ΜΑΡΙΑ ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ – ΚΟΚΑΡΑΚΗ

Η Μαρία Περατικού-Κοκαράκη γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Κύπρο, τόπο καταγωγής του πατέρα της
Μεγάλωνε με τις διηγήσεις της Μικρασιάτισσας στην καταγωγή, Αθηναίας μητέρας της, μαζί με τους μύθους, θρύλους κι αγώνες της Κύπρου. Της άφηναν γεύσεις και μυρωδιές, για να φτιάχνει στη συνέχεια τις δικές της μικρές ιστορίες. Ιστορίες που την ταξίδευαν και της γνώριζαν ανθρώπινες μοίρες, πορείες, αγώνες, αντιστάσεις, προσπάθειες, μόχθους. Από πολύ μικρή συμπέρανε πως κάθε Άνθρωπος κι ένα μοναδικό ταξίδι! Τούτο το ταξίδι την οδήγησε σε φιλολογικές σπουδές στην Αθήνα και στο Σίδνεϊ. Εργάστηκε ως Tutor στο Old Sydney University και στη Μέση Εκπαίδευση της Κύπρου.
Έχει βραβευτεί αρκετές φορές, μεταξύ των οποίων από το Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου ’Αθηνών, και
το 2014 τιμήθηκε από το Ελληνικό Ινστιτούτο ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ ως «Άνθρωπος του Πολιτισμού και των Γραμμάτων».
Συμμετείχε ως ομιλήτριας στο Ποιητικό Συμπόσιο τού Πανεπιστημίου Πατρών και στο Παιδαγωγικό Συνέδριο τού
ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ. Πανεπιστημίου Αθηνών.
Κάνει βιβλιοκριτικές, ομιλίες και παρουσιάσεις λογοτεχνών, οι όποιες δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά και
εφημερίδες στην Κύπρο και στην Ελλάδα.
Έργα της έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά. ιταλικά, γερμανικά και βοσνιακά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Αγυρτείες. (2000)
Ταναφόρμια. (2003)
Αύτόμελα. (2006)
Χάι-Κάι, (2006)
Ιδιόμελα, (2001)
Χάι-Κοϋ καί Τάνκα. (2011)
Σένριου Χάίκού και Ρέγκα, (2014)
Ποίησης Σχηματισμοί, (2018)
Χάίκού και Τάνκα (2018) Δίγλωσση επανέκδοση (ελληνικά-γαλλικά)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ

Βαλς με δεκανίκια (2007)
Τα χρόνια με τα κυκλάμινα (2015)
Τα χρόνια των Ακαμαντίδων (2019)

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Μνήστρα (2009)

.

.

ΠΟΙΗΣΗ

.

ΛΑΠΗΘΟΣ (2018)

ΧΑΪ-ΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑΝΚΑ

ΧΑΪ-ΚΟΥ Ή ΧΑΪ-ΚΑΪ

Για τον Ουρανό

Το άρωμά σου,
στο ’δώσε ο ουρανός
αγάπης κρίνο!

Απόθεμα ροζ
στον ουρανό της Δύσης.
Αγαλλίαση.

Της πεταλούδας
πέταγμα στον ουρανό,
η ανύψωση!

Στο μπλε τ’ ουρανού
πεφταστέρων ταξίδια
ευχές χαμένες.

Συννεφιά,
σκοτεινιασμένης μπόρας.
Ουράνιο τόξο.

Βλέμμα τ’ ουρανού,
καθρέφτισμα θάλασσας.
Βροχής σταγόνες.

Ξεχασμένο μωβ
τού ορίζοντα γραμμή,
δύσης χρώματα.

Σκορπάς το λευκό,
κομματιαστό σύννεφο
στον ουρανό μας.

Αναζήτηση
χαμένης ανταύγειας,
ήλιου ακτίνα.

Σιρίτι ήλιου,
στην άκρη του σύννεφου.
Θεϊκό βλέμμα!

Το περίσσευμα
της δύσης στον ουρανό
ανάσας φιλί!

Για τα Δέντρα

Πρώτο άγγιγμά
με της άνοιξης χάδι,
ανθούν τα δέντρα.

Στα κλαδιά δέντρων
τα πουλιά ερωτεύονται
κελαϊδώντας μας!

Ταξίδι κάνεις,
προαίσθηση ονείρων
στην κορφή ροδιάς.

Στου ευκάλυπτου
το ψηλότερο κλαδί
τα περιστέρια.

Το σιωπηλό
της κερασιάς κάρπισμα,
γεύση αγάπης.

Φυλλορόισμα
στης ιτιάς τα φύλλα,
έρωτα σκιά.

Η αυτότεχνη
υφάντρια λέξεων,
αυλής καρυδιά.

Λεμονιάς σκιά
φιλοξενεί τη μάνα,
στο φερβολητέ.

Αφουγκράζονται
τιτιβίσματα πουλιών,
τ’ άνθια της μηλιάς.

Αναστεναγμοί,
κρυμμένοι στις κουφάλες
γέρικων ελιών.

Είναι χαμόγελο
καταχειμωνιάτικο,
η αμυγδαλιά.

Χαμηλόφωνα,
ψιθυρίζει ή μηλιά,
ρίχνει τα άνθια.

Το «Ποιητικό
Ημερολόγιο» των
ανθών λεμονιάς.

Αποκούμπι μας,
της βυσσινιάς οι καρποί
γλυκό κουταλιού.

Για τα λουλούδια

Εκτός αγάπης,
της αλουΐζας μύρο
αποσταγμένο.

Καινούριος μήνας
ανοίγεται μπροστά σου
Ιούνη ντάλιες.

Δρόσο φυλλωσιάς,
λιμάνι της αγάπης,
η λεμονιά μας.

Αληθινή ουσία,
η αίστηση ευωδίας
λαλέδων καιρός.

Λαλέδες φρέσκοι
ανθίζουν στα χωράφια
του Καραβά μας.

Τα κρινόλευκα
της αμμουδιάς βλαστάρια,
δακρύων γεύση!

Αγριάκανθο,
τούς κατακτητές της γης
κέντρισε τώρα.

Ζεστό το παλτό
με λεβάντας άρωμα,
δεν νοιώθεις κρύο.

Πηγάδι μνήμης,
λεβάντες ο αγέρας,
και λευκάνθεμο.

Ρυτίδες χειλιών
απ’ του φιλιού το χάδι,
στα ροδόφυλλα.

Τα κυκλάμινα
παιδικές μου μνήμες
στα παραμύθια.

Ακούμπησε ναι,
στον κορμό της λεύκας.
Ακούς τραγούδι.

Δροσοσταλίδες
στα γεράνια, ο πόνος
τού αλλιώτικου.

Της υπομονής
κεντίδι, αροδάφνη
Αροδαφνούσας.

Για τον άλλο…

Συναρπαστικό.
Απαλλαγή της σκέψης,
o άλλος σιμά.

Μονάχος είσαι
και ας ζής δίπλα δίπλα
με τον άλλο, αχ!

0 ερχομός σου
η μυθική σαγήνη,
της κρυφής ώρας.

Άδειος να μένεις
από την παρουσία
του μοναδικού.

Βιολετιά μάτια,
καθηλωτικό βλέμμα,
στο παράθυρο.

Ταραχή ψυχής
στη δική σου την σκέψη.
Εξατμίζεται.

Και με την ψυχή
πληρώνει τα ψιχία
και με τάλαντο.

Στοχαστικά

Χρώμα των ματιών
στα πράσινα των φύλλων,
λίμνες στοχασμών.

Τα βήματά μας
πίστωμα της αγάπης,
στον δρόμο πλάι.

Της σύζευξης το
ετερόκλητο, χαρά
και λόγος στυγνός.

Δύσκολη πράξη,
της αγάπης ποθητή,
αυτοσχέδια.

Ό απέναντι
άνθρωπος, το αστέρι
της ευχής είναι.

Ιδρώτας βίου,
κάθετα στην πλάτη μας.
Ρέει ο μόχθος!

Το ανέγγιχτο
του πουλιού φτερούγισμα,
αναστεναγμός.

Για τον τόπο

Λευκό χρυσάφι
στις κορφές του Τροόδους
νερό στους φράχτες.

Η κληματαριά
της αυλής του Καραβά,
ξεκούρασή μας.

Σας θυμόμαστε
Σπίτι, αυλή, κήποι μας.
Βίαια φυγή.

Ποίησης έργο
η Αχειροποίητος,
Εκκλησιά Πίστης.

Πηγάζει πηγή.
Κεφαλόβρυσου ροή,
τραγούδι νερού.

Έγνοια μαγική
συλλαβίζεις πατρίδα,
στους κρίνους μνήμης!

Ξεκινάς βαθειά,
Ιστορίας άρμενα
η Σαλαμίνα!

ΤΑΝΚΑ

Το περπάτημα
σ’ όχθη ποταμού, νερού
πού μουρμουρίζει

ομορφιάς διάρκεια,
ο ήλιος βυθίζεται.

Το φεγγάρι, μας
ταξιδεύει ανάμεσα
στα κλαδιά ιτιάς,

πού ψιθυρίζουν κραυγή
πατρίδας σκλαβωμένης!

Ύπνος στη σκιά
της λεμονιάς, που κλαίει.
Οι εξόριστοι,

οι πρόσφυγες κατοικούν
στο ένστικτο γυρισμού!

Η επέτειος
αχνοδιαγράφεται
στα φύλλα δάφνης,

σαλεύουν στον αγέρα,
δέηση στους ήρωες!

Παρηγοριά μας
μια στιγμιαία φλόγα,
μια αναλαμπή,

στο κυνήγι του Θεού.
Σιγή, η απάντηση!

Στον ανήφορο
συναντηθήκαμε, ναι,
κυδωνιάς καρπός,

ανατρέπει τον κόπο,
κυδώνι γλυκό τρώμε.

Μουσική βιολιού
τα φιλιά στα ξαφνικά,
φύλλων θρόισμα,

υπομονή του χρόνου
στα γιούλια, στα γιασεμιά.

Γλάροι καΐκια
τού Αιγαίου θάλασσα
λίκνισμα βάρκας.

Κέντημα κοφτό ψυχής,
μεταξωτή βελονιά.

Λουλούδια, χάδια
κάτω απ’ τον ίσκιο
των κλαδιών λέξεις

ιερές, ερωτικές
χαραγμένες στον κορμό.

Πίστη στον Θεό,
συναπάντημα ωδής,
στο χαμόγελο

αγγέλου, στην αγκαλιά,
του ουρανού. Προσευχή

Μόνο σιωπή.
Μόνο τα περιθώρια
και παρενθέσεις.

Στη σκιαδερή μηλιά
ψιθυρισμοί ποιητών.

Στις απώλειες
χωρέσαμε μαζί, με
τριαντάφυλλα.

που μαδήσαμε για να
ξεχάσουμε τον πόνο.

Οι παρακλήσεις
που παραμένουν κλειδιά
αναστεναγμού,

στο σπαρακτικό μέλλον
στο αλυτρωτικό χθες.

Εκμηδένιση
ανοιξιάτικης λήθης,
δάφνη – μερσίνη.

που ομολογήσανε
τη θυσία ηρώων.

Το έργο της φως
με μυρωδιές προσφοράς
για την Παιδεία

στην Ποίηση εύλαλο
ροδόσταγμα της φίλης.

Στο «Ποιητικό
Ημερολόγιο» των
ανθών λεμονιάς

μνήμες και αναμνήσεις
της Κερυνιώτικης γης.

Ο βηματισμός,
στα ξερά φθινοπώρου
φύλλα, θορυβεί

στην αντοχή χειμώνα,
που μόνος του έρχεται.

Μια στάλα φωτός
του φεγγαριού ν’ ανοίξει
του ουρανού μας

η σκοτεινιά ξαγρυπνά.
Σύμπαν χωρίς αστέρια.

Δάφνες και Μυρτιές
θαλασσινό αγέρι
στο «Ποιητικό

Ημερολόγιο» ή
μνήμη των Ηρώων μας.

Η Συνάντηση
στο «Ημερολόγιο
το Ποιητικό»

στην πρώτη κάθε χρόνου,
συντροφευμένες σκέψεις!

.

ΠΟΙΗΣΗΣ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ      (2010-2016)

ΑΙΣΘΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ

α’

Πρώτη βροχή

κι οι στάλες τη

ψιθυρίζουν

το όνομα του.

Πρώτη βροχή

κι οι στίχοι του Ελύτη

Της πρώτης

στιγμής ξάφνιασμα!

β’

Σημειωτό

η ψυχή

στην παρέλαση

των αισθημάτων.

Λάβαρο

και σημαία

οι αισθήσεις.

Η Κική Δημουλά

προειδοποιεί,

για τη σκληράδα

ακόμα και

στο περιτύλιγμα!

γ’

Εγώ πάντα

ταξίδευα

με παρουσίες

γοργόνων

και τριτόνων

μορφές,

παρηγορητικές

στην έλλειψη.

Εγώ πάντα

ταξίδευα

σε χώρους

και τόπους

των ματιών.

Έφηβη,

ν’ αφήνομαι

στης πλώρης

το αγνάντεμα

στο ψάξιμο

της άγνωστης

και μοιραίας

μορφής

συντροφευμένη

με του Καββαδία

τούς στίχους.

δ’

Η σκέψη σου

βαθειά

στις ρίζες

της ψυχής,

στα κρυφά,

στα φανερά

να γρατσουνάνε

μνήμες

στις συλλαβές

της γραμμικής Β’.

Γλώσσα πρωτογενή.

Και ανατρεπτικά

χάθηκαν

στης Ελένης Λαδιάς

τον στοχασμό

ενώ πλοηγούσε

πορείες!

με «λάμπα θιέλης»

ι’

Περνάς στο παρελθόν
χωρίς ουσιαστικά ή επίθετα
χωρίς                    των ρημάτων

τη γέφυρα.

Αναδιοργανώνουν σκέψεις
του Κώστα Ουράνη
οι στίχοι                 στην ψυχή

χαραγμένοι

«Αν είναι νάρθει θεναρθεί
αλλιώς θα προσπεράσει».
Και προσπέρασε Μινωικά!

κ’

Στης

Κυπρίδας
το σπίτι

βρίσκεις τα χαμένα,
Κι αυτά

που κάνουν

τη ζωή νάναι

«μέγα καλό και
πρώτο».
Όπως

τόγραψε
ο μέγας

Σολωμός Διονύσιος.

ΜΕΤΡΟΥΜΕΝΑ

 «ΚΑΤΑΦΥΓΗ ΕΓΕΝΝΗΘΗΣ ΗΜΙΝ».
3

Επίδεσμο
επίδημος

της προδοσίας
η αθέατη αγάπη

ψυχορραγεί

στον βολβό
των κυκλάμινων.

Κρυμμένοι παραμένουν
στου Πενταδάκτυλου το χώμα
καρτερώντας

τη

νικητήρια

και δίκαιη

ιαχή!

4

Γεύση μελιού

από

μελίσσι νιό,

πού

βρήκε καταφύγιο

στης

αρχαίας Λάμπουσας

τον

κόρφο, τον ιστορικό.

 «ΕΚΟΛΛΗΘΗ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΟΠΙΣΩ ΣΟΥ…»

15

Ενύπνιος

εμφάνιση

λευκίζουσα

αιωρούμενη

στα ανύπαρκτα

στα επιθυμητά,

στην ενδιάθετη

λήθη.

16

Μορφάζει
πολεμικώς

και

πληγωθής
ο έρωτας,

γίνεται

κορυφαία
πρόκληση
στο κοίλο

της αγάπης!

«ΜΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΗΣ ΜΕ ΚΥΡΙΕ…ΜΗ ΑΠΟΣΤΗΣ ΑΠ’ ΕΜΟΥ.»

17

Πώς

άραγε

ήρθα

κοντά σου;

Προσευχή

ή

Αμαρτία;

Κι η αγάπη
αντιγραφή;

Κι η επικοινωνία
σε αντιδιαστολή;

Πώς

άραγε

ήρθα

κοντά σου;

Λεμονανθός

ή

κρασί;

με επίσημη
έξοδο

προς την
αδιόρατη αυγή;

18

Της

καρδιάς

οι

χτύποι,

στη

χροιά

της

φωνής,

στο

πανηγύρι

του

αμφίσημου,

στης

ματιάς

τη

γεωγραφημένη

θέληση.

«ΚΥΡΙΕ, XPHΣTOΣ ΚΑΙ ΕΠΙΕΙKHΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΛΕΟΣ
ΠΑΣΙ TOIΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΟΙΣ ΣΕ»

47

Αξίωμα αριθμητικό
στην ανελέητη σκέψη.

Ανακαινίζει

και σκαλώνει στη μνήμη
Ελεήμονη θύμηση.

Πλέκει

ανάστροφα και μάταια
ιόν γλυτωμό από τη σύνθλιψη.

Ορθρίζει

στον άνεμο και στης μοίρας
τα επιτύμβια φυσήγματα.

Αποχαιρετά

την οργή και την απόγνωση,
στο παράθυρο χωρίς κουρτίνα.

ΧΡΟΝΟΤΥΠΑ

 «Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΙΔΕ ΚΑΙ ΕΦΥΓΕ…»

Γ

Στις θαλασσοσπηλιές

η διασφάλιση

της δοκιμής,

Στου ψωμιού

το ζύμαμα

η αγρυπνία

Προζυμένιος,

ο χαμένος

έρωτας,

δίχως φτερά

Τροφοδότης

και κελαριστής.

Αλλού δοσμένη

η αποκλειστικότητα

κι η αβεβαιότητα

να σκιάζει

απειλή

στο μύθο της Αφροδίτης.

«ΠΑΣΑΙ ΟΙ ΟΔΟΙ   ΚΥΡΙΟΥ ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ»

Ε

Ένα τρικύμισμα.
Μια

τρα
μου
ντά
να,

Κι ο χρόνος
σταθερά

αμετάκλητος,

σφηνωμένος

στους
βρά
χους

του Ψηλορείτη.

ΣΤ

Μαντατοφόροι

του
χρόνου,
οι φύλακες
στις

πραγματοποιημένες

θυσίες.
Στους
φεγγίτες
τα

φτερουγίσματα

των
χελιδονιών.

«ΜΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΗΣ ΜΕ ΚΥΡΙΕ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ,
ΜΗ ΑΠΟΣΤΗΣ ΑΠ’ ΕΜΟΥ»

ΙΔ

Απουσία

νήμα

στ’ αδράχτι.

Δουλεμένη

στην ανάποδη

πλέξη,

στου Ήφαιστου

το πυρωμένο

αμόνι.

Η γυναίκα

στη θυσία!

IE

Περίλυπο

αγνάντεμα

ανακαλεί

τα απογοητευτικά
κι αδιάψευστα.

Σταγόνες

αρτηριακής
ερωτοτροπίας

με θρίαμβο

μιας σιωπής

ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ

«ΚΑΙ ΓΑΡ Ο ΔΟΥΛΟΣ ΣΟΥ ΦΥΛΑΣΣΕΙ ΑΥΤΑ»

     σ’ όλες τις γυναίκες που έζησαν την προσφυγιά

I

Ο αγέρας

να περνά

το ένδυμα

κι ή αγωνία να φουσκώνει
τους

κτύπους

της

καρδιάς

στο προσφυγικό σώμα.

Σμύρνη,

Καππαδοκία,

Ρωμυλία.

Κερύνεια,

Αμμόχωστος,

Μόρφου.

Επανάληψη πόνου και ξεριζωμού
στην

αφροπάτητη

γη μου.

Κατάστηθα μας κτύπησε
του

διωγμού

το

Σπαθί!

Ξεριζωμός II

Κορφές τού τόπου μας,

Γυναίκες

αγέρωχες, στην πλάτη

των κυμάτων

ευθυτενείς, στο αντίκρισμα

του ουρανού

Άφοβες, στου καιρού

τις επεμβάσεις.

Ξάγρυπνες

στην αναζήτηση.

Φιγούρες επίμονης

η Χαρίτα Μάντολες

μα και η Μάρω

και η Γιαννούλα,

τρεις αδελφές

που υπερήφανα

υπομένουν την Απουσία

την ατέρμονη

διαδικασία στον πόνο!

Του κόσμου αγνοούμενοι

«ΟΥΤΟΙ ΕN ΑPMΑΣI ΚΑΙ ΟΥΤΟΙ ΕΝ ΙΠΠΟΙΣ, HMΕΙΣ ΔΕ ΕΝ
ΟΝΟΜΑΤΙ ΚΥΡΙΟΥ ΘΕΟΥ ΗΜΩΝ ΜΕΓΑΛΥΝΘΗΣ0ΜΕΘΑ»

Της καρδιάς

άνθρωποι,

αιχμάλωτοι

σε ξένα

χέρια.

Ονόματα,

μόνο

σε καταλόγους

αναζήτησης.

Αγνοούμενοι

ακριβές

αθεράπευτες

πληγές

στα μηνύγκια κτύποι
αφαιμάζουν
αρτηρίες και
φλέβες.

Επιμένουν παρουσιαστικά
στης προσφυγιάς

τ’ ασήκωτα τα χρόνια.

ΤΑΞΙΔΕΥΤΙΚΑ

Της Ρωσίας

Πετρούπολη

I

Διέσχισα τον Βόλγα
με τα κουπιά της εφηβείας
και με τη βάρκα εκείνη των ονείρων,
την κωπηλατούσε ο ενθουσιασμός
κι «Ό βαρκάρης τού Βόλγα»,
ο Ντοστογιέφσκι κι ο Τολστόι.
Ξεδίπλωμα στον ρομαντισμό
μπλάβες οι λάμψεις του λάζουλις
και του μαλαχίτη
καθοδηγούν
σε προσδοκίες και στη μεγαλειότητα του χτες.
Η Αικατερίνη στα πορτραίτα
ζωντανεύει, χαϊδεύει πορσελάνες,
κλείνει συμφωνίες
κι ο Πέτρος ενώνει πολιτισμούς
αγέρωχος στην αποφασιστικότητα
ευγενής οικοδεσπότης
ξεναγός στο Ερμιτάζ

Στα γαλήνια τού Ντέβα νερά
οι ιστορικές αποφάσεις και τα οράματα
ν’ ανακατεύουν τον κυμάτισμά
της εξελεκτικής λήθης…

Μονότροπα της Κρήτης

I

Παρουσία βουνοκορφών
πολύεδρων τραυμάτων,
φωτοβολούν τα Λευκά Όρη
δίχα το χρώμα της αγάπης
να καταγράφει ιχνηλασίες,
μόνο αναμνησιακές στιγμές.
Τοπία «καλημέρας»
που κάποτε αγαπήσαμε,
κι ακίνητα δρομάκια
με τις χανιώτικες μουριές.
Το μυστικό του έρωτα
στις αναρριχητικές συναυλίες του πράσινου
ριπίζουν επαναλαμβανόμενα
των ταξιδιών μας καλοκαίρια.
Ναυαγισμένοι πανσέληνοι
φαντάζουν και φωτίζουν
βυθούς συναισθημάτων
στην πόλη των Χανίων.

Της Κως

Τα κύματα τύψεις της θάλασσας,
που ρούφηξε σε ώρα σεισμού
τη γη,
φτιάχνοντας την απόσταση,
χωρίζοντας τη γη της Ιωνίας
που αλησμόνητη μένει,
αιώνια αγναντεύοντας το νησί της Κω.

Ελληνόφωνη του Ιουλίου ’Ιταλία

C’ emine su sto kkosmo ja memoria
Anonimo

Ι

Στον ήχο των δύο
ημισφαιρίων
σιγοτραγουδάς τη μοναξιά
των ταξιδιών,
συντροφευμένα μόνο
από αχλές παρουσίες
και τα χαμόγελα των τοπίων
όταν ξυπνούν στο φως του ήλιου.
Ο Επιζεφύριος Λοκρός
σφυρηλάτη κορμοστασιά
σου κόβει την ανάσα
ο εστηριγμένος «Έφηβος»
στα χέρια της Σφίγγας,
αγέρωχος, θεήλατος στην ετοιμότητα

Κι όταν ως «σκεπτόμενη Αθηνά»
ανιχνεύεις προγονικές αναμετρήσεις
ξεψιδάς την πίκρα της ημικατεχόμενης
Αφροδίσιας γης….

.

ΧΑΪ – ΚΟΥ – ΣΕΝΡΙΟΥ ΚΑΙ ΡΕΓΚΑ  (2014)

της Φύσης

Στιγμές άρωμα
της Λεμονιάς άνθισμα
νιότης άγγιγμα.

Ανθάκια χλωμά
ακακίας και γαζίας
κίτρινο χρώμα.

Αμαρτία
γιασεμί και νάρκισοι
ευωδιές ζωής!

Χρώματα του μπλε
στη θλίψη της θάλασσας
τα δάκρυά μας!…

Να δοξολογεί
του ουρανού το κάλλος
το αηδόνι!

Τα νερόχορτα
συνοδεύουν ποταμού
νερά και παίζουν.

Σκαλώνει μέσα
στου ήλιου την πορεία,
γκρίζο σύννεφο.

Τα χελιδόνια
αποδημούν μόνα,
φέρνουν χειμώνα.

Της Πανσέληνου
φεγγαρόφωτο, λάμπει,
πριν το πρωινό.

Με διεύθυνση
το ποταμίσιο νερό
ταξίδι φύλλου.

Τα κορφοβούνια
τυλιγμένα σε πρωινή
ομίχλη. Θλίψη.

Η σμαραγδένια
θάλασσα, εφηβείας
οι σχεδιασμοί.

Συντροφιά νερού
το ψαράκι της γυάλας.
Χοροπηδητά.

Η Πανσέληνος
κρυφογελάει, μέσα
στα κλαδιά του γκυ!

Ερχομός θλίψης
αρχή του φθινοπώρου,
τα χρυσάνθεμα.

Σελιδοδείκτες,
από φύλλα δάφνης
της Ανάστασης!

του Τόπου

Το τρισύλλαβο
γέλιο σου, ανθισμένο
στην Αμμόχωστο.

Τελεσίδικος
ο ήχος της Συμφοράς
από εισβολείς.

Βαριές φτερούγες
περιστεριού ειρήνης
ελιά στο ράμφος.

Πόθος άσβηστος
Κερύνειας όνειρο
δίψα μεγάλη.

Με ρίμες ήλιου
συλλαβίζεις πατρίδα,
σφυγμοί θέλησης.

Χτυπούν τα χέρια
ρυθμό ελληνικό,
σφρίγος της δόξας!

Καρτερεί μόνη
μάνα ξενιτεμένου,
γράμμα ελπίδας.

Γλώσσα της Κύπρου
Λεόντιου Μαχαιρά
ήχος και μέλος!

της Προσευχής

Η κραυγή Θεού
στον παιδικό πόνο
και στην ορφάνια.

Δημιουργία
με πλημμύρα λέξεων,
ο πόθος παιδιών!

Ω Παναγιά,
ατά πόδια σου μια ψυχή,
προσευχή παιδιού!

Πολλές οι ελπίδες,
προσφέρθηκαν στα παιδιά.
Η αρχή ζωής!

Θερμό του ήλιου
το φως, ζέστανε τα
παιδιά πού παίζουν.

Ήχος καμπάνας
μεταλαβιά μονάχα
για τα κοτσύφια!

Σκέψη πού πετά
προσεύχεται σε ύψη
Πενταδάκτυλου

Καμπάνας ήχος
ό πατέρας Νικόλας
στις εικόνες μπρος.

του Έρωτα

Πινέλα Λύτρα
στης «προσμονής» χρώματα
η κορασίδα.

Αναμένουσα
πολυαγαπημένο
κοιτά το δρόμο!

Δόρυ έγινες
τόξευσες κατ’ ευθείαν.
Ώ κτυποκάρδι!

Βέλος η ματιά
εκκρεμές ευτυχίας
τροχιά αλλαγής.

Το δάκρυ, κόμπος
και φιόγκος μεταξωτής,
λευκής κορδέλας.

Ύμνος της καρδιάς
οι φλοίσβοι των κυμάτων.
Χειλιών σημάδι.

Μαρμαρωμένο
το χαμόγελο μοίρας
θολά τα μάτια.

Η άλλη όψη,
πικρό νερό στη στέρνα,
θλίψη γυναίκας.

Η μοναξιά μας
έφτασε απέναντι,
γέφυρα πόνου.

Ρατσιστικός προς
την γυναίκα, ο έρως
του αρσενικού.
Στο μαύρο φρύδι
ξαπλωμένη σκέψη της,
κόψη ξυραφιού.

Της αφής λάμψη,
τού έρωτα οι παλμοί
ξίφη των ματιών!

Τα μάτια σου, ναι
μουσικές της αβύσσου
τρέμουλο νερού!

Κεντάς αγάπη
στα χρώματα ελπίδας
φουρτούνα καρδιάς.

Αναρριχόμενη
μοναξιά περιμένει,
εσύ δεν χωράς.

Θλιβερή φυγή
αναγκαία της ψυχής,
θέλγητρο ήσουν.

Ρέγκα

1

Έκκληση βουβή
της κατεχόμενης γης
τα βεβηλωμένα

μνημεία, οι εικόνες
μα και οι εκκλησίες μας.

Επικάθεται
στη μνήμη το γνώριμο
φως Σαλαμίνας.

2

Σαρώνει όλα
το ποτάμι που κυλά,
φιλιά, βότσαλα.

Τ’ αγγίγματα λέξεις
και τα πουλιά σωπαίνουν.

Αφήνουν διάβα
τιτιβίσματα νερών
στην υποψία.

3

Κατεστραμμένα
τα μνημεία ιστορίας
απ’ τα χέρια των

κατακτητών. Μένουνε
ζωντανά στις ψυχές

που ακόμα θα
πονάνε ξανά-ξανά
στην απόσταση.

4

Τού πρωινού η
θάλασσα στραφταλίζει,
στο βυθό ψάρια,

σχηματισμοί στο κύμα,
αφρογάλαζοι γλάροι

Τού δειλινού, η
θάλασσα σκοτεινιάζει
θολώνει νερά.

5

Σε στοιχειώνει
ο πρώτος έρωτας σου
και οικοδομεί

όνειρα προσδοκίες
αρώματα και άνθη.

Τρυφερότητας
αισθήματα στην καρδιά
που ξαγρυπνούνε.

6

Στο λαιμό κόμπος
απόφαση χωρισμού
αγκάθι ψυχής

φυγής ανατρίχιασμα
χειμωνιάτικο δάκρυ.

Φεγγαρόλουστη
νύχτα μάταιου θρήνου
για την απουσία.

7

Χροιά και φωνή
χρόνου με χρόνου βλαστός
λαλώντας Κύπρο

Λεοντίου Μαχαιρά
Μεσαίωνα ιστορεί

συντηρώντας τη
μνήμη και παραμύθι
στο όραμά μας.

8

Τού στήθους πόνος
μαχαίρι στον έρωτα
καρφώνεσαι φευ!

Παραμένει πληγή
πού λυτρωμό δεν έχει.

Και συ πιστός, στην
ριζωμένη αγάπη,
ικέτης μόνο!

9

Δρομολόγιο,
στην ίδια ακριβώς
μοίρα, πέταγμα.

Ταξίδια η ζωή μας.
Μα εξακολουθούμε,

την προδοσία
στην ευθεία της καρδιάς.
Άδειος ο δρόμος.

10

Βότσαλα στεριάς
στις στιγμές που το κύμα
τα αγκαλιάζει

ανάμεσα εισχωρεί
σιγά τα μετακινεί

δημιουργώντας
ηρεμίας τραγούδι
σ’ απαλούς ήχους!

11

Χρόνος στη Λήθη
αντίστροφος θύμηση
δύσκολη ώρα

Γυροφέρνουμε το πριν
πονάμε τα χαμένα

θελήσεις μισές
κι αδιανόητες
στην αναδρομή.

.

ΙΔΙΟΜΕΛΑ  (2010)

ΤΑ ΕΝ ΟΙΚΩ

Φωνή Κερύνειας

α’

Χορδή βιολιού ή φωνή.
Μοιρολόι στον ήχο
περνοδιαβαίνει κι ακουμπά
τού Κάστρου τις πολεμίστρες
σπαθίζοντας.
Κηφέας
Κομνηνός
Κανάρης!
Απίστευτη σύνθεση πειρασμού,
η μυρωδιά των λεμονανθών.
Δένει το σιρόπι της επιστροφής;
Κι ή παραδοχή αφούρνιστο ψωμί.

β’

Βαραίνει το μετάξι
σαν μουσκευτεί,
βαραίνει κι η ευθύνη
της φωνής,
στενεύει της πατρίδας
τα πνευμόνια.
Παρελαύνει
με το λάβαρό του
Ιάκωβου Πατάτσου.
Υποκλίνεται
στη βαρειά κληρονομιά!

Φωνή της Αμμοχώστου

3

Υπομνήσεις
και Απαιτήσεις
Μιας και μοναδικής
Ελληνικής Φωνής!

4

Αντιφώνηση Φωνής
απογυμνωμένου «Αντιφωνητή»
Αρτιμελής Καταγωγή
στον πετροπόλεμο του σχολείου
στου Μάρκου Δράκου το χαμόγελο
στου Λιοπετρίου τη θυσία.
Αντιφέγγισμα χρησμολόγου
τού Ονήσιλου η φωνή
προσταγή του Παντελή Μηχανικού.
Πού κρύψαμε οι Κύπριοι
την ντροπή τού διχασμού;

5

Αρματώθηκε ή Φωνή
ζώστηκε ευθύνη και επιθυμία
στους σχηματισμούς των
ηρώων
που Αγνοούμενοι παραμένουν.
Κτισμένοι στον «Άγιο Αλέξανδρο».
Αποτυπωμένοι στους τοίχους
στα Αγάλματα των μορφών.
Στην ενθύμηση γονατίζουν,
και υποκλίνονται στη θυσία.

Πηνελόπεια

γ’

Ταξιδεύουσα άφοβη
καθρεφτίζουσα την Αλήθεια
στη μυρωδιά της θάλασσας,
στην κοραλένια ημερομηνία.
Κρατούσα στην απαλάμη
το Απέραντο, φτερούγησε.
Έγινε Πηνελόπη.

δ’

Φύλαξε
της σειρήνας το χάδι,
μουδιάζει τη θύμηση
μυρμηγκιάζει την επίγνωση.
Κρύψε
στης Καλυψώς τα μάγια,
τα ωραιοποιημένα λάθη.
Νοιώσε
την ψευδαίσθηση της Ναυσικάς.
Αντιήρωας του Οδυσσέα.

ΤΑ ΛΙΓΟΣΤΑ ΚΑΙ ΑΡΙΘΜΟΣΤΙΧΑ

1

Δεν μοιράζεται η ψυχή
στο όνειρο και την αγάπη
Μονάχα προσφέρεται!

2

Στην καμπύλη της σελήνης
ξεθώριασε το φιλί του αστεριού
και το χρώμα έγινε γκρίζο.

3

Στου ουρανού τις ρυτίδες
φωτερά φιλιά
στο πορφυρό ληγμένα

4

Πυρκαγιά ο έρωτας
κι ή στάχτη του
αλισίβα!

———-

1
Κι ή ψυχή τραβιέται
στης απουσίας το
βελούδο,
αποτυπώνει δρόμους
θυμάται παραμύθια.

2

Πανί ή ψυχή,
έγινε ταξιδευτής
και με το σώμα,
γητευτής.
Όμηρος τής συγχώρεσης!

————–

1

Μονοσύλλαβα
τα «ναι»
ψιθυρίζουν το
δισύλλαβο «όχι»
στην τρισύλλαβη
πρόσθεση.
Η «αγάπη»!

2

Διαγράφοντας τα παράμεσα
του αλφαβήτου γράμματα
ενώνεις το Άλφα με το Ωμέγα,
χαϊδεύεις τής κατανόησης την πλάτη,
δίνοντας σχήμα στο χέρι,
που απλώνεται κι ακουμπά
της υπομονής την υπόσχεση.

3

Μ’ άλυτες εξισώσεις
παραμένουμε ταξιδευτές.
Ρεμβάζουμε στην πλώρη.
Μετράμε τα κύματα
στην κουπαστή του Τιτανικού.
Αιωρούμαστε σέ λύση ανύπαρκτη!
Ο πνιγμός στη Μεσόγειο.

4

Ερμηνεία και παρερμηνεία
ο Έρωτας
κουρσεύει τα χέρια
αιχμαλωτίζει για μια
και μόνη στιγμή τα μάτια.
Διαγράφει διαπεραστικά
καθαιρεί υποσχέσεις.

5

Δυσαπόδεικτος ο Ιάσονας
βαρύ το «χρυσόμαλλο δέρας»
σπαθίζει την καρδιά,
με κατασκευασμένα αγκαλιάσματα,
με την Αβεβαιότητα της αφής,
στην προδομένη Μήδεια.
Αναμέτρηση στην Αντοχή.

ΤΙΤΛΟΦΟΡΑ

Φύλαξε με

Φύλαξε με,
στην κόρη των ματιών σου
για να μη δακρύζεις.

Φύλαξε με,
στα χέρια σου μέσα
για να ‘ναι η αγκαλιά
ρίζα της αγάπης.

Φύλαξε με,
στον καθρέφτη σου μέσα
για να ‘μαι η καλημέρα σου!

Κι ο ουρανός…

Κι ο ουρανός
μια ακίνητη αγκαλιά,
επινοεί τ’ αστέρια
διακινεί τη σελήνη,
χαλκεύει γαλαξίες
λοξεύει το απέριττο του ήλιου.
Γεωργεί τον κόσμο,
ξετυλίγει όνειρα,
δημιουργεί προσδοκίες,
προσφέρει το άκτιστο
κι αχειροποίητο φως!

«Μνημόνιο»

A’

Στον γλύπτη Θεόδουλο Θεοδούλου

Η αγωνία της στιγμής
στην αιχμή της σμίλης.
Η σύλληψη της ανάσας
αναβλάστημα στον σφυγμό,
στην εκπνοή και εισπνοή ζωής.
Έκρηξη Δυνατού Δυναμισμού.
Εξέγερση του χαλκού
όταν πλάθει σημαίες έγερσης,
στην καθημερινή επανάσταση
Το σήμερα, μεταπράττεται σε
αέναο
αγγελικό
ανεπανάληπτο!
Ένδυση συναισθημάτων
στη χάραξη της πέτρας,
στην πτύχωση του γύψου,
στο αφύλακτο της κίνησης,
στο δίπλωμα της οικειότητας,
στην έκφραση και το αβάσταχτο
να γέρνουν στο Πεντελικό μάρμαρο.
Εγχαράξετε σαν επωδός
το ηρωικό,
το κλέος,
το δέος!

ΣΧΗΜΑΤΙΚΑ

θ’

Χάνεσαι

στην απουσία
σχημάτων
και σχεδιασμών.

Τα όνειρά σου,

κρεμασμένα
στο ρόπτρο.

ι’

 Αστραπή
το
όνομά σου,

σχίζει χειμωνιάτικο
ουρανό ψυχής

Σήμαντρο
τύψεων.
Κωδωνοκρουσία
ονείρων!

σ’

σ’

Τα μάτια σου,

λένε

τα περιττά
τού έρωτα,

πώς απαραίτητα

είναι,

για να ματαιωθεί
η ανυπαρξία.

Στα μάτια σου,

να γεννηθούν

όλα όσα
έχουν χαθεί,

να σαρκωθούν

οι λέξεις,

να σκιρτήσουν
τα συναισθήματα.

Τα μάτια σου,

να μιλήσουν

στη σιωπή,

να αποκτήσουν

όνομα και επίθετο!

ω’

Μεσόγειος,

καθρέφτης συνωμοσίας
κρεμασμένη στα ενώτια
της Ιστορίας των Λαών

Μεσόγειος,

περιδέραιο στον Λαιμό
των κυμάτων,
πού ανασαίνουν την απόδραση.

Μεσόγειος,

κάτοπτρον και είδωλο.
Συνεύρεσης χάδι,
επικοινωνίας χαμόγελο.

Μεσόγειος,

Ερωτικό ταξίδι.

.

ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΑ

Της Βαρκελώνης 2005

α’

Ταξιδεύει μαζί μου
στο αρχέτυπο
και στου έρωτα το ποθητόν.
Μα η πραγματικότητα
μυρωδιά κυδωνιού στο αθέατο
κι η απουσία συνυπάρχουσα
στην ιριδίζουσα παρουσία
στις χρωματιστές και οικουρικές
συλλήψεις του Gaudy,
στα πλοιοφόρα σχήματα
που γεννιούνται καλλιγενή
οίκτιστα και αιώνια!

β’

Όλα καινούρια μα και ξένα
ανατρέπουν τον εξισωτισμό,
τρέχουν στα ανταλλάξιμα.
Ξεχνιέσαι στης θάλασσας την ανοιχτοσύνη,
στον ωκεανό που φιλά τη Βαρκελώνη.

Των Σικελιανών

α’

Αγγελικό πώς νοιώθεις
τ’ άγγιγμά τους
σαν πεταλούδας το φτερό
σ’ ακούμπησε και εχάθη.
Οι στίχοι κληρονομικοί
εμπνεύσεις δελφικών χρησμών.

β’

Με νοιώθεις
στ’ αγέρι του πρωινού
που χαϊδεύει τα φύλλα.
Με νοιώθεις
στην ανάσα της θάλασσας
που ψιθυρίζει
μεταφέροντας κοχύλια.
Με νοιώθεις
στον ίσκιο τού φεγγαριού
που αφήνει τ’ αστέρι
να καρφωθεί στη γη
και στη χαμένη ευχή.

Της Θεσσαλονίκης εξίτηλα, 2007

I

Μεταξωτό θρόισμα,
της ψυχής που πάλλεται,
στη Μακεδονική Σκέψη.
Συνάντηση

στο άχωρο
στο άχρονο,

χωρίς όνομα και επώνυμο
χωρίς τίτλο και υπότιτλο.
Κάπου Συ Δεις
εμένα. Σκύψε

να με φτάσεις,
να με ανατρέψεις,
να μ’ ακουμπήσεις,

με ποίησης αγκάλιασμα.
Με Λόγο
Γιγάντιο,
Εκστατικό,
Μεθυστικό.
Με βλέμμα επαφής
στη θεϊκή απογείωση,
στην απαγγελία
μιας και μοναδικής Λέξης!

ΙΙ

Μεταβολίζονται τα βλέμματα
κι οι μορφές ταυτίζοντας
στην πρόσκληση στην πρόκληση.
Ανεξήγητοι της καρδιάς οι παλμοί,
στο εντεύθεν και στο εκείθεν.
Σε απόσταση η εξέγερση,
Κυπρίζουσας ποιητικόν αίτιον.

III

Κι η στιγμή
της Συνάντησης
παφλάζον κύμα
στον Θερμαϊκό.
Τρεμούλιασμα στο βλέμμα.
Δάκρυ ερωτικό
στη Θεσσαλονίκη.

.

.

.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΚΑΜΑΝΤΙΔΩΝ (2019)

«Πιο πολύ από την ίδια την κρίση και τη χρεοκοπία με τρομάζει η σύγχυσή μας», γράφει ο Λαοκράτης Βάσσης. Κάπως έτσι σκέφτονται και νιώθουν, μπερδεμένα, θολωμένα, τα δυο κορίτσια, Ελένη και Ιφιγένεια, στους χρόνους της απογοήτευσης, της αφροσύνης, της σύγκρουσης, της πλάνης, μετά από «τα χρόνια με τα κυκλάμινα», τα χρόνια του Αγώνα του ’55-’59 στην Κύπρο. Τα χρόνια που το παραμύθι ακούμπησε την πραγματικότητα!

Φοιτήτριες τα κορίτσια στην Αθήνα, ζουν, παράλληλα με τον έρωτα, τη Χούντα, τις διαβρωτικές πολιτικές παρενέργειες, που γίνονται νοσηρές, παθογόνες καταστάσεις στο νησί τους και οι οποίες σκιάζουν τα νεανικά, αγνά, αμέριμνα, ρομαντικά τους χρόνια. Η σύνεση και η σωφροσύνη στα κυπριακά δρώμενα, με βήμα σταθερό, καταγράφουν απουσίες στο απουσιολόγιο της ευρυθμίας… Κι η ζωή με τα πολύχρωμά της, κυρίαρχη και αέναη στον δρόμο του χρόνου, με το κεφάλι ψηλά και τον βηματισμό του ενθουσιασμού και του ονείρου…

.

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ  (2015)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 45

Ε’

[…]

Οι φωνές
κάτω απ’ την καστανιά γίναν χαλίκια
και τα πετάνε τα παιδιά.

Γιώργος Σεφέρης
Τρία Κρυφά Ποιήματα, 1966

Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα δροσούλα, σαν πνοή.

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο…

Μαρία Πολυδούρη

ΕΜΠΕΔΩΤΙΚΑ ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ πατριδογνωσίας που της έκανε ο παππούς στα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής της. Συμπληρώθηκαν κι από τις δυο γιαγιάδες, την Ελένη και την Ευδοκία. Η καθεμιά  σε αλλιώτικο επίπεδο. Η Ευδοκία με τον ξενικό, ντελικάτο και αρχοντικό αέρα της Αλεξάνδρειας, στην οποία μεγάλωσε κι έζησε τα πιο όμορφα χρόνια που μπορεί να ζήσει γυναίκα, δίπλα στο λεβεντάνθρωπο που τον αγάπησε και την αγάπησε. Η Ελένη, απλή αγωνίστρια της καθημερινής βιοπάλης, που είχε αναστήσει τρία παιδιά, έχοντας θάψει το πρώτο της. Η επιβίωση την έμαθε να λέει λίγα και να κάνει πολλά χωρίς να εξοντώνει τον εαυτό της. Να δείχνει τόσο όσο πρέπει τα αισθήματα της, ακόμα και στον παππού Κώστα, που ξεροστάλιαζε για μια τρυφεράδα, αλλά και στα παιδιά της, που όλα όσα έδινε ήταν με μέτρο. Με την Ελένη μόνο έκανε την εξαίρεση κι άφηνε τα χάδια, τα λόγια, τις σκέψεις της να φανερώνονται πιότερο και δεν τα τσιγκουνευόταν. Στην Ελένη μόνο, σε κανένα από τα άλλα της εγγόνια, ούτε οε όσα ήρθαν στους κατοπινούς χρόνους, αφηνόταν στα αισθήματα της. Κι αυτό όχι γιατί είχε το όνομά της, όπως κάποιοι έλεγαν. Η Ελένη και ποιον δε σκλάβωνε. Και σε ποιον δεν έβγαζε τα πιο απόκρυφα συναισθήματα. Και ποιος, σαν τη γνώριζε, δεν της τα πρόσφερε.

     Εμπεδωτική, λοιπόν, και η αγάπη που της έθρεψε ο παππούς με τα τραγούδια, τις διηγήσεις και τις βόλτες για τούτους τους δύο τόπους. Τον Καραβά και την Αμμόχωστο ή Φαμακούστα, τη «φημισμένη πόλη», με τη σημερινή της ονομασία Βαρώσι.

     Έκτοτε, σε όποια θάλασσα και να κολυμπούσε -της Αμμοχώστου, του Ζέφυρου, της Λάμπουσας-, αυτήν του Mare Monte θα νοσταλγούσε. Όποια πανσέληνο και να αντίκριζε, την πρώτη πανσέληνο της Χρυσής Ακτής θα αποζητούσε.

     Όποιο παγωτό και να δοκίμαζε, τη γεύση του πρώτου παγωτού αναθυμόταν. Με τις γιαγιάδες και τον παππού της ήταν όταν της πήραν το πρώτο παγωτό τριαντάφυλλο στο «Ακταίο». Τότε δεν υπήρχαν τόσες γεύσεις. Ήταν μόνο το τριαντάφυλλο και το γαλακτερό. Της Ελένης, όμως, δεν της άρεσε το γάλα, ούτε το έπινε.

     Σε όποιο περιβόλι λεμονόδεντρων και να βρισκόταν, μπροστά στα μάτια της ξεδιπλωνόταν εκείνο του Καραβά. Οσφραινόταν τη μυρωδιά των λεμονανθών και θυμόταν το γάμο της πρώτης ξαδέρφης του πατέρα της, γιατί σε αυτόν συνειδητοποίησε πρόσωπα και χώρους. Κι από τότε θυμάται τη γνωριμία της με τα κυκλάμινα. 0 παππούς με τις πιο μικρές ξαδέρφες της στόλισαν τα μαλλιά με λεμονανθούς και με κυκλάμινα. Γι’ αυτήν τα είχε μαζέψει εκείνος. Πόσο την καμάρωνε!

     Αμ το γιασεμί… Είναι ποτέ δυνατό να μυρίσει γιασεμί και να μην ξαναζήσει ολοζώντανα εκείνο το δείλι; Το έφερε ο παππούς σε χάρτινη σακούλα. Του το έδωσε φίλος του. Του το έβαλε καταβολάδα και το περίμενε κοντά έξι μήνες. Της το είχε τάξει. Παρά την κούραση του, ούτε καφέ δεν κάθισε να πιει, όταν του είπε η γιαγιά να του φτιάξει. Γύρεψε την Ελένη, και η Ελένη βρισκόταν στο παραπάνω σπίτι, στις φίλες της, κι έπαιζε. Δεν ήταν τρεις μήνες που είχαν έρθει να μείνουν στη γειτονιά η κυρία Νίτσα με τον κύριο Κώστα, το σουβλατζή, και τα δυο τους κοριτσάκια, την Ανιρούλα και τη Γιώτα. Είχαν γυρίσει από την Αγγλία όπου είχαν πάει μετανάστες. Έφεραν μερικά λεφτά κι έχτισαν δυο δωμάτια. Στην αυλή τους είχαν ακακίες και άμμο. Της άρεσαν της Ελένης οι ακακίες με τα μικρά, στρογγυλά, χνουδωτά, σαν μπαλάκια, λουλούδια τους. Τους πρόσφεραν τη σκιά τους για να παίζουν στη δροσιά τους και να μην κουράζονται στη ζέστη. Ήταν οι πρώτες παιδικές της φίλες!

     Τη φώναξε ο παππούς. Στη σχεδόν ανύπαρκτη γειτονιά, μόνο τρία όλα κι όλα σπίτια. Ανάμεσά τους μια παράγκα. Υπήρχαν και τέτοια σπίτια, που στέγαζαν τη φτώχεια των αυτοχθόνων Κυπρίων σχεδόν μέχρι και το 1965. Έμενε μια χήρα με τρία κορίτσια μεγάλα, τα οποία δούλευαν.

     Αμέσως άκουσε η Ελένη και φάνηκε στον καινουριοφτιαγμένο δρόμο. Είχε ανοιχτεί εδώ και καμιά εικοσαριά μέρες, γιατί ο «λόρδος» -αυτό ήταν το παρατσούκλι του ιδιοκτήτη της γης- είχε χτίσει τα πρώτα διώροφα και τα νοίκιαζε στους Εγγλέζους οι οποίοι δούλευαν στις βάσεις. Απομεινάρια μόνιμα της αποικιοκρατίας, που στ’ αλήθεια ποτέ δεν έφυγε.

     Ούτε λεπτό δε σκέφτηκε η Ελένη πως το κάλεσμα του παππού της διέκοπτε το παιχνίδι. Έτρεξε ανοίγοντας τα χέρια της σε αγκαλιά. Έτσι συναντιούνταν με τον παππού της ακόμα κι όταν μεγάλωσε. Είτε είχαν καιρό να ιδωθούν είτε όχι. Εκείνος στεκόταν και την περίμενε, της άνοιγε και τη δική του αγκαλιά, και η Ελένη έπεφτε μέσα και τη σήκωνε ψηλά. Γύριζε κι έμπαιναν στο σπίτι έτσι αγκαλιασμένοι. Οι υπόλοιποι της οικογένειας που τους έβλεπαν σχολίαζαν αστειευόμενοι και τρυφερά τη σχέση τους.

     Εκείνο το απόγευμα δεν μπήκαν στο σπίτι. Παρά την έβαλε ο παππούς της να καθίσει στο κολονάκι της καγκελόπορτας. Την κοίταξε στα μάτια, της έπιασε το κεφάλι, της το γύρισε απαλά και της έδειξε τη χαρτοσακούλα στο πρώτο σκαλοπάτι της βεράντας.

– Τι είναι; τον ρώτησε.

– Γιασεμί. Θα το φυτέψω εδώ στην είσοδο. Θα το φωνάζουμε «Ελένη», γιατί θα είναι δικό σου. Εσύ μου το ζήτησες. Για εσένα το φυτεύω. Μέχρι του χρόνου θα μεγαλώσει, θα κάνει λουλούδια. Θα τα περνάς στην κλωστή, θα τα κάνεις γιρλάντα και θα τη βάζουμε στα μαλλιά σου.

     Η χαρά της Ελένης φάνηκε σε όλο της το πρόσωπο, και χτύπησε τα χέρια της.

     Εκείνος στράφηκε και άρχισε να σκάβει για να το φυτέψει. Τα λόγια του της τα επιβεβαίωσε και η γιαγιά. Έτσι, τα πρωινά, η Ελένη κατέφευγε στα λουλούδια της «μαυρομάτας» και το απόγευμα, που έπεφτε ο ήλιος, σε αυτά του γιασεμιού.

     Τι έχει γίνει εκείνο το γιασεμί; Εκείνο το δέντρο της «μαυρομάτας»; Για τα κυκλάμινα δεν αναρωτιέται. Ξέρει πως ανθίζουν… και αντιστέκονται στους εισβολείς.

Κατάληξη; Να λένε, ένα σπίτι έχασες το 74. Έφτιαξες άλλο.; Φύτεψες άλλο γιασεμί…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 71

Ιμερόεσσα Λάπηθος
μια ομορφιά
η πρώτη της Κύπρου
ένας έρωτας
ένα πάθος
ένα σκίρτημα
μια ζωή
μια ολόκληρη ιστορία.

Φαίδρος Καβαλλάρης

ΠΟΤΕΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ Η ΕΛΕΝΗ την υποδοχή που της έκανε η Ιφιγένεια στην πρώτη τους συνάντηση μετά τις χριστουγεννιάτικες διακοπές. Την αδημονία που ήταν ζωγραφισμένη στα μάτια της. Άθελά της, ξανάφερε στη θύμησή της εκείνη την πρώτη τους γνωριρίατο Σεπτέμβρη και το ελαφρώς τρεμάμενο χέρι της Ιφιγένειας μες στο δικό της. Ένα χέρι που αμέσως σου μετέδιδε μια παγωμάρα, μια ακαταδεξιά… Οι κλασματικές αυτές σκέψεις δεν επηρέασαν, βέβαια, την Ελένη. Το αντίθετο. Θα κατέθετε τη θαλπωρή της φιλίας της χωρίς τσιγκουνιά. Διαισθανόταν πιότερο, παρά ήξερε, πως η Ιφιγένεια την είχε μεγάλη ανάγκη. Ήθελε μια αγκαλιά να χωθεί. Και η Ελένη σε κανέναν και ποτέ της δε θα την αρνιόταν.

     Η Ιφιγένεια αμέσως ξεμονάχιασε την Ελένη και την τράβηξε προς τις αμυγδαλιές. Της άνοιξε και πάλι την καρδιά της. Της είπε για τις τιμωρίες της, τον αποκλεισμό και την άγρυπνη απ’ όλους επιτήρηση που είχε. Τα λόγια της Ελένης την αγκάλιασαν, δίνοντάς της συγχρόνως την ανάσα και την αισιοδοξία της επόμενης μέρας. Ως επίλογο άφησε η Ιφιγένεια το κυκλάμινο που φύτρωσε στη σχισμή της αυλής τους. Και τόλμησε να της πει πως ήταν οιωνός της φιλίας τους!

     Κάπως έτσι έπεσαν τα θεμέλια της φιλίας των δυο κοριτσιών. Τις κρύες μέρες του χειμώνα που ακολούθησαν, τη ζέσταιναν η κατανόηση και η ανακούφιση που πρόσφερε αμέριστα η Ελένη. Η Ιφιγένεια ένιωθε πως ξεφύτρωνε μέσα της μια δύναμη που όχι μόνο δε φανταζόταν ότι τη διέθετε, μα ούτε και πίστευε σε αυτήν. Και οφειλόταν στην όλη στάση και τη συμπαράσταση της Ελένης τις ώρες του σχολείου.

     Αυτά έβλεπε από μακριά ο Μιχάλης και άρχισε κι εκείνος ν’ αλλάζει. Ένα και μοναδικό βλέμμα τού έριξε κάποια στιγμή η Ελένη, που δεν ήταν διόλου αποδοκιμαστικό, ούτε επικριτικό, κι αυτό τον ξάφνιασε. Τον έκανε να αναζητήσει τις ευθύνες του, να δει την επιπολαιότητά του. Να ψάξει το χαρακτήρα του. Να σκεφτεί τα όνειρά του για πρώτη φορά.

Η άνοιξη βρήκε τις δυο κοπέλες να κοιτάζουν τα κυκλάμινα και να κεντούν τη ζωή τους από άλλη μεριά καθεμιά. Η μία με όλα τα παράθυρα ανοιχτά και η άλλη μόλις που ν’ ανοίγει το ένα και να το κλείνει, αφήνοντας έξω το φως και το κρύο.

Το χωριό δεν είχε σταματήσει τα σχόλια για την Ιφιγένεια, αλλά δεν ήταν κακεντρεχή. Αντίθετα, όλοι στενοχωριούνταν για την απομόνωση της, γιατί δεν άντεχαν τη στάση της Δώρας και τη μύτη της.

Της «έμπαιναν» με κάθε ευκαιρία που τους δινόταν, και μάλιστα την έθιγαν με τάχα αδιάφορες αναφορές για την κόρη και τη γυναίκα του «Καινούριου». Για τις αρχές που είχαν στην οικογένειά τους, τη σύμπνοια και την καταδεκτικότητά τους. Συνέχιζαν με το εγκώμιο των καλών αγοριών τους, που ήταν και καλοί γαμπροί. Ήξεραν πως πίσω από εκείνο το κρύο χαμόγελό της, το σχεδόν αδιάφορο, μέσα της σκύλιαζε. Της πρότασσαν και την εκτίμηση που η Έλλη έδειχνε στην κυρα-Φωτεινή. Κι αυτό ήταν το ζεμάτισμα.

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΑ ΚΥΚΛΑΜΙΝΑ

 «…ξερίζωσα μια πέτρα απ’ τη γη
Πήρα χαλκό από βαθιά και χάραξα την οφειλή…
ν’ αγγίξει η μπάλα
τα παιδιά να διακρίνουν το χρεόγραφο».
Στίχοι του Κύπριου ποιητή Σωτ. Π. Βαρνάβα

Οφειλή προς τη νέα γενιά,
που ακούει τα γεγονότα τα ιστορικά τούτου του τόπου
και νομίζει πως είναι παραμύθι.

Μ’ αυτά τα αισθήματα και με το κελάρυσμα
του νερού απ’ το κεφαλόβρυσο του Καραβά
και με το φλοίσβο της θάλασσας της Αμμοχώστου
και της Αχεροποιήτου στ’ αυτιά και στην καρδιά της
μεγάλωσε η Ελένη, αγναντεύοντας τον Πενταδάκτυλο,
κι η φίλη της Ιφιγένεια στο κλειστό απ’ τα βουνά
του Τροόδους χωριό της. Η φιλία θα της ενώσει
κι οι μοίρες απ’ τον Πενταδάκτυλο θα τις παρακολουθούν…
Όπως και η λεπτή μυρωδιά
των κυκλάμινων στον αγέρα θα τους φέρνει
μια μικρή ανάσα…

.

ΤΑ ΜΝΗΣΤΡΑ

Δέκα χρόνια απόστασης     (2009)

ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑ ΑΠΟΣΤΑΣΗΣ

«Δέκα χρόνια απόστασης…»

– Δ –

Την συνάντησα σε μια δεξίωση. Αλλιώς την είχε πλάσει η φαντασία μου πριν χρόνια ως μαθήτρια, όταν διάβαζα κι άκουγα για το έργο της. Κι ήθελα τόσο πολύ τότες να την γνωρίσω, να της μιλήσω, έστω. Και μια και δεν μπορούσε να γίνει, πολλές ήταν οι φορές, που όπως διάβαζα κάτι δικό της, αφαιρόμουνα – κι όπως η νεανική φαντασία δεν θέλει και πολλά για να φτιάξει – έφτιαχνα την εικόνα της από μόνη μου. Την στόλιζα, πολύ την στόλιζα, δεν ξέρω γιατί. Αργότερα, σαν έμαθα πως μπήκε πιο δυνατά ‘στα τού τόπου’ εδραιώθηκε η εντύπωση μου, πως θα ήταν πάντα μια γυναίκα κοκέτα. Έπρεπε κιόλας να είναι στολισμένη. Το απαιτούσε στο κάτω-κάτω η κοινωνική της θέση. Ποτέ δεν της έλειπε η «κοινωνική θέση». Μια έκφραση επιφορτισμένη με αβάσταχτο βάρος τις πιο πολλές φορές. Άσχετα αν ο άνθρωπος ματαιοπονεί σ’ όλη του τη ζωή, για μια κάποια τέτοια θέση.

     Σαν αστραπή, λοιπόν πέρασε απ’ το μυαλό μου τούτη η συνηθισμένη φράση «κοινωνική θέση». Τώρα που το σκέφτομαι, με κάποια ηρεμία, ίσως να ήταν μια υποσυνείδητη αντίδραση στην έκπληξη που ένιωσα – που με τάραξε θα έλεγα καλύτερα – σαν πλησίασε στην παρέα μας. Τοιουτοτρόπως έγινε και γνωριστήκαμε.

     Ίσως ακόμα να την έφερα σε δύσκολη θέση, καθώς το βλέμμα μου στάθηκε επίμονο επάνω της… Την κοιτούσα προσπαθώντας να συναρμολογήσω εκείνη την παλιά της εικόνα, που είχε φτιάξει η παιδική μου φαντασία και να την συγκρίνω με αυτό που έβλεπα, με την πραγματική. Κι όπως ένα παιδί του σήμερα, ανοίγει αυτά τα καινούργια παιγνίδια τα puzzles και προσπαθεί απ’ την πρώτη στιγμή να ξεχωρίσει χρώματα και σχήματα για να φτιάξει όσο το δυνατό γρηγορότερα την εικόνα, που έχει εξωτερικά το κουτί του παιγνιδιού, για να σε καθοδηγεί. Έτσι και γω προσπαθούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα να σχηματίσω και συλλάβω τη δική της εικόνα. Με δυσκόλευε κάτι. Κι αυτό ήταν η απλότητά της! Μια απίστευτη απλότητα!

     Φορούσε ένα απλό κλασικό, μπλε ταγιεράκι, με μια άσπρη, κινέζικη μπλούζα. Το πρόσωπό της άβαφο, τα μαλλιά της βουρτσισμένα απ’ τη δική της βούρτσα. Όλα τούτα βρίσκονταν σε μεγάλη αντίθεση μ’ όλες εκείνες τις κομψοντυμένες κυρίες, με τα τυποποιημένα χτενίσματα, που στριφογύριζαν γύρω μας, προβάλλοντας περήφανα όλα τα ακριβά στολίδια και τις μάρκες που φορούσαν.

     Μα πιο πολύ αυτό που μ’ ένοιαζε και προσπάθησα να νιώσω, ήταν η ψυχή της, τα αισθήματα κι οι ιδεολογίες της. Δεν ένιωθα πως ήθελα να εισχωρήσω ίσως σε προσωπικά σύνορα – κι είμαι απ’ τους ανθρώπους που τα σέβομαι – γιατί ήδη κάτι ήξερα από τούτα τα σύνορα, μέσα απ’ τις σελίδες των βιβλίων της. Μα τη συγκεκριμένη στιγμή προσπαθούσα να τα υπογραμμίσω και στην πραγματική ‘φυσική’ τους μορφή.

     Άρχισα να υπογραμμίζω μια απέραντη κι ανάλυτη θλίψη, και πίκρα μέσα στα μάτια της.

     Τη γνωριμία μας ακολούθησε, συζήτηση σε χαμηλούς τόνους. Της είπα πως το χωριό της καταγωγής μου, είναι δίπλα στη δική της πόλη…

     Το ίδιο ακριβώς συναίσθημα θαρρώ μας συνεπήρε και νιώσαμε ένα κτύπημα στο στομάχι. Καραβάς – Κερύνεια κι η τρίτη φίλη στην παρέα, Μόρφου. Ασυναίσθητα έφερα το χέρι στο στομάχι, φοβούμενη μην τσακίσω στα δυο και… μου πέσει και το ποτό στ’ ακριβό χαλί, απ’ τη τρεμούλα της ψυχής και των χεριών…

– Δέκα χρόνια πάνε… της ψιθυρίζω, λες και με το να μην το πω φωναχτά δεν θα ήταν πραγματικότητα.

– Ναι, δέκα χρόνια, επαναλαμβάνει και προσπαθεί να κρατήσει την ψυχραιμία της… Μια ψυχραιμία πολύ εικονική. Άρπαξα, όμως, τ’ ανεπαίσθητο τρέμουλο στο απάνω της χείλι.

     Το ξέρω και το ξέρει, πως στα ρουθούνια μας αναδεύτηκε η αψή μυρωδιά τ’ ανθολέμονου, και στ’ αυτιά μας ήχησε κελαριστό το τραγούδι του Κεφαλόβρυσου… Το μελωδικό σπάσιμο των κυμάτων στα βράχια του «Έξη Μίλι» και στο «Mare Monte»…

     Με ένα μαγικό τρόπο και χωρίς κόπο βρεθήκαμε στο γραφικό λιμανάκι της Κερύνειας, να σεργιανάμε αγναντεύοντας το κάστρο… Ν’ ανηφορίζουμε τα στενά της δρομάκια, με τα τουριστικά μαγαζιά και να θαυμάζουμε τους ίδιους τους κόπους των χεριών μας… Την παράδοσή μας… Το φερβολιτέ, μπερδεύεται χαϊδευτικά στα δάχτυλά μας… Η γιαγιά, μού είχε φτιάξει πολλά κομμάτια. Και κάθε λίγο τα έβγαζα απ’ τη ντουλάπα, που η μητέρα μου τα είχε τακτοποιημένα, διπλωμένα και τα χάζευα κάνοντας όνειρα για το δικό μου σπίτι…

     Χωρίς να το καταλάβω, μίλησα δυνατά… Δεν χρειαζόταν επεξηγήσεις. Ήξερε.

     Προσπαθούμε αμέσως να συνέλθουμε απ’ το «ταξίδι» μας. Πάντα τα ταξίδια κουράζουν. Κάποια δημιουργούν και ναυτία… Πόσο, μάλλον, τούτο ειδικά το ταξίδι, που δεν αφήνει καμιά γεύση, καμιά αφή, καμιά όραση… Προσπαθούμε ακόμα ν’ αλλάξουμε θέμα, γιατί σαν να έχουμε γίνει θέμα της βραδιάς με τη σιωπηλή επαφή μας…

     Με ρωτά για τις εμπειρίες μου στη μακρινή, ξένη χώρα, που ζούσα τελευταία. Μα όσο κι αν θέλω να μην επανέλθω στο θέμα της πληγής μας και να τη σκαλίσουμε, δεν μπορώ να μην της μιλήσω για τις πρωινές εμπειρίες μου, στο σχολείο που δίδασκα και να μην μεταφέρω το πηγαίο ενδιαφέρον των ξενοφυτεμένων Ελληνόπουλων για τη μοιρασμένη πατρίδα μας… Τη λαχτάρα του Αντρέα για το Καρπάσι, την πληγή του Κωστή για την Όρκα, για το λαχτάρισμά του να τρέξει μέχρι που να πέσει χάμω λαχανιασμένος στα χωράφια με τους κίτρινους και τους κόκκινους λαλέδες. Την ανυπομονησία της Έλλης για τον Άγιο Ιλαρίωνα και το ότι σε κάθε της έκθεση, στα Αγγλικά ή Ελληνικά – δεν έχει σημασία – τα φέρνει από δω τα φέρνει από κει κι αναφέρει το Πέλλα Πάις και την ομορφιά του, χωρίς να είναι εκτός θέματος!!!

     Κι έτσι ξαναγυρνάμε κι εμείς στην αγωνία μας για το πώς θα είναι για μας το «αύριο». Μα ποτές δεν είναι εύκολο να τη θάψεις για να ξεφύγεις από τούτο το αίσθημα. Πώς είναι δυνατόν να ξεφύγεις αφού όλα σε αλυσοδένουν, σε πληγώνουν, σε κατατρώνε όπως τον αετό που ξέσκιζε τα σπλάχνα του Προμηθέα.

Κάπου συμφωνήσαμε κι αφήσαμε ατέλειωτη τη συζήτηση μας… Το συμπέρασμα όμως βγήκε αβίαστα: Από το ‘74 και μετά καμιά μας δεν ξαναμαζεύει ούτε φυλάει κειμήλια μα ούτε και πράγματα, που όταν τα χάσεις στοιχειώνουν και

γίνονται έμψυχα… Ούτε βγάζουμε φωτογραφίες και τις μαζεύουμε σε άλμπουμ. Όλα τ’ αφήσαμε εκεί όπου ανήκουμε, όπου είναι οι ρίζες μας, το σπίτι μας, η καταγωγή μας, η γενιά μας… η ψυχή μας…

     Δεν μπορούσα να μην της πω για τη σκέψη που μού τριβελίζει και μου καρφώνει το μυαλό, τους τελευταίους μήνες. Τη σκέψη που με κομματιάζει στα δυο. Να πάω, να πάω έστω και με το ξένο διαβατήριο… που απόκτησα απ’ τη χώρα που ξενιτεύτηκα.

     Με κοίταξε κατάματα, δεν ξέρω ίσως γιατί τα μάτια μου της φανέρωναν πως η περηφάνια μου ποτέ δεν θα μ’ άφηνε να το πράξω! Έτσι το έλεγα. Χωρίς σκέψη μ’ απάντησε.

– Όχι. Κι εγώ μπορούσα να το κάνω. Όχι, δεν θέλω. Εγώ είμαι από εκείνη τη γη από εκείνα τα χώματα και μου ανήκουν!

Η ψυχή μας έχει βαρύνει. Μα πώς είναι μπορετό να κρατήσει στο σχήμα της δέκα ολόκληρα χρόνια αναμονής… Πώς είναι εφικτό να αφομοιώσει στους σφυγμούς της δέκα ολόκληρα χρόνια απόστασης;…

Δεκέμβρης 1984, Καμπέρα

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

«Τα Μνήστρα», η συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Περατικού- Κοκαράκη, βρίσκεται στον ίδιο «σκοτεινό» παραδειγματικό άξονα, που παραπέμπει οε ένα Λογοτεχνικό τύπο αφήγησης του οποίου ο πυρήνας είναι η εξιστόρηση της εξορίας, στις ποικίλες εκδοχές και εκφάνσεις της, με βάση τη χρονολογία 1984. Παραπέμπει, δηλαδή, στα δέκα χρόνια που μεσολαβούν από το 1974, τη χρονιά της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, που βρίσκουν την αφηγήτρια των ιστοριών, πρόσφυγα πια, στην Αυστραλία. Έτσι, όλες οι ιστορίες, που υπάρχουν στα Μνήστρα, έχουν την προοπτική που αναπτύσσει ένας δημιουργός “εν εξορία”. Γι’ αυτό, μια λέξη λάπ μοτίφ σ’ αυτή τη συλλογή, είναι η «απόσταση», που ξεπερνάει την υπαρξιακή κατάσταση της αφηγήτριας και παραπέμπει στις συνθήκες που διαμορφώθηκαν σε ένα χρονικό ορίζοντα δέκα ετών 1974-1984,όπου πολλά πράγματα άλλαξαν στη ζωή των ηρώων όλων των ιστοριών.

     Η αξία της διηγηματογράφου βρίσκεται στην ικανότητά της να διηγείται και να αναδιηγείται, εντάσσοντας μέσα στο έργο πολλά είδη λόγου. Έχοντας ένα πλούσιο απόθεμα εμπειρίας και αφηγηματικό ταλέντο, της δίνεται η δυνατότητα να ξεχωρίζει μέσα από τις πολύπλοκες συνθήκες της ζωής που έζησε στην Κύπρο, την Αθήνα και την Αυστραλία, μοναδικά και χτυπητά περιστατικά, που πάνω τους στηρίζονται οι ιστορίες που περιγράφονται. Το κάθε περιστατικό, ενώ φαίνεται να είναι καθαρά προσωπικό, μετουσιώνεται κατ εξελίσσεται, τελικά, ως αντιπροσωπευτικό και κοινωνικά τυπικό παράδειγμα του τι δίνει και τι κερδίζει ο καθένας από μας στην πάλη του με τον πανδαμάτορα χρόνο.

Άλλωστε, “τα μνήστρα”, από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα, είναι το τίμημα που πλήρωνε πάντα κάποιος για να πάρει κάτι…

.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *