ΠΟΠΗ ΑΡΩΝΙΑΔΑ

Η Πόπη Αρωνιάδα γεννήθηκε στο Λημέρι Ευρυτανίας.Σπούδασε λογιστικά για βιοποριστικούς λόγους, όμως την κέρδισε ολοκληρωτικά η ποίηση. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στον χώρο των ΜΜΕ έως ότου συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα για λόγους υγείας. Ποιήματά της δημοσιεύονται στα περιοδικά «Εύλογον», «Πνευματική Ζωή» και στις επιθεωρήσεις λόγου και τέχνης «Ύφος», «Δέκατα» και «Ποιητικά», «Απόπλους» και σε ανθολογίες ποίησης.
Στα ποιητικά της βιβλία συγκαταλέγονται: Ωμό Φως (2009), Μυσταγωγία (2013 Ποιήματα των Φίλων ), Στεναγμοί Ανατολής (2014 Ποιήματα των Φίλων , συλλογή χαϊκού), Ιστοί βαθιάς αλήθειας (2015 Γαβριηλίδης ), Ουλές / Scars (2016 Το Ροδακιό , δίγλωσση ποιητική συλλογή μεταφρασμένη από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, βρέθηκε στη δεκάδα των βραβείων Public από τους αναγνώστες), ΡΟΚΕ (2019 Το Ροδακιό ). Έχει κυκλοφορήσει επίσης το μυθιστόρημά της Οι Δίδυμες (2018 Το Ροδακιό ). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, πολωνικά, ενώ έχει λάβει διακρίσεις και βραβεία σε ποιητικούς διαγωνισμούς, όπως το 2ο βραβείο στον 30ό Παγκόσμιο Διαγωνισμό ποίησης Premio Nosside 2014 στο Reggio Calabria της Ιταλίας. Είμαι μέλος του Δ. Στου Κύκλο Ποιητών.

.

.

ΡΟΚΕ (2019)

ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

VIII 

…δεν έβαλα
κουρτίνα στο παράθυρο
η αντηλιά κρύβει καλά
σκληρών γονιδίων χαρακιές
σε τόσες απόπειρες ζωής
δε χρειάζονται
σούρες ειλικρίνειας
για να φυτέψω
ένα κερί στα σκέλια
τη μήτρα του μυαλού μου
να φωτίσει το πρώτο σούρουπο
πεσμένη μπρούμυτα σε δρύινη σάρκα
μετρώ αγκαθωτές ατέλειες
και ρόζους
δίνοντας νόημα στη ζωή ευτυχώς,
δεν έβαλα κουρτίνα
στο παράθυρο
λένε πως παύεις να υπάρχεις
αν κανείς δε σε βλέπει
φλέγομαι να θαφτώ γυμνή
να είμαι ολόκληρη ορατή…

ΕΝΤΕΛΩΣ ΓΥΜΝΗ

 *  *  *

XXXVI 

…πάλλονται πάνω μου
χιλιάδες μάτια
φθονώντας τη δυνατότητα
να μεταμορφώνομαι
σε χάντρα
με μια τρύπα στο κέντρο
του κάθετου άξονά μου
Έχω δεδομένη
την αλλαγή χρωμάτων
γονιδιακή κληρονομιά
απ’ το ιριδίζον
γάλα της μάνας μου
αναπηδώ στο βλέμμα τους
συμπονώ τη ζήλια τους
η στρογγυλή μου διάσταση
κυλά ελεύθερα
χοροπηδώντας
απ’ όροφο σε όροφο
σε δρόμους, σε πλατείες
Υπήρξα παρ’ ολίγον
αυτόχειρας
εισρέοντας
στο πεπτικό σύστημα
ενός παιδιού
καθώς το ξεγέλασα
με τη λαχταριστή μου ύπαρξη
μη φτάσετε στο σημείο
να χλευάσετε
την ολοστρόγγυλη
κάθετη τομή μου
υπογραμμίζει ιδανικά
βιωματική σοφία
ένα ευγενές τάμα…

ΜΙΑ ΤΡΥΠΑ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ

*   *   *

XXVI 

…τσουγκρίζω το ποτήρι
στον καθρέφτη
πίνω στα κύτταρα
της πρώτης ύλης
γράφω σύμβολο πίστης
για τη μοίρα των προνομιούχων
αθώα γυμνή
χωρίς το παραλήρημα των ρούχων
ορίζομαι εκάστοτε από στόματα
σφυρίζοντας αδιάφορα
κάτι παλιά κομμάτια
γλυκά παράφορα
Παίξτε κομπάρσοι
αλλάξτε κοστούμια στους νεκρούς σας
φυτέψτε τους
κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
ποτίστε τα κόκαλα
ν’ ανθίσουν οι ψευδαισθήσεις
εγώ ποτίζω τη δική μου
χαίρε λοιπόν ελευθερία
δεκτό το βέλος του δικαιώματος
στο χορό των χερουβείμ…

ΧΑΙΡΕ ΦΑΡΕ ΦΩΤΕΙΝΕ

.

ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ ΖΩΗΣ

XV 

…ακούγεται η προσταγή
Ακίνητη, μην αναπνέετε
Έστρωσα ένα χειμώνα
στο δάπεδο του μυαλού μου
τεντωμένη πια
η λευκή ζωή μου
σε ροζ πιατέλα σερβίρεται
μονάχα σε σκαθάρια
στα ηχεία ακούγονται
σφυροκοπήματα
ανέμων στεντόρειων
φέρνουν σκουπίδια στα μάτια
μυρμήγκια παρελαύνουν
γύρω απ’ τον αφαλό
στο στόμα λιώνει
αφρός πανάκριβης τρούφας
Αναπνεύστε κανονικά
μόλις ολοκληρώθηκε…

ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ

*  *  *

XLVI 

…μακραίνω παράφορα
στον απέναντι τοίχο
σκιά ανατολής
φορτωμένη γαλάζιες ελπίδες
η φαντασία έσβησε δειλά
αφήνοντας στα χέρια μου
πολύχρωμο το σπέρμα της
Η κατάρρευση δεν είναι απαραίτητη
η συντριβή μπορεί να είναι
το κατρακύλισμα στην παραίτηση
Ίσως αύριο προλάβω
ν’ ανοίξω το παράθυρο στις πανικόβλητες μύγες
που κολλάνε στο τζάμι…

ΙΣΩΣ ΑΥΡΙΟ

 *  *  *

ΧΧΙΧ 

…άσπρισαν τα μαλλιά μου
προσμένοντας
το καθ’ ομοίωση
καβάλα σε ξερολιθιές
θρόος φωτεινός
χορεύει μέσα μου
ο Θεός
ήχοι τριβής
χωρίς αφή
σκόρπιες συλλαβές
ποιήματος αχανούς
ξεβράζονται
στις αμμουδιές
τα βάθη μου
χρόνια σκίζω
να βρω ρυθμό
επίθετο
ρήμα
ουσιαστικό
Παντού γύρω μου
άνθρωποι χαοτικοί
πομπές και θαύματα
καιροί σαθροί
αθώοι πάντα
ο ο ποιητές
ραδιουργούν
πάνω σε τοίχους βρώμικους
Το ξιπόλητο
αν είναι γραφτό
θέλω να πιάσω
πλεόνασμα αξιοπρέπειας
σεβαστό…

ΤΕΛΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ

.

ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ

XXXIV 

…τις ηλιόλουστες
μέρες του χειμώνα
οι τυφλοί
ανεβαίνουν στις στέγες
συλλέγουν τις ακτίνες μία – μία
στις τσέπες τους τις χώνουν
αρχίζουν τότε το τραγούδι
αναζητώντας
μια μάνα παρθένα
στη μήτρα, απ’ τα μάτια της να μπουν
να γεννηθούν ξανά την άνοιξη
αρχίζοντας να ψάχνουν
στις άκρες του δρόμου
το νόμισμα που κάποτε έχασαν
αναζητώντας και πάλι…

ΕΛΠΙΔΑ

 *  *  *

XVI 

…οι αξιόλογοι
προσκεκλημένοι
γεννοβολούν παντού
αυγά μόνο με κρόκο
αναζητώντας
αμνιακό υγρό
για την εκκόλαψη
στο μυαλό
στα σπλάχνα
στη μήτρα των λαών
Ντύθηκα
χειμωνιάτικος ουρανός
στρώνοντας στωικά
ψυχρή πάχνη
ξάστερου ουρανού
παγώνοντας
τις ψυχές των αρχηγών
γκρέμισα σύνορα
απλώνοντας τους κρόκους
να τραφούν
πεινασμένα πουλιά
να μη χαθεί
η γενιά τους
Έπειτα χαμήλωσα
στρώθηκα αντάρα
ακούμπησα λόφους
απλώθηκα παντού
διάφανο νάιλον έγινα
μέχρι να πνίξω επιλεκτικά
όλους τους ετοιμοπόλεμους
στρατούς
του κόσμου ετούτου
στον ύπνο τους…

ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΔΕΙΠΝΟ

 *  *  *

VII 

…πάλλεται φλέβα νερού
αν αιμορραγήσει θα πνιγώ
έβαλα βιαστικά λεβάντα
στην γκαρνταρόμπα
με τις αναρίθμητες
μεταμφιέσεις
στ’ ασπρόρουχα
της αφόρετης προίκας
έριξα πάνω μου
άφθονο νερό
ξεπλένοντας άδοξες Κυριακές
και χύθηκα στους δρόμους
παντού ταμπέλες
πρώτη μπροστά μου αριστερά
απαγορεύεται η είσοδος
λεωφόρος Παρελθόντος
δημοτικό Κοιμητήριο
στο βάθος
σε πλαίσιο πολυγωνικό
οδός Μέλλοντος
με κόκκινο θαυμαστικό στο κέντρο
νά κι η μικρή οδός Ελπίδος
η οδός Αγωνίας πιο κει
δεξιά πάροδος Χαράς
μ’ ερωτηματικό
σκίρτησα μέσα μου
φτάνοντας στην οδό Θαυμάτων
μέσω γέφυρας
Αλλόκοτης διάταξης Ονείρων
έβαλα κραγιόν αρωματίστηκα
κι αποφάσισα
ν’ ακολουθήσω
τις επιγραφές…

ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΔΙΑΣΤΑΥΡΩΣΗ

.

ΟΜΦΑΛΙΟΣ ΛΩΡΟΣ

ΧVII 

…μέρα
γένους θηλυκού
νερά
κι αέρηδες
γεννά
ήλιους
και στρείδια
ανάμεσα
από δυο μηρούς
το στόμα της
αστέρευτη πηγή
του χαμαιλέοντα τα μάτια
στη μήτρα φυτεμένο
άγνωστο φυτό
που αφήνει ρίζες
ανάμεσα
σε πικροδάφνες
δόντια κοράλλια κοφτερά
νύχια γεμάτα χώμα
ιδρώτα και κύτταρα νεκρά
δίνει και χάδια τρυφερά
από μανάδες κι εραστές
λίγο πριν δύσει
απλώνει αιδοίο
ετοιμόγεννο
κοχύλι ζωντανό
γεμάτο
άμμο κι αλμύρα
πλημυρισμένο
ζωή κι ελπίδα…

ΟΛΟΓΥΜΝΗ ΜΕΡΑ

 *  *  *

XXVII 

…ζωγράφισες το φόρεμα
κι ένα ζευγάρι γόβες
εκεί σταμάτησες
έκλαψες
έκλαψες πολύ
τα μάτια θόλωσαν
άρπαξες το πινέλο
έκανες τα μαλλιά μου
κύματα
τα μάτια μου δυο αστέρια
τα χείλη έβαψες
με μια σταγόνα αίμα
για το λαιμό μου όρισες
ένα ουράνιο τόξο
τα χέρια μου
ορθάνοιχτη αγκαλιά
Δυο κομμάτια ρίζες
φύτεψες μες στις γόβες
άυλη
καθώς μ’ ήθελες
έγινα της θάλασσας
ανάλατο τραγούδι
γκρίζα ελπίδα
επαναπατρισμού
από την ξενιτιά σου
οι χήρες κόρες
των ματιών σου
σε πλήρη διαστολή
έπιασαν
παλλόμενη αρτηρία
στο λαιμό μου…

ΣΤΟΝ ΕΠOMENO ΤΟΝΟ ΣΑΡΚΩΘΗΚΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

 *  *  *

XXII 

…σου μιλάω
για γαλάζια
πράσινα άλογα
για κόκκινους πειρασμούς
κι αύρες χλωμές
σου λέω για τις φλέβες μας
τις κοινές, τις θρομβωμένες
από αδυσώπητες
πράξεις ιατρικές
για την απουσία ανέμου στα πανιά
και γελάμε πίνοντας
απ’ το ίδιο κιούπι μούστο
ακούμε στο κοχύλι
το σφύριγμα του ωκεανού
φουντώνοντας
στα ρίγη του χειμώνα
φοράμε μάσκα
για τη γύρη της άνοιξης
συστολή κι αγωνία
μη φανούν τα σημάδια του κορμιού
στις παραλίες του καλοκαιριού
απ’ τις απαράμιλλες μάχες
στα πέντε αλώνια
και συνεχίζουμε δυνατά
σβήνοντας μέρες
στο ημερολόγιο του τοίχου
ενώ βρισκόμαστε
στη γλυκιά παραζάλη της νίκης
μέχρι κάποια στιγμή σου δείχνω
το βάθος του ορίζοντα
όπου καραδοκεί αιθρία
και λέμε με μια φωνή
στην υγειά μας…

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ

.

.

ΟΙ ΔΙΔΥΜΕΣ (2018)

“Οι Δίδυμες”, διεισδύει στις σκοτεινές πλευρές, στους προβληματισμούς και στις ανησυχίες της σύγχρονης γυναίκας και παράλληλα στηλιτεύει κάθε κοινωνική αδικία και καταπίεση. Σε ένα μικρό χωριό στην Εύβοια, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μια ανήλικη, ορφανή, κωφάλαλη και πανέμορφη κοπέλα πέφτει θύμα άγριου βιασμού και ξυλοδαρμού.

Μένει έγκυος και λόγω επιπλοκής κατά τη διάρκεια της γέννας των δίδυμων κοριτσιών της χάνει τη ζωή της. Στις δύο ιστορίες που εκτυλίσσονται στο βιβλίο και κινούνται παράλληλα παρακολουθούμε από τη μία την πορεία των διδύμων και από την άλλη αυτήν της κεντρικής ηρωίδας, της Ελευθερίας, που γράφει το δικό της βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο.

Η συγγραφέας, με γραφή βιωματική, φέρνει στην επιφάνεια γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωής της Ελληνίδας γυναίκας από τη μετεμφυλιακή περίοδο μέχρι σήμερα και αναδεικνύει την αλήθεια της, βγάζοντας στην επιφάνεια τις βαθύτερες αιτίες, αφού πιστεύει πως μόνο η ανάγνωση, η επίγνωση και η γνώση μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστική αντιμετώπισή τους.

Απόσπασμα Σελ. 172-177

Η νιότη έβραζε μέσα μου. Τα καταπιεσμένα αισθήματα αναδεύονταν και ζητούσαν απεγνωσμένα να βγουν στην επιφάνεια. Συνδύαζα εύκολα δουλειά, διάβασμα και διασκέδαση με παρέες της ηλικίας μου. Ποθούσα να ζήσω έντονα, ν’ αποκτήσω όσο το δυνατόν περισσότερες εμπειρίες. Άρχισε να αχνοφέγγει μια ελευθερία, ένα δικαίωμα για ανθρώπινη ζωή. Αλησμόνητη μένει η πρώτη φορά πού πήγα διακοπές. Με είχε καλέσει ή μοναδική φίλη μου να πάω στο νησί της. Με την Άννα βιώναμε παρόμοιες καταστάσεις, μπορούσε να καταλάβει πολλά πράγματα απ’ τη ζωή μου.

Τί χαρά, τί φως πλημμύρισε την καρδιά μου σ’ αυτές τις διακοπές.
Η ξεγνοιασιά, ο ύπνος, το ξενύχτι στα μπαράκια, η θάλασσα. Η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα ούτε καν κολύμπι. Έπαιζα με το νερό σαν μικρό παιδί. Τσαλαβουτούσα, προσπαθούσα να επιπλεύσω, η Άννα μου έδειχνε, εγώ έπιανα πάτο κι εκείνη έσκαγε στα γέλια.

Το πατρικό και τους γονείς μου επισκεπτόμουν μια φορά το χρόνο και για λίγες μέρες. Προσπαθούσα να τους δείχνω σεβασμό κι αγάπη, κυρίως στη μάνα μου. Την αγαπούσα και τη συμπονούσα πολύ. ‘Όσο για τον πατέρα μου, δεν μπόρεσα ποτέ να τον πλησιάσω όσο θα ήθελα. Είχα ανάγκη τη σιγουριά της αγκαλιάς του, άλλα δεν έγινε ποτέ. Σ’ αυτό φταίω κι εγώ. Δεν πάλεψα αρκετά.

Στην ουσία ο πατέρας μου ήταν ένας καλός άνθρωπος. Ποτέ δεν έβλαψε και δεν κακολόγησε κανέναν, μόνο τον εαυτό του και την οικογένειά του έβλαπτε, όχι ηθελημένα, αλλά επιτρέποντας στο πάθος του για το ποτό να παίρνει το πάνω χέρι. Πόσο μεγάλα και σοβαρά προβλήματα χρειάστηκε ν αντιμετωπίσω και να λύσω μόνη μου. Πόσες φορές είχα την ανάγκη τους, πόσες φορές τους οίκτιρα που επέλεξαν να ζουν ήσυχοι στο μικρόκοσμό τους χωρίς να προσφέρουν ούτε καν αυτά που ήταν υποχρεωμένοι. Τους αγαπούσα με μια αγάπη δεδομένη. ’Ίσως η φύση έχει προβλέψει και γι’ αυτές τις περιπτώσεις.
Τώρα η προτεραιότητά μου ήταν να φτιάξω τη ζωή μου όπως ήθελα. Είχα τη δουλειά μου, ένα μικρό διαμέρισμα. Μου έφτανε μια χαρά. Πορεύτηκα μερικά χρόνια σε φυσιολογικούς ρυθμούς, δούλευα, διασκέδαζα, φλέρταρα κι έβγαινα με αγόρια, αλλά κανένας δεν κατάφερε να με κάνει ν’ αφεθώ. Είχα φτάσει είκοσι χρόνων και ήμουν ακόμα παρθένα. Είχα σκληρύνει μέσα μου και δε χαλάρωνα για να ζήσω τον έρωτα.

Μια μέρα στη δουλειά ένιωσα ένα δυνατό πόνο στα μάτια και η δράση μου μειώθηκε στο ελάχιστο. Τρομοκρατήθηκα. Οι εργοδότες μου έδωσαν αμέσως εντολή να μεταφερθώ με αυτοκίνητό της εταιρείας στο πλησιέστερο νοσοκομείο που εφημέρευε. Με πήγαν στα επείγοντα, όπου με υποδέχτηκε ο
οφθαλμίατρος όταν έφτασε η σειρά μου. Κράτησε ιστορικό, έκανε λεπτομερέστατη οφθαλμολογική εξέταση και σύστησε αξονική για να ελεγχθεί το πίσω μέρος του ματιού, μήπως υπήρχε κάποιος όγκος ή κάποιο θέμα με το οπτικό νεύρο. Λόγω του νεαρού της ηλικίας μου έπρεπε να εξεταστεί κάθε
ενδεχόμενο.

«Μη φοβάσαι», μου είπε ήρεμα. «Θα κάνουμε μια τομογραφία ν’ αποκλείσουμε τα χειρότερα και θα συνεχίσουμε.»

«Μα, τι έπαθα ξαφνικά, δεν είχα ποτέ πρόβλημα με τα μάτια μου. Θα πονέσω, μ’ αυτά που θα μου κάνετε;» ρώτησα φοβισμένα.

«’Όχι, να είσαι σίγουρη πως δε θα πονέσεις στα χέρια μου, αρκεί να χαλαρώσεις και να μ’ εμπιστευτείς.»

Για λίγο μου πέρασε από το νου ότι μπορεί να τυφλωθώ και μ’ έπιασε πανικός. Αυτό δε θα το άντεχα. Με την ολοκλήρωσή της αξονικής, ηρέμησα αρκετά γιατί δεν έδειξε κάτι ανησυχητικό, σύμφωνα με τα λεγάμενα του γιατρού. Έπρεπε τώρα να συνεχιστεί ο έλεγχος να δούμε τι προκαλεί αυτή
την ανωμαλία.

«Πως σε λένε;» με ρώτησε.

«’Ελευθερία», απάντησα. «’Εσάς;»

«’Εμένα με λένε Θάνο. Λοιπόν, ’Ελευθερία, έχουμε πολλή δουλειά. Θα με βοηθήσεις να κάνουμε κάποιες εξετάσεις, που είναι αρκετά δύσκολες, γι’ αυτό θέλω τη συνεργασία σου.»

«’Αν είναι να γίνω καλά, θα κάνω ό,τι μου πείτε.»

«Έχεις περάσει κάποιο έντονο στρες τελευταία; Θέλω να ξέρω για να σου δώσω κάτι να χαλαρώσεις. Μπορεί αυτό από μόνο του να βοηθήσει, ώστε ν’ αρχίσεις να βλέπεις. Βέβαια, θα κάνουμε εξονυχιστικό έλεγχο, γιατί είσαι μικρή κοπέλα.»

«Όχι, δεν πέρασα κάποιο έντονο άγχος τελευταία. Τώρα, αντίθετα, η ζωή μου είναι πολύ καλύτερη. Όμως στρες, αγωνία και πόνο είχα όλα τα χρόνια από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Δεν είχα εύκολη ζωή. Αλλά τι σας ζαλίζω τώρα!»

«Αυτά που σε ρωτάω έχουν σημασία στην ιατρική. Η παραμικρή λεπτομέρεια μπορεί να μας βοηθήσει να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα. Θα σου κάνω μια μικρή ένεση που θεωρώ πως είναι απαραίτητη. Είσαι γενναίο κορίτσι, δε νομίζω να φοβάσαι.»

«Φοβάμαι, αλλά τι να κάνω.»

«Είσαι μόνη σου εδώ;»

«Όχι, έξω είναι μια συνάδελφος που με συνόδευσε, θέλετε να τη φωνάξω;»

«Πρέπει να ειδοποιηθούν οι δικοί σου, θα γίνει εισαγωγή. Έκτος αυτού αύριο θα κάνουμε και μια σειρά εξετάσεων να δούμε τι ακριβώς προκάλεσε το πρόβλημα.»

«Μένω μόνη μου, οι γονείς μου είναι μακριά, στο χωριό. Θα ειδοποιήσω αργότερα τον αδερφό μου.»

«Καλά, θα ενημερώσω αργότερα τη συνάδελφό σου που σε συνοδεύει, να ενημερώσει κι εκείνη με τη σειρά της την εταιρεία. Θα θέλει κι αυτή να πάει στο σπίτι της.»

Ετοίμαζε τη σύριγγα όσο μιλούσε και χωρίς καθόλου να με προετοιμάσει ιδιαίτερα, μου έβαλε τη βελόνα στο μπράτσο. Η αλήθεια είναι πως δεν πόνεσα ιδιαίτερα.

«Τώρα θα ξαπλώσεις εδώ», μου λέει δείχνοντας ένα στενό κρεβάτι, μάλλον φορείο. Κατόπιν, τράβηξε ένα παραβάν με ρόδες για να μη φαίνομαι.

«Ηρέμησε, να ενεργήσει το φάρμακο, να δω κι εγώ κάποιους ασθενείς που περιμένουν και μετά θα κάνουμε ένα μέρος του ελέγχου σήμερα και τα υπόλοιπα αύριο. Αν νιώσεις νύστα δεν πειράζει, κλείσε τα μάτια σου, χαλάρωσε, ακόμα και να κοιμηθείς δεν πειράζει.»

Κάποια στιγμή, ο γιατρός τράβηξε το παραβάν και με ρώτησε πως αισθανόμουν.

«Νύστα κι έντονη χαλάρωση», απάντησα.

«Άνοιξε τώρα σιγά-σιγά τα μάτια σου και πες μου αν βλέπεις καλύτερα από πριν η το ίδιο.»
Άνοιξα τα μάτια μου και με δυσκολία εστίασα στο πρόσωπό του, στα μεγάλα, καταπράσινα μάτια του.
«Βλέπω πολύ καλύτερα, σχεδόν καλά», του είπα με χαρά. «Είδα το πρόσωπό σας και τα μάτια σας.»

«Ελπίζω να μη σε απογοήτευσα», είπε γελώντας, ικανοποιημένος για την αρχική του διάγνωση, αλλά και για το αποτέλεσμα της ένεσης.

«Κάθε άλλο, δεν έχω ξαναδεί, πραγματικά, τόσο πράσινα και τόσο έντονα μάτια.»

Απ’ τη στιγμή που τα πρωτοαντίκρισα, εκείνα τα μάτια σφηνώθηκαν στο μυαλό και την ψυχή μου. Πραγματοποιήθηκε μέσα μου μια αναπάντεχη, πρωτόγνωρη έκρηξη, τόσο γλυκιά. Το μόνο που ζητούσα διακριτικά ήταν να ξανασυναντηθούν τα μάτια μας. Οι χρονοβόρες και ενοχλητικές εξετάσεις
συνεχίστηκαν. Έγραψε ένα χαρτί για να γίνει η εισαγωγή και ενα να το δώσω στη συνάδερφο για την εταιρεία και μου τα έδωσε να τα τακτοποιήσω.

«Σας ευχαριστώ πολύ για όσα κάνατε για μένα», είπα. «Θεωρείτε ότι δεν υπάρχει κάτι σοβαρό στα μάτια μου;»

«Μη νομίζεις πως τελείωσες τόσο εύκολα μαζί μου», αστειεύτηκε. «Μέχρι τώρα δεν είδα κάτι ανησυχητικό. Θα συνεχιστεί ο έλεγχος αύριο.»

Βρέθηκα σ’ ένα μικρό θάλαμο με τέσσερα κρεβάτια. Τρεις μεγάλες κυρίες χειρουργημένες με καταρράκτη καταλάμβαναν τα υπόλοιπα. Το δικό μου ευτυχώς ήταν κοντά στο παράθυρο. Ήταν αρχές του καλοκαιριού. Ξάπλωσα όπως ήμουν με τα ρούχα πάνω απ’ το στρωμένο κρεβάτι κι έκλεισα για
λίγο τα μάτια μου. Σαν πίνακας ζωγραφικής πάνω στα κλειστά μου βλέφαρα το πρόσωπο και τα μάτια του. Εκείνα τα υπέροχα μάτια, που όμοιά τους δεν είχα δει ποτέ.

Πέρασε μια νοσοκόμα για τη νοσηλεία και μας ανακοίνωσε να μην απομακρυνθούμε από το θάλαμο γιατί θα περάσουν οι γιατροί. Έβγαλα απ’ την τσάντα μου μια χτένα, έφτιαξα όπως μπορούσε καλύτερα τα μαλλιά μου, έβαλα ένα πολύ απαλό κραγιόν στα χείλη μου και περίμενα.

Οι γιατροί μπήκαν στο δωμάτιο. Ο διευθυντής και άλλοι τρεις ειδικευόμενοι. Πήγαιναν από κρεβάτι σε κρεβάτι και τον ενημέρωναν για την πορεία κάθε ασθενούς. Στο τέλος έφτασαν και στο δικό μου κρεβάτι.

«Τι έχει εδώ η όμορφη μας;» ρώτησε ο διευθυντής.

Ο Θάνος του εξήγησε την κατάστασή μου και για ποιο λόγο έκρινε απαραίτητη την εισαγωγή μου.

«Τυχερός είσαι», τον πείραξε. «Μετά από τόσους καταρράκτες σου έτυχε και μια ωραία κοπέλα.»

’Εκείνος έδειξε μια συστολή, για λίγα δευτερόλεπτα, αλλά απάντησε με χιούμορ: «Είμαι τυχερός πραγματικά. Η κοπελιά μας, μάλλον δεν έχει κάτι σοβαρό και βλέπει καλύτερα κι από εμένα. Αύριο θα ολοκληρωθεί ο κύκλος των εξετάσεων και θα πάει στο σπίτι της.»

Προχώρησαν προς τον επόμενο θάλαμο. Πριν φύγουν κοντοστάθηκε και μου είπε:

«Σε καμιά ώρα θα έχουμε τελειώσει, έλα από το γραφείο να πάρουμε την πίεση στα μάτια σου η και αργότερα, θα είμαι όλο το βράδυ εδώ, εφημερεύω σήμερα.»

«’Εντάξει, σας ευχαριστώ, θα έρθω», απάντησα δειλά και σεμνά.

Μέσα μου χοροπηδούσα από χαρά. Τώρα που τον είδα στο φως και με την όρασή μου βελτιωμένη, μου άρεσε ακόμα περισσότερο. ‘Όμως δεν τολμούσα ούτε να σκεφτώ ότι θα υπάρξει η παραμικρή ανταπόκριση. Ήταν η δεύτερη φορά στη ζωή μου που δεν ήθελα να φύγω απ’ το νοσοκομείο. Πέρασε μιάμιση ώρα. Πλησίασα δειλά προς το γραφείο. Χτύπησα και μόλις άκουσα τη φωνή του να λέει «περάστε» άνοιξα και μπήκα.

«Έλα», μου είπε γλυκά, ((σε περίμενα. Ανησύχησα, μήπως το ξέχασες, αφού πέρασε τόση ώρα.»

«Μα μετά από μία ώρα μου είπατε.»

«Δίκιο έχεις, εγώ τελείωσα νωρίτερα και σε περίμενα.»

Τα λόγια του μ’ έκαναν ευτυχισμένη. Περίμενε κι αυτός, όπως κι εγώ, να περάσει η ώρα. Μου πήρε την πίεση στα μάτια.

«Τελειώσαμε, δε σε ταλαιπώρησα πολύ;»

«’Εντάξει δεν το λες κι ευχάριστο», προσπάθησα ν’ αστειευτώ σκουπίζοντας με το χαρτί που μου έδωσε τα δακρυσμένα απ’ την εξέταση μάτια μου. «Είναι όλα εντάξει; Μπορώ να διαβάσω ένα περιοδικό να περάσει η ώρα, γιατί εκεί μέσα με τις κυρίες θα δυσκολευτώ πολύ;»

«Ναι, μπορείς να διαβάσεις κάτι, χαλαρά. Αργότερα κατά τις έντεκα, επειδή θα έχω κι εγώ το ίδιο πρόβλημα, δε θα περνάει η ώρα, αν θέλεις έλα να καθίσουμε στο γραφείο. Ευτυχώς, μπόρεσα και κοιμήθηκα τρεις ώρες το απόγευμα για να τα βγάλω πέρα στην εφημερία.»

«Εντάξει, μπορεί να έρθω, ευχαριστώ και πάλι για όλα.»

Τι «μπορεί να έρθω»; Απορώ ακόμα και σήμερα με την ψυχραιμία μου. Ήταν απόλυτα σίγουρο ότι θα πήγαινα. Ένιωθα ότι δε βρέθηκα εκεί μέσα σαν ασθενής, αλλά επειδή είχα ραντεβού με τη μοίρα. Είναι τα παράξενα παιχνίδια που σκαρώνει η ζωή. Δεν είχα αισθανθεί ποτέ άλλοτε έτσι για κάποιον άνθρωπο.

.

ΟΥΛΕΣ (2016)

ΟΥΛΕΣ

«Εισελθέτωσαν ύδατα έως ψυχής μου.»
Στη γλώσσα μου
μετενσαρκώθηκα
μακριά, φιδίσια
γλίστρησα γλυκά
ανάμεσα στις ρίζες
ακουμπώντας άθελα
φρέσκια ουλή
από βγαλμένο δόντι
πλημμυρίζοντας αλμύρα
ματωμένης απώλειας.
Εισχώρησα αργά μέσα μου,
η καρδιά παιχνιδιάρα
γουργούρισμα αγριοπερίστερου
μπροστά σε σπόρους,
παίζω μαζί της
σαν μωρό σκυλί
που ικανοποιείται
απ’ την επανάληψη.
Γλείφω περιμετρικά
το σημείο εκκίνησης,
τη σκοτεινή μήτρα
άπραγη πια, πέτρινη,
άχρηστος παλιός ασκός.
Έρπω γλιστρώντας
στην κομμένη ανάσα
πέφτω στο κενό
της έλλειψης μισού πνεύμονα,
τον ρούφηξε δράκος
απ’ άνοιγμα είκοσι δύο εκατοστών
στην πλάτη, ανάμεσα στα πλευρά.
Στέγνωσα απ’ την περιπλάνηση.
Ως τίμια γλώσσα
βούτηξα να λιπανθώ
στα ύδατα της ψυχής μου.

ΛΥΚΟΙ

Λυκοφίλημα
με πανσέληνο
στα βαθιά νερά της ιστορίας
ανάμεσα σε δόντια
αραιά, ολόλευκα,
περνά ο γρίφος
της στριγκιάς φωνής του αίματος.
Ούρλιαγμα οικείο,
ανατριχιαστικό,
μέσα μου επεκτείνεται
ψάχνοντας διέξοδο λυτρωτική.

Τα πρόσωπα γυαλόπετρες
λαμποκοπούν
σκυφτά
ψάχνουν αψέντι
ανάμεσα στα χορτάρια.
Εγώ το βρήκα
στην άκρη της καρδιάς
μαζί με τη χολή σταλάζει
απλώνοντας
ελεύθερη άσκηση
ικανοτήτων στο κενό.

Απ’ τα μάτια του μαγεμένη
τα στιλπνά και διεισδυτικά
κόκαλα σπάζουν.
ενέχυρα μνήμης
στοργικής αγρύπνιας
που τη φοβούνται
όσοι φοβούνται να υπάρξουν.

Το φιλί του λύκου
γλυκό κι ερωτικό
στεφανώνομαι μαζί του
ένα ουρλιαχτό,
γιατί όλα είναι αντίλαλος.

ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ ΓΥΜΝΟ

Άναρχο αστέρι
με φωτοστέφανο
ένα σίγμα
χάραξε τον ουρανό
να τον πονέσει
για την πτώση.
Το σώμα του
έπεσε απαλά
στα μάτια μου
μάρτυρα μ’ έκανε
λίγο πριν γίνει
υπέρτατο μηδέν.
Με χυμένα τα σπλάχνα
στο σκοτάδι
όδευε σ’ ένα θάνατο
από πάθος
νικώντας την ανυπαρξία.
Ομολογώ πως
με συγκίνησε.
Του χάρισα τότε
μιαν ευχή βουβή
πάνω σε άλγη.
Ούτ’ ένας λυγμός συγκίνησης.
Συνέχισε να πέφτει
κουρελιασμένος μύστης
αλλόκοτης θρησκείας.
Άφησε
τα μάτια μου γλυκά,
πέταξε
απ’ το σώμα του το σίγμα,
άρπαξε
σαν σκυτάλη
ένα χι απ’ το χρέος μου.
Κι έγινε
μπροστά μου χώμα.

ΜΑΧΑΙΡΙΑ ΚΙ ΑΣΤΕΡΙΑ

Ακόρεστη η ψυχή
για καινούριους ορίζοντες
πετάει αντάμα
με δροσερά πνεύματα
απογευμάτων.
Πέτρα πολύτιμη
το μίσος έγινε
καθώς πίσω ρίχθηκε
μακριά απ’ την είσοδο
του λαβυρίνθου.
Μονήρης πορεύεσαι
εαυτέ μου,
εχθρέ σκληρότατε.
Ρίξε στους ανέμους
τ’ αγκάθια σου
και βύζαξε γάλα ζεστό
απ’ τους μαστούς
των σύννεφων
να γαληνέψεις.
Την αλήθεια νυμφεύτηκες
πυρωμένη κι εκτυφλωτική,
αποδεχόμενος
τη ρετσινιά του τρελού
αναίμακτα,
σεργιανίζοντας κάτω
από ουράνια τόξα.
Καρπός ώριμος
τώρα κυλάς
ανάμεσα στις δολοπλοκίες
του λαβύρινθου,
στοχεύοντας στην έξοδο
την αγκαλιά της αγάπης
να προσμένει εκεί
νεράιδα αέρινη
με δίχτυ στα μαλλιά
που πιάνει εξαίσια το ίδιο
μαχαίρια κι αστέρια.

ΜΥΡΩΔΑΤΗ ΘΛΙΨΗ

Κοντή θα την έλεγες
την ανάσα της ζωής μου
στο δρόμο αν την έβλεπες.
Την ακούω κλειδωμένη
σε σπίτι με εξώπορτα
περίτεχνα κυκλώπεια,
μοντέλο ζωγράφων
για πρακτική εξάσκηση.

Κρούω το ρόπτρο συνθηματικά,
μ’ εκείνο τον πόθο
για επιστροφή
της αδελφής
του νεκρού αδελφού,
ν’ ανοίξει, ν’ αγκαλιαστούμε
και να πεθάνουμε μαζί.

Κυκλωμένη απ’ όλες τις χαρές
που έλιωσαν την προδοσία
τότε που αλέκτωρ
λάλησε τρεις,
συνοδεύοντας
φέρετρο άδειο στην πυρά.

Έδεσα το σιρόπι
το γλυκό με περγαμόντο,
μοσχοβολώντας τα όνειρα
στο μάσημα.
Κρέμασα στο λαιμό
περιδέραιο από κουφέτα
με καρδιά αμύγδαλου,
έμαθα απέξω τα δασυνόμενα,
είπα πολλές φορές
να το εμπεδώσω
πως ο ιππότης
γράφεται με δύο «π»
κι ερήμην μου ένα τρίτο,
μπήκε μπροστά
στην ερημιά μου
κι έγινε «περιμένω»

Άρχισε τότε
μια γριά βροχή
χουγιάζοντας ημίκουφη
«μακρόν προ βραχέως περισπάται».
Το θαύμα έγινε.
Η βαρυσήμαντη πένα
έριξε δυο κάθετες περισπωμένες
ανάμεσα στα μάτια,
εξαίρεση στον κανόνα
ξεχνώντας τα συνώνυμα
κάθε προσχήματος.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΕ ΔΡΑΚΟ

Πρόθεση ανάβασης
στη φασολιά του παραμυθιού
ξεγελώντας
με κάλπικα φλουριά
το παιδί μέσα μου.
Θησαυρούς δεν ψάχνω
οραματίζομαι
το ασπρόμαυρα
των παραστάσεων
του ονείρου.
Ένας ασεβής ανθός
αναβλύζει,
γεμάτος φρέσκες δικαιολογίες
εισχωρώντας στις εισόδους
του σώματος,
αγγίζοντας
ευαισθησίες σιωπής
υγραίνοντας
αρνητικές εκδοχές.
Κωδωνοκρουσίες
αντιλαλούν στα φαράγγια,
ακολουθίες ψαλμών,
πόδια μετέωρα
σε καταρράκτες και βάλτους.
Ο δράκος του φόβου
ξερνάει φωτιές
γλείφουν τα μάτια μου.
Τον φτύνω με κραυγή
αλείφω το τσεκούρι
με χολή
απειλώ τη ζωή του.
Ο φόβος του δράκου
δαιμονιώδης
οσμίστηκε πλακούντα
γεμάτο μιλιούνια
όνειρα ασπρόμαυρα
αληθινά
κι έγινε ένα βάζο στάχτη
με μια σπίθα
να παραφυλάει μέσα της.

ΘΡΟΪΣΜΑΤΑ

Όνειρο πρωινό
διαπλεκότανε
στην ονομαστική του έρωτα
με μια αόριστη γενική
ουσιαστικής ουσίας,
μούδιασμα ηδονής
μέχρι το ξύπνημα.
Οίστρος ερωτικός
ένα πεσμένο αστέρι
στο γαλανό νερό.
Σταυροφορία πόθου,
πρόκληση
απ’ τα δειλά ανασηκωμένη
άκρη της φούστας,
μαγεμένος απ’ την αλητεία
της αβεβαιότητας.

Ένα ηλιοβασίλεμα
βυθισμένο σε ποίημα,
θάλασσες και νησιά
σύννεφα πορτοκαλιά,
ελαιόδεντρα όλα χαμάδια,
ξερές πευκοβελόνες,
εκείνες που αγκυλώνουν
ξεριζώνοντας
τα σπλάχνα αγριολούλουδου.

Ανασαλεύει ένας αόριστος
ερωτισμός
γελοία διαμάχη
φλόγας στη φωτιά,
ενσωματώνοντας φαντασία
δραπετεύοντας άοπλος
χωρίς λογαριασμό.
Δισταγμός στο κατώφλι
των δυνατοτήτων
πορεύεται σε δρόμο κυκλικό,
ξυπόλητα παρασυρμένος
απ’ τη μυρωδιά του αυθόρμητου.

Σάρκα αιμάτινη,
ντυμένη οστά κι επιδερμίδα,
διάβα του σκοταδιού στο φως
ταυτόχρονα αυγή και δύση,
ένα όριο, μια γραμμή,
μια ρυτίδα τεράστια
φανερή διακύμανση
ενός ουτοπικού ρίγους.

ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Φλέβα στο λαιμό διογκωμένη,
μάτια ορθάνοιχτα,
βαθιά τσακίσματα
στη μάσκα του προσώπου.
Γέννησε ο φόβος
παιδιά χωρίς φωνή,
τυφλά, παχύσαρκα.
Το χώρο απ’ το αίμα έκλεψαν,
το ’σπρωξαν στο κεφάλι
κι ο μύθος
κυλιόμενος τάπητας εκτροχιάστηκε.
Συναγερμός!
Πρέπει τα κουτάβια να πνιγούν.
Μια παρέα σιωπές
πέρασε σαν αέρας
κι η φαντασία
αλλού ήταν χαμένη.
Άγουρη η αυτοπεποίθηση
παρθένα έφηβη
δειλά του χαμογέλασε
σαν παιδί που θέλει ν’ αποδείξει,
πως δεν πόνεσε απ’ την πτώση.
Τον μπόγο του χρέους σήκωσε,
έρποντας σε σπηλιά
μ’ ορυκτό αλάτι
μόνη στην αιχμή του εαυτού της.
Θέλει να τον νικήσει.
Πόρνη αλαβάστρινη,
χείλη κόκκινα
του πρόσφερε
μέχρι το μαχαίρι να του μπήξει.
Σωριάστηκε αυτός
με τα παιδιά του αντάμα,
αργά γκρεμίστηκαν
σ’ ανθρώπινες όχθες
όταν το αντιμάμαλο
της υπεροχής του ξεψύχησε
στα πόδια μιας έφηβης παρθένας.

.

ΙΣΤΟΙ ΒΑΘΙΑΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ (2015)

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Έχει κι αυτό παλιώσει,
λέπτυνε το πάνω μέρος
απ’ το δέρμα των χεριών μου,
σωσμένο απ’ το πέρασμα
αδυσώπητου χρόνου,
διάφανο τείνει να γίνει
φαίνονται οι δρόμοι
και οι παράδρομοι της πορείας μου.

Σωσμένα κι αυτά τα νύχια
απ’ το ξύσιμο των πληγών,
απ’ το σκάψιμο στο χώμα
φυτεύοντας σπόρους ελπίδας.
Μάτωσαν ξύνοντας ψυχές
ανθρώπων που μαζί τους
πορεύτηκα,
ανακαλύπτοντας
τσίγκους σε πολλές αποχρώσεις
και κάπου κάπου ρινίσματα χρυσού.

Το κάτω μέρος,
αυτό με την αφή,
δούλευε πάντα στο σκοτάδι
ακουμπώντας πότε τριαντάφυλλα
πότε ετοιμοπόλεμα αγκάθια.
Χάιδεψε τρυφερά
μαλλιά και μάτια πονεμένων,
άγγιξε να δώσει δύναμη
σε πρωτοπέταγα πουλιά,
ανακάλυψε κλειδαρότρυπες
σε πυκνό σκοτάδι,
ενώθηκε με άλλο χέρι,
έδωσε νόημα στη ζωή,
σαν αγκάλιασε το σπλάχνο
που βγήκε απ’ τα σπλάχνα μου

Το χέρι μου, παραξοδεμένο
στην καθημερινότητα,
περήφανο που δε δέχτηκε
τ’ αργύρια της προδοσίας,
δεν έριξε κρυφά φαρμάκι,
δεν κράτησε ματωμένο μαχαίρι
αλλά μικρό κι ανήμπορο
ζητιάνεψε
πολλές φορές αγάπη.

ΕΝΑΛΛΑΓΕΣ ΦΩΤΟΣ

Το σκοτάδι δε με τρομάζει,
έχω κληρονομήσει
τον έρωτα του απόλυτου.
Πλήρης αντίληψη της θωριάς
των αγαλμάτων, η ιστορία τους μακρινή,
σαν το αδύναμο φως των αστεριών.

Η δύναμη πυκνής αόρατης πίσσας
κάνει τις αισθήσεις ν’ ανθίζουν
απ’ την ενσωμάτωση της ύλης
να φεύγει τυφλή, νικημένη,
η χαρά της κριτικής.
Το ημίφως, το φως του καντηλιού
κάνει τους ίσκιους να χορεύουν,
μουδιάζει τ’ ακροδάχτυλα,
κάνει τα μάτια να σφυροκοπούν τον νου,
μ’ άλλες διαστάσεις των πραγμάτων
να οδηγούν στη σιγουριά του χνώτου,
του ιδρώτα, κουκουλωμένος μέχρι πάνω,
με την κουβέρτα μυρωδιάς του οικείου.

Το φως δε με τρομάζει,
έχω κληρονομήσει
την αλήθεια της γύμνιας,
που εισχωρεί βαθιά μου
με κάνει διάφανη.
Τους ίσκιους τρέμω, γιατί είναι απατηλοί,
άλλοτε γίγαντα σε κάνουν κι άλλοτε νάνο,
σ’ ακολουθούν παντού ακάλεστοι
και σε προδίνουν, σαν θέλεις
στον δρόμο να διαβείς αθώρητος.
Δεν με τρομάζει η αίσθηση του απόλυτου,
ούτε η γύμνια,
αλλά το ημίφως!

ΠΙΔΑΚΑΣ ΣΕ ΕΚΡΗΞΗ

Η αϋπνία της ψυχής ταλάνιζε το είναι
κι οδήγησε τα βήματα
στη θάλασσα μπροστά,
έμοιαζε άγραφη σελίδα,
αφέθηκε βλέμμα και νους
να πιλαλούν ως το θεμέλιο τ’ ουρανού,
ως την άκρη της θύμησης,
ξέχασε πλέον κι αυτήν
την πράξη της πρόσθεσης.

Το αίμα έγινε λευκή φωτιά,
κύλαγε στα σωθικά, επίθεση έγινε
από έναν παράφορο άνεμο
που λύγιζε το σώμα σαν το λεπτό καλάμι.
Σπαρταρούσε τ’ ανείπωτο,
άρχισα ακατάπαυστα να γράφω
στην άδεια σελίδα της θάλασσας,
βγήκαν μπροστά οι αριθμοί
με το ψυχρό τους αίμα
λέξεις ποιητών σφυροκοπούσαν το μυαλό
σαν ηλιαχτίδες που χορεύουν
τρελά στο σύμπαν κι αγκαλιάζουν
αλαφροΐσκιωτες ψυχές.

Έγινα πλάσμα από πάχνη,
φτιαγμένη από ιδρώτα,
δάκρυ και θάλασσα
χωρίς το αλάτι στους πόρους,
το κράτησε η γη να συντηρεί
και ν’ αβγαταίνει τη ζωή.
Το θέαμα του νυχτερινού ουρανού
έμπασε στην ψυχή και τη γραφή
ορθές αναλογίες τ’ ατόμου και του άπειρου
ήρθε στον νου ο ζωγράφος π’ αγαπώ
γιατί δεν ζωγραφίζει
ποτέ ξαπλωμένες μορφές!

Σημ.: Το ποίημα αυτό έλαβε το 2ο βραβείο στον 30ό παγκόσμιο διαγωνισμό ποίησης Nosside
στο Reggio Calabria της Ιταλίας – μεταφράστρια: Γεωργία Καρβουνάκη.

ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ

Απλώνω την αγκαλιά μου να συνάξω
μουσική απ’ τις ξερές καλαμιές,
αφρό απ’ τα κύματα τ’ ασπρισμένα,
άνθια της νυφοστόλιστης αμυγδαλιάς,
τ’ ακρογιάλια, τους αετούς,
ντέρτια σε ζεϊμπέκικους σκοπούς,
την έξαρση του θέλω, τη χαρά να ζω.

Απλώνω την αγκαλιά μου να συνάξω
ποτάμια από βάλσαμο αγάπης,
θροΐσματα απέραντου φωτός,
φύλλα του φθινοπώρου κίτρινα,
κυκλάμινα με ρίζες μες στο χιόνι.

Τις μέρες του χρόνου όλες ν’ αδράξω,
ίσα απ’ τη μιαν αυγή στην άλλη,
ανοιξιάτικες να βγούνε ευωδιές,
ξεφάντωμα, τραγούδι της ζωής
και κορεσμός του ήλιου στην ψυχή μου.-

ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ

Λαχανιασμένοι, λαθραίοι ήχοι
φτερών παγωνιού,
ταιριασμένοι με ξερά
τριξίματα και τζιτζικιών τραγούδια.
Κραυγή με ξέχειλη αλαζονεία,
απλωμένη διάπλατα φορεσιά
πλουμισμένη με μάτια μεγάλα,
σ’ όλα τα χρώματα
απόλυτα τυφλά.

Ο ήλιος σκίζει τη νύχτα,
εικόνα πυρπολημένη,
άνθρωποι, σημεία, αριθμοί,
να γράφουμε «εδώ» παρόντες,
η πεταλούδα ανοίγει πληγές,
με γαλάζιες και λιλά αποχρώσεις
διάστικτες από άγχος.
Κραύγαζε το παγώνι
αναζητώντας ζωντανούς
για θανάτωση,
το κόκκινο βελουδί τριαντάφυλλο
έδειξε τ’ αγκάθια
με τις σουβλερές ανταύγειες,
σέρνοντας τις ταραχές
ένα βήμα απ’ το ξημέρωμα.

Πιο δυνατά, παγώνι!
Μόνο το τίποτα είναι αμετάβλητο,
αφού υπάρχει κραυγή που σκοτώνει.
Απείθαρχη, ανυπεράσπιστη,
ανοιγμένη η ψυχή,
σ’ όλους τους σπόρους
παπαρούνας, περικοκλάδας, αγριόχορτου
ποτισμένη με σταγόνες σκέψης,
ποτέ αρκετά φανερές
να ρουφήξουν τη διαύγεια
απ’ το σάλιο του κόσμου.-

ΜΕΤΑΞΕΝΙΑ ΟΜΟΙΩΜΑΤΑ

Ακάλεστη κρέμεται μπροστά μου,
γνέθοντας γρήγορα ιστό,
αράχνη πολύπαθη συστήθηκε.
Έμπειρα κινήθηκε
πάνω σ’ αντικείμενα ξοφλημένα,
απ’ της σελήνης τις ακτίνες φωτισμένα
απλώνοντας κύματα θλίψης,
αγριεύοντας βαθιά μου το θηρίο.

Η υγρή της ύπαρξη
ρίχνει μετάξια αντίγραφα
ξυπνώντας μιαν ανάγκη
ν’ αποθαυμάσουμε
τα ρόδινα φλαμίγκος
στη γέρικη κορνίζα,
στάση αδειασμένη από ισχύ.

Πάλεψα απομεσήμερο
μ όλα αυτά που είχα αμαρτήσει,
κίνδυνος έσταξε
απ’ τα σφιγμένα χείλη
για κείνο τ’ αόριστο μέλλον.
Ήχος φυτρωμένου τριφυλλιού,
γαλάζιος καπνός ξεχύνονταν,
φρενιασμένη η ψυχή πίσω του,
τον κυνηγά
κι αυτός αλάργεψε, σκορπά.

Μαριονέτες λικνίζονται
σε λεπτεπίλεπτες ίνες,
αρχίζοντας χορό,
παρασέρνουν την αράχνη
σ’ όμορφους σκοπούς,
γνέθοντας γρήγορα ιστούς
χαρούμενες εικόνες κατεβάζει.
Μένει ασάλευτη,
εδώ ακριβώς μπροστά μου,
εικόνα σε μάτια υγρά.

ΜΟΡΦΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Αφέθηκα στην πλήρη διαστολή της καρδιάς μου
καθισμένη σε πηγαδόπετρα στην
άκρη της αβύσσου κι έδιωχνα τις μέλισσες
απ’ τα νωπά μαλλιά μου τα λουσμένα
με φρεσκοκομμένο χαμομήλι.

Αυτή η άνοιξη μου φαίνεται πιο
μεγαλομάτα, με μορφασμούς στην όψη της
π’ αλλάζουνε κάθε στιγμή ανάλογα
από τη νίκη ή την ήττα, στον πόλεμο
που άνοιξε με τον χειμώνα.

Όρισα «εαυτόν» να δω τον κόσμο
πάνω απ’ την πυρά, να τραβήξω χαρακιές
σε ντουβάρια σαν τον φυλακισμένο,
να δώσω ψίχουλα ζωντάνιας στον νεκρό χρόνο,
όπου οι ελεύθεροι βυθίζονται θεληματικά.

Πλημμυρίζουν τα ρουθούνια της θέλησης
απ’ το σπαραγμό της γης όταν τη σκίζει το υνί,
σπόροι ρίχνονται μες στην πληγή της,
μπαίνει ο κύκλος της ζωής μες στο χορό
και απλό καλάμι γίνεται γλυκόλαλη φλογέρα!

Σημ.: Το ποίημα αυτό έλαβε το 3ο βραβείο στα «Σικελιανά», 2014.

ΜΟΣΧΟΒΟΛΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Πλημμυρίζει ο νους με νυχτολούλουδο
και φεύγει ανέλεγχτος
νεράιδα με μορφώνει, αερικό!
Τ’ αυτιά γέμισαν απ’ της άρπας τη φωνή
που ’ρχεται από μακριά, απ’ τα ουράνια,
τα χείλη ’γιναν ξαφνικά ολοκόκκινα
τριαντάφυλλα, γεμάτα δροσοστάλες.
Πύρωσαν τα μάτια απαλά
με λάβα που χύνεται από μέσα,
τρέμουλο γοργοφτέρουγο
κινείται μες στο αίμα
φτάνει απ’ άκρη σ’ άκρη.

Το γερανί το φόρεμα πάλλεται,
απ’ της ανάσας τους βαθείς λυγμούς,
τη μέση αγκαλιάζει δυνατά,
τους μηρούς χαϊδεύει ρυθμικά.
Μαΐστρος πρώτος έτρεξε
αγκάλιασε το σώμα
κι ανάβλυσε μύρο,
μ’ αξία αλογάριαστη,
ακόμα κι εκείνα τα μαλλιά
τα νοτισμένα απ’ το ροδόνερο,
πήραν μέρος στο χορό μ’ ανάλαφρες
κινήσεις απ’ τ’ άγγιγμα του άνεμου.

Τη δύναμη του χρυσαφιού
με στόμφο εναποθέτω,
τον νόμο τον καταπατώ,
την ευτυχία υφαίνω
μ’ ανάσες και λικνίσματα..
Ο ήλιος περίφλογος επιβήτορας
τον χώρο χρεμετίζει κι εγώ αφήνομαι
στου έρωτα τα μπράτσα,
απλά κατακτημένη!

ΧΟΡΟΣ

Θύμηση από γυμνές εποχές,
άυλη σάρκα μ’ άρωμα φωνηέντων,
κινούνται μες στα μάτια μου
διαμαντένιες φωτιές,
μετά την έκρηξη
απασφαλισμένης υπομονής!

Καρναβάλι από πλήθος καρδιές,
χρωματιστές πεταλούδες ξεχύνεται
σε κυκλικό τρελό χορό,
βαδίζοντας, τραγουδώντας τον σκοπό,
που δίνει της ψυχής το σκίρτημα.

Άστρα, χαμόγελα,
του θόλου κεχριμπάρια,
σκηνογραφία αέρινη, δροσερή,
φωτισμένη με φώτα πολύχρωμα,
γέλιο στο πρόσωπο παίζει
σαν αύρα δροσερή,
σε δειλό ουρανό.

Ένιωσα σαν ειρωνεία τον ήλιο
το στήθος μου να σκίζει,
λάμψη ν’ αναβλύζει,
σαν μπαλέτο πολύχρωμων λουλουδιών.

Πόνος διαβατάρικος,
γλυκός, μεθυστικός,
όταν σημάνει των ηδονών η ώρα,
όταν τσαλακωμένη σαν χαρτί η καρδιά
μαγεύεται και γίνεται
τριαντάφυλλο εκατόφυλλο και μυρωδάτο.

Άγγελοι γοργοφτέρουγοι,
μήνυμα μεταφέρουν
στα πέρατα της γης,
ευγνωμοσύνη να χυθεί μες στις καρδιές,
πνοή απείρου ν’ αναδυθεί
από του κόσμου το βαθύ λαγούμι.-

ΒΑΛΣ

Νύχτα μεθυστική η επιθυμία,
πόθος υψώνεται περίτρανα,
ψάχνει την είδηση, τη μυρωδιά του έρωτα
στα πουλιά, στα σύννεφα,
στις γοργοπόδαρες αίθριες.

Η μουσική αντάμωσε τον αποδέκτη,
με φτερά γεμάτα αφρούς και μπουκέτα ευωδιές,
παρέδωσε το γράμμα, ξεχασμένο
στον σκληρό δρόμο του πεπρωμένου.

Στη θάλασσα πεσμένο το φεγγάρι,
το σπρώχνει εκείνη με το κύμα
κι αυτό ξαναγυρνά.
Ο ήχος απ’ το βαλς των ονείρων
ενώνει τις άκρες των χειλιών,
σφιχτά αγκαλιασμένοι, πλημμυρισμένοι
απ’ το διάχυτο αόριστο που τους συμβαίνει.

Ούριος ο άνεμος για τ’ άπιαστο,
τον νου απομονώνει,
παραδομένο σε ζάλη γλυκιά.
Στραπατσαρισμένοι οι ιστοί της μιζέριας,
τα στήθη ανθίζουν, τα χείλη τρέμουν,
σε μια δόνηση από σπίθες, άμμο
και ώριμους καρπούς αγριοκέρασου

Χαμένοι ο ένας στα μάτια του άλλου,
βλέπουν μονάχα τον ήλιο, λες και
ξόρκισαν για πάντα το σκοτάδι
έγινε η ζωή ένας χορός αγκαλιαστός
σε όλες της τις διαστάσεις!

Πώς να βρεις το σθένος να χαϊδέψεις
τρυφερά αυτήν την απώλεια,
όταν οι άνεμοι σκορπίσουν παντού
τις υποσχέσεις, τα «θα» και τα μαζί
αφήνοντας θολές τις λίμνες των ματιών;

ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Έχουν σιγάσει οι πνιγμένοι μου λυγμοί,
παραδομένη σε λευκή νύχτα,
απ’ της περιπέτειας την ειδική διαδρομή.
Οπλίστηκε το βλέμμα
με ισχύ και χάρες,
κράμα από μέταλλο κι αχάτη.
Το φως της θράκας είναι αρκετό,
να μπορώ να διαβάσω,
να μάθω την τέχνη,
τις ευτυχισμένες στιγμές ν’ αναγνωρίζω,
αφού λούστηκα το βάθος
απύθμενων θαλασσών.

Όρκοι κι αρώματα,
απ’ ατέλειωτα φιλιά κι έρωτες,
να ξαναγεννηθούν από βάραθρο,
απρόσιτο στις βυθομετρήσεις.
Τώρα οι βραδιές πιο φωτισμένες
απ’ το θάμπος της ανθρακιάς,
προβάλλουν θύμησες όχι οργής,
αλλά ηδονής
πλημμυρίζοντας με αίμα
το δέρμα του προσώπου
που γίνεται σαν κεχριμπάρι κόκκινο,
σπάνιο είδος!
Τα κύτταρα της ψυχής συγκλονισμένα
κυλιούνται παιχνιδιάρικα, ανέμελα
στα υποστρώματα των βιωμάτων.-

ΑΣΦΑΙΡΕΣ ΡΥΠΕΣ

Απ’ το μηδέν, απ’ το τίποτα
διά γυμνού οφθαλμού,
ξεκινά το σβήσιμο της στάχτης,
το μάτωμα της γραφής.
Έσυρα την παλάμη απ’ την όψη μου
έβγαλα μια σκέψη,
μου ’πεσαν σαν βροχή πολλές!

Μορφές, μορφώματα,
ουσίες και κραυγές
κι εκεί στο βάθος ένας βράχος,
πάω να τον αγγίξω, να πιαστώ
μα ήταν από σύννεφο.
Κουφάνοιξα την πόρτα ν’ ακούγεται
καλύτερα το τραγούδι του νερού,
με το μουρμουρητό του ταξιδεύω…
Κοιτάζω το χαρτί μου, γεμάτο γράμματα,
τ’ ακουμπάω, αγγίζω λέξη λέξη
ταράζομαι και λέω φωναχτά:
Κάτι αναπνέει εδώ ακόμα!

Ο ουρανός έκανε γιουρούσι πάνω μου,
η βροχή έστειλε τ’ ασημόκαρφά της
κι εγώ περιπλανιόμουν εξομολογούμενη.
Τότε αντιλαμβάνομαι ότι η δύναμη
του λύκου είναι το ουρλιαχτό του…
και φώναξα με όση δύναμη μπορώ.
Ανθίσανε τα μανουσάκια…

ΑΟΡΑΤΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Πίσω απ’ το τζάμι αθώρητης μάσκας
ο ήλιος χαϊδεύει τις αισθήσεις,
τα μάτια καλπάζουν με συσπάσεις,
χάνονται στους χτύπους της καρδιάς.

Ο θόρυβος του δρόμου
απ’ τ’ αδιάφορα, τα τετριμμένα,
πέφτει πάνω στην ευρηματική
διαφάνεια, γίνεται θρύψαλα,
σκορπά στον άνεμο.
Κι εγώ προστατευμένη…

Ένα σφυρήλατο ο άνθρωπος,
δουλεύεται απ’ τα μέσα,
εγκυμονεί το κρίμα,
παίρνει τον χρόνο του να ζυμωθεί,
σαν έρθει ο καιρός γεννιέται.
Τότε ο κόσμος σείεται ολάκερος,
λες και πέταξαν πέτρα στα λασπόνερα
που κείτονται χιλιάδες βάτραχοι.

Φτάνοντας του τοκετού οι ωδίνες,
ξεσκίζεται η διαφάνεια,
πυρώνει το αίμα στις φλέβες,
κρύος αέρας κατακτά τα σωθικά.
Έφτασε η ώρα του Φοίνικα!
Πήχες ολάκερες άπλωσαν τα φτερά
πιθαμές φυτρώσανε τα νύχια.
Κι εγώ διπλά προστατευμένη…

ΦΩΤΕΙΝΟ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Ασυγκίνητοι οι ηλίανθοι
από κεφάλια που πέφτουν,
σπίτια που ρυτιδώνουν
και γλιστρούν στα θεμέλια.
Φωτεινοί Λεοντίδες οι φίλοι,
φέγγοντας στο κατώφλι της ψυχής,
ξαγκιστρωμένοι
από ένστικτα ξαμολημένα,
συνταιριάζουν τα χνώτα
ανταμωμένοι σε αδειανή,
άφεγγη σπηλιά,
ανάβουν τις δάδες
συναρμολογούν αντιστάσεις
και λέει η μια ψυχή στην άλλη
να ησυχάσει, να κλάψει…

Κι είναι η φιλία βουνήσιο φύσημα
άγριου θυμαριού και ρίγανης,
κουνάει με δύναμη τις βαθιές δίπλες
της βυσσινιάς κουρτίνας,
βαθαίνει το φως στα μάτια
κι αδερφοσμίγουν τα αίματα.
Βυζαίνουν οι ρίζες νοτισμένα χώματα
από κοινούς πόνους και πόθους,
βλασταίνει και χορεύει
με τους μακρινούς ήχους μιας καμπάνας,
οδεύοντας οι παλμοί της ανάσας
στον ίδιο προσανατολισμό.
Τον απαγχονισμό του πόνου…

ΕΝΑ ΝΕΟ ΤΕΛΟΣ

Φτάσαμε στο τέλος
της διερεύνησης
κι ανακαλύψαμε
μιαν άλλη αρχή,
κάνοντας βουτιές
σαν περιστέρι,
κομματιάζοντας καυτό αέρα
πυρακτωμένο απ’ τις
γλώσσες του ήλιου,
κουβαλώντας το μήνυμα
της αντιπάθειας
για τα κανονικά,
τα μέτρια της ζωής.

Στυγνή ελπίδα
το ηδονικό τρίξιμο των ψυχών
γκρεμίζονται, σπάνε,
χύνονται, σαν χέρια
ολάνθιστης λεμονιάς,
χτυπώντας το τζάμι,
σκορπώντας αρώματα.
Αρχή και τέλος
μια άνετη συναλλαγή
παλιού – καινούργιου,
υπακούοντας την ύπαρξη
που στενεύεται σε τέσσερις τοίχους
και θέλει να φουντώσει
μέσα απ’ τα νεύρα, να ορμίσει,
να χωθεί στους καταρράκτες της ζωής.

Πετιέται η τυπικότητα
η τέλεια συμβία του δήθεν,
πλέκει φράσεις αναχώματα,
οδηγείται σε χορό
πάνω σε στόμιο πηγαδιού.
Μια μυρωδιά από σκισμένο χώμα,
μια ανατολή νέας αρχής
γεμάτη καλοσύνη
σκορπίζεται στον ουρανό
και μέχρι η ανάσα να τελειώσει,
ένα νέο τέλος προβάλει.

.

ΣΤΕΝΑΓΜΟΙ ΑΝΑΤΟΛΗΣ (2014)

Πλέεις σαν ψυχή
σ’ απέραντα τοπία,
φεύγεις σα φωνή.

*

Δείγμα θανάτου
χάρισμα μου δόθηκε
και είδα βαθιά.

*

Αμυχή πόνου
κορυφαία του χορού,
άνθη ελπίδας.

*

Οι προκυμαίες
μέσα στα λιμάνια μας
ασφυκτιούνε.

*

Μάτια θλιμμένα
στόμα γεμάτο πίκρα
ελπίδα δούλα.

*

Χαραμάδα φως
το άκουσμα της άρπας
χάδι της μάνας.

*

Ρόζοι στα χέρια
πληγωμένα πέλματα
γεμάτη ψυχή.

*

Αναζήτηση
συνεχούς ευτυχίας
η δυστυχία.

*

Ονειρεύομαι
διάνοιες ανθρώπων
σε βράδια λευκά.

*

Ο υπνωτιστής
κρατάει το εκκρεμές
και βυθίζεται.

*

Θνητή πικρία
αλαζονικές ρίμες
κρίνο ελπίδας.

*

Μέσα στο γέλιο
αθόρυβα σέρνομαι
πολύς ο πλούτος.

*

Τάραξα βαθιά
υπόγεια σιωπή
έτρεξε φωτιά.

*

Έμπειρη βροχή
το βαμμένο τίποτα
απογύμνωσε.

*

Σαν καταιγίδα
ποτισμένη μυρωδιές
αργοκυλούσα.

*

Εκπνέω φωτιά
αλαφρώνει το βάρος
βουτιά σε βυθό.

*

Μέσα στο χρόνο
κυλώ με συλλαβές
σε καταρράκτες.

*

Αγαπώ βαθιά
ποιητικά ταξίδια
πάνω σε τόξα.

*

Ρίχνω το δίχτυ
πιάνω αμφιβολίες
γλαροπετάω.

*

Σφίγγει η καρδιά,
τραχύ το φως των ματιών,
ζωή θα είναι.

*

Αίμα έσταξε
εκεί που σταυρώθηκα
άνθισε κρίνο.

*

Χαρά θαμμένη,
λέπια η απώλεια
στ’ ακροδάχτυλα.

*

Νάμα λιασμένο
κερνάω, πίνω, μεθάω
υμνώ τη ζωή.

*

Με αλαλαγμούς
ξέμαθα να σιωπώ,
χύνομαι βαθιά.

.

ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ (2013)

ΠΟΡΕΙΑ

Μ’ άμποξε η μάνα μου, στο ζήσε.
Να πάω είπε, να σωθώ, μα που να πάω;
Σκέφτεσαι αλλιώτικα μου είπε
φοβάμαι τη δικαιοσύνη της ταραντούλας.
Έτσι, έζησα τον θεϊκό αγώνα του ο
ένας εναντίον του άλλου.
Ένοιωσα τα θέλγητρα του ψύχους
και της μοναξιάς.
Μου έκοβε την ανάσα, η λαχτάρα
για αγάπη και αγκαλιά.
Πέτρωσα την ψυχή μου στην
έλλειψη των ευνόητων.
Άφοβη και φοβερή, μεγάλη και μοναχική
η πορεία προς το ζήσε.
Έμαθα ότι τα χέρια που δρουν είναι ζεστά,
το χέρι που σου δίνει, θα σου πάρει.
Το μέλι πηγάζει από την ψυχή, έλεγε
ο ήλιος μόνος είναι λίγος.
η λάβα της αγάπης, μπορεί να λιώσει το
πέτρωμα, της άγριας πορείας σου.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΙΜΟΡΡΑΓΙΑ

Γράφω γιατί ζητώ την ελευθερία
Θέλω να παραμερίσω τη μυρωδιά
της μούχλας και της στασιμότητας.
Γράφω με αίμα.
Ξέρω, είναι δύσκολο να καταλάβεις
το ξένο αίμα.
Γράφω απλωμένη στα μαύρα σύννεφα,
για να κατέβουν αυτά που θέλω
να πω με τη βροχή.
Σταγόνες ν’ ανοίξουν τα λουλούδια και να
δροσίσουν καμένες ψυχές.
Γράφω για να σηκώσω τη ζωή μου.
Να προβάλει ο πίδακας με την
εγκλωβισμένη αγάπη.
Να δείτε τα δάκρυά μου για το όμορφο
πέταγμα και τη λίγη ζωή μιας πεταλούδας.
Γράφω στο όνομα ενός θεού, που ξέρει
να χορεύει, για να κρατιέται ζωντανή
η ύψιστη ελπίδα.

ΕΙΚΟΝΕΣ

Αν ήμουν παιδί, δεν θα ήξερα πως ν’ αρχίσω
να ζωγραφίζω τη θάλασσα
θα χανόμουν στο απέραντο μπλε της.
Όταν ήμουν παιδί χανόμουνα στα
πουπουλένια σύννεφα.
ζούσα μέσα στις παραστάσεις τους,
χωρίς να βρίσκω την αρχή και το τέλος.
Αν ήμουν παιδί, δεν θα μπορούσα να
ζωγραφίσω το φεγγάρι.
θα χανόμουν στο φως του.
Όταν ήμουν παιδί, προσπαθούσα να
πιάσω την αγάπη στον κόρφο της μάνας μου,
ψάχνοντας την καρδιά της.

.

.

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Το ποιητικό εγώ
(τα πρόσωπα στην ποίηση της Πόπης Αρωνιάδα)

Αν το ρήμα είναι κάθε φορά η πιο ουσιώδης αναφορά μέσα στα ποιήματα, μια που αυτό αποδίδει όλη την ενέργεια (φανερή ή υποκρυπτόμενη) των στίχων, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε πηγή αυτής της ενέργειας το ποιητικό υποκείμενο. Οι ποιητές αγαπούν όλα τα πρόσωπα, ως μάσκες πίσω από τις οποίες ανιχνεύονται εύκολα ή δύσκολα οι ίδιοι: το συμμετοχικό εμείς, το ουδέτερου χρωματισμού αυτός ή αυτοί, το ευθύβολο καταγγελτικό εσείς, και φυσικά το εσύ και το εγώ.
Αυτά τα τελευταία, ίσως περισσότερο αγαπητά, θα μπορούσαν να εκληφθούν σε πολλές περιπτώσεις ως ένα και το αυτό. Συχνά πίσω από το διαλογικού χαρακτήρα εσύ είναι διακριτός ο διάλογος προς εαυτόν, ως ένας τρόπος να αποκτήσει ο ποιητής μια θέα του εαυτού του μέσω του λόγου προς ένα άγνωστο πρόσωπο, που για την περίσταση υποδύεται τον αναγνώστη. Παραίνεση ή επίρριψη ευθύνης με πομπό και δέκτη τον ίδιο τον ποιητή. Κυρίαρχο καταλήγει, έτσι, το εγώ, ίσως η προσφιλέστατη επιλογή κυρίως νεότερων ποιητικών προτάσεων.
Διαβάζοντας την ποίηση της Πόπης Αρωνιάδα (τρεις ως τώρα ποιητικές συλλογές) ανακαλύπτω μια βαθμιαία προσέγγιση αυτού του πρώτου προσώπου, αρχικά καλυπτόμενου και κατόπιν απροκάλυπτα εμφανιζόμενου στον λόγο της.

Στην πρώτη της συλλογή («Μυσταγωγία», από τις εκδόσεις «Ποιήματα των φίλων», 2013) συναντάμε το εσύ

[…]
Θυμάσαι πολύχρωμες κακίες και αγγελικούς
μορφασμούς της ζωής.
Θυμάσαι! που νόμιζες ότι η καρδιά της γης
είναι από χρυσάφι.
Γονατίζεις! Δίπλα σου οκλαδόν η μοναξιά.
με το δεύτερο αυτό πρόσωπο να είναι στην ουσία το είδωλο στον καθρέφτη

[…]
Ο φόβος πάντα κινεί την επίθεση.
Κομματιάζεις με δύναμη τον καθρέφτη.
Ευτυχώς! Πρόλαβαν τα όνειρα να πετάξουν.

μια συνομιλία προς τον εαυτό της εμφανιζόμενη σαν απευθυνόμενη σε τρίτο πρόσωπο. Φυσικά ο αναγνώστης ενίοτε παίρνει αυτοβούλως τη θέση του συνδιαλεγόμενου. Αυτό, ωστόσο, είναι αναμενόμενο στην ποίηση και δεν αφορά την πρόθεση του ποιητή.
Στα ποιήματα της «Μυσταγωγίας» το πρώτο πρόσωπο δειλά εμφανίζεται και δείχνει την τάση κυριαρχίας

[…]
Παίρνω το κλειδί της δικής μου φυλακής και
ελευθερίας στο χέρι σφιχτά.

[…]
Καημένο σώμα μου!
Σ’ αυτό χρωστάω το σπασμό και την
τέρψη της δημιουργίας και της ηδονής.
Μέσα απ’ αυτό βγαίνει μια κραυγή
έντιμη και πιο καθαρή.
Μέσα απ’ αυτό γράφω,
γιατί για μένα αυτό είναι ζωή.

σε απόλυτη εδώ ταύτιση του ποιητικού εγώ με το πρόσωπο του ρήματος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράθεση της ζωγραφικής του Modigliani μεταξύ των ποιημάτων αλλά και στο εξώφυλλο, με την εισαγωγική παρατήρηση της ποιήτριας ότι τον συνδέει έτσι με την ποίησή της, καθόσον αυτός

[…]έζησε και δημιούργησε στη σύντομη ζωή του, αναζητώντας το υποσυνείδητο, το ενστικτώδες και όχι το αληθινό ή το ψεύτικο.

Η προσωπική κατάθεση (απολύτως ξεκάθαρη με το εγώ του πρώτου προσώπου) είναι εδώ συνταιριασμένη με τον μεγάλο ζωγράφο.

Στη δεύτερη συλλογή («Στεναγμοί Ανατολής» – χαϊκού, από τις εκδόσεις «Ποιήματα των φίλων», 2015) το εγώ δεν έχει την αναμενόμενη θέση, μια που το συγκεκριμένο είδος, έτσι όπως σύντομα σχολιάζει και αποθησαυρίζει εικόνες, συχνά δεν έχει την ανάγκη από κανένα ρηματικό υποκείμενο.

Φλογάτα βέλη
στα μάτια των παιδιών
η απόρριψη

Αν, ωστόσο, θεωρηθεί κάποιο πρόσωπο πρόσφορο, σίγουρα αυτό είναι το τρίτο ενικό

Χτυπά η πόρτα,
ήχος απ’ το παρελθόν
τίποτα νέο.

Στην τρίτη συλλογή («Ιστοί βαθιάς αλήθειας», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015) είμαστε μπροστά σε ένα σχεδόν εξιδανικευμένο πρώτο πρόσωπο, το αναμφισβήτητα κυρίαρχο της ποίησης της Πόπης Αρωνιάδα

[…]
Το θέαμα του νυχτερινού ουρανού
έμπασε στην ψυχή και τη γραφή
ορθές αναλογίες τ’ ατόμου και του απείρου
ήρθε στον νου ο ζωγράφος π’ αγαπώ
γιατί δεν ζωγραφίζει
ποτέ ξαπλωμένες μορφές!

Ένα εγώ όμως που δεν παραπέμπει στον αλαζονικό και απομονωμένο εαυτό αλλά σε μια ώριμη αντιμετώπιση αναζήτησης της ουσίας του κόσμου μέσα από την ποιητική του απόδοση. Η αυτοσυνειδησία, η ανίχνευση των σκοτεινών σημείων του υποσυνειδήτου οδηγεί ίσως σε μια κατευθείαν αντιμετώπιση του προσώπου. Και εδώ, σ’ αυτή την τρίτη κατάθεση της ποιήτριας τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, πιο κατασταλαγμένη η οπτική της. Όπως παρατηρεί η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, στο σημείωμα με το οποίο προλογίζει τη συλλογή αυτή, η ποιήτρια

[…]καλύπτει και το γνωστό και το άγνωστο στην ύπαρξή μας. Το γνωστό αμφισβητείται και το άγνωστο σχεδόν περιγράφεται.

Μια τέτοια ποιητική πρόταση απαιτεί την ώριμη θέαση των πραγμάτων, αλλιώς αυτό το άγνωστο δεν περιγράφεται, ούτε καν επιχειρείται η αναφορά σ’ αυτό. Και είναι απαραίτητο το προσωπικό ρίσκο που θα πάρει ο ποιητής για να μιλήσει για τα αθέατα στα οποία εισχωρεί η ποίησή του. Ίσως ο καλύτερος, ο πιο ευθύς και ειλικρινής τρόπος έκφρασης να είναι με την πρόταξη του εγώ, ακόμη κι αν αυτό συχνά φαντάζει εξαιρετικά μόνο του.

[…]
Στα όνειρά μου λείψανα
πραγμάτων μισοτελειωμένων
στέκονται μπροστά μου
κροταλίζοντας το αντίτιμο
του ταξιδιού
δε μένει ποτέ απλήρωτο…

[…]
Τους ίσκιους τρέμω, γιατί είναι απατηλοί,
άλλοτε γίγαντα σε κάνουν κι άλλοτε νάνο,
σ’ ακολουθούν παντού ακάλεστοι
και σε προδίνουν, σαν θέλεις
στον δρόμο να διαβείς αθώρητος.

Τα ποιητικά λόγια, όπως κι αν τα δεις, έχουν την προσωπική σφραγίδα του δημιουργού τους. Και, φυσικά, φέρουν μέσα τους τον κίνδυνο και γι’ αυτόν αλλά και για τον αποδέκτη τους, τον αναγνώστη που θα ανακαλύψει κάτι από τον εαυτό του μέσα στους στίχους. Και τότε το εγώ του ποιητικού υποκειμένου αποκτά μια άλλη διάσταση, αυτή της ταύτισης (ή έστω της προσέγγισης) με το εγώ του αναγνώστη. Ευτυχής, τότε, η συγκυρία.

.

ΟΙ ΔΙΔΥΜΕΣ (2018)

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

Την Πόπη Αρωνιάδα την ήξερα ως ποιήτρια. Με το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο της αποδεικνύει ότι η πραγματική λογοτεχνική στόφα της είναι εκείνη του πεζογράφου.
Στο πρόσφατο μυθιστόρημά της “Οι Δίδυμες” βρίσκει κανείς πολλές αρετές από αυτές που κάνουν το κάθε βιβλίο ενδιαφέρον. Πρώτα πρώτα πλοκή. Υπάρχει μια εξελίξιμη μυθοπλασία που σε κάνει να αδημονείς για το τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα. Δεύτερον ο χειρισμός της γλώσσας. Η αφήγηση απλώνεται ευρύχωρη και με μια στρωτή καθημερινή γλώσσα που λειτουργεί υπέρ της άμεσης σαφήνειας και της ανεμπόδιστης ροής. Τρίτον η αληθοφάνεια. Όλα τα γεγονότα είναι πιθανά, λες και συμβαίνουν στο διπλανό μας σπίτι, στην ίδια τη γειτονιά μας, στα ήθη και τις μέρες ακριβώς που
ζούμε. Τέταρτον η χαρά της συμμετοχής του αναγνώστη. Ο αναγνώστης παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη της ιστορίας και είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να κρίνει το κάθε σημείο ως πιθανό ή απίθανο, ως λογικό ή παράλογο, ως όμορφα δοσμένο ή ως ανώριμο και ανεπιτυχές. Τα δεδομένα της παιδικής ηλικίας βρίσκουν χίλιους τρόπους να μεταπηδήσουν μέσω της μνήμης στο παρόν της αφήγησης. Εύγε Πόπη Αρωνιάδα.

.

The Impossible Works Team 19/12/2018

Η βραβευμένη ποιήτρια Πόπη Αρωνιάδα στο πρώτο της μυθιστόρημα, “Οι Δίδυμες”, διεισδύει στις σκοτεινές πλευρές, στους προβληματισμούς και στις ανησυχίες της σύγχρονης γυναίκας και παράλληλα στηλιτεύει κάθε κοινωνική αδικία και καταπίεση. Σε ένα μικρό χωριό στην Εύβοια, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μια ανήλικη, ορφανή, κωφάλαλη και πανέμορφη κοπέλα πέφτει θύμα άγριου βιασμού και ξυλοδαρμού.

Μένει έγκυος και λόγω επιπλοκής κατά τη διάρκεια της γέννας των δίδυμων κοριτσιών της χάνει τη ζωή της. Στις δύο ιστορίες που εκτυλίσσονται στο βιβλίο και κινούνται παράλληλα παρακολουθούμε από τη μία την πορεία των διδύμων και από την άλλη αυτήν της κεντρικής ηρωίδας, της Ελευθερίας, που γράφει το δικό της βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο.

Η συγγραφέας, με γραφή βιωματική, φέρνει στην επιφάνεια γνωστές και άγνωστες πτυχές της ζωής της Ελληνίδας γυναίκας από τη μετεμφυλιακή περίοδο μέχρι σήμερα και αναδεικνύει την αλήθεια της, βγάζοντας στην επιφάνεια τις βαθύτερες αιτίες, αφού πιστεύει πως μόνο η ανάγνωση, η επίγνωση και η γνώση μπορούν να οδηγήσουν σε ουσιαστική αντιμετώπισή τους.

Το βιβλίο, πρόκειται για ένα ψυχογράφημα που θα αγγίξει τις πιο ευαίσθητες χορδές κάθε γυναίκας.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

https://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1385_3109

Μελόδραμα με «happy-end» θα χαρακτήριζα αυτό το καλογραμμένο βιβλίο που ξεχειλίζει από συγκίνηση και επιμέλεια για τη σωστή δοσολογία του κοινωνουμένου φορτίου έτσι που να μην στομώσει η περιέργεια του αναγνώστη κι η αισθητική ηδονή να μην τον «λιγώσει». Σπανίως απορροφώμαι από την ανάγνωση ευανάγνωστων μυθιστορημάτων, ειδικά όταν τα έχουν γράψει φίλοι που τους ήξερα ως ποιητές. Υπάρχει πάντα μια καχυποψία απέναντι στην αυτοαναφορικότητα και στον εμφανή ναρκισσισμό πολλών σύγχρονων ποιητικών «σωμάτων». Όμως ο καθένας πλάθει τη δική του, προσωπική μυθολογία κι όλη αυτή η προσπάθεια είναι κατ’ αρχήν κι εξ ορισμού «καλλιτεχνική», αφού προϋποθέτει γνώση (έμφυτη, έστω) των αφηγηματικών τεχνικών, μα πάνω απ’ όλα τη γνήσια ανάγκη να συναρπάσουν τον ακροατή-αναγνώστη τους που κατείχαν οι παλιοί παραμυθάδες, που μπορεί να μην ήταν τόσο καταρτισμένοι ή δεξιοτέχνες όπως οι ομηρικοί ραψωδοί, είχαν όμως εγγενή τη φυσική δραματικότητα των ηρωϊκών γραφιάδων που δεν συνομιλούσαν ρομαντικά με καμία Αιωνιότητα αλλά με τον ακριβώς απέναντι συνάνθρωπό τους. Αυτή τη δεξιοσύνη βρίσκω σε αυτή την πρώτη μυθιστορηματική απόπειρα της ποιήτριας με το όνομα Πόπη Αρωνιάδα. Αφηγείται με συγκρατημένη ευκολία και με μοντερνίστικο τρόπο μιαν ιστορία που θα μπορούσε να γίνει ακόμα και «λαϊκής καταναλώσεως», αφού έλκει την καταγωγή της από το μελόδραμα και φέρει πολλά από τα μοτίβα του πασίγνωστου από την Αρχαιότητα μύθου επανευρέσεως δίδυμων αδελφών (χαμένων από τα γεννοφάσκια τους). Η λεγομένη Νέα Αττική Κωμωδία του Μενάνδρου βρίθει παρομοίων ιστοριών που έγιναν κλισέ στη λατινική λογοτεχνία και θεατρογραφία, για να περάσουν μέσα από την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό και τον Ρομαντισμό σε μια διαιώνιση σχεδόν στερεοτυπική. Το δράμα είναι λελογισμένο και κουτσουρεμένο σε αυτό το προσεγμένο (και από την εκδότρια Ιουλία Τσιακίρη) βιβλίο, που βρίθει κινηματογραφικών σκηνών απείρου γραφικότητος και κάλλους σχεδόν διαχρονικού. Καμία νοσταλγία για το παρελθόν. Η ανάγκη μόνον να ξεμπερδέψουμε από αυτό και να απολαύσουμε το μέλλον με όσα έχει να μας φέρει… Συγκρατημένη αισιοδοξία κι απαράμιλλη μαχητικότητα. Ανατροπές προοικονομημένες κι ασύμμετρος συγκινητικός διαλογισμός πάνω στα ανθρώπινα. Όμως το υπαρξιακό φορτίο δεν είναι αφόρητα σισύφειο, διακρίνεται από χριστιανική θα έλεγα χαρμολύπη. Όπως κι η ντετερμινιστική σκέψη της μάσκας μέσα από την οποία επιλέγει να μιλήσει η συγγραφέας στον επίλογο (υπό το συμβολικό όνομα Ελευθερία). Εκεί καθομολογείται ο ντετερμινισμός κι η αναμφισβήτητη ύπαρξη ενός Ανώτερου, Υπέρτατου Όντος που καθορίζει τις τροχιές και τις φαινομενικές συμπτώσεις πάνω στις οποίες θα κυλήσουν οι ζωές μας. Παρ’ όλο που μια θεούσα καλόγρια σκιαγραφείται με μάλλον μελανά χρώματα, δεν θα δίσταζα να χαρακτηρίσω αυτό το πόνημα βαθιά θεολογικό και πιστεύω ότι η σοβαρή κριτική, όταν βρει τον χρόνο να σκύψει πάνω του, θα εκτιμήσει πολλές άλλες άδηλες αρετές του κειμένου. Η υφολογία που επιλέγει προσεκτικώ τω τρόπω να κινηθεί η ποιήτρια-συγγραφεύς δείχνει πως κρατάει σαφείς αποστάσεις από την παραλογοτεχνία και τη λεγόμενη ροζ λογοτεχνία, αλλά κι από τον διαδεδομένο στη σύγχρονη Ελλάδα μοντέρνο και μετα-μοντέρνο συρμό μυθιστορηματικής γραφής. Σαν να νοσταλγεί το «κλασικότροπο» και το ευθύ, το μονοδιάστατο και το απλό, αλλά να θέλγεται κι από τις Σειρήνες του ακαδημαϊκώς πολύπλοκου και «εστετίστικου». Αυτή ακριβώς η ισορροπία ανάμεσα στα αντίθετα άκρα χαρακτηρίζει και τη μοναδικότητα αυτής της δουλειάς. Ελπίζω να συνεχιστεί και να αποδώσει μεστότερους κι ωριμότερους καρπούς. Πολύκοσμο σκηνογράφημα, αρχιτεκτονημένο με τα παλαιά σημεία φυγής της αναγεννησιακής ζωγραφικής, που δεν αφήνει τον αναγνώστη να χαθεί σε ηθελημένες σκοτεινιές κι επιτηδευμένες ασάφειες. Κάποτε θα πρέπει να αρχίσουμε να το επανεκτιμώμεν κι αυτό!

.

ΣΠΥΡΟΣ ΑΥΛΩΝΙΤΗΣ

26/08/2018

Στις αρχές του 2018 από τις εκδόσεις «ΡΟΔΑΚΙΟ» κυκλοφόρησε το Μυθιστόρημα της αγαπημένης φίλης, ποιήτριας και λογοτέχνιδας, Πόπης Αρωνιάδα, υπό τον τίτλο «Οι Δίδυμες».
Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, αυτό το πρώτο της πεζό δημιούργημα. Από τις πρώτες σελίδες ξαφνιάζει η μοναδική ευρηματικότητα αλλά και η ιδιόρρυθμη πλοκή του. Ανήσυχο και ερευνητικό πνεύμα η συγγραφέας, προσφέρει μια καινούργια, τελείως ξεχωριστή μορφή γραφής που δείχνει την αυθεντικότητα της σκέψης της.
Η Πόπη Αρωνιάδα, ξεκινώντας να περιγράψει την δική της μοναδική, αλλά και ιδιαίτερη πορεία στο χρόνο, συγχρόνως αναδεικνύει μοναδικά την ζωή της υπαίθρου στις δεκαετίες του ’50 και ’60, με νωπά ακόμα τα σημάδια του εμφύλιου σπαραγμού που ακόμα δεν έχουν επουλωθεί. Αντιμέτωπη με την πείνα, την σκληρή ζωή, τις καιρικές συνθήκες αλλά και την μοναξιά, παλεύει να ορθοποδήσει έχοντας σαν μοναδικό της σκοπό να αντιστρέψει την μοίρα της.
Ταυτόχρονα εξιστορεί, από την θέση του συγγραφέα, τις διαφορετικές πορείες δύο διδύμων κοριτσιών, που η ζωή τις χώρισε παρά την θέλησή τους, θυμίζοντας πως για κάποιους, το άστρο που τους οδηγεί στην ζωή, θαμπώνει πριν ακόμη λάμψει.
Οι αλλεπάλληλες εναλλαγές τοπίων, καταστάσεων αλλά και συναισθημάτων «αναγκάζουν» τον αναγνώστη να αδημονεί για την ολοκλήρωση του εξαιρετικού αυτού πονήματος, επιζητώντας την εύρεση της αλήθειας, την κορύφωση και τέλος την κάθαρση.
Δίχως να το επιδιώκει, η συγγραφέας, κρατά άσβεστη την αγωνία μέχρι την τελευταία σελίδα προσφέροντας έντονες συγκινήσεις αλλά και την αιτία για προβληματισμό σε όσους αξιωθούν την ανάγνωσή του. Και όπως γράφει ο Τζων Στάϊμπεκ στις «Ουράνιες βοσκές» : «Η ύψιστη και έσχατη επιθυμία ενός δημιουργού είναι η εξής : μια σπίθα απ’ το έργο του ν’ ανάψει μια φωτιά σε κάποια καρδιά, σε κάποιον νου, στις γενιές του μέλλοντος».
Η Πόπη Αρωνιάδα αποκαλύπτεται μπροστά στο καθρέπτη της ιστορίας, περιγράφοντας άλλοτε απλά, ρεαλιστικά τα γεγονότα δίχως ιδιαίτερα λογοτεχνικά φτιασιδώματα, αναδεικνύοντας τον τρόπο ζωής της υπαίθρου, τις συνήθειες, αλλά ακόμη τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων του μόχθου που έχουν σαν μοναδικό τους σκοπό την επιβίωση αυτών και των οικογενειών τους παλεύοντας καθημερινά με τα στοιχεία της φύσης. Εκεί τονίζει την ξεχωριστή θέση της μητέρας της και πόσο καταλυτικό ρόλο έπαιξε στην διαμόρφωση του χαρακτήρα της.
Άλλοτε πάλι, δημιουργώντας γλαφυρές εικόνες, τόσο έντονα δοσμένες, που ζωντανεύει μοναδικά, πρόσωπα, τοπία, αλλά και τις ιδιαιτερότητες, ή τα πάθη των ανθρώπων. Εδώ φαίνεται ο επηρεασμός του έργου της από την εξαιρετική ποιητική της γραφίδα που μ’ αυτό τον τρόπο «ντύνει» υποδειγματικά και μοναδικά την κάθε φράση της με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο.
Οι ήρωες του βιβλίου της, πραγματικοί, ή φανταστικοί, ζουν ανάμεσά μας, έχοντας μια ιδιαίτερη ζωή, προσπαθούν με το δικό τους τρόπο να επιβιώσουν, όπως και η ίδια η Πόπη Αρωνιάδα. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εμπόδια, ή προβλήματα παρουσιάζονται στη χρονική της διαδρομή, έχει μάθει να αγωνίζεται, γιατί η ζωή είναι αγώνας.
Ακόμη και οι φανταστικές ηρωϊδες της, οι δίδυμες αν και ξεκινούν από την ίδια αρχή, διαγράφουν μια τελείως διαφορετική πορεία, κάνοντας η κάθε μια τον δικό της αγώνα, μέχρι η ίδια η ζωή να αποφασίσει να τις ενώσει ξανά. Με την έντονη και ιδιαίτερη ζωή της κάθε μιας, αναδεικνύεται ο πραγματικός τους χαρακτήρας με τα προτερήματα και τα ελαττώματα που κουβαλούν στις «αποσκευές» τους.
«Οι Δίδυμες» θα συζητηθούν έντονα στους λογοτεχνικούς κύκλους για την ορθότητα και την καθαρότητα των σκέψεων και των απόψεών της Πόπης Αρωνιάδας, μα και θα παραμείνουν στο μέλλον για να αποδεικνύουν πως, όπως έγραψε ο Ρομαίν Ρολάν, «Το να δημιουργείς, είναι σα να σκοτώνεις τον θάνατο…».

.

ΟΥΛΕΣ (2016)

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 16/11/2016

Μια ελεύθερη άσκηση ικανοτήτων στο κενό: ποίηση εις το τετράγωνο

Ως τίμια γλώσσα
βούτηξα να λιπανθώ
στα ύδατα της ψυχής μου

Αυτός ο ποιητικός λόγος συστήνεται ως τίμια γλώσσα, και μοιάζει να μας καλεί να ερμηνεύσουμε αυτή την εντιμότητα, πριν προχωρήσουμε στα ενδότερα νοηματικά. Γιατί δεν συναντάμε συχνά μια αυτογνωσία αυτής της ποιότητας μέσα στα πολλά ποιητικά λόγια. Η ποίηση είναι μια σοβαρή υπόθεση, για τον δημιουργό αλλά και για τον αναγνώστη, από τη στιγμή που επιχειρεί την καταβύθιση στο εσώτερο του εαυτού του ο πρώτος, αλλά και από τη στιγμή που συνειδητοποιεί ο δεύτερος ότι η επικοινωνία αυτή που αρχινά μέσω των στίχων μπορεί να οδηγήσει στη δική του αυτογνωσία. Ο ποιητικός λόγος δεν γνωρίζει όρια, επιτρέποντας πολλαπλές μορφές και, στη συνέχεια, πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες. Ίσως το μόνο που δεν επιτρέπει να είναι ένα άσκοπο παιχνίδι με τις λέξεις, μια αδιέξοδη (και ματαιόδοξη οπωσδήποτε) ενασχόληση με τα εσωτερικά τοπία του. Η εντιμότητα, κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν μπορεί παρά να είναι η σοβαρή αντιμετώπιση της ποίησης, στον βαθμό που ο ποιητής μιλά μόνον, όταν έχει αληθινά κάτι να πει. Και αυτό το επιχειρεί με τον απλούστερο τρόπο, ακριβώς τη στιγμή που μια εσωτερική επιταγή τού προτάσσει την αναπόφευκτη αναμέτρηση με τον στίχο. Τότε η ποίηση είναι γνήσια πρόταση και η γλώσσα του ποιητή χαρακτηρίζεται τίμια.

Μια έντιμη ποιητική κατάθεση επιχειρεί εδώ η Πόπη Αρωνιάδα. Και με τον τίτλο της συλλογής (Ουλές) αλλά και με την αφιέρωση δείχνει το ανοιχτό τραύμα, που την ωθεί στην εκφορά του λόγου. Κάθε φορά που συναντάμε μια δυνατή ποίηση, υποπτευόμαστε πίσω από τις λέξεις τα ίχνη των τραυμάτων. Η ποιήτρια εδώ μας προφταίνει και δηλώνει εξ αρχής τη βαθύτερη αιτία που οδηγεί τον ειρμό της σκέψης της. Και καταθέτει με αυτά τα ποιήματα την πιο ώριμη αναμέτρησή της με τους στίχους, κοιτώντας τους κατά πρόσωπο. Από τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές της ποιήτριας παρατηρήσαμε μια βαθμιαία προσέγγιση του πρώτου προσώπου, αρχικά καλυπτόμενου και κατόπιν απροκάλυπτα εμφανιζόμενου στον λόγο της. Ένα εγώ που παρέπεμπε σε μια ώριμη αναζήτηση της ουσίας του κόσμου μέσα από την ποιητική του απόδοση. Έτσι κι εδώ. Η αυτοσυνειδησία, η ανίχνευση των σκοτεινών σημείων του υποσυνειδήτου οδηγεί σε μια κατευθείαν αντιμετώπιση του προσώπου.

Απόστημα να σπάσω
με το νύχι προσπαθώ,
θέλω να χυθεί, έστω,
ψέμα δανεικό
τεχνητών παραδείσων,
μπροστά στην ακατάληπτη αλήθεια
του ορατού ανεξήγητου

Και αυτό θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως προσωπική ανάληψη ευθύνης και όχι ως αλαζονική απομόνωση. Αναπόφευκτα, ωστόσο, οδηγεί αυτή η εκδοχή της πρωτοπρόσωπης κατάθεσης σε ένα ποιητικό υποκείμενο μοναχικό. Η ώριμη θέαση των πραγμάτων συνοδεύεται και από προσωπικό ρίσκο που θα πάρει ο ποιητής για να μιλήσει για τα αθέατα στα οποία εισχωρεί η ποίησή του. Ίσως, λοιπόν, ο καλύτερος, ο πιο ευθύς και ειλικρινής τρόπος έκφρασης να είναι με την πρόταξη του εγώ, ακόμη κι αν αυτό συχνά φαντάζει εξαιρετικά μόνο του.

Ως δεύτερη επιλογή προσώπου η ποιήτρια επιλέγει το τρίτο πρόσωπο, άλλοτε για να αφηγηθεί μια ιστορία ή να περιγράψει μια εικόνα και άλλοτε για να νιώσει τη συμπερίληψή της σε μια κοινή κατάσταση, σε ένα κοινό τόπο πόνου, θλίψης και βιωμένης απώλειας.

Μια στιγμή παύσης
απ’ το καθ’ ομοίωση
ο έκπτωτος άνθρωπος

θα πει δηλώνοντας έτσι και την απομόνωση του ανθρώπου από την εκλεκτή ομοιότητα με το ανώτερο θεϊκό πρότυπο. Μόνος και εγκαταλελειμμένος, ακόμη κι αν αυτή η απομάκρυνση από το επιθυμητό διαρκεί μια στιγμή. Καθοριστική όμως. Μπροστά στην ακατάληπτη αλήθεια του ορατού ανεξήγητου θα επιχειρήσει η ποιήτρια την προσωπική της ερμηνεία (αυτό άλλωστε είναι πάντοτε η ποίηση) εστιάζοντας ακριβώς στα ανείπωτα (η σημασία φωλιάζει στα ανείπωτα) που ίσως μόνο μια ποιητική εκδοχή τα κάνει, έστω για λίγο, ρητά και ορατά. Σ’ αυτό το εγχείρημα θα βρει αρωγή ή καταφύγιο (κατά μια άλλη εκδοχή) στον φυσικό χώρο, που περικλείει τα ανθρώπινα ευτελή και φθαρτά και δίνει μια απρόβλεπτη συμπαράσταση ή -σε βαθύτερη αναζήτηση- αποκαλύπτει την απώτερη ουσία.

Αγωνία αναμονής
για μια μέρα ευθύβολη
κεντρίζει τον οίστρο
μιας εγκάρδιας κραυγής,
απλώνοντας αντίλαλο
σε λαγκαδιές
να ξυπνήσουν τα πουλιά
της άνοιξης να κελαηδήσουν
να ξυπνήσει τ’ αγριόχορτα
ν’ ανθίσουν

Άλλοτε πάλι θα καταφύγει στις παλαιότερες αναμετρήσεις του ανθρώπινου πόνου με τον στίχο, δείχνοντας έτσι την αδιάκοπη πορεία αναζήτησης του ιαματικού λόγου, όπως δοκιμάστηκε από στόμα σε στόμα μέσα στα χρόνια.

Κρούω το ρόπτρο συνθηματικά,
με εκείνο τον πόθο
για επιστροφή,
της αδελφής
του νεκρού αδελφού,
ν’ ανοίξει, ν’ αγκαλιαστούμε
και να πεθάνουμε μαζί

Γνωρίζει, όμως, ότι μια τέτοια επιστροφή από τα μη ορατά του κόσμου φέρνει μαζί της και μια μεταμφίεση. Για να γίνει αισθητά απτό και γήινο ετούτο το παράδοξο απαιτείται η αρωγή του παραμυθιακού στοιχείου, έτσι όπως στη γλώσσα μας αυτά τα δύο (το παραμύθι και η παραμυθία) βρήκαν την αγαστή ομοιότητα. Το παραμύθι έχει κάποτε τον δράκο και κάποτε όχι. Η ποιήτρια θα μας το δώσει και στις δύο εκδοχές Παραμύθι με δράκο, Παραμύθι χωρίς δράκο. Η αλήθεια έτσι είναι πια ορατή: ο δράκος, αν υπάρχει, βρίσκεται μέσα μας, έτσι όπως η απόγνωση μπροστά στο ανελέητο και αναπότρεπτο τέλος τον επινοεί συχνά, σαν μια απειλή πραγματική. Και τότε οι στίχοι αποκτούν άλλο νόημα. Η απώλεια πρέπει να αντιμετωπιστεί, και ο ιαματικός λόγος έρχεται να φέρει τα φάρμακά του, για να θυμηθούμε τον Καβάφη που συνέλαβε ακριβώς αυτή τη διάσταση της ποίησης – Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως, που κάμνουνε –για λίγο– να μη νοιώθεται η πληγή. (Κωνσταντίνος Καβάφης «Μελαγχολία Ιάσονος Κλεάνδρου ποιητού εν Κομμαγηνή˙ 595 μ.Χ.») Σ’ αυτήν ακριβώς τη θεώρηση της ποίησης συγκαταλέγεται και ο λόγος της Πόπης Αρωνιάδα, αναζητώντας αυτό το λίγο των επουλωτικών φαρμάκων.

Καταπίνοντας αλμύρα
βυθίζομαι
σε φωτεινά έγκατα
βουβαίνοντας προσωρινά
την κουκουβάγια της σοφίας
και κυλάω, κυλάω
κάτω από γυάλινους θόλους
συλλαμβάνοντας ηδονές πόνου.
Κόμπος δάκρυ νωπό
έμβρυο πρόωρο
μορφοποιείται στο φως,
σε ακτίνες γκρι,
από μέταλλο και φωτιά
μια μελαγχολική αλισίβα
απ’ τις στάχτες καμένων οστών
άστεγων ονείρων.

Κάπως έτσι μορφοποιείται ο ποιητικός λόγος, μέσα από την οδύνη και τη βίωση του ατελούς, μέσα από ένα σκληρό τοπίο φτιαγμένο από μέταλλο και φωτιά. Ίσως δεν γράφεται με άλλα υλικά η δυνατή ποίηση και μάλλον με λιγότερο ανώδυνο τρόπο δεν κοινωνείται το αποτέλεσμά της. Όλο αυτό, φυσικά, με τη σαφή επίγνωση ότι η δημιουργία συντελείται εν κενώ, όπως η ίδια η ποιήτρια το διατυπώνει αντιλαμβανόμενη ευφυώς την ποίηση ως ελεύθερη άσκηση ικανοτήτων στο κενό, με τον κίνδυνο της πτώσης, αν χαθεί η λεπτή ισορροπία στο ανύπαρκτο σχοινί. Γιατί η βίωση του τραύματος και η απόδοσή του με τον λόγο στην ουσία μόνο σαν αντίλαλος μπορεί να εκλαμβάνεται. Έτσι ο πόνος μεταλλάσσεται σε λέξεις και η ποίηση μόνο αιμάτινη μπορεί να είναι. Και τότε ο ποιητής αντικρίζει μέσα από τα ίδια του τα λόγια κάθε μέρα την εικόνα της απώλειας. Φάρμακο είναι η δημιουργία αλλά ποιος το αντέχει και αυτό μέσα στην πίκρα του;

Τα ποιήματα της συλλογής αυτής αποπειρώνται να ισορροπήσουν και σε μια δεύτερη γλώσσα, στην εξαιρετική μετάφραση μιας άλλης σπουδαίας ποιήτριας, της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ, η οποία και προλογίζει την έκδοση. Και σκέφτομαι, με αφορμή αυτή την απόδοση σε μια άλλη γλώσσα, ότι το εγχείρημα αυτό έχει πετύχει ακριβώς γιατί μπόρεσε να δώσει ως αποτέλεσμα μια καινούργια ποίηση (με τον ρυθμό και τις ανάσες της άλλης γλώσσας) που πατάει βέβαια πάνω στα χνάρια των λέξεων της αρχικής, όμως νοηματικά αποδίδει αυτό που αποκόμισε ως εξωτερικό ήχο και εσωτερικό απόηχο η μεταφράστρια. Άλλωστε το γνωρίζουμε ότι η ποίηση είναι ανοιχτή σε ερμηνείες τόσες όσοι και οι αναγνώστες της. Η μετάφραση πρώτα ως ανάγνωση λειτουργεί και κατόπιν ως νέα δημιουργία, που μπορεί να θυμίζει το αρχικό κείμενο, ωστόσο απέχει από αυτό όσο και το διάστημα που χωρίζει τις δύο ποιήτριες.

Η έκδοση από Το Ροδακιό εξαιρετική, με την αισθητική που αρμόζει στον ποιητικό λόγο, ζυγίζει αντικριστά τα δύο κείμενα και συνοψίζει το περιεχόμενό τους στο εύγλωττο εξώφυλλο με τη ζωγραφική δημιουργία του Simon Birch. Στο σύνολο μια πρόταση προς τον αναγνώστη ποιητική και εικαστική που δομείται πάνω σε μια αλήθεια, έτσι όπως μας τη δίνει η ποιήτρια και τη σχολάζει η άλλη ποιήτρια:

… γιατί όλα είναι αντίλαλος (Πόπη Αρωνιάδα)

ναι, όλα είναι αντίλαλος μιας πραγματικότητας, που συχνά ούτε στη φαντασία μας δε χωράει (Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ).

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΟΙΗΣΕΩΣ 10/11/2019

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Αντώνης Σκιαθάς

Πόπη Αρωνιάδα: «Ανοιχτόκαρδος νους για την ποίηση»

Η Πόπη Αρωνιάδα γεννήθηκε στο Λημέρι Ευρυτανίας.Σπούδασε λογιστικά για βιοποριστικούς λόγους, όμως την κέρδισε ολοκληρωτικά η ποίηση. Εργάστηκε για πολλά χρόνια στον χώρο των ΜΜΕ έως ότου συνταξιοδοτήθηκε πρόωρα για λόγους υγείας. Ποιήματά της δημοσιεύονται στα περιοδικά «Εύλογον», «Πνευματική Ζωή» και στις επιθεωρήσεις λόγου και τέχνης «Ύφος», «Δέκατα» και «Ποιητικά», «Απόπλους» και σε ανθολογίες ποίησης. Στα ποιητικά της βιβλία συγκαταλέγονται: Ωμό Φως (2009), Μυσταγωγία (2013), Στεναγμοί Ανατολής (2014, συλλογή χαϊκού), Ιστοί βαθιάς αλήθειας (2015), Ουλές / Scars (2016, δίγλωσση ποιητική συλλογή μεταφρασμένη από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, βρέθηκε στη δεκάδα των βραβείων Public από τους αναγνώστες), ΡΟΚΕ (2019). Έχει κυκλοφορήσει επίσης το μυθιστόρημά της Οι Δίδυμες (2018). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, πολωνικά, ενώ έχει λάβει διακρίσεις και βραβεία σε ποιητικούς διαγωνισμούς, όπως το 2ο βραβείο στον 30ό Παγκόσμιο Διαγωνισμό ποίησης Premio Nosside 2014 στο Reggio Calabria της Ιταλίας. Είμαι μέλος του Δ. Στου Κύκλο Ποιητών.

Πώς ακούτε την ποιητική φωνή σας διαβάζοντας τους στίχους σας;

Αντηχεί σαν ζεστός ανθρώπινος αντίλαλος, δίχως αλλοιώσεις παράξενων ανέμων, περιττά στολίδια και ανούσιο στόμφο. Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό τη σταθερότητα, την καθαρότητα και μια όσο το δυνατόν ολιστική αντίληψη της πραγματικότητας. Εύχομαι πως όλα τα παραπάνω στοιχεία σφραγίζουν τη γραφή μου και την έκφρασή της.

Επίγονο ποιων ποιητών θεωρείτε τον εαυτό σας;

Στ’ αλήθεια αγνοώ. Αν και έχω αισθανθεί τις επιδράσεις πολλών ποιητών ωστόσο στο πέρασμα του χρόνου, το προσωπικό μου ύφος διατήρησε μια ενδογενή αυθεντικότητα. Κουβαλώ την μύχια βεβαιότητα ότι η γραφή μου δεν είναι ρομαντική, αλλά αντιθέτως αποψιλωμένη από θηλυκά χαρακτηριστικά, όμως δεν παύω σε κάθε ευκαιρία να υπογραμμίζω με περηφάνια την ιδιαίτερη τιμή και αξία της γυναικείας υπόστασης. Θα μπορούσα να πω, πως βυθίζομαι στα κείμενα της AnneSexton, ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία μου, λαμβάνοντας ένα ιδιότυπο βάπτισμα.

Η ποίηση αδικεί τον ποιητή καθώς δεν μπορεί να τον θρέψει. Εσείς πώς την αντιμετωπίζετε επαγγελματικά στον βίο σας;

Είναι γεγονός, στην Ελλάδα όχι μόνο δεν μπορεί να τον θρέψει, αντιθέτως τον υποβάλλει σε τεράστιες προσωπικές θυσίες για να μπορέσεινα εκδώσει τα γραπτά του, να εκτεθεί. Πραγματικά ελάχιστοι λογοτέχνες δεν πληρώνουν για να βγάλουν τα βιβλία τους. Η ποίηση δεν είναι δυνατόν ν’ αποτελέσει βιοποριστικό επάγγελμα, είναι κατάθεση ψυχής, αιματηρή σκέψη και επίπονη εσώτερη διεργασία.

Πώς σας επισκέπτονται οι ιστορίες που γράφετε γι’ αυτές;

Ισως φαντάζει παράξενο, μα τα τελευταία δέκα χρόνια κι έπειτα από σκληρή μάχη με την αδυσώπητη αρρώστια, όλα διυλίζονται και διαχέονται, μέσα από το πρίσμα βαθιάς ευγνωμοσύνης. Τιμώ κάθε αίσθηση, την κάθε φράση που καρφώνεται στο μυαλό μου, κυλάω ώρες ατέλειωτες σκέψεις, αισθήσεις, συναισθήματα, στα τραχιά αλώνια του μυαλού μου, συμπληρώνοντας, συμπυκνώνοντας, διαφοροποιώντας ως τη στιγμή που αρχίζω να γράφω. Επεξεργάζομαι πολλές φορές το πρωτόλειο κείμενο έως ότου λάβει την τελική του μορφή.

Η αρματωσιά των ποιητικών σας διαδρομών σε τι διαφέρει από αυτές των ομότεχνών σας;

Υπερασπίζομαι με σθένος τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Προφανώς, διαποτίζει και τον τρόπο γραφής. Η δική μου αρματωσιά, όπως λέτε, είναι η εμπειρία, ο πόνος, η προσωπική αλήθεια και η ευθύτητα, πανοπλία μου ο τίμιος λόγος. Τα παραπάνω αποτελούν γνώμονα, ωστόσο αναζητώ πάντοτε τη στιγμή που το έργο μου θα διασταυρωθεί με τον αναγνώστη, θα τον συγκινήσει και θα τον σημαδέψει.

Ο χώρος της ποίησης και της λογοτεχνίας, όπως έχει δείξει η ιστορία, είναι τόπος μικρών και μεγάλων αψιμαχιών. Εσείς πώς τις βιώνετε;

Ναι, αυτό ισχύει, όπως σε όλους τους χώρους, αν και δεν θα έπρεπε, καθώς η λογοτεχνία χαρακτηρίζεται από πνευματικότητα και υψηλά ιδεώδη. Χρειάζεται μεγάλο προσωπικό αγώνα, πνευματική καλλιέργεια κι αυτογνωσία, ώστε να ξεριζωθεί από την ψυχή μας η μικρότητα και η ιδιοτέλεια. Χώρος υπάρχει για όλους. Εγώ επέλεξα να πορευτώ αυτόφωτη, έτσι αποφεύγω τις κακοτοπιές.

Η ποίηση έχει διάρκεια και διαδρομή. Εσείς πώς έχετε σχεδιάσει την πορεία σας προς την ολοκλήρωση του έμμετρου αγώνα που επιτελείτε;

Η ποίηση είναι παράφορος, διαχρονικός, αναλλοίωτος έρωτας, απαιτεί διαρκή μελέτη, αντίληψη, ανοιχτόκαρδο νου. Αυτές οι πηγές, ευτυχώς, είναι αστείρευτες. Αμετακίνητη στάση ζωής μου, να πορευτώ με τον ποιητικό λόγο ως το τέλος. Δεν σταματώ να δοκιμάζομαι. Πιστεύω πως στην ποιητική μου συλλογή «ΡΟΚΕ» από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό» μεταφέρω κάτι καινούριο. Εγραψα με μορφή παραληρηματικού λόγου, αυτόματης γραφής, θέτοντας ως κατακλείδα των ποιημάτων τον τίτλο. Με το σημάδι αυτού του δυνατού έρωτα πορεύομαι.

Στον επέκεινα χρόνο πού νομίζετε ότι θα βρίσκατε το πορτρέτο που η ίδια φιλοτεχνείτε;

Ελπίζω σε βιβλιοθήκες, σε ράφια βιβλιοπωλείων και στην καλύτερη περίπτωση κάτω από κάποιο μαξιλάρι.

Πώς ορίζετε το ποίημα που «αντέχει στον χρόνο»;

Πάντα επίκαιρο, πάντα φρέσκο, πάντα να συγκινεί με την ίδια ένταση. Μα, τίποτα δεν έχει σημασία αν δεν αγγίζει, χαράξει ανεξίτηλα, συνταράξει τον αναγνώστη.

.

ΣΤΗΝ ΑΡΙΑ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ

writersgang.com/9/3/2017

ΟΥΛΕΣ

Οι εσωτερικές της ανάγκες και οι πληγές αποτελούν την πηγή της δημιουργίας για την ποιήτρια Πόπη Αρωνιάδα, η οποία από τα πολύ νεανικά της χρόνια καταθέτει την ψυχή της μέσω της τέχνης του λόγου.
Έχοντας βιώσει τον πόνο σε όλες τις μορφές του, ένοιωσε την ανάγκη να τον κοιτάξει κατάματα μετουσιώνοντας τον σε δημιουργία. Η ποιητική συλλογή «Ουλές» είναι το αποτέλεσμα του πόνου και της σοφίας που αυτός επιφέρει, αφενός μεν ως βίωμα αφ’ ετέρου δε ως ανεξίτηλη μνήμη.

1. Έχετε εκδώσει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται «Ουλές». Πώς ξεκίνησε η ενασχόληση σας με την ποίηση;

Η ανάγκη έκφρασης μέσω του γραπτού λόγου, κυρίως δε μέσω της ποίησης έχει την αρχή της στα πολύ νεανικά μου χρόνια. Τα πρώτα ποιήματά μου τα έγραψα στο μεταίχμιο της εφηβείας μου, λίγο μετά την ηλικία των 18 χρόνων. Για αρκετό καιρό, αυτές οι καταθέσεις ψυχής μου έμειναν φυλαγμένες σε κάποιο συρτάρι, έως τη στιγμή που ήρθα σ’ επαφή με μια λογοτεχνική ομάδα και εν συνεχεία έλαβα μέρος σε διαγωνισμό ποίησης όπου βραβεύτηκα. Το γεγονός αυτό μου έδωσε ώθηση να συνεχίσω, ξεπερνώντας τις αντιξοότητες της ζωής, ώσπου το 2009 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική μου συλλογή, με έργα που ως τότε είτε ήταν ανέκδοτα είτε είχαν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πέντε ποιητικές συλλογές. Αναμφίβολα η πηγή της δημιουργίας είναι η εσωτερική ανάγκη, η πληγή του καθ’ ενός μας ή το αποτύπωμά της, γι’ αυτό και το τελευταίο μου βιβλίο εμπεριέχει τις ουλές.

2. Ποιός ήταν ο λόγος που επιλέξατε τον τίτλο «Ουλές» για το ποιητικό σας έργο; Ως έννοια παραπέμπει σε ανεξίτηλα σημάδια και πόνο. Υπάρχει κάποια εννοιολογική μεταφορά μήπως;

Έχοντας βιώσει τον πόνο σε όλες τις μορφές του, από την τρυφερή παιδική ηλικία ακόμη, ένοιωσα την ανάγκη να τον κοιτάξω κατάματα μετουσιώνοντας τον σε δημιουργία. Έτσι λοιπόν οι «Ουλές» μου είναι το αποτέλεσμα του πόνου και της σοφίας που αυτός επιφέρει, αφενός μεν ως βίωμα αφ’ ετέρου δε ως ανεξίτηλη μνήμη. Άλλωστε ακόμα κι όταν ο πόνος περάσει το σημάδι μένει ως ανάμνηση χαράζοντας νου και ψυχή. Έτσι με πρώτη ύλη όλες τις μορφές του πόνου υφαίνω εικόνες κρατώντας στον πυρήνα το βαθύτερο νόημα της ζωής. Η εμφανής μεταφορά υποκρύπτει την ανθρώπινη δύναμη που υπερβαίνει τον πόνο και τις πληγές ατενίζοντας με αισιοδοξία νέους ορίζοντες, κάτι που προκύπτει από την ανάγνωση των ποιημάτων μου.

3. Πρόσφατα αποφασίσατε να δοκιμάσετε τις δυνάμεις σας στη συγγραφή μυθιστορήματος, που είναι ένα είδος εντελώς διαφορετικό από την ποίηση αν και υπάγονται και τα δύο είδη κάτω από την ομπρέλα της λογοτεχνίας. Ποιός ήταν ο λόγος που σας ώθησε να κάνετε αυτή τη στροφή;

Είναι ευνόητο ότι δεν πρόκειται για στροφή, ή τουλάχιστον εγώ δεν το αντιλαμβάνομαι έτσι, αφού συνεχίζω αμείωτα και με πολύ πάθος να γράφω ποίηση. Ωστόσο ως διαφορετικός τρόπος έκφρασης μου δίνει τη δυνατότητα να μεταφέρω στον αναγνώστη γεγονότα, βιώματα και συναισθήματα που δεν θα μπορούσα με τον πυκνό λόγο της ποίησης. Η ίδια ανάγκη να μιλήσω στον αναγνώστη πολυμορφικά με οδήγησε παράλληλα στην συγγραφή μια σειράς διηγημάτων που πρόκειται σύντομα να κυκλοφορήσουν. Εκεί δίνεται η δυνατότητα στον δημιουργό να κινηθεί στα σύνορα της αφήγησης και του ονείρου με κείμενα μικρής έκτασης αλλά συμπυκνωμένων μηνυμάτων.

4. Αν σας καλούσαν να επιλέξετε να υπηρετήσετε μόνο ένα είδος μεταξύ της ποίησης και της πρόζας τι θα επιλέγατε και γιατί;

Αν κάποιος μου επέβαλε να επιλέξω σίγουρα θα διάλεγα την ποίηση, καθώς αποτελεί τον έρωτα και το πάθος μου, χωρίς να υποτιμώ τα υπόλοιπα είδη του γραπτού λόγου, τα οποία αγαπώ ιδιαίτερα. Εντούτοις η ποίηση μου προσφέρει μια ιδιαίτερη έκσταση.

5. Πρόσφατα έχετε περάσει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Κατά πόσον οι πνευματικές σας ενασχολήσεις σας βοήθησαν στην ψυχολογική αντμετώπιση του προβλήματος;

Όταν ο καρκίνος σου χτυπά την πόρτα κλονίζεσαι συθέμελα. Πρώτο μέλημά σου είναι η επιβίωση. Σ’ αυτόν τον άνισο αγώνα εγώ στάθηκα τυχερή, βγαίνοντας νικήτρια. Η εμπειρία αυτή επέφερε διαδοχικές εσωτερικές εκρήξεις, οι οποίες με κατηύθυναν ενδόμυχα στην εξωτερίκευση καταπιεσμένων αισθημάτων. Η καινούρια αντίληψη των πραγμάτων, στη δική μου ζωή βρήκε διέξοδο στον ποιητικό λόγο, ο οποίος πλέον πλουτίζεται από συμπεράσματα, εστιάζοντας και εκτιμώντας την απλότητα και την ομορφιά της ζωής. Σ’ αυτή τη διαδρομή και όσο κρατήσει το ταξίδι το γράψιμο λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά.

6. Ποιά είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Υπάρχει κάποιο όνειρο το οποίο θα θέλατε να υλοποιήσετε;

Κατακτώντας προσωρινά το μεγαλύτερο όνειρο, αυτό της ζωής, συνεχίζω να κάνω καθημερινά μικρότερα ώστε να την κάνω πιο όμορφη, δημιουργική δίνοντας στην ύπαρξη σκοπό. Θα ήθελα λοιπόν να μου δοθεί ο χρόνος και η δυνατότητα να πάρουν σάρκα και οστά πολλά ακόμη βιβλία.

.

Στον Παύλο Ανδριά

ΑΥΛΟΓΥΡΟ 7/9/2015

Η Πόπη Αρωνιάδα, απαντά στο «κουτσομπολιό»… της αυλής!!!

Η Πόπη, μια γυναίκα που έχει δώσει τις μάχες της στη ζωή, έχοντας οδηγό της την αισιοδοξία, μας διδάσκει…
ηθική και το πώς να χρησιμοποιούμε τη δύναμη του μυαλού μας αμείλικτα…

Τι σας έχει λείψει από τα παιδικά σας χρόνια;

Τα παιδικά χρόνια είναι καθοριστικά για την εξέλιξη και την πορεία του ανθρώπου. Τα δικά μου ήταν σκληρά από κάθε άποψη, επομένως το μόνο που μπορώ να πω πως μου λείπει, είναι η αθωότητα.

Ο αγαπημένος ήρωας των παραμυθιών, ποιος ήταν;

Ο δράκος. Πάντα μου άρεσαν τα παραμύθια που έχουν δράκους. Έδινε την δυνατότητα στον πρίγκιπα να παλέψει για να κερδίσει την όμορφη.

Θα συγχωρούσατε κάποιον που σας έχει πικράνει;

Το έχω κάνει αρκετές φορές στην πορεία της ζωής μου και δεν το μετανιώνω. Το να μπορείς να συγχωρείς είναι μεγαλειώδες, γιατί σου διώχνει ένα βάρος απ’ την ψυχή.

Ποιο θεωρείτε ως Θείο δώρο στο χαρακτήρα σας;

Το πάθος. Ότι κάνω και ότι βιώνω είναι στο μέγιστο βαθμό. Ζω το κάθε τι έντονα, τα καλά και τα άσχημα.

Ποιο είναι το βασικό σας ελάττωμα;

Η έλλειψη υπομονής. Με αποτέλεσμα να με τσακίζει η αργοπορία, ειδικά των προγραμματισμένων πραγμάτων.

Αν η μοίρα σας γύριζε την πλάτη, τι θα κάνατε για να την καλοπιάσετε;

Τις περισσότερες φορές τη μοίρα τη φτιάχνουμε μόνοι μας. Πιστεύω στη δύναμη του ανθρώπου, σαν πρωτεύουσα δύναμη. Όμως, αλήθεια είναι ότι προκύπτουν καταστάσεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε και τις αποδίδουμε στη μοίρα. Τότε χαμογελάω και πιστεύω (τεχνικά) έντονα, ότι όλα θα πάνε καλά και το αύριο θα είναι καλύτερο και είναι.

Πως εκδηλώνεται την αγάπη σας;

Έντονα και κυρίως με πράξεις! Οι άνθρωποι που αγαπώ, δεν έχουν καμιά αμφιβολία, το εισπράττουν με χίλιους τρόπους!

Η αισιοδοξία, υπάρχει στο λεξικό της ζωής σας;

Αυτή η λέξη οδηγεί πλέον τη ζωή μου. Όταν έχεις μυρίσει το χνώτο του θανάτου, δεν μπορεί να κυριαρχεί τίποτα άλλο!

Με τι ασχολείστε αυτό τον καιρό;

Μετά από μια μεγάλη μάχη με τον καρκίνο, μου δόθηκε η δυνατότητα πλέον να μη δουλεύω, παίρνοντας μια μικρή σύνταξη, έχω όλο το χρόνο να αφοσιωθώ στον μεγάλο έρωτα της ζωής μου, που είναι το γράψιμο. Μελετάω και γράφω κάθε μέρα. Γράφω κυρίως ποίηση. Αποπειράθηκα να γράψω και τελειώνω ένα πεζό, που έχω στόχο να κυκλοφορήσει μέσα στον επόμενο χρόνο.

Τι δεν θα θέλατε να μη σας κλέψουν από το θησαυροφυλάκιο της ψυχή σας;

Δεν μπορεί να μου κλέψει κανείς τίποτα απ’ την ψυχή μου, είναι απόλυτα ελεγχόμενος χώρος…

Ποια είναι η αγαπημένη σας ελληνική ταινία;

Πολλές είναι οι ελληνικές ταινίες που μπορώ να δω ακόμα, παρότι τις έχουμε δει άπειρες φορές. Αυτή που μπορεί ακόμα να με κάνει να γελάσω είναι η Παριζιάνα με το αθάνατο, Σούζυ τρως!!!

Ποιο είναι το αγαπημένος σας αντικείμενο, το «γούρι» σας;

Δεν έχω καμία σχέση με γούρια, δεν πιστεύω σ’ αυτά. Αυτό που υπάρχει πάντα στο πορτοφόλι μου είναι η φωτογραφία της κόρης μου. Αυτή δεν την αποχωρίζομαι ποτέ.

Ποια είναι η αγαπημένης σας ατάκα;

Μην κάνεις αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν. Θεωρώ ότι είναι θεμέλιος λίθος μιας ηθικής.

Πως φαντάζεστε το μέλλον των ΜΜΕ μέσα από την κρίση που βιώνουμε;

Θα συνεχίσουν να παίζουν τον ρόλο του διαμορφωτή της κοινωνίας, γιατί αυτό τους επιτρέπουμε να κάνουν.

Η εξουσία πιστεύετε, φιμώνει τις τέχνες από φόβο ή από ανικανότητα να τις στηρίξει;

Και για τους δύο λόγους. Αλλά κυρίως από ανικανότητα και από άγνοια, για το πόσο σημαντικό ρόλο μπορούν να παίξουν οι τέχνες στην κοινωνία και κατ’ επέκταση από αδιαφορία, έχει άλλες προτεραιότητες…

Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο λόγος που ο Έλληνας αφήνει την τύχη του στα χέρια των άλλων;

Γιατί δεν έμαθε ποτέ να παίρνει τη ζωή στα χέρια του. Δεν βοήθησε σ’ αυτό η παιδία. Οργανωμένο το έγκλημα, γιατί είναι πιο εύκολο να διαχειρίζονται άβουλους και απαίδευτους ανθρώπους. Διαμορφώθηκαν με αυτό τον τρόπο ολόκληρες γενιές, ώστε κάποια πράγματα να γίνουν κατεστημένα και να αναπαράγονται από γονείς σε παιδιά. Η βόλεψή μας, ο εαυτός μας, η πελατειακές σχέσεις. Αυτά υπερισχύουν με τα γνωστά αποτελέσματα. Ελπίζω πολύ στις νέες γενιές, ν’ αντιδράσουν γιατί το λούζονται εξαιτίας μας.

Αν σας όριζαν για λίγα λεπτά της ώρας «νομοθέτη», ποιο νόμο θα θέτατε σε εφαρμογή;

Να υπάρχει ισόβια, σκληρή καταδίκη για τους παιδεραστές.

Τι φοβάστε περισσότερο, από τους ανθρώπους;

Τον άνθρωπο! Γιατί μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δύναμη του μυαλού αμείλικτα.

Αν μια κακιά μάγισσα σαν έκανε με το ραβδί της ζώο, τι θα θέλατε να είστε;

Αετός!!

Πιστεύετε στα όνειρα;

Ναι, η αλήθεια είναι ότι μ’ επηρεάζουν αρκετά. Ειδικά όταν έχεις σε λειτουργία μια έντονη διαίσθηση.

Αν σας ζητούσε ένα παιδί μια συμβουλή, τι θα του λέγατε;

Αυτό που έλεγα και στο δικό μου παιδί. Ν’ αγαπά, να πιστεύει και να σέβεται τον εαυτό του.

1 σκέψη για το “ΠΟΠΗ ΑΡΩΝΙΑΔΑ”

  1. Ζωρου Αννα

    Αγαπημενη μου φιλη Ποπη
    δεν φανταζομουν οτι θα εχεις αυτη την καταπληκτικη συγγραφικη πορεια στη ζωη σου την εποχη που πηγαιναμε στο λυκειο διαβαζοντας τα ποιηματα σου
    (αν και δεν καταλαβαινα καποια).
    Συγχαρητηρια σου ευχομαι να συνεχισεις να γραφεις κατακτωντας τα μεγαλυτερα επαθλα του χωρου.
    Παντα επιτυχιες

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *