ΕΥΑ ΚΟΥΡΣΟΥΜΠΑ

Η Εύα μας λέει για τη διαδρομή της:  Γεννήθηκα στη Λευκωσία Μάη μήνα, όταν τα χελιδόνια επέστρεφαν και τα τριαντάφυλλα άνθιζαν στους κήπους. Από παιδούλα έγραφα κείμενα κι έστηνα παραστάσεις με άλλα πιτσιρίκια, για να ψυχαγωγούμε τους εαυτούς μας και τους μεγάλους – γονείς, συγγενείς και γείτονες. Στα 15 μου τά έφερε έτσι η μοίρα που βρέθηκα σε οικοτροφείο στη Γερμανία να τελειώνω το λύκειο και να ξεκινώ να ανακαλύψω τον κόσμο, (Kollegium Palatinum, Heidelberg), Ακολούθησαν οι πανεπιστημιακές σπουδές στη Βρετανία, (Saint Clare’s Hall, Oxford και University of Westminster, London – B.A. Honours in Media Studies με ειδικότητα στην παραγωγή και σκηνοθεσία τηλεοπτικών εκπομπών).
Επιστρέφοντας στην Κύπρο εργάστηκα πολλά χρόνια στο ΡΙΚ σαν σκηνοθέτης τηλεοπτικών εκπομπών για τον πολιτισμό, τις τέχνες, την κοινωνία. Με υποτροφία Fulbright, ανακάλυψα και τη μαγεία του Hollywood, (University of Southern California, Los Angeles – Postgraduate Diploma in TV and Cinema).
Μεταπήδησα στην διαφήμιση και εργάστηκα σε σημαντικές καμπάνιες, όπως η διεθνής εκστρατεία προβολής της Κύπρου για τον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού. Στη συνέχεια ασχολήθηκα με την επικοινωνία και τις δημόσιες σχέσεις.
Η νουβέλα μου «Ποτέ ξανά τυρόπιτα, μ’ ακούς;» επανεκδόθηκε στην Ελλάδα, μετά από την εξάντληση της πρώτης έκδοσης στην Κύπρο. Έχω γράψει επίσης το θεατρικό «Actus Reus», που διακρίθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος PLAY ON του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου και του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου, ραδιοφωνικά θεατρικά και πολλά σενάρια για τηλεοπτικές εκπομπές και ντοκιμαντέρ. Το τελευταίο μου έργο είναι το μυθιστόρημα «Πεταλούδες στο Μπάνιο», με έμπνευση από την πραγματική ιστορία της οικογένειάς μου, που συνδυάζεται με μυθοπλασία και την προσωπική μου άποψη της πραγματικότητας.
Γράφω από τότε που πρωτοπήρα μολύβι στο χέρι μου, για να εκφραστώ, και για να μεταφέρω στους αναγνώστες εικόνες, συναισθήματα κι εμπειρίες από την μεγάλη πορεία της αναγνώρισης του κόσμου γύρω μας κι εντός μας. Τη συναρπαστική αυτή πορεία, που ξεκινά συνήθως με το ‘Sound of Music’ και καταλήγει πάντα με το ‘Sound of Silence’.

.

.

.

ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ (2019)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Μια νησιώτικη πολιτεία της Μεσογείου ανακτά την ανεξαρτησία της τη δεκαετία του ’60. Ανάπτυξη, τουρισμός, μιμητισμός.
Ένα ζευγάρι ενώνεται από έναν παθιασμένο έρωτα, που δεν αντέχει στον χρόνο. Σύγκρουση, διαζύγιο, πόνος.
Τρία κορίτσια μεγαλώνουν εκτεθειμένα στα πάθη και τα λάθη των προηγούμενων γενιών. Αγωνία, φόβος, τραύμα.

Ένα μυθιστόρημα τύπου family saga, που εστιάζει στην ιστορία μιας οικογένειας και κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και την φαντασίωση. Με αναδρομές στο παρελθόν των προγόνων των μικρών ηρωίδων, και με
προβολές στιγμιότυπων από τις μελλοντικές ζωές τους, ο αναγνώστης ταξιδεύει μπροστά και πίσω στον χρόνο από τις φυτείες των λευκών αποικιοκρατών στην Αφρική, στις φάμπρικες και τους Gastarbeiter στη Γερμανία, στην Ινδία των υπαρξιακών αναζητήσεων, στην Αμερική των μεταναστών και της επιτυχίας, στην Αυστραλία, γη της επαγγελίας, στην Ισπανία της φτώχειας και του ξεριζωμού, στην ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου, μέχρι και στην Αγγλία της μίνι φούστας και των Beatles.

‘ Οι πεταλούδες είναι όμορφες γιατί είναι
αθώες, δεν έχουν επίγνωση του σύντομου
βίου και του επικείμενου, οδυνηρού τέλους.
Είναι ανάλαφρες, ανέμελες και αεικίνητες…
σαν μικρά παιδιά…’

 

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Ο Βίκτωρας ξύπνησε πολύ νωρίς την Κυριακή μ’ έναν πονοκέφαλο που έκανε ακόμα και τη διαδικασία τής σκέψης δύσκολη. Μόλις συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν στο δωμάτιο των ξένων και θυμήθηκε τα γεγονότα τής προηγούμενης μέρας, κατακλύσθηκε ξανά από τύψεις για τα κορίτσια του. Προσπάθησε να καθίσει στο κρεβάτι, αλλά το δωμάτιο άρχισε να γυρνά σαν σβούρα ολόγυρά του. Ανήμπορος να κάνει κάτι, έγειρε πίσω στα μαξιλάρια και
παραδόθηκε σε έναν πολύωρο, μολυβένιο ύπνο μέχρι το βράδυ. Τον έβγαλαν από τον λήθαργο οι ψίθυροι των κοριτσιών του, που απορούσαν γιατί κοιμόταν τόσες ώρες. Ο Βίκτωρας σηκώθηκε σιγά-σιγά και ζήτησε από τις κόρες
του να τον περιμένουν κάτω στο καθιστικό μέχρι να ντυθεί. Μπήκε στο μπάνιο για ένα γρήγορο ντους και γύρισε στο δωμάτιο με καθαρότερο σώμα και μυαλό και με μια κόκκινη πετσέτα τυλιγμένη γύρω από τη μέση του. Ξαφνιάστηκε όταν βρήκε τη Ρένα, όρθια στη μέση του δωματίου, να περιμένει να του μιλήσει. Πάνω στο ξέστρωτο κρεβάτι είχε απλώσει ένα καλοσιδερωμένο πουκάμισο, παντελόνι, κάλτσες και εσώρουχα και στο πάτωμα είχε αφήσει τα παπούτσια του. Με παγερή αδιαφορία τού ανακοίνωσε πως την επομένη θα πήγαινε σ’ έναν δικηγόρο για να του αναθέσει το διαζύγιο. Εισηγήθηκε μάλιστα να βάλουν κοινό δικηγόρο και πρότεινε τον Φρίξο Μιχαηλούδη, που ήταν νομικός σύμβουλος της εταιρείας τού Φωκά, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο η διαδικασία θα τελείωνε γρήγορα και αναίμακτα, αφού το διαζύγιο θα έβγαινε ‘κοινή συναινέσει’.
Εντυπωσιάστηκε ο Φωκάς, τόσο από την αποφασιστική στάση και την πρωτοβουλία της Ρένας, όσο και από τη σωστή πληροφόρηση που είχε λάβει, ποιος ξέρει από πού. Τη ρώτησε ευθέως, αν είχε δεσμό με τον φαρμακοποιό.
Εκείνη αρνήθηκε να το επιβεβαιώσει, επειδή δεν ήθελε να του δώσει όπλα να την πολεμήσει, σε περίπτωση που καταλήγανε σε δικαστική διαμάχη. Αλλά ούτε το διέψευσε. Προτίμησε να μετατοπίσει τη συζήτηση αλλού, τονίζοντάς
του πως, είχε χάσει κάθε δικαίωμα να γνωρίζει ό,τι συνέβαινε στη δική της ζωή, μετά το τελευταίο φρικτό επεισόδιο. Εκλαμβάνοντας σαν ειρωνεία το αμήχανο μειδίαμα τού Βίκτωρα, τού είπε πως δεν είχαν απομείνει πλέον
μέσα της αισθήματα έρωτα ή αγάπης για το άτομό του και γι’ αυτό ήθελε να τερματίσει και νομικά τον γάμο τους. Του ανακοίνωσε πως θα έφευγε για λίγη ώρα από την έπαυλη, για να του δώσει την ευκαιρία να μιλήσει στα παιδιά τους για το διαζύγιο. Κι όταν ο Φωκάς πήγε να διαμαρτυρηθεί πως αυτό θα έπρεπε να το κάνουν μαζί οι δυο γονείς, η Ρένα άρχισε να του τα ψάλλει με τόση ένταση και οργή, που την άκουσαν ξεκάθαρα τα τρία κορίτσια στο καθιστικό στον κάτω όροφο.
«Τον καιρό που χαιρόσουν τον έρωτά σου με τη βρομοτσούλα, την αλκοολικιά, γυρίζοντας την Ευρώπη απ’ άκρη σ’ άκρη, μακριά από το σπίτι και τα παιδιά σου για βδομάδες ολόκληρες ούτε μας σκέφτηκες, ούτε μας λογάριασες. Μ’ άφησες μόνη μου, Βίκτωρα. Μό-νη-μου, να μεγαλώνω τρία παιδιά, που είναι και δικά σου. Δε νομίζεις πως ήρθε η ώρα να αναλάβεις την ευθύνη τους; Μέχρι να καταφέρω να ξαναβρώ τον εαυτό μου, που τον έχω χάσει προσπαθώντας να καταλάβω τι θέλεις εσύ! Εσύ, που ανατίναξες τις ζωές μας στον αέρα! Ήρθε η ώρα ν’ αντιμετωπίσεις τις συνέπειες των πράξεών σου. Όλα εδώ πληρώνονται, Φωκά, όλα εδώ πληρώνονται! Κάτσε τώρα να πεις στα παιδιά μας γιατί διαλύεται η οικογένειά τους και γιατί θα φύγουν από το σπίτι τους! Και μην περιμένεις συμπαράσταση ή βοήθεια από κανέναν, ούτε καν από την αγαπημένη θεία σου, γιατί είναι όλοι με το μέρος μου! Όλοι!»
Εκείνη η νύχτα ήταν από τις τραγικότερες της ζωής του. Ήταν εντελώς απροετοίμαστος για τις αλλεπάλληλες εκρήξεις που σάρωναν στο πέρασμα τους τη ζωή τής οικογένειάς τους. Καταλάβαινε την πίκρα και τον θυμό της Ρένας. Μπορεί να ήταν ανώριμος, αλλά άδικος δεν υπήρξε ποτέ ο Φωκάς. Όσο δύσκολο κι αν ήταν αυτό που του είχε ζητήσει, ο Βίκτωρας ήξερε πως έπρεπε να το κάνει. Αναγνώριζε πώς είχε το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη διάλυση της οικογένειάς τους, γι’ αυτό ήταν αναγκασμένος να αναλάβει το θλιβερό έργο της ενημέρωσης των παιδιών. Έπρεπε να βρει πιστευτά επιχειρήματα για να βοηθήσει τα κορίτσια του, το μεγαλύτερο από τα οποία μόλις είχε συμπληρώσει τα δώδεκα, να αποδεχθούν το διαζύγιο
και τις μεγάλες αλλαγές που θα έφερνε στην καθημερινότητά τους.
Η Ρένα κατέβηκε, αποχαιρέτησε τα κορίτσια, μπήκε στο κόκκινο Ford κι έφυγε.
Ο Βίκτωρας ντύθηκε και κατέβηκε στην κουζίνα. Ετοίμασε δροσιστικές λεμονάδες για όλους και πήγε στο καθιστικό. Ζήτησε από τα κορίτσια να καθίσουν στον καναπέ και να πάρουν από ένα ποτήρι λεμονάδα, κάθισε κι ο
ίδιος σε μια πολυθρόνα δίπλα τους κι άρχισε να τους μιλά. Με ειλικρίνεια και αμεσότητα. Σαν ίσος προς ίσο. Λες κι απευθυνόταν σε ενήλικες κι όχι σε κορίτσια που πήγαιναν ακόμα στο δημοτικό. Προσπάθησε να τους εξηγήσει, όσο πιο απλά μπορούσε, πως η ρουτίνα της καθημερινότητας ξεφτίζει τον έρωτα, πως οι συχνές απουσίες του από το σπίτι, απαραίτητες για την ανάπτυξη της εταιρείας, τον έβαζαν σε πειρασμούς. Τους είπε για το λάθος που έκανε να ερωτευτεί μια γυναίκα που δεν άξιζε και τους ζήτησε άλλη μια φορά συγγνώμη για την απαράδεκτη συμπεριφορά της Inez
στο πάρτι τους.
Στο άκουσμα του ξενικού ονόματος τα κορίτσια γύρισαν να κοιτάξουν η μια την άλλη, ξινίζοντας τα μούτρα τους. Την είχαν αντιπαθήσει και όχι άδικα. Ο Βίκτωρας συνέχισε να τους εξηγεί πως το γυαλί άμα ραγίσει δεν ξανακολλά
κι ότι ανάμεσα σ’ εκείνον και τη Ρένα υπήρχε πια μεγάλη απόσταση, παρόλο που κάποτε είχαν αγαπηθεί πολύ. Τους είπε πως ένα πολιτισμένο διαζύγιο είναι προτιμότερο από έναν κακό γάμο, όπως λένε οι ψυχολόγοι και οι νομικοί
που έχουν πείρα σ’ αυτά τα ζητήματα. Είπε στα κορίτσια να μη φοβούνται τη λέξη ‘διαζύγιο’, επειδή δεν αφορά στα παιδιά αλλά στους γονείς. Τα παιδιά δεν παίρνουν διαζύγιο. Είναι πάντα τα παιδιά των γονιών τους. Και οι γονείς
είναι πάντα η μαμά τους και ο μπαμπάς τους.
Η Νεφέλη τον κοιτούσε σιωπηλή με μάτια υγρά, γεμάτα παράπονο. Τα δυο μικρότερα κορίτσια όμως, άρχισαν να τον βομβαρδίζουν με απανωτές ερωτήσεις για τις οποίες δεν είχε απαντήσεις. Με ποιον από τους δυο γονείς θα ζούσαν από δω και μπρος, πού θα μένανε, αν θα φεύγανε από την έπαυλη, αν θα την παντρευόταν αυτή την Inez, αν η ξένη ήταν ‘αλκοολικιά’ και ‘πόρνη στην ψυχή και στο σώμα’, (όπως είχαν ακούσει να λέει η μάνα τους) και τι ακριβώς σήμαινε αυτό, κι άλλα πολλά ερωτήματα που ο Βίκτωρας δεν ήταν σε θέση να απαντήσει εκείνη τη στιγμή.
Ένιωσε πάλι τσιμπήματα στην καρδιά κι ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ακροβατούσε ανάμεσα στην αλήθεια, το ψέμα και τον ευσεβοποθισμό προσπαθώντας να μην τρομάξει τις κόρες του. Τους υποσχέθηκε πως οι γονείς θα ήταν πάντα δίπλα τους για να τις φροντίζουν και να τις στηρίζουν σε κάθε φάση τής ζωής τους. Και πως η ανατροφή και οι σπουδές τους ήταν εξασφαλισμένες, δεν είχαν λόγο να ανησυχούν, για το οικονομικό τουλάχιστον.
Υποσχέθηκε στις κόρες του ότι θα μπορούσαν πάντα να στηρίζονται στους γονείς τους για κάθε τους ανάγκη. Μεγαλόστομες υποσχέσεις, σαν κι αυτές που συνήθιζε να σκορπάει απλόχερα στη δουλειά του και στην ζωή του και
που πολλές φορές αναγκαζόταν να αθετήσει, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ακόμα κι όταν βρέθηκε απέναντι στα τρία αγαπημένα παιδικά προσωπάκια που τον κοιτούσαν με αγωνία κι απεριόριστη εμπιστοσύνη, ο Φωκάς
προτίμησε να καταφύγει στην ωραιοποίηση της κατάστασης και στις ψεύτικες υποσχέσεις για να μπορέσει να βγει από τη δύσκολη θέση.
Η Νεφέλη συνέχισε να τον κοιτάζει βουρκωμένη κι αμίλητη. Η Γιούλη δήλωσε πως, αν παντρευόταν άλλον άντρα η μαμά, εκείνη ήθελε να πάει να ζήσει με τη γιαγιά Ερμιόνη και τον Μιχάλη. Ο Βίκτωρας απάντησε πως ήταν σε προχωρημένη ηλικία η γιαγιά τους και δεν μπορούσε να αναλάβει τη φροντίδα τους. Τις διαβεβαίωσε πως πιθανότατα θα έμεναν με τη μητέρα τους, ίσως σε κάποιο άλλο σπίτι, όταν εκείνη ξαναπαντρευόταν, και με μιας οι τρεις φατσούλες συννέφιασαν. Η Διόνη είπε πως εκείνη ήθελε να μείνει με τον γονιό που δε θα ξαναπαντρευόταν κι ο Φωκάς αναγκάστηκε να της πει πως, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους, οι δυο γονείς ήταν λογικό και σωστό ‘να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους’. Η Νεφέλη δεν είχε πει λέξη. Ο Βίκτωρας τη ρώτησε τι σκεφτόταν κι εκείνη απάντησε:
«Πως κανείς από τους δυο σας δεν θέλει ν’ αναλάβει την ευθύνη μας, αλλά, δυστυχώς για όλους, μπαμπά, είμαστε ακόμα μικρές, είμαστε ανήλικες και δεν μπορούμε να ζούμε μόνες μας.»
Ο Βίκτωρας τη διαβεβαίωσε πως και οι δυο γονείς τους τις λάτρευαν και πως θα ήθελαν κι οι δυο να έχουν τα κορίτσια στα νέα σπίτια που θα έφτιαχναν στο μέλλον. Αλλά προτού προλάβουν να πάρουν μια ανάσα ανακούφισης με τα λόγια του οι μικρούλες, ο μπαμπάς τους πρόσθεσε πως, στην περίπτωση που, λόγω άλλων υποχρεώσεων, ούτε ο μπαμπάς ούτε η μαμά θα μπορούσαν να κρατήσουν τα κορίτσια, υπήρχαν στο εξωτερικό πολύ καλά σχολεία, με οικοτροφεία για εσωτερικούς μαθητές που οι οικογένειες τους μένουν σε άλλες χώρες, όπως παιδιά διπλωματών που οι γονείς τους μετακινούνται κάθε χρόνο, από χώρα σε χώρα λόγω επαγγέλματος. Σ’ αυτά τα εξαιρετικά σχολεία θα αποκτούσαν πολύ καλή μόρφωση, θα έκαναν καινούργιους φίλους από διάφορες χώρες και θα περνούσαν γενικά υπέροχα, αποκτώντας έναν κοσμοπολίτικο αέρα, που θα τις έκανε να ξεχωρίζουν ανάμεσα στους ημιμαθείς, στην πλειοψηφία τους, κατοίκους του νησιού.
«Που δεν ξέρουν ότι τα ‘dirndl’ είναι η παραδοσιακή στολή των κοριτσιών στην Αυστρία!» είπε η Διόνη, που θυμήθηκε πώς τις κοροΐδευαν τα άλλα παιδιά όταν η Ρένα τις είχε στείλει ντυμένες με την παραδοσιακή αυστριακή
στολή σε παιδικό πάρτι. Ο Βίκτωρας γέλασε με το σχόλιο τής μικρής κι έβαλε τα δυνατά του να τις πείσει πως όχι μόνο δεν είχαν να χάσουν από τον επικείμενο χωρισμό των γονιών τους, αλλά είχαν πολλά να κερδίσουν! Περιέγραφε το μέλλον των κοριτσιών πολύ πιο συναρπαστικό από το παρόν στο οποίο είχαν συνηθίσει. Καλά έλεγαν όσοι είχαν δουλέψει μαζί του, πως είχε τόση δύναμη πειθούς αυτός ο χαρισματικός άνθρωπος, που θα μπορούσε να πουλήσει ακόμα και ψυγεία σ’ Εσκιμώους που ζούνε σε ιγκλού! Με τα όμορφα λόγια και τις μαλαγανιές του κατάφερε να καθησυχάσει αρκετές από τις ανησυχίες των κοριτσιών και να τις κάνει να χαμογελάσουν. Τον καληνύχτισαν με σφιχτές αγκαλιές και φιλιά μόλις γύρισε στην έπαυλη η μάνα τους κι εκείνος έπρεπε να φύγει. Όμως ο Βίκτωρας αισθανόταν χάλια με τη συνείδησή του. Είχε πει πολλά ψέματα στα κορίτσια του. Ήξερε πως δεν μπορούσε να είναι ευτυχισμένο ένα παιδί στο αυστηρά πειθαρχημένο περιβάλλον ενός οικοτροφείου, μακριά από την πατρίδα, τους φίλους και την οικογενειακή θαλπωρή. Αλλά είχε καταλάβει πως η Ρένα δεν θα έκανε πίσω. Θα διεκδικούσε ένα διάλειμμα από τα μητρικά της καθήκοντα, για να κάνει μια καλή αρχή στη νέα της ζωή με τον φαρμακοποιό.
Το είχε διαισθανθεί από νωρίς ο Βίκτωρας πως η Ρένα σκόπευε να του φορτώσει τα κορίτσια για κάποιο χρονικό διάστημα. Ίσως να το έκανε και για λόγους εκδίκησης. Όμως ο τρόπος ζωής στον οποίο είχε συνηθίσει ο Φωκάς και η ανεξέλεγκτη συμπεριφορά της Inez, που ήταν προφανές πως δε θα δεχόταν εύκολα τον χωρισμό τους, δεν του επέτρεπαν να αναλάβει την καθημερινή φροντίδα τριών μικρών κοριτσιών. Κι αφού η Ολβία και η Ερμιόνη
ήταν πολύ ηλικιωμένες για να αντικαταστήσουν τους γονείς, δεν υπήρχε άλλη λύση από το οικοτροφείο. Τουλάχιστον για τον πρώτο καιρό. Αφού τα τρία κορίτσια μιλούσαν αρκετά καλά Αγγλικά και τα ιδιωτικά σχολεία στην
Αγγλία πρόσφεραν υψηλά επίπεδα εκπαίδευσης, ο Φωκάς αποφάσισε να βρει το καλύτερο αγγλικό σχολείο, όπου οι κόρες του θα μπορούσαν να φοιτήσουν σαν εσωτερικές, χωρίς να λογαριάσει τα έξοδα. Υποσχέθηκε επίσης στον
εαυτό του πως θα ταξίδευε συχνά στην Αγγλία για να τις βλέπει. Τις καλύτερες ευκαιρίες μόρφωσης και καλλιέργειας θα πρόσφερε στις κόρες του, σκέφτηκε με ικανοποίηση ο Βίκτωρας, προτού κλείσει τα μάτια του το βράδυ σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, παρόμοιο με όλα εκείνα στα οποία είχε περάσει και θα περνούσε ακόμα, εκατοντάδες βράδια μοναξιάς και αυτοαμφισβήτησης.
Τη Δευτέρα το πρωί, έχοντας βάλει σε μια σειρά τις σκέψεις του για τα απαιτούμενα βήματα προς αντιμετώπιση της κρίσης στην οικογενειακή του ζωή, ο Βίκτωρ Φωκάς λούστηκε, ξυρίστηκε, φόρεσε φρεσκοσιδερωμένο
πουκάμισο, γραβάτα και κοστούμι και πήγε στα γραφεία της εταιρείας του. Διευθέτησε τα πιο επείγοντα επαγγελματικά ζητήματα και μετά σχημάτισε στο καντράν του τηλεφώνου τον αριθμό στην Αγγλία του παλιού του φίλου και συνεργάτη Παύλου Παύλου ή πλέον Paul Poldark, που ήταν επίσης γνωστός στα κορίτσια, τη Ρένα και τον οικογενειακό περίγυρο ως ο ‘θαλαμηπόλος. Είχαν καιρό να επικοινωνήσουν οι δυο φίλοι κι έφταιγε ο Βίκτωρας γι’ αυτό. Ο Poldark είχε γνωριστεί με την Inez, που συνόδευε τον Φωκά σε όλα τα ταξίδια του στην Αγγλία τα τελευταία δυο χρόνια. Ο Paul είχε αντιπαθήσει τη νέα φιλενάδα του φίλου του. Τόνιζε με κάθε ευκαιρία στον Βίκτωρα πως η Inez θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο την οικογένειά του, αφού φαινόταν απρόβλεπτη κι αδίστακτη. Ο Φωκάς όμως δήλωνε με ονειροπόλο βλέμμα πως ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί της, πως τον ζωντάνευε η παρουσία της και πως δεν άντεχε λεπτό μακριά της. Κι ο Paul, ακόμα πιο ανήσυχος, συμβούλευε τον παλιό του μέντορα να χαρεί τον έρωτά του με την Ισπανογερμανίδα μέχρι να ξεθυμάνει, αλλά να είναι πολύ προσεκτικός. Η γυναίκα αυτή, (έλεγε ο Poldark), είχε την πονηριά και τη ραδιουργία στο αίμα της και καλά θα έκανε ο Φωκάς να μην την υποτιμά, αλλά να φυλάγεται.
Η πανούργα Inez είχε αντιληφθεί την αντιπάθεια τού Poldark προς το άτομό της και για να απομακρύνει τον
εραστή της από τον φίλο του, είπε ψέματα στον Βίκτωρα πως ο Paul την γλυκοκοίταζε και είχε προσπαθήσει να τη φιλήσει, όταν ο Φωκάς βρισκόταν στην τουαλέτα μιας μπυραρίας, όπου είχαν πάει μαζί ή είχε καθυστερήσει
στο ραντεβού που είχαν οι τρεις τους σε κάποιο εστιατόριο του Λονδίνου. Του τα έλεγε σε άσχετες στιγμές και με υποτονικό ύφος, λες και δεν έδινε σημασία σε αυτά που ισχυριζόταν ότι είχε κάνει ο Poldark, αλλά του τα ανέφερε, δήθεν, για να είναι προσεκτικός και να μην έχει τυφλή εμπιστοσύνη στον φίλο του. Ο ερωτευμένος Βίκτωρας, που μέχρι τότε έβαζε το χέρι του στη φωτιά για τον πιστό του φίλο, στο τέλος την πίστεψε. Απομακρύνθηκε από τον Poldark χωρίς να τον ρωτήσει αν όλα αυτά ήταν αλήθεια, ενώ γνώριζε πόσο αφοσιωμένος ήταν στη γυναίκα του τη Lily. Συχνά μάλιστα, ο Βίκτωρας έλεγε στον Παύλο πως τον ζήλευε που ήταν τόσο ευτυχισμένος και συναισθηματικά πλήρης στον γάμο του. Ο Φωκάς ήξερε ότι η ερωμένη του δεν πίστευε σε ηθικούς φραγμούς και αξίες. Ήξερε από την αρχή, (παρόλο που δεν το παραδέχθηκε ποτέ, ούτε καν στον εαυτό του), πως η Inez ήταν μια αδίστακτη, χειριστική σεξομανής, που αντιπαθούσε τα παιδιά. Ήταν όμως ερωτευμένος. Κι όπως έφτιαχνε τόσες και τόσες ωραίες ιστορίες για να χρυσώνει το χάπι των συγγενών και των συνεργατών του και να ξεφεύγει από τα δύσκολα, έτσι δημιούργησε και στο δικό του μυαλό ‘άλλοθι’ για την ερωμένη του.

.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

‘ΟΙ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ’ ΤΗΣ ΕΥΑΣ ΚΟΥΡΣΟΥΜΠΑ

Από τις εκδόσεις ‘Τελεία’ κυκλοφόρησε το νέο μυθιστόρημα  της Εύας Κουρσουμπά ‘Πεταλούδες στο Μπάνιο’.
Το βιβλίο παρουσιάστηκε την Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2019, στις 7 μμ σε εκδήλωση που έγινε στην κατάμεστη αίθουσα του Αρχείου του ΡΙΚ. Μίλησαν για το βιβλίο η δημοσιογράφος Αθηνά Βιολάρη, η ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά -Λαζάρου και η κλινική ψυχολόγος Χριστίνα Πέτα. Αποσπάσματα διάβασαν οι ηθοποιοί Λένια Σορόκου και Ανδρούλα Ηρακλέους.
Το βιβλίο ‘Πεταλούδες στο Μπάνιο’ είναι ένα μυθιστόρημα τύπου family saga, που εστιάζει στην ιστορία μιας νεαρής οικογένειας με τρία μικρά κορίτσια, σε μια νησιώτικη πολιτεία της Μεσογείου, που ανακτά της ανεξαρτησία της την δεκαετία του ’60.
Το μυθιστόρημα κινείται ανάμεσα στην πραγματικότητα και την φαντασίωση. Με αναδρομές στο παρελθόν των προγόνων των τριών μικρών ηρωίδων και με προβολές στιγμιότυπων από τις μελλοντικές ζωές των κοριτσιών, ο αναγνώστης ταξιδεύει μαζί με τους ήρωες μπροστά και πίσω στο χρόνο, στη ρομαντική Αθήνα του ’50, στις φυτείες των λευκών αποικιοκρατών στην Αφρική του ’20, στις φάμπρικες και τους Gastarbeiter χωρίς ταυτότητα στη Γερμανία το ‘50 και το ‘60, στην μυστικιστική Ινδία των προσωπικών αναζητήσεων και των βουδιστικών ashram το ‘80, στην Αμερική των μεταναστών του ’30, στην Αυστραλία, γη της επαγγελίας για όλους μέχρι και σήμερα, στην Ισπανία της φτώχειας και του ξεριζωμού το ’40, στην ακμή της ελληνικής παροικία της Αιγύπτου στην Αλεξάνδρεια πριν την αρχή των εθνικοποιήσεων το ‘57, μέχρι και στην Αγγλία των swinging 60s με τις μίνι φούστες, την ποπ μουσική και τις αυστηρές εκπαιδευτικές παραδόσεις.
Ένας μεγάλος αριθμός συναρπαστικών χαρακτήρων πλαισιώνουν τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος μέσα από τις δικές τους παράπλευρες ιστορίες, που πλέκονται αρμονικά με την ιστορία της οικογένειας Φωκά.
Στο νέο βιβλίο της η Εύα Κουρσουμπά στοχεύει να ταξιδέψει τον αναγνώστη στην δική του παιδική ηλικία, ξυπνώντας προσωπικές νοσταλγικές μνήμες, κι ενθαρρύνοντας την αναμέτρηση με το παιδικό τραύμα που κάθε ενήλικας κρύβει μέσα του.
Σημειώνει η συγγραφέας σχετικά με την επιλογή του τίτλου του μυθιστορήματος, που έδωσε και την έμπνευση για το εξώφυλλο του βιβλίου:
«Οι πεταλούδες συμβολίζουν τις ψυχές, που εγκλωβισμένες σε δυσλειτουργικές σχέσεις ασφυκτιούν. Κι όταν προσθέσουμε στην εξίσωση τον χώρο του μπάνιου, έναν χώρο κάθαρσης αλλά και υγρασίας, με τους υδρατμούς να κυλάνε σαν δάκρυα στα πλακάκια των τοίχων, τα φτερά των πεταλούδων μαραζώνουν και τα χρώματά τους ξεθωριάζουν. Έτσι όπως μαραζώνουν κι οι ψυχές….»

.

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΤΥΡΟΠΙΤΑ Μ’ ΑΚΟΥΣ; (2016)

(σημείωμα συγγραφέα)

Τί είναι πραγματικότητα και τί φαντασίωση;
Όλα όσα ζούμε, ή όσα νομίζουμε πως ζούμε, αποτελούν, άραγε, μια κοινά αντιληπτή, αντικειμενική πραγματικότητα, ή είναι απλά δημιουργήματα της φαντασίας μας;
Η φαντασίωση, βέβαια, δεν μπορεί να μειωθεί στο επίπεδο μιας υποθετικής εμπειρίας, αφού αποτελεί μια υποκειμενική πραγματικότητα, η οποία συχνά καταλήγει να γίνεται πεποίθηση και βίωμα. Κοινή αντικειμενική πραγματικότητα, από την άλλη, δεν μπορεί να υπάρξει, αφού, όσο κοντά κι αν έρθουν δυο άνθρωποι, τα μάτια τους θα κοιτάνε πάντα τον κόσμο από διαφορετική οπτική γωνία.
Οι προσωπικές φαντασιώσεις λοιπόν, μάλλον είναι η μοναδική υπαρκτή πραγματικότητα για τον καθένα από εμάς. Συνήθως πολύ διαφορετική. Γι αυτό πάσχει η επικοινωνία. Στον έρωτα και στις σχέσεις γενικά. Γιατί σε μια σχέση ο καθένας από τους συντρόφους ζει τη δική του ιστορία. Αυτήν που επιθυμεί, αυτήν που έχει ζήσει προηγουμένως με άλλο σύντροφο, ή αυτήν που η κοινωνία, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα ΜΜΕ, η διαφήμιση, ο κινηματογράφος, τα βιβλία, τα τραγούδια τον έχουν πείσει πως πρέπει να ζήσει. Υποκειμενικά και σαν φαντασίωση… πώς αλλιώς θα μπορέσει να «συγχωνευθεί», σώμα, μυαλό και ψυχή, με το αντικείμενο του έρωτα του;

 

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Στη διάρκεια της μέρας, τους καλοκαιρινούς μήνες, οι πισίνες της Nεφέλης ζωντάνευαν με τα γέλια και τα ξεφωνητά μικρών παιδιών, που φορούσαν πλαστικά μπρατσάκια και ρούχινα καπελάκια, και πλατσούριζαν στα ρηχά, παρέα με τις αλλοδαπές νταντάδες που τα πρόσεχαν.

Για να δροσιστούν στις ατέλειωτες ώρες της ηλιοθεραπείας, έμπαιναν στις πισίνες, σε τακτά χρονικά διαστήματα, και οι αργόσχολες μαμάδες των παιδιών, κι’ αυτές συνήθως στα ρηχά.

Oι ηλικιωμένοι κάτοικοι σπάνια εμφανίζονταν την ημέρα στις πισίνες τους, αφού έπρεπε να αποφεύγουν τον καυτό ήλιο και τις υψηλές θερμοκρασίες λόγω καρδιάς, ή πίεσης, ή δερματικών. Όταν έμπαιναν στο νερό, αραιά και πού, κι’ αυτοί τα ρηχά προτιμούσαν, για να κάνουν τις ασκήσεις που συνέστησε ο φυσιοθεραπευτής για τα αρθριτικά και το λουμπάγκο τους.

Tελικά, στα ρηχά ζούσαν και στα ρηχά κολυμπούσαν οι κάτοικοι της Nεφέλης. Tα βαθειά των πισίνων έμεναν αχρησιμοποίητα. Όπως και τα περισσότερα δωμάτια των μεγάλων σπιτιών της γειτονιάς. Tα έβαζαν όμως όλα σε καλή χρήση οι αλλοδαπές οικιακές βοηθοί, όταν απουσίαζαν τα αφεντικά τους. Τότε έβρισκαν, οι καημένες, την ευκαιρία να χαρούν την πρόσκαιρη ελευθερία τους, και να απολαύσουν τις ανέσεις και την πολυτέλεια των σπιτιών, που πάστρευαν καθημερινά. Προσκαλούσαν συμπατριώτες τους κι άλλους αλλοδαπούς και διοργάνωναν τρελά πάρτι.

Eίχε προσέξει και κάτι άλλο περίεργο: οι Aσιάτισσες νταντάδες και οικιακές βοηθοί φορούσαν κάτι άχαρα, σκουρόχρωμα και ολόσωμα μαγιό μπροστά στα αφεντικά τους. Όμως στις διακοπές του Δεκαπενταυγούστου, όταν ολόκληρη, σχεδόν, η περιοχή της Nεφέλης άδειαζε από τους εγχώριους κατοίκους της, που αναχωρούσαν για τις Mαλδίβες ή την Eλβετία, οι αλλοδαπές υπηρέτριες, που έμεναν πίσω για να φροντίζουν και να φυλάνε τα σπίτια, έκαναν τολμηρές εμφανίσεις στα πάρτι που οργάνωναν στα κρυφά, γύρω από τις τεράστιες πισίνες. Πετούσαν τα σκούρα, ολόσωμα μαγιώ κι έβαζαν κάτι μικρά, κατακόκκινα στριγκάκια. Γυμνόστηθες οι περισσότερες και φορτωμένες χρυσά κοσμήματα στα μελαμψά μπράτσα και το λαιμό τους, γελούσαν ασταμάτητα και πηγαινοέρχονταν στην κουζίνα, κουβαλώντας καυτερές λιχουδιές της πατρίδας τους, που είχαν ετοιμάσει.

Eκείνες τις υγρές και ζεστές νύχτες του Aυγούστου, με τις βαριές μυρωδιές των φαγητών που μαγείρευαν οι Aσιάτες και τις εξωτικές μουσικές τους, η γειτονιά της Nεφέλης της θύμιζε πιο πολύ την αμαρτωλή Μπαγκόγκ, παρά τον ήσυχο τόπο της. Tα μυστικά πάρτι των αλλοδαπών οικιακών βοηθών είχαν και παρατράγουδα. Όχι μόνο υλικές ζημιές και ερωτικά καυγαδάκια, που συχνά κατέληγαν σε βρισίδι και ξυλοδαρμούς.

Eίχε ακουστεί πως τον περασμένο Aύγουστο, σε μια από τις πισίνες της γειτονιάς, είχε πνιγεί ένας μεθυσμένος Φιλιππινέζος, που έχασε την ισορροπία του κι έπεσε στα βαθειά. Aυτός ο πνιγμός θεωρήθηκε είδηση για τη γειτονιά, επειδή είχε προκαλέσει την ανάμειξη της Aστυνομίας και των δημοσιογράφων, αλλά κι επειδή αφορούσε στον χαμό ενός ανθρώπου. Tα αδέσποτα γατιά, που πνίγονταν συχνά – πυκνά στις χιλιάδες κυβικούς τόνους νερού, που χωρούσαν οι πισίνες της Nεφέλης, κανένα δεν απασχολούσαν. Oι Aσιάτισσες υπηρέτριες μάζευαν, ασυγκίνητες, τα πνιγμένα γατιά με την απόχη που μάζευαν τα έντομα, τα φυλλαράκια και κάθε σκουπιδάκι που επέπλεε στην επιφάνεια του νερού, και μετά τα έθαβαν γρήγορα σε μια γωνιά του κήπου. Λέξη δεν έλεγαν στην κυρία τους, αφού αυτές τις οδηγίες είχαν από τον κύριο. Oι κυρίες αηδίαζαν με τα πνιγμένα γατιά και ζητούσαν να αδειάσουν οι πισίνες, να απολυμανθούν, και να γεμίσουν με φρέσκο νερό, προτού ξαναμπούν μέσα εκείνες και τα παιδιά τους. Όμως οι κύριοι έβρισκαν αυτή την απαίτηση εντελώς παράλογη για πισίνες τέτοιων διαστάσεων.

Έτσι, στους πολύχρωμους κήπους της Nεφέλης ήταν θαμμένα δεκάδες αδέσποτα γατιά, μετά τον πνιγμό τους σε πισίνες. Γατιά που γλιστρούσαν κι’ έπεφταν κατά λάθος στο νερό, ή δυστυχισμένα γατιά – αυτόχειρες, οδηγημένα στο θάνατο από την απελπισία της μίζερης ζωής τους. Bασανισμένα, αδέσποτα γατιά, όπως αυτό που της είχε κλείσει τώρα το δρόμο και της είχε ανοίξει τη ψυχή.

Eίχε συχνές περιπτώσεις ‘έκτακτης ανάγκης’, όλο εκείνο το διάστημα, που τα δάκρυα είχαν γίνει μέρος της καθημερινότητάς της.
Tις περισσότερες φορές, δεν ήταν σίγουρη για ποιόν ακριβώς λόγο έκλαιγε. Tα δάκρυα κτυπούσαν απροειδοποίητα: οποιαδήποτε στιγμή της μέρας ή της νύχτας, θόλωνε ξαφνικά η ματιά της κι άνοιγαν απότομα οι βρυσούλες. Kάποτε ήταν μια σκέψη, μια εικόνα, ένας ήχος, μια μουσική, ή ένα λουλουδάκι που προκαλούσε το ξέσπασμά της. Άλλες φορές πάλι τα δάκρυα άρχιζαν να αναβλύζουν χωρίς συγκεκριμένη αφορμή. Mε μυστήριο τρόπο, όπως αρχίζει ένας λόξυγγας.
Eίχε μάθει να τα αγνοεί, και να κουβαλά πάντα μαζί της το τσαντάκι με τα είδη μακιγιάζ, για να ξαναφτιάχνει το πρόσωπό της. Έκρυβε τα δάκρυα της όταν βρισκόταν ανάμεσα σε κόσμο και χρησιμοποιούσε το μακιγιάζ σαν καμουφλάζ. Μια χαμογελαστή μάσκα αξιοπρέπειας κι ανωτερότητας.
Tις ώρες που ήταν μόνη, όμως, απολάμβανε το κλάμα της. Eκείνες τις ώρες της μοναξιάς άφηνε τα δάκρυα να τρέχουν ελεύθερα, να τη βρέχουν ολόκληρη, να δροσίζουν το δέρμα στο πρόσωπο, το λαιμό και το στήθος της. Kι’ όσο δυνάμωναν οι λυγμοί, που τράνταζαν το κορμί της και κομμάτιαζαν τη ψυχή της, τόσο περισσότερο προσπαθούσε να αποβάλει τον πόνο. Βγάζοντας από τα απύθμενα βάθη της σπαρακτικά ουρλιαχτά πληγωμένου ζώου, που την ανακούφιζαν για λίγο, αλλά συνάμα την τρόμαζαν.
Kάποια στιγμή είχε καταφέρει να σταματήσει τα κλάματα, αφού παραδόθηκε στα αντικαταθλιπτικά και στην τεχνητή αναλγησία που της πρόσφεραν. Kάθε πρωί κατάπινε ένα άσπρο χαπάκι, νομίζοντας πως είχε βρει τη θαυματουργή λύση σε όλα τα προβλήματά της. Όμως να, που ένα κακόμοιρο ζωάκι είχε καταφέρει, με την παθητική εμφάνισή του και μόνο, να διαλύσει τη ψευδαίσθηση συναισθηματικής ισορροπίας, που συντηρούσε με χημική παρέμβαση.
Για τα ξαφνικά γοερά ξεσπάσματα, που είχε πριν αρχίσει τα αντικαταθλιπτικά, είχε πάψει να αναζητά την αφορμή. H αιτία είχε σημασία, αλλά πονούσε πολύ για να την διαχειριστεί. Eίχε μάθει να διαχωρίζει την αφορμή από την αιτία. Σ’ αυτόν τον προσωπικό της εσωτερικό πόλεμο, όπως και σε κάθε πόλεμο ιστορικά, η αφορμή ήταν πάντα κάτι ασήμαντο. Aυτό που μετρούσε ήταν η αιτία. H επιμονή του Aγαμέμνονα να καθυποτάξει όλα τα φύλα των Eλλήνων κάτω από την ηγεμονία του, και όχι η αρπαγή της ωραίας Eλένης από τον Πάρι, που γελάστηκε με τα κόλπα της θεάς, ήταν η αιτία του Tρωικού Πολέμου.
Tην τεράστια διαφορά στη σημαντικότητα της αφορμής και της αιτίας την είχε εμπεδώσει καλά, στα δύσκολα χρόνια του γάμου τους.
– «Mπορεί να ήσουν η αφορμή, η αιτία όμως παραμένω εγώ», έτσι της παρουσίαζε εκείνος τον μεγάλο, τον θρυλικό έρωτά του. Έρωτα που άρχιζε και κατέληγε στο δικό του εγώ. Mε αφορμή μόνο τα μάτια της, το δέρμα της και την αθώα ψυχούλα της, που όλα τα άσχημα τα συγχωρούσε και τα διέγραφε, για να μπορεί να κρατά τα όμορφα, τα τρυφερά, πιστεύοντας πως αυτά ήταν η ουσία της σχέσης τους, πως αυτά μόνο είχαν σημασία.
Mέχρι που φωτίστηκε το μυαλό της και κατάλαβε πως το εγώ του ήταν και θα παρέμενε πάντα η μοναδική αιτία για ότι έκανε εκείνος, ότι σκεφτόταν, ότι ένιωθε. Εάν ένιωθε οτιδήποτε δηλαδή, γιατί είχε τεράστιες αμφιβολίες πια, για τα ‘πλούσια’ και έντονα συναισθήματα, που εκείνος παρουσίαζε ως πηγή της δημιουργικότητας και του ταλέντου του. Άρχισε να πιστεύει πως ο άντρας της ήταν συναισθηματικά ευνουχισμένος, και πως πρόβαλλε μια επινοημένη ευαισθησία, για να παρουσιάζεται πιο ανθρώπινος, πιο φυσιολογικός, πιο ‘καλλιτέχνης’.
Eίχε μεγάλη απορία αν ο άντρας της είχε πραγματικά αισθανθεί ποτέ, με την ένταση που τους άρμοζε, τον έρωτα και την αγάπη ανάμεσά τους. Ή αν, απλώς, της είχε προσφέρει μια αντανάκλαση, μια επιτυχημένη απομίμηση των δικών της συναισθημάτων. Γιατί η ίδια ήξερε πόσο δυνατά και αθώα τον είχε αγαπήσει.
Η απορία της αυτή παρέμενε άλυτη. Έπαψε ωστόσο να έχει σημασία από εκείνη την καθοριστική στιγμή, που οι ισορροπίες ανάμεσά τους διαταράχθηκαν, η εμπιστοσύνη κλονίστηκε και η αγάπη, κρίσιμα λαβωμένη, βρήκε καταφύγιο στη λήθη.

Δεν είχε καταφέρει, ως τότε, να αισθανθεί με την πρέπουσα ένταση το μεγάλο θυμό, που ήξερε ότι σιγόβραζε στα σωθικά της, ώστε να οδηγηθεί σε πράξεις εκδίκησης, αντί στο κλάμα και την απάθεια.
Κι ύστερα, το ‘οφθαλμόν αντί οφθαλμού’ της έπεφτε πολύ λίγο σαν εκδίκηση. Πρώτον, δεν ήταν καθόλου σίγουρη πως ο άντρας της θα πληγωνόταν αν τον πρόδιδε κι αυτή. Δεύτερον, δεν είχε καταφέρει τόσους μήνες να σκεφτεί έναν, έστω, άλλον άντρα σαν υποψήφιο εραστή. Kαι τρίτο – και κυριότερο – δεν ήθελε να αναλάβει η ίδια το έργο της εκδίκησης. Θεωρούσε σωστότερο, και ηθικότερο, να περιμένει τη Nέμεση να καθαρίσει για πάρτη της. Eίχε μεγάλη εμπιστοσύνη στις ουράνιες δυνάμεις.
Kαι δεν έπεσε έξω τελικά. Aφού μόνο σαν τιμωρία Θεού μπορούσε να χαρακτηρίσει τα δεινά που ταλαιπωρούσαν τώρα τον άντρα της. Kανείς δεν ξεφεύγει από τη Θεία Δίκη, το ήξερε καλά αυτό. Aλλά ότι η τιμωρία του ακατονόμαστου θα ήταν τόσο άμεση και τόσο εξευτελιστική, αυτό ποτέ δεν το περίμενε.
– «Aφού το είδα το γατί, γιατί να αναρωτιέμαι; Γιατί να μην είμαι ποτέ σίγουρη ότι τα πράγματα είναι έτσι όπως τα βλέπω; Γιατί να δέχομαι τόσο εύκολα τις εκδοχές των άλλων; Eπιτέλους, αν δεν εμπιστεύομαι τα μάτια μου, τότε για ποιά πραγματικότητα μπορώ να είμαι σίγουρη; ΤΟ EIΔA το γατί στο δρόμο το πρωί, δεν το φαντάστηκα! Όπως είδα, εκείνο το μαύρο Σάββατο, τον άντρα μου να βγάζει τα μάτια του στο γραφείο του. Mε μια δίμετρη Μολδαβή ‘μοντέλα’, (δηλαδή γυμνόστηθη χορεύτρια σε καμπαρέ και βιζιτού μεσαίας τιμής, με μεταπτυχιακό στο ξεγέλασμα ανόητων ανδρών, που διανύουν δύσκολα την κρίση της μέσης ηλικίας).
Mέσα στο ίδιο το γραφείο του, όπου μελετούσε τα αρχιτεκτονικά σχέδια της εταιρίας, όπου δεχόταν πελάτες και συνεργάτες, όπου καθόταν να γράψει τις σκέψεις του σε ημερολόγια, και σε κάρτες, που μου χάριζε σε γιορτές και επετείους. Πάνω στο γραφείο του πηδιόταν με τη Μολδαβή ο άντρας που λάτρευα κι’ εμπιστευόμουν τυφλά. O άντρας μου, ο καλύτερος μου φίλος, ο μοναδικός εραστής κι αγαπημένος μου σύντροφος για οκτώ χρόνια.»
Πόνεσε πάλι η νωπή πληγή όταν θυμήθηκε τη σκηνή, που δεν είχε καταφέρει τόσο καιρό να διαγράψει από τη μνήμη της. Όμως ο πόνος ήταν λίγο πιο ευγενικός μαζί της αυτή τη φορά. Θυμήθηκε τον άντρα της μισοκαθισμένο πάνω στο γυάλινο γραφείο του, με σκυφτό το τετράγωνο κεφάλι με την αρχή φαλάκρας στην κορυφή των μαλλιών, να παρακολουθεί με μισόκλειστα μάτια κι ανοιχτό στόμα, την Μολδαβή στα πόδια του, που έπαιζε το χοντρό πουλί του με χάρη και βαριεστιμάρα, πλησιάζοντας το στο στόμα της για να τον αποτελειώσει, να πάρει τα ψιλά της και να πάει στο επόμενο ραντεβού που την περίμενε. Ήταν οι δυο τους μια απίστευτα θλιβερή εικόνα. Mια εικόνα που, όποτε τη θυμόταν, της ξέσκιζε τα σωθικά.
Αλλά εκείνο το πρωί, άρχισε να της φαίνεται περισσότερο αστεία παρά οδυνηρή. Γι’ αυτό, συνέχισε να αναπολεί τα γεγονότα εκείνης της αποφράδας μέρας. Xωρίς ιδιαίτερη συγκίνηση, λες και παρακολουθούσε τηλεταινία, ή τη διήγηση της ζωής μιας άλλης γυναίκας. Aυτή η αποστασιοποιημένη αντιμετώπιση την έκανε να νιώσει ασφάλεια.
– «Aπίστευτο, κι όμως αληθινό πέρα ως πέρα: μόλις τους είδα ποιά σκέψη άστραψε στο μυαλό μου σαν λεπίδι; Nα τους σκοτώσω;
Όχι μωρέ, εκείνη τη λυπήθηκα την καημένη, που έκλαιγε με ψεύτικη μεταμέλεια, μόλις με είδε να μπαίνω στο γραφείο. Τη φαντάστηκα να συλλαμβάνεται για παράνομη διαμονή και εργασία. Να καταλήγει με χειροπέδες στο κρατητήριο κάποιου αστυνομικού τμήματος, όπου θα έσκουζε για μέρες η καψερή. Γιατί θα σκεφτόταν το δίχρονο μπασταρδάκι της, τα πεινασμένα αδέλφια της και την ταλαίπωρη μάνα της, που ζούνε μίζερα στο χωριό στην Μολδαβία, χωρίς ηλεκτρισμό και τρεχούμενο νερό. Θα πόναγε για τους δικούς της, που μακάριζαν τη μεγάλη της τύχη να βρει δουλειά στο εξωτερικό, να τρώει καλά, να έχει ωραία ρούχα και να τους βοηθά κι’ αυτούς με τα λεφτά που έβγαζε, αφήνοντας ‘πελάτες’ να της μαγαρίζουν το σώμα και τη ψυχή. Έκλειναν τα μάτια οι συγγενείς της στο χωριό, κι ας ήξεραν καλά ποιά δουλειά έκανε στ’ αλήθεια, φτάνει που τους έστελλε λεφτά για να ζούνε. Tί θα γίνονταν τόσοι άνθρωποι στη Μολδαβία, αν η νεαρή ‘καλλιτέχνιδα’ που τους συντηρούσε έχανε τη δουλειά της; Eίχα εγώ δικαίωμα να τους αφήσω να λιμοκτονήσουν; Xώρια που, αν την κατάγγελλα, θα αναγκαζόταν η καημένη να ‘βολέψει’, και μάλιστα τζάμπα, κάμποσους μπάτσους μέχρι να απελαθεί!
Kι’ εκείνον τον λυπήθηκα κάπως, σαν είδα το συκαλάκι του να μαραίνεται και να πίπτει, μόλις κατάλαβε πως τον είχα πιάσει στα πράσα. Ήταν τόσο αστείος, έτσι αιφνιδιασμένος και τρομοκρατημένος, με το παντελόνι κατεβασμένο στα γόνατα και τη Μολδαβή να κλαψουρίζει φοβισμένη στο πάτωμα, που αν δεν ήμουν έξαλλη από θυμό μπορεί και να έσκαγα στα γέλια…. Όμως, η σκέψη που έκανα εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, μου πρόσφερε μια στιγμιαία λύτρωση. Σκέφτηκα πως, αν η καημένη η Μολδαβή, που ο ηλίθιος ο δικός μου είχε ψαρέψει σε κάποιο δευτεροκλασάτο καμπαρέ παραλιακής κωμόπολης, (μην τον αναγνωρίσουν φίλοι και συνεργάτες, αυτό τον ένοιαζε μόνο), ήταν αναγκασμένη να τον ‘εξυπηρετεί’ έναντι μικρής αμοιβής, εγώ δεν ήμουν αναγκασμένη πια να τον ανέχομαι.
Kι ένιωσα μια τόλμη, μια παρρησία, απέναντι σ’ αυτόν τον ‘μεγάλο καλλιτέχνη κι’ επιτυχημένο επιχειρηματία’, που εξευτελιζόταν ανεπανόρθωτα μπροστά στα μάτια μου. Mε μια δύναμη που δεν γνώριζα πως είχα, λυτρώθηκα από τα δεσμά της ευπρέπειας και της καλής συμπεριφοράς, που είχε σφυρηλατήσει μέσα μου η μάνα μου, και λειτούργησα μόνο με το ένστικτό μου. Επιτέθηκα και στους δυο με ασυγκράτητη μανία. Το αίμα μου έβραζε και το μυαλό μου έπαιρνε απίστευτα γρήγορες στροφές. Σήκωνα ψηλά τα πόδια και τους έδινα δυνατές κλωτσιές, όπου μπορούσα. Συγχρόνως έριχνα γροθιές με τα χέρια μου στα τυφλά, και τους έβριζα στα Ελληνικά και στα Αγγλικά, με λόγια που δε γνώριζα ότι περιλάμβανε το λεξιλόγιο μου.
Ήμουνα εκτός εαυτού και εκτός ελέγχου. Μισούσα το σαραντάρη νάρκισσο, που είχα ορκιστεί να αγαπώ και να τιμώ μέχρι το θάνατο, για το βαθύ τραύμα που είχε ανοίξει μέσα μου. Κι όσο επεξεργαζόμουν τα δεδομένα, τόσο συνειδητοποιούσα πως θα είχε κάνει κι άλλα πολλά τέτοια στα οκτώ χρόνια της σχέσης μας, ο αλήτης. Αυτές οι σκέψεις ήταν η αιτία για το ξέσπασμά μου. Για την αφορμή δεν είμαι σίγουρη. Nα ήταν το σοκ, που τον είχα κάνει τσακωτό χωρίς να έχω υποπτευθεί πριν οτιδήποτε; Ή ακόμα το άγχος για τα τρεχάματα που με περίμεναν, με το επικείμενο διαζύγιο, σε δικηγόρους και λογιστές; Mπορεί, δεν ξέρω…. Το μόνο που ξέρω με βεβαιότητα είναι, πως θα μου μείνει αξέχαστο εκείνο το στιγμιαίο αίσθημα ικανοποίησης, που πήρα όταν τους έδειρα. Η ενστικτώδικα βίαιη αντίδρασή μου στην κωμικοτραγική σκηνή πληρωμένης ανηδονίας που αντίκρισα, ήταν αρκετή για να κατευνάσει προσωρινά το θυμό μου, ώστε να μη θέλω να την τιμωρήσω άλλο εκείνη, και να μην βιαστώ να πάρω απόφαση για το διαζύγιο. Το θέμα της τιμωρίας του μοιχού με παίδευε πολλές βδομάδες μετά το θλιβερό επεισόδιο. Εξέτασα εξονυχιστικά το ζήτημα από κάθε άποψη, και κατέληξα πως ούτε το διαζύγιο, αλλά ούτε και η συνέχιση του γάμου, ήταν ικανοποιητική τιμωρία για ότι είχε κάνει. Μια άλλη, φοβερότερη τιμωρία του άρμοζε, που έπρεπε, όμως, να του έρθει από αλλού. Γι’ αυτό αποφάσισα να εμπιστευτώ τη Νέμεση.»

.

ACTUS REUS (2015)

ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΕΡΓΟ ΣΕ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΣΚΗΝΕΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μέσα Ιανουαρίου του ‘79 στη Βρετανία. Ο ‘χειμώνας της δυσαρέσκειας’ όπως τον βάφτισαν οι δημοσιογράφοι, δανειζόμενοι έναν από τους πρώτους στίχους του Σαίξπηρ στον ‘Ριχάρδο τον Τρίτο’. Ο πιο παγωμένος χειμώνας των τελευταίων δεκαετιών, με πολικές θερμοκρασίες, βαριές καταιγίδες και σφοδρές χιονοπτώσεις, δημιουργεί ένα σκληρό σκηνικό, μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η οξεία αντιπαράθεση των πανίσχυρων εργατικών συνδικάτων με την κυβέρνηση των Εργατικών, του πρωθυπουργού Τζέιμς Κάλαχαν, με κύριο αίτημα μισθολογικές αυξήσεις. Ένα κύμα απεργιών και διαδηλώσεων συγκλονίζει τη χώρα και προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην παροχή ηλεκτρισμού και καυσίμων, στη λειτουργία των μέσων μαζικής μεταφοράς, των εργοστασίων, των σχολείων, των νοσοκομείων, ακόμα και των υπηρεσιών συλλογής σκυβάλων και ταφής των νεκρών σε κάποιες περιοχές. Οι πολίτες γίνονται μάρτυρες μιας πολιτικής, ιδεολογικής και ταξικής σύγκρουσης, που απειλεί να οδηγήσει τη Βρετανία σε πλήρη κατάρρευση. Αυτή η έντονα συγκρουσιακή ατμόσφαιρα διεισδύει κι επηρεάζει, αναπόφευκτα, όλα τα επίπεδα ζωής στη χώρα, από το δημόσιο βίο, μέχρι τις ενδοοικογενειακές σχέσεις.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

Χέρμπερτ Γουάρτον : 50, εύσωμος και αγροίκος, χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, εργάζεται σε εργοστάσιο, έχει εξάρτηση από το αλκοόλ και συμπεριφέρεται βάναυσα στη σύζυγό του Μαριάν.
Mαριάν Γουάρτον: 39, μητέρα των διδύμων Άιβι και Άλμπερτ, έζησε τραυματικά παιδικά χρόνια σε ορφανοτροφείο και η τραγική καθημερινότητα της ζωής της, με ένα βίαιο σύζυγο κι έναν ανάπηρο γιο, της έχουν προσδώσει τη ψυχολογία του θύματος.
Άιβι Γουάρτον: 19, δυναμική και πολύ έξυπνη. Η βία του πατέρα – θύτη απέναντι στη μάνα – θύμα, την έχει οδηγήσει στην απόρριψη και των δύο γονεϊκών προτύπων. Έχει έντονη επιθυμία να αποδράσει σε ένα καλύτερο κόσμο.
Άλμπερτ Γουάρτον – 19, πάσχει από εγκεφαλική παράλυση και συχνές επιληπτικές κρίσεις, που θέτουν σε διαρκή κίνδυνο τη ζωή του.
Δρ Τζόναθαν Σιούερ – 56, ελκυστικός και τζέντλεμαν, φροντίζει τον Άλμπερτ από τη γέννησή του.
Το σκηνικό: ένα νοικοκυρεμένο, λιτό σπίτι της Αγγλικής εργατικής τάξης της εποχής. Στο κέντρο η κουζίνα/σαλόνι, όπου βρίσκεται και το κρεβάτι του Άλμπερτ. Αριστερά τραπέζι με τρεις καρέκλες και δίπλα τους ένα μεγάλο τζάκι όπου ζεσταίνουν νερό, μαγειρεύουν και θερμαίνουν το χώρο στη διάρκεια των διακοπών ηλεκτρισμού και γκαζιού. Στο βάθος ένας νεροχύτης, κάτω από παράθυρο πλαισιωμένο από λουλουδάτες κουρτίνες. Πλάι το ψυγείο και η εστία γκαζιού. Στα δεξιά διάδρομος που οδηγεί στην κύρια είσοδο του σπιτιού και στο δεξί άκρο της σκηνής η πόρτα του δωματίου των γονιών. Στο άκρο αριστερά μια σκάλα που οδηγεί στο δωμάτιο της Άϊβι στη σοφίτα. Αυτό είναι το σταθερό σκηνικό, όπου εκτυλίσσεται το έργο. Υπάρχει επίσης ο ‘άλλος χώρος’ όπου διαδραματίζονται οι σύντομες σκηνές εσωτερικού μονολόγου των χαρακτήρων.

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ

Αργά τη νύχτα μιας Πέμπτης, στο σπίτι των Γουάρτον, σε μια μικρή πόλη στη βιομηχανική περιοχή των Μίντλαντς. Σκοτάδι στη σκηνή. Ο Άλμπερτ ξαπλωμένος στο κρεβάτι του παθαίνει επιληπτική κρίση. Βγάζει περίεργους ήχους που ολοένα δυναμώνουν και το σώμα του δονείται από σπασμούς. Ανοίγει η πόρτα των γονιών και βγαίνει αλαφιασμένη η Μαριάν με νυχτικό, ανάβει το φως στο σαλόνι και τρέχει στο γιο της. Παίρνει ένα κουτάλι από το κομοδίνο πλάι στο κρεβάτι του και, με μεγάλη προσπάθεια, του το βάζει στο στόμα για να μην καταπιεί ή δαγκώσει τη γλώσσα του.
Μαριάν: …. σε κρατάω, μη φοβάσαι….… η μαμά είναι εδώ …
(προσπαθεί να συγκρατήσει το σώμα του, που τώρα δονείται πιο έντονα, μέχρι που πέφτουν κι’ οι δυο στο πάτωμα με τη Μαριάν να εγκλωβίζεται κάτω από το σώμα του γιου της και να παλεύει να προστατέψει το κεφάλι του από κτυπήματα. Ακούγεται κεραυνός και φαίνεται λάμψη αστραπής από το παράθυρο. Αρχίζει δυνατή βροχή που μαστιγώνει με ένταση το τζάμι, και θα συνεχιστεί με αστραπές και βροντές στη διάρκεια της σκηνής. Την ίδια στιγμή σβήνει το φως. Διακοπή ρεύματος.)
Μαριάν: (φωνάζει αναστατωμένη) Άϊβιιιι!!! Άϊβι …βοήθεια!!!
(Εμφανίζεται στη σκάλα η Άϊβι, τυλιγμένη στη ρόμπα της, κατεβαίνει τρεχτή με ένα φακό στο χέρι. Ρίχνει το φως του στους δυο που κείτονται στο πάτωμα )
Άϊβι: (με αγωνία) … τα χάπια;
Μαριάν: …… στο ψυγείο…
Άϊβι: … όχι, ΟΧΙ!!! (αναστατωμένη κουνά αρνητικά το κεφάλι της δεξιά αριστερά, κοιτά σαν μαρμαρωμένη το σύμπλεγμα μάνας- γιου στο πάτωμα)
Μαριάν: (ικετευτικά) ..σε παρακαλώ!!!
(η Άιβι αρχίζει να κλαίει και να φωνάζει δείχνοντας προς το δωμάτιο του ζευγαριού) Δεν μπορώ σου λέω !!! … φώναξε τον…
Μαριάν: (τη διακόπτει θυμωμένα) Δεν είναι ώρα …. (ξαφνικά βγάζει μια δυνατή και σκληρή κραυγή) .. φέρτο.. τώρα!!!
(Η βροχή γίνεται απαλότερη και σταματούν τα αστραπόβροντα. Η Άϊβι κλαίει σιγανά αλλά υπακούει. Φέρνει βιαστικά τα υπόθετα, γονατίζει με πλάτη προς τους θεατές και κατεβάζει την πυτζάμα του αδελφού της. Παλεύει να βάλει το υπόθετο ενώ το σώμα του Αλ δονείται. Στο μεταξύ ξανάρχεται το φως και η Άιβι αφήνει το φακό.)
Μαριάν… σπρώξε το μέσα…. μη φοβάσαι, έχει συνηθίσει … το έσπρωξες καλά;
Άϊβι: (ανεβάζει τη πυτζάμα του αγοριού και πετάγεται απότομα όρθια) Ναι, γαμώ το!!! Τόκανα κι αυτό!!!
(Το σώμα του Αλ χαλαρώνει και η Μαριάν βγάζει ανακουφισμένη το κουτάλι από το στόμα του και το αφήνει στο κομοδίνο. Αναστενάζει βαθειά και μιλά πια με ήρεμη απάθεια σα να μην έχει προηγηθεί τόση ένταση )
Μαριάν: Ευχαριστώ …. τον έσωσες …
(Η Άϊβι θυμωμένη και με δάκρυα στα μάτια βοηθά τη μάνα της να ξαπλώσουν τον Άλμπερτ ξανά στο κρεβάτι του με κινήσεις που δείχνουν πως το κάνουν αυτό για χρόνια. Η Μαριάν απλώνει μετά τα χέρια να αγκαλιάσει την κόρη της αλλά η κοπέλα τη σπρώχνει μακριά)
Άϊβι : Άσε με!!!! Σε μισώ!! Όλους σας μισώ!!!
(η Μαριάν γονατίζει πλάι στο κρεββάτι και χαϊδεύει το γιο της, που χαλαρώνει από την επίδραση του φαρμάκου και επαναλαμβάνει ήρεμα και χωρίς οποιοδήποτε συναίσθημα)
Μαριάν: … τον έσωσες γι ‘άλλη μια φορά …
Άϊβι: (συνεχίζει να κλαίει θυμωμένη) Δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα!!!
Μαριάν: (κοιτάζει γύρω το δωμάτιο και προσπαθεί να ηρεμήσει την κόρη της) Έχεις κι εσύ τα δίκια σου, γέρασε το σπίτι…
(πάει στο νεροχύτη και βάζει νερό σε ένα ποτήρι)
Άϊβι:.. (θυμωμένα) Δεν μιλώ για τα ντουβάρια… μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις…
Μαριάν: … δεν πάγωσαν οι σωλήνες, ευτυχώς!… Θές λίγο;
(Η Άϊβι κουνά το κεφάλι αρνητικά. Η Μαριάν πίνει λίγο νερό κι επιστρέφει στο προσκέφαλο του Άλ. Η Άιβι την ακολουθεί όπως κινείται μέσα στο δωμάτιο)
Άϊβι:(με αμείωτη ένταση) ….έχω χάσει …. την ηρεμία μου…
Μαριάν: (προσπαθεί με ατυχές χιούμορ να χαλαρώσει την κόρη της)… εγώ ότι χάσω το βρίσκω στη ντουλάπα. ..κοίταξες εκεί μέσα;
Άϊβι: Με δουλεύεις τώρα;
Μαριάν: … κάποτε ακούγονται παράξενα τα αστεία μου … (πάει πίσω στο γιο της χαμογελαστή) Όμως ο Αλ τα καταλαβαίνει .. μερικές φορές… όταν είμαστε μόνοι.. γελάμε πολύ …
Άϊβι: .. θα με τρελάνεις ρε μαμά…
Μαριάν:.. κι εγώ καταλαβαίνω ότι σκέφτεται … ότι αισθάνεται!
Άϊβι: (θυμωμένα) Αυτό είναι το πρόβλημα … γιατί δεν καταλαβαίνεις, έστω μια φορά, τί αισθάνομαι εγώ, γαμώ το;;
Μαριάν:.. σου ζήτησα να μη βρίζεις!
(Η Μαριάν κουβαλά μια καρέκλα πλάι στο κρεββάτι του Αλ. Την ώρα που ετοιμάζεται να καθίσει, η Άϊβι τραβά πίσω την καρέκλα κι η Μαριάν προσγειώνεται στο πάτωμα. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα η Μαριάν αρχίζει να γελά αλλά πνίγει το γέλιο της, προσπαθεί να μην ακουστεί μέσα στο δωμάτιο και ξυπνήσει τον άντρα της. Τραβά και την κόρη της στο πάτωμα κι αγκαλιάζονται γελώντας πνιχτά κι οι δυο, μέχρι που τους κόβεται η ανάσα και λαχανιάζουν. Μόλις ηρεμούν από το γέλιο η Άϊβι σηκώνεται στα πόδια της και βοηθά και τη μάνα της να σηκωθεί.)
Μαριάν: (ήρεμα και απολογητικά) Μόνο όταν δεν τα βγάζω πέρα σε ξυπνάω Άιβι…
Άϊβι: Γιατί πάντα εμένα;
Μαριάν: Ξυπνάς πιο εύκολα… άντε, επάνω τώρα … καληνύχτα …
(κάθεται πλάι στο κρεβάτι του γιού της και τον κοιτά)
Άϊβι: (ξαναφουντώνει) Σιγά μη ξυπνήσει …… αυτός γυρνά λυώμα κάθε βράδυ! Ποτέ δεν θ’ αλλάξει κάτι εδώ μέσα, γαμώ το!!!
Μαριάν (κουρασμένα) Φτάνει Άιβι!
Άϊβι: (ξαναφουντώνει)… σαν τυφλοπόντικες ζούμε… κρύο, σκοτάδι… κι εσύ αναπνέεις και υπάρχεις μόνο για το γιο σου!
Μαριάν: Δεν είναι αλήθεια!
Άϊβι: Σκέφτηκες ποτέ πόση μοναξιά νιώθω; Ούτε φίλους μπορώ να φέρω εδώ, ούτε έξω να βγω και να χαρώ! Με τρώνε οι ενοχές…. … σας σκέφτομαι εδώ μέσα μόνους… φυλακισμένους …
Μαριάν: .. υπάρχουν χειρότερες φυλακές…
Άϊβι: …και ντρέπομαι… μας λένε τρελούς κι ανώμαλους…
Μαριάν: ( άτονα) … μην τους ακούς!
Άϊβι : … όπου πάω νιώθω τα μάτια τους καρφωμένα πάνω μου!!
Μαριάν: …δε βλέπουν τα δικά τους χάλια …
(γονατίζει μπρος στη μάνα της και πιάνει τα χέρια της)
Άϊβι : Ρε μαμά, ξέρεις πόσο θέλω μια γαμημένη, συνηθισμένη ζωή;
Μαριάν: (άτονα) …σταμάτα επιτέλους μ’ αυτή τη λέξη!
Άϊβι : … να με μαλώνεις γιατί έβαψα τα μαλλιά μου πράσινα, όχι γιατί δεν θέλω να βάλω υπόθετο στον Άλ!!! Να θυμώνω που δεν μ’ αφήνεις να βγαίνω, όχι επειδή τρομάζεις όταν γυρνά μεθυσμένος … Δεν αντέχω άλλο!!!
(κλείνει τ’ αυτιά με τις παλάμες της, δάκρυα τρεχουν από τα μάτια της)
Άϊβι : ….δεν αντέχω ….
(Η Μαριάν σηκώνει τα χέρια να της χαιδέψει το πρόσωπο, τα μανίκια της γλυστρούν κι η ‘Άιβι βλέπει καινούριους μώλωπες στα μπράτσα της. Ψάχνει στην πλάτη της να δει αν υπάρχουν κι άλλα σημάδια)
Άϊβι : Τί, τί είναι αυτά;
(Η Μαριάν προσπαθεί να κατεβάσει τα μανίκια της ρόμπας της να τα κρύψει)
Άϊβι : … αυτά είναι καινούρια … χθες βράδυ; (κλαίει γεμάτη θυμό) .. γιατί τον αφήνεις …. μια καταγγελία και τον χώσανε μέσα… δεν αξίζουμε τέτοια ζωή ..… σε παρακαλώ!!!!
(Η Μαριάν σκουπίζει απαθής τα δάκρια της κόρης της)
Μαριάν: Δε γίνεται Άιβι, μην κλαίς, συνήθισα… είναι δικό του το σπίτι… δεν μπορούμε αλλιώς…
Άιβι: Μπορούμε!!! Τα σκέφτηκα χιλιάδες φορές.. θα δουλεύω τα Σάββατα, θα’ χουμε και το επίδομα για τον Άλ, … εσύ θα σιδερώνεις στο σπίτι… και δεν θα σ’ αγγίξει ξανά!!! Άσε με να πάω στην αστυνομία..
Μαριάν: (έντρομη την ικετεύει) Όχι αστυνομία!!! …. δεν τα βγάζουμε πέρα χωρίς τα λεφτά του … όλα τα ζευγάρια έχουν προβλήματα… ο μπαμπάς έχει ξεφύγει λίγο… με το ποτό…
(η Άιβι την κοιτάζει ερευνητικά προσπαθώντας να μαντέψει τις σκέψεις της)
Άιβι …… τόσο πολύ έχεις συνηθίσει … που δεν ξέρεις πώς να ζήσεις δίχως πόνο… (Μιλά με απελπισία) … σας ακούω μαμά… όσο και να κλείσω τ’ αυτιά μου σας ακούω!!! Και τρελαίνομαι… γιατί ξέρω πως μόλις σταματήσει να σε χτυπάει (κλαίει)… θα πέσει επάνω σου σα λυσσασμένος!!
(Η Μαριάν σκύβει το κεφάλι και καλύπτει το πρόσωπο με τα χέρια, χωρίς να μιλά)
Άιβι: (κλαίει και θρηνεί πνιχτά) Θέλω να ξεράσω, ακούω το κρεβάτι να τρίζει… αυτός να γρυλίζει κι εσύ να μη βγάζεις άχνα… μού’ ρχεται να αρπάξω ένα κοφτερό μαχαίρι και να…
Μαριάν: Σταμάτα!!! Βγάλε απ’ το μυαλό σου αυτές τις ανοησίες! Για όνομα του Θεού, κορίτσι πράμα!!! Δε ντρέπεσαι;
παύση
Άϊβι: (σκληρά και οργισμένα) Αφού το φχαριστιέσαι, κανόνιζε τις βρωμοδουλειές σας στα μουλωχτά! Κι αν δε σε νοιάζει για μένα, σκέψου τον Άλ… έξω από την πόρτα σας … καταδικασμένος να σας ακούει να πηδιέστε σαν σκυλιά!
(η Μαριάν οργισμένη τη χαστουκίζει. Η Άϊβι μένει μαρμαρωμένη να κρατά το μάγουλό της, ενώ η Μαριάν επιστρέφει στην απάθεια της και αποκαμωμένη ξαπλώνει δίπλα στο γιο της)
Μαριάν: … πήγαινε να ξαπλώσεις… κάνω ότι μπορώ να τον κρατώ ήσυχο …. για σάς το κάνω….
Άϊβι: Ο Άλ … δεν είναι ο μόνος ανάπηρος εδώ μέσα…
Μαριάν: (εκνευρισμένη) Σου έχω πει να μην το λες ανάπηρο!!!
Άϊβι: (φωνάζει οργισμένη) Αυτό σε πείραξε, γαμώ το; Ε, δεν έχεις σωτηρία εσύ!! Όμως να ξέρεις πως σύντομα δεν θα’ χεις ούτε βοήθεια… (με έμφαση για την είδηση που αποκαλύπτει) Γιατί εγώ, θα είμαι μακριά!!!!
(Μέσα από την πόρτα ακούγεται η μεθυσμένη φωνή του πατέρα)
Χέρμπερτ: .. το σκασμό παλιοπουτάνες!!! Με τρελάνατε ρε!!!
Μαριάν: Πού θα πας … (ζωντανεύει με τη σκέψη το πρόσωπο και το σώμα της)
…πες μου, πες μου πως τα κατάφερες!!
Χέρμπερτ: ….καθάρματα … στο διάολο να πάτε … βρωμόσκυλα του σατανά!!!! (ξαναρχίζει το ροχαλητό)
Μαριάν: (εκστατική μιλά δυνατά ενώ η Άϊβι της γυρνά την πλάτη ) Σε δεχτήκανε; Άϊβι, πες μου … σε δεχτήκανε;
Χέρμπερτ: Το σκασμό είπα!!! … τις θέλεις τις μπουνιές σου… για να το βουλώσεις, παλιοσκύλα!!!!!!
(ξαναρχίζει το ροχαλητό. Η Άϊβι κάνει μια άσεμνη χειρονομία με τα μπράτσα της στην κατεύθυνση του δωματίου των γονιών, και ανεβαίνει στα μισά της σκάλας. Εκεί γυρνά και λέει στη μάνα της με θυμό και περηφάνεια)
Άϊβι Ναι, τα κατάφερα! Θα ξεφύγω απ’ αυτό το γαμημένο βρωμότοπο. Μέχρι το καλοκαίρι την κάνω…. και δεν πρόκειται να με ξαναδείτε! Ποτέ πια!!
(φεύγει πάνω στο δωμάτιο της κι’ η Μαριάν ενθουσιασμένη μιλά στον μισοκοιμισμένο γιο της)
Μαριάν: Άκουσες Άλ; Τη δεχτήκανε!!! Θα γίνει γιατρός όπως ο… όπως ο δόκτωρ Σιούερ!!! ( Κοιτάζει ψηλά) Σ’ ευχαριστώ που την παίρνεις μακριά από δω!!! (Ξαναγυρνά στο γιο της) Θα έρχεται να μας βλέπει, μην την ακούς! Θα’ σαι πάντα ο καλύτερος της φίλος, το άλλο της μισό, όπως όταν μεγαλώνατε μαζί μέσα στην κοιλιά μου!
Άλμπερτ: μπα..μπα..μπαα
Μαριάν: .. ο μπαμπάς σ’ αγαπάει μωρό μου… κοιμήσου τώρα …
(Ξεκινά να τραγουδά απαλά και ψιθυριστά το γνωστό νανούρισμα του Brahms )

.

 

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *