ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΣΑΚΑΛΗΣ

Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε το 1962 στη Στενήμαχο Νάουσας.
Σπούδασε Νομικά στο Α.Π.Θ.
Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία ποιημάτων των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012.
Έχει εκδώσει σε e-book μία συλλογή μικροδιηγημάτων με τίτλο
“Ιστορίες ενός παραμυθά” από την Easywriter.gr.
Δημοσιεύει σε λογοτεχνικά περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Κίβδηλος Καιρός Πλανόδιον 2008,
Θαμμένος στην άμμο. Πλανόδιον 2010,
Πορεία στη γύμνια, Bookstars 2013,
Κυτίον Κρυφών Ονείρων, Ενδυμίων , 2015
Άχρονη μετάβαση, Ενδυμίων , 2017
Κραυγές στην έρημο Ενδυμίων , 2020

.

.

ΚΡΑΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ (2020)

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ

Ξεθωριασμένες μέρες
διαδέχονται η μία την άλλη
όμοιες κι απαράλλαχτες
και μια βροχή
που πέφτει ασταμάτητα
τις κάνει
ακόμη πιο θλιβερές
η καθημερινότητα
συνθλίβει τις υπάρξεις μας
γιατί οι χαρές είναι λίγες
και οι λύπες πολλές
αγκιστρωνόμαστε
ο καθένας από κάτι
για να την κάνουμε
πιο υποφερτή
μα τα αποτελέσματα
δεν είναι πάντα
τα αναμενόμενα
όμως συνεχίζουμε τον αγώνα
αφού δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΚΙΟ

Βγήκανε μπροστά
προτάξανε τα στήθη τους
στους αγώνες για το δίκιο
δεν σκέφτηκαν ποτέ
τι και πως
ήταν αγωνιστές
εραστές του απόλυτου
και της ελευθερίας
ας ήξεραν ότι η νίκη τους
ήταν δύσκολη
σχεδόν αδύνατη
θα πέφτανε εκεί
στους δρόμους, στα οδοφράγματα
παράδειγμα για τους νεότερους
πως το κακό
μονάχα προσωρινά νικάει
το δίκιο θα κυβερνήσει
την πλάση όλη
όταν οι πολλοί διώξουν το φόβο
και επιδιώξουν να κάνουν
το ακατόρθωτο κατορθωτό.

ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΟ

Διαμαρτυρίες για μεταρρυθμίσεις.
Χαμένος κόπος.
Το σύστημα δεν μεταρρυθμίζεται.
Πάντως όχι
με προσωπικές διαμαρτυρίες.
Συγκεντρώσεις στις πλατείες
κι ύστερα μια πορεία
μια βόλτα για επαναστατική γυμναστική
κι αυτό είναι όλο
τι ωραία
κάναμε την ψυχοθεραπεία μας
το καθήκον μας
ζητήσαμε επί τούτου
αδύνατα πράγματα
στο παρόν σύστημα
δεν θέλουμε εξουσία
για να μπορούμε
να επαναλάβουμε
το γνωστό τελετουργικό
μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες.
Είμαστε για γέλια ίσως
Μα δυστυχώς για κλάματα.

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Το ποίημα δεν έχει ανάγκη
από πολλά στολίδια
το πολύ στόλισμα
το κάνει να μοιάζει με λατέρνα
όμορφο αλλά γερασμένο, παλιομοδίτικο
μέσα στις πολλές ελληνικούρες
χάνεται αυτό που έχει να πει
αν έχει
απ’ τις ατέλειωτες αοριστίες
το μυαλό δεν συγκρατεί τίποτε
το ποίημα
πρέπει να σ’ αγκυλώνει σαν βελόνα
να σε πονάει
μπορεί κάποια στιγμή
και να γελάσεις
μα συνήθως θα είναι
ένα γέλιο πικρό
είναι απόσταγμα
δεν είναι ποταμός
είναι από αίμα
δεν είναι ψυχαγωγία.

ΑΠΩΤΑΤΟ ΧΘΕΣ

Η καρδιά σου
είναι γεμάτη απολιθώματα
νεκρωμένα συναισθήματα
που άλλα ευτύχησαν
να γίνουν αποδεκτά και να ζήσουν
κι άλλα απορρίφτηκαν
κι έπεσαν στη μεγάλη χοάνη του χρόνου
έτσι ή αλλιώς όμως
όλα τους πέθαναν
με το πέρασμα του χρόνου
τα σκέπασε η λήθη
νέα ήρθαν τώρα
και πήραν τη θέση τους
αφού το μυαλό και η ψυχή
παράγουν συνεχώς
και νέα πρόσωπα παρεμβάλλονται
στη ζωή μας
κάποιες στιγμές όμως
κάτι μας οδηγεί στα παλιά
σχηματίζεται τότε ένα χαμόγελο
ή τρέχει ένα δάκρυ.

ΚΑΤΑΦΥΓΗ

Κυνηγημένος απ’ τη ζωή
τα βάσανα του σώματος
καν της ψυχής
υπέφερα τα πάνδεινα
στράφηκα τότε στη λογική
να βάλω τα πράγματα
σε μια σειρά
κι ανακουφίστηκα, δεν λέω
μα ήταν κάτι προσωρινό
εν μέρει ανακούφιση
κατέφυγα τότε στην ποίηση
κι άφησα το συναίσθημα
να ξεχειλίσει
τα φάρμακά της
ήταν πιο μόνιμα
πιο γόνιμα
έτσι μ’ αυτήν τώρα πορεύομαι
στη ζωή μου
κι είναι η ψυχή μου
ήρεμη, γαλήνια
τα καθημερινά τραύματα
δεν μ’ αγγίζουν.

.

ΑΧΡΟΝΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ (2017)

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Ξεψύχησε
και φέτος το καλοκαίρι
οι αμμουδιές
που δεν περπάτησα
είναι εκεί
και με περιμένουν
η θεά Αφροδίτη έφυγε
ποιός ξέρει αν θα ρθεί
το επόμενο καλοκαίρι
παιδιά της τύχης είμαστε
έτσι ήρθαμε
έτσι πορευόμαστε
έτσι θα καταλήξουμε
σ’ αυτό τ’ αστέρι
που είμαστε επιβάτες
μικροί κι ασήμαντοι
κι ας θαρρούμε
πως είμαστε το κέντρο
του κόσμου.
Ξεψύχησε και φέτος
το καλοκαίρι
κι ένα κερί
μέσα μου έσβησε.

ΓΑΛΗΝΗ

Ξημερώθηκα σ’ ένα
όμορφο νησί
χωρίς ανθρώπους
μόνο λίγα σπίτια
εγκαταλειμμένα
πολλά δέντρα
παράξενο
βρήκα ένα σιδερένιο
στρογγυλό τραπέζι
μια ψάθινη καρέκλα
κάθισα
κι αγνάντευα το πέλαγο
ύστερα έκοψα χόρτα, ξύλα
έκανα ένα κιόσκι
ξάπλωσα
είδα ωραία όνειρα
και το απόγεμα
έκανα βόλτα στην παραλία
κάθισα σ’ ένα βράχο
κι έπιασα κουβέντα
με τα κύματα
σαν βράδιασε
και βγήκε το φεγγάρι
άρχισα να τραγουδώ
καθόλου δεν με πείραξε
που δεν είχε άλλους ανθρώπους
ήμουν μόνος μα τόσο γαλήνιος.

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Αμούστακα αγόρια
νεαρά κορίτσια
είναι το μέλλον μας
καθώς τα δασκαλεύουμε
κατά πως νομίζουμε
ας σκεφτούμε καλά
πως δεν δικαιούμαστε
να τα κάνουμε σαν κι εμάς
αντίγραφα του εαυτού μας
ας μην ψάχνουμε
ούτε να περιμένουμε
να πραγματώσουν
τα δικά μας απωθημένα
όνειρα κι επιθυμίες
αυτά τα παιδιά
αγόρια, κορίτσια
είναι το μέλλον μας
θα κάνουν τον κόσμο
έτσι όπως τον θέλουν
το παρελθόν
δεν θα ρωτήσουν
μοναδικά είναι τα όνειρά τους
γιατί κι αυτά
πρώτη φορά πατούν στη γη.

ΑΧΡΟΝΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ

Διαλογίζομαι
σιγά – σιγά
βγάζω απ’ το νου μου
κάθε σκέψη
καθαρίζω το μυαλό
το σώμα μου ελαφραίνει
ίπταται
πάνω απ’ τα σπίτια
πάνω απ’ τους δρόμους
τραβάει για τα βουνά
εκεί είναι η θέση μου
δίπλα στις αετοφωλιές
στα αιωνόβια δέντρα
από κάτω
μια αίσθηση πληρότητας
με κυριεύει
να ’ναι η αγάπη για κάθε τι
να ’ναι η συμπαντική αγάπη
ο χρόνος σταματάει
κι όταν επιστρέφω
στην πραγματικότητα
νιώθω πως ξαναγεννήθηκα.

ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΚΑΙ ΑΥΤΑΠΑΤΗ

Κάποιοι περιμένουν
τους μάγους με τα δώρα
μα η αυγή
έρχεται και παρέρχεται
χιλιάδες νήπια
σφάζονται στη γη
ποιος νοιάζεται
η πραγματικότητα
πρέπει να προσαρμόζεται
στα ιερά βιβλία
αλλιώς δεν υπάρχει
η αγάπη
πρέπει να στεγάζεται
σε ναούς
αλλιώς δεν είναι αγάπη
η παράνοια
παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις
ο χρυσός διατάζει
κι ο κόσμος πάει
ντουγρού για την κόλαση.

Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ

Περπατώντας ξυπόλητος στην ακροθαλασσιά
τα πόδια μου βυθίζονται στην άμμο
είναι χειμώνας
κάνει κρύο
μα δεν το νιώθω
μέσα μου φλέγομαι
όλα τα πρέπει
και τα γιατί της ζωής
με καίνε
μ’ αρπάξανε απ’ το λαιμό
και με σφίγγουν
περπατώ χιλιόμετρα
ώσπου στο τέλος
σωριάζομαι κάτω
βαριανασαίνω
και τότε αρχίζουν δειλά
να βγαίνουν από μέσα μου
τα πρώτα θέλω.

ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Δρόμοι στενοί
είναι οι δρόμοι μας
τοίχοι γεμάτοι
με παλιές αφίσες
σπίτια ετοιμόρροπα
στεγάζουν την ιστορία μας
ματωμένα και σκισμένα ρούχα
απ’ τη δουλειά
απ’ τους αγώνες
είναι στη γκαρνταρόμπα μας
αγώνες που δεν κερδίσαμε
μα ούτε που χάσαμε
τους στόχους μας δεν πετύχαμε
μα κάτι καταφέραμε
δώσαμε στη ζωή μας νόημα
βάψαμε τα όνειρά μας
με έντονα χρώματα
και το ψωμί γλύκανε
και η ρακή έγινε νέκταρ.

ΕΛΠΙΔΑ

Ήρθαν δύσκολες μέρες.
Οι ανθρώπινες ζωές
αξίζουν λιγότερο
από τα σκυλάκια κανίς
των Δυτικών.
Ιερείς ευλογούν τα όπλα
και η προτεσταντική ηθική
τα καθαγιάζει.
Κάποιοι μιλάνε για ημέτερες ζωές
και αλλοδαπές
αυτοί που δεν έδωσαν δραχμή
σ’ ένα ζητιάνο
αυτοί που χτυπάνε γυναίκες, παιδιά
αυτοί που εμπορεύονται ιδανικά.
Ήρθαν δύσκολες μέρες.
Για όλους.
Πρέπει να βρούμε μέσα μας
τις δυνάμεις της συντροφικότητας
της αλληλεγγύης
της ανθρωπιάς
για να υπάρξει η ελπίδα.

ΠΑΡΑΤΗΡΩΝΤΑΣ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Τους βλέπω.
Συχνά.
Τους παρατηρώ.
Ποζάρουν.
Πάντα.
Έχουν ύφος.
Μεγαλείου.
Γράφουν δύσκολες λέξεις.
Για να πείσουν.
Χαριεντίζονται.
Η ισχύς εν τη ενώσει.
Γράφουν γι’ αυτούς.
Τα περιοδικά.
Όσοι ξέρουν γελούν.
Γιατί στο τέλος
θα μείνει μοναχά το έργο.
Του καθενός.
Τα επιχρίσματα
θα συντριβούν.

.

ΚΥΤΙΟΝ ΚΡΥΦΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ (2015)

ΘΑΥΜΑ

Κάθε φορά που αγκομαχάω στη ζωή
πάει ο νους μου στην Ποίηση
σκέφτομαι τους μεγάλους ποιητές
Σαχτούρη, Καρούζο, Κατσαρό
παίρνω κουράγιο από τις μορφές τους
και συνεχίζω βήμα-βήμα
όχι να τους φτάσω
όχι να τους μοιάσω
αλλά να
να πάρω λίγο οξυγόνο
λίγη δύναμη για τη ζωή
που τόσο έγινε άνοστη κι ανούσια
και η Ποίηση
πάντα κάνει το θαύμα της
γλυκαίνει τον πόνο
ανοίγει με το φως της
ένα μονοπάτι.

ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Σκιτσογράφοι
μας ζωγραφίζουν σαν καρικατούρες
όμοιους
ίδιους κι απαράλλακτους
έτσι μας θέλουν
κομμάτια
σ’ ένα τεράστιο ατέλειωτο παζλ
να τρώμε, να πίνουμε, να κοιμόμαστε
να δουλεύουμε
την πείνα μας να μη χορταίνουμε
σ’ ένα παιχνίδι
που κερδίζει πάντα ο δυνατός
και τα παίρνει όλα
μόνο τα ψίχουλα για τους αδύνατους
που πέφτουν από το τραπέζι .
είναι παλιό αυτό το παιχνίδι
αιώνες τώρα παίζεται
όμως άρχισαν τα πιόνια
να μην υπακούν
και η τάξη διασαλεύεται.

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ

Όλοι μαζί βαδίζουμε στο θάνατο.
Όλοι μαζί
και ένας ένας.
Η αμείλικτη χοάνη του Χρόνου
μας ρουφάει
σε μια τεράστια περιδίνηση
κανείς δεν νοιάζεται
για κανέναν
μόνο τα τομάρια μας
φουσκώνουν
πρήζονται
και σκάνε
εκεί που βαδίζουμε ακμαίοι
πέφτουμε ξαφνικά
στην τρύπα του μηδενός
και δεν γινόμαστε
ούτε καν αφήγημα
μέσα στη νεύρωση της ταχύτητας
που βασανίζει τους ζωντανούς.

.

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΓΥΜΝΙΑ (2013)

ΠΛΑΝΗΤΙΚΗ ΤΡΙΛΟΓΙΑ

Πρώτο επίπεδο

Κίτρινα λεωφορεία κάνουν
τις μεταγωγές.
Οι κοινωνικοί προτεστάντες
είναι βαθιά στη γη,
δουλεύουν στην εξόρυξη,
σε ζώνες ασφαλείας,
μ’ αυστηρούς όρους
διατροφής,
διαβίωσης και τιμωρίας.
Οι οπαδοί του status quo
είναι στην επιφάνεια,
βασανίζονται λιγότερο,
ανασαίνουν μεγαλύτερες μερίδες
οξυγόνου,
έχουνε στις ποινές
και δεύτερη ευκαιρία.
Κίτρινα λεωφορεία
κάνουν τις μεταγωγές.
Τ’ ανθρώπινα σκυλιά
φορούν μεταλλικές στολές
πιστά όργανα του καθεστώτος
αναπαραγωγής ανθρώπων κι εξόρυξης του πλανήτη,
βάζουν τις βαριές αλυσίδες
στα πόδια των πρώην ομοίων τους
και μεταφέρουν άτομα
από τον ένα τομέα στον άλλο
τους επιφανειακούς παραβάτες
κάτω στη γη.
Καζάνια βράζουν ασταμάτητα,
μέσα τους
οι γυάλινες θήκες
των ανθρώπινων εμβρύων,
που γονιμοποιήθηκαν
που ελέγχθηκαν
κι άλλα πετάχθηκαν στον διαστημικό Καιάδα,
δεν υπάρχει εδώ χώρος για ανάπηρους.
Τα ανθρώπινα σκυλιά οδηγούνε
τα μαύρα καμιόνια,
από την εξόρυξη
στα επίγεια ενεργειακά κέντρα.
Οι σοφοί της γης,
δέκα – δεκαπέντε το πολύ,
επιβλέπουν
από τους γυάλινους πύργους.
Πάνω απ’ τα κεφάλια τους
ο τεράστιος ηλεκτρονικός πίνακας
όπου γράφονται οι διαταγές
άνωθεν, που δεν σηκώνουν αντιρρήσεις.
Αυτό είναι
το πρώτο επίπεδο της
πλανητικής διακυβέρνησης.

Δεύτερο επίπεδο

Δύο όντα
σε γυάλινο δωμάτιο
επιβλέπουν τους σοφούς.
Βγάζουν σπινθήρες τα μάτια τους.
Οι σοφοί γονατίζουν
όταν τους απευθύνονται
μπροστά στον ηλεκτρονικό πίνακα.
Δεν τους βλέπουν,
μόνο αιτούνται και προσεύχονται.
Εντολές με λίγα γράμματα
μετασχηματίζονται
και εγγράφονται στον πίνακα.
Οι σοφοί τους αποκωδικοποιούν
και τους μεταφέρουν
στον ανθρώπινο τομέα.
Τρέχουν τα μεταλλικά,
πρώην ανθρώπινα, σκυλιά
με πάπυρους
και φωσφορίζοντα οχήματα,
να τις μεταδώσουν
στα κατώτερα κλιμάκια.
Είναι μονόδρομος.
Δεν υπάρχει αντίστροφη διάβαση.
Τα όντα στέλνουν αναφορές
στον δεύτερο όροφο του Πύργου. Και αναμένουν.

Ανώτερο επίπεδο

Στον δεύτερο όροφο του Πύργου
φτάνουν οι αναφορές
των δύο όντων στο γυάλινο δωμάτιο.
Αναλαμβάνουν τώρα
οι Γραμματείς.
Κάνουν ηλεκτρονική επεξεργασία
των αναφορών,
αρχειοθέτηση σε μαγνητικούς φακέλους
και τις προωθούν
στα ανώτερα κλιμάκια,
το περίφημο Συμβούλιο της αποικίας,
όπου λίγοι και εκλεκτοί συμμετέχουν.
Παίρνονται αποφάσεις από το Σώμα
και στέλνονται από τον Πρόεδρό του
στους τρεις πρίγκηπες
του προτελευταίου ορόφου
για έλεγχο και επικύρωση.
Αυτοί αφού κάνουν τη δουλειά τους,
περνούν τα έγγραφα
από ηλεκτρονική θυρίδα
στον τελευταίο όροφο,
απ’ όπου και επιστρέφουν,
συνήθως, σφραγισμένα με την
ηλεκτρονική σφραγίδα της αποικίας.
Από τον τελευταίο όροφο, σπανιότατα,
στέλνονται μηνύματα σε μια
παράξενη γλώσσα.
Κανείς δεν ξέρει ποιος είναι μέσα.
Είναι τα απόλυτο Άβατο.

ΑΠΟΥΣΙΑ

Όταν περπατάς τα κίτρινα μεσημέρια
σε υγρά καλντερίμια χάρτινων πόλεων
τρέχει ο νους μου σε σένα
σ’ ακολουθώ νοερά
σε μιμούμαι
σε κομματιάζω όταν πέφτουν οι βροχές
κι ύστερα γελάς και κρύβεσαι
ανόητη αγάπη
ποτέ δεν σ’ έφτασα
ούτε τις ώρες του στρώματος
ούτε τις μέρες της φωτιάς
περιπλανήθηκα ασταμάτητα
για να βρω τα ομοιώματά σου
της αγάπης τραγούδια λυπητερά
έγραψα και ξανάγραψα
γύρισα ξανά
μα δεν σε βρήκα
περπατούσες σε δρόμους ορειχάλκινους
τα κίτρινα μεσημέρια
σε χάρτινες πόλεις
και γέλαγες φριχτά.

ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ

Σκιές,
είμαστε σκιές,
των άλλων,
του εαυτού μας,
καθώς βαδίζουμε
πίσω τους ή κοιτάζουμε
το λείψανό μας
όταν στα σαράντα και πλέον
κάνουμε
αιματηρούς απολογισμούς.
Ακολουθούμε
και μας ακολουθούν.
Εξουσιάζουμε
και μας εξουσιάζουν.
Φουσκώνουμε
κι απλώνουμε φτερά παγωνιού
στους παρακάτω
μα είμαστε φίδια νωθρά
στους παραπάνω
κι υπηρέτες.
Είμαστε σκιές
του εαυτού μας,
όταν το νιώθουμε
κλαίμε πικρά.

ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΜΑ

Καθώς ενώνω
με νοητές γραμμές
τις τελείες που αφήνεις πίσω σου
σχηματίζω μια εικόνα
που δεν είχα δει ποτέ πριν,
αυτή των πράξεων
και όχι των λόγων και των προφάσεων,
αυτή των δράσεων επί των υπάρξεων
και όχι των υποκριτικών αναπαραστάσεων,
εικόνα που στον προηγηθέντα χρόνο
ήταν ασύλληπτη
δική μου η ευθύνη,
κανείς άλλος δεν φταίει,
μόνο ο νους μου που αποσύρθηκε
στα ενδότερά του
κι άφησε τα μάτια
να κοιτούν ανόητα
τις κινήσεις και τις εκφράσεις σου,
τα λόγια, τα γέλια, τις αγκαλιές, όραση
νηπίου
έτσι είναι ο έρωτας
ματώνεις και μαθαίνεις
όταν ενώνεις με νοητικές γραμμές,
τις τελείες που αφήνουν πίσω τους οι
αγάπες.

.

ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ (2010)

ΕΤΟΙΜΟΣ

Φωτοκύτταρα σε εντοπίζουν.
Μηχανή αντιγραφής εγκεφάλου
ενεργοποιείται.
Ειδικοί φρουροί
κατάλληλα εκπαιδευμένοι
σε πάνε στο τμήμα αστυνομίας σκέψης
οπού σε γδύνουν
και με λέιζερ σε μαστιγώνουν
ώσπου ο εγκέφαλος σου να γίνει
παχύρρευστο υγρό.
Δέκα χρόνια
καταναγκαστικής μάθησης
σε πνευματική γκουλάγκ
σε συμμορφώνουν.
Είσαι πλέον έτοιμος
να εκτελείς βοηθητικές εργασίες
στο περιθώριο της αποικίας.

Η ΑΓΑΠΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Στη Σομαλία στο κέρας της Αφρικής
είδα την αγάπη μου ξυπόλητη ζητιάνα
κάτω απ’ τον καυτό ήλιο.
Στη Βαγδάτη, παράπλευρη απώλεια,
κείτονταν νεκρή σε νάιλον σάκο.
Στο Πακιστάν την είδα λιθοβολημένη.
Στις Φιλιππίνες εκδιδόταν
από το χέρι του αδελφού.

ΘΑΜΜΕΝΟΣ

Σ’ ένα καφέ
στην άκρη του κόσμου
στα παράλια της Πορτογαλίας
άκουσα το ουρλιαχτό σου
απ’ το βουνό
άνεμος το έφερνε
μαζί με σύννεφα σκόνης
που σκέπασαν τη μικρή πόλη.
Ήταν ένα ωραίο απόγευμα
μα βρέθηκα θαμμένος στην άμμο
μέχρι το λαιμό.
Είδα κάτι τεράστια κόκκινα μυρμήγκια
να ’ρχονται προς το μέρος μου
όταν πλησίασαν
φάνηκαν να έχουν πρόσωπα ανθρώπων
εκεί σ ένα καφέ
στην άκρη του κόσμου
κοιτώντας τον Ατλαντικό.

ΔΙΑΦΥΓΗ

Στην μικρή αυλή
φύτεψα τριανταφυλλιές.
Τη μοναξιά μου
τη μοιράστηκα μ’ ένα σκύλο.
Το σπίτι
χρόνια τώρα
το έκανα βιβλιοθήκη,
θάλασσα να κολυμπώ
να μη θυμάμαι
εσένα.

.

ΚΙΒΔΗΛΟΣ ΚΑΙΡΟΣ (2008)

ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ

Περπατώ στα στενά δρομάκια
κρύο
ο αέρας με σηκώνει
πιάνομαι από ένα δέντρο.

Στα φτηνά εστιατόρια
τρώω μόνος
μ’ επιστροφές από κουπόνια.

Στο μικρό δωμάτιο
στα ράφια τα βιβλία
επαγγέλουν μια επανάσταση
σε πολλές εκδοχές
σχεδόν αδύνατη.

Έρχεσαι εσύ
τα μάτια σου λάμπουν
βιάζεσαι
οι συνθήκες σε πιέζουν (σε θέλω κι ετσι).

Η σόμπα μου χάλασε
το κρεβάτι μου έσπασε ,
στον τοίχο κρεμασμένα δύο μπλου-τζήν

Οι μέρες μου
το μυαλό αδειάζει
φοβάμαι.
Οι βιβλιοθήκες κλείνουν τα βράδια
τα κυλικεία, οι λέσχες

Ψάχνω τους φίλους μου.
Είχαμε σχεδιάσει μιαν Αργώ.
Τους βρίσκω
χάσαν τα σχέδια
κι οι δρόμοι τώρα
είναι γεμάτοι
τελωνεία.

ΠΛΑΝΗΤΗΣ

Στη Βολιβία στα παζάρια της Λα Παζ
πουλούν κουβέρτες οι Ινδιάνοι για να ζήσουν.
Στο Μεξικό βάζουν φωτιές.
Ψάχνουν ν’ ακουμπήσουν σ’ ένα νέο Τσέ,
κάποιον Μάρκος – βοήθα τον Παναγιά μου.
Σφίγγουν τη γροθιά να φάν’ γλυκό ψωμί.
το Σιάτλ κάποιος έχει μήνυμα στον υπολογιστή.
Είναι η φίλη του απ’ τη Βοστώνη
που νιώθει μοναξιά.

ΣΗΜΕΡΑ

Γνώρισες τμήματα και κρατητήρια.
Παράνομη η αφισοκόλληση.

Στην Κομοτηνή μοίραζες κάποτε Ριζοσπάστη.
Τώρα στη Βέροια
σ’ ακούω να μιλάς για την Αποκάλυψη.

Τους παλιούς συντρόφους τούς έφτυσες.
Δεν ήθελες δόγματα και λιβανιστήρια.
Δεν θέλω φωνές από το παρελθόν, έλεγες.
Μα σ’ άκουσα να μιλάς για την Αποκάλυψη
κι έμεινα εκεί ν’ απορώ.

Τώρα καταλαβαίνω
γιατί οι νεκροί συλλαμβάνουν ζωντανούς.

ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Το στόμα μου είναι σφραγισμένο
τα μάτια μου δεμένα
στ’ αυτιά μου με τη βία ωτασπίδες.

Έμεινε μόνο η αφή
να ταξιδεύει στο σώμα σου.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Κραυγές στην έρημο

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ

FRACTAL 11/5/2021

Επανεκκίνηση της φαντασίας

Η γραφή του Γρηγόρη Σακαλή είναι μια χαραμάδα έντιμης κατάθεσης μέσα στον σημερινό κυκεώνα της υπερφίαλης ποιητικής φόρμας. Εδώ η αυθεντικότητα του συναισθήματος αναγορεύεται σε κυρίαρχο δομικό στοιχείο που διατρέχει αναφανδόν όλα τα ποιήματα. Δεν πρόκειται για μια κατασκευασμένη φωνή, είναι το καταστάλαγμα μιας βιωμένης εμπειρίας που παρουσιάζεται στον αναγνώστη γυμνή, χωρίς προσπάθεια μορφικού εξωραϊσμού. Οι λέξεις εναποτίθενται ανεπιτήδευτες εν τη γενέσει τους, έτσι όπως αναβλύζουν αυθόρμητα από την ψυχή του ποιητικού υποκειμένου. Η λιτότητα και η καθαρότητα έκφρασης υποβοηθούν και αναδεικνύουν τα θέματα που θέλει να προβάλει. Άλλωστε κι ο ίδιος το δηλώνει ξεκάθαρα: /Το ποίημα δεν έχει ανάγκη/από πολλά στολίδια/το πολύ στόλισμα/το κάνει να μοιάζει με λατέρνα/

Ο καθημερινός αγώνας επιβίωσης συνθλίβει την ύπαρξή του, η μονότονη διαδοχή των ημερών αμβλύνει τις προσδοκίες για ένα καλύτερο μέλλον. Όμως σε καμία περίπτωση δεν παραιτείται, αντίθετα οραματίζεται έναν ειρηνικό κόσμο που δε θα καταδυναστεύεται από τις εξουσίες και τα κέρδη των πολυεθνικών. Κατά προέκταση προσβλέπει σε έναν πολιτισμό ανωτέρου επιπέδου «χωρίς χρηματιστές και λοιπούς αργυραμοιβούς», με κοινωνική ελευθερία και ανθρώπινο πρόσημο. Υπερασπίζεται τα δικαιώματα των μειονοτήτων, τους ανίσχυρους και εξαθλιωμένους συμπολίτες του. Κι αν στην πράξη γνωρίζει ότι δύσκολα θα αλλάξει η κοινωνία, όμως έχει τη δύναμη να ονειρεύεται: /μέσα στο όνειρο/βρίσκει η ψυχή γαλήνη/, όπως και να ταξιδεύει με τη φαντασία του: /χθες όλη τη νύχτα ταξίδευα/πήγα στη Νέα Υόρκη/στο Μανχάταν, τη γέφυρα του Μπρούκλιν/ Η θεματολογία του εξακτινώνεται σε ένα ευρύ φάσμα σύγχρονων προβλημάτων: στην κυριαρχία του φαίνεσθαι έναντι του είναι, στην αποξένωση των κατοίκων των μεγαλουπόλεων, στην ανισομέρεια του πλανήτη, στη νεκρανάσταση του τέρατος του φασισμού, στις ατομικές και συλλογικές εξεγέρσεις ουσίας και όχι «επαναστατικής γυμναστικής», στη βία που ασκείται κατά της γυναικείας φύσης, ακόμα και στην ανεργία των νέων και τη μετανάστευσή τους στο εξωτερικό.

Το άτομο έχει την ευθύνη της επιλογής για να αποβάλει την κόπρο του Αυγείου μέσα από το μυαλό του και να κάνει επανεκκίνηση του εαυτού του «με ένα λουλούδι και ένα ποτήρι κρασί». Γιατί /ο δρόμος της αλήθειας/και της αξιοπρέπειας/θέλει πολύ αγώνα/θέλει αυταπάρνηση/ Έχει επίγνωση ότι η τελειότητα είναι μια ουτοπία «ένα νοητικό κατασκεύασμα, μια αυταπάτη», νόθο παιδί του διαλογισμού, γι’ αυτό και επιζητεί απτά πράγματα: ένα χάδι, μια αγκαλιά, ένα σταθερό βάδισμα, ένα χέρι να τον κρατάει ζωντανό, δυο μάτια να τον ζεσταίνουν στο κρύο, μια ανάσα να του δίνει πνοή στις δυσκολίες της ζωής. Αναπολεί με συγκίνηση στιγμές του παρελθόντος, την τρέλα και τους έρωτες της νιότης στον Πλαταμώνα και αγναντεύει από τον βράχο τη θάλασσα.

Η μοναξιά καταλαμβάνει πρωτεύουσα θέση στην ποίησή του, επιτείνει το αδιέξοδο της επικοινωνίας με τους άλλους, τους ρηχούς και επιφανειακούς, ορθώνει τείχη απροσπέλαστα με το συμβατικό παρόν: /Στη δικιά μου ποίηση/δεν θα βρεις πολύ φως/ήλιους κι αστέρια/στη δικιά μου ποίηση/δεν θα βρεις λουλούδια/και ηλιοβασιλέματα/θα διαβάσεις για τη μοναξιά/που σε τρελαίνει/…/γι’ αυτό αν θέλεις να νιώσεις/ψυχική ανάταση/με ήλιους και φεγγάρια/καλύτερα να μη διαβάσεις/την ποίησή μου./

Η φθαρτότητα συνυπάρχει με ένα βροχερό και παγωμένο χειμωνιάτικο τοπίο, όπου συναντά στον δρόμο αγαπημένες μορφές πρόωρα γερασμένες που αδυνατούν να τον αναγνωρίσουν γιατί κι ο ίδιος είναι ένα θαμπό περίγραμμα στον καθρέφτη. Η συνειδητοποίηση του αναπόφευκτου επιτείνει την υπαρξιακή αγωνία και δίνει μια μεταφυσική διάσταση στη συλλογή, υπενθυμίζοντας ότι όλοι είναι ίσοι απέναντι στον θάνατο, πλούσιοι και φτωχοί, ισχυροί και καταφρονημένοι. Η αυτοαναφορικότητα στο σημείο αυτό είναι αποκαλυπτική: /Μια μέρα θα βαδίσω/το δρόμο που δεν έχει γυρισμό/θ’ αφήσω πίσω μου/εκκρεμότητες/περιουσιακά στοιχεία/για τους επερχόμενους/θα πάρω μόνο το σακίδιό μου/αποξηραμένα φρούτα/και νερό/πολύ νερό όπως λέει ο Κατσαρός/ ενώ σε κάποιο άλλο ποίημα: «τα βήματά μου μ’ οδηγούν/σ’ ένα κοιμητήριο/εκεί είναι πια οι ρίζες μου/…/δυο μεταλλικά κουτιά/γεμάτα κόκκαλα/

Εν κατακλείδι, η ποίηση για τον Σακαλή είναι ένα παυσίλυπο, μια καταφυγή από τα «βάσανα του σώματος και της ψυχής». Η Ιστορία και ο Χρόνος είναι οι μόνοι αλάνθαστοι κριτές που θα ξεδιαλύνουν τα πράγματα και θα ανταμείψουν τους αληθινούς ποιητές και όχι όσους «κάνουν θόρυβο μεγάλο». Γιατί αυτούς θα/τους παρασύρει ο ποταμός/στη θάλασσα της ανυπαρξίας/

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ ΤΕΥΧ. 191 9-12/2021

Με σταθερή επιλογή σε μια ποίηση που γειτνιάζει με τον πεζό λόγο, ο Γρηγόρης Σακαλής επιλέγει στην έκτη του συλλογή θεματικά να προσεγγίσει την αγωνία ενός κόσμου που αναζητά τη δικαίωση των ελπίδων του επί ματαίω. Η αφιέρωση Στα θύματα της εξουσιαστικής λογικής, τοποθετεί τον ποιητή στη σειρά εκείνων που θέλησαν με τους στίχους τους να διαμαρτυρηθούν, να υπερβούν τον ιδιωτικό τους κόσμο προκειμένου να ενσωματώσουν την κραυγή όσων δεν έχουν βήμα να μιλήσουν. Η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η μετανάστευση, η ανεργία, οι καταπιεσμένες μειονότητες, η μετατροπή των αξιών σε απαξίες, η στείρα ιδιώτευση, ίσως πάνω από όλα οι πολύμορφοι και παντοδύναμοι εξουσιαστικοί μηχανισμοί που συνθλίβουν τα πάντα στο διάβα τους. Όλα αυτά μέσα σε σύντομα ποιήματα/
κραυγές, που ακούγονται μέσα στη σύγχρονη έρημο. Είναι οι κουβέντες μου/μετρημένες/τούτο τον καιρό/του απόλυτου εξευτελισμού/και του ψεύδους («Αξία») θα πει εξηγώντας τα θέματα της ποίησής του όσο και τη μορφή της, μια που γι’ αυτόν το ποίημα είναι απόσταγμα όσων ζει και εννοεί, και τα ποιήματα μπορεί καμιά φορά να είναι μοιρασμένα στον δρόμο σαν φέιγ βολάν ή πεταμένα τελικά
μόνο για όσους τα νιώσουν δικά τους. Ενδιαφέρουσα περίπτωση η ποίησή του, όταν δεν περιορίζεται στην πεζολογία. Σ’ αυτή τη συλλογή αρκετά ποιήματα ξεχωρίζουν για την ποιητική αξία τους και όχι μόνο για τη θεματική τους.

.

ΑΧΡΟΝΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 29/08/2018

Δίπλα στις αετοφωλιές στα αιωνόβια δέντρα

Άχρονη μετάβαση ονόμασε τη νέα του ποιητική συλλογή ο Ναουσαίος ποιητής Γρηγόρης Σακαλής που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ενδυμίων με τριανταπέντε ποιήματα. Η συλλογή αποτελεί ηχηρό αντίλαλο της εποχής. Με τρόπο ευθύ, χωρίς συνυποδηλώσεις και μετωνυμικές εκφράσεις, ο ποιητής καταγράφει τις παθογένειες του κόσμου μας.

Ποίηση προσωπική, επί το πλείστον κοινωνική, επισημαίνει τη δυστοπία των καιρών και προσπαθεί μέσα από τη φυγή σε μια εκτός χρόνου διάσταση, μια άχρονη μετάβαση, όπου όλα κινούνται ουτοπικά, να ελευθερωθεί από το βάρος των γεγονότων και να οδηγηθεί στη γαλήνη.

Θα τολμούσαμε να ισχυριστούμε πως στη θεματολογία του Σακαλή διακρίνουμε στοιχεία ρομαντικά: την ονειροπόληση, την αναζήτηση του παρελθόντος, το αίσθημα του ανεκπλήρωτου, την απογοήτευση. Η ακατανίκητη εξάλλου διάθεση του ποιητικού Εγώ για φυγή προς τη φύση και τα νησιά με τους λιγοστούς κατοίκους, η φυσιολατρία, ο ρεμβασμός, η τάση για αγώνες επαναστατικούς, αποτελούν θεματολογία του ρομαντισμού. Ωστόσο ο πεζολογικός χαρακτήρας των ποιημάτων, η απουσία λυρισμού και έντονων συναισθημάτων απομακρύνουν εν τέλει την ποίηση του Σακαλή από την αισθητική του ρομαντισμού.

Άχρονη μετάβαση

Διαλογίζομαι
σιγά – σιγά
βγάζω απ΄ το νου μου
κάθε σκέψη
καθαρίζω το μυαλό
το σώμα μου ελαφραίνει

ίπταται
πάνω απ΄ τα σπίτια
πάνω απ΄ τους δρόμους
τραβάει για τα βουνά
εκεί είναι η θέση μου
δίπλα στις αετοφωλιές
στα αιωνόβια δέντρα
από κάτω
μια αίσθηση πληρότητας
με κυριεύει
να ΄ναι η αγάπη για κάθε τι
να ΄ναι η συμπαντική αγάπη
ο χρόνος σταματάει
κι όταν επιστρέφω
στην πραγματικότητα
νιώθω πως ξαναγεννήθηκα.

Ο Σακαλής συνδέει τον ποιητικό του λόγο με την υλοποίηση μιας ιδανικής κοινωνίας, με επάνοδο στην προγενέστερη, προβιομηχανική της μορφή (η φύση θα ανάσαινε ελεύθερα, δεν θα υπήρχαν μεγαλουπόλεις, παρά μόνο χωριά, ούτε κτίρια – τέρατα, μόνο σπιτάκια), αλλά και με ωραιοποίηση της υπάρχουσας (τα όπλα εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας, οι στρατοί διαλύθηκαν και οι φαντάροι βγάλαν το χακί, γύρισαν στα σπίτια τους να οργώσουν τη γη, ν΄ αγαπήσουν τα όμορφα κορίτσια).

Ποίηση κοινωνική και πολιτική η Άχρονη Μετάβαση του Γρηγόρη Σακαλή προσβλέπει σ΄ έναν κόσμο ελευθερίας και ειρήνης. Βάζει σε πρώτο πλάνο τον άστεγο, τον πένητα, το ναρκομανή, την παιδική εργασία, την κακοποίηση της γυναίκας. Ψέγει τη λατρεία του χρήματος, την υποκρισία, το ψεύδος, τον αρρωστημένο κόσμο με τα ψυχοφάρμακα, τον ολοκληρωτισμό, τη μισαλλοδοξία. Συχνά αποκτά διάσταση παραινετική, συστήνει αγώνες κοινωνικούς, πίστη στον άνθρωπο και τις δυνατότητές του.

Τέλμα

Σε στενούς χώρους
περνάμε τη ζωή μας
σε παγωμένα σπίτια
το χειμώνα
το καλοκαίρι καιγόμαστε
σε μικρά διαμερίσματα
χωρίς κλιματισμό
τα αισθήματά μας καταπίνουμε
κι όλο αναβάλλουμε
τις επιθυμίες μας
φτάσαμε να θεωρούμε
την επιβίωσή μας κατόρθωμα
ο ένας υποβλέπει τον άλλο
κι όλοι μαζί βαδίζουμε
το δρόμο της στέρησης
και της δυστυχίας
οι αγαπημένοι μας
περιορίστηκαν στο ελάχιστο
αν υπάρχουν
κι ούτε κουβέντα γίνεται
τι να κάνουμε
για να βγούμε από το τέλμα.

Ποίηση για τα υψηλά ιδανικά από τη μια, για τις μικρές στιγμές από την άλλη: βγες απ΄ το ρεύμα, άσε το συρμό, ασχολήσου με λεπτομέρειες, {…} είναι τόσο συναρπαστικές οι μικρές λεπτομέρειες της ζωής. Νοσταλγεί τις παλιές αγάπες, υμνεί τον έρωτα, την ομορφιά, το κάλλος του γυναικείου σώματος- της νεαρής κυρίως γυναίκας την οποία το ποιητικό υποκείμενο φαντασιώνεται. Εικονοποιία, θεατρικότητα, αφηγηματικότητα, αυτά είναι τα ποιητικά εργαλεία του Σακαλή.

Ξεχωριστή σαν ζέφυρος

Μέσα στο πλήθος
σ΄ αυτή τη σύναξη ανθρώπων
που βασανίζουν ή βασανίζονται
απ΄ τις λέξεις
ξεχώρισες σαν εντελβάις
σ΄ απάτητο βουνό
πήρες το λόγο
και μας μάγεψες
με όλο σου το είναι
μας ταξίδεψες
τα χείλη σου που απήγγειλαν
τα χέρια σου που εκφράζανε
αυτό που είχες μέσα σου
και ευθύς το έκανες δικό μας
μελαχρινή, αέρινη
από πίνακα ζωγραφικής βγαλμένη
μας σκέπασες όλους
και μας τύλιξες
μ΄ ένα θερμό ρεύμα αέρα.

Η Άχρονη μετάβαση του Γρηγόρη Σακαλή συγκινεί με την ευαισθησία της. Είναι ποίηση ευανάγνωστη, δεν είναι κρυπτική. Το καθημερινό λεξιλόγιο, ο πεζολογικός τόνος δένουν με την εποχή. Όμως η ποίησή του είναι μια ευθεία γραμμή. Απουσιάζει η λεγόμενη ανοικείωση. «Η γλώσσα ψυχαγωγεί με τις υποκριτικές της ιδιότητες. Αυτές είναι οι πηγές του αισθητικού αποτελέσματος», έλεγε ο Σέλλευ. Αυτό μια ομάδα ρώσων κριτικών ονόμασε ανοικείωση. Ένα από τα κύρια αποτελέσματα της λογοτεχνικής γλώσσας είναι να κάνει τον οικείο κόσμο να μοιάζει νέος σε μας, σαν να τον βλέπαμε για πρώτη φορά. Ο ρώσος κριτικός Victor Shklovsky, ο οποίος εισήγαγε και τον όρο ανοικείωση, ισχυριζόταν πως πρέπει να υπάρχει «ένα όριο, μια αλλαγή ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη ζωή, μια διάκριση μεταξύ της ίδιας της πραγματικότητας και της λεκτικής της αναπαράστασης».

Σε αυτό θα μπορούσε να επιμείνει περισσότερο ο ευαίσθητος Ναουσαίος ποιητής Γρηγόρης Σακαλής. Η ποίησή του είναι ιδιαίτερη, συμπαθής μέσα στην ευθύτητά της. Όμως η απλότητα στο ύφος και το περιεχόμενο, ο συχνά παραινετικός τόνος, που παραπέμπει σε λόγο διδακτικό, γειώνουν τον απαιτητικό αναγνώστη. Αναμένουμε οι επόμενες συλλογές του να είναι ωριμότερες με αισθητική πορεία ανοδική.

Διαδρομή

Δρόμοι στενοί
είναι οι δρόμοι μας
τοίχοι γεμάτοι
με παλιές αφίσες
σπίτια ετοιμόρροπα
στεγάζουν την ιστορία μας
ματωμένα και σκισμένα ρούχα
απ΄ τη δουλειά
απ΄ τους αγώνες
είναι στη γκαρνταρόμπα μας
αγώνες που δεν κερδίσαμε
μα ούτε που χάσαμε
τους στόχους μας δεν πετύχαμε
μα κάτι καταφέραμε
δώσαμε στη ζωή μας νόημα
βάψαμε τα όνειρά μας
με έντονα χρώματα
και το ψωμί γλύκανε
και η ρακή έγινε νέκταρ.

.

ΚΥΤΙΟ ΚΡΥΦΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

EΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

DIASTIXO 27 Ιουλίου 2016

Μια παλινδρόμηση ανάμεσα στη ζωή και στο τίποτα, ανάμεσα στο όνειρο και στη διάψευση, ανάμεσα στην ορμή και στην απελπισία, ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα, ανάμεσα στον έρωτα και στην απογοήτευση φαντάζει η νέα συλλογή του Γρηγόρη Σακαλή με τον υποψιασμένο τίτλο Κυτίο κρυφών ονείρων. «Πώς είναι να σκάβεις στην ξερή κοίτη του ποταμού για να βρεις νερό;» μοιάζει ν’ αναρωτιέται ο ποιητής, δρασκελίζοντας με μαεστρία συνήθη οδοφράγματα και νάρκες, λακκούβες και δόκανα που καραδοκούν σε κάθε πτυχή της ποιητικής έκφρασης και τέχνης (από την πανουργία των οποίων δεν σώζεται πλήθος ομοτέχνων). Στο ποίημα «Πορεία στο μηδέν» γράφει: Εκεί που βαδίζουμε ακμαίοι/ πέφτουμε ξαφνικά/ στην τρύπα του μηδενός/ και δεν γινόμαστε/ ούτε καν αφήγημα.

Η ποιητική γραφή του Γρηγόρη Σακαλή, εγκιβωτισμένη αρχικά σε αυτόνομα μονοσέλιδα ποιήματα που όμως επικοινωνούν θεματικά μεταξύ τους, φέρνει στο προσκήνιο την ποιητική ουσία ως ρέουσα ύλη, ένα ρέον ασώματο υλικό που τυλίγει στον υγρό του μανδύα αιώνια ποιητικά και λογοτεχνικά θέματα όπως ο έρωτας, ο χρόνος και η φθορά, θέματα που εμφανώς απασχολούν τον ποιητή, όπως και τη σχέση του ανθρώπου με το πεπρωμένο του, με κοινωνικά θέματα που αφορούν στην ανισότητα, στην αδικία, στην εκμετάλλευση, στην ομοιομορφία, στην πολτοποίηση, στην παραμόρφωση. Στο ποίημα με τον τίτλο «Παιχνίδι» γράφει: Σκιτσογράφοι/ μας ζωγραφίζουν σαν καρικατούρες/ όμοιους/ ίδιους και απαράλλαχτους/ έτσι μας θέλουν/ κομμάτια/ σ’ ένα τεράστιο ατέλειωτο παζλ.

Ο άνθρωπος στην ποιητική συλλογή Κυτίο κρυφών ονείρων είναι ο νόμιμος ιδιοκτήτης των ονείρων του. Αυτός που κρατά, έστω εν είδει κρυφού ημερολογίου, ένα κουτί με τα κρυφά όνειρά του, τα οποία, έστω και απραγματοποίητα, του ανήκουν δικαιωματικά. Όνειρα που παίρνουν τη μορφή σπίρτων έγκλειστων στο κουτί τους, όπως εμφανίζονται στο εξώφυλλο της συλλογής, φαινομενικά αδρανή και αφανή, όμως με μια μυστική πύρινη δύναμη μέσα τους που τα καθιστά έτοιμα να επαναστατήσουν, να αναφλεγούν κάθε στιγμή.

Ο άνθρωπος όμως συμμετέχει και παρατηρεί. Παρατηρεί τη ροή, συμμετέχει στη φθορά, παρατηρητής του χρόνου και της ανάλωσής του. Το κουτί των κρυφών ονείρων είναι ο μυστικός του θησαυρός. Ό,τι τον κάνει να νιώθει ακόμα ζωντανός, ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή βουτηγμένη στην «ανθρωπινότητα». Τα κρυφά όνειρα είναι η φανταστική άμυνα του κάθε ανθρώπου ενάντια στους εισβολείς της ζωής και της πραγματικότητάς του. Κι είναι το ποιητικό «ξύλινο σπίτι» του ποιητή αυτό που αντέχει στις επιθέσεις των «τερμιτών». Στο ποίημα με τον τίτλο «Όνειρα» γράφει: Τα όνειρά μου γίνανε γέρικα σκυλιά/ που σέρνουν τα βήματά τους/ σε έρημους δρόμους/ Γεννήθηκαν/ Δεν καρποφόρησαν/ παρά μόνο κρύφτηκαν/ στα βάθη του μυαλού/ και βαλσαμώθηκαν/ Μετά από χρόνια κάποια πάνε ν’ αναστηθούν/ να βγουν στο φως/ να ξαναζήσουν.

Οι εύστοχοι, συγκροτημένοι και δραστικοί στίχοι του ποιητή, με βασική αρετή μια αξιοσημείωτη οικονομία λόγου, ξεδιπλώνουν τα εξωτικά φτερά τους πάνω σ’ ένα νοσταλγικό παρελθόν που θυμίζει κάτι από την ανέμελη, ανέφελη εποχή της νεότητάς του. Κάθε ποίημα μοιάζει να επιχειρεί να ξεθαμπώσει έναν θολό καθρέφτη, και το κατορθώνει κάνοντας τον αναγνώστη να αναγνωρίζει μέσα από τις εμπειρίες του γράφοντος μέρος του εαυτού του, αποδεικνύοντας τη γνωστή ρήση του Πρίμο Λέβι ότι διηγούμαστε για να κάνουμε τους άλλους συμμέτοχους των εμπειριών μας. Η ποίηση του Γρηγόρη Σακαλή, με ύφος κατά τόπους εξομολογητικό και σε κάθε περίπτωση αναγνωρίσιμα προσωπικό, δείχνει να προσφέρει απλόχερα μια κάποια ανακούφιση, γιατί όπως θα έλεγε ο Γιώργος Ιωάννου: «Η εξομολόγηση είναι το μόνο γιατρικό».

Κάθε ποίημα στέκεται αγέρωχο, χωρίς κούφιους μελοδραματισμούς και θλιβερές ποιητικούρες, μοιάζοντας να επιχειρεί την αφύπνιση μιας αναζήτησης δικαιωματικής για ένα μικρό μερίδιο ευτυχίας, μια έστω λιλιπούτεια κληροδοτούμενη μνήμη παραδείσου. Στο ποίημα με τον τίτλο «Μια εποχή στον παράδεισο» γράφει: Νοστάλγησα τον καιρό/ που είχα ένα κορίτσι ζωηρό/ σταμάτησε το χρόνο/ μ’ ανάσαινε με τα φιλιά της/ κορίτσι αιχμηρό.

«Με φοβίζουν όλοι αυτοί που ξέρουν τον σωστό δρόμο και θέλουν να μου τον δείξουν» είχε πει ο σκηνοθέτης Κριστόφ Κισλόφσκι, και η φράση αυτή επικοινωνεί άριστα με την ορκισμένη προσπάθεια του ποιητή να αποφύγει τον γνωστό κοινωνικό σκόπελο, αποζητώντας έναν κόσμο που δεν τον υποδεικνύουν οι άλλοι, έναν κόσμο που δεν φαντάζει υποκριτικός και φαύλος, έναν κόσμο μάλλον ουτοπικό, χωρίς δυνατούς και αδύναμους, που θα του επανασυστήσει τον άδολο εαυτό του, χαμένες αξίες και αγνούς έρωτες. Στο ποίημα με τον τίτλο «Κόσμοι» γράφει: Δύο κόσμοι διαφορετικοί/ δύο κόσμοι αντίθετοι/ πότε συνεργάζονται/ πότε συγκρούονται/ μα σ’ έναν μόνο/ θ’ ανήκεις/ σ’ έναν/ θα χτυπάει η καρδιά σου.

Η ίδια η αρχέγονη ουσία της ποίησης γίνεται ένα ζωντανό πινέλο που χορεύει ασταμάτητα στο χέρι του γράφοντος, προσπαθώντας να ανακτήσει χρωματικά, σε μια φανταστική διαδρομή, ό,τι χάθηκε, ό,τι ηττήθηκε στην πραγματική, δύσβατη διαδρομή μιας ζωής ενίοτε πικρής. Λένε πως αν δεν έχεις αγάπη στην καρδιά δεν έχεις ούτε όνειρα ούτε ιστορία. Ο ποιητής είναι η αντίθετη περίπτωση, μιας ύπαρξης που βρίθει από προσωπικά όνειρα, από καθαρά αισθήματα για την ανθρωπότητα και ένα πλούσιο απόθεμα ψυχής για ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί.

ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΠΟΥΛΑΚΟΣ

VAKXIKON.GR Τεύχος 13

Στην μικρή αυλή
φύτεψα τριανταφυλλιές.
Τη μοναξιά μου
τη μοιράστηκα μ’ ένα σκύλο.
Το σπίτι
χρόνια τώρα
το έκανα βιβλιοθήκη,
θάλασσα να κολυμπώ
να μη θυμάμαι
εσένα.

Ζωντανός στίχος, στοχευμένος, γεμάτος συναίσθημα, αλλά και με μια οπτική για τη ζωή, την καθημερινότητα, το χρόνο, που περνά, που καταλήγεται (διάβασε εδώ παλιότερο ποίημα του Γ. Σακαλή στο Βακχικόν). Με εικόνες γεμάτες είναι η ποίηση του Γρηγόρη Σακαλή, που σε βάζουν σε έναν κόσμο, στα σίγουρα, ολότελα δικό του, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι σου είναι ξένος, εντελώς διαφορετικός, εξωπραγματικός.

Είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή του ποιητή από τη Νάουσα, και πάλι από το Πλανόδιον του Γ. Πατίλη. Μια ολοκληρωμένη συλλογή, σίγουρα, μια εξωτερίκευση στιγμών, εικόνων όπως είπα, μικρών σε εύρος μεγάλων σε νοήματα καταστάσεων και δεδομένων.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *