ΛΙΖΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΟΥ

Η Λίζα Διονυσιάδου γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα και την Αίγινα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στην Σοβιετική Μόσχα και εργάσθηκε σε Αθήνα, Παρίσι και Πειραιά. Με την λογοτεχνία ασχολείται από το 1997. Βιβλία της που έχουν εκδοθεί είναι τα παρακάτω:

-Εν λευκώ (ποιήματα 2001, Οδός Πανός. Μια αντίστιξη στα ποιήματα του
αυτόχειρα ποιητή Γιώργου Φιλιππίδη.)
-Προς τα έξω (ποιήματα, Οδός Πανός, 2001)
-0 Καθρέφτης και άλλες ιστορίες (μικρές ιστορίες, Ροές, 2003)
-Το τι του τίποτα (σουρεαλιστική μυθιστορία, Ροές, 2009)
-Από μια σταγόνα γάλα (αφήγημα, Publibook, 2011)
-Χιονίζει (μυθιστόρημα, εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012)
-0 άνθρωπος από τη Χάβρη (μυθιστόρημα, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2014)
-Ύστεροι έρωτες (μυθιστόρημα, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2017)
-Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου (Εκδόσεις Εύμαρος 2020)

.

.

Η ΑΧΜΑΤΟΒΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΜΟΥ (2020)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

«Τι καθόμαστε»; Είπε η Άννα. «Πάμε να βοηθήσουμε τα πράγματα να γίνουν όπως πρέπει να γίνουν. Πάμε να κρατήσουμε όρθιο και περήφανο το κεφάλι του Κάλλια μου μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Πάμε να πλύνουμε με χιόνι το πρόσωπο του Νικολάι Πούνιν. Να γεμίσουμε με όπιο την πίπα του Αμεντέο, να ρίξουμε δυο σπυριά λιβάνι στο θυμιατό με το οποίο ο Λεβ λιβανίζει τον τάφο μου».
«Πάμε Άννα»! αποκρίθηκα εγώ -είδα εκείνη την στιγμή το πρόσωπό μου να λάμπει στον καθρέφτη. «Μας περιμένουν. Έχουμε ακόμη να περάσουμε από το ορισμένο μέρος, όπου ο καθένας έδωσε τα δικά του, άλλος έρωτα, άλλος -ψέμα, τρυφεράδα, σκέψη, λογικό, αλήθεια, έχθρα, τη γη, και ένας έδωσε ακόμη κι αυτόν τον ήλιο»*… Έχουμε να δώσουμε τον ήλιο Άννα. Να ανοίξουμε περάσματα. Εκεί που το μέρος είναι κακοτράχαλο και είναι δύσκολα …» (από το Γκρίζο του Γ.Φ.)
Βγήκαμε έξω. Είχε ξημερώσει. 0 κόσμος όλος έλαμπε, έτσι όπως
αστράφτει το μαχαίρι στον ήλιο.

Δυο γυναίκες, ανήμπορες να αισθανθούν την γαλήνη ως το τέλος, σαν να
πίστευαν ίιως δεν τους ταίριαζε. Διακατέχονται από τύψεις για το ότι δεν
έκαναν όσα θα μπορούσαν να είχαν κάνει, αλλά την ίδια στιγμή κατακλύζονται
από επιείκεια για τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Οι πολλές και διαφορετικές
ζωές τους σβήνουν η μια μέσα στην άλλη ενώ προσπαθούν να τις παρατηρούν
από μακριά. Σαν κάποιος άλλος να υποφέρει και όχι οι ίδιες.

Σημείωμα της συγγραφέως

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Το παρόν, αυτό που ο καθένας μας βιώνει, είναι πάντα στενά δεμένο με τις αναμνήσεις. Εμπλέκεται στο γίγνεσθαι του παρελθόντος. Το παρόν είναι ταυτόχρονα συντελεστής του μελλοντικού γίγνεσθαι. Οι αναμνήσεις του μέλλοντος. Μερικές φορές όμως, το τώρα και το τότε, το αλλού και το εδώ είναι τόσο σφιχταγκαλιασμένα που δύσκολα ξεχωρίζουν. Μηδενίζονται τότε οι αποστάσεις. Χρονικές ή γεωγραφικές.  Τις καταπίνει το κενό κάποιων, ρημαγμένων εσωτερικά κόσμων.  Δύο, φαινομενικά μακρινοί κόσμοι, παλεύουν να ενώσουν τον κονιορτό της ψυχής τους στον ουρανό του ο καθένας, και εν τέλει στον ουρανό του κόσμου.

Μέσα σε φαντάσματα, γεννήματα της παγκόσμιας θολούρας του καιρού μας, μέσα στον χορό των μασκαράδων της εποχής μας, μέσα στην παράνοια που καλύπτει τα πάντα δίχως σταματημό, μια γυναίκα, ερωτευμένη με την φαντασία και τις λέξεις, λαχταρά να βγει από τον εαυτό της και να σκορπιστεί παντού. Στην λαχτάρα της να κραυγάσει
σε ακροατήριο που μοιάζει κουφό και τυφλό, ανακαλύπτει μέσα στην αντανάκλαση του καθρέφτη της την Άννα Αχμάτοβα. Στο μυθιστόρημα αυτό, καταργούνται οι πόρτες των ορίων. Κάποιες φορές, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες είναι απολύτως δυνατό να συμβεί κάτι τέτοιο. Μπορεί τότε ένας άνθρωπος να αντικρύσει τον άλλον άνθρωπο με αληθινή αγάπη.

Η μεγάλη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, η αινιγματική μούσα της ρώσικης ποίησης, η γυναίκα που έζησε στην θυελλώδη ζωή της τα πάντα, αγαπήθηκε, ενέπνευσε πάθη, αποκλείσθηκε, περιφρονήθηκε, καταξιώθηκε, εβδομήντα χρόνια μετά τον βιολογικό της θάνατο, εμφανίζεται στον καθρέφτη της αφηγήτριας-ηρωίδας του βιβλίου, σαν
αντανάκλαση του δικού της ειδώλου.

Κάποτε οι συμπτώσεις μας σημαδεύουν ερήμην μας. Η Άννα Αχμάτοβα στα δύσκολα χρόνια του περάσματος της από τον πλανήτη, είδε πολλές φορές την ζωή της σαν το όνειρο κάποιου άλλου. Πέρα από το ποιητικό της έργο, αλλά και τις σιωπές της, που από μόνα τους ξετυλίγουν την ιστορία της γενιάς της, υπάρχει η Αχμάτοβα του μύθου που έπλασαν γι’ αυτήν. Υπάρχει και η Αχμάτοβα του μύθου που η ίδια έπλασε για τον εαυτό της. Πίσω από τους όποιους μύθους όμως,
υπάρχει και η αληθινή Αχμάτοβα. Αυτήν που την συναντάς αν περπατήσεις στην γειτονιά της Φοντάνκα, αν κατέβεις τα τσιμεντένια σκαλιά του καμπαρέ «Αδέσποτος σκύλος», αν της γνέψεις στο 6ο παράθυρο από το σημείο που το κανάλι της Φοντάνκα συναντιέται με τον Νέβα. Μετά από έναν σχεδόν αιώνα, υπάρχουν ήχοι και εικόνες που δεν έσβησαν. Η ηρωίδα του βιβλίου, η άλλη Άννα, έχει την τύχη να τους αφουγκραστεί. Γεύεται μυρουδιές, καπνίζει ηδονικά μαζί με
την ποιήτρια, ανακαλύπτει ιστορίες κρυμμένες πίσω από άλλες ιστορίες. Στην πραγματικότητα η μορφή της ποιήτριας στον καθρέφτη της ηρωίδας -αφηγήτριας, είναι το σκηνικό που της είναι απαραίτητο για να μιλήσει. Την ίδια ώρα, αποτελεί ένα τυχαίο βήμα για να ξαναμιλήσει η Ρωσίδα ποιήτρια. Οι δυο τους έρχονται κοντά. Συνομιλούν.

Εικόνες της τραγικής ζωής της ποιήτριας ζωντανεύουν καθημερινά και η ηρωίδα του βιβλίου εισβάλλει μέσα τους. Μερικές από τις συναντήσεις τους συμβαίνουν σε βαγόνια ρωσικών τρένων που διασχίζουν στέπες και τούνδρες, μεγάλες γέφυρες, όνειρα και διαψεύσεις. Κάποιες φορές σε αποβάθρες αποχαιρετισμών. Στο Τσάρσκοε Σελό των νεανικών χρόνων της ποιήτριας, στην προεπαναστατική Πετρούπολη ή στο Λένινγκραντ μετά την επανάσταση. Άλλες φορές περπατούν στην Φοντάνκα ή στην γειτονιά της ηρωίδας στην Αθήνα. Στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν την περίοδο του πολέμου ή στον τόπο που είναι θαμμένη η ποιήτρια στο Κομάροβο. Η ηρωίδα μοιράζεται με την ποιήτρια τις ανησυχίες της για την ανθρώπινη περιπέτεια στον άχρωμο αιώνα που ζει. Ναι! όλες οι εποχές είναι τραγικές ! Φοβισμένη από την ανημποριά της να βρει έξοδο διαφυγής, της εξομολογείται την αγωνία της. Τις ενώνει ένας μεγάλος θρήνος. Τις ενώνουν αγάπες και ωδίνες. Τις ενώνει η θλίψη. Η ηρωίδα αφηγήτρια τολμά να καταργεί τον χρόνο και τον τόπο. Μετά από δική της προτροπή, ταξιδεύουν μαζί ακόμη και στο Παρίσι του σήμερα.
Ένα Παρίσι διαφορετικό από εκείνο που και οι δύο τους, σε άλλους χρόνους,
γνώρισαν στα χρόνια της νιότης. Ένα Παρίσι που θα τις απελευθερώσει από τα φαντάσματα του παρελθόντος καθώς τα καινούργια φαντάσματα της παγκόσμιας θολούρας έχουν κατακλύσει το σύμπαν. Επικοινωνούν αβίαστα, δίχως κώδικα. Δυο γυναίκες. Η μια φορώντας ανάποδα το γάντι της και η άλλη σφίγγοντας στο χέρι της το κινητό
τηλέφωνο, περπατούν μαζί σε δρόμους που η κάθε μια τους ποτέ δεν βρέθηκε. Η κάθε μια στο παρόν της άλλης.

Συχνά η μία μιλάει στην άλλη (η Αννα στην άλλη Άννα, ή ίσως η άλλη Άννα στην Άννα) και αν ισχύει η πρώτη ή δεύτερη εκδοχή, μοιάζει να μην έχει καμιά σημασία.

Δυο γυναίκες, ανήμπορες να αισθανθούν την γαλήνη ως το τέλος, σαν να πίστευαν πως δεν τους ταίριαζε. Διακατέχονται από τύψεις για το ότι δεν έκαναν όσα θα μπορούσαν να είχαν κάνει, αλλά την ίδια στιγμή κατακλύζονται από επιείκεια για τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Οι πολλές και διαφορετικές ζωές τους σβήνουν
η μια μέσα στην άλλη ενώ προσπαθούν να τις παρατηρούν από μακριά. Σαν κάποιος άλλος να υποφέρει και όχι οι ίδιες.

Δεν είμαι εγώ
Είναι κάποιος άλλος που υποφέρει.
(στίχος από το ΡΕΚΒΙΕΜ της Αχμάτοβα)

Τοποθετούν τον κόσμο μέσα τους, πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε να χωράει κάπου η ελπίδα. Ελπίδα μέσα στην απελπισία.

«Το ποίημα δίχως ήρωα», αφιερωμένο στους νεκρούς της πολιορκίας του Λένινγκραντ, που η Αχμάτοβα έγραφε σχεδόν σε όλη της τη ζωή, ήταν τώρα το ποίημα με ήρωα ένα εικοσάχρονο αγόρι που αρνήθηκε τους ήρωες, που συντρόφευε σε όλη τη ζωή της την άλλη Άννα.

Η ιστορία κορυφώνεται με την έξοδο της Αχμάτοβα από το πλαίσιο του καθρέφτη και την επίσκεψη της στο σπίτι της ηρωίδας -αφηγήτριας. Εκεί, όπως στην αίθουσα με τους καθρέφτες από την μια και τα παράθυρα και τις πόρτες από την άλλη, το σκηνικό από το «Ποίημα δίχως ήρωα» της Αχμάτοβα, άπειρες αντανακλάσεις γεννιούνται, όλα τα όρια καταργούνται, όλοι οι αγαπημένοι νεκροί είναι παρόντες και ένας συμπαντικός παλμός φανερώνει αυτό που κάνει την αλήθεια τους να μοιάζει με μύθο.

.

.

ΥΣΤΕΡΟΙ ΕΡΩΤΕΣ (2017)

Με την Άννα, συχνά παίζαμε το παιχνίδι με τις φωτογραφίες. Μας άρεσε να αποτυπώνουμε τις στιγμές. Εκείνη, ενώ πάντα πρώτη ξεκινούσε αυτό το παιχνίδι, δεν στεκόταν ποτέ ακίνητη, όταν προσπαθούσα να τη φωτογραφίσω. Έβαζε και έβγαζε τα γυαλιά της, διόρθωνε τα μαλλιά της, χαμογελούσε στημένα, παραπονιόταν πως αργώ και κουράστηκε το χαμόγελό της. Πάντα ανήσυχη. Εγώ, με προσεχτικές κινήσεις, πάσχιζα να παγιδεύσω το πρόσωπό της μέσα στο κάδρο, όπως ήθελα να τη βλέπω. Εκείνη, νόμιζε πως ήταν μια στιγμή μόνο που θα αποτυπωνόταν, και προσπαθούσε φιλάρεσκα να την κάνει καλύτερη. Δεν ήξερε πως στην εικόνα αποτύπωνα όλη της τη ζωή. Ακόμα κι αυτά που δεν είχαν συμβεί ως τώρα, τα έβλεπα ζωγραφισμένα στο βλέμμα της. Κάπως έτσι ξεδιπλώνεται αυτή η ιστορία. Με εκπλήξεις, που η ίδια αποζητούσε, προσπαθώντας να ξορκίσει την πλήξη και την αδιαφορία του τέλους των συγκινήσεων.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Στο υπνοδωμάτιο της Άννας υπάρχει ακόμα εκείνο το μεγάλο βαρύ γραφείο με τα δύο συρτάρια. Είναι ένα σκούρο καφέ ινδικό έπιπλο, και τα συρτάρια του ανοίγουν με δυσκολία. Είναι παράξενο, αλλά από εκεί ξεκίνησε αυτή η ιστορία. Η Άννα καθόταν μπροστά στον υπολογιστή και θέλησε να τακτοποιήσει κάπως τα συρτάρια. Τότε ήταν που τοποθέτησε στο πρώτο δύο συλλεκτικά σπιρτόκουτα. Δεν θυμόταν πώς είχαν βρεθεί στα χέρια της. Τα σπιρτόκουτα ήταν άδεια στην αρχή. Τα σπίρτα είχαν προφανώς καεί σε παρελθόντα χρόνο. Κάποια στιγμή, εντελώς συγκυριακά, αθόρυβα τρύπωσαν μέσα τους δύο μικρούλικα ανθρωπάκια. Από τότε, όταν άνοιγε το πρώτο συρτάρι και χάζευε τα μαζεμένα από καιρό αντικείμενα -άλλα χρήσιμα, μερικά άχρηστα—, συνήθιζε να ελέγχει τα σπιρτόκουτα και το περιεχόμενό τους. Τα ανθρωπάκια είχαν βολευτεί εκεί. Ήταν ξαπλωμένα, το καθένα στο δικό του σπιρτόκουτο -κάπως στρυμωγμένα είναι η αλήθεια—, και αναπαύονταν. Συνήθως κοιμόνταν. Το άνοιγμα του συρταριού τούς προκαλούσε πάντα ενόχληση. Το ένα δεν ανεχόταν το φως και τους θορύβους. Το άλλο διαμαρτυρόταν επειδή του διέκοψαν το όνειρο που έβλεπε. Το γεγονός ότι βρίσκονταν κλεισμένα εκεί μέσα δεν φαινόταν να τα απασχολεί καθόλου. Παράξενα που καταλήγουν όλα κάποτε! Τα ανθρωπάκια δεν επικοινωνούσαν ποτέ μεταξύ τους. Ούτε και με κανέναν άλλο φιλοξενούμενο
του συρταριού. Το καθένα βρισκόταν στον δικό του συρταρένιο κόσμο. Και ολόκληρο το σύμπαν τους ήταν ένα συρτάρι ινδικού επίπλου. Μερικές φορές, όταν η Άννα είχε διάθεση για παιχνίδια, τοποθετούσε, δήθεν τυχαία, κάποια σημείωσή της δίπλα τους. Όταν ύστερα από αρκετό καιρό άνοιγε πάλι το συρτάρι, έριχνε μια ματιά στη σημείωση και πάντα την έβρισκε εντελώς ανέγγιχτη. Το πρώτο ανθρωπάκι είναι η αλήθεια ότι είχε διαβάσει στο παρελθόν αρκετές απ’ αυτές τις σημειώσεις, κυρίως για τυπικούς λόγους. Το δεύτερο δεν είχε μπει ποτέ στον κόπο. Και να ήθελε, δεν θα μπορούσε.
Όταν γνωρίστηκαν με την Άννα, ήταν ήδη τυφλό. Το συνόδεψε αρκετές φορές σε δύσκολες, κακοφωτισμένες διαδρομές. Το φως του είχε χαθεί οριστικά από περιστασιακές λάμψεις που κατέστρεψαν τον αμφιβληστροειδή του ματιού του.
Η Άννα τακτοποιούσε κάπως το υπόλοιπο περιεχόμενο του συρταριού προσπαθώντας να παρέχει στα ανθρωπάκια μια σχετική άνεση, αν και η τάξη των υπόλοιπων πραγμάτων δεν φαινόταν να τα αφορά. Άλλωστε, ποτέ δεν τα αφορούσε. Μερικά χρόνια πριν, αυτά τα πλάσματα έπαιξαν κάποιο ρόλο στη ζωή της Άννας. Αυτός είναι ο λόγος που τα κρατούσε εκεί. Σαν ενθύμια. Μαζί με καρτ ποστάλ από τα ταξίδια της, κάποιες παλιές σφραγίδες και ένα παλιό ρολόι. Η Άννα δεν ήξερε πόσοι άλλοι, εκτός από εκείνη, κρατούσαν επίσης σε συρτάρια ή αλλού αυτά τα ίδια ανθρωπάκια, αλλά αυτό
δεν έχει καμιά σημασία για την ιστορία μας.

…/…

.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΒΡΗ (2014)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Σε αυτή τη χρονική στιγμή συνέλαβα την ιδέα της παρακολούθησης. Ναι, όπως το ακούτε! Σκέφτηκα να παρακολουθώ τον Μαρσέλ, τις ώρες που περνούσαμε χώρια. Κάτι τόσο χυδαίο και ποταπό, κάτι που στην προηγούμενη ζωή μου θα μου προκαλούσε αηδία, το έκανα εδώ! Προσποιήθηκα ότι φεύγω για τα —συνηθισμένα μου πια— πετάγματα, αλλά ξαναγύρισα και κρύφτηκα πίσω από κάτι που έμοιαζε με δέντρο. Είδα, λοιπόν, τον Μαρσέλ να παίρνει έναν δρόμο σκυφτός και κουρασμένος. Τα φτερά του ήταν διπλωμένα στην πλάτη του και ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκε να τα ανοίξει. Όχι μόνο περπατούσε, αλλά κάποιες στιγμές σχεδόν μπουσουλούσε. Έπεφτε κυριολεκτικά στα τέσσερα και σερνόταν. Είχα μείνει κατάπληκτη, αλλά δεν μπορούσα τώρα πια να σταματήσω. Έπρεπε να φθάσω σε κάποιο συμπέρασμα. Με τεράστιο κόπο, ακολουθούσα μεθοδικά και αθόρυβα. Περάσαμε μέσα από πυκνή ομίχλη, όπου κυριολεκτικά δεν έβλεπες τη μύτη σου και μόνο η ανάσα σου σε οδηγούσε. Ύστερα άρχισε κάπως να αχνοφέγγει και ο Μαρσέλ επιτέλους σταμάτησε σε ένα ξέφωτο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Η επιρροή της μούρης τρόπος Όταν υστέρα από λίγο καιρό πρόσεξα ότι ο Μαρσέλ έπαψε να κάνει τους συνηθισμένους περιπάτους του και να τριγυρίζει όλο και συχνότερα στην περιοχή της μαύρης τρύπας, δεν είχα πια καμιά αμφιβολία για το τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Ο δρόμος προς τα εκεί ήταν απότομα κατηφορικός και, αν δεν πρόσεχες, μπορούσες
να χτυπήσεις άσχημα. Μου είχε συμβεί μερικές φορές στο παρελθόν να καταγρατσουνιστώ στην προσπάθειά μου να μαζέψω ανεμώνες που φύτρωναν σε μεγάλες ποσότητες εκεί κοντά.
Είχα διαβάσει κάπου πως, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί κανείς να ταξιδέψει μέσω μιας μαύρης τρύπας. Υπήρχε άραγε τέτοια δυνατότητα; Και πού θα ταξιδεύαμε; Πίσω στον χρόνο; Και αν ναι, σε τι θα μας ωφελούσε αυτό; Επιπροσθέτως, αν τελικά καταφέρναμε να ταξιδέψουμε, θα μπορούσαμε μετά να γυρίσουμε πίσω; Εκτός αν κάτι τέτοιο μας ήταν αδιάφορο. Αν θέλαμε πάντως να γυρίσουμε πίσω, θα έπρεπε πρώτα να σιγουρευτούμε ότι υπάρχει έξοδος γυρισμού. Κάτι σαν τη
φωλιά της αλεπούς δηλαδή, που πάντα της εξασφαλίζει τρόπο διαφυγής. Διαφορετικά, το πιθανότερο είναι να παγιδευόμασταν για πάντα μέσα σε ένα άγνωστο σόμπαν ιλιγγιωδών πιθανοτήτων. Στην τωρινή μας ζωή,
υπήρχε βέβαια κενό, αλλά δεν μπορούσε κανείς να υποστηρίξει με σιγουριά ότι ήταν απόλυτο. Τώρα μάλλον ζούσαμε σε άσπρη τρύπα. Αυτήν που, αντί να απορροφά αντικείμενα, τα αποβάλλει. Άρχισα να μαζεύω πληροφορίες για μαύρες και άσπρες τρύπες, και έκπληκτη διάβασα ότι υπάρχει περίπτωση το πεδία μιας μαύρης και μιας άσπρης τρύπας να ενώνονται και ο συνδυασμός τους αυτός ονομάζεται «σκουληκοτρυπα»! Και ω του θαύματος, από μια τέτοια σκουληκοτρυπα (γεμάτο ήταν το κτήμα απο δαυτες) μπορούσε να περάσει κάποιο αντικείμενο. Γιατί όχι και υποκείμενο; Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων τι άλλο έκανε δηλαδή; Ο
Λούις Κάρολ αποφάσισε να την ρίξει μέσα στην τρύπα του λαγού για να περιπλανηθεί στον κόσμο της φαντασίας. Στις δικές μας μέρες, λαοί ολόκληροι κατρακυλούσαν σε λαγότρυπες με εντελώς άγνωστη έκβαση του
πεπρωμένου τους. Πέρα από όλα αυτά υπήρχε ακόμα και η πιθανότητα κάθε μαύρη τρύπα να περιέχει ένα νέο σύμπαν. Ακόμα και το δικό μας σύμπαν μπορεί να βρισκόταν μέσα σε μια μαύρη τρύπα.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η σκέψη μου (και του Μαρσέλ) δεν φάνταζε καθόλου απίθανη…
Εξάλλου, εδώ και χρόνια ήμουν εν λευκώ εξουσιοδοτημένη από εκείνον που χάθηκε να ανακαλύψω ή τουλάχιστον να προσπαθήσω να βρω το σπάνιο λουλούδι που φυτρώνει μέσα σε μαύρη τρύπα. «Μακριά από
τα κόλπα των ανθρώπων»1 . Ο Μαρσέλ το ήξερε αυτό. Όπως ήξερε και ένα σωρό άλλα πράγματα για μένα και θα στεκόταν δίπλα μου. Ακόμα και μέσα στο σκοτάδι. Δεν θα μπορούσα ποτέ να ξεφύγω από τα απομεινάρια
της καρδιάς του γιγάντιου άστρου που αναγκάστηκε να συμπιέσει τα υλικά ολόκληρου του ήλιου μέσα σε έναν και μοναδικό χώρο. Η μαύρη τρύπα της δικής μας περιοχής, αυτή μόνο μπορούσε να με οδηγήσει με την επίδραση που είχε γύρω της. Η τεράστια βαρυτική της δύναμη ασκούσε επάνω μου όλη αυτή την επιρροή.
Κάτι ανάλογο, ίσως είχε ωθήσει και τον Μαρσέλ να εγκαταλειψει την πόλη του φωτός για το λιμάνι της Χάβρης.
Στη μέχρι τώρα εμπειρία μου γνώριζα μόνο τρύπες-βαθουλώματα, αυτές που έχουμε όλοι κατά νου. Όλοι οι γνωστοί μου άνθρωποι είχαν τρύπες. Μερικοί τόσες πολλές, που έλεγες πως όλη τους η υπόσταση ήταν ένα
τεράστιο βαθούλωμα. Πώς ήταν δυνατόν αυτοί οι άνθρωποι να μπορέσουν να κοιτάξουν (και, πολύ περισσότερό, να κατανοήσουν) έναν χώρο που δεν ήταν κενός (όπως όλοι οι γνώριμοί τους χώροι), αλλά τόσο γεμάτος ύλη, που σε τύφλωνε μόνο στο κοίταγμα; Σύμφωνα με τον Αϊνστάιν, κάθε άστρο, καθετί το υλικό στο αστρικό σύμπαν, δημιουργεί μια παραμόρφωση στον διαστημικό χώρο γύρω από το αντικείμενο αυτό. Η παραμόρφωση είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο μεγαλύτερη είναι η ποσότητα των υλικών που περιέχει το αντικείμενο. Αν πέφταμε μέσα στη μαύρη τρύπα, θα χανόμασταν από το σύμπαν; Θα μας ρουφούσε αυτή η τεράστια ρουφήχτρα ή θα καταφέρναμε να δημιουργήσουμε έναν νέο ορίζοντα γεγονότων;
Αν πάλι χανόμασταν μέσα στις λέξεις, σε τι θα μας οδηγούσε όλη αυτή η έρευνα; Οι λέξεις είναι μαγικές αλλά δεν είναι ατέλειωτες… Μπορεί να μας κατάπινε το «ο», η μαύρη τρύπα των γραμμάτων. «… Το “ο” ουρλιάζει, αποτυπώνει με ακρίβεια την άβυσσο που χαίνει κάτω από κάθε λέξη. Το “ο ” είναι η απεγνωσμένη φωνή του αλφαβήτου». 2
Ήμασταν, ωστόσο, ελεύθεροι να το τολμήσουμε. Μόνοι με τον εαυτό μας. Από έναν κόσμο δίχως ζωή, στον οποίο ήμασταν απλοί παρατηρητές, σε έναν άλλο άγνωστο κόσμο, πέρα απ’ τον κόσμο. Ίσως στον σκοτεινό αυτόν κόσμο ξαναβρίσκαμε το χαμένο μας δέος. Το να γυρίζαμε απλώς στο παρελθόν εμένα τουλάχιστον δεν με δελέαζε, πέρα από τα προβλήματα που πιθανότατα θα προέκυπταν από κάτι τέτοιο. Η μεγάλη επιτυχία θεωρούσα ότι θα ήταν να κινούμαστε στον κοσμικό χρόνο εντελώς ελεύθερα (μη λογαριάζοντας παρελθόν, παρόν και μέλλον). Ο Μαρσέλ είχε ήδη κάνει το πρώτο βήμα.
Δεν έμενε σ’ εμένα παρά να τον εμπιστευτώ απόλυτα.

  1. Στίχος από ποίημα του Γιώργου Φιλιππίδη.
  2. Στίχοι της ποιήτριας Χλόης Κουτσουμπέλη.

.

ΤΟ ΤΙ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ (2013)

Περίληψη:

Ένα τίποτα – κάτι ακόμα πιο μηδαμινό: ένα τίποτα αποκτά ξαφνικά υπόσταση, αρχίζει να διογκώνεται, γιγαντώνεται, παίρνει διαστάσεις μυθικές… Και απειλεί να οδηγήσει τα πάντα στον αδιέξοδο λαβύρινθο των δομών μιας πολυπρόσωπης γραφειοκρατίας και μιας απρόσωπης Δικαιοσύνης.
Η Αγγελική Ανδρεάδη, υπάλληλος σε δημόσια υπηρεσία, βρίσκεται τυχαία μπλεγμένη σε μια ανόητη, αδιανόητη, εξωφρενική ιστορία και όλη της η ζωή αναστατώνεται – χωρίς η ίδια να μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Προσπαθεί να κινηθεί μέσα σε μια εφιαλτική, “καφκική” ατμόσφαιρα και αντιμετωπίζει συνεχώς τελείως σουρεαλιστικές καταστάσεις.

Η ιστορία δομείται με έναν πρωτότυπο, δυνατό, αρθρωτό τρόπο αφήγησης: τα παράλογα που συμβαίνουν στην ηρωίδα συνδέονται και εναρμονίζονται απόλυτα με τη γενική περιρρέουσα παράνοια της καθημερινότητας καθώς διανθίζονται με παραθέσεις σύγχρονων ειδήσεων από εφημερίδες – εξίσου σουρεαλιστικής διάθεσης. Διανθίζονται όμως και με εσωτερικούς μονολόγους, με μικρές αποδράσεις σε άλλους χρόνους και άλλους τόπους, με σκέψεις και όνειρα που διασώζουν την ανθρώπινη διάσταση των πραγμάτων και δεν αφήνουν την ουσία και τις αξίες της ζωής να συμπαρασυρθούν στη δίνη του τίποτα.

Παυλίνα Παμπούδη

.

ΧΙΟΝΙΖΕΙ (2012)

Περίληψη:

Να περπατάς με το πρώτο χιόνι στο Γκόρκι Παρκ, στη Μόσχα. Και δίπλα σου να βαδίζει μια γυναίκα ωραία, σε όλες τις ηλικίες της ταυτόχρονα. Φοράει σκούφο ρώσικο, γούνινο γιακαδάκι της τυλίγει τον λαιμό, αλλά είναι Ελληνίδα. Έρχονται άνθρωποι πολλοί από απέναντι. Από άλλους τόπους κι από άλλους χρόνους. Πλάσματα σχεδόν χιμαιρικά έτσι όπως αναδύονται μέσα από διασταυρούμενες αλέες, παλίμψηστα σκιών και τρυφερές ομίχλες. Και τι μαλακό το βήμα τους πάνω στο χιόνι… Αυτή σου τους συστήνει έναν έναν. Ύστερα, καθώς συνεχίζετε τον περίπατό σας, σου αφηγείται διάφορα για τον καθένα τους. Ξέρει, ασφαλώς, τα μυστικά τους γιατί αυτή η γυναίκα έχει διασταυρωθεί μαζί τους αμέτρητες φορές σ’ αυτές τις αλέες. Τους γνώρισε και την γνώρισαν. Πρόλαβαν να μοιραστούν πράγματα, να τολμήσουν ακόμα και τον έρωτα, να τους λυγίσει ο πόνος. Σου μιλάει, για τους άλλους, γιατί γνωρίζει καλά ότι μόνο έτσι μπορεί να σε ξεναγήσει στη δική της πραγματική ζωή. Αυτή που πλάστηκε με αγγίγματα με αυτούς τους άλλους. Έχει συνείδηση ότι οι σχέσεις με τους ανθρώπους, ακόμα και η πλέον ασήμαντες, είναι ιερές…

Σ’ έναν τέτοιο εξαιρετικό σεργιάνι βγάζει το βιβλίο της Λίζας Διονυσιάδου. Σ’ αυτό το μοσχοβίτικο τοπίο πάντα. Και να χιονίζει. Μια που η γυναίκα ετούτη του βιβλίου, είτε στο Παρίσι βρίσκεται είτε στη Νάπολη, είτε κάτω από τον ήλιο του Αιγαίου, πάντα σε τοπία χιονισμένα κινείται κι ανασαίνει. Τοπία που κάποιοι ονομάζουν “νοσταλγική μνήμη” και κάποιοι άλλοι “χαρακιές στην ψυχή”.

Πάνος Σταθόγιαννης

.

ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΓΑΛΑ (2011)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Βαθιά, πολύ βαθιά, στον βυθό του ανθρώπινου ασυνείδητου, υπάρχουν κρυμμένες ιστορίες. Ένας Αφρικανός αγριοελέφαντας, χτυπημένος από την ελεφαντίσια μοίρα του, και μια γυναίκα, με τον ανθρώπινο πόνο καρφωμένο μέσα της με ατσαλένια καρφιά, συναντήθηκαν σε μια τέτοια ιστορία. Το όνειρο του ελέφαντα πέρασε την πύλη των ανθρώπινων ονείρων, βρέθηκε στο όνειρο της γυναίκας και οι εικόνες τους τρύπωσαν η μια μέσα στην άλλη, ενώθηκαν και εν τέλει μετουσιώθηκαν. Εκεί όπου οι λέξεις είναι ανήμπορες να εκφράσουν τα αισθήματα, έρχονται οι εικόνες των ονείρων να γεμίσουν με τα χρώματά τους την άχρωμη παλέτα στις ψυχές των όντων αυτού του πλανήτη.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

ΤΟ ΝΕΡΟ

Το νερό, όταν δεν υπάρχει βροχή, η γη το τραβάει από τα σπλάχνα της.

Ακούστηκε ένα κουδούνισμα και σε λίγο εμφανίστηκε ο μαύρος συνοδός που τους οδήγησε στο τζιπ. Ήταν η πρώτη μέρα που θα επιχειρούσαν να συναντηθούν με τα ζώα του δάσους και είχε ψιλοβρόχι.
«Ίσως θα πρέπει να αναβάλουμε την περιήγηση», πρότεινε εκείνη στον ιχνηλάτη. «Η βροχή δεν δείχνει να καταλαγιάζει, μάλλον δυναμώνει. Δεν νομίζω ότι θα μπορέσουμε να δούμε ζώα».
«You never know», απάντησε εκείνος.
0 άντρας της συμφώνησε μαζί του. Έτσι τυλίχτηκαν με πόντσο και ξεκίνησαν. Άρχισαν να κάνουν γύρους, συνάντησαν μάλιστα και άλλα τζιπ, ενώ εκείνη σκεφτόταν ότι τους ανθρώπους δεν τους σταματάει τίποτε όταν βάλουν κάτι στο μυαλό τους.
Η βροχή είναι ευλογία για όλους τους τόπους, πόσω μάλλον για την πολύπαθη γη της μαύρης ηπείρου. Τα τραγούδια τους, πολλά από αυτά με επικλήσεις στους προγόνους να στείλουν βροχή, αυτά που χάνονται μέσα από την τελευταία μνήμη που τα συγκρατεί, δυνάμεις και κακά πνεύματα, αντικείμενα-φετίχ που έχουν την ικανότητα να διώχνουν τις δυστυχίες και τους κακούς
δαίμονες χόρευαν μέσα στο κεφάλι της, ενώ η βροχή δυνάμωνε.
Τα δέντρα, ολόγυρα, τους παρακολουθούσαν στην άκαρπη αυτή αναζήτηση, μουρμουρίζοντας στη γλώσσα των πνευμάτων. Κάθε δέντρο έχει μέσα του ένα πνεύμα, μερικά ίσως περισσότερα. Για όποιον γνωρίζει τη γλώσσα των πνευμάτων, το κάθε δέντρο έχει φωνή. Ακόμη και τα δέντρα κουφάρια έχουν το πνεύμα τους.
Αυτή την ώρα το συλλογικό πνεύμα του δάσους δεχόταν διψασμένο την ευλογία του νερού.
Για κείνους η ευλογία αυτή δεν ήταν άλλο από μια άτυχη συγκυρία που τους εμπόδιζε να παρατηρήσουν τα ζώα στον φυσικό τους χώρο. Μια μέρα χαμένη, που θα την περνούσαν αναγκαστικά διαβάζοντας ή φλυαρώντας ανούσια με τους υπόλοιπους επισκέπτες. Πόση ασέβεια απέναντι στη φύση! Ποτέ και με τίποτα δεν ευχαριστιούνται οι σύγχρονοι άνθρωποι. Αν μπορούσαν τα πνεύματα να διαβάσουν τις σκέψεις τους…
«Προσοχή! Τα δέντρα έχουν αγκαθωτά κλαδιά»! ακούστηκε η φωνή του ιχνηλάτη. «Μπορούν να σας τραυματίσουν άσχημα, προσέχετε τα κεφάλια και τα χέρια σας. Μη σηκώνεστε όρθιοι».
Τα δέντρα μπορούν να κάνουν κακό στους ανθρώπους, ακόμη και να τους σκοτώσουν. Υπάρχουν δέντρα που τρώνε ανθρώπους. Τους πιάνουν με τα κλαδιά τους, ανοίγουν τον φλοιό τους και τους καταπίνουν. Γι’ αυτό από κάποια δέντρα ακούγονται τα αποχαιρετιστήρια τραγούδια των χαμένων ανθρώπων.
Στη δική τους μακρινή χώρα τα δέντρα είναι ήμερα, όπως και τα ζώα. Βγάζουν απ’ το κορμί τους αγάπη μαζί με τους χυμούς τους. Μιλούν άλλη γλώσσα – τα δέντρα, όπως και η βροχή, μιλούν πολλές γλώσσες. Η βροχή ξέρει επίσης πολλούς χορούς, ανάλογα με τον τόπο και την εποχή. Εδώ η βροχή είναι απαλή και συναισθηματική. Διαισθάνεται την αγάπη των ανθρώπων. Κάθε κίνησή της είναι μια τελετουργία. Ζωντανεύοντας τις μυρουδιές φύσης, είναι ερωτική και γενναιόδωρη. Τα ζώα εμφανίζονται εύκολα την ώρα της βροχής, ίσως γιατί τιμούν.
Κανένα από τα αρπαχτικά δεν έλεγε να φανεί διαδρομή τους, συνάντησαν ωστόσο αρκετά ιμπάλα τόπος ήταν γεμάτος από αυτά- πέρδικες, μελισσοφάί και άλλα άγνωστα σ’ αυτούς πουλιά.
Επίσης, είδαν αρκετούς ελέφαντες, θα πρέπει βρίσκονταν σε κατεξοχήν περιοχή ελεφάντων ή ίσως ήταν ευκολότερα ορατοί λόγω του όγκου τους. Εκείνη χαιρόταν πολύ με τους ελέφαντες, για κάποιον λόγο την είχαν
κατακτήσει με την παρουσία τους. Τους έβλεπε σαν σύμβολο του αγώνα των μαύρων κατοίκων της Αφρικής και την Αφρική την ίδια, αυτήν τη χώρα της ιδιόμορφης πραγματικότητας του ψηφιδωτού των πολιτισμών της, σαν σύμβολο ενός κόσμου χαμένου στα αφύσικα προβλήματα και τα αμέτρητα άγχη, που έπρεπε να ξαναβρεί την αρμονία του.
Σε αυτή την ήπειρο εμφανίστηκε ο πρώτος άνθρωπος και κατά μία τραγική ειρωνεία, εδώ απέμειναν (άγνωστο για πόσο ακόμη) τα τελευταία απομεινάρια της φύσης.
Ο πρωτόγονος πολιτισμός της, σε σχέση με τον δυτικό, είναι ταυτόχρονα και πρωτογενής. Υπάρχει αυτό το πρωτογενές στοιχείο που υπήρξε στην αρχή του κόσμου και το ίδιο που στο τέλος μόνο αυτό ίσως πάλι θα μπορούσε να δώσει νόημα στη ζωή και να την κάνει άξια να τη ζει κανείς.
Οι τουρίστες, εξοπλισμένοι με φωτογραφικές μηχανές και εκδρομικά ελαφρά ρούχα, περιμένουν το τέλος της βροχής. Πάντα κάτι περιμένουν οι άνθρωποι… δεν το συνειδητοποιούν όμως ότι την ώρα της βροχής γίνονται
καλύτεροι, ακόμα και τους πολέμους σταματάνε. Εδώ μπορούν να διαβάσουν, να ερωτευτούν, να σκεφθούν αλλά δεν ήρθαν γι’ αυτό. Ήρθαν για έναν συγκεκριμένο σκοπό: να δουν τα άγρια ζώα.
Ίσως την επόμενη μέρα να είναι πιο «τυχεροί». Οι βροχές μετατοπίζονται γρήγορα.

Ο αρσενικός δεν δείχνει να ενδιαφέρεται πολύ για μας, προτιμάει να συναντηθεί με τα λιοντάρια ή έστω με καμιά λεοπάρδαλη. Το βλέπω στις ανήσυχες κινήσεις του, κάτι άλλο περιμένει, ίσως έχει δει πολλούς σαν και μένα, μάλλον θα απογοητευτεί όμως αυτές τις μουντές μέρες. Τα λιοντάρια είναι κλασικοί τεμπέληδες, ακόμη και με καλό καιρό, πόσω μάλλον όταν βρέχει. Δεν βλέπω να τα καταφέρουν να συναντηθούν μαζί τους όσο συνεχίζεται αυτός ο βροχερός καιρός. Τα λιοντάρια κυνηγάνε τη νύχτα και
την ώρα που τριγυρίζουν οι άνθρωποι συνήθως είναι αραγμένα κάτω από κάποιο δέντρο και δεν κουνιούνται με τίποτα. Όποιος θέλει να δει λιοντάρια, θα πρέπει να μείνει πολλές μέρες εδώ. Δεν καταλαβαίνω γιατί, οι περισσότεροι παθιάζονται τόσο με τα λιοντάρια. Αν αγαπούσαν πραγματικά τη φύση, θα έπρεπε να απολαμβάνουν περισσότερο τα λουλούδια και τα πουλιά. Ακόμη και να τραγουδούν στη βροχή θα μπορούσαν.
Υπάρχουν όλα τα είδη ζώων σ’ αυτό το δάσος που απλώνεται γύρω από τη λίμνη. Σε κάποια σημεία του έχουμε γκρεμίσει τόσα δέντρα που φράζουν τα περάσματα των τζιπ. Μετά τα δέντρα αρχίζουν τα ξέφωτα και η ανοιχτή πεδιάδα.
Η θηλυκιά δείχνει να μας παρατηρεί με περισσότερη ευχαρίστηση, νομίζω ότι χαίρεται όταν μας βλέπει, αισθάνομαι ότι κάτι την απασχολεί πέρα από το θέαμα. Όταν το βλέμμα της πέφτει επάνω μου απαλό, με διαπερνά κάτι σαν τρέμουλο και νιώθω τις πατούσες μου να δονούνται πάνω στο υγρό χώμα. Νομίζω πως θα ήθελε να μιλήσει μαζί μου αν μπορούσε, την εμποδίζει όμως η άγνοια του τρόπου επικοινωνίας. Αυτό δεν με παραξενεύει ιδιαίτερα, μια και απ’ ό,τι καταλαβαίνω, οι άνθρωποι έχουν πρόβλημα επικοινωνίας και μεταξύ τους. Περισσότερο υποκρίνονται πως επικοινωνούν. Σ’ αυτό είναι άπιαστοι. Έχουν επίσης ένα άγνωστο σε μας ταλέντο. Να ανακατεύουν το καλό με το κακό, να μπερδεύουν τις εικόνες τους, έτσι ώστε να μη βγάζουν άκρη ούτε οι ίδιοι. Δεν έχουν ξεκάθαρη εικόνα όπως εμείς. Εμείς ξέρουμε τι είναι καλό για μας, τι μας απειλεί και τι όχι. Δεν χρειάζεται να μπορείς να μιλάς για να το
καταφέρνεις αυτό.

.

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ (2003)

Περίληψη:

Είκοσι μια μικρές ιστορίες με στιγμές καθημερινές, παρούσες ή περασμένες. Άσχετες, πολλές φορές, μεταξύ τους, συνθέτουν ένα σώμα -εντέλει ομοιογενές- που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο.
Η επιφάνειά του γίνεται καθρέφτης, όπου αντανακλώνται πρόσωπα, αντικείμενα, συμπεριφορές, σκέψεις, πράξεις. Είδωλα αληθινά και γνήσια…
Όσο μπορούν τα είδωλα, να είναι αληθινά και τα γνήσια να γίνονται είδωλα.

.

ΠΟΙΗΣΗ

ΕΝ ΛΕΥΚΩ (2001)

…Στο κοράλλι που μου έδωσες έπαψαν πια να διακρίνονται τα ίχνη των δακτύλων σου, έτσι θα χρειασθώ κάτι περισσότερο, κάτι πιο πολύ ή που απ΄ αυτό δεν θα σβήσουν ποτέ τα αποτυπώματά σου, γιατί ναι, μακριά σου αλήθεια κρυώνω. Κανένας δεν κατάλαβε σε ποιον αλήθεια απευθυνόταν η γυναίκα, μα επειδή πού και πού καθέναν στο ακροατήριο χωριστά τον κοίταζε, όλοι τους ήθελαν να ελπίζουν πως επρόκειτο γι΄ αυτούς. Έτσι ξεσπάσανε καβγάδες στο πλήθος, που λιαγιάσανε μόνο σαν ήρθε τη γυναίκα φτερωτό άλογο και την πήρε και είδαν ότι αυτό ήταν η μούσα της…”
Γιώργος Φιλιππίδης, “Γαλάζια μηχανή”, Καστανιώτης

Αυτά τα 17 σπαράγματα
γράφτηκαν μέσα στο 2000
τρία χρόνια μετά
την αναχώρηση του γιού μου Γιώργου Φιλιππίδη.
Λίζα Διονυσιάδου

.

ΛΙΖΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΟΥ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

ΠΕΡΙ ΟΥ 8/5/2021

Την αγάπη, αυτήν την κουρασμένη έννοια, που καθένας την καταλαβαίνει όπως θέλει, την χρησιμοποιεί όπως θέλει, την τραβολογάει ως μη όφειλε, αυτήν, που οι ποιητές την έχουν κάνει καραμέλα, οι σύζυγοι υποχρέωση, οι εραστές μασκαρά και άλλα πολλά, είναι σαφώς πολύ δύσκολο να την περιγράψει κανείς με σαφήνεια, με εξαίρεση ίσως την αγάπη της μάνας προς τα παιδιά της. Για όλες τις υπόλοιπες μορφές της, διατηρώ τεράστιες επιφυλάξεις, αφού, σε κάθε περίπτωση αισθημάτων από ένα πρόσωπο σε άλλο, τον πρώτο λόγο έχει το εγώ μας. Αγαπώ κάποιον, επειδή έτσι αισθάνομαι καλά! Επειδή κάτι τέτοιο μου προσφέρει ικανοποίηση, με κάνει χαρούμενο.
Πολλά έχουν γραφτεί πάνω σε αυτό, ώστε να μην θεωρείται ότι ανακαλύφθηκε η Αμερική ή κάποιος άγνωστος πλανήτης στο μέλλον, με όλες αυτές τις σκέψεις.
Έξαφνα όμως, μια φράση που διάβασα τυχαία, ήρθε να με προβληματίσει τόσο έντονα, να με χτυπήσει σαν κεραμίδα αναπάντεχη, να με ταρακουνήσει θα έλεγα σαν σεισμός περίπου οχτώ ρίχτερ! “Όταν δεν ξέρεις τι να κάνεις, σκέψου τι θα έκανε η αγάπη”.
Την έγραψε ένας φίλος από την Θεσσαλονίκη, στο f.b. Εδώ, δεν γινόταν αναφορά στον ορισμό της αγάπης, ο γράφων δεν προσέτρεχε στον Αριστοτέλη, στον Καζαντζάκη ή σε ρήσεις άλλων που προσπάθησαν κατά καιρούς να την ορίσουν. Προσπερνούσε όλους τους ορισμούς που πολλοί θέλησαν να της δώσουν, (μια και ο καθένας διαφορετικά την αντιλαμβάνεται), και, επικεντρωνόταν στην δύναμη που η αγάπη διαθέτει. Τέτοια, που θα μπορούσε να λύσει το όποιο πρόβλημα! Να βγάλει κάποιον από αδιέξοδο! Να ρίξει φως στο σκοτάδι! Να δώσει λύση!
Την βρήκα καταπληκτική αυτή την οπτική. Και όχι μόνον. Ευθύς, αισθάνθηκα μια τεράστια εσωτερική δύναμη που αγνοούσα ότι διέθετα. Όλα έγιναν ξεκάθαρα. Ήταν σαν θαύμα. Ένα θαύμα που μόνο η αγάπη μπορεί να προκαλέσει. Κι ας μην ξέρει κανείς τι ακριβώς είναι η αγάπη, ξέρει όμως πως να πορευτεί, αν ακολουθήσει τα χνάρια της! Αυτά, θα του δείξουν τον δρόμο. Τα πετραδάκια του Κοντορεβιθούλη δεν λαθεύουν ποτέ!

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Η ΑΧΜΑΤΟΒΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΜΟΥ

ΠΑΝΟΣ ΣΤΑΘΟΓΙΑΝΝΗΣ

Η ομιλία του Πάνου Σταθόγιαννη για το βιβλίο “Η Αχματοβα στον καθρέφτη μου”, στο Ευνάρδειο της Αίγινας, στις 11 Αυγούστου 2021.

Ας ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι κάθε λογοτεχνικό δημιούργημα, είναι αυτοβιογραφικό, υπό την έννοια ότι ο συγγραφέας, ακόμα και όταν κάνει ένα ας πούμε ιστορικό μυθιστόρημα ή κινηθεί στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, το κάνει ανασυνθέτοντας δικές του εμπειρίες, οπτικές γωνίες, πτήσεις της φαντασίας του, εκδηλώσεις του θυμικού του, εντάσεις των ενστίκτων του, εντυπώσεις από αναγνώσεις του. Πράγματα δικά του δηλαδή, πράγματα που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποτελέσματα του πώς αποτυπώθηκε ατομικά, έγινε αντικείμενο ατομικής πνευματικής επεξεργασίας, ενδύθηκε ατομικά εκφραστικά μέσα αυτή η τυχερή μεν, τραγική δε περιπέτεια στον χώρο και στον χρόνο, που λέγεται ενσυνείδητη ζωή. Αφηγούμαι σημαίνει και εκμυστηρεύομαι, αυτοβιογραφούμαι.
Στο παρόν μυθιστόρημα της αγαπημένης φίλης Λίζας Διονυσιάδου, το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι δεδομένο – «εφαλτηριακό», θα έλεγα, αν μου επιτρέπετε τον νεολογισμό. Συμμετέχει και η ίδια ως ηρωίδα του δικού της βιβλίου που αυτοπαρατηρείται, αυτοαναλύεται, περνάει με θαρραλέο αλλά και γεμάτο χάρη διασκελισμό από την περιγραφή καταστάσεων που αποτυπώθηκαν εντός της από τη μνήμη, σε εκείνες τις άλλες, εξίσου πραγματικές, που ιχνηλάτησε, μετατρέποντάς τες και αυτές σε ρεαλιστικό βίωμα, η φαντασία. Γιατί πραγματική ζωή, δεν είναι μόνο η υλική μας παρουσία στον κόσμο, αλλά και οι πτήσεις του ανήσυχου, απροσδόκητου και πιθανότατα αιώνιου Πνεύματος που μας κατοικεί και δι’ υμών υλοποιείται και σαρκώνεται.
Η φίλη Λίζα είναι μάλιστα και η πρωταγωνίστρια του βιβλίου. Η Άννα Αχμάτοβα, η δεύτερη θηλυκή περσόνα του βιβλίου, παρά το «βάρος» του ονόματός που κληροδότησε στη γραφή με το έργο της αλλά και τον βίο της, είναι δεύτερος ρόλος. Η συγγραφέας κυρία Διονυσιάδου θέλει να αποτυπώσει μυθιστορηματικά τον εαυτό της να κινείται στη Σοβιετική Ρωσία, χώρα στην οποία η ίδια πέρασε σημαντικό μέρος της νεότητάς της και αγάπησε. Και όταν λέω να κινηθεί, δεν εννοώ μόνο τον χώρο, τα μέρη, τα κτίρια, τις σκιώδεις αλέες, αλλά κυρίως σε έναν συνολικότερο πολιτισμό με βάθος συγκλονιστικό.Σε μια αίσθηση λαού βασανισμένου και μεγαλειώδους. Σε ένα πείραμα της ιστορίας ψευδαισθητικό ότι η «επί γης ειρήνη», η ισότητα, η ελευθερία είναι πράγματα εφικτά – μέχρι που η σιωπή να αρχίσει να ραγίζει για να φανεί το σκληρό πρόσωπο του ψεύδους, του ολοκληρωτισμού, συχνά δε και του αίματος. Να κυρίως κινηθεί ανάμεσα στους ανθρώπους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο προσπάθησαν να κρατήσουν αναμμένο το κεράκι του πνεύματος. Κι όλα αυτά, σε μια περίοδο όπου το ελεύθερο πνεύμα θεωρείται από χέρι ύποπτο, παρακολουθείται, χειραγωγείται στανικά, διώκεται.
Προσπαθώντας να ψηλαφίσω τις αρχικές προθέσεις τις συγγραφέως, όταν σχηματιζόταν μέσα της η ιδέα αυτού του μυθιστορήματος, έχω οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η φίλη Λίζα θα διαπίστωσε ότι οι από πρώτο χέρι, οι βιωματικές γνώσεις της για τη Σοβιετική Ένωση, δεν είναι απλώς ένα υλικό πάνω στο οποίο μπορεί να στοχαστεί, για να βγάλει συμπεράσματα ιστορικά ή κοινωνιολογικά. Θεωρώ ότι, υποσυνείδητα ίσως, εκεί, σ’ αυτή την φοιτητική της θητεία, διαπίστωσε ότι αρχίζουν οι πρώτες εμφανείς νεύσεις της προσωπικής της μοίρας, η αρχή του νήματος, το εφαλτήριο που όρισε το μακροβούτι της στην μετέπειτα συνειδητή της ζωή.
Άρα, είχε μπροστά της έναν διπλό στόχο – να μιλήσει για τη Ρωσία του εικοστού αιώνα και των αρχών του εικοστού πρώτου, αλλά να να μιλήσει και για τον εαυτό της στον εικοστό και στον εικοστό πρώτο αιώνα. Με άλλα λόγια να εντάξει τη σύνολη υπόστασή της ως γυναίκα, ως μητέρα, ως πλάσμα ευαίσθητο, ως πάσχων άνθρωπος σ’ αυτό το ρωσικό πλαίσιο. Να κλειστεί μέσα του ή να το κλείσει μέσα της, όπως γίνεται με αυτές τις παράδοξες ρώσικες κούκλες, τις μπάμπουσκες, που είναι η μία μέσα στην άλλη. Ή, ακόμα καλύτερα, για να είμαστε πιο κοντά και στον τίτλο του βιβλίου, να καθρεφτίσει και να καθρεφτιστεί.
Πως αλλιώς και πώς καλύτερα θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, αυτή την αυτοφανέρωση δηλαδή, (και μάλιστα με τους όρους της λογοτεχνίας), αν όχι μέσα από την αναφορά και τον συσχετισμό τουλάχιστον με ένα άλλο πρόσωπο, που να μπορεί να συγκεφαλαιώσει την τραγική και ταυτόχρονα υπερβατική όψη αυτής της μεγάλης χώρας κι αυτού του μεγάλου λαού. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και στο πρόσωπό του να αναγνωρίσει η ίδια η συγγραφέας παραλληλίες και επαλληλίες με τη δική της βιωτή. Θέλω να πω να έχει και εκείνη την πλευρά της δύσκολης μοίρας της γυναίκαςτου πάθους και των παθών, της προσφοράς και της απώλειας, του κυνηγητού της ευτυχίας και των χτυπημάτων της μοίρας.
Είναι ευφυής και πιθανότατα αποτέλεσμα αιφνίδιας έμπνευσης της αγαπητής Λίζας το να επιλέξει να συντροφευθεί σε αυτή την καταβύθιση στα ενδότερα της ψυχής της και στο σύμπαν της Ρωσίας από την μεγάλη (ίσως την μεγαλύτερη) ποιήτρια της Ρωσίας – την Άννα Αχμάτοβα.
Ασφαλώς και δεν μιλάμε για ταύτιση. Θα είχε χαρακτηριστικά οίησης κάτι τέτοιο. Αντίθετα, η κυρία που σήμερα έχω την τιμή να παρουσιάζω, στέκεται απέναντι σε αυτό το τέρας της ρωσικής αλλά και της παγκόσμιας ποίησης σχεδόν με δέος – ένα δέος που διαπερνά ως το τέλος το βιβλίο, ακόμα και όταν η συγγραφέας αναπτύσσει φιλία με την ηρωίδα της.
Η Άννα Αχμάτοβα εμφανίζεται στον καθρέφτη της συγγραφέως. Δεν είναι το είδωλο της Λίζας Διονυσιάδου. Ούτε ένα alterego της. Ο καθρέφτης είναι ένα παράδοξο σύμβολο. Η πρώτη αίσθηση που μας δίνει είναι ότι πρόκειται για ένα σημείο τομής ανάμεσα στον δικό μας και έναν άλλον κόσμο, όπου τα πράγματα υπάρχουν αναιρούμενα, όπως η ασπίδα-καθρέφτης του Περσέα που αναίρεσε το τρομερό βλέμμα της Μέδουσας. Είναι μια δυνατότητα ανακάλυψης του εαυτού, καταβύθισης στο δικό σου βλέμμα, όπως συνέβη με τον Νάρκισσό. Να μην ξεχάσουμε και τον Αριστοτέλη που λέει πως αν μια γυναίκα σταθεί νύχτα στο σκοτάδι μπροστά σε έναν καθρέφτη, κάποια στιγμή θα δει τον εαυτό της μέσα στο αίμα….
Στις συνθήκες του παρόντος μυθιστορήματος υπάρχουν και τα τρία παραπάνω. Η Λίζα Διονυσιάδου εισέρχεται σε αυτή την παράξενη διάσταση όπου τα πράγματα αναιρούνται, χωρίς όμως να χάνουν το βάρους τους. Τα πράγματα της μνήμης κυρίως, μιας που και οι δύο ηρωίδες του βιβλίου έχουν μνήμη βαριά και ζορισμένη. Εδώ η μνήμη αναβιώνει ολοζώντανη, αλλά το σκάλισμά της γίνεται πλέον με τη σοφία της εμπειρίας. Τώρα πια και οι δύο ηρωίδες, επειδή γνωρίζουν, μπορούν να διαχειριστούν το παρελθόν τους με επιείκεια προς τον ίδιο τους τον εαυτό και τους άλλους, γιατί ξέρουν τι αλλόκοτο πράγμα είναι η ζωή, τι αλλόκοτα όντα είναι οι άνθρωποι. Ο ενυπάρχων καθρέφτης του μυθιστορήματος είναι και καταβύθιση στον εσωτερικό κόσμο μας. Αλλά απέξω. Όπως μας βλέπουν οι άλλοι. Εμείς βλέπουμε τον εαυτό μας από μέσα προς τα έξω, ενώ οι άλλοι απέξω και προσπαθούν να διεισδύσουν μέσα μας. Οι δύο ηρωίδες του βιβλίου γίνονται συχνά η μία καθρέφτης της άλλης – ο πολύ κοντινός άνθρωπος που θα σου πει με λόγο καθαρό την αίσθηση που αφήνεις ως παρουσία και ως «ποιόν» στον άλλον. Και ασφαλώς το φανέρωμα του αίματος, μέσα στην νύχτα, πάνω στο σώμα της γυναίκας. Όχι κυριολεκτικά ασφαλώς. Για τα πολλά τραύματα μιλάμε – το σώμα και η ψυχή της γυναίκα φέρουν τραύματα πολλά. Σε τέτοιο βαθμό, που ένας ορισμός της γυναίκας ως «τραυματισμένου ανθρώπου» στις σελίδες του παρόντος μυθιστορήματος δικαιώνεται απόλυτα.
Η συγγραφέας και η Άννα Αχμάτοβα συναντώνται. Στην Ελλάδα, στη Ρωσία, στη Γαλλία. Εκεί που, το 1910, πήγε γαμήλιο ταξίδι με τον ποιητή Γκουμιλιώφ (εκτελέστηκε το 1923), και πρόλαβε να συνάψει σχέσεις με τον Μοντιλιάνι. Συναντώνται στο τώρα και στο πριν. Μπαίνουν στον χωρόχρονο η μία της άλλης. Μοιράζονται πράγματα συναμεταξύ τους – ακόμα και εραστές. Η Λίζα Διονυσιάδου ζωντανεύει ατμόσφαιρες εποχών με έναν τρόπο εξαιρετικό. Ιδιαίτερα εκείνες των πρώτων δεκαετιών της σοβιετικής εξουσίας, όπου παρελαύνουν όλοι οι μεγάλοι (διωκόμενοι οι περισσότεροι) πνευματικοί άνθρωποι της Ρωσίας. Ο αναγνώστης περνάει και αυτός από την άλλη μεριά του καθρέφτη και γίνεται σχεδόν αυτόπτης μάρτυραςσυναντήσεων, φόβων, ελπίδων. Διάχυτο ένα κλίμα ενσυναίσθησης. Αυτό που και οι κύριες δύο περσόνες του βιβλίου μοιάζουν να δυσκολεύονται να κατανοήσουν είναι το μέλλον. Όχι τόσο το δικό τους. Του κόσμου μας. Πιθανή γεύση του οποίου λάβαμε και συνεχίζουμε να λαβαίνουμε αυτές τις μέρες με τις πυρκαγιές. Και μου έρχονται εδώ οι στίχοι του Μιχάλη Κατσαρού – «Μην αμελήσετε / πάρτε νερό μας μαζί σας / το μάλλον μας έχει πολλή ξηρασία»
*
Η γλώσσα του μυθιστορήματος είναι βατή. Σχεδόν κοφτή. Στη Λίζα δεν αρέσουν οι φιοριτούρες στο λόγο. Θέλει τα τεκταινόμενα να μας δονούν εσωτερικά και ο λόγος να τα υπηρετεί όχι να τα καλλωπίζει. Το ύφος είναι ρεαλιστικό, φλερτάροντας συχνά με τον μαγικό ρεαλισμό στις μεταβάσεις του από τον έναν χώρο στον άλλον, όχι όμως με τον τρόπο των Λατινοαμερικανών ή της δικής μας Ζυράννας Ζατέλη. Το κάνει αδρά, κάθετα, σαν να γειώνει και να απομαγεύει το μαγικό και όχι σαν να μαγικοποιεί την πραγματικότητα. Έντονη και η παρουσία διαλόγων, που συχνά, λόγω του αυτοαποκαλυπτικού χαρακτήρα της αφήγησης, γίνονται μονόλογοι, συγκλονιστική εξομολόγηση.
Δεν θέλω να σας κουράσω άλλο, αν και, κατ’ ουσίαν, νομίζω ότι μόλις άρχισα. Σκοπός μου ήταν να σας παρουσιάσω μερικές παραμέτρους της δικής μου ανάγνωσης του «Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου». Μια ανάγνωση καθόλου δεσμευτική για σας. Έλεγε ένας συγγραφέας, δεν θυμάμαι τώρα το όνομά του, ότι ένα βιβλίο επειδή διαβάζεται από χιλιάδες διαφορετικούς αναγνώστες, στην πραγματικότητα είναι χιλιάδες διαφορετικά βιβλία.
Κλείνω με την προτροπή να του δώσετε τη δέουσα σημασία

.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΙΒΕΤΙΔΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 19/6/2021

ΟΤΑΝ ΤΟ ΨΕΜΑ ΛΕΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

«ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΟΥ ΚΑΘΙΣΤΙΚΟΥ ΜΟΥ ήταν κρεμασμένος ένας παλιός ξύλινος-καρυδένιος καθρέφτης. Κοντοστάθηκα για λίγο, θέλοντας να διορθώσω τα μαλλιά μου. Στον καθρέφτη απέναντι όμως δεν υπήρχε το δικό μου είδωλο. Με κοιτούσε από εκεί μια άλλη γυναίκα. […] Ήταν η Άννα Αχμάτοβα.» Η γνωστή-άγνωστη του καθρέφτη, μια γυναίκα που η Λίζα Διονυσιάδου δεν συνάντησε ποτέ, μια ποιήτρια για την οποία είχε απεριόριστο θαυμασμό, μια τραγική, μυθική προσωπικότητα, γίνεται η πολύτιμη συντροφιά της στο τελευταίο της βιβλίο, Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου.
Σε ένα αθηναϊκό αστικό σαλόνι, στις μέρες μας, συναντιούνται τακτικά δύο ανήσυχες γυναίκες με πνευματικές ευαισθησίες, που τις ενώνει η σιωπηλή θλίψη, ο πόνος για τον αγαπημένο γιο, η ταραχώδης ερωτική ζωή, οι τύψεις για όσα θα μπορούσαν να είχαν κάνει· δύο ζωές σε άλλες εποχές, σε τόπους μακρινούς, με άλλα καθεστώτα, άλλους ανθρώπους και νοοτροπίες. Οι γυναίκες ανταλλάσσουν απόψεις, θυμούνται, αφηγούνται βιώματα, ξανανιώθουν συναισθήματα, περπατούν μαζί στις λεωφόρους του Λένινγκραντ και τα προάστια της Αθήνας, στη γειτονιά της Φοντάνκα −όπου έζησε για χρόνια η Αχμάτοβα, ταξιδεύουν στο Παρίσι του τότε και του τώρα. Βίοι παράλληλοι ξεδιπλώνονται μέσα σε μια συγκλονιστική αφήγηση, που ζωντανεύει ένα πολυτάραχο παρελθόν και ένα δυσνόητο παρόν. Η Άννα Αχμάτοβα και η άλλη Άννα, η Ρωσίδα ποιήτρια και το «μεταλλαγμένο πρόσωπο» τής γραφέως, συνομιλούν, όταν ο καθρέφτης γίνεται ο χρονότοπος της μνήμης, και το είδωλο της Αχμάτοβα το απαραίτητο «ακροατήριο» για να «βγει» η συγγραφέας «από τον εαυτό της» και να μιλήσει. Ας σημειώσουμε ότι η Διονυσιάδου έζησε χρόνια στη Μόσχα, σπούδασε, ερωτεύτηκε, αφουγκράστηκε τους πολιτικούς και κοινωνικούς κραδασμούς του ξένου τόπου και πρόσφατα επέστρεψε στη σημερινή Ρωσία (2017)για να πατήσει στα χνάρια της Αχμάτοβα, σε μέρη όπου η ποιήτρια άφησε έντονο το αποτύπωμά της.
Οι συνηθισμένες εκ πρώτης όψεως καταστάσεις –πρόκειται κυρίως για συνομιλίες με παρεμβολή «ανάγνωσης» σημειώσεων− ακυρώνουν προκλητικά την πραγματικότητα, με την ανατρεπτική συνθήκη του χρόνου και του επικοινωνιακού μέσου. Ο μακρύς χρόνος που χωρίζει τα δύο πρόσωπα −εβδομήντα χρόνια περίπου− και ο καθρέφτης που τα ενώνει, ομολογούν περίτρανα τη συμβατικότητα, στην οποία καλείται ο αναγνώστης να μετάσχει.

Με πλούσιο συμβολισμό και ευρεία χρήση, κυρίως στο χώρο της δραματικής τέχνης −είτε επιβεβλημένος από το κείμενο, είτε ως σκηνοθετική επιλογή−, ο καθρέφτης γίνεται ο κεντρικός πυρήνας, γύρω από τον οποίο η συγγραφέας τυλίγει το κουβάρι της γραφής της. Το κατεξοχήν αντικείμενο ψευδαίσθησης, που αντιστρέφει την εικόνα, είναι το μέσο για να επικοινωνήσει η γραφέας με τη μεγάλη ποιήτρια, κατασκευάζοντας μια επίπλαστη κατάσταση, καθώς βουτά τολμηρά στην αοριστία και τις αναχρονιστικές δομές. Το τότε της Αχμάτοβα, με τη θυελλώδη προσωπικότητα και τον ταραχώδη βίο, αναβιώνει στο τώρα της αφήγησης και σβήνει μέσα στη ζωή της άλλης Άννας, στις τακτικές «επισκέψεις» της ποιήτριας στον καθρέφτη του αθηναϊκού σπιτιού.
Είδος μυθιστορηματικής βιογραφίας της Άννας Αχμάτοβα; Αυτοβιογραφία της άλλης Άννας; Αν για τη δύσπιστη στην αξιοπιστία της μνήμης Αχμάτοβα «οι βιογραφίες πάντα παραπλανούν», παραπλανητική είναι και η γραφή της Διονυσιάδου· μπλέκει τον αναγνώστη σε έναν πολύπλοκο ιστό, σε ένα ιδιότυπο μείγμα βιογραφίας και autofiction, όπου παρακολουθεί δύο προσωπικότητες, δύο εύθραυστους ψυχισμούς, σε μία εκ βαθέων συζήτηση, ενώ η φαντασία απογειώνει το αφήγημα στη σφαίρα του παράδοξου, επιτρέποντας ποικίλες αναγνώσεις.
Μέσα στις πτυχές της μυθοπλαστικής αφήγησης φωλιάζει η βαθύτερη στόχευση της γραφής. Η «αφηγήτρια-ηρωίδα» −όπως αποκαλύπτει ο πρόλογος− επιχειρεί με το τέχνασμα του καθρέφτη να εισχωρήσει στα άδυτα της ψυχής, καθώς το κάτοπτρο γίνεται η πόρτα για να μπει στον κόσμο της Αχμάτοβα και να οδηγηθεί στην παρατήρηση του εαυτού. Αν η ανάγκη καταβύθισης στον εαυτό είναι αυτή που κινητοποιεί τη γραφίδα της Διονυσιάδου, η παραδοξότητα να συναντήσει την αλήθεια της ζωής της, να σκάψει και να αντικρίσει τον εαυτό της, αξιοποιώντας ευρηματικά το πλέον ψευδαισθητικό αντικείμενο −η αστραφτερή επιφάνεια της επιστρέφει το είδωλο της ποιήτριας−, συνιστά ακριβώς την ιδιομορφία της σύλληψής της.
«Ήμουν εγώ εκεί; Ήταν η Άννα; Δεν έχει καμιά σημασία», ομολογεί η αφηγήτρια, όταν, βιώνοντας μια απολύτως συγκεχυμένη κατάσταση ταύτισης, ακούει τη φωνή της Αχμάτοβα από πολύ μακριά − «σαν να ερχόταν από μέσα μου», γράφει.

Στη λογοτεχνία του εγώ, στο γύμνωμα της ψυχής, η ετερότητα γίνεται το όχημα για τη διείσδυση στο χώρο της σιωπής και το ανάχωμα στο συναισθηματικό ολίσθημα, για να διασωθεί μέσα στις λέξεις ο ψυχογραφικός χαρακτήρας της αφήγησης μακριά από την επικίνδυνη υπερβολή. Στη βαθιά εσωτερική ανάγκη θέασης του εαυτού η συγγραφέας χρησιμοποιεί τη θεατρική τεχνική. Ανεβάζει στη σκηνή του βιβλίου δύο πρόσωπα, την Αχμάτοβα και την άλλη Άννα, ώστε με το ευφυές παιχνίδι των ρόλων να μπορέσει να δει τον εαυτό από μέσα, να αντικρίσει το ανοίκειο, να ανιχνεύσει το κρυμμένο. Η ενδοσκοπική διεργασία ακολουθεί την πρακτική μιας καλοστημένης παράστασης: η αφηγήτρια-ηρωίδα υποδύεται την άλλη Άννα, διευκολύνοντας μέσω της υπόκρισης τη μετάβαση από το ιδιωτικό στο δημόσιο.
Γιατί στο πέρασμα από τη ζωή στο θέατρο, η ετεροταυτοποίηση φωτίζει τις ομιχλώδεις διαδρομές της ζωής και της ψυχής και η αποστασιοποίηση επιτρέπει στο ποιητικό υποκείμενο την παρακολούθηση του εαυτού. «Έμαθα να αφουγκράζομαι τον εαυτό μου σαν να ήμουν κάποια άλλη», γράφει η συγγραφέας στον απόηχο του στίχου: «Δεν είμαι εγώ / Είναι κάποιος άλλος που υποφέρει» (Αχμάτοβα, «Ρέκβιεμ»), που με τη σειρά του
υπενθυμίζει τη γνωστή διαβεβαίωση του Rimbaud, «Je est un autre». Και σίγουρα ο Ψεύτης (Le Menteur) του Ζαν Κοκτώ θα χειροκροτούσε ενθουσιασμένος από τα παρασκήνια, βλέποντας στο θέατρο των λέξεων να επιβεβαιώνεται η γνωστή του ατάκα:
«Είμαι ένα ψέμα που λέει πάντα την αλήθεια» − ύμνος στη δύναμη του θεάτρου.
Αν «η φωνή είναι η κατεξοχήν δύναμη επικοινωνίας» (Ζωή Σαμαρά), γιατί προέρχεται από το σώμα, το παιχνίδι των ρόλων παίζεται εδώ με τρεις φωνές –η συγγραφέας ερμηνεύει τον διπλό ρόλο της «αφηγήτριας-ηρωίδας»–, έτσι που η θεατρικότητα της γραφής της Διονυσιάδου δημιουργεί μια ζωντανή κατάσταση στο «εδώ και τώρα» της αναγνωστικής διαδικασίας, ενώ η συχνή αβεβαιότητα για την προέλευση της φωνής και το υποκείμενο του λόγου μπλέκει τον παραλήπτη σε μια πλεκτάνη λέξεων-εικόνων, απόψεων, γεγονότων, προσώπων, αισθήσεων και συναισθημάτων, μεταγγίζοντας την ένταση και τη συγκίνηση του ποιητικού υποκειμένου στον αναγνώστη για την επιθυμητή του μέθεξη και τις δικές του πιθανές συναντήσεις. Πρόκειται για εκείνες ακριβώς τις στιγμές κορύφωσης, όπου συντελείται η αλλοτρίωση του γραφέα –γιατί αυτός που γράφει είναι πάντα κάποιος άλλος–, αφού η γραφή αιφνιδιάζει τελικά και τον ίδιο με την ανάδυση κρυμμένων εικόνων του εαυτού. «Δεν ξέρω αν όλο αυτό που μου συμβαίνει μαζί σας είναι παραίσθηση. Το μόνο που ξέρω είναι ότι εμάς τις δύο μας δένει μια τραγική αλήθεια. Υπάρχει μια παραλληλία στη ζωή μας. Το γνωρίζετε άλλωστε και εσείς. Διαφορετικά δεν θα εμφανιζόσασταν στον καθρέφτη μου», είναι λόγια της άλλης Άννας, που αποτυπώνουν την επώδυνη και μαγευτική κατάσταση της διεργασίας της γραφής στις ατραπούς της εσωτερικής αλήθειας και του μύθου, ώστε ακόμη και κάποιες τυπογραφικές ατέλειες της έκδοσης θα μπορούσαν να ερμηνευτούν σαν αποτύπωμα της εσωτερικής αταξίας πάνω στις λευκές σελίδες.
Πραγματικότητα και μυθοπλασία συνθέτουν ένα σαγηνευτικό μείγμα, καθώς, παράλληλα με την περίπλοκη συνθήκη ανίχνευσης του ψυχισμού της γραφέως, η περιπετειώδης ζωή της Αχμάτοβα απλώνεται στις σελίδες του βιβλίου, μαζί με έναν πλούσιο κόσμο τής τότε διανόησης –Μαγιακόφσκι, Μάντελσταμ, Μπλοκ, Μοντιλιάνι– και φόντο μια μακρινή σκοτεινή εποχή, στιγματισμένη με εξορίες, φυλακίσεις και αίμα. Και ο αναγνώστης, χαμένος σε μια ποιητική αναπαράσταση προσώπων, τόπων, εποχών, βιώνει μια μοναδική εμπειρία, όπου η ενδοσκοπική σκόπευση της γραφής της Λίζας Διονυσιάδου κάνει την αλήθεια να μοιάζει με μύθο και τον μύθο με αλήθεια, χωρίς η αλήθεια να επισκιάζει τον μύθο, χωρίς ο μύθος να υπονομεύει την αλήθεια.
Αν, εντέλει, για τη συγγραφέα, «ο μύθος είναι πάντα ωραιότερος, πλουσιότερος, πιο φωτεινός από την αλήθεια», ίσως κάποιοι αθεράπευτα ρομαντικοί να πρόσθεταν πως η έντεχνη κατάθεση της αλήθειας (α+λήθη) της ψυχής έχει τη θαυμαστή ιδιότητα να αρνείται τη λήθη, οδηγώντας στην αυτογνωσία.

(Αναδημοσίευση από το Θευθ, περιοδικό λογοτεχνίας και λογοτεχνικής κριτικής Τεύχος 13,ΙΟΥΝΙΟΣ 2021)

.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 5/12/2020

Αυτές τις μέρες διαβάζω ένα βιβλίο που με έχει κατακτήσει, “Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου…” της Λίζας Διονυσιάδου, το πέμπτο μυθιστόρημά της. Πρόκειται για μια λαμπρή και ειλικρινή αναπαράσταση της γυναικείας ψυχής, του ποιητικού υποστρώματος της σε δύσκολους καιρούς, όταν όλα δοκιμάζονται, ελπίδα, έρωτας, μητρότητα, ως και η πνευματική ελευθερία. Η Άννα γίνεται και δεν γίνεται για τη Λίζα ένα alter ego, μένοντας ή και αναχωρώντας από τον αφηγηματικό της καμβά. Οι δυο τους συνομιλούν πάνω από το χάσμα σχεδόν ενός αιώνα. Η Άννα κουβαλάει τη φοβερή εποχή της επανάστασης, του Μαγιακόφσκι και του Μαντελστάμ, της Τσβετάγιεβα και του Πούνιν. Δίπλα στο πετρουπολίτικο κανάλι της Φοντάνκα, όπου διέμενε για καιρό, υψώνονται τα σκιάχτρα του Στάλιν, της Κα Γκε Μπε, της φρίκης της εξορίας που ξεσπά σχεδόν δίχως αφορμή, ο θάνατος του παιδιού της. Λίγο πιο κει οι μνήμες από το μεσοπολεμικό Παρίσι του Μοντιλιάνι ή η κυρίαρχη στη ζωή της μορφή του στοχαστή Ιζάια Μπερλίν.
Σε μόλις 135 σελίδες η Λίζα Διονυσιάδου, βαθιά γνώστης της ίδιας της Ρωσίας όπου σπούδασε αρχιτεκτονική, αλλά και της ποίησης της Άχμάτοβα που μεταφράζει εξαίσια, της μορφής της ποιήτριας, που γνωρίζει από την καλή και από την ανάποδη των παθών της, στα πανέμορφα νιάτα της αλλά και στην καμπή της ηλικίας, ακόμη και του καπνού του τσιγάρου της, κατορθώνει να πλάσει ένα θαυμάσιο πίνακα των φοβερών χρόνων του σοσιαλιστικού πειράματος, και μόνο από τον λυγμό μιας ποιήτριας. Στον καθρέφτη της Λίζας Διονυσιάδου δεν εμφανίζεται μόνο η ονειρική κι άλλοτε κατακόκκινη από τα πάθη της Άννα, εμφανίζεται μια ολόκληρη εποχή. Δεν θέλω παρά να την ευχαριστήσω για τη συγκίνηση που μου προσέφερε με το βιβλίο της, καθώς και τον εκδότη του Εύμαρου, Πέτρο Κακολύρη, που με ηρωικό τρόπο συνεχίζει από τη μακρινή Εύβοια, όπου τον κρατάει ως μεταμοσχευμένο τη καρδία η καραντίνα, τις άψογες εκδόσεις των εκλεκτών αυτών βιβλίων.

.

ΝΙΚΟΣ ΒΟΛΩΝΑΚΗΣ

boreiosellas.gr/politismos/2/2/2021

Από τη Ρωσία με αγάπη, αλλά και πίκρα…

Σκεφθήκατε ποτέ να ξυπνήσετε ένα πρωί και να πλησιάσετε στον καθρέφτη για να χτενιστείτε και ξαφνικά απέναντι σας βλέπετε τον Κωνσταντίνο Καβάφη..
Εκείνος όχι μόνο σας καλημερίζει, αλλά αποζητάει ν ανοίξει κουβέντα μαζί σας.

Σαν όνειρο μου φαίνεται, από τα σπάνια που μπορεί να συμβούν. Και όμως ! Και όμως υπάρχει μια συγγραφέας που συνάντησε στον καθρέφτη της,τη διάσημη ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα και μίλησε μαζί της για ιστορίες, για κοινωνίες, για πολλά και διάφορα σχετικά με την πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση.

Συγγραφέας του συναρπαστικού αυτού διαλόγου είναι η Θεσσαλονικιά Λίζα
Διονυσιάδου, που έχοντας θητεύσει στην Ρωσία -σπούδασε αρχιτεκτονική στη Μόσχα- και βέβαια γνώρισε το έργο της Αχμάτοβα, τις δυσκολίες,τους καημούς, τις προσωπικές ιστορίες που κρατάει ο καθένας μέσα του και δέχθηκε να εξομολογηθεί μπροστά της, σχεδόν 100 χρόνια από το απόγειο της δόξας της.

Η Άννα Αχμάτοβα υπήρξε μεγάλη ποιήτρια που έζησε πλάι στον Μαγιακόφσκι, στον Σεβεριάνιν η τον Πούσκιν η τον αρχιτέκτονα Τάτλιν στην Πετρούπολη, όπου παντρεύτηκε τον Νικόλαι Πούνιν και συμβίωσε με τον μουσικό Λουριέ, εκπρόσωπο της φουτουριστικής πρωτοπορίας κλπ. Έχει τόσα πολλά να αφηγηθεί, ακόμα και μέσα από το τζάμι του καθρέφτη. Μια ζωή γεμάτη έρωτες, κοινωνικούς κραδασμούς πίκρες και απελπισίες.

-Νομίζω ότι είχατε πει πως η κουλτούρα και η μόρφωση μιας γυναίκας μετριέται
με τον αριθμό των εραστών της; Έτσι δεν είναι;

-Ναι, το είπα.Και το πίστευα, τότε. Ξέρετε, όταν η ζωή σου είναι πικρή, ζητάς με
μανία κάτι να σου την γλυκάνει κι ας είναι ψευδαίσθηση.Μάλλον Γι αυτό το
Σοβιετικό κράτος μαζί με το αλογίσιο κρέας μας έδινε και μια πλάκα σοκολάτα.
Αστειευόμασταν λέγοντας πως η σοκολάτα ήταν το σεξ που έκανε μαζί μας το
κράτος. Προσπαθούσε να γλυκάνει την πίκρα της νέας μας καθημερινότητας.Δεν
τα κατάφερε.Όπως και οι έρωτες μου δεν κατάφεραν να γλυκάνουν τη μέσα μου
πίκρα.

-Σήμερα τα πράγματα είναι διαφορετικά.Υπάρχουν ελευθερίες..

-Ελευθερίες, μορφάζει η Άννα, αυτά που εσείς ονομάζετε ελευθερίες δεν είναι παρά
μικρά διαλείμματα στη βία και τον τρόμο.Για τη χώρα μου τουλάχιστον αυτό είναι
κανόνας.Είμαστε παράξενος λαός εμείς οι Ρώσοι…

– Πάμε Άννα, αποκρίθηκα εγώ, μας περιμένουν.Έχουμε ακόμη να περάσουμε απ το
ορισμένο μέρος, όπου ο καθένας έδωσε τα δικά του, άλλος έρωτα, άλλος ψέμα, τρυφεράδα,σκέψη,λογικό,αλήθεια,έχθρα,τη γη κι ένας έδωσε τον ήλιο Άννα. Να
ανοίξουμε περάσματα. Εκεί που το μέρος είναι κακοτράχαλο και δύσκολο.

Δυο γυναίκες, ανήμπορες να αισθανθούν τη γαλήνη ως το τέλος, σαν να πίστευαν
ότι δεν τους ταίριαζε. Διακατέχονται από τύψεις για το ότι δεν έκαναν όσα θα μπορούσαν να είχαν κάνει, αλλά την ίδια στιγμή κατακλύζονται από επιείκεια για τις ανθρώπινες συμπεριφορές.

Από μια μεριά είναι αλήθεια, αν είσαι δίκαιος και αντικειμενικός κριτής. Από την άλλη, πρέπει να λάβεις υπ όψη σου ότι η πνευματική ιντελιγκέντσια δεν είναι δυνατό να καταφέρει από μόνη της κάτι που χρειάζεται και την ριψοκίνδυνη τόλμη μιας ηγεσίας πολιτικών, που θα παίξουν το κεφάλι τους αν χρειαστεί να επιτευχθεί ο στόχος…

Ξαναγύρισα στο δωμάτιό μου και γύρισα στον καθρέφτη μου,όπου με περίμενε ο Καβαφης, ο ίδιος και τον άκουσα να παραλογίζεται στους σκοτεινούς στίχους του ποιήματος για τον Μύρη:

Και σκεπτόμουν που οι συγκεντρώσεις μας και οι εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ αξίζουν πια
και σκεπτόμουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται και να γελά και ν απαγγέλει στίχους
με την τέλεια του αίσθηση του ελληνικού ρυθμού
και σκεπτόμουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Το βιβλίο της Λίζας Διονυσιάδου,από τις εκδόσεις “Εύμαρος” έχει τίτλο “Η Αχμάτοβα
στον καθρέφτη μου” και είναι το ένατο βιβλίο της συγγραφέως.

.

ΣΙΛΑ ΑΛΕΞΙΟΥ

SARONICMAGAZINE.GR/4/12/2020

Μια χαρισματική προσωπικότητα, αμφιλεγόμενη για πολλούς, που άφησε έντονο αποτύπωμα στα γράμματα, αλλά και την κοινωνική ζωή της Ρωσίας, αναβιώνει στο νέο βιβλίο της Λίζας Διονυσιάδου, με τον τρόπο που μόνο η ίδια η συγγραφέας ξέρει.
Η Άννα Αχμάτοβα, γεννήθηκε στο Μπολσόι Φοντάν κοντά στην-Οδησσό, στις 23 Ιουνίου του 1889 και πέθανε τον Μάρτιο του 1966, σε ένα σανατόριο κοντά στη Μόσχα. Τη χρονιά του θανάτου της η Λίζα Διονυσιάδου έφτασε στη Μόσχα, όπου σπούδασε Αρχιτεκτονική. Κι όμως… κατά ένα περίεργο τρόπο, πρόσφατα οι δυο τους συναντήθηκαν! Μέσα από έναν παλιό καθρέφτη…

Τότε άρχισε το ταξίδι. Ένα περιπετειώδες ταξίδι στον χρόνο, με τις δύο φίλες να αναπολούν το παρελθόν μεταθέτοντάς το στο παρόν, να ανακαλύπτουν κοινά σημεία στα συναισθήματα που βίωσαν, εστιάζοντας κυρίως στη θυελλώδη ερωτική ζωή της μεγάλης Ρωσίδας ποιήτριας, που καταδιώχθηκε μεν, αλλά η ακαταμάχητη γοητεία της δεν άφησε ασυγκίνητους λογοτέχνες, ζωγράφους, γλύπτες και φωτογράφους.
Χαρακτηριστική είναι η έλξη που άσκησε στον Ιταλό ζωγράφο Αμεντέο Μοντιλιάνι, όπως περιγράφεται από τη Λίζα Διονυσιάδου.

Ο σπουδαίος ζωγράφος τη συνάντησε στο Παρίσι το 1910, στο γαμήλιο ταξίδι της Αχμάτοβα με τον Νικολάι Γκουμιλιόφ και ένα χρόνο αργότερα ένα φλογερός έρωτας ένωσε τους δύο καλλιτέχνες.
Η Άννα και η …άλλη Άννα ζουν, απογοητεύονται, γελούν, σπαράζουν, υποφέρουν. Ανήμπορες να αισθανθούν τη γαλήνη, μας ταξιδεύουν με τις τύψεις τους, αλλά και τη συμπόνια τους, σε μέρη σκοτεινά. Κι όμως… «Έχουμε να δώσουμε τον ήλιο Άννα. Να ανοίξουμε περάσματα». Το νέο μυθιστόρημα της Λίζας Διονυσιάδου «Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου», Εκδόσεις Εύμαρος, σε συναρπάζει.

Με τη χαρακτηριστική ανατρεπτική γραφή της μαγεύει τον αναγνώστη. Η ένταση της πλοκής τον γαληνεύει (οξύμωρο;), βάζοντάς του διλήμματα που θα τον απασχολούν για πάντα.
Η Λίζα Διονυσιάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα και την Αίγινα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στη Σοβιετική Μόσχα και εργάστηκε σε Αθήνα, Παρίσι και Πειραιά. Με τη λογοτεχνία ασχολείται από το 1997.

https://www.saronicmagazine.gr/

.

ΣΟΦΙΑ ΜΕΛΙΝΤΑ ΜΑΛΤΕΖΟΥ

ΜΙΑ ΑΔΕΛΦΗ ΨΥΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΧΜΑΤΟΒΑ

Όλα ξεκινούν από τη φράση [[είδα τη ζωή μου σαν το όνειρο ενός άλλου, σαν αντανάκλαση σ΄ ένα καθρέφτη ξένο]] Η Άννα Αχμάτοβα δεν είναι για τη Λίζα Διονυσιάδου μια μεγάλη μόνο ποιήτρια. Δεν την αντιμετωπίζει στο βιβλίο της[[ Η ΑΧΜΑΤΟΒΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ ΜΟΥ]] -ΕΚΔ. Εύμαρος- σαν μια ακόμα Αχματολόγος αλλά σαν αδελφή ψυχή που ζεί μαζί της την παράλληλη πραγματικότητα στη Ρωσία, τη Γαλλία, την Ελλάδα. Η συγγραφέας τη θεωρεί δική της, παρούσα, έτσι καθώς κουβεντιάζουν με τη βοήθεια ενός καθρέφτη που εξασφαλίζει την πληρότητα στη σχέση τους. Στον ίδιο καθρέφτη μπαινοβγαίνουν τα φαντάσματα των διώξεων στη Σ. Ένωση, τότε που κυριαρχούσε το ερώτημα. Ποιος προηγείται; Ο σοσιαλισμός η ο άνθρωπος;. Οι διώξεις του γιού, του πρώτου άντρα της Αχμάτοβα και της ίδιας που την κάνουν ν αναστενάζει. [[Όλες οι εποχές είναι τραγικές για όσους βιώνουν την πραγματικότητα]] Και αυτή η πραγματικότητα δεν την εμποδίζει να αφιερώσει το αριστούργημά της, το Ρέκβιεμ στον γιό της και τον Ρωσικό λαό. Τον λαό με τη μεγάλη καρδιά, τόσο μεγάλη ώστε να χωράει και το καλό και το κακό. Οι διωγμοί της Αχμάτοβα και άλλων Ρώσων ποιητών της εποχής της, μας κάνει κι εμάς να αναρωτιόμαστε πως συνειδητοποιούν οι εξουσιαστές τη τεράστια δύναμη των ποιητών και πνίγουν τη φωνή τους όταν οι ίδιοι ιδέαν δεν έχουν συνήθως από ποίηση ;
Η Αχμάτοβα εμφανίζεται στο βιβλίο να παρουσιάζει τον δικό της μύθο και όχι των άλλων γι αυτήν. Εξομολογείται. Στη ζωή μου υπήρξα τα πάντα. Καλόγρια, πόρνη, μάγισσα ,άγγελος, αγαπημένη περιφρονημένη, καταξιωμένη μέχρι που έγινα της μόδας, . Σε όλη αυτή την οδύσσεια δοκιμασιών και συναισθημάτων ιδιαίτερη θέση έχει ο δεσμός της με τον Μοντιλιάνι, που της ενέπνευσαν τη διαπίστωση.[[ Κάποιοι έρωτες τελειώνουν σύντομα για να μη πεθάνουν ποτέ]]. . Στο τέλος αποσύρεται η ποιήτρια από τον καθρέφτη και το δωμάτιο της Λίζας, που όμως εξακολουθεί να την βλέπει παντού και μαζί της όλοι εμείς. Γιατί υπάρχει παντού Θα την αποχαιρετήσουμε γράφοντας στον δικό μας ηλεκτρονικό καθρέφτη μερικούς στίχους της.

Άπλα μυρίζει τ΄ αγριόμελο,
Η σκόνη ηλιαχτίδες,
βιολέτα το κοριτσίστικο στόμα,
και το χρυσάφι – τίποτα. Νερό μυρίζει η ρεζεντά και μήλο η αγάπη.
μα μάθαμε εμείς παντοτινά, Πως το αίμα μυρίζει

.

ΥΣΤΕΡΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

www.periou.gr 22/4/2019

Στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου της Λίζας είχα μια σατανική ιδέα: σκέφτηκα πως θα είχε ενδιαφέρον, αν οι δυο φίλοι που παρουσιάζουν το βιβλίο ενός τρίτου φίλου δεν το κάνουν με τον κλασικό τρόπο αλλά σε στυλ ντιμπέιτ.

Ή -επί το ελληνοπρεπέστερο-, ως δυο γάιδαροι που συζητούν σε ξένο αχυρώνα.

Δηλ. ο ένας να επιμένει στις αρετές της γραφής και του περιεχομένου, και ο άλλος στις αδυναμίες της αφήγησης.

Με την ενδιαφερομένη να μετέχει ολόψυχα πατώντας το κουδούνι για να μην ξεπερνά ο καθένας τον χρόνο του.

Και, βεβαίως, να κερδίζει, όχι αυτός που θα παρουσίαζε πιθανόν τα πιο γερά επιχειρήματα, αλλά το βιβλίο.

Όσο το σκεφτόμουν, η ιδέα μου γινόταν και πιο σατανική: θα είχε ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν εγώ και ο άλλος υποδυόμασταν τον καλό και τον κακό μπάτσο, ανακρίναμε το βιβλίο και, στο τέλος, το αναγκάζαμε να πει την αλήθεια.

Οι ακροατές σίγουρα θα διασκέδαζαν περισσότερο, αλλά, χμ, θα υπήρχε κίνδυνος ο συγγραφέας, να μείνει στο τέλος μόνο με έναν φίλο (τον καλό μπάτσο). Και ο κακός μπάτσος να μείνει με κανέναν…

Πάντως, εγώ, σκηνοθέτησα στο μυαλό μου ένα υπόδειγμα διαλόγου:

Καλός: Πώς σου φάνηκε λοιπόν το βιβλίο;

Κακός: Μμμμ. Ε, διαβάζεται…

Καλός: Εμένα μου φάνηκε πολύ γοητευτικό.

Κακός: Αλλά κάνει πολλές κοιλιές…

Καλός: Εγώ το βρίσκω σφριγηλό και ρωμαλέο. Δεν έχει κοιλιές, έχει «ανάσες».

Κακός: Μπα… Έχει αδυναμίες στην πλοκή. Είναι περισσότερο ένας μονόλογος με τα σώψυχα της ηρωίδας…

Καλός: Δεν έχεις δίκιο: Πρώτα πρώτα, ο αφηγητής δεν ταυτίζεται με την ηρωίδα, αλλά έχει μόνο κάποια σωματική σχέση μαζί της – σαν πρόσθετο μέλος… Αυτό, εγώ το θεωρώ εύρημα!

Κακός: Λάθος σου! Φαίνεται πολύ διάφανα ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο – το ένα προφίλ του, δήθεν αποστασιοποιημένο παρατηρεί το άλλο προφίλ που, ας πούμε, ζει.

Καλός: Μα, όπως το περιγράφεις, με τα δυο προφίλ, δεν βγαίνει ότι έχει πολύ ενδιαφέρον το ανφάς αυτού του προσώπου;

Κακός: Δεν νομίζω… Μοιάζει σαν κακότεχνο πορτρέτο μιμητή του Πικάσο. Καθόλου πρωτότυπο. Άσε που, και οι χαρακτήρες στο μυθιστόρημα είναι ατελείς…

Καλός: Διαφωνώ: Η συγγραφέας δημιουργεί αρτιμελή ψυχογραφήματα και της ηρωίδας αλλά και όλων των αρσενικών επισκεπτών της ιστορίας…

(Στο σημείο αυτό, η Λίζα θα διάβαζε μουτρωμένη κάτι από το βιβλίο – για να καταλάβει και το κοινό.)

Κακός: Ορίστε: αυτός ο πρώτος έρωτας, ο θεός να τον κάνει έρωτα, τέλος πάντων, ο χάρτινος έρωτας όπως τον ονομάζει και η ίδια η συγγραφέας, καταλαμβάνει σχεδόν το μισό βιβλίο. Και, δεν υπάρχει σασπένς…

Καλός: Τι λες τώρα; Και αυτό το εύρημα με τα τοτεμικά ζώα που εμφανίζονται σε μυστηριώδη ρόλο σε κάθε κεφάλαιο; Εγώ, το βρίσκω εξαιρετικό!

Κακός: Τέλος πάντων. Εγώ, επιμένω ότι ως μυθιστόρημα δεν είναι και πολύ ισορροπημένο.

Καλός: Γιατί; Εμείς είμαστε ισορροπημένοι;

Αυτά λοιπόν είχα σκηνοθετήσει στο μυαλό μου – καθώς βρίσκομαι, πιο συχνά απ’ ότι θα έπρεπε, σε παιγνιώδη διάθεση-, αλλά καλύτερα να τα ξεχάσω. Κι εσείς το ίδιο. Ας αποδώσουμε την αταξία και στην σχετική απειρία μου στις παρουσιάσεις μυθιστορημάτων. Στην ποίηση είναι αλλιώς, μπορείς να παρουσιάσεις ευκολότερα μεζεδάκια – έτσι ώστε ο αναγνώστης να πάρει μυρωδιά αμέσως. Σ’ ένα μυθιστόρημα όμως, πρέπει να εκθέσεις ολόκληρη κουζίνα…. Αυτό θα επιχειρήσω να κάνω τώρα – για να μη νομίζετε ότι δεν μπορώ να μιλήσω και σοβαρά.

Λοιπόν:

Το βιβλίο, δεν υπάρχει αμφιβολία, είναι γοητευτικό – και πρέπει να το πάρουμε στα σοβαρά.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα πολύ κρυφό και ταυτόχρονα πολύ διάφανο, όπως λέει η ίδια η συγγραφέας. Πραγματεύεται το λυκόφως των ερώτων.

Το θέμα, οι ύστεροι έρωτες, στους αντίποδες του θέματος των πρώτων ερώτων, έχει το ίδιο αν όχι και μεγαλύτερο ενδιαφέρον – και οπωσδήποτε είναι πιο βαθύ και πιο σκοτεινό.

Η ηρωίδα, μια πληθωρική γυναίκα, ανάμεσα σε τρεις λυμφατικούς αρσενικούς και μια βαριά σκιά, προκαλεί και δέχεται τον έρωτα σ’ όλες του τις εκφάνσεις. Κι αυτός είναι, όπως πάντα, πότε πηγή άγχους και ταραχής, πότε πηγή ευφορίας. Πότε φαίνεται πως την χαράζει ξανά ανεξίτηλα, πότε απλώς πως την παρηγορεί με γλυκές καμπυλώσεις της ευθείας του χρόνου.

Ο έρωτας ή το πολύχρωμο μετείκασμα του, έστω λίγο ξεθωριασμένο, κατακυριεύει και πάλι τα πάντα με την ίδια σχεδόν ορμή. Η ηρωίδα δηλώνει ξανά «ερωτευμένη με τον έρωτα» ακριβώς όπως ήταν στα πρώτα της σκιρτήματα. Σκέφτεται, δρα και γράφει, σχεδόν όπως τότε.

Φυσικά… Πόση ποσότητα μοναξιάς μπορείς να ανταλλάξεις αλλιώς, αλλού, εκτός του παιχνιδιού του έρωτα; Ελάχιστη. Αυτός είναι και ο λόγος που ο άνθρωπος θέλει να συντηρεί την ιδέα του έρωτα ισόβια – ως υπαρξιακή ανάγκη και ως κινητήρια δύναμη.

Η πλοκή, ράθυμη, πυρετική, άρρυθμη, ακολουθεί με απόλυτο συγχρονισμό την ροή των γεγονότων της εποχής: φαντασιακοί έρωτες, σε αντίστιξη προς τις φαντασιακές ιδεολογίες και τις φαντασιακές αντιδράσεις μας.

.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΒΡΗ

ΛΙΖΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑΔΟΥ

“Ό άνθρωπος από την Χάβρη”, ο ήρωας του ομώνυμου βιβλίου μου, είναι ένας ήρωας φανταστικός όσο και πραγματικός. Φανταστικός γιατί δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο. Σαν να μην έφτανε αυτό, είναι ένας ήρωας κλεμμένος κυριολεκτικά από τον ήρωα της ταινίας του Καουρισμάκι «Το λιμάνι της Χάβρης». Από την λευκή οθόνη , στο λευκό χαρτί. Πραγματικός όμως επίσης μια και ο συμβολισμός του είναι ολοφάνερα ταυτισμένος με την μαγεία της τέχνης και συγκεκριμένα της λογοτεχνίας και όλα όσα αυτή μας προσφέρει στο ταξίδι της ζωής. Μετά την απαγωγή του κινηματογραφικού ήρωα, έχουμε σε εξέλιξη μια ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια πραγματική γυναίκα και έναν φανταστικό, αλλά εν τέλει ακόμη πιο πραγματικό άνδρα. Η ιστορία μου ξεκινάει σε μια σκοτεινή αίθουσα. Σε έναν κινηματογράφο του Αθηναϊκού κέντρου. Οι αναγνώστες, αφήνονται να νομίσουν αρχικά πως η γνωριμία της ηρωίδας με τον Μαρσέλ,τον ήρωα της ταινίας του Καουρισμάκι, «Το λιμάνι της Χάβρης», ήταν τυχαία. Στην πραγματικότητα, όλα ήταν κατά κάποιο τρόπο προμελετημένα. Αρκετά πριν ξεκινήσουν με τον σύντροφό της από την εξοχή, είχε σκεφθεί σε ποια σκοτεινή αίθουσα θα κατέληγαν με βαθειά ριζωμένη μέσα της την σκέψη, ότι εκεί, δήθεν τυχαία, θα συναντούσε τον ήρωά της. Δεν ήξερε τι ακριβώς έψαχνε, όμως ήταν σίγουρη, ότι επιστρέφοντας , τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο. Αυτός που θα συναντούσε , θα γινόταν ο μελλοντικός της σύντροφος για το ταξίδι που πάντα ονειρευόταν. Μετά, όλα θα ήταν εύκολα. Η ιστορία θα είχε ήδη ξεκινήσει και η ροή της θα την οδηγούσε βήμα- βήμα. Θα την οδηγούσε στην διερεύνηση του εαυτού της πρώτα και εν τέλει στην ολοκλήρωση μέσω της αγάπης. Στην ταινία του Καουρισμάκι, ο Μαρσέλ φλέρταρε με την περιπέτεια και τον κίνδυνο, κάνοντας ταυτόχρονα ένα ταξίδι βαθειά μέσα του. Πάντα με φόντο την ανθρωπιά, Ο δικός μου Μαρσέλ, φλέρταρε με μια γυναίκα αερικό συνεχίζοντας το ταξίδι του στα όρια της ανθρωπιάς .Ταξίδι καταβύθισης στον χώρο και τον χρόνο στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον . Ένας έρωτας και μάλιστα στην ηλικία της ωριμότητας είναι πάντα γοητευτικός. Εδώ, ο έρωτας ήταν βαθύς . Υπήρχε η μαγεία ,υπήρχε η λαχτάρα για κάτι μοναδικό . Κάτι δυνατότερο από τους συνηθισμένους έρωτες με ημερομηνία λήξης. Τι θα μπορούσε να είναι αυτό που θα χάριζε στην ηρωίδα την ατέλειωτη συγκίνηση ; Που θα καταλάμβανε όλα της τα κύτταρα , χαρίζοντάς της την ολοκληρωτική πληρότητα; Που θα την γέμιζε , ανεξάρτητα από συστήματα και κρίσεις, οικονομικές ή άλλες; Θα σας αποκαλύψω λοιπόν το μυστικό μου ! Ο Μαρσέλ , δεν ήταν άνθρωπος ! Ήταν όλα μαζί τα ανθρώπινα και τα υπερανθρώπινα. Ήταν αυτός που θα με οδηγούσε παντού. Όπου, χρόνος και τόπος , δεν θα είχαν καμιά σημασία. Ήταν αυτός που θα μου χάριζε όλα όσα ονειρευόμουν να ζήσω. Ήταν όλη η ομορφιά που έλειπε από τον κόσμο για να σωθεί. Σε πολλές στιγμές , μέσα στην ροή της ιστορίας μου, αυτή η ομορφιά, όπως ακριβώς και η ομορφιά της λογοτεχνίας, μοιάζει να χάνεται περίπου οριστικά. Αυτό, δίνει στα πράγματα μια απαισιόδοξη εξέλιξη. Ένα τέλος που θυμίζει το θλιβερό τέλος στο οποίο πάντα καταλήγουν τα ανθρώπινα καμώματα. Όμως ο Μαρσέλ δεν χάνεται . Δεν εξαφανίζεται ποτέ. Ούτε και τότε που όλα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια στην πλήρη κατάρρευση του. Ακόμη και όταν , πικραμένος άρχισε να στροβιλίζεται στο απέραντο κενό , υπήρχε πάντα το ανακουφιστικό γαλάζιο μέσα στο οποίο έπλεε. Δεν θα τελείωνε ποτέ η ομορφιά. Ο θάνατός της θα οδηγούσε σε άλλη ομορφιά. Πάντα η μαγεία θα συναντιόταν με την πραγματικότητα , απαλύνοντας την ασχήμια της . Πάντα θα γύρευε να την εξουσιάσει. Και θα ήταν αυτό η μοναδική μας σωτηρία. Η ελπίδα μας για την συνέχεια.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

FRACTAL 10/06/2015

Ποιος είναι ο Μαρσέλ;

Στο ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΧΑΒΡΗΣ, μια γλυκόπικρη ταινία του Φιλανδού Άκι Κουαρισμάκι με αρκετή δόση ευαισθησίας και μαύρου χιούμορ, ο Μαρσέλ Μαρξ, ένας μεσήλικας πρώην συγγραφέας που ζει στη Χάβρη, λιμάνι της Βόρειας Γαλλίας, ασκεί το επάγγελμα του λούστρου, συχνάζει στο αγαπημένο του μπαρ και φροντίζει την άρρωστη γυναίκα του, Αρλετί, η οποία θα πεθάνει κατά την διάρκεια της ταινίας. Κάποια στιγμή ο Μαρσέλ έρχεται σε επαφή με έναν ανήλικο Αφρικανό λαθρομετανάστη, τον οποίο θα κρύψει και στην συνέχεια θα προσπαθήσει να φυγαδεύσει. Στην ταινία εμπλέκεται και ένας αστυνομικός επιθεωρητής, ο Μονέ, ο οποίος στην αρχή καταδιώκει, αλλά στο τέλος ευαισθητοποιείται και καλύπτει τον λαθρομετανάστη.

Υπάρχει μία αδιαμφισβήτητη σχέση μεταξύ κινηματογράφου και λογοτεχνίας, με την έννοια ότι η λογοτεχνία τροφοδότησε τον κινηματογράφο από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του. Η πρώτη επαφή ανάμεσά τους έγινε το 1900, όταν γυρίστηκε μία ταινία δέκα πέντε λεπτών με βάση την Βίβλο. Από τότε πολλοί κινηματογραφιστές άντλησαν τα θέματα και τις ιδέες των ταινιών τους από την λογοτεχνία. Έργα μεγάλων συγγραφέων έγιναν ταινίες κατ’ επανάληψιν από διαφορετικούς σκηνοθέτες, ηθοποιούς, παραγωγούς και άλλοτε αυτή η μεταφορά υπήρξε επιτυχής και άλλοτε όχι.

Κι ας μην ξεχνούμε ότι υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ως το πιο άρτιο σενάριο μίας κινηματογραφικής ταινίας, όπου καρέ καρέ εξελίσσεται η πλοκή.

Στο πολύ πρωτότυπο και ιδιαίτερο βιβλίο της Λίζας Διονυσιάδου Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΌ ΤΗ ΧΑΒΡΗ ωστόσο, παρατηρούμε ένα άλλο φαινόμενο. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας «Το λιμάνι της Χάβρης» που αναφέραμε παραπάνω, ο Μαρσέλ Μαρξ, ζωντανεύει κατά την προβολή της ταινίας και εισχωρεί στις σελίδες του βιβλίου, διεκδικώντας την χάρτινή του υπόσταση. Από το πανί στο χαρτί. Από την οθόνη δίπλα στην αφηγήτρια του βιβλίου, που εκείνη την στιγμή παρακολουθεί την ταινία δίπλα στον σύζυγό της. Έτσι λοιπόν ο Μαρσέλ περνά από μία μορφή τέχνης στην άλλη. Σκίζει την μία μορφή πραγματικότητας για να περάσει σε μία άλλη. Γιατί ποια είναι η πραγματικότητα και ποια η φαντασία; Ένα λεπτό διαχωριστικό χαρτί ή ένα πανί αν θέλετε, χωρίζει τις διάφορες εκφάνσεις τους.

Ευθύς εξαρχής η συγγραφέας παραθέτει ως πρόθεμα στο βιβλίο, μία παράγραφο από τα λόγια του Πήτερ Ουστίνοφ, του διάσημου Βρετανού ηθοποιού, θεατρικού συγγραφέα και παραγωγού. «Μία σπίθα φωτός αρκεί», λέει ο Ουστίνοφ, «για να φωτίσει κανείς για λίγο ανύποπτα μέχρι εκείνη την στιγμή μέρη σε άγνωστους κόσμους ή προ πολλού περασμένες εποχές. Όλα βρίσκονται στην διάθεση όλων, μερικές φορές μόνο μία σπιθαμή πέρα από το οπτικό τους πεδίο».

Αυτή ακριβώς την σπιθαμή, την χαραμάδα ανάμεσα στον υλικό και στον άυλο κόσμο, ανάμεσα σ’ αυτό που υπάρχει και σ΄αυτό που ονειρευόμαστε,αυτή την ρευστή, διαφανή σπιθαμή ενός άλλου κόσμου διερευνά η Λίζα Διονυσιάδου με ήρωα αλλά και αποδέκτη του βιβλίου της, (μια και σ’ αυτόν είναι αφιερωμένο), τον Μαρσέλ Μαρξ.

Ο Μαρσέλ ο οποίος και στο βιβλίο διατηρεί τα αραιά μαλλιά και τα μάτια με το παράξενο γαλάζιο χρώμα, τα οποία έχει και στην οθόνη, αφού είναι πιστή η μεταφορά του στο χαρτί, αφήνει από την αρχή απτά ίχνη της παρουσίας του, όπως ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο κάθισμα του κινηματογράφου, στοιχεία δηλαδή που επιβεβαιώνουν την ύπαρξή του. Η χημεία δε ανάμεσα σ’ αυτόν και στην αφηγήτρια του βιβλίου (μονοπρόσωπη αφήγηση) είναι εμφανής από την αρχή, αφού της θυμίζει κάτι οικείο, ίσως τον πρώτο της μεγάλο έρωτα.
Ο Μαρσέλ εγκαθίσταται στην ιστορία πολύ φυσιολογικά, κάθεται στην πίσω θέση του αυτοκινήτου και μεταφέρεται μαζί με την αφηγήτρια και τον σύζυγό της στο απομακρυσμένο από την πόλη σπίτι τους. Ανάμεσα στον Μαρσέλ και στην αφηγήτρια σιγά σιγά δημιουργείται μία σχέση ταύτισης και εξοικείωσης, καλλιεργείται βαθμιαία μία πολύ στενή ψυχική επαφή που οφείλεται και στο γεγονός των κοινών βιωμάτων- και οι δύο έχουν άρρωστο τον σύντροφό τους, του Μαρσέλ μάλιστα πεθαίνει, αλλά και της ιδιότητας του Μαρσέλ να είναι πρώην συγγραφέας, αφού μπορεί κάποιος να σταματάει να γράφει, αλλά η ενέργεια παραμένει. (Και η αφηγήτρια είναι συγγραφέας, κάποιες φορές μάλιστα έχουμε την αίσθηση ότι η αφηγήτρια είναι και η συγγραφέας του βιβλίου). Έτσι ο Μαρσέλ εκτός από αποδέκτης του βιβλίου αυτού και ήρωάς του, γίνεται κατά κάποιο τρόπο και ο συγγραφέας του, αφού συμβάλλει στην γέννησή του.

Η Λίζα Διονυσιάδου παίζει εμφανώς και το διασκεδάζει. Μαζί της γοητεύεται και ο αναγνώστης, συμμετέχει σ’ αυτό το παιχνίδι των φωτοσκιάσεων, χάνει κι αυτός την αίσθηση του αληθινού, ανοίγει ένα κουτί για να ανακαλύψει μέσα του ένα άλλο και αυτό συνεχίζεται ώσπου τα κουτιά και τα περιγράμματα ακυρώνονται και ο αναγνώστης απλώς βουτάει μέσα στην θάλασσα της Χάβρης και στα κύματα των σελίδων του βιβλίου.

Στην συνέχεια η βουτιά στην φαντασία συνεχίζεται, αφού η αφηγήτρια μαζί με τον Μαρσέλ πέφτουν σε μία τεράστια σκουληκότρυπα, μία μαύρη τρύπα, σε ένα ταξίδι στον άχρονο χρόνο, σε άτοπους τόπους, γνωστούς και άγνωστους, περνούν από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα σε ένα άλλο διακειμενικό παιχνίδι της συγγραφέα, θα φθάσουν στο διάστημα, θα συναντήσουν περίεργα όντα, στην ουσία όμως θα ταξιδέψουν μέσα στον εαυτό τους και στην σχέση τους. Ψάχνουν σ’ αυτό το ταξίδι στα σπλάχνα της γης του χρόνου και της λογοτεχνίας, να βρουν την ουσία πέρα από τις συμβάσεις και την κοινωνική υποκρισία, διερευνούν την επαφή και με τους άλλους και μεταξύ τους και όπως όλοι οι φιλόσοφοι και οι ποιητές μέσα στους αιώνες, αναζητούν την αλήθεια και την ομορφιά. Η πλοκή είναι διανθισμένη από διαλόγους μεταξύ της αφηγήτριας και του Μαρσέλ όπου θίγονται διάφορα θέματα της τέχνης αλλά και της ζωής.

Παραθέτουμε ένα παράδειγμα:

«-Πιστεύεις δηλαδή πως ο συγγραφέας και το άτομο μπορούν να είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα;»

– «Δύο ή και περισσότερα όπως στην περίπτωση του Πεσσόα…»

-« Έχεις σκεφτεί τι ακριβώς μπορεί να συμβεί, όταν ο συγγραφέας και το άτομο συμπυκνώνονται σε ένα και μοναδικό πρόσωπο; Όταν ο ποιητής θέλει να κάνει ποίηση την ίδια του την ζωή;»

-«Όλεθρος!»

-«Όλεθρος ή υπέρτατη πληρότητα;»

-«Δεν διαφέρουν και πολύ αυτά τα δυο»

Στο καινούργιο σύμπαν που ανακαλύπτουν οι δυο τους, μπορούν να κάνουν πτήσεις, ο Μαρσέλ κατασκευάζει ένα βιβλίο με φύλλα δέντρου που θα αντιπροσωπεύει αυτό που ψάχνει ο κάθε αναγνώστης, επικοινωνούν με όντα που έχουν κεραίες. Η διευρυμένη πραγματικότητα, το όνειρο, η ρευστή κατάσταση της επιθυμίας ωστόσο δεν μπορούν ούτε καν σ’ αυτό το βιβλίο να εμποδίσουν το τέλος να επέλθει. Ο Θάνατος θα εμφανιστεί με την μορφή του ανοίκειου, του ξένου σώματος που δεν αναπνέει. Ο Μαρσέλ όμως παραμένει σε μία άλλη περιοχή, στην μόνη περιοχή που μπορεί να θριαμβεύσει του θανάτου. Σ’ αυτήν την φαντασίας.

Τελικά η αφηγήτρια ταυτίζεται με την συγγραφέα και ο Μαρσέλ γίνεται και ο ίδιος συγγραφέας του προσωπικού του βιβλίου. Μέσα από την κοινή τους πορεία, πετυχαίνουν την προσωπική τους ολοκλήρωση και βρίσκουν την ταυτότητά τους. Γιατί η αφηγήτρια- συγγραφέας είναι ο Μαρσέλ.

.

ΧΙΟΝΙΖΕΙ

ΕΛΕΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟΥ

BIBLIOTHEQUE 13/1/2014

Όμορφα «Χιονίζει» Καθώς Τον Ήλιο Νοσταλγώ

Δεν γνωρίζω ούτε την τεχνική, ούτε τις λέξεις βρίσκω μερικές φορές για ν’ αποτυπώσω τη συγκίνηση που αναβλύζει απ’ την ανάγνωση κάποιων βιβλίων. Μόνο να τα μουτζουρώνω ξέρω, με μολύβι να πληγώνω το χαρτί τους και ν’ αναπαράγω λέξεις και φράσεις στα περιθώρια , έχοντας την ψευδαίσθηση ότι τους κάνω κάποια χάρη, ότι τις ελευθερώνω από το τυπωμένο φύλλο.
Το «ΧΙΟΝΙΖΕΙ» το έχω μουντζουρώσει αρκούντως και στα περιθώρια πολλών σελίδων στέκονται οι φράσεις και οι λέξεις σαν στριμωγμένα παιδάκια σε στενόχωρη παραλληλόγραμμη σχολική αυλή.
Ωστόσο αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στο «ΧΙΟΝΙΖΕΙ», είναι η αίσθηση ότι ο τίτλος κρατά με πάθος την εξουσία του. «Χιονίζει» σ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησης. Ο αναγνώστης χαίρεται τη λευκότητα και νιώθει αυτό το χιόνι χωρίς να κρυώσει ούτε για μια στιγμή κι ας κλαίει με την ομορφιά της συμμετρίας των νιφάδων, ας γλιστρά πολλές φορές στα παγωμένα σοκάκια.
Μέσα απ’ το τζάμι (αρχετυπικό του παραμυθιού σκηνικό) ο αναγνώστης παρατηρεί την ηρωίδα που δοκίμασε και δοκιμάστηκε «σ’ όλες τις αποχρώσεις των αισθημάτων» και αφουγκράζεται την επιθυμία της να ζωγραφίσει αυτά τα αισθήματα με λέξεις, με ανάσες, με λυγμικές σιωπές για χάρη της δεύτερης ηρωίδας της νεώτερης γυναίκας, μα προπάντων για δική του χάρη. Κάποιες φορές τα περιγράμματα των νοημάτων γίνονται αχνά καθώς τα σβήνει το νέο χιόνι, κι έπειτα, η ματιά του ξεκουράζεται στο παγωμένο τζάμι για να συνομιλήσει αγαπητικά με μορφές και ανθρώπους που σημάδεψαν την ηρωίδα αλλά και τον ίδιο, αυτό που αξιώθηκα εγώ δηλαδή, όταν συνάντησα μέσα στο βιβλίο τον πρώτο συγγραφέα που γνώρισα όταν ήμουν παιδί, αυτόν που μ’ έκανε να πιστέψω ότι με το διάβασμα μπορώ ακόμη και «να μετρήσω τ’ άστρα».
Η ηρωίδα του βιβλίου ταξιδεύει « Από τον ήλιο στα χιόνια. Από το άγνωστο του μέλλοντος στο άγνωστο του παρόντος», όπως άλλωστε είναι όλα τα ταξίδια της ζωής , αυτά που πραγματοποιούνται μόνον όταν καράβια μυστικά αρμενίζουν στη χώρα της επικοινωνίας και της αγάπης.
Το βιβλίο ξεφεύγει απ’ το στερεότυπο του μυθιστορήματος, ωστόσο κρατά σφιχτά απ’ το χέρι την ομορφιά της μυθιστορίας, αποτυπώνει ιστορικά γεγονότα, μαρτυρά πληγές των τόπων και των ανθρώπων τους – έρμαια του χρόνου και της γενέθλιας γης-. Με αριστοτεχνικό τρόπο, με τρυφερότητα και διεισδυτική ματιά, η συγγραφέας μιλά γι αυτή τη ζωή (μέσω της ηρωίδας της), για τον έρωτα και την απώλεια, την τέχνη και την αδυναμία του ανθρώπου να αντιδράσει όταν η ιστορία αιφνίδια και βίαια τον προλαβαίνει. Για την ανυπέρβλητη αξία του αγώνα και της αντίστασης στην απάθεια, την καταπίεση, την αλλοτρίωση.
Στα 23 κεφάλαια του «Χιονίζει» – εδώ θέλω να σημειώσω ότι θα μπορούσε και το καθένα από μόνο του να σταθεί σαν αυτόνομο, υψηλής λογοτεχνικής αξίας κείμενο με κορυφαίο τη ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ που κινείται στα όρια της αρχαίας τραγωδίας, (τουλάχιστον στα δικά μου μάτια)-, η Λίζα Διονυσιάδου μας προσφέρει ένα βιβλίο που αξιώνει και πετυχαίνει το ζητούμενο (πάλι για μένα θα μιλήσω) της ανάγνωσης, που δεν άλλο από τη συγκίνηση και το κέντρισμα στη διάρκεια της διαδρομής σ’ ένα όμορφο μονοπάτι της λογοτεχνίας. Οικειώνει τον αναγνώστη με το γεγονός ότι
« Υπάρχουν ονειρότοποι που δεν τους γνωρίζουμε. Πολύ πιθανόν κάποιος άγνωστος μας άνθρωπος, να έχει κιόλας ένα όνειρο αποκλειστικά φτιαγμένο για μας»
Μας υπενθυμίζει ότι το χιόνι κατάγεται από το νερό, από πηγές ουρανού, φωτός, αέρα και οξυγόνου που είναι τα βασικά συστατικά των ζωντανών πλασμάτων μα και της αγάπης.
Επίσης μου άρεσε πολύ γιατί στις σελίδες του αναμιγνύονται τα δάκρυα με το χαμόγελο, ο βαθύς ατόφιος πόνος με ένα πανέμορφο αισιόδοξο χάραμα.
Εν κατακλείδι το «Χιονίζει» είναι ένα αισιόδοξο βιβλίο, κρατά τη ζεστασιά για τα τρυφερά χόρτα και τα μικρά αδύναμα έντομα κάτω απ’ το λευκό παγωμένο στρώμα του. Προτρέπει να «ερωτευόμαστε κάτι και να προχωρούμε. Ν’ αποβάλλουμε το χρόνο και να διώχνουμε την απόγνωση» για να αντέξουμε την αβάσταχτη αγωνία της ύπαρξης, τον ξεπεσμό του κόσμου.
Σε πόσα άραγε βιβλία το βρήκαμε αυτό το τελευταίο διάστημα;
Εγώ πάντως το βρήκα σε ελάχιστα…

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *