ΣΟΦΙΑ ΠΕΡΔΙΚΗ

Η Σοφία Περδίκη γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών «Βακαλό» και στη Σχολή Καλών Τεχνών «L’ École des Beaux-Arts de Saint-Étienne». Το εικαστικό της έργο έχει παρουσιαστεί σε ατομικές και σε ομαδικές εκθέσεις.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σέ διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, στον συλλογικά τόμο τής ομάδας CRAFT (μικρές εκδόσεις, 2015) και στην περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου diPgeneration (Θράκα, 2016 καί Μανδραγόρας, 2017).
«Το αιώνιο αίνιγμα» (Κίχλη 2020) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.
Στο εξώφυλλο: Έργο τής Σοφίας Περδίκη.

.

 

.

 

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑ (2020)


Η ΟΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΗ

Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή
βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα
το κρατάς σαν μωρό
σφιχτά κι απαλά
μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε
στους οφθαλμούς
τρυγούν τα δάχτυλα, την εσωτερική τους πλευρά
μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.

Κι ύστερα περνά από μπροστά σου
φευγαλέα η ματιά
μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις
όπως όταν η φλέβα φουσκώνει
το αίμα κυλά
τι τένοντας, τι τέντωμα
να σκάσει πάει η κρούστα
και είναι της πληγής τούτης ενόραση
η δερμάτινη μνήμη.

 

Η ΕΥΚΑΛΥΠΤΗ

Η Ευκάλυπτη ζούσε στα δάση.
Είχε ξεφύγει
σε ηλικία ανήλικη
από το παρτέρι με τ’ άλλα
καλλωπιστικά φυτά.

Μια μέρα που την πότιζαν οξέα
για δυναμωτικά, ένιωσε
στα πόδια της ν’ ανοίγει το δέρμα
η φλούδα της να σκάει
στα πλευρά
οι γεωπόνοι είκαζαν πώς ήταν
έγκαυμα
δεν πρόσεξαν τα νεογέννητα φτερά.

Μετά, στο πρόσωπό της
παρατηρήθηκε η μετάλλαξη.
Την τύλιξαν με τουλπάνια
εμποτισμένα
να μπολιάσει, είπαν, με πειθαρχία
όμως ή θεραπεία μάταιη.

Οι ρόζοι γίναν μάτια
είδανε πέρα από τα σύρματα
στο στόμα σχηματίστηκε σάρκα
αντιμίλησε στην οικογένεια
αμφισβήτησε όλα τα ποώδη
την ορτανσία, τα καλοκουρεμένα πάρκα.

Έφυγε μια νύχτα πνιγηρή
η κεκαλυμμένη
με μια ομορφιά πρωτόγνωρη.
Στα δάση αλλάζει, όποτε θέλει, τη μορφή.
Η ανάσα της λένε πώς θεραπεύει.

 

ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

Το γυάλινο σπίτι είχε από καιρό φυσηθεί, είχε ψηθεί σε χιλιάδες
βαθμούς Κελσίου· η αποστείρωση επετεύχθη, κάτι μικροοργανισμοί
εξαφανίσθηκαν και ορθώθηκε σε θέα κοινή. Η άφιξή μας
στην κορυφή του λόφου έγινε αισθητή, τα κλειδιά πετάχτηκαν
στα γκρεμνά, μαζί με την καμπάνα ήχησαν σε συγχορδία αρμονική
– δεν τα είχαμε ανάγκη. Στο σπίτι τούτο εξάλλου, οι νέοι
κάτοικοι θα ήταν αποκαλυπτικοί, ολόκληρη η ζωή τους περίοπτη
Η μοναξιά του κρεβατιού τους η τόσο απόλυτη τώρα θα
ίδρωνε σε οργανικές στιγμές και οι γυάλινοι επισκέπτες με ζώων
χνώτα θα θόλωναν το τζάμι· αράχνη δε θα εισέβαλλε καμία,
γνωρίζοντας πως δε θα ‘βρισκε ταβάνι για να κρεμαστεί.
Ανάμεσα σε δυο πελώρια βράχια, σαν βόλος που παίζαμε
παιδιά, κύλησε η μπίλια · χωρίς θεμέλια, μόνο ένας θόλος μας
αγκαλιάζει, καμιά πλεκτάνη στην κάψουλά μας δεν περνάει,
κρεμάστηκε και η ταμπέλα: ΤΟ ΓΥΑΛΙΝΟ ΣΠΙΤΙ. Το όραμα του
δάσους που μας ακολουθεί ανακλάται πάνω μας σαν αρχαία
προβολή.
Δεν επιδιώκουμε την εξαφάνιση, και η πρόθεσή μας αυτή
είναι, αν μη τι άλλο, έντιμη.

 

ΚΑΤΙ ΠΑΙΔΙΑ

Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες
με πυροσβεστικούς κρουνούς.
Λούζονται μ’ εύφλεκτα σαπούνια
χορεύουν γυμνά, αναστενάρηδες
πάνω σε σπασμένα τζάμια
μαζεύονται σε μια γωνιά
κοιτάζονται στα μάτια ώρα πολλή
ώσπου ερωτεύονται μ’ έρωτα οργισμένο
πυρώνουν σταδιακά
πλημμυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις
ανήσυχοι ένοικοι στα μπαλκόνια
-αστραπή θα ‘ταν λένε, κλείσε τα παράθυρα, έρχεται μπόρα.
Κι ύστερα από τα χέρια τους γεννιούνται πουλιά
φλόγες μακριά πετούν
σπέρνουν την κόκκινη σκόνη,
καίνε τα μαύρα νέφη,
καπνός στάζει από ψηλά.

Ξέρω κάτι παιδιά
που εξουδετερώνουν
τους πυροσβεστικούς κρουνούς των δημοσίων χώρων.

 

Η ΕΣΘΗΤΑ

Το ηλιακό εκκρεμές
δέχεται τις αχτίδες του χρόνου.
Με λεπτότατους δείκτες
προβάλλει σε τοίχο τις στιγμές
πέφτει της μέρας ο μπερντές
από τα δάχτυλα αόρατου παίκτη.

Τότε έρχονται τα παιδιά με τ’ άσπρα μαλλιά
μπουλούκι που έφτασε μέσα στα χιόνια
κυκλωμένο από τις αέναες στοές
ετοιμάζονται οι τροχαλίες
οι από μηχανής σωτήριες
φορούν στη θεά Τύχη
το στέμμα της με τ’ απόρθητα τείχη
πρωταγωνιστεί σε παράσταση στημένη
πριν από χίλια και βάλε χρόνια
άδεια έμεινε η οκτάγωνη κλίνη.

Στέκει τώρα στα σκοτάδια
αποκομμένη από το σώμα
ο κορμός της σ’ εκκρεμότητα
παρασκηνιακά
με τη χρυσή εσθήτα
κρατάει τον κόσμο ανάμεσα
στα δυο της πόδια.

 

 

ΥΠΟΣΧΟΝΤΑΙ

Περιορίστηκαν οι λέξεις
σε παπούτσια στενά
μυτερά στην άκρη σκαρπίνια
κι άρχισαν να κυνηγούν στις γωνίες
έντρομα ρήματα
αφάνταστες πιέσεις ν’ ασκούν
για ομολογίες
συγχωροχάρτια σε τραπέζια
υπογράφονται καθημερινά.
Ανένδοτα κάποια
υπόκεινται σε βασανισμούς
καταπατούνται οι ενεργητικές φωνές
στην απομόνωση ψιθυρίζουν
κουράγιο, δάκρυ, ή σχοινί
ανοίγουν τρύπες στους τοίχους μικρές
φυσούν τον καπνό τους από κει
ανακουφίζονται τις νύχτες στ’ όνειρο μέσα
υπόσχονται.

Και το πρωί, στην αναφορά
κρύβουν όλα τα παθητικά φιλιά
δείχνουν τα νύχια τους, είναι καθαρά
προχωρούν στα συσσίτια.
Κάτω από τη μπότα του μυαλού που εποπτεύει
πίσω απ’ την πλάτη που απωθεί
σε στενά κελιά στοιβάζονται
σαν απορ-ρήματα
τα μεταβατικά χώρια από τ’ αμετάβατα
καθρεφτάκια κρύβουν στις καταπακτές
γράφουν στον ήλιο το νόημα
κρεμούν τα χέρια έξω απ’ τα σίδερα.
Κι όταν τα δάχτυλα συνθλίβονται
θυμούνται όρκους
μια μέρα όλα να τα πουν
ν’ αντέξουν.

 

ΕΚΛΕΙΨΗ

Ίσως είμαστε διάττοντες, είπες
κι έσταξε η οροφή φωσφορικά και απλανή
αστράκια από εκείνα που αχτίδες συσσωρεύουν
τα είχαμε κολλημένα γερά
να μη φοβόμαστε τις κρύες νύχτες·
το ταβάνι τώρα μελανό
μας μούσκεψε ασήμια η βροχή
έγιν’ ένα με το κατάστικτό μας δέρμα.

Μικρές αναλαμπές, είπα, είμαστε
κι άστραψε ο γυάλινος θόλος, έλιωσε ο σκελετός
σίδηρος κάλυψε τα σκεύη τα ιερά
-τα έργα πώς να προστατέψεις;-
σήμαναν συναγερμοί, εκκενώθηκε η αγορά.
Πως είμαστε φαινόμενα έκτακτα
να λεχθεί δεν έπρεπε
αρχίζουν, βλέπεις, οι προγνώσεις
βγαίνουν ανακοινωθέντα
ανέτοιμοι οι πληθυσμοί
Αλλάζουν άξαφνα οι ουρανοί
καλύπτονται από σύννεφο πυκνό
τρέμουν οι βέβαιες λιακάδες:
ο ήλιος αυτός δεν μας αρέσει, θα φέρει καιρό

Η νηνεμία αιτούμενο, αλλά
η έκλειψη αστράφτει σαν γυαλί

 

 

ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι
στη βωβή τους ζωή.
Να πάμε
λέει η πρόσκληση
επισήμως γδυμένοι
ένα βράδυ
όταν θα ’χουν σβήσει τα αίματα
και θα ’χουνε λιώσει τα κεριά
ν’ αφήσουμε τις φωνές μας
στην κρεμάστρα
μπαίνοντας στον χώρο υποδοχής
να βγάλουμε τα τακούνια
απ’ τα παπούτσια
και τα δόντια μας με την τανάλια
τα κόκαλά μας να τυλίξουμε
προσεκτικά
να μην κροταλίζουνε στα γέλια
να εκπνέουμε αθόρυβα
αντί να παίρνουμε ανάσα.
Στη σάλα τη μεγάλη
ν’ αφήσουμε τα συναισθήματά μας
στην άκρη
και να στρωθούμε στο τραπέζι
με φόβο μπουκωμένοι.
Μάς εγκαλούν από απέναντι συχνά
να κάνουμε ησυχία.

 

ΤΑ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ

Ήρθες ξημερώματα
να μας ζητήσεις τα κοινόχρηστα.

Μα εδώ είναι τα ιδιωτικά δωμάτια
έχουμε σπάσει τα ντουλάπια
τα στρώματά μας έχουν το αιμάτινό μας
μονόγραμμα
στα λουτρά έχουμε κρυμμένα τα μαχαίρια
το μάθημα ανατομίας αρχίζει στις εννιά
τα βιβλία μας πήρανε φωτιά
να ζεσταίνουμε τα χέρια τον χειμώνα
κι οι βρύσες στάζουνε μύρα πολύχρωμα.
Ψάξε και βρες ποιοι είμαστε από το χρώμα
που λιμνάζει στα υπόγεια.

Ήρθες η ώρα τρεις
ν’ αρχίσεις το εξημέρωμα.

Όμως εδώ
έχει φωλιάσει το θηρίο για τα καλά.
Και δεν το διαχειρίζεσαι πιά.

 

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Τώρα κάθισε
στο συρμάτινο κεντίδι
και ηλεκτροφόρησε
τη φωνή σου
στα σύμπαντα.

Αναρωτήσου:
Αν ήθελες μια ζωή
του θανάτου τον αχό
να περιορίσεις
πού πήγες κι έμπλεξες
στον ιστό της κραυγής
που συνταράζει
κι υστέρα στη σύγκρουση
γιατί προσκολλήθηκες;
Ρυθμός του αίματος
ανάβλυσες
κι έκανες εκείνα τα τρικ
στων δρόμων τη διασταύρωση.
Τα σπασμένα φανάρια
αναβοσβήνανε
τα δύο μάτια
παράταιρα γύριζαν
χαμός γινόταν
και τανάπαλιν διάσωση.
Τί το ‘θελες τότε
ανεμοδούρα εσύ ισχνή
και λικνίστηκες
αναίσχυντα
με τους μηρούς
τα χέρια ανοιγμένα
κι έγινες το αιώνιο αίνιγμα

Θρόιζε για πάντα τώρα
πάνω στα ουράνια
μεταλλικά μοτίβα.

.

 

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Παράξενο το παιχνίδι των συνειρμών.
Μου το’ μαθαν σ’ ένα σπίτι εσπερινό
χτυπημένο από σεισμό
έκτοτε βάλθηκα ν’ ανακαλύπτω
πίσω απ’ τις ρωγμές
την κρυμμένη κρήνη που στάζει
την υγρή ματιά που κοιτάζει
τη σχισμένη ταπετσαρία
κυριευμένη από το ρολό του μαρασμού
να σβήνει τις κηλίδες του χρόνου.

Το κουβαλάω πάντα μαζί μου
το παράξενο αυτό
παιχνίδι των συλλογισμών.
Κρυμμένη σε κασετίνα
η πολύτιμη αλληλουχία.
Τα πιόνια της
στήνω με επιμέλεια
στις άκρες των ερημικών
δρόμων που τραβώ
αφήνω ίχνη για τον χαμένο αδελφό.

 

ΣΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Αραιώνουν οι άνθρωποι
στη μεγάλη πόλη των λέξεων.
Ό,τι συνέθετε τη χάρη αυτού του τοπίου
ό,τι παλλόμενο στα μάρμαρα του πεζού δρόμου
σεργιάνησε, μέχρι που έγινε σκιά
μαύρα κουρέλια βήματα
αποσύρονται βαριά, όπως οι σκέψεις
μετά από περισυλλογή
διαλύονται στην αναπόληση.

Κι ο μέσα αιών της καρδιάς
αργά καλύπτει τα φύλλα
των άρρωστων δέντρων παράγωγα
σε μια λευκή σελίδα.
Με αποφατική εκφορά
λένε «Χαίρετε», ανασηκώνοντας
για λίγο τα καπέλα
ώσπου να πέσει το βέλο στα μάτια
και μετά ερημιά.

Αποσύρονται οι άνθρωποι
όταν περάσει η ώρα, αναίτια, ξαφνικά.

 

ΟΤΑΝ ΓΙΝΟΜΑΙ ΕΝΑ ΣΩΜΑ ΣΤΕΓΝΟ…

Όταν γίνομαι ένα σώμα στεγνό
που αναζητάει το σύννεφο
ψάχνει στις λέξεις να το βρει
σχηματίζοντας μοναχά
έναν κύκλο ελλειπτικό.

Παρακαλά το στόμα
σε γλώσσα τροπική
κολλούν ανάμεσα στα δάκτυλα τ’ άστρα
ένα μεγάλο στον δείκτη, ακτινωτό
που μ’ εμποδίζει να δω τα άλλα
τα πιο μικρά
τα μαλλιά μου μεταμορφώνονται
σε έκκληση
μαυρίζουν οι ουρανοί
ένα κύμα με παραδέρνει, του αίματος κύμα
που χτυπά με φόρα
πάνω στου νου τα στεγανά
και τα ποτίζει ανεξίτηλα
πιτσιλάει τα λευκά χαρτιά
με ακατάληπτα νοήματα.

Τα χέρια κινούνται σε παραφορά
με τον άνεμο παρέα
που φέρνει από τα χάη στάχτη πυκνή
θολώνει την επιφάνεια
μένουνε μόνο κάτι στίγματα που μοιάζουν
μ’ επιφωνήματα.

 

ΤΟ ΜΑΚΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Στις σπηλιές που τις έγδερνε εξωτερικά ο ήλιος
στις εσοχές των χαδιών από χέρια ψημένα
ήρθαν και κάθησαν δύο περιστέρια.

Κρατούσαν στα ράμφη ένα γράμμα κι ένα πετράδι.
Η πέτρα ήταν μαγνήτης, ο φάκελος είχε περιθώρια ωχρά
Τα μάτια μας έλαμψαν αναζητώντας τις λέξεις στο χώρο
Ύστερα ξαπλώσαμε
στης θάλασσας την επιφάνεια, απαλό κι υγρό το σώμα
άρχισε να υπαγορεύει το περιστέρι
έχοντας τους δυο πόλους στο στόμα
λόγια μεταδοτικά
η γλώσσα του έβγαινε κάθε λίγο προκλητικά
γέμιζε τα περιθώρια, τα μάτια γύριζαν προς τον ουρανό
και χάνονταν μαζί με κάθε προσανατολισμό.
Κι όσο γράφονταν οι σελίδες
κι όσο έπεφτε η ένταση του ήλιου
και τα κοχύλια άνοιγαν πετώντας φλόγες
σχηματίστηκε ατμός
έβγαινε από σιφόνι πήλινο ξεχασμένο στα πλαϊνά πρανή
άρχισε η κατολίσθηση.

Εκείνες τις μέρες στις σπηλιές που τις κύκλωνε εμφατικά ο ήλιος
μέσα στα μεταλλικά νερά γράφτηκε η ιστορία.
Πέρασε ανάμεσα από τοιχία
μέσα απ’ τις σπείρες του κοχλία.
Κι αν όλα έγιναν λάσπη αργίλου και το τοπίο μοιάζει αγνώριστο
η διήγηση των επαναλαμβανόμενων ήχων
μας θυμίζει το μακρινό εκείνο τραγούδι
των χειρονομιών.

 

ΛΕΥΚΕΣ

Για μια στιγμή το φως στάθηκε πάνω στις λεύκες
Τις αναζωπύρωσε
Πέντε κόρες ευθυτενείς
παρουσιάστηκαν έκπαγλες
με χέρια μετέωρα γαλανά
φωσφόριζαν κάτω απ’ τη χλωμή σελήνη
κι εκείνη η λεπτότερη
κινήθηκε θαρρείς
σαν να την έσπρωξε ενθαρρυντικά
η πρεσβυτέρα με τα ροζιασμένα δάκτυλα
Απαλά
Κι ήταν το χάδι μιας ριπής του αγέρα
που λύγισε το δέντρο μπροστά μας
σε στάση προσφοράς
ψιθύρισε η βοή του κάτι
σε γλώσσα απόκοσμη
κατανοητή από το ρίγος
στη βάση του αυχένα
σάλεψε δροσιά στα κουρασμένα βλέφαρα
τα βρήκε σύμφωνα
σε μαύρο φόντο άστραψε η στιγμή
μας έκανε όλους διακριτούς
ακούσαμε θρήνους βουβούς.

Οι άλλες τρεις χόρεψαν στο πάλκο
τους καημούς
Στη σύγχυση των όγκων
είχαν κάτι από το εύπλαστο παρόν
Ας έρχονταν από όνειρο μακρινό
των λευκών
στα δάση του Βορρά
ατέλειωτων νυχτών.

 

ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Οι μέρες της οργής οι μικρές
εξελίσσονται σε τρόμο ανύποπτο.

Σκαλώνουν αγκάθι στον λαιμό
λεπτό το λεπτό
το κεφάλι σκυφτό
προσπαθούν να πάρουν αέρα
απ’ όπου βρουν
κρεμιούνται σε τοίχο χαμηλό
εκεί πιέζεται το στέρνο
δέχονται χτυπήματα στον τράχηλο
μιλούν με γλώσσα λυμφατική
κανείς δεν τις ακούει
αφρίζει διάφορα η φωνή.

Κι έχουν στο βλέμμα μια πληγή
σου ψιθυρίζουν οργισμένα ένα: “Αει”.

Ξάφνου φτύνουν το αγκάθι
με σύσπαση νευρική
φυσούν στο άπνοο σώμα αναπνοή βαθιά
στις δύο με τρεις το ξημέρωμα.

 

ΤΑΡΑΝΔΟΣ

Είμαι το έρμαιο
ενός ονείρου αδηφάγου
που αρχίζει και τελειώνει
μέσα στα σπλάχνα του λευκού ταράνδου.

Αφομοιώνομαι τη μέρα αργά
γίνομαι η ύλη
που στα σκοτάδια τον φωτίζει
και τον καθοδηγεί
σ’ ανήλιαγα δάση
Ένα φωτεινό υπογάστριο
είμαι που ξαφνιάζει
τον φιλήσυχο περιπατητή.
Μπρος στα έκπληκτα μάτια
γίνομαι το λευκό του όραμα
βρίσκομαι την ίδια στιγμή
και στη γη και στον αέρα
ένα αιμοσφαίριο ζωής
για το σάλτο της απόδρασης
που καταλύει τη βαρύτητα
άδει βελάσματα
πιάνεται από τα κέρατα
με άλματα ημερικά
ώσπου απομένει
μόνο η τροχιά του
στους ουρανούς να διαγράφεται αχνά.

Είμαι η κρύα φλόγα
που βγήκε αχός βραχνός της ηδονής
από του ζώου το στόμα
σαν καταλάγιασε η ορμή και τέλειωσε
το θηρευτικό παιχνίδι.
Σβήνω μόλις σουρουπώσει
για να ξανάψω μιαν άλλη κοιλιά
στα επόμενα όνειρα.

 

ΠΑΡΟΙΚΩ

Παροικώ στου δρόμου το πιο στενό σημείο
Καμιά ενόχληση εκεί
Πάρεξ μια σταλαγματιά στο τάσι
μικρή χρυσή περιουσία
τον κόσμο μου αποκαλύπτει
γίνεται αντιληπτό το κάτοπτρο.
Δείχνει τον πλούτο που κουβαλήθηκε
Εδώ στου δρόμου το σημείο το πιο στενό
έγινα ένα με το τοιχίο
η όψη μου μοιάζει να επιμηκύνεται
μια μορφή προπατορική
γλυκά λαλεί, του αμανέ η φωνή
που εντός μου κατοικεί.
Οσμίζομαι τη βροχή σε τούτη εδώ την εσοχή
Περιπλανώμενη ύπαρξη
χτίζομαι με πλίνθους
ξανά απ’ την αρχή.

 

ΕΙΛΩΤΕΣ

Απλώνονται στα παγκάκια της παρακείμενης μέρας.
Είλωτες στη δούλεψη της αδράνειας
της πιο σκληρής αφέντρας
κάθιδροι θα ΄λεγε κανείς
κι όμως αυτές είναι οι συνέπειες της λιγοστής βροχής
πάνω στα μέτωπα τα ζαρωμένα
κοιτούν τα σύννεφα αποχαυνωμένα
απολειφάδια ενός ουρανού
που μέχρι το γιόμα
θα έχει πάρει του σάπιου μήλου το χρώμα.
Για την αλλαγή του κλίματος μονολογούν
κι η γόπα καίει τα χείλη
έγιναν σαρκώδη βούκινα της συμφοράς
Έξω απ της συνοικίας τα τείχη
Έξω απ τα όρια της ντροπής
και δεν ξεσηκώνεται ουδείς
καθώς κλειστά τα τελωνεία
με φράγματα σιωπής.

Ολόγυρα
μόνο του πατημένου τριφυλλιού η αποφορά
των ζωτικών υγρών
νυχιά σκίζει το φρέσκο χώμα
ορίζοντας κύκλο νοητά
γύρω από τούτα τ΄ ανέστια όντα
σημάδι του χρόνου που περνά
αφήνοντας στη σήψη ενέχυρα.

 


ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ

Τα ανθρώπινα κατάλοιπα
περιφέρονται τις νύχτες με φεγγάρι.
Παριστάνουν άλλοτε τον μάρτυρα
με την πληγή ανοιχτή
γυρεύουν κοάζοντας στις λασποπόλεις
χάδι από χέρι απαλό
όπως σ’ εκείνο το πορτρέτο που θυμούνται
όταν αναστρέφονται τα μάτια
πάνω κρεμασμένο από το μεγάλο κρεβάτι
τους το θυμίζει το σαράκι, τσιρίζει
τη σιωπή σχίζει στα δύο εκστατικά
λίγο πριν χαμηλώσουν τ’ ανακουφισμένα βλέφαρα.

Άλλοτε πάλι
στων προσώπων τους βλέπεις το αντιφέγγισμα
λάμψης αστρικής, μη γελαστείς
από τα κοίλα χείλια
είναι υπάρξεις ημισεληνοειδείς.

Μέσα στους βραχώδεις κήπους
τραγουδάει η σπασμένη σιαγών αγωνίας αλαλαγμούς
το τραγούδι τους τις νύχτες ακούς.

.

 

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

 

.

DREAMING

 

ANAMONH

 

ΑΝΟΙΞΗ

 

ΑΝΤΙΟ

 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

ΑΤΙΤΛΟ 1

 

 

ΑΤΙΤΛΟ 2

 

ΑΤΙΤΛΟ 3

 

ΑΤΙΤΛΟ 4

 

ΑΤΙΤΛΟ 5

 

 

 

ΓΥΜΝΟ ΜΕ ΚΑΠΕΛΟ

 

 

ΓΥΜΝΟ

 

 

ΕΡΗΜΩΣΗ

 

 

 

ΕΦΗΒΙΚΟ

 

 

 

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

 

 

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

 

 

Ο ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΣ

 

 

ΟΝΕΙΡΙΚΟ

 

 

 

ΠΛΑΝΗ

 

 

 

ΠΟΙΟ ΜΠΑΛΟΝΙ

 

 

ΣΑΝ ΤΟ ΣΚΥΛΛΟ ΜΕ ΤΗ ΓΑΤΑ

 

 

ΤΣΙΓΚΑΝΑ

 

 

 

 ΧΑΡΑΖΕΙ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *