ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

Ο Αντρέας Πολυκάρπου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1984, και από το 2004 ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Παντείου Πανεπιστημίου, Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού. Το 2011 ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του στις Διεθνείς Σχέσεις και τις Ευρωπαϊκές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Το 2008 και το 2010 βραβεύτηκε από την European Commission ως ο καλύτερος νέος, Κύπριος δημοσιογράφος και εκπροσώπησε τη χώρα του στους Πανευρωπαϊκούς Διαγωνισμούς της Σλοβενίας και της Κωνσταντινούπολης.. Το 2014 τιμήθηκε με το Β΄ Βραβείο Διηγήματος σε Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό. Ασχολείται με την έντυπη δημοσιογραφία, ενώ γράφει ποίηση και θέατρο.
Ποιήματα του και θεατρικά έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

(2019) Μυθιστορείν, Εκδόσεις Βακχικόν (Ποίηση))
(2016) The Descent According to John, Εκδόσεις Βακχικόν (Θεατρικό)
(2016) Απρόσωπα φαγιούμ, Εκδόσεις Βακχικόν (Ποίηση)
(2014) Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση, Εκδόσεις Βακχικόν (Πεζογραφία)
(2014) Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση, Εκδόσεις Βακχικόν (Πεζογραφία)
(2013) Απρόσωπα Φαγιούμ, Άπαρσις (Ποίηση)

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2018) Ανθολογία νέων Κυπρίων Ποιητών, Εκδόσεις Βακχικόν
(2018) Με το π της ποίησης, ΑΩ Εκδόσεις
(2016) Ποιητικές συνARTήσεις 2016, Άπαρσις

.

.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΕΙΝ (2019)

ΟΙ ΧΡΗΣΜΟΙ ΤΟΥ ΤΕΙΡΕΣΙΑ

Οι ραψωδίες του ποιητή
στη Νέκυια με φέρουν.
Τα προχριστιανικά σπέρνω κόλλυβα
και με κρασί μεθάω τον Τειρεσία.

Κάποιοι μού μήνυσαν για το νεκρομαντείο.
Πριν αυτό σπαρθεί με καρπούς
μια σκιά ρουφούσε τα πουλιά.
Η αιώνια αυτή κατάρα.

Ίσως, στις αχαρτογράφητες
των Πλουτώνιων σπηλιές
να ξαλαφρώσει η ψυχή μου
και της Ιθάκης το δρόμο να βρω.

Διψασμένος από το χοντρό αλάτι
των τριμμένων οστών σου
κόρεσα το μένος μου
με της Στυγός το νερό.

Κρυμμένοι στις αργίλλες σας
στο απόκρυφο μαντείο
προσμένετε τα τάματα
μα ο Τειρεσίας σωπαίνει.

Είδε το πυρωμένο φως
της ερμαφρόδιτης ύπαρξης.
Γι’ αυτόν δεν υπήρξαν Αργοναύτες.
Αυτοί τώρα πλαγιάζουν με τις Άρπυιες.

Τα τυφλωμένα μάτια
τον ήλιο ανάστροφα βλέπουν.
Στον ετερόφωτο δίσκο
σκαλίστηκαν τα βέλη της σαπφίζουσας Θεάς

Το χρησμό δεν ψελλίσατε σωστά.
Και να που τώρα ο βασιλιάς
επάνω σας ξεσπάει το φως του.
Ποια νύχτα θα σας σώσει;

Του Αγρίππα τα χέρια
του υλοτόμου των μύθων
φλοίδες κάνουν τους χρησμούς σας.
Αυτό σας έλαχε.

Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΕΝΔΥΜΙΩΝΑ

Στη μεμβράνη των ματιών
στίχους μού γράφει ο Μορφέας.
Καθώς αναπαύω την ψυχή μου
αυτός μορφές υφαίνει.

Παραβάν τα μάτια μου είναι.
Ολόκληρη η ίριδα ένα θέατρο σκιών.
Ο νους θεατής παραμένει
απολαμβάνοντας το θίασο.

Κλείνω τα μάτια
δοξασίες να διαβάσω
στην αιμάτινη μεμβράνη
του παρθενικού υμένα της όρασης.

Του Θανάτου αδελφέ
μονάκριβο του μνήματος ταίρι
τη μορφή του αδελφού σου
πλέξε στην ψυχή μου.

Ποια όνειρα υφαίνουν τον ύπνο σου Ενδυμίωνα;
Στης Σελήνης παραδόθηκες τον έρωτα.
Αθάνατε του Αέθλιου γιε
κοιμήσου στο μαστό της Καλύκης.

Την ομορφιά σου πάγωσε το ετερόφωτο άστρο.
Ποια όνειρα σού ξυπνούν τη ζωή;
Αυτήν που έχασες στο αιώνιο κρεβάτι.
Για προσκεφάλι σου έχεις το σκοτάδι.

Φωτεινό κιβούρι η σελήνη.
Τη νιότη σου συλλέγει ο Μορφέας.
Νυχτολούλουδα του Επιτάφιου το ενδιαίτημα.
Το θάνατο έχεις για ύπνο.

Μια φωτογραφία σε κιτρινισμένο χαρτί.
Ό,τι απέμεινε ατόφιο
στα καψαλισμένα από την αλμύρα μάτια.
Από πάνω σκεπάζουν οι στάκτες του ήλιου.

Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Απόρησαν οι Ρωμαίοι
όταν οι Καππαδόκες
δοτό ζήτησαν βασιλέα
ανίκανοι απ’ το γένος τους να βρουν.

Τόσα χρόνια βασιλείς
της ένδοξης ιστορίας
πρέσβευαν την κλεισθένια δημοκρατία
προτού εκστρατεύσουν στη Σικελία.

Τώρα τους δυτικόστροφους ασπάζονται
τρανούς, ρασοφόρους ηγέτες.
Η συμμαχία κατέρρευσε.
Απομεινάρια απέμειναν της Δήλου.

Στην εκκλησία του Δήμου
ενθρονίστηκε ο Αλκιβιάδης.
Μελίρρυτοι οι λόγοι του Δημοσθένη
ειπώθηκαν γι’ αυτόν.

Μαγαρισμένος, ακρωτηριασμένος ο Ερμής
κοιτάει τα ακέφαλά του αγάλματα.
Ο λιμός αυτός που ξέσπασε
θανάτωσε το Σάλωνα.

Τα μαντεία δια νόμου σώπασαν.
Οι χρησμοί της Πυθίας σίγησαν.
Προσφύγεψαν οι Θεοί
τους νόμους μας σαν είδαν.

Ο Αριοβαρζάνης, ο τελευταίος του γένους βασιλιάς,
παρέδωσε τα σκήπτρα του.
Εν μία νυχτί, η λεχώνα της δημοκρατίας
σε τυραννία μετετράπη

Ο ΘΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΟΝΟΣΑΝΔΑΛΟΥ/ 15η ΙΟΥΛΙΟΥ

Γοργό το βήμα του Πελία τον οδηγεί στο θρόνο.
«Φυλάξου από το μονοσάνδαλο» διεμήνυσε ο χρησμός.
Τον γαλούχησε, βλέπεις, ο ζωόμορφος Χείρωνας με τα ζωώδη ένστικτα.
Το βασίλειό του θα παραλάβει του Αίολου ο απόγονος.

Γοργό το βήμα μου ακολουθεί τον ίσκιο της σημαίας.
Το ήξερα. Ήμουνα σίγουρος ότι κάτω από τον ίσκιο της θα αναπαυόσασταν.
Άλλο χώμα πέρα από το ελληνικό
δεν μπορούσαν να βαστάξουν τα διάτρητα σώματά σας,
τα ξασπρισμένα οστά σας με τη ρετσινιά του Πελία.

Το θρόνο, πρόσκαιρα, σφετεριστήκατε του μονοσάνδαλου.
«Ο Μακάριος είναι νεκρός».
Τον έστησαν στο απόσπασμα του γαλάζιου ορμητηρίου.
Εφονεύθη την 15η Ιουλίου ανάμεσα σε τόσους άλλους.
Άγνωστος. Χωρίς ταυτότητα, χωρίς πατρίδα.
Σαν ένα σύμβολο που παρήκμασε.
Η δημοκρατία χωλαίνει στην ιδέα της Ένωσης.
Όπως τότε που η ιδέα αυτή μάτωσε κάτω από το βάρος της αγχόνης
και πυρπολήθηκε στα καρβουνιασμένα κρησφύγετα.
Τότε που ανέβαινε με πόδια γυμνά σε κακοτράχαλα βουνά
φωνάζοντας τον καημό των γερμένων κεφαλιών, της αλλοτινής νιότης.

«Ελληνικέ λαέ η φωνή που ακούς είναι γνώριμη».
Ο μονοσάνδαλος επέστρεψε φέροντας, όμως, την κατάρα του Αιήτη.
Το χρυσόμαλλο δεν τον σκέπαζε δέρας.
Μόνο τον Πενταδάκτυλο σκέπασαν για πάντα οι βόστρυχοι της Μήδειας·
Φέροντες όλο το αίμα και τον ιδρώτα των πυρωμένων ιδεολόγων
που δεν λησμόνησαν, που δεν θέλησαν να ξεχάσουν την αιτία της αγχόνης
Τόσοι άνθρωποι, μια χούφτα ιερά οστά, για μια ιδέα.
Τόσα κρησφύγετα στοιχειωμένα από την ανακολουθία της συνείδησης
που ακολούθησε.
Τόσα νεόκοπα κορμιά ρημαγμένα στα οδοστρώματα
της κραταιάς αυτοκρατορίας.

Απέναντι σας μια σειρά από κυπαρίσσια.
Χωρίζουν τις συνειδήσεις σας με των άλλων νεκρών τα όνειρα.
Ακολούθησα και πάλι τη σημαία.
Όχι τη γαλανόλευκη. Όχι.
Αυτή μόνο τη λευκή, που μας την επέβαλαν.
Αυτήν που αποδέχτηκαν οι επιζώντες ιδεολόγοι.
Εις μάτην. Αυτή θα ήταν και η αιτία του μετέπειτα χαμού, της αδελφοκτονίας.
Εμείς τη γαλανόλευκη μάθαμε να προσκυνάμε.
Αυτήν αναμασούσαμε στο στόμα και με την ιστορία της τρεφόμασταν.
Την άλλη δεν την ξέραμε. Δεν θελήσαμε ποτέ να τη μάθουμε.
Γύρω της περιφράξαμε τις συνειδήσεις μας και υψώσαμε τείχη.
Κι εδώ ο Μακάριος εξακολουθεί να είναι νεκρός.
Φονευμένοι κι εσείς την 15η Ιουλίου από τα χέρια των ομοαίματών σας.

Ανάμεσα στις ταφικές κλίνες κι ένας άγνωστος.
«Άγνωστος στρατιώτης». Εφονεύθη την 15η Ιουλίου από κάποιον αδελφό.
Ποιος να ξέρει; Φονευμένος ανάμεσα σε τόσους άλλους.
Τουλάχιστον εσύ είχες ένα τάφο να ξαποστάσεις. Ένα σταυρό για προσκεφάλι.
Μια μάνα να σε κλάψει με μια ασπρόμαυρη στα χέρια φωτογραφία.
Άγνωστος, αταυτοποίητος και άπατρις.
Σαν ένα σύμβολο που δεν θα παρακμάσει ποτέ,
αν ένα στοιχειό που θα πλανιέται στην άταφη ιστορία.

ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΑΣ ΘΑΨΟΥΜΕ

Στους 1619 -πια νεκρούς- αγνοουμένους

Τώρα μπορούμε να σας θάψουμε.
Να ξεχορταριάσουμε τους ομαδικούς τάφους,
να φυτέψουμε κυπαρίσσια γύρω από το μνήμα,
να ανάψουμε με λάδι το μικρό καντήλι
και να αφήσουμε μωβ στεφάνια στο ασπρισμένο μάρμαρο.
Τώρα η μάνα σας μπορεί να φτιάξει σταρένια κόλλυβα
και να φιλήσει το χέρι του παπά έπειτα από το τρισάγιο.
Οι συγγενείς μπορούν από νωρίς να μαζευτούν στην εκκλησία.
Όλοι ντυμένοι στα μαύρα.
Ακόμα κι αυτοί που δεν σας γνώρισαν θα μαυροφορεθούν
και θα κρατάνε ένα μαντήλι στο χέρι.
Όχι για τα δάκρυα. Παρά μόνο για τη ζέστη. Για το καμίνι του πολέμου.
Μεσόγειος.
Ώρα μεσημεριού- κοντά απόγευμα- κι εσείς να βαδίζετε πομπή για το απόσπασμα.
Αυτό που κρύφτηκε περίτεχνα κάτω από τα λιόδεντρα και τους κέδρους
που ποτίζονταν από το γλυφό νερό.
Μεσόγειος.
Ώρα δειλινού- κοντά βράδυ- κι εσείς να κρύβεστε ματωμένοι στο χώμα.
Κουραστήκατε και αφεθήκατε στο θάνατο να ξαποστάσετε.
Η ανοιχτή παλάμη καλύπτει την αιμορραγούσα πληγή.
Τόσες σφήκες από τη ζεστή κάννη
και καμία δεν τραυμάτισε τις συνειδήσεις μας.
Ζυμώθηκαν μέσα στο αίμα και τη σάρκα μας
με τα ακανθώδη κεντριά τους.
Τώρα σας θάβουμε, τώρα που έλιωσε το κορμί και ξεχαρβαλώθηκε
η ανθρωπιά μας.
Τι να το κάνεις τώρα πια το πένθος;
Σάπισε, ρήμαξε κι αυτό κάτω από το κατεχόμενο χώμα μαζί με τους πόνους σας
Κουβαλούσατε μαζί σας τη θάλασσα,
το δροσερό αέρα, τη γλάστρα με το βασιλικό και τα γιασεμιά
Δικά σας κι αυτά κτερίσματα.

Τριάντα χρόνια κράτησε η σφαγή.
Κι άλλα σαράντα η θλίψη κι ο καημός.
Εγκλήματα διεπράχθησαν πολλά.
Τι να πρωτοθυμηθώ;
Το χαμό της Μιλήτου, τη λεηλασία στις Αχαρνές, τα κορμιά στον Καιάδα,
το κύκνειο άσμα στη Σικελία, την προδοσία στους Πέρσες,
τη χαμένη μας τιμή και την ξεγραμμένη πια δημοκρατία;
Τριάντα χρόνια να κουβαλάμε κορμιά πάνω στις ασπίδες.
Με τις Αθηναίες να αναθεματίζουν τους Λακεδαιμόνιους για το χαμό
και τις Σπαρτιάτισσες να στεγνώνουν τις ανοιγμένες των νεκρών πληγές
με τον πορφυρό μανδύα.
Σε Αμφικτιονίες στείλαμε ειρηνευτές
μα αυτοί είχαν τα αυτιά τους βουλωμένα.
Τα ιερά μόνο να προστατευτούν.
Οι βωμοί, οι διαπομπευμένες Ιέρειες και των Θεών να διαφυλαχτούν
τα τάματα.
Τα ταλαιπωρημένα δεν τους ένοιαζαν κορμιά, τα τσακισμένα κόκκαλα,
οι δυστυχισμένοι και οι εγκλωβισμένοι στων πόλεων τα τείχη.
Όλοι αυτοί που το δέρμα τους αφυδατωμένο παραδιδόταν στο λοιμό.
Τριάντα χρόνια αδελφοκτόνοι μετράγαμε τα πάθη μας.
Κι ούτε ένας Περικλής, ούτε ένας Λεωνίδας δεν θέλησε να θέσει τέρμα,
Κανείς δεν έβλεπε των Περσών τα καράβια να αγκυροβολούν στους λιμένες,
Κανείς δεν άκουσε το Σόλωνα, του Ανάχαρση το φίλο, να εξυμνεί την ειρήνη,
Αυτός ήταν των Σκυθών, λέγανε, φίλος.
Κάποιοι Αθηναίοι τον φώναξαν προδότη
καθώς τις σάρκες διαμέλιζαν των ομοαίματών τους.
χαμένα κορμιά μυρωμένα με δάκρυα και ροδόνερο.
Τριάντα χρόνια αφημένοι στον αλληλοσπαραγμό
παραδώσαμε τις πόλεις μας στους Πέρσες.
Εμείς χτικιάσαμε και ξερνάμε βρωμερό αίμα.
Κάθε καλοκαίρι θα ακούμε τις σειρήνες και το χτικιό θα δυναμώνει.
Μην μας κοιτάτε.
Τα μάτια σας μας πονάνε και γδέρνουν τα σκληρά πετσιά μας.
Τι θέλατε να κάνουμε;
Να σας θυμόμαστε και να περνάει η ζωή μας χαμένη;
Το συνάλλαγμα, οι τράπεζες, οι αλγόριθμοι.
Αυτή είναι η πραγματικότητά μας.
Εσείς είστε φωνή από το παρελθόν.
Φωνή εκκωφαντική που βγαίνει μέσα από τα σπασμένα δόντια
και τα ξεραμένα χείλια.
Δεν χωράτε πια στην ύλη της εκπαίδευσης,
ούτε στα γράμματα της εύρυθμής μας γλώσσας.
Παρατάτε μας ήσυχους. Παρατάτε μας στο χτικιό μας.
Σ’ αυτήν την αρρώστια που τρώει το κορμί
και κάνει τις πληγές να αναβλύζουν βλέννα και πύο.
Μην μας κοιτάτε.
Επιστρέψτε πίσω στους ομαδικούς τάφους.
Εκεί σας συνηθίσαμε.
Να σας γράφουμε ποιήματα, να σας άδουμε στα τραγούδια μας,
να σας θυμόμαστε στις βεράντες τα πρωινά του καλοκαιριού
και να ακούμε για σας στα δελτία των ειδήσεων, στα ετήσια αφιερώματα.
Μέχρις εκεί. Τίποτα παραπάνω.
Είμαστε ανήμποροι, ανάπηροι με μονοδιάστατη μνήμη.
Σας πενθήσαμε, σας κλάψαμε. Έφευγαν άνθρωποι με τον καημό σας.
Τι θέλετε άλλο;
Τα δάκρυα έχουν στερέψει.
Οι αυλές μας δεν έχουν βασιλικό και γιασεμί.
Η τριανταφυλλιά μαράθηκε.
Την ξεριζώσαμε και στη θέση της σταθμεύσαμε τα αμάξια μας.
Μαζί μας θα μολυνθείτε από το χτικιό.
Μια χούφτα κόλλυβα, μια σταγόνα λάδι, λίγο λιβάνι και ένας σταυρός.
Αυτά δυνάμεθα τώρα πια.

ΝΕΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

Περιφερόταν ώρες πολλές επί ματαίω
στους δρόμους της αγοράς και στη θάλασσα του Φαλήρου
με το πρόσωπό του σκυφτό
και το σώμα του γυρτό σχεδόν να αγγίζει τη γη.
Είχε δυο μάτια ξεπλυμένα από τα πρωτοβρόχια της ποίησης
μα στείρα τώρα πια ποτίζονταν από τις περασμένες ελπίδες.
Νέος -υπήρξε κάποτε φέρελπις- μα με τη φλόγα τώρα στα μάτια να σβήνει
και τα δάχτυλά του κυρτωμένα πια από το βάρος των στίχων.
Χέρια και δάχτυλα που τη γραφίδα μόνο γνώρισαν
και μια ψυχή που αποτύπωνε σε ξεθωριασμένους παπύρους
αυτά που οι άλλοι πετούσαν στα απορριμματοφόρα της συνείδησης.
Έψαχνε από τα σκοτάδια του Άδη να σύρει στο φως τη δική του Ευρυδίκη
μα πάντοτε οι Μαινάδες θα τον τεμάχιζαν
και η λύρα του θα επέπλεε σε βρωμερά, λιμνάζοντα νερά.
Ποτέ δεν άκουσε τον έπαινο στις συναθροίσεις όπου αγόρευαν οι ρήτορες
και ουδέποτε οι στίχοι του χαράχτηκαν σε χρυσόδετα κιτάπια.
Στις αμφικτυονίες δεν γνώριζαν τους λόγους του για τα ιερά και τα θεία.
Τι κι αν πολλές ήσαν οι φορές που εξύμνησε της φυλής του το μεγαλείο
και με την τέχνη της ποίησής του πανηγυρικούς έγραψε λόγους
κανείς δεν ενέσκηψε στα γραπτά του.
Αυτοί μόνο τον Πίνδαρο γνώριζαν, τον Όμηρο και τη Σαπφώ
και στεφάνωναν με τους κλάδους της υστεροφημίας
αυτούς που ούρλιαζαν στις αγορές
κι ας μην είχαν κάτι να πουν
παρά μόνο κάτι ακαλαίσθητους και τετριμμένους στίχους
γεμάτους ναρκισσισμό και φωνήεντα.
Αυτός ζούσε αθόρυβα.
Τη φωνή του ελάχιστοι την είχαν ακούσει.
Σε Δελφικούς δεν τον κάλεσαν της ποίησης αγώνες
και σε λαμπρές δεν συμπεριλήφθηκε το όνομά του ανθολογίες.
Πάντα περνούσε απρόσωπος και αταυτοποίητος.
Στα γυμνάσια καθόταν απόμακρα σε σκιερές γωνιές
για να θαυμάσει αθόρυβα το κάλλος των σωμάτων.
Εραστής δεν υπήρξε καμιάς εταίρας και κανενός γραμματιζούμενου κίναιδου.
Συνήθιζε να ζει άηχα κλεισμένος στην κάμαρά του.
Σε ένα μικρό δωμάτιο που, όμως, περίσσευε το φως
και η θάλασσα έφτανε στο μονό κρεβάτι του
φέρνοντας όστρακα σπάνια, καβούρια και ψάρια που μιλούσαν.
Εκεί άφηνε το σώμα του να δοθεί στους ερωτικούς αναστεναγμούς των Μουσών.
Τι κι αν στην πόλη δεν θα τον στεφανώσουν ποτέ
αυτός είναι των Μουσών ο εραστής
και στον ίσκιο των στίχων του αφήνονται να του δοθούν ερωτικά.

.

ΑΠΡΟΣΩΠΑ ΦΑΓΙΟΥΜ (2016)

ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ

Τρυγάω τα μάτια σου,
κρασί από τα αμπέλια των ονείρων.
Ο αέρας φέρνει το άρωμά σου.
Αναπαύομαι στη φυλλωσιά που σκεπάζει τη θάλασσα

Τα κύματα σε φέρνουν κοντά μου.
Αγγίζεις τα γυμνά πόδια μου,
δροσίζεις το στέρνο μου
με την ανάσα σου.

Στο στόμα μου κρασί
από τη γερασμένη κληματαριά.
Αυτή που αναρριχήθηκε στο σώμα σου
να σκεπάσει τη γύμνια σου.

Τα λιθόστρωτα δρομάκια
αποτυπώνουν τα βήματά σου.
Τα ακολουθώ με τα γυμνά μου πόδια
μπλεγμένα στα φύκια.

Αναζητώ τα μάτια σου.
Το γυμνό κατάλευκο σώμα σου.
Με τις χορδές της ψυχής μου
μελοποιώ τη φωνή σου.

ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΙ

Καθένας σας κι ένας θίασος.
Με τα σκηνικά του,
με τα σύμβολά του.
Ωδές σε βάρβαρη λαλιά.

Καθένας σας κι ένας περαστικός.
Σαν το τσίρκο με τα μαγικά.
Τείχη, ναοί, ανάκτορα. Όλα θαύματα.
Μιας άλλης, όμως, ανθρωπότητας.

Τη θάλασσα ποιος θα φυράνει;
Καθένας σας κι ένας υλοτόμος ψυχών.
Εμάς ποιος θα μας νοθεύσει;
Περαστικοί είστε θίασοι.

Ποιος να σπείρει τη θάλασσα μπορεί;
Το αλμυρό νερό σε κερήθρα να βάλει;
Ο κάμπος με τα στάχυα
κρύβει κοχύλια ανάμεσα στις πέτρες.

Στην άμμο κρυμμένοι γλάροι
αναμασούν τους χρυσούς κόκκους της.
Αποδημούν τα ηλιοστάσια
σε τόπους που ανθίζουν λεμονανθοί.

Ήρθατε κι εσείς εξ’ ανατολάς.
Ο θίασος που έμεινε,
που τύλιξε τη σκηνή
με το ξενικό συρματόπλεγμα.

Στη ράχη του Ακρίτα
το στίγμα του θιάσου.
Στα ρηχά της ιστορίας
έριξε άγκυρα το περιπλανώμενο καραβάνι.

Ελληνικοί διθύραμβοι σε ξενόφερτα σκηνικά.
Κανείς δεν θα μας αλλάξει.
Τα σκηνικά τους μαζεύουν
και τα πολύχρωμά τους πανιά.

Μια σκηνή γυμνή.
Λουσμένη στη θάλασσα.
Απέναντι το σύμπαν μας,
γεμάτο με γαλάζιο φως.

ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ

Σε πείσμα της εγκατάλειψης ανθίζεις.
Λευκές νιφάδες του καλοκαιριού.
Στις ρίζες σου χωλαίνει η ζωή που πέρασε.
Αυτή που απομακρύνουν τα βήματά της.

Απ’ τις σκιές που διαβαίνουν
καμία να ανασάνει δεν μπορεί.
Τυφλές το δρόμο περνούν.
Ακολουθούν των χαλασμάτων την εικόνα.

Φυτρώνει το γιασεμί στους τοίχους
κι ανθίζουν πέτρες,
βαριές καμπάνες της μοναξιάς
στο διψασμένο φύλλωμα.

Ανθίζεις κι απέναντι σου ο θάνατος.
Κάθε διαβάτης κι ένας σιωπηλός κριτής.
Οδεύει το θέρος στο τέλος.
Ο ήλιος βυθίζεται στις ρίζες σου.

ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ

Αυτή η βροχή
του δακρυσμένου θεού
θα ξεπλύνει το αίμα
που στέγνωσε στο χώμα.

Θα καθαρίσει τη λεπίδα
που θέρισε το κεφάλι
σκορπώντας τα σύμβολα της ζωής
στην απριλιάτικη γη.

Το φως της Δήλου
θα ανατείλει εκ δυσμάς.
Κανένα σύννεφο δεν το κρύβει.
Το ίδιο είναι ένα νέφος.

Το παρατημένο σώμα
των ξεχασμένων νεκρών
ξεψυχά στην άσφαλτο της συνείδησης.
Μια τελευταία ανάσα αίματος.

Το μητρικό γάλα
γίνεται αίμα στο στόμα.
Τα μισάνοιχτα μάτια
όλη φέρουν τη σύντομη ζωή.

ΟΙ ΤΟΙΧΟΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ

Αυτούς τους τοίχους
δεν τους πρέπει άλλη λέξη.
Συνθήματα τούς χάραξαν πολλά.
Μα μάτωσε το δέρμα τους.

Αυτή η λέξη τούς πρέπει.
Την κουβαλούσε ο Κίμωνας.
Το μαντείο, του Τεύκρου
έδεσε τα χέρια με χρησμό.

Τα υγρά του Αγαπήνορα βήματα
μονοπάτι για την Κυπρίδα.
Αυτή η λέξη
ήταν των Αρκάδων ο βωμός.

Στα κοχύλια τη σμίλεψε
με την ουρά του ο Ποσειδώνας.
Του Ομήρου η Μούσα
την έπλεξε στις χορδές.

Γκρέμισαν τους τοίχους.
Γυμνοί οι δρόμοι, ανοχύρωτοι
τη λέξη ψιθυρίζουν στους διαβάτες.
Στον αέρα τη συλλαβίζουν.

Σαν αναρριχητικό της ιστορίας φυτό
αγκαλιάζει τους ασπρισμένους τοίχους.
Δεν την ξεπλένει η βροχή,
μόνο τα μάτια που δεν κοιτάνε πια.

ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ

Αυτήν την άνοιξη
τα χάσαμε τα χελιδόνια.
Πέταξαν μακριά μας
αλλού να χτίσουνε φωλιές.

Τα βάσανά μας
αλλοίωναν τα όνειρά τους.
Θεατρίνοι της ευλογίας
για πιο ζεστά φύγατε μέρη.

Αυτά τα χελιδόνια
δεν έφεραν την άνοιξη.
Με τα φτερά τους
σε τόπους άλλους την πήρανε.

Οι άψυχοί μας νόμοι
σκόρπισαν τη σπορά.
Κανένα αγιόκλημα δεν θέλησε
να σκύψει το κεφάλι στη νύχτα.

Σκέπασαν τα νέφη
προτού η βροχή να πέσει.
Τα σύννεφα του ουρανού
τον τόπο μας απομονώνουν.

Αυτήν την άνοιξη
δεν ήρθαν τα χελιδόνια.
Στο κρύο μας μάρμαρο
πού καιρός για ν’ ανθίσει το φως.

Η ΡΗΓΑΙΝΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΑΛΙΝΙΩΤΙΣΣΑΣ

Με τα μάτια μου
περιπλανιόμουνα στα τείχη
της βασιλεύουσας νήσου
αντικρίζοντας του Μπαϊρακτάρη τη σημαία.

Φωνή εξ ουρανού
τα χέρια μου έδεσε
με το χρησμό
του αρχαίου Δραγουμάνου.

Περιπλανιόμουνα στον αιθέρα
όταν της Χρυσαλινιώτισσας
άκουσα τη σπαρακτική καμπάνα
στον κυβερνήτη να αντιλαλεί.

«Μη των Ελλήνων το αίμα
να ξεραθεί στη σημαία αφήσεις».
Το αίμα μας θα σπιλώνει
των αδελφών τις συνειδήσεις.

Ολόρθος στάθηκα στο ιερό.
Την ώρα αυτή συνάντησα
τη μοναχή Ρήγαινα
με το ιερό ποτήρι.

Στις κατακόμβες της γλώσσας
συνέτασσε τους ψαλμούς
με το αλφαβητάρι που διδάχθηκαν
στης πρωτεύουσας το σχολείο.

Ρακένδυτοι άνθρωποι, αγιασμένοι
της ρήγαινας ποθούσαν το λόγο.
Σπαρακτικά την καλούσαν
να μεταλάβει το όνομά τους.

Πάνω από την πόλη μας
ταξίδευε στα σύννεφα
η μοναχή Ρήγαινα.
Γυμνή και ματωμένη.

Στα παζάρια της ανατολής
αυτά που όρθωσαν οι αλλόγλωσσοι
ξεπαστρεύουν τους θησαυρούς της.
Μια αρχαΐζουσα απέμεινε γλώσσα όλη κι όλη.

ΦΙΓΟΥΡΕΣ

Οι μέρες περνάνε σκυθρωπές
σαν τις γκρίζες φιγούρες
των υπερήλικων στα καφενεία
που ράθυμα κοιτάνε τα ρολόγια.

Σκορπάμε την τράπουλα
των πολύχρωμων ευχών
στην άστρινη τσόχα.
Φοβισμένα κοιτάμε τα ρολόγια.

Το τελευταίο στην ταμπακιέρα
λευκό τσιγάρο ανάβουμε.
Με τη συνοδεία της μαιτρέσας
ρίχνουμε τα ζάρια.

Στο ίδιο αυτό καφενείο
τα χρόνια θα περνάνε.
Σταματήσαμε τα ρολόγια να κοιτάμε.
Έφτασε η ώρα σπίτι μας να πάμε.

«ΛΑΘΡΟ»ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Στριμωγμένες συνειδήσεις
στα καταγώγια της ευημερίας μας.
Καρβουνιασμένες ψυχές
στον πολύχρωμο καμβά με τα χαμόγελα.

Ο δρόμος μακραίνει
για το ξέφωτο του ονείρου.
Ακρωτηριασμένα, αφαιμαγμένα κορμιά
στη μεγάλη της απομόνωσης διαστολή.

Ποιος όρισε τον άνθρωπο
των ανθρώπων κριτή;
Στα καραβάνια λιάζονται μακάριοι
οι λαθρέμποροι των ψυχών.

Στενεύει η θάλασσα
στων πόλεων τις συμπληγάδες.
Σιδερένια σύμβολα φύτρωσαν στα παρτέρια.
Εκεί που κάποτε φυτεύαμε βασιλικό.

Αναμασάς τη σάρκα σου
να κορέσεις την πείνα.
Δροσίζεις τη δίψα σου
με τις τελευταίες του αίματός σου σταγόνες.

ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

Κοιτάω το παλιό σχολείο
με τα πυκνά δέντρα
αυτά που φύτεψαν
τα χέρια των προγόνων μου.

Στο φθαρμένο αριθμητήρι
μετράω τα χρόνια μου
κινώντας τις πέρλες
από τη μια του ορίζοντα πλευρά στην άλλη.

Κρυμμένα στη χωματένια αυλή
τα περασμένα όνειρα.
Κυνηγάνε τη φλεγόμενη μπάλα
στην αλάνα με τα δοκάρια.

Το μικρό παιδικό χέρι
ψάχνει στην καρδιά μου το φως.
Ήταν το δικό μου χέρι
πριν πετρώσει από τον χρόνο.

Τα γέλια συγκεχυμένα αντηχούν
στο κουδούνι της επαναφοράς.
Καιρός να βγούμε στη ζωή
να ανοίξουμε φτερά.

Να αφήσουμε πίσω μας
τα ανθισμένα παρτέρια
τα τσιμεντένια σκαλιά
και τις αγαπημένες φωνές.

Κοιτάω το παλιό αυτό σχολείο.
Εδώ μάθαμε να μετράμε.
Να απαγγέλουμε την αλφαβήτα
των ονείρων, της ζωής.

Το πρόσωπό μου καθρεφτίζεται
στα ραγισμένα τζάμια.
Στρυμωγμένου στα γένια
και χαραγμένο από τις ρυτίδες.

Θυμάμαι όλα όσα έμαθα
σ’ αυτό το παλιό σχολείο.
Τις λέξεις, τους αριθμούς
γραμμένα όλα στο μαυροπίνακα.

Αδυνατώ, όμως, να βρω
τις συντεταγμένες των ονείρων.
Τις έχασα όταν χτύπησε το τελευταίο
για να σχολάσουμε κουδούνι.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ (2)

Θα ψάχνω αέναα το ατελές.
Τρωτό είμαι, πνεύμα.
Στην απολυτότητα της θείας χάρης
είμαι σαρκίο ενός μετανάστη Αποστόλου.

Σμιλεύω τα νεφελώματα
αυτά που σκεπάζουν τα ένστικτα.
Στη μαθηματική αναλογία της φύσης
είμαι η λέξη.

Τους Νόμους ψηλαφίζω τυφλά.
Σκορπώ το θειάφι τους
στην κόκκινη της βούλησης θάλασσα.
Αυτή αφρίζει στα σπλάχνα μου.

Μετενσάρκωση του χάους
στο πήλινο σώμα του Θεού.
Διψώ για το αίμα
Αυτού που συλλάβισε το Λόγο.

Τις ψηφίδες του Νόμου
των πύρινων εντολών της ύλης
ποτίζω με αίμα
από τον ομφάλιο λώρο μου.

Σήμανε του ερχομού η σάλπιγγα.
Τον τελευταίο ευνουχίζω άγγελο
πριν αυτός καθαιρέσει τους χρησμούς
εξυψώνοντας του Λόγου την πόλη.

Η ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΩΝ

Τα οστά αυτά που θάβουμε
είναι τα δικά μας οστά.
Τα κυρτωμένα σκέλεθρά μας
με τα αναρριχώμενα οστεόφυτα.

Τα οστά που ανασκαλεύουμε
είναι τα διαβρωμένα βράχια
της μακρινής θάλασσας
που εκβάλλει στις φλέβες μας.

Τα αποστεωμένα κορμιά
συνθέτουν το σκαρί
του οξειδωμένου ναυαγίου
σφηνωμένα στην πλώρη.

Εκείνου του καραβιού
που ναυάγησε χρόνια
μετά την προδοσία
αιώνες μετά τη γέννηση της Κυπρίδας.

Τα οστά που θάβουμε
είναι η αποστεωμένη μας συνείδηση.
Αυτή που θάφτηκε αταυτοποίητη
στην απανεμιά της ιστορίας.

ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ/17 ΝΟΕΜΒΡΗ

Το μεσημέρι αυτό ήταν αλλιώτικο.
Η μυρωδιά της σαπίλας
του ξεραμένου αίματος
μεταφερόταν στον αέρα.

Η σιδερένια πόρτα χαρακωμένη
από τις λεπίδες του οδοστρωτήρα.
Παρτέρια σπαρμένα με νόμους
από το σύνταγμα των Τριάκοντα.

Στο χαραγμένο πλακόστρωτο
της ξεχαρβαλωμένης μας συνείδησης
όρθιος αγορεύει ο Κλεισθένης
σε διψασμένους ανθρώπους.

Ανάμεσα στο πλήθος
κρύβονται οι ίσκιοι.
Τα απρόσωπα ανδρείκελα
που ξερνάνε το φως.

Στα σκοτάδια βηματίζουν
έχοντας στα χέρια τον οξειδωμένο σουγιά.
Αυτόν που λάβωσε το φεγγάρι
όταν ο οδοστρωτήρας πατούσε σε σώμα και αίμα.

Σώμα και αίμα ανθρώπου
ποδοπατημένο από τις αρβύλες.
Πώς βουβάθηκαν όλοι.
Πώς πέτρωσαν όλοι.

Το μεσημέρι εκείνο πόσο μας άλλαξε;
Πόσους ίσκιους σκόρπισε;
Καθόλου δεν μας άγγιξε, κανένα δεν σκόρπισε.
Μόνο ο Κλεισθένης για πάντα σώπασε.

ΕΣ ΓΗΝ ΕΝΑΛΙΑΝ

Αυτός ο τόπος,
χώρα νησιωτική και ενάλια,
στων Κατσίβελων απέμεινε τα χέρια
σερνάμενη υπό τους ήχους των κυμβάλων.

Μετοίκησαν οι Θεοί
τις στρατιές των Βασιβουζούκων
όταν είδαν να μαγαρίζουν
τα λευκά της Αφροδίτης στήθη.

Αμέτοχοι παρακολουθούν οι Γραικομάνοι.
Τι σόι αίμα κυλάει στις φλέβες τους;
Μαζί διδαχτήκαμε την Ελληνική.
Την ένδοξη προσωκρατική φιλοσοφία.

Εμείς βάλαμε τις δασείες
στα άναρθρα λόγια τους.
Γιατί με αίμα μάς το ξεπλήρωσαν;
Τη χείρα τους αποτράβηξαν.

Κιρκάσιοι λεηλάτησαν τα σύμβολα.
Ό,τι απέμεινε από την Ελέα.
Στα χρόνια της Εξαρχίας
σώπασαν οι Άγιοι.

Τα βουνά, όμως, αυτά
καλύπτουν τις ιαχές των οιστρόπληκτων
στις Διθυραμβικές και Φαλλικές τελετές
όπου γονιμοποιείται η γη.

Κρυμμένη στους κέδρους
του Πάνα η λεγεώνα
καγχάζει μαινόμενη, κερασφορούσα
πλάι στο αγίασμα των μοναστηριών.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΕΙΝ (2019)

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΒΑΒΛΙΔΑΣ

FRACTAL 16/06/2020

‘Όταν ο μύθος συγχέεται με την Ιστορία

Ο λόγος του Αντρέα Πολυκάρπου είναι μια εύρωστη ποιητική φωνή που ξεθάβει και αναμοχλεύει μυθικά και ιστορικά στοιχεία, για να μας μιλήσει παραστατικά για το σήμερα.

Ήδη από την βραβευμένη, προηγούμενη ποιητική του συλλογή “Απρόσωπα Φαγιούμ” είχαμε διακρίνει το έντονο ενδιαφέρον του ποιητή για το κοινωνικό γίγνεσθαι και τις ιστορικές του αναλογίες , για την κατακρήμνιση του ανθρώπου μέσα από πράξεις βίας και διαδικασίες φθοράς, για την ομορφιά της ελληνικής φύσης και τις επιδράσεις της. Ωστόσο, τα ποιήματα εκείνης της συλλογής είχαν μικρότερη έκταση , βραχείς στίχους και πυκνότερη δομή σε σχέση με το “Μυθιστορείν”. Εδώ, ο λόγος του ποιητή αποκτά ευρύτερες διαστάσεις από κάθε άποψη, σαν πουλί που ξεδιπλώνει τα φτερά του για να πετάξει με τον άνεμο της διαχρονίας.

Με τον ευρηματικό τίτλο “Μυθιστορείν”, ο Πολυκάρπου μας εισάγει στην ουσιαστική λειτουργία του ποιητικού του λόγου. Ο μύθος εμπλέκεται με την ιστορία και τα δυο μαζί αφηγούνται την πορεία του ανθρώπου δια μέσου των αιώνων. Ο ποιητικός του λόγος έχει αναφορές στον Τρωικό Πόλεμο, στην κλασική αρχαιότητα, στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, στη βυζαντινή εποχή, στις σύγχρονες εκφάνσεις των πολεμικών δεινών στην Κύπρο , στις προσφυγικές ροές.

Ο απίστευτος πλούτος που φανερώνει το λεξιλόγιό του, οι συνεχείς μυθολογικές και ιστορικές αναφορές και η συνειρμική ποιητική αφήγηση, δίνουν στα ποιήματα ένα δυναμικό χαρακτήρα που δε γίνεται εσωστρεφής αλλά μεταδίδει το πάθος του στον αναγνώστη. Ο τελευταίος καλείται να ερευνήσει μόνος του τις διάφορες αναφορές (δεν υπάρχουν παραπομπές ή επεξηγηματικά λήμματα) και να ακολουθήσει τις πολλαπλές διαδρομές του ποιητικού λόγου (δεν υπάρχουν σταθερά σημεία αλλά άξονες που λειτουργούν παράλληλα ή διαδοχικά).

Με την έννοια που περιγράψαμε παραπάνω, ο ποιητής πετυχαίνει να προάγει σε σημαντικό βαθμό στοιχεία που προέρχονται από την ποίηση τόσο του Καβάφη όσο και του Παπατσώνη. Δηλαδή, σε σχέση με τον πρώτο, διατρέχει ιστορικά γεγονότα (όχι απαραίτητα της ελληνιστικής εποχής) χωρίς κανέναν διδακτισμό και σε σχέση με τον δεύτερο, προσδίδει στην θρησκευτική και φιλοσοφική του έκφραση συγκριτικά χωροχρονικά στοιχεία. Η ανάγνωση των ποιημάτων απαιτεί συχνά την επαναφορά μας, όχι επειδή μας δυσκολεύει ο λόγος του ποιητή, ούτε επειδή μας περιπλέκουν οι μυθικές/ιστορικές αναφορές , αλλά διότι η νοηματοδότηση έχει πάντα κάτι νέο να μας φανερώσει.

Αξίζουν ν’ αναφερθούν κάποια κοινά στοιχεία που επανέρχονται ή σηματοδοτούν στη βάση τους τη διασύνδεση μυθικών και θρησκευτικών στοιχείων, τις εκφάνσεις τους με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά καθενός . Δε μπορεί να είναι τυχαίο ότι η συλλογή ξεκινάει με αναφορά στον μεγάλο ραψωδό, τον ‘Ομηρο και τελειώνει με αναφορά στις Μούσες, σα να επικαλείται ο ποιητής την έμπνευσή τους. Τον Όμηρο θα τον ξανασυναντήσουμε στην ποιητική μας περιήγηση, ενώ συχνά εμφανίζονται οι Μαινάδες, οι Σειληνοί, οι οργιάζοντες Βάκχοι, οι πυροβάτες , όσοι έχουν καταληφθεί από θεϊκή μανία και βιώνουν το επέκεινα. Στη χωρία αυτών των ξεχωριστών υπάρξεων συγκαταλέγεται ο Αίας με τη μανία που τον κατέλαβε πριν αυτοχειριαστεί και ο Βελλερεφόντης που θέλησε από έπαρση να πετάξει με τον Πήγασο στα ουράνια.

Στο ποίημα “Το Κίτιον Κίμωνι των Αθηναίω” διαβάζουμε:

“Και άλλοι τόσοι, πιστοί ήσαν στου Διονύσου τα όργια
τότε που οι Βάκχοι κατέκτησαν την Ινδία
φέροντας το φαλλό και της αμπέλου το κλήμα.
Τους κουβάλησε ο Όμηρος στις ραψωδίες του
μα αυτοί όλο και επέστρεφαν στο νησί τους.
Όλο και επέστρεφαν.
Δεν τους ένοιαζε το ταξίδι,
ούτε οι μεθυστικοί λωτοί και τα ερωτικά της Καλυψούς χάδια.
Αυτή η ενάλια και καυσωμένη τούς ένοιαζε γη.
Αυτά τα υγρά βράχια με τις βαθιές ρίζες
που τα έκαιγε το αλάτι της θάλασσας και τα διάβρωνε το κύμα”.

Από την άλλη πλευρά, θα συναντήσουμε, μαζί με τον ποιητή, τη “γη των Μακάρων” όπου στις ξέρες αντίκρυ της “σωρεύονται οι λεπρές και καταραμένες ψυχές”, τους “ξεροκέφαλους Ρωμιούς” που “ακόμα κοιτάνε σε Δύση και σε Ανατολή”, τις “Μαινάδες των ενστίκτων” να λιποψυχούν ” όταν “το σύμβολο είδαν του Σταυρού”, το Σεράπειο με τους Δώδεκα του Ολύμπου “που σαν τους Αποστόλους/ εξορίστηκαν σε τοιχογραφίες και σαρκοφάγους”, τη “Νήσο των Αγίων Αχαιών” που στο ξύλο από τα πεύκα της “αγιογράφησαν των Αχαιών τα πάθη οι περιπλανώμενοι Ρωμιοί”, τον Προμηθέα, αυτόν τον “Εωσφόρο της μυθολογίας/ που σταυρώθηκε στο Γολγοθά των ειδωλολατρών”.

Έπειτα η Ρώμη, με τον ποιητή να “σχολιάζει” το κτίσιμό της”, τις εκστρατείες της, τις κατακτήσεις και τις τυραννικές της εκτροπές. Ο Πολυκάρπου δεν αποφεύγει ούτε περιφέρει με καλλιλογίες τα πολιτικά του σχόλια. Στην έξοχη “Πτώση της Δημοκρατίας” περιγράφει με ηχηρούς στίχους την επικίνδυνη μεταστροφή που μπορεί να λάβει η δημοκρατία. Στη φαρέτρα του δε μπορούσε παρά να έχει και τόξα προς τη δεινοπαθούσα Κύπρο, αρκεί να διαβάσει κανείς το “Θρόνο του Μονοσάνδαλου/15η Ιουλίου”, τον “Χαμό της Σινώπης” ή το συγκλονιστικό και γεμάτο πικρή ειρωνεία “Τώρα μπορούμε να σας θάψουμε” για τους αγνοούμενους της Κύπρου.

Υπό αυτό το πρίσμα, αποκτά καινούργιες αποχρώσεις τόσο το “ένας δούλος στην αρχαία Αθήνα”, που εξακοντίζεται κάτω απ’ τον ίσκιο της σύγχρονης Ακρόπολης, όσο το “κι απέμεινες γέρος” που κουβαλάει πάνω του τα σημάδια του μαρτυρίου και της φθοράς από την αρχαία τυραννία ως τη σύγχρονη εξορία, τόσο “ο καθρέφτης του Νάρκισσου” που αντανακλά τη ματαιόδοξη φύση του στα λιμνάζοντα νερά της σύγχρονης νεολαίας, όσο κι ο “νέος ποιητής εν Αθήναις” που χωρίς επαίνους και τυμπανοκρουσίες βουτάει τη γραφίδα του στην αφρισμένη θάλασσα και ο ίσκιος των στίχων του διαποτίζει τις Μούσες ερωτικά.

Στο ποίημα “κι απέμεινες γέρος” διαβάζουμε:

“Το σακάκι σου σκίζεται μα τα συνθήματα χαμένα, λησμονημένα.
Τι να σου κάνουν κι αυτά;
Από τόσα που πέρασαν στόματα βεβηλώθηκαν, φθάρηκαν.
Οι γλώσσες τα πετσόκοψαν και τα τύπωσαν σε χαρτάκια μιας χρήσης.
Δεν χωρούσαν στις τσέπες σου.
Τα αποτύπωσες σε τοίχους εγκαταλελειμμένων σπιτιών
και ετοιμόρροπων κτιρίων.

Οι πόλεις, όμως, αναδομήθηκαν.
Οι παλιοί κατεδαφίστηκαν τοίχοι
παίρνοντας στον όλεθρο και τα δικά σου συνθήματα.
Οι μπογιές δεν είναι ανεξίτηλες, πόσο μάλλον οι ψυχές.
Εμψυχωμένοι παρέμειναν μόνο όσοι ξεψύχησαν.
Χαράματα. Στημένοι στο απόσπασμα με ένα γαρύφαλλο στο πέτο.
Ο κρότος του όπλου σκόρπισε τα πέταλα στην ιστορία.
Το σακάκι φθαρμένο, τα συνθήματα ξεπλυμένα απ’ το χρόνο, απ’ τη βροχή.
Κι εσύ απέμεινες για πάντα γέρος”.

Οι στίχοι του Αντρέα Πολυκάρπου είναι σαν τις σπίθες της φωτιάς: ξεπετάγονται έτσι μες απ’ το ποίημα, άλλοτε αφήνοντας μια λάμψη, άλλοτε δημιουργώντας νέες εστίες πυρός. Κι ο αναγνώστης μένει μαζί τους, άλλοτε για να φωτίσει το περιβάλλον του άλλοτε για να νιώσει τη ζεστασιά τους μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι. Εδώ ο μύθος συγχέεται κάποτε με την ιστορία, παραμένοντας, ωστόσο, γοητευτικός, ειδικά για τον απαιτητικό αναγνώστη και για εκείνον που αναζητά κάτι διαφορετικό στους ποιητικούς χείμαρρους που διαχέονται στη λογοτεχνική μας πεδιάδα.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

ΠOIEIN

Ποίηση βαμμένη με τα χρώματα της πολιτικής
Μυθιστορείν, ονομάζεται η τελευταία ποιητική συλλογή του Ανδρέα Πολυκάρπου

Ο ποιητής Ανδρέας Πολυκάρπου είναι προσανατολισμένος προς τη μεριά της πολιτικής ποίησης. Θέλω να πω πως η μούσα του ερεθίζεται και τροφοδοτείται πρώτιστα από θέματα που είναι βαμμένα με τα χρώματα της πολιτικής. H πηγή της έμπνευσής του, με άλλα λόγια, βρίσκεται στην σφαίρα της πολιτικής (ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός) όπου συνειδητά πασχίζει, πιστεύω, να ξεχωρίζουν και να διακρίνονται τα κτυπητά χρώματά της και μέσα στην ποίησή-του. Αυτό τουλάχιστον εξάγεται ή αποκαλύπτεται αβίαστα μέσα από την τελευταία ποιητική συλλογή του που τιτλοφορείται Μυθιστορείν και εκδόθηκε το 2019 από τις εκδόσεις Βακχικόν. Τίτλος που είναι, όπως διαπιστώνω, απόλυτα ταυτισμένος με το περιεχόμενο του βιβλίου. Και ομολογώ πως είχε να διαβάσω ποίηση με πολιτικό περιεχόμενο, σε τέτοιο βαθμό και με τέτοια ένταση, εδώ και αρκετά χρόνια!

Μυθιστορείν, που πάει να πει εξιστορεί μύθους και Ιστορία ή συμπλέκει αρμονικά μύθους με τη σύγχρονη πραγματικότητα και Ιστορία, μέθοδος γνωστή και δοκιμασμένη, που την εφάρμοσαν με μεγάλη επιτυχία σπουδαίοι ποιητές, με πρωτομάστορα στον ελληνικό χώρο τον Γιώργο Σεφέρη. Να το πω όμως πιο απλά. Ο Ανδ. Πολυκάρπου επιλέγει πρώτα τους «ζωντανούς» μύθους και πάνω σ’ αυτούς απλώνει τη σκέψη και τον βαθύ στοχασμό-του για διάφορα κοινωνικά, πολιτικά και γενικά ιστορικά θέματα. Εν ολίγοις, ο στέρεος στοχασμός του περιστρέφεται εντός της ανθρώπινης εμπειρίας και πραγματικότητας. Με τον τρόπο αυτό όμως, δηλαδή με τον τρόπο που εργάζεται και δημιουργεί ο Ανδ. Πολυκάρπου, θυμίζει αρχαίο αφηγηματικό ποιητή πατριωτικών ύμνων ή ραψωδό που εξιστορεί με τους στίχους-του βίους σπουδαίων ανθρώπων.

Όπως έκδηλα φαίνεται μέσ’ από τη νέα δουλειά-του, η έμπνευση και στη συνέχεια η ποίησή του ανακρατείται και τρέφεται από την εν γένει ποιητική παράδοση, την Ιστορία και Αρχαιογνωσία. Ο αναγνώστης και μόνο τους τίτλους των ποιημάτων να διαβάσει, που συγκροτούν την καινούργια συλλογή-του, είμαι σίγουρος πως θ’ αντιληφθεί πλήρως τι εννοώ. Τίτλους όπως «Οι χρησμοί του Τειρεσία», «Της αιδούς ο Λυκούργος», «Τα συντρίμμια του Σεράπειου», «Ο ύπνος του Ενδυμίωνα», «Η προσμονή του Αίαντα», «Το κτίσιμο της Ρώμης», «Η εκστρατεία του Αννίβα», «Ο χαμός της Σινώπης», «Το κυτίον Κίμωνι τω Αθηναίω», «Το φως του Μελέαγρου» κ.ά..

Δεν είναι δύσκολο, λοιπόν, να διαπιστώσει κάποιος, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, πως πρόκειται για ποίηση πολυμέτωπη και επάλληλων φορτισμών, πυκνή, βαθυστόχαστη και περιεκτική, που απαιτεί από τον αναγνώστη-της το ανάλογο ευρυμέτωπο και πολυδύναμο πνευματικό εκτόπισμα. Δηλαδή να κατέχει και να γνωρίζει ο αναγνώστης, πέραν από την Ιστορία, και πολλά άλλα πράγματα για να κατανοήσει πλήρως αυτή την απαιτητικη ποίηση, όπως π.χ. Μυθολογία, Αρχαιογνωσία, σύγχρονη και αρχαία Ιστορία, Φιλοσοφια. Δίνω ένα μικρό ενδεικτικό δείγμα από το ποίημα «Οι μαινάδες του μονογενούς»:

«Οι ύμνοι οι βυζαντινοί ταξιδεύουν τις ψυχές./

Στα κιτάπια του Ρωμανού ιχνογραφήθηκε ολάκερη του κόσμου η ιστορία./

Αυτή που έμελλε να δοξάσει το ρακένδυτο σωτήρα με τον ακέφαλο βαπτιστή./

Μέσα στο σεράι της Πόλης βήματα βαριά ακούς/

ζωγραφισμένα στα κιλίμια της ανατολής./

Την ιστορία ακολουθάς με τα προγονικά σκαριά./

Αυτά που πελέκησαν οι Ίωνες στα προπύλαια του ουρανού…»

Σελ. 13

Τα ποιήματα του Ανδ. Πολυκάρπου, που είναι σχεδόν όλα πολύστιχα και πλατύστομα, από την πλευρά του ύφους, τα περισσότερα βρίσκονται κοντά στο ύφος των ποιημάτων του Κωνσταντίνου Καβάφη, ειδικά αυτών που ανήκουν στην κατηγορία των ιστορικών ποιημάτων του. Τα χωρίζει όμως μία μεγάλη διαφορά: Ο στίχος του Αλεξανδρινού είναι λιτός, απαλλαγμένος από τα περιττά «μαλάματα», ενώ του Ανδ. Πολυκάρπου είναι μακρύς και αναλυτικός, βαρυφορτωμένος με φανταχτερά στολίδια, με το ενδεχόμενο να κουράζει σε κάποια σημεία τον αναγνώστη. Παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα από το ποίημα «Της αιδους ο Λυκούργος», που ξεχωρίζει για το Καβαφικό ύφος:

«Αυτος ήταν ο Λυκούργος./

Άνδρας ευπρεπής, έχοντας σεμνή την ειμαρμένη και καθαρή τη συνείδηση./

Μεγαλωμένος ευκλεώς, διδάχθηκε από νωρίς το απολλώνιο κάλλος,/

τα σεπτά ήθη, το Δήλειο φως και το σεμνό βίο…»

Σελ. 15

Ιδιαίτερη εντύπωση όμως προκαλούν στον αναγνώστη οι πλατιές γενικές γνώσεις του ποιητή, γενικά η βαθιά και καταπλήσσουσα παιδεία του! Θα έλεγα πως μοιάζει με ένα απέραντο «ορυχείων» γνώσεων, τις οποίες επιδιώκει σκόπιμα να περάσει και στους στίχους του! Προσωπικά με προβλημάτισε έντονα αυτή η τάση του, με τον φόβο μήπως εξελιχθεί σε μανιέρα, αλλά και με τη διερώτηση μήπως τελικά αυτό όλο το πνευματικό φορτίο λειτουργήσει σε βάρος της ποίησής του; Για να γίνω πιο σαφής, εννοώ πως αυτές όλες οι πληροφορίες, που προέρχονται από τους χώρους της Ιστορίας, της Αρχαιογνωσίας, της Φιλοσοφίας, της Κοινωνιολογίας, της Τέχνης αλλά και τις Επιστήμης, και με τις οποίες τροφοδοτεί και εμπλουτίζει τους στίχους-του, μήπως στην πορεία του λειτουργήσουν αρνητικά, με το ενδεχόμενο να υποσκάψουν ή να καλύψουν την ποιότητα της ποίησής-του, χωρίς ν’ αναδεικνύεται από μέσα-της η γνησιότητά της, ο λυρισμός και η μαγεία της. Γιατί εδώ διαισθάνομαι πως ελλοχεύει ένας μεγάλος κίνδυνος. Δηλαδή να προκληθούν, από την πρώτη ματιά, αρνητικά συναισθήματα στον απλό αναγνώστη γύρω από την ποίησή του, εφόσον αυτός δεν θα είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη σκέψη και τον στοχασμό του. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν τα δεκάδες ονόματα, πρωτάκουστα για τους περισσότερους, που παρελαύνουν στην ποίηση που περιέχει το εν λόγω βιβλίο. Ονόματα όπως Αγρίππας, Ροδάμανθυς, Εκαταίος, Ζαγρέας, Καλύκη, Λάχεση, Φαυστύλος, Εύανδρος, Αριοβαρζάνης, Ευρυμέδοντας, Δίφιλος και πολλά άλλα που έχουν καταγραφεί στους στίχους του! Διερωτώμαι όμως, πραγματικά, αν ο απλός αναγνώστης μπορεί να γνωρίζει με κάθε λεπτομέρεια ποια είναι, που, πότε έζησαν και έδρασαν αυτά τ’ άτομα, αν φυσικά δεν προτρέξει πρώτα στα διάφορα εξειδικευμένα βιβλία;

Αναλογίζομαι ακόμη και ρωτώ, πέραν από τους ειδικά καταρτισμένους αναγνώστες, πόσοι άλλοι γνωρίζουν τη Λάχεση, που είναι μία από τις τρεις μοίρες και συγκεκριμένα αυτή που τραβά τους κλήρους για ό,τι αυτή τη στιγμή μας συμβαίνει; Αλλά και πόσοι άλλοι γνωρίζουν τις άλλες δύο, που είναι η Κλωθώ, δηλαδή αυτή που από πριν έχει πλέξει το νήμα της ζωής μας και η Άτροπος που είναι η μελλοντική μοίρα του πεπρωμένου μας.

Εκθέτω, ειλικρινά, καλόπιστα τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου πάνω σε αυτό το ποιητικό βιβλίο του Ανδ. Πολυκάρπου, γιατί έχω την ισχυρή πεποίθηση και πίστη πως μέσα στην ποίησή του υπάρχουν ατόφια διαμάντια, μαστορικά επεξεργασμένα, των οποίων όμως η αστραφτερή λάμψη δεν πρέπει να επισκιάζεται από άλλα υλικά, εντελώς άσχετα με τη λειτουργία της αληθινής ποίησης.

Η ιστορία μπορεί να είναι η νερομάνα της ποίησης του Ανδ. Πολυκάρπου όμως, όπως διαπιστώνω, ο ποιητής δεν στέκει παθητικά, και ειδικά σε στάση προσοχής, απέναντί της. Απεναντίας, την αντικρίζει κατάφατσα πρόσωπο με πρόσωπο και ντόμπρα, τη μελετάει με ψυχραιμία και κυρίως με κριτική διάθεση, με στόχο ν’ αναδείξει μέσα από τις σελίδες-της τα τρωτά σημεία-μας. Δηλαδή ν’ αναδείξει τις παραλήψεις και τα λάθη μας, συνειδητά ή όχι. Δεν θα διστάσω, λοιπόν, ν’ αναφέρω πως ο Ανδ. Πολυκάρπου, σε κάποιες ποιητικές στιγμές του, δίνει την εντύπωση ό,τι προσπαθεί να γράψει και ο ίδιος Ιστορία μέσα (ή μέσω) της ποίησής του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ποίημα «Ο θρόνος του μονοσάνδαλου / 15 Ιουλίου», τ’ οποίο αναφέρεται στο πραξικόπημα που επιχείρησε η Χούντα των Αθηνών, στις 15 Ιουλίου 1974, εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και πρώτου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ένα ποίημα που καταδεικνύει σαφώς τη ροπη-του προς την ποίηση με πολιτικό περιεχόμενο. Δίνω μερικούς ενδεικτικούς στίχους:

«Το θρόνο, πρόσκαιρα, σφετεριστήκατε του μονοσάνδαλου.
«Ο Μακάριος είναι νεκρός»
Τον έστησαν στο απόσπασμα του γαλάζιου ορμητηρίου.
Εφονεύθη την 15η Ιουλίου ανάμεσα σε τόσους άλλους.
Άγνωστος. Χωρίς ταυτότητα, χωρίς πατρίδα.
Σαν ένα σύμβολο που παρήκμασε.
Η δημοκρατία χωλαίνει στην ιδέα της Ένωσης.
Όπως τότε που η ιδέα αυτή μάτωσε κάτω από το βάρος της αγχόνης
και πυρπολήθηκε στα καρβουνιασμένα κρησφύγετα.
Τότε που ανέβαινε με πόδια γυμνά σε κακοτράχαλα βουνά
Φωνάζοντας τον καημό των γερμένων κεφαλιών, της αλλοτινής νιότης…»
Σελ. 38

Ανάλογης χροιάς και κατεύθυνσης είναι και το ποίημα για τους 1619 αγνοούμενους της Κυπριακής Τραγωδίας, που τιτλοφορείται «Τώρα μπορούμε να σας θάψουμε» και τ’ οποίο θεωρώ από τα καλύτερα της συλλογής, μαζί με αυτά που τιτλοφορούνται «Η προσμονή του Αίαντα» και «Ιδανικός και άχρονος αυτόχειρας». Στο ποίημα «Τώρα μπορούμε να σας θάψουμε», ο Ανδ. Πολυκάρπου μεταφέρει και περιγράφει μ’ ένα έξοχο ποιητικό τρόπο, όχι μόνο το άγος αλλά και το μαρτύριο, την απογοήτευση και την κούραση, ψυχική και σωματική, που έχει επιφέρει αυτό το πρόβλημα, εδώ και 46 χρόνια, στους συγγενείς αυτών των αγνοουμένων που περιμένουν από στιγμή σε στιγμή ν’ ακούσουν ένα χαρμόσυνο μήνυμα για τη διακρίβωση της τύχης των αγαπημένων προσώπων-τους αλλά, δυστυχώς, αυτό δεν φθάνει ποτέ. Στο συγκεκριμένο ποίημα, οι στίχοι κυλούν αβίαστα και κυρίως λειτουργικά γιατί είναι απαλλαγμένοι από τα περιττά βαρίδια, με το μήνυμα που στέλνει ο ποιητής να φθάνει ευθύβολο και εύστοχο στην καρδιά του αναγνώστη.

«Τώρα μπορούμε να σας θάψουμε.
Να ξεχορταριάσουμε τους ομαδικούς τάφους,
να φυτέψουμε κυπαρίσσια γύρω από το μνήμα,
να ανάψουμε με λάδι το μικρό καντήλι
και να αφήσουμε μωβ στεφάνια στο ασπρισμένο μάρμαρο.
Τώρα η μάνα-σας μπορεί να φτιάξει σταρένια κόλλυβα
και να φιλήσει το χέρι του παπά έπειτα από το τρισάγιο.
Οι συγγενείς μπορούν από νωρίς να μαζευτούν στην εκκλησιά.
Όλοι ντυμένοι στα μαύρα.
Ακόμα κι αυτοί που δεν σας γνώρισαν θα μαυροφορεθούν
και θα κρατάνε ένα μαντήλι στο χέρι…»
Σελ. 40

Ολοκληρώνοντας, θα έλεγα πως η ποίηση του Ανδ. Πολυκάρπου έχει αρκετές αρετές. Μερικές από τις μεγαλύτερες αρετές-της είναι η ζωντάνια της γλώσσας, η αδέσμευτη έμπνευσή-του, η ένταση του συναισθήματος, η λυρική διαύγεια, η απλότητα των εικόνων, η ανεξαρτησία των ιδεών κ.ά.. Αν ο ποιητής στρέψει την προσοχή-του προς αυτές τις αρετές, και αν επενδύσει απλόχερα πάνω-τους χρόνο, κόπο και μόχθο, είμαι βέβαιος πως σύντομα θα μεγαλουργήσει. Εννοώ πως θα δει την αξία των μετοχών της ποίησής-του ν’ ανεβαίνει κατακόρυφα στο Χρηματιστήριο της Τέχνης.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr 5/4/2019

Συμβολισμοί και μύθος στην ποιητική του Πολυκάρπου

Ο Ανδρέας Πολυκάρπου ανήκει στη νεότερη -βιολογικά- γενιά ποιητών που δείχνουν ιδιαίτερη φροντίδα στον λόγο. Ήδη από τα «απρόσωπα Φαγιούμ» (Χλωπτσιούδης, 2016) ξεχώρισε η πλούσια γραφή και η δυνατή εικαστικοί του. Ώριμος πια χειριστής της ποιητικής έκφρασης γοητεύει τον ακροατή/αναγνώστη με τη νέα του ποιητική συλλογή «μυθιστορείν» (βακχικόν, 2019).

Οι συνθέσεις της συλλογής προσομοιάζουν με επίλλυα. Ο πολυσύλλαβος στίχος και η μεγάλη έκταση απομακρύνονται από τη σύγχρονη εκφραστική. Το ηρωικό στοιχείο που ισορροπεί στην τραγωδία (οι μαινάδες του μονογενούς, το κτίσιμο της Ρώμης, η εκστρατεία του Αννίβα, η πτώση της δημοκρατίας, ο θρόνος του μονοσάνδαλου) και τον θάνατο (fortunatae insulae, της αιδούς ο Λυκούργος, ο ύπνος του Ενδυμίωνα, η προσμονή του Αίαντα, το φως του Μελεάγρου, ο καθρέφτης του Νάρκισσου) δίνουν έναν επικό τόνο που ενισχύεται από τις εκφραστικές επιλογές του δημιουργού. Ο συγκρητισμός του μυθολογικού και του θρησκευτικού στοιχείου (το φως του Μελεάγρου) διαμορφώνει ένα αφηγηματικό πάνθεον που θυμίζει κάποιες φορές τη βυζαντινή γραμματεία, ενώ δεν απουσιάζουν αποκαλυπτικές εικόνες (της αιδούς ο Λυκούργος, συντρίμμια του Σεράπειου).

Η αφηγηματική ροή στις πολύστιχες συνθέσεις διαθλά μια πλούσια εικονοποιία. Η παρωδιακή πλοκή και το σύμπλεγμα των διακείμενων ξεπερνούν αυτό που ο Έλιοτ είδε στον Τζόυς ως μυθική ποίηση. Η ίδια η πλοκή προσπερνά τη λογική των συμβόλων και ταξιδεύει τον αναγνώστη στα μικρά έπη του Πολυκάρπου, αφήνοντας τον ακροατή/αναγνώστη εκείνος να ερμηνεύσει τη σύνθεση ελεύθερα (ιδανικός και άχρονος αυτόχειρας, σε κάποια). Σήμερα, εξάλλου, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το ποιητικό κείμενο στον αναγνώστη· στο νόημα που προσλαμβάνει ο (εκάστοτε) αναγνώστης από το κείμενο και όχι στο νόημα που κρύβει το κείμενο καθεαυτό. Κεντρικό ζήτημα είναι η ελεύθερη κίνηση των σημασιών του ποιήματος επιτρέποντας την πρόσβαση στην ελεύθερη ερμηνεία. Δε μιλά ο ποιητής αλλά η γλώσσα, η οποία απλώς τον χρησιμοποιεί για να ενσαρκωθεί σε απτή γραφή και για να εκφράσει την πληθωρικότητα και την πολυσημία της.

Η μυθολογία, την ίδια στιγμή, προσφέρει στον Πολυκάρπου ένα πλούσιο υλικό, άμεσα εύληπτο από το κοινό με έτοιμο συναισθηματικό βάθος και συμβολισμούς. Η θρησκεία, παράλληλα, προσφέρει στην ποίηση μία ανεξάντλητη αποθήκη υλικού που μπορεί να λειτουργήσει συμβολικά διατηρώντας την ξεχωριστή ιδιότητα της άμεσης πρόσληψης από τον αναγνώστη, καθώς διαθέτει ένα μοναδικό περιεκτικό νοηματικό περιεχόμενο που συναισθηματικά λειτουργεί ως αντικειμενική αναφορά. Το θρησκευτικό στοιχείο ενταγμένο στην ποιητική του χαρακτηρίζεται από την κοινή αίσθηση και την έτοιμη συναισθηματική ατμόσφαιρα, επιτρέποντας στον δημιουργό να κινείται ελεύθερα συγκινώντας τον αναγνώστη (Χλωπτσιούδης, 2015). Ο εκκλησιαστικός βίος τροφοδοτεί το ποιητικό όραμα και ως εύπλαστο υλικό προσαρμόζεται στις εκφραστικές ανάγκες του Πολυκάρπου, συνθέτοντας μία αδιάσπαστα ενότητα του θρησκευτικού με το ύφος/τεχνική και το συναίσθημα (εικόνα, αισθητική απεικόνιση, συγκινησιακό βάρος του σημαίνοντος).

Ο Πολυκάρπου γράφει για έναν κόσμο σε διαρκή μεταβολή, άλλοτε παρηκμασμένο και σίγουρα νεκρό πια στον χρόνο. Υπό μία τέτοια οπτική το έργο αντανακλά τις κοινωνικές συνθήκες γέννησής του. Ο σύγχρονος συγκρητισμός φωτίζεται μέσα από το φως της διαχρονικότητας στο οποίο τον εκθέτει. Το παρελθόν (του μύθου, της ιστορίας και του Χριστιανισμού) φωτίζει το παρόν του αναγνώστη ξεπερνώντας τον χρόνο δημιουργίας. Ο χρόνος, άλλωστε, στην πλοκή των ποιημάτων της συλλογής είναι ασταθής. Μέσα στο μυθολογικό σύμπαν τα χρονικά άλματα διαμορφώνουν μια ρευστότητα (η νήσος των αγίων Αχαιών, Κίτιον Κίμωνι των Αθηναίω, κι απέμεινες γέρος) που υποβοηθεί τον ποιητή να εκθέσει τις δικές του αγωνίες για τον πόλεμο (η εκστρατεία του Αννίβα), την αυτοχειρία (ιδανικός και άχρονος αυτόχειρας, η προσμονή του Αίαντα), τη δημοκρατία (η πτώση της δημοκρατίας) και την κατάκτηση (ο χαμός της Σινώπης) ή την κυπριακή τραγωδία (ο θρόνος του μονοσάνδαλου, τώρα μπορούμε να σας θάψουμε). Μα τούτη η θεματική επιλογή δεν μένει στείρα σε κάποιο εθνικό παρελθόν. Αποτελεί μία αφορμή, ένα στοχαστικό πλαίσιο, πάνω στο οποίο εδραιώνει ο ποιητής τον δικό του κοινωνικό ή υπαρξιακό προβληματισμό.

Το απροσδόκητο κλείσιμο συνθέσεων και ο προσανατολισμός ποιημάτων μεταστρέφουν το συναισθηματικό κλίμα. Η ποιητική ειρωνεία, με σημαντική θέση στο τέλος, μεταφέρει τον αναγνώστη από το αφηγηματικό παρόν στο κοινωνικό ή υπαρξιακό σήμερα (ιδανικός και άχρονος αυτόχειρας, η πτώση της δημοκρατίας, ο θρόνος του μονοσάνδαλου). Σε άλλες συνθέσεις ο ποιητής πλάθει μια ψευδοϊστορική πλοκή στην οποία εντάσσει τον σύγχρονο προβληματισμό (κι απέμεινες γέρος, το πένθος των Αθηνών, νέος ποιητής εν Αθήναις, σε κάποια). Έτσι δίνει ένα διαχρονικό βάθος στην αγωνία του παρόντος μεταφέροντας την πλοκή στη μυθολογία και την ιστορία. Η αναζήτηση του φωτός, ως σύμβολο ζωής και αισιοδοξίας, αποτελεί μία ποιητική πυρηνική επιδίωξη (ο ύπνος του Ενδυμίωνα, το φως του Μελεάγρου, κι απέμεινες γέρος, σε κάποια).

ΑΠΡΟΣΩΠΑ ΦΑΓΙΟΥΜ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΦΡΕΑΡ 01/08/2017

Ο ποιητικός λόγος του Αντρέα Πολυκάρπου δημιουργεί εικόνες. Και όταν οι εικόνες αυτές δέσουν μεταξύ τους σε ενιαία σύλληψη, τότε φτιάχνεται ο χώρος, ο τόπος για να εισχωρήσεις. Μόνο που το τοπίο δεν είναι ευκολοπάτητο, όπως και οι λέξεις του δεν είναι ευκολοδιάβαστες. Κάθε που σηκώνεις μια πέτρα /λέξη του μπορεί από κάτω να βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με το μαύρο χρώμα, την προσωποποίηση του κακού. Αυτό μοιάζει να διακατέχει τον νου του ποιητή, σαν μια εμμονική προσήλωση στην πιο δύσμορφη πραγματικότητα που προσλαμβάνουν τα μάτια του.

Θυμάμαι τον θηριοδαμαστή
πώς χτύπαγε το πρόσωπό μου
με το πέτσινο μαστίγιο
και το αίμα μου ποτάμι.

Θυμάμαι τον Αρχάγγελο,
τον γοργοπόδαρο παλιάτσο
καθώς ξερίζωνε τα φτερά μου
και λόγχιζε τα μάτια μου.

Θυμάμαι τον ήχο του θανάτου.
Αργόσυρτος, τρυφερός, νοσταλγικός.
Με μαγγανείες αλχημιστών
τον ξόρκιζα από τα οστά μου.

Θυμάμαι πώς φτιάχτηκα από φως
για να φέρω το φως.
Πρόσφερα, όμως, σκοτάδι
στις μεμβράνες του λόγου.

Θυμάμαι τις λέξεις
τις ηδονικές κραυγές
που εξοστράκιζαν οι ψυχές
αναμεμειγμένες με οξύ.

Ξεχνάω, όμως, εμένα.
Λησμονώ το σενάριο
του αιώνιου σκηνοθέτη.
Αναμένω τη συνέχεια τυφλά.

(Ποιητής και εωσφόρος)

Πώς να σταθείς απέναντι σε έναν τέτοιο λόγο; Σε τρυπούν οι λέξεις σαν μαχαίρια, νιώθεις πάνω σου τη βία του γοργοπόδαρου αρχάγγελου, ψυχανεμίζεσαι τη σχέση του ποιητή με τον εωσφόρο, όπως άλλωστε δηλώνει ο τίτλος του ποιήματος. Και λες πως η ποίηση εδώ είναι δυνατή, όσο μπορεί να σε οδηγεί σε τοπία τόσο πανάρχαια και εμβληματικά όσο όμως (το κατανοείς κι αυτό) και σύγχρονα και διπλανά.

Αυτό το βαρύ κλίμα, με έκδηλη την αγάπη για το σκοτεινό πρόσωπο του θανάτου, το αναζητά ο ποιητής παντού. Και στο σήμερα αλλά κυρίως στο παρελθόν της συλλογικής μνήμης που διατηρεί τα ίχνη τα ιστορικά και τα λογοτεχνικά. Κι έτσι συνδέει μεταξύ τους θρησκείες νέες και παλαιές, τον πόνο τον πανάρχαιο (στο όνομα του Οιδίποδα και του Εσταυρωμένου) με αυτόν που πνίγει τον σύγχρονο άνθρωπο/κατάδικο. Και χτίζει έτσι έναν περίκλειστο ως προς τα σημεία του, ανοιχτό και διαρκώς όμως διαμορφούμενο ως προς τις συμβολικές του προεκτάσεις χώρο, στον οποίο προσκαλεί να τον συντροφέψουμε. Εκείνος μέσα του κατοικεί από καιρό, πλάθεται με τα κομμάτια τα παλαιά και αναγεννάται μέσα στο σήμερα.

Μ’ ένα σύρμα δεμένο στο σύμπαν
κρεμιέται πάνω απ’ των ανθρώπων τα κεφάλια
το προαιώνιο κακό
που επέβαλε τη μάστιγα της αποσύνθεσης.

[…]

Ποιος Προμηθεας το σύρμα θα κάψει
με της Γνώσης τη φλόγα;

Ο τρόπος που μιλά ποιητικά ο Αντρέα Πολυκάρπου είναι μοναδικός. Δεν είναι εύκολο να τον κατατάξεις σε κάποιο ρεύμα, μια κατάταξη με τους ομοειδείς που έτσι κι αλλιώς δεν θα προσέφερε κάτι ουσιαστικό στην υπόθεση της Ποίησης. Αυτό που αναζητούμε όσοι ασχολούμαστε με το δύσκολο και απαιτητικό αυτό είδος της λογοτεχνίας είναι οι ξεχωριστές φωνές και όχι οι επαναλήψεις και οι ομοιότητες. Εδώ, λοιπόν, η ποιητική φωνή ξεχωρίζει και θεματικά αλλά και σε ύφος και σε γλώσσα. Ο λόγος έχει ρυθμό, οι λέξεις είναι επιλεγμένες και στον αριθμό τους ακριβείς, ώστε να συμπεριλάβουν στο σώμα τους το πλήρες νόημα, και συνάμα να δώσουν την εικόνα:

Αφήνομαι στην ηρεμία του Αιγαίου.
Να με παρασύρει σαν άδειο μπουκάλι
στα δίχτυα της μεγάλης Άρκτου
καθώς ο Αινείας κλέβει την Κασσιόπη.

[…]

Οι ποιητές ταξιδεύουν
στο κέλυφος του ναυτίλου.
Χωρίς κατάρτια, χωρίς άγκυρες
αγναντεύουν τα λιμάνια.

Κάποιος θρύλος με έφερε εδώ.
Να ξαποσταίνω τον πόνο μου
όταν αυτός θεριεύει
και φουσκώνει σαν θάλασσα.

[…]

Εκεί που θαρρείς πως αφέθηκες στο αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, με τον ποιητή να ταξιδεύει τον πόνο του που θεριεύει, έρχεται πάλι η μνεία του θανάτου να ισορροπήσει τα μεγέθη, να δείξει την κατάληξη – μόνη αληθή γνώση παντοδύναμη:

[…]

Έχω κι εγώ το δικό μου όνομα.
Ο θάνατος μόνο το ξέρει.
Μ’ αυτό με καλεί κάθε χάραμα
στη σκαμμένη γη που μου έχει ετοιμάσει.

Μοιάζει η ποίηση αυτή να μην έχει κανένα έλεος, να μη φωτίζει πουθενά. Ωστόσο, όλο αυτό το πεσιμιστικό τοπίο γίνεται παραδόξως αποδεκτό, καθώς διαβάζεις. Και τότε έρχεται ο τίτλος της συλλογής για να καταθέσει το ελάχιστο που του αναλογεί στην ερμηνεία των στίχων. Τα φαγιούμ, τα νεκρικά πορτραίτα που αγκαλιάζουν τα ποιήματα φέρουν τον συμβολισμό, τη σύνδεση με τον χώρο του επέκεινα, έτσι όπως τον ενστερνίζεται ο άνθρωπος μέσα στην αναπόφευκτη άγνοιά του, απέναντι στην τραγικότητα της οποίας η οποιαδήποτε θρησκεία ωχριά και αδυνατεί να απαντήσει. Έτσι είναι σαν να τα βλέπουμε πίσω από τους στίχους να περιγελούν την απατηλή μας εντύπωση ότι αχνοφέγγει η παραμικρή ελπίδα μέσα τους. Όσο για το παράδοξο της λεκτικής συνύπαρξης, πρόσωπα αλλά και μη πρόσωπα, ας πούμε πως, όπως κάθε σχήμα οξύμωρο έτσι και αυτό, προκαλεί για την αποκάλυψη της βαθύτερης αλήθειας που κρύβει η φαινομενική αντίφαση. Το κενό στη θέση του προσώπου (το κάθε ένα από αυτά τα απρόσωπα φαγιούμ) θα μπορούσε να συνοδεύει την πορεία του φθαρτού σώματος προς την ανυπαρξία.

Κάτω από αυτό το πρίσμα η ποίηση του Αντρέα Πολυκάρπου δεν είναι παρά μια καταγραφή της κραυγής του ποιητή μπροστά σε όσα βλέπει, αισθάνεται, φοβάται. Και σαν αυθεντική κραυγή έχει μαύρο χρώμα, σε σκοτεινό τοπίο περπατά και μιλά με γλώσσα κοφτερή. Αυτό καθόλου, φυσικά, δεν ενοχλεί την υπόθεση της Ποίησης, ίσα ίσα αναδεικνύει τη δυναμική της να αναμετράται με έννοιες που δύσκολα προσεγγίζονται, να χρησιμοποιεί ευθύβολη γλώσσα για να αποδώσει το υπαρκτό γύρω μας τοπίο. Ο Αντρέας Πολυκάρπου γράφει ποίηση πληθωρική στη δύναμή της και απευθύνεται στον αναγνώστη του χωρίς υπεκφυγές. Ευθύγραμμη έτσι και η πορεία συνάντησής τους.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

FRACTAL 26/04/2017

Κοινωνικά, σιβυλλικά κι αλληγορικά

Είναι μεγάλη αρετή για έναν ποιητή να μπορεί να παρουσιάσει σκληρές εικόνες με όμορφο τρόπο. Να καταφέρει, να περιγράψει την ασχήμια και το σύγχρονο κοινωνικό περιβάλλον προβάλλοντας μια εικόνα σήψης και παρακμής με τρόπο ελκυστικό, που να κάνει τον αναγνώστη να διαβάζει αχόρταγα. Μια νοσηρή μελωδία, που μαγεύει όσους την ακούν.

Τέτοιες σκέψεις μας ήρθανε στο νου, διαβάζοντας το βιβλίο του Αντρέα Πολυκάρπου: «Απρόσωπα Φαγιούμ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Vakxikon.gr”. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιέχει κυρίως σκληρές εικόνες. Στα περισσότερα ποιήματα δεσπόζει ο θάνατος. Όμως, όπως, τονίζει και ο ποιητής και κριτικός Αθανάσιος Βαβλίδας, τα ποιήματα του Αντρέα Πολυκάρπου περιγράφουν την απώλεια και το θάνατο «για να μας αφυπνίσουν, για να ανιχνεύσουν τις ουσιώδεις αλήθειες από τις οποίες εμφορείται η ζωή μας». Ο ποιητής έρχεται, λοιπόν, να μας κεντρίσει με την πένα του. Να μας δείξει ό,τι γίνεται δίπλα μας και δεν το βλέπουμε ή δεν θέλουμε να το δούμε. Ο ποιητής και κριτικός Κωνσταντίνος Μπούρας επίσης, χαρακτηρίζει την ποίηση του Αντρέα Πολυκάρπου: «θαμπή, ρομαντική κι απελπισμένη καθόλου όμως πεσιμιστική». Κάτι, που βρίσκουμε απόλυτα σωστό, καθώς, όταν κάποιος προσπαθεί με την τέχνη του να αφυπνίσει συνειδήσεις, τότε δεν μπορεί, παρά να έχει μια οπτιμιστική διάθεση, αλλιώς κάθε προσπάθεια θα ήταν από τα πριν καταδικασμένη.

Ο Αντρέας Πολυκάρπου στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής «Απρόσωπα Φαγιούμ» χρησιμοποιεί πρόσωπα από την αρχαία μυθολογία και τη χριστιανική θρησκεία ως σύμβολα. Θα ‘λεγε κανείς, ότι ο ποιητής αντλεί τις εμπνεύσεις του, από την ίδια πηγή, που αντλούσε και ο Καβάφης, αλλά, ενώ, η πηγή έμπνευσης μοιάζει κοινή, το αποτέλεσμα δεν είναι κοινό. Ο Αντρέας Πολυκάρπου δεν είναι καβαφικός. Δεν προτρέπει. Δεν γράφει στίχους αποφθεγματικούς. Αφήνει τον αναγνώστη να βρει ο ίδιος το νόημα μέσα από τις σκληρές εικόνες, που περιγράφει. Με μια ηθελημένη αλλαγή των συντακτικών κανόνων για λόγους έμφασης, ο ποιητής δεν δηλώνει τυφλή πίστη σε κάποιον θεό, αλλά παίρνει τον θεό της χριστιανικής θρησκείας και τον θέτει ενώπιος ενωπίω: «Τιποτένιε εσύ Εσταυρωμένε / το έλεός σου ζητάω. / Στον κόσμο που έπλασες / πώς να ζήσω θέλεις;»

Όπως, αναφέραμε και πιο πάνω ο Αντρέας Πολυκάρπου σε αρκετά ποιήματά του γράφει για τον θάνατο, κάτι, που έχει απασχολήσει τους περισσότερους ποιητές. Ο ποιητής μιλάει για το μοιραίο, που, όταν έρχεται ο άνθρωπος δεν μπορεί να το αποτρέψει: «Πού καιρός για μάρμαρα, / για θρύλους και χρησμούς. / Δυο μέτρα γη / η μόνη μου περιουσία.» Όμως, ο Αντρέας Πολυκάρπου αναφέρεται και στους νεκροζώντανους, όπου κανένας «δεν αποφασίζει τη σκόνη να τινάξει / τη ζωή να κοιτάξει», για να καταλήξει ότι: «Ούτε ένας από εμάς / δεν αποφασίζει να ζήσει.»

Τα πιο δυνατά σημεία της συλλογής του Αντρέα Πολυκάρπου, είναι ορισμένα κοινωνικά ποιήματα, όπου αναφέρεται συμβολικά η σύγχρονη κοινωνία. Μια κοινωνία, όπου τα χελιδόνια δεν φέρνουν την άνοιξη, αλλά την απομακρύνουν. Μια κοινωνία, όπου: «Εν τη γενέσει της η ύπαρξη / βιώνει την ανυπαρξία.» Μια κοινωνία, όπου τα όνειρα τελειώνουν όταν, τελειώνει η παιδική ηλικία: «Αδυνατώ, όμως, να βρω / τις συντεταγμένες των ονείρων. / Τις έχασα όταν χτύπησε το τελευταίο / για να σχολάσουμε κουδούνι.» Ο ποιητής παίρνει το μέρος του Αίγισθου, που κανείς δεν βρέθηκε να του γράψει ένα ποίημα και νιώθει τον εαυτό του σαν τον Οιδίποδα, που παρέσυραν οι θεοί, που συμβολίζουν τις εξουσίες. Γράφει για τους μετανάστες βάζοντας το συνθετικό λαθρο σε εισαγωγικά γιατί δεν υπάρχουν λαθραίοι άνθρωποι και βλέποντας το δράμα των προσφύγων, αναρωτιέται: «Ποιος όρισε τον άνθρωπο / των ανθρώπων κριτή;», ενώ αλλού, αναφερόμενος γενικότερα στον άνθρωπο, γράφει: «Παράλληλες είναι οι άνθρωποι χορδές / που δεν μπορούν τις μελωδίες τους / σε άσμα να συνταιριάξουν, / τη ζωή να μελοποιήσουν.»

Στην ποιητική συλλογή του Αντρέα Πολυκάρπου «Απρόσωπα Φαγιούμ, υπάρχουν και ορισμένες ερωτικές πινελιές, όπου καταλαμβάνουν μικρό μέρος του έργου, ικανό, όμως, να μας δείξει τις αρετές του ποιητή και στην ερωτική ποίηση: «Τα νησιά του Αιγαίου / έχουν κάτι από τα μάτια σου.», ενώ θα περιγράψει τη γυναίκα της θάλασσας σαν αρχαία θεά.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Αντρέα Πολυκάρπου «Απρόσωπα Φαγιούμ» παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον και καταφέρνει να αφυπνίσει και να συνταράξει τον αναγνώστη. Ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Κωνσταντίνος Μπούρας μας προτρέπει να διαβάσουμε και να ανακαλύψουμε τον Αντρέα Πολυκάρπου, άποψη την οποία, προσυπογράφουμε.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ

VAKXIKON Μάρτιος 2017

Μεταξύ θανάτου και ζωής/ακροβατούμε ανάπηροι, αναποφάσιστοι/
Ούτε ένας από εμάς/δεν αποφασίζει να ζήσει.
«ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ»

Η τρίτη ποιητική συλλογή του Ανδρέα Πολυκάρπου, έπεται των συλλογών, Τα πρωτοβρόχια της ψυχής μου (2006) και Διάφανες βάρκες (2010). Διαβάζοντας κανείς τον τίτλο της συλλογής «Απρόσωπα Φαγιούμ» διαπιστώνει εξαρχής το οξύμωρο στην ποιητική ιδιόλεκτο του Πολυκάρπου. Τα Φαγιούμ, νεκρογραφίες προσώπων προερχόμενα από την πόλη Ελ Φαγιούμ, καθίστανται απρόσωπα, χάνουν δηλαδή την κατεξοχήν ιδιότητα που τα προσδιορίζει αρχετυπικά. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο ποιητής εκφράζει την πρόθεσή του να αναστρέψει τα παραδεδομένα. Αυτή η πρόθεση επιτυγχάνεται με το να κινητο-ποιήσει όσα θεωρούνται νεκρικά ακίνητα. Ο τίτλος δεν είναι απαισιόδοξος αλλά το αντίθετο. Ζωοδοτεί το τελεσίδικο.
Μολονότι τα ποιήματα της συλλογής είναι είτε αυτοτελή είτε συνθέσεις από δύο μέρη ωστόσο το βιβλίο δομείται σχεδόν μυστικιστικά γύρω από τρεις άξονες: α. Το πάθος με τη διττή του έννοια, β. Την υπαρξιακή αγωνία, γ. Την κοινωνική εμπειρία.

Οι άξονες αυτοί ενεργοποιούνται μέσω της ποιητικής ιδιολέκτου του Ανδρέα Πολυκάρπου που αγαπάει να χρησιμοποιεί μυθολογικά στοιχεία, αλληγορικές παραστάσεις, χριστιανικές αναφορές, αποκαλυπτικές και μετ-αποκαλυπτικές εικόνες•όλα όμως τα παραπάνω ενταγμένα στο παραπάνω τρίπτυχο.

Η συλλογή ξεκινάει με το ποίημα Σε κάποια, όπου έχουμε μια ερμηνευτική προσέγγιση του πάθους ως ερωτικό κίνητρο. Γράφει:
Αναζητώ τα μάτια σου.
Το γυμνό κατάλευκο σώμα σου.
Με τις χορδές της ψυχής μου
μελοποιώ τη φωνή σου.
Το ποιητικό υποκείμενο ως άλλος Απόλλωνας, διοχετεύει όλη του τη δημιουργικότητα στον ιδανικό άλλο.

Ένα ομότιτλο ποίημα, Σε κάποια, στη μέση της συλλογής αυτή τη φορά, εμφανίζεται σαν νοητή συνέχεια του πρώτου του οποιου και ολοκληρώνουν το νόημα. Ο ποιητής με αρωγούς τη μουσική και τη φύση υμνεί τον χαμένο(;) του έρωτα:
Ακολουθώ τη φωνή σου
καθώς αντηχά στους τραχείς βράχους.
Τα χείλη σου γεμάτα κρασί
μεθούν τη λαλιά μου.

Τα νησιά του Αιγαίου
λιμάνι είναι της μνήμης
γι’ αυτούς που ταξίδεψαν
πέρα από τον ουρανό σου.

Το πάθος με την αρχική του σημασία εμφανίζεται μετωνυμικά σε αρκετά ποιήματα της συλλογής που αντλούν το περιεχόμενό τους είτε από την παράδοση είτε από τη μυθολογία. Ενδεικτικό το ποίημα Η περιφορά του Οιδίποδα στο οποίο ήδη απ’ τον τίτλο βλέπουμε τη συνύφανση της αρχαιοελληνικής παράδοσης του μύθου του Οιδίποδα και της χριστιανικής διαλεκτικής με τη χρήση της λέξης περιφορά που παραπέμπει εμμέσως στην περιφορά του Επιταφίου, στη θυσία του αθώου. Ο ποιητής δηλώνει ότι ο χρόνος δεν είναι γραμμικός. Το αντίθετο, περνάει μέσα από όλες τις εποχές προκαλώντας τον ίδιο πόνο και θίγοντας αέναα ζητήματα. Γράφει:
Στην έρημη αυτή γη
με τα κοχύλια
που χάραξε η θάλασσα
με τη γλώσσα του χρόνου.

Η υπαρξιακή αγωνία είναι άλλη μια παράμετρος που χαρακτηρίζει την ποίηση του Πολυκάρπου. Ο θάνατος δεν αποσιωπάται, το αντίθετο μάλιστα, υποστασιοποιείται με αποτροπαϊκή πρόθεση από τον ποιητή. Γράφει στο ποίημα Το όνομα του θανάτου:
Ο θάνατος έχει δικό του όνομα.
Του το ψιθυρίζω κάθε βράδυ
όταν ηδονικά απλώνει
το χέρι του στο σώμα μου.

Αλλού πάλι, στο ποίημα Ύμνος στο Θάνατο, γράφει:
Αποσβολωμένος κοιτάω τη μορφή σου.
Το κατάλευκο σαν κρίνο πρόσωπό σου,
τα μακριά, μαύρα μαλλιά σου
και τα γαλάζια σου μάτια.

Το επέκεινα στο μυαλό του ποιητικού υποκειμένου έχει ζωή. Οι νεκροί κινούνται, υπάρχουν υπόγειες πόλεις. Οι νεκροί συντροφεύουν τον ποιητή. Ο θάνατος στην ποιητική του Πολυκάρπου δεν φαντάζει γαλήνιος, δεν αναπαύει το υποκείμενο. Το ταλανίζει με τις ποικίλες μορφές που μπορεί να πάρει και το προκαλεί σε μάχη μεταξύ Ποιητή και Εωσφόρου.
Διαβάζοντας την ποίηση του Πολυκάρπου έχουμε την αίσθηση μιας συνεχούς αντιπαράθεσης του ποιητή προς τον έξω κόσμο και του ποιητή προς τον κόσμο μέσα του. Ανάπαυλα σ’ αυτή τη μάχη είναι ορισμένα ποιήματα που εκπροσωπούν τη μνήμη. Η μνήμη, ακριβό υλικό εμφανίζεται στον Ανδρέα Πολυκάρπου με ονόματα νησιών( Δονούσα, Αίγινα), γεύση κρασιού και αίσθηση ηδονής (Σε κάποια, Σε κάποια που έφυγε, Η γυναίκα της θάλασσας).

Η ποίηση του Ανδρέα Πολυκάρπου εμφορείται από την κοινωνική εμπειρία που την αποδίδει στη διαγενεακή κληρονομική ενοχή. Το παρόν είναι αβάσταχτο όχι γιατί οι τωρινοί έσφαλαν αλλά γιατί τους βαραίνει ο κύκλος μιας προαιώνιας ενοχής. Ο άνθρωπος γίνεται έτσι έρμαιο σε μια μοίρα που δεν ορίζει. Γράφει στο ποίημα Το προαιώνιο κακό:
Μ’ ένα σύρμα δεμένο στο σύμπαν
κρεμιέται πάνω απ’των ανθρώπων τα κεφάλια
το προαιώνιο κακό
που επέβαλε τη μάστιγα της αποσύνθεσης.
[ …]
Από τα θεϊκά ουράνια
των λεκτικών ευαγγελίων
σκιάζει των ανθρώπων τις ψυχές
το προαιώνιο έρεβος.

Έτσι, η ζωή εμφανίζεται σαν κύκλος που με τα γυρίσματά του οι απόγονοι εξοφλούν τις οφειλές των προπατόρων τους θυσιάζοντας ως αντίτιμό την ίδια τους τη ζωή, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε όλη σχεδόν τη συλλογή δίνει εξομολογητικό χαρακτήρα και μια αίσθηση διηνεκούς συμμετοχικότητας σε όλα τα πάθη και τις καταστάσεις που αφορούν τον άνθρωπο. Ο ποιητής φέρει την κατάρα του παρελθόντος και υπο-φέρει στο παρόν, εκεί που ο Κλεισθένης για πάντα σώπασε. Η γλώσσα αν-οικειώνει τον αναγνώστη προς τις οικείες του μορφές. Για παράδειγμα ο ποιητής μιλάει για αναρριχώμενα οστεόφυτα, τα πύρινα δαχτυλίδια του παρελθόντος, λεκτικά ευαγγελία. Αυτό που αποκομίζει κάποιος διαβάζοντας τα Απρόσωπα Φαγιούμ είναι ότι σε μια εποχή σπαραγμού όπως είναι η δική μας, υπάρχουν ποιητές, όπως ο Ανδρέας Πολυκάρπου που σαν άλλοι Σίσυφοι αναλαμβάνουν να την τραγουδήσουν.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 22/02/2017

Μικρό σημείωμα για τα απρόσωπα Φαγιούμ

Συχνά οι ποιητές γράφουν ποιήματα για το αστικό τοπίο. Εγκλωβίζονται στα «θέματα» της πόλης και των ανθρώπων της, στις ιδέες και στις εικόνες μιας ζωής αλλοιωμένης, αλλοτριωμένης, στεγνής. Η χαρά λείπει από τους στίχους τους, λες και είναι ταγμένοι να τραγουδούν μονάχα τον πόνο. Τα «Απρόσωπα Φαγιούμ» του Αντρέα Πολυκάρπου ξεφεύγουν από αυτό το σύνηθες μοτίβο, παίρνουν έναν δρόμο δικό τους, ξεχωριστό, αναφορικά με τον τρόπο έκφρασης της κοινωνικής κατρακύλας, του ιστορικού στίγματος.

Οι γυναίκες, ο έρωτας, ο θάνατος, η θάλασσα, («Ποιός να σπείρει τη θάλασσα μπορεί»)/ «Μια σκηνή γυμνή. Λουσμένη στη θάλασσα. Απέναντι το σύμπαν μας, γεμάτο με γαλάζιο φως»), οι αρχαιοελληνικοί μύθοι («Κρατώ στα χέρια μου/τον αμφορέα του αίματος./ Φέρω το σημάδι του Πάνα./ Σπέρμα από τα λαγόνια του Διονύσου»), η ομορφιά της ελληνικής φύσης, η διάσταση της ιστορίας οι χρησμοί, πολλά παγανιστικά στοιχεία, όλα αυτά αποτελούν κομμάτια του ποιητικού σύμπαντος του Αντρέα Πολυκάρπου. Στα ποιήματά του συναντάμε ψυχή που σφύζει από απορία και κίνηση, ψυχή που έχει διάθεση να ανακαλύψει, να ψάξει, να περιπλανηθεί. Συναντάμε ζωή ζώσα, ρέουσα, φλέγουσα, μουσική, ερωτική. Σκηνικά ελληνικού τοπίου και παράδοσης ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μας.

Η ποίησή του δεν είναι πεσιμιστική, αν και στρέφει το στίχο σε κατάρες, έρεβος και σκοτάδια. Πάντα «γιασεμί φυτρώνει» στους στίχους του, οι οποίοι εγκυμονούν ιδέες που σε παραπέμπουν σε εικόνες που τον θάνατο νικούν.

Εικόνες τρυφερές, αγνές, σκληρές, ανατρεπτικές, αλλά πάντα εικόνες που είναι εκεί να σου υπενθυμίζουν πως η καρδιά ανθίζει και που σε παρασύρουν και σε μεθούν. Παρατηρητής του κόσμου και της ανθρώπινης συμπεριφοράς ο Πολυκάρπου φιλτράρει με ιδιαίτερο τρόπο την μοίρα του κόσμου, δίνοντας και θρησκευτικές προεκτάσεις, μάλλον καλύτερα και θεολογικές προεκτάσεις στα γραφόμενά του! Ακόμα μέσα σε αυτά ανιχνεύεται μια ιδιάζουσα μεταφυσική, θα λέγαμε, θεώρηση των πραγμάτων. Αναζητεί έναν λόγο για τη ζωή, το νόημα των πάντων, το έργο του έχει δραματική ένταση και παλμό. Φωνή που κραυγάζει χωρίς να χαντακώνεται από παντός είδους (μετα)μοντέρνες τεχνικές .

Αγαπημένα τα δύο ποιήματα για την Αίγινα, τρία ποιήματα με πρωταγωνιστές ήρωες από την αρχαία ελληνική τραγωδία (Το δίκαιο του Αίγισθου, η περιφορά του Οιδίποδα, Οιδιπόδεια αλήθεια), καθώς και το ποίημα για τους «λαθρο» μετανάστες που έχει «κοινωνικό πρόσωπο» και συνδέεται άμεσα με την περιρρέουσα κοινωνική μας ατμόσφαιρα ([…]Ποιος όρισε τον άνθρωπο/ των ανθρώπων κριτή / Στα καραβάνια λιάζονται μακάριοι/ οι λαθρέμποροι των ψυχών./Στενεύει η θάλασσα/ στων πόλεων τις συμπληγάδες./ Σιδερένια σύμβολα φύτρωσαν στα παρτέρια./ Εκεί που κάποτε φυτεύαμε βασιλικό.»

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΒΑΒΛΙΔΑΣ

Κείμενο ως εισαγωγή στο βιβλίο

Τα «Απρόσωπα Φαγιούμ» έχουν προσωπικότητα. Μιλούν για τη ζωή μας, την κοινωνική ασφυξία, την κατακρήμνιση του ανθρώπου, αλλά και για την ομορφιά της ελληνικής φύσης, ξεθάβουν τον σπόρο του κακού, τα κόκκαλα της ιστορίας, αλλά και τον θησαυρό των λέξεων. Με όχημα τους αρχαίους ελληνικούς μύθους, τα θρησκευτικά σύμβολα και τη βάναυση συμπεριφορά του ανθρώπου προς τον ίδιο του τον τόπο και προς τον συνάνθρωπό του, μας αποκαλύπτει ότι η ποίηση δεν έχει χάσει τη δύναμή της να καταγγέλλει και να καταδεικνύει, να υμνεί και να συγκινείται.
Μετά τις «Διάφανες βάρκες» (εκδόσεις Εν Τύποις 2010), όπου οι στίχοι εμφορούνται από την ώριμη συνείδηση και τη συναίσθηση του κακού που πλανάται γύρω μας, τα «Απρόσωπα Φαγιούμ» έρχονται από τη μία πλευρά να επιβεβαιώσουν τη δύναμη που έχει ο ποιητικός λόγος του Αντρέα Πολυκάρπου και από την άλλη πλευρά να εκφράσουν τη συμπόρευσή τους με τις ανησυχίες του σήμερα.
Κάθε ποίημα στα «Απρόσωπα Φαγιούμ» στήνει ένα ολοζώντανο σκηνικό που πάλλεται από αίμα και πνοή, από συνείδηση και δημιουργία, όπως οι προσωπογραφίες της όασης Φαγιούμ μεταφέρουν ως τις μέρες μας ολοζώντανα πρόσωπα, έτοιμα να μας υποδεχτούν και να μας μιλήσουν. Αν και οι αυθεντικές προσωπογραφίες προορίζονταν για χρήση σε τάφους, θεωρείται ότι είχαν φιλοτεχνηθεί όσο το πρόσωπο που είχε κοιμηθεί, βρισκόταν εν ζωή. Κατ’ αναλογία, τα ποιήματα του Πολυκάρπου μιλούν συχνά για το κακό, για την απώλεια, για τον θάνατο, αλλά το κάνουν για να μας αφυπνίσουν, για να ανιχνεύσουν τις ουσιώδεις αλήθειες από τις οποίες εμφορείται η ζωή μας.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Κείμενο ως επίμετρο στο βιβλίο

Ο Κύπριος Αντρέας Πολυκάρπου είναι μια ζώσα, πάσχουσα, σημαίνουσα φωνή που πρέπει να επισημανθεί. Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1984 κι από τα είκοσι του κινείται μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Σπουδάζει στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου, ολοκληρώνει τις μεταπτυχιακές του σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις και στις Ευρωπαϊκές Σπουδές και τώρα εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή.
Ανήσυχος, δημοσιογραφών, διακρίνεται ευκόλως όπου δρα και διαδρά με το περιβάλλον από την τελειοθηρία της ποιητικότητάς του και την εργατικότητα της προσηλωμένης ψυχής που αναζητά το αιώνιο στις στάχτες του πρόσκαιρου και του βραχυβίως θνησιγενούς. Κινείται μεταξύ Ολύμπου και Γολγοθά, αντιμετωπίζει τις θρησκείες με κριτικό μάτι, και οι μυθολογίες γίνονται αντικείμενο έρευνας στο αλχημιστικό του εργαστήριο.
Ναι, πάσχει, ως συνείδηση που βυθίζεται εν γνώσει της στο υπαρξιακό κενό κι αναζητεί επειγόντως ένα νόημα, ως γνήσιος εκπρόσωπος
μιας γενιάς χωρίς ιδανικά σε έναν κόσμο με σαθρά είδωλα. Αρνείται τις ναρκωτικές παραισθήσεις του χημικά πλαστικού σύμπαντος κι επικαλείται τα πέντε στοιχεία της Φύσης για να του εμπνεύσουν την υγιή έκσταση των αναστενάρηδων ώστε να υπερβεί τα στενά’ όρια μιας υλικής πραγματικότητας που τον περιορίζει με τα υλιστικά δεσμά της.
Αυτή η ανάγκη της έκστασης, που είναι και το ερευνητικό-επιστημονικό του αντικείμενο, είναι σαφής στη διονυσιακή, βακχική γραφή του, όπου η αναζήτηση της μανίας ως κεραυνού που θα κατακάψει τα ρυπαρά σωθικά είναι μια ρομαντική-ιδεαλιστική προσέγγιση του αιωνίου-άφθαρτου όντος στην αναζήτηση του Πρωταρχικού Φωτός, του Άσπιλου, εκείνου που οι θνητοί άνθρωποι ονομάζουν θεό. Στο θεατρικό του έργο «Κατά Ιωάννη Αποκαθήλωση» (εκδόσεις Vakxikon.gr 2014), ο άκρατος συμβολισμός των προσώπων τα οδηγεί να συζητούν φιλοσοφικώς για τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούν τον Άνθρωπο από καταβολής κόσμου και να ανταλλάσσουν ιδέες, ιδεοληψίες κι αυταπάτες με την ταχύτητα που μόνο ένα κοφτερό μυαλό μπορεί ν’ αντέξει.
Στο ποιητικό του έργο με τον σαγηνευτικό-οξύμωρο τίτλο «Απρόσωπα Φαγιούμ», η αναζήτηση της τέλειας ένωσης με το θηλυκό συμπλήρωμα κι η απογοήτευση που η μη επίτευξή της συνεπάγεται συναντάει την οργή του ματαιωμένου μετ-εφήβου και την ανάγκη για κοινωνική ένταξη του μορφωμένου που βρίσκεται μακριά από την παραγωγική μηχανή και την προ πολλού επιζητούμενη οικονομική και ψυχολογική αυτάρκεια. Η ποίησή του είναι θαμπή, ρομαντική κι απελπισμένη, καθόλου όμως πεσιμιστική, αφού μέσα της βρίθει η διονυσιακή χαρά της ζωής κι ο βακχικός ρυθμός συνέχει τα πάντα, ανελκύοντάς τα σε ύψη λαμπρά, όπου ο κοινός βολεμένος ανθρώπινος νους δεν φτάνει.
Διαβάστε αυτόν τον ποιητή. Ανακαλύψτε τον. Η έντονη δραματικότητα του λόγου του κάτι καλό προμηνύει. Κάτι που δεν το ξέρει ακόμα ούτε κι ο ίδιος. Απλώς το ανιχνεύει. Βοηθήστε τον. Ίσως είναι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε ως αναγνώστες και συνδημιουργοί του πνευματικού μονοπατιού προς την Ελευθερία. Όλων μας. Κι αυτό δεν είναι ιδεαλιστικό. Είναι στυγνά ρεαλιστικό. Η έκπτωση αξιών και η πολιτισμική κρίση πρυ βιώνουμε αυτή την πικρή αλήθεια καταδεικνύει.
Είμαστε εμείς οι Άλλοι και το εγώ ένα ταπεινό δέντρο στο πανύψηλο δάσος της ζωής που εμποδίζει τον Ήλιο να φτάσει μέχρι τα ριζά μας. Ο Αντρέας Πολυκάρπου έχει επεξεργαστεί τη λογοτεχνική του ιδιόλεκτο με περίτεχνο και λαϊκά αυθόρμητο τρόπο. Ο νοητικός του καλπασμός είναι κατ’ εξοχήν ρομαντικός και γνήσιος.

1 σκέψη για το “ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ”

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *