ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΒΑΤΑ

Η Δήμητρα Κουβάτα γεννήθηκε το 1970 στο Βελεστίνο. Σπούδασε
στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου και εργάζεται ως καθηγήτρια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Ποιήματά της και μικρά πεζά έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις, έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Σκυλί δεμένο (Μανδραγόρας 2017)
Καθαρό οινόπνευμα (Μανδραγόρας 2020

.

.

ΚΑΘΑΡΟ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑ (2020)

Α’ ΦΕΡΤΑ ΥΛΙΚΑ

Η ΔΕΝΔΡΟΚΟΜΟΣ

Στον κήπο μου να φύτρωνε εξάπαντος το κλήμα
το αναμενόμενο, ας φύονταν σειρές
η κερασιά, μία ελιά και άλλα καρποφόρα,
που εξαρχής για ομορφιά τις επαινούν,
μετά για όλα τα χρειώδη.
Πελώρια να ’χα μια βελανιδιά, να γίνει
αυτή η αλύγιστη στο σπίτι μας,
η ισοβίως μόνη.
Και μια ιτιά να έβγαινε, μία κλαίουσα
να κλαίει καυτή όταν χρειάζεται
να μένω εγώ αδάκρυτη,
αστέναχτη
κι ωραία.

Έτσι να ζω.
Καταμεσής στα δέντρα. Μαζί με τα πουλιά.
Κι ας φθίνουν οι οπώρες τους.
Κι ας φθίνουν κι οι δικές
μας.

ΒΡΑΧΝΟ ΠΟΥΛΙ

Αν εξαιρέσεις τα κεντητά τραπεζομάντηλα
και τ’ αρραβώνα όσα χρυσαφικά
τίποτε άλλο,
μάνα,
δεν σου αξιώθηκα.

Τις μάνες ο κόσμος αποχαιρετά
με κοπετούς και βόγγους.
Με τα σανδάλια τα εξώφτερνα εγώ,
μάνα,
βουβή
σε κήδεψα.
Βραχνό πουλί, πάντα σε λάθος τόνο.

Όπως τα έλεγες
μάνα μου,
αποδείχτηκα.
Κοινωνικής μαθήσεως ανεπίδεκτη.
Κράτησα όλες τις κραυγές για τα ποιήματα.

ΜΕ ΔΕΔΟΜΕΝΗ ΤΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Τόσες παλιές ευχές.
Τόσες βαριές κατάρες.

Το κάρο κολλημένο.
Ίδια η λάσπη.

Τι παραπάνω απ’ τους καημούς
να μας πουν πια
τα ποιήματα;

Β’ ΩΣ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΟΡΓΩΜΕΝΑ

ΣΤΙΣ ΕΚΔΟΡΕΣ ΜΟΥ

σαν αγριόχορτο λέω
θρασύ
και απότιστο
δεν θα αντέξεις.

όμως
στις εκδορές που γλείφω
θα φυτρώνεις,
εκεί που δεν σε σπέρνουν.

εκεί,

όταν όλοι κοιμούνται.

ΕΝΑ ΓΑΛΑΖΙΟ ΦΩΣ

Ας πούμε καθ’ οδόν πως βρίσκεσαι.
Κι εκείνος ο συνδυασμός ο μία
στα χίλια είσαι.
Γιος μαζί και πατέρας
και πνεύμα το ανίερο, το ταραχοποιό.
Αιχμή βουνού και θάμνος άκακος
και ολόπικρος
καφές, όπως τον παραγγέλνω.

Έστω ότι απόψε ερχόσουνα,
στα πόδια ποθητό ένα γαλάζιο φως
αφήνοντάς μου, τι θα γινόμουν;
Θα πέταγα όλα μαζί κουβάρι
τα εφτά μου πέπλα ευθύς – να
αν σε λατρέψω, θα ’ναι όπως σου αρμόζει;

Δώρο το άδωρο, το ανεπίδοτο. Τώρα,
μην έρθεις. Για γάμο δώρο που
αναβλήθηκες. Δεν έχω και
πού να σου στρώσω, γι’ αυτό

μείνε στο ποίημα.

ΑΠΟΦΟΡΑ

Ό,τι είχα για σένα στο δισάκι μου
το ξόδεψαν τα τρίστρατα
μαντεύοντας τα ξέφωτα που έρχονταν
σε σένα.

Κι εσύ επέστρεφες σαν κυνηγός τα ξημερώματα
σαν τον Νεάντερνταλ
με τα θηράματα
ανάποδα στη ζώνη κρεμασμένα.
Να ξεψυχούν των αηδονιών οι σπαραγμοί
σε κάθε μώλωπα
σε κάθε χτύπημα της μπότας.

Ο δράκος έγινες
και μόνο σκόρδο πια μυρίζεις. Το παραμύθι
το φονέψαμε.

.

ΣΚΥΛΙ ΔΕΜΕΝΟ (2017)

ΝΗΠΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις μου
όταν σε συναντώ,
μικρά παιδιά.
Πισωπατούν, δειλιάζουν.
Κρύβονται πίσω απ’ τη φούστα μου.

Και όταν γυρνάμε σπίτι μας,
λιγάκι πριν τον ύπνο
μονάχα τότε αναθαρρούν
κι αρθρώνουνε λαλίστατες
τα χρώματα,
τις εποχές,
την πρέπουσα τη σύνταξη
παιχνίδια
και τραγούδια.

Και εγώ πάντα τις μαλώνω τρυφερά
«Κάθε φορά τα ίδια».

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΩΝ ΞΩΜΑΧΩΝ

Έκοψε μια φέτα
με τον τρόπο των ξωμάχων.
Με το ψωμί να ακουμπάει στο στήθος.
Την έσπασε σε κομμάτια και μοίρασε.
Μια για τα δαρμένα παιδιά
μια για τις παλιές αγάπες
μια για τα ανεκπλήρωτα όνειρα
μια για σένα
του τα υπήρξες όλα.
Ξεφέλωσε και το κρασί.
Λάβετε βρώσιν και πόσιν, λοιπόν.

Οι αδέσποτοι σκύλοι
έγλυψαν τις μουσούδες τους.

ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΟΝ

Σε ψηλόλαιμα μπουκάλια κλειστές
φωλιάζουν
οι επιθυμίες μου
σκεπασμένες με ζάχαρη.
Στη ζύμωση του ήλιου
εκτίθενται
στο περβάζι μου
χρόνια τώρα.

Γι’ αυτές
πρέπει να γίνω πουλί
και αψήφιστα να στριμώξω στο στόμιο
το πελαργίσιο ράμφος μου.
Να τις περάσω γυμνές από τη στενωπό
των αναγκών
και της καθημερινής λάτρας.

Έτσι μετά από τόσο κόπο
εγώ θα πετώ
με μια παλλόμενη επιθυμία
δεμένη σφιχτά στο ράμφος μου.
Με ένα φτερό κουτσό
και με ένα μάτι καρφωμένο στην πλάτη.
Γιατί
καθώς εγώ θα ίπταμαι,
θα με κυνηγά,
όσο και αν απομακρύνομαι,
η αγωνία του δραπέτη
του καταδικασμένου
να κοιτάζει ισόβια πίσω.

Ευτυχώς που
όταν αποτυγχάνω,
διανυκτερεύει με φώτα ανοιχτά
η ποίηση.

ΣΤΗ ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Οι ώριμες γυναίκες
όταν εκκλησιάζονται
κάνοντας το σημείο του σταυρού
αγγίζουν τις πάσχουσες περιοχές.
Την άνοιξη
τις νιώθουν να φλεγμαίνουν.

Αιώνες τώρα
τα συμπτώματα επιμένουν στα ίδια σημεία

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΑΛΓΟΣ

Αυτός ο πόνος ερχόταν το φθινόπωρο,
και πάντα πρώτα στον αυχένα.
Έπρεπε να τυλίγεται
σε ένα πλεκτό μαντήλι σιωπηλό
να προφυλάσσεται.

Του συνέστησαν
τις νύχτες
να καταπίνει πριν την κατάκλιση
λίγες γουλιές ανόθευτο
συμπυκνωμένο φεγγαρόφωτο,
της δυσθυμίας το αντίδοτο.

Μα αυτός, όλα τα βράδια,
επέμενε
να μέμφεται όχι το ανθυγιεινό του κλίματος,
αλλά μια μόνιμη ευπάθεια
που άφησε το χέρι της
ακουμπισμένο απαλά πάνω στην κλείδα του
στους μακρινούς νυχτερινούς περίπατους,
όταν ο καιρός άρχιζε να κρυώνει.

ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ

Κάποιος πρέπει να γράψει
για τις νοικοκυρές,
αυτές που στέκονται στο νεροχύτη το πρωί
να κάνουν τον καφέ τους.
Σ’ αυτά τα ελάχιστα λεπτά που χαμηλώνουν τη φωτιά,
ισιώνουν
για να κοιτάξουν πέρα απ’ το παράθυρο.
Μαρμαρωμένες,
όρθιες.
Καπετάνισσες
στο άλογο του χρόνου.
Ώσπου αναστατώνονται, κλείνουν εν τάχει τη φωτιά
και βίαια επανέρχονται
στη φύση τους.

Κάποιος πρέπει να γράψει και για τις νοικοκυρές.
Ναι, αυτές
με τη φωλιά στα αχτένιστα μαλλιά τους.

Η ΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΠΕΛΜΑΤΩΝ

Τα πέλματα
πάντα με ελαφρόπετρα τα έτριβα επίμονα,
να διώξω την υπερκεράτωση απ’ τους μεγάλους δρόμους.

Χρόνια μετά
ξυπόλυτη
στης πατρικής αυλής τις απολιθωμένες πλάκες
άκουσα με τα πέλματα
ριγώντας να πέφτει ο σπόρος του βασιλικού,
πηγάδια που σκεπάστηκαν, βαθιά να ανασαίνουν,
ομφάλιους λώρους και νεογιλούς
ξανά ν’ ανασκιρτούνε,
πεντάσημα να περπατούν ζώντες και τεθνεώτες.

Ανώφελη η φροντίδα, τελικά.
Στα ξένα χώματα
τα πέλματα μες στη σοφία τους, εκούσια θα κωφεύουν.

ΕΙΔΟΣ ΑΠΟΙΚΙΑΚΟ

Δεν πρέπει να ’μαι απ’ εδώ.
Ψάρι πάνω στην ξέρα.

Μες στης γιορτής τον συρφετό
τον άχαρο εσμό της,
τον βόμβο,
το αλύχτισμα,
την κάτισχνη χαρά τους
εγώ,
ένας αντάμωτος
παραπανίσιος ξένος.

Όμως,
μιλώ με ποιητές,
ιδρώνω με εικόνες.
Χορεύω
μόνο ακίνητος.
Σαστίζω με τους στίχους.

Μάλλον
θα ’μαι ηλίανθος.
Στρέφω μόνο στον ήλιο.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr11/4/2018

Τα δεμένα όνειρα της Δήμητρας Κουβάτα

Η ποίηση ως μορφή τέχνης οφείλει και να τέρπει. Όλα τα είδη τέχνης μαζί με το περιεχόμενο ψυχαγωγούν το κοινό, καθιστώντας έτσι πιο εύληπτο το μήνυμα. Η εμμονή σε έναν αμιγώς φιλοσοφικό αναστοχασμό αποπέμπει το συναίσθημα από την ποίηση και στην πραγματικότητα την ακρωτηριάζει. Σε μία τέτοια σύνδεση τέρψης και μηνύματος κινείται και η πρώτη ποιητική συλλογή της Δήμητρας Κουβάτα «σκυλί δεμένο» (Μανδραγόρας, 2017).

Η πρώτη εμφάνιση της Κουβάτα στα γράμματα αφήνει μία πνοή ωριμότητας. Η δημιουργός μολονότι πρωτοεμφανιζόμενη ελέγχει τα εκφραστικά μέσα και τη συναισθηματική ένταση. Η ποιητική της διακρίνεται για το μειλίχιο ύφος του εικονοποιητικού της λόγου. Προσωποποιήσεις (η τέλεια, νήπιες λέξεις) και μεταφορές (αστική ευγένεια, βορινό παράθυρο, τα μαθηματικά της ύπαρξης) προκαλούν την προσοχή του ακροατή/αναγνώστη και τον ταξιδεύουν στη νήσο της ποίησης. Στην πραγματικότητα συχνά ο συνυποδηλωτικός λόγος μετατρέπει όλη τη σύνθεση σε μία μεγάλη παρομοίωση (η τελεία, στις παρυφές της πόλης, νήπιες λέξεις) που με ευαισθησία αισθητοποιεί συναισθήματα μοναξιάς και πόνου (βορινό παράθυρο, θεμέλιος λίθος, πριν τον ύπνο, τα μαθηματικά της ύπαρξης, η μάνα μου, νυχτερινό άλγος, στην τοπική διάλεκτο των πουλιών) ή οργής (αλυσόδεση).

Με επίκεντρο το πρωτοενικό υποκείμενο η δημιουργός με έναν ατομικό προσανατολισμό εκθέτει υπαρξιακές αγωνίες. Συχνά υιοθετεί ένα αφηγηματικό ύφος (βορινό παράθυρο, θεμέλιος λίθος, εαρινή κόπωση, οικιακή οικονομία, ανοιχτοί λογαριασμοί) που κινείται στην αυτοαναφορικότητα του ποιητικού υποκειμένου, ενώ άλλοτε έναν μονολογικό ή εξομολογητικό λόγο (διανυκτερεύον, πριν τον ύπνο, νήπιες λέξεις η μάνα μου).

Εικόνες κοινωνικών παραστάσεων συμπλέκονται με οδηγό τις μεταφορές και τη συνειρμικότητα με το στοχαστικό υλικό (πριν τον ύπνο, διανυκτερεύον, αναρρίχηση, κάποιος να γράψει), ενώ άλλοτε πλάνα με πυρήνα τη φύση φωτίζουν τη μελαγχολική διάθεση (τέλος εποχής, θεμέλιος λίθος, διανυκτερεύον, αναρρίχηση, στην τοπική διάλεκτο των πουλιών) μετατρέποντας έτσι το φυσικό περιβάλλον με τον λυρισμό του στο ασφαλές ποιητικό καταφύγιο που αναζητά η δημιουργός καταπιεσμένη από τις δυσκολίες που καλείται συναισθηματικά να αντιμετωπίσει.

Με αγωγό τη συνυποδηλωτική δύναμη των λέξεων και την απεικονιστική τους συνειρμική ισχύ η Κουβάτα πλάθει παραμύθια (με τον τρόπο τον ξωμάχων, αναρρίχηση) αναζητώντας την έξοδο από όσα την πληγώνουν. Στοχάζεται για το όνειρο (θεμέλιος λίθος, πριν τον ύπνο, η κοίμηση) και τη ζωή (η τέλεια, εαρινή κόπωση, με τον τρόπο των ξωμάχων, στη Σταύρωση) ή την ποίηση (νήπιες λέξεις, διανυκτερεύον). Θυμάται αγαπημένα πρόσωπα που έφυγαν (comme il faut, οικιακή οικονομία, στην τοπική διάλεκτο των πουλιών, υπνική άπνοια η μάνα μου, τα μαθηματικά της ύπαρξης) ή αναζητεί μία ερμηνεία στο χρόνο που φεύγει (στις παρυφές της πόλης, ανοιχτοί λογαριασμοί).

Οι μεταφορές, τόσο αρμονικά δεμένες με την εικαστική της, συνεπαίρνουν το κοινό εξακοντίζοντας το συναίσθημα βαθιά στην καρδιά. Γιατί η ποίηση είναι συναίσθημα και Κουβάτα το γνωρίζει πολύ καλά (στην τοπική διάλεκτο των πουλιών, τα μαθηματικά της ύπαρξης, η τελεία, στις παρυφές της πόλης, ας υποθέσουμε ένα ανοιχτό παράθυρο, η σοφία των πελμάτων).

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

vakxikon.gr, Οκτώβριος 2018

Ποίηση για τη γυναίκα είναι το Σκυλί δεμένο, η πρώτη ποιητική συλλογή της Δήμητρας Κουβάτα. Συλλογή καλαίσθητη, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, με έργο του Φαίδωνα Πατρικαλάκι στο εξώφυλλο. Παραπέμπει στην παράδοση της «γυναικείας γραφής». Έτσι ονόμασε η φιλόσοφος και φεμινίστρια Ελέν Σιξού τη γραφή που συνδέεται με τη γυναικεία εμπειρία και χαρακτήρισε τη γυναίκα που γράφει για τα γυναικεία ζητήματα «αιώνιο μαχητή της ελευθερίας».

Η συλλογή κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή. Μιλά για την άχρωμη γυναικεία καθημερινότητα και πετυχαίνει να ζωγραφίσει με χρώματα τη θλιβερή, μουντή της πλήξη. Πρωταγωνίστρια η γυναίκα νοικοκυρά με τις υποχρεώσεις της. Η ποιήτρια σκύβει με στοργή στις καθημερινές της ανάγκες. Μέσα από συμβολισμούς και εικόνες που αντλεί από τη φύση, αναδεικνύει τα φαινομενικώς ασάλευτα και παγιωμένα σχήματα της οικογενειακής ζωής με τους απαράβατους τόνους μέσα από τους οποίους όμως ξεπηδούν απρόβλεπτα συναισθήματα και ισχυρές εσωτερικές συγκρούσεις.

Κάποιος να γράψει
Κάποιος πρέπει να γράψει
για τις νοικοκυρές,
αυτές που στέκονται στο νεροχύτη το πρωί
να κάνουν τον καφέ τους.
Σ΄ αυτά τα ελάχιστα λεπτά που χαμηλώνουν τη φωτιά,
Ισιώνουν
Για να κοιτάξουν πέρα απ΄ το παράθυρο.
Μαρμαρωμένες,
όρθιες.
Καπετάνισσες
στο άλογο του χρόνου.
Ώσπου αναστατώνονται, κλείνουν εν τάχει τη φωτιά
και βίαια επανέρχονται
στη φύση τους.

Κάποιος πρέπει να γράψει και για τις νοικοκυρές.
Ναι, αυτές
με τη φωλιά στα αχτένιστα μαλλιά τους.

Με όρους τραπεζικούς καταθέτει το άχαρο των οικογενειακών ισολογισμών: άτοκη εν τέλει η κατάθεση της ζωής. Καμία απόσβεση. Κανένα απόθεμα ψυχής. Χώρια οι κρατήσεις.

Και εκλιπαρεί τη μητρική αγωγή: μη μου μαθαίνεις να μετρώ με αριθμούς. Μάθε με να λογαριάζω με μέρες αδειανές από αγάπη.

Ψηλαφεί με λεπταίσθητη τρυφερότητα το μικροαστικό φάσμα της ζωής, τα δραματικά αδιέξοδα των έγκλειστων -στην ειρκτή του- συνειδήσεων και αναδεικνύει τη σισύφεια διαδρομή των καθημερινών ανθρώπων που υποτάσσονται στα σχήματα, αλλά και τη δυσκολία μιας πορείας κάθετης, αντίθετης στο ρεύμα.

Αναρρίχηση

Έβρεξε πολύ κι απόψε
Γέμισε ο κήπος σαλιγκάρια.

Ορειβατούν πάνω στο μίτο της βλέννας τους.
Χώνονται σε ό, τι έχω σοφά κρυμμένο.

Τα γνωρίζουν καλά
αυτοί ειδικά που παρατηρούν
τα φαινομενικώς ασάλευτα

και όσοι θήτευσαν
στη σισύφεια προσπάθεια
να σκαρφαλώνουν σε κάθετες επιφάνειες,
έστω και ζαλωμένοι
όλα τους τα αποθέματα
χωρίς καμιά αναρριχητική εκπαίδευση.

Για ειδική εξάρτυση ούτε λόγος.
Το γυναικείο φύλο, έγκλειστο μέσα στον κοινωνικό του ρόλο τον οποίο επωμίζεται κληρονομικώ δικαιώματι, παλινωδεί ανάμεσα στα πρέπει και στα θέλω, ανάμεσα στην άνοιξη της πρότερης ερωτικής ζωής και στη σκλαβιά της συζυγικής σύμβασης και θλίβεται για το μαρασμό της ερωτικής έλξης.

Συ είπας
Είπες πονάω στο φως
σαν πεταλούδα νεογέννητη
που μόλις βγήκε από το κουκούλι της
τσαλακωμένη.

Είπα αδημονώ
κι αναμετρώ τις κλίμακες του πόθου μας
που έρχεται.
{…}
Μετά πάψαμε να μιλάμε.
Τώρα μόνο για τους λογαριασμούς και τα παιδιά.

Το Δεμένο σκυλί στο σαλόνι, η ζωή της γυναίκας μέσα στη σύμβαση. Η γλωσσολόγος Τζούλια Κρίστεβα μίλησε για δύο πλευρές της γλώσσας: τη συμβολική, που περιλαμβάνει την οικογένεια, την ομαλότητα, την κανονιστική ζωή με την τάξη, την καταπίεση∙ και τη σημειωτική πλευρά της, τη «μετατόπιση», την «ολίσθηση» της γλώσσας προς το ασυνείδητο και την ποίηση.

Στην ποίηση της Κουβάτα είναι παρούσες και οι δύο πλευρές της γλώσσας. Από τη μια το συμβολικό μέρος της, με την οικογένεια, τις νόρμες και από την άλλη η παράβαση, η φυγή μέσα από την ποίηση. Στην Εαρινή κόπωση, το ποιητικό υποκείμενο μια μέρα ανοιξιάτικη με ωραίο καιρό, ασχολείται με τη λάτρα του σπιτιού. Σηκώνει τα χαλιά, ξεγυμνώνει τις γωνιές απ΄ τις αράχνες, αναποδογυρίζει τις πολυθρόνες, σέρνει χνούδια, εντοπίζει δαχτυλιές, οι μικρές καθημερινές στιγμές της γυναίκας (συμβολικό μέρος της γλώσσας).

Εαρινή κόπωση

Σάββατο κι έξω άνοιξη.
Ωραίος καιρός, είπα.
Κι άρχισα.

Σήκωσα από τις μασχάλες
κι έσυρα έξω
τα χαλιά,
μισολιπόθυμα από τον μακρύ χειμώνα.
Τ΄ απίθωσα ανάσκελα σαν ναυαγούς
να ζεσταθούν στον ήλιο.
Ξεγύμνωσα γωνιές απ΄ τις αράχνες τους,
για να φανεί
αν τέμνονται στ΄ αλήθεια οι γραμμές τους.
Αναποδογύρισα ασελγώς
όλες τις πολυθρόνες.
Μα ούτε εδώ σταμάτησα.
Έσυρα βίαια από κάτω τους, τραβώντας απ΄ τα πόδια,
χνούδια πολλά,
που υποχωρούσαν έντρομα σε κάθε κίνησή μου.
Κοιτώντας γύρω εντόπισα τις δαχτυλιές.
Χωρίς να βρίσκουνε διαφυγή
αναρριχούνταν ρυπαρές πάνω στις τζαμαρίες.
Τις έσβησα
τρίβοντας με μανία ειρκτής
όπως οι εγχάρακτες πατημασιές
που άφησαν άρβυλα και παντόφλες.

Έπειτα
κάθιδρη
κατάκοπη,
κάθισα καταμεσής του σαλονιού
κι έκλαψα
για τον κατ΄ οίκον περιορισμό
Σάββατο μέρα
άμα τω ήρι αρχομένω.

Το σημειωτικό όμως μέρος της γλώσσας, που εκφράζεται μέσα από την ποίηση, επιτίθεται στο συμβολικό με μια επιδρομή διασπαστική που ταράζει τη γαλήνη του κανονιστικού βίου και λειτουργεί επαναστατικά. Σ΄ αυτή την περίπτωση το δεμένο σκυλί γίνεται ζώο άγριο και παμφάγο.

Εκεί
κάτω απ΄το δέντρο
που με ήθελες
δεμένο σκυλί

έγινα ζώο άγριο και παμφάγο.

Η Κρίστεβα και η Σιξού ονόμασαν αυτή την επιδρομή έναν «οραματικό σημειωτικό θηλυκό κόσμο» που επιτρέπει στο ποιητικό εγώ να ονειρευτεί εναλλακτικές μορφές του κόσμου. Στην ποίηση της Κουβάτα αυτό συμβαίνει μέσα από την καταφυγή στο όνειρο, όπου έχουμε μια απώθηση της πραγματικότητας από τον συνειδητό νου.

Πριν τον ύπνο

Τα βράδια
πριν παροπλιστώ
από την τρέχουσα διαχείριση,
ευθυτενής,
αποφασιστική,
στέκομαι στον καθρέφτη
σύμφωνα με της σύγχρονης κοσμετολογίας
τις επιταγές.

Πλένω το πρόσωπο.
Προσεκτικά αφαιρώ
από τις παρειές τα πλάγια βλέμματα.
Σχολαστικά απομακρύνω
τα νεκρά νεύματα
πάνω από τον ώμο
που σήκωσε η δυσαρέσκεια.

Βουρτσίζω πάντα τα δόντια ανεξίκακα.
Τοποθετώ εν τάξει
τα ευπρεπή ψέματα.

Ενυδατώνω προστατευτικά
την εγκαρτέρηση.
Υποστυλώνω
με θωπείες και επιθέματα
όπου εντοπίζω
τη φθορά.

Μετά
δέχομαι να αφεθώ
στην καλλυντική ευεργεσία
των επιλήσμονων ονείρων.

Στο ποίημα Η μάνα μου, συγκινεί η γυναίκα – μητέρα, αρχετυπική μορφή, μοναδικά αγαπημένη, με όλα της τα τιμαλφή κρυμμένα στο βαθύτερο μέρος του «είναι» μας, ανήμπορη στα γηρατειά της. Στη «Σταύρωση», οι ώριμες γυναίκες, όταν εκκλησιάζονται, αγγίζουν τις πάσχουσες περιοχές κάνοντας το σημείο του σταυρού, υπαινιγμός για τον επαχθή γυναικείο ρόλο. Η λύτρωση έρχεται πάντα μέσα από την ποίηση:

Ευτυχώς που
όταν αποτυγχάνω,
διανυκτερεύει με φώτα ανοιχτά
η ποίηση.

Η Δήμητρα Κουβάτα χειρίζεται με ικανότητα την τεχνική της ανοικείωσης. «Άρση της συνήθειας» την ονόμασε ο ρώσος κριτικός Victor Shklovsky. Ο λόγος της είναι πρωτότυπος για θέματα χιλιοειπωμένα και καθημερινά.

Λογοπαίγνια, υπερρεαλιστικές τάσεις, συμβολισμοί, ευφάνταστες εικονοποιήσεις• αλλά και εσωτερικός ρυθμός με εμφατικές επαναλήψεις και ρήματα που δείχνουν το δυναμισμό της πρόθεσης, με ουσιαστικά ευχάριστα στην ακοή, όπως το μοσχοκάρυδο, το δαφνόφυλλο, το χαμομήλι, παρμένα από τη γυναικεία καθημερινή πρακτική. Η γλώσσα της πλούσια, με λέξεις που θέλγουν, λιώνουν στο στόμα.

Βορινό παράθυρο
Έψαξα εμβριθώς στο ντουλάπι
με τις ήπιες λύσεις.
Αυτοσχεδίασα ξανά.

Στα πρωινά
έμπηξα κρυφά ένα μοσχοκάρυδο,
τα λόγια
τα ζωντάνεψα με ένα μικρό δαφνόφυλλο,
τα βλέμματα
μαλάκωσα σε λίγο χαμομήλι.

Κάτω απ΄ το νεροχύτη
Καταχώνιασα
Παντοειδή οξέα και διαλυτικά.

Rien.

Εσύ, ακόμα, ένα βορινό παράθυρο
Που σκέβρωσε
Και δεν μπορώ να το ανοίξω.

Ως πρώτη παρουσία η συλλογή της Δήμητρας Κουβάτα Σκυλί δεμένο είναι εξαιρετικά ώριμη. Σαν έτοιμη από καιρό η ποιήτρια. Ποίηση ερωτική και υπαρξιακή, «γυναικεία», για τα καθημερινά. Με ανάλαφρο αλλά και δραματικό τόνο, με συμπόνια αλλά και υπομονετική αισιοδοξία, για τον έρωτα, τη φθορά, την ενηλικίωση, το θάνατο. Ο λόγος ξεδιπλώνεται με θεατρικότητα, χωρίς εξάρσεις, χαμηλόφωνα, αλλά υποβλητικά. Οι συνθέσεις της θυμίζουν θεατρικές σκηνές του Τσέχωφ, με το μικροαστικό περιβάλλον, το ήρεμο επιφανειακά, αλλά τις ισχυρές εσωτερικές συγκρούσεις.

Η τρυφερή και αισθαντική φωνή της Δήμητρας Κουβάτα στη συλλογή Σκυλί δεμένο ακούγεται μια νύχτα με απόβροχο, μ΄ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, το λυγμό ενός βιολιού ή ενός αργού βορειοηπειρώτικου τραγουδιού και με τον κήπο γεμάτο σαλιγκάρια, σαν καταπραϋντικό αφέψημα, πριν την κατάκλιση, με λίγες γουλιές ανόθευτο φεγγαρόφωτο.

Υπνική άπνοια

Ίσως κάπου να έπαιζε βορειοηπειρώτικα
η μουσική έφτανε κομματιαστή
μια να έρχεται
και μια να χάνεται,
μία κοντά
μια μακριά.
Ο πρώτος των τραγουδιστών, υψιπετής
τέντωνε και ανέπεμπε τα φωνήεντα
ο δεύτερος ανέμιζε άσπρο πανί μια κραυγή
και βιαστικά την έκρυβε στην τσέπη του.
και όλοι τους οι υπόλοιποι, όρθιοι
έπλεαν μέσα σε βάρκα στον Αχέροντα
ομοθυμαδόν
πότε ψηλά
πότε χαμηλά,
μια πάνω
και μια κάτω.
Απότομα, άπνοια.
Λυγμός.
Με την ανάσα
βίαια πάλι από την αρχή
ο Αχέροντας έσπαγε την πέτρα
έσφιγγε την ηχώ, τετέριζε τον αντίλαλο.

Το νερό στο δωμάτιο όλο το βράδυ ψήλωνε
η βάρκα ανέβαινε
κι εγώ πνιγόμουν εκεί στο βυθό.
Και δεν έλεγα να ξυπνήσω κάτω από τόσους τόνους νερό.
Μόνο ανέπνεα ασθματικά
σαν βορειοηπειρώτικο βραχνό.

.

ΞΑΝΘIΠΠΗ ΖΑΧΟΠΟΎΛΟΥ

FRACTAL 07/03/2018

Ποίηση και… τα σκυλιά δεμένα

Στην πρώτη της ποιητική κατάθεση, η Δήμητρα Κουβάτα, εμφανίζεται με ώριμη στιχουργία, σαν «έτοιμη από καιρό». Καρπός έτοιμος, που δεν έχεις, παρά να απλώσεις και να τον γευτείς. Αυτό σημαίνει, πως μάλλον δεν εξέδωσε τα πρωτόλειά της, δείγμα πειθαρχίας, αρετής στην τέχνη. 30 ποιήματα, σε μια πραγματικά καλαίσθητη συλλογή, από τις εκδόσεις Μανδραγόρας, με πίνακα του Φαίδωνα Πατρικαλάκι στο εξώφυλλο και μ’ έναν τίτλο που ξαφνιάζει και προκαλεί. Μια σειρά συνειρμών και ερωτηματικών. Ποιο είναι τελικά το ‘’σκυλί δεμένο’’;

Εκκινώντας από οικείους τόπους και τρόπους, της καθημερινότητας, ιχνηλατεί εσωτερικά τοπία και βιώματα, φεύγοντας όμως τον μικρόκοσμο του προσωπικού. Δε στέκεται στην περιγραφή. Με το νυστέρι της, απαλά και τρυφερά, ανάμεσα από τους ιστούς των λέξεων, για να μην πληγώσει, προχωρά αναζητώντας το βάθος, τις κρυφές σχέσεις και αλληλουχίες, τους μίτους που οδηγούν στο φως του βυθού. Αγγίζει τα βάθη, τα αγαπά και έτσι θεραπεύει τα αδύναμα σημεία.

Με την ποιητική της γλώσσα οικοδομεί έναν κόσμο πέρα από τα ορατά. Έναν κόσμο που δείχνει στέρεος, στο στέρεο έδαφος των στίχων της, που τον στηρίζουν δημιουργώντας τελικά αντιστοιχία μορφής και περιεχομένου. Στίχοι δουλεμένοι, συγκρατημένοι, αλλά όχι εγκεφαλικοί, που κρατούν τους συναισθηματικούς χυμούς τους. Οι τόποι της καθημερινοί, απτοί, γίνονται το έναυσμα, το άλλοθι, για το ποιητικό ταξίδι της αναζήτησης και τη βουτιά στα εσώτερα.

Η Δήμητρα αγαπά. Τους ανθρώπους, τα πράγματα. Και τα αγκαλιάζει με τρυφερότητα. Η τρυφερότητα που διατρέχει όλα της τα ποιήματα, δίνοντάς τους ποιότητα και κάνοντας τους στίχους να δείχνουν εύθραυστοι, χωρίς όμως καθόλου τον κίνδυνο να σπάσουν. Κάποτε μια αίσθηση μελαγχολίας δε βαραίνει τους στίχους αλλά κρύβει ευγένεια και διάθεση στοχαστική. Όλα χωρούν στον κόσμο της.

Το θήλυ, έρχεται και επανέρχεται, επιμένει στους στίχους της:

Το αρχετυπικό σύμβολο της μάνας. Η μάνα που γίνεται λαγήνι με δροσερό νερό, πηλός που έχει μέσα της την πνοή της γέννας, λαγήνι που στάζει σταγόνες ζωής και αγάπης.

‘’η μάνα μου
είναι ένα σπασμένο λαγήνι που στάζει”

(Η μάνα μου)

Η απουσία, γένους θηλυκού κι αυτή, βαριά εγκυμονούσα, ως άλλη μάνα:

‘’γεννά συνέχεια νέους απογόνους
χωρίς να’ χει ιδέα από λογοπαίγνια
γνωρίζει πάντα πού κρύβεται η ουσία’’

(Τα μαθηματικά της ύπαρξης)

Γυναίκες ώριμες, που κουβαλούν τις πληγές των χρόνων τους:

‘’Οι ώριμες γυναίκες
όταν εκκλησιάζονται
κάνοντας το σημείο του σταυρού
αγγίζουν τις πάσχουσες περιοχές”

(Στη Σταύρωση)

Οι νοικοκυρές, παρόλο το βάρος της τριβής και της
καθημερινότητας: Μαρμαρωμένες, όρθιες
καπετάνισσες στο άλογο του χρόνου…
κάποιος πρέπει να γράψει για τις νοικοκυρές.
Ναι αυτές
με τη φωλιά στα αχτένιστα μαλλιά τους’’

(Κάποιος να γράψει)
Η σκοτεινή πλευρά του έρωτα τη θέλει «σκυλί δεμένο». Η ίδια, όμως, ελεύθερη όπως είναι, τον γκρεμίζει, και γίνεται τελικά ‘’ ζώο άγριο, παμφάγο’’.

Αδέσποτο σκυλί που πεινά:

«Για τις παλιές αγάπες
για τα ανεκπλήρωτα όνειρά μου
για σένα που τα υπήρξες όλα»
(με τον τρόπο των ξωμάχων).
Κάποτε ο έρωτας γίνεται ερμητικός:
‘’Εσύ, ακόμα, ένα βορινό παράθυρο
που σκέβρωσε και δεν μπορώ να το ανοίξω΄΄

(βορεινό παράθυρο)

ή αλγεινός:

‘’Μια μόνιμη ευπάθεια
που άφησε το χέρι της
ακουμπισμένο απαλά πάνω στην κλείδα του
στους μακρινούς νυχτερινούς περιπάτους
όταν ο καιρός άρχιζε να κρυώνει’’

(Νυχτερινό άλγος)

Εν τέλει, ήπιος, συνεσταλμένος, την κάνει παιδί σοφό, παιδί που όλα τα γνωρίζει (νήπιες λέξεις) και γυναίκα.

Το σώμα είναι σοφό και μετέχει όλο, από την κορυφή ως τα νύχια, στα μυστήρια και την αποκρυπτογράφησή τους, απορροφά τους κραδασμούς της καθημερινότητας.

«Στα ξένα χώματα
τα πέλματα με τη σοφία τους
εκούσια θα κωφεύουν».

Οι επιθυμίες, επίμονες, κάποτε την πνίγουν.

«Να τις περάσω γυμνές
από τη στενωπό των αναγκών
και της καθημερινής λάτρας».

(Διανυκτερεύον)

Υπάρχει στη συλλογή διάχυτη η αγωνία για τη φθορά και την τριβή στον καθημερινό βίο. Η πεζότητα φαίνεται να κατατρύχει το ποιητικό υποκείμενο.. Ζητά να το κρατά σκυλί δεμένο. Οι επιθυμίες ασφυκτιούν. Θέλει να ελευθερωθεί από τους καθημερινούς εγκλεισμούς, να σταθεί πάνω από την πεζή καθημερινότητα, να τη δαμάσει, να την κάνει σκυλί δεμένο. Αυτός είναι και ο λυρικός της τόπος.

Κι ευτυχώς, υπάρχει η ποίηση, έσχατο καταφύγιο, που διανυκτερεύει πάντα, με τα φώτα ανοιχτά.

‘’Ευτυχώς που
όταν αποτυγχάνω
διανυκτερεύει με φώτα ανοιχτά
η ποίηση’’

(Διανυκτερεύον).

Εκεί όπου ξέρει ότι μπορεί, με αίσθημα ανακούφισης και εμπιστοσύνης, να εναποθέσει την αγωνία της και να λυτρωθεί. Η ποίηση που ξέρει να δαμάζει την αγριότητα της καθημερινότητας και να την κρατά εκεί, σκυλί δεμένο.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

Fractal 17/4/2018

Η αλήθεια του καθενός είναι το αγώγι του

Η πρώτη επαφή με την υλική υπόσταση του βιβλίου: άριστη. Χαρτί ανάγλυφο, δεν χορταίνεις να το χαϊδεύεις. Δύο ισομεγέθη κάδρα στο εξώφυλλο. Στο επάνω περιέχονται όλα τα σχετικά με το βιβλίο (τίτλος, συγγραφέας, εκδότης, προσδιορισμός) και στο κάτω ένα ζωγραφικό έργο που παραπέμπει σε παλαιότερες εποχές, το οποίο φιλοτέχνησε ο Φαίδων Πατρικαλάκις. Παραδόξως το εκεί εικονιζόμενο σκυλί δεν είναι δεμένο. Τα πουλιά είναι στο κλουβί τους, οι τρεις άνθρωποι στο δικό τους κλουβί (σαλόνι) δεμένοι με τις συνήθειες, τα ρούχα και τα κοινωνικά τους δεσμά μα το σκυλί δεν φοράει λουρί ούτε είναι πιασμένο με σχοινί. Απαλά χρώματα, αθωότητα. Άλλες εποχές. Ο γραφίστας που έκανε την τελική σύνθεση πήρε το γλυκύτερο χρώμα από τον πίνακα και χρωμάτισε τον τίτλο του βιβλίου και τον λογότυπο των εκδόσεων, επιτυγχάνοντας έτσι τη μέγιστη δυνατή αρμονία.
Πρώτη σκέψη; Υπάρχει άραγε αυτή η αρμονία και στα ποιήματα; Πώς να είναι άραγε ο λόγος της πρώτης ποιητικής συλλογής της Δήμητρας Κουβάτα; Και έπονται περισσότερα. Γιατί το σκυλί να είναι δεμένο; «Ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα» λέει η έκφραση του λαού, δηλαδή μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς. Εδώ ο ενικός δρα προσδιοριστικά. Ποιο από όλα τα εμπόδια έχει ξεπεραστεί, έχει παραμεριστεί; Ποια αναστολή, ποια καταπίεση, ποιός φόβος; Ποιο σκυλί είναι δεμένο; Τι είδους σκυλί να είναι αυτό;
Στον μύθο του Αισώπου για τον λύκο και τον σκύλο, ο λύκος ρώτησε έναν σκύλο που ήταν δεμένος, ποιος τον έδεσε. «Μήπως αυτός που σε ταΐζει;» του είπε. Το σκυλί απάντησε πως ναι, ένας κυνηγός. Ο λύκος απήλθε λέγοντας πως προτιμάει την πείνα παρά το σφίξιμο του κολάρου. Ας δούμε τι τρέχει εδώ, ποιο είναι το κολάρο, ποιο το φαγητό και ποια η πείνα.
Η αρχή γίνεται ανορθόδοξα. Από το τελευταίο στοιχείο μιας πρότασης: την τελεία, όπου στο ομότιτλο ποίημα μεταξύ άλλων αποκτά μεταφορική υπόσταση:

Τελεία.
Μερικές φορές καταπακτή
μαζί με μια παύλα.
Άλλες φορές επίλογος,
με χείλη δαγκωμένα.

Το επόμενο ποίημα που αναφέρεται «Στις παρυφές της πόλης» βάζει άφθονες νοηματικές τελείες, με προεξάρχουσες αυτές των προσωπικών ορίων και επιλογών:

…ουδέποτε
εκχώρησα δικαίωμα ιδιοκατοίκησης
σε αυτούς
που επιδίδονται
κατ’ επάγγελμα
στη δήωση του χρόνου μου
στη σύληση του χώρου μου
στο θέρισμα των χόρτων μου…

ενώ με «Αστική ευγένεια» λέγονται με πέντε στίχους (ή μάλλον υπονοούνται) όλα όσα θα χρειαζόταν ώρες για να δώσεις στον άλλον να καταλάβει. Το πώς νιώθεις, το ποιος είσαι, το πώς θέλεις να σε προσεγγίζουν, το ποια είναι τα όριά σου, ως πού είσαι ανοιχτός για τον άλλον:

Θερμά παρακαλώ

να βγάλεις τα παπούτσια σου
στο ξύλινο πάτωμά μου.

Τρίζουν τα μέσα μου
όταν έρχεσαι.

Αφήνεται να εννοηθεί ότι εγώ είμαι εδώ και το «σκυλί δεμένο»; Έλα, μα πρόσεξε πώς θα ’ρθεις; Τι είδους πρόσκληση είναι αυτή με όρους ή προειδοποιήσεις; Έντιμη. Δηλωτική επιθυμία να έλθει ο άλλος, μα θα είναι καλοδεχούμενος μόνο αν έρθει με σεβασμό.
Από την άλλη, υπάρχουν και στιγμές έντονου πόθου, ανεξέλεγκτης λαχτάρας για έρωτα, για ζωή:

Είπα αδημονώ
κι αναμετρώ τις κλίμακες του πόθου μας
που έρχεται.

Εκεί δεν ξέρω αν ξεχειλώνουν λίγο τα όρια, έστω και πρόσκαιρα.
Προσωπικό θέμα του καθενός.
Το καταγεγραμμένο ως σύνηθες είναι το «μετά» που έρχεται ύστερα από τον έρωτα, ύστερα από τον όποιο «κορεσμό». Ύστερα από τη μετατροπή του έρωτα σε συνήθεια, σε δεδομένο, σε καθημερινή χειροπιαστή δυνατότητα, χωρίς την αρχική μαγεία του απρόβλεπτου, του παιχνιδιού, των εκπλήξεων.
Δίχως την πρωτοτυπία, δίχως τη συμμετοχή της φαντασίας. Ένα «μετά» όπου απουσιάζει εντελώς η «ζαβολιάρικη» πρόθεση να ανακαλύψεις τον άλλο συνολικά, να τιμήσεις κάθε κύτταρο του σώματός του, κάθε φωνήεν και κάθε σύμφωνο του λόγου του, κάθε απόχρωση των αισθήσεών του και μέσα από αυτό, να μαγευτείς από την αποκάλυψη πως ταυτόχρονα ανακαλύπτεις και εσένα. Αν αυτό καταλαγιάσει, αν χαθεί ή μπει σε κουτάκια, έρχεται αμείλικτο το σύνηθες – πρακτικό «μετά»:

Μετά πάψαμε να μιλάμε.
Τώρα μόνο για τους λογαριασμούς και τα παιδιά.

Μία παράγραφος 118 λέξεων, αποδόθηκε θαυμάσια σε δύο στίχους με δώδεκα λέξεις. Με δύο ρήματα και δύο ουσιαστικά. Προνόμιο: ποιητικό.
Αφήνεται να εννοηθεί ότι ο δρόμος ανοιχτός και το «σκυλί δεμένο»; Δηλαδή, είσαι ελεύθερος πλέον να πας όπου θέλεις; Ή μπορεί και το αντίστροφο, εγώ να επιλέξω να φύγω, να πάω όπου θέλω; Μήπως ο έρωτας κατάντησε πια «σκυλί δεμένο», σκλαβωμένο, δεδομένο; Όλα είναι πιθανά. Όταν έχει αλλάξει ο ένας από τους δύο ή και οι δυο, όσο κι αν προσπαθήσεις ομολογώντας:

έψαξα στο ντουλάπι
με τις ήπιες λύσεις.
Αυτοσχεδίασα ξανά

στο τέλος αποκαμωμένος (-η) παραδέχεσαι και καταλήγεις πως δεν έχει νόημα, άδικα «το κουράζεις», αφού

εσύ, ακόμα ένα βορινό παράθυρο
που σκέβρωσε
και δεν μπορώ να το ανοίξω.

Συνεχίζεις όμως να ζεις. Μετέχεις, κινείσαι, τρίβεσαι, δρας, πληγώνεσαι, μαθαίνεις. Στον απολογισμό σου προσμετράς πολλά:

Ενυδατώνω προστατευτικά
την εγκαρτέρηση.
Υποστυλώνω
με θωπείες και επιθέματα
όπου εντοπίζω
τη φθορά.

Μετά

δέχομαι να αφεθώ
στην καλλυντική ευεργεσία
των επιλήσμονων ονείρων.

Αφήνεται να εννοηθεί ότι στα όνειρα η απόλυτη ελευθερία, η ουσιαστική παρηγοριά, ότι εκεί ο δρόμος ανοιχτός και το «σκυλί δεμένο»;

Ή εσύ «σκυλί δεμένο» που μόνο με τα όνειρα μπορείς να πας όπου θέλεις, μπορείς να ξεφεύγεις;

Αλλάζοντας σκηνικό, έρχεται το θέμα «γυναίκα» και μάλιστα ώριμης ηλικίας. Είναι άραγε για εκείνη ο δρόμος λεύτερος πια και το «σκυλί δεμένο» ή είναι ακόμη στο έλεος του πόνου, των πεποιθήσεων και στην ουσία νιώθει η ίδια σαν «δεμένο σκυλί»; Μήπως είναι «σκυλί δεμένο» στον πάσαλο του χρόνου; Ή είναι σε μια διαρκή σταύρωση, και μάλιστα υποκριτική, αφού η ανδροφτιαγμένη κοινωνία, ενώ από τη μια χαίρεται και απολαμβάνει τη φρεσκάδα και την προνοητικότητα του θηλυκού μυαλού, τη χαρά της αφής και την ηδονή του τρύγου του γυναικείου στήθους, την υπέρτατη απόλαυση και επικοινωνία με τη ζείδωρη μήτρα, από την άλλη τα υποτιμά, τα καταδικάζει, τα σταυρώνει; Προς τι η μετοχή «πάσχουσα»; Ή μήπως είναι η νεοχριστιανική αντίληψη που σταυρώνει ό,τι ιερότερο, ό,τι ομορφότερο, ό,τι αγνότερο στη γυναίκα;

Οι ώριμες γυναίκες
όταν εκκλησιάζονται
κάνοντας το σημείο του σταυρού
αγγίζουν τις πάσχουσες περιοχές.

Η αγάπη; Καιρός να δούμε πόση αξία της δίνεται. Πράγματι, η αγάπη ως δροσερό νερό στην υδρία του χρόνου υμνείται έμμεσα με το να αναγορεύεται ως μέτρο ζωής, ως κριτήριο για το αν μια ημέρα πήγε χαμένη ή όχι:

Μη μου μαθαίνεις να μετρώ με αριθμούς.
Μάθε με να λογαριάζω με μέρες αδειανές από αγάπη.

Αν σε μια χρονική περίοδο υπερτερούν οι άδειες από αγάπη μέρες, τότε ζημία:

άτοκη εν τέλει
η κατάθεση ζωής.
Καμία απόσβεση.
Κανένα απόθεμα ψυχής.
Χώρια οι κρατήσεις.

Στο βάθος, αφήνεται να εννοηθεί ότι ο δρόμος είναι ανοιχτός και το «σκυλί δεμένο», μα η αγάπη πουθενά, μόνο η ρουτίνα μπαινοβγαίνει λεύτερη στην καθημερινότητα.
Στα δύσκολα μα και στα τετριμμένα, η εσωτερική μας φωνή ακούγεται σταθερή, ξεκάθαρη, καλώντας εκείνη στην οποία οφείλουμε την ύπαρξή μας, εκείνη τη μία και μοναδική στην οποία πάντα τρέχαμε να βρούμε καταφύγιο, να νιώσουμε το χάδι της, να γεμίσουμε από την αγκαλιά της. Εκείνη η οποία για χάρη μας πάντοτε «έδενε όλα τα σκυλιά του κόσμου» για να μας προστατεύσει :

θέλω
να είναι πάντα εκεί
η μάνα μου
ένα λεπτόφλουδο, μα υπέρχειλο
δροσιστικό λαγήνι.

Το «σκυλί δεμένο». Ελεύθερη και η απουσία να αλωνίζει τα χωράφια της ψυχής μας:

Η απουσία
-χωρίς να ’χει ιδέα από λογοπαίγνια-
γνωρίζει πάντα πού κρυβόταν η ουσία.
Εκεί και ξεγεννά

συγκινώντας, πληγώνοντας, φέρνοντας πόνο:

Αγκομαχά από την κατάκλιση
μέρες στο πάτωμα πεσμένη μια ρόμπα.
Και το μαντήλι σου επίμονα ρωτά.
Τα ανατοποθετώ,
αν και ημιθανή στη θέση τους
αλλά από ένα κούφιο νυχτικό
ξεχύνεται σε κύματα
κρύα η απουσία.

Άρα η μνήμη στο προσκήνιο

με τους λογαριασμούς
ορθάνοιχτους
να επωάζονται
και πάλι.

Ποικίλα τα θέματα των ποιημάτων, ίσως ασφαλής ένδειξη για τον διαφορετικό χρόνο γραφής τους. Όπως στο ποίημα που αναφέρεται στις νοικοκυρές. Οι νοικοκυρές, μπορεί να είναι αυτές οι ίδιες «σκυλιά δεμένα» στο δέντρο της Οικογενειακής Εστίας, μα ταυτόχρονα είναι αναντίρρητα και

καπετάνισσες
στο άλογο του χρόνου.

Ναι, έχει δίκιο η Δήμητρα Κουβάτα,

κάποιος πρέπει να γράψει και για τις νοικοκυρές.
Ναι αυτές
με τη φωλιά στα αχτένιστα μαλλιά τους.

Ή στο άλλο με τίτλο «Ειδικό βάρος» όπου δοκιμιακά (και υπέροχα) διαλαλείται κάτι που θα ήταν ίσως χρήσιμο να το αντιγράψουμε σε ένα χαρτάκι και να το κολλήσουμε στον καθρέφτη να το βλέπουμε κάθε πρωί:

Η αλήθεια του καθενός είναι το αγώγι του.

Συνυπολογίζεται το μεικτό,
το απόβαρο
και το ειδικό του βάρος.

Θα σημειώσω εδώ τον νοσταλγικό λυρισμό με τον οποίο μας αποχαιρετά το βιβλίο, ξεκινώντας από την αυλή αρχικά

ξυπόλυτη
στης πατρικής αυλής τις απολιθωμένες πλάκες
άκουσα με τα πέλματα
ριγώντας να πέφτει ο σπόρος του βασιλικού,
πηγάδια που σκεπάστηκαν, βαθιά να ανασαίνουν

(παρατηρώντας και τη δεκαπεντασύλλαβη μορφή του τελευταίου στίχου –με χρήση συνίζησης) και καταλήγοντας στα χωράφια:

Υγρά λιβάδια της νοτιάς
απλώνονται ανάσκελα στον ήλιο,
ενώ τα νεροκάλαμα
στοιχίζονταν
στου ποταμιού τα φρύδια.

Ο κάμπος
τάνυζε τα μέλη του στην πρώτη ηλιαχτίδα,
ευρύστερνο αλώνι για τον άνεμο,
για τη βροχή λαγήνι,
κάνιστρο με χαμόμηλο,
ποδόμακτρο του ήλιου.

Ξανά εδώ οι δύο τελευταίοι στίχοι σε δεκαπεντασύλλαβο, πάλι κάνοντας χρήση συνίζησης.
Η αίσθηση που μένει μετά από τη μελέτη του βιβλίου είναι πως πρόκειται για ώριμη ποίηση, καθόλου πρωτόλεια. Έρχεται με γλωσσική επάρκεια, με ικανή ροή, με εντιμότητα, καθαρότητα και αμεσότητα να προσθέσει το δικό της νερό στο αέναο ποτάμι της ποίησης και να αγγίξει τις καρδιές με την ουσία που φέρει ο λόγος της. Τριάντα ποιήματα, τριάντα συνομιλίες, τριάντα και πλέον θέματα για προβληματισμό και τοποθέτηση. Τριάντα αφορμές και οι δρόμοι όλοι ανοιχτοί, αφού τα σκυλιά καλά δεμένα, ήτοι το οικοδόμημα του λόγου καλοδεμένο.

Ο ποιητής ή ο αναγνώστης που έρχεται σε επαφή με την ποίηση; Αναφωνεί:

Χορεύω
μόνο ακίνητος.
Σαστίζω με τους στίχους.

Μάλλον
θα ’μαι ηλίανθος.
Στρέφω μόνο στον ήλιο.

Μήπως τελικά η ποίηση σε οδηγεί σε δρόμο ανοιχτό, με το «σκυλί δεμένο»;
Ή μήπως ο άνθρωπος είναι «σκυλί δεμένο» χωρικά και χρονικά και μόνο η ποίηση μπορεί να σπάσει τα δεσμά του; Μήπως η ποίηση έχει τη δύναμη να σε κάνει να «στρέφεις μόνο στον ήλιο»;

Ποιόν ήλιο; Της γλώσσας, της χαράς, της αυτογνωσίας, των συνειδητοποιήσεων, των ελεύθερων επιλογών, της τόλμης, των ταξιδιών, της ζωής;

Ή μήπως ή ίδια η ποίηση είναι «σκυλί δεμένο» που από τη μια πιστά σε καρτερεί ως άλλο Οδυσσέα και από την άλλη σε αφήνει λεύτερο να πάς όπου θελήσεις;

Μα δένεται άραγε η ποίηση; Κι αν ναι, με τι σκοινί;

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *