ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Η Ευσταθία Δήμου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασσική και Νεοελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή με θέμα τις θεατρικές διασκευές πεζογραφημάτων. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση.
Άρθρα, διηγήματα και ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Το 2011 ήταν υποψήφια για το βραβείο καλύτερου νέου ποιητή στο 32ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης.
Επίσης γράφει κριτικές κυρίως για ποιητικές συλλογές που δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά!

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Στη Σπορά των αστεριών (Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2011),
Σονέτα (Gutenberg, 2016)
Απώλεια λήθης” (Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2019).
Κλέφτες + αστυνόμοι, (Εκδόσεις Γκοβόστη 2020)

.

.

ΚΛΕΦΤΕΣ + ΑΣΤΥΝΟΜΟΙ  (2020)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Μια όμορφη αρχαιολόγος στήνεται στο Βάθρο της. Ένας υπάλληλος φυλακών συλλαμβάνεται ως τρομοκράτης. Ένας απολυμένος εργάτης γεμίζει τις ώρες της αργίας του παρακολουθώντας τη γυναίκα του για να ανακαλύψει ότι αποτελεί μέρος ενός ερωτικού τριγώνου. Ένας νεαρός καθηγητής μαθηματικών Βρίσκεται αντιμέτωπος με τον πιο αδιανόητο μαθηματικό υπολογισμό. Ένας αργόσχολος μεσήλικας κάνει χόμπι του τις μικροκλοπές και Βρίσκει έναν αναπάντεχο σύνεργό.
Δώδεκα σύγχρονες ιστορίες που φλερτάρουν με το παράδοξο. Διηγήματα επικεντρωμένα σε χαρακτήρες που οδηγούνται στα όρια του εαυτού τους και, μέσα από μια απροσδόκητη έκβαση, αλλάζουν εαυτό.

Ο ΚΛΕΦΤΗΣ*

Δεν ήξερε γιατί το έκανε. Μάλλον δεν υπήρχε κανένας λόγος. Έγινε έτσι, όπως γίνονται πολλά πράγματα στη ζωή. Ίσως δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει εκείνη την περίοδο. Και καλά καλά δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Σιγά σιγά έγινε το χόμπυ του. Μια αγαπημένη, καθημερινή συνήθεια που χαλούσε τη ρουτίνα του κι έδινε χρώμα στην άχρωμη ζωή του. Παρόλο που ήξερε πως, κάθε στιγμή, κινδύνευε να τον αντιληφθούν και να τον πιάσουν, συνέχιζε ακάθεκτος, αναβάλλοντας επ’ αόριστον την επαναφορά του στον ίσιο δρόμο. Από τότε που τον απολύσανε κακήν κακώς από την ασφαλιστική εταιρεία όπου δούλευε τα τελευταία έξι χρόνια, είχε αρχίσει να περιφρονεί για
τα καλά την αξία της νομιμοφροσύνης. Το μεγάλο σούπερ – μάρκετ της γειτονιάς του έγινε ο πρώτος και σταθερός αποδέκτης της περιφρόνησης αυτής.
Πήγαινε πάντοτε την ίδια ώρα που συνήθιζε και στο παρελθόν, όταν κουρασμένος από τη δουλειά, σταματούσε για να πάρει ένα γάλα, λίγο τυρί και καμιά παγωμένη μπύρα. Τώρα γέμιζε το καλάθι του με τα ίδια πράγματα και τις τσέπες του με κάτι διαφορετικό κάθε φορά, συνήθως προϊόντα προσωπικής υγιεινής, πότε ξυραφάκια, πότε ένα αποσμητικό, πότε μια οδοντόβουρτσα. Έφτανε στο ταμείο ξαναμμένος, πλήρωνε τα πράγματα που είχε μέσα στο καλάθι και έβγαινε από το κατάστημα στητός κι ανέκφραστος. Όταν έφτανε σπίτι, τακτοποιούσε τα πληρωμένα στο ψυγείο και στα ντουλάπια της κουζίνας και τα κλεμμένα σε ένα μεγάλο συρτάρι στο δωμάτιό του το οποίο κλείδωνε πάντα με ένα μικρό κλειδάκι που έπειτα καταχώνιαζε βαθιά στην τσέπη του παντελονιού του. Οι φόβοι του σιγά σιγά άρχισαν να εξανεμίζονται, να εκμηδενίζονται μπροστά σε αυτή την παράφορη επιθυμία που πρόβαλε με τη δύναμη και την ένταση ενός χρόνιου απωθημένου. Το πράγμα έμοιαζε αδιανόητο βέβαια για έναν άνθρωπο που είχε περάσει τα σαράντα πέντε και είχε μια ήσυχη, μετρημένη ζωή. Κάποιες φορές όμως, σκεφτόταν, οι συνθήκες σε μεταμορφώνουν και αναδύονται από μέσα σου έξεις και πάθη που δεν φανταζόσουν ότι είχες.
Μ’ αυτήν την ανακουφιστική σκέψη και μ’ ένα παράδοξο αίσθημα δυναμισμού άρχισε να γίνεται όλο και πιο παράτολμος, όλο και πιο προκλητικός στις κινήσεις του. Πάνω που είχε αρχίσει να πείθεται ότι είχε γίνει εξπέρ σε αυτές τις μικροκλοπές και ότι κανείς, ποτέ, δεν πρόκειται να τον καταλάβει, τόσο επιδέξιος είχε γίνει, ένιωσε το βλέμμα της να τον παρακολουθεί. Ήταν μια από τις πολλές εργαζόμενες στο μεγάλο αυτό πολυκατάστημα, καμιά δεκαριά χρόνια μικρότερή του. Ξεχώριζε από τις υπόλοιπες υπαλλήλους χάρη στα φουντωτά κόκκινα μαλλιά της που μάταια προσπαθούσε να τιθασεύσει με τη συνδρομή μιας δαγκάνας.
Εκείνη τη μέρα, είχε βάλει στο καλάθι του μία εξάδα αυγά, ένα μπουκάλι χυμό, λίγα μήλα και δύο κουτάκια μπόρα. Τώρα περιφέρονταν στον διάδρομο με τα είδη πάρτι. Στάθηκε μπροστά από τα κεράκια που, κρεμασμένα το ένα κάτω από το άλλο, μετρούσαν από το μηδέν ως το εννέα. Με μια ξαφνική κίνηση γύρισε το κεφάλι του και την είδε πίσω του να τακτοποιεί αδιάφορα τα κουτιά με τους ζελέδες και τις κρέμες. Θα μπορούσε να ορκιστεί πως είχε καταλάβει τι σκόπευε να κάνει. Πως περίμενε να το κάνει για να ορμήσει και να τον ξεμπροστιάσει. Τώρα που το σκεφτόταν, ήταν σχεδόν πάντα η ίδια υπάλληλος που τριγύριζε κάθε φορά στους διαδρόμους με τα προϊόντα που γίνονταν στόχος του. Μέσα στις λίγες στιγμές που ακολούθησαν δεν του είχε μείνει καμία αμφιβολία. Τον είχε μυριστεί, όπως το λαγωνικό μυρίζεται το θύμα του. Για μερικά δευτερόλεπτα πάγωσε. Ένιωσε τα χέρια του να τρέμουν και τα μάτια του να καίνε από την ένταση.
Έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του αμήχανος και ταραγμένος. Όταν σηκώθηκε, είχε ανακτήσει την ψυχραιμία του και κατακλύστηκε από μια μάλλον εύθυμη και παιχνιδιάρικη διάθεση. Τη στιγμή που την είδε να στρίβει στο τέλος
του διαδρόμου, κατακλύστηκε από ένα λυτρωτικό αίσθημα. Άρπαξε βιαστικά δύο κεράκια, το τέσσερα και το εφτά, και, με μια αστραπιαία κίνηση, έσκισε τα barcode και τα έχωσε στην εσωτερική τσέπη του παλτού του. Έπειτα, καταπώς το συνήθιζε, συνέχισε την περιήγησή του στα υπόλοιπα ράφια, κοιτάζοντας, με προσποιητό ενδιαφέρον, τα συστατικά στις ετικέτες των προϊόντων.
Σχεδόν τρόμαξε, όταν αντιλήφθηκε την πυρκαγιά των μαλλιών της δίπλα του, ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που την είχε δει να φεύγει. Η αίσθηση και μόνο ότι βρισκόταν λίγα εκατοστά μακριά του, του δημιουργούσε μια παράξενη ανησυχητική διέγερση. Η πιθανότητα να αποκαλυφθεί του τον έκανε να ριγήσει. Ακόμα κι έτσι, όμως, ήταν αποφασισμένος να συνεχίσει και απορούσε με τον εαυτό του πως είχε περάσει, τόσο εύκολα και χωρίς αναστολές, στο χώρο της δράσης και του κινδύνου. Με το κορμί και το μυαλό του σε έξαψη, για πρώτη φορά τόσο
έντονη, σήκωσε το καλάθι του και κατευθύνθηκε προς ταμεία. Ένας μικρός στεναγμός ανακούφισης βγήκε το στήθος του όταν είδε το πρώτο από αυτά άδειο από κόσμο. Κατευθύνθηκε γρήγορα προς τα ’κεί και άρχισε να
αποθέτει τα πράγματα στην κυλιόμενη ταινία. Έντρομος, την είδε να έρχεται καταπάνω του, να τον καρφώνει με ένα αινιγματικό βλέμμα, να στριμώχνεται πίσω του και, σχεδόν, να δένει τα χέρια της γύρω από τη μέση του, ψελλίζοντας ένα «συγνώμη, να περάσω λίγο».
Μέσα σε ελάχιστα λεπτά είχε βγει στον δρόμο. Ήταν κάθιδρος. Ασυναίσθητα έβαλε το χέρι του στην δεξιά τσέπη του παλτού του. Έκπληκτος, έβγαλε από μέσα ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι. Με την καρδιά του να σπάει από την αγωνία είδε στην ετικέτα που ήταν κολλημένη πάνω
του τη μάρκα από το αγαπημένο του άρωμα.

* Το διήγημα «Ο κλέφτης» δημοσιεύτηκε σε πρώτη μορφή στο ηλεκτρονικό περιοδικό Bibliotheque στις 8/9/2014

.

ΑΠΩΛΕΙΑ ΛΗΘΗΣ (2019)

ΠΑΡΟΙΜΙΑ

Τρέχοντας να πιάσω το Βοριά
έγινα στα νώτα του βορά.

Ένιωσα του ήλιου την υφή
στου στήθους μια ουλή κρυφή.

Κυνηγώντας μόνο χίμαιρες
έχασα χαρές εφήμερες.

Για των ερώτων το μαρτύριο
έφτασα ως την κλιμακτήριο.

Πρώτη τερμάτισα στο ωάριο
κερδίζοντας ύπνο μακάριο.

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Γερνάμε με τα πράγματα μαζί.
Κανένας μας ποτέ δεν ξαναζεί.

Μαζεύουμε τη σκόνη του καιρού.
Σκιρτάμε και στο άγγιγμα φτερού.

Ξεχνάμε συνεχώς ποιος είναι ποιος.
Και ποια διαφορά η ειδοποιός.

Σαν έρθει η ώρα του αποχωρισμού,
εκείνα μένουν πίσω εξ ορισμού.

Εκεί όπου με τη φυγή μας λήξαν,
μαρτυρούν για πάντα πως υπήρξαν.

ΑΠΩΛΕΙΑ ΛΗΘΗΣ (II)

Μνήμη μου, ήρθες απόψε μακρινή.
Φερμένη από μια τέχνη μαντική.

Πρώτα, το πρόσωπό σου σχηματίζω.
Δεν άλλαξες πολύ στοιχηματίζω.

’Έπειτα διοχετεύω το κορμί
σε στάση που αναβλύζει την ορμή.

Μονάχα τη φωνή σου δεν πειράζω.
Σε ανείπωτες λέξεις τη μοιράζω.

Σαν όνειρο αρχίζω να θυμάμαι.
Ξυπνώ. Μόνη στο πλάι σου κοιμάμαι.

ΜΟΝΑΞΙΑ

Όσα οι δυο μας ζήσαμε μία δύση
χώρια από μας συνέχισαν τη ζήση.

Στο παρελθόν που ανοίγονταν μπροστά τους
χωρίς τη σάρκα μπήκαν και τα οστά τους.

Και στην καινούργια τους ζωή θέση δεν
έχουμε εμείς πλέον, είμαστε στο μηδέν

συνέβη το μοιραίον. Μείναμε πίσω
στο μέλλον μας δεμένοι, ξένοι ίσως

ή εχθροί που τους ενώνει ακόμα
μια μοναξιά από κόκκαλα και σώμα.

ΚΛΕΨΥΔΡΑ

Σώμα, σίμωσε τώρα που έφυγε ο χρόνος.
Η μνήμη μας ποντίστηκε στα βάθη του αιώνος.

Απόθεσε στα χέρια μου την τέφρα σου ζεστή.
Μίλα μου για το έγκλημα που έχει τελεστεί.

Σημάδια δείξε του κορμιού εκεί που δεν έγιναν.
Δείξε μου τα φιλιά που μελάνι δεν άφηναν.

Ύστερα, σώμα, μάκρυνε· γι’ άλλου είσαι, το ξέρω.
Μέσα απ’ τα δάχτυλα γλιστράς, δίχως ενδιαφέρον.

Το χρόνο μας μετρώ όπως άμμο σε κλεψύδρα.
Μετά, χέρια αδειανά. Πού σέ ξέρω, πού σε είδα.

ΠΡΟΣΗΛΩΣΗ

Και το φεγγάρι θα σβηστεί. Και τ’ άστρα.
Των μολυβιών τα ίχνη θα ‘ναι άσπρα.

Η μέρα μέσα στη νύχτα θα χωθεί.
Η θάλασσα στο βυθό της θα χαθεί.

Θ’ ακουστεί μια δυνατή σιωπή. Κανείς
τη στιγμή σου δε θα νιώσει της θανής.

Αδαείς, μες στης ζωής το εκτενές,
προσηλωμένοι στου χρόνου το εκκρεμές

θα εξακολουθούμε μες στην πλάση.
Αυτήν που μαζί σου έχουμε χάσει.

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΣΕ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ

Μέσα στους κύκλους να κλειστείς
των ποιητών. Λόγια να οπλιστείς

αρμόδια για χάδια αυτιών.
Προσκολλήσου πλάι σ’ αυτόν

που έχει λιγάκι από Θεό.
Όμοια με παιδί θετό.

Με τον τρόπο του πορεύσου.
Απ’ τους στίχους του εμπνεύσου

και, ποιητική άδεια,
γράψ’ του μία παρωδία.

Η ΜΟΥΣΑ

Ο ποιητής πάσχει από δόξα.
Σε κάθε ποίημα η ίδια λόξα.

Τη Μούσα κατηγορεί ευθέως
που δεν τιμήθη ως κορυφαίος.

Η επιθυμία κύκλους κάνει.
Μοναδική ελπίδα η κάννη.

Οι κριτικοί βοήθειας χείρα
τείνουν και η Μούσα του χήρα

μένει να περιμένει πάντα
τη δόξα και τον ανδριάντα.

ΗΛΙΚΙΑ

Μετρώ την ηλικία μου σε νύχτες.
Είναι που ακούω καθαρά τους δείχτες.

Μεγαλώνω αμέτρητα φεγγάρια.
Ανάμεσα, των ημερών κουφάρια.

Η μνήμη μου ολάκερη γυναίκα.
Θυμάμαι κορίτσι ήταν στα δέκα.

Σφίγγεται πάνω στο ζεστό κορμί σου.
Θέλει να εμποτιστεί απ’ την ορμή σου.

Οι αναμνήσεις είναι αναμνήσεις.
Έχουν πεθάνει πριν τις αναστήσεις.

.

ΣΟΝΕΤΑ (2016)

ΚΑΡΦΙΑ

Αν κοιτάς τον ουρανό
στου κόσμου όλα τα μέρη
κανένα πεφταστέρι
να χαράζει το κενό.

Καμιά ευχή γεμάτη
φως, πύρινο να γίνει
δάκρυ, ν’ αργοσβήνει
κυλώντας απ’ το μάτι.

Μην κοιτάς τον ουρανό
θα τον εύρεις αδειανό.
Στα δυο σου μέσα χέρια

μία νύχτα δίχως ήχο
καρφιά γίναν τ’ αστέρια
καρφιά σέ μαύρο τοίχο.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Στων στίχων σου το υφαντό
προσηλωμένη και πιστή
ψεύτρα αιώνια μνηστή
να καρτερώ το γδικιωμό.

Στο επικό σου σκηνικό
μία κάμαρα μοναχική
μία μαριονέτα που σκυφτή
θρηνεί μπροστά στον αργαλειό.

Στο ευτυχισμένο τέλος
που θα με θάψεις ζωντανή
σιγή θ’ απλώσεις νεκρική

για την πληγή απ’ το βέλος
της τέχνης μου που εμένα
άφησε σχεδόν παρθένα.

ΣΥΖΥΓΙΑ

Της νόσου τα σημάδια
στο σώμα τους πληθύναν
και οι ψυχές τους μείναν
ποτήρια μισοάδεια. —

Καλπάζουσα οξεία
συζυγία, αρχαία
ιστορία, Λερναία
Ύδρα ή προσδοκία·

καμία σωτηρία.
Στου γάμου τη θητεία
βάδην σέ δυικό ρυθμό

ορκίστηκαν στο θεό
σύζυγοι αειθαλείς
οδοιπόροι κι ασθενείς.

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Στο λαβύρινθο αυτό
που χρόνια έχω για σπίτι
σαν το βαρυποινίτη
την έξοδο αναζητώ.

Ένα ατέλειωτο νήμα
ακολουθώ στα ίδια
δώματα· αιφνίδια
στην πόρτα εμπρός το βήμα

σταματώ — μένω ενεός
χαλάλι τα νυχτέρια
μα πριν κραυγάσω ζήτω

βλέπω στο ελλείπον φως
πως τύλιξα τα χέρια
τυλίγοντας το μίτο.

ΣΜΙΓΟΥΜΕ

Τα χέρια μου τυλίξανε
το ασάλευτό σου σώμα
δάχτυλα ψυχή και στόμα
πνοή ζωής φυσήξανε.

Τα χέρια σου γαντζώθηκαν
με άρπαξαν απ’ τις πλάτες
σε στρόβιλους στις στράτες
τα μέλη σου μου δόθηκαν.

Σμίγουμε — παγώνει η σιωπή
Σμίγουμε — βγαίνει μουσική.
Δείχνομαι εραστής συλλέκτης

του οβολού των θεατών
εγώ ο οργανοπαίχτης
και εσύ το ακορντεόν.

ΜΑΤΑΙΩΣΗ

Στου μπαλκονιού την κουπαστή
που βρίσκω αραξοβόλι
μια θάλασσα από πόλη
γαληνεμένη την αυγή

ταξίδι αρχίζει αλαργινό.
Σταματώ — πλήθος κεραίες
ξεπετάγονται ραγδαίες
χτίζουν κελί αγκαθωτό

θερμοσίφωνες τον ήλιο
κλέβουνε κρατούν κειμήλιο
ασπρόρουχα που ανάρια

κυματίζουνε, κουφάρια
ανθρώπων μαρτυρούν κάτω
στου μπετού τον κάθε πάτο.

ΓΟΡΔΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ

Στην πόλη όλοι οι δρόμοι
συνωμότησαν για φυγή
(πάνω τους στέκουν βοηθοί
σφηνωμένοι οι τροχονόμοι).

Έρπουν αργά ψιθυριστά
μαζεύουνε τεντώνουν
το ασφάλτινο τους σώμα απλώνουν
χέρα, σε μέρη μακρινά.

Έρπουν αργά κοπαδιαστά
παλεύουνε ιδρώνουν
φτάνουν στον τελικό φραγμό

μπερδεύονται σκαλώνουν
μέσα σ’ ελάχιστα λεπτά
κλειδώνουν σε γόρδιο δεσμό.

ΧΡΟΝΟΣ

Είναι ο καιρός μια βρύση
που έσπασε και τρέχει
τρόπο κανείς δεν έχει
τη ροή να σταματήσει.

Η μια πίσω απ’ την άλλη
σταλάζουνε οι στιγμές
μένουνε σαν εκκρεμές
μετέωρες (μια ζάλη

τις κυρίευες πλήρως
έτσι όπως αιωρούνται)
για λίγο αφηγούνται

μια ολόκληρη ζωή
πριν την πάρουνε μαζί
στα βάθη του νιπτήρος.

ΚΟΧΥΛΙ

Να σε σκεπάσει η θάλασσα
άσαρκο, λευκό μου ποίημα
σχέδιο με δίχως σχήμα
που πριν να γράψω χάλασα.

Να σε χαϊδέψει το νερό
να σε σμιλέψει η αλμύρα
μια ναυαγισμένη λύρα
να σε τραβήξει στο ρυθμό

δελφίνια να σε μάθουνε
χορό, αρχαίες σειρήνες
το τραγούδι και το δείλι

τα κύματα πριν σβήσουνε
πλάι στις υγρές μου κνήμες
να σ’ αφήσουνε κοχύλι.

ΧΑΡΥΒΔΗ

Τις νύχτες έρχεται απ’ τα βάθη σου
και σταματάει στα δύο σου χείλη
η Χάρυβδη το αιμοβόρο θήλυ
που όσο κοιμάσαι έχεις για σπάθη σου.

Τις νύχτες ανοίγω Οδυσσέας,
τα πανιά για να περάσω χέρα
να κρατηθώ γερά, να βγω στη μέρα
νικητής μιας μάχης λυσσαλέας.

Μα η Χάρυβδη εμπρός μου αλυχτά
σε κάθε σου ανάσα με ρουφά
με στροβιλίζει μες στη δίνη

των ονείρων σου έρμαιο μ’ αφήνει
για να με βγάλει πάλι ναυαγό
στης νύχτας τον πνιχτό ωκεανό .

.

ΣΤΗ ΣΠΟΡΑ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ (2011)

Πενήντα πέντε Χαϊκού

1

Μισοφέγγαρο.
Παρένθεσης άνοιγμά.
Ποτέ δεν κλείνει.

2.

Δε φταίει η θλίψη
του δειλινού, μα οι στίχοι
που γι’ αυτή μιλούν.

3.

Χρόνε, σταμάτα!
Θέλω μόνο μια στιγμή
ανυπαρξίας.

4.

Βροχή σιγανή,
αόρατη υφάδι
της μοναξιάς μου.

9.

Κλουβί είν’ το ποίημα
κι οι λέξεις μέσα – πουλιά
που κελαηδάνε.

10.

Λίγα να ρωτάς,
να μην κλαις, να μη γελάς,
να μεγαλώνεις…

13.

Νεαρή κόρη
στολίζει τα μαλλιά της
μ’ άνθη μοναξιάς.

15.

Τέλος Αύγουστου
την ανηφόρα παίρνω
του Φθινοπώρου.

18.

Έρωτας είναι
ξεκούρδιστου ρολογιού
σπασμένοι δείκτες.

19.

Εύθραυστη πόλη
στ’ αγκάλιασμα του ήλιου
θρυμματίζεσαι.

24.

Κυλούν οι στιγμές
ποτάμι το δάκρυ μας
παίρνουν μαζί τους.

25.

Στις αγκαλιές σου
απόθεσα τις νύχτες
τής αγρυπνίας μου.

28.

Πότε πρόλαβες,
ήλιε, στα σεντόνια μου
μέσα να χωθείς;

29.

Θολά τα τζάμια,
κρύβουνε την άνοιξη
των δυο σωμάτων.

30.

Βαθιά ρυτίδα
στο μέτωπο στεφάνι
χαράκτη χρόνου.

33.

Μικρό μου ποίημα
γεννιέσαι στη σιωπή και
τη σιωπή γεννάς.

34.

Οι σκέψεις διώξαν
τη μοναξιά. Μαζί τους
περνώ τα βράδια.

35.

Πικρό το δάκρυ
κύλησε πικραίνοντας
και το φιλί μου.

40.

Ένα ποτήρι
ήπια φως και μια τζούρα
νοτιά οργισμένο.

41.

Ολομόναχος.
Η νύχτα καταπίνει
τους στεναγμούς του.

50.

Κάλεσμα χρόνων
περασμένων’ ονείρων
ναυαγισμένων.

51.

Βράδια μοναξιάς
ατελείωτα μόνος
παρών, ο χρόνος.

55.

Άδεια ή πλατεία.
Κι η λάμπα νυσταγμένη.
Φθίνει το φως της.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ     

ΑΠΩΛΕΙΑ ΛΗΘΗΣ (2019)

ΔΑΦΝΗ ΜΑΡΙΑ ΓΚΥ-ΒΟΥΒΑΛΗ

Fractal 12/11/2019

Το χρόνο μας μετρώ όπως άμμο σε κλεψύδρα

Πάντα μέσα από κάθε βιβλίο, αναδύεται ένα πρόσωπο. Μ’ ελαφράδα, αλλά και με στοχαστικότητα, και με την δική του δυναμική προσωπικότητα, το παρόν βιβλίο με πήρε από το χέρι για να με σεργιανίσει μέσα στους προβληματισμούς της ανθρώπινης ύπαρξης για τη ζωή, μ’ έναν μοναδικό τρόπο, και μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Ο λόγος για την τρίτη κατά σειρά ποιητική συλλογή της νέας, αλλά πολλά υποσχόμενης ποιητικής φωνής της Ευσταθίας Δήμου, με τον τίτλο «Απώλεια Λήθης», η οποία κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Φίλων.

«Ακούω τον χτύπο των καρφιών. Τον ήχο των αρμάτων. // Νιώθω στο δέρμα μου το νόημα των πραγμάτων.» Αυτοί οι στίχοι του Νάσου Βαγενά αποτελούν το μότο στην αρχή του βιβλίου της, το οποίο αντικατοπτρίζει και συνοψίζει στο σύνολο της συλλογής τόσο την ευαισθησία της, όσο και την γενικότερη σχέση της με την ποίηση.

Τι σημαίνει «απώλεια λήθης;» Μέσα από ένα έξυπνο και στοχαστικό λογοπαίγνιο, η ποιήτρια μας υποδεικνύει, στον τίτλο του βιβλίου της, την ίδια την μνήμη, στην οποία είναι αφιερωμένα και δύο ομότιτλα ποιήματα στις σελίδες 18 και 19.

Αλλά και όλα τα θέματα, (και είναι αρκετά), που η Δήμου πραγματεύεται στα συνολικά 33 στιχουργήματα του βιβλίου της, τα προσεγγίζει με στοχαστικότητα και όχι μόνο. Η ζωή, ο θάνατος, η μοίρα του ανθρώπου, ο έρωτας, το πέρασμα του χρόνου, ακόμη και η ενδοσκόπηση του εαυτού μας, προβάλλονται μέσα σε τούτη την ποιητική συλλογή με φιλοσοφική διάθεση, αλλά και με αποφθεγματικό τρόπο, ο οποίος ταυτόχρονα κυλά παιχνιδιάρικος, χιουμοριστικός, σατιρικός, ακόμη και πολύ σαρκαστικός. «Με τη Μούσα έχει σχέση εξωσυζυγική. // Κατά φαντασίαν εραστής συβιλλικής // μορφής. Στο πάθος του ανθίζει γόνιμη. // Με χωρισμό, σε σάρκες δύο, τη νόμιμη // απειλεί γυνή. «Στους δύο τρίτος δε χωρεί». // Την πένα οπλίζει και οπισθοχωρεί. // Με άλλον στα πράσα την πιάνει να λυσσά. // Αυτή αδιάφορα του δείχνει τη σειρά. // Στέκεται εκεί με τη στερνή του γνώση // και την περιμένει να τον κερατώσει.», μας λέει λόγου χάρη η ποιήτρια στην σπαρταριστή «Εξωσυζυγική σχέση», στην σελ. 33.

Πάνω απ’ όλα, ο περίπατός μας μέσα στα ποιήματα της Δήμου πλημμυρίζει από μουσικότητα. Τα ποιήματα αποτελούνται από πέντε δίστιχα το καθένα, (μόνο ένα έχει τέσσερα), χωρίς συγκεκριμένο μέτρο, αλλά με έμφυτο ρυθμό και αυθόρμητη ρίμα. Μέσα από μια γλώσσα λιτή, σταράτη αλλά και γοητευτική, η λέξη που θα διαμορφώσει την ομοιοκαταληξία δεν καταγράφεται τεχνητά – πηγάζει από την ψυχή.

Άλλωστε στα ποιήματα της Δήμου οι εικόνες και η φαντασία είναι πανταχού παρούσες, και ενισχύουν τον λυρισμό και το συναίσθημα που διαποτίζει ένα μεστό νοημάτων σύνολο. «Άφησα το σώμα μου ανοιχτό όταν φανείς. // Σπρώξε την πόρτα απαλά. Μέσα κανείς // δεν κατοικεί. Έφυγα κι έμεινε βορά // στο σκύλο χρόνο που κουνάει την ουρά. // Μονάχα κάθε άνοιξη επιστρέφω // ανοίγω τα παράθυρα, το βλέμμα στρέφω // στις ρωγμές που αυλακώσανε το δέρμα – // ένα δίχτυ από ρυτίδες δίχως τέρμα. // Έξω το σκυλί γαβγίζει. Βγαίνω μόνη. // Κατ’ εξαίρεση ορμάει και με δαγκώνει.» («Εξαίρεση», σελ. 20).

Ομολογουμένως, τα παραδείγματα ομορφιάς και καίριων στιχουργικών αναφορών από την «Απώλεια λήθης» που θα μπορούσαμε να παραθέσουμε στο κριτικό μας σημείωμα, είναι πολλά. Ένα απ’ αυτά, είναι και η «Κλεψύδρα» στην σελ. 28., από την οποία εδώ μεταφέρουμε μόνο τους τελευταίους αποφθεγματικούς στίχους: «Το χρόνο μας μετρώ όπως άμμο σε κλεψύδρα. // Μετά, χέρια αδειανά. Πού σε ξέρω, πού σε είδα».

Ενώ για το τέλος αφήσαμε τα εκπληκτικά εύστοχα «Συμβουλές σε νέο ποιητή», της σελ. 34, και «Η Μούσα» της σελ. 35, που, με πολύ πετυχημένο χιούμορ, σάτιρα, και (αυτο)σαρκασμό, έχουν τον ίδιο στόχο: Τους ομότεχνους της Δήμου ποιητές. Αντιγράφω πάλι, από το «Συμβουλές σε νέο ποιητή», προς τέρψιν των αναγνωστών: «Μέσα στους κύκλους να κλειστείς // των ποιητών. Λόγια να οπλιστείς // αρμόδια για χάδια αυτιών. // Προσκολλήσου πλάι σ’ αυτόν // που έχει λιγάκι από Θεό. // Όμοια με παιδί θετό. // Με τον τρόπο του πορεύσου. // Απ’ τους στίχους του εμπνεύσου // και, ποιητική αδεία, // γράψ’ του μια παρωδία.»

ΛΕΝΗ ΖΑΧΑΡΗ

ΠΕΡΙ ΟΥ 21/9/2019

Το καλαίσθητο αυτό βιβλίο, η «Απώλεια Λήθης» είναι η τρίτη ποιητική συλλογή της Ευσταθίας Δήμου. Η γραφή της ποιήτριας συνδυάζει τα γνωρίσματα τόσο της παραδοσιακής φόρμας (ομοιοκαταληξία), όσο και του ελεύθερου στίχου (εξομολογητικός χαρακτήρας, στοχασμός, αναφορά στο προσωπικό) με χαρακτηριστικό γνώρισμα το χιούμορ και την ειρωνεία. Είναι τα ποιήματά της «χτύποι καρφιῶν», όπως δηλώνει στην προμετωπίδα του βιβλίου, με τους στίχους του Νάσου Βαγενά:

«Ἀκούω τόν χτύπο τῶν καρφιῶν. Τόν ἦχο τῶν ἀρμάτων.
Νιώθω στό δέρμα μου τό νόημα τῶν πραγμάτων»

Διαβάζοντας τα ποιήματα της Δήμου σκέφτηκα πως είναι “παιδιά” μιας μακράς παράδοσης της ποίησης μας που ξεκινά από τον λυρικό και ταυτόχρονα “σύγχρονο” Αρχίλοχο που προβληματίζεται με τα ανθρώπινα και τα προσωπικά του, προχωρά στους παιγνιώδεις έμμετρους, μα σκληρούς στίχους ποιητών όπως ο Σουρής και ο Σκόκος ή ακόμα όπως ο Ελύτης και ο Σεφέρης που χρησιμοποιούν την ομοιοκαταληξία σε ποιήματα με δηκτικό περιεχόμενο και υπαρξιακό προβληματισμό…

Η συλλογή της Δήμου αποτελείται από τριάντα τρία ποιήματα, και κάθε ποίημα αποτελείται από πέντε δίστιχα που ομοιοκαταληκτούν και είτε παραπέμπουν σε παροιμίες είτε σε αποφθέγματα, σίγουρα πάντως εμπεριέχουν τον προβληματισμό και την προσωπική περιπέτεια και εμπειρία. Αν και εκφράζει τις εμπειρίες του ποιητικού υποκειμένου η σύλληψη αυτή της μορφής της παροιμίας, και της “επικοινωνίας” με ένα “Εσύ” αποδέκτη των λόγων της, μετατρέπει το περιεχόμενο τελικά σε γενικευμένη εμπειρία και από το “Εγώ” ανοίγεται στο συλλογικό “Όλο”.

Η ποίησή της είναι εμφανώς υπαρξιακή. Η γλώσσα της απλή, οικεία, χωρίς πομπώδεις εκφράσεις. Τα θέματα που την απασχολούν είναι, εκτός από τα προσωπικά, ο Έρωτας, ο Θάνατος, ο Χρόνος που κυλάει και χάνεται και απειλεί με “Απώλεια Μνήμης” (εδώ παίζει κι ένα παιχνίδι με τον τίτλο: αντικαθιστά την Μνήμη με την Λήθη και προκαλεί έκπληξη!), και βέβαια η Ποίηση με τους διάφορους “εραστές” της, που την κακοποιούν με την ματαιοδοξία και τη φιλοδοξία τους γυρεύοντας ανδριάντες ενώ αδιαφορούν για την ουσία.
Η πρωτοτυπία χαρακτηρίζει ποιήματα όπως το “Στημένο όνειρο” για τον τρόπο που πραγματεύεται το θέμα του:

ΣΤΗΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ

Απόψε ονειρεύτηκα όνειρο που ‘χα στήσει.
Με προ Χριστού σενάριο και καστ που ‘χε απιστήσει.

Εγώ με ρούχα του έρωτα, με λούσα της αγάπης,
έφερα και στ’ απόθεσα, δώρα μου της απάτης.

Κι απόμεινα γυμνή. Γυμνή από φόρεμα θνητό
από ενοχή. Σε μιαν αόριστη εποχή ν’ ακινητώ.

Σούρσιμο φιδιού ακούστηκε έξαφνα από μακριά.
Που κρύφτηκε και μας κοίταζε από μιαν άκρια.

Άνοιξες δρόμο στο κορμί που έβγαζε απ’ τ’ όνειρο.
Πάνω μας το μήλο επικρέμαται ακόμη πρόωρο.

Ο χρόνος που περνάει, η ερωτική απογοήτευση, η “απάτη”, που εδώ ταυτίζεται με το Προπατορικό αμάρτημα, ένα “Εσύ” αποδέκτης του ποιήματος που λαβαίνει χώρα εντός ονείρου.
Ο ύπνος φαίνεται να είναι αγωνία για την ποιήτρια καθώς απειλείται, όπως όλοι μας, από τη Μνήμη, και τα όνειρα. Είναι όμως και αφορμή για ποιητική δημιουργία με λέξεις “ανείπωτες” που θυμάται μετά την αφύπνιση όπως μας περιγράφει στο λυρικό ποίημα “Απώλεια λήθης ΙΙ”

ΑΠΩΛΕΙΑ ΛΗΘΗΣ ΙΙ

Μνήμη μου, ήρθες απόψε μακρινή.
Φερμένη από μια τέχνη μαντική.

Πρώτα, το πρόσωπό σου σχηματίζω.
Δεν άλλαξες πολύ στοιχηματίζω.

Έπειτα διοχετεύω το κορμί
σε στάση που αναβλύζει την ορμή.

Μονάχα τη φωνή σου δεν πειράζω.
Σε ανείπωτες λέξεις τη μοιράζω.

Σαν όνειρο αρχίζω να θυμάμαι.
Ξυπνώ. Μόνη στο πλάι σου κοιμάμαι.

Επίσης, η αγωνία και οι απόψεις της για την ποίηση, τους ποιητές και όσους ασχολούνται με την Ποίηση γενικά διατυπώνονται στα ποιήματα “Εξωσυζυγική σχέση”, “ Συμβουλές σε νέο ποιητή”, “Η Μούσα”, “Ομοιοπαθητική”.
Στο ποίημα “Συμβουλές σε νέο ποιητή” είναι εμφανής η προτροπή της ποιήτριας για μια “άλλη” ποίηση, μια ποίηση που θα έρθει σε ρήξη ανάμεσα σ’ αυτό που επικρατεί και σ’ αυτό που ο νέος ποιητής κομίζει:

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΣΕ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ

Μέσα στους κύκλους να κλειστείς
των ποιητών. Λόγια να οπλιστείς

αρμόδια για χάδια αυτιών.
Προσκολλήσου πλάι σ’ αυτόν

που έχει λιγάκι από Θεό.
Όμοια με παιδί θετό.

Με τον τρόπο του πορεύσου.
Απ’ τους στίχους του εμπνεύσου

και, ποιητική αδεία,
γράψ’ του μία παρωδία.

Στα υπόλοιπα ποιήματα, όπως λ.χ. στο ποίημα “Γεύση πεπρωμένου” ή στο ποίημα “Τα πράγματα”, “Μοίρα”, “Νερό και χώμα”, με τον τρόπο που χαρακτηρίζει τη γραφή της, πραγματεύεται έννοιες και προβλήματα διαχρονικά που φτάνουν ακόμη και στην αιωνιότητα, όπως ανέφερα και πιο πάνω: θάνατος, προσκόλληση στα υλικά πράγματα, χρόνος που περνάει και χάνεται, έρωτας…

Τολμηρή η Δήμου όχι μόνο για τα θέματα της, μια γυναικεία φωνή μιλάει για τον χρόνο που φεύγει και μάλιστα με τρόπο ειρωνικό, αλλά και για τον τρόπο γραφής. “Αιρετική” η ομοιοκαταληξία της καθώς δεν υπακούει σε συγκεκριμένο μέτρο και σε αριθμό συλλαβών μαζί με τον εσωτερικό ρυθμό και τον λυρισμό των ποιημάτων- γιατί είναι λυρική φωνή η Δήμου- τους διασκελισμούς που ολοκληρώνουν το νόημα των στίχων και εξασφαλίζουν τη συνοχή στο εσωτερικό του ποιήματος, τολμηροί πειραματισμοί σύγχρονης ποίησης και παραδοσιακής φόρμας σε μια επιτυχημένη σύζευξη. Μαζί και η ειρωνεία, όπως ενδεικτικά μπορούμε να δούμε στο ποίημα “Η Αρχή ήμισυ του παντός” (και όχι μόνο βέβαια!!!), απ’ όπου παραθέτω ενδεικτικά μερικούς στίχους:

“Η αρχή ανηφόρα ως τη μέση του παντός.
Ύστερα ο δρόμος γίνεται πιο βατός.

Και βέβαια του Αχιλλέα η απόφαση
πού έκανε τη ζωή μια πρόφαση.

Ως κι ο Σίσυφος ίδρωνε ως τη μέση
προτού κατρακυλώντας πίσω πέσει.”

Κι εκείνο που σηματοδοτεί την ποιητική περιπέτεια αυτής της τολμηρής γυναικείας φωνής είναι ο χρόνος που περνάει· μοναχικό ποιητικό υποκείμενο βρίσκει τον τρόπο να το δηλώσει στα περισσότερα από τα ποιήματα, όπως στο ποίημα “Κλεψύδρα” ή στο ποίημα “Τα ιμάτια” ή στο ποίημα “Ώρες των ματιών”. Σημειώνω ενδεικτικά:

ΤΑ ΙΜΑΤΙΑ

Πάλι το βράδυ. Τα μάτια πάλι θάλασσα.
Άλλα ξεβράζει μάτια. Πόσες δεν χάλασα

νυχτιές να τ’ ανασύρω. Βλέμματα ναυαγοί
που επέζησαν απ’ της ζωής μου τη σφαγή.

Γαντζώνονται πάνω μου γερά και με τραβούν
στον πάτο. Τυχαία, μετά από χρόνια θα με βρουν

βυθισμένη στον εαυτό μου, ένα κουφάρι,
να παραδέρνω σε δάκρυα νερά. Τ’ αχνάρι

μου θα μαρτυρούν πρόσωπα με δίχως μάτια
που δεν με είδαν λεν και σκίζουν τα ιμάτια.

Αν μπορούμε να πούμε κάτι με βεβαιότητα για την Δήμου είναι πως έχουμε πράγματι μια ποιήτρια που καινοτομεί. Λυρική, συνδυάζει την μοντέρνα ποίηση με την παραδοσιακή φόρμα και μας αποδίδει ποίηση πρωτότυπη, δυναμική και συνάμα ευαίσθητη, στοχαστική και δηκτική· ποίηση του καιρού μας.

ΕΛΕΝΗ ΚΟΣΜΑ

θράκα 08/9/2019

Πληγές από οικείες σφαίρες: μικρό σημείωμα για την Απώλεια λήθης

«Μα εγώ δεν ξέρω ρίμες και λόγια μαγικά, τραγούδια να σου γράψω»
(Γιώργος Ζήκας – Μαρία Αρκουλή, 1987)

Η τρίτη ποιητική συλλογή της Ευσταθίας Δήμου (προηγήθηκαν: Στη Σπορά των αστεριών, Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2011 και Σονέτα, Gutenberg, 2016) μεταγράφει, όπως εύγλωττα και παιγνιωδώς προεξαγγέλλει το μοτίβο που επιλέγει για τη συλλογή της, σε γλώσσα έμμετρη «τον χτύπο των καρφιών» («Ακούω τον χτύπο των καρφιών. Τον ήχο των αρμάτων./ Νιώθω στο δέρμα μου το νόημα των πραγμάτων», Νάσος Βαγενάς). Και αυτός ο χτύπος έχει ρυθμό, μέτρο και ένταση. Είναι το καρφί της ανανέωσης που καρφώνεται στον φλοιό της παράδοσης· ρυθμικά, με το χέρι ενός έμπειρου μάστορα. Η Δήμου επιμένει στη φόρμα. Αυτή η φόρμα όμως έχει ρωγμές, έχει «παραφωνίες»· αντιστέκεται -και σηματοδοτεί ακριβώς τη συνειδητή διεκδίκηση της πλαστικότητας της λυρικότροπης φόρμας στο ποιητικό παρόν. Τα ποιήματα της Δήμου είναι τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη μορφή «πληγές από οικείες σφαίρες»:

Τη ζωή μου αφιέρωσα στη μοίρα.
Γι’ αυτή των δακρύων η πλημμύρα,

το ξόδεμα, του τίποτα οι μέρες
οι πληγές από οικείες σφαίρες.
(«Μοίρα»)

Τα τριάντα τρία ποιήματα της συλλογής ακολουθούν όλα την ίδια, σε πρώτο πλάνο, δομή: αποτελούνται από πέντε δίστιχα το καθένα. Η μουσικότητα είναι η κόκκινη κλωστή που συνδέει με δεσμό ακατάλυτο τα τριάντα τρία ποιήματα της συλλογής: είναι ποιήματα τραγούδια, ποιήματα ακριβώς (και ασφαλώς «αλλιώς») λυρικά. Ο εξομολογητικός τόνος ταιριάζει απολύτως στο λυρικό του ένδυμα:

Αντίκρυσε την άδεια σου εικόνα.
Κι αν θες τον πιο εαυτό σου ακόμα

γύρνα την πλάτη, βάδισε βαθιά
όλο πιο μέσα, όλο πιο μακριά.
(«Εκδοχές»)

Η φθορά του χρόνου -τόσο του χρόνου της ποίησης όσο και του προσωπικού χρόνου- μας φέρνει αντιμέτωπους με νέες εκδοχές του εαυτού· και αυτό ακριβώς το οξύμωρο διατρέχει την ποιητική συλλογή της Δήμου από την αρχή μέχρι το τέλος: η φθορά συστήνει τη νέα μορφή (του εαυτού και του ποιήματος). Το οξύμωρο αυτό συμπυκνώνεται εύγλωττα στη λανθάνουσα αλλαγή του προσώπου στον δεύτερο στίχο:

Ώρες των ματιών έξω απ’ το χρόνο.
Οι φλέβες μου φίδια και με ζώνω.
(«Ώρες των ματιών»)

Από τη συλλογή της Δήμου δεν λείπει, βεβαίως, το στοιχείο του χιούμορ και του (αυτο)σαρκασμού. Άλλοτε με τη μορφή αυτοαναφορικού παιγνίου (βλ. «Εξωσυζυγική σχέση») και άλλοτε ως ειρωνεία (ενδεικτικά: «Ως κι ο Σίσυφος ίδρωνε ώς τη μέση/ προτού κατρακυλώντας πίσω πέσει», από το ποίημα «Η αρχή ήμισυ του παντός»). Το παίγνιο, άλλωστε, σε όποια εκδοχή του, είναι κι αυτό ένα μέσον για την αναμέτρηση του παρελθόντος με το παρόν. Και περισσότερο είναι η ζυγαριά για να μετρηθούν οι αντοχές του τελευταίου. Το παίγνιο μοιράζεται προγραμματικά στα δύο: στο παλιό και στο καινούριο· προϋποθέτει το έδαφος που θα ανατρέψει, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η νέα λυρική φόρμα προϋποθέτει την παραδοσιακή. Έναν κοινό, δηλαδή, τόπο -που μετά το ποίημα θα είναι ένας τόπος βομβαρδισμένος:

Μέσα στους κύκλους να κλειστείς
των ποιητών. Λόγια να οπλιστείς

αρμόδια για χάδια αυτιών.
Προσκολλήσου πλάι σ’ αυτόν

που έχει λιγάκι από Θεό.
Όμοια με παιδί θετό.

Με τον τρόπο του πορεύσου.
Απ’ τους στίχους του εμπνεύσου

και, ποιητική αδεία,
γράψ’ του μία παρωδία.

(«Συμβουλές σε νέο ποιητή»)

Μια δυνατή, τολμηρή, παιγνιώδης και ικανή φωνή. Ένα δυνατό, τολμηρό, παιγνιώδες και ικανό ποιητικό βιβλίο.

ΠΩΛΙΝΑ ΓΟΥΡΔΕΑ

FRACTAL 11/09/2019

Το χρόνο μας μετρώ όπως άμμο σε κλεψύδρα…

Η ποιητική περιπέτεια είναι μια άκρως γοητευτική διαδικασία. Γράφει κανείς ποιήματα επειδή νιώθει στο δέρμα του το νόημα των πραγμάτων, όπως λέει ο Νάσος Βαγενάς. Ακούει την ευγλωττία των βλεμμάτων, την παύση ανάμεσα στις λέξεις και φυσικά, τη ρίμα του λόγου. Ακούει και τον χρόνο που κυλά πολύ γρήγορα, όπως η άμμος στην κλεψύδρα και πριν προλάβεις να κατανοήσεις τι ακριβώς σου συνέβη, ένα ποίημα έχει γεννηθεί. Η ποιητική συλλογή που θα παρουσιάσω αυτή τη φορά λέγεται Απώλεια Λήθης, της Ευσταθίας Δήμου από τις Εκδόσεις των Φίλων (Αθήνα, 2019) και με εξέπληξε ευχάριστα η ομοιοκαταληξία των στίχων και ο αυτοσαρκασμός της γυναίκας ως μοναχικό ποιητικό υποκείμενο.

Το χρόνο μας μετρώ όπως άμμο σε κλεψύδρα./ Μετά, χέρια αδειανά. Πού σε ξέρω, πού σε είδα. (Κλεψύδρα, σελ. 28)

Η συλλογή αυτή περιλαμβάνει τριάντα τρία ομοιόμορφα και ισόρροπα ποιήματα που δημιουργούν την αίσθηση μιας συμπαγούς γεωμετρικής δομής του κειμενικού σώματος. Κάθε ποίημα αποτελείται από δέκα στίχους που ομοιοκαταληκτούν στην τελευταία συλλαβή, έτσι τονίζεται το φωνητικό φαινόμενο που εδράζεται στην ποίηση της όρασης και της σκέψης. Η Ευσταθία Δήμου στοχεύει με την ποητική της συλλογή στην τέρψη και στη συγκίνηση του αναγνώστη. Η δομή, αλλά και η ποιητική ευαισθησία δημιουργούν ένα σύμπαν αυτοτελές και πλήρες, τόσο σε νόημα όσο και σε περιεχόμενο.

Άφησα το σώμα μου ανοιχτό όταν φανείς./ Σπρώξε την πόρτα απαλά. Μέσα κανείς// δεν κατοικεί. Έφυγα κι έμεινε βορά/ στο σκύλο χρόνο που κουνάει την ουρά. (Εξαίρεση, σελ. 20)

Η γλώσσα της σύγχρονη, απλή, ακριβής και καθαρή. Δεν μασά τα λόγια της, λέει αυτό που θέλει να πει μέσα στο μέτρο και στη ρίμα. Παράξενο φαινόμενο για μια νέα ποιήτρια το 2019, που είναι μεν φιλόλογος, αλλά που ευτυχώς, δεν κρατά την αρτηριοσκλήρυνση των συναδέλφων της σε σχέση με τον λόγο. Η συλλογή αυτή είναι σαν ένα ευδιάκριτο και ρωμαλέο αρχιτεκτονικό σχέδιο ή καλύτερα, σαν ένα κέντημα, εργόχειρο πλεχτό, με μέτρο αυστηρό και άνθη διαφόρων χρωμάτων. Όλα γυρνούν γύρω από το ίδιο μοτίβο, την ανάγκη εύρεσης ανθρώπων για συνύπαρξη και επικοινωνία. Γυναίκα νέα, με συνείδηση του χρόνου που φεύγει μέσα από τα χέρια, όπως γλιστρά από τη χούφτα μας η άμμος στο τέλος του καλοκαιριού. Η συγκίνηση πηγάζει μέσα από τον ευθύβολο και καθαρό στίχο που φτάνει στο αυτί του αναγνώστη σαν καρφί που διαπερνά τον τσιμεντένιο τοίχο.

Μετρώ την ηλικία μου σε νύχτες./ Είναι που ακούω καθαρά τους δείχτες.// Μεγαλώνω αμέτρητα φεγγάρια./ Ανάμεσα, των ημερών κουφάρια.// Η μνήμη μου ολάκερη γυναίκα./ Θυμάμαι κορίτσι ήταν στα δέκα.// Σφίγγεται πάνω στο ζεστό κορμί σου./ Θέλει να εμποτιστεί από την ορμή σου.// Οι αναμνήσεις είναι αναμνήσεις./ Έχουν πεθάνει πριν τις αναστήσεις. (Ηλικία, σελ. 40)

Η αναμέτρηση με τον χρόνο που περνά διαποτίζει απ’ άκρου σ’ άκρο την ποιητική αυτή συλλογή. Σημαντικό ν’ αναφερθεί είναι πως η Ευσταθία Δήμου χρησιμοποιεί πολυτονικό σύστημα γραφής δίνοντας έμφαση στον τρόπο που τονίζονται οι λέξεις κατά την προφορά τους. Έτσι λοιπόν, βλέπουμε ξανά την πανέμορφη περισπωμένη σε λέξεις όπως το ρήμα φοβᾱμαι, υποδεικνύοντάς μας πως πρέπει να ανέβει ο τόνος της φωνής γιατί αλλάζει η προφορά.

Λέξεις βαρίδια που λέω για να σωθώ./ «Είσαι απ’ τα λάθη μου το πιο σωστό».// Ξάφνου φοβᾱμαι πώς θα με βρει η μέρα/ και ρίχνω το καράβι μου σε ξέρα. (Ναυάγιο, σελ. 41)

Ο τίτλος της συλλογής Απώλεια Λήθης είναι γεμάτος συναισθηματική φόρτιση. Μας κάνει να αναρωτηθούμε, ιδίως τις νύχτες, όταν επιστρέφουν οι αναμνήσεις και φέρνουν τη γνωστή σε όλους μας αϋπνία, πόσες από τις επιλογές της ζωής μας έγιναν λόγω της σκόνης του χρόνου που γλιστρά στο γυαλί της κλεψύδρας μας χωρίς σταματημό. Μια συλλογή γεμάτη νόημα, ποιητική ευαισθησία και συνειδητότητα από μια νέα γυναίκα που αναμετράται με τη ζωή και τις λέξεις. Επίσης, μια καλαίσθητη έκδοση από τις Εκδόσεις των Φίλων για τη βιβλιοθήκη μας.

.

ΣΤΗ ΣΠΟΡΑ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ (55 χαϊκού)

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ

Εκρηκτικά στην ποιητική τους δύναμη τα 55 χαϊκού της συλλογής αυτής
Ευσταθία Δήμου, Στη σπορά των αστεριών (55 χαϊκού),

Το χαϊκού, αυτό το γιαπωνέζικο ολιγοσύλλαβο ποίημα, έχει κατακτήσει τον κόσμο. Χθες ακόμη, βλέποντας την «Παρί» του ιρανού σκηνοθέτη Dariush Mehrjui, άκουσα ένα χαϊκού μέσα στην ταινία.
Για το χαϊκού πρωτοδιάβασα στον Καζαντζάκη, στο ταξιδιωτικό του έργο «Ιαπωνία-Κίνα». Από τότε έχω διαβάσει αρκετά χαϊκού ελλήνων ποιητών, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Σεφέρης. Ο Γιάννης Μανιάτης, η ψυχή του «Λέξημα», λάτρης του χαϊκού, έχει αναρτήσει ένα αρκετά εμπεριστατωμένο άρθρο για το χαϊκού που βρίσκεται εδώ http://www.lexima.gr/lxm/read-538.html Ήταν επίσης ένας από τους παρουσιαστές της ανθολογίας χαϊκού στην Ελλάδα που έκανε ο Χρήστος Τουμανίδης (εκδόσεις Δελφοί), στην παρουσίαση της οποίας είχα παρευρεθεί.
Είναι μακρύς ο κατάλογος των ελλήνων που έχουν ασχοληθεί με το χαϊκού. Εδώ θα αναφέρω τον Θόδωρο Τρουπή, έναν από τους θαμώνες του φιλολογικού καφενείου του Ιάσωνα Ευαγγέλου, και ο οποίος δυστυχώς έφυγε πρόπερσι, που μου έδωσε τη συλλογή του με τίτλο «Τα Αλφα-βητάρια των χάι-κου». Όταν με πληροφόρησε ο Ιάσωνας Ευαγγέλου για τον θάνατο του Τρουπή, έκανα μια σχετική ανάρτηση στο blog μου. Ήθελα να δώσω και ένα δείγμα γραφής του, και άνοιξα το βιβλίο του, επιλέγοντας στην τύχη το πρώτο χαϊκού που θα έπεφτε στο μάτι μου. Ήταν το παρακάτω: «Αύριο θα μ΄ εύρεις/ να συλλαβίζω στίχους/ κάπου στην Εδέμ». Πρέπει να ομολογήσω πως τρόμαξα λίγο, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, την έχω γράψει αλλού. Να αναφέρω επίσης τον Ηλία Κεφάλα, που μου έστειλε τη δική του συλλογή με χαϊκού με τίτλο «Σιωπητήριο χιονιού». Το βιβλίο της Ευσταθίας Δήμου «Στην σπορά των αστεριών» είναι η τρίτη συλλογή χαϊκού που λαμβάνω.
«Κλουβί είν΄ το ποίημα/ κι οι λέξεις μέσα-πουλιά/ που κελαηδάνε» (αρ. 15).
Ποιο ποίημα; Το χαϊκού. Το χαϊκού, με την αυστηρή του δομή, είναι σαν κλουβί. Και η δομή του χαϊκού είναι τρεις συλλαβές, από τις οποίες η μεσαία είναι επτασύλλαβη και οι άλλες δυο πεντασύλλαβες.
Το έχω ξαναγράψει, τα σύντομα ποιήματα είναι τα πιο όμορφα, αλλά και τα πιο απαιτητικά. Ένα πολύστιχο ποίημα μπορεί να είναι καλό έστω κι αν έχει κάποιους μέτριους στίχους. Το ολιγόστιχο ποίημα, όπως το χαϊκού, δεν έχει αυτή την πολυτέλεια. Πρέπει να είναι τέλειο.
Το χαϊκού ξεκινάει ως εικονογραφική αποτύπωση της στιγμής. Συχνά παρατίθεται ως παράδειγμα το χαϊκού του Μπασό: «Παλιά λιμνούλα/ Ένας βάτραχος βουτά/ Ήχος του νερού». Να δώσουμε και ένα δείγμα της Δήμου: «Ο ήλιος δύει/ κόκκινος και φλογερός/ βουτά στο νερό».
Όμως την εικονογραφική αποτύπωση της στιγμής συχνά την υπερβαίνει. «Χορός της βάρκας/ ξέφρενος στο ξύπνημα/πάλι τ΄ ανέμου». Στη φωτογραφία είναι μια και μοναδική βάρκα μια και συγκεκριμένη στιγμή. Στο παραπάνω χαϊκού η βάρκα είναι κάθε βάρκα που την ταρακουνάει ο άνεμος πάνω στα κύματα, παρόλο που το ποίημα μπορεί να το ενέπνευσε η θέα μιας συγκεκριμένης βάρκας.
Πάρα πολλά χαϊκού της Δήμου ανάγονται σε μια γενικότερη έως μια συμβολική διάσταση. Εδώ η μεταφορά είναι το κυρίαρχο υφολογικό σχήμα. Κάνουμε μια μικρή επιλογή:
«Ρίζες μόνο και/ κλαδιά ερωτοτροπούν./ Ποτέ οι κορμοί»
«Έρωτας είναι/ ξεκούρδιστου ρολογιού/ σπασμένοι δείκτες»
«Χρυσό δρεπάνι/ στη σπορά των αστεριών./Νέα σελήνη»
«Μισοφέγγαρο/ παρένθεσης άνοιγμα/ ποτέ δεν κλείνει»
Η θεματική της Δήμου σε κάποια χαϊκού αγκαλιάζει καταστάσεις και προβληματικές της σύγχρονης ποίησης. «Βράδια μοναξιάς/ ατελείωτα• μόνος/ παρών, ο χρόνος». «Κάλεσμα χρόνων/ περασμένων• ονείρων/ ναυαγισμένων».
Έχω ξαναγράψει ότι ο ρυθμός του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου κυλάει στις φλέβες των ποιητών μας• ακόμη και των πεζογράφων μας, όπου καμιά φορά στα κείμενά τους συναντάει κανείς κανονικούς δεκαπεντασύλλαβους. Μου έχει γίνει πια χόμπι να τους ανιχνεύω. Σε ένα χαϊκού της Δήμου συνάντησα έναν παρ΄ολίγο ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο: «Στις αγκαλιές σου απόθεσα τις νύχτες της αγρύπνιας μου». Και βέβαια ο ίαμβος ως ρυθμός υπάρχει σε πάρα πολλούς στίχους, ιδιαίτερα στους ενδιάμεσους επτασύλλαβους: «Μια φεγγαριού αχτίδα», «Στα μάτια του ο ιδρώτας», «Η νύχτα καταπίνει». Όμως βρίσκουμε και στίχους με την κανονικότητα άλλων μέτρων. «με τα μάτια ορθάνοιχτα», ανάπαιστος. «Θέλω μόνο μια στιγμή», τροχαίος. «ποτάμι• το δάκρυ μας», αμφίβραχυς.
Στο παρακάτω χαϊκού η Δήμου παίζει με τις παρηχήσεις: «Όνειρα γλυκά./ Γλυκόπικρα. Πικρά πριν/ το ξημέρωμα».
Σε ένα άλλο είναι αποφθεγματική-παραινετική: «Λίγα να ρωτάς,/ να μην κλαις, να μη γελάς,/ να μεγαλώνεις».
Και βέβαια δεν λείπουν και τα ερωτικά χαϊκού: «Όμορφα ξέρεις/ το κορμί μου να κεντάς/ με τα φιλιά σου» («Όμορφα ξέρεις, με τα φιλιά σου», δυο μικροί δάκτυλοι, μια και πιο πάνω μιλάγαμε για μέτρο).
Τα χαϊκού της Δήμου είναι από τα ομορφότερα που έχω διαβάσει. Με ένα θεματικό και υφολογικό εύρος, με ενσωματωμένα στοιχεία της ποιητικής μας παράδοσης, μου φέρνουν στο μυαλό το οικολογικό σλόγκαν: το μικρό είναι όμορφο.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *