ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΜΕΝΔΡΙΝΟΥ

Η Νεκταρία Μενδρινού γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977 και σπούδασε στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σήμερα ζει στον Αποκόρωνα του νομού Χανίων, όπου διατηρεί φαρμακείο. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί σε ομαδικές ποιητικές συλλογές και σε ποιητικά ημερολόγια.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Αειθαλή και φυλλοβόλα (2009) Ροές
Κοχύλια από χρόνο (2014) Κέδρος
Σύννεφα στο νερό (2018) Μελάνι

.

.

ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ (2018)

ΠΕΡΙ ΤΕΧΝΗΣ

Κάθε έρωτας
φιλοτεχνεί ένα πορτρέτο

ένα πορτρέτο
κάποιου,
που δεν υπάρχει

και ωστόσο
το έργο αυτό
επιζεί του χρόνου,
επιζεί της αλήθειας.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Ακούω τώρα
τα παλιά τραγούδια,
εκείνα, που ’χα πρωτοανακαλύψει
στην εφηβεία μου
και εσύ, θυμάμαι,
χαμογελούσες τότε και έλεγες
«ω, μα αυτά
είναι της εποχής μου!»
και ύστερα
παρέμενες σιωπηλός στις αναμνήσεις τους.

Ακούω πάλι
τα παλιά τραγούδια

αχ, ρε πατέρα,
έπρεπε να ’χαμέ γνωριστεί
χρόνια πριν.

GRAFFITI ΠΡΟΣΟΨΗΣ

Με κοιτάζει,
τα μαλλιά της, κυματιστά κεμπέκια,
το στόμα της, στο όριο της πόρτας,
κομμένο στη μέση,
το βλέμμα της, μισό και αυτό,
όμως αρκεί,
με διαβάζει, σαν βιβλίο ανοιχτό,
«σε θυμάμαι», μοιάζει να μου λέει,
«αγόραζες τσίχλες και πατατάκια
μετά το σχολείο,
η μητέρα σου σε έστελνε εδώ
για βανίλιες και αυγά τις Κυριακές,
η κυρά-Φανή, που θυμάσαι εσύ,
δεν ζει πια,
ο γιος της, που σε περνούσε πέντε χρόνια,
δεν τα έβγαζε πέρα,
είχε το σούπερ
καλύτερες τιμές
και κατέβασε κεμπέκια το παντοπωλείο-

-σε θυμάμαι,
θυμάμαι και κάθε άλλο παιδί,
που ζούσε κάποτε εδώ,
είμαι,
κατά το ήμισυ,
η ενήλικη μορφή του…»

ΠΑΡΑΛΙΑΚΟ ΚΑΦΕ

Εδώ και ώρα
μας έχει νικήσει η σιωπή

αμίλητοι,
στις δύο κάθετες πλευρές του τραπεζιού,
κοιτάμε πέρα, στον ορίζοντα,
το ηλιοβασίλεμα

ο φλοίσβος
ολοένα φουσκώνει μέσα μας ένα χάδι,
που σβήνει ξανά και ξανά ανέφικτο
στην ακίνητη ακτή των χεριών μας

είμαστε δύο άνθρωποι,
που με ειλικρινή προσπάθεια
κρύβουν
την ειλικρίνειά τους

είμαστε ένα ζευγαράκι,
που, κλεφτά κοιτώντας το οι σερβιτόροι
δεν μπορούν να καταλάβουν,
εάν ζει

το πριν, το μετά
ή ένα παντοτινό ποτέ…

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

0 παππούς έζησε
μέχρι τα πέντε μου χρόνια,
φέτος, έκλεισα εγώ τα τριανταπέντε

το μεγαλύτερο μέρος
της ζωής μου
το έχει περάσει νεκρός.

Οπότε κοιτάζω εκείνη τη φωτογραφία μας
-εγώ, καθισμένη, τριών ετών, στα γόνατά του,
βαστώντας δύο μανταρίνια,
εκείνος, χαμογελαστός,
να μου μαθαίνει στα δάχτυλά του τον αριθμό δύο-
εκπλήσσομαι πάντα εξίσου στα πρόσωπά μας

τόσο μικρή εγώ,
τόσο ζωντανός εκείνος,
τόσο ξεθωριασμένη η ανάμνηση

θαρρείς
και μας έχει επινοήσει
ο φωτογράφος.

ΨΥΧΗ

Είναι μια γυναίκα αδύναμη,
γερασμένη,
σκυφτή
στηρίζεται στο μπαστούνι της
και ανηφορίζει την πλαγιά
του αντικρινού βουνού
το περίγραμμά της
στοιχειώνει τα όνειρά μας-
-λέει,
θα πάει να ζήσει
στο φεγγάρι…

ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

Ιδρωμένο μισοσκόταδο,
σπηλιά
από μύχιες ευωδιές
και από λαχανιασμένους
ψιθύρους,
κλειδωμένες μνήμες,
κρυφές
και η στιγμή εκείνη,
όπου το στόμα
δάγκωνε τον ώμο,
να κρύψει του ονόματος την κραυγή,
η πιο κλειδωμένη
από όλες.

-Εσύ, γιαγιά,
τον απάτησες ποτέ τον παππού;

-Ντροπή, παιδί μου, τι ρωτάς;

Κλειδωμένες μνήμες,
με το σώμα το δικό του
τον απατούσα.

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ

Εγώ, γυμνός,
ξαπλωμένος στα πόδια της
κι εκείνη, υπέροχη,
να τεντώνει
ως τον ουρανό
το χέρι της
να κόψει το μήλο.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΥ

Υπάρχει κάπου
ένα ξωκλήσι,
μικρό, υπόσκαφο,
ξωκλήσι της Ανομολόγητης Συγγνώμης

οι Άγιοί του
στέκουν βλοσυροί στους τοίχους,
κάτισχνοι, στο ημίφως της σιωπής
και προσμένουν

προσμένουν ν’ ακούσουν τα βήματά σου,
να νιώσουν τη μορφή σου να σκιάζει το κατώφλι,
τα χείλια σου να τρέμουν λέξεις σιωπηλές
και χαμογελάνε στοργικά

σαλεύουν, μες στις ζωγραφισμένες ώχρες τους,
παίρνουν από το ιερό το φυλαγμένο Νάμα
και σε κερνάνε
και εσύ μεθάς
ένα μεθύσι γλυκό
και είναι η καρδιά σου, πάλι, του μικρού παιδιού
και είναι τα σφάλματά σου, πάλι, του μικρού παιδιού

υπάρχει κάπου…

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΙΚΡΟ

Με ξεδοντιάζεις θάνατε,
με ξεκουκίζεις χάρε,
σκορπολογάς το σώμα μου,
βουβαίνεις τη μιλιά μου,
νίκη θαρρείς τη νύχτα σου,
αιώνια τη φθορά μου

μα ξέρε πως η αγάπη μου
εφτά ’χει μέσα της χορδές,
σαν φυλαχτό, ακοίμητες

οι πέντε είν’ οι αισθήσεις της,
που μέστωναν
μαζί μου

η έκτη είν’ η σιωπή,
που όριζε
το μέτρο

και από τις εφτά,
η πιο λεπτή,
των όρκων
μοιάζει όνειρο
και προηγείται της ζωής
και έπεται της μνήμης.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ

Μου άρεσαν
εκείνα τα φαρμακεία
με τις γυάλινες προθήκες τους
και τις ζωγραφιστές οπαλίνες,
με τη χαρακτηριστική μυρωδιά τεραμυκίνης,
με τη λευκή, βαριά τους ζυγαριά,
που έπαιρνε πολύ σοβαρά
τον ρόλο της για εμάς,
μου άρεσαν οι κρεμ κόλλες χαρτί
με το καλλιγραφικό “Φαρμακείον”,
που τύλιγαν σα δώρο το αντιπυρετικό σιρόπι,
μου άρεσε, που η φαρμακοποιός
ήταν φίλη της γιαγιάς
και με κερνούσε πάντοτε τέλειους κύκλους
γλειφιτζούρια λεμόνι,
μου αρέσει, που,
πριν τον κλήρο της Φαρμακευτικής,
η μνήμη
είχε ήδη ρίξει
το δικό της ζάρι στις αισθήσεις.

Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ

Μια μουσική πικρή
έχει απλωθεί στην πόλη,
σκοτεινή μελωδία
μας τυλίγει

«Είναι οι νεκροί,
που κλαίνε τους ζωντανούς τους…»,
λέει, λυπημένη, η γριά

κι εμείς,
νέοι, αλύγιστοι,
γελάμε δυνατά
και τη μουσική
παίρνουμε για παιάνα

«Είναι οι νεκροί…»
επιμένει, τρομαγμένη,
η γριά,
που έχει κιόλας ζήσει
δυο πολέμους
στη ματιά της…

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Έχω επιζήσει, είμαι πια ασφαλής,
έχω δύο μερίδες φαγητού την ημέρα,
ένα στρώμα, μία κουβέρτα,
ένα ζευγάρι παπούτσια χαρισμένα·

τις νύχτες, τα όνειρά μου, είναι γεμάτα νεκρούς,
φίλους μου, συνομηλίκους μου,
δεν αποστρέφουν το πρόσωπο,
όπως κάνουν συνήθως οι νεκροί,
μα με κοιτούν γελώντας και με πειράζουν
– Τι έμεινες να κάνεις εκεί; ρωτούν
κι εγώ κάνω να πλησιάσω
μα έρχεται η μάνα (νεκρή κι αυτή) και με μαλώνει
– Πάλι μαζί τους ήσουν;
Μείνε, σου είπα, μακριά
και με σπρώχνει αποφασιστικά
σε ένα συρματόπλεγμα πρωινό,
που με κρατάει στον αριθμό των διασωθέντων, των ζωντανών·

έχω επιζήσει, είμαι πια ασφαλής,
έχω δύο μερίδες φαγητού την ημέρα,
ένα στρώμα, μία κουβέρτα,
ένα ζευγάρι παπούτσια χαρισμένα,
άπειρες μνήμες
απ’ τις οποίες αποστρέφω
καθημερινά
το πρόσωπό μου.

Η ΣΤΙΓΜΗ

Ο παππούς πια
δεν με κοιτά,
καμώνεται ολοένα
τον απασχολημένο

η γιαγιά,
αλλαγμένη,
ούτε που χαμογελά ποτέ,
αναγνωρίζεται μόνο
χάρη στον παππού
δίπλα της·

οι νεκροί
δεν μας μιλούν ποτέ
μόνο, κάποτε,
φτάνει η στιγμή
όπου δεν χωράμε
στην οικογενειακή φωτογραφία
του ονείρου.

ΚΟΧΥΛΙΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΟ (2014)

ΓΡΑΜΜΑ

Έγινες
ένα-γράμμα-
-στους – δύο – μήνες

ένας φάκελος
με ξενικά ονόματα…

Πού μένεις,
πώς ζεις;

Πώς μυρίζουν
τα πρωινά σου,
πώς ετοιμάζονται
τα γεύματά σου;

Μαθαίνω όλο
και λιγότερα,
σφίγγω στον κόρφο
το χαρτί
να μαντέψω
τα υπόλοιπα,
ένας φάκελος
στους δύο μήνες…

Τώρα πια
ό,τι κοντινότερο
δικό σου έχω
είναι ο γραφικός σου
χαρακτήρας,
μα
γερνάω
και αδυνατίζει η όρασή μου,
παιδί μου…

ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

Καθώς τα όνειρα
γκρεμίζονται
μες στην αλήθεια,
καθώς η αλήθεια
γκρεμίζεται
μέσα στα ψέματα,
καθώς τα ψέματα
γκρεμίζονται
μέσα στα όνειρα

σκέφτομαι…

…φαύλος κύκλος
η ανθρώπινη ψυχή

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Για χάρη
της φιλίας μας
θα πω
θα σου πω
ψέματα

δε θα σωθείς
εσύ,
μα θα σωθεί
η φιλία μας…

Έτσι είναι, άλλωστε,
η φύση
η ανθρώπινη:
Και στις πιο αιώνιες
αξίες της,
θνητή…

ΑΣΤΕΓΟΣ

Πέθανε,
πέθανε από το κρύο
στη ρίζα
μιας μανταρινιάς του πάρκου,
πέθανε
και αυτό
δε συνέβη μακριά,
αλλά εδώ,
στην πόλη μου,
στο πάρκο με το ηρώο

και η πόλη μου
είναι μικρή
και δε χωρά
δικαιολογίες…

ΕΝΥΠΝΙΟ

Στεκόταν μπροστά μου,
μα κοίταγε αφηρημένα
προς τα δεξιά μου,
έτσι, ένα μέρος μόνο
του προσώπου της
μπορούσα να διακρίνω-
ήταν φρεσκολουσμένη,
όμορφη,
στην ηλικία
των τελευταίων της χρόνων
και μία φωνή
– όχι η δική της –
μου εξήγησε
πως,
την ύστατη στιγμή,
αυτό που την είχε φοβίσει
δεν ήταν σκοτάδι,
μα μια πυκνή
βαριά ομίχλη
που πήρε να την τυλίγει.

Ώρες μετά το πρωινό
θυμήθηκα
κάτι, που πρόσφατα
είχα διαβάσει
σε έναν ταξιδιωτικό οδηγό:
Κάποιες φορές
στη γενέθλια
μακρινή πόλη της
απλώνεται πράγματι για ώρες
μια δυσάρεστη
αδιαπέραστη ομίχλη,
που καλύπτει τα πάντα,
δυσκολεύοντας την ανάσα,
αποκαρδιώνοντας τα μάτια…

Να είχα άραγε κάνει,
διαβάζοντας τότε,
υποσυνείδητα
το συνειρμό,
ή να σήμαινε πράγματι κάτι
το όνειρο αυτό
– για το θάνατο ίσως
ή τη ζωή; –

ΕΠΟΧΕΣ

Με ένα χάρτινο χωνάκι
κάστανα
διασχίσαμε
τους χειμώνες,
με ένα σακουλάκι
πασατέμπους
τα καλοκαίρια…

Οπότε αγοράζω
κάστανα
είναι πλάι μου
η μητέρα μου
και με κρατάει
απ’ το χέρι

όποτε αγοράζω
σποράκια
είμαι είκοσι χρόνων κοπέλα
στο θερινό σινεμά του δήμου
και ότι ονειρεύομαι
λάμπει μισό
μπροστά μου
στην οθόνη
και μισό
με έχει κιόλας
αγκαλιάσει…

ΑΦΗ

Ο λόγος μου
έχει πλέον γίνει
ημιτελής

απ’ όταν μάκρυνα
από εμένα,
απ’ όταν μάκρυνα
από εσένα

αρχίζω μία σκέψη
και μένει στη σιωπή,
χαρίζω ένα χάδι
και αρκείται στην αφή…

ΣΙΩΠΗ

Το τριζόνι,
αιώνιος
ραψωδός
της νύχτας,
ανέλπιδος
εραστής
των άστρων…

…των ονειροπόλων
ακριβός
σύντροφος,
της μοναξιάς
έμμετρη
σιωπή…

ΠΛΗΓΗ ΔΙΦΟΡΗ

Υπάρχουν δυο είδη
μοναξιάς,
μία αόρατη,
εσωτερική,
και μία άλλη,
απτή,
εξωτερική.

Η μία
είναι εκείνη
η φριχτή,
παγωμένη άβυσσος
μέσα στην οποία νιώθεις
να στροβιλίζεται
βουβή και μάταιη
η καρδιά σου,
να σβήνεται
κάθε επιμέρους χρονική στιγμή σου

η άλλη
είναι εκείνη
του ενός πιάτου,
του ξαναζεσταμένου φαγητού,
της μόνιμα φλύαρης
τηλεόρασης,
του σιωπηλού περιπάτου,
η μία
είναι ο κόσμος
χωρίς εσένα,
η άλλη
εσύ
χωρίς τον κόσμο

είναι το ψέμα σου
και το ψέμα μας

είναι η αλήθεια σου
και η αλήθεια μας

είναι ο τρόπος που πληγώνεσαι
και ο τρόπος που πληγώνεις…

ΣΥΛΛΑΒΗ

Μια συλλαβή
από το όνομά μου
είναι ό,τι από εσένα
μου απόμεινε,
ένα ιδιότυπο
υποκοριστικό
μυστικό
δικό μας.

Μια συλλαβή
από το όνομά μου,
όπως σε άλλους
απομένει
ένα κλωναράκι
αποξηραμένο ροσμαρί
ή ένα σκουριασμένο
κλειδί
γκρεμισμένου σπιτιού…

Όποτε πια
συστήνομαι,
πάντα
κάτι ελάχιστο
λείπει
για να είμαι
Εγώ…

ΗΜΟΥΝ…

Ήμουν
άνεμος
θαλασσινός,
κανένα λιμάνι
αρκετό,
κανένας ορίζοντας
μακρινός,
ήμουν
άνεμος
θαλασσινός,
ψυχή
εξόριστη
ναυτικού
που δε γνώρισε
αγκάλη,
που ασκήτεψε
στου Ονείρου
την Ιθάκη.

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ

Ταξιδεύω
δίχως φυλαχτά
και δίχως
χαρτογραφημένη ρότα

πότε δυτικά
και πότε ανατολικά,
πότε στις απόλυτες νύχτες
των τροπικών
και πότε στις αβασίλευτες
ημέρες
του Βορρά,
πότε σε πολιτείες
λαμπερές
και πότε σε άγνωστα
ψαροχώρια του Νότου

ταξιδεύω
και η κούραση
ποτέ δε με λυγίζει,

τα βράδια,
σαν άλλη Πηνελόπη,
σβήνω
σειρά σειρά
το ημερολόγιο καταστρώματος

δε βρήκα ακόμη
προορισμό να με προσμένεις…

Η ΠΟΛΗ

Η πόλη
μου κρύβει
τα αστέρια,
μου κρύβει
την εναλλαγή
των αρωμάτων
και την ονειροπόληση
του ορίζοντα,
μου κρύβει
και αυτές ακόμα
τις πρωταρχικές
ανάγκες της

θάλασσα την έφερε
εδώ,
πορφύρα
ή φυσικό λιμάνι;
Γόνιμη πεδιάδα
ή απάνεμη πλαγιά;

Η πόλη
μου κρύβει
τα χρόνια της,
μισογκρεμισμένα μνημεία,
επιχωματώσεις,
αναπαλαιώσεις,
αντιπαροχές,
τσιμεντωμένα πηγάδια,
γιγάντιες,
γυάλινες προσόψεις
και νέον φωτισμοί.

Η πόλη
καμώνεται
πως ήταν
από πάντα
εδώ,
πως θα παραμείνει
για πάντα
εδώ

αρπάζεται
από πάνω μου,
η «πόλις»
πασχίζει να γίνει,
που πάντα
θα μ’ ακολουθεί…

ΤΟΤΕ

Όλα
τα έχει παραλλάξει
ο χρόνος,
η μνήμη
μια αλληγορία πια
της πραγματικότητας,
η γιαγιά
υφαίνει λουλούδια
στον αργαλειό,
ο παππούς
φτιάχνει κρασί
από παλιά τραγούδια,
η μητέρα
κάθε βράδυ
ονειρεύεται το μέλλον μας
μ’ ένα φιλί στο μέτωπο
και ο πατέρας
στέκεται,
σαν υπόσχεση,
χαμογελώντας στο κατώφλι…

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ

I

Με ζάλισε απόψε
το ποτό
και γέρνω απαλά
στον ώμο σου
και η νύχτα
γεμίζει μεμιάς
αστέρια.

II

Θα θυμάμαι
ένα πρόσωπο
που θα σβήνεται
μαζί σου

ανάμνηση
και λήθη
θα ξυπνούν
ταυτόχρονα,
σκιάζοντας
η μια την άλλη…

Ποτέ δε στάθηκε
μέσα μου ξεκάθαρο
εάν με κοίταξες ποτέ
όπως ποθούσα…

IΙΙ

Με το τίποτα
μέθυσα,
με το άνοιγμα
και μόνο
τόσων σφραγισμένων
χρόνων…

IV

Όλα συνεχίζονται
μέσα μου
σαν ένα ψέμα
που ακόμα
δεν αποκαλύφθηκε.

V

Τα μάτια μου
έχουν στα βάθη τους
το γυρισμό σου

απαλόχρωμες
μελαγχολίες
γι’ αυτό
που ποτέ τους

δεν αντίκρισαν.

Αντιγράφω
ξανά και ξανά
– σαν τιμωρία –
από το βιβλίο
της μοναξιάς
το όνομά σου,
και η τιμωρία
δεν τελειώνει,
με κάθε μου γραφή
δέκα νέες
λευκές σελίδες
γεννιούνται.

VII

Ξόδεψα το χρόνο μου
προσμένοντας
την αγάπη σου,
και η αγάπη σου
ήταν μία στιγμή
που πέρασε
και χάθηκε,
ένα πεφταστέρι αυγουστιάτικο,
κάποιο καλοκαίρι
που ακόμα πίστευα
σε ευχές…

ΒΛΕΜΜΑΤΑ

Μικρό νησί
ο τόπος μου,
αδύνατον
να κρυφτείς

πάντα

από κάπου

σε κοιτά επίμονα

η θάλασσα

τη ρότα των ονείρων
προσμένοντας.

ΑΣΥΜΜΕΤΡΑ

Η γλώσσα μου
έχει αποκτήσει
μια πρωτόγνωρη
σβελτάδα,
η ματιά μου
έχει ελάχιστα
στενέψει
και η όσφρηση ανιχνεύει
μονάχα συνειρμούς

τα χέρια μου
επιδέξια και λίγο
σκληρότερα,
ενώ τα πόδια μου
βραδύτερα
στα βήματά τους,
φοβάμαι
πως μεγαλώνω
ασύμμετρα
πια…

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Σφιχτός ο κόσμος
κάτω απ’ το πιγούνι,
μάζευε τα δάκρυα
μην τρέξουν στο φαί,
«θα περάσει και αυτό»,
μουρμούριζες ολοένα
σαν ξόρκι
και ανάδευες
σκυφτή
πάνω απ’ την κουζίνα γκαζιού,
φαί χαρούμενο
δε φάγαμε ποτέ,
πάντα κάποιος έλειπε
και η ζωή μας όλη
έτσι πέρασε…

ΧΑΡΤΟΚΟΠΤΗΣ

Στην περίτεχνη λαβή του
έχει δεθεί με ασήμι
γερασμένος μηχανισμός
από ρολογάκι χειρός

ελάχιστα μεταλλικά γρανάζια,
σταματημένοι τροχίσκοι,
ρουμπίνια,
ρότορες δίχως παλμό
μιας ηλιαχτίδας η σκόνη

πολυμήχανος
ο χρόνος
βρήκε πάλι τρόπο
να ορίζει
το ρυθμό
των σελίδων μας…

ΣΑΝ

Τώρα πια ζω
στο-χρόνο-
-που- δεν- υπάρχει
σαν ήρωας μυθιστορηματικός,
σαν ακίνδυνος τρελός,
σαν κάποιος
που προδόθηκε
η αγάπη του…

ΑΕΙΘΑΛΗ ΚΑΙ ΦΥΛΛΟΒΟΛΑ (2009)

ΣΠΙΝΘΗΡΕΣ

Την πιο σιωπηλή νύχτα
Αφουγκράσου
Τον κρυφό ρυθμό
Ίδιος παλμός τρεμοπαίζει
Στο φως των αστεριών
Και στο τρι τρι του τριζονιού

Την πιο σιωπηλή νύχτα
Αφουγκράσου
Νιώσε τη ζωή
Με όλες τις λεπτότατες αισθήσεις
Που έχει ευλογηθεί η καρδιά σου

Σπινθήρες είμαστε
Δυνητικές υπάρξεις…

ΔΙΑΡΚΕΙΑ

Νεκρός από χρόνια ο ποιητής
Αλλά οι στίχοι του
Άδειες χελιδονοφωλιές
Την άνοιξη ακόμα μνημονεύουν
Μιας μακρινής αγάπης.

ΠΑΤΡΙΔΕΣ

Οι συνειρμοί
Είναι μια άλλη χώρα
Όπου τοπία
Είναι οι ψυχές…

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΓΙΟΥΕ

Ο μικρός Γιουέ
Έχει στον κόσμο μόνο
Ένα στενό παράθυρο
Από εκεί βλέπει την άκρη ενός κλαδιού
Τον ήλιο, το φεγγάρι
Το θραύσμα ενός αστερισμού
Ακούει τους περαστικούς, το δρόμο
Τους ανέμους τις βραδιές.

Ο μικρός Γιουέ
Νιώθει μόνος πλάι στους φίλους του
Εκείνοι έχουν άλλη μουσική, μοντέρνα
Ευρωπαϊκή
Εκείνος είναι ονειροπόλος,
Γράφει στίχους μυστικούς
Ψάχνει στην πόλη
Τις ευωδιές των εποχών
Το νόημα των ημερών.

Ο μικρός Γιουέ
Δεν έχει ακόμα νιώσει
Πως αυτός ο κόσμος
Δεν πιστεύει πια σε παλιομοδίτικες αλήθειες
Στις ρίμες των δειλινών
Στην υπόσχεση των άστρων
Στων παιδιών το γέλιο
Στο λιώσιμο των πάγων στο ποτάμι
Κάθε Απρίλη
Δεν έχει ακόμα υποψιαστεί
Πως σ’ αυτόν τον κόσμο
Τα όνειρα μπορούν να γίνουν τοξικά
Δεν έχει ακόμα φοβηθεί
Μήπως ο ίδιος γίνει γραφικός.

Για την ώρα, ο μικρός Γιουέ
Έχει τα πάντα: ένα υπέροχο
Στενό παράθυρο…

Πεκίνο 2007

ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΕΣ

1

Το παρελθόν, ένα πηγάδι
Κάτω απ’ τα σβησμένα άστρα
Που ακόμα φέγγουν
Στις θνητές νύχτες των ανθρώπων

Κάθε πρωί, ακόμα αξεδίψαστες
Σκύβουν οι κοπέλες στο πηγάδι.

2

Πάντα στο όριο του κόσμου
Στην κόψη του ορίζοντα
Προβάλλει
Θαμπό, αλαργινό
Ένα καράβι:

Ο χρόνος των θνητών
Μέσα στο όνειρο του κόσμου…

3

Ο ήλιος δύει.
Άλλη μια μέρα φεύγει ανεμίζοντας
Στο καλό
Το πολύχρωμο μαντίλι της

Ακόμα κι οι μικροί αποχαιρετισμοί
Είναι παντοτινοί…

4

Ήσυχα, όπως ένα φύλλο φθινοπωρινό
Αποχωρίζεται το κλαδί, πέφτει
Παρασύρεται στη ροή των νερών
Και κανείς
Δεν παρατηρεί τη διαφορά στο δέντρο
Κανείς, μέχρι το γυμνό χειμώνα
Μέχρι την ξαφνιασμένη άνοιξη

Ήσυχα, έτσι
Η μία μέρα δίνει φιλί στην επομένη…

5

Ένα λείο, μαύρο βότσαλο
Μια λευκή, ελλειπτική γραμμή.

Ο χρόνος δίδασκε τη γεωμετρία του κύκλου
Μα ήρθε η άτακτη θάλασσα
Και ξέφυγε απ’ την τροχιά της
Η κιμωλία του.

6

Ήταν όμορφη τότε η ζωή.
Με την πρωινή δροσοσταλιά τρεμάμενη
Στην άκρη του κλαριού
Ν’ ανθίζει
Στα χρώματα της ίριδας…

Ήταν όμορφη τότε η ζωή
Το δάκρυ που τρεμόπαιζε στην άκρη της
Κανείς δεν το ’χε δει
Αδιαφανής ο χρόνος
Ήταν πάντα εκεί…

7

Φθινόπωρα φυλλοβόλα
Συντροφιές – καλοκαίρια
Που σκόρπισαν.
Της ψυχής κυκλικές εποχές…

8

Νύχτα.
Το φεγγάρι περίλυπο
Στο αντικαθρέφτισμα της λίμνης
Ρυτιδώνεται στο πέρασμα του ανέμου
Αφήνεται στο κύλισμα του χρόνου
Κυλά μαζί του
Κρύβεται
Πίσω απ’ τα βουνά.

ΕΚΟΥΣΙΑ ΕΞΟΡΙΑ

Αλήθεια
Η εσκεμμένη λησμονιά
Είναι γι’ αυτά που δεν αντέξαμε να ξαναδούμε
Να τ’ αναφέρουμε με το όνομά τους
Ούτε στην πω εχέμυθη μας νύχτα.

Αλήθεια είναι
Και η λησμονιά
Εκούσια εξορία
Στο άβατο της μνήμης

Και πώς τολμάς
Να με κατηγορείς ότι σε ξέχασα;

ΝΟΣΤΟΣ

Θαρρείς και ταξιδεύω σ’ έναν μυθικό ωκεανό

Νόστος αβάσταχτος για το φιλί σου…

Θαρρείς και ταξιδεύω
Σε μια θάλασσα άσπλαχνη χρόνου

Τα νησιά των στιγμών μας
Περιπλανώμενα κι αυτά στα κύματα
Απομακρύνονται.

Νόστος αβάσταχτος για το φιλί σου…

Πώς διασχίζει κάποιος τέτοια θάλασσα;
Πώς βρίσκει δύναμη να δέσει
Για μια στιγμή σ’ άλλη στεριά;

Ταξιδεύω στο βυθό του έρωτα…

ΚΟΧΥΛΙ

Απ’ όλη τη θάλασσα
Κράτησα μοναχά ένα κοχύλι
Τις νύχτες της μοναξιάς
Τα μικρά λιμάνια πάλι κοντά μου να φερνει
Τους γαλανούς ανέμους
Τις ομοιοκαταληξίες των κυμάτων
Κι εκείνες, τις απάτητες στεριές
Του ονείρου…

Αχ, κοχύλι
Ακριβό της ζωής μου
Με της νιότης την ακοίμητη βουή στα βάθη σου…

ΘΑΛΑΣΣΑ

Η θάλασσα νανούριζε γλυκά το σώμα και τις σκέψεις
Με το μεταξωτό της ψίθυρο και το βελούδινο της
παφλασμό.

Η θάλασσα
Σειρήνα, δύναμη αρχέγονη
Που σε μαγεύει, σε μεθά, σε κάνει
Για πού ξεκίνησες να λησμονάς…

ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

Το δίχτυ της νύχτας
Απλώνεται γύρω τους
Σταματούν, καθίζουν τα ζώα τους στην άμμο
Ανάβουν φωτιά, πίνουν νερό
Αρχίζουν την κουβέντα.
Τα δόντια τους λάμπουν στο σκοτάδι.
Τ’ αστέρια λάμπουν στον ουρανό.
Συζητούν σιγανά, αργά
Τα λόγια τους γλιστράνε σε μακρόσυρτα τραγούδια
Σε μουσικές που τους ενώνουν
Με ό,τι γυρεύουν στον ορίζοντα
Με ό,τι κουβαλάνε μέσα τους.
Τα ζώα
Τυλίγονται στη ζέστη της φωτιάς
Και στο ανθρώπινο μαράζι
Και κοιμούνται.
Η καρδιά των ανθρώπων
Τυλίγεται στα χνότα των ζώων
Στα χνότα της πλάσης
Και συνεχίζει το ταξίδι…

ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ

Θα επιστρέφω, ίσως, κάποτε
Όταν πια θα είμαι σίγουρη
Ότι ο χρόνος
Θα έχει τόσο καίρια σημαδέψει
Την πόλη μου
Που οι μνήμες δε θα βρίσκουν τόπο
Να ξυπνήσουν. Ναι.
Θα επιστρέφω κάποτε.
Και θα ’ναι σαν να μην επέστρεψα
Σαν να μην έφυγα ποτέ.

ΕΓΩ

«Εγώ
Ποτέ μου δε φοβήθηκα
Μην εκραγούν κάτω απ’ τα πόδια μου
Οι μαργαρίτες
Εγώ
Ποτέ μου δεν κοιμήθηκα
Ούτε μια νύχτα δίχως το φιλί
Της μάνας
Εγώ
Είχα την τύχη
Στη χώρα που γεννήθηκα
Το χρώμα
Η γλώσσα
Η θρησκεία μου
Να είναι τα σωστά…

Εγώ…»

Αχ, πόσες φωνούλες τέτοιες
Πόσα μικρά εγώ
Έχουν χαθεί…

ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ

Γράφω για κείνες τις λέξεις
Που τις κούρασε το αλισβερίσι της ημέρας
Το τρελό της φως,
Για εκείνες τις λέξεις
Που έγειραν χλομές, αποκαμωμένες
Στην αγκάλη της νύχτας
Κι έγιναν
Έναστροι χρησμοί.

Γράφω για τις λέξεις εκείνες
Των ανεκπλήρωτων ερώτων
Που παίρνουν την όψη φθινοπωρινής βραδιάς
Στα παράξενα τοπία της μνήμης.

Γράφω για σένα
Που είσαι
Εκείνος ο ξαφνικός άνεμος
Που ξεσηκώνει τα πεσμένα φύλλα
Σε χορό…

ΛΟΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΑ

1

Νέο ακόμα το φεγγάρι
Κρύβεται νωρίς
Πριν απ’ το μέστωμα της νύχτας
Γλιστράει βιαστικό
Βέρα μισή
Που κρύβει μικρή κοπέλα
Στον κόρφο της

2

Μέτρα την άμμο
Μετριούνται τα δάκρυα;
Μέτρα τα άστρα
Μετριούνται οι ευχές;
Μέτρα το χρόνο
Μετριέται η αγάπη;

3

Όμορφη η σιωπή της νύχτας…
Μόνο η ανάσα σου
Και το τριζόνι…

4

Δάκρυσα από αγάπη
Πρωτοβρόχια…
Κι η άνυδρη ψυχή μου
Μοσχομύρισε
Ελπίδες,
Κι άγνωστες
Νοσταλγίες χρυσαφένιες.

5

Ποταμός κυλάς
Φωτεινός
Γαλαξίας αστεριών στο άπειρο
Στον αιώνιο χρόνο της καρδιάς μου.

6

Πριν περάσει η νυχτιά στο παρελθόν
Άσε με στην αγκαλιά σου μια φορά να κοιμηθώ
Τη ρόδινη αυγή
Εγώ να σου γεννήσω.

7

Φως υγρό της σελήνης
Στο σώμα σου
Η νύχτα μοιάζει με υπόσχεση.

8

Απ’ όλες τις νοσταλγίες
Η νοσταλγία της αγκαλιάς σου
Είναι η πιο σκληρή:
Συνειρμός γι’ αυτή δεν υπάρχει
Κανένα άρωμα, καμιά αφή
Τη θύμησή της δεν ξυπνά.
Μακριά σου
Πάντα θα ’μαι γυμνή.

9

Κρυώνω
Φυλλοβόλο η ψυχή μου
Στο φθινόπωρο του έρωτά σου.

10

Εγώ θα θυμάμαι
Εσύ θα ξεχνάς
Δυο ξέχωρες αλήθειες
Που θα τέμνονται στο ψέμα.

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ

Τα μεσημέρια του Αυγούστου εσύ δεν κοιμάσαι.
Βάζεις εμάς, τα μικρά, να πλυθούμε
Να ξαπλώσουμε
Να ησυχάσουμε λίγο απ’ το παιχνίδι
Να ονειρευτούμε παραμύθια καλοκαιρινά.
Και το απόγευμα
Μας περιμένεις
Με μια πιατέλα δροσάτα σύκα και σταφύλια.
Τρυφερά μας κοιτάς
Καθώς
Με γέλια μπουκωνόμαστε
Γλυκά μας κοιτάς
«Τα τζιτζίκια μου…» λες.
Κι εμείς, χωρίς να το καταλαβαίνουμε,
Στα μάτια μας
Τα όλο φως και γέλια
Την πιο ωραία σου εικόνα απομνημονεύουμε
Για όλα τα καλοκαίρια μας
Που θα ’ρθουν χωρίς εσένα.

ΜΝΗΜΕΣ

Ισορροπούσαν
Σε μίσχους λεπτεπίλεπτους, εαρινούς
Στο άγγιγμα ζέφυρου απαλότατου
Κυμάτιζαν ονειρικά μύρα και χρώματα της μνήμης.

Έπειτα ήρθε το παιδί και τα ’κόψε όλα
Με τα μικρά του χέρια, ένα ένα
Για το βάζο του απογεύματος.

Ώρα πολλή μετά
Έμεινα να τα βλέπω
Έτσι, μπουκέτο μέσα στο νερό.
Σκεφτόμουν
Πως τελικά ήμουν εγώ όλα αυτά
Αλλά και κάτι ακόμα:

Ίσως αυτό το κάτι
Που για πάντα είχε μείνει πίσω στον αγρό…

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΑΠΟ ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

Η Νεκταρία Μενδρινού ξέρει ένα μεγάλο μυστικό, ξέρει για τι και γιατί γράφουν οι ποιητές. Το λέει με πολύ απλό και ποιητικό τρόπο, μιλώντας μας εμπιστευτικά, χαμηλόφωνα:
Γράφουμε γι’ αυτά που αφήνουμε ξοπίσω μας // Γράφουμε γιατί η μνήμη υπάρχει στο μέλλον…
Και εξομολογείται για τι γράφει, συγκεκριμένα, η ίδια:
Γράφω για κείνες τις λέξεις / Που σκόρπισαν στη νύχτα /Κι έγιναν /Έναστροι χρησμοί.// Γράφω για σένα /Που είσαι Εκείνος ο ξαφνικός άνεμος /Που ξεσηκώνει τα πεσμένα φύλλα//Σε χορό…
Η νέα ποιήτρια έχει το χάρισμα της αμεσότητας. Μπορεί να είναι η ψυχή της πολύπλοκη και εύθραυστη, αλλά επειδή η ίδια έχει καλλιεργήσει έναν τρόπο σκέψης θετικό -τόσο αναλυτικό όσο και συνθετικό-, κατορθώνει να μεταφράζει τα ερεθίσματα και τα συναισθήματα που την κινούν άμεσα: σε φορτισμένο, αλλά, ταυτόχρονα, απλό και ακριβή λόγο.
Νιώθει Με όλες τις λεπτότατες αισθήσεις /Που έχει ευλογηθεί η
καρδιά της. Νιώθει παιδικό θαυμασμό για τη φύση, εφηβικό ενθουσιασμό για τον έρωτα και ώριμη λύπη για τα ανθρώπινα, για τη θνητότητα και την αέναη αναβίωση καταστάσεων και πραγμάτων. Νιώθει πολλά και θέλει να νιώσει τα πάντα. Είναι ανθεκτική, έχει αποθέματα, κρατά τις κεραίες της τεντωμένες, τις αισθήσεις της οξυμμένες, να μη χάσει ούτε για κλάσμα δευτερολέπτου το συντονισμό με τον παλμό της ζωής, τη συνειδητή συμμετοχή στο αιώνιο γίγνεσθαι, όπου:
Ίδιος παλμός τρεμοπαίζει /Στο φως των αστεριών/ Και στο τρι τρι του τριζονιού.
Τα ποιήματα της, βατά και αληθινά, είναι oι ανταποκρίσεις από την πραγματικότητα της κλειστής ζωής ενός ανοιχτού, ευαίσθητου ανθρώπου που ζει, συμπάσχει, παρατηρεί και σχολιάζει.
Η μητέρα / Μου άφησε πάλι /Διακριτικά /Το χαρτζιλίκι.//Άπνοια / Ακίνητες ουρές /Ανέργων. //Βαρέθηκα πια /Να συμπληρώνω αιτήσεις…
Την αφορούν τα πάντα που συμβαίνουν στον κόσμο, από την τύχη κάποιου μικρού Κινέζου:
Ο μικρός Γιουέ /Έχει στον κόσμο μόνο /Ένα στενό παράθυρο’ /Από εκεί βλέπει την άκρη ενός κλαδιού /Τον ήλιο, το φεγγάρι…  μέχρι τη μοίρα των παιδιών που χάνονται κατά χιλιάδες στις εμπόλεμες περιοχές του πλανήτη:
«Εγώ /Ποτέ μου δε φοβήθηκα /Μην εκραγούν κάτω απ’ τα πόδια μου /
Οι μαργαρίτες /Εγώ /Ποτέ μου δεν κοιμήθηκα /Ούτε μια νύχτα δίχως το φιλί
Της μάνας /Εγώ /Είχα την τύχη /Στη χώρα που γεννήθηκα /Το χρώμα /Η γλώσσα /Η θρησκεία μου /Να είναι τα σωστά…
Υπάρχουν όμως και οι (πολλές) στιγμές της χαράς και της χαρμολύπης: ο έρωτας, που τη σημαδεύει και τη γονιμοποιεί:
Πάνω σου κολλάω /Σφιχτά κρατώντας στα χέρια μου /Το πρόσωπό σου //Σ’ ένα έναστρο κενό /Σ’ ένα εύφορο σκοτάδι/Γλυκά στροβιλίζομαι // Είναι μια ανάμνηση ζωής /Στους αιώνες του θανάτου…
Και, βέβαια, οι στίχοι της συχνάζουν σε τόπους ονείρων. Κι επειδή Σ’ όλα τα όνειρα υπάρχει το ταξίδι… ανοίγει το νου της σε ταξίδια – πραγματικά ή ταξίδια του νου. Η αίσθηση του νόστου, όμως, την ακολουθεί παντού και πάντα:
Θαρρείς και ταξιδεύω σ’ έναν μυθικό ωκεανό //Νόστος αβάσταχτος για το φιλί σου…
Νιώθει όμως νοσταλγία και για τον τόπο της, νοσταλγία γι’ αυτά που πέρασαν και γι’ αυτά που δεν έχουν έρθει ακόμα.
Αυτή η γη /Νόστο σημαίνει /Είτε μακριά της βρίσκομαι είτε την κατοικώ./Όνειρο αιώνιο κι απρόσιτο /Μέτρο ενός άλλου εαυτού /Όπου ο τόπος κι η στιγμή ποτέ τους δε συμπίπτουν.
Η πόλη της τη διώχνει και την καλεί, η οικογένεια, πρόγονοι και απόγονοι την παραστέκουν και τη δυναστεύουν:
Τσάι με ζάχαρη και κονιάκ /-Οι υπόλοιποι έχουν ήδη κοιμηθεί- /Ξεφυλλίζω / Γουλιά γουλιά /Το παλιό οικογενειακό άλμπουμ:/Γάμοι, γενέθλια, βαφτίσεις /Άχτιστες ακρογιαλιές /Παιδικές αποκριές //Γέλια //Και βλέμματα ακόμα αναγνωρίσιμα. /Κοιτάζω / Γουλιά γουλιά /Το παλιό οικογενειακό άλμπουμ /Φυτολόγιο / Με ξέθωρα, αποξηραμένα χρόνια…
Η Νεκταρία Μενδρινού είναι συμφιλιωμένη με τον κόσμο και τη φύση της, ήρεμα, όμως, συνεχίζει να ψάχνει μεθοδικά. Κοιτάζει πάντα γύρω και μέσα της, εστιάζει στα μικρά, καθημερινά πράγματα: τα αξιολογεί, τα εκτιμά, τα ταξινομεί, τα χαίρεται σαν μπιμπελό από πορσελάνη που κοσμούν το προσωπικό της σύμπαν.
Και φέρνει στο φως πολύεδρους ημιπολύτιμους στίχους, δεμένους όμορφα σε λόγια.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΤΟ ΝΕΡΟ

ΑΝΝΑ ΛΑΜΠΑΡΔΑΚΗ

bookpress 11/3/2020

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού Σύννεφα στο νερό περιέχει 63 ποιήματα, με τη μορφή κυρίως ποιητικών μονολόγων ή αφηγήσεων στιγμών, γεγονότων, ιστοριών από τον χώρο της καθημερινής ζωής, της μνήμης, του ονείρου, της μυθολογίας, της τέχνης.

Aναζητείται η αλήθεια και το ευάλωτο των ανθρώπινων σχέσεων, η αλήθεια της ζωής και του θανάτου, η ύπαρξη ή διάψευση νοήματος στα όρια της θνητής ζωής.

Τα πρόσωπα των ιστοριών είναι συνήθως οικεία και αγαπημένα, όπως πρόγονοι, γονείς –με κυρίαρχη την πατρική φιγούρα–, άλλοι συγγενείς, ερωτικοί σύντροφοι, φίλοι, ή πιο μακρινά, όμως αναγνωρίσιμα ως καθημερινοί ή αρχετυπικοί χαρακτήρες. Σε πρώτο επίπεδο θεματικά προβάλλονται η παρουσία και η απουσία, ο έρωτας και ο θάνατος, η ζωή και το όνειρο, το εγώ και το εσύ, η στιγμή και η διάρκεια, η επιθυμία και η ματαίωση, σε αμφίδρομες και αμοιβαίες αντανακλάσεις με καταλύτη τον χρόνο και τη μνήμη. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μέσω αυτών, αναζητείται η αλήθεια και το ευάλωτο των ανθρώπινων σχέσεων, η αλήθεια της ζωής και του θανάτου, η ύπαρξη ή διάψευση νοήματος στα όρια της θνητής ζωής.

«Αυτή σου τη φωτογραφία
δεν την είχα
ξαναδεί

γλίστρησε
από το πορτοφόλι της
και τα μάτια της
ντράπηκαν την έκφρασή μου.
“Ερωμένη”»

«Φωτογραφία»
Όπως και στην πραγματική ζωή οι μεγάλες αλήθειες κρύβονται ή ανιχνεύονται στις αποσιωπήσεις, η ποιήτρια, επιλέγοντας συχνά την σιωπή αντί σχολίου ή κατακλείδας, καλεί τον αναγνώστη να αποκωδικοποιήσει ο ίδιος το λανθάνον μήνυμα.

Μορφολογικά σε αυτή τη συλλογή παρουσιάζονται ενισχυμένα κάποια χαρακτηριστικά που συνιστούν την ποιητική ταυτότητα της Νεκταρίας Μενδρινού, όπως η αμεσότητα και η σαφήνεια στη διατύπωση και στη σύνταξη του λόγου, η ύπαρξη ενός εσωτερικού ρυθμού που προκύπτει από την επιμελημένη επιλογή και διάταξη λέξεων και εκφραστικών σχημάτων, η θεατρικότητα που προσδίδει ο ευθύς λόγος ή ο διάλογος των προσώπων, η εικαστικότητα και η λεπτομερής αποτύπωση των εικόνων, ο λεπτός λυρισμός που ισορροπεί με την στοχαστικότητα, ο τρυφερός και ανθρώπινος τόνος.

Τα θέματα της σιωπής και του ανεστραμμένου χρόνου λειτουργούν όχι μόνο ως θεματικά leitmotifs αλλά και ως δομικά υλικά των ποιημάτων. Όπως και στην πραγματική ζωή οι μεγάλες αλήθειες κρύβονται ή ανιχνεύονται στις αποσιωπήσεις, η ποιήτρια, επιλέγοντας συχνά την σιωπή αντί σχολίου ή κατακλείδας, καλεί τον αναγνώστη να αποκωδικοποιήσει ο ίδιος το λανθάνον μήνυμα.

Ο ανεστραμμένος χρόνος έχει τη μορφή αντίστροφων αναδρομικών αφηγήσεων και παράδοξων συναντήσεων, όπου το παρελθόν συναντά το παρόν ως μέλλον στη ζωή ή στο όνειρο, και ο έρωτας ή ο θάνατος συναντούν τη ζωή σε αμφίδρομη κίνηση. Αναμνήσεις και προσδοκίες, διαψεύσεις και φόβοι, φευγαλέα κι εφήμερα όπως τα σύννεφα, έρχονται και παρέρχονται σε έναν αέναο κύκλο διαδοχής και ύπαρξης, που όμως νιώθουμε να λειτουργεί ερήμην μας μπροστά στη μόνη βεβαιότητα: το θνητό μας τέλος.

ΜΑΡΙΝΑ ΑΡΕΤΑΚΗ

FREAR 06/01/2020

Γλυκόπικρα «Σύννεφα στο νερό»

Το πρώτο ποίημα της συλλογής της Νεκταρίας Μενδρινού Σύννεφα στο νερό (Μελάνι 2018, με την όμορφη ζωγραφιά της Παγώνας Ξενάκη στο εξώφυλλο), έχει τίτλο «Χαρά» και το τελευταίο «Happy end». Όσο κι αν ο τελευταίος τίτλος ακούγεται ειρωνικός (και είναι), η συλλογή δεν παύει να διατηρεί το στοιχείο μιας, όχι πάντα κρυφής, χαράς. Σε αρκετά ποιήματα ακούμε γέλια και φανταζόμαστε χαμόγελα (γέλια σε συναθροίσεις οικογενειακές, γέλια εραστών, γέλια παιδιών, χαμόγελα συγκαταβατικά ή περιγελαστικά), αναμεμειγμένα, βέβαια, και με άλλα συναισθήματα. Η χαρμολύπη γίνεται φανερή ήδη από τo εναρκτήριο ποίημα «Χαρά», η θέση του οποίου δεν είναι τυχαία αφού δίνει τον τόνο στη συλλογή. Γενικότερα, η παρούσα συλλογή δεν περιέχει ποιήματα που αναπαραγάγουν το ύφος μιας μελαγχολικής ενδοσκόπησης ή επιβεβαιώνουν το κλισέ ότι η ποίηση πηγάζει μέσα από την οδύνη· δεν υπάρχει ούτε απελπισία στα Σύννεφα στο νερό ούτε αδιέξοδη ομφαλοσκόπηση.

Παρότι η θεματική των ποιημάτων περιστρέφεται συχνά γύρω από αναμνήσεις και παιδικά βιώματα του ποιητικού υποκειμένου, η συνολική εντύπωση είναι ότι πρόκειται για μια ποίηση μάλλον εξωστρεφή. Κι αυτό γιατί παρ’ όλο το λυρικό περιεχόμενό της, δεν έχουμε να κάνουμε με την έκφραση των συναισθημάτων ενός μόνο ποιητικού υποκειμένου (να σημειωθεί ότι τα πρωτοπρόσωπα ποιήματα είναι αρκετά, περίπου το ένα τρίτο της συλλογής). Στα ποιήματα εμφανίζονται διαφορετικά ποιητικά υποκείμενα [1], που άλλοτε πλησιάζουν κι άλλοτε απομακρύνονται από την ποιήτρια. Έτσι, πίσω από το πρώτο πρόσωπο μπορεί να αποκαλύπτεται ο Αδάμ στο ποίημα «Ερωτευμένος», μια νεκρή μάνα («Όπως»), ένας μοναχικός άνθρωπος («Πορσελάνη»), ένα προσφυγόπουλο («Στρατόπεδο προσφύγων»), μια ηλικιωμένη γυναίκα («Αύγουστος»), ένας ταχυδρόμος («Δύο στροφές»), κτλ.

Στα ποιήματα ενσωματώνονται πλήθος φράσεις άλλων προσώπων (του πατέρα, του παππού, της μυθικής Αριάδνης, της γιαγιάς, των χωρικών που περιμένουν ένα γράμμα, των εραστών, ενός γκράφιτι). Πολύς κόσμος θροΐζει, ψιθυρίζει, συζητά μέσα στη συλλογή. Εξού και η δραματικότητα των ποιημάτων, τα οποία κάποιες φορές θυμίζουν μικροσκοπικά μονόπρακτα. Κι έτσι, η σιωπή κάποιων προσώπων στη συλλογή (της Πηνελόπης για παράδειγμα στη «Σιωπηλή ραψωδία» ή του ζευγαριού στο «Παραλιακό Καφέ») μεγεθύνεται· και ακολούθως η μοναξιά τους.

Τα μικρής έκτασης ποιήματα (τέσσερα μόνο ξεπερνούν τη μια σελίδα) χαρακτηρίζονται λοιπόν από θεατρικότητα και αφηγηματικότητα· πολλά πρόσωπα, άρα πολλές ιστορίες, και μάλιστα κάποιες από αυτές παλιές ιστορίες, όπως είναι ο τίτλος ενός παιγνιώδους ποιήματος. Στη συλλογή περιλαμβάνονται και αρχαιόθεμα ποιήματα που δρματοποιούν εικόνες, σκηνές εμπνευσμένες από τους θεμελιακούς μύθους της λογοτεχνίας μας.

Παλιές ιστορίες

Θα μιλούσαν οι δυο τους
εκείνο το καλοκαιρινό μεσημέρι,
σύκα βασιλικά, κυνήγι και άφθονο μοσχάτο,
αρωματικό, η συντροφιά τους

κάποια λόγια
σηκώνουν πολύ κρασί
και αυτά τα λόγια
έπρεπε επιτέλους να ειπωθούν.

«Αδελφέ μου, αυτή η γυναίκα, δεν κάνει για σένα,
όμορφη, δεν διαφωνώ,
ένα δώρο των θεών το βλέμμα της,
ποτάμι ανοιξιάτικο, ξαναγεννημένο, το γέλιο της,
κάθε σάλεμα του κορμιού της μια υπόσχεση αθανασίας
μα σ’το λέω, δεν κάνει αυτή για σπίτι,
δεν έχει το μέτρο
να επιβληθεί στην κάθε ημέρα,
διώξε την τώρα, που είναι ακόμη καιρός,
πριν μας βάλει όλους σε μπελάδες.»

«Αδελφέ μου, κοίτα καλύτερα, τη δική σου τη γυναίκα»
απαντάει βραχνά εκείνος
και τρέχει να συναντήσει την Ωραία Ελένη του–

–22 Ιουλίου μεσημέρι,
του Οσίου Μενελάου ανήμερα.

Οι επικοί ήρωες γίνονται αναγνωρίσιμες φιγούρες σε καθημερινές καταστάσεις: δυο αδέλφια που μιλούν γύρω από ένα τραπέζι. Ένα ανάλαφρο πολλαπλό ειρωνικό παιχνίδι δημιουργείται ανάμεσα στην απλότητα του ύφους του ποιήματος και τις τραγικές ιστορίες που αποτελούν το πλαίσιο αναφοράς του, ανάμεσα στον χρόνο του μύθου και τον χρόνο της αφήγησης (το χριστιανικό παρόν όπου ο Μενέλαος είναι όσιος), ανάμεσα στο μεσημέρι του μύθου και το μεσημέρι της δημιουργίας του ποιήματος. Η Νεκταρία Μενδρινού περιγράφει την οικειότητα μεταξύ αδελφών και συγχρόνως οικειοποιείται τις μεγάλες αφηγήσεις της αρχαιότητας.

Έτσι, οι άλλοι στα ποιήματα της συλλογής δεν είναι μόνο οι κοντινοί -οι γονείς, οι παππούδες, τα παιδιά, οι εραστές και ερωμένες- αλλά και οι αρχαίοι ήρωες και ηρωίδες, ακόμα και οι νεκροί που επιστρέφουν. Η ποιήτρια θεματοποιεί τη συνύπαρξη ζώντων και τεθνεώτων, σκηνοθετώντας κάποτε και την κυριολεκτική εμφάνισή τους, με μια απλότητα που καθιστά την παρουσία τους πειστική, σχεδόν φυσική. Νεκροί οικογενειακοί τις περισσότερες φορές, αφού η οικογένεια αποτελεί μια κεντρική θεματική των ποιημάτων της συλλογής: αρκετά εστιάζουν στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας ή στη συμπεριφορά τους, στις συναθροίσεις τους, στις απώλειες, στη μνήμη του οικογενειακού πυρήνα («Τραπέζι», «Παρτίδα», «Παραδοσιακά γλυκά»). Η σχέση με τους γονείς δεν εμφανίζεται συγκρουσιακή· η παρουσία εντούτοις του πατέρα εμπνέει από τη μια τρυφερότητα («Τραγούδια») κι από την άλλη φόβο («Παιδική ανάμνηση»).

Η παρουσία των οικείων, της ευρύτερης οικογένειας, ως προσώπων των ποιημάτων εξασφαλίζει μια βασική συνθήκη στο ποιητικό κείμενο: την ύπαρξη διαφορετικών χρονικών επιπέδων. Σε κάθε ποίημα, οι χρόνοι συμπλέκονται και λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο. Γα παράδειγμα, στο ποίημα «Τραγούδια» τα χρονικά επίπεδα θυμίζουν μια σπείρα: η κόρη ακούει τώρα τα παλιά τραγούδια και θυμάται όταν τα άκουγε παλαιότερα καθώς και την αντίδραση του πατέρα της που έλεγε τότε ότι τα τραγούδια είναι της εποχής του την οποία εκείνος θυμάται επίσης. Οι αναμνήσεις του πατέρα εγκιβωτίζονται μέσα στις αναμνήσεις της κόρης, η κόρη ενσωματώνει κατά κάποιον τρόπο τη ζωή του πατέρα και η τελική φράση αχ, ρε πατέρα, / έπρεπε να ’χαμε γνωριστεί / χρόνια πριν δεν εκφράζει παρά την ευχή μιας παραδοξότητας, την ευχή να μην κυλά ο χρόνος ευθύγραμμα αλλά να καταστεί δυνατόν να συμπέσουν διαφορετικά σημεία του, όπως σε μια σπείρα.

Ή μήπως μπορεί να υπάρξει κάποιο σημείο σύγκλισης; Στο ποίημα «Τραπέζι» όπου υπάρχει ένας διπλός εγκιβωτισμός –σ’ ένα όνειρο και σε μια φωτογραφία– συνυπάρχουν διαφορετικά χρονικά επίπεδα, αποτυπωμένα ακόμα και στο ίδιο το σώμα της αφηγήτριας: χαμήλωσα το βλέμμα, / τα χέρια μου ακουμπισμένα στο τραπέζι, / γερασμένο το δεξί, νεανικό το αριστερό […].

Στο ποίημα «Αύγουστος» ακούγεται η φωνή μιας ηλικιωμένης που σκέφτεται τον επικείμενο θάνατό της. Αυτή η –μελλοντική– στιγμή του τέλους θα αποτελέσει ένα ακόμα σημείο της οικογενειακής ιστορίας η οποία εκτείνεται προς το παρελθόν (οι ιστορίες της προγιαγιάς) αλλά και προς το μέλλον: η παρουσία των μικρών κοριτσιών, των εγγονών, εξασφαλίζει τη μνήμη του θανάτου που πολιορκεί τη γιαγιά. Ένα ποιητικό μοτίβο που επανέρχεται στα ποιήματα της συλλογής είναι η συνύπαρξη προσώπων τρίτης ηλικίας με παιδιά. Ας σημειωθεί ακόμα ότι το ηλικιωμένο πρόσωπο δεν συνδέεται μόνο με τον θάνατο αλλά και με τον έρωτα («Κλειδωμένες μνήμες»).

Στο «Skype», τα διαφορετικά χρονικά επίπεδα εκφράζονται μέσα από τη διαφορά ύφους των γενεών που επικοινωνούν, διαφορά που αποτυπώνεται εμφατικά μέσω της τυπογραφικής διάταξης του ποιήματος σε δύο διαφορετικές στήλες. Παρελθόν και παρόν, ατομική περιπέτεια και συλλογική τραγωδία, συνάπτονται, επίσης, με αποτελεσματικό τρόπο στο ποίημα «Ενύπνιο» που θίγει το δύσκολο, επίκαιρο θέμα των προσφύγων.

Ας δούμε το θέμα της συμπλοκής των χρονικών επιπέδων σε ένα ακόμα ποίημα:

Graffiti πρόσοψης

Με κοιτάζει,
τα μαλλιά της, κυματιστά κεμπέκια,
το στόμα της, στο όριο της πόρτας,
κομμένο στη μέση,
το βλέμμα της, μισό και αυτό,
όμως αρκεί,
με διαβάζει, σαν βιβλίο ανοιχτό,
«σε θυμάμαι», μοιάζει να μου λέει,
«αγόραζες τσίχλες και πατατάκια
μετά το σχολείο,
η μητέρα σου σε έστελνε εδώ
για βανίλιες και αυγά τις Κυριακές,
η κυρά-Φανή, που θυμάσαι εσύ,
δεν ζει πια,
ο γιος της, που σε περνούσε πέντε χρόνια,
δεν τα έβγαζε πέρα,
είχε το σούπερ
καλύτερες τιμές
και κατέβασε κεμπέκια το παντοπωλείο–

–σε θυμάμαι,
θυμάμαι και κάθε άλλο παιδί,
που ζούσε κάποτε εδώ,
είμαι,
κατά το ήμισυ,
η ενήλικη μορφή του…»

Εδώ περιγράφεται η στιγμή που το ποιητικό υποκείμενο αντικρίζει ένα στοιχείο του παρελθόντος του κι αναδύεται ο εαυτός που υπήρξε αλλά που δεν υπάρχει πια. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτόν τον εαυτό δεν τον αναπολεί το ποιητικό εγώ, αλλά ένα γκράφιτι που αναγνωρίζει το ποιητικό υποκείμενο ως το παιδί που υπήρξε. Το εύρημα αυτό του ποιήματος δείχνει ότι το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου από τη μια εσωτερικεύεται κι από την άλλη αποτυπώνεται σε μια εξωτερική πραγματικότητα, η οποία όμως δεν εμφανίζεται εντελώς άξενη. Στην εκπνοή του ποιήματος απομένει μια αίσθηση σύγκλισης κι όχι ρήξης με τον παλιό ξεχασμένο εαυτό.

Ρήξη με το παρελθόν όταν αυτό παγιώνεται σε μια σταθερή και αμετάβλητη εικόνα διακρίνεται στο ποίημα «Φωτογραφία».

Φωτογραφία

Ο παππούς έζησε
μέχρι τα πέντε μου χρόνια,
φέτος, έκλεισα εγώ τα τριανταπέντε

το μεγαλύτερο μέρος
της ζωής μου
το έχει περάσει νεκρός.

Οπότε κοιτάζω εκείνη τη φωτογραφία μας
–εγώ, καθισμένη, τριών ετών, στα γόνατά του,
βαστώντας δύο μανταρίνια,
εκείνος, χαμογελαστός,
να μου μαθαίνει στα δάχτυλά του τον αριθμό δύο–
εκπλήσσομαι πάντα εξίσου στα πρόσωπά μας

τόσο μικρή εγώ
τόσο ζωντανός εκείνος,
τόσο ξεθωριασμένη η ανάμνηση

θαρρείς
και μας έχει επινοήσει
ο φωτογράφος.

Τονίζεται εδώ η ιδιότητα της φωτογραφίας να είναι αεί παρούσα και να επαναλαμβάνει με μηχανικά μέσα εκείνο που δεν μπορεί ποτέ πια να επαναληφθεί, όπως επισημαίνει ο Ρολάν Μπαρτ στο περίφημο δοκίμιό του Ο φωτεινός θάλαμος. Η τριβή όμως ενός παρελθόντος τόσο μακρινού με ένα παρόν όπου δεν υπάρχουν τα πρόσωπα της φωτογραφίας, ούτε ο παππούς ούτε κατά έναν τρόπο και το τρίχρονο κοριτσάκι, κάνει την πραγματικότητα της φωτογραφίας να ξεθωριάζει, να μοιάζει σχεδόν ονειρική, ασύμβατη με το ποιητικό παρόν.

Το αναλλοίωτο της απεικόνισης των φωτογραφιών μετριάζεται κάποτε μέσα από άλλες ποιητικές ιστορίες όπου οι φωτογραφίες ως αντικείμενα φαίνονται να είναι συμβατές με την ανθρώπινη συνθήκη· για παράδειγμα, στο ποίημα «Συμβίωση» οι φωτογραφίες που φυλάσσουμε στα πορτοφόλια, ίσως εξαιτίας της συνεχούς επαφής με την καθημερινότητά μας, μεταβάλλονται κι αυτές. Λειτουργούν δηλαδή αντίστροφα από το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ: ζωντανές κι αυτές, ακολουθούν όμως τη φθορά του ανθρώπου και στραπατσάρονται.

Εύκολα διαπιστώνεται ότι στα ποιήματα της συλλογής δεν υπάρχει σκοτεινότητα ύφους ή νοήματος. Κανένας λεκτικός ακροβατισμός, κανένα ερμητικά κλεισμένο νόημα. Και κάτι ακόμα: πρόκειται για μια ποίηση που δεν περιέχει αυτοαναφορικά στοιχεία ούτε τίθεται σε αμφισβήτηση. Είναι αρκετά συχνό στη συλλογή τα ποιήματα να εμφανίζουν μια σταθερή δομή, να αναπτύσσονται, για παράδειγμα, σε τρεις φάσεις, συχνά σε τρεις στροφές, όπως συμβαίνει στην «Παιδική ανάμνηση», στο «Περί τέχνης» ή στο παρακάτω:

Παραδοσιακά γλυκά

Μαστίχα
και ανθόνερο,
φρεσκοψημένα αμύγδαλα
και ζεσταμένο μέλι

ημέρες γιορτινές,
μητέρα

και στην κουζίνα
η μυρωδιά
της απουσίας σου.

Στο ποίημα εμφανίζεται κι ένα άλλο χαρακτηριστικό της συλλογής, η δημιουργία ρυθμού. Ενώ σε άλλα ποιήματα αυτό επιτυγχάνεται μέσω επαναλήψεων (όπως στο αρχικό ποίημα «Χαρά»), στα «Παραδοσιακά γλυκά» δημιουργείται από το χαλαρό ιαμβικό μέτρο. Η λέξη μητέρα ανακόπτει τον ρυθμό και μόνη της στον στίχο δημιουργεί οπτικά και σημασιολογικά ένα κέντρο στο ποίημα· η μοναδική λέξη συνδέεται με την τελευταία: ‘απουσία’.

Συχνά τα ποιήματα της συλλογής κρύβουν ένα ξάφνιασμα, μια ανατροπή που μας επιφυλλάσει το τέλος τους: στο ποίημα «Όπως» ο τελευταίος στίχος όπως οφείλει πάντα κάθε νεκρός να επιστρέφει, περιέχει το στοιχείο που προκαλεί μια δεύτερη ανάγνωση ή ανάκληση του κειμένου. Η διαφοροποίηση του νοήματος μπορεί να προκύψει από μια λέξη, μια φράση ή την αποκάλυψη μιας άλλης οπτικής: ν’ αποξεχάσω / το αίμα στο «Καρποί» για παράδειγμα.

Η ποιήτρια Νεκταρία Μενδρινού δεν είναι ρομαντική, είναι μια τρυφερή ρεαλίστρια. Και η αβρότητα με την οποία περιβάλλει τον ποιητικό της κόσμο, συνυπάρχει με μια παιδικότητα, όπως μαρτυρούν ποικίλα στοιχεία: απλότητα στη γραφή, ενσωμάτωση των αισθημάτων και του βλέμματος ενός παιδιού, εμψύχωση στοιχείων όπως οι φωτογραφίες ή ένα ανάγλυφο (βλ. ομώνυμο ποίημα). Ζωντανεύουν τα ανάγλυφα, τα γκράφιτι μιλούν, ενώ η ατμόσφαιρα στο ποίημα «Καρποί» –μεταθανάτιο όνειρο; συνάντηση με το Θεό; ονειροφαντασία;– απηχεί τον Μικρό Πρίγκιπα.

Όπως ήδη ειπώθηκε, στα ποιήματα γελούν συχνά τα πρόσωπα. Κι ας αναδύεται κάποιες φορές μέσα από αυτά ένα πικραμένο χαμόγελο, αφού ο σκηνοθέτης-χρόνος μπορεί να μας σκοτώσει όλους στο τέλος, όπως δηλώνει ο ακροτελεύτιος στίχος της συλλογής. Οι εικόνες, τα συναισθήματα, τα δεδομένα της καθημερινότητας (βλ. για παράδειγμα το ποίημα «Camera obscura») αποτυπώνονται κάποτε με αιχμηρότητα, πάντοτε όμως με χάρη.

Ανάμεσα στα πρωτοπρόσωπα ποιήματα, η «Φαρμακευτική» είναι το μόνο ίσως που μπορεί να θεωρηθεί αυστηρά αυτοβιογραφικό· κι αυτό γιατί δεν αναφέρεται μόνο σε μια επαγγελματική κλίση, αλλά και σε μια επιλογή που θα επιτρέψει στο ποιητικό υποκείμενο να ασκήσει τον βίο ως καλλιέργεια του ωραίου. Τα στοιχεία της καλλιγραφίας, των σχημάτων (τέλειους κύκλους), των χρωμάτων μετατρέπουν τον επαγγελματικό χώρο σε έναν χώρο υψηλής αισθητικής:

Φαρμακευτική

Μου άρεσαν
εκείνα τα φαρμακεία
με τις γυάλινες προθήκες τους
και τις ζωγραφιστές οπαλίνες,
με τη χαρακτηριστική μυρωδιά τεραμυκίνης,
με τη λευκή, βαριά τους ζυγαριά,
που έπαιρνε πολύ σοβαρά
τον ρόλο της για εμάς,
μου άρεσαν οι κρεμ κόλλες χαρτί
με το καλλιγραφικό “Φαρμακείον”,
που τύλιγαν σα δώρο το αντιπυρετικό σιρόπι,
μου άρεσε, που η φαρμακοποιός
ήταν φίλη της γιαγιάς
και με κερνούσε πάντοτε τέλειους κύκλους
γλειφιτζούρια λεμόνι,
μου αρέσει, που,
πριν τον κλήρο της Φαρμακευτικής,
η μνήμη
είχε ήδη ρίξει
το δικό της ζάρι στις αισθήσεις.

Γιατί βέβαια η τέχνη της ποιήσεως έχει τα φάρμακά της: έγκυρα, δοκιμασμένα αναλγητικά. Και αν τα ποιήματα-φάρμακα της Νεκταρίας Μενδρινού είναι κάποιες φορές πικρά, αφήνουν πάντοτε μια γλυκειά επίγευση. Σίγουρα αξίζει να τα γευτούμε.

ΚΟΧΥΛΙΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΟ

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 8/3/2017

Koχύλια από χρόνο η δεύτερη ποιητική συλλογή της Νεκταρίας Μενδρινού που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Απαλά σαν χάδι νοσταλγικά ποιήματα που φλερτάρουν με την θλίψη, αλλά, ευτυχώς όχι με την κατάθλιψη. Στίχος απλός, άμεσος, άλλοτε «αφηγηματικός», άλλοτε «εξομολογητικός». Εσωτερικός ρυθμός, νότες χαμηλόφωνες. Αν αυτός ο στίχος ήταν εποχή, θα ήταν το Φθινόπωρο. Αν ήταν χρώμα, θα ήταν σίγουρα κάποιο γήινο χρώμα. (Μη γελιέσαι, δεν υπάρχουν /φυσιολογικές ζωές/μετρημένες λύπες/υπάρχουν μόνο/και μυστικά /του ενός…/). Η θεματική της ποιήτριας είναι διαχρονική, οι στίχοι εύθραυστοι, που διαδηλώνουν πόσο εύθραυστη είναι η ανθρώπινη ψυχή, καθώς και «πόσο φαύλος κύκλος» είναι αυτή, ειδικά όταν η αλήθεια μπλέκεται συνεχώς με το ψέμα.

Η μνήμη(« […]μήτε να ζήσω/μπορώ/μήτε να ξεχάσω», Οβολός, σελ.99), τα γηρατειά, η ματαίωση, η Φύση, ο χρόνος ([…] ο χρόνος/δεν έχει ακόμα/αρχίσει να μετρά/έχει μασκαρευτεί/και αυτός/σε αιωνιότητα…/[…], Απόκριες, σελ.67», ο έρωτας ([…] τα βράδια /σαν άλλη Πηνελόπη, σβήνω/σειρά σειρά/το ημερολόγιο καταστρώματος/δεν βρήκα ακόμη/προορισμό να με προσμένεις […] Προορισμοί, σελ. 70-71),το Όνειρο, η μοναξιά ([…] καμιά αιωνιότητα/που να χωρά/στα ανθρώπινα,/καμιά αλήθεια/παντοτινή/καμιά ηχώ /δυνατότερη/από την μοναξιά σου…[…], Όνειρα, σελ.60) και η απώλεια είναι κυρίως τα θέματα που την απασχολούν. Ξεχωρίζουν για την οικονομία και την αλήθεια τους του τα ποιήματα: Όσο, Μυθολογίες, Απογοητευμένο, Κρυφτό, Ευκαιρίες, Σαν.

1 σκέψη για το “ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΜΕΝΔΡΙΝΟΥ”

  1. γειά σου Κατακόκκινε με τα ωραία σου
    όχι θέλω να πω παρουσιάζεις μεγάλη ποικιλία

    τις κριτικές βέβαια δεν τις διαβάζω

    είναι η ίδια πατάτα
    η ίδια σαλάτα

    εκθειάζουμε αλλά προσθέτουμε και μερικές εξωτικές σάλτσες για να μην καταλαβαίνει ο άλλος
    είναι σίγουρο οτι τουλάχιστον τα μισά απ’ αυτά τα έργα θα τα φάει η μαρμάγκα

    μου θυμίζει αυτές τις αναλύσεις/στοχασμούς του Ευγένιου Αρανίτση που διαβάζαμε πριν δέκα και πλέον χρόνια
    όπου κανείς δεν καταλάβαινε τι έλεγε αλλά θεωρούνταν σύμβολο διανοουμενικότητας

    σε κάποιο σημείο έλεγες να τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω τι θέλει να πει

    αλλά στο τέλος μηδέν
    ήταν μιά ευχάριστη εγκεφαλική εργασία, τουλάχιστο όχι αρνητική

    τώρα βέβαια καταλαβαίνουμε οτι όλα αυτά ήταν μιά μεγάλη απάτη

    εγώ θα έλεγα και όχι άλλα φαρμακεία

    αλλά αυτό πάει στην αοιδό μας εδώ πέρα

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *