ΑΛΕΞΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΣ

Ο Αλέξης Τραϊανός (φιλολογικό ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Ζαβατάρη) γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1944 στη Θεσσαλονίκη. To 1963 εισάγεται στο Οικονομικό της Νομικής του ΑΠΘ. Έχει ήδη ξεκινήσει να ασχολείται με την ποίηση, όταν το 1967, μεταφράζει νέγρικη ποίηση. Λίγο αργότερα, πραγματοποίησε την πρώτη του αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας.  Το 1972 πήρε το πτυχίο του και προσλήφθηκε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, από την οποία πήρε μετάθεση για την Αθήνα το 1979.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποιητικές συλλογές
«Οι μικρές μέρες», εκδόσεις Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1973
«Η κλεψύδρα με τις στάχτες», εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1975
«Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems», εκδόσεις Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1977
«Το σύνδρομο του Ελπήνορα», εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, 1984
«Φύλακας Ερειπίων – Τα ποιήματα» (συγκεντρωτική έκδοση, επιμέλεια Σ. Μπεκατώρου-Α. Ζήρα), εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα, 1991

ΔΟΚΙΜΙΑ

«Το απόν και το παρόν πάθος», περιοδικό Kαινούργια Eποχή, 1976

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Ανθολογία νέγρων ποιητών (1969, Εκδόσεις Εγνατία)
Μεταπολεμική αμερικάνικη ποίηση (1979, Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις)
Μπουκόφσκι.Επιλογή από το έργο του (1980,Εκδόσεις Η μικρή Εγνατία)
Τσέζαρε Παβέζε-Ο θάνατος θα ‘ρθει και θα χει τα μάτια σου (1988, Μετάφραση του Αλέξη Τραϊανού και του Ευριπίδη Γαραντούδη, Εκδόσεις Υπόστεγο)

.

ΜΙΚΡΕΣ ΜΕΡΕΣ (1973)

[Ενότητα Υδρία]

ΥΔΡΙΑ

Σου έδινα συνέχεια σου έδινα
Και συ έπαιρνες συνέχεια έπαιρνες
Και δεν ήξερες πως παίρνεις
Δεν ήξερες κι ούτε ποτέ θα ξέρεις
Πώς η ψιχάλα γίνεται βροχή
Κατακλυσμός η βροχή κι ύστερα θύελλα
Και μένεις γυμνός δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι
Δίχως φωτιά δίχως βοήθεια
Στην τέλεια εγκατάλειψη στην πλήρη ερημιά
Όπως αδειάζει μια κάμαρα σαν αφαιρέσεις
Έναν πίνακα ή κάποιον καθρέφτη
Κάτι δικό σου τέλος πάντων
Αναπόσπαστο με τον εαυτό σου
Που σ’ όριζε να υπάρχεις δεμένος μαζί του
Και τώρα μόνο να θυμάσαι ξέρεις
Τώρα που λιγοστεύει η βροχή πάνω απ’ την πόλη
Και ξημερώνει πάλι όπως αύριο όπως χτες
Στα προπύλαια τούτης της μέρας παρατημένος
Θα σε θυμάμαι
Όπως το τελευταίο όνειρο τον τελευταίο λυγμό
Με μιαν υδρία ποιήματα κάθε πρωί

ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ

Η απουσία σου μικραίνει τον ουρανό

Έρχεται φεύγει
Πατά στα νύχια
Ξεκλειδώνει τις πόρτες
Στο ψύχος των μοναχικών χεριών

Τι άσχημα είναι σ’ αυτή την πολική τοποθεσία
Τι άσχημα κλεισμένος μες στο αρκτικό μου σπίτι.

[Ενότητα Μικρές μέρες]

ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΜΕΡΕΣ

Καλοκαίρι στεγνό κίτρινο
Φωλιασμένο στις ρυτίδες των πεύκων
Φωλιασμένο πάλι και πάλι φορώντας το χρόνο
Απουσία και νύχτα
Προσωπείο χλωμό σαν κερί μες στη σκυμμένη αγάπη
Προσωπείο κλεισμένο σε μελανές κάμαρες
Βλέποντας τα δέντρα του λωτού να ψηλώνουν
Σε μελανές κάμαρες τους λωτούς να πληθαίνουν
Ανάστημα από σιωπή
Δάπεδο φυτεμένο την απομόνωση

Έπειτα τόσες φορές πέρασε
Εκείνος ο δυνατός άνεμος
Γκρέμισε αρκετά δέντρα άλλα μαράθηκαν
Ήρθε η μνήμη γυναίκα γυμνή
Ξεσκεπάζοντας ένα χώρο από καθρέφτες
Αρχίζοντας το παιχνίδι
Που προσπαθούμε να συγκολλήσουμε
Μικρά μικρά κομματάκια τις χαμένες μας μέρες
Όλο σκόνη και στάχτη

Παίζουμε πάντα το ίδιο παιχνίδι
Χρώματα φωτεινά χρώματα θαμπωμένα
Κερδίζοντας ολοένα την ήττα μας
Κερδίζοντας ακίνητοι ανέκφραστοι
Το βαρύ νόημα να υπάρχουμε
Μέρες ματωμένες από ράμφη πουλιών
Ριγώνοντας τη ζωή μας

Οι μικρές μέρες χωράν μεγάλες λύπες

ΜΙΑ ΖΩΗ ΓΕΜΙΣΑ

Μια ζωή γέμισα μια ζωή γεμάτη ινδάλματα
Βιαστικό πέρασμα της ορφανής μουσικής
Ανάμεσα στα πιο λευκά οστά
Εκεί που πάγωναν τα κρύσταλλα
Κι αρχίζανε τα μάτια να θυμούνται
Τυχαία πρόσωπα ολότελα τυχαία
Εκεί που κλείστηκαν οι πεθαμένοι
Βαλμένοι σε μια πέτρα σε μια κίνηση
Αποκοιμίζοντας τον έρωτα σε άλλα γόνατα
Σάρκα στυφή κομμένη από σώματα που έγερναν
Σε χρώματα ηλιακά μέρες και δρόμους
ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΡΟΣΤΑΝ
Χρώματα μέρες δρόμοι που έζησα

Κλείνουν οι δρόμοι ένας ένας
Κλείνουνε πίσω
Πίσω απ’ τα σκουριασμένα πόδια μας
Με τα χλωμά παράθυρα με τα φτωχά ινδάλματα
Λόγχη του χρόνου ικρίωμα του καιρού
Κλείνουν τα πρόσωπα τα μάτια μέσα μου
Βαραίνω

Πώς χώρεσαν
Πώς χώρεσαν όλα μέσα μου μ’ αγάπη

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1967 μ.Χ.

Μνήμη Γιώργου Σεφέρη

Ο ήλιος πάντα ο ήλιος και η καρδιά του
Που σε πυρπόλησε όλο το μεσημέρι
Διαβάζοντας αμετανόητα τα ωροσκόπια εποχών
Που σ’ ανταμώνουνε τις άσπρες νύχτες
Τα φάσματα ετοιμάζει
Στην επιφάνεια του μάρμαρου την πρώτη ορμή ξυπνώντας
Σε κρίνα που πετρώσανε
Από την άλλη κατεύθυνση του ανέμου
Τη διαστολή του νερού
Ή την τελετή στο κάτω κάτω
Που κυκλώνεται μέσα στο χρόνο
Και μένει το κενό που δε γεμίζει πια

Και μένει το κενό κι ένα σωρό σπασμένα πράγματα
Τ’ αγγίζεις στη σιωπή που κύλησε στο αίμα
Και το ξεπέρασε
Χωρίς συνοχή δίχως την πρώτη κίνηση

Και μένει το κενό
Και των σωμάτων η παλιά ακρίβεια
Αναλωμένη σ’ υστερόγραφα εγχρώμων καρτ ποστάλ
Κι αρνητικά φακών
Που ξεψυχάνε στα υπαίθρια αναψυκτήρια
Των θερινών ερώτων
Σιγά σιγά
Όπως οι μέρες μας
Στ’ αναρρωτήρια της ποίησης μετακομίζουν
Σιγά σιγά

Και μένει το κενό
Και μένει άδειος ο ουρανός
Από πουλιά και σύννεφα και σύνθετες εικόνες

[Ενότητα Θανάτοψις]

ΕΠΙΜΗΝΙΟ

Σου έφερα λουλούδια
Δυστυχώς δεν μπόρεσα να σου προσφέρω τίποτα άλλο
Κι έτσι σ’ αυτό το υαλοδοχείο μύρισε τώρα
Ναι σκύψε να μυρίσεις το άρωμα των ημερών
Που ταξίδεψαν πάνω απ’ τα κλειστά σου μάτια
Καθώς έφευγες ένωχρος να εγκατασταθείς
Στα μουσικά κύτταρα του χάους στην αόρατη χλόη
Που δρόσιζε κάποτε τις φλέβες του ύπνου σου

Σκύψε στο άρωμα των ημερών
Που ήρθανε που έρχονται που θά ’ρθουν
Πάντα πρωί
Σκιτσάροντας ένα πολύ κόκκινο τραπέζι
Μια δύσοσμη σοφίτα ανάμεσα στο πεύκο και την ακακία
Πάντα πρωί
Και το βράδυ μια καρικατούρα ανθρώπου πολύ νέου
Ανάμεσα σε τρεις ρυτίδες αμφιβολίας
Ρίχνοντας κομμάτια χρόνια τα νέα χρόνια του
Κομμάτια χρόνια σ’ ό,τι δεν επιστρέφει
Στα δόντια της κλειστής στιγμής

Σκύψε στο άρωμα των ημερών
Που πλύθηκαν γυμνές μες στους λιμναίους κύκλους
Είναι δικές σου με τα φαγωμένα πρόσωπα
Κουρασμένες στην πλάτη τους
Δεν έχουν δύναμη
Και στο στόμα τους πιπιλίζουν πικραμύγδαλα
Όπως τη νύχτα εκείνη της εικοστής πρώτης Αυγούστου

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ

Αυτές οι ξεθωριασμένες ομολογίες του χτες
Επισκέπτες που κλωθογύριζαν ολημερίς
Για νάβρουν ένα σπίτι που ’μεινε κλειδωμένο

Υαλοπίνακες αφημένοι στη θαμπή πρόσθεση των ετών
Φωτογραφίες που άρχισαν να πληθαίνουν
Μέσα στα μαύρα περιγράμματά τους

Τι θέλουν

Αυτοί οι απρόσκλητοι επισκέπτες φύγανε
Διωγμένοι

Σαθρές καρέκλες φιλοξενούν την υπομονή τους
Μετρημένη σε βάρος

Πού να τους βάλω όλους να καθίσουν
Τις σαθρές καρέκλες πώς να δικαιολογήσω

.

Η ΚΛΕΨΥΔΡΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ (1975)

[Ενότητα Η κλεψύδρα με τις στάχτες]

Η ΚΛΕΨΥΔΡΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ

Ι.

Κάποιο πρωί θα ξυπνήσουμε δίχως πρωί
Τα μάτια μας θα ’χουν γκρεμιστεί μέσα στη νύχτα
Φώτα σβηστά βλέφαρα ασύνταχτα
Γράμματα μπερδεμένα μες στα κουρελιασμένα χείλια μας
Μασώντας την τελευταία μας λέξη σαν ξέφτι

Αυτά τα κόκαλα εσύ παιδεύεις να στεριώσεις
Μέσα στο χιόνι απίθανα θαμμένο καλοκαίρι
Εσύ μες στις ρυτίδες του καπνού σου ταξιδεύεις
Μνήμη του τίποτα και παγωνιά στο μάτι

Ξεχνάς κάποτε και κοιτάς τη βροχή από κάπου που έρχεται
Τον άνεμο από κάπου που έρχεται
Απ’ το κάπου του πουθενά κάτι που έρχεται
Οδυνηρό πουλί
Γαλάζιο ύφασμα ουρανού στη χάρτινή σου στέγη

Ξεχνάς κάποτε και κοιτάς ένα μάτι
Ένα μάτι δίπλα σ’ έν’ άλλο μάτι
Ένα μάτι σ’ έν’ άλλο μέσα μάτι
Ένα μάτι από ’να παράθυρο να πέφτει
Από ‘να δρόμο να φεύγει
Ξεχνάς κάποτε και κοιτάς
Εδώ κι εκεί το νεκρό υλικό σου.

[…]
Φλεβάρης-Ιούνης 1974

[Ενότητα Το νύχι στη σάρκα]

ΟΠΩΣ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Στον Γιώργο Κάτο

Όπως τα δέντρα
Όπως τα δέντρα μαζεύοντας τη νύχτα μέσα τους
Όπως τα δέντρα έζησε
Τρέμει και βήχει

Κουράστηκε ο άνεμος να περνά στο πρόσωπό του
Σκουριασμένα φύλλα
Την ερημιά

Πέφτουν όλα σ’ ένα μεγάλο φλιτζάνι καφέ
Το κόκκινο της καρδιάς και το μεγάλο γαλάζιο
Πέφτουν και πίνει την ίδια κόκκινη καρδιά του
Και για κανέναν πια δεν είναι
Υποθετικά υπάρχει
Τρέμει
Και πότε πότε τραντάζεται από ’να σπασμένο βήχα

Ο ΜΑΓΟΣ

Θα προσπαθήσω να ευχαριστήσω τους θεατές
Τους σπάγκους το γυαλιστερό σου πριόνι

Είμαι στο κουτί σου φάλτσε μάγε
Με πονάς μάγε
Θα προσπαθήσω να σ’ ευχαριστήσω σαν κτήνος σφαγμένο

Τώρα δε βλέπω τίποτα πρέπει να φύγω
Η νύχτα στάζει από παντού
Μέσα στη μουσική τα κόκαλα του έρωτα
Τον άδειο σπασμό

Άφησέ με θα φέρω το φτωχό ζώο στην τρύπα του
Σέρνοντας πόνο το αίμα στις σκάλες
Θα κάθομαι μαζί του ακούγοντας τους αέρες
Αυτό το οξύ που με παραμόρφωσε

Ο μόνος που μου μίλησε ένας χαζός οδηγός
Μου ’πε το χαλασμένο του αυτοκίνητο να σπρώξω
Λοιπόν τους γκρέμισα στο βάραθρο
Ο θάνατος είναι εθνικό προϊόν
Γέμισα ποντικοπαγίδες όλο το σπίτι
Κρέμονται σαν κλουβιά στο ταβάνι
Στο νεροχύτη στο σωλήνα αποχετεύσεως
Στο αραχνιασμένο κοστούμι του γάμου μου

Κανένα όνειρο κάτω απ’ την κρύα κουβέρτα
Κι οι τοίχοι τελειώνοντας κάπου απελπισμένα
Αδέξιοι σαν ποιήματα.

[Ενότητα Album]

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΝΗΜΗ 1949

Είχε κλειστεί στο πρόσωπό του
Στους ώμους της βροχής σα ριγμένο παλτό περπάτησε
Εκεί που τέλειωναν τα τραμ στην Αποθήκη της καρδιάς
Και βγαίνανε πιάνα ατέλειωτα μαύρα πιάνα
Ανάμεσα από χριστουγεννιάτικες νιφάδες
Ανάμεσα από γάλα σκόνη
Ανάμεσα από βυθισμένες ναφθαλίνες
Στις ράγες του ανέκκλητου κυλώντας

ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Νύχτα της Τετάρτης 29 του Γενάρη 1974

1.

Κι έπειτα ήρθες να που έπρεπε βέβαια να ’ρθεις
Αγάλι σέρνοντας τη φρίκη μιας πληγής παντοτινής
Μέσα στο πιο αποτρόπαιου τέλους τον κρότο
Στο μαύρο αδιέξοδο στην άβυσσο του νου

Να που έπρεπε την καρδιά σου κομμάτια να ’βλεπα
Κάτω από ’να ξεθωριασμένο πράσινο κοστούμι
Τυπικό και άψογο σ’ ένα λευκό τραπεζομάντιλο σκυμμένο

Πέρασαν τόσα χρόνια πέρασε ο καιρός
Πλυμένο κίτρινο παλιό το φως
Έπεφτε πάνω σου σαν τίποτα και σαν ανυπαρξία

2.

Να φανείς έτσι έπρεπε μες στου φωτός την αγκαθένια δάφνη
Σιωπηλός στου εαυτού σου το νεκρόδειπνο
Πετώντας απ’ τ’ άρρωστο κορμί
Σαν πατημένο ρόδο την καρδιά σου χάμου
Κι αφού την ξόδεψες την πιο τελευταία σου πλάνη
Το στρεβλωμένο αίμα σου στα μάτια μου ένιωσα
Να με τραβά και να με παίρνει
Πάμε μ’ είπες πάμε μες στη νεκρή
Την έρημη σταματημένη επαρχία να βαδίσουμε

.

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΚΥΚΛΩΠΑ/ CANCERPOEMS (1977)

[Ενότητα Cancerpoems]

ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΟΣ ΣΚΟΡΠΙΟΣ

Έγινε βράδυ πάλι

Ποίημα του δωματίου
Κατοικίδιος σκορπιός κατεβαίνει απ’ το ταβάνι
Και πρέπει να μείνουν λίγες ώρες μαζί
Σ’ αυτό το τοπίο μόνο κι επιληπτικό
Απ’ τη λυπημένη σπατάλη μιας σκέψης

Μια Σαχάρα από καθρέφτες
Όπου εγώ και ο θάνατος
Συναντιόμαστε κάθε μέρα σχεδόν
Με τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις
Τις ίδιες νύχτες
Βλέποντας κι απόψε
Αυτό το ζαχαρί ζευγάρι
Με μια σκόρπια διάθεση
Απ’ το καπνισμένο μάτι
Λέξεων μόνον καθώς επιπλέουνε στο ποίημα
Ή με τη σίγουρη σημασία ενός σκορπιού
Να πλέει σ’ αυτό το κουβαριασμένο
Στο πάτωμα ζευγάρι κάλτσες

Για τι πράγμα Τι τέλος
Γιατί μιλώ όχι από μένα
Δε διατείνομαι τίποτα ούτε και διαθέτω
Ελάχιστα πράγματα βλέπω

Κάθε λίγο και κάτι χαλάει
Οι σωλήνες οι φλέβες ο ύπνος οι λάμπες

Γιατί έχω ένα μάτι γεμάτο καπνούς Άδειο

Αυτό να φωτογραφίσεις
Μα δεν μπόρεσες ούτε καν να στραφείς
Προς τα κει που αυτό καταστρέφεται

Γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω
Ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο
Πεταμένος σε τούτο το γήινο τοπίο του ’77
Θυμάμαι πότε πότε διάφορα πράγματα
Απορώ με διάφορα πράγματα

Τι κάνουν τα ρούχα της πεθαμένης
Μετά που φεύγει
Τι κάνουν τις λέξεις του ποιητή
Μετά που μένει

Γιατί τελείωσα σήμερα το προηγούμενο ποίημα
Με μιαν αμνησία γύρω από τις λέξεις
Πού γράψαν τις λέξεις μου

Γιατί τέλειωσα

Αυτή ’ναι η Σαχάρα
Με τους σκορπιούς της επάνω μου
Πάνω στην πλάτη μου
Στην πλάτη της πλάνης
Σ’ όλα τα πλάτη

Η γεωγραφία μ’ άρεζε κάποτε
Όμως τώρα τόσο χαμένες
Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου
Σε μια δίνη.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ

Αρχίζω να συνηθίζω αυτήν τη φωτογραφία που με κοιτά
Αρχίζω να συνηθίζω το μονάχο το μαύρο το πράγμα
Το νυχτωμένο που στράβωσε μέσα μου

Μια μέρα βούτηξα τον εαυτό μου μέσα στο αίμα του
Άνοιξ’ η μέρα μαύρη ομπρέλα
Κατέβαινε ως την κόλαση

Ο ανεμιστήρας έπαιξε τα μαλλιά μου
Το πικ απ’ το κομμένο κεφάλι μου

Έπειτα η φωνή μου ένα σκουριασμένο σύρμα

Τότε πέσανε από πάνω μου κάτι παιδικές πανάρχαιες μέρες

Ο λασπωμένος δρόμος δίχως το τέρμα
Το φάντασμα λεωφορείο
Το μουσείο ακορντεόν

Τότε είδα πως πάντοτε ήτανε νύχτα
Όπως όταν κάποτε ήτανε μέρα
Μ’ ένα κορδόνι
Κλείσαν κι οι φωτογραφίες των πάγων
Λίγο λίγο το αίμα μου μουσκεύοντας τον εγκέφαλο του τρελού
Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

[Ενότητα Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα]
ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΠΟ ΑΛΚΟΟΛ

Αμαρτία της ποίησης
Νευρική ακτινογραφία ψυχή

Βλέμμα λείψανο μέσα σ’ ένα βόρειο σέλας
Και το παλιό λιμάνι όπου λιμνάζω

Τίποτα να με κοιτάζει τώρα που γράφω
Ζω φανταστικά
Γυρνώντας το κουμπί στα μακρά
Για λίγη Πλαθ
Μουσική από αλκοόλ
Άσπρη σάρκα της σιωπής
Μέρες

Που με γυρίζουνε στο ψέμα
Και σ’ άλλες μέρες
Που δεν έχω τίποτα να κοιτάξω

Ταξιδεύουμε στον σωλήνα αυτό
Κλινική ησυχία
Χιονίζει συνέχεια αίμα

Το πρόσωπό μου σκεπασμένο
Κομμένα χέρια

ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΑΡΒΟΥΝΟΥ

Μέρες στενά παπούτσια
Σπίτι του κάρβουνου
καθώς απ’ τ’ ανοιγμένο δέρμα
Έπεσαν όλοι στο κενό

Ελαστικοί και αδιάφοροι
Που θα μπορούσες να ζεις ήσυχα
Μ’ ό,τι δε σ’ αφορά πια
Μες στο κενό του μηδενός

Κομμάτι από συνήθεια

Άσκηση του ζώου μες στο μάτι

Πιο σκοτεινά στο σκοτάδι

Και στο χαρτί
Μελανό μοναχικό χαρακίρι
Το σεληνιακό τοπίο
Να χαρακώνει και να σφίγγει το σαλόνι

.

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΕΛΠΗΝΟΡΑ (1984)

ΦΥΛΑΚΑΣ ΕΡΕΙΠΙΩΝ

Μέρες σέρνοντας πίσω τους
Άδεια περίεργα αντικείμενα

Ώστε να ζεις πάλι με πράγματα
Απ’ όπου κάποτε αναχώρησες για πάντα

Βρόμικα παγωμένα νερά
Σκόνη νεκρών αετών βαθιά
Σε τεράστια κοιμισμένα κτίρια
Το απαγχονισμένο τοπίο κι η φρίκη του
Με τους τέσσερις τοίχους του ορίζοντα
Να κλείνει το πρωινό
Γκρίζα κηλίδα μέσα στο μάτι σου

Ν’ ανοίγει το καφενείο πληγή
Για να μοιράσεις ξανά τα χαρτιά σου
Στο τίποτα
Αδόλφε παλιέ αδελφέ του Θανάτου
Σε μαγαζί στη στοά
Στο πάτωμα πριονίδια
Και μια μαύρη γριά
Μ’ έναν αργό μπόγο μοναξιάς
Σε μια δίχως τέλος κι αρχή
Τρίτης Κατηγορίας ιστορία
Όπου εσύ πεθαμένος θαμώνας
Ξύνεις τα μολύβια σου
Ξύνεις τα χρόνια σου
Ξύνεις τον εγκέφαλο
Όλων αυτών των τρελών
Να δεις αν μπορούν να ξεχωρίζουν
Μερικά βασικά χρώματα

Ίσως να γράψεις το αριστούργημά σου
Σ’ ένα κοσμικό ψυχιατρείο
Να κοιτάς συνέχεια το χειμώνα

Βέβαια καθόλου παράξενο
Αφού σε τόσες περιπτώσεις
Μ’ αυτό τ’ αφηνιασμένο
Απ’ την αιμορραγία αίμα σου
Κατορθώνεις την πτώση
Έτσι
Που με τα μάτια σου της νυχτερίδας
Ακουμπάς το σκοτάδι
Και με τα δάχτυλά σου της νυχτερίδας
Περπατάς πετάς
Μέσα στις φέτες του καλοριφέρ
Που τόσα καλοκαίρια έχεις φωλιάσει

Νιώθεις έτσι τον κρότο της νύχτας
Ήσυχη μες στα έπιπλα πλήξη
Εσύ που θα φύγεις
Με τα πρώτα σκουπίδια
Τ’ αποτσίγαρα τ’ άδεια μπουκάλια
Τα ξεραμένα λουλούδια
Φύλακας ερειπίων
Βαλμένος κι εσύ σε μια νάιλον σακούλα
Με μια υποψία πως κλέφτες θα έρθουν
Γι’ αυτά τα λείψανα έστω
Κι αυτό το μακρύ
Κίτρινο χαλασμένο
Δόντι του ήλιου

ΠΙΛΑΤΟΙ

Δεν είμαι παρά απ’ αυτό μόνο που έρχομαι
Κάθε μέρα υπάρχοντας σε κάτι το άλλο

Αυτό που δε θα γίνω ποτέ

Απ’ αυτό είναι που είμαι φτιαγμένος
Απ’ αυτό κι έναν τρόμο

Κι είναι
Σα να ’χεις ταχυδρομηθεί στο διάστημα
Ένα φτωχό ανόητο μήνυμα
Σκουριασμένος ύπνος
Με τον προβολέα των θέλω
Που διαλύει τα μέταλλα
Γαντζώνει την αγωνία στο μυαλό

Μια πληγή δίπλα σου να την αγγίζεις
Ανάμεσα στα χόρτα και τα τροχοφόρα
Στο αλκοολικό δωμάτιο
Και τα φτηνά βγαλμένα εσώρουχα
Και να παίρνεσαι
Από μαγικά χαμένα ονόματα
Μες σ’ έναν ουρανό γεμάτο τζιν
Με τους αγγέλους του
Να μασουλάν αστέρια

Σύμπαν της κίτρινης σκονισμένης λάμπας
Τώρα που μου χορεύουν
Τώρα που μου φεύγουν
Ο κύριος Ίβνινγκ
Η Εσμεράλδα ο Κουασιμόδος

Τώρα π’ ανοίγουν
Οι τελευταίες καταπακτές

Βγάζοντας νάνους
Κι ηλίθιους κι ουδέτερους

Καθένας τους κι ένας Πιλάτος

Όλοι τους μαχαίρια
Σαπούνια κι αποσμητικά
Ενώ εγώ περπατώ και θυμάμαι
Παρακολουθώ πάντα
Απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο
Τον εαυτό μου
Δεν κοιμάμαι.

.

ΦΥΛΑΚΑΣ ΕΡΕΙΠΙΩΝ (1991)

Συγκεντρωτική έκδοση

ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Τώρα μες απ’ τον ύπνο σου μπορώ να σου δώσω
Τόσες πορείες και τόσες διαφυγές
Πλάθοντας κατά βούληση τα στοιχεία σου
Χαράζοντας γραμμές πλεύσεως που ποτέ σου δε γνώρισες
Γιατί δεν αντιλαμβάνεσαι τίποτα
Τυλιγμένη σε μιαν επιφάνεια
Λαξευμένη στο ύψος σου
Κάτω από ενδύματα που κυματίζουν μεσίστια

Ίσως σου λείπουνε οι καθρέφτες
Ίσως να μην αντίκρισες τα πολλαπλά νοήματα των ματιών
Αλληλένδετα με το είναι σου
Θα κράτησες όμως παιδί σε κάποια περασμένη εκδρομή
Μες στις παλάμες σου μια πεταλούδα
Έπειτα θα την άφησες με μιαν ευτυχία στα μάτια
Και τα δάχτυλα γεμάτα χρυσόσκονη
Θα σφύριζε αργά η αναχώρηση
Και θα ‘χες ψήγματα στις παλάμες τρέχοντας για τη στοίχιση

Ψήγματα χρυσόσκονης που έχεις ακόμα

ΟΙ ΛΑΜΠΕΣ

Κάποιος γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες
Αγγίζει τις λάμπες με το χέρι του
Μια πεταλούδα σκύβει το κεφάλι της και φεύγει
Μες απ’ το κίτρινο χιόνι το κίτρινο μάτι
Γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες
Δεν έχει τόπο να σταθεί στο τρίξιμο του ξύλου
Καίουν οι λάμπες μ’ έν’ άλλο φως σβησμένο
Πίσω απ’ τα σακατεμένα δέντρα

Μια τραυματισμένη μέρα δένεται άσπρη
Γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες ψάχνει
Κάτι που ήτανε και δεν είναι
Κάπου εδώ ήτανε και κάποιος άλλος
Τι έγινε και σβήσανε τα τόσα μας φώτα

Ήτανε εδώ ένα χρώμα σαν βιολέτα
Ριγμένο μες στην κάμαρά μας
Ήτανε εδώ ένα χρώμα σα βιολέτα
Που ζούσε μες στην κάμαρά μας

ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ

Τα μάτια σου
Πώς σκοτεινιάσαν έτσι τα μάτια σου

Πώς να σε κοιμίσω μέσα μου τούτη τη νύχτα
Που με γυρνά σε μια πλατιά ανάσα
Κάτω απ’ ώρες πιο μαλακές
Κι από γαλάζιες προσδοκίες
Εκεί μες στις ακροβασίες τόσων χελιδονιών

Πώς νύχτα μου να σε κοιμίσω
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Πού να σας κοιμίσω σκοτεινά μάτια της αγάπης
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Τώρα που πλησιάζουν οι τυμβωρύχοι

[Από τα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Υπήρξα ίσως στο παρελθόν ίσως πάλι να μην υπήρξα
Να ’μαι το δημιούργημα μιας ιστορίας φανταστικής
Αφού τίποτα δεν ορίζω δεν ξέρω
Μόνον ορίζομαι περιορίζομαι απ’ ομορφιά και θάνατο
Πέφτοντας απ’ ομορφιά σ’ άλλη ομορφιά
Από θάνατο σε θάνατο
Σηκώνοντας στα χέρια μου το κρανίο του κόσμου
Κύματα της πέτρας χρυσά κάτω απ’ το χειμωνιάτικο ήλιο
Στο στόμα του χρόνου ως την άκρη της ματιάς
Και το ξεψύχισμα μιας εποχής αργό τεφρό
Στο πρόσωπό μου

[27 του Νοέμβρη 1969]

ΑΤΙΤΛΟ

Ένιωθα το χρόνο να φεύγει
Πάνω απ’ τα πράγματα
Ξαφνικά έτσι
Όπως στεγνώνει κάτι το υγρό
Ξαφνικά έτσι ο χρόνος έφευγε
Τα πράγματα μέναν γυμνά πανάρχαια
Στεγνά όρθια και αμίλητα

(Τα κοίταζα τα ένιωθα
Πάντοτε έτσι)

[Οκτώβριος 1970]

.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΕΠΟΧΗΣ

Εκείνο το καλοκαίρι
Δαγκάνοντας με τους φλοίσβους του
Τα χείλια της άμμου
Ήρθε
Συναυλία κογχυλιών
Χορός οστράκων
Στην πίστα τής παλάμης σου
Ατέρμονη προσδοκία
Του μετώπου μου

Εκείνο το καλοκαίρι
Σταματημένη ηλικία
Ετοίμασε τη βαριά του σφραγίδα

περιοδικό «Εντευκτήριο» (2000)

ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΠΟΥΛΙ

Σαν κομμένες απ’ άλλον καιρό
Αυτές οι πλατείες οι δρόμοι
Άλλαξαν όλα τόσο
Το θυμάσαι
Δεν μπορείς παρά να θυμάσαι
Υπάρχουν πάντα τα λείψανα
Ανθρώπινες μνείες
Από χρόνια χαμόγελα
Σε ηλικίες σπασμένες
Κι αυτό το πανί της ομίχλης
Κι η λάσπη

Μόνο τα παιδιά δεν άλλαξαν
Τα παιδιά με πλαστικά παλτά
Σαν υγραμένη ζάχαρη
Εξασκούν τη νέα φωνή τους στην καθομιλουμένη
Ενώ η παλιά υπάρχει για σένα
Και για το πέτρινο πουλί
Να τη σφυρίζει

περιοδικό «Εντευκτήριο» (2000)

ΜΙΛΟΥΣΕ ΟΛΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ…

Μιλούσε όλο για μια γυναίκα
Χαμένη μέσα σ’ απέραντες πανεπιστημιακές αίθουσες
Με παγωμένους υαλοπίνακες
Για ένα όνομα που δεν ξανάκουσε πια
«Άλλωστε φίλε μου τι σημασία
Να ‘χει ένα τόσο κοινό όνομα
Τι σημασία»

Μετά την πτώση και πριν την άλλη πτώση
Μετά τον ένα θάνατο και πριν τον άλλο
Όταν οι μέρες λυγίζουν μία μία
Χωνεύονται γίνονται μνήμη
Και ίσκιοι μες στη μνήμη
Ανοίγουν κύκλο γύρω τα παράθυρα
Τραβιούνται άξαφνα στις άκρες οι κουρτίνες
«Προσπάθησε να δεις
Προσπάθησε επί τέλους
Κοίταξε όρισε προσδιόρισε»

«Ζωή μας αυτό που ποτέ μας δε ζήσαμε
Αυτό το κενό – η ζωή μας»

περιοδικό «Εντευκτήριο» (2003)

.

ΠΗΓΗ: http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8476.0

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *