ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου γεννήθηκε to 1967 στη Λάρισα, όμως ζει με την οικογένειά του μόνιμα στην Κοζάνη, όπου εργάζεται ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης. Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Ποιήματά του φιλοξενούνται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα έντυπα και διαδικτυακά περιοδικά. Κάποια από αυτά απέσπασαν βραβεία και διακρίσεις σε Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Μερικά έχουν μεταφραστεί στη γαλλική γλώσσα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

1.“Μικρή Περιήγηση”, ποίηση, εκδόσεις “ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ”, Θεσσαλονίκη 1996. Β΄έκδοση, Αθήνα 2017 από τις εκδόσεις “ΕΝΤΥΠΟΙΣ”.
2.“Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος”, ποίηση, εκδόσεις “ΠΗΓΗ”, Θεσσαλονίκη 2016.
3.“Νυχτοπερπατήματα”, νουβέλα σε ψηφιακή μορφή (e-book), από τις εκδόσεις “24 γράμματα”.
4. “Αχαρτογράφητα”, ποίηση haiku σε συνεργασία με την ποιήτρια και μεταφράστρια Παναγιώτα Τσορού. Το βιβλίο εκδόθηκε ως ψηφιακό (e-book) από τις εκδόσεις “24 γράμματα”.
5. “Ο Μέσα Ήλιος”, ποίηση, εκδόσεις “ΕΝΤΥΠΟΙΣ”, Αθήνα 2018.
6. “Η τροχιά του βέλους”, νουβέλα, από τις εκδόσεις “Όστρια”, Αθήνα 2018.
7. “Μνήμες της ρίζας” ποίηση, (Κουκκίδα 2020)

.

.

ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΡΙΖΑΣ (2020)

Α’ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΡΙΖΑΣ

ΡΙΖΕΣ

Περάσαμε όλο το πρωί μετρώντας σύννεφα
ξυπνούσε η γη κάτω απ’ τα πόδια τρομαγμένη
άνυδρη χρόνια μες στο φως τριβόταν έσπαγε
και πουθενά νερό να μας παρηγορήσει.

Περάσαμε όλο το πρωί εδώ στον τόπο μας
αφέντης ήλιος πυρπολούσε τα λιθάρια
κυλούσε ο ίδρωτας στα μάγουλα στα χείλη μας
κυλούσε και σφαλούσαμε τα μάτια.

Δες όμως ξάφνου πόσο βάρυναν τα πόδια μας
δες πόσο βυθιζόμαστε στο χώμα
την ώρα που χλωροί βλαστοί πολύκλωνοι
μέσα απ’ τα σπλάχνα μας ανθίζουν και ψηλώνουν.

ΤΟΣΗ ΖΩΗ

Άκουγα πάλι το τραγούδι των νερών
και τα μικρά θλιμμένα φλάουτα των φύλλων
ανάσκελα στο χώμα και μουρμούριζα
τριξίματα της γης αρχαίων μύθων.

Η Περσεφόνη, αχ, στα έγκατα της γης
στ’ άφεγγα λούζεται
κι όλο χτενίζει τα μαλλιά μ’ ένα κοχύλι
και στο γυμνό κορμί της πόθοι ανασταίνονται
κι έρωτας άνοιξης καημός την τριγυρίζει.

Ένα λουλούδι μες στα στήθια κατακόκκινο
θα ήταν -λέω- αρκετό δάκρυα να φέρει
όμως τριγύρω οι ψυχές σκιές αθόρυβες
ώρες και ώρες θα κοιτούσαν μ’ απορία

τόση ζωή, τόση ομορφιά μες στα υπόγεια
τόση ζωή, τόση ομορφιά λησμονημένη.

ΒΑΓΟΝΙΑ

Αυτά τα τρένα θα ριζώσουνε κι εδώ
ακίνητα θα μείνουν να σκουριάζουν
παραδομένα στη βροχή στον άγριο άνεμο
στον ήλιο του καλοκαιριού χρόνια και χρόνια.

Όταν ξεφτίσουν τα ταξίδια από τα μάτια τους
όταν σβηστούν τα όνειρά τους ένα ένα
ποιος -λες- θα μείνει να θυμάται τα μαντίλια τους
τις αγκαλιές τα δάκρυα τα γέλια;

Εδώ θα μείνουνε. Στη σκόνη να ριζώνουν.
(Τις ράγες ν’ αντικρίζουν και να κλαίνε.)

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ

Στην πόλη που μεγάλωσα σαν έρχομαι
άφαντοι όλοι οι γνωστοί μου και οι φίλοι
περιδιαβαίνω στα στενά έπειτα κάθομαι
σ’ εκείνα τα πεζούλια που ’ταν στέκι
γεμάτα πάντα από φωνές γεμάτα πρόσωπα
μα πια δε φαίνεται ψυχή κι αναρωτιέμαι
πώς κι όλοι μίσεψαν μεμιάς μα τι απόγιναν
πώς αποφάσισαν ταυτόχρονα να φύγουν
και τόσο έρημη απόμεινε η πλατεία μας
και τόσο άδεια από φίλους η ζωή μας.

Κι όμως δεν έφυγε κανείς μα ο καιρός
χρόνια και χρόνια κάθε μέρα λίγο-λίγο
σμίλεψε ύπουλα τα πρόσωπα κι αγνώριστοι
κι απαρατήρητοι περνούμε δίπλα-δίπλα
σαν να ’θελε να μας γλιτώσει για καλά
από ανούσιες συγγνώμες κι άλλα λόγια
που είν’ ανώφελα πικρά κι άδικα λέγονται

κι ίσως ακόμα πάλι ήθελε να δώσει
μια νέα ευκαιρία στον καθένα μας
από ’ξαρχης να γνωριστούμε, αν μπορούμε.

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ

Στην πίσω αυλή στα δυο πλακόστρωτα σκαλάκια
με το τσεμπέρι στα μαλλιά ώρες η μάνα μου
καθάριζε ραδίκια κι όλο μου ’λεγε
μ’ εκείνη τη φωνή την πονεμένη
για τα πικρά της δεκαοχτώ, για τους αέρηδες
που πήραν σαν ξερόφυλλα τα χρόνια,
κι έπειτα φτώχεια, καταφρόνια, μαύρα σύννεφα
στα χωριουδάκια που δε γράφτηκαν στους χάρτες
κι έπειτα θάλασσες βαθιές, παλιά ναυάγια
στάλες αθόρυβης βροχής, λόγια σπασμένα.

Κι εγώ που ήμουν μόνο οχτώ, πώς την αγκάλιαζα
-άλλο δεν είχα να της πω ή να της δώσω-
με τα μικρά μικρά χεράκια μου σφιχτά
και μύριζαν οι χούφτες της κρεμμύδι.

Στην πίσω αυλή στο πλυσταριό μούλιαζε, έτριβε
-μα οι λεκέδες πάντα εκεί να επιμένουν-
πικρά παράπονα λερώσανε τα χρόνια της.
Δυο οι κρυμμένες μαχαιριές κάπου στην πλάτη.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Τα μάτια θόλωναν στο απέραντο γαλάζιο
όπως ο ήλιος έβαφε μαβιά κόκκινα όνειρα
και με τα δάκρυα αλμυρά πάνω στα χείλη
τραγούδια σκάρωνε και γύρω ηχούσε η θάλασσα:

«Αχ, να μπορούσα να ’βγαζα φτερά, γλυκιά πατρίδα
χώμα απαλά που ανασαίνει το ξημέρωμα
έστω για λίγο να σε δω αργοπετώντας
από ψηλά κι έπειτα μόνος μου θα φώναζα
τον Χάρο να ’ρθει να με βρει καλά χορτάτο
με εικόνες μύριες μαγικές που θα μπορούσανε
να πλημμυρίσουν φως λουλούδια τις στοές
του μαύρου Άδη που ποτέ μου δε φοβήθηκα.

Αχ, να μπορούσα να ’πίνα νερό μεσ’ απ’ τις χούφτες
των κοριτσιών που στην πηγή γελούν και παίζουνε
θα ’φτάνε -λέω- να γλυκάνει την αλμύρα
του μισεμού και του πικρού ψωμιού που γεύτηκα
χρόνους και χρόνους μοναχός μου στο σκαρί
δίχως συντρόφους που στη γλώσσα μου γελούνε».

ΣΚΙΕΣ

Ι

Σ’ εκείνες τις κλειστές αυλές κάθετο φως
ήλιος αμείλικτος φωτιά τα μεσημέρια
όπως ο άνεμος δειλά σιωπούσε κι άκουγε
μέσα στ’ αγιόκλημα κι ο χρόνος σταματούσε.

Εμείς χωμένοι στις σκιές στα πεζουλάκια μας
χτίζαμε κόσμους μακρινούς με τόσα λόγια
για το μεγάλο το ταξίδι που θ’ αρχίζαμε.

Όμως μακριά ήταν το μέλλον κι όλο αργούσε.

Β’ Ο ΤΟΠΟΣ ΜΟΥ

ΒΑΡΒΑΡΟΙ

Δεν ήρθανε ποτέ στη χώρα οι βάρβαροι
γι’ αλλού τραβήξαν όπως μάθαμε και πάνε
κι εμείς που ράβαμε όλη νύχτα τα κουρέλια μας
και στον καθρέφτη δοκιμάζαμε τους λόγους
βουβοί ακίνητοι κι αμήχανοι απομείναμε
με τα λουλούδια και τα δώρα μας στα χέρια.

Κι άιντε να δούμε τι θα λέμε στ’ αναχώματα
τις νύχτες γύρω απ’ τη φωτιά σαν μας κοιτάζουν
στα μάτια τα παιδιά μας που μεγάλωσαν
και δεν τους πρέπουν παραμύθια πριν πλαγιάσουν.

ΟΙ ΠΑΠΠΟΥΔΕΣ ΜΑΣ

(II)

(Στον κάμπο)

Πίναν ιδρώτα αρμυρό με το ξινιάρι τους
με το δρεπάνι αγκαλιά τα μεσημέρια
κάτω απ’ τη λεύκα αποσταμένοι ν’ ανασάνουνε
και γύρω κόχλαζαν στον ήλιο τα λιθάρια.

Στα σκονισμένα τους χωριά, μες στα χαμόσπιτα
με λαδοφάναρα φωτίζανε να φάνε.
Κόκκινα πρόσωπα ψημένα στη δουλειά
μάτια καθάρια λαμπερά, λόγια σταράτα.

Κι όμως ποτέ τους δε μολύνανε τα βήματα
ψωμί κι ελιά κι «έχει ο θεός» μέρα τη μέρα
μέσα απ’ το λίγο η χαρά μέσ’ απ’ το τίποτα
μέσα απ’ τον κάματο η αγάπη τους κι η ελπίδα.

ΔΕΛΦΟΙ

Μένουν ακόμα στις κολόνες ανεξίτηλα
τα χέρια τους, ο ίδρωτας στη σκόνη
ηχούνε πάλι στο ιερό μυριάδες βήματα
σαν ακατάληπτες ωδές και ικεσίες.

Όχι, δεν πέθαναν εδώ στις πέτρες ζουν
εδώ χτυπάει ακόμα η καρδιά τους
παλιοί παππούδες με χιτώνες ολοκέντητους
με δάφνες πάνω στα κατάλευκα κεφάλια
και η Πυθία τυλιγμένη στους καπνούς
σε άγια έκσταση υψώνοντας τα χέρια
προσμένει μόνη τον μικρό ωραίο Απόλλωνα
να πει στ’ αυτί της τα μελλούμενα που ξέρει,

αν η πατρίδα μας θα βγει από τον Τάρταρο
μ’ άσπρο φουστάνι μες στον ήλιο που της πρέπει.

ΛΥΚΟΙ

ΙΙ

Νύχτα οι λύκοι ήρθανε στην πόρτα μας
νύχτα προβιές κατάλευκες ντυμένοι
με δώρα και με διάπλατα χαμόγελα.

Νύχτα η πατρίδα έσκουξε τα ονόματα
ένα προς ένα τα παιδιά της να συνάξει.
Νύχτα το αίμα, η φωτιά, το φονικό.
Νύχτα το άδικο που μάτωσε τον ήλιο.

ΚΡΑΤΑ ΚΑΛΑ

Κι αν τίποτα δε μείνει να θυμίζει
αυτή τη γη που τόσο αθώα αγαπήσαμε
κράτα στον κόρφο σου καλά λίγα χαλίκια
κι ένα κοχύλι ασπριδερό που κρύβει μέσα του
τον βόγγο των κυμάτων τις φωνές
των θαλασσόλυκων παππούδων που όργωναν
τα κύματα στον ήλιο και γνωρίζανε
τα γλαροπούλια στη σειρά με τ’ όνομά τους.

Κράτα δυο φύλλα ελιάς ασημοπράσινα
κι ένα πλατύ από τ’ αμπέλια του Τυρνάβου
να στάζει νέκταρ των θεών από τα έγκατα
κράτα μια γκλίτσα σκαλιστή και μια φλογέρα

γιομάτη αγέρηδες φωνές σαλαγητά
γιομάτη ήχους απ’ τ’ Ομήρου τα κοπάδια.

.

Ο ΜΕΣΑ ΗΛΙΟΣ (2018)

Στα μονοπάτια της αγάπης
και του έρωτα

ΑΓΑΠΗ

Αν θέλεις έλα να μου πεις απ` την αρχή
αγάπη πρώτη το μικρό σου παραμύθι
το κόκκινό σου τη φωτιά τον άγιο ίδρωτα
τον πόνο φέρε στην καρδιά κι ένα τραγούδι
μισό για πάντα με λυγμούς πάνω στο τέμπο σου
λειψό στη σκόνη του καιρού λησμονημένο.

Ω, ας καώ μες στη φωτιά μες στην απόγνωση
μες στη χαρά σου ας χαθώ μέσα στο δρόμο
τον φωτεινό που βγάζει πάντα προς τη θάλασσα
στ` άσπρα πανιά που καρτερούνε μες στον ήλιο.

Ο ΜΕΣΑ ΗΛΙΟΣ

Δες με που κρέμομαι απ` τα χείλη σου ξανά
σ` απύθμενο γκρεμό ακροβατώντας
και μόνο αυτή η λεπτή κλωστούλα μου απόμεινε
να με κρατάει στη ζωή, όπως βαδίζω
πάνω από βράχια κοφτερά -αχ, πάντα το ‘ξερα-
πόσο επικίνδυνη στ` αλήθεια η αγάπη
πόσο στ` αλήθεια ακριβό δώρο μας δόθηκε
ρόδο μ` αγκάθια μυτερά, γυμνό μαχαίρι.

Μα τώρα πες απ` την αρχή, αν θες τα ξόρκια σου
`κείνα π` αλλάζουνε μεμιάς ξανά τον κόσμο
παρθενικός να λάμψει στη ματιά κι ο μέσα ήλιος τους
ποτέ, ποτέ του να μη δύσει και μ’ αφήσει
μα να χαϊδεύει τρυφερά την κάθε έγνοια μου
στα μέσα δώματα του νου, στα όνειρά μου.

Μάγισσα, πες μου πώς υφαίνεις τον ιστό
ο χρόνος για να μην περνά, πώς ομορφαίνεις
πώς γαληνεύεις την ψυχή με το τραγούδι σου
αγάπη πόση με κερνάς μ’ ένα σου γέλιο
να ξαποσταίνω να τραβώ ξανά το δρόμο μου
στην απαλάμη του Θεού, έξω στον κόσμο.

ΤΡΕΝΑ

θραύσματα μνήμης του `88

III.

Σφύριγμα νευρικό, άμεση απόφαση
ποιος να κατέβει εδώ και ποιος ν` ανέβει
δεν είχες χρόνο να σκεφτείς -το ξέρουν όλοι πια-
όλα τα βάσανα η σκέψη μας τα φέρνει.

“Τρέξε κι εσύ μες στα μυρμήγκια βρες τη θέση σου
αύριο αλλού, πρωί-πρωί” σου τραγουδούσε
η δόλια σου καρδιά μα δε φαντάστηκες
πόση ψυχή ξοδεύεις πάντα στο ταξίδι.

Πες μου αν θυμάσαι τη λαχτάρα σου, τα τρένα σου
αν τ` αγαπάς και στο μυαλό τα ξαναφέρνεις.

ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

ερωτική αστρική προβολή στο σκοτάδι…

Ήπια τη νύχτα και απλώθηκε στα σπλάχνα μου
πικρό πυκνό σκοτάδι και στη δίνη
γυμνός αφέθηκα στο φρέαρ που ανοίχτηκε
κι η γη χαμένη μακρινή λησμονημένη.

Κενό απέραντο ποτέ μου δε φοβήθηκα
τη μουσική των αστεριών και δες χορεύω
με τους κομήτες σου π` ανάβουν και φωτίζουνε
έξω απ` τα σύνορα του κόσμου την ψυχή μου.

Ήπια τη λάμψη του Θεού, το φως του ντύθηκα
και σαν μια πύρινη βολίδα ταξιδεύω
πιο γρήγορα απ` τη σκέψη κι οι πλανήτες μου
μια γειτονιά θαρρείς κι οι χίλιοι τόσοι ήλιοι
μικρά τριαντάφυλλα φωτιάς μέσα στον κήπο μου
που κοκκινίζουν από έρωτα και πόθο.

ΑΣ ΧΑΣΩ

Γκρέμισα όλα μου τα σύνορα για σένα
να `ρχεσαι όταν θέλεις σαν πανσέληνος
ν` απλώνεις δάχτυλα ασημιά και το σκοτάδι
να πλημμυρίζει ξάφνου φως κι όλα ν` αλλάζουνε.

Δες, δε σε πολεμώ, δεν αντιστέκομαι
μήτε με νοιάζει να `χω δίκιο, δεν πειράζει
ας χάσω εγώ από τους δυο, κέρδισε εσύ
αρκεί μαζί σου να κερδίσει κι η αγάπη.

ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ

Θα μείνω εδώ βουβός να βλέπω να θαυμάζω
πώς παιχνιδίζει η σκιά στον τοίχο απέναντι
όπως λικνίζεσαι και γέρνεις και λυγίζεις
χειρονομίες στη σιωπή με μια λεπτότητα
με μιαν ανείπωτη αιθέρια αρμονία.

Ήχος κανείς να μην ταράξει τη σιωπή.
Mη με ρωτήσεις τι και πώς · όλοι το ξέρουν
πως κανενός ποτέ δεν ήτανε η θάλασσα
κι όμως δεν ήτανε ντροπή να τη λατρεύουν…

ΦΥΛΛΟ ΜΟΝΑΧΟ

Αχ, μεθυσμένο φύλλο μοναχό στο μονοπάτι
χορεύοντας στον άνεμο αφέθηκες
για μια στιγμή κι έπειτα πάνω στα μαλλιά
στους ώμους της θαρρώ, στην αγκαλιά της
-αλήθεια ήτανε εκεί, δεν ήταν όνειρο
θυμάμαι απαλά σε είχε αγγίξει-
τότε που στάλαζε βροχή κρυφά στα μάτια της
τ` Οκτώβρη μήνα κι η σιωπή κρυφό μαχαίρι.

ΤΟ ΝΟΗΜΑ

Ι.

Ζεστό τρεμούλιαζε το δέρμα σου παλλόταν
κυματιστά περνούσε η αγάπη και το πλάνευε
ν` ανθίσει μέσα στο σκοτάδι ν` αφεθεί
στ` απατηλό γλυκό μου παραμύθι.
Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ ήταν που μπόρεσα
να δω το φως μες απ` τις γρίλιες στο σεντόνι
ν` αγγίξω τη ζωή με τ` ακροδάχτυλα
να πιω απ` το φως της να χορτάσω να μεθύσω.

Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ η αγάπη το `δείξε
κι ως τώρα άλλο νόημα δε βρήκα…

ΤΟ ΔΑΚΡΥ

Δε θέλω πια χαμόγελα · το δάκρυ σου
το δάκρυ θέλω το θολό να μου χαρίσεις
να` ναι καυτό, αληθινό κι απ` της ψυχής
τα έγκατα να βγαίνει να ξεπλένει
όλη τη σκόνη του καιρού και τα ματάκια σου
με καθαρή ματιά να βλέπουνε τον κόσμο
αστραφτερά σαν των παιδιών που πάντα διάπλατα
ανοίγουν να χωρέσουν την αλήθεια.

Δε θέλω πια χαμόγελα · κουράστηκα
πάνω στις πέτρες τόσα χρόνια να διαβάζω
σ` άγνωστες γλώσσες σκαλισμένα ιδεογράμματα
σύμβολα σχέδια παλιά που δεν κατέχω.
Μ` αν μου χαρίσεις λίγο δάκρυ θα `ναι εύκολο
να δω πώς μοιάζει η αλήθεια σου, θα ξέρω
πως λίγη αγάπη κάπου σου ‘μεινε αξόδευτη
να σου ζεσταίνει την ψυχή, να τη στολίζει.

ΣΑΝ ΟΝΕΙΡΟ

Να μην τελειώναμε ποτέ μας το ταξίδι
στα γνώριμα σοκάκια να μας έφερνε
αλήτης άνεμος που παίρνει τα μαλλιά
φεγγάρι κόκκινο που τραγουδά ψηλά και γνέφει.
Ήταν απλή η ζωή κι ο έρωτας παιχνίδι
με μια ξεκούρδιστη κιθάρα στο πλατύσκαλο
μ`ένα χαμόγελο γλυκό στο παραθύρι
κάποια Μαρία μακρινή χλωμή σαν όνειρο.

ΠΡΩΙ ΣΑΒΒΑΤΟΥ

Για την αγάπη τραγουδώ, για τη ζωή
για το καθάριο πρωινό και τα λευκά του
φτερά που ο άνεμος ξεδίπλωνε στα μάτια μου
δίχως ανάπαυση μακριά προς τα λιβάδια.

Και γύρω μου παντιέρες μπουγαδόσχοινα
μικρά παιδιά με τα ποδήλατα στο δρόμο
το μαλλιαρό σκυλί του γείτονα που χόρευε
δυο γέροι που κουβέντιαζαν παρέα
και τα λαμπρά των κοριτσιών ματάκια του έρωτα
τα μυστικά τους που ψιθύριζαν γελώντας
τα δέντρα που φορούσαν τα καλά τους να `ρθει
η άνοιξη
και τα πουλιά που τιτιβίζαν μεθυσμένα.

Για την αγάπη της ζωής σας τραγουδώ
πρωί Σαββάτου απρόσμενα, τέλη του Μάρτη.

Πουλιά στο σύρμα

ΜΑΤΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ

Πώς θορυβούσανε στο φως, τα βλέφαρά της
πόσες κραυγές αυτή η σιωπή με πόση ένταση
γαλάζιος μωβ ο ουρανός και οι γραμμές
έντονες ίσες μελανές να υπογραμμίζουν
όσα χαράζει ο ναυαγός μόνος στην άμμο του
τι κι αν κανείς δε θα βρεθεί να τα διαβάσει…

Πώς θορυβούσανε στο φως κάθε που κλείνανε
πόρτες που τρίζουν θλιβερά σαν τις αγγίξεις
μην πέσει φως και μη φανούν στα μέσα δώματα
οι θησαυροί τα μυστικά και της τα κλέψουν.

ΣΤΑΧΤΗ

Όλα όσα είχα να σας πω, τα είπε η αστραπή
τι τάχα μένει να ειπωθεί μετά το φως της
τι θα μπορούσε να σωθεί κάτω απ` τη στάχτη της
τάχα ποιο όνειρο δειλό και ποιο τραγούδι…

Θέλουνε ήρεμη φωτιά τα παραμύθια μας
να παιχνιδίζουν οι σκιές πάνω στα χέρια
θέλουνε κούτσουρα στο τζάκι και χαμόγελα
και πυρωμένα μαγουλάκια για ν` αρχίσουν.

Μα τώρα, δείτε, όλα τα` καψε, τα ρήμαξε
μεμιάς το άγριο φοβερό αστροπελέκι
που έσχισε στα δυο τη νύχτα κι έκπληκτα
ορθάνοιχτα τα μάτια έχει αφήσει.

.

ΜΙΚΡΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ (2017)

Μικρή Περιήγηση

I

Φάνηκε μια στιγμή, σαν ξύπνημα η αρχή
κι ήταν μετά το φως τα χρώματα κι η θάλασσα.
Κι ήταν ολόλευκα πουλιά που γυροφέρναν
φτεροκοπώντας μπρος στ’ ανοιχτά παράθυρα.
Κι ήταν τα σύννεφα διάφανα
δυο μέτρα μόλις πάνω απ’ τα κεφάλια μας
και το πλακόστρωτο στου πρωινού το μούρμουρο
ζωή γεμάτο που κυλούσε αδιάκοπα
μες στους χυμούς του μικρού δέντρου της αυλής μας.
Κι ήταν το πρωινό γλυκό, σαν τραγουδάκι ερωτικό
γλυκό, καθώς τα πρώτα παιδικά γλυκά χαμόγελα.
Πώς ευωδιάζει η γης π’ ανασκιρτά
ίδια υγρή ζεστή αγκαλιά
στου Φθινοπώρου τα πρωτόβροχα!

II

Ανασαιμιά κρυφή κι η πρώτη ανάταση
πόσο ψηλά να ’ναι ακόμα ο ουρανός, πόσο τα σύννεφα;
Φωνή δειλή φωτιά που επύρωσε τα μάγουλα
λιανοτραγούδισμα δειλό τραύλισμα πρώτο.
Κι έπειτα κάτω στον γιαλό γυαλί η θάλασσα
σχήματα σχέδια ανάκατα στην άμμο.
Μεσοκαλόκαιρο φωτιά μάτια μισόκλειστα
κι η πέτρα που κυλίστηκε στο γαλανό της μεσοφόρι,
μετέωρη για μια στιγμή κρεμάστηκε.

III

Ανάλαφρες, αέρινες θαρρείς ανοίγουνε στον άνεμο
λευκές σαν χιόνι, απαλές, φτερούγες προς τον ήλιο
ψηλώνουν, χάνονται στροβιλιστά κύματα κύματα
στο φως, τ’ αλλόκοτα πουλιά των ονείρων.

ΙΧ (Ι)

Εύπλαστη ύλη ζώσα ανασκίρτησε
βαθιά ανασαίνοντας το φως
στην τελευτή του ονείρου της.
Χρώματα σχήματα τριγύρω και πνοή
μεθυστική πρωτόγνωρη των αρωμάτων.
“Μόνος εσύ θα ζεις και θα το ξέρεις
πως κάτω απ’ το νεφέλωμα των άστρων
στάθηκες στα πόδια σου· κι ονόματα
θα δώσεις των πραγμάτων”.
Είπεν ο Ποιητής της γης και τ’ ουρανού
και μάτια μου ’δωκε να δω σα μέσα σ’ όνειρο
θάλασσες κάτου και βουνά, λίμνες ποτάμια.
Γαλαζοπράσινο μακριά αισθαντικό,
ασπρογαλάζιο πάνωθέ μου πορφυρό
βαθύ του ήλιου.
“Μόνος θα ξέρεις –είπε– πως μικρός και μέγας
υπάρχεις στους μικρούς μεγάλους κόσμους μου
που να, μ’ ένα μου νεύμα απλώνω στο κενό
μάζα χωμάτινη, νερό, φωτιά κι αγέρα”.

IX (IV)

Στα σύνορα της μέρας μάτια ολάνοιχτα
τα κρινολούλουδα στο φως λιγνά ηλιοτρόπια
τρεμουλιαστή φωνή ανάσκελα στα σύννεφα
πόνος και πλήρωμα χαράς κι ανατριχίλα.
Θεέ μου, έλαβα το δώρο σου μάτια καινούρια
ένα κομμάτι ουρανό βαθυγαλάζιο
κλωνιά ψηλά δάχτυλα και γαντζώθηκα
στη γης που γύρισα χρόνους πολλούς με τους ανέμους
με τα πουλιά που αλητεύουν που ξεχνούν
τις στάλες της βροχής που τα πληγώνει.

XIV

Ποιος του ’χει δώσει τα κλειδιά
της πλαϊνής κερκόπορτας
και κλέφτης μπήκε μες στης νύχτας τη σιωπή
στην Άγια Πόλη μας;
Ποια νύχτα κράτησε στην αγκαλιά της
τη μισητή μορφή του και τα βήματα
στις πλάκες του ιερού, βύθισε στη σιγή;
Αυτός δεν είναι σαν κι εμάς· δεν του αξίζουν
δαφνοστεφάνια κι αγριλιές π’ ολόλαμπρα
των ποιητών τα μέτωπα στολίζουν.
Κι αν πάτησε και βρέθηκε στο πρώτο το σκαλί
και ποιητής λογίζεται,
αρμόζει με πάταγο φρικτό να γκρεμιστεί.

XVIII

Με το ’να μάγουλο στο φως, τ’ άλλο στο έρεβος
και μια σιωπή, νάρκη ατέλειωτου χειμώνα
κύλησε η νύχτα που δεν έφερε αυγή
μονάχα όνειρα που ζωντανεύοντας ζητούσαν
μερίδιο στην πενιχρή φτωχή αλήθεια μου
πριν βυθιστούν, πριν λιώσουν και σβηστούνε.
Κι έπειτα, βρήκα απ’ την αρχή τα ρούχα της γιορτής
με δάκτυλα επιδέξια, με τις κινήσεις της συνήθειας
κι έβαλα την καλή μου έκφραση στο πρόσωπο:
Χρώμα αθωότητας αμέριμνο κι απλό
χρώμα ανέλπιστης χαράς κι ευδαιμονίας.

XX

Προσπέρασαν οι νεραϊδοπαρμένοι
άσημοι εραστές του φεγγαριού
μ’ ένα κλαψιάρικο βιολί
μια νύχτα και μπαρκάρανε.
Τώρα η μακριά σκιά τους στα νερά
φέγγει σαν δρόμος
ίσα βαθιά στη λησμονιά
στη θάλασσα που όλο σωπαίνει.

XXI

Ποθήσαμε να φέρουμε εκείνη τη νυχτιά
τη μούσα, τη γλυκιά κιθάρα
σαν ανεπαίσθητη πνοή μικρού θεού
σε κάποιο νυσταγμένο φυλλοθρόισμα
σ’ ένα κατάρτι που υψώθηκε αργά
πάνω απ’ τα κύματα, ίσα στον ήλιο.
Ποθήσαμε να ξανακούσουμε τους ναυτικούς
πάνω από το θολό ποτήρι να ψελλίζουν
για τη γοργόνα, το θεριό, την πικροθάλασσα,
για την υγρή ομορφιά την ξορκισμένη
κάποιου σκυθρωπιασμένου ουρανού.
Να ξαναβγούμε απ’ την αρχή στις πασχαλιές
ιδανικοί εραστές, παιδιά του φεγγαρόφωτου
που μαγευτήκανε και μείναν αγκαλιά
νύχτες και νύχτες μακριά, έξω απ’ το χρόνο.
Όμως η μούσα ξέχασε να τραγουδά.
Παρθένα νυσταγμένη γλυκοπλάγιασε
αργά στα μεταξένια της σεντόνια.
Αργά στα διάφανα καθάρια ονείρατα
που ’χουνε δρόμους από φως κι από αγάπη.
Που ’χουνε ήλιους κόκκινους, φεγγάρια πράσινα
κι οι πολιτείες τους με τα βουβά λιμάνια
κοιμούνται νυσταγμένες από έρωτα
ή ξαγρυπνούν να δουν τη μέρα που ανατέλλει.
Όμως η μούσα ξέχασε να τραγουδά.
Παρθένα νυσταγμένη γλυκοπλάγιασε
αργά στα παιδικά της παραμύθια.

XXIV

Δρόμοι πλακόστρωτοι, το γιασεμί μεθυστικό
στα παραθύρια οι έμορφες σου γνέφουν
πίσω απ’ τις μπούκλες τις ξανθές στ’ ωραίο μέτωπο
κι ο έρωτας στα βλέφαρα σκιρτά
και κατεβαίνει γλυκά στο μέρος της καρδιάς.
Της Άνοιξης πόσο πονά το ξύπνημα, πόσο μαγεύει!
Κι εσύ αργοπατώντας σαν παιδί μπρος στις αυλόπορτες
με το σακάκι σου ριχτό κι ένα τραγούδι
λες ο καιρός στάθηκε ’δω, εδώ κι ο ήλιος έμεινε
παντοτινά να τραγουδά και να μου γνέφει.
Ψωμί ποιος θέλει πια σαν η καρδιά μας γέμισε
διάφανο φως απ’ τ’ ανοιχτά λιβάδια της αγάπης;
Ένα πανί κι ένα λιγνό κατάρτι μεσιανό
καταμεσής στο πέλαο, θα ’ναι το βιός μας.
Λουλούδια στα μαλλιά και το χορτάρι που χορεύει,
ό,τι αποκτήσαμε στη γης, ό,τι ποθήσαμε
ό,τι θα μείνει στην καρδιά παντοτινά δικό μας.

XXXI

Τραγούδι της σιωπής κομματιασμένο
σαν ποιος να ξέρει να το πει
ο πόνος τι ’ναι κι η χαρά που μόλις γεύτηκες
κι άφησε μια σκιά πικρή πάνω στα χείλη
σαν νοσταλγία, απαλό τρικύμισμα
πίσω από βλέφαρα που καρτερούνε τη βροχή
της πιο ζεστής ευγνωμοσύνης…

XXXIII

Είπα για λίγο εδώ ας ξαποστάσω
κάτω από τ’ άσπρα ανθάκια των πορτοκαλιών.
Με λέξεις ακατάληπτες, μισές, με ψιθυρίσματα
δειλά να ψηλαφίσω απ’ την αρχή τη μέρα
κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού.
Κι έπειτα χάθηκα μεμιάς σ’ ίσκιους γλυκούς, μεθυστικούς
κι ήταν αλήθεια μια ανείπωτη μαγεία
όπως κινούσαν οι χυμοί σιγοσφυρίζοντας
μέσα απ’ τις φλέβες των κλαδιών,
ως το στερνό στραφτάλισμα
στην άκρη των μικρών δροσοσταλίδων.
Αφήνω τώρα να περνούν αργά οι μέρες μου
με νυσταγμένες αγκαλιές κι αχνοχαμόγελα.
Κι οι ψίθυροι της γης μες στις αισθήσεις μου
το ρυθμικό τραγούδι της βροχής μέσα στα φύλλα
ξυπνούν ανατριχίλες μυστικές, πρωτόγνωρες
άγρια χαρά, ανάπαψη, γαλήνη.
Τρίτη φορά είδα τ’ ανθάκια να ζυμώνονται
με φως, νερό, τρίτη φορά που η γης εγκυμονούσε
νέα ζωή γαλήνια, μυστικά,
μεστό καρπό στη ροδοπράσινη ποδιά της.
Είπα για λίγο εδώ να ξαποστάσω και ξεχάστηκα
σαν λωτοφάγος ναυαγός που ’δε σανίδια το σκαρί του.
Κύματα κύματα οι θύμησες περνούν και χάνονται
χρόνια που διάβηκαν και πια δεν θα ξανάρθουν.
Γίνηκαν ρίζες πια τα πόδια μου, γίναν βλαστοί
τα δυο μου χέρια και μιλούν με τον αγέρα.
Τα πρωινά που φλυαρεί αδιάκοπα
τα μεσημέρια που σιγοκουρνιάζει.
Κι η γης βουίζει ασταμάτητα σαν πέλαο
και το καθάριο αίμα της κυλά κι ανηφορίζει.
Ζεστό, μες στο κορμί μου ζωντανό, διάφανο.
Ατέλειωτα κυλά και μουρμουρίζει.

Από το γαλάζιο τετράδιο

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Τις νύχτες που οι μικρές στιγμές φυλλορροούσαν
στους λιωμένους δείκτες ανεπαίσθητα
στους απέραντους τοίχους που σωριάζονταν
αθόρυβα για να μπει το φεγγάρι,
είχε το όνειρο ζωή, σάρκα και όνομα
μπούκλες και φρύδια από ουρανό,
μάτια από θάλασσα.
Είχε όπως πάντα
το δικό σου όνομα, τα δικά σου μάτια.

AΓΡΙΑ ΑΓΑΠΗ

Πέρασε κάμπους και βουνά, πλαγιές ηφαίστεια
λουλούδια κόκκινα και τ’ άστρο της αυγής,
βρήκε να βάλει στα μαλλιά
η άγρια αγάπη μου.
Στον άνεμο γελά και δεν τη νοιάζει
που ’ναι τα πόδια της γυμνά.
Στο σύννεφο πλαγιάζει κι είναι τ’ όνειρο
χάδι δροσιά, φωτιά και φως, γλυκό τραγούδι.
“Φύσα, αεράκι, πάρε με μακριά”.
Πέρασε θάλασσες πλατιές, κάβους και βράχια.
Φύκια αλμυρά, λουλούδια του γιαλού
πήρε και φόρεσε.
Κι όλο στον άνεμο γελά και δεν τη νοιάζει
που’ ναι τα πόδια της γυμνά.

.

ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ, ΣΤΟ ΕΡΕΒΟΣ (2016)

ΣΤΟΕΣ

Κάποτε τα μικρά, τα τόσο ασήμαντα
όπως μια τοσοδά λεπτή κλωστή μπορεί να είναι
ο μίτος που σε φέρνει στη ζωή μες απ’ την άβυσσο
βήμα το βήμα προς το φως, έξω στον κόσμο.
Μα αν σου δοθεί η χάρη ξαφνικά και τόσο ανέλπιστα
βιάση δε θέλει στη χαρά σου τη μεγάλη.
Εύκολα μπλέκει το κουβάρι με μια κίνηση
εύκολα σπάει η κλωστή και τότε μόνος
κι ανήμπορος θα τριγυρνάς δίχως ελπίδα πια
χρόνια και χρόνια στις στοές που σε γνωρίζουν.

ΜΕΣ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ

Με ψίθυρους αχνούς, στο φως στο έρεβος
αθόρυβα περπάτησα στον κόσμο
μακριά απ’ τις κραυγές που με πληγώνανε
μα τώρα δες, μες στη σιωπή πόσο μερώνω
σαν παίζει μουσική γλυκιά και νιώθω έτοιμος
να βγω στα γνώριμά μου μονοπάτια
σαν το παιδί που αλητεύει και ξεχάστηκε
ολημερίς στο γέλιο, στο παιχνίδι.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Ι.

Ψίθυρος για το ποίημα που δε γινόταν να γραφτεί….

Απ’ τη γωνιά του δρόμου κοίταζα το σπίτι μου
το πατρικό μου σπίτι ρημαγμένο
με κλειδωμένη πόρτα, σφαλιστά παράθυρα
χωρίς ζωή, βουβό και γερασμένο
και φανταζόμουν σκόνη του καιρού στους διαδρόμους του
στρώμα λευκό σαν χιόνι στα κρεβάτια
και το φτωχό χαρτί μου μούσκευε στα δάκρυα
κι η ποίηση μ’ αρνιόταν πεισμωμένα.
Γιατί μια λέξη έψαχνα να βρω μα δεν ερχότανε
μέσα στο νου, στα πικραμένα χείλη,
μέχρι που βάδισα αποστρέφοντας το βλέμμα μου
μακριά σαν ξένος κι ήρθε μόνη της η λέξη
για να γραφτεί εκατό φορές στ’ άδειο χαρτί
κι εγώ τη διάβασα σκυφτός, βαθιά θλιμμένος
τη λέξη “λεηλατημένος”, που ώρα γύρευα.

ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Την ώρα που γλυκιά, κύματα-κύματα
μεθυστική μια ρέμβη σου ποτίζει το κορμί
νωχελικά, κι αφήνεσαι αργά να σε βυθίσει
και πια δε νιώθεις ούτε την ανάσα σου
και με μισόκλειστα τα μάτια ταξιδεύεις,
μες στη μικρή οθόνη χαμηλόφωνα
μετά τα σπορ τα κοσμικά τις διαφημίσεις
για τα καινούρια απορρυπαντικά, ξανά η θάλασσα
άσπρη μαβιά γεμάτη από κραυγές,
γεμάτη χέρια ανοιχτά, γεμάτη μάτια
και τα παιδάκια μπρούμυτα κι ασάλευτα
που πάνε κι έρχονται στα κύματα σαν τόπια,
λες και τα νοιάστηκε ο θάνατος και τ’ άφησε,
ανέμελα να παίξουν πριν τα πάρει.

Ο ΧΡΟΝΟΣ

(Έξι ψίθυροι στο σκοτάδι)

ΙΙΙ.

Κι αν βρήκα τα σημάδια μου κι αν άγγιξα
τον τύπο των ήλων με τα δάχτυλά μου,
γελώ και φεύγω και ξεχνώ και αποστρέφομαι
την κάθε θλίψη σιγοτραγουδώντας
και πια δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι, δε νοιάζομαι
μην πεις ξανά πως τάχα με γνωρίζεις.
Άναψε μέσα μου εξαίσια φωτιά
που μου ζεσταίνει την καρδιά και με φωτίζει
και διόλου δε μ’ αγγίζει ο καιρός.
Δεν είναι αληθινός, είπα χλευάζοντας.

IV.

Σαν λα μινόρε στη σιωπή,
σκόνη παιχνίδισε θαμπή στο πέρασμά της
απ’ τις κουρτίνες πρώτα κι έπειτα ξεχάστηκε
στον άδειο τοίχο σα φωτιά ξετρελαμένη,
η πρώτη-πρώτη ακτίδα στο σκοτάδι μου.
Κι ήταν μετά απ’ την αρχή λόφοι, βουνά,
άσπρα σπιτάκια χαμηλά, στενά δρομάκια
λουσμένα φως και κλείνοντας τα βλέφαρα,
απόμεινα να βλέπω μαγεμένος.
(Ανέγγιχτα στο χρόνο όσα αγάπησα!)

ΣΙΩΠΗ

Τρομάζω τόσο
ν’ ακούω τη σιωπή σου
σε κάθε βλέμμα.

Πες μου, αν θυμάσαι.
Χαμήλωναν τ’ αστέρια
στην αγκαλιά σου.

Με κλειστά μάτια
χόρευες πάντα μόνη
στα πρωτοβρόχια.

Νύχτες και νύχτες
βαδίζαμε στης πόλης
τα θαμπά φώτα.

Τώρα σιωπαίνεις,
μα με δικάζεις δίχως
να πεις μια λέξη.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Είμαι ένας κλέφτης, μη σε ξεγελούν
τ’ αθώα μου χαμόγελα, το βλέμμα
είναι εργαλεία της δουλειάς, δεν θα’ ταν όμορφο
να κουβαλώ σιδερικά και άλλα τέτοια.
Θα τρόμαζες, θα φώναζες τους γείτονες
με φρίκη να τους πεις το πάθημά σου
πως σου’ κλεψε ένας αλήτης τ’ όνειρο
αμέριμνη όπως έγειρες για λίγο
κι εκείνο περιδιάβαινε αφύλακτο
πάνω στο μαλακό σου μαξιλάρι,
κι άφαντο έγινε μεμιάς! Μα κοίταξε,
που τώρα πίνουμε καφέ πολιτισμένα
τα λέμε μια χαρά κι όλο γελάς,
κι ας μη γνωρίζεις τίποτα για `μένα.
Το παιδικό αθώο βλέμμα μου σου αρκεί.

ΕΠΙ ΣΚΗΝΗΣ

Από μακριά, σαν να’ ναι άλλοι κι όχι εμείς
στέκομαι, κρυφακούω και θαυμάζω
σαν θεατής έργου που παίζεται ακατάπαυστα
παρόλο που δεν έμαθε κανείς ποτέ τα λόγια.
Γιατί δεν είχε εξαρχής κάποιο σενάριο
δεν είχε χορογράφο, σκηνοθέτη να διδάξει
δεν είχε θεατές να εμψυχώσουνε
με χειροκρότημα φωνές κι επευφημίες.
Είχε μονάχα προσεγμένα σκηνικά
που έδειχναν με ασύλληπτη μαγεία
πως ήταν τάχα δρόμος ανοιχτός στο φως εδώ,
κι εκεί βουνά και θάλασσες ωραίες.
Μα δες αλλάζουν πάντα τόσο απρόβλεπτα
με μιαν απίστευτη ταχύτητα και δείχνουν
παράταιρα, φθαρμένα πια και βαρετά
κι εμείς στη μέση με φωνή που χαμηλώνει,
μοιράζουμε ακόμα ρόλους, τόσο πρόχειρα
λέγοντας ο καθένας τ’ αλλουνού τα λόγια
μα φαίνεται αλήθεια τόσο δύσκολο,
τόσο απίθανο ποτέ να οργανωθούμε,
που ξεμακραίνω απ’ της σκηνής την άκρη αθόρυβα,
κι άλλος δε μένει θεατής να μας δοξάσει.

ΛΕΥΚΟΦΟΡΕΜΕΝΟΙ

Πού παν οι λυπημένοι την αυγή;
Πού παν οι λευκοφορεμένοι;
Η πόλη πίσω τους ξυπνά μέσα στα φώτα της
Φτιασιδωμένη σκυθρωπή μες στα στολίδια
Με το πιοτό μισό ακόμη στο ποτήρι της
Με τους καπνούς της τη βουή και την οργή της.
Κι αυτοί, με τα μαλλιά λυτά στον άνεμο
Πού παν με τα χαμηλωμένα τους μεγάλα μάτια;
Σέρνουν τον ίσκιο τους με χλωμό πρόσωπο
Τη νύχτα πίσω λησμονούν, αχνογελούνε
Στο φράχτη προς τη δημοσιά, στον κάμπο έπειτα
Μ’ ανάλαφρη περπατησιά θα προσπεράσουν
Ναούς των αηδονιών κρήνες βαθύσκιωτες
Ρέματα σύδεντρα πυκνά, βαθιά ως τη λήθη.
Κι ως θα φυσά ο μπάτης στα κλαδιά γελώντας τους
Τις νότες ψάχνοντας να πει το βαλς των κρίνων,
θα’ ναι μακριά ο Θεριστής δεν θα τον νοιάζονται
Γιορταστικά τα σήμαντρα θα κρούσουν
Σ’ ένα άσπρο σύννεφο απαλό όπως θα γείρουνε,
Το μεσημέρι σαν παιδιά να ξαποστάσουν.

ΑΓΓΕΛΟΙ

Ο κίονας κάλυπτε το μισό πρόσωπό τους
Τ’ άλλο τους μάγουλο αίφνης ρυτίδωνε
Όπως η θύρα άνοιγε και φως,
Έπαιζε μια στιγμή ρουμπινί κόκκινο
Στα ποτήρια ολόγυρα στης γωνίας της άκρη
Στον περίτεχνο διάκοσμο ίδιο αίμα και έσβηνε
Πριν φανεί διπλωμένη μακριά ως το πάτωμα
η λευκή τους φτερούγα κι η αγέρωχη κόμη.
Έτσι περνούσαν τις νύχτες αμίλητοι
Στο γνωστό τους τραπέζι, οι πεπτωκότες άγγελοι.

ΠΡΟΑΣΤΙΑ

Τώρα που μάθαμε επιτέλους αδερφοί μου
να λέμε γη τη γη, χιόνι το χιόνι
πέτρα την πέτρα -όχι ψωμί- χέρι το χέρι
σαν πού θα πορευτούμε, πού θ’ απλώσουμε
τα βήματά μας, πού τον ύπνο μας;
Τώρα που σύννεφα δεν έχει πια ν’ αδράξουμε
-πέρασαν βλέπεις οι καιροί και δεν αεροβατούμε-
σαν πού θα κρύψουμε τη θλίψη, πού τη γύμνια μας;
Ποια πολιτεία μακρινή θα μας δεχτεί
πού θ’ ακουμπήσουμε
τα παιδικά μας όνειρα, πού την αγρύπνια;
Σ’ ανούσιες διαδρομές σπίτι-δουλειά
στην ασταμάτητη βροχή στην επίπεδη μέρα
ας προσπεράσει το λοιπόν ξανά η Άνοιξη
με τα παράφορα τραγούδια και τα λάβαρα
με τα λουλούδια της και τα βεγγαλικά
ν’ ανάψει φως στους κάμπους και τα πέλαγα
σαν οπτασία απατηλή, νέφος λευκό.

.

ΑΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΤΑ (2017)

Δίχως πυξίδα
δίχως κουπιά και χάρτη
με τον αγέρα.

Χωρίς ρυτίδες
αράγιστος καθρέπτης,
νερό κι αλάτι.

Νεύματα νότες,
τα λόγια περιττεύουν
στ’ αρχαίο τάγκο.

Μάτια κοχύλια
γοργόνα ξαπλωμένη
στο φεγγαράκι.

Πολύ το λίγο,
χρυσάφι οι στιγμές σου.
Μην τις σκορπίσεις.

Με πέντε νότες
αλήτισσα βροχούλα
με ξαγρυπνούσε.

Σκιές στον τοίχο
και στα μαλλιά σου παίζουν,
μα ξημερώνει.

Χαρά και λύπη
στο ίδιο κέρμα όψεις
στριφογυρίζουν.

Στα μπλε της μάτια
οι θάλασσες του κόσμου
κι ανεμοβρόχι.

Χάσεις κερδίσεις,
δικαίωση σου μόνη,
όρθια να’ σαι.

Άσε να φέξουν
να λαμπαδιάσουν όλα
τα μονοπάτια.

Γήινη η κάμπια.
Βγάζει φτερά και ξάφνου,
η χρυσαλίδα.

Χίλιες φτερούγες
στον άνεμο απλώνουν
τα όνειρά σου.

Πανιά στον ήλιο
να φεύγει η ματιά μας
να ξημερώνει.

Μαύρο κι αν είναι
την Άνοιξη σου φέρνει
το χελιδόνι.

Σε ντύνω στίχους
μικρές λεξούλες-ήχους
και βόλτα βγαίνεις.

Χείλια-λουλού δ ια
η άνοιξη περνούσε
με ροζ φουστάνι.

Πιάσε το νήμα.
Η έξοδος κοντά σου
αν το θελήσεις.

Μισό φεγγάρι
κυρτό δρεπάνι πες μου,
ποιον απειλούσες.

Ποιο όνειρό σου
στα μάτια ξεχασμένο
σε ταξιδεύει;

Ξύλινα λόγια.
Σκληρά τα πρόσωπά τους,
μα δεν ακούω.

Λύκοι τριγύρω
με τις προβιές στους ώμους
ψευτοβελάζουν.

Πνευστά τ’ ανέμου
χορδές που σου θυμίζουν
παλιές πατρίδες.

Άρρωστη πόλη
μες στους καπνούς κοιμάται
και τα σκουπίδια.

Μέσα σου βλέπω
ν αντιπαλεύουν πάντα
φως και σκοτάδι.

Λάμπουν στη λάσπη
αμύθητα πετράδια,
όσα δεν είπες.

Κέρματα σκόρπια
δε φτάνουν ν αγοράσεις
ύπνο γαλήνιο.

Νερό κι ασήμι
το ψάρι που γλιστρούσε
στ άσπρα χαλίκια.

Φύκια κοράλλια,
αθέατοι οι κήποι
του Ποσειδώνα.

Σπηλιές και θόλοι
κι ο ήχος των κουπιών μας
πριν ανατείλει.

Βροχή ποτάμι
και τα πουλιά κουρνιάζουν
αγκαλιασμένα.

Ψέμα δεν είναι
η μέσα σου αλήθεια
που ‘χεις κρυμμένη.

Εξαίσια ώρα
σαν αντικρύζεις μόνη
τους θησαυρούς σου.

Ζωή στη λάσπη
σαν τα πουλιά γυρίζουν
πρόσφυγες τόσοι.

Χορός στην άμμο
λεβέντικο συρτάκι.
Ελλάδα γλέντα!

Δυο μέτρα σύρμα
αρκούν να ξαποστάσουν
τα χελιδόνια.

Προβάρει μάσκες
ο χρόνος στον καθρέφτη
και σε τρομάζει.

Πάνω στην πέτρα
ψωμί κρασί μοιράζεις
σαν σώμα κι αίμα.

Δουλειά δουλεία
ισόβιος αγώνας,
μικρό μυρμήγκι.

Πώς ιστορούσε
της θάλασσας τον πόθο
με τόση αγάπη!

Ξερό το φύλλο
κι όμως χορεύει ακόμα
και καμαρώνει.

Παίζουν ξαπλώνουν
στις στέγες συννεφάκια,
μικρά κοπάδια.

Σωστό και λάθος
χαρά και λύπη πάντα
μαζί βαδίζουν.

Κίτρινα φύλλα
στον άνεμο, στον χρόνο
φωτογραφίες.

Ήτανε πάντα
γυμνός ο βασιλιάς μας
μέσα στα πλούτη.

Ακινητούσαν
τα πράσινα νερά του
κι οι μέσα δίνες.

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Ο ΜΕΣΑ ΗΛΙΟΣ  (2018)

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Η πρώτη του ποιητική συλλογή η «Μικρή περιήγηση» εκδόθηκε το 1996 από τη Νέα Πορεία του Τηλέμαχου Αλαβέρα και επανεκδόθηκε το 2017 από τις εκδόσεις «Έντυποις» .
Για μια πενταετία και μέχρι το 2001 δημοσίευε ποιήματα του στη Νέα Πορεία και στη συνέχεια σώπασε για μια δεκαπενταετία. Για τους λόγους της σιωπής του είπε σε μια συνέντευξη του «είναι ότι μου πήρε πολλά χρόνια να συνειδητοποιήσω τη διαφορά ανάμεσα στη σεμνότητα και την ηττοπάθεια. Αναρωτιόμουν αν ήμουν σε θέση να γράψω ξανά κάτι αξιόλογο. Ένιωθα πως είχα στερέψει, πως έκανα κύκλους γύρω από τον εαυτό μου, όπως η γάτα που κυνηγάει την ουρά της. Έβλεπα πως κατέληγα σε λόγια που είχα ήδη πει και σε εικόνες που είχα ήδη παρουσιάσει.»
Επανέρχεται το 2016 με τη ποιητική συλλογή «Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος» και την ίδια χρονιά σε ψηφιακή μορφή η νουβέλα «Νυχτοπερπατήματα» . Το 2017 ακολουθεί πάλι σε ψηφιακή μορφή η ποιητική συλλογή Χαϊκού «Αχαρτογράφητα» και τέλος το 2018 έχουμε το διήγημα «Η τροχιά του βέλους» και τη ποιητική συλλογή «Ο Μέσα Ήλιος».
Ή καλύτερα θα συνταξιδέψουμε στα μονοπάτια της αγάπης και του έρωτα με τη ματιά του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου μέσα από τα ποιήματα της συλλογής του. Ποιήματα όπου ένας εσωτερικός ήλιος αγάπης μας οδηγεί με το φως του να περπατήσουμε με αισιοδοξία τη ζωή.
Γράφει στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής

Μάγισσα, πες μου πώς υφαίνεις τον ιστό
ο χρόνος για να μην περνά, πώς ομορφαίνεις
πώς γαληνεύεις την ψυχή με το τραγούδι σου
αγάπη πόση με κερνάς μ’ ένα σου γέλιο
να ξαποσταίνω να τραβώ ξανά το δρόμο μου
στην απαλάμη του Θεού, έξω στον κόσμο.
Για τον ποιητή αυτό που του δίνει δύναμη και γαλήνη στη ψυχή να συνεχίζει το ταξίδι της ζωής είναι πρώτα η αγάπη για την ίδια τη ζωή. Και με στίχους λυρικούς και εκφραστικούς μας καταθέτει τη προσωπική του θεώρηση για τη ζωή.

Και στο ποίημα «Πρωί Σαββάτου» μας λέει:

Για την αγάπη τραγουδώ, για τη ζωή
για το καθάριο πρωινό και τα λευκά του
φτερά που ο άνεμος ξεδίπλωνε στα μάτια μου
δίχως ανάπαυση μακριά προς τα λιβάδια.
………..

Για να κλείσει το ποίημα λέγοντας μας

Για την αγάπη της ζωής σας τραγουδώ
πρωί Σαββάτου απρόσμενα, τέλη του Μάρτη.

Η αγάπη της ζωής για το ποιητή έχει πολλές εκφάνσεις και στο τραίνο της αγάπης χωράνε όλοι χωρίς διακρίσεις. Γράφει στο ποίημα «Τραίνο»

Τα τσιγγανάκια που μαζεύανε ψιλά
δυο – δυο οι στρατιώτες κουβεντιάζαν και πιο πέρα
ο μουσουλμάνος προσευχότανε ξυπόλυτος
οι ταξιτζήδες νευρικοί με τις βαλίτσες
άνεργες πόρνες ξεχασμένες σου γελούσανε
και τα παιδιά με τα παράνομα τσιγάρα ταξιδεύαν
μέσα σε σύννεφα καπνού, μέσα στο γέλιο τους
την ώρα που το βραδινό τρένο βογκώντας
σφύριζε κι ήτανε αργά να ανεβείς
κι ήταν αργά πολύ αργά για να κατέβεις.
Και μέσα από την αγάπη γεννιέται ο έρωτας που ομορφαίνει το ταξίδι της ζωής και όπως μας λέει στο ποίημα «Σαν όνειρο»
…/…
φεγγάρι κόκκινο που τραγουδά ψηλά και γνέφει.
Ήταν απλή η ζωή κι ο έρωτας παιχνίδι
με μια ξεκούρδιστη κιθάρα στο πλατύσκαλο
μ’ ένα χαμόγελο γλυκό στο παραθύρι

Τα ποιήματα είναι όλα με έντονη εικονοποιία, λυρισμό και μια ρομαντική και τρυφερή ματιά στον έρωτα. Οι στίχοι, πότε χαρούμενοι και πότε θλιμμένοι, με γέλιο ή με θλίψη, μα πάντα γεμάτοι έρωτα κι αγάπη, κυλάνε απαλά σαν ένα ποταμάκι που ξεκινά από τη πηγή που είναι ο συναισθηματικός κόσμος του ποιητή και καταλήγουν στο υποκείμενο του έρωτα για να μας πει: «στον βυθό, στην ασημένια μαύρη κρύπτη των ματιών σου» και «στα βαθιά σου τα νερά δάκρυα αφήσαμε/έρωτας είσαι και μακριά σου πώς να πάμε.»

Ξεχώρισα κάποιους στίχους από διάφορα ποιήματα της συλλογής που θεωρώ ότι δίνουν την εικόνα του ποιητικού ταξιδιού στην αγάπη και στον έρωτα και μας δείχνουν τις πιο βαθιές σκέψεις και τη ψυχή του ποιητή.

Αν θέλεις έλα να μου πεις απ’ την αρχή
αγάπη πρώτη το μικρό σου παραμύθι

Για τα μικρά και τα μεγάλα σου μιλώ
με λόγια φλογερά που δεν αρθρώνω

μικρά τριαντάφυλλα φωτιάς μέσα στον κήπο μου
που κοκκινίζουν από έρωτα και πόθο.

κι έπειτα οι θεσπέσιες ψηλές, τα “σ’ αγαπώ”
γονατιστός να προσκυνώ και να σε θέλω…

Βαθιά βυθίζονταν τα δάχτυλα στη σάρκα σου
χάραζαν νέα μονοπάτια στον πηλό σου
Σ` αγκάλιαζα τις νύχτες νοερά
«κοιμάσαι άραγε», ρωτούσα τρυφερά μη σε ξυπνήσω

Θα σου χαρίσω το καλύτερο χαμόγελο
το αθώο μου το παιδικό θαρρώ σου πάει

Ευλογημένη η στιγμή γυμνός που εγείρεται
μες απ’ τη λάσπη της ψυχής ξανά ο πόθος

Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ η αγάπη το ’δειξε
κι ως τώρα άλλο νόημα δε βρήκα…

μιλώ στον άνεμο ψηλά στ’ άσπρα του σύννεφα
κι απ’ την αγάπη άλλη απόκριση δε θέλω

ο έρωτάς της που πεινούσε για ζωή
ο έρωτάς της που τον χρόνο λησμονούσε

με μιαν ομπρέλα ανοιχτή πάνω στις έγνοιες σου
κι έρωτα αμείλικτο ψιχάλιζε στο δρόμο.

τι νόημα θα ‘χε η ζωή δίχως τα όνειρα
δίχως ταξίδια μακρινά πάνω απ’ τον κόσμο.

Στίχοι από ποιήματα της συλλογής που όλα μαζί συνθέτουν ένα τραγούδι της αγάπης και του έρωτα βγαλμένα από το μέσα ήλιο της ψυχής του ποιητή.
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, « Πουλιά στο σύρμα» είναι έξη ποιήματα βασισμένα σε έξη μονόστιχα του ποιητή Χρήστου Τουμανίδη όπου ο Παπακωνσταντίνου τα αξιοποιεί με το καλύτερο τρόπο.

«Όλα όσα είχα να σας πω, τα είπε η αστραπή» γράφει ο Τουμανίδης για να συνεχίσει ο Παπακωνσταντίνου
«Τι τάχα μένει να ειπωθεί μετά το φως της
τι θα μπορούσε να σωθεί κάτω απ’ τη στάχτη της
τάχα ποιο όνειρο δειλό και ποιο τραγούδι…»

Αξιοπρόσεκτα είναι στο βιβλίο και τα 7 σκίτσα από κάρβουνο της Φωτεινής Καρακίδου που εναρμονίζονται πλήρως με το πνεύμα των ποιημάτων.

.

ΙΩΑΝΝΑ Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

FRACTAL 28/03/2018

«Στα χνάρια της αγάπης»

«Ο μέσα ήλιος» του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου είναι συλλογή με ποιήματα ερωτικά, που ξεχωρίζουν για τη λεπτότητα των αισθημάτων. Λέξεις διάφανες, εικόνες δροσερές, αναπολήσεις και κρυφοί πόθοι δημιουργούν έναν ερωτισμό που τον τροφοδοτεί ο «μέσα ήλιος». Ό έρωτας αναδεικνύεται σε πρωταρχική ανάγκη της ψυχής. Ένας έρωτας που σέβεται την ελευθερία, που δίνει διεξόδους, που δε γνωρίζει τον εγωισμό, που κάνει τον άνθρωπο να μένει πάντα νέος. Απόσταγμα ζωής, συναισθήματα ήρεμα, ανυπόκριτα, ζωο-γόνα, αγνά, λυτρωτικά, κατανόηση του ερωτικού συντρόφου, ολοκληρωτικό δόσιμο, οδηγούν σε μία μοναδική επαφή.

Το νόημα Ι

Ζεστό τρεμούλιαζε το δέρμα σου παλλόταν
κυματιστά περνούσε η αγάπη και το πλάνευε
ν’ ανθίσει μέσα στο σκοτάδι ν’ αφεθεί
στ’ απατηλό γλυκό μου παραμύθι.
Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ ήταν που μπόρεσα
να δω το φως μες απ’ τις γρίλιες στο σεντόνι
ν’ αγγίξω τη ζωή με τ’ ακροδάκτυλα
να πιω απ’ το φως της να χορτάσω να μεθύσω.

Αν άξιζε ποτέ να γεννηθώ η αγάπη το ’δειξε
κι ως τώρα άλλο νόημα δε βρήκα…

Ο έρωτας, ασυμβίβαστος, κοιτά πάνω απ’ το πλήθος, ικανοποιεί τον άνθρωπο τον ανήσυχο, τον ελεύθερο, κάνει τον κόσμο φιλόξενο, στοργικό.

Είμαι εδώ

Για τα μικρά και τα μεγάλα σου μιλώ
με λόγια φλογερά που δεν αρθρώνω
μήπως ραγίσω τη σιωπή, όμως τα μάτια μου
στέλνουν μηνύματα πολλά μες στο σκοτάδι.
Σήματα τροχιοδεικτικά δίνουν το στίγμα μου
γιατί είμαι εδώ, γιατί είμαι εδώ
και πια δε φεύγω.

Αντάλλαξα του ταξιδιού τον πόθο το ασίγαστο
της τρικυμίας τον παλμό μέσα στις φλέβες
για λίγα αχνάρια στη βρεγμένη άμμο και δυο όστρακα
που ’ χουν το σχήμα των ματιών σου και τη λάμψη.

Ξαπλώνω στις τραχιές πέτρες κι ανάσκελα
μετρώ φωτάκια μακρινά του γαλαξία
μετρώ στο σώμα μου γυμνό ρίγος πρωτόπλαστο
και στη γαλήνη του γιαλού φωνές κυμάτων
κι έμαθα πια να μην κοιτάω στον ορίζοντα
μήπως φανεί λευκό πανί που πλησιάζει
γιατί είμαι εδώ, που τόσο πόθησα να ’ρθω
και μένω εδώ, αφού είσαι εδώ
και πια δε φεύγω.

Η γυναίκα παρομοιάζεται με τη θάλασσα, «που κανενός ποτέ δεν ήτανε κι όμως δεν ήταν ντροπή να τη λατρεύουν».

Χειρονομίες

Θα μείνω εδώ βουβός να βλέπω να θαυμάζω
πώς παιχνιδίζει η σκιά στον τοίχο απέναντι
όπως λικνίζεσαι και γέρνεις και λυγίζεις
χειρονομίες στη σιωπή με μια λεπτότητα
με μιαν ανείπωτη αιθέρια αρμονία.

Ήχος κανείς να μην ταράξει τη σιωπή.
Μη με ρωτήσεις τι και πώς. όλοι το ξέρουν
πως κανενός ποτέ δεν ήτανε η θάλασσα
κι όμως δεν ήτανε ντροπή να τη λατρεύουν…

Συναισθήματα σιωπηλά, βαθιά, ειλικρινή πρέπει να σωθούν, «να φυλαχθούν μέσα στο δάκρυ». Η αγάπη, άλλοτε φωτιά που αγκαλιάζει τον κόσμο και τον αλλάζει, άλλοτε όνειρο θλιμμένο και μακρινό. Η αλήθεια της γλυκιά και σκληρή ταυτόχρονα. Ψυχές ευλογημένες απ’ το χάδι της, αλλά και άλλες λησμονημένες που έσβησαν στη μοναξιά.

Σαν όνειρο

Να μην τελειώναμε ποτέ μας το ταξίδι
στα γνώριμα σοκάκια να μας έφερνε
αλήτης άνεμος που παίρνει τα μαλλιά
φεγγάρι κόκκινο που τραγουδά ψηλά και γνέφει.
Ήταν απλή η ζωή κι ό έρωτας παιχνίδι
με μια ξεκούρδιστη κιθάρα στο πλατύσκαλο
μ’ ένα χαμόγελο γλυκό στο παραθύρι
κάποια Μαρία μακρινή χλωμή σαν όνειρο.

Ο ποιητής αγαπά χωρίς διακρίσεις.

(Τραίνα ΙV)

Τα τσιγγανάκια που μαζεύανε ψιλά
δυο–δυο οι στρατιώτες κουβεντιάζαν και πιο πέρα
ο μουσουλμάνος προσευχότανε ξυπόλυτος
οι ταξιτζήδες νευρικοί με τις βαλίτσες
άνεργες πόρνες ξεχασμένες σου γελούσανε
και τα παιδιά με τα παράνομα τσιγάρα ταξιδεύαν
μέσα σε σύννεφα καπνού, μέσα στο γέλιο τους
την ώρα που το βραδινό τρένο βογγώντας
σφύριζε κι ήτανε αργά να ανεβείς
κι ήταν αργά πολύ αργά για να κατέβεις.

Τα πρόσωπα σκιαγραφούνται με γραμμές δυνατές και ταυτόχρονα απαλές. Σώματα πρωτόπλαστα με μια δροσιά και καλοσύνη στις κινήσεις και τις εκφράσεις.

Πλατιές εικόνες απ’ τη θάλασσα, τον βυθό, τον ορίζοντα, τον άνεμο, τη βροχή γεμάτες αντιθέσεις, φως, χρώμα, κινήσεις χορευτικές, μουσικότητα, ήχους δημιουργούν την αίσθηση της ελευθερίας, της απεραντοσύνης, της δροσιάς. Το απλό δίνεται με χάρη και καθημερινές απαρατήρητες συμπεριφορές αναδεικνύουν την ομορφιά τους.

Φύλλο μοναχό

Αχ, μεθυσμένο φύλλο μοναχό στο μονοπάτι
χορεύοντας στον άνεμο αφέθηκες
για μια στιγμή κι έπειτα πάνω στα μαλλιά
στους ώμους της θαρρώ, στην αγκαλιά της
-αλήθεια ήτανε εκεί, δεν ήταν όνειρο
θυμάμαι απαλά σε είχε αγγίξει-
τότε που στάλαζε βροχή κρυφά στα μάτια της
τ’ Οκτώβρη μήνα κι η σιωπή κρυφό μαχαίρι.

Ο «μέσα ήλιος» οδηγεί σε μια παντοτινή νεότητα, ακόμα κι όταν το σώμα γερνάει, ακόμα κι όταν ο έρωτας ανοίγει πληγές που ποτέ δεν κλείνουν όσο κι αν ο χρόνος ξεθωριάζει τα συναισθήματα.

Ο ποιητής σμιλεύει στίχους δυνατούς, περιεκτικούς κι εκφραστικούς με μια εσωτερική εκρηκτικότητα, σάμπως τα ερωτικά υποκείμενα να ερωτεύονται διαρκώς σε κάθε στίχο.

Μάτια κλειστά

Πώς θορυβούσανε στο φως, τα βλέφαρά της
πόσες κραυγές αυτή η σιωπή με πόση ένταση
γαλάζιος μωβ ουρανός και οι γραμμές
έντονες ίσες μελανές να υπογραμμίζουν
όσα χαράζει ο ναυαγός μόνος στην άμμο του
τι κι αν κανείς δε θα βρεθεί να τα διαβάσει…

Πώς θορυβούσανε στο φως κάθε που κλείνανε
πόρτες που τρίζουν θλιβερά σαν τις αγγίξεις
μην πέσει φως και μη φανούν στα μέσα δώματα
οι θησαυροί τα μυστικά και της τα κλέψουν.

Κινήσεις, βλέμματα, πόθοι, διαψεύσεις, αναμνήσεις, προσμονές, συναισθήματα τρυφερά ή εκρηκτικά αλληλεπιδρούν και δημιουργούν αυτόματα νέα που υπονοούνται και εισχωρούν στην ψυχή του αναγνώστη σαν σκέψη, σαν προβληματισμός, σαν πρωτόγνωρη αίσθηση. Η δύναμη του έρωτα γονιμοποιεί την καθημερινότητα, τη σημασιοδοτεί. Ο «μέσα ήλιος» γίνεται κυρίαρχος και ωριμάζει τα συναισθήματα.

«Σαν δε ματώσεις να το ξέρεις δε σου άξιζε
σαν δε ματώσεις δεν επόθησες στ’ αλήθεια»,

λέει

“τα δάχτυλά του έμπηξε, τα νύχια του
στη γη ορθώνεται πετά χλωρά κλωνάρια
δίχως νερό παρηγοριά στον ήλιο φλέγεται
μόνος, αθέατος, μα πάντα ανηφορίζει”.

.

ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ ΣΤΟ ΦΩΣ, ΣΤΟ ΕΡΕΒΟΣ (2016)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

FRACTAL 15/06/2016

Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου

Ψίθυροι στο φως

Όλοι μας έχουμε χαμένα χρόνια […]
Είκοσι χαμένα χρόνια πάντα χρειάζονται για ένα φιλόδοξο παρόν.
(Τίτος Πατρίκιος, Χαμένα Χρόνια)

Είκοσι χρόνια –σε καμιά περίπτωση όμως χαμένα- πέρασαν από την πρώτη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, τη «Μικρή Περιήγηση» από τις εκδόσεις της Νέας Πορείας, υπό τη διεύθυνση του αείμνηστου Τηλέμαχου Αλαβέρα. Μετά απ’ αυτό το διάστημα της εκούσιας σιωπής και απουσίας του από το ποιητικό προσκήνιο, ο ποιητής επιστρέφει με τη δεύτερη ποιητική του συλλογή από τις εκδόσεις Πηγή, με τον τίτλο «Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος».

Εμμέσως, στον τίτλο ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου χαρακτηρίζει τα ποιήματά του ψιθύρους. Ο ψίθυρος, αυτή η ελάχιστης έντασης φωνή, είναι η ποιητική του γλώσσα. Μέσα από τους ψιθύρους του μας εμπιστεύεται προσωπικές του στιγμές, χαρές, απώλειες και λύπες, που τον χάραξαν ως φυσικό και ποιητικό υποκείμενο. Ταυτόχρονα, ο ψίθυρος είναι υποδηλωτικός μιας ταπεινότητας, με την οποία τα ποιήματα της συλλογής και ο ποιητής πίσω από τους στίχους περιδιαβάζουν τον κόσμο. Όπως πολύ χαρακτηριστικά δηλώνει στο ποίημα «Μες στη σιωπή»:

Με ψίθυρους αχνούς, στο φως στο έρεβος
αθόρυβα περπάτησα τον κόσμο

Εκείνο που διακρίνει κανείς με την πρώτη ανάγνωση και απαγγελία στα ποιήματα του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου είναι ένας εσωτερικός ρυθμός, υπαγορευμένος από σκόρπιους ή συνεχείς ιαμβικούς στίχους, ο οποίος σε παίρνει από το χέρι με τους πρώτους στίχους και σε ταξιδεύει στο νόημα και την ατμόσφαιρα του ποιήματος μέχρι τέλους. Τα ποιήματα, αν και ελευθερόστιχα, διαβάζονται και απαγγέλονται αβίαστα, χωρίς να σκοντάφτει η ροή του λόγου σε κανένα σημείο. Αυτό το στοιχείο αποτελεί μια κατάκτηση του ποιητή μέσα από μια μακρά διαδικασία ωρίμανσης της ποιητικής του έκφρασης. Πρόκειται,

λοιπόν, για μια ποιητική γλώσσα λυρική, πλούσια σε εκφραστικά μέσα (παρομοιώσεις, μεταφορές) και με μια ιδιαίτερα υποβλητική εικονοπλασία, όπως στη «Μέθη του καλοκαιριού».

Στον κάμπο που αναγάλλιασε ζωή μακριά ως τη θάλασσα
Εκόπασε η βροχή στάλα τη στάλα
Κι ο ήλιος γιορτινός χρυσοκλωστές εκρέμασε
Απ’ τις νεφέλες που τ’ αγέρι ταξιδεύει.

Άλλα ποιήματα μοιάζουν σαν να γράφτηκαν με μια ανάσα, σαν να «ήρθε μόνη της η λέξη», ενώ άλλα μοιάζουν πιο δουλεμένα, καρπός μιας μακράς αναμέτρησης του ποιητή με τον στίχο, λες κι «η ποίηση αρνιόταν πεισμωμένα». Ορισμένα ποιήματα αφηγούνται μια ιστορία ή ένα παραμύθι όπως το εξαιρετικά ενδιαφέρον και επίκαιρο «Ένας μικρός-μεγάλος άνθρωπος», ενώ σε άλλα αισθάνεσαι ότι ο ποιητής αιχμαλωτίζει με τους στίχους του μια εικόνα, μια σκηνή ή ένα συναίσθημα, όπως στα καλοδουλεμένα χαϊκού του. Τα χαϊκού του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου αποτελούν μια συναισθηματική εξομολόγηση με εικόνες τόσο της φύσης όσο και του σύγχρονου αστικού τοπίου, ενώ παρουσιάζονται με μια ευπρόσδεκτη καινοτομία, όχι εντελώς αυτόνομα αλλά σε κοινές ομάδες με έναν γενικό τίτλο.

Κίτρινα φύλλα
στον άνεμο χορεύαν
καθώς περνούσες.

Σ’ αυτή τη συλλογή ο ποιητής παρατηρεί και καταγράφει, κοιτώντας μέσα από ένα διπλό τζάμι, το μισό φωτεινό και το άλλο μισό σκοτεινό, το μισό στο φως και το άλλο μισό στο έρεβος. Αν θέλαμε να ομαδοποιήσουμε θεματικά τα ποιήματα, θα λέγαμε ότι τα σημεία εστίασης του ποιητικού του στοχασμού είναι τρία: ο γύρω του κόσμος, οι αγαπημένοι του Άλλοι και τέλος ο ίδιος του ο εαυτός.

Παρατηρώντας τον γύρω του κόσμο, μιλά για την άγρια φύση των ανθρώπων, για τον τρόμο και την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, για τη μονότονη ρουτίνα της καθημερινότητας, για τη δική του συνενοχή και λύπη. Η ποίησή του, όμως, δεν κινείται μόνο σ’ ένα γενικό, αφηρημένο και καθαρά στοχαστικό επίπεδο. Μιλά και για το σήμερα, αγγίζει σύγχρονα προβλήματα, όπως την τρομοκρατία και το προσφυγικό στα ποιήματα «Ο Τρόμος» και το «Κεντρικό δελτίο». Ωστόσο, παρατηρώντας τον γύρω του κόσμο, η ποιητική του ματιά δεν τελματώνεται στα σκοτεινά σημεία˙ ανασκάπτει παράλληλα την ελπίδα στη χαμένη αθωότητα, στην παιδικότητα, στα όνειρα και στην κρυμμένη «άνοιξη κάτω απ’ τα βλέφαρα των ονειροπαρμένων».

Στην ποίηση του Δημήτρη Παπακωνσταντίνου η συντροφικότητα, ο έρωτας και η αγάπη είναι κυρίαρχες αξίες. Ο αγαπημένος Άλλος είναι πανταχού παρών, άλλοτε ως ανάμνηση, ως μια σκιά στους τοίχους, έχοντας φύγει κι έχοντας

αφήσει έντονο το σχήμα της απουσίας του, ενώ άλλοτε συντροφεύει με τη φυσική του παρουσία, ως απτή οντότητα.

Δωσ’ μου το χέρι σου να κατεβούμε τα σκαλιά
Πολύ αγαπιέται η ζωή τα μεσημέρια

(Στη μέθη του καλοκαιριού)

Με το θολό του χωρισμού, με το μαβί του έρωτα
ωραία θα ’ταν τα υγρά γλυκά σου μάτια.

(Ωραία θα ’ταν)

Ο ποιητής, στοχαζόμενος και μιλώντας για τον κόσμο και τους αγαπημένους του, καταλήγει να εξετάζει τον ίδιο του τον εαυτό στον καθρέφτη σαν θεατής έργου. Σε πολλά σημεία το ποιητικό του υποκείμενο συμπλέκεται και ταυτίζεται με τον κόσμο που το περιβάλλει, με αγαπημένα του πρόσωπα και μέρη. Όλα αυτά αποτελούν κομμάτια του είναι του, όπως και το είναι του αποτελεί κομμάτι του κόσμου και των αγαπημένων του.

Πλύναμε με ιδρώτα τα ντουβάρια του […]

Δε βλέπαμε αν ήταν φτωχικό.
Κομμάτι ήταν απ’ το ίδιο το κορμί μας
ή μάλλον, το κορμί μας ήτανε κομμάτι του

(Το σπίτι ΙΙ)

Πριν τελειώσουμε, όμως, απομένει μια εκκρεμότητα ν’ απαντηθεί. Τελικά, ο ποιητής πού στέκεται; Πού ανήκει η ποίησή του; Στο φως ή στο έρεβος; Νομίζω πως τα ποιήματα της συλλογής ξύνουν το σκοτάδι του κόσμου, σε καμιά περίπτωση δεν το αποκρύπτουν ούτε το αρνούνται. Ωστόσο, εγκαθίστανται στο φως, στην άνοιξη που περιμένει μετά τον χειμώνα και καταλήγουν με μια σαφώς διατυπωμένη κατάφαση στους κρυμμένους παραδείσους της ζωής.

Κι άκουγα πάλι απ`την αρχή σαν να μην το ’ξερα
το αλφαβητάρι της χαράς και της αγάπης
να φτιάχνει λέξεις μαγικές σα μουσική
στου παραδείσου τη γιορτή νύχτα και μέρα.

(Κι άκουγα τότε απ’ την αρχή…)

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Συνέντευξη στην Βάνα Κουτσού.

Γνώρισα το Δημήτρη Παπακωνσταντίνου με αφορμή την παρουσίαση της β’ έκδοσης της ποιητικής του συλλογής «Μικρή περιήγηση».Η ποιητική του συλλογή «Μικρή περιήγηση», είχε αρχικά εκδοθεί το 1996 και 21 χρόνια μετά έγινε η επανακυκλοφορία της. Στο μεσοδιάστημα, υπάρχει μια εκδοτική αποχή, η οποία όμως αναπληρώνεται από το 2016, με την έκδοση της δεύτερης ποιητικής του συλλογής, με τίτλο «Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος».

Στη συλλογή «Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος», κάποια ποιήματα  έχουν μια θλιμμένη γλυκύτητα, άλλα μια σκοτεινιά και μια σκληρότητα, χωρίς όμως να γίνονται ωμά, πάντα με την ποιητική αύρα να τα τυλίγει, με το μήνυμα άμεσο και τρανταχτό. Κοινωνικά προβλήματα, προσωπική αναζήτηση, αναμνήσεις, συνθέτουν ένα πολυποίκιλο τοπίο που πιστεύω θα απολαύσει ο κάθε αναγνώστης. Τον ευχαριστώ θερμά για τη συνέντευξη που μου παραχώρησε, χωρίς δεύτερη σκέψη όπως μου έγραψε στην επικοινωνία μας και για την αφιέρωση που μου χάρισε στο βιβλίο του και του εύχομαι μια υπέροχη και γεμάτη πορεία, όπως πιστεύω ότι θα έχει.

Ποια είναι η θεματολογία με την οποία σου αρέσει να ασχολείσαι στην ποίησή σου;

Η ποίηση κινείται πάντα σε δυο βασικούς άξονες: Στον έρωτα και στον θάνατο. Είναι από τη μια ύμνος στη ζωή κι από την άλλη δέος απέναντι στο κενό της ανυπαρξίας. Δεν θα μπορούσε η δική μου ποίηση να αποτελέσει εξαίρεση. Συνειδητά πάντως αποδιώχνω την εικόνα του κενού, του τέλους, της «Μεγάλης Εξώπορτας», όπως λέω σε κάποια ποιήματά μου και προσπαθώ να γεμίσω τους στίχους μου με το φως της αγάπης. Δεν εννοώ πως η ποίησή μου είναι ερωτική. Ερωτική ποίηση περιέχεται μόνο στην υπό έκδοση συλλογή μου, «Ο Μέσα Ήλιος». Αναφέρομαι στην αγάπη για τη ζωή. Στην αγάπη για τα μικρά και τα ασήμαντα της καθημερινότητας. Η αγάπη είναι ανεξάντλητο θέμα.

Πες μου λίγα λόγια για την πρώτη σου ποιητική δουλειά, «Μικρή περιήγηση».

Η «Μικρή Περιήγηση» είναι η ποιητική συλλογή της νιότης μου. Γράφτηκε όταν ήμουν πολύ νέος, ανάμεσα στα έτη 1990-1993.Την εποχή εκείνη δεν περνούσε από το μυαλό μου η σκέψη πως αυτά τα ποιήματα θα εκδίδονταν κάποτε. Έγραφα μόνο για μένα και έκρυβα επιμελώς τα χαρτιά μου. Μετά το 1993 άρχισε η προσπάθειά μου να τα εκδώσω. Η έκδοση έγινε τελικά το 1996. Ο εκδότης μου, ο αείμνηστος Τηλέμαχος Αλαβέρας, μου έλεγε με έμφαση πως «η ποίηση είναι το προσωπικό μας αποτύπωμα και μας ακολουθεί για πάντα». Ήμουν πολύ νέος κατά την άποψή του κι έτσι πέρασαν τρία ολόκληρα χρόνια μέχρι να μου δώσει την οριστική του απάντηση. Η τριετής αυτή αναμονή ήταν για μένα μεγάλο μάθημα. Με ευγνωμοσύνη τον θυμάμαι!

Γιατί υπάρχει αυτό το συγγραφικό κενό των 20 χρόνων στην πορεία σου;

Υπήρξε ένα κενό δεκαπέντε κι όχι είκοσι χρόνων. Μετά την έκδοση της «Μικρής Περιήγησης» συνέχισα να γράφω και να δημοσιεύω ποιήματά μου στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Πορεία». Νομίζω πως το τελευταίο ποίημα αυτής της περιόδου γράφτηκε το 2001, κι ήταν εκείνο με το οποίο υποδέχτηκα στη ζωή τη δεύτερη κόρη μου. Θυμάμαι που το έγραψα πάνω σε ένα χαρτομάντιλο με δάκρυα στα μάτια, έξω από το μαιευτήριο τη μέρα που γεννήθηκε. Δεν σου απάντησα όμως ακόμα για ποιους λόγους άφησα «να χαθούν» δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Η πιο ειλικρινής απάντηση είναι ότι μου πήρε πολλά χρόνια να συνειδητοποιήσω τη διαφορά ανάμεσα στη σεμνότητα και την ηττοπάθεια. Αναρωτιόμουν αν ήμουν σε θέση να γράψω ξανά κάτι αξιόλογο. Ένιωθα πως είχα στερέψει, πως έκανα κύκλους γύρω από τον εαυτό μου, όπως η γάτα που κυνηγάει την ουρά της. Έβλεπα πως κατέληγα σε λόγια που είχα ήδη πει και σε εικόνες που είχα ήδη παρουσιάσει.

Τη «Μικρή Περιήγηση» την είχαν υποδεχτεί με πολύ επαινετικό τρόπο καταξιωμένοι ποιητές. Ο μεγάλος Γ. Βαφόπουλος διαβάζοντας τα ποιήματά μου από το χειρόγραφό μου, πριν ακόμη εκδοθούν, είχε πει «είναι ευπρόσωπα». Ακολούθησε μετά η κριτική του καθηγητή και ποιητή Π.Β. Πάσχου στη «Νέα Εστία», η επιστολή του ποιητή Σωκράτη Σκαρτσή, τα επαινετικά λόγια του ποιητή Γιώργου Βέη, η επιστολή του καθηγητή Φάνη I. Kακριδή, του ποιητή και καθηγητή Κώστα Στεργιόπουλου και πολλών άλλων σημαντικών προσώπων που είχαν τη γενναιοδωρία να στηρίξουν ηθικά έναν παντελώς άγνωστο ποιητή στο ξεκίνημά του. Δεν ήθελα να τους απογοητεύσω! Ήθελα να επανέλθω με κάτι αξιόλογο. Αυτό όμως το «κάτι» δεν ερχόταν. Και δεν ερχόταν γιατί είχα πάψει πια να γράφω για τον εαυτό μου. Σε κάθε βήμα μου ένιωθα πάνω μου τη βαριά σκιά των ανθρώπων που με είχαν στηρίξει. Πάντως, δε θεωρώ χαμένα αυτά τα χρόνια. Δούλεψαν μέσα μου με τον τρόπο τους για να ωριμάσω ποιητικά.

Τι άλλαξε στον τρόπο που γράφεις όλα αυτά τα χρόνια;

Η ποίησή μου ήταν λυρική και λυρική παρέμεινε. Υπάρχει πάντα μια εσωτερική μουσικότητα, ένας διαρκής ρυθμός. Δυσκολεύομαι να εντοπίσω διαφορές ανάμεσα στον τρόπο που έγραφα και τον τρόπο που γράφω σήμερα. Όταν αγαπάς κάτι πολύ, δεν είσαι σε θέση να το κρίνεις αντικειμενικά. Συνήθως, η ποίηση της νιότης αγαπά την υπερβολή. Η χαρά δίνεται με εκρήξεις φωτός και η λύπη με κατρακύλισμα στον ίδιο τον Άδη. Θέλω να πιστεύω πως η ποίησή μου έγινε με τα χρόνια πιο μεστή και πιο συγκρατημένη. Αυτό όμως, μόνο οι κριτικοί κι οι αναγνώστες μου μπορούν να το πουν με σιγουριά.

Τι πρέπει να περιμένει ο αναγνώστης διαβάζοντας τη συλλογή «Ψιθυριστά στο φως, στο έρεβος»;

Νομίζω πως μπορεί να βρει μέσα στα λόγια μου τις δικές του χαρές και λύπες. Τις δικές του φωτεινές και σκοτεινές μέρες. Η ζωή μας είναι μια πορεία στο φως και στο σκοτάδι. Ο αναγνώστης ας μην εκπλαγεί αν ανακαλύψει μέσα στους στίχους μου κομμάτια της δικής του ψυχής.

Ποια είναι τα σχέδιά σου από δω και πέρα, οι συγγραφικοί σου στόχοι;

Η ποίηση είναι πείνα που δε χορταίνεται. Σκοπεύω να συνεχίσω. Με μαγεύει η δύναμη του λόγου. Έχω ανάγκη την έκφραση μέσα από την ποίηση. Δεν ξέρω πού θα με βγάλει αυτή η προσπάθεια. Ο ποιητής πλέει πάντα σε αχαρτογράφητα ύδατα.

Ποια η συμβουλή σου σε αυτούς που καταπιάνονται πρώτη φορά με την ποίηση;

Η ποίηση προϋποθέτει σεβασμό στον Άνθρωπο. Προϋποθέτει αγάπη. Προϋποθέτει κόπους και απογοητεύσεις. Δε δίνει εύκολα τους καρπούς της. Ενώ απαιτεί αφοσίωση, δεν ανταμείβει πάντα τις προσπάθειες. Για τους λόγους αυτούς, η βασική συμβουλή μου είναι «υπομονή». «Υπομονή, σεμνότητα και μελέτη». Διαπιστώνω στις συζητήσεις μου με ομότεχνους πως δε διαβάζουν. Αρκούνται στους παλιούς κι αναγνωρισμένους ποιητές των σχολικών μας βιβλίων. Η ποίηση όμως εξελίσσεται, όπως και κάθε άλλη τέχνη. Η ίδια η ζωή κυλά διαρκώς κι αλλάζει. Πώς θα ακολουθήσουμε την πορεία της, αν έχουμε στάσιμο νου;

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *