία καταλήγει είτε στο «θρίαμβο μεγάλης νίκης» είτε σε «αιματηρή σφαγή, χωρίς προηγούμενο». Αλλού αποτυπώνει την αγωνία του δημιουργού «εκεί στις πρώτες πινελιές», στο «προσχέδιο του τοκετού από λόγο άφραστο», αποτυπώνοντας την εναγώνια διαδικασία «μόλις το ποίημα πάει να εγγραφεί ως εκκίνηση του ακατόρθωτου».
Ο δεύτερος πυλώνας του ποιητικού οικοδομήματος διαθέτει χροιά φιλοσοφική, ενίοτε διδακτική μέσα από τις δευτεροπρόσωπες αποστροφές συχνά προς το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο. Με γνησιότητα και αυθεντικότητα οι στίχοι της οικοδομούν το αρχιτεκτόνημα ενός αναλυτικού στοχασμού, στη βάση του οποίου ανιχνεύεται ένα μωσαϊκό περιεχομένων με αποχρώσεις φιλοσοφικές, στην κορυφή του οποίου, σε υπερκείμενο επίπεδο, εδράζεται η αγάπη για την τέχνη της ποίησης. Με τις ευαίσθητες ποιητικές κεραίες της αφουγκράζεται και συντονίζεται με τον βαθύτερο παλμό του εσωτερικού της κόσμου, ρίχνοντας συγχρόνως διεισδυτικές ματιές στο συμπαντικό γίγνεσθαι.
Στο ποιητικό τοπίο των αισθήσεων και των αισθημάτων της ποιήτριας συχνές είναι οι αναφορές στο φυσικό περιβάλλον, που κατέχει εξέχουσα θέση στο ποιητικό σκηνικό, με κυρίαρχη την εποχή της Άνοιξης, «ολάνθιστης», «ολοφώτεινης», «οργιαστικής», και αγαπημένο μήνα τον Απρίλη σε διάφορες εκδοχές του: «Ο Απρίλης τραγωδός/ με ακάνθινα στεφάνια», με «το χρώμα της παπαρούνας» που «σβήνει, όταν ενδίδει στην Ανάσταση», αλλά και με «μια αγκαλιά» που ενέχει «λύπη αιωνιότητας» (ποιήματα «Επαναφορά», «Υμνωδία», «Τι μένει..»). Συχνές και οι αναφορές στο φεγγάρι, κυρίως το αυγουστιάτικο, όπως και στο εκτυφλωτικό, ζωογόνο, αδυσώπητο ελληνικό φως, στη θάλασσα τη «ντυμένη τη μπλε της αλήθεια» και σε δέντρα που προσλαμβάνουν βαθύτερους συμβολισμούς -ξεχωρίζω τη μυγδαλιά, που οριοθετεί το ποιητικό σκηνικό σε αρκετά ποιήματα, άλλοτε «ατίθαση», άλλοτε «γέρικη», άλλοτε «ακούραστη». Στα ποιήματα αυτά είναι διάχυτος ο λυρισμός και η γλαφυρότητα των περιγραφών, ενώ ξεχωρίζει η τεχνοτροπία της σύνθεσης σύντομων αφηγήσεων στις οποίες το ποιητικό υποκείμενο παρουσιάζεται να περιηγείται στη φύση, να επισκέπτεται τόπους και σημεία του παρελθόντος, να συνομιλεί μαζί τους και με ό,τι περιέχουν. Οι ποιητικές της εικόνες, τις οποίες με ευχέρεια αποθέτει στον ποιητικό καμβά, πετυχαίνουν να συνενώσουν τις διεστώσες όψεις του κόσμου, να συναιρέσουν το συγκεκριμένο και το αφηρημένο, το αισθητό και το νοητό, το ορατό και το αόρατο.
Ξεχωριστή θέση στη θεματολογία της κατέχει και ο έρωτας με διττή υπόσταση, ως λύτρωση, αναγέννηση, ζωή αλλά και ως πόνος ή θάνατος. Στη συλλογή ανιχνεύεται υφέρπων ο ερωτισμός, υφασμένος με το αδράχτι της ψυχής, άλλοτε εξιδανικευμένος, όμορφος να φωτίζει την ύπαρξη και να γίνεται δύναμη και πηγή ζωής, να «καραδοκεί να πιάσει τη στιγμή/ και ν’ ανθοφορήσει» («Απ’ την αρχή») και άλλοτε να γίνεται πηγή μαρτυρίου («Δίψα»). Στο μικροεπίπεδο της ποιητικής συλλογής ιδιαίτερο ρόλο διαδραματίζουν και τα αντικείμενα που η ποιήτρια τοποθετεί στο ποιητικό σκηνικό και ανάγονται σε σύμβολα ή γίνονται φορείς μύχιων συναισθημάτων, όπως το «γαλάζιο πουκάμισο» του δεκαπεντάχρονου αγοριού στη φωτογραφία.
Η γλώσσα της ποιήτριας αναδύεται οικεία και άμεση, συγχρόνως δε υπαινικτική και πολύσημη, μέσα από μια σειρά ποιητικών μηχανισμών που επιστρατεύει: συνειρμοί, ονειρικές εικόνες, αποσιωπήσεις, δυνατές μεταφορές, αλληγορίες, απροσδόκητοι συνδυασμοί λέξεων. Ευδιάκριτη σε κάποια σημεία και η ειρωνεία, όπως στο ποίημα «Απεργία». Στην ύλη των στίχων της αποδομούνται κρυπτογραφημένες σκέψεις μέσα από λέξεις – σύμβολα με έντονο υπερρεαλιστικό φορτίο. Σταχυολογώ ενδεικτικά: «πάρε ένα περιδέραιο από ηχηρά κοχύλια/ Δέσε στον αστράγαλό σου έναν διθύραμβο», «κάθε ακτίνα λαμπερή/ θα την περπατήσουμε./ Στα ακροδάχτυλα πατώντας/ και πίνοντας όλο το φως της νύχτας», «Βοσκάει ο χρόνος γαλάζιο σπέρμα./Αθάνατο!/ Βοσκάει και ήλιο, θανατερό θρεφτάρι», «Κάθε πρωί, εκεί, με τον καφέ/ ζυμώνεις μες στα όνειρα/ μιαν “άλλη” μέρα αστραφτερή».
Ευδιάκριτες στη γραφή της είναι οι φιλολογικές της καταβολές μέσα από αναφορές σε πρόσωπα, όπως η Σαπφώ, ο Φαέθωνας, ο Αγγελιαφόρος Διόνυσος ή ο Προμηθέας στην υπέροχη ποιητική σύνθεση «Να ξέρεις να φεύγεις», αλλά και σε στοιχεία του αρχαιοελληνικού βίου με έντονο συμβολισμό, όπως το παιχνίδι του κότταβου στο ποίημα «Περιστροφή», ή της αρχαίας τραγωδίας –επισημαίνω το «όσια πανουργήσασα» της σοφόκλειας ηρωίδας.
Εν ολίγοις, στο νέο της αυτό ποιητικό φανέρωμα η Ειρήνη Μπόμπολη με κατακτημένη την ακρίβεια, την ωριμότητα και τη δωρικής αυστηρότητας αισθητική, καλλιεργεί μια γλώσσα ζωντανή και συγχρόνως διάπυρη, απόλυτα συμμέτοχη στο εκάστοτε αφηγούμενο βίωμα ή σκέψη. Λεκτική τόλμη, απερίφραστη διατύπωση, ποιητικότητα που προκύπτει αβίαστα ως στοιχειώδης άρθρωση του ένδον αποτελούν κύρια χαρακτηριστικά της. Η ποίησή της έχει κάτι το καθαρτήριο, το εξαγνιστικό, κρύβει «το ευλογημένο της κάθαρσης», καθώς ο αναγνώστης βρίσκει σ’ αυτή κομματάκια από σκισμένες φωτογραφίες της ψυχής του. Καταφέρνει, έτσι, να δώσει το στίγμα της, διαμορφώνοντας την προσωπική της ποιητική, προσφέροντας καταφύγιο για τις αισθήσεις και τα αισθήματα της ίδιας και του αναγνώστη της.

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΤΣΟΥΚΑΛΑ

Nancy’s Blog 26/10/2018

«Έρωτας είναι η διαρκής νεότητα του νου και της ψυχής»

Κυρία Μπόμπολη, τι θα συμβουλεύατε έναν άνθρωπο που θέλει να ασχοληθεί με την λογοτεχνία;

Αρχικά θέλω να σας ευχαριστήσω, κα. Τσουκαλά για την τιμή να δημοσιεύσετε συνέντευξή μου στο Nancy’s Blog και μάλιστα σε θέματα τόσο ευαίσθητα, όπως η λογοτεχνική γραφή.

Αρχικά να πω, πως γράφω ερασιτεχνικά και ως εκ τούτου, οι συμβουλές μου θα έχουν χαρακτήρα φιλικό και κάπως «προσωπικό». Όποιος καταπιάνεται με τη λογοτεχνική γραφή, βασικά πρέπει να μάθει να δουλεύει πάνω σε αυτή και να αναζητεί τη δική του «ταυτότητα», την οποία θα υπηρετεί και θα εξελίσσει βελτιώνοντάς την. Δεν είναι τα πάντα λογοτεχνία. Σήμερα γράφει πολύς κόσμος και μάλιστα «ποίηση». Αλλά η περισσότερη παραγωγή δεν είναι ποίηση. Άρα το βασικό κριτήριο είναι η γνησιότητα και η προσοχή σε αυτό που κάνουμε. Και φυσικά η αγάπη, καθώς και η διαρκής αγρύπνια για το αποτέλεσμα.

Έχουμε δει συγγραφείς να παρασύρονται από τα πάθη τους. Για εσάς η λογοτεχνία είναι σωτηρία η καταδίκη;

Βασικά οι συγγραφείς είναι άνθρωποι του πάθους. Η λογοτεχνία βρίθει συναισθημάτων από τη φύση της. Τώρα , αν παρασύρονται ή όχι, θέλει μεγάλη κουβέντα. Σίγουρα χρειάζεται κάποιος έλεγχος για να μπορέσεις να τα περιγράψεις κάποια στιγμή με καθαρή ματιά. Για μένα η Λογοτεχνία είναι κάτι πολύ σοβαρό και δύσκολο. Είναι μεν σωτηρία της ψυχής και του μυαλού, είναι λύτρωση, αλλά και καταδίκη με τη μορφή μιας δέσμευσης να την υπηρετώ όσο μπορώ καλύτερα, κυρίως μέσω της Ποίησης.

Ο έρωτας είναι κάτι που χαρακτηρίζει τη γραφή σας. Τι σημαίνει για σας έρωτας;
Τα πάντα. Χωρίς έρωτα δεν πας πουθενά. Για μένα έρωτας είναι η αδάμαστη θέληση να κυριαρχήσεις στο Χρόνο και να τον υποτάξεις στην πένα σου. Να τον ξεπεράσεις. Έρωτας είναι η διαρκής νεότητα του νου και της ψυχής. Το να κοιτάζεις τη φθορά και να της χαμογελάς περήφανα.

Κυρία Μπόμπολη, είστε πολυάσχολος άνθρωπος. Πέρα από την λογοτεχνική σας πορεία έχουμε δει και την παρουσία σας στο θέατρο. Ετοιμάζεται κάτι αυτόν τον καιρό; Tί να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον;

Το θέατρο είναι μια μεγάλη αγάπη μου. Ξεκινήσαμε μαζί αν θυμάστε, τελείως ερασιτεχνικά . Το θέατρο είναι ο μαγικός καρπός της λογοτεχνικής αναζήτησης .Κάθε παράσταση είναι μια ποιητική σύνθεση. Ευελπιστούμε φέτος με την θεατρική ομάδα ¨ΤΕΧΝΗ-τες να φέρουμε στη σκηνή μια ιστορία του Ίρβιν Γιάλομ από τον Δήμιο του έρωτα. Είμαστε ακόμα αρκετά μακριά. Κάπου στα μέσα Φλεβάρη. Και στο σχολείο δουλεύουμε σε πολιτιστικό πρόγραμμα με τους μαθητές Αρχαίο Δράμα.

Aν η εποχή μας ήταν ένα ποίημά σας ή απόσπασμα από ένα βιβλίο σας, ποιο θα ήταν αυτό;

Τι είναι ποίηση ( από τη συλλογή, Ανιμολόγια)

Τι είναι Ποίηση;

Η αντανάκλαση της ανυπαρξίας;

Και πώς χωράει μέσα της

Της ύπαρξης ο τόσος Πόνος;

«Σας ευχαριστώ και καλή επιτυχία σε ότι κάνετε.»

https://www.nancysblog.gr/2018/10/26/eirin

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *