ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

O Oρέστης Aλεξάκης γεννήθηκε στις 2/10/ 1931 στην Kέρκυρα. Σπούδασε νομικά και άσκησε στην Aθήνα το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1992. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στη Δυτική Γερμανία. Μετά το 1992 έζησε στην Κέρκυρα και στη Θεσσαλονίκη ενώ μετά εγκαταστάθηκε και πάλι μόνιμα στην Αθήνα. Έγραψε κυρίως ποίηση, παράλληλα όμως ασχολήθηκε με φιλολογικά μελετήματα, δοκίμια και κριτική. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Ισπανικά και Σερβικά. Έχει τιμηθεί για την ποίησή του με το βραβείο Nικηφόρου Bρεττάκου. Ανήκει στη δεύτερη μεταπολεμική ποιητική γενιά. Πέθανε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου του 2015.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Η Περσεφόνη των γυρισμών», 1974
«Οι κόνδορες και το αντιπρανές», 1982
«Η λάμψη», 1983
«Βυθός», 1985
«Ο ληξίαρχος», 1989
«Αγαθά παιχνίδια», 1994
«Νυχτοφιλία», 1995
«Υπήρξε» (επιλογή από όλες τις προηγούμενες συλλογές καθώς και από την ανέκδοτη συλλογή «Ο απόπλους»), εκδ. Απόστροφος, Κέρκυρα, 1999
«Μου γνέφουν» (έμμετρα ποιήματα) 2000
«Ο μεταμφιεσμένος χρόνος» (συλλεκτικό φυλλάδιο εκτός εμπορίου), 2005
«Θίασος στην εξέδρα», 2006
«Το άλμπουμ των αποκομμάτων», 2009
«Ποίηση 1960-2009», 2011
«Το ρόπτρο», 2014

1-ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΩΝ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΩΝ (2009)

Α’ Νεκροί στη πόλη

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Καλώς ήρθες Μαρία στην ερημιά μας
έφερες την αγάπη στην άγρια χώρα μας
όμως Εσύ
θα μπορέσεις να κρατήσεις στην αγκαλιά σου
τη βαριά σιωπή του δάσους όταν νυχτώνει;

Θα μπορέσεις να κρατήσεις το βάρος
Της μεγάλης αγάπης Μαρία;

«Μαρία της παιδικής εποχής»
Η Περσεφόνη των γυρισμών

Κι όμως, την ξαναβρήκα τη Μαρία
Χρόνια μετά την παιδική ηλικία
Σ’ ένα μπαράκι της οδού Διδότου
καθισμένη στο τρίποδο πνιγμένη
στους καπνούς σα μια σύγχρονη Πυθία
«Ω μα και βέβαια σε θυμάμαι» μου ’πε
«Κι εσένα κι όλα εκείνα που γιομίζαν
μ’ αφροντισιά την παιδική ζωή μας
Τίποτα δε λησμόνησα μα ωστόσο
τώρα είμαι εδώ και προσπαθώ να ζήσω
να κρατηθώ στην ώρα των πραγμάτων
Όχι δεν είμαι φάντασμα δεν είμαι
νεκρή ποτέ δεν πέθανα και τότε
που επέστρεφες απ’ το νεκροταφείο
τόσο σκοτεινιασμένος απ’ τη θλίψη
κάπως θαρρώ σου το ’χα ψιθυρίσει
πως είμαι ζωντανή
και πως μια μέρα
σίγουρα θα ξαναβρεθούμε κάπου
στου κόσμου το μεγάλο πανηγύρι
Όμως περνούν τα χρόνια κι έχω μάθει
μόνο σ’ αυτούς τους χώρους να κοιτάζω
που περιφέρω το φθαρτό μου σώμα
Και τι ωφελεί να βλέπεις παραπέρα;
Σκιά το παρελθόν μα και το μέλλον
ανύπαρκτο
φανταστικό
μια πάχνη
που η τύρβη και το φως τη διασκορπίζουν

Λοιπόν τι λες θα πιούμε κάτι ακόμα;»

ΝΕΚΥΟΜΑΝΗΣ

Κυκλοφορούν πολλοί νεκροί στην πόλη
–ανέμελα βαδίζοντας
ανάμεσα στους άλλους συμπολίτες–
Λες και δεν έχει τίποτα συμβεί
λες και δεν έχουν προ καιρού εκδημήσει
Χαμογελούν
σαλεύουν το κεφάλι
μας χαιρετούν

όμως εγώ

θυμάμαι!

Θυμάμαι τ’ αγγελτήρια του θανάτου
τα αναρτημένα στις γωνιές των δρόμων
Τα τυπικά «Τον πολυαγαπημένο…»
Όνομα, επώνυμο, ηλικία θανόντος
την ώρα, τον ναό, τους τεθλιμμένους
Θυμάμαι
κάποιους που σταματούσαν και διαβάζαν
αδιάφοροι σχεδόν
περαστικοί
που βιαστικά και πάλι αναχωρούσαν
Κι άλλους
με κάποια πίκρα στη ματιά
με μια σκιά στο βλέμμα τους
για εκείνον
που χθες ήταν ακόμη ζωντανός
και τώρα πια
ταξιδευτής του αγνώστου
Θυμάμαι την ημέρα της κηδείας
άλλοτε καλοκαίρι
με λιοπύρι
με τα τζιτζίκια του νεκροταφείου
παράφορα να τραγουδούν
αδιάφορα για το δικό μας πένθος
Κι άλλοτε πάλι
μέρες φθινοπώρου
να στρώνονται τα πεθαμένα φύλλα
να ψιχαλίζει πληκτικά
να στάζουν
σταγόνες θλίψης τα κλαδιά των δέντρων

Πολλές φορές
χειμώνας
να φοράμε
βαριά παλτά και μάλλινα πουλόβερ
χιονόνερο να πέφτει
να φυσάει
βαθύς αγέρας σαν απ’ άλλο κόσμο

Κι εγώ
πάντα παρών
εγκάρδιος φίλος
συνάδελφος
συνάνθρωπος
συμπάσχων
εθελοντής ληξίαρχος από μνήμης

Και τώρα
πάλι εδώ λοιπόν
εκείνοι
ανάμεσά μας
Να περπατούν αμέριμνοι στους δρόμους
να προσποιούνται τους απλούς διαβάτες
τους περιπατητές δημόσιων κήπων
τους επισκέπτες αξιοθεάτων.
Να συναντιούνται κάποτε μαζί μας
να μας κοιτούν
να μας χαμογελάνε
να χαιρετούν κουνώντας το κεφάλι

Ω… σταματήστε αυτή την κωμωδία
Δεν είστε εδώ δεν είστε ανάμεσά μας
Είστε από χρόνια τώρα πεθαμένοι
καταχωμένοι μες στη μαύρη γη
κρανία λευκά κι οστά γεγυμνωμένα

Μην προσποιείσθε συνεπώς και μη
θαρρείτε πως λησμόνησα πως ίσως
έχασα κάπου τον λογαριασμό
πως δεν τηρώ με προσοχή το αρχείο

Προπάντων
αφήστε τους αστεϊσμούς
τους αφελείς υπαινιγμούς

πως ίσως είμαι κάποιος από σας

πως μου διαφεύγει τάχα
μια κηδεία

Η ΣΠΑΘΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ

(Θρύλος)

Όταν οι Τούρκοι μπήκανε στην Πόλη
–την άγια μήτρα της Χριστιανοσύνης–
και τα ιερά και όσια βεβηλώναν
σφάζοντας κι ατιμάζοντας
κι ενώ
τριακόσια τόσα σήμαντρα σημαίναν
θρηνώντας την καταστροφή
και δάκρυζαν της Παναγιάς τα μάτια
–μιας κι ήταν θέλημα Θεού
η Πόλη να τουρκέψει–
λένε πως ένα τόσο δα αγγελούδι
πέταξε στο πεδίο των μαχών
κι άρπαξε του Αυτοκράτορα τη σπάθα
Άοπλος βρέθηκε λοιπόν ο Κωνσταντίνος
ανάμεσα στα στίφη των απίστων
και τότε είναι που φώναξε με τη βαριά φωνή του
«δε βρίσκεται ένας χριστιανός
να πάρει την ψυχή μου;»
και τα λοιπά και τα λοιπά
Μα η σπάθα;
Πού να την πήγε και γιατί το νιόκοπο αγγελούδι;
Κανείς ποτέ δεν πήρε την απόκριση
Ψίθυροι μόνον κυκλοφόρησαν στη χώρα
φήμες ανεξακρίβωτες πως τάχα
χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα
μια ομάδα αγίων το σπαθί μετέφερε κι απίθωσε
πάνω στο σώμα του σεπτού Αυτοκράτορα
–το άλιωτο σώμα, το εύοσμο, το τρισευλογημένο–
για να το βρει σα θα ξυπνήσει ο Ρήγας
και πως μ’ αυτό
πιο κοφτερό και λαμπερό από πρώτα
θα βγει στις πόρτες και στις εμπατές
το νικηφόρο αγώνα να τελέψει.
Και λένε ακόμα οι φήμες πως
πρωτύτερα
τούτη τη σπάθα την αυτοκρατορική
που από ’να σ’ άλλον βασιλιά πηγαίνει
σε μια προσευχητήρια τελετή
πλήρη δακρύων και θαυματουργίας
στις καθαρτήριες φλόγες τη βυθίσαν
για να καούν του γένους τ’ ανομήματα
και να σβηστούνε τ’ ανεξίτηλα ίχνη
–τόσων αιώνων αμαρτίες και πάθη
που θόλωσαν το βλέμμα τού Θεού
κι άνοιξε την Κερκόπορτα στα στίφη–

Όσο για μας που έχομε ζήσει
σ’ όλους τους ύστερους καιρούς
–απ’ την ημέρα τού χαμού
ως της ανάστασης τη ζείδωρη ώρα–
μοιραία σωρεύοντας καινούργιες αμαρτίες
λένε
πως δεν υπήρξαμε ποτέ
παρά μονάχα σαν σκιές ονείρων
–ονείρων εφιαλτικών–
μέσα στον ύπνο τον τεταραγμένο
του σεβαστού μας Αυτοκράτορα
και πως
θα διαλυθούμε παρευθύς
μόλις εκείνος εγερθεί και οδεύσε

ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Έστω και μετά θάνατον
έγινες πια κι εσύ ο «αγαπημένος»
Έστω και μετά θάνατον
αξιώθηκες κι εσύ τον «θαυμασμό» μας
– αναποτρέπτως «έγκλειστον»
σε λιγοστές σελίδες
αλλά
«δεδηλωμένον» επιτέλους.
Μπορεί η ψυχή σου συνεχώς να νιώθει
δικαιωμένη και να συνεχίζει
ήρεμη τον μεταθανάτιο βίο
Έστω και «ολιγοσέλιδος»
ικανοποιημένος πρέπει να ’σαι
Αφού γνωρίζεις ασφαλώς
πόσο ακριβά κοστολογείται η φήμη
και πως εσύ δεν είχες χορηγούς
εθελοντές χρηματοδότες
λάτρεις τής τέχνης ανιδιοτελείς
και ποιος λοιπόν για σένα να φροντίσει
ποιος και γιατί να σε νοιαστεί
έτσι που ζούσες αφανής
σκιώδης
με τον καφέ και την εφημερίδα
αθέατος στις απόμερες γωνιές
άδειων κατά κανόνα καφενείων
Τόσα μπορούσαμε για σένα τόσα πράξαμε
Μη μας κρατάς λοιπόν κακία Συχνά
η ανάγκη δυστυχώς μας καθορίζει
Μας παρασύρουν οι κακοί καιροί
Σύμβουλοι και συνθήκες μάς εκτρέπουν
Άνθρωποι γαρ –
μα εσύ μην αμφιβάλλεις
Με θλίψη φίλε σ’ αποχαιρετούμε
Με θλίψη και παραδοχή
και γεύση ματαιότητας στα χείλη
Καλό ταξίδι στο Υπερούσιο Φως
– εκεί που σβήνουν όσα
τώρα
λάμπουν

ΑΦΗΓΗΜΑ

Τις νύχτες του καλοκαιριού
–με ή χωρίς φεγγάρι αδιάφορο–
κάτω απ’ το κεντρικό καμπαναριό
κάθεται πάντα σ’ ένα σκαλοπάτι
ακίνητος και σιωπηλός
μέχρι να φέξει.
Χρόνια και χρόνια κάθε νύχτα εκεί
την ώρα που όλοι οι χωριανοί κοιμούνται
Με τα χέρια ριγμένα στους μηρούς
και το βλέμμα απλανές – έξω απ’ τον χρόνο.
Αμίλητος κι ανέκφραστος
σαν άγαλμα
που δεν του φύσηξε πνοή ζωής ο γλύπτης
Χαράματα σηκώνεται απ’ τη θέση του
και φεύγει αργά κι αθόρυβα – σαν ίσκιος.
«Ζει στο δικό του κόσμο» λένε οι φίλοι
«Άκακος όμως, ήσυχος πολύ
Έξω από τους ρυθμούς των επιγείων»
Μια νύχτα τόλμησα να πάω κοντά του
Λέξη δεν είπε στον χαιρετισμό μου
Ό,τι κι αν τον ρωτούσα αυτός σιωπούσε

Κύλησαν ώρες Πήρε να χαράζει
Μέχρι που τόλμησα ξανά «Τι ψάχνεις;»
«Στήνω το αυτί μήπως ακούσω» μου ’πε
Και βιαστικά συμπλήρωσε «Μα ως τώρα
τίποτα δυστυχώς… σιγή θανάτου…
Μονάχα μια αξεδιάλυτη βοή
σα να κυλούν νερά σε υπόγεια τάφρο»
«Γιατί επιμένεις;» ρώτησα και πάλι
«Έχω καθήκον» μου αποκρίθη. «Χρέος
που με βαραίνει από γεννησιμιού μου
Να στήνω αυτί
Να στήνω αυτί
Κι ας μην ακούω…»

ΑΝΤΩΝΙΟΣ 

Απολείπειν…

Ωραία λοιπόν μας τα πες Κωνσταντίνε…
Μες στο βαθύ μας πόνο να σταθούμε
περήφανοι καθώς ταιριάζει σ’ άνδρες
πού ή Μοίρα δεν μπορεί νά καταβάλει.
Κι όπως θα ηχούν ψηλά οι αθέατες άρπες
«τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου»
δίχως κλαυθμούς και μάταιες ικεσίες
την πόλη αύτη πού τόσον αγαπήσαμε
την πόλη αυτή πού όλη ή ζωή μας
ήταν όχι ασυγκίνητοι μα πάντως «ευπρεπείς»
για πάντα ν’ αποχωριστούμε.

Σάμπως ποτέ για μάς να μην υπήρξε.

Όμως υπήρξε Κωσταντίνε Υπήρξε
Με τα βαθιά της πάρκα τις μεγάλες
λαμπρές λεωφόρους με τα ωραία λουτρά της
τούς αρωματισμένους της κοιτώνες
τα μαλακά σα χάδι ανάκλιντρα της
– μάρτυρες τόσων στεναγμών αγάπης…
Κι έξαλλου δεν γεννιόμαστε ήρωες όλοι
Λίγοι έχουν σφραγισθεί μ’ αυτή τη βούλα
Οι άλλοι εμείς οι απείρως περισσότεροι
άνθρωποι απλοί του καθ’ ημέραν βίου
μεγαλωμένοι με το φόβο και τη στέρηση
και την ανίατη νοσταλγία για κάτι
πού ωστόσο δεν γνωρίσαμε ποτ
πώς να σταθούμε αράγιστοι μπροστά
στο φοβερό ναυάγιο των ονείρων;
Πώς να μη μάς προδώσουν οι οφθαλμοί;
Να μη σαλέψει μέσα μας ό κόσμος;

Ο ΑΧΙΝΟΣ

Την ποίηση αν δεν υποχωρεί
μπορείς να τη βιάσεις
δεν είναι δα πρωτόβγαλτη παρθένα
έχει ασκηθεί στην πονηριά και την υποκρισία.
Χρόνια και χρόνια σού ορκιζόταν
αιώνια πίστη κι αφοσίωση
καταβροχθίζοντας κομμάτια απ’ τη ζωή σου
για μια παραίσθηση για μια παραφορά
που τελικά κατέληγε στο κλάμα.
Και τώρα
τάχα δε σ’ αναγνωρίζει
Σε προσπερνά γυρνώντας το κεφάλι
με αμούστακα αγοράκια χαριεντίζεται
ανύποπτες παιδούλες ξεμυαλίζει
Ου να χαθεί… δε θα της κάνω το χατίρι
δε θα την πιάσω απ’ τα μαλλιά
το αραχνοΰφαντό της δε θα σκίσω
Ξέρω τι ψέμα κρύβεται από κάτω
τι ματαιότης εγκοσμίων σαρκάζει
ποια τρύπα καιροφυλακτεί
—ένδοξους κι άδοξους μεγάλους και μικρούς—
σαν μαύρος αχινός
να μας ρουφήξει

Β’ Ίχνη στη σκόνη

ΕΜΦΑΝΕΙΑ

Εσύ
πάντοτε ανέγγιχτη απ’ το χρόνο
να με κοιτάς με το βαθύ σον βλέμμα
πίσω από ανταύγειες και κατοπτρισμούς
και ομίχλες βυθισμένων παρελθόντων

Και να –
προβάλλεις άξαφνα καθώς
πρώιμος άνθος σε παγωμένο κήπο

Φωτίζονται οι στιγμές
λαμπρές νησίδες
στον ωκεανό της απεραντοσύνης
λίγο προτού χαθούν
ξανά στο μαύρο

Όνειρο τάχα; Ελπίδα ; Ή μόνο μια
παροδική παραίσθηση
μια λάμψη
μια ταπεινή μεταγραφή σε οικείες εικόνες

τού σκοτεινού μυστήριου πού μας κλώθει

Η ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ

Όμως
ποια να ‘σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
με τόση λάμψη τόση μουσική
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ’ αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ’ αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ’ αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί στο βλέμμα μου η μορφή σου;
Ποιόν ουρανό; Ποια μακρινή πατρίδα;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
—σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο—
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιές
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω

Η ΤΡΙΤΗ ΦΑΣΗ

Στην πρώτη φάση ανύποπτοι προσέρχονται
Απολαμβάνουν τη ζωή
τη μουσική τον έρωτα τη φύση
Αυτή την άπεφθη ηδονή του υπάρχειν

Στη δεύτερη όμως φάση κάτι αλλάζει
Θαμπώνουν κάπως γύρω τους οι εικόνες
Γεύση φθοράς στα χείλη τους πικρίζει
Ένα περίεργο ρίγος τούς διατρέχει
σαν κάτι να τους απειλεί
Νιώθουν λιγότερο οικείο τον κόσμο

Τέλος στην τρίτη φάση επισυμβαίνει
το μαγικό αναπότρεπτο. Αναβλύζει
μια μουσική απ’ τα βάθη της ψυχής τους
Νιώθουν να χάνουν το υλικό τους βάρος
Η σκέψη τους αδειάζει η βούλησή τους
ακινητεί σαν παγωμένη λίμνη
Τούς έλκει το απροσδιόριστο
Τούς προσκαλεί το « πέραν πάσης μνήμης »
Ακολουθούν μια μυστική βοή
Και κατεβαίνουν σιωπηλοί τη σκάλα

ΔΟΥΛΤΣΙΝΕΑ

Έρχομαι από τα βάθη των καιρών
απ’ τους βυθούς ενός χαμένου κόσμου
ματαιωμένος εξερευνητής
ιππότης νικητής
ανεμομύλων

Έρχομαι
σέρνοντας τα πολύχρωμα κουρέλια μου
φορώντας
τα επινικελωμένα μου παράσημα
και πάνω στο κεφάλι μου
—κορόνα
και δόξα των ονείρων της ζωής μου—
την άχρηστη λεκάνη του μπαρμπέρη

Έρχομαι τσακισμένος οδοιπόρος
γονυπετής μπροστά στο θαύμα της αγάπης σου
φώτισε με το βλέμμα σου τα σκοτεινά τοπία μου
ρίξε τα χέρια σου γεφύρια στο αχανές μου
βοήθησέ με πάλι να υψωθώ
μέσ’ απ’ τη δίψα των ψυχών
και το πανάρχαιο ρίγος των σωμάτων

ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΩΝ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΩΝ

…Μ αυτές τις λίγες λέξεις που απομένουν
μ αυτές τις λίγες φλόγες που επιμένουν

χτίζω το ταπεινό μου εντάφιο σπίτι

*

…Του ανέλπιστου τυφλός κιθαρωδός

Του ανύπαρκτου πλανόδιος τροβαδούρος

*

…Ένας απλός διαβάτης των ωρών
Ένας τυφλός και μάταιος ιχνηλάτης
Των υπογείων βλαστήσεων κηπουρός
Των άστρων ταπεινός
κανδηλανάφτης

*

… Ζω τή μαγεία των υπόγειων χώρων
Αντλώ σοφία στη μήτρα των πηγών
Ιερουργός του μυστηρίου των λουλουδιών
Και της εκπυρσοκρότησης των σπόρων…

*

..Έγκλειστοι σε μιαν ύπαρξη δοτή
Ακούσιοι ποντοπόροι της αβύσσου

*

… Χάνοντας πάντα στις στροφές
ό,τι κερδίζαμε με ζήλο στις ευθείες

*

Ο ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Μνήμη ποιητή
Διομήδη Βλάχου

Ό,τι πλησιάζει
απομακρύνεται συγχρόνως
κι αυτό που μένει τελικά
μοιάζει με πάχνη που θολώνει τη ματιά
με γεύση πικραμύγδαλου στα χείλη

Χάνονται στο απροσπέλαστο οι μορφές
Τέφρας σωροί στη θέση των πραγμάτων

Πώς ξάφνου καταρρέουν τα περιγράμματα
και χύνονται στην άβυσσο οι ουσίες ;
Πώς αναστρέφεται ό καιρός
και προς το παρελθόν γυρνάει το μέλλον;

Κλείνουν οι κύκλοι
Κλείνουν οι εποχές
Φυσούν από τί βάθη πεπρωμένα

*

Καιρός των απολογισμών
των σιωπηλών διαλογισμών
των επιτάφιων επισκεπτηρίων

Κλεισμένος στο κελί της ύπαρξης σου
το αληθινό σου πρόσωπο ανασύρεις
αυτό πού δεν το δείχνουν οι καθρέφτες

Με καταχνιά μετράς το παρελθόν
και με μια λάμπα ομίχλης ανιχνεύεις
το μέσα σον και γύρω σον κενό
που οι σύντροφοι σου μέλλον ονομάζουν

Σε περιβάλλουν σκύβαλα ημερών

Και ειρωνικά χαμόγελα αγαλμάτων

Το ακροτελεύτιο

Η ΜΟΛΙΣ ΜΟΥΣΙΚΗ

Μην απορείς που δυνασχετώ
ν’ ακολουθώ τα βήματά σου Μνήμη
Γνωρίζω την αλήθεια τι ωφελεί
αδιάκοπα σ’ αυτήν να μ’ επιστρέφεις;
Για ποιο σκοπό ο χορός των ερειπίων;
Η επαναβίωση τόσων χωρισμών;
Η εκταφή του ενταφιασμένου χρόνου;

Σώπασε… σώπασε… η ψυχή κοιμάται
Μην την ξυπνάς… κουράστηκε να ελπίζει
Κουλουριασμένη μέσα στον εαυτό της
έχει αφεθεί στη μόλις μουσική

που η αίσθηση του μάταιου αναδίδει

ΘΙΑΣΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΕΔΡΑ (2006)

[Γιατί ποτέ δεν θέλησε κανείς]

Γιατί ποτέ δεν θέλησε κανείς
να γίνει αυτό που πάντα επιζητούσα –τόσων περιπλανήσεων ο σκοπός, τόσων σκληρών προσπαθειών ο στόχος– δεν τόλμησα ποτέ μου να χτυπήσω μιας κάποιας θύρας άγνωστης το ρόπτρο, μ’ όλο που ξέρω πως με περιμένουν –σε μια ασαφή καμπή του μέλλοντός μου– μυστηριώδεις αγγελιοφόροι, κάτι σπουδαίο πολύ να μου αναγγείλουν. Κι έτσι βαδίζω σιωπηλός και μόνος, άτολμος αναζητητής, ψάχνοντας μέρα-νύχτα το απροσδόκητο, περιφερόμενος –ασκόπως λένε– στα στενορύμια των συνοικιών ή στις πλατιές ασφάλτους των λεωφόρων. Μέχρι που κάποτε, αποκαρδιωμένος, απαυδημένος από τόση πίκρα, χωρίς κουράγιο πια, χωρίς ελπίδα, να προκαλέσω θέλησα τη μοίρα δίνοντας ένα τέλος στο παιχνίδι. Κι ενός τυχαίου σπιτιού την πόρτα χτύπησα. Ποιον όμως να ζητήσω; αναρωτιόμουν. Μα το κορίτσι που άνοιξε, ποιος είμαι ή τι γυρεύω δεν με ρώτησε. Με βλέμμα συμπονετικό με κοίταξε κι ως να ’ξερε το δράμα της ζωής μου, μ’ ένα σεμνό κι ευγενικό χαμόγελο, προτού προλάβω να μιλήσω, μου ’πε:
– Δεν είναι εδώ.

Σας περιμένουν όμως.

[Την έβλεπα σαν σ’ όνειρο]

Την έβλεπα σαν σ’ όνειρο
ν’ ατμίζεται με λάμψεις
εκτυφλωτικές, κοιτώντας με με στοργικό χαμόγελο κι ένιωσα να με παίρνει το παράπονο. Κι όχι μονάχα για το χωρισμό, που έτσι κι αλλιώς τον είχε προαναγγείλει,
μα πιο πολύ γιατί αφανέρωτο άφηνε
–μέσα σε τόση πίκρα, τόση ερήμωση–
το μυστικό της φωτεινότητάς της.

Η ΔΙΚΗ

Αίθουσα παγερή,
σκοτεινιασμένη. Γύρω μου βλοσυρές φυσιογνωμίες. Ριγμένος στο σκαμνί μου περιμένω. Έδρανα δικαστών αντίκρυ απ’ όπου κέρινα πρόσωπα το χώρο κατοπτεύουν. Στο κάδρο ένας περίλυπος Ιησούς που με κοιτά με βλέμμα λυπημένο. Κάποιοι –δεν ξέρω ποιοι– θα με δικάσουν. Πίσω μου νιώθω το λαό –τον όχλο– με την κραυγή στα δόντια σταυρωθήτω. Άγνωστοι μάρτυρες εκθέτουν τα συμβάντα, μα ωστόσο εγώ δεν εννοώ τι λένε, γιατί μιλούν μιαν άγνωστή μου γλώσσα. Στο τέλος βγάζουν άναρθρες κραυγές, με δαχτυλοδειχτούν εξαγριωμένοι. Ενώ το ακροατήριο φρικιά κι έξω ο λαός ανάβει την οργή του. Και μόνο οι δικαστές μαρμαρωμένοι, σαν προτομές ηρωικών προγόνων. Μέχρι που ακούγεται η βαριά φωνή, θαρρείς από ένα αθέατο υπερώον, ένοχος… ένοχος… κι ευθύς ξεσπούν καμπάνες γιορταστικές στη νυχτωμένη πόλη. Αλαλαγμοί και φωταψίες στους δρόμους ένοχος… ένοχος… αντιφωνούν τα πλήθη.
Στην αίθουσα όμως παγερή σιωπή.
Σε στάση προσοχής προσμένουν όλοι την έσχατη κορύφωση του δράματος. Την κάθαρση. Τον έλεο και το φόβο. Με βήμα αργό και τελετουργικό, δυο που φορούν κουκούλες με πλησιάζουν.
Μα εγώ είμαι τώρα πια πολύ μακριά. Πολύ βαθιά μες στο γαλάζιο μέλλον. Σε μια πλαγιά με κόκκινες μηλιές κι αστραφτερές σαν ήλιους ορτανσίες.
Ακούγοντας και πάλι εκστατικός

το νοερό μου κουαρτέτο εγχόρδων.

[Σαν ν’ αναδύθηκε απ’ τα χαμομήλια]

Σαν ν’ αναδύθηκε απ’ τα χαμομήλια
κορίτσι δώδεκα χρόνων
λευκοντυμένο. Κρατάει ένα ματσάκι μαργαρίτες και τρέχει γελαστό να μου το δώσει.
– Είσαι ο πατέρας μου, μου λέει. Στον άλλο. Τον μακρινό κι ευλογημένο κόσμο. Όπου τα αστέρια ξέρουν να μιλούν. Κι οι ταπεινές μολόχες να χορεύουν.
Χρόνια σε περιμένω πέρα εκεί.
Χαίρομαι που μαθαίνω πως πλησιάζεις.

[Ακούω βαθιά μέσα στη νύχτα μουσική.]

Ακούω βαθιά μέσα στη νύχτα μουσική.
Λες και μια μπάντα κάτω παιανίζει. Κάτω; Πού κάτω; Αυλή δεν έχει αυτό το σπίτι. Βράχια τριγύρω το στηρίζουν μυτερά και κύματα του γλείφουν τα θεμέλια. Κι έπειτα εδώ, στη μαύρην ερημιά, νυχτιάτικα ν’ ακούγεται μια μπάντα! Σηκώνομαι και τρέχω στο παράθυρο. Μέσα στη θάλασσα ένα πάλκο ολόφωτο. Και κάτω η μπάντα με τις κόκκινες στολές και τις χρυσές της περικεφαλαίες. Άριες γνωστές του παρελθόντος παίζοντας. Ενώ ταυτόχρονα στου ορίζοντα το φόντο –σαν μέσα σε γιγάντια οθόνη– προβάλλονται παράξενες εικόνες. Πρωτόγνωρες για με – μα ωστόσο οικείες. Κι εγώ, στη μουσική γλυκά δοσμένος –σα να ’χει γκρεμιστεί του χρόνου ο τοίχος– κοιτώ και βλέπω πίσω από τη μνήμη:

Τον οδοιπόρο με αδειανό φλασκί σε πυρωμένη στέπα να βαδίζει. Το λήσταρχο που κάνει το σταυρό του μπροστά σ’ ένα πουγγί κι ένα μαχαίρι. Τον ασκητή στην άκρη του γκρεμού κρατώντας θυμιατό και πυροφάνι. Το αγόρι που ξυπόλητο γυρνά και ψάχνει –ποιον;– σε νυχτωμένο δάσος. Τον γέροντα που μόνος ξεψυχά σε βρόμικη καλύβα και που ακούει την ίδια πάλι παιδική φωνή να τον καλεί στα βυθισμένα χρόνια. Σπίτια που φλόγες άγριες τα τυλίγουν όπως τα φίδια τον Λαοκόοντα και τους γιους του. Λάκκο νωπό κι ολάνοιχτο που μέσα μικρό κορίτσι παίζει με τις κούκλες του. Κι άξαφνα, το αναπάντεχο μπροστά μου. Σ’ ένα λουλουδιασμένο περιβόλι, το ίδιο αυτό κορίτσι τραγουδά – γυρνά, με βλέπει, μου χαμογελά, μου δείχνει στον ορίζοντα ένα κάστρο. Μια μοχθηρή ζητιάνα στη γωνιά στρέφει στο πρόσωπό μου έναν καθρέφτη. Διαβαίνει μια κηδεία κι ο νεκρός χαμογελά – σαν κάτι να μας κρύβει. Χιονίζει κι ένας λύκος πληγωμένος στενάζοντας φωνάζει τ’ όνομά μου. Κάποιος σημαίνει σε καμπαναριό που ορθό πάνω στα κύματα επιπλέει…

Τι φωτεινή παράκρουση η ζωή!

Τι εξέδρα φαντασμάτων ο πλανήτης!

[Κι άξαφνα η μπάντα σταματά]

Κι άξαφνα η μπάντα σταματά,
οι εικόνες σβήνουν. Με
παφλασμούς κι αφρούς, σα βαθυσκάφος, το πάλκο καταδύεται στον βυθό του.
Κι οι μουσικοί
σε στάση προσοχής
βυθίζονται κι αυτοί στο υγρό σκοτάδι.

Κανένα φως, κανένας ήχος πια.

Τίποτα και ποτέ δεν έχει υπάρξει.

[Επίλογος]

Επίλογος

Άνοιξε η θύρα ξαφνικά και πρόβαλε. Ένας γιατρός φορώντας άσπρη μπλούζα. Χαμογελούσε φιλικά σαν να με γνώριζε. Κοιτάζω γύρω. Το δωμάτιό μου. Τα κάδρα, το γραφείο, τα βιβλία μου.
«Ποιος είστε και πώς ήρθατε;» ρωτάω. «Από τη σκάλα του ύπνου» μου απαντά. «Χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα. Θυμάστε; Με τα κόκκινα πουλιά και τις μεγάλες μύγες στο φεγγάρι.» Και πρόσθεσε καθησυχαστικά. «Χαμογελάστε, δεν υπάρχει λόγος. Έχομε πλέον ανελκυστεί στο φως.
Και προχωρούμε ολοταχώς.
Στο θαύμα».

ΜΟΥ ΓΝΕΦΟΥΝ (2000)

ΕΞΑΡΧΕΙΑ

Κοιτώ μέσα στα μάτια σου βροχές
Διακρίνω φώτα και σκιές να τρέχουν
Υπνοβατώ χωρίς να με προσέχουν
Καθώς κυλούν στα βάραθρα εποχές

Δεν έμαθε κανείς για τον νεκρό
Βρέθηκαν ίχνη κήπου στ’ όνειρό του
Πυρομανείς διασχίζουν τη Διδότου
Τα παραμύθια γέμισαν νερό

Χάνομαι σ’ ένα βάθος προσμονής
Κρύβομαι σ’ ένα σώμα δανεισμένο
Φέγγει μπροστά μου βλέμμα δακρυσμένο
Μα πίσω από το δάκρυ του κανείς

Η πόλη; Σαν σταθμός του Ηλεκτρικού
Μισόφωτη – με μάτια νυσταγμένα
Σ’ αναζητώ σε βήματα σβησμένα
Στα σχήματα ενός άλλου σκηνικού

Ο χρόνος; Κάτι σαν υποτροπή
Σαν μια παλιά θαμπή φωτογραφία
Γράμματα χαραγμένα στα θρανία
Λόγια που τα σταμάτησε η σιωπή

Κι ο ποιητής; Σ’ ένα τοπίο γυμνό
Μεταμφιεσμένος σε κρανιοσκόπο
Πάλι ξυπνώ σ’ αυτόν τον ξένο τόπο
Ψάχνοντας δρόμο σπίτι κι ουρανό

ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών..
Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ, «Ο περιπατητής της παραλίας»

Και βέβαια κάποτε συμπράττεις
Κάποτε ακούσια προσχωρείς
Ο χρόνος τήκεται νωρίς
Κι όλο σού γνέφει ο σχοινοβάτης

Κοιτάς σημάδια του προσώπου
Ζεις σε μιαν άγνωστη εποχή
Το τέλος είναι στην αρχή
Το σύμπαν στο κλουβί του ανθρώπου

Πόλη θαμπή και κουρασμένη
Μνήμη που γλείφει σαν σκυλί
Κανείς δεν ξέρει ποιο σκαλί
Το μάταιο βήμα κατεβαίνει

Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει
Ποιος στη σκιά καραδοκεί
Ποιος στο κορμί σου κατοικεί
Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη

Στο μεταξύ πετούν μπαλόνια
Γέμισε ο τόπος κομφετί
Γίνεται ο θάνατος γιορτή
Πωλούνται φέρετρα και χρόνια

Κάποιος ανοίγει την παρτίδα
Κάποιος ορίζει την τιμή
Σε παρασύρουν οι αριθμοί
Στη φοβερή τους πλημμυρίδα

Χάνεσαι μέσα στη χοάνη
Σε προσμετρούν στο ποσοστό

(Το πτώμα βρέθηκε ζεστό
Κι άγγιξε ο κρόταφος την κάννη)

ΤΑΡΑΤΑΤΑΜ ή ΤΟ ΞΟΡΚΙ

(Ξόρκι κατά της αϋπνίας. Απαγγέλλεται νοερά σε ρυθμό εμβατηρίου.
Επαναλαμβάνεται συνεχώς μέχρι τελικού αποτελέσματος.)

Χρόνια τώρα στο σκοτάδι περιμένω
Και τα μάτια μου γεμίσανε νερό
Περιμένω τον θεράποντα γιατρό
Τον κλειδούχο που τον ρούφηξε το τρένο

Περιμένω τον ασώματο ιερέα
Τον κουτσό μεταφορέα υαλικών
Τον τραυλό καθηγητή των αγγλικών
Το παιδί με το λιοντάρι στη Νεμέα

Το βαρκάρη που ’χει χάσει τ’ όνομά του
Τη μικρή παραδουλεύτρα Πασχαλιά
Τη Λουντμίλα με τα κίτρινα μαλλιά
Τον πλανόδιο βιολιστή με τα φτερά του

Τον καμπούρη δικαστή με την περούκα
Το χειρούργο με το μαύρο φυλαχτό
Την Οντίν που πια δε βγήκε απ’ το κρυφτό
Το κορίτσι που θρηνεί στην Μπάνια Λούκα

Περιμένω το φαντάρο που κρυώνει
Τη γυναίκα που κοιμάται μοναχή
Την τροτέζα που την έλιωσε η βροχή
Το ζητιάνο που τον σκέπασε το χιόνι

Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη
Περιμένω τον κουλό θεραπευτή
Περιμένω τον φιλάνθρωπο ληστή
και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη

Περιμένω την κυρτή πεντικιουρίστα
Τη γριά που θα μου ανάψει το κερί
Τη μητέρα που μου μίλησε νεκρή
Τη Μυρτώ που εξαϋλώθηκε στην πίστα

Περιμένω τον επίγειο ταξιδιώτη
Τον προφήτη που ’χει χάσει το κλειδί
Περιμένω το μονόδοντο παιδί
και το δάσκαλο που ξέμεινε στην πρώτη

Περιμένω το μουγκό θαλαμηπόλο
Περιμένω τον κουφό μπαλωματή
Τον νεκρό στους πάγους εξερευνητή
που επιστρέφει μ’ άλλο σώμα από τον Πόλο

Περιμένω το χαμένο χρυσοθήρα
Περιμένω τον πνιγμένο θερμαστή
Περιμένω τον ανύποπτο εραστή
Περιμένω τον πολύπαθο μνηστήρα

Περιμένω την αθέατη χορωδία
Περιμένω σκοτεινούς εξορκιστές
Περιμένω θυσιαστήριες τελετές
και το πτώμα που ’χει αργήσει στην κηδεία

Περιμένω το Βαρδή και τον Αντώνη
Τη Μαρίνα την Αλκμήνη την Αυγή
Τον Ερμόλαο που αναδύθηκε απ’ τη γη
Τον Νικήτα που βυθίστηκε στη σκόνη

Περιμένω να ’ρθει κάποιος να με σώσει
να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό
για ν’ αντέξω τον αντίπαλο ουρανό
και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει

Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
κ. ο. κ.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΘΩΟΣ

Ο ποιητής υποφέρει Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει

Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει −απ’ αλλού− το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι

ΝΕΚΡΟΜΑΝΤΕΙΑ

Το σώμα σου είναι από κερί
τα μάτια σου σβηστά καντήλια
φοράς στεφάνι από ασφοδίλια
κι είσαι ανεξήγητα νεκρή

Σ’ αναζητώ στις προσευχές
στα πρόσωπα τα ραγισμένα
Τη νύχτα κάρφωναν κι εμένα
δυο μασκοφόρες μοναχές

Σε σκοτεινές καταπακτές
μάτια πνιγμένων βλεφαρίζουν
ανάπηροι άγγελοι ποτίζουν
περιδεείς προσκυνητές

Κι εγώ σαν να ’χω προδοθεί
γυμνός σε πέτρινο κρεβάτι
και με φωτίζει το άδειο μάτι
που από παιδί με ακολουθεί

NOTTURNO

Κάποιος έχει φύγει από το σπίτι
Κάποιος άλλος περπατάει στο δώμα
Νύχτα και δεν φάνηκεν ακόμα
το παιδί που μπαίνει απ’ το φεγγίτη

Εμπνοές σαλεύουν τις κουρτίνες
Όνειρα κι αράχνες με μουδιάζουν
Τα φεγγάρια ασίγαστα κοάζουν
Γέμισε το δέρμα μου λειχήνες

Ίσκιοι του ανυπόστατου επιστρέφουν
Κύλησαν νομίσματα στο χώμα
Νούφαρα σου σκέπασαν το σώμα
Δυο τρελοί απ’ το ξέφωτο μου γνέφουν

Σαν να ψάχνω κάποιο μονοπάτι
Σαν ν’ αναγνωρίζω τα σημάδια
Προχωρώ στ’ αδιάλυτα σκοτάδια
μ’ ανοιχτό το μέσα μόνο μάτι

ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ (1995)

Νύχτωνε
κι ήμουν τόσο μοναχός

που νόμιζα πως ο Θεός
πλησιάζει

*

Ακοίμητος στα στήθη μου
καημός

ο καταποντισμός
του παραδείσου

*

Στη μοναξιά των λέξεων
κατοικώ

στην έρημο των στίχων
ασκητεύω

*

Πόσα ναυάγια μέσα μου χωρούν;

Πόσους νεκρούς η ανάσα μου
λικνίζει;

*

Ο θάνατος
ο πιο
πυκνός
καπνός

ο θάνατος
ο κλίβανος των μύθων

*

Γιατί λευκοφορούν οι κερασιές

και φόρεσε ο νεκρός
τα γιορτινά του;

*

Άνοιξη
και τα χώματα σκιρτούν

άνοιξη και τα σώματα
θυμούνται

*

Χρόνος
καθώς η λάμψη τού φτερού

Τόπος
καθώς η πάχνη της πρωίας

*

Κι εσύ καρδιά μου που
παραληρείς

συνεπαρμένη από βοή
και μοίρα

*

Ω μνήμη
σπίτι που
με κατοικεί

μητέρα
που το στήθος μου θηλάζει

*

Κι αν τα κρυμμένα μάς
φανερωθούν

πόσοι θ’ αντέξουν τόση
φωταψία;

*

Τώρα κι εσύ
στα δόντια τού καιρού

στην ερημιά τού παγερού
καθρέφτη

*

Μόνος
μ’ αυτό που πάντα σε απειλεί

με τη σιωπή
της αιωνιότητας του

*

Μες στο μυστήριο του
τυφλού
θεού

στην παγωνιά
της παντοκρατορίας

*

Όπως ο λύκος έτσι κι η ψυχή

στην οιμωγή
στην απεραντοσύνη

*

Μιλώ
γι’ αυτόν που αιώνια καρτερεί

μ’ ένα κερί λιωμένο στην παλάμη

*

Μνήμη συνάζω
μνήμη και σιωπή

στυφή τροφή
για τον βαρύ χειμώνα

*

Πάλι χαράζει εντός μου
παρελθόν

πάλι χιονίζει εμπρός μου
πεπρωμένο

*

Τι σκοτεινός ωκεανός
το φως

τι φωτεινό βασίλειο
το σκοτάδι

*

Ψυχή μου
που αναθρώσκεις στο αχανές

Σώμα μου
που το χώμα σου αποδίδεις

*

Με προσκαλούν τα δάση
των ριζών

οι μαγικές πατρίδες
των μετάλλων

*

Μακριά
πέρ’ απ’ τα τείχη τής σιωπής

ακούω ξανά τον σαλπιγκτή
της νιότης

Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ (1989)

ΚΑΙ ΜΗ ΡΩΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΕΙΜΑΙ

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Όσοι προσμένουν σιωπηλοί στους προθαλάμους
πλήττουν θανάσιμα, παλιά περιοδικά
βαριεστημένα ξεφυλλίζουν, μόνο
φωτογραφίες αδιάφοροι κοιτώντας
Άλλοι θυμούνται περιστατικά
ξεθωριασμένα από τον χρόνο κι άλλοι
σκέπτονται πράγματα που μόνο μέσα
στη νοσηρή τους φαντασία συμβαίνουν
Κάποιο τρελαίνονται στο τέλος κι εφορμούν
βγάζουν τα μπουκαλάκια τής βενζίνας
ραντίζουν πολυθρόνες και κουρτίνες
κι όπως αλλόφρονες γιατροί γονυπετούν
και θρηνωδούν σπαραχτικές σειρήνες
αυτοί γυρνούν σε χρόνια μακρινά
θυμούνται το τραγούδι τής μητέρας
το γέλιο της, τα μαύρα της μαλλιά
μικραίνουν πάλι, γίνονται
παιδιά
κρύβονται στην ποδιά
της νοσοκόμας

ΜΑΡΙΑ ή ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Καθώς
εγώ
τη μυγδαλιά τινάζω

πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή
κι εσύ
πώς λάμπεις

μα δεν θυμώνεις
μόνο
με κοιτάζεις
και μου χαμογελάς
φεγγοβολώντας

Κι εγώ
τινάζω με
μανία το δέντρο
και Θε μου σε
φοβάμαι και
μ’ αρέσεις

κι όλο βυθίζεσαι στο φως
και μέσα
στην εκτυφλωτική σου λάμψη
σβήνεις

Κι εγώ
τινάζω κλαίγοντας
– γελώντας
και κλαίγοντας –
το δέντρο
και
ξυπνώ

και πια
δεν είναι φως
δεν είναι δέντρο

μόνο δωμάτιο γκρίζο
βουρκωμένο
και βρέχει
βρέχει
βρέχει
και δεν είσαι

κανείς δεν είναι πια
και με σκεπάζουν
άγρια θολά νερά

νερά
και χρόνια

Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ

Ίσως λοιπόν
πίσω από τόσους χωρισμούς
να βρεις κι εσύ το νόημα της ζωής σου
καρφώνοντας στην όχθη τού αχανούς
βίγλα τού ακατανόητου
τη σιωπή σου

Γιατί κι ο χρόνος γέρων είναι
και κυφός
κι όση σοφία θησαύρισες καπνός και σκόνη
Δε μένει παρά λίγο γκρίζο φως
Κι ο σκοτεινός Ληξίαρχος που ζυγώνει

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Πώς βρέθηκα λοιπόν ανεβασμένος
πάνω σε τούτο το
κωδωνοστάσι;
Νύχτα κι αγέρας σκοτεινός φυσάει
κι όπως βαριά στενάζουν οι καμπάνες
με διαπερνά το ρίγος της αβύσσου

Κατρακυλώ στη σιδερένια σκάλα
Κι αν όμως είν’ η θύρα κλειδωμένη;
Κι αν ίσως δεν μπορώ να ξεκλειδώσω;

Νιώθω νερά στα πόδια μου
κοάζουν
τριγύρω μου βατράχια
με φωτίζει
ξάφνου ο θαμπός φανός του νεωκόρου
που σκύβει από ψηλά και μου φωνάζει

Ανέβα πάλι επάνω, χριστιανέ μου
τι θέλεις τέτοιαν ώρα στο πηγάδι
θα σε τραβήξουν κάτω τα τελώνια

Κι απορημένος κάνει το σταυρό του

Ο ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΛΙΑΣ

Βρίσκω εκκωφαντικά τα γεγονότα
τις διατυπώσεις πληκτικές
το όλον έργο περιττό και χρονοβόρο
Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών
όμως κρατώ τις όποιες αποστάσεις
τεκμήρια της αθωότητός μου
Γι’ αυτό αποφεύγω τους
συνωστισμούς
και προτιμώ τις άδειες παραλίες
φίλος και μνήμων των κυμάτων πάντα
πιστός ακροατής
των οριζόντων
Γι’ αυτό αποφεύγω να
συνομιλώ
και με τον ίδιο ακόμη τον εαυτό μου
Θέλω ν’ ακούω ψιθύρους ουρανών
θέλω ν’ ακούω τριγμούς
πέραν των τάφων

Σβήστε λοιπόν αυτούς τους προβολείς
μη με διαλύετε στους
ορυμαγδούς σας
αφήστε ν’ αφουγκράζομαι γκρεμούς
αφήστε να θωπεύω
τους νεκρούς μου

ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΩΝ

μνήμη Τάσου Κόρφη

Έρχονται οι φίλοι μού
χτυπούν την πόρτα
τι να τους πω θα τους ανοίξω πάλι
κι εξ άλλου χρόνια τώρα πεθαμένοι
κι εξ άλλου
χρόνια τώρα που κρυώνουν
Και το σκυλί – τι άβυσσος αλήθεια –
κουνώντας την ουρά
καλωσορίζει
Προς τι λοιπόν οι μάταιες αντιστάσεις;
Ποιος ορθοτόμος και
δικαιοκρίτης;
Και ποιος εγώ που δήθεν τοπογράφος
οριοθετώ
τον πάνω κόσμο από
τον κάτω κόσμο;
Και ποιος εσύ
που αμίλητος ανοίγεις
παλιά συρτάρια και
βαθιά σεντούκια
ψάχνοντας το χαμένο μυρογυάλι;
Και ποιος αυτός
που αντίκρυ μου στην τάβλα
χύνοντας δάκρυα φλογερά
μια πίνει κόκκινο κρασί και μια
την ερημιά των τάφων τραγουδάει;

ΕΙΝΑΙ ΜΑΚΡΥΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ

Ατέλειωτος ο δρόμος σου

Μια φωτεινή γραμμή
στο μαύρο φόντο
που τη βαδίζω και
μ’ εξουθενώνει

Σα να ’ναι το σκοινί που ’χεις πετάξει
στο σκοτεινό πηγάδι μου Μητέρα
τυλίγομαι μ’ αυτό
και περιμένω
κάποιος απ’ το βυθό
να με ανασύρει

ΒΥΘΟΣ (1985)

Α. Τα δύο πρόσωπα

[ΕΙΜΑΙ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ]

Είμαι
στον τόπο και στο χρόνο

δίχως τον τόπο και το χρόνο
να γνωρίζω

και μάταια στο βυθό μου αναζητώ
το πρώτο φως
τη ρίζα μου
το στίγμα

Σαν ερημίτης σε βαθιά σπηλιά
λαθρεπιβάτης σε
κλεισμένο αμπάρι

θαρρώ πως κάποιος σκάβει
στο πηγάδι

κάποιος απλώνει επάνω
τα πανιά

[ΕΙΣΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Η ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ ΠΡΟΒΟΛΗ]

Είσαι λοιπόν

η εντός μου προβολή
μιας άλλης παρουσίας
ή μήπως
του εαυτού μου αντικατοπτρισμός;

Δικό σου είναι αυτό το ήπιο φως
ή το αντιφέγγισμα είναι
του μέσα μου αινιγματικού
κι ανεξιχνίαστου όντος;

Πού σβήνονται τα σύνορα
της ύπαρξής μου
και πού αρχινούν της ύπαρξής σου οι φλόγες;

Και πώς
στου απελπισμού την ύστατη ώρα
της δόξας σου ανατέλλει ο τέλειος ήλιος
κι όλο το εντός μου βάραθρο
φωτίζει;

Λάμπεις στα ύψη ή στο βυθό;
Πλησιάζεις τάχα ή όλο απομακρύνεσαι;

[ΝΙΩΘΩ ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ]

Νιώθω θρυμματισμένος

ελλιπής

με διαπερνά σαν ρίγος η υποψία
πως κάποτε
πληρέστερος υπήρξα
πλησιέστερος
στο ιδανικό μου αρχέτυπο

Σε ποιους καιρούς λοιπόν έχω φθαρεί;
Σε ποιους καθρέφτες
αλλοιώθηκε η μορφή μου;
Πώς του εαυτού μου το
κακέκτυπο έγινα;

Βυθίζομαι στη μέσα μου σιγή

Ψάχνω να βρω
το πρώτο
πρόσωπό μου
στο μπλάβο φως
που εντός μου ακινητεί

στον σιωπηλό
κι ακύμαντο
βυθό μου

[ΚΙ ΕΣΥ ΣΑ ΝΑ ΜΟΥ ΓΝΕΦΕΙΣ]

Κι εσύ

σα να μου γνέφεις απ’ τα βάθη
πίσω από φώτα μακρινά μιας άλλης πόλης
όταν εγώ
στα δόντια των κυμάτων
παραδαρμένος
ναυαγός
άξαφνα νιώθω μέσα μου
το χάσμα
το απόκρημνο κενό που με τραβάει
κι ο φόβος ο πανάρχαιος
σαν μανδύας
παγωμένος και υγρός
με περιβάλλει
και μάταια ψάχνω για
σωσίβια λέμβο
και ιδού που ανοίγει το
βαθύ
πηγάδι
και πέφτω
στρο
βι
λί
ζομαι
και τότε
νιώθω το αίμα σου στο δίχτυ των φλεβών μου
το πέταγμά σου στις φτερούγες μου
και νιώθω
πως είμαι εσύ που μέσα σου φοβάμαι
πως είσαι εγώ που εντός μου γαληνεύεις
πως χύνεσαι όλη μέσα μου
πως όλος
λαμποκοπώ στη φωτεινότητά σου

[ΠΑΣΧΙΖΩ Ν’ ΑΠΟΤΡΑΒΗΧΤΩ]

Πασχίζω ν’ αποτραβηχτώ

στις πιο μικρές μου ανθρώπινες διαστάσεις
μέσα στο σώμα να
συμπυκνωθώ
σε μια γλυκιά παραδοχή
και μια
γλυκύτερη παραίτηση
να κλείσω
της έγνοιας το βιβλίο
και ν’ αφεθώ
γαλήνιος
στων πραγμάτων τη ροή

λησμονημένος θεατής
σκιών
ατάραχος ακροατής
ψιθύρων
ανέπαφος από τον κραδασμό
της τύρβης ή της μέριμνας το φόρτο
χωρίς την πίκρα της φθοράς ή της ελπίδας
το τρέμισμα

χωρίς ιδιοκτησία

πάρεξ ένα λευκό κλαδί ασφοδέλου
κι ένα χαμόγελο τεφρό
που θα φεγγίζει
στάχυ σιωπής
στο τόξο των χειλιών μου

 Β Το ανάβρυσμα

ΤΟ ΑΝΑΒΡΥΣΜΑ

Είσαι παντού

στο φως
στη μουσική
στη στέρεη γη
στην πάχνη των ονείρων
σ’ ό,τι βαθιά στη σιγαλιά ενδημεί
σ’ ό,τι διαχέεται στη
βοή του κόσμου

στις τροχιές των γλάρων
στις άνθινες πλαγιές που περιμένουν
τον φονικό χορό
των ερωτευμένων

στα σκοτεινά κελιά που θησαυρίζουν
στέρνες δακρύων

στους τάφους τούς χορταριασμένους
που ’χασαν όνομα και μνήμη

στον ζητιάνο που ακόμη
μέσα του ψάχνει
το θείο βρέφος

στον προφήτη που κρούει
τον ουρανό και βρέχει
βρώσιμη ελπίδα

στους γέρους που παράμερα σωπαίνουν
για να μπορούν ν’ ακούν
τα μέσα λόγια

στα παιδιά
που το σώμα τα βαραίνει
και φεύγουν απ’ το σώμα
και πετάνε

Είσαι παντού

στη ρέμβη των πραγμάτων
στου Απριλομάη τη χειμέρια νάρκη
στην έρημο των σιωπηλών βλεμμάτων
στη μάταιη των χεριών
ιχνηλασία

στα σιωπηλά δωμάτια που βραδιάζουν
στους καθρέφτες που πάντα περιμένουν
στων ρολογιών τον αδιατάρακτο ύπνο
στο κρεβάτι με την Μαρμαρωμένη

Είσαι παντού

στον κουρνιαχτό των δρόμων
στον ωκεανό της αφρισμένης πόλης
στων όχλων την κινούμενη άμμο
στους ήχους των τριάκοντα αργυρίων

στο χωρισμό με το λευκό μαντίλι
στην προσμονή με το χλωμό καντήλι
στην αγάπη με το ανοιγμένο τραύμα

στο στεναγμό της κλειδωμένης πόρτας
στον ερχομό που ανοίγει παραθύρια
στο πουλί που ραμφίζει μια ηλιαχτίδα
στο γιορτινό φιλί σαν εύοσμο άνθος

στο βρέφος που γεννιέται και γνωρίζει
και αποζητά το προορισμένο στήθος

στις ρίζες που σαλπίζουν
τον εγερτήριο ύμνο
βαθιά στο χώμα

στη μουσική των ανθισμένων κήπων
στο ξαφνικό παρών του δρυοκολάπτη
στο απέραντο μυστήριο των ιβίσκων

στα νερά που ξυπνούν και τραγουδάνε
και κάτασπρα φοράνε
και χορεύουν

………………..

Είσαι παντού
ορατή κι αποκρυμμένη
γειτονική κι απόμακρη
μητέρα
και θυγατέρα
πέτρα και νερό
χιόνι και υπόγεια βλάστηση
πανέρι
ρούχο απλωμένο στον αγέρα να στεγνώσει
δέντρο γεμάτο ανθούς και σημασία
Κι ωστόσο να σ’ αγγίξω
δεν μπορώ
στα μάτια σου να σκύψω
δεν μου πρέπει
ν’ αφουγκραστώ τον χτύπο της καρδιάς σου
τι μάταιος λόγος

Εσύ
που ανθίζεις μέσα στη σιωπή
με τη σιωπή σου μόνο με πλησιάζεις

Κι εγώ
στη γη των αιχμηρών
κραυγών

το θαύμα της σιωπής σου προαναγγέλλω

Δ. Τα επίμετρα

ΤΑ ΕΠΙΜΕΤΡΑ (II)

Εσύ μακριά
στο ανεπανάληπτο όνειρο

την τελειότητά σου υπαινισσόμενη

*

Στα βάθη του αδυσώπητου κενού
λάμψη κρυφή του υπονοούμενου άστρου

*

Φιλί της αιωνιότητας
ρήξη του χρόνου

*

Αμέριμνα γεωργείς το φως του κόσμου

*

Η ίδια η ομορφιά σε αναγγέλλει
σε υπόσχεται

όπως τα στάχυα υπόσχονται
τον εύοσμο άρτο

*

Ω μυστικέ ουρανέ του μέλλοντός μου

φεγγοβολή απροσδόκητη
προσέλευση άστρων

*

Ανάβεις πολυκάντηλο στο χάος
για να σε βλέπουν μάτια ναυαγών

*

Ω μνήμη ενός κοράλλινου βυθού

στης άσημης ζωής μου το ενυδρείο

*

Ω στίλβη των αστερισμών
μέσα σε νύχτες εύμολπες

*

Πώς απ’ τον θάνατό μου με ανασύρεις;

Πώς όλος είμαι μες στην ομορφιά σου;

Πώς σε κοιτώ κι ενδίδω στη σιωπή σου;

*

Ω αναντίρρητη στη βεβαιότητά σου

Ω μακρινή στη φωτεινή σου εγγύτητα

Ω σιγηλή στο μουσικό σου ανάκρουσμα

*

Μ’ ανακαλύπτεις στον βυθό
και μ’ ανυψώνεις

και στο δικό σου φως
μ’ επαληθεύεις

*

Με φέρνεις σ’ ό,τι απέραντο ενοικεί
τη λάμψη και το θάλπος της αγάπης

*

Σ’ ό,τι αποδίδει την ακέραιη μνήμη

*

Ψηλά
στην επιφάνεια του φωτός

Στης ομορφιάς την έκπαγλη εξουσία

Η ΛΑΜΨΗ (1983)

ΑΥΤΟΣΥΣΤΑΣΗ

Με λένε Ορέστη μα στη λέξη
μη σταθείς

Παρακαλώ προσπάθησε
πίσω απ’ τη λέξη
να δεις τη νύχτα του χιονιού
και του αγριμιού
το μάταιο μες στην ερημιά
ν’ ακούσεις κλάμα

ΩΚΕΑΝΟΣ

Και πόσος κόσμος Θε μου τι βοή
μες στην καταραμένη πόλη

μες στο τριμμένο φως τον κουρνιαχτό
τις τρομαγμένες μάσκες όπου εγώ

με απελπισμένο βλέμμα ναυαγού
του κάκου ψάχνω να σε δω κι Εσύ

πάντοτε αργείς να ’ρθεις και
πρόωρα φεύγεις

ΑΝΑΙΤΙΑ

Έτσι
χωρίς να καρτερώ επισκέπτη

λούζομαι
και χτενίζομαι
και λάμπω

ΝΥΧΤΑ

Με τρομάζουν οι μνήμες
περπατάνε

με βήματα ηχηρά πάνω στη στέγη

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

νομάδες ουρανών
αλιείς άστρων

εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου

ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ

Καθρεφτίζεσαι μέσα μου Το είδωλό σου
στολίζει της ψυχής μου το βυθό
με γιορτινά χαμόγελα
κι αστέρια
Κι όταν εσύ και πάλι απομακρύνεσαι
παίρνοντας όλο σου το φως μακριά απ’ τις όχθες μου
το είδωλό σου δεν σ’ ακολουθεί

Μένει για πάντα στο βυθό
και μ’ ομορφαίνει

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ

Μεγάλα μάτια του Θεού
που ξαγρυπνάτε εντός μου

φοβάμαι να καθρεφτιστώ
στα σκοτεινά νερά σας

μη γίνω αγέρας και χαθώ
μη γίνω φως και σβήσω

ΚΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ…

… αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων

ΕΚΠΛΗΞΗ

Κι έτσι ακουμπώντας στο προσκέφαλό σου
στης ρέμβης σου το λίκνισμα αφημένος
μπήκα μέσα στο ίδιο τ’ όνειρό σου
είδα το φως σου
κι ό,τι
μέσα στο φως σου ανθίζει

Τη φοβερή απροσδόκητη ομορφιά σου
την κλειδωμένη ερμητικά στο σώμα

Σαν καταθαμπωμένος τυμβωρύχος

ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Μέσα σε φως και μνήμη κατοικώ

πώς λησμονήθηκα λοιπόν
στο σώμα;

ΑΠΕΙΛΗ

Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαηδισμού

φοβάμαι πάλι

ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

Ακούς βαριούς βηματισμούς πάνω στο χιόνι;

Οι σύντροφοι είναι
που επιστρέφουν
από το παγωμένο μέλλον

1. Αυτοσύσταση

Με λένε Ορέστη μα στη λέξη
μη σταθείς

Παρακαλώ προσπάθησε
πίσω απ’ τη λέξη
να δεις τη νύχτα του χιονιού
και του αγριμιού
το μάταιο μες στην ερημιά
ν’ ακούσεις κλάμα

6. Νύχτα

Με τρομάζουν οι μνήμες
περπατάνε
με βήματα ηχηρά πάνω στη στέγη

10. Πρόσφυγες

Διωγμένοι από την όμορφη πατρίδα
τώρα στους δρόμους των γυμνών ωρών

νομάδες ουρανών

αλιείς άστρων

εμείς
οι δόλιοι πρόσφυγες
του απάνω κόσμου

11. Δεκαπεντασύλλαβος

Μεγάλα μάτια του Θεού
που ξαγρυπνάτε εντός μου

φοβάμαι να καθρεφτιστώ
στα σκοτεινά νερά σας

μη γίνω αγέρας και χαθώ
μη γίνω φως και σβήσω

12. Κι ο ποιητής…

… αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων

16. Έκπληξη

Κι έτσι ακουμπώντας στο προσκέφαλό σου
στης ρέμβης σου το λίκνισμα αφημένος
μπήκα μέσα στο ίδιο τ’ όνειρό σου
είδα το φως σου
κι ό,τι
μέσα στο φως σου ανθίζει

Τη φοβερή απροσδόκητη ομορφιά σου
την κλειδωμένη ερμητικά στο σώμα

Σαν καταθαμπωμένος τυμβωρύχος

23. Απειλή

Και πάλι ρόδινοι νυγμοί
στην άδεια νύχτα

σταγόνες μνήμης
στην τυφλή σπηλιά μου

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο
ρίγη κελαηδισμού

ΟΙ ΚΟΝΔΟΡΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΠΡΑΝΕΣ (1982)

Ο ΕΣΧΑΤΟΣ

Κι όταν η πόλη οριστικά νεκρώθηκε
και στις μεγάλες άδειες λεωφόρους
έμειναν μόνο τενεκέδες σκουπιδιών
και γάτες εξαθλιωμένες που θρηνούσαν

Εκείνος γλίστρησε αλαφρά σαν ίσκιος
μέσ’ από την παλιά νεκροκασέλα
κι ευτυχισμένος που αξιώθηκε επιτέλους
τόση συγκομιδή απεραντοσύνης

γονάτισε και κλείνοντας τα μάτια
δόθηκε στη βαθιά μαγεία των ήχων
αυτών που μόνο οι πονεμένοι ακούνε

κι έτσι δεν ένιωσε καθόλου τα σκυλιά
που πεινασμένα σύρθηκαν κοντά του
κι έτρωγαν τρυφερά τις σάπιες σάρκες του

καθώς πιο κει το νέο του σώμα
φορτισμένο
με αγνότητα ουρανού

φεγγοβολούσε

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

I

Πρώιμα γεννήθηκα στη φλούδα των καιρών
Δεν ενσαρκώθηκα ολόκληρος
Έμειναν άνεμοι στις άκρες των χεριών μου
Ρίγη ουρανών στο δίχτυ των φλεβών μου
Ανεξιχνίαστο άπειρο στο στήθος μου όπου
Ιχνηλατούν τ’ οριακό σκοτάδι μου
Διάττοντες μνήμης

II

Κάποτε χάνω το πρόσωπό μου και μάταια ψάχνω
Να βρω σημάδια τόπου και χρόνου

Γίνομαι τότε κάτι σαν ένα ρίγος
Που διαπερνά τα πράγματα και τις εποχές τους

Σαν επιστρέφω τρέχω στον καθρέφτη
Αναζητώντας πάλι τον εαυτό μου

Ανακαλύπτω στο βυθό των ματιών μου
Ίχνη ξένων βλεμμάτων

III

Κρύβονται κι άλλα μυστικά στην ύπαρξή μου
Για παράδειγμα ο βόμβος των μελισσών
Το μνημειώδες κελάρυσμα των νερών
Νυχτερινών εντόμων φωταψίες

Όλα τούτα είναι σώμα μου και τα νιώθω
Όπως τα δάχτυλα ή τα χείλη μου
– αλλά ποιος είναι
Ο μικρός καμπούρης νάνος που διαβάζει
Στο κλειδωμένο υπόγειο της ψυχής μου
Μ’ ένα κερί μισοσβησμένης μνήμης
Μυστηριώδη έγγραφα προκτητόρων;

ΕΝΔΟΚΟΣΜΟΣ

Α. Το επακόλουθο

Αμφιβολία δεν σκίαζε το πρόσωπό σου
γνώριζες πως θ’ ανοίξει ξάφνου η θύρα
Και πως θα μπει με το σκοτάδι τυφλής μνήμης
Να ψηλαφίσει αξύπνητες φωνές

Σαν άνοιξες το γέρικο σεντούκι
Με τη φρυγμένη μυρωδιά τού χρόνου
Ένιωθες πως ξυπνάς τα βήματά της
Πως θρυμματίζεις γυάλινες σιωπές

Τώρα φοράς το πήλινο χαμόγελό σου
Να τη δεχτείς με κοσμικές χειρονομίες
Πως τάχα οι μυστικές κλωστές κοπήκαν
Πως πια προσάραξες στις γήινες εποχές

Πώς ν’ αρνηθείς το μαγικό της βλέμμα
Κι όλο το φως που μέσα του αναβλύζει
Δεν έχεις άλλο δρόμο απ’ τη σιωπή της
Κι όσες εκεί φεγγίζουν χαραυγές

Β. Μαρία των άστρων

Τώρα που βλέπω τη μορφή σου στη φεγγοβολή της
Ανατρέχω στις επίγειες αστροφεγγιές μας
Σ’ αυτό το ρίγος από λίμνες κι αθέατα δάση
Σ’ αυτό το φέγγος από αναπόληση και γυρισμό

Σ’ έλεγα Μαρία για να σε διακρίνω
Από τ’ άπειρα θαύματα των διαλογισμών μου
Για να δίνω πρόσωπο στους καθρεφτισμούς σου
Σ’ έλεγα Μαρία για να σε κρατώ

Στο σπίτι που σε σκοτεινούς καιρούς ανθοφορούσε
Πριν σιδερόφραχτοι χειμώνες το γκρεμίσουν
Ήταν η έναυλη σιωπή σου μνήμη πατρίδας
Ήταν το δάκρυ σου έκλαμψη προσμονών

Ξέρω πως ψάχνεις να με βρεις στα μέσα σου άστρα
Κι εγώ σε ψάχνω ανάφτερη στα λυκαυγή μου
Πώς ζήσαμε τόσο κοντά του χωρισμού τον στρόβιλο
Και τώρα πια πώς σμίγουμε σε μια στιβάδα φως

Γ. Χρόνος πραγμάτων

Κι όπως αργά βραδιάζει στο άδειο σπίτι
Ο ήλιος δύει μέσα στους καθρέφτες
Σε σιωπηλά κι απόμακρα τοπία
Βυθισμένα για πάντα στο σκιόφως

Τη νύχτα η πανσέληνος ταξιδεύει
Στα φόντα των παλιών πορτρέτων
Φωτίζοντας λευκές κόγχες ματιών
Που βλέπουν προς το παρελθόν τους

Μα την αυγή ένα κόκκινο σκαθάρι
Πυρπολεί τις εύφλεκτες κουρτίνες
Καθώς αθέατα χέρια παίζουν πιάνο
Μόλις σχεδόν θωπεύοντας τα πλήκτρα

Τυχαίνει κάποτε όμως ν’ αλαφραίνει η ύλη
Τότε θαλάσσια κύματα μπαίνουν στο σπίτι
Ή ξαφνικά αναδύονται βαθιοί ελαιώνες
Ή πρόσωπα που χάθηκαν πάλι επιστρέφουν

ΚΑΤΟΠΤΡΑ

ΣΤ. Διαμαρτυρία

Υπάρχει τόσος θάνατος λοιπόν;
ρωτούσε ο φίλος

Τότε γιατί περνούσαν τραγουδώντας
οι λαμπεροί μεταλλικοί στρατιώτες;

Γιατί σκορπούσαν φως και παραμύθι
οι αόρατες αγερικές καμπάνες;

Γιατί κρεμούσαν στα κλαδιά λευκά στεφάνια
οι μυστικοί αρραβωνιασμένοι;

Γιατί χαμογελούσαν στ’ όνειρό τους
τα φτερωτά κορίτσια;

ΠΑΡΟΙΚΟΣ

Καθώς αμάξι γέρικο που τρίζει
Το σπίτι προχωρούσε στο σκοτάδι
Κουβαλώντας βαρύ φορτίο μνήμης

Μέσα η γριά με το μαβί κεφαλομάντιλο
Τα χέρια βουτηγμένα στο ζυμάρι
Το κουκούτσι της ψυχής λησμονημένο
Στα δικά του βυθισμένα παρελθόντα

Η Μαρία εντεκάχρονη κι ανώνυμη
Παρείσακτη στον κόσμο των δικαίων
Βιαζόταν κι άνοιγε φεγγίτες
Πότιζε αυγές μην ξεραθούνε
Ξεδίπλωνε ηλιοβασιλέματα

Πότε πρόλαβε κι αγκάλιασε θημωνιές;
Πότε πρόλαβε και φίλησε μαργαρίτες;
Πότε ταξίδεψε η Μαρία; Και τώρα
Εκατομμύρια πρόσχαρες παιδούλες
Κρυμμένες στ’ άστρα τους

Θα σου δώσουμε νερό να ξεδιψάσεις μου λένε
Θα σου ανοίξομε και άλλα μάτια πιο μέσα
Έχομε κι εμείς το δικό μας στάρι
Εσύ τι ξέρεις από ουρανό

Εγώ δεν ξέρω, βέβαια, λησμονήθηκα
Χρόνια σ’ αυτή την όχθη καρτερώντας
Τον σπλαχνικό ψαρά που θα με βγάλει αντίπερα

Εκεί που κύλησε το πρώτο πορτοκάλι μου
Εκεί που τα παιδιά βρήκαν τον κήπο τους
Κι οι γέροι με μια φλόγα πάνω στο κεφάλι τους

Μοιράζουν κάστανα στους ξυπόλητους

PASSATO LA FIESTA

Έρχομαι λοιπόν ουρανέ μου
Ιδού εγώ επιστρέφων
Ιπτάμενος
Στα φτερά μιας σεμνής πεταλούδας
Ή στη ράχη της ελικόπτερης μέλισσας

Σε πολιτείες ημίρρευστου φωτός
όπου επιπλέουν αγάλματα
σπατάλησα τη σκόνη των ημερών
Συγκόμισα καρπούς – άμμο και χιόνι
Και πίκρα πολλή των διόδων
Τώρα ωριμάζω προς τη μοναξιά
Χαίρετε μικρά θαύματα της ύλης
Το σώμα μου μικραίνει
Λιγοστεύω
Δεν έχω σώμα πια να κατοικήσω
Ελαφρά αναθρώσκω προς το άπειρο

……………………………………………

Σημείωση για τον σκηνοθέτη:
Εδώ
Ακούγονται υπόκωφοι κρότοι
Μια φούγκα εγχόρδων Στο βάθος
ωχρά κλάξον κι απόμακρες
ιαχές αναστάσεων

Σταθερά κι ανεπαίσθητα
η σκηνή σκοτεινιάζει

Και πόσο βάθος Κύριε σ’ ένα τρίμμα αγάπης

Και πόση μουσική ουρανών
μέσα σε πάμφθηνα πράγματα

Η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΤΩΝ ΓΥΡΙΣΜΩΝ (1974)

ΕΝΟΙΚΟΣ

Μα Εσύ ποιος είσαι; Ακούω τα βήματά σου
Στους ήχους των βημάτων μου Ποιος είσαι;
Ακούω το βάθος τής σιωπής σου ως ένα
Πηγάδι σκοτεινό ή ανάσα δέντρου
Ακούω την ύπαρξή σου σαν αγνώστου
Κι απόμακρου ουρανού το κατακρήμνισμα
Κι όμως το ξέρω, μ’ έχεις προσαρτήσει
Με κατοικείς, είμαι το σπίτι σου, έλα
Να ζεσταθείς, σου ανάβω την καρδιά μου

Δεν θέλω ανταμοιβή, δεν σου γυρεύω
Να μου φανερωθείς, σου ανοίγω κιόλας
Τη μυστική καταπακτή βαθιά μου
Να κρύψεις μέσα εκεί τα αινίγματά σου
Δεν σου ζητώ σημάδι παρουσίας
Δέχομαι τον πικρό καρπό της λήθης
Τη μοναξιά – την ερημιά των κόσμων

Σωπαίνω μέσα σ’ όλες τις σιωπές σου

Θα ’μαι το κάστρο σου ως στην έσχατη ώρα

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

Αν με μετρήσεις με φωνές και πεταλούδες
Θα μ’ εύρεις πιο μεγάλο απ’ το κλουβί μου
Κι ωστόσο, πες μου, πώς χωρώ εδώ μέσα;

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

Πώς να ξοφλήσω την οφειλή; Τι ν’ αντιπροσφέρω;
Δεν έχω τίποτα δικό σου Χτυπώ την πόρτα σου
Σαν τον τυφλό οδοιπόρο που έχασε το σπίτι του
Σαν το ξυπόλητο παιδί που ψάχνει για τ’ αστέρι του

Με δίδαξες την αλφαβήτα της ομορφιάς
Το συναξάρι της αγάπης
Τη μελωδία των ουρανών, την πέρα βοή των άστρων
Το μέσα φως των λουλουδιών
Τα έγχρωμα βάθη του ονείρου

Με δίδαξες να περπατώ με δυο κλωνιά παρηγοριά
Να σκύβω ν’ αφουγκράζομαι στα σφραγισμένα σπίτια
Ν’ αποστηθίζω των μανάδων τη σιωπή
Ν’ αναζητώ τ’ αχνάρια των απόντων
Να μελετώ περικοπές λησμονημένων προφητών

Με δίδαξες να συντηρώ το ανθρώπινο ζυμάρι μου
Να φέγγω πάντα μέσα μου με το αρχικό λυχνάρι
Να μην αφήνω τα κλαδιά να μου σκεπάζουν το άστρο
Ν’ αποκρυπτογραφώ σωστά τις δειλινές καμπάνες
Ν’ ακούω το βήμα του Χριστού στον έρημο ελαιώνα

Με δίδαξες ν’ αναζητώ τον σπόρο και τη ρίζα
Ν’ ακούω το ρήμα των καιρών και ν’ αποκρίνομαι
Να βάζω επιστροφής σημάδια μολονότι ξέρω
Πως χάνομαι σε μια φυγή χωρίς ελπίδα νόστου

Μα πιο πολύ με δίδαξες να ’μαι έτοιμος
Δίχως κηλίδα ή ρίγος – σαν τα βράδια σου
Όλος μι’ ανάερη μουσική, όλος σα φεγγαρόφωτο
Όλος αηδονολάλημα στα μαύρα κυπαρίσσια

Ήρθα λοιπόν Σαν άσωτος υιός Χτυπώ την πόρτα σου
Άφησε να περάσω το κατώφλι σου
Εκεί που δωδεκαετής είδα τα μάτια τού Θεού
Άσε να μπω στον κήπο των θαυμάτων σου
Να κατοικήσω μια στιγμή την πρώτη νιότη μου
Θέλω να πω
να θάψω εδώ
τα παιδικά μου σύνεργα

Θέλω να δω το πρόσωπό πριν θαμπώσει ο δρόμος
Θέλω ν’ ακούσω τη φωνή σου πριν πετρώσει ο χρόνος
Θέλω να πιω από το νερό σου πριν το πάρει η στέρνα

Είμαι για πάντα το παιδί σου∙ ψάξε με
Κοίταξε μέσα στο αίμα μου∙ θα δεις το φως σου
Σκύψε βαθιά στο στήθος μου∙ θ’ ακούσεις την ανάσα σου
Δώσ’ μου ξανά τη ρίζα μου∙ διψώ Μητέρα

Είμ’ έτοιμος Είμ’ έτοιμος
Θα μείνω πάντα χώμα σου

ΦΑΝΕΡΩΣΗ

Φανερώθηκες στη νύχτα μου μ’ όλα τα φώτα σου
Τίναξες στο σκοτάδι μου τ’ άσπρα σου κρίνα
Μου ’δωσες φως και υπόσταση, τόπο και χρόνο
Σου χρωστώ που αναδύθηκα μέσα στα πράγματα

Σήκωσες τη βαριά κουρτίνα, φωταγώγησες
Πρωτόφαντες του ασύλληπτου εκδοχές
Διαστάσεις, περιγράμματα, μορφές του αγνώστου

Ήμουν η προβληματική σκιά, έγινα ο πάσχων άνθρωπος
Ήμουν το ασώματο κορμί, έγινα πνεύμα ενσώματο
Σου χρωστώ που κατοίκησα τους γήινους χώρους

Σου χρωστώ την κατάκτηση των αισθήσεών μου
Τη φωνή των χωμάτων, τον ποδηγέτη μου ήλιο
Το πηγάδι, το φεγγάρι, το τραπεζομάντιλο
Το ψωμί, το κυπαρίσσι, το σπιτίσιο αστέρι

Σου χρωστώ που χάνεσαι στην απεραντοσύνη
Σαν το φτερό που στάζει φως, σαν το μαντίλι
Του χωρισμού, σαν το πικρό τραγούδι – και που
Επιστρέφεις την αυγή κομίζοντας ένα λαμπρό
Κοχύλι, ένα θαλασσινό πουλί, ένα ανθισμένο φύκι
Ένα κοράλλι από θαμπούς βυθούς, ένα πεφτάστρι

Σου χρωστώ τα θαύματα του καθ’ ημέραν βίου
Σου χρωστώ τα θαύματα με το υλικό τους βάρος
Σου χρωστώ την έξωθεν καλή μαρτυρία τού κόσμου

Σου χρωστώ την ενσάρκωση και τη διδασκαλία
Την προσευχή και τη φανέρωση
Της προδοσίας τ’ αργύρια, το λινό σεντόνι
Τη μαύρη βούλα του αίματος στο έναστρο στήθος

Σου χρωστώ που γεύτηκα το μέλι και το ξύδι
Σου χρωστώ που δέχτηκα τη ζωή χωρίς απόκριση
Σου χρωστώ που καθίδρυσα τη συντέλειά μου στ’ άστρα
Σου χρωστώ που καταθέτω ταπεινά τη γραφίδα μου

Σου χρωστώ που επιστρέφω με γαλήνη στον ίσκιο μου

ΞΕΝΟΣ

μνήμη Αλέξη Τραϊανού

Κι άξαφνα πρόβαλε στα μάτια μου απροσδόκητος
Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλου τόπου
Κουλουριασμένος στο σκοτάδι του, θανάσιμα
Τραυματισμένος, αμετάπειστα απερχόμενος

Στ’ άδυτα βάθη του οι σημαίες μεσίστιες
Τ’ αγάλματά του σιωπηλά και τα μαντεία
Χωρίς φωτιά και τρίποδα και λάλον ύδωρ

Έρημος σαν εξόριστος θεός Οδοιπορούσε
Διασχίζοντας τοπία γυμνά, πόλεις νεκρές, ακτές
Στην καταχνιά και το άλυτο μυστήριο βυθισμένες

Σταυρούς κι αποκαΐδια μελετούσε
Μνήματα κι ενθυμήματα νεκρών
Καπνό και σκόνη προπορευομένων

Αρνιόταν να συγκατανεύσει, αρνιόταν
Μ’ όλη τη δύναμη του στήθους του ν’ αποδεχτεί
Να δώσει τ’ όνομά του, να συναριθμήσει
Τον εαυτό του ανάμεσα στ’ ανεξιχνίαστα πράγματα

Αρνιόταν να συμπράξει δίχως όλα
Τα φώτα του αναμμένα, δίχως όλα
Τα μάτια του ανοιχτά – τα μέσα κι έξω

Δεν έστεργε τα ημίφωτα, τις σκιάσεις
Τα διφορούμενα σημάδια, τα εκμαγεία

Ζητούσε φως και σάρκα, λόγο και άρτο
Γνώση και γνώμη, στάχυ και σταφύλι
Το όρος Θαβώρ, τα ιμάτια σαν το χιόνι
Φωνή εκ του βάθους
Άρμα
Ελευθερία

Ξένος – σαν άλλου ανέμου κι άλλης φλόγας
Πανέρημος – χωρίς κοχύλι κι άστρο
Κάποτε σκέπασε τα μέσα του πηγάδι
Και φόρεσε ήρεμος το αθέατο πρόσωπό του

ΩΡΑΙΟ ΝΑ ΖΕΙΣ

Ωραίο να ζεις μέσα στην Άνοιξη
Στο φως και των χρωμάτων τη σπατάλη
Στων αρωμάτων τη χλιδή
Στη λάμψη και τη φαντασμαγορία

Ωραίο να ζεις σαν τα λουλούδια που αναβλύζουν
Σαν τα πουλιά που ιχνηλατούν
Σαν τα σκουλήκια που ζητούν τον προορισμό τους

Ωραίο να ζεις ξαλαφρωμένος τ’ ουρανού το βάρος
Ωραίο να ζεις απολησμονημένος
Ωραίο να ζεις τρυγώντας γήινες ώρες
Ωραίο να ζεις αντίπερα των άστρων

Ωραίο να ζεις πλησιάζοντας τις βρύσες
Ωραίο να ζεις ακούγοντας τις φλέβες
Ωραίο να ζεις με το ένα μόνο πρόσωπό σου
Ξεχνώντας το άλλο στο δικό του κόσμο

Ωραίο να ξέρεις – κι όμως να σωπαίνεις

Ν’ απλώνεις ρίζες – κι όμως να βυθίζεσαι

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ

Κατηγορούμενε

Το δικαστήριο σε καταδικάζει

Ρύπανες το άσπρο ατλάζι των νησιών
Τη δροσερή πανίδα των κοιλάδων
Τα ταχύπλοα ιστία των ανέμων
Τους μενεξέδες των επιταφίων
Της αυγής τα σήμαντρα στην αυλή του Πάσχα
Το ρόδι, το κυδώνι και το μοσχολίβανο

Σκότωσες τα δεκαπενταετή χαμόγελα της Άνοιξης
Φύτεψες το μαχαίρι σου στα στήθη των πηγών
Θόλωσες το χιόνι των παρθένων και τις λεμονιές των νυμφών
Πυρπόλησες την εναέρια γέφυρα των χελιδονιών

Γκρέμισες όλους τους μικρούς φράχτες των πρωινών πουλιών
Σώριασες την πολύχρωμη πόρτα του αδέξιου έρωτα
Έσπασες όλα τα εύηχα κρύσταλλα όλα τα εύθραυστα δάκρυα
Σάρωσες τα χρυσά διάττοντα αστέρια
Των παιδικών παραμυθιών Πρόδωσες τα νερά
Τα κρίνα και τα κάνιστρα Υπονόμευσες
Τους κήπους της αστροφεγγιάς και τους άυλους φάρους
Των υγρών μελανών σπηλαίων της νύχτας

Καταδικάζεσαι στους αιώνες των νεκρών φεγγαριών
Να περιφέρεσαι γυμνός στην ερημιά της Πομπηίας
Μέσα στην κρύα φωτιά να κρυώνεις
Μες στο ξερό νερό να διψάς
Μες στα φαντάσματα του έρωτα να μονάζεις

Ίσκιος στην ερημιά των στερεωμάτων
Χωρίς απόκριση
Χωρίς συγκομιδή

ΠΗΓΗ:  https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=16399.0

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *