ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Γιώργος Δελιόπουλος είναι διδάκτορας Προϊστορικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας και ζει μόνιμα με την οικογένειά του στην Κοζάνη.
Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές. Επιπλέον, έχει επιμεληθεί την ποιητική ανθολογία μαθητών/ -τριών του νομού Κοζάνης “Έφηβοι στίχοι” (εκδ. Συνδέσμου Φιλολόγων Κοζάνης, 2019). Το 2013 και 2015 θεατρικές ομάδες της Κοζάνης ανέβασαν τα δύο θεατρικά του έργα, “Επέστρεφε…” και “Τα ίχνη της μνήμης”. Από το 2019 είναι σύμβουλος έκδοσης του λογοτεχνικού περιοδικού Καρυοθραύστις
Ποιήματά του έχουν αποσπάσει βραβεία σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, ενώ ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους και σε περιοδικά.
Έχει συμμετάσχει σε δεκάδες λογοτεχνικά αναλόγια και εικαστικές performance σε συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης, το Κ.Θ.Β.Ε. και τη Σχολή Καλών Τεχνών Φλώρινας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Μικρός Οδυσσέας (εκδ. Ιωλκός, 2009),
Επισκέπτης άγγελος (εκδ. Κοβενταρείου Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης, 2015)
Εορδαία Γη (μαζί με τον ποιητή Χρήστο Τουμανίδη, εκδ. Ρώμη, 2019).

.

.

ΕΟΡΔΑΙΑ ΓΗ

ή

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΜΑΣ ΧΡΟΝΟ (2019)

ΜΙΚΡΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ

ΤΡΙΤΗ ΠΡΩΙ

ξεκινά η διαδήλωση με φωνές απ’ το σπίτι
με γροθιές υψωμένες διασχίζει τους δρόμους
καταλήγει στο κέντρο ξεδιπλώνει το δίκιο της
και κατάκοπη τέλος παραγγέλνει καφέ.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

τραγούδια παντού χωρίς μουσική
τα φώτα της πόλης αόρατοι θίασοι
φορώντας τακούνια βαμμένοι χαμόγελα
ποτίζουν αλκοόλ τη βδομάδα.

ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΣΤΑΧΤΕΣ

ΕΝΥΠΝΙΟ

Νιώθω περίεργα κι απόψε.

Όλη μέρα
μάζευα το μαύρο σε σακούλες
έκλεινα με γάζες τις οπές στα ορυχεία
έδιωχνα την τέφρα μου απέναντι
όλη μέρα

ύστερα
τα φώτα έγιναν σκιές
ύψωσα λευκή σημαία
με τα τρόπαια στους τοίχους
υποκρίθηκα τον ύπνο

ξαφνικά
βρέθηκα γυμνός
με τη λάμπα στον καθρέφτη
με τα βλέφαρα στη σκόνη
με το σώμα τρυπημένο
ξεφυσώντας απ’ τα χείλη μου καπνό.

Νιώθω περίεργα που απόψε
όλα τρελαίνονται κι όλα θυμίζουν όνειρο.

ΜΑΝΑ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ

Μάνα των Πύργων Μάνα του κόσμου Μάνα μου
μην κρύβεις το βλέμμα στα μαύρα του πόνου
μην ψάχνεις την άδεια πλευρά στο κρεβάτι
την πέτρα μη σφίγγεις, ανοίγουν πληγές

θυμήσου να γράψεις λευκό τ’ όνομά μου
μικρά περιστέρια θα γίνουν τα γράμματα
θυμήσου ν’ απλώσεις λουλούδια στη στάχτη
θα μυρίσουν οι τάφοι Ανάσταση.

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΤΑΙΕΙ

στον Κ.Δ.

Με τις ακτίνες κοφτερές
του χαράκωσε το στόμα
τη χαρούμενη ματιά
και το ξεφτισμένο τζην

το φεγγάρι, όχι εμείς

εμείς απλώς κρεμάσαμε
σε λαμπερά εξώφυλλα
τις οργισμένες μας καρδιές
και με φωνές επί φωνών
δηλώναμε κατάπληκτοι
τόσους αιώνες γείτονες

δεν καταλάβαμε ποτέ
πως ο μικρός που μαχαιρώθηκε
θ’ αναστηθεί σε λίγο.

ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΑ

ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΑΓΡΙΩΝ ΣΤΙΧΩΝ

Σε χωράφια χάρτινα
μηρυκάζοντας την πείνα
τσαλακώνονται οι ποιητές

αν τους διαβάσεις νηστικούς
βγάζουν τα κρυμμένα νύχια
αν τους πειράξεις τη σελίδα
σε κατασπαράζουν.

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ

Όταν λιώνουνε οι αρχαίοι παγετώνες
όταν οι παλιές ιδέες μέσα μου βυθίζονται
όταν ένας χείμαρρος από το βουνό με ορμή
κατεβάζει την υγρή του αλήθεια

όσο γρήγορα κι αν τρέχω προς τα πίσω

τα νερά με ρίχνουν κάτω
αγκαλιάζω τα πεσμένα φύλλα
περιμένοντας το λίγο πράσινο
να πετάξει πάλι ρίζες και κλαδιά

την Άνοιξη στο στήθος περιμένοντας.

.

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ (2015)

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ ΑΓΓΕΛΟΣ

Απόψε θ’ αποκοιμηθώ
με ανοιχτά παράθυρα
να με ξυπνήσουν αύριο
οι βιαστικές ακτίνες.

Θα βάλω καθαρά φτερά
κι αρπάζοντας τον ήλιο
να κατεβώ σαν Άγγελος
στην αγορά του κόσμου.

Εκεί κρυμμένα βλέμματα
θα μου φορτώνουν χρόνια
κι ακονισμένες λέξεις
θα μου κόβουν τα φτερά.

Και με κομμένα τα φτερά
θα νοσταλγώ τα σύννεφα
και με τα χρόνια πάνω μου
δε θα μπορώ να φύγω.

Αγορά

ΦΡΟΥΡΟΙ

Μαλώναμε Δημήτρη για τα ρούχα των ληστών. Ρίχναμε
ζάρια, παίζαμε χαρτιά, ποιος θα κερδίσει την αόρατη
γραβάτα, το ακριβό πουκάμισο, ποιος το φθαρμένο
παντελόνι και τα χάρτινα παπούτσια. Ώρες κάτω από
ξύλινους σταυρούς, σε άγονα υψώματα, πάνω από τα
κεφάλια μας τη γλίτωναν ληστές και κάρφωναν θεούς. Γύρω
μας έκτιζαν από σταυρούς ανάκτορα, γκρέμιζαν είδωλα και
μάθαιναν καινούριες προσευχές. Όμως εσύ κι εγώ ακίνητοι
εκεί, μαλώνοντας για λίγα ξένα ρούχα, ήμασταν δυο απλοί
φρουροί, τίποτα τελικά δεν ήταν σίγουρα δικό μας, ούτε καν
η απόφαση να ζήσουμε ποντάροντας στον θάνατο των
άλλων.

ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

Στο μαγαζί του ο τρελός
πουλάει αναμνηστικά
και ομοιώματα συναισθημάτων
πάμφθηνους έρωτες
για λίγες άδειες αγκαλιές
περαστικές χαρές
για λίγα σκόρπια γέλια
και την αγάπη του
για μια ολόκληρη ζωή.
Ποιος θα την πάρει άραγε;

ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ ΜΑΗΣ

Αυτός ο Μάης δεν μπορεί να περιμένει
τον ξεγελούσαμε συνέχεια μέχρι τώρα
όμως εκείνος στωικά ζούσε με τους χειμώνες
άντεχε κάθε καταιγίδα, κάθε μπόρα
και τώρα αναμένει
πότε θα ‘ρθει γι’ αυτόν το καλοκαίρι;
πότε θα ‘ρθουν οι όμορφοι αιώνες;
όμως αυτό το πότε δεν το ξέρει
και του απέμεινε η πίστη να προσμένει
χαζεύοντας σημάδια και εικόνες.

Εξάλλου, τι μπορεί να κάνει κάποιος
μονάχος σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει;

ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ

Σε κάποιο πάρτι με ανώνυμες προσκλήσεις
μια μεθυσμένη νύχτα Ιουλίου
κρύβω τη σάρκα που επίμονα θυμάται
ρίχνω στις φλέβες μου αλκοόλ κι εκείνες πάλλονται
στο άδειο σου ποτήρι φυλακίζω τα πουλιά
που κουβαλούν τους κλώνους των ευχών μου
και μία ξέφρενη χρυσή ανάσα άμμου
θάβει σε πύργους ετοιμόρροπους στο κύμα
τα σκαλισμένα σου φιλιά πάνω στα χείλη μου.

Έτσι ξεχνώ ευχάριστα αυτούς που με μισούν
και λησμονώ ανώδυνα εκείνους που μ’ αγάπησαν
έτσι κι ο εαυτός μου ανελήφθη στα ουράνια
μέσα σε τόσες υποσχέσεις αστεριών
σε κάποιο πάρτι με απρόσωπες μορφές
μια μεθυσμένη νύχτα Ιουλίου.

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Στη Γλύκα

Δε σ’ αφήνω να γεράσεις ποτέ
ούτε να χάσεις τ’ άρωμα της νιότης
ξένοιαστη θα χορεύεις σε μια κούνια
μ’ ένα κομμένο άνθος στα μαλλιά
με το λευκό σου φόρεμα σημαία
και θα κρατάς σε γυάλινη αγκαλιά
τα φοβισμένα όνειρα μη φύγουν
και θα κρατάς κρυμμένα σ’ αγαπώ
στα κλειδωμένα χείλη μην το μάθουν
δε θα θυμάσαι κι ούτε θα θυμάμαι
θα ‘μαστε πια οι εραστές του σήμερα
της μιας στιγμής που φεύγει καθώς έρχεται.

Δε θέλω να σ’ αφήσω να γεράσεις
εγώ έχω παλιώσει, δεν προφταίνω
βαδίζω ήδη ανεπιστρεπτί στο χθες
όμως εσύ να μη γεράσεις
μήπως και κάποτε με φέρεις πίσω.

ΕΛΠΙΔΑ

Πάντα υψώνεται ανάμεσά μας κάποιος τοίχος
πότε τα λόγια πότε η σιωπή
πότε το χθες πότε το αύριο
πότε εμείς και πότε οι άλλοι.

Πάντα θα βρίσκουμε ωστόσο χαραμάδες
τόσο μικρές όσο το βλέμμα
όσο το άρωμα του στήθους
όσο οι νότες της φωνής.

Για να περνούν απέναντι οι καρδιές μας
στο διπλανό δωμάτιο
στην άγνωστη αυλή
στο εχθρικό μας σπίτι.

Κι ίσως μια νέα μέρα καταφέρουμε
να σπάσουμε τους τοίχους
να σμίξουμε τα χέρια
να κάνουμε τα όνειρα
δικά σου, δικά μου, δικά μας.

Λόγος

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Για να καταλάβω τους ανθρώπους
έμαθα τη γλώσσα τους
κι έπρεπε να ξέρω
πως η γλώσσα κρύβει ανοιχτές πληγές
άλλοτε γιατρεύονται κι άλλοτε σκοτώνουν
έπρεπε να ξέρω
πως κοστίζουν ακριβά τα μεγάλα λόγια
και παλιώνουν γρήγορα μέσα στην ψυχή
έπρεπε να ξέρω
πως δε γράφεις τη ζωή μοναχά με λέξεις
κι απ’ τις λέξεις μόνο δε γνωρίζεις τίποτα.

Όμως αυτά δε μου τα έμαθαν ποτέ.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Δε φτιάχνονται τα ποιήματα με λέξεις

και μού ‘δωσαν για προίκα ένα ποίημα
με λέξεις ακριβές πολυτελείας
με τις μικρές σου παρενθέσεις σφηνωμένες
ανάμεσα σ’ ελλειπτικές προτάσεις
σε αόρατες τελείες κι αφανή θαυμαστικά.
Μία ζωή κατάφερα να σώζω
τα βράδια τραγουδώντας από στήθους
βαθιά θαμμένες λέξεις του κορμιού μου.
Γι’ αυτό μην τις πετάξεις και ας πάλιωσαν
ας χάθηκαν οι τόνοι και οι κλίσεις
ας σώπασαν οι ρωμαλέοι φθόγγοι
μπορεί μια μέρα να χωρέσουν όλες
στις μικρές σου παρενθέσεις
δεν το ξέρεις.

Όπως δεν ξέρεις πια το κείμενό μου
και με διαβάζεις από σκόρπιους στίχους
πάντα τονίζοντας τη λάθος συλλαβή.
Βιάζεσαι διαρκώς να με τελειώσεις
τις χίλιες μου στροφές σε μία μέρα
τις χίλιες μου μορφές σε λίγα βλέμματα
κι εγκαταλείπεις ασυνείδητα τη λεία
τα λάφυρα του χρόνου στη γραφή μου
αφήνοντας τους ξένους πειρατές
να με διαβάζουν πρώτοι.
Ακόμα δεν κατάλαβες τι θέλουν
μ’ αχόρταγα ρεσάλτα και φωτιές;
ξεθάβοντας του λόγου τα σπαθιά
να κλέψουν απ’ τα σύμβολα της νιότης.
Κάποτε οι στίχοι μου ήταν έφηβοι
ανάλαφροι κι ανέμελοι από μνήμες
και βρίσκαμε τον έρωτα σ’ αυτούς.
Τώρα παλεύω με ανάπηρες προτάσεις
λίγο πριν πάρουν σύνταξη
λέξη τη λέξη για να χτίσω ένα ποίημα.

Αλλά τα ποιήματα δε φτιάχνονται με λέξεις
ζυμώνονται στο αίμα της ψυχής
όμως ποιο αίμα και για ποια ψυχή
να λέμε τώρα.

ΕΝΟΧΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Κάποιοι μας κλέβουν σήμερα το αύριο
κάποιοι μας βίασαν το χθες
και τώρα μεγαλώνουμε τα νόθα τους παιδιά
άλλοι σκοτώνουν ανοιξιάτικα πουλιά
γκρεμίζοντας φωλιές από τα βλέφαρα
πολλοί δανείζουν ουρανό
πολλοί δε ρώτησαν
πήραν τον ήλιο σπίτι τους
οι ρήτορες δε σταματούν
μιλούν για τα φαντάσματα
εσείς κι εγώ μετράμε αποστάσεις
με τα βήματα των ίσκιων
και ξεχαστήκαμε.
Κανείς δεν κράτησε στα δάκτυλα
μια σφαίρα
όλοι σκορπίσαμε τα χέρια μας
σε ξένους ουρανούς.

Όμως εμείς δε φταίμε κύριοι δικαστές
εκείνον να δικάσετε
εκείνος είναι ο ένοχος
οι στίχοι του ξυράφια μάς πονούν
ανοίγουν τις κλειστές πληγές
κι όλο θυμίζουν
τα παλιά εγκλήματα
που σβήνουμε απ’ τη μνήμη.

ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ

Μικροί κατάσκοποι ενεδρεύουν
Μές στο λαμπρό φθινόπωρο
Νοσταλγοί καλοκαιριών
(Κλείτος Κύρου, Αφθαρσία)

Κόλλησα χάρτινα πολύχρωμα πουλιά
στις διάφανες κουρτίνες του Αυγούστου
κι εγώ κρυφά από ματιές διαβατικές
όλη τη μέρα πελεκώ τον εαυτό μου
βάζω πανάκριβα επιθέματα χαράς
σβήνω με ήλιο τις αδρές ατέλειές μου
κι ύστερα σμίγω με γυμνούς κυματισμούς.

Εδώ και μέρες όμως πέταξαν στον νότο
έμεινα μόνος δίχως χάρτινα πουλιά
χωρίς τη μάσκα μιας τρελής επιθυμίας
να με κοιτούν συννεφιασμένες ηλιαχτίδες
να μου μαθαίνουν οι σταγόνες της βροχής
την αλφαβήτα ενός βέβαιου χειμώνα.
Πρέπει λοιπόν κι εγώ ν’ αρχίσω να μαζεύω
τ’ απομεινάρια ξένοιαστων φιλιών
στα πεταμένα θερινά μου εξαρτήματα
μήπως μπορέσω να πετάξω κατευθείαν
σ’ ένα επόμενο γαλάζιο καλοκαίρι
προσπερνώντας τον χειμώνα.

Ρωτάς,
πού πέταξαν τα χάρτινα πολύχρωμα πουλιά;
γιατί κρατώ θλιμμένα πλαστικά λουλούδια;
πώς φόρεσε ο ήλιος το βαρύ του σύννεφο;
μα δε σου έχω έτοιμη απάντηση ακόμα.

ΤΑΜΠΑΚΙΕΡΑ

Όλο το βράδυ ρίχναμε πιωμένοι τα χαρτιά για να
κερδίσουμε την ταμπακιέρα του ληστή. Όλοι γνωρίζαμε πως
ήταν τα χαρτιά στημένα, όλοι πιστεύαμε πως κάποιος από
μας θα την κερδίσει και όλοι ξέραμε ότι στο τέλος θα τη
δώσουμε και πάλι στον ληστή. Εμείς δεν μπορούμε τα
τσιγάρα. Κάποιες φορές καπνίζουμε για να ξεχνάμε, άλλοτε
καίμε την καρδιά μας με τα σπίρτα και πιο συχνά τυλίγουμε
τις μέρες μας σε άκαπνα στριφτά.
Όμως εσείς παρακαλώ τα βράδια να κλειδώνετε τις πόρτες,
να κλείνετε με σύρτη τα παράθυρα του δρόμου, γιατί στα
χρόνια μας πολλοί περαστικοί ληστές ψάχνουν ξεκλείδωτες
εισόδους για να κλέψουν ταμπακιέρες. Μπορεί κι εσείς να
μην καπνίζετε, όμως οι ταμπακιέρες πάντοτε χρειάζονται,
να κρύβετε εκεί τα τιμαλφή σας ή στην έσχατη ανάγκη τα
πολύτιμά σας λόγια.

ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ

Στην Καλλιόπη

Στην ίδια θάλασσα
είμαστε δύο κύματα
τον ίδιο βράχο
αγκαλιάζουν τα νερά μας
κάθε μεσάνυχτα σκαλίζω κάποιο όνομα
κάθε πρωί σκαλίζεις κάποιο άλλο.

Στην ίδια θάλασσα
στον ίδιο βράχο
κάθε μεσάνυχτα διαβάζω ένα όνομα
κάθε πρωί διαβάζεις κάποιο άλλο
χωρίς ποτέ μας να συναντηθούμε.

Μα δεν πειράζει
μου είναι αρκετό
να ξέρω τ’ όνομά σου
μου είναι αρκετό
για να σε ονειρεύομαι.

Καθρέφτης

ΤΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Στο καταφύγιο της νύχτας
τα ματωμένα χέρια του
το άψυχο κορμί
ένας επίμονος καθρέφτης
και σε μια γωνιά εγώ.

Εκείνος τίποτα δεν έλεγε
παρατηρούσε μόνο
πότε το άψυχο κορμί, τα χέρια του
πότε το άψυχο κορμί, εμένα
και ποτέ, σαν να φοβόταν,
τον επίμονο καθρέφτη.

ΡΑΓΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Λίγος ο χρόνος για πολλές σκέψεις.
Όλα τελειώνουν ξαφνικά
με κρότους εκκωφαντικούς
κι ανέκκλητα χειροκροτήματα.
Ραγίζουν οι καθρέφτες
σε τμητές αντανακλάσεις
κι η αποκριάτικη ζωή
αφαιρεί τις μάσκες της.

Τελικά, δεν ήμασταν ποτέ
εκείνοι που νομίζαμε
και τα ευτυχισμένα μάτια
ήταν κάποιας άλλης
ενώ εσύ περίμενες
κρυμμένη στους καθρέφτες.

ΑΝΑΓΚΑΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Έχουμε ανάγκη από νύχτες
γιατί τις νύχτες αποκτούν όλα τα όριά τους
και ξαναβρίσκουν σχήμα οι εικόνες της ημέρας
γιατί οι θλίψεις ακονίζουν τους καημούς
και οι χαρές βουλώνουν τις βαθιές οπές
που άνοιγε ο ήλιος στα κορμιά μας
γιατί οι μνήμες μαχαιρώνουν σαν γωνίες
τις κοιμισμένες μεσημεριανές καμπύλες
γιατί τις νύχτες διακρίνουμε ξεκάθαρα
χωρίς να βλέπουμε, με τις υπόλοιπες αισθήσεις
την έκταση του σώματός μας στο κενό
και τη διάρκεια μιας πρωινής αναπνοής.

Ο ήλιος μάς μπερδεύει και μπερδεύει
τα πρόσωπά μας και τις λέξεις
τα περιγράμματα και τις προτάσεις
διαγράφει τόνους, αφαιρεί τελείες
οι φράσεις χαλασμένοι ανεμοδείκτες
πότε σημαίνουν προς τα εδώ, πότε προς τα εκεί
και άλλοτε συχνότερα σημαίνουν προς το πουθενά.
Μπροστά από τον ήλιο είμαστε σκιές
ένα μπουκέτο μαύρο με σκιές
και μέσα σ’ ένα τέτοιο συνονθύλευμα
πώς να ξεχωρίσουν!

τα λόγια και οι πράξεις
τα πράγματα κι οι άνθρωποι
το πρόσωπό μου και το πρόσωπό σου.

Επομένως, έχουμε ανάγκη από νύχτες
για να καταλάβουμε τις μέρες.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Στα παιδικά μας όνειρα υπήρχε μία θάλασσα
και μέσα της ταξίδευαν αμέριμνα τα πλοία
ελεύθεροι κυματισμοί έφερναν ξένα γράμματα
κι ατίθασοι αγέρηδες σκορπούσαν κάθε βλέμμα
στον ανοιχτό ορίζοντα.

Τώρα πια μεγαλώσαμε
τα παραμύθια πέτρωσαν
κτίζουμε κάθε μέρα φράχτες
κομματιάζοντας τα κύματα
χωρίζοντας τα βλέμματα στα δύο.
Τώρα πια δεν υπάρχει μ ία θάλασσα
υπάρχει μόνο το εδώ ή το εκεί
το πρόσωπό μου ή το πρόσωπό σου
ο βυθός μου ή ο βυθός σου.

Ας είναι, μας αρέσουν τα διλήμματα
και μας γερνούν οι απαντήσεις.

ΤΟ ΣΩΜΑ

Το σώμα είναι η Νίκη και
η Ήττα των ονείρων
(Κ. Αγγελάκη-Ρουκ,
Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό)

Ακούστε! ακούστε
το αίμα πώς κοχλάζει στο κορμί μου!
Δείτε! δείτε
πώς ξεπηδά από τις φλέβες των ονείρων!
Μυρίστε! μυρίστε
τα αρώματα της παιδικής μου λήθης!
Πιάστε! πιάστε
τα μαύρα μου μαλλιά να βγούμε έξω!
Πιείτε! πιείτε
το δάκρυ της παλλόμενης καρδιάς μου!
Πιστέψτε! πιστέψτε
πως το σώμα είναι η μόνη μου Αλήθεια!

ΑΦΗΡΗΜΕΝΗ ΤΕΧΝΗ

Όλη μου η τέχνη
δύο τρία σχήματα
χρώματα μπλεγμένα
κόκκινα τετράγωνα
μαυρισμένοι κύκλοι
και γραμμές γαλάζιες
σαν μια πόλη έρημη
σαν οι δρόμοι άδειοι
δρόμοι που μ’ αφήνουν
δρόμοι που ξανάρχονται
απ’ τον γύρω κόσμο
για να διαπεράσουν
τα πρησμένα μάτια μου
πιο αφηρημένοι.

.

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ (2009)

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Ο ΤΟΠΟΣ MOΥ

Ο τόπος μου μια πόλη στον κάμπο,
γεμάτη χρώματα, φώτα, ζωντάνια,
στέκει χαμένος.

Σπίτια που πέφτουν, στέγες και τοίχοι.
Παντού υγρασία, χρόνοι και μούχλα
να τα ρημάζουν.

Τα ερείπια τότε μαζεύουμε όλοι
μέσα σε κάδους, σε σκουπιδιάρικα
να πεταχτούν.

Δίχως περίσκεψη και δίχως τύψεις,
ξεθεμελιώνοντας κάθε παλιό,
χτίζουμε άλλα.

Ο τόπος μου μια πόλη στον κάμπο,
λαμπρή, καινούρια, όπως ανδρείκελο
σε μια βιτρίνα.

Όλα φτιαγμένα απ’ την αρχή,
χωρίς μια πέτρα από το χρόνο
πελεκημένη.

Ο τόπος μου! Το πιο παλιό
σπίτι στην πόλη χτίστηκε χθες
κι αύριο πέφτει.

Μνήμη! Πού να βρεις στήριγμα
να περπατήσεις το πρώτο βήμα
της Ιστορίας;

Πόλη! Πού να βρεις βράχο
να θεμελιώσεις τον εαυτό σου;
Στέκεις χαμένη.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Για τους ταξιδευτές
που δε γύρισαν.

Πήρες το μεγάλο δρόμο
που τραβούν τα πλοία
με σπασμένα ιστία
για το πουθενά.

Χάραξες στον πηγαιμό σου
μια λευκή ευθεία
μες στην τρικυμία
και την παγωνιά.

Ανεβαίνεις τα ουράνια
βήμα βήμα πάνω,
όμως δε σε φθάνω
που ’μαι χαμηλά.

Και κρατώ παρηγοριά
μόνο σου σημάδι
το στερνό σου χάδι
στην υγρή παρειά.

Θα θυμάμαι που ’πες:
«Θα γυρίσω πίσω
μ’ έναν πελαγίσιο
άνεμο μαζί».

Και περνούν οι νύχτες
στο αγνάντι μήπως
του αγέρα ο χτύπος
είσαι πια εσύ.

Ξάφνου όλα χάθηκαν,
η χαρά, η λύπη
κι ένα καρδιοχτύπι
δεν υπάρχει πια.

Πήρες το μεγάλο δρόμο
που τραβάμε μόνοι
δίχως στο τιμόνι
μια κλεφτή ματιά.

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΩΝ ΤΟΙΧΩΝ

Στους μαύρους τοίχους του σπιτιού
ακόμη αχνοφαίνονται σκιές
ανθρώπων που αγαπήθηκαν,
που κοιτάχτηκαν κατάματα
και είπαν μεταξύ τους κάποιο μυστικό
σαν λάμψη που τα χείλη τους ενώνει.
Όταν χορεύει η φλόγα με τα ξύλα,
μοιάζουν οι ζωές τους
σαν το θέατρο σκιών της γειτονιάς.
Θαρρείς πως με τη φλόγα και τη ζέση
παίρνουν ανάσα στους σοβάδες οι φιγούρες,
βρίσκουν ξανά το χρώμα των ανθρώπων.
Καίνε οι καρδιές τους με τα ξύλα.
Πονούν και ερωτεύονται,
πασχίζοντας να ξομολογηθούν
τα μυστικά τους στα ντουβάρια.

Προτού γκρεμίσουμε το σπίτι τους.
Προτού αποδημήσουν για τα σύννεφα
κι αφήσουν πια τον κόσμο μας για πάντα.
Πριν διαγραφούν απ’ τη φτωχή μας Μνήμη.

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΦΕΡΝΕΙ

Ο δρόμος φέρνει κόκκινα λουλούδια,
που φόρεσαν το ρούχο της φωτιάς
και κουβαλούν στα πέταλά τους τον καπνό.

Ο δρόμος φέρνει πεύκα, κυπαρίσσια,
έλατα και πρασινισμένα στάχυα,
βουνά και ταξιδιάρες ανεμώνες.

Ο δρόμος φέρνει τζιτζικίσματα
στο κουρασμένο μεσημέρι μας
και οδοιπόρους τυλιγμένους μες στη σκόνη.

Όλα για να μας πουν πως
ξεκίνησαν και φθάνουν σε λίγο
σκιές πουλιών και αεροπλάνων
πλάι σ’ ανθρώπινες πατημασιές.

Όλα για να μας πουν πως
στην άκρη αυτού του δρόμου
κόσμος λαμπρός κι αθώρητος
με το δικό μας ανασαίνει.

Όλα για να μας πουν πως
δεν πρέπει πια να μένουμε
κρυμμένοι στις πυκνές καλαμποκιές
από το φόβο μη συναντηθούμε.

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Το μήνυμα του κόσμου
είναι το μονοπάτι τού ήλιου στο νερό,
το δάκτυλο που δείχνει προς τα ’κει,
τα σύννεφα που φυλακίζουν τον ήλιο
και το βουνό που τόνε κρύβει
για την άλλη μέρα.

ΔΕΙΛΙΑ

Φοβάμαι πως
όλα όσα πίστεψα
και πάω να πολεμήσω
και να πεθάνω γι’ αυτά
πως είναι μάταιος κόπος.
Και μένω πίσω, αποχαιρετώντας
όσους κινούν στη μάχη να πεθάνουν.

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

ΕΡΩΤΙΚΟ

Στη Γλύκα

Κάθομαι ξυπόλυτος στ’ ακροθαλάσσι
και μαζεύω με τα χέρια μου τις ηλιαχτίδες,
που κουβαλούν τα κύματα.
Συνάζω τους ήχους της θάλασσας,
τις οιμωγές των ναυτικών, τις σιωπές των αβύσσων
κι ένα μπουκάλι ανάμεσά τους
με το χαρτί που μου ’γραψες το «Σ’ αγαπώ».

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

Να κυνηγάς τον Παρακείμενο τι κόπος μάταιος!
Τι θλίψη! Όταν αγκομαχώντας πλάι σου ανηφορίζει
τα σκαλιά του χρόνου ο Ενεστώτας και κάθε ώρα
το λαχάνιασμά του σου θυμίζει το συχνό του πέρασμα.

Εύχεσαι να ‘χαν γίνει όλα ένας Υπερσυντέλικος.
Τι βολικό! Και στον Αόριστο τα φύλλα ενός
παλιού βιβλίου να ιστορούσαν τα μελλούμενα.
Τι ωραίο και να κυνηγάς τα μη μελλούμενα,
κάποια απίθανη υπόθεση με την τυφλή σου πίστη,
βέβαιος πια για την οριστική του πράγματος.

Όλα πλάνες, καθώς το λίγο αεράκι απλώς
θα τα χαϊδέψει, για να σκοτεινιάσουν γύρωθέ μας
όλα σαν τη φλόγα του κεριού που σώθηκε.
Τι ντροπή! Τι κόπος μάταιος! Τι θλίψη!
Όταν αυθαίρετα τον Παρακείμενο θελήσεις
να τον κάνεις Ενεστώτα και να πεις πως είναι
το παρόν και το μέλλον. Τότε εικόνες πέφτουν
τα σκαλιά του χρόνου, χωρίς το αγκομαχητό
και το λαχάνιασμα να ξανανέβουν.

Αυτές έχουν συντελεστεί υπέρ το δέον
κι από καιρό σβήσαν στον άξονα του χρόνου,
που περπατήσαμε οι δυο μας αγκαλιά.

TO MAONENIO ΜΟΥ ΚΟΥΤΙ

Πάντα υπάρχει ένα μαονένιο κουτί
σε μια γωνία σκονισμένο,
γεμάτο από γράμματα.
Όσα δε σου ’στειλα και τα κρατώ
για να ’ρθεις μια στιγμή ολόχαρη
να σου τα δώσω.

Πάντα υπάρχει ένα μαονένιο κουτί
από το δάκρυ καμωμένο,
που ’ναι γεμάτο και δεν τ’ άνοιξες ποτέ,
που κάποια μέρα θα σαπίσει,
μαζί και το χαρτί που κρύβει.
Για να το εντοπίσουν οι αρχαιολόγοι,
ίχνη από ξύλο μες στο χώμα,
και να το ερμηνεύσουν
χωρίς να βρουν ποτέ τους την αλήθεια.
Γιατί το μαονένιο μου κουτί
καμώθηκε για σένα.
Όμως δεν ήρθες.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

ΜΕΤΑΝΙΩΜΑ II

…για τη γνώση

Χωρίς να ξέρω, δίπλα μου
βρίσκεται- χρόνια τώρα η Ιθάκη
και τα φώτα που τρεμίζουν
στον ξάστερο ορίζοντα
είναι οι φρυκτωρίες των σκοπών,
του παλατιού τα τζάκια,
η δάδα της ακοίμητης Ευρύκλειας^
και οι φανοί των βραδινών Θιακιών ψαράδων.

Χωρίς να ξέρω, δίπλα μου
βρίσκεται χρόνια τώρα
ό,τι κυνηγήσαμε ανάμεσα
σε τέρατα και θυμωμένους θεούς,
ό,τι θυσίασα σε μια στιγμή
για τη ζεστή αγκάλη της θεάς.

Χρόνια τώρα δεν έφευγα,
γιατί μακριά μου φάνταζε η Ιθάκη.
Και τώρα που γνωρίζω την αλήθεια,
πρέπει -χωρίς να θέλω πράγματι-
να ξεκινήσω για το νόστο.
Αχ! Κι ήταν ωραία εδώ πέρα!

ΟΠΩΣ ΠΑΛΙΑ

Θαυμάζω πόσα άλλαξαν επάνω σου.
Οι ρόζοι, τ’ άσπρα τα μαλλιά και οι ρυτίδες.
Θαυμάζω πόσα πέρασαν επάνω σου.
Ίχνη βαθιά στο οργωμένο σώμα,
στα φυλλοκάρδια ρίγη πόνου και χαράς.
Θαυμάζω πως τα σφαλισμένα χείλη σου
ακόμη μου μιλούν για έρωτες
και αναδεύουν τ’ άρωμα των πρώτων μας φιλιών.
Πόσα άλλαξαν πάνω σου και πόσα ίδια έμειναν!
Πόσα! Που κρίμα δεν τα πρόσεξα εχθές,
κι ας σε κοιτούσα ώρες μέχρι την αυγή.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

(Σαν τα απρόσωπα ανδρείκελα
στον καμβά του Εγγονόπουλου)

Το είδωλό μου φόρεσε
απόψε στον καθρέφτη
το ακριβό επίσημο
κοστούμι του,
τα καλογυαλισμένα του
παπούτσια
και το χρυσό ρολόι του
πατέρα μου,
σταματημένο από χρόνια
στις οκτώ.

Το είδωλό μου στο γυαλί
φαίνεται αψεγάδιαστο
κι η καλοχτενισμένη κόμη
στεφανώνει
το αδειανό του πρόσωπο
απόψε.
Δίχως τα μάτια για να δει
τον κόσμο,
χωρίς αυτιά γι’ αλλιώτικους
θορύβους
και δίχως στόμα για να πει
τι νιώθει,
το άδειο πρόσωπό του
μαρτυρά
την πρόωρα χαμένη μου
ταυτότητα.

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Τέτοια πράσινη μέρα Θε μου,
που μυριανθίζουν οι ψυχές
κι ο νους ευωδιάζοντας ξεχνιέται,
δεν έχω όρεξη για τίποτε.
Ούτε να πολεμήσω, ούτε να εργαστώ,
ούτε να γράψω, ούτε να σκεφτώ.
Μονάχα να κοιτώ απ’ το παράθυρο
τον ολογάλαζο ουρανό, τα σύννεφα,
το γελαστό τον ήλιο, τα πουλιά,
τα ψάρια στων αφρών τα σάλτα
και το παιδί, όπως υψώνει κάστρα
στην άμμο με τα δυο γυμνά του χέρια.
Μονάχα να κοιτώ απ’ το παράθυρο,
το σπουδαγμένο από σε στον γκρίζο τοίχο
του μοναχού κι υγρού μου δωματίου,
καθώς γεμίζει απ’ τα λερά νερά
που φέρνουν οι κρυφοί κρουνοί του κόσμου.
Μονάχα να κοιτώ απ’ το παράθυρο,
να φεύγω και δυστυχώς να ξανάρχομαι
σαν το σκιαγμένο ψάρι που έφυγε,
πέταξε λίγη ώρα κι έντρομο
γύρισε πίσω στην κλειστή του στέρνα.

ΑΝΑΠΟΛΗΣΗ

Ευτυχία είναι, κάθε γλυκιά ανάμνηση,
κάθε μας γνώριμη οσμή,
κάθε εικόνα μας οικεία,
κάθε φωνή που ακούσαμε
κι η θύμηση που αντανακλάται
στις επιφάνειες των γύρω μας πραγμάτων.

Απόψε νιώθω ευτυχισμένος
με ολόγυρα την πρότερη ζωή μου
τα ξεδιπλώνει μία μία τις πτυχές της.

Απόψε νιώθω ευτυχισμένος
τα αισθάνομαι το παρελθόν
μες στη ζεστή του οικειότητα.

Απόψε νιώθω ευτυχισμένος,
δίχως να επιθυμώ την αναζήτηση
εκείνου που θα ’ρθει σε λίγο
σε διπλωμένες μέσα καλυμμένες πτυχές.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΟΡΔΑΙΑ ΓΗ (2019)

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΥΛΟΥΚΑΤΣΗ

Καρυοθραύστις, τχ. 4 (Απρίλιος 2020)

.

ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ:
ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ – ΔΙΠΛΗ ΔΙΑΝΟΜΗ
Χρήστος Τουμανίδης – Γιώργος Δελιόπουλος,
Εορδαία Γη, εκδ. Ρώμη, 2019

Είναι δώρο σπάνιο –και γι’ αυτό ανεκτίμητο– να συναντηθούν στη ζωή τους άνθρωποι που μπορούν να συνομιλούν άριστα μέσα από τις σιωπές τους. Σ’ αυτούς τους τυχερούς συνοδοιπόρους η σιωπή καίει δίχως παρέα, μοιράζεται και γίνεται λόγος, ταξίδι από το μαύρο στο φως, παραμύθι γεμάτο αλήθεια.
Η Εορδαία Γη είναι προϊόν ενός σπάνιου για τα ποιητικά πράγματα φαινομένου. Ενώ η δημιουργία της ποίησης συνεπάγεται μία πορεία μοναχική, ατομική, ο Χρήστος Τουμανίδης με τον Γιώργο Δελιόπουλο ένωσαν τα βήματά τους σε μια πρωτότυπη ποιητική συνεύρεση, σε έναν μαγευτικό χορό των στίχων τους.
Η γη της Εορδαίας, που δανείζει τον τίτλο στη συλλογή, χωρίς να είναι γενέθλιος τόπος κανενός τους, γίνεται μία έννοια πολύσημη στο βλέμμα, στη ζωή και στη γραφή τους. Η Εορδαία Γη ήταν μόνο η αφορμή. Ο συγκεκριμένος τόπος τούς πρόσφερε το μπαλάκι ενός ιδιότυπου ποιητικού πινγκ-πονγκ. Περπατούν παρέα στην Εορδαία γη και στο νοερό μονοπάτι της ποίησης συνομιλούν. Εσωτερικός και στοχαστικός ποιητής ο Τουμανίδης, «μεταφράζει» τους υπαινικτικούς στίχους του Δελιόπουλου και απαντά με συναισθηματική κι εκφραστική πυκνότητα. Το ιδιωτικό γίνεται στην αρχή συντροφικό και στη συνέχεια, με τη δημοσίευση των ποιημάτων τους, καθολικό· το τοπικό γίνεται οικουμενικό και άχρονο.
Η κοιλάδα της Εορδαίας, πανάρχαια κοιτίδα των Μακεδόνων, περιβάλλεται από τα φυσικά τείχη των βουνοπλαγιών Βερμίου, Σινιάτσικου και Βόρρα. Οι πιθανές εκδοχές της ετυμολογίας του ονόματος (τόπος με άφθονα νερά, αγαπημένη γη, ωραίος, εύφορος τόπος, πλούσια σε ρόδα γη) μαρτυρούν τα πλούσια φυσικά χαρίσματα της περιοχής. Ο μεγάλος αριθμός προσφύγων από τη Μ. Ασία και η αυξανόμενη εκμετάλλευση του ορυκτού της πλούτου σημαδεύουν τη νεότερη ιστορία της. Εργάτες στα λιγνιτωρυχεία και στα εργοστάσια της ΔΕΗ αλλά και δημόσιοι υπάλληλοι κυριαρχούν στην ανθρωπογεωγραφία της. Η σύγχρονη ζωή της επαρχίας σημαδεύει την καθημερινότητά της. Στίγματα του παρελθόντος μένουν στο σήμερα και προδικάζουν το αύριο. Ο τόπος μέσα στον χρόνο νοηματοδοτεί τις ανθρώπινες σχέσεις· η συλλογική μνήμη αλέθεται με την ατομική εμπειρία. Οι δύο ποιητές ενώνουν τα θραύσματα από τα τραύματα που αφήνει η Ιστορία στον άνθρωπο και ο άνθρωπος στη φύση και ξεφεύγουν από τον συγκεκριμένο χώρο, μιλώντας για τον κάθε άνθρωπο, τον κάθε τόπο πέρα από χρονικούς περιορισμούς.
Ο υπότιτλος της ποιητικής συλλογής, από την άλλη, βάζοντας το κτητικό «μας» στον τίτλο του Προυστ – Αναζητώντας τον χαμένο μας χρόνο– παραπέμπει στην αιώνια επιθυμία του ανθρώπου να βγει αυτός νικητής στη μάχη με τον χρόνο. Η μνήμη –λεπίδα στον λαιμό του χρόνου– μπορεί να μην είναι ανώδυνη, αλλά βασανιστική. Ωστόσο, είναι απαραίτητη, αφυπνιστική και μας κρατάει ζωντανούς. Μεταδοτική και συνδετική μνήμη ενώνει τα περασμένα με τα τωρινά. Ξύνει τις ανθρώπινες πληγές και γίνεται φιτίλι για τους ποιητές.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα (Από τη μεριά του Χρήστου) αποτελείται από 26 ποιήματα του Χρήστου Τουμανίδη, απλωμένα σε τέσσερις υποενότητες. Ο Τουμανίδης ανήκει στην λογοτεχνική γενιά του ’70. Οι ποιητές της περιόδου αυτής, πέρα από τις ατομικές διαφοροποιήσεις, έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που διακρίνονται και στην ποίηση του Χρήστου: «Ο ποιητής ταυτίζεται με τις λέξεις, το συναίσθημα και τις αγωνίες. Παλεύει να καταστήσει εφικτό έναν καινούριο διάλογο μεταξύ λέξεων κι ανθρώπων, ύλης και συναισθήματος. […] Παρεμβαίνει εικαστικά στη γλώσσα μέσα από τη λιτή ασάφεια και […] η φράση γίνεται εικόνα. […] Είναι μια προσπάθεια συμφιλίωσης της ιστορίας με τον άνθρωπο, του ατόμου και της κοινωνίας που το περιβάλλει. […] Οι ποιητές της γενιάς του ’70 αξιοποιούν τον μύθο και την Ιστορία ως σύμβολα ή βιώματα για την έκφραση της κοινής μοίρας. […] Το έργο των περισσοτέρων χαρακτηρίζεται από στοχασμό και ήπια μελαγχολία. […] Ευνοούνται οι συνειρμικοί συλλογισμοί με συμβολική προσέγγιση. […] Ο στίχος, αν και πάντα ελεύθερος, διαφέρει από δημιουργό σε δημιουργό […] Επιλέγεται σταθερά η πεζολογική προσέγγιση» .
ΕΝ ΑΡΧΗ…, η πρώτη υποενότητα με οχτώ ποιήματα. Το παιχνίδι αντιθέσεων σε επίπεδο έκφρασης (με κυρίαρχη αυτήν ανάμεσα στον λόγο και τη σιωπή) «σημαίνει» παραστατικά σε επίπεδο νοήματος την εσωτερική ταραχή του ποιητικού υποκειμένου. Ταραχή που δεν πηγάζει από ατομικά προβλήματα, αλλά από τα συλλογικά αδιέξοδα της σύγχρονης κοινωνίας. Το α΄ ενικό πρόσωπο δεν προσδίδει εξομολογητικό τόνο, καθώς συναλλάσσεται με το α΄ πληθυντικό. Ο ποιητής γίνεται κοινωνός και νοσταλγός του τόπου, της ιστορίας και του παρόντος του. Τα φουγάρα των εργοστασίων, τα φορτηγά που κουβαλούν τα χώματα κάνοντας τον τόπο να μοιάζει κλεψύδρα, η μετανάστευση και η προσφυγιά, ο λιγνίτης που μαυρίζει το τοπίο και τις ψυχές, οι στάχτες του θανάτου που σκορπίζονται πάνω σε χωριά και κατοίκους, τα όνειρα που δείχνουν αυταπάτες, όλα διαγράφουν ένα συναισθηματικό πλαίσιο που αγγίζει τα όρια της απαισιοδοξίας με ένα λυρισμό, όμως, τρυφερό, ήπιο. Το μοτίβο της σιωπής που δεσπόζει στα ποιήματα κλονίζεται από τον ήχο των λέξεων που ακούει ο ποιητής να του ψιθυρίζουν ο τόπος, το παρελθόν και ο φίλος του ποιητής.

5
Οι λέξεις,
σηκώνουν πάντοτε στις πλάτες τους
τα βάρη των ανθρώπων.
(Πάθη ανομολόγητα, ψεύδη, σιωπές, αρνήσεις.)
Έτσι όπως σηκώνουνε τα δέντρα τους καρπούς.

Όπως σηκώνει πάνω της η γη, τους τάφους και τις
στάχτες.

Ο χρόνος, με όλους τους αναβαθμούς του, αποτελεί ένα ακόμη δυνατό μοτίβο στα ποιήματα του Τουμανίδη και δίνει τον τίτλο στη δεύτερη υποενότητα, Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΑΡΤΗΣ ΜΑΣ, με πέντε ποιήματα. Όπως στα καβαφικά «Κεριά», ο ποιητής στέκει μελαγχολικός στη γραμμή του χρόνου, κοιτάζοντας πότε πίσω το παρελθόν, πότε μπροστά το μέλλον. Το ταξίδι αυτό τον κερνάει αμφίβολες βεβαιότητες: «Η γεωγραφία των ετών, ιδού, πάνω στο δέρμα» («ΜΙΑ ΝΕΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ»), «Ο χρόνος είναι οι στάχτες μας, οι χτύποι της καρδιάς» («ΚΑΙ ΑΚΟΥΓΑ ΤΑ ΧΩΜΑΤΑ»), «Το διαρκές αβέβαιο· η βεβαιότητά μας» («ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ»).
Ιδιαίτερη και παράξενη μοιάζει η τρίτη υποενότητα, ΣΥΝΟΜΙΛΩΝΤΑΣ: Με τον Μενέλαο Λουντέμη και τον Τζελαλεντίν Ρουμί. Αφορμή για τα έξι ποιήματα της υποενότητας υπήρξαν κάποια αποσπάσματα από τον Έλληνα λογοτέχνη του μεσοπολέμου και τον Πέρση ποιητή του 13ου αιώνα. Τα σύννεφα, οι σιωπές, η φυγή, οι πόλεις και η φύση, το ανελέητο πισωγύρισμα στον χρόνο παντρεύονται στην ιδιότυπη αυτή συνομιλία, βάζοντας στην ποιητική παρέα και τον Γιώργο Δελιόπουλο. Αχνοφαίνεται, τελικά, η αισιόδοξη προοπτική της ποίησης που σκάβει στα σκοτάδια, για να θεμελιώσει τη φωτεινή αλήθεια του λόγου «Στ’ αδέσποτα κουρέλια τ’ ουρανού» («ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΤΟΥ ΜΕΝΕΛΑΟΥ ΛΟΥΝΤΕΜΗ»).
Η τελευταία υποενότητα, ΤΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ, αποτελείται από εφτά χαϊκού, αγαπημένη ποιητική φόρμα του Χρήστου Τουμανίδη. Τα θέματα που τον απασχόλησαν στις προηγούμενες ενότητες επανέρχονται με τη λιτή και πυκνή εκφραστική δύναμη των δεκαεφτασύλλαβων ποιημάτων. Το γκρίζο κυριαρχεί και πάλι.

5
Αύριο, λέω,
μπορεί και τα χρώματα,
να μας ξεχάσουν!

Η χαρά, ωστόσο, της συνάντησης με τον ομότεχνό του Γιώργο Δελιόπουλο μετριάζει, φωτίζει τη θλίψη και την εγγενή μελαγχολία του Χρήστου Τουμανίδη, όπως θα φανεί και στα ποιήματα όπου η συνομιλία γίνεται φανερή σε όλους.
Η δεύτερη μεγάλη ενότητα της συλλογής (Από τη μεριά του Γιώργου) περιλαμβάνει τρεις υποενότητες και 25 ποιήματα του Γιώργου Δελιόπουλου. Ολιγόστιχα και εδώ τα ποιήματα, σε ελεύθερο, κυρίως, στίχο, με φειδωλή στίξη. Ορατά τα ποιητικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Γιώργου Δελιόπουλου: μειλίχιο ύφος, υπαινικτικός τόνος, εσωτερικότητα, υπαρξιακή αγωνία για τον χρόνο και την ανθρώπινη ζωή, στοχασμός πάνω στην ίδια την ποίηση, τολμηρή εικονοπλασία, συναισθηματικός πλούτος.
Αφόρμηση η γη της Εορδαίας, καθώς ο πραγματικός τόπος μετουσιώνεται σε λογοτεχνικό χώρο, όπου αποτυπώνεται η σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του γενικά, όπου κι αν βρίσκεται αυτός. Δημιουργήματα της εποχής και του τόπου μας οι άνθρωποι· κάθε τόπος μάς μιλάει, επηρεάζοντας τις σκέψεις, τα όνειρα, τις αγωνίες μας. Με μια τρυφερή ευαισθησία ο Δελιόπουλος αφουγκράζεται τις άηχες λέξεις, τις βουβές κραυγές, τα αγέννητα όνειρά μας και ντύνει με λόγο τις σιωπές.
Στην πρώτη υποενότητα, ΜΙΚΡΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, εφτά σύντομα ποιήματα αποτυπώνουν, σε κλιμακωτή χρονική πορεία από το ξημέρωμα της Δευτέρας έως τα μεσάνυχτα του Σαββάτου, τις μέρες της καθημερινής ζωής στην πόλη. Η πορεία στην πόλη των αντιφάσεων (ρόδα και στάχτες, γκρίζο και χρώματα) κορυφώνεται την Κυριακή –όλη μέρα– όπου ο οικείος, βιωματικός τόπος μετουσιώνεται σε άχρονο, αφηρημένο, καθολικό τόπο. Εκεί, οι καημοί των ανθρώπων δεν έχουν χωροχρονικούς περιορισμούς και γίνονται έναυσμα για ποιητική δράση. Η πρόδηλη συνομιλία του ποιήματος «ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΛΗ ΜΕΡΑ» με το ποίημα «7» της πρώτης υποενότητας του Τουμανίδη «ακουμπά» στην παπαδιαμαντική φράση «σαν να ’χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου» , αφήνοντας, όμως, τη μικρή λάμψη της ποίησης, λυτρωτικό άυλο καταφύγιο, να σκίζει τα σκοτάδια της αγωνίας.

7
…το φοβερό της άγνοιας το βάθος.

Ο νους μου πάλι στα παλιά
και στα μελλούμενα με πάει.
Κάτω απ’ τον ίσκιο των βουνών.
Εκεί που λάμπουν λίμνες
και πολύχρωμα φτερά.
Ζάζαρη, Χειμαδίτιδα, Πετρών.
Τη Βεγορίτιδα; Ακόμα δεν την είδα.

Λίμνες: ανάστροφοι ουρανοί.
Λίμνες: λιμάνια. Λίμνες: χαλασμοί.
Γλυκά πικρά τραγούδια των νερών.
Και των πουλιών η δόξα.
– Γιώργο, ακούς;
– Ώς πότε, λες, ώς πότε!

(Πανάρχαιοι των ανθρώπων οι καημοί.)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΛΗ ΜΕΡΑ
στα παλιά και στα ήδη μελλούμενα
κάτω απ’ τον ίσκιο των βουνών
δίπλα σε μαύρα χώματα
εκεί που λάμπουν οι λίμνες
–η Ζάζαρη, η Χειμαδίτιδα,
η Βεγορίτιδα, οι Πέτρες–

λίμνες ανάστροφοι ουρανοί
λίμνες λιμάνια των στίχων μου
λίμνες καημοί στον βυθό των αιώνων.

Τα δέκα ποιήματα της επόμενης υποενότητας, ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΣΤΑΧΤΕΣ, συγκεντρώνουν αιτίες κι αφορμές, παρελθόν και παρόν, ζωντανούς και νεκρούς, πραγματικότητα και ουτοπία. Η εξοντωτική χειρωνακτική δουλειά στα ορυχεία διαλύει κι αλλοτριώνει τον άνθρωπο, ο οποίος, αποκομμένος από την πραγματική ζωή, ακροβατεί μεταξύ ονείρου και πεζής πραγματικότητας («ΕΝΥΠΝΙΟ»). Στο ποίημα «ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΕΣ» –το οποίο διαφέρει τεχνικά από τα υπόλοιπα, καθώς επιχειρεί μια μορφική ισορροπία σε αναπαιστικό μέτρο– το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο, θύμα της μαζοποίησης και αποπροσωποποίησης της πόλης, υποκρίνεται. Μόνο στην απόλυτη μοναξιά τολμά να αγγίξει ή να ψάξει την αλήθεια του, που με τόση επιμέλεια κρύβει ολημερίς.
Ιδιαίτερη μνεία στη γυναικεία μορφή αποτελούν τρία ποιήματα. Η έντονη εικονοπλασία στις «ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ» ζωγραφίζει τη μονότονη ζωή που επιφυλάσσει ο τόπος στις γυναίκες. Λόγια, σιωπές, μνήμες στριμώχνονται στη μουντή καθημερινότητα, «και μοιάζει τ’ αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει» . Προσωπικά, με συγκλόνισε το «ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ». Μνήμη και ανάμνηση της γιαγιάς όλων μας, της γυναίκας που, βουβή, δεν τολμά να ονειρευτεί· τής απαγορεύεται να μιλήσει, δεν της επιτρέπονται αντιρρήσεις· σκυφτή, δουλεύει ακατάπαυστα, φορτώνεται κατάσαρκα τον λυγμό και τον πόνο, πεθαίνει στα γεράματα με ελάχιστη ζωή. Στην εικόνα της γιαγιάς μπορεί, βέβαια, να χωρέσει κάθε καταπιεσμένος άνθρωπος, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, εποχής.

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ
Η γιαγιά μου έζησε
με κομμένο λαιμό σιωπηλή
κουβαλώντας αγέννητα όνειρα
έναν πρόσφυγα πόνο στο στήθος
μια βαριά ξενιτιά στην καρδιά
συγυρίζοντας μνήμες στα κάδρα.

Η γιαγιά μου πέθανε
χωρίς να το μάθει ποτέ
αρχές φθινοπώρου στον κήπο
μαζεύοντας κίτρινα φύλλα
θαμμένη στο μαύρο μαντήλι της
με λόγια στα χείλη που πάγωσαν.

Η «ΜΑΝΑ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ» και το «ΗΡΩΟ» είναι ποιήματα εμπνευσμένα από γεγονότα της τοπικής ιστορίας, που, όμως, ξεπερνούν το συγκεκριμένο, στοχεύοντας στην οικουμενικότητα και στη διαχρονικότητα. Άλλωστε, σε κάθε πόλεμο, σε κάθε μάχη, σε κάθε σφαγή το ίδιο αβάσταχτος είναι ο πόνος, το ίδιο «παράλογος» φαντάζει ο ηρωισμός. Οι αδύναμοι του κόσμου, οι φτωχοί και κατατρεγμένοι, πρόσφυγες, ξένοι, παιδιά, απομονωμένοι κι αποκλεισμένοι, μπορεί να μην προκαλούν το βλέμμα των πολλών, αγγίζουν, όμως, την πένα του ποιητή («Ο ΦΤΩΧΟΥΛΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ», «ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΤΑΙΕΙ»).
Η τρίτη υποενότητα, ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΑ, θεωρώ ότι είναι η πιο προσωπική του Γιώργου Δελιόπουλου μέσα στη συλλογή. Η ανάγνωση και μόνο των τίτλων των οχτώ ποιημάτων («Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», «ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΑΓΡΙΩΝ ΣΤΙΧΩΝ», «ΑΠΟΛΕΣΘΕΝΤΑ», «ΜΕ ΣΒΗΣΤΑ FM», «ΠΛΑΤΕΙΑ», «ΩΡΑΙΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ», «ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ», «ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΑ») φανερώνει τον αγώνα του ποιητή να ισορροπήσει, να συνταιριάσει το «μέσα» του με την εξωτερική πραγματικότητα, το χθες όχι μόνο με το σήμερα, αλλά και με το αύριο, την ποίηση με τη ζωή. Παρεκκλίνει από τον κανόνα, βαδίζει αβέβαια κόντρα στο ρεύμα, ανάποδα στην παρέλαση νικώντας με την ποίηση τη φθορά, τον θάνατο, τη στάχτη. Απομονώνει τους ήχους που θέλει, προσπαθεί να πετάξει πέρα από την καθημερινή ρουτίνα, αποφασίζει το ταξίδι ρισκάροντας τον προορισμό, μαγειρεύει το όνειρο με δική του συνταγή. Προσπαθεί να ακούσει τις άηχες λέξεις, τα ανομολόγητα «θέλω». Έχει το προνόμιο να διακρίνει το ωραίο μέσα στην ασχήμια, το αυθεντικό μέσα στις απομιμήσεις, την καρδιά μέσα στην πέτρα, το τραγούδι μέσα στη σιωπή. Δίνει ραντεβού σε μιαν άνοιξη παντοτινή, ανοίγει αγκαλιά μεγάλη στους καινούριους δρόμους που φτιάχνουν τα παιδιά.
Η τελευταία ενότητα της συλλογής (Από τη μεριά του Χρήστου και του Γιώργου) αποτελεί το ΣΗΜΕΙΟ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ. Τρία ποιήματα της λογοτεχνικής διάδρασης των δύο ποιητών επιστεγάζουν όλα όσα θίχτηκαν στις προηγούμενες ενότητες. «Όταν εφάπτονται οι ανθρώπινοι κύκλοι, είναι μαγεία», γράφει ένα σύνθημα σε τοίχο. Η μαγική στιγμή της πνευματικής συνεύρεσης γεννά στίχους, τραγούδι που το χορογραφούν οι ψυχές. Απλώνουν χέρια και καρδιές, παρασύροντας στον χορό όλους: ζωντανούς και νεκρούς, άγιους κι αμαρτωλούς, ψεύτικους κι αληθινούς. Παίζουν μπάλα με τους στίχους τους μέσα στα χαλάσματα του χθες, στην ομορφιά και την ασχήμια του σήμερα. Γεφυρώνουν το παρόν με το μέλλον με θεμέλιο την ποίηση. Νικούν έτσι τον χρόνο, υπερβαίνουν τον χώρο –όχι, όμως, θριαμβευτές, αλλά ταπεινοί κι ευγνώμονες που τους χαρίστηκε το δώρο αυτό. «Μαντεύοντας αόρατες κινήσεις», «ακούγοντας κρυφούς παλμούς», γράφουν και καθώς γράφει ο ένας, ο άλλος, χιλιόμετρα μακριά, διαβάζει τις λέξεις. «Γυμνάζοντας τις λέξεις να σηκώνουν το ανείπωτο», ξοδεύουν αίμα και καρδιά στο συννεφένιο γαϊτανάκι που τους ενώνει, που το κάνουν τεντωμένο σχοινί, για να ακροβατήσουμε κι εμείς μαζί τους.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΑΤΣΗ

FRACTAL 26/05/2020

Για την ποιητική συλλογή των Χρήστου Τουμανίδη και Γιώργου Δελιόπουλου, «Εορδαία Γη» (εκδ. Ρώμη, 2019)

Ιχνηλατώντας την Εορδαία Γη

Η Εορδαία Γη (εκδ. Ρώμη, 2019) είναι μια κοινή ποιητική κατάθεση του Χρήστου Τουμανίδη και του Γιώργου Δελιόπουλου. Χωρίζεται σε τρεις διακριτές ενότητες, στην πρώτη με ποιήματα του Χρήστου Τουμανίδη, στη δεύτερη με ποιήματα του Γιώργου Δελιόπουλου, ενώ στο τέλος του βιβλίου βρίσκονται τρία κοινά ποιήματα στην ενότητα «ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ». Το βιβλίο κοσμούν έργα των εικαστικών Γλύκας Διονυσοπούλου και Άννας Καμπουρίδου, ενώ η γενική επιμέλεια ανήκει στον ποιητή Κ. Θ. Ριζάκη.

Αν και οι ποιητικές γραφές συνομιλούν και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, το παρόν κείμενο θα εστιάσει στην ποιητική γραφή του Γιώργου Δελιόπουλου. Η ενότητα «ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ» χωρίζεται σε τρεις υποενότητες, «ΜΙΚΡΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ», «ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΣΤΑΧΤΕΣ» και «ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΑ». Με την πρώτη ανάγνωση των ποιημάτων, νιώθει κανείς πως πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική ποίηση με μια λυρική, όμως, προσέγγιση της απλής καθημερινότητας του σύγχρονου ανθρώπου. Διαβάζοντας τη «ΜΙΚΡΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ», αισθάνεσαι ότι «διαβαίνεις» τη δική σου συνηθισμένη εβδομάδα: «ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΙ/ μετά τη δουλειά ξαπλωμένος στις ράγες/ κοιτώντας ανάποδα τα τρένα στην άκρη/ ονειρεύομαι πάλι ταξίδια που τέλειωσαν».

Ο Γιώργος Δελιόπουλος εμπνέεται από τα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά του τόπου του, αλλά κυρίως από ανθρώπινα καθημερινά ερεθίσματα που μετουσιώνονται, όμως, σε ανώτερους στοχασμούς και φιλοσοφικούς προβληματισμούς. Στην υποενότητα «ΡΟΔΑ ΚΑΙ ΣΤΑΧΤΕΣ» διακρίνω μια ρωμαλέα γραφή που δε «φοβάται» να αντικρύσει τη σκληρή πολλές φορές πραγματικότητα, την οποία, όμως, διαπερνά, έτσι όπως μόνο ο ποιητής γνωρίζει.

Τον απασχολούν οι ρίζες του. Στο ποίημα «ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ» γράφει αναφερόμενος στη γιαγιά του: «Η γιαγιά μου έζησε/ με κομμένο λαιμό σιωπηλή/ κουβαλώντας αγέννητα όνειρα/ έναν πρόσφυγα πόνο στο στήθος/ μια βαριά ξενιτιά στην καρδιά/ συγυρίζοντας μνήμες στα κάδρα». Στο ποίημα «ΗΡΩΟ» θυμάται τον Μακεδονομάχο καπετάν Φούφα και μέσα από αυτή τη θύμηση μεταλαμπαδεύει τα δικά του μηνύματα: «ορίστε μια νέα Μεγάλη Ιδέα/ να γίνουμε πάλι εμείς». Καταφέρνει μ’ έναν μοναδικό τρόπο να δένει εικόνες του σήμερα με αναφορές του παρελθόντος.

Δε σταματά, όμως, εκεί. Στην υποενότητα «ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΑ» και στο ποίημα «ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΑΓΡΙΩΝ ΣΤΙΧΩΝ» δεν διστάζει ν’ ασκήσει κριτική στον δικό του κόσμο, τον κόσμο των ποιητών, καθώς μιλά με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τους ποιητές: «αν τους διαβάσεις νηστικούς/ βγάζουν τα κρυμμένα νύχια/ αν τους πειράξεις τη σελίδα/ σε κατασπαράζουν».

Η ποιητική γλώσσα του Δελιόπουλου είναι μια γλώσσα χωρίς περιττά στολίδια, της οποίας ο αντίκτυπος στον αναγνώστη είναι δυνατός. Ο ρεαλισμός στη θεματολογία του είναι έκδηλος, μόνο που συχνά ενδύεται το φόρεμα του λυρισμού και τότε μας ταξιδεύει σ’ άλλους τόπους. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα τις «ΩΡΑΙΕΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ» του ποιητή, εκεί που γράφει: «να κρέμονται χαμόγελα στην πόρτα για να μπεις/ χωρίς να παίρνει χάπια η χαρά/ χωρίς να βγαίνει στα μικρόφωνα η λύπη». Φαίνεται πως εδώ θίγει το θέμα της αλλοτρίωσης του σύγχρονου ανθρώπου. Στο «ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ» καταφέρνει με υπερρεαλιστική γραφή να προσεγγίζει θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο του σήμερα.

Ολοκληρώνοντας κάπου εδώ την ιχνηλάτηση της Εορδαίας Γης του Γιώργου Δελιόπουλου, έχω έντονη την αίσθηση μιας στιβαρής γραφής χωρίς τυμπανοκρουσίες, αλλά με εσωτερική ένταση που παράγει το δικό της ήχο.

.

ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ AΓΓΕΛΟΣ (2015)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΖΑΦΕΙΡΗ

FRACTAL 12/04/2017

«Όταν σκόνταψε πάνω μου… ένας Άγγελος»

Όταν πήρα στα χέρια μου την άρτι εκδοθείσα ποιητική συλλογή του κ. Γ. Δελιόπουλου « Επισκέπτης Άγγελος», γοητεύτηκα.

Στο πλαίσιο μιας μοντέρνας (μεταμοντέρνας;) ποίησης ο κ. Δελιόπουλος με ώθησε σε μια προσέγγιση αναγκαστικά μέσω του παραδειγματικού άξονα, αλλά τόσο αληθινή και γι’ αυτό ουσιαστική. Με ένα μειλίχιο ύφος λόγου, που ακόμα κι ο καταγγελτικός του τόνος έφτανε σε μένα σχεδόν ψιθυριστά μ’ έκανε ν’ αφουγκραστώ το γρατζούνισμα που έκανε στον εσωτερικό του κόσμο.

Με μια βαθιά εσωτερικότητα και αυταναφορικότητα, με μια διάχυση στον κόσμο των αισθήσεων και των αισθημάτων κάνει βουτιές κι αναζητά απαντήσεις…Το μοτίβο του ανελέητου χρόνου, η επαναλαμβανόμενη χρήση του επιθέτου χάρτινος («χάρτινα λόγια», «χάρτινη εξώπορτα») , από το οποίο δανείζεται το φθαρτό και το βραχύβιο και η «φτωχή μνήμη» αντιδιαστέλλονται αυτοστιγμεί από «πολύχρωμα πουλιά» με «λαβωμένα φτερά» , για να κατέβει στην Αγορά του κόσμου σαν Επισκέπτης Άγγελος και να λογαριαστεί με τα εγκόσμια.

Έτσι γλιστρά νωχελικά από το θέμα του έρωτα και τις διαπροσωπικές σχέσεις, στη φαιδρότητα της επικοινωνίας και της κατανόησης μέσα από τους μήνες του χρόνου, μέσα σε χρώματα, άοσμα γεγονότα και άυλα στοιχεία. Εκεί παντρεύει το άψυχο με το έμψυχο, αποδεσμεύεται από τα γήινα δεσμά και απλά υπηρετεί το ρόλο του ποιητή.

Ως τέτοιος δε θα μπορούσε να μην ανταποκρίνεται σε οποιοδήποτε εξωτερικό ερέθισμα που σαν κάρφος τον κεντά…, αφυπνίζεται και εν τέλει δημιουργεί! Κάθε ένα από τα ποιήματά του είναι μια κλιμάκωση συναισθηματικής εμπειρίας, που καταλήγει σε μια κορύφωση συχνά απαισιόδοξη.

Αλλά ποιος είπε πως η αποκάλυψη της αλήθειας μας είναι αρεστή πάντοτε;

Οι «καθρέφτες» του είναι απλά τα κάτοπτρα που εικονίζουν είδωλα, μια καλά φτιασιδωμένη πραγματικότητα, που όμως ο ίδιος την ακυρώνει , αφού την απογυμνώνει από τα στολίδια της.

Για όλα τούτα χαίρομαι ιδιαίτερα που μοιράστηκε μαζί μας το πνευματικό του τέκνο .

Σ΄ ευχαριστώ για το ταξίδι…

.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

FRACTAL 22/03/2017

Α] Επισκέπτης Άγγελος : Πάει πολύς καιρός που λάβαμε κι οφείλαμε να καταθέσουμε ήδη την άποψή μας για τη συλλογή του Γιώργου Δελιόπουλου, Επισκέπτης Άγγελος, που επιμελήθηκε η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, τον Δεκέμβριο του 2015. Ομολογούμε πως η έκδοση είναι άψογη και διανθισμένη με θαυμάσια σχέδια κάρβουνου της Γλύκας Διονυσοπούλου, στην οποία είναι αφιερωμένη και η συλλογή. Είναι από τις λίγες φορές που φτάνει στα χέρια μας ένα τόσο άρτιο βιβλίο, που σέβεται πολύ τη σοβαρή ποιητική τέχνη, αυτή που ασκείται, ευτυχώς για μας, μακριά από το πολύπαθο λεκανοπέδιο της Αττικής. Αυτό για το οποίο χαιρόμαστε είναι πως η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, εκδίδει ανάλογα βιβλία, (όπως δηλώνει ο αριθμός έκδοσης), προσπαθώντας να ορίσει το καλλιτεχνικό της στίγμα. Το επαρχιακό τοπίο, που δεν παρέχει ανάλογες ευκαιρίες, χαρίζει τουλάχιστον στον καλλιτέχνη εκείνη την τερπνή μοναξιά που παραμένει πεισματικά μακριά από λυκοφιλίες και αντίξοες χειρονομίες επιβολής υπό τα κάλπικα φώτα της πρωτεύουσας. Επειδή πιστεύουμε πολύ στην Ποίηση και, ευτυχώς ή ατυχώς, οι ποιητές αφθονούν στη χώρα μας, ένα μεγάλο μέρος μιας ιδιαίτερης φωνής ή πνοής, ασκείται στην ενδοχώρα και είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό.

Ο Γιώργος Δελιόπουλος υπηρετεί ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση σε χρόνια δύσκολα λόγω της ύφεσης που νοτίζει στόχους και επιθυμίες, σε μια χώρα ανάξια να εκτιμήσει σοβαρούς καλλιτέχνες, που ζουν μακριά από τη χυδαία δημοσιότητα. Ο Επισκέπτης Άγγελος είναι βιβλίο ετών, αν κρίνουμε τα μέρη ή τις ενότητές του, ΑΓΟΡΑ, ΛΟΓΟΣ και ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ, που εκδίδεται ως δεύτερη μετά την ποιητική συλλογή Μικρός Οδυσσέας, Ιωλκός 2009. Η συλλογή ανοίγει με τον «Επισκέπτη Άγγελο», που υποδύεται ο ίδιος ο ποιητής, ο οποίος και δηλώνει: Θα βάλω καθαρά φτερά / κι αρπάζοντας τον ήλιο / να κατεβώ σαν Άγγελος / στην αγορά του κόσμου. Ο άγγελος εδώ είναι ο αγγελιαφόρος, πρόσωπο των αρχαίων τραγικών, που με τον μονόλογό του εισάγει τους ακροατές – εδώ αναγνώστες – τα όσα η μοίρα τον επέλεξε να μιλήσει, να δει και να στιγματίσει στην αγορά αυτού του Κόσμου. Η κατάβαση στον κόσμο φαντάζει ως παντοτινή μετοικεσία, έστω και με κομμένα φτερά.

1] Τα ποιήματα της ΑΓΟΡΑΣ είναι το απόσταγμα από φάσεις της ζωής που στοιχειώνουν μέσα μας, ίσως προφητικές, αν μην είναι ήδη πραγματικές. Στο πρώτο πεζό ποίημα «Φρουροί», του εν συγχύσει κόσμου, δυο φίλοι, ο ποιητής μαζί με κάποιον Δημήτρη, παίζουνε στα ζάρια-χαρτιά τα ρούχα των ληστών, χωρίς να είναι δικά τους και χωρίς απόφαση να ποντάρουν στον θάνατο των άλλων για να ζήσουν. Στο ποίημα «Τοκογλύφος», ένας πικρός απολογισμός προς την παρελθούσα ζωή των σαράντα χρόνων πήγαν στον βρόντο, ακόμα και ο ερχομός του αγαπημένου προσώπου τον θεωρεί δανεισμένη ευτυχία / βάζοντας τόκο την ανάπηρη ζωή μου / σαράντα πεταμένα καλοκαίρια. Ο δοκιμασμένος χρόνος στο μάταιο, κάνει τον γράφοντα να μην μπορεί να δει, ως μεγάλος πια, την ευτυχία που έχει χάσει πια τη δύναμη και την αίγλη της. Στο «Μαγαζί του τρελού», ένα απλούστατο ποίημα, είναι διάχυτος ο σαρκασμός. Ο τρελός / πουλάει αναμνηστικά / και ομοιώματα συναισθημάτων / πάμφθηνους έρωτες, για ανθρώπους που ζουν το εφήμερο, πουλώντας ακόμα και αγάπη, που δεν υπάρχει κανείς να την πάρει λόγω ελλείψεως ζήτησης. Το «Κάπου αλλού» αφορά την ειλικρινή αγάπη που δεν υπάρχει πουθενά, παρά μονάχα στη σιωπή / αποτυπώματα χαδιών / γραμμένη με τη σκόνη / αποτυπώματα φιλιών. Αυτός ο κόσμος δεν έχει αγάπη, δεν τον αφορά καν η αγάπη. Κάπου αλλού ίσως να υπάρχει. Το ποίημα «Όλοι χάνουμε» αποτελείται από δύο μέρη και ο τίτλος συνδέεται πετυχημένα στο Α΄ Μέρος με το πρώτο στίχο: τα πουλιά όμως όχι – το προνόμιό τους. Αρκούνται στο ελάχιστο. Το πέταγμα για τον άνθρωπο είναι πικρό. Στο Β΄ Μέρος ο Γιώργος Δελιόπουλος αποφαίνεται: με τη φτωχή μας μνήμη / που δεν έμαθε ακόμη / πως μπορεί να προδοθούμε. Έκθεση στην προδοσία. Στο σονέτο «Μικρός Φλεβάρης» περιγράφεται το αδύνατο και το σκληρό της προσωπικής ζωής στον μήνα που, καθορίζοντας το έτος δίσεκτο, το κάνει γρουσούζικο, εκλιπαρώντας τον επόμενο μήνα Μάρτιο, για να βρει τη χαμένη μέρα / ένας χρόνος δίσεκτος ήταν ο ληστής. Στον «Προδομένο Μάη» ο ποιητής εξακολουθεί να ζει με τους χειμώνες, ενώ το καλοκαίρι αργεί, όπως και όμορφοι αιώνες. Απομένει η πίστη για το καλύτερο, αφού έτσι κι αλλιώς τι μπορεί να κάνει κάποιος / μονάχος σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει; «Η σκόνη του αύριο» είναι ένα πεζό ποίημα, που θυμίζει όνειρο με έντονες υπερρεαλιστικές καταβολές. Εδώ το ζητούμενο είναι πού βρίσκεται το πέτρινο κλειδί της χάρτινης εξώπορτας, για να ξεκλειδώσει τον κόσμο της παλιάς αίγλης, αλλά δυστυχώς, ο ποιητής τολμά να πει: δε βλέπω άλλο εφιάλτες με φαντάσματα. Εγώ πού είμαι; Στο ποίημα «Ο φόβος των δέντρων» είναι απειλητικός. Οι στίχοι εδώ βουλιάζουν απ’ τα επίθετα, για να αποδοθεί η ορμή των κλαδιών και της ρίζας για καταστροφή. Φύλλα, κλαδιά και καρποί είναι στο έδαφος για την τελική επιδρομή. Η φύση δεν είναι βάλσαμο κι αποβαίνει εφιαλτική κι επιθετική. Ο ποιητής εύχεται να καούν οι ρίζες που μοιάζουν με ληστές, και να κοπούν τα δέντρα – τρομοκράτες. Η γειτονιά του ποιητή είναι κι αυτή ρημαγμένη, μόνο τα εφηβικά δέντρα απομένουν για να μεγαλώσουν όσο πρέπει. Στον «Μεθυσμένο Ιούλιο» ο ρυθμός είναι πετυχημένος. Το ντεκόρ του ποιήματος είναι μια μεθυσμένη νύχτα Ιουλίου με αλκοόλ, κι ερωτική διάθεση σε ξέφρενη χρυσή ανάσα άμμου… με τα σκαλισμένα σου φιλιά πάνω στα χείλη. Η δεύτερη στροφή του ποιήματος αρχίζει με μια εξαιρετική αντίφαση: Έτσι ξεχνώ ευχάριστα αυτούς που με μισούν / και λησμονώ ανώδυνα εκείνους που μ’ αγάπησαν. Αν απομένει κάτι στη μνήμη που αντιμάχεται το μίσος είναι αυτή η σκηνή. Η «Φυγή» που ακολουθεί, είναι ένα εξαιρετικό ποίημα. Στον τίτλο μπαίνει ερωτηματικό. Το πολύτιμο πρόσωπο, ο άλλος, απομένει στην κάμαρα μαζί με τον ποιητή μέχρι που αποχωρεί ως περιττός. Η συντροφιά (ως παρουσία ανθρώπινη ή ως άσκηση τέχνης) είναι κι αυτή καταδικασμένη. Ο γράφων φέρει ο ίδιος την ευθύνη ενός φορτίου λέγοντας: και θα φορώ κατάμονος / τα μουσκεμένα ρούχα / με τα δάκρυα της πόλης / βαρύς από την τόση λύπη / θα γυρεύω τη φυγή/. Μα κλειδωθήκαμε μαζί / τα ρούχα μου κι εγώ / ας ήταν έστω κι άλλα μάτια / να μοιραστούμε δάκρυα / ή τη συνομωσία της χαράς. Στο επόμενο ποίημα «Γιατί φοράς κλουβί;» αποδεικνύεται πως η καταφυγή σ’ αυτό δίνει την ασφάλεια της παρατήρησης ήδη από την μικρή ηλικία: κι από μικρός χαζεύω το αύριο / κοιτώντας μέσα από τις τρύπες / από στενά χωρίσματα / ανάμεσα σε σίδερα / ανάμεσα στους άλλους / ανάμεσα σε μένα και σε μένα… / παρ’ όλο που κάθε καινούργια μέρα μια θηλιά. Στην «Αθανασία» η αιώνια κι ασφαλής ζωή απαιτεί τη συνεχή αλλαγή ρούχων, αλλά στο τέλος τελείωσαν τα ρούχα του κι απέμεινε / κάπου γυμνός χωρίς ψυχή. Η δυσκολία ενός χαρακτήρα να μένει ακέραιος στην καθημερινότητα που απαιτεί ελιγμούς και πισωγυρίσματα. Ακολουθεί το θαυμάσιο λυρικό ποίημα «Αναγκαία υπόσχεση», αφιερωμένο στη Γλύκα, αποτελεί μια ερωτική υπόσχεση πως η αγάπη θα μείνει ακέραιη και σταθερή για την ερωμένη, παρ’ όλο που το γήρας είναι αναπόφευκτο για τον ίδιο τον ποιητή. Η «Παρηγοριά», ποίημα αφιερωμένο κι αυτό στη Γλύκα, είναι και αυτό εξαιρετικό. Η ψυχρή, ηλεκτρονική ζωή-εποχή έχει ως αντίβαρό της την ειλικρινή αγάπη. Το «Περιμένοντας τ’ ανέλπιστο» είναι σπουδαίο σπάραγμα. Το διάστημα των πενήντα χρόνων παρακμάζει τον ποιητή που λέει: από την τόση πείνα έγινα ζητιάνος σου / από τον λίγο χώρο στένεψε ο νους μου. Η σκέψη της αγαπημένης κατάντησε πήλινη φυλακή – ερωτική εμμονή. Το ποίημα «Ελπίδα» αποτελεί μια έκκληση αν και Πάντα υψώνεται ανάμεσά μας κάποιος τοίχος για επαφή και στοργή, που είναι ικανή, Για να περνούν απέναντι οι καρδιές μας / στο διπλανό δωμάτιο / στην άγνωστη αυλή / στο εχθρικό μας σπίτι. Ο «Αναξίμανδρος»[2] μιλάει για την αιώνια αλήθεια που ισχύει ίσαμε σήμερα: να μιλήσει την Αλήθεια του / να πει ότι ποτέ δεν ήμασταν / εκείνο που πιστέψαμε / ότι ο κόσμος πλάστηκε αλλιώς / και οι σοφοί μας έμαθαν στο λάθος.

2] Ο ΛΟΓΟΣ αφορά τον ποιητικό λόγο και τη σημασία της γλώσσας, με το ερώτημα αν μπορεί ένας τεχνίτης να μιλήσει για τα αιώνια και άλυτα θέματα της ζωής. Η «Γλώσσα των ανθρώπων» είναι ποίημα, στο οποίο ομολογείται πως η κατάκτηση της γλώσσας δεν αρκεί παρ’ όλο που η γλώσσα κρύβει ανοιχτές πληγές / άλλοτε γιατρεύονται κι άλλοτε σκοτώνουν, καταλήγοντας: πως δε γράφεις τη ζωή μοναχά με λέξεις / κι απ’ τις λέξεις μόνο δε γνωρίζεις τίποτα. Ακολουθεί το εξαιρετικό ποίημα η «Ποιητική» που αφορά την τέχνη του δημιουργού το αίμα της ψυχής που διαφέρει άρδην με τη σχέση- τακτική-συμπεριφορά του αναγνώστη σχετικά με την αντιμετώπιση ενός ποιήματος. Στο επόμενο «Ποίηση» αποκαλύπτει την κοινή διαπίστωση κάθε τεχνίτη πως αυτή η τέχνη μας κάνει πιο ευαίσθητους / για να πονάμε ευκολότερα, αφού δεν υπάρχει περίπτωση ο ποιητής να γίνει καλύτερος ως άνθρωπος. Η ευαισθησία όμως αυτή έχει σχέση με την ωμότητα των ποιητών, επειδή σκοτώνουν τους καλύτερους στίχους / τις ωραιότερες λέξεις / την Ποίησή μας και τον Ποιητή. Στην «Υπόσχεση φωτιάς» αφορά την ακραία στιγμή της ζωής που οδηγεί στη δημιουργία, το πάθος και η αναμέτρηση με τις λέξεις. Το πεζό ποίημα «Λόγια στο τζάκι» δίνει την απαλλαγή από την τύρβη του κόσμου με το να προτείνει: Βρες μια γωνιά χωρίς κανένα όνειρο, δίχως αρώματα, δίχως φωνές ή ένοχα επίθετα… Η «Υπενθύμιση» αφορά το μαχαίρι (ζοφερές μνήμες της δημιουργίας), που θα επιστρέφει με τα σβησμένα γράμματα / κι όπως τα ξαναγράφεις / θα σε πληγώνει πάλι. Στους «Ένοχους στίχους» ο ποιητής μπορεί και ανοίγει κλειστές πληγές / κι όλο θυμίζουν / τα παλιά εγκλήματα / που σβήνουμε απ’ τη μνήμη. Στο επόμενο ποίημα η ποίηση αφορά τις λέξεις και τους ανθρώπους, η καθημερινότητα του μόχθου κάνει τους τεχνίτες να ονομάζονται στον τίτλο «Βαφείς του Γκρίζου». Στο πεζό-ποίημα «Άρρωστη μνήμη» με τις υπέροχες εικόνες αφορά μια επίκληση στον ποιητικό λόγο για θεραπεία που δεν επιτεύχθηκε ποτέ. Ο Απόστολος του Ιησού, ο Σίμων Πέτρος, λειτουργεί ως δείγμα πειθαρχίας και υποταγής στην ποιητική τέχνη. Το ποίημα «Σύνθημα» αρχίζει: Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη. Η ποιητική τέχνη δεν εντάσσεται σε εργασία, είναι ίσως μάταιος ο κόπος και ο στόχος αντιστρατεύεται με τον μόχθο του εργάτη, γι’ αυτό έχουν πάντα δίκιο οι άλλοι. Το «Επίμονα ερωτηματικά» για την ύπαρξη και την ποιητική τέχνη γίνονται καρκινώματα που ίσως αποβούν μοιραία στο μέλλον. Ο χρόνος «Μέλλοντας» ως τίτλος στο επόμενο ποίημα προδίδει τον ποιητή γιατί Ποτέ του δεν θα γίνει ενεστώτας – μόνο θα και θα – ποτέ του. «Ο θλιμμένος Σεπτέμβρης» είναι ένα εξαιρετικό ποίημα με θαυμάσιες εικόνες. Η ζωή του καλοκαιριού χάνεται στο φθινόπωρο των στίχων που παραμένουν χωρίς απάντηση: πού πέταξαν τα χάρτινα πολύχρωμα πουλιά; / γιατί κρατώ θλιμμένα πλαστικά λουλούδια; / πώς φόρεσε ο ήλιος το βαρύ σύννεφο; / μα δε σου έχω έτοιμη απάντηση ακόμα. Οι γαλάζιοι «Σαλτιμπάγκοι» που άλλοτε διασκέδαζαν τον κόσμο, πούλησαν τα σύνεργά τους και κατήφεια έχει πέσει στην κοινωνία, καταλήγοντας στην ανευθυνότητα: έχουν γίνει σαν εμάς / καθωσπρέπει κύριοι. Τα λόγια της ποίησης είναι «Επείγοντα λόγια», κι ας ματώσουν τα λόγια, δε με νοιάζει. / Η ώρα έφτασε λοιπόν κι ας μη αργούμε / σήμερα πρέπει, τώρα! τώρα! τώρα! Το πεζό ποίημα, η «Ταμπακιέρα», κερδισμένη από τον ληστή με σημαδεμένη τράπουλα πρέπει να επιστραφεί σ’ αυτόν και πάλι. Τα τσιγάρα δεν αρκούν, αν και μερικές φορές το κάπνισμα είναι για τη λήθη. Ο ποιητής συστήνει να κλειδωθούν οι πόρτες τις νύχτες, γιατί περαστικοί ληστές ψάχνουν ξεκλείδωτες εισόδους. Οι ταμπακέρες γι’ αυτούς που δεν καπνίζουν είναι για κρυψώνα τιμαλφών ή το σπουδαιότερο: για πολύτιμα λόγια, χωρίς αντίκρισμα. Στο ερωτικό ποίημα «Για να σε ονειρεύομαι», το όνειρο είναι προτιμότερο από το όνομα παρά η συνάντηση. Μα δεν πειράζει / μου είναι αρκετό / να ξέρω τ’ όνομά σου / μου είναι αρκετό / για να σε ονειρεύομαι.

3] ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ. Στο πρώτο ποίημα της συλλογής «Το καταφύγιο της νύχτας» ο καθρέφτης και ο ποιητής είναι μόνοι. Ο καθρέφτης παρατηρεί ψυχρά και ο τεχνίτης καταγράφει. Το είναι και το φαίνεσθαι ως μία πραγματική μάχη για την αλήθεια. Στους «Ραγισμένους καθρέφτες» ο πρώτος στίχος: Λίγος ο χρόνος για πολλές σκέψεις, μας ανακαλεί στη μνήμη το χρέος του ποιητή για να μιλήσει. Η επιφάνειά του κάθε καθρεφτη ραγίζει, όταν όλα τελειώνουν ξαφνικά κι απομένει μόνο η διαπίστωση: Τελικά, δεν ήμασταν ποτέ / εκείνοι που νομίζαμε / και τα ευτυχισμένα μάτια / ήταν κάποιας άλλης / ενώ εσύ με περίμενες / κρυμμένη στους καθρέφτες. Το «Απολεσθέντα» αφορούν την απάτη του ποιητή ως Κληρονόμος / μιας πέτρινης μάσκας / τη φορούσα για σένα / και τη δούλευα χρόνια /είχα βάλει καθρέφτες για τα μάτια. Η μάσκα σπάει για να δει τα ερείπια μιας σχέσης. Στο πεζό συμβολικό ποίημα «Διαίρεση», έχουμε τον Ιησού στη σκηνή του Μυστικού Δείπνου, που εξελίσσεται εδώ σε μια θαυμάσια παραλλαγή του. Μοίρασμα άρτου και οίνου σε όλους τους μαθητές. Ο Ιησούς δεν κρατάει τίποτε για τον εαυτό του. είμ’ ένα κούφιο σώμα, ένας άδειος αμφορέας! Τότε οι μαθητές σηκώθηκαν κι έφυγαν, αφήνοντάς τον μόνο για να σταυρωθεί. Η προσφορά και η ανιδιοτέλεια ανταποδίδεται με τη μοναξιά στην καταδίκη. Το πεζό ποίημα «Χρωμοσώματα» αφορά τον καλλιτέχνη που είναι ικανός να διαχέει το βλέμμα του στα χρώματα του κόσμου κι ας γεννήθηκε από μια γκρίζα μάνα. Η πραγματικότητα που είδε έξω από τη μήτρα τον δυσκολεύει να επιλέξει χρώμα. «Ο αόρατος πατέρας» αφορά τον πατέρα που τολμά να δηλώσει στον γιο που έχει φύγει από καιρό / και τρέχεις στη ζωή /… και τώρα / είμαι πάλι εκεί / να σε κοιτώ χωρίς να με κοιτάς / με τη ματιά της απουσίας μου / εγώ, ο αόρατος πατέρας σου. Η «Κληρονομιά» είναι ένα ποίημα που αφορά τις πληγές, τις χίμαιρες που αφήνει ο ποιητής στον άλλον – αναγνώστη; – και που δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσει. Αναμφίβολα, το ποίημα «Αναγκαίες νύχτες» είναι κορυφαίο. Στις νύχτες αποκτούν όλα τα όρια τους. Ο άνθρωπος τότε μόνο βλέπει ξεκάθαρα. Ο ήλιος μπερδεύει και προκαλεί σύγχυση. Μπροστά από τον ήλιο είμαστε σκιές /… Επομένως έχουμε ανάγκη από νύχτες / για να καταλάβουμε τις μέρες. Το ποίημα «Εντός ζωής» έχει ως πρώτο στίχο κάποιο Αττικό νεκροταφείο. Μνήμες που βασανίζουν ανθρώπους εντός ή εκτός ζωής. Εκτός τειχών ή εντός ζωής / οι άνθρωποι αφήνουν / στ’ απωθημένο σχήμα τους / μαρμάρινα σημάδια. Η ζωή των ανθρώπων και μετά θάνατον η μνήμη αυτής ζωής, μαρμαρωμένη στη σκέψη μας. «Μινώταυροι»: στο κορυφαίο αυτό ποίημα ο ανάμικτος μυθικός ήρωας, είναι ένα τέρας με τα ελαττώματα του ανθρώπου ή του θεού. Η οποιαδήποτε αναμέτρηση με τη ζωή, ακόμα και με τη τέχνη, είναι μια μάχη ονειρική με δαίμονες και χάρτινες μορφές. Τώρα όμως δεν υπάρχουν οι λαβύρινθοι / και οι ξένοι δεν μου στέλνουν τα παιδιά τους. Ο ποιητής επικαλείται να βρεθεί μια Αριάδνη /… για να κρύψω τους ελεύθερους μινώταυρους. Η «Παιδική θάλασσα», (η καλύτερη εποχή του ανθρώπου είναι η παιδική ηλικία), αφορά μια θάλασσα, όπου / κι ατίθασοι αγέρηδες σκορπούσαν κάθε βλέμμα / στον ανοιχτό ορίζοντα. Η ενηλικίωση είναι σαφώς τραγική: θάλασσα δεν υφίσταται, αλλά υπάρχει μόνο το εδώ ή το εκεί / το πρόσωπό μου ή το πρόσωπό σου / ο βυθός μου ή ο βυθός σου. Η «Ημερομηνία λήξης» (εξαίρετο) είναι ένα ερωτικό σπάραγμα από την εποχή που το σώμα της αγαπημένης ήταν έφηβο κα με τον χρόνο Τώρα σκουριάζει το κορμί σου απ’ τα χρόνια. Ο έρωτας, ακόμα και ο σαρκικός, έχει ημερομηνία λήξης. Μας ξαφνιάζει κάπως οι στίχοι του τέλους: Τώρα το είδωλό μου ράγισε στο βλέμμα σου / και δεν ποθώ να σε αναζητήσω άλλο / τώρα πια γέρασες πολύ και δεν μου κάνεις. «Το σώμα» είναι ποίημα με δυνατό, αιχμηρό συναίσθημα. Ο ποιητής έρχεται σε σύγκρουση με τον εσωτερικό του κόσμο, λες και τον αποποιείται, συγκρίνοντας τον με τη σάρκα. Μιλάει για το αίμα που κοχλάζει… και πώς ξεπηδά από τις φλέβες των ονείρων! για τα αρώματα της παιδικής λήθης / Πιείτε! Πιείτε / το δάκρυ της παλλόμενης καρδιάς μου! και καταλήγει: πως το σώμα είναι η μόνη μου Αλήθεια! Το ποίημα «Χρυσόσκονη» αφορά αυτούς που δίνουν εμπιστοσύνη σε δαίμονες κι ανθρώπους / που κρατούν χρυσόσκονη, έστω κι αν πάντα αμφιβάλλουμε / κι όλο να ρωτάμε…. Απλώς / είμαστε πλασμένοι / με ωραία μάτια / για να διακρίνουμε / σκόνες και χρυσούς / σκόνες και κομμάτια. Η υποχώρηση πότε στους μεν και πότε στους δε είναι κοινή τακτική επειδή διαθέτουμε ωραία μάτια. Η συλλογή ολοκληρώνεται με το ποίημα, «Αφηρημένη τέχνη». Η κατάκτηση της ποίησης παρομοιάζεται με δυο τρία σχήματα / χρώματα μπλεγμένα / κόκκινα τετράγωνα / μαυρισμένοι κύκλοι. Η πόλη έρημη και δρόμοι που μ’ αφήνουν / δρόμοι που ξανάρχονται / για να διαπεράσουν / τα πρησμένα μάτια μου / πιο αφηρημένοι. Ο τεχνίτης πάντα προχωρεί στα σκοτεινά και σημασία έχει, βέβαια, η αποστολή του για να βρει-ανακαλύψει το τέλειο αποτέλεσμα, το άρτιο ποίημα.

4] ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ: Ο Επισκέπτης Άγγελος, είναι ένα σπουδαίο ποιητικό βιβλίο με κατεκτημένη γλώσσα και πολλαπλή θεματική. Ο Γιώργος Δελιόπουλος πριν περιγράψει ως άγγελος ό,τι είδε και να το αναστήσει στα μάτια μας με τις ενότητες ( 1. ΑΓΟΡΑ: Κοινωνία, η Καθημερινότητα και η Ποικιλία της, 2. ΛΟΓΟΣ : Η Ποιητική Τέχνη, η Δυσκολία της Γλώσσας ως Αποτύπωση της ζωής και ως Γεφύρωμα οποιαδήποτε σχέσης και 3. ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ: Το Είναι και το Φαίνεσθαι των πραγμάτων-ανθρώπων ) μελέτησε κι αφομοίωσε την τεχνική του από την ελληνική και την παγκόσμια ποιητική παραγωγή. Είναι ικανός να γράψει τόσο απλά ποιήματα όσο κι ερμητικά, εμπλουτισμένα με θαυμάσιες εικόνες, πότε συμβολικές και πότε υπερρεαλιστικές, για να αποδώσει την ουσία ενός ερειπωμένου κόσμου. Στη συλλογή αυτή έχει καταπιαστεί με όλα εκείνα που στιγματίζουν τη ζωή μας και τα αποδίδει με μια θαυμάσια έκφραση, της οποίας η δυναμική σφραγίζει βαθιά τον αναγνώστη. Ο Γιώργος Δελιόπουλος ο Ποιητής της Κοζάνης, είναι πλασμένος να μας δώσει σπουδαία πράγματα. Χαιρόμαστε επίσης ιδιαίτερα που η Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης συμπεριέλαβε στην καλαίσθητη λογοτεχνική σειρά της αυτό το βιβλίο. Στο κάτω μέρος του εξωφύλλου η φράση οίκος βελτιώσεως αποκαλύπτει τη σοβαρή αποστολή των μελών του πολιτιστικού επιτελείου της βιβλιοθήκης για έκδοση σημαντικών βιβλίων. Για μας, τουλάχιστον, δεν μένει άλλο, παρά να ευχηθούμε τη συνέχεια της λαμπρής αυτής προσπάθειας.

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS.GR/11/9/2016

Με μία ακόμη ποιητική συλλογή, ο Γιώργος Δελιόπουλος, «επισκέπτης άγγελος» (Κοβεντάρειος Δημοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης, 2015), σαν οδοιπόρος των λέξεων στις δύσβατες διαδρομές των στίχων, επιβεβαιώνει τις θετικές κριτικές που είχε λάβει από την πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα. Η ποίηση δεν αποτελεί για τον Δελιόπουλο μία αυθόρμητη καταγραφή στείρων σκέψεων σε μορφή στίχων μετά από μία ολιγόμηνη διαδικασία. Αντίθετα, είναι εμφανή τα σημάδια από τα “βασανιστήρια” και τις κακουχίες κατά την αναζήτηση της άρτια έκφρασης.

Υπαρξιακές και κοινωνικές αγωνίες συναντώνται και διασταυρώνονται μέσα από αλληγορίες και κριτικές προσεγγίσεις, αναδύοντας ένα άρωμα απογοήτευσης από τη μούχλα που περικλείει τον ποιητή. Εύληπτες κοινωνικές αλληγορίες συνδέονται με υπαρξιακές αναζητήσεις μέσα από μία στοχαστική διάθεση (ο φόβος των δέντρων). Μιλά για την κοινωνική αδιαφορία και τον ατομισμό (φρουροί, τοκογλύφος, το μαγαζί του τρελού), τα όνειρα (η σκόνη του αύριο, λόγια στο τζάκι, ελπίδα) και τις συμβάσεις της ζωής (γιατί φοράς κλουβί;), την ευπιστία (όλοι χάνουμε, προδομένος Μάης) και την πολιτική (ένοχοι στίχοι, σύνθημα, σαλτιμπάγκοι).

Ακόμα και ο έρωτας αποκτά μία υπαρξιακή διάσταση στην ποιητική του (κάπου αλλού, παιδική θάλασσα) πλάι στην αγάπη (αναγκαία υπόσχεση, παρηγοριά, χρωμοσώματα, ο αόρατος πατέρας). Ο δημιουργός μοιάζει να αναζητά μία χαμένη ταυτότητα (διαίρεση, το καταφύγιο της νύχτας, επείγοντα λόγια). Εκθέτει τις αγωνίες του για το χρόνο (μικρός Φλεβάρης, προδομένος Μάης, το καταφύγιο της νύχτας, παιδική θάλασσα), ενώ στοχάζεται ποιητικά για την ίδια την ποίηση και τη γλώσσα (μέλλοντας, υπενθύμιση, ποίηση, υπόσχεση φωτιάς, ποιητική, η γλώσσα των ανθρώπων, επείγοντα λόγια, ταμπακιέρα).

Αξίζει να υπογραμμίσουμε τη στιχουργική ποικιλία του Δελιόπουλου. Τούτη κινούμενη πάνω στον υπερρεαλιστικό άξονα των κοινωνιοϋπαρξιακών του αγωνιών, “σπάει” τη μονοτονία· πεζοποιήματα (φρουροί, διαίρεση, η σκόνη του αύριο, λόγια στο τζάκι, απολεσθέντα, άρρωστη μνήμη, ταμπακιέρα) ή στιχουργήματα με έντονα πεζολογικά στοιχεία (εντός ζωής, επείγοντα λόγια, κληρονομιά, τοκογλύφος, μεθυσμένος Ιούλιος, ο φόβος των δέντρων, αναγκαία υπόσχεση, ελπίδα, ποιητική, βαφείς του γκρίζου, θλιμμένος Σεπτέμβρης) συμπλέκονται με συνθέσεις έμμετρες (επισκέπτης άγγελος, όλοι χάνουμε, υπόσχεση φωτιάς, υπενθύμιση) και ελευθερόστιχες ομοιοκατάληκτες και μη (όπως το σονέτο μικρός Φλεβάρης).
Και η ανομοιομορφία τούτη προσδίδει έναν πλουραλισμό ύφους και έναν στιχουργικό πλούτο που αναδεικνύουν την αγωνία του ποιητή και τον συνεχή πειραματισμό του με στόχο την τελειότερη έκφραση. Η ίδια, άλλωστε, πολυμορφία παρατηρείται και στα ποιητικά υποκείμενα.
Το α΄ ενικό διατηρεί μία δίσημη διάθεση, αποφεύγοντας με φροντίδα τον ποιητικό εγωκεντρισμό, μια και το υποκείμενο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ποιητικού κάδρου και του κοινωνικού συνόλου, δίχως να χάνει την αυτονομία μιλώντας προσωπικά. Και τούτο υποστηρίζεται από την εμφάνιση του αφηγηματικού γ΄ γραμματικού προσώπου και ενός β΄ ενικού. Το τελευταίο υπερασπίζεται και ένα υπόκωφο διαλογικό ύφος (η σκόνη του αύριο, θλιμμένος Σεπτέμβρης, ελπίδα, λόγια στο τζάκι) σε συνδυασμό με ερωτήσεις (γιατί φοράς κλουβί;, επίμονα ερωτηματικά) και το α΄ πληθυντικό πρόσωπο -ως συλλογικό υποκείμενο- (φυγή;, σύνθημα, επείγοντα λόγια).

Μέσα από τον πλούσιο ποιητικό του λόγο ξεπηδά μία ζωηρή εικονοπλασία. Κοινωνικά στιγμιότυπα καθώς συμπλέκονται με την ανοίκεια μεταφορική έκφραση, τις λανθάνουσες αντιθέσεις και τις επιμελημένες επαναλήψεις, “ντύνουν” το ποιητικό καναβάτσο με κίνηση και ήχους παρά τα μουντά χρώματα που επιλέγει συνειδητά ο δημιουργός σαν σκονισμένους χώρους.
Εντυπωσιακές μεταφορές που στηρίζονται σε μία ανοικείωση που ξαφνιάζει τον αναγνώστη/ακροατή, καθώς συνδυάζουν το εικαστικό με το συναισθηματικό και το στοχαστικό. Έτσι αναδύεται ένας πλούτος συναισθημάτων και στοχασμών -υπαρξιακών ή κοινωνικών- πλάι σε οξυμένες αισθήσεις μέσα από τη σουρεαλιστική εικονοπλαστική ζεύξη λέξεων σε πρωτότυπους προσδιοριστικούς συνδυασμούς. Η συνειρμική ισχύς της εκφραστικής του αφήνει ανεμπόδιστα τα συναισθήματα και τα μηνύματα να αναβρύζουν.

Έτσι οι καθαρές εικόνες αναδύονται πιο φωτεινές, ακόμα και στο νυχτερινό τοπίο, σχεδόν απαστράπτουσες μέσα από την αντίθεση που συνειρμικά στιχουργεί. Άλλωστε, σχεδόν όλη η συλλογή οικοδομείται ακριβώς πάνω στη συνειρμικότητα· από αυτήν αναδύονται αυθόρμητα οι στοχασμοί και οι αγωνίες του Δελιόπουλου.

Οφείλουμε, από την άλλη, να υπογραμμίσουμε την οικειότητα του δημιουργού με τη λογοτεχνική παράδοση. Αξιοποιεί αρχαιοελληνικούς μύθους (εντός ζωής, Αναξίμανδρος, η σκόνη του αύριο, Μινώταυροι) και στοιχεία από τη θρησκευτική παράδοση (άρρωστη μνήμη, φρουροί, απολεσθέντα). Ωστόσο, τούτα εντάσσονται -με μέτρο χωρίς να μονοπωλούν- στη δική του ποιητική έκφραση και αναζήτηση προσδίδοντάς το δικό του κοινωνιοϋπαρξιακό περιεχόμενο.
Αναλόγως συχνή είναι η εμφάνιση του ουρανού και των πουλιών (ο φόβος των δέντρων, μεθυσμένος Ιούλιος, λόγια στο τζάκι, ένοχοι στίχοι, όλοι χάνουμε, θλιμμένος Σεπτέμβρης) ξεπερνώντας όμως και τη δημοτική παράδοση και τη σαχτουρική αλληγορία. Ο ουρανός του Δελιόπουλου δε συμβολίζει μόνο τον πνευματικό κόσμο και την ποίηση, αλλά μάλλον τη δική του ουτοπία.

Οφείλουμε, επιλογικά, να υπογραμμίσουμε ότι η ποιητική του, παρά τη βασανιστική επεξεργασία του στίχου, δεν είναι εγκεφαλική. Παραμένει συναισθηματική σε κάθε λέξη μέσα από τη συνειρμικότητα. Αποφεύγει την περιγραφική ποίηση αφήνοντας τα εικαστικά χαρακτηριστικά της στιχουργίας του να ξεπροβάλλει ελεύθερη και διαυγής, όπως η ποιητική του αγωνία.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ο ποιητής σαν άγγελος

Εξάλλου, τι μπορεί να κάνει κάποιος
μονάχος σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει;

Αν είναι το ποιητικό υποκείμενο που δηλώνει την τραγική του απομόνωση, τότε οι στίχοι αυτοί του Γιώργου Δελιόπουλου συνοψίζουν με τον λιτό και εύγλωττο τρόπο τους τον ποιητικό του κόσμο. Και το ερώτημα, που θέτει με τους στίχους του, έχει απαντηθεί ποιητικά πάλι, γιατί είναι η μοίρα των ποιητών να επωμίζονται τις δύσκολες απαντήσεις στα αναπάντητα ερωτήματα:
κληρονόμος πουλιών / πρέπει / έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω (Μίλτος Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής)

Ο Γιώργος Δελιόπουλος, θα σχηματίσει ποιητικά τη μορφή αυτού του Άγγελου / Ποιητή, και θα δημιουργήσει τρεις ποιητικούς τόπους για να χωρέσουν την περιπλάνησή του: Αγορά, Λόγος, Καθρέφτης. Θα αμφισβητήσει για λίγο τη θνητή υπόστασή του, προκειμένου -σαν μια ζωντανή πτητική μηχανή- να πάρει το ύψος που απαιτείται για να εποπτεύσει όλα τα ανθρώπινα. Αλλά θα περιβληθεί και πάλι τη γήινη σάρκα για να προσεγγίσει και να νιώσει την ανθρώπινη οδύνη. Μέσα σε έναν κόσμο άξενο, που αποδιώχνει τον ποιητή ως περιττό και επονείδιστο άχθος, αυτός πρέπει να έρθει σαν άγγελος, να δει, να νιώσει, να αγγίξει λίγη ανθρώπινη παρουσία. Στην Αγορά, όπου θα παρατηρήσει τις συμπεριφορές, θα συγχρονίσει τα φτερά του με τα αβέβαια βήματα αυτών που τίποτα πια δεν περιμένουν, θα αναζητήσει κάποιον που χωρίς σκιά στο βλέμμα του, χωρίς κερί στ’ αυτιά, χωρίς κουβέντες έτοιμες, να μπορεί να αρθρώνει τον δικό του λόγο, να μιλάει την αλήθεια.

Μαλώναμε Δημήτρη για τα ρούχα των ληστών. Ρίχναμε ζάρια,
παίζαμε χαρτιά, ποιος θα κερδίσει την αόρατη γραβάτα, το
ακριβό πουκάμισο, ποιος το φθαρμένο παντελόνι και τα χάρτινα
παπούτσια. Ώρες κάτω από ξύλινους σταυρούς, σε άγονα
υψώματα, πάνω από τα κεφάλια μας τη γλίτωναν ληστές και
κάρφωναν θεούς. Γύρω μας έκτιζαν από σταυρούς ανάκτορα,
γκρέμιζαν είδωλα και μάθαιναν καινούργιες προσευχές. Όμως
εσύ κι εγώ ακίνητοι εκεί, μαλώνοντας για λίγα ξένα ρούχα,
ήμασταν δυο απλοί φρουροί, τίποτα τελικά δεν ήταν σίγουρα
δικό μας, ούτε καν η απόφαση να ζήσουμε ποντάροντας στον
θάνατο των άλλων.

Όμως έτσι που με άγγελο ομοιώθηκε, πρέπει και Λόγο να αρθρώσει. Μα, ποιητής όπως είναι, ο μόνος τρόπος είναι να δώσει ήχο στο ποιητικό του όραμα. Ποιος είναι ο ρόλος αυτού του ευαίσθητου δέκτη συλλογικών ελπίδων; Πόσο μπορεί να επηρεάσει με τον λόγο του μια δρομολογημένη κατάσταση πραγμάτων αυτός που

μονάχος σ’ έναν κόσμο που πεθαίνει πορεύεται συχνά με σπασμένα τα φτερά του;

[…]Τώρα παλεύω με ανάπηρες προτάσεις
λίγο πριν πάρουν σύνταξη
λέξη τη λέξη για να χτίσω ένα ποίημα.
Αλλά τα ποιήματα δε φτιάχνονται με λέξεις
ζυμώνονται στο αίμα της ψυχής
όμως ποιο αίμα και για ποια ψυχή
να λέμε τώρα.
Μέσα σ’ αυτό το αφιλόξενο τοπίο της διαρκούς διάψευσης, ίσως δεν έχει άλλο πέρασμα να το διαβεί παρά ξανά και ξανά μέσα από τον λόγο του, με όση δύναμη ακόμα κρύβει. Νόμιζε ότι έχει φτερά ικανά να τον τοποθετούν πάντα σε θέση εποπτείας. Αντιλαμβάνεται όμως ότι τα άυλα αυτά πτητικά μηχανήματα ήταν επινοήσεις δικές του. Θα πρέπει τώρα να σταθεί μπροστά στον Καθρέφτη και να αντιμετωπίσει την αλήθεια του προσώπου του.

[…]Πιστέψτε! πιστέψτε
πως το σώμα είναι η μόνη μου Αλήθεια!

θα πει, χρησιμοποιώντας ως οδηγό τη σκέψη μιας άλλης ποιητικής φωνής:

Το σώμα ήταν η Νίκη και / η Ήττα των ονείρων (Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό),

γιατί πάλι η ποίηση θα δώσει αρωγή και θα ετοιμάσει τη σωστική λέμβο. Πώς αλλιώς;

Η ποίηση του Γιώργου Δελιόπουλου, χαμηλόφωνη, με απόλυτη αίσθηση του ρυθμού και στα απολύτως ποιητικά αλλά και σ’ αυτά που πατούν σε πεζό έδαφος προκειμένου να απογειωθούν επίσης ποιητικά, μιλάει απ’ ευθείας στον αποδέκτη / αναγνώστη. Ίσως με τον τρόπο που μόνο οι καλοί ποιητές γνωρίζουν, με ευθύτητα, ειλικρίνεια, χωρίς να κρύβεται η απούσα θέση / άποψή τους στα πράγματα που μας κυκλώνουν πίσω από εντυπωσιασμούς και λυρικά περιττά στολίδια. Ανήκει σ’ αυτή τη μερίδα των εργατών του λόγου που έχουν επίγνωση της βαρύτητας της σκέψης τους, και γι’ αυτό δεν χαραμίζουν τους στίχους τους σε ανέξοδες στιχουργικές. Μιλάει όταν αληθινά έχει κάτι να πει, δένοντας με υπόρρητη επικοινωνία τα ποιήματα της συλλογής μεταξύ τους, έτσι ώστε να συναποτελούν μια πρόταση / θέση του ποιητή ευδιάκριτη στον προσεκτικό αναγνώστη. Και αυτό θα πρέπει να θεωρείται σπουδαίο στα λογοτεχνικά δρώμενα.

Η έκδοση από την Κοβεντάρειο Δημοτική Βιβλιοθήκη της Κοζάνης, ιδιαίτερα προσεγμένη, με εμφανή αγάπη για τα βιβλία και τις εκδόσεις. Στο εξώφυλλο διακριτικά το ανάγλυφο έμβλημα της Βιβλιοθήκης. Τρία σχέδια συνοδεύουν αντίστοιχα τα τρία μέρη, στα οποία διαιρείται η ποιητική συλλογή, φιλοτεχνημένα από την εικαστικό Γλύκα Διονυσοπούλου, στην οποία ανήκει και ο πίνακας στην προμετωπίδα του βιβλίου. Στο σύνολό της μια αξιοπρόσεκτη ποιητική / εικαστική πρόταση.

http://cantfirmulity.blogspot.com/2016/11/blog-post.html

.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΠΕΙΝΟΣ

EBOOKS4GREEKS.GR/12/4/2019

Το βλέμμα του ποιητή πέφτει με την αφέλεια του φωτός παντού, σαν το αγγελικό.
Με δεκτικότητα τόση, που ίχνη δεν θα υπήρχαν αν δεν γίνονταν ποιήματα.

Η θέρμη του μεγάλη, γίνεται αντιληπτή στιγμιαία όπου ακουμπήσει. Όμως κι η συστολή του απέραντη, ώστε όταν τα πράγματα τη νιώσουν και σαλέψουν, εκείνος πετά μακριά με φόβο. Κι όταν νικήσει αυτό το φόβο και κατέβει στη αγορά του κόσμου: “Εκεί κρυμμένα βλέμματα/ θα μου φορτώσουν χρόνια/ κι ακονισμένες λέξεις/ θα μου κόβουν τα φτερά”.

Η φωνή στο αρκτικό ποίημα της συλλογής καθώς αυτοσυστήνεται, επιχειρεί να μάς εισάγει στην κατάστασή της, στις συνέπειες μιας απόφασης. “Απόψε θ’ αποκοιμηθώ/ με ανοιχτά παράθυρα”, “κι αρπάζοντας τον ήλιο/ να κατεβώ σαν Άγγελος/ στην αγορά του κόσμου”. Ο τόνος της είναι άμεσος, ορμητικός, πιεστικός προς ένα πρότερο αναποφάσιστο εαυτό, υποψιασμένο για ένα βάρος δυσβάσταχτο που καραδοκεί στην αγορά του κόσμου. Το μήνυμά της είναι ξεκάθαρο; Ευτυχώς όχι. Αφού ήδη γνωρίζουμε από το “σαν” της ποιά είναι και ποιοί είμαστε: καλεσμένοι ενός επισκέπτη που δεν είναι καν ´Αγγελος.

Παλαιότερα ο Σεφέρης στο Μυθιστόρημα περίμενε τον Άγγελο και δεν αποτολμούσε τα φτερά του. Κι ο Ελύτης πολλά χρόνια αργότερα στο Εικόνισμα (Ελεγεία της Οξώπετρας) παρέμεινε ουσιαστικά απλός παρατηρητής: “Πού ν’ άγγιξε άγγελος…”. Τριγύρω στα ερείπια απορημένοι κι ανήμποροι, παραδομένοι σε μια αναπόφευκτη μοίρα. Ο Δελιόπουλος τολμά, ομολογώντας μια ήττα: “δεν θα μπορώ να φύγω”. Κι όμως δεν τον πιστεύουμε. Δεν τον νιώθουμε ηττημένο. Η ομολογία αυτή μας κρατά μαζί του. Οι στιβαγμένες σε στίχους φωνές πίσω από το προοίμιο πρέπει κάτι να διατείνονται.

Στον Επισκέπτη Άγγελο, η φωνή του ποιητή εκφράζει μια ψυχή σε ηλικιακή ωριμότητα. Γίνεται ξεκάθαρα ορατή η εμπειρία και η τριβή με ανθρώπους, σχέσεις, πτώσεις και παλινορθώσεις. Κύριο χαρακτηριστικό είναι η σύγκρουση. Μια σύγκρουση φυσικά εσωτερική, άηχη κι αταίριαστη με τη αστική τύρβη, που βρίσκει τελικά τη μορφή και την υπόστασή της μόνο μέσα στον ποιητικό λόγο.

Συχνά ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως παρακολουθεί έναν απολογισμό ζωής ο οποίος εξυφαίνεται πάνω σε πικρίες, απογοητεύσεις και αναπάντητα ερωτηματικά. Κυρίως όμως αποκομίζει ένα αίσθημα βαθιάς απομόνωσης που τον κάνει να αναζητά τα αίτιά της στην έλλειψη επικοινωνίας.

Αδυναμία επικοινωνίας και μόνωση όπως βιώθηκε στον εικοστό και που περνά στον εικοστό πρώτο αιώνα. Η πιο σπαρακτική μορφή της έλλειψης αυτής είναι η αδυναμία ενός ανθρώπου να μοιραστεί: “Τοκογλύφος: (…) Όμως εσύ έλειπες πάντα απ’ το πλάι μου/ και ήρθες τώρα να δανείσεις ευτυχία/ βάζοντας τόκο την ανάπηρη ζωή μου”. “Το μαγαζί του τρελού: Στο μαγαζί του ο τρελός/ πουλάει αναμνηστικά/ και ομοιώματα συναισθημάτων/ πάμφθηνους έρωτες/ για λίγες άδειες αγκαλιές/ περαστικές χαρές/ για λίγα σκόρπια γέλια/ και την αγάπη του/ για μια ολόκληρη ζωή./ Ποιός θα την πάρει άραγε;”.

Η περιήγηση στους δρόμους της Αγοράς είναι η βασική επιδίωξη του ποιητή. Μέλημά του η αποκρυπτογράφηση των συμπεριφορών. Ο χώρος δεν μπορεί να είναι άλλος από τον κοινωνικό, εκεί όπου συντελούνται τα δράματα και ενυπάρχουν κωδικοποιημένες οι αιτίες αναμένοντας να διαβαστούν. Από την απορία της απέραντης μοναχικότητας του ενός και την αδυναμία της επικοινωνίας, ο ποιητής εφορμά για να ανακαλύψει και να εξηγήσει με ό,τι δυνάμεις διαθέτει, τις αιτίες αυτής της κατάστασης. Η όλη ατμόσφαιρα της συλλογής υπονοεί λιγοστά μέσα. Μικρό καράβι στον απέραντο ωκεανό πράξεων, δράσεων και αναβολών.

Η βασική δομή του βιβλίου διακρίνεται σε τρία μέρη. Εύγλωττα ο ποιητής με τους τίτλους στο κάθε μέρος μας καθοδηγεί και μας προϊδεάζει για το σκηνικό. Είναι κι αυτό ένα χαρακτηριστικό της ποίησής του. Η σαφήνεια και η ακρίβεια της έκφρασης. Θέτει συγκεκριμένα νοηματικά όρια για να εκφράσει με τον ίδιο σταθερό τρόπο αυτό που ένιωσε και νιώθει. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι ο ποιητής δεν βρίσκεται σε στάδιο αναζητήσεων αλλά έχοντας ήδη ωριμάσει και βρει την ταυτότητά του, τα βλέπει όλα μέσα από το φίλτρο αυτό.

Η ποιητική συλλογιστική του Δελιόπουλου αναπτύσσεται μέσα στο βιβλίο γραμμικά. Στο ποιητικό του μικροσκόπιο βρίσκεται ο ίδιος ο άνθρωπος στην – υποτιθέμενη ή μη- αυτονομία του. Η απογοήτευση των χρόνων που περνούν και τα περιθώρια που στενεύουν. Το περίσσευμα συναισθημάτων και αγάπης που παραμένει στα αζήτητα. Όπως στο Μαγαζί του Τρελού, που κάποιος προσφέρει και δεν υπάρχει κανείς να ωφεληθεί, ενώ ακολουθεί το ποίημα Κάπου Αλλού όπου εδώ κάποιοι αναζητούν την αγάπη και δεν τη βρίσκουν: μια τραγωδία.

Το πεσιμιστικό μοτίβο συνεχίζεται σε όλη τη σειρά των ποιημάτων: στο Μικρό Φλεβάρη η αναζήτηση της χαμένης ημέρας αποδεικνύεται ιδιαίτερα κοπιώδης και απαιτητική. Στον Προδομένο Μάη οι ημέρες της απελπισίας συνεχίζονται, οι κακοκαιρίες εξακολουθούν. Η αγορά των ανθρώπων εξακολουθεί να είναι ένα κολαστήριο. Και στη Σκόνη του Αύριο, όλες οι ελπίδες είναι χωμένες κάπου, ουσιαστικά χαμένες αφού η ανάγκη να εμφανιστούν είναι μεγάλη. Τα σώματα και οι ψυχές αιμορραγούν κι έχουν μέλλον δυσοίωνο: η άγνωστη σκόνη εισβάλλει κι οι απαντήσεις είναι κρυμμένες κάπου, όπου κανείς δεν σκέφτεται να δει: “Είναι βαθιά χωμένα όλα κάτω απ’ το χαλάκι της εισόδου, εκεί που δεν κοιτά ποτέ κανείς”.

Στο Φόβο των Δέντρων οι εισβολείς είναι ακράτητοι, όποιοι κι αν είναι. Οι φόβοι γιγαντώνονται, όμως αρχίζει να διαφαίνεται και μια διάθεση αντίδρασης. Η οργή θρέφεται πολύ καιρό τώρα και έρχεται η στιγμή της αντεπίθεσης: “έφθασε η ώρα/ να καούν οι ρίζες που ληστεύουν το νερό μου”.

Το φως της ελπίδας έρχεται με τον έρωτα. Η Αναγκαία Υπόσχεση δεν ερμηνεύεται παρά σαν μια ευχή. Ο απελπισμένος προσπαθεί να πιαστεί απ’ όπου μπορεί να εύχεται. Δημιουργεί μια ιδανική εικόνα και δέεται σε αυτή. Κάποτε γίνεται και ειδωλολάτρης. Η Παρηγοριά είναι η συνέχεια της αναγκαίας υπόσχεσης όπου πλέον γαλουχείται ο θριαμβικός έρωτας. Ο σαρκικός, ο απτός, ο πραγματικός.

Στο σημείο αυτό ο αναγνώστης ίσως περίμενε πως ξεκινά μια μετάβαση προς μια άλλη φωτεινότερη δυνατότητα του ανθρώπου. Πως πλέον ο ποιητής έχει να δώσει μια πρόταση, βγαλμένη από μια υπόθεση έστω, που θα έσπαγε την άτεγκτη γραμμική ανάπτυξη του προβληματισμού του.
Όμως και στα επόμενα δύο μέρη της συλλογής, που επιγράφονται Λόγος και Καθρέφτης, επαναλαμβάνεται το ίδιο τοπίο της αποξένωσης, όπου ο άνθρωπος προσπαθεί να διατηρήσει την ατομικότητα και να αντιμετωπίσει την αποτυχία.

Στο ποίημα Ποιητική, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το μένος ενάντια στη σύμβαση που συνιστά όχι μόνο μια μέθοδο γραφής αλλά ασφυκτικότητα κανόνων μιας ζωής που δηλώνεται ρητά. Όπως η ζωή ασφυκτιά μέσα σε ανάλγητους κανόνες, το ίδιο και η ποίηση. Δεν υπάρχουν κανόνες που ελέγχουν τα πρωτοφανέρωτα συναισθήματα, αλλά αυτά είναι που αλλάζουν, τροποποιούν και δημιουργούν νέους κανόνες, νέους συμβολισμούς, φέρνουν νέα δεδομένα. Εκφράζεται το παράπονο για το γεγονός της επιδερμικότητας με την οποία αντιμετωπίζεται η ιδιαιτερότητα του ατόμου: “Βιάζεσαι διαρκώς να τελειώσεις”. Παράπονο για τη φρενίτιδα της σύγχρονης ζωής που δεν λέει να κοπάσει, να μπορέσει να ευδοκιμήσει η σκέψη και η κρίση.

Στους Ενόχους Στίχους, η μόνη ελπίδα της αλήθειας είναι το θάρρος του ποιητή. Ο ποιητής που δεν φοβάται να μιλήσει, που μπορεί να πει τα πάντα με τους στίχους του και που δεν κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του. Η μόνη ελπίδα να ακουστεί μια αλήθεια, αν εκφραστούν αιτίες και αποτελέσματα βρίσκεται στο έργο του ποιητή. Εκείνος είναι που βάζει τα πράγματα στη θέση τους, δηλαδή τα προβάλλει στις σωστές τους διαστάσεις. Όχι γόος και κραυγή για τα τετριμμένα, αλλά για το πραγματικό κακό. Ο ποιητής οδηγεί στην ευθυκρισία. Δεν είναι ο λόγιος που επαναλαμβάνει διδάγματα μιας άλλης εποχής, ξένα στον άνθρωπο της σύγχρονης ζωής, αλλά που έρευνα το νέο, τη νέα ανάγκη και στηλιτεύει τα παλιά εγκλήματα χωρίς να ξεχνά: “ οι στίχοι του ξυράφια μάς πονούν/ ανοίγουν τις κλειστές πληγές/ κι όλο θυμίζουν/ τα παλιά εγκλήματα/ που σβήνουμε απ’ τη μνήμη”.

Στον Επισκέπτη Άγγελο, ο Δελιόπουλος δημιούργησε μια ποιητική γραφή που αγκαλιάζει τον οποιοδήποτε αναγνώστη. Κατόρθωσε να μην τον υπερνικήσει η άριστη και βαθιά γνώση της ελληνικής γλώσσας δημιουργώντας μνημειακού τύπου ποιήματα που δεν διαβάζονται και που τους λείπει η θέρμη της απόλαυσης.

Η τεχνική του σέβεται τον αναγνώστη. Οι μορφολογικές του επιλογές, το σταμάτημα της αναπνοής, ο ρυθμός δεν κουράζουν καθόλου. Έχει δώσει έμφαση στη δομή χωρίς εκζήτηση ακόμα και στο μέγεθος της συλλογής, η οποία μπορεί σε πολλά σημεία να θεωρηθεί συνθετικό ποίημα. Όμως τα περισσότερα ποιήματα διατηρούν την αυτονομία τους.

Παρόλα αυτά το βιβλίο είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ομοιογενές ως προς τη θεματική του, κι αυτό το αίσθημα του συμπαγούς το καθιστά σημείο αναφοράς στη συνείδηση του αναγνώστη ώστε να αναφέρεται στο βιβλίο ως όλον παρά σε μεμονωμένα ποιήματα.

Στον Επισκέπτη Άγγελο υπάρχει η βαθιά επιθυμία για αγνότητα. Υπάρχει μέσα στις προσπάθειες για ζωή, η γέννηση ενός πλάσματος αγνού. Αυτό προσπαθεί ο ποιητής να προφυλάξει. Όποιο κι αν είναι αυτό: ο Ίδιος ή ο Άλλος: “Λόγια στο Τζάκι (…) Δεν θέλω οι καμένες λέξεις κάθε λογής ανθρώπων να μαυρίσουν τα λευκά φτερά, που με κόπο σού ετοίμασα για δώρο”.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *