ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ

Η Σοφία Περδίκη γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών «Βακαλό» και στη Σχολή Καλών Τεχνών «L’ École des Beaux-Arts de Saint-Étienne». Το εικαστικό της έργο έχει παρουσιαστεί σε ατομικές και σε ομαδικές εκθέσεις.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σέ διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, στον συλλογικά τόμο τής ομάδας CRAFT (μικρές εκδόσεις, 2015) και στην περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου diPgeneration (Θράκα, 2016 καί Μανδραγόρας, 2017).
«Το αιώνιο αίνιγμα» (Κίχλη 2020) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.
Στο εξώφυλλο: Έργο τής Σοφίας Περδίκη.

.

 

.

 

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑ (2020)

Η ΟΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΗ

Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή
βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα
το κρατάς σαν μωρό
σφιχτά κι απαλά
μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε
στους οφθαλμούς
τρυγούν τα δάχτυλα, την εσωτερική τους πλευρά
μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.

Κι ύστερα περνά από μπροστά σου
φευγαλέα η ματιά
μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις
όπως όταν η φλέβα φουσκώνει
το αίμα κυλά
τι τένοντας, τι τέντωμα
να σκάσει πάει η κρούστα
και είναι της πληγής τούτης ενόραση
η δερμάτινη μνήμη.

 

Η ΕΥΚΑΛΥΠΤΗ

Η Ευκάλυπτη ζούσε στα δάση.
Είχε ξεφύγει
σε ηλικία ανήλικη
από το παρτέρι με τ’ άλλα
καλλωπιστικά φυτά.

Μια μέρα που την πότιζαν οξέα
για δυναμωτικά, ένιωσε
στα πόδια της ν’ ανοίγει το δέρμα
η φλούδα της να σκάει
στα πλευρά
οι γεωπόνοι είκαζαν πώς ήταν
έγκαυμα
δεν πρόσεξαν τα νεογέννητα φτερά.

Μετά, στο πρόσωπό της
παρατηρήθηκε η μετάλλαξη.
Την τύλιξαν με τουλπάνια
εμποτισμένα
να μπολιάσει, είπαν, με πειθαρχία
όμως ή θεραπεία μάταιη.

Οι ρόζοι γίναν μάτια
είδανε πέρα από τα σύρματα
στο στόμα σχηματίστηκε σάρκα
αντιμίλησε στην οικογένεια
αμφισβήτησε όλα τα ποώδη
την ορτανσία, τα καλοκουρεμένα πάρκα.

Έφυγε μια νύχτα πνιγηρή
η κεκαλυμμένη
με μια ομορφιά πρωτόγνωρη.
Στα δάση αλλάζει, όποτε θέλει, τη μορφή.
Η ανάσα της λένε πώς θεραπεύει.

 

ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

Το γυάλινο σπίτι είχε από καιρό φυσηθεί, είχε ψηθεί σε χιλιάδες
βαθμούς Κελσίου· η αποστείρωση επετεύχθη, κάτι μικροοργανισμοί
εξαφανίσθηκαν και ορθώθηκε σε θέα κοινή. Η άφιξή μας
στην κορυφή του λόφου έγινε αισθητή, τα κλειδιά πετάχτηκαν
στα γκρεμνά, μαζί με την καμπάνα ήχησαν σε συγχορδία αρμονική
– δεν τα είχαμε ανάγκη. Στο σπίτι τούτο εξάλλου, οι νέοι
κάτοικοι θα ήταν αποκαλυπτικοί, ολόκληρη η ζωή τους περίοπτη
Η μοναξιά του κρεβατιού τους η τόσο απόλυτη τώρα θα
ίδρωνε σε οργανικές στιγμές και οι γυάλινοι επισκέπτες με ζώων
χνώτα θα θόλωναν το τζάμι· αράχνη δε θα εισέβαλλε καμία,
γνωρίζοντας πως δε θα ‘βρισκε ταβάνι για να κρεμαστεί.
Ανάμεσα σε δυο πελώρια βράχια, σαν βόλος που παίζαμε
παιδιά, κύλησε η μπίλια · χωρίς θεμέλια, μόνο ένας θόλος μας
αγκαλιάζει, καμιά πλεκτάνη στην κάψουλά μας δεν περνάει,
κρεμάστηκε και η ταμπέλα: ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ. Το όραμα του
δάσους που μας ακολουθεί ανακλάται πάνω μας σαν αρχαία
προβολή.
Δεν επιδιώκουμε την εξαφάνιση, και η πρόθεσή μας αυτή
είναι, αν μη τι άλλο, έντιμη.

 

ΚΑΤΙ ΠΑΙΔΙΑ

Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες
με πυροσβεστικούς κρουνούς.
Λούζονται μ’ εύφλεκτα σαπούνια
χορεύουν γυμνά, αναστενάρηδες
πάνω σε σπασμένα τζάμια
μαζεύονται σε μια γωνιά
κοιτάζονται στα μάτια ώρα πολλή
ώσπου ερωτεύονται μ’ έρωτα οργισμένο
πυρώνουν σταδιακά
πλημμυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις
ανήσυχοι ένοικοι στα μπαλκόνια
-αστραπή θα ‘ταν λένε, κλείσε τα παράθυρα, έρχεται μπόρα.
Κι ύστερα από τα χέρια τους γεννιούνται πουλιά
φλόγες μακριά πετούν
σπέρνουν την κόκκινη σκόνη,
καίνε τα μαύρα νέφη,
καπνός στάζει από ψηλά.

Ξέρω κάτι παιδιά
που εξουδετερώνουν
τους πυροσβεστικούς κρουνούς των δημοσίων χώρων.

 

Η ΕΣΘΗΤΑ

Το ηλιακό εκκρεμές
δέχεται τις αχτίδες του χρόνου.
Με λεπτότατους δείκτες
προβάλλει σε τοίχο τις στιγμές
πέφτει της μέρας ο μπερντές
από τα δάχτυλα αόρατου παίκτη.

Τότε έρχονται τα παιδιά με τ’ άσπρα μαλλιά
μπουλούκι που έφτασε μέσα στα χιόνια
κυκλωμένο από τις αέναες στοές
ετοιμάζονται οι τροχαλίες
οι από μηχανής σωτήριες
φορούν στη θεά Τύχη
το στέμμα της με τ’ απόρθητα τείχη
πρωταγωνιστεί σε παράσταση στημένη
πριν από χίλια και βάλε χρόνια
άδεια έμεινε η οκτάγωνη κλίνη.

Στέκει τώρα στα σκοτάδια
αποκομμένη από το σώμα
ο κορμός της σ’ εκκρεμότητα
παρασκηνιακά
με τη χρυσή εσθήτα
κρατάει τον κόσμο ανάμεσα
στα δυο της πόδια.

 

ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ

Περιορίστηκαν οι λέξεις
σε παπούτσια στενά
μυτερά στην άκρη σκαρπίνια
κι άρχισαν να κυνηγούν στις γωνίες
έντρομα ρήματα
αφάνταστες πιέσεις ν’ ασκούν
για ομολογίες
συγχωροχάρτια σε τραπέζια
υπογράφονται καθημερινά.
Ανένδοτα κάποια
υπόκεινται σε βασανισμούς
καταπατούνται οι ενεργητικές φωνές
στην απομόνωση ψιθυρίζουν
κουράγιο, δάκρυ, ή σχοινί
ανοίγουν τρύπες στους τοίχους μικρές
φυσούν τον καπνό τους από κει
ανακουφίζονται τις νύχτες στ’ όνειρο μέσα
υπόσχονται.

Και το πρωί, στην αναφορά
κρύβουν όλα τα παθητικά φιλιά
δείχνουν τα νύχια τους, είναι καθαρά
προχωρούν στα συσσίτια.
Κάτω από τη μπότα του μυαλού που εποπτεύει
πίσω απ’ την πλάτη που απωθεί
σε στενά κελιά στοιβάζονται
σαν απορ-ρήματα
τα μεταβατικά χώρια από τ’ αμετάβατα
καθρεφτάκια κρύβουν στις καταπακτές
γράφουν στον ήλιο το νόημα
κρεμούν τα χέρια έξω απ’ τα σίδερα.
Κι όταν τα δάχτυλα συνθλίβονται
θυμούνται όρκους
μια μέρα όλα να τα πουν
ν’ αντέξουν.

 

ΕΚΛΕΙΨΗ

Ίσως είμαστε διάττοντες, είπες
κι έσταξε η οροφή φωσφορικά και απλανή
αστράκια από εκείνα που αχτίδες συσσωρεύουν
τα είχαμε κολλημένα γερά
να μη φοβόμαστε τις κρύες νύχτες·
το ταβάνι τώρα μελανό
μας μούσκεψε ασήμια η βροχή
έγιν’ ένα με το κατάστικτό μας δέρμα.

Μικρές αναλαμπές, είπα, είμαστε
κι άστραψε ο γυάλινος θόλος, έλιωσε ο σκελετός
σίδηρος κάλυψε τα σκεύη τα ιερά
-τα έργα πώς να προστατέψεις;-
σήμαναν συναγερμοί, εκκενώθηκε η αγορά.
Πως είμαστε φαινόμενα έκτακτα
να λεχθεί δεν έπρεπε
αρχίζουν, βλέπεις, οι προγνώσεις
βγαίνουν ανακοινωθέντα
ανέτοιμοι οι πληθυσμοί
Αλλάζουν άξαφνα οι ουρανοί
καλύπτονται από σύννεφο πυκνό
τρέμουν οι βέβαιες λιακάδες:
ο ήλιος αυτός δεν μας αρέσει, θα φέρει καιρό

Η νηνεμία αιτούμενο, αλλά
η έκλειψη αστράφτει σαν γυαλί

 

ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι
στη βωβή τους ζωή.
Να πάμε
λέει η πρόσκληση
επισήμως γδυμένοι
ένα βράδυ
όταν θα ’χουν σβήσει τα αίματα
και θα ’χουνε λιώσει τα κεριά
ν’ αφήσουμε τις φωνές μας
στην κρεμάστρα
μπαίνοντας στον χώρο υποδοχής
να βγάλουμε τα τακούνια
απ’ τα παπούτσια
και τα δόντια μας με την τανάλια
τα κόκαλά μας να τυλίξουμε
προσεκτικά
να μην κροταλίζουνε στα γέλια
να εκπνέουμε αθόρυβα
αντί να παίρνουμε ανάσα.
Στη σάλα τη μεγάλη
ν’ αφήσουμε τα συναισθήματά μας
στην άκρη
και να στρωθούμε στο τραπέζι
με φόβο μπουκωμένοι.
Μάς εγκαλούν από απέναντι συχνά
να κάνουμε ησυχία.

 

ΤΑ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ

Ήρθες ξημερώματα
να μας ζητήσεις τα κοινόχρηστα.

Μα εδώ είναι τα ιδιωτικά δωμάτια
έχουμε σπάσει τα ντουλάπια
τα στρώματά μας έχουν το αιμάτινό μας
μονόγραμμα
στα λουτρά έχουμε κρυμμένα τα μαχαίρια
το μάθημα ανατομίας αρχίζει στις εννιά
τα βιβλία μας πήρανε φωτιά
να ζεσταίνουμε τα χέρια τον χειμώνα
κι οι βρύσες στάζουνε μύρα πολύχρωμα.
Ψάξε και βρες ποιοι είμαστε από το χρώμα
που λιμνάζει στα υπόγεια.

Ήρθες η ώρα τρεις
ν’ αρχίσεις το εξημέρωμα.

Όμως εδώ
έχει φωλιάσει το θηρίο για τα καλά.
Και δεν το διαχειρίζεσαι πιά.

 

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Τώρα κάθισε
στο συρμάτινο κεντίδι
και ηλεκτροφόρησε
τη φωνή σου
στα σύμπαντα.

Αναρωτήσου:
Αν ήθελες μια ζωή
του θανάτου τον αχό
να περιορίσεις
πού πήγες κι έμπλεξες
στον ιστό της κραυγής
που συνταράζει
κι υστέρα στη σύγκρουση
γιατί προσκολλήθηκες;
Ρυθμός του αίματος
ανάβλυσες
κι έκανες εκείνα τα τρικ
στων δρόμων τη διασταύρωση.
Τα σπασμένα φανάρια
αναβοσβήνανε
τα δύο μάτια
παράταιρα γύριζαν
χαμός γινόταν
και τανάπαλιν διάσωση.
Τί το ‘θελες τότε
ανεμοδούρα εσύ ισχνή
και λικνίστηκες
αναίσχυντα
με τους μηρούς
τα χέρια ανοιγμένα
κι έγινες το αιώνιο αίνιγμα

Θρόιζε για πάντα τώρα
πάνω στα ουράνια
μεταλλικά μοτίβα.

.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Παράξενο το παιχνίδι των συνειρμών.
Μου το’ μαθαν σ’ ένα σπίτι εσπερινό
χτυπημένο από σεισμό
έκτοτε βάλθηκα ν’ ανακαλύπτω
πίσω απ’ τις ρωγμές
την κρυμμένη κρήνη που στάζει
την υγρή ματιά που κοιτάζει
τη σχισμένη ταπετσαρία
κυριευμένη από το ρολό του μαρασμού
να σβήνει τις κηλίδες του χρόνου.

Το κουβαλάω πάντα μαζί μου
το παράξενο αυτό
παιχνίδι των συλλογισμών.
Κρυμμένη σε κασετίνα
η πολύτιμη αλληλουχία.
Τα πιόνια της
στήνω με επιμέλεια
στις άκρες των ερημικών
δρόμων που τραβώ
αφήνω ίχνη για τον χαμένο αδελφό.

 

ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Αραιώνουν οι άνθρωποι
στη μεγάλη πόλη των λέξεων.
Ό,τι συνέθετε τη χάρη αυτού του τοπίου
ό,τι παλλόμενο στα μάρμαρα του πεζού δρόμου
σεργιάνησε, μέχρι που έγινε σκιά
μαύρα κουρέλια βήματα
αποσύρονται βαριά, όπως οι σκέψεις
μετά από περισυλλογή
διαλύονται στην αναπόληση.

Κι ο μέσα αιών της καρδιάς
αργά καλύπτει τα φύλλα
των άρρωστων δέντρων παράγωγα
σε μια λευκή σελίδα.
Με αποφατική εκφορά
λένε «Χαίρετε», ανασηκώνοντας
για λίγο τα καπέλα
ώσπου να πέσει το βέλο στα μάτια
και μετά ερημιά.

Αποσύρονται οι άνθρωποι
όταν περάσει η ώρα, αναίτια, ξαφνικά.

 

ΟΤΑΝ ΓΙΝΟΜΑΙ ΕΝΑ ΣΩΜΑ ΣΤΕΓΝΟ…

Όταν γίνομαι ένα σώμα στεγνό
που αναζητάει το σύννεφο
ψάχνει στις λέξεις να το βρει
σχηματίζοντας μοναχά
έναν κύκλο ελλειπτικό.

Παρακαλά το στόμα
σε γλώσσα τροπική
κολλούν ανάμεσα στα δάκτυλα τ’ άστρα
ένα μεγάλο στον δείκτη, ακτινωτό
που μ’ εμποδίζει να δω τα άλλα
τα πιο μικρά
τα μαλλιά μου μεταμορφώνονται
σε έκκληση
μαυρίζουν οι ουρανοί
ένα κύμα με παραδέρνει, του αίματος κύμα
που χτυπά με φόρα
πάνω στου νου τα στεγανά
και τα ποτίζει ανεξίτηλα
πιτσιλάει τα λευκά χαρτιά
με ακατάληπτα νοήματα.

Τα χέρια κινούνται σε παραφορά
με τον άνεμο παρέα
που φέρνει από τα χάη στάχτη πυκνή
θολώνει την επιφάνεια
μένουνε μόνο κάτι στίγματα που μοιάζουν
μ’ επιφωνήματα.

 

ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στις σπηλιές που τις έγδερνε εξωτερικά ο ήλιος
στις εσοχές των χαδιών από χέρια ψημένα
ήρθαν και κάθησαν δύο περιστέρια.

Κρατούσαν στα ράμφη ένα γράμμα κι ένα πετράδι.
Η πέτρα ήταν μαγνήτης, ο φάκελος είχε περιθώρια ωχρά
Τα μάτια μας έλαμψαν αναζητώντας τις λέξεις στο χώρο
Ύστερα ξαπλώσαμε
στης θάλασσας την επιφάνεια, απαλό κι υγρό το σώμα
άρχισε να υπαγορεύει το περιστέρι
έχοντας τους δυο πόλους στο στόμα
λόγια μεταδοτικά
η γλώσσα του έβγαινε κάθε λίγο προκλητικά
γέμιζε τα περιθώρια, τα μάτια γύριζαν προς τον ουρανό
και χάνονταν μαζί με κάθε προσανατολισμό.
Κι όσο γράφονταν οι σελίδες
κι όσο έπεφτε η ένταση του ήλιου
και τα κοχύλια άνοιγαν πετώντας φλόγες
σχηματίστηκε ατμός
έβγαινε από σιφόνι πήλινο ξεχασμένο στα πλαϊνά πρανή
άρχισε η κατολίσθηση.

Εκείνες τις μέρες στις σπηλιές που τις κύκλωνε εμφατικά ο ήλιος
μέσα στα μεταλλικά νερά γράφτηκε η ιστορία.
Πέρασε ανάμεσα από τοιχία
μέσα απ’ τις σπείρες του κοχλία.
Κι αν όλα έγιναν λάσπη αργίλου και το τοπίο μοιάζει αγνώριστο
η διήγηση των επαναλαμβανόμενων ήχων
μας θυμίζει το μακρινό εκείνο τραγούδι
των χειρονομιών.

 

ΛΕΥΚΕΣ

Για μια στιγμή το φως στάθηκε πάνω στις λεύκες
Τις αναζωπύρωσε
Πέντε κόρες ευθυτενείς
παρουσιάστηκαν έκπαγλες
με χέρια μετέωρα γαλανά
φωσφόριζαν κάτω απ’ τη χλωμή σελήνη
κι εκείνη η λεπτότερη
κινήθηκε θαρρείς
σαν να την έσπρωξε ενθαρρυντικά
η πρεσβυτέρα με τα ροζιασμένα δάκτυλα
Απαλά
Κι ήταν το χάδι μιας ριπής του αγέρα
που λύγισε το δέντρο μπροστά μας
σε στάση προσφοράς
ψιθύρισε η βοή του κάτι
σε γλώσσα απόκοσμη
κατανοητή από το ρίγος
στη βάση του αυχένα
σάλεψε δροσιά στα κουρασμένα βλέφαρα
τα βρήκε σύμφωνα
σε μαύρο φόντο άστραψε η στιγμή
μας έκανε όλους διακριτούς
ακούσαμε θρήνους βουβούς.

Οι άλλες τρεις χόρεψαν στο πάλκο
τους καημούς
Στη σύγχυση των όγκων
είχαν κάτι από το εύπλαστο παρόν
Ας έρχονταν από όνειρο μακρινό
των λευκών
στα δάση του Βορρά
ατέλειωτων νυχτών.

 

ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Οι μέρες της οργής οι μικρές
εξελίσσονται σε τρόμο ανύποπτο.

Σκαλώνουν αγκάθι στον λαιμό
λεπτό το λεπτό
το κεφάλι σκυφτό
προσπαθούν να πάρουν αέρα
απ’ όπου βρουν
κρεμιούνται σε τοίχο χαμηλό
εκεί πιέζεται το στέρνο
δέχονται χτυπήματα στον τράχηλο
μιλούν με γλώσσα λυμφατική
κανείς δεν τις ακούει
αφρίζει διάφορα η φωνή.

Κι έχουν στο βλέμμα μια πληγή
σου ψιθυρίζουν οργισμένα ένα: “Αει”.

Ξάφνου φτύνουν το αγκάθι
με σύσπαση νευρική
φυσούν στο άπνοο σώμα αναπνοή βαθιά
στις δύο με τρεις το ξημέρωμα.

 

ΤΑΡΑΝΔΟΣ

Είμαι το έρμαιο
ενός ονείρου αδηφάγου
που αρχίζει και τελειώνει
μέσα στα σπλάχνα του λευκού ταράνδου.

Αφομοιώνομαι τη μέρα αργά
γίνομαι η ύλη
που στα σκοτάδια τον φωτίζει
και τον καθοδηγεί
σ’ ανήλιαγα δάση
Ένα φωτεινό υπογάστριο
είμαι που ξαφνιάζει
τον φιλήσυχο περιπατητή.
Μπρος στα έκπληκτα μάτια
γίνομαι το λευκό του όραμα
βρίσκομαι την ίδια στιγμή
και στη γη και στον αέρα
ένα αιμοσφαίριο ζωής
για το σάλτο της απόδρασης
που καταλύει τη βαρύτητα
άδει βελάσματα
πιάνεται από τα κέρατα
με άλματα ημερικά
ώσπου απομένει
μόνο η τροχιά του
στους ουρανούς να διαγράφεται αχνά.

Είμαι η κρύα φλόγα
που βγήκε αχός βραχνός της ηδονής
από του ζώου το στόμα
σαν καταλάγιασε η ορμή και τέλειωσε
το θηρευτικό παιχνίδι.
Σβήνω μόλις σουρουπώσει
για να ξανάψω μιαν άλλη κοιλιά
στα επόμενα όνειρα.

 

ΠΑΡΟΙΚΩ

Παροικώ στου δρόμου το πιο στενό σημείο
Καμιά ενόχληση εκεί
Πάρεξ μια σταλαγματιά στο τάσι
μικρή χρυσή περιουσία
τον κόσμο μου αποκαλύπτει
γίνεται αντιληπτό το κάτοπτρο.
Δείχνει τον πλούτο που κουβαλήθηκε
Εδώ στου δρόμου το σημείο το πιο στενό
έγινα ένα με το τοιχίο
η όψη μου μοιάζει να επιμηκύνεται
μια μορφή προπατορική
γλυκά λαλεί, του αμανέ η φωνή
που εντός μου κατοικεί.
Οσμίζομαι τη βροχή σε τούτη εδώ την εσοχή
Περιπλανώμενη ύπαρξη
χτίζομαι με πλίνθους
ξανά απ’ την αρχή.

 

ΕΙΛΩΤΕΣ

Απλώνονται στα παγκάκια της παρακείμενης μέρας.
Είλωτες στη δούλεψη της αδράνειας
της πιο σκληρής αφέντρας
κάθιδροι θα ΄λεγε κανείς
κι όμως αυτές είναι οι συνέπειες της λιγοστής βροχής
πάνω στα μέτωπα τα ζαρωμένα
κοιτούν τα σύννεφα αποχαυνωμένα
απολειφάδια ενός ουρανού
που μέχρι το γιόμα
θα έχει πάρει του σάπιου μήλου το χρώμα.
Για την αλλαγή του κλίματος μονολογούν
κι η γόπα καίει τα χείλη
έγιναν σαρκώδη βούκινα της συμφοράς
Έξω απ της συνοικίας τα τείχη
Έξω απ τα όρια της ντροπής
και δεν ξεσηκώνεται ουδείς
καθώς κλειστά τα τελωνεία
με φράγματα σιωπής.

Ολόγυρα
μόνο του πατημένου τριφυλλιού η αποφορά
των ζωτικών υγρών
νυχιά σκίζει το φρέσκο χώμα
ορίζοντας κύκλο νοητά
γύρω από τούτα τ΄ ανέστια όντα
σημάδι του χρόνου που περνά
αφήνοντας στη σήψη ενέχυρα.

 

ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ

Τα ανθρώπινα κατάλοιπα
περιφέρονται τις νύχτες με φεγγάρι.
Παριστάνουν άλλοτε τον μάρτυρα
με την πληγή ανοιχτή
γυρεύουν κοάζοντας στις λασποπόλεις
χάδι από χέρι απαλό
όπως σ’ εκείνο το πορτρέτο που θυμούνται
όταν αναστρέφονται τα μάτια
πάνω κρεμασμένο από το μεγάλο κρεβάτι
τους το θυμίζει το σαράκι, τσιρίζει
τη σιωπή σχίζει στα δύο εκστατικά
λίγο πριν χαμηλώσουν τ’ ανακουφισμένα βλέφαρα.

Άλλοτε πάλι
στων προσώπων τους βλέπεις το αντιφέγγισμα
λάμψης αστρικής, μη γελαστείς
από τα κοίλα χείλια
είναι υπάρξεις ημισεληνοειδείς.

Μέσα στους βραχώδεις κήπους
τραγουδάει η σπασμένη σιαγών αγωνίας αλαλαγμούς
το τραγούδι τους τις νύχτες ακούς.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑ
ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

 

FRACTAL 25/08/2021

Το αιώνιο αίνιγμα, της Σοφίας Περδίκη

Η γλώσσα ψυχαγωγεί με τις υποκριτικές της ιδιότητες. Αυτές είναι οι πηγές του αισθητικού αποτελέσματος, έλεγε ο Σέλλευ. Και ο Ρώσος κριτικός Victor Shklovsky, ο οποίος εισήγαγε στη λογοτεχνία τον όρο ανοικείωση, ισχυριζόταν πως πρέπει να υπάρχει ένα όριο, μια αλλαγή ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη ζωή, μια διάκριση μεταξύ της ίδιας της πραγματικότητας και της λεκτικής της αναπαράστασης που να κάνει τον οικείο κόσμο να μοιάζει ανοίκειος, σαν να τον βλέπαμε για πρώτη φορά.

Η Σοφία Περδίκη στην ποιητική της συλλογή Το Αιώνιο αίνιγμα (Κίχλη 2020) χρησιμοποιεί την ανοικείωση και με τις υποκριτικές της ιδιότητες ψυχαγωγεί τον αναγνώστη/αναγνώστρια. Η ποίησή της είναι ενδοσκοπική, κοινωνική, ερωτική. Δομείται πάνω στην αλληλουχία των εποχών. Ξεκινά με την αίσθηση της Άνοιξης και την εαρινή υπόσχεση και ολοκληρώνεται με τον Φθινοπωρινό μαρασμό, αναπαριστώντας ποιητικά τον αέναο κύκλο της ζωής και των πραγμάτων, τη γέννηση, την αναπαραγωγή, τον θάνατο.

Η ΕΑΡΙΝΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Έχετε κάποια ιδέα για την Εαρινή Υπόσχεση; Δόθηκε κατά τας γραφάς αρχές του τρίτου μήνα. Θα την καταλάβουμε, λένε, από έναν ξαφνικό παλμό κάτω από το υπογάστριο. Θα φουσκώσουμε σαν βασανισμένα πουλιά, όπως αν μας φυσούσαν αέρα στην κοιλιά, κι ύστερα θα αιωρηθούμε -πάνω κάτω-, θα σκάσουμε με θόρυβο υπόκωφο σε έδαφος ελαστικό, σε στρώμα χλόης. […] (σελ. 9)

Με αφετηρία την άνοιξη, εποχή αναγέννησης της φύσης, η ποιήτρια τραγουδά τη ζωοποιό δύναμη του έρωτα, μεταφέροντας τη μέθεξη, το πάθος, την ηδονή, αλλά και τις πληγές, τα τραύματα, τη φυλακή, το τέλος του συναισθήματος. Μετατοπίζεται στα ποικίλα ανθρώπινα προβλήματα και αναφέρεται στις κοινωνικές σχέσεις, τα προσωπεία, τον κομφορμισμό. Η ποιητική αναφορά κλείνει με το φθινόπωρο που περιέχει τον μαρασμό.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

[…] Στο απόγειο της διάτασης, η αιχμή της έντασης μια πράσινη χορδή που τέντωσε και σπάει. Γιατί να είναι άραγε έτσι η φύση των πραγμάτων; Ένα ένα τώρα τα φύλλα τους ξεφορτώνονται, ξερά κλαδιά φράγματα στήνουν, να βουλώσουν θέλουν το μοναδικό το λούκι, το πιο πολύτιμο. Τον νόμο να επιβεβαιώσουν.

Στο πλήρες φάσμα της ανθοφορίας ο μαρασμός. (σελ. 75)

Ο έρωτας, η παντοδύναμη ροπή που αισθάνονται οι ψυχές, αποτελεί τη δημιουργική δύναμη της αεικίνητης φύσης, το φως που ευθύνεται για την ύπαρξη και την τάξη όλων των πραγμάτων στο Σύμπαν. Η ποιήτρια υμνεί την κοσμογονική δύναμη του έρωτα, την αιώνια και φθαρτή ουσία του, την υπερθετική δείνωση του συναισθήματος. Οι εικόνες μορφοποιούν μνήμες, πραγματικότητες, εμπειρίες. Το ίδιο και η σουρεαλιστική φαντασία, ο βιβλικός τόνος, ο στιχουργικός ρυθμός, η αρμονία.

 

IN VITRO

Ήταν οι δυο τους
σαν σύμπλεγμα από πέτρα
μια ερωτική Pieta
έτσι ένιωθες
όταν τους αντίκριζες
καθηλωμένους από καιρό
σ’ ένα μπαλκόνι καλοκαιρινό.
Πάντα εκείνη με τ’ ανθισμένο φόρεμα
-τα γιασεμιά τής έγλειφαν τα γόνατα-
κι εκείνος γυμνός
από τη μέση και πάνω
-μάρμαρο ιδρωμένο παριανό-
είχε απλωμένο το χέρι στον ήλιο
επικαλούνταν τον Θεό
όταν έβλεπε κανένα σύννεφο
να γιγαντώνεται στο Αύριο.
Παράξενο το αίσθημα που είχες
όταν αντίκριζες εκείνους
τους δυο
ερωτευμένους
στον γυάλινό τους τύμβο […] (σελ. 23)

Η Σοφία Περδίκη με λεκτικά παιχνίδια, πρωτότυπες γλωσσικές εκφράσεις, θεατρικότητα, παραμυθικό τόνο αναπαριστά τις ανθρώπινες σχέσεις, τη θέση του γυναικείου φύλου, τα προσωπεία, τον δισυπόστατο -άγνωστο πολλές φορές- εαυτό μας, τη δίμορφη εν τέλει έκφραση του κόσμου μας που εμπεριέχει τη χαρά της ζωής και την τραγική μοίρα του θανάτου· το ευδαιμονισμένο φως και το σκοτάδι.

ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ

Περιορίστηκαν οι λέξεις
σε παπούτσια στενά
μυτερά στην άκρη σκαρπίνια
κι άρχισαν να κυνηγούν στις γωνίες
έντρομα ρήματα
αφάνταστες πιέσεις ν’ ασκούν
για ομολογίες
συγχωροχάρτια σε τραπέζια
υπογράφονται καθημερινά.
Ανέκδοτα κάποια
υπόκεινται σε βασανισμούς
καταπατούνται οι ενεργητικές φωνές
στην απομόνωση ψιθυρίζουν
κουράγιο, δάκρυ ή σχοινί
ανοίγουν τρύπες στους τοίχους μικρές
φυσούν τον καπνό τους από κει
ανακουφίζονται τις νύχτες στ’ όνειρο μέσα
υπόσχονται […] (σελ. 40)

Με πλούσιο λεξιλόγιο, μετωνυμίες, χρήση μεταγλώσσας, αποδόμηση γνωστών και συνηθισμένων εκφράσεων, η Σοφία Περδίκη προβληματίζεται για τα βαθιά ανθρώπινα θέματα, το αιώνιο αίνιγμα της ζωής. Οι στίχοι της έχουν σωματικότητα. Δίνονται ιμπρεσιονιστικά, με πλαστικότητα, πλησμονή φύσης. Σαν θεατρικές σκηνές.

ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι
στη βωβή τους ζωή.
Να πάμε
λέει η πρόσκληση
επισήμως γδυμένοι
ένα βράδυ
όταν θα ’χουν σβήσει τα αίματα
και θα ’χουνε λιώσει τα κεριά
ν’ αφήσουμε τις φωνές μας στην κρεμάστρα
μπαίνοντας στον χώρο υποδοχής
να βγάλουμε τα τακούνια
απ΄ τα παπούτσια
και τα δόντια μας με την τανάλια
τα κόκαλά μας να τυλίξουμε
προσεκτικά
να μην κροταλίζουνε στα γέλια
να εκπνέουμε αθόρυβα
αντί να παίρνουμε ανάσα.
Στη σάλα τη μεγάλη
ν’ αφήσουμε τα συναισθήματά μας
στην άκρη
και να στρωθούμε στο τραπέζι
με φόβο μπουκωμένοι.[…] (σελ. 58)

Στα δυνατά της ποιήματα ΤΑ ΜΩΒ ΘΗΛΥΚΑ και το ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΘΕΛΟΥΝΕ, που αναφέρονται στη γυναίκα, ο ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ που έχει σχέση με τον κομφορμισμό.

ΤΑ ΜΩΒ ΘΗΛΥΚΑ

[…] Είμαστε τα μωβ θηλυκά.
Φορούμε την προβιά μας
μ’ επιμέλεια τα πρωινά
και τις νύχτες γδυνόμαστε
κάτω από τον προβολέα
που με τη ζέση του μας εξάπτει
γινόμαστε θερμές πορτοκαλί
τα χείλη μας λεν την προσευχή
οι μήτρες μας φλογίζονται
κατ’ επανάληψη
την ώρα που γεννάμε μ’ έναν πόνο
όνειρα αποκαλυπτικά.
Είμαστε οι γυναίκες
που ζούμε
κλεισμένες ερμητικά
μέσα στο δικό τους ποίημα. (σελ. 60)

ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΘΕΛΟΥΝΕ

[…] Μας θέλουνε να είμαστε πάντοτε
αβρές κι ευλαβικές
σε υπολειτουργία
ολοστρόγγυλες
να μην κόβουν τα μαχαίρια μας
τα σώματά μας
να μην έχουνε αιχμές
τα λόγια μας να μην πληγώνουνε ποτές.
Να ματώνουμε περιοδικά μονάχες. (σελ. 69-70)

 

ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ

Της είχαν μάθει να στρογγυλεύει τις λέξεις.
Να τρίβει την εσωτερική τους πλευρά
γερά με γυαλόχαρτα
ώσπου να φύγουν τα μαύρα τους μελάνια.

Κάθε στοιχείο ζωντανό
έπρεπε να πάψει πια να σπαρταρά
η πιο ανώδυνη έκφραση
ν’ ανέλθει στην επιφάνεια.
Μετά ξέπλενε όλα τα νοήματα
Με καθαρό οινόπνευμα.
Τα άπλωνε στον ήλιο σε σινί
ν’ αποξηρανθούν καλά
το χνούδι τους να αποκτήσει
εκείνη την υφή
την κοινώς αποδεκτή
που όταν ανακατεύεται
με της σιωπής το γάλα
φουσκώνει αργά μες στα σωθικά […] (σελ. 61)

Η Σοφία Περδίκη προβληματίζεται για Το Αιώνιο αίνιγμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μιλά για τον έρωτα, τον χρόνο, τη φθορά, τον θάνατο, το θρυμματισμένο όνειρο. Η συλλογή της ώριμη. Η γλώσσα της ανοίκεια. Οι στίχοι της δραματικοί. Οι προβληματισμοί της ανθρώπινοι.

.

ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ

6/2/2021

Η ποιητική συλλογή της Σοφίας Περδίκη, εικαστικού-ζωγράφου, στην επιμελημένη έκδοση της Κίχλης, κοσμείται από ένα δικό της έργο, με έντονο συμβολισμό: Ένα ωραίο γυναικείο πρόσωπο που ονειρεύεται, πλάι σε ένα πτηνό (κουκουβάγια μάλλον, «σοφία»), με πλουμιστό κεφάλι κι ανάμεσά τους λουλούδια. Μια σύνθεση ονειρική. Ο τίτλος της συλλογής είναι κι αυτός συμβολικός. Παραπέμπει στην εναγώνια προσπάθεια επίλυσης του «αιώνιου αινίγματος», που μπορεί να είναι το αίνιγμα της ζωής και του θανάτου, του έρωτα και της προδοσίας.
Η μνήμη παίζει πρωταρχικό ρόλο σε όλη τη συλλογή «γιατί ένα σφουγγάρι κινούμενο είναι η μνήμη/την παρτιτούρα συνέχεια σβήνει/κι ό,τι απομένει/η μουσική». («Ό, τι απομένει»). Η μνήμη που εξαφανίζει σαν σφουγγάρι κάθε βασανιστική ανάμνηση, η μνήμη που αφήνει πίσω της τα περασμένα, όταν ένας νέος πυρακτωμένος έρωτας συνεπαίρνει το ποιητικό υποκείμενο: «Πυρωμένος καιρός/ήρθε κι εγκαταστάθηκε/ στο χειμωνιάτικό μου σώμα/ {…} Άφησα στάχτες τα περασμένα» («Κίτρινο βλέμμα»).
Ο έρωτας είναι παρών και διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή. Στην περίπτωση αυτή η ποιήτρια χρησιμοποιεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο ή το πρώτο πληθυντικό,, απευθυνόμενη στο ερωτικό υποκείμενο, άλλοτε με τρυφερότητα, άλλοτε με αμφισβήτηση, άλλοτε με καημό και πίκρα: «Στο κέντρο του κόσμου πιασμένος/- ήσουν, θυμάσαι;-/ένα σμάρι αχτίδες» («Σπείρες»), « Η πλάτη σου/του κόσμου το πιο μεγάλο/κάτοπτρο» («Η πλάτη σου»), «Σε βλέπω μέσα από τα δαχτυλίδια του καπνού./Είσαι ημιτελής με δέρμα πρόπλασμα {…} προκύπτεις αθώος ως προς τη θλίψη/μενεξεδής εσωτερικά/η έκπληξη μεγάλη αν σκεφτεί κανείς/ πόσες επιστρώσεις έχεις περαστεί/πόσο ξοδεύτηκε ιλουστρασιόν χαρτί» («Δαχτυλίδια καπνού»), «Ας αφηγηθούμε το κορμί./Να μείνει/έστω κάτι» («Ας μιλήσουμε»). Κάποιες φορές ο έρωτας εκφράζεται διαλογικά, με το δεύτερο και το πρώτο ενικό πρόσωπο, αλλά προμηνύει ένα άδοξο τέλος: «Ίσως είμαστε διάττοντες είπες/κι έσταξε η οροφή φωσφορικά και απλανή/αστράκια {…}Μικρές αναλαμπές, είπα, είμαστε/κι άστραψε ο γυάλινος θόλος/ {…} «Η νηνεμία αιτούμενο, αλλά/η έκλειψη αστράφτει σαν γυαλί» («Έκλειψη»). Άλλες φορές πάλι το ερωτικό υποκείμενο δύσκολα συνοψίζεται, υπάρχουν κενά και αποστάσεις χαρακτήρων που δυσκολεύουν τον προσδιορισμό του: «Για να σε συνοψίσω/πήρα απ’ τη νύχτα την περιπλάνηση/{…} μια κόλα λευκή έβγαλα/και γέμισε ξάφνου στίγματα/διακεκομμένα/κενά χωρίς ανάσα/σχέδια επί χάρτου τόσο πολλά/κι οι αποστάσεις των χαρακτήρων μας/εκεί, ανάμεσα στα διάκενα./Για της μορφής σου τη σύνοψη/πήρα απ’ το πρόσωπο/όλη του την ξενιτιά». («Για να σε συνοψίσω»). Υπάρχει βέβαια και ο ευφρόσυνος έρωτας, όπου οι δύο γίνονται ένα, και τότε εκφράζεται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: «Με φως στα χείλη δώσαμε/ το φιλί που δεν αμφιβάλλει» («Το φιλί»). Συνήθως όμως τον έρωτα διαδέχεται η φθορά, οι όρκοι εξανεμίζονται, το τέλος έρχεται ανεπαίσθητα, αλλά οριστικά. Στην περίπτωση αυτή η ποιήτρια χρησιμοποιεί το τρίτο πληθυντικό πρόσωπο, που αποκτά μια ισχύ καθολικότητας: «Οι επαφές τους δεν ήταν συχνές./Όποτε βρίσκονταν/μιλούσαν για τον κεραυνό./ {…} Είχαν ακούσει για τον διακόπτη του χρόνου/ν’ ανοιγοκλείνει/σε μια έκτακτη των σωμάτων συστολή/μα συνήθως ήταν τόσο μαγνητισμένοι/που αδιαφορούσαν /για την επερχόμενη βλάβη./Έμειναν να κοιτούν με απορία/των χεριών τους τη χαμένη ισχύ/το φως του «μείνε για πάντα» που χάνεται/τα κομμένα των ματιών καλώδια». («Διακόπτης»).
Ένα ιδιαίτερο ποίημα είναι το «In vitro». Αναφέρεται στο ερωτικό σύμπλεγμα δύο ερωτευμένων που η ποιήτρια περιγράφει με ξεχωριστή τρυφερότητα: «Ήταν οι δυο τους/ σαν σύμπλεγμα από πέτρα/μια ερωτική Pieta/ {…} Παράξενο το αίσθημα που είχες/όταν αντίκριζες εκείνους/τους δυο/ερωτευμένους/ στον γυάλινό τους τύμβο./Σου άφηνε μια εικόνα ένωσης in vitro/μια μυρωδιά από διάρκεια./Όπως/τα καλλωπιστικά/αμάραντα φυτά». Εξίσου ιδιαίτερο ποίημα, με τον έντονο συμβολισμό του, είναι και «Ο σκιώδης» φωτογράφος: «Του αρέσουν τα είδωλα να είναι/αρκούντως αποξηραμένα/συλλέγει όλους τους χυμούς τους/στον κάδο/ με τ’ ανακυκλωμένα αισθήματα/κι αφού τα πολτοποιεί μεθοδικά/αποκτά τη δική του ενέργεια/γίνεται μια μοναχική φωταψία».
Στην ποιητική συλλογή της Σ.Π. υπάρχει και μια ομάδα ποιημάτων που θα τα χαρακτήριζα πιο εσωτερικά. Η ποιήτρια σκύβει μέσα της και ψάχνει τον εαυτό της, αυτόν τον άγνωστο, κοιτάζει τα τραύματά της, αυτά που προέρχονται από την παιδική ή την ενήλικη ζωή της και μιλά συνήθως σε πρώτο ενικό πρόσωπο: «Έχω ένα μάτι θολό/που κοιτάζει τον κόσμο/σα να’ ταν μέσα σε σάκο αμνιακό/ {…} Το άλλο μάτι/-το περισκοπικό-/το στερεώνω κάθε πρωί/ όταν βγαίνει το κεφάλι/από του ύπνου το υποβρύχιο/και παρατηρώ/ {…} τον άγνωστο Εαυτό/να σκύβει/βαριανασαίνοντας/μέσα μου/σε ανύποπτο χρόνο/και να με κοιτά» («Δυο μάτια»). Στο ποίημα «Συντέλεια» κυριαρχούν τα ρήματα: Ονειρεύτηκα, θυμήθηκα, αφουγκράστηκα, ενώ στο σπαραχτικό ποίημα, «Η σκούρα κηλίδα» κυριαρχούν μια σειρά από προστακτικές, Κοίταξέ με, Μην κοιτάς, Σκύψε, δες με, επικλήσεις και εκκλήσεις πιο πολύ στον αναγνώστη να μην μείνει στην επιφάνεια, αλλά να ψάξει πιο βαθιά, να βρει το αληθινό της πρόσωπο, αυτό που έμαθε με επιμέλεια να καλύπτει: «Μην κοιτάς την επιφάνεια/που επιμένει φωτεινή/να κρύβει τη μαύρη σκιά./Έμαθε μ’ επιμέλεια/ν’ απλώνει τον ασβέστη/στην άμωμη όψη./Σκύψε πίσω απ’ τον καθρέφτη/ στου χαλκού την επίστρωση/που κυκλώνει τα’ ασήμι/και τη μορφή μου διαβρώνει. Εκεί που το χνότο έχει θολώσει/δες με/στην πιο σκοτεινή μου απόχρωση». Αντίστοιχα νοηματικά είναι και τα επόμενα ποιήματα, «Από την ανάποδη», με τους χαρακτηριστικούς καταληκτικούς στίχους: «Ντύθηκα την ανάποδη όψη μου κι εγώ./Εκεί κρύφτηκα», καθώς και το ποίημα, «Θέριεψε νύχτα», όπου με παράπονο μέμφεται τις Μοίρες που στανικά τής στέρησαν για πάντα «στης σκέδασης του φωτός/τα ωραία φαινόμενα».
Τα τραύματα αιμορραγούν συνεχώς, ιδίως τα ανεπούλωτα, τα νωπά ακόμη τραύματα: «Δεν μπορείς να γράψεις, λένε, για τραύματα νωπά./Έτσι όπως σπαρταράει η σάρκα τους/ {…} «Συγχύζονται οι προτάσεις, γίνονται εκδορές/πληγές αιμορραγούν/σχίζονται χαρτιά κι άλλα χαρτιά/τυλίγουνε απορροφητικά το σώμα/αλλά λειψά είναι, τι να σου κάνουν./ Ανήκεστος η βλάβη» («Ο κανόνας»). Για τα παιδικά τραύματα και το τέλος των ψευδαισθήσεων θα μιλήσει η Σ.Π. και στο ποίημα «Όπως των Ίνκας τα παιδιά», χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Είναι συγχρόνως ένα ποίημα καταγγελτικό για την ανθρώπινη υποκρισία: «Τραφήκαμε από νωρίς με σύννεφο./Ήταν γλυκό πολύ και μείναμε γρήγορα/χωρίς δόντια./Μας τρώνε από τότε μικρά τρωκτικά/ {…}Ηττημένοι πάμε σε κάθε μάχη a priori/{…} στις γλυκερές φωνές ματώνουνε τ’ αυτιά/στην υποκρισία μπροστά μας πιάνει ναυτία». Το ίδιο καταγγελτικό για την ανθρώπινη αναλγησία πάνω στην τρυφερή ηλικία είναι και το ποίημα «Χόρεψα»: «Χόρεψα με πόδια γυμνά/πάνω σε πυρωμένο χώμα./Ήταν η μεγάλη του θέρους γιορτή/μου είχαν κλέψει τα παπούτσια/σε ηλικία τρυφερή οι Ακάνθινοι/άλειψαν στα δάχτυλά μου το πιο πικρό οξύ/να μην έχει αίσθηση, έλεγαν, να μπορέσει να σταθεί./Περπάτησα πολύ πριν φτάσω εκεί./Μίλια βήματα, ξυράφια οι αιχμές» Άλλη αναφορά σε παιδικό τραύμα γίνεται στο ποίημα, «Στο επόμενο όνειρο», σε δεύτερο ενικό πρόσωπο αυτή τη φορά: «Κι εσύ που στεκόσουν προ ολίγου/ζαρωμένη στον αέρα φιγούρα/κι έβλεπες το τραύμα σου/από την εναιώρηση/στη βραχώδη πλαγιά/μετρούσες τον σπασμό σου/κι ευχόσουν/να μην είναι η πληγή αυτή/στο γόνατο το παιδικό/που θα σε έκοβε για πάντα στα δυο/βρίσκεσαι τώρα σε σταθερή ανάσα/σ’ ένα συγκεκριμένο/ χειμωνιάτικο τοπίο/Κοιτάς/της μνήμης σημάδι/για το γεράκι που θα’σαι/στο επόμενο όνειρο». Γιατί βέβαια όλα μπορούν να συμβούν στο όνειρο, ακόμη και το να είσαι γεράκι, αφού «μέσα στο όνειρο εγκαταλείπονται όλα/ και ξαναβρίσκονται σε μια στιγμή/ ακαριαία».
Μια πολύ σημαντική ομάδα ποιημάτων και, ίσως από τα ωραιότερα και τα πιο σπαραχτικά, αναφέρονται στις γυναίκες. Στις γυναίκες με τη μεγάλη καρδιά και τα σφραγισμένα στόματα, τις γυναίκες, όπως τις θέλουνε οι άλλοι, σε μόνιμη υπολειτουργία: «Είμαστε οι γυναίκες/που ζούμε/κλεισμένες ερμητικά/μέσα στο δικό τους ποίημα» («Τα μωβ θηλυκά»), «Της είχαν μάθει να μη λέει πολλά/και πώς να βγάζει εγγαστρίμυθα/τον στεναγμό απ’ το στόμα/σαν να’ τανε καπνού τουλύπα» («Στεναγμός»), «Μας θέλουνε να είμαστε πάντα/απαλές και λευκότατες./Να παραμένουμε μονίμως/σε μια κατάσταση άσηπτης/τρυφερότητας/τα χείλη να στάζουν/λόγια μελωμένα/ {…}Μας θέλουνε να είμαστε πάντοτε/αβρές κι ευλαβικές/σε υπολειτουργία/ολοστρόγγυλες/να μην κόβουν τα μαχαίρια μας/τα σώματά μας/να μην έχουνε αιχμές/τα λόγια μας να μην πληγώνουνε ποτές./Να ματώνουμε περιοδικά μονάχες» («Όπως μας θέλουνε»). Και μόνο, όταν απελευθερωθεί η γυναίκα από έναν τυραννικό έρωτα, συνειδητοποιείται και ξαναβρίσκει την ελευθερία: «Κάθε φορά που έφευγε/την άφηνε μισή./Με το ένα χέρι άγγιζε/τα πράγματα/της ξέφευγαν οι στιγμές/μέσα απ’ τα δάχτυλα/ {…}Μίλαγε σε όλους με μισόλογα./ Περίμενε τα απογεύματα/καρτερικά πίσω απ’την πόρτα/σε κατάσταση ημίαιμη/να σμίξει μαζί του έπρεπε/για να ολοκληρωθεί ξανά./Όταν έφυγε εκείνος πια για πάντα/την άφησε γυμνή./Φόρεσε ένα ρούχο ανδρόγυνο/άνοιξε την πόρτα/και πήρε/βαθιά ανάσα. («Μισόλογα»).
Η φύση είναι επίσης παρούσα, αλλά με μικρότερη ένταση, στα ποιήματα της Σ.Π., όπως στα: «Η Ευκάλυπτη», «Το ατύχημα», «Φθινόπωρο».
Τελικά δόθηκε απάντηση στο ποίημα «Το αιώνιο αίνιγμα», από το οποίο τιτλοφορήθηκε και η συλλογή; Όχι, δεν δόθηκε απάντηση, το αίνιγμα θα παραμένει, όσες προσπάθειες κι αν έγιναν για την επίλυσή του. Γι’ αυτό και ο τόνος του ποιήματος, σε δεύτερο πρόσωπο, είναι επιτιμητικός, «πού πήγες κι έμπλεξες, γιατί προσκολλήθηκες; Τι τό’θελες τότε {…} και λικνίστηκες {…} κι έγινες το αιώνιο αίνιγμα;», αλλά και τιμωρητικός: Με μια σειρά προστακτικών, κάθισε, ηλεκτροφόρησε, Αναρωτήσου, θρόιζε: «Θρόιζε για πάντα τώρα/πάνω στα ουράνια/μεταλλικά μοτίβα».
Η Σοφία Περδίκη, με τα πενήντα ποιήματά της, μας έδωσε μια πλούσια, πολύ ενδιαφέρουσα και με μεγάλη ποικιλία θεμάτων, ποιητική συλλογή. Με ιδιαίτερη μαεστρία και θεατρικότητα οργανώνει έναν κόσμο που πάσχει, αγωνιά, αγωνίζεται, αλλά και ελπίζει.

 

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

ΦΡΕΑΡ 27/01/2021

Στην πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο Το αιώνιο αίνιγμα (Κίχλη, 2020), η Σοφία Περδίκη καταθέτει μία εκτενή συλλογή ποιημάτων, την οποία τυπώνει αφενός σε ώριμη ηλικία και αφετέρου ύστερα από μακροχρόνια επαφή με την ποιητική πράξη. Υπό την έννοια αυτή, η συλλογή δεν περιλαμβάνει ούτε νεανικά ούτε πρωτόλεια ποιήματα, αλλά ποιήματα τα οποία έχουν επιλεγεί με κατασταλαγμένη ματιά και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποτυπώνουν τον τόνο της ποιήτριας, που συμβαίνει να είναι και ιδιαίτερος και αναγνωρίσιμος.

Ως γενικό οδηγό περιήγησης στο σύμπαν της Περδίκη θα χρησιμοποιηθούν κάποιοι στίχοι από το ποίημα «Στο επόμενο όνειρο», το οποίο συνομιλεί με το αμέσως προηγούμενο Το αιώνιο αίνιγμα, που χαρίζει και τον τίτλο στη συγκεκριμένη συλλογή. Στίχοι ενδεικτικοί που μας αποκαλύπτουν, κατά την άποψή μου, τη λογική, τις προθέσεις και τους τρόπους του ποιητικού υποκείμενου εν συντομία:

Πιο κει πρόσωπα αχνά/ με μάτια έντρομα κοιτούν/ το στημένο σκηνικό/ η ανάσα του μεγάλου βατράχου/ ψιθυρίζει στη γη/ την τελευταία προσευχή/ ένα ρυγχόσπερμα ανθίζει ξαφνικά/ μες στην αυλή/ ενώ κανείς δεν το ποτίζει/ μια πρόταση μυστική/ εκεί που πάει να συνταχτεί/ γίνεται θρύμματα και τότε αρχίζουν τα αινίγματα. («Στο επόμενο όνειρο»)

Η Περδίκη, έχοντας απομακρυνθεί από την αυθόρμητη καταγραφή της συναισθηματικής έντασης ή της στιγμιαίας εντύπωσης που αναζητά εκτόνωση, δημιουργώντας συναισθηματολογικούς στίχους που εκβιάζουν το συναίσθημα με κοινότοπους λυρικούς κραδασμούς, βρίσκεται στον δρόμο της πραγματικής ποιητικής δημιουργίας – ας εξαιρεθούν κάποια ελάχιστα ποιήματα που γέρνουν προς έναν υπέρμετρο συναισθηματισμό, αν και η σύλληψη της ιδέας παραμένει πρωτότυπη. Η θεματική της είναι ο εγκλεισμός, η καταπίεση, το ψυχικό αδιέξοδο, οι λειψές ανθρώπινες σχέσεις, ο ευνουχισμός, ο θάνατος. Ωστόσο, στους τρόπους της ποιήτριας, μια τετριμμένη ποιητικά ανθρώπινη πραγματικότητα αποκτά άλλη διάσταση, καθώς εξωραΐζεται και εξαϋλώνεται μέσα από μια «σωματική αναδίπλωση»: Αν η ποίηση γράφεται με το σώμα, η Περδίκη μάς δηλώνει ότι το ποιητικό πρόσημο λαμβάνει τη σωματική διάσταση ως αίτιο και αιτιατό συνάμα. (Πυρωμένος καιρός/ ήρθε και εγκαταστάθηκε/ στο χειμωνιάτικό μου σώμα). Ας σημειωθεί ότι το ομώνυμο ποίημα της συλλογής έχει επίσης σε πρώτο πλάνο αυτήν την ψυχική ένταση που κατα/γράφεται και στο σώμα του βιβλίου (Τι το ’θελες τότε/ ανεμοδούρα εσύ ισχνή/ και λικνίστηκες/ αναίσχυντα/ με τους μηρούς/ τα χέρια ανοιγμένα/ κι έγινες το αιώνιο αίνιγμα;).

Στην ποίησή της η μεταφορά είναι πανταχού παρούσα είτε ως μοχλός της στιχουργικής (μετά ξέπλενε όλα τα νοήματα/ με καθαρό οινόπνευμα) είτε ως άξονας κατασκευής ολόκληρου του ποιήματος (Βρέθηκαν λίμνες σιαμαίες/ στο κέντρο παλίρροιας αμνιακής). Κατ’ επέκταση, η Περδίκη δεν περιγράφει απλώς, αλλά στήνει κόσμους. Εφευρίσκει σκηνικά. Χρησιμοποιεί το φαντασιακό για να εντάξει τις εντυπώσεις και τις εντάσεις του ποιητικού υποκειμένου και για να σχολιάσει την πραγματικότητα, καλύπτοντας με μαεστρία την πρωταρχική εντύπωση, ώστε να την αποκαλύψει εν συνεχεία με τον τρόπο που αγαπά η λογοτεχνία, όταν συζητούμε για τον ρόλο της ανοικείωσης στην τέχνη.

Στα σκηνικά της ανευρίσκουμε πινελιές άλλοτε ιμπρεσιονιστικές, άλλοτε περισσότερο αφαιρετικές όπου το νόημα θρυμματίζεται, όπως δηλώνει η ίδια, και άλλοτε υπερρεαλιστικές σε μυστικά ή μυστηριώδη τοπία όπως άλλωστε και στη ζωγραφική της. Έτσι, ιδιαίτερα αφηγηματική, δημιουργεί περίεργες ιστορίες με έντονο κάποτε το ονειρικό στοιχείο και το στοιχείο του παραμυθιού (Τραφήκαμε από νωρίς με σύννεφο./ Ήταν γλυκό πολύ και μείναμε γρήγορα χωρίς δόντια). Χαρακτηριστικά της ποίησής της είναι τα μεγεθυμένα ασήμαντα συμβάντα (Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι/ στη βωβή τους ζωή./ Να πάμε λέει η πρόσκληση/ επισήμως γδυμένοι/ ένα βράδυ), τα παραμορφωμένα, παραλλαγμένα ή προς άλλη χρήση/λειτουργία πρόσωπα ή αντικείμενα (Είμαστε τα μωβ θηλυκά./ Φορούμε την προβιά μας μ’ επιμέλεια τα πρωινά […] Η Σελάνα αποταμιεύει/ την ολόγιομη νύχτα/ ανάμεσα σε δύο στήθη/ στη σκοτεινή σχισμή του ορίου/ τρυπώνει ακτίνα/ κι ύστερα απ’ τους ώμους/ δαγκάνα μηχανική την ξεσηκώνει), η ανάλυση μιας στιγμιαίας απόφανσης (Για να σε συνοψίσω/ πήρα απ’ τη νύχτα την περιπλάνηση/ τα λιωμένα παπούτσια/ μικρά περασμένα λάστιχα σε μαλλιά στιλπνά […] Για της μορφής σου τη σύνοψη/ πήρα απ’ το πρόσωπο/ όλη του την ξενιτιά.)

Τα ποιήματά της έχουν ροή, δουλεμένη γλώσσα και άξονες αναφοράς με συστοιχίες ανάμεσα στο έξω και στο μέσα. Δεν λείπουν τα συνειδητά ή και ασυνείδητα παιχνίδια με τις λέξεις και τους δευτερογενείς τους ήχους, που παράγουν αμφισημία και πολλαπλά νοήματα. (Δεν μεταβολίσαμε φαίνεται καλά/ τα άμυλα [άμυλα, άμιλλα, αλλά και α-μιλα/αμίλητα, εξ ου και οι φωνές εν συνεχεία]/ στις γλυκερές φωνές ματώνουν τ’ αυτιά) Από την άλλη πλευρά, ίσως μια μελλοντική αφαιρετική παρέμβαση –εάν, βεβαίως, αυτό ταιριάζει με τους στόχους της ποιήτριας–, να αναδείκνυε περισσότερο την ιδιαιτερότητα της σύλληψης και της εικόνας, προτάσσοντας τη δύναμη της λέξης έναντι της λειτουργίας της αφήγησης. Η Περδίκη έτσι κι αλλιώς έχει όλη εκείνη τη δυναμική της ανάπλασης ακόμη και της πιο οδυνηρής πραγματικότητας αλλά και της ικανότητας να εποπτεύει το υλικό της από απόσταση, κι ο αναγνώστης σίγουρα έχει να κερδίσει από την ανάγνωση των ποιημάτων της.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

CULTUREBOOK Τρίτη, 20/10/2020

Η ανάγνωση της νέας συλλογής της Σοφίας Περδίκη με εισάγει σ’ ένα έντονα σουρεαλιστικό ταξίδι, όπου το κύριο συναίσθημα, είναι η «ονειρική και ποιητική διάθεση», άλλωστε, όπως και η ίδια αναφέρει, η «η ονειρική και η ποιητική διάθεση ως απάντηση και ως συνειδητή στάση ζωής απέναντι στην πραγματικότητα, μπορούν να προσδώσουν σε αυτήν νέες διαστάσεις που να την υπερβαίνουν.» Μπαίνω σ’ έναν κόσμο όπου οι εικόνες έχουν τα χρώματα του ονείρου και αποδίδονται με τα χαρακτηριστικά της αυτόματης γραφής. Αντικρίζω χρώματα που παραπέμπουν σε αναπαραστάσεις που με παραπέμπουν συνειρμικά στην άλλη ιδιότητα της Περδίκη. εκείνη της ζωγράφου. Άλλωστε, το εξώφυλλο του βιβλίου της είναι ένας πίνακας που φιλοτέχνησε η ίδια και με προετοιμάζει για το ταξίδι στο όνειρο. Έντονες οι αντιθέσεις των χρωμάτων περιγράφουν το βάθος και τη διάσταση του χρόνου. Ακόμα και η μορφολογία της γλώσσας της έχει να δηλώσει το ενδιαφέρον της για την εικόνα, καθώς επιλέγει το πολυτονικό σύστημα για να αποτυπώσει τους στίχους της στο χαρτί.
Η σουρεαλιστική της διάθεση εγκαταλείπει τα πινέλα και αποδίδεται με όπλο την ψηφίδα της. Ο καμβάς της ξετυλίγεται και με οδηγεί, έξω από κάθε προκατάληψη σε περιγραφές που παραπέμπουν σε ονείρωξη. Ο λόγος της πλούσιος, κινείται, περιγράφει, αφηγείται, καθώς απέχει από οτιδήποτε θα τον χαρακτήριζε λυρικό με την κλασσική έννοια του όρου. «Να μιλήσουμε για σώματα/αυτά τα τρυφερά σαρκώδη/με την αφή της γλώσσας/να ιερογλύψουμε τις λέξεις/ώσου να λειανθούν.»
Η ποίηση της Περδίκη ταξιδεύει στον χρόνο, αφού όπως αναφέρει «δομείται πάνω στην αλληλουχία των εποχών ξεκινώντας με την αίσθηση της Άνοιξης και την «εαρινή υπόσχεση» και τελειώνει με τον Φθινοπωρινό μαρασμό.» Δεν έχει στόχο να διδάξει, ή θυμηθεί αλλά να υμνήσει τον έρωτα, το φως. Ταυτόχρονα, διακρίνω μια ήρεμη διαμαρτυρία, τόσο θηλυκή που θρυμματίζει κάθε αντίσταση. Για εκείνην, η ομορφιά της ύπαρξης, όπως αυτή συνδέεται με την ερωτική παρόρμηση, αποτελεί το ελιξίριο προς την ποθητή ευδαιμονία. Η ανατομία του έρωτα, ακριβέστερα είναι αυτή που την οδηγεί στο φως, «Τις στιγμές που η όραση οδηγεί στην αφή/…/και σκάει η κρούστα/και είναι της πληγής τούτης η ενόραση/δερμάτινη μνήμη.»
Τα επίθετά της κινούνται, περιγράφουν, πλάθουν εικόνες που επιχειρούν μια βαθιά τομή στον ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου ακολουθώντας το μονοπάτι του έρωτα. Τον περιγράφει «IN VITRO» και in vivo. «Ήταν οι δυό τους/σαν σύμπλεγμα από πέτρα/μια ερωτική Pieta/έτσι ένιωθες/όταν τους αντίκριζες/καθηλωμένους από καιρό/σ’ ένα μπαλκόνι καλοκαιρινό.» Ο έρωτας που δεν χαρίζεται σε κανέναν, περιφέρεται ανελέητος, καθώς μυούμενος μυσταγωγεί, ξεγυμνώνει, κατασπαράσσει ηδονικά τη γυμνή σάρκα κι ακολουθεί το φως. «Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες/με πυροσβεστικούς κρουνούς/[…]ώσπου ερωτεύονται μ’ έρωτα οργισμένο/πυρώνουν σταδιακά/πλημυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις…»
Το φως, ο χρόνος. Οι ονειρώξεις της Περδίκη ακολουθούν εκστατικά τις εναλλαγές των εποχών χτίζοντας σύμβολα. «Η ΕΥΚΑΛΥΠΤΗ» αναζητά την ελευθερία και αναγεννάται σ’ ένα συμβολικό περιβάλλον, όπου οι περιγραφές της ποιήτριας με οδηγούν σε συνειρμούς, σχεδόν, διονυσιακούς[…]«Έφυγε μια νύχτα πνιγηρή/η κεκαλυμμένη/με μια ομορφιά πρωτόγνωρη./Στα δάση αλλάζει, όποτε θέλει τη μορφή. Η ανάσα της λένε πως θεραπεύει.»
Η ποίηση της Περδίκη ξεδιπλώνει τα σύμβολα της υπομονετικά, χωρίς να κραυγάζει. Αφήνει το φως να την παρασύρει σχεδόν σιωπηλά, εγκαταλείποντας τις σκιές προκειμένου ν’ αναδυθεί στο φως.. […]«Ο σκιώδης φωτογράφος/των ευαίσθητων στιγμών/αποτυπώνει την υγρασία/πάνω σε λευκά χαρτιά/…» Ελευθερώνει τα σύμβολα της ταπεινά, […]«Τα έπαιρνα/τα έκρυβα στο στόμα/κι ευχαριστιόμασταν/ως την κροκάτη ώρα./Όλο το βράδυ εις σάρκα μίαν.», ωστόσο με μια ήρεμη δύναμη, που είναι αλήθεια ότι οδηγείται σε μικρά κρεσέντο, έτσι σαν καρδιογράφημα, ακολουθώντας το σφυγμό της ύπαρξης γενικότερα. Η ζωή σε κάθε της μορφή καλπάζει στις γραμμές της Περδίκη και τα επίθετά της καθορίζουν τις εντάσεις. Άλλοτε μούχρωμα, θυμός και πάλι το φως που διεκδικεί στις «ΣΙΑΜΑΙΕΣ ΛΙΜΝΕΣ», μία βαθιά «τομή» κι άλλοτε με το «ηλιακό εκκρεμές» να μετρά τον χρόνο και τους χαμένους έρωτες […] «Στέκει τώρα στα σκοτάδια/αποκομμένη από το σώμα/… /με τη χρυσή εσθήτα /κρατάει τον κόσμο ανάμεσα/στα δυό της πόδια.» Ο έρωτας, το φως, και πάλι ο έρωτας […] «Με φως στα χείλη δώσαμε/το φιλί που δεν αμφιβάλλει.»
Η ποιήτρια δεν ξεχνά τις λέξεις. Τις λέξεις που προσωποποιούνται και «ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ», τις λέξεις που «ασκούν πιέσεις» και αποσπούν «ομολογίες», που γίνονται ρήματα κίνησης, «μεταβατικά» και «αμετάβατα», που κουβαλούν συναισθήματα, «θυμούνται όρκους» και απειλούν […] όλα να τα πουν/ν’ αντέξουν.»
Η Περδίκη, τρυφερά, με τις ίδιες λέξεις,περιγράφει τη θηλυκή προσφορά, τη γυναικεία «φύση», όπως αυτή στερεοτυπικά διαμορφώθηκε κατά τους αιώνες. «ΤΑ ΜΩΒ ΘΗΛΥΚΑ», αποκτούν φωνή. Η μάνα, «στήθια γαλακτερά…» η σύζυγος, η ερωμένη […] «και στόματα/σφραγισμένα/από το αιώνιο μειδίαμα», περιορισμένες […] «σε κελύφη από δέρμα πορώδες/σκληρυμένο στη βροχή και τ’ αλάτι.», διεκδικεί. Η θηλυκή φύση της ποιήτριας υψώνεται συχνά με την ίδια ήρεμη δύναμη που διέπει όλο το ύφος της ποιητικής της συλλογής και αναζητά σχεδόν σιωπηλά τη «δικαίωση». […]«Είμαστε τα μωβ θηλυκά./Φορούμε τη προβιά μας/μ’ επιμέλεια τα πρωινά/και τις νύχτες γδυνόμαστε/κάτω από τον προβολέα/που με τη ζέστη του μας εξάπτει/γινόμαστε θερμές πορτοκαλί.»
Καθώς το σουρεαλιστικό ταξίδι μου της ανάγνωσης φτάνει στο τέλος, ακούω τη θηλυκή φωνή της ποιήτριας να δυναμώνει, […]«Μας θέλουνε να είμαστε πάντοτε αβρές κι ευλαβικές/ σε υπολειτουργία, ολοστρόγγυλες…». Εγκαταλείπει το ονειρικό σουρεαλιστικό της καμβά και εγκαθίσταται με έναν ρεαλιστικότερο «θηλυκό» λόγο σε θέση φεμινιστική. Καθώς φθινοπωριάζει […]«πάνω στα ουράνια/μεταλλικά μοτίβα.», η ποιήτρια, αρνούμενη λες, τη σκληρή πραγματικότητα, «ξανασκαλώνει» «ΣΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΟΝΕΙΡΟ». Ελπίζει, ωστόσο… Αντλεί τη δύναμη απ’ τα σημάδια που χάραξαν τη θηλυκή της φύση […]«Κοιτάς/της μνήμης το σημάδι/για το γεράκι που θα ‘σαι/στο επόμενο όνειρο.» και υπηρετεί το ισχυρότερο σύμβολό της, το φως. Εκείνο, που την οδηγεί στη δύναμη κι αυτή με τη σειρά της στην απόφαση και στην ελευθερία της αυτοδιαχείρισης.
Κι ο έρωτας; […]«πηχτές μελάτες σταγόνες» που στάζουν «από τ’ ανοιχτά παράθυρα.» Περιπλανάται στην «οδό των Ρόδων», σ’ ένα από τα δύο πεζά ποιητικά αφηγήματα της συλλογής της. Η ελπίδα δεν την εγκαταλείπει. Το όραμα, η πίστη, στην, «ονειρική» ανθρώπινη ένωση με γεμίζει ελπίδα. Γιατί εκείνες τις «πηχτές μελάτες σταγόνες»…
[…]Τα δύο όστρακα της χλωροφύλλης τις νιώθουν βαθιά μέσα τους να εισέρχονται…»

.

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

FRACTAL 20/07/2022

Τα ουσιαστικά της ζωής

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Σοφίας Περδίκη συστήνεται με τον πολύσημο τίτλο Το αιώνιο αίνιγμα που ανοίγει και ανοίγεται σε μια σειρά ερμηνειών οι οποίες έχουν στο ένα άκρο τους τη ζωή και στο άλλο την τέχνη. Πρόκειται για μία φράση που καλεί και εμπλέκει τον αναγνώστη στη διαδικασία του προσδιορισμού μιας προσωπικής εκδοχής για το αίνιγμα αυτό που μπορεί, με την ίδια πιθανότητα, να έχει ή να μην έχει απάντηση και λύση. Πραγματικά, από μια πρώτη κιόλας περιήγηση στα ποιήματα της συλλογής, αντιλαμβάνεται κανείς την προσπάθεια της ποιήτριας να βυθιστεί μέσα στα μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης τα οποία εδράζουν τόσο στην άυλη, όσο και στην υλική, καθαρά σωματική της πλευρά. Γιατί σε όλα σχεδόν τα ποιήματα παρεισφρέουν, σαν στοιχεία θεμελιώδη και θεμελιακά της δημιουργίας, λέξεις που αναφέρονται με άκρα ευθύτητα στο ανθρώπινο σώμα, συχνά μάλιστα συνιστούν κομμάτια του που ταυτίζονται με όλη την ύπαρξη, στη σωματική της διάσταση και πτυχή. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ποίηση που επιχειρεί να ανιχνεύσει τον τρόπο ή τους τρόπους με τους οποίους περι-γράφεται η ανθρώπινη οντότητα, όχι μόνο έτσι όπως συλλαμβάνεται στην ακινητοποιημένη της συνθήκη, αλλά και στις αντιδράσεις ή της συμπεριφορές της. Γι’ αυτό και πολλές φορές η ποιήτρια εισάγει στις συνθέσεις της στοιχεία του παράδοξου, του ανοίκειου, του ασυνήθους, για να δείξει ακριβώς την παράδοξη, ενίοτε, φύση της ανθρώπινης κατάστασης, έτσι όπως αυτή μορφοποιείται υπό την καταλυτική επενέργεια των συνθηκών και των καταστάσεων της ζωής που μοιάζουν ασύντακτες και, ταυτόχρονα, θυελλώδεις: Κι ύστερα περνά από μπροστά σου/ φευγαλέα η ματιά/ μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις/ όπως όταν η φλέβα φουσκώνει/ το αίμα κυλά/ τι τένοντας, τι τέντωμα/ να σκάσει πάει η κρούστα/ και είναι της πληγής τούτης ενόραση/ η δερμάτινη μνήμη. («Η όραση στην αφή»)

Κεντρική θέση μέσα στα ποιήματα της συλλογής έχει το στοιχείο της φαντασίας που εισβάλλει δυναμικά στους στίχους για να τους μεταθέσει, να τους μεταφέρει από το επίπεδο του κατά-νοητού στο επίπεδο του υπερ-νοητού, σε ένα πεδίο, δηλαδή, όπου όλα λειτουργούν και υπάρχουν υπακούοντας στους δικούς τους νόμους και αρχές, τις αρχές της τέχνης. Στενά συνυφασμένη με αυτήν τη μέθοδο και λειτουργία είναι η εικαστική ματιά της ποιήτριας η οποία, πολλές φορές, προκαλεί τη μετακύληση των ποιημάτων από το επίπεδο του λόγου στο επίπεδο της εικόνας. Είναι δηλαδή τέτοιος ο χειρισμός των λέξεων και των λεκτικών συνόλων που αυτά εκβάλουν αμέσως σε σχήματα καλλιτεχνικά, σχήματα και σχέδια που προδίδουν μια ξεκάθαρα ζωγραφική-εικαστική λογική και προσέγγιση. Όταν, μάλιστα, τα σχήματα αυτά μπαίνουν στη διαδικασία της κίνησης τότε προκύπτει αυτό που θα όριζε κανείς ως κινούμενο σχέδιο, ως ένα είδος ποιητικού «κόμικ», μέσα στο οποίο συνυφαίνεται το στοιχείο του κωμικού και, μαζί, το στοιχείο του τραγικού, η συνύπαρξη των οποίων οδηγεί και προκαλεί τον γνωστό κλαυσίγελο. Χαρακτηριστικός προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ο χειρισμός και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι ανθρώπινες φιγούρες οι οποίες ακροβατούν, πράγματι, ανάμεσα στην αλήθεια και την ανατροπή της, ανάμεσα στην πραγματικότητα και το έξω-πραγματικό.

Ο ποιητικός λόγος της Περδίκη είναι, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, έντονα και αισθητά μεταφορικός αφού, σε λεκτικό καθαρά επίπεδο, αυτό το σχήμα λόγου κυριαρχεί και προεξάρχει. Καθώς όμως μεταφέρεται κανείς από αυτό το επίπεδο στο αντίστοιχο των σημάνσεων και των σημασιών αντιλαμβάνεται ότι η ποίηση και η ποιητική της δημιουργού μετακυλύει και μεταφέρεται από τη μεταφορά στην αναπαράσταση, αρχίζει δηλαδή και προσεγγίζει θεατρικές μεθόδους και τεχνικές προκειμένου να μεταδώσει το μήνυμά της. Αυτή η παρατήρηση συνδέεται και εξηγεί ίσως και την ευρεία και εκτεταμένη χρήση του πρώτου πληθυντικού προσώπου το οποίο, κάποιες φορές, προτιμά η ποιήτρια για να προκρίνει ακριβώς την αντιπροσωπευτικότητα, την ενδεικτικότητα και τον παραδειγματικό χαρακτήρα των ποιημάτων της τα οποία διαφεύγουν κατά πολύ από το πλαίσιο και το κλίμα της αυτοαναφορικότητας και γίνονται το δοχείο που περιέχει και φιλοξενεί περισσότερες από μία φωνές ενοποιημένες μεταξύ τους και κατευθυνόμενες σε μια κοινή γραμμή, σε έναν κοινό ορίζοντα: Είμαστε τα μωβ θηλυκά./ Φορούμε την προβιά μας/ μ’ επιμέλεια τα πρωινά/ και τις νύχτες γδυνόμαστε/ κάτω από τον προβολέα/ που με τη ζέση του μας εξάπτει/ γινόμαστε θερμές πορτοκαλί/ τα χείλη μας λεν την προσευχή/ οι μήτρες μας φλογίζονται/ κατ’ επανάληψη/ την ώρα που γεννάμε μ’ έναν πόνο/ όνειρα αποκαλυπτικά. («Τα μωβ θηλυκά») Αυτό βεβαίως δε σημαίνει ότι η αυτοαναφορικότητα εξοβελίζεται από τα ποιήματα της Περδίκη. Αντίθετα, σε κάποια ποιήματα, προβάλλει ολοκάθαρα και δίνεται πραγματικά η εντύπωση ότι η ποιήτρια μιλά και εκθέτει τον εαυτό της. Η εντύπωση όμως αυτή, σε δεύτερη ανάγνωση, υποβαθμίζεται και υπονομεύεται από την πλαστότητα ή μάλλον την πλαστικότητα των ποιημάτων της, την αίσθηση δηλαδή που αποκομίζει ο αναγνώστης ότι τα ποιήματα είναι κατασκευές που κανοναρχούνται και καθοδηγούνται από την επιδίωξη της ομορφιάς, από την καλλι-τεχνία ως κατευθυντήρια ιδέα και αρχή. Αυτή η συγκεκριμένη τεχνοτροπία μπορεί να καθιστά την ανάγνωση ενδεχομένως περισσότερο απαιτητική, στην πραγματικότητα όμως υποβάλλει πιο έντονα τη διάθεση και το κλίμα, το νόημα και το μήνυμα που έγκειται ακριβώς στη συνειδητοποίηση ότι οι λεπτομέρειες της ζωής και του κόσμου διασώζουν και μεταφέρουν το νόημα και την ουσία, την αλήθεια, την ομορφιά, την ηθική.

.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟ 28/4/2022

Διαβάζοντας το πρώτο ποίημα της Χώρας αναμονής της Αριάδνης Καλοκύρη, μου δημιουργήθηκε η ισχυρή προσδοκία για μια ενδιαφέρουσα ανάγνωση, καθώς το κείμενο φανερώνει μια φρέσκια ματιά λεπταίσθητων αποχρώσεων που ανάγει τη λεπτομέρεια του ασήμαντου σε ένα έστω και εφήμερο αισθητικό γεγονός.

«Σαπούνι»

Σαπούνι, αχνό ροζ.
Σκληρό, άοσμο, καμπύλο﮲
ίχνος φράσης στη μια πλευρά.

Λίγες σταγόνες νερού αλλάζουν την υφή του.
Γίνεται λείο, τα δάχτυλα γλιστρούν και το χαϊδεύουν.
Διάφανες μπάλες ξεπηδούν, τρωτές κυψέλες.
Σβήνω τη φράση, γράφω άλλες, πλάθω λέξεις μες στα νύχια.

Άρωμα τριαντάφυλλου με αγκυλώνει.
Να το λουλούδι, άνθισε μπροστά μου﮲
κάθε του πέταλο γλιστρά από τα χέρια
αιωρείται.

Στις παλάμες ένας κόκκινος κήπος
με τριαντάφυλλα ριζώνει.
Τον διασχίζει ένα λευκό ποτάμι.
Είναι ο αφρός, που έχει ποτίσει, έχει κρύψει κάθε χέρι.

Φαίνεται τώρα μόνο το σαπούνι
να κυνηγάει λυσσασμένα
τη μορφή του.

Προχωρώντας, όμως, στο δεύτερο ποίημα προσέκρουσα στη θολή συμβολική γλώσσα μιας δύστροπης εικονοποιίας που δεν ευστοχεί στην απαραίτητη, για μια βατή αναγνωστική πρόσληψη, αντιστοιχία μεταξύ πράγματος και λέξης:

«Αλλαγή σχεδίου»

Γεμίζω, αδειάζω και σκορπίζω
στιγμές της εκτροπής.
Αλλάζει χρώμα η πλέξη σου από τη σκόνη.

Υπάρχει μια εσωτερική απόσταση που οδηγεί σε λάθος δρόμο.

Στρεφόμαστε αλλού, αποφεύγουμε το σημείο
τομής, αλλά ψυχικής- μην κοπούμε﮲
παίζουμε με τις ώρες, ξεγλιστράμε στο χώρο. […]

Εδώ το νόημα διαφεύγει σε ένα λόγο ασυνεχή ή, αλλού, σε θραύσματα λεπτομερειών που χάνουν την αιχμή τους μέσα σε μια γεμάτη διάκενα αποτύπωση. Ενώ σε αρκετά σημεία η ποιήτρια φαίνεται να διαθέτει την διαυγή όραση των πραγμάτων, σε άλλα θολώνει αυτή την όραση σε μισοσβησμένα προφίλ στιγμών, φευγαλέες κατατομές ονείρων, χωρίς την περιρρέουσα συνάφεια των υλικών που θα έκανε ευκρινείς τις συνάψεις. Αυτή η παλινδρόμηση συνεχίζεται σε αρκετά ποιήματα της συλλογής. Μετά το απερίφραστο «Μαξιλάρι» ακολουθεί η «Αιώνια μάχη» με τη σελήνη του ύπνου, υποθέτω. Ενώ αρχίζει με μια εικόνα που με σχετική ασφάλεια μπορείς να αποκωδικοποιήσεις και που ενισχύει με έρρυθμο ολιγόστιχο ανάπαιστο:

Ασφαλές προσωπείο
αλειμμένο στην πέτρα.
Μια αγέλη αστέρια και
στη μέση το φως σου.
Λέαινα τρως κομμάτια σκοτάδι […]

συνεχίζει με κλειστές, μη λειτουργικές λεπτομέρειες (π.χ.: «Ξεδιπλώνεις γεράνια / για τη νίκη της πέψης») που εγκλείουν τον αναγνώστη σε αμφίβολα και μη προσβάσιμα σύμβολα και ερμητικούς συνειρμούς. Έτσι αυτές οι σκοτεινές αναλογίες στην ελλειπτικότητά τους, που εκπορεύονται από προσωπικές εννοιολογήσεις, παραμένουν διαφεύγουσες για τον αναγνώστη. Ενώ η εκκίνησή της είναι συχνά το συγκεκριμένο, πράγμα που το δείχνουν και οι τίτλοι πολλές φορές των κειμένων («Μια κουταλιά», «Άγριο κυκλάμινο», «Στην πόλη», «Το δαχτυλίδι»), το στιγμιότυπο εξαχνώνεται σε ένα συγκεχυμένο χωροχρόνο, σαν να λαμβάνει χώρα σε ένα γριφώδες όνειρο.

«Χορεύουν»

μόνα
παίζει μουσική
η αράχνη
νυχτικό πεπρωμένο
σκισμένο χορτάρι
και χαλίκια με μέλι

Δυο πόδια τρέμουν
τέμνουν
θέλουν να τρέξουν
σπάνε και πέφτουν
Βουτάνε
σε φλόγα σκουριάς
στο χώμα – στο χώμα!

Αυτό βέβαια δε συμβαίνει στον ίδιο βαθμό σε όλα τα ποιήματα, κάποια εκ των οποίων επιτρέπουν μέσα στο απατηλό τους περίγραμμα την «ορατότητα» (π.χ. «Κατοικία»). Ο αναγνώστης όμως συχνά χάνεται σε ένα λόγο φλουταρισμένο που δεν συναιρεί, αλλά συγχέει τα πρόσωπα, τα αισθήματα και τα πράγματα.

Σε αυτή την πρώτη συλλογή διαβλέπω δυνατότητες και εύστοχες στιγμές που, για να γονιμοποιήσουν τη συνέχεια, η ποιήτρια, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να ξεσκαρτάρει τα υλικά που δημιουργούν μια νεφελώδη αχλύ και να ενισχύσει τη συνεκτικότητα των συστατικών. Γιατί πάνω από όλα ένα ποιητικό κείμενο είναι κατάστρωση ενός σχεδίου, μια στρατηγική δομή των υλικών. Αυτά τα υλικά, αν είναι παράταιρα, χάσκουν και εξαρθρώνουν τον άξονα που είναι η βασική σύλληψη, η οποία οφείλει μέσα στην όποια περιέλιξή της να μη ξεχάσει την αφετηρία της και να γυρίσει σε αυτήν.

Ανισότητα διέκρινα και στη δεύτερη συλλογή, της Σοφίας Περδίκη, σε μεγαλύτερη έκταση αυτή τη φορά, καθώς εδώ επιδιώκεται με περισσότερη εξωστρέφεια και περιφραστικότητα να οριστεί ένας ποιητικός χώρος ακόμα ρευστός και ετερογενής στις επιρροές του. Κι εδώ διακρίνω μια αμφιρρέπεια ανάμεσα στην οικονομία εύστοχων συλλήψεων που περαιώνονται με συνέπεια και στην άμετρη συσσώρευση στίχων που μπουκώνουν το ποίημα.

Π.χ. στο «Όπως μας θέλουν» ο αναγνώστης παρακολουθεί την εκτύλιξη ενός συλλογισμού που κατατείνει, με καλές στάσεις, σε ένα καίριο τέλος.

Μας θέλουν να είμαστε πάντα
απαλές και λευκότατες.

Να περιμένουμε μονίμως
σε μια κατάσταση άσηπτης
τρυφερότητας
τα χείλη μας να στάζουν
λόγια μελωμένα […]

Μα θέλουνε να είμαστε πάντοτε
αβρές κι ευλαβικές
σε υπολειτουργία
ολοστρόγγυλες
να μην κόβουν τα μαχαίρια μας
τα σώματά μας
να μην έχουνε πληγές
τα λόγια μας να μην πληγώνουνε ποτές.

Να ματώνουμε περιοδικά μονάχες.

Σε πολλά άλλα, το αποτέλεσμα υπονομεύεται από το συγκεχυμένο ή φλύαρο σκηνικό, όπως στα δύο ακόλουθα:

«Σπείρες»

Σπείρες απλώνουν στη νύχτα
τις ψευδείς αισθήσεις του βάθους
ξεδιπλώνοντας στο κενό
φλούδες που μάζεψε το όνειρο.

Τύλιγαν το σώμα με λωρίδες
είχαν άρωμα εσπεριδοειδούς
σε λίκνο ποτισμένο μέχρι τον τελευταίο
του ξύλου λίκνο, τον πιο μικρό
του χρόνου το απειροελάχιστο σημείο.

Ή στο «Δαχτυλίδια καπνού»

Σε βλέπω μέσα από τα δαχτυλίδια του καπνού.
Είσαι ημιτελής με δέρμα πρόπλασμα
και μαλλιά σύννεφα βορείων χωρών.
Συμπαγείς και καθορισμένες οι εκτάσεις των χεριών σου
ανοιγοκλείνουνε αυλαίες
παρουσιάζουν τα δάση του χειμώνα σε τρεις πράξεις
με φινάλε το δράμα όλων των εποχών
που κουμπώνεται στο άσπρο γιλέκο σταυρωτά
με δέκα σκουριασμένα κουμπιά η παρτιτούρα. […]

Εδώ ο αναγνώστης χάνεται στον μακροπερίοδο λόγο και τη θαμπή απροσδιοριστία των επιμέρους εικόνων. Ό,τι απομένει είναι λόγια που πνίγουν κάποια καλά ποιήματα που υπάρχουν στη συλλογή. Κυρίως αυτά που επιδιώκουν την πυκνότητα με τον μετρημένο στίχο και πραγματεύονται την κοινωνική ταυτότητα του θήλεος. Η ποιήτρια μοιάζει να παλεύει να βρει το ύφος της ανάμεσα σε λυρικές αμφισημίες, πεζολογικά παραδοξολογήματα, αυτοματοποιημένες ποιητικές φόρμουλες, υπερρεαλιστικές επιβιώσεις, υφολογικές ταλαντεύσεις. Όλα τα παραπάνω παράγουν μια ανώριμη πρώτη συλλογή που δεν έχει χωνέψει τα ετερογενή της υλικά, ούτε έχει τιθασεύει την επιθυμία της να δημιουργήσει ένα πυκνό δίκτυο συμβόλων που πριν φτάσουν στη όραση διαθλώνται μέσα στην μη κατασταλαγμένη γλώσσα καταλήγοντας έτσι όχι στη βαθύτητα αλλά στην αδιαφάνεια.

Και οι δυο αυτές πρώτες δουλειές συνομιλούν με τα πάθη του εγώ, του έρωτα, της ύπαρξης. Ενώ πραγματώνουν σε ορισμένες τους στιγμές την πρόθεσή τους, παλεύοντας να προσεγγίσουν το υπόρρητο δεύτερο επίπεδο του νοήματος χάνονται σε υπόγειες διαδρομές λέξεων (κυρίως η δεύτερη συλλογή), σαν μια διήθηση στον κόσμο ενός ονείρου που παραμορφώνει τα περιγράμματα. Η σοφή ισορροπία είναι το ζητούμενο όλων όσοι γράφουμε, γι’ αυτό και είναι γόνιμο μετά την πρώτη έφοδο στην ατελεύτητη αυτή δοκιμή του λόγου να αξιοποιήσει ο δημιουργός τα μέχρι τώρα κέρδη και να αναλογιστεί όσα τον ρίχνουν στα ξέβαθα της ποιητικής γλώσσας.

 

.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

 

.

DREAMING

 

ANAMONH

 

ΑΝΟΙΞΗ

 

ΑΝΤΙΟ

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΑΤΙΤΛΟ 1

 

 

ΑΤΙΤΛΟ 2

 

ΑΤΙΤΛΟ 3

 

ΑΤΙΤΛΟ 4

 

ΑΤΙΤΛΟ 5

 

 

 

ΓΥΜΝΟ ΜΕ ΚΑΠΕΛΟ

 

 

ΓΥΜΝΟ

 

 

ΕΡΗΜΩΣΗ

 

 

 

ΕΦΗΒΙΚΟ

 

 

 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

 

 

Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ

 

 

ΟΝΕΙΡΙΚΟ

 

 

 

ΠΛΑΝΗ

 

 

 

ΠΟΙΟ ΜΠΑΛΟΝΙ

 

 

ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΥΛΛΟ ΜΕ ΤΗ ΓΑΤΑ

 

 

ΤΣΙΓΚΑΝΑ

 

 

 

 ΧΑΡΑΖΕΙ

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.