ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η Μυρτώ Αναγνωστοπούλου γεννήθηκε το 1944 στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Έχει δυο γιους. Με τα χρόνια απέκτησε και δυο εγγόνια. Σπούδασε ξένες γλώσσες. Έχει ασχοληθεί και ασχολείται με κολλάζ, κατασκευές, multimedia, πετρόψαρα, εικονογραφήσεις, μεταφράσεις λογοτεχνικών και θεατρικών έργων, με τη συγγραφή και παρουσίαση κειμένων για άλλους δημιουργούς και για την ίδια τη μετάφραση. Υπήρξε μέλος του Δ.Σ. της Λέσχης Γραμμάτων και Τεχνών καθώς και της Εταιρίας Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος για αρκετά χρόνια. Επίσης, έχει ασχοληθεί με το ραδιόφωνο. Δημοσιεύει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες, έχει δώσει ομιλίες στην Ελλάδα, στις Η.Π.Α. και άλλες χώρες. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, βουλγαρικά, ιταλικά και γερμανικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ποίηση

Βαθμίδες, 1973, ιδιωτική έκδοση
Τώρα που…, εκδ. Τραμ, 1975
Πειρατικός σταθμός, εκδ. Τραμ, 1979
Κυκλικά, εκδ. Μπ. Μπαρμπουνάκης, 1982
Το ζώο που κρύβω και άλλα πλάσματα, εκδ. Παρατηρητής, 1988
Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων, εκδ. Νέα Πορεία, 1995
Τόσα χρόνια στη θάλασσα, εκδ. Καπόνι, 2009
Ανυψωτική μετακόμιση, εκδ. Καπόνι, 2015
Κάθε μέρα εκδρομή, εκδ. Μανδραγόρας 2020

.

Μεταφράσεις

Βιρτζίνια Γουλφ, Τρεις Γκινέες, εκδ. Μπ. Μπαρμπουνάκης, 1981
Αναΐς Νιν, Σκάλες προς τη φωτιά, εκδ. Μπ. Μπαρμπουνάκης, 1982
Ποιητές του Λίβερπουλ, Μια ανθολογία, εκδ. Α.Σ.Ε., 1985
Αναΐς Νιν, Σπίτι αιμομιξίας, εκδ. Παρατηρητής, 1988
Έρνεστ Χεμινγουέι, Ο μεγάλος ποταμός με τις δυο καρδιές, εκδ.Α.Σ.Ε., 1989
Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Άντα, 1990, β’ εκδ. Νεφέλη, 1999
Τζον Ίρβινγκ, Θέα στον ωκεανό, 1992, β’ εκδ. Νεφέλη, 1999
Αλμπερτ Ρ. Γκέρνι, Το χρυσόμαλλο δέρας, μονόπρακτο, θεατρική παράσταση 1997
Τζον Γκουέρ, Το ωραιότερο απόγευμα της χρονιάς, μονόπρακτο, θεατρική παράσταση, 2000

.

Παιδικά

Η νεράιδα που έφυγε αφήνοντας πίσω της την αγάπη, εκδ. Καπόνι, 2011
Τα φουρφούρια του Παναγιώτη, εκδ. Καπόνι, 2013
Και ξαφνικά το πλατάνι μπήκε στο σπίτι, εκδ. Ρώμη, 2020

.

.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΕΚΔΡΟΜΗ (2020)

ΕΚΔΡΟΜΗ

Έλα στην εκδρομή μου
με ία μάτια κλειστά
με τα φύλλα και τα φτερά
με άγραφο φως
και χωρίς φιλί.
Με πίδακες
με κεριά για να μετράς
κι εδέσματα σοφά
να τα φας με το αίμα τους.

ΜΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Με το φεγγάρι αρχαίο πλοίο
μια βόλτα στον ουρανό
μια νύχτα έρωτα ή θανάτου.
Όρθιο
μισό και πανσέληνο
βρώσιμο σύμβολο
στο στόμα σου
στο στόμα μου.

ΚΑΙ ΦΥΣΗΞΕ Ο ΑΝΕΜΟΣ

Και φύσηξε ο άνεμος
με φωνή απειλή
ανάμεσα στους μίσχους της σιωπής
πληγώνοντας γνωστούς και αγνώστους
μόνο με τη ζωή τους.
Άπραγοι αναγνώστες του μύθου
με στραγγισμένα τα υγρά της προσμονής
με νύχια δράκοντα
που τη φυλή του δε γνώρισε κανείς.

ΣΤΟΝ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ

Στον λαβύρινθο ξυπόλητη
με κούκλες παλιάς μόδας
κυνηγώντας την αόρατη ουρά
μιας μουσικής.
Φιλιά και θάματα
και κανένας δεν φεύγει.

Χιόνια χρόνια και χαρτιά
εμποδίζουν την έξοδο.

ΝΑ ΜΗ ΦΟΡΕΣΩ

Να μη φορέσω τη μέρα μου
από εκεί που την άφησα
με κουμπωμένη στραβά την προσμονή
με ξέφτια να παραμιλούν
τρύπες να μπαινοβγαίνει ο παλιός αέρας
να με παγώνει
παίζοντας το πονηρό κρυφτό του.
Να μείνει στο ράφι το ρούχο
κι εγώ τρέχοντας στον δρόμο
με τα μέλη γυμνά
με τα σημάδια των στιγμών
που τελικά περάσανε.

ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Και ο έρωτας
πέρασε από το μάτι της βελόνας
να υφάνει τον φανερό
ιστό της αφής
να φθείρει το ανθρώπινο στρίφωμα
σαν ξέφτι
να φύγει.

Η ΜΕΡΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Η μέρα μεσημέρι χορεύοντας
σαρώνοντας τη γη
ραγίζοντας τη θάλασσα.
Μια λυπημένη μυρωδιά δεν την αφήνει
ν’ ανοίξει τα πόδια της στον άνεμο
για μια γέννα λευκών πουλιών
να φέρουν το κλαδάκι τους
να βγει μεγάλο κι έκπληκτο
το δέντρο.

.

ΑΝΥΨΩΤΙΚΗ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ (2014)

ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ

Ανεβαίνοντας
σχίζοντας μέλη
και όνειρα
ρουφώντας λήθη κι αληθινό
ουρανό
με άστρα κοφτερά χωρίς φως.
Ανοίγοντας
με κατάνυξη
την παγωμένη προσευχή
ενός παλιού εσπερινού.

ΞΥΠΝΑΣ

Ξυπνάς
με την υπερβολή μέσα στη χλιδή της
νά ‘σου το παν
το μέτρον άριστον
με αποφασιστικές κινήσεις
συναρμολογώντας άυλα μέλη και
χειροπιαστά μηνύματα
να παραδίδει
το άλυτο λιτό μυστήριο ποίημα.

ΑΝΑΠΗΡΗ

Ανάπηρη
ανοίγεις την ποίηση
αναποδογυρίζοντας τους στίχους.
Ανασφαλής
στον πόθο σου, μαθαίνεις στους ίσκιους να μιλούν
και στα γνωστά σου τέρατα να γνέφουν φιλικά.
Δυο – δυο οι λέξεις αποτολμούν την έξοδο.
Ορμητικά γελώντας
το άσπρο φωτεινό σε πλησιάζει
ανάλυσέ με, σου φωνάζει,
τώρα που γίνονται όλα πάλι
από την αρχή.

ΔΥΝΑΜΩΜΕΝΟΙ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ

Μιλώντας με ευχές
παραλείποντας πεζοδρόμια
και αδέσποτους ίσκιους
ψάχνοντας για φαγητό.
Αυγά ζωής οι πόνοι
δυναμωμένοι στη μνήμη
χωρίς περιορισμούς.
Οξείς και πρόθυμοι, καταβροχθίζοντας
τ’ απομεινάρια μιας ορμής.
Μέσα στο ποίημα, μου φωνάζεις,
μέσα στις λέξεις, εκεί να κάνεις
όλες τις μελλοντικές σου εγχειρίσεις

ΕΝΑ ΣΠΥΡΙ

ένα σπυρί καλό σπυρί
φυτρώνει
χέρια και δόντια ετοιμάζοντας
και μάτια γύρω γύρω
να βλέπει και να σπέρνει
να βλέπει και να παίρνει για τροφή
από τους εραστές
το αίμα

ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ

Δε γίνεται, είπες,
να πονάει αυτό το δόντι
μεγαλώνοντας, ωθώντας,
ανοίγοντας το στόμα σα σπηλιά
στεφάνια καταπίνοντας
και σκεύη και νησιά
κι εκείνη τη μπάλα σου την τρύπια
που έφτασε ως εδώ.
Δε γίνεται
να μην πονάει αυτό το δόντι
που χρόνια μεγαλώνοντας
νοσεί.

ΤΟ ΑΝΑΠΟΔΟ ΠΟΙΗΜΑ

Πνίγεται
το ανάποδο ποίημα,
μισεί τα πόδια του
που δεν περπατούν
αφορίζει τα ερωτικά
που δεν ορίζει
δεν το ακούνε τα χέρια του
και αγκαλιάζουν
ζώντες και νεκρούς.

ΤΙΜΙΟ ΨΕΜΑ

Τίμιο ψέμα στον ορίζοντα
και τέρμα.
Τόσα τρελά ταξίδια
τσακισμένα
κι ο τρόμος ανέπαφος.
Έχει πολλά ταφ
αυτό το ποίημα,
πολλούς μικρούς
ακέφαλους σταυρούς

ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ

Κι άλλη μια κι άλλη μια
βαριές ισορροπούν οι λέξεις.
Στα νύχια κινείται ότι αναπνέει τρυφερά.
Το φως προβάλλοντας ψυχρό, φωτίζοντας
σκασμένους στίχους σάκους
με κάμπιες λαίμαργες.
Τι να περιμένει μονολογώντας το αύριο
μια νότα, μια ομίχλη χλιαρή, λίγο ψωμί
από εκείνο το νόστιμο σκούρο.
Να τραφώ προσπαθώ
και κερδίζοντας χρόνο
να μείνω
με λίγη πείνα ακόμη
γονατίζοντας
σαφώς γηραιότερος
σοφός γεωγράφος
χαράζοντας στο φλοιό της γης
καινούριες παραμέτρους

ΩΣ ΤΟ ΒΥΘΟ

Και πάλι λάμνοντας
προς τη στεριά και όχι. Δεν
τον θέλω αυτόν τον τόπο. Κι ας έχει
πιο πάνω δέντρα και όρη και πηγές.
Με γνώση
θα ξαναβουτήξω, ωθώντας το χρόνο
– ως το βυθό;
– ως το βυθό.

ΦΡΕΣΚΟ ΚΡΕΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΕΝΑ

Τυπωμένες τίγρεις
ανέμελες λάμες
για ύπτιες νίκες και ήττες αναβράζουσες.
Όλα ωραία κι ελαφρά
μπορούν να σε υψώσουν ή
να σε γκρεμίσουν στις νύχτες με τα όνειρα
που κοκκινόμαυρα παίζουν σκάκι μεταξύ τους.
Τα φρούτα βγάζουν κέρατα
και τα ελάφια χλιμιντρίζουν.
Με απαλές οπλές τα σαρκοβόρα
σχηματίζουν το σχήμα του θανάτου.

ΕΙΝΑΙ Η ΩΡΑ

Είναι η ώρα που
οι τοίχοι γίνονται απειλητικοί.
Το άγνωστο νήμα
ανάμεσα στη μέρα και
τη νύχτα, με υφάδι φόβου αναπαράγοντας
χθεσινές ανάσες
μέσα στο στόμα
του αυριανού.

ΦΙΛΗΘΗΚΑΝ

Φιλήθηκαν στα χείλη
όπως παλιά.
Με μια θηλιά στο λαιμό
μ’ έναν γνώριμο ρυθμό
λικνίστηκαν πνιγμένοι.

ΖΕΙ ΑΡΓΑ

Ρίχνει πέτρες στο κενό
σημαδεύει τη σιωπή
δεμένο κι αδιάβαστο
ενοχλώντας ανέστιο
αγνοώντας τους χτύπους
τους χτύπους.
Μουγγό και γκρίζο
ζει αργά με ρωγμές.

Και λατρεύοντας τη λύπη
συμπληρώνονται τα χρόνια.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Μέσα στο σώμα αρκουδίζοντας
το δεύτερο σώμα
ξυπνώντας το αρχικό σχήμα
με τις στροφές και τους χυμούς του, δίνοντας
χώμα και νερό στο κέντρο
της άπραγης ζωής
τεντώνοντας την κορδέλα του τέλους
πριν από το τέλος.

.

ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ (2009)

ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Τόσα χρόνια στη θάλασσα
Στο κατάρτι
στ’ αμπάρι
Στον αφρό για μια στιγμή αιωνιότητας

Αρμενίζει
βουλιάζει
το παλιό σκαρί
Βγάζει φτερά
Πετάει

ΑΛΛΑΖΕ ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ

Χωρίς σκοινιά και τροχαλίες
άλλαζε το σκηνικό
Δεν κοιμήθηκα
να πεις πως ονειρεύτηκα
Υποχωρούσαν οι αισθήσεις
και οι παγωμένες εμμονές μιας παρουσίας
Η άτρακτος αιωρούνταν
Μεταφέροντας τους μετασχηματισμούς μου

Αν δεν επιθυμείς την προσγείωση
δεν την ορίζεις

ΜΙΑ ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟ ΚΕΝΟ

Δε μου αρκεί μια σχεδία
να σωθώ
Απαιτώ μια έξυπνη λύση
Ένα ασύρματο όνειρο
Μια βουτιά στο κενό
για μήνες
για χρόνια

Ένα νέο μεταίχμιο
ν’ αγωνιστώ να το περάσω

ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΚΑΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Πνίγω τον έρωτα
Μα εκείνος
το ξέρω
θα βγει
Μ’ ένα γνώριμο
παλιό φιλί
Θ’ αναδύεται πάντα
έτοιμος να με κατασπαράξει

ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΩ

στη μάνα μου
Θα ξαναγυρίσω
Θα βρεθεί και για μένα μέσο
Δε θα μείνω για πάντα στη θάλασσα
και πολιτείες θ’ ανεβώ
και κήπους θα χαράξω
και σώματα βαριά θ’ αγκαλιάσω

Στην αλλαγή της νύχτας προς τη μέρα
θα βρεθώ ανάμεσα σας

ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ ΩΚΕΑΝΟΣ

Τον μύρισα
Τον είδα
να μου γνέφει
με παλιά φοινικόδεντρα
Τον άκουσα
Σαν εραστή τον γνώρισα
και φεύγοντας
τον πήρα μαζί μου

ΥΠΟΜΟΝΗ

Μπαινοβγαίνω σα μέλισσα
όλο κάτι κλέβοντας
από τον εαυτό μου

Υπομονή
Θα μεγαλώσουν τα παιδιά
Θα περάσουν τη θάλασσα
Θα με θυμούνται
μέσα στην κορνίζα μου
σαν νύφη

ΘΑ ΞΑΝΑΠΕΤΑΞΩ

Θα ξαναπετάξω
εκεί που ο ήλιος ανάβει τροπικά φαινόμενα
χρώματα και φωνές

Ρωτώντας φτάνεις κάπου
Αγαπώντας πηγαίνεις παντού

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

Μια εποχή είπες είναι
θα περάσει
•3α ξεχειμωνιάσεις
και θα ανασυρθείς

Με τόσα φύκια και όστρακα
βάρυνε το ναυάγιο

Πάλι προσπάθειες και δημοσιοποιήσεις
για ένα αμφίβολο επερχόμενο καλοκαίρι

ΟΤΑΝ ΝΥΧΤΩΝΕΙ

Όταν νυχτώνει
η ζωή αιμορραγεί
και μπαινοβγαίνει
από σώμα σε σώμα

Μεροληπτεί κάποτε ο θάνατος
και σου ανήκει

ΘΕΛΩ

στη Μαριέττα

Θέλω
μια ζεστή κουβέρτα
αντί γι’ αυτό το ποίημα
που ξετυλίγεται με ύποπτα κρόσσια
σκαλώνοντας σε κάθε αγκάθι βρύση ή καρφί
Ένα σοβαρό μονόχρωμο σκέπασμα
αδιαφανές
κι αδιάφορο στις αχτίδες της μνήμης

ΣΑΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΝΑΥΤΙΛΟ

Σαν μέσα από ναυτίλο
ακούγεται η ζωή μου
μετά το ταξίδι
Ήχος απόηχος σιγή

Όλο θα βρίσκεται
ένα στοιχείο σύμβολο
να επικοινωνεί
με τον κοιμισμένο ποσειδώνα μου

ΤΟΠΙΟ ΑΘΡΑΥΣΤΟ

Τοπίο άθραυστο
δεν έχει χαρακιές
και χαρακώματα
Ούτε χρώματα
Λευκά αγκομαχούν τα πρόσωπα
Λευκά σπαράζουν
Και όλα παρασύρονται
μέσα στη σκόνη
του αναμενόμενου ανέμου

ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ

Ήρθε η ώρα να τολμήσω
όσα δεν πρόφτασα με την αιδώ
όσα δεν άντεχε
το ερωτευμένο σώμα
που αδηφάγα έπαιρνε
και απαγόρευε
Ήρθε η ώρα να γίνω πλήθος
και λήθη
και λυγμός
χωρίς την πολυτέλεια
του λάθους

ARS POETICA

χαϊδεύω
το άγραφο χαρτί
και περιμένω
ποιος απ’ τους δυο μας
θα ριγήσει πρώτος

ΑΝΟΙΧΤΑ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ

Ανοιχτά τ’ ουρανού
δεν είναι μακριά
ένα όνειρο δρόμος
μια σκέψη να καρφωθείς
σε άλλο στήθος
Μια πτήση
στην τροχιά των δορυφόρων
Μια πτώση
σε αναμμένη πληγή

Και ο χρόνος αρχίζει από
τώρα

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΤΑΜΟΣ

Δεν είναι ποταμός αυτό το ποίημα
δεν έχει νόμο
μήτε βαρύτητα έχει
τρέχουν οι λέξεις από ‘δω κι από ‘κει
πετάνε σύμφωνα
φωνήεντα
Τα έμφυτα ευρήματα επαναστατούν
σε φράση φιμωμένη

Δεν το ζητώ
δεν το κρατώ
αυτό το ποίημα
το άναρχο
το ανένταχτο
που ελπίζει να φανερωθεί
μια νύχτα στο στερέωμα
σαν άστρο

Μ’ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Μ’ ερωτήματα
ανεβαίνει ο πυρετός
και η γη φεύγει
να συναντηθεί
μ’ εκείνον
το ρυθμιστή
του ηφαιστείου
στη δική μου πλειόκαινο
των βροχών
ή του βρόγχου
που ηδονή αφήνοντας
μ’ άφησε μουσκεμένη
μέσα στη λάβα

ΠΗΓΑΙΝΟΝΤΑΣ

Πηγαίνοντας εκεί
που άλλοι έχουν ζήσει
με δώρα περιττά
με άχρηστα χέρια
με βάρος άυλο
της χαράς το σαράκι
με πρώτο πρόσωπο
πηγαίνοντας
εγώ
χωρίς επιστροφή

.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΡΙΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ (1995)

ΠΟΡΕΙΑ

με άνεση φωτός
περνώ
και δεν πηγαίνω πουθενά

δεσμά αγίων με κρατούν

ανάβω τους όρκους μου με προσοχή
και προσευχή
μην στερηθώ
τον επιούσιο λυγμό μου

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΠΑΓΩΣΑΝ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Τη νύχτα που πάγωσαν τα όνειρα
κι έπεσε σταλακτίτης από το στόμα μου το ποίημα
ήταν ευκαιρία
να ξεριζώσω επιτέλους τα αρτόδεντρα
που φυτρώναν στο περβάζι εριστικά
και βγάζοντας μία μία τις αγκίδες
απ’ το ερωτικό μου σώμα
ν’ αρκεστώ στ’ αγοραία

Μα όλα περνούν ξανά από τη γεύση μου
και συρρικνώνονται στο αδηφάγο μου στομάχι
και παραμένω
ο πεινασμένος των χαιρετισμών
των άλικων πηγών
ο διψασμένος

ΝΗΣΤΕΥΕ

Νήστευε
να μεταλάβεις όνειρο
να ονομαστεί ο στεναγμός φιλί του ύψους
σύννεφο ερωτικό να ψηλαφεί τον ουρανό
και να γεννά χώμα οργωμένο
εμένα

ΠΟΙΗΣΗ

κι αυτό οδύνη λέγεται
απρόσμενη φωνή
να σκάβεις
να φανερωθεί
η ακέραια
μέσα όψη

ΒΡΕΧΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ

Βρέχει στην Ανατολή
και οι πρόγονοί μου ξαγρυπνούν

Νανούρισέ με νύχτα
μεγάλωσέ με αλλιώς
ή πνίξε με
όσο είναι καιρός
με την μετάξινη κλωστή
που έμεινε απ’ τα χρόνια

ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ ΦΩΣ

αλλάζει το φως
και θα κοιτάζομαι
εκεί που ανθίζουν τα μεσάνυχτα
και η μέρα
γραπτή φωνή
αναλύεται
σε χρώματα υπαρκτά
τα μυστικά
καλά κρυμμένα
στις κυψέλες τους
οι ενοχές
κλέβουν την όση απόσταση
έμεινε μεταξύ μας

μια νύχτα σαν κι αυτή
πάρε το χρόνο στα χέρια σου
και στο κογχύλι του
αφουγκράσου
τον παφλασμό
που έσβησε
με μνήμες

ΕΠΙΒΙΩΣΗ

με ορέγεται ο θάνατος
και του αρνούμαι
σήμερα
αύριο
μνήμα της άνοιξης
μου άφησες κληρονομιά έναν δεσμό
ανελέητα απλό
με τη ζωή

.

ΤΟ ΖΩΟ ΠΟΥ ΚΡΥΒΩ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ (1988)

[Από την ενότητα άλλα πλάσματα]

ΗΔΟΝΗ

σημαδεμένοι με τη βούλα της
πρόσωπα μυθικά
εσύ εγώ δεμένοι
στον πάσσαλο και γύρω
και τώρα
και πάλι
φωτιά.

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

μαθαίνω τα χρώματα της τρέλας καρφωμένη
σε μια καρέκλα με ισορροπημένα τα κουρδισμένα
χέρια μου πάνω σε μια γραφομηχανή καρφωμένη
σ’ ένα τετράγωνο τραπέζι μέσα σ’ ένα τετράγωνο
δωμάτιο καρφωμένο σ’ ένα τετράγωνο σπίτι μέσα
σ’ ένα τετράγωνο κόσμο

[Από την ενότητα το ζώο που κρύβω]

ΧΕΙΜΕΡΙΟ ΠΟΙΗΜΑ

ξαναπέφτω στην τρύπα μου άπλυτη από το καλοκαίρι.
βουίζω, μιλώ μια ακατάληπτη γλώσσα αντί για λέξεις
έχει ψάρια αντί για φράσεις
αμμουδιές
και να τα λέπια ξεπετάγονται
και να τα φύκια
κι εσείς κυνηγοί με τις πορφυρές μάσκες αφήστε με.
εγώ θα βγάλω τη νύχτα
και κάθε νύχτα θα μακραίνω τα νύχια
τα μαλλιά μου τις μνήμες
θα μαθαίνω χρώματα και μυστικά ωκεανών
και θα ξαναφανώ την άνοιξη
άγρια υγρή γυαλιστερή κι αθώα.

ΤΟ ΖΩΟ ΠΟΥ ΚΡΥΒΩ

κι έρχεται απόγευμα κι ένα σενάριο για δύο
άδειο σενάριο για δωμάτιο με μουσική ή χωρίς με την
απουσία σου
θα περάσει
διάρκεια ανάμνηση θάνατος
μνήμη μνήμη πραγματικότητα
πράγματα γνωστά για μένα
αύριο
το ούριο ούριο θα φυσήξει σκουπίζοντας
το μέτωπο σκουπίζοντας
τα φιλιά
το επίχρισμα
αύριο θα φύγεις όπως άλλωστε γίνεται
και τρέχει να προλάβει η νύχτα να με κρύψει
γιατί αλλοιώνομαι
γυρίζω προς τα μέσα καρπίζω σαπίζω
και φτύνω ζωή στο άδειο χαρτί που με δέχεται
περιμένει
στο τραπέζι να το χαϊδέψω να το τυραννήσω
ερωτικό χαρτί
εραστής παθητικός και πιστός
με λίγο αίμα χαίρεται
κι αυτό το βράδυ είναι ένα αυγό που δε στηρίζεται
πουθενά
σπάει
και κολλάει ο τόπος
ο τόπος μου
κολλάω
μη μ’ αγγίζεις
μένω μετέωρη δε με διακρίνουν δεν ξέρουν το ζώο
που κρύβω
με αγαπούν για κάτι που πετάει γύρω μου και τους διασκεδάζει
μασκαρεύω και μασκαρεύομαι
μασκαρεύω τα πράγματα
τους βάζω κορδέλες καρφίτσες γλυκά
τα λεκιάζω
τα τρίβω
τα συντρίβω
βγάζω νύχια μαλλιά γένια μουστάκια
τρίχες στα πόδια
στην κοιλιά
στις μασχάλες
από τις σκάλες κατεβαίνω στη γη μυρίζω το χώμα
αρκουδίζω και
φεύγω
σε μιαν άλλη εποχή

.

ΚΥΚΛΙΚΑ (1982)

ΑΚΤΙΝΕΣ Χ

ζούσε
με το ίδιο φιλόξενο κορμί
κάτω απ’ τα κομψά του ρούχα
με το ίδιο παιδικό χαμόγελο
κάτω από την ώριμη έκφραση των συναλλαγών

κάθε πρωί
φώναζε τον ίδιο ουρανό να του φυλάξει
τ’ απομεινάρια των ονείρων

κάθε βράδυ
κρεμούσε τις ίδιες καθημερινές χειραψίες
μαζί με το σακάκι
είχε
τα ίδια σπάνια πουλιά μες στη φωνή του
όπως και τώρα
που ’γινε διάφανος
για μένα

ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ

δεν είμαστε από κείνους που φυλακίζουν τα πουλιά
για να τα μελετήσουν
ούτε από κείνους που ζωγραφίζουνε παράθυρα στους τοίχους
για να κοιτάζουν ουρανό
δεν μοιάζουμε με κείνους που με πλεγμένα χέρια
ονειρεύονται χώρια
ούτε με κείνους που τα κλειστά τους βλέφαρα είναι αυλαίες
της θλιβερής τους γύμνιας
σε μας τα χελιδόνια είναι ελεύθερα ν’ αναγγέλλουν την άνοιξη κάθε εποχή
πάνω στα κλειστά μας μάτια στάζει την προστασία του το φεγγάρι
καθώς μ’ ακατάβλητα χέρια ξετυλίγουμε ο ένας τον άλλο
ως τον απύθμενο εσωτερικό ουρανό

ΠΟΙΗΜΑ

πάνω στο σεντόνι
είμ’ ένα ώριμο ροδάκινο
θα περάσω μέσ’ απ’ τα χείλη σου
ν’ αφανιστώ στον ουρανίσκο σου
μεθυσμένη

ΩΣ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΠΤΗΣΗ

ως την επόμενη πτήση χτίζε τον πύργο σου μέτρα τις πολεμίστρες του
το πλάτος της τάφρου τις αποστάσεις των φρουρών και στα βαθιά του
υπόγεια κράτα καλά κρυμμένα τα φτερά

ΥΛΙΚΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΥΝΘΕΣΗ

ένας χώρος που δεν παραβιάζεται
ένα κομμάτι γης που δεν πουλιέται
ένα χελιδόνι που δεν μεταναστεύει
ένα όνειρο που ανοίγει τα μάτια του
με ολοκαίνουρια έκπληξη κάθε φορά

Νέο απόσταγμα αρχαίων χυμών που αναβλύζει
μόνο στη μυστική κοιλότητα της κρύπτης

ΤΑ ΔΩΡΑ

ένα όνομα που ακούγεται ατόφιο
φωνή βαθιά
έκπληκτα μάτια
χέρια από μέταλλο και από μετάξι
το πρώτο γενετήσιο τριαντάφυλλο που ποδοπατήθηκε

Συμπαγής
με αβίαστα λόγια
με τα δώρα που πήρα που κρατώ που κουβαλώ μαζί μου
επιμένω να στηρίζομαι από ένα σου φιλί
πάνω απ’ το βάραθρο που περιμένει λαίμαργο την πτώση

ΟΝΕΙΡΟ

όνειρο
που γλίτωσε από την εποχή των μετάλλων
που γλίστρησε από την απόχη του τετράγωνου πρωινού
με γλώσσα σκληρή του κουβεντιάζω
ένα-ένα του ξεριζώνω τα τρυφερά δόντια
μα εκείνο σαν μωρό χαμογελάει κι ανοίγει
μια κρύπτη κατακόκκινη
κάτω από τη γυναίκα
που είμαι

ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ

είσαι στα χέρια μου ένας άγιος
που αδίστακτα γδύνω και μαστιγώνω
από κάθε σχισμή σου αναβλύζει ο χυμός
που μουσκεύει τον έρωτα
για να πίνω
και να λατρεύω
εσένα
που είσαι μέσα στα χέρια μου
και περιέχεις την έκρηξή μου

ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΔΕΝ ΜΕΤΟΥΣΙΩΘΗΚΕ

Μιλώ για ό,τι δεν μετουσιώθηκε σε ποίημα
για ό,τι δεν έχει ακόμη ειπωθεί
για ό,τι δεν πρόφτασε να γίνει φιλί
μιλώ για ό,τι ωθεί βαθύτερα τον ένα στον άλλο
μας κάνει επιδέξιους με τα κορμιά μας με τα πιο απόκρυφα μέλη τους

Κάποιος μαγικός καθρέφτης ας συγκρατήσει το εσωτερικό θέαμα.

ΜΑΘΑΙΝΩ ΝΑ ΜΙΛΩ

απρόσωπα φαινόμενα φυτών εποχιακές βλαστήσεις ήλιων
ανεμοδαρμένες επιφάνειες παλιών πύργων
τρεις όχθες που με φίλεψαν δροσερά καλοκαίρια
ένα μεγάλο μαχαίρι τυλιγμένο στη ζώνη μου
μια γεύση λιτή από έρωτα
κάποια πικρά φιλιά με τη σφραγίδα του τυχαίου
είχαν σταθεί ανάμεσα σε σένα και σε μένα

όχι με λόγια αγκαθωτά
με το βλέμμα μου
σου δίνω το κορμί

με το κορμί σού δίνω το χάδι
με το χάδι μαθαίνω τη γλώσσα σου
με τη γλώσσα σου
μαθαίνω να μιλώ

.

ΠΕΙΡΑΤΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ (1979)

ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ

Ο σύζυγος μου είναι πλούσιος. Θα μου αγοράσει
ένα γούνινο παλτό.
Όμως εγώ με μια γυναίκα κόκκινη
μια κίτρινη
μια χάλκινη
μια χάρτινη
μιαν άσκημη
και μία μπλε
έχουμε τις δικές μας θανάσιμες απαιτήσεις

ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΠΟ ΒΟΥΤΥΡΟ

Ο σύντροφός της τη βρίσκει εύπλαστη
Ο οικογενειακός γιατρός τη βρίσκει νόστιμη
Τα παιδιά της τη βρίσκουν γλυκιά
Η γειτονιά τη βρίσκει ευχάριστη
και κείνη σα βούτυρο παγώνει και λιώνει

Η ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ

Η νοικοκυρά αγοράζει λάδι και έρωτα, πάθη
προκάτ κι ένα παιδί.
Μ’ ένα μολύβι το στολίζει
μ’ ένα σβηστήρι το προσέχει.
Δεν έχει χρόνο να ρωτήσει το γιατί.
Τηγανίζει μια τεράστια ομελέτα και τυλίγεται.

ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Δε ζήσανε αυτοί καλά μετά το παραμύθι
Και το σπίτι τους ζεστό και τα παιδιά τους
καλοντυμένα
και το ψυγείο τους γεμάτο και από κάτω γείτονες
χωρίς ανησυχίες
Δεν ζήσανε αυτοί καλά μετά το παραμύθι

ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Αν έχω αγοράσει αυτόν τον τενεκέ
και επιμένω πως είναι καράβι και θα ταξιδέψω,
είναι γιατί να παίξω θέλω μαζί σου.
Έχω κι ένα κατάρτι σφηνωμένο στην πλάτη,
που μου επιτρέπει να βλέπω καθαρά το βυθό
και είναι αυτό που βλέπω τρομερά ενδιαφέρον
γιατί ακόμα δε μου ανήκει
και αν κρατάς μυστικά
σου λέω πως ούτε τενεκέ
ούτε κατάρτι ποτέ μου είχα
μα είμαι πάντα εγώ η ίδια
μια σχεδία
κι έτσι μ’ αρέσει να ζω
χωρίς εξηγήσεις.

ΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Βρισκόμουν όπως πάντα στο δρόμο κάνοντας στα
πουλιά παρέα όταν μεσημεριάτικα μου δώσανε μια
σπρωξιά και βρέθηκα στο επίσημο τραπέζι.
Στην υγειά σου, μου λέει ο πολυέλαιος που,
να σκεφτείς,
πρωτύτερα είχε πέσει πάνω στους καλεσμένους του
και τους σκότωσε όλους.
Μου λέει λοιπόν ο πολυέλαιος:
ό,τι έχεις γράψει ως τώρα να το βάψεις μ’ ένα
από τα χρώματα που σου προτείνω.
Τότε τα κεφάλια των καλεσμένων αρχίσανε ν’ ανάβουν ολοένα.
Μ’ έναν πήδο βρέθηκα κάτω απ’ το τραπέζι
έσκαψα στα γρήγορα ένα ποίημα
Και από κει τώρα σας μιλώ.

.

ΤΩΡΑ ΠΟΥ (1975)

ΑΚΟΥ

Άκου:
Τολμώ να σου παίξω τον εαυτό μου.
Όπως και συ, αφήνω
Για τις δυνάμεις του κόσμου
Το μεταλλικό μου απόστημα.
Για κάθε μελέτη τους
Μια χούφτα ρυζιού.
Για το κεφάλι ενός πυραύλου
Μιας ετοιμόγεννης το βιασμό.
Χαρτονομίσματα στον ήλιο αγουρίδες
Για το άγονο μάτι του γκαζιού.
Στους κριτές μου
Τσόκαρα στο κατώφλι.
Στους ποιητές
Ναρκωτική νιρβάνα μιας ώρας.

Αλλ’ ίσως προλάβω
Φιλημένη την αλήθεια μου ν’ αφήσω
Για τη βάφτιση ενός παιδιού.

ΒΛΕΠΩ

Σπίρτα, σπίρτα
Στα περίπτερα
Μοναδικοί πελάτες τα παιδιά.
Άδειασε η πλατεία.
Πλάτη με πλάτη
Εκείνος κι εκείνη
Πλέκουν τα μαλλιά τους.
Μιλιά.
Χωρίς αποτσίγαρα καίγονται τα τσιμέντα.

Φίλε, αν αμφίβολα κινάς
Γοργά τραβήξου.

Ο κόσμος είναι αυτό που φαίνεται.

ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΑ

Εγώ δεν θα σ’ το πω
Αν δεις τη νύχτα κόσμο μαζεμένο
Και τις παλιές εφημερίδες στα σκουπίδια.
Στη σκιά μου
Λουλούδια πεθαίνουν χορεύοντας.
Τα μάτια στρατόπεδα σφίγγονται
Πίσω απ’ το πετσί τους.
Δεν είμαι πια εγώ
Να πίνω στο ποτήρι τη διαφάνεια.

Αν καθώς πάνω μου ρίχνοντας
Όλες τις εποχές χωριστά
Και πάντα μαζί,
Δεν τρομάξεις στη θέα,

Θα σ’ το ’χω πει
Για να ενωθούμε δίχως λόγια.

ΚΑΝΟΝΕΣ

Για κείνα, σου λέω, τα παιδιά
Που ξαφνικά ψηλώνουν
Μετά την αρρώστια τους.

Κι εσύ μεγάλωσες,
Λες του παιδιού να καθίσει.
Να παίξει, του λες
Να γελάσει.
Του λες να πει
Και να φάει.
Να κοιμάται
Να ξυπνά
Του λες.

Εκείνο σε κοιτά
Κάτω απ’ τα λόγια
Κάτω απ’ τα σκαλιά
Στο αλεξίσφαιρο γιλέκο.

Δεν μπορείς να κρυφτείς.

ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Διαβατήρια πλαστά
Κουβαλώντας
Έλιωσα τα παπούτσια μου
Μέσα στην πόλη.

Σπουδή στον ήλιο
Γάγγραινα εποχιακή
Μέσα στην πόλη.
Οικογενειακές φλέβες
Αριθμοί
Μέσα στην πόλη,
Ζήτησα
Σανίδα παράκαιρη
Μέσα στην πόλη.

Το φύλλωμα κανάτι
Στο ώμο πέρασα,
Με την πράσινη ταυτότητα
Της απλότητάς μου
Τραγουδώ
Μέσα στην πόλη.

ΑΠΑΙΤΩ

Απαιτώ να με προσέξεις
Δίχως τζάμια και τέτοια.
Πλύνε τα μάτια.
Το στόμα διόρθωσε σ’ ανυπόκριτη θέση
Και περίμενε:

Θα ρίξω τον κλόουν.
Θα φτύσω το φαινόμενο.
Άνθρωπος θα γίνω. Άνθρωπος
Σαν και σένα πριν από τη στάση σου.
Πριν από την τάση σου
Την εναλλασσόμενη και συνεχή.

ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕΙΣ ΤΩΡΑ

Τώρα που όλα τ’ αθλήματα ξεχάστηκαν
και τα παιδιά ψάχνουν τη σάρκα τους βαθιά
να βρουν τα κόκαλά τους να λυγίσουν,
τώρα που τα σεντούκια του ύπνου
γεμίσανε πιστούς αμπαρωμένους,
τώρα που καθαρή η πολιτεία ξεκινά
σαν μπαλωμένη βάρκα,
νοικοκυρά η σκέψη σερβίρει στο τραπέζι
τα καλούδια της. Να πίνεις, να διψάς
να διηγείσαι κείνα που άλλοι κάνανε
για κείνους.

ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη
Μέσο μεταφοράς καθημερινού μέικ απ
Πηγαίνω με τα πόδια.
Παιδιά συναντώ
Παιδιά προσκυνώ
Κλαμένα για μήλο.
Γι’ αριθμό κρύο.

Δεν ξέρω να ντυθώ.

Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη
Πάλι θα βρέξει καλημέρες, βήχα,
elan vital, αγριόχορτα.
Να σου πω:
Από λάθος σε λάθος
Εσύ έχεις από μένα
Να θυμάσαι,
Κι εγώ δύναμη
Να το ξανακάνω.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Δεν υπάρχει πρόβλημα
για μένα να εισχωρήσω σε
ας πούμε μια ομάδα.
Ήμουν ανέκαθεν τύπος αθλητικός.
Τα χέρια μου ονόματα δεν έχουν
τα χειρίζομαι εξίσου καλά.
Το παράθυρο, βέβαια, δε βλέπει
σε θάλασσα. Τούτο είν’ αδύνατο
με τέτοιο έλεγχο των κυβικών.
Ο καφές και ο ύπνος
είναι κληρονομικά.
Όσο για το διάστημα
μεταξύ των ματιών
προσφέρεται για στόχος.
Τ’ ομολογούν τα ποιήματα
που συνεχώς αιμορραγούν.
Παράλειψα ίσως
τους σκοπούς ή τους πόνους,

όμως

στο τέλος κατάφερα
όλα τα βέλη να μ’ αρέσουν.

ΠΟΙΟΣ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕ

Να φύγει από το νόμο
αυτός που η γυναίκα του πιστή
στον ώμο του στάθηκε 30 χρόνια,
ποιος το περίμενε
ν’ ανοίξει το πουκάμισο αυτός
που κάθε πρωί χαμήλωνε ζωσμένος τη γραβάτα.

Κανείς δεν περίμενε
να βάλει φωτιά στα γραφεία
να πνίξει τα ηλίθια παιδιά του

και να μην τον πιάσουν.

Είπαν πως αλλάζει χρώματα.
Είπαν πως δε φαίνεται από μακριά.

Τον συνάντησα χθες.
Δεν έχω πονοκέφαλο, μου είπε,
ο ουρανός είναι περίφημο καπέλο.

Να τον εφαρμόσεις και συ.

ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Λες πως αξίζεις γι’ αρχηγός
λες πως μας έμαθες
μην πεινάσεις, μη διψάσεις
να προσέχουμε.
Μη δε σ’ αποκριθούμε.
Λες πως φοβόμαστε
το δυνατό σου χέρι, τη φωνή σου
που μοιράζει αλυσίδες.

Εγώ σ’ ακούω και γυμνάζομαι.
Ρωτώ την πείνα, τη δίψα μου
καλύτερα μαθαίνω.
Έστειλες παθολόγους γενικούς,
στην πράξη τσαρλατάνους να μου πουλήσουνε
βότανα για τους πόνους.
Εγώ πονώ και το τραγούδι
συχνότερα γύρω μου μαζεύει τους φίλους:
Είμαι η χώρα μου
είμαι η δίψα μου
γιατί εγώ το θέλησα.
Είμαι το στόμα του θηρίου
που εσύ φοβάσαι γιατί τραγουδά.

Είμαι της γνώσης η δύναμη
που σκληρά δουλεύει και ψηλώνει.

Είμαι άρρωστη αιώνες τώρα.
Μα χωρίς αμφιβολία
μια συγκεκριμένη περίπτωση.

ΤΩΡΑ ΠΟΥ

Τώρα που
Για τίποτα δεν αποφασίζω,
Σκοπός όχι τα σκαλιά,
Συνειδητά ονειρεύομαι.

Τώρα που
Το κορμί διασχίζεται
Τώρα που σου μιλώ
Χαίρομαι την ανάσα σου.
Να μ’ αγαπάς.

Τώρα που στολίζεις τις τύψεις μου
Να μ’ αγαπάς.

.

ΒΑΘΜΙΔΕΣ (1973)

[Ενότητα Εικόνες στον καθρέφτη]

[ΑΝ ΕΙΣΑΙ]

Αν είσαι
Το προσωπείο μιας ψυχής
Διαλεγμένο τυχαία
Τυχαία είναι κι η ψυχή σου

Είσαι όμως ο καθρέφτης
Της μοναδικής μου ψυχής
Πομπός και δέκτης
Της θανάσιμης ομορφιάς

Χάνονται οι πολυτελείς καθρέφτες
Αλλοιώνουν τα είδωλα οι παρανοϊκοί
Θολώνουν οι ετοιμοθάνατοι

Σπάζουν μόνο οι ζωντανοί

Στάσου να ζωγραφίσω τ’ αγαπημένο είδωλο

Να το κρατήσω στα μάτια μου
Ώσπου να γίνει ανεπίστροφο.

[ΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ ΜΑΣ ΚΟΥΡΑΣΑΝ…]

Οι καθρέφτες μάς κούρασαν

Προσπαθήσαμε να τους σπάσουμε
Μα γίναμε κομμάτια

Σκόρπια είδωλα
Σε λάθος θέσεις

Δυνάμωσε το φως επικίνδυνα
Πάμε να κοιμηθούμε

Τώρα φαντάσματα καμαρώνουν
Την αναπάντεχη παρουσία τους
Ανάμεσα στους καθρέφτες μας.

[ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΕ ΤΑ ΞΕΡΑ ΚΛΑΔΙΑ…]

Στο δρόμο με τα ξερά κλαδιά
Γυμνά, πετρωμένα δάκρυα
Καθρεφτίζουν μετέωρο
Το ένα μου πρόσωπο

Γνώρισα τα παλιά και τα καινούρια
Τον δούλο, το γρήγορο πουλί
Αδιάκοπα ζύμωσα ψωμί και χαλίκι
Αφήνοντας αναμμένες πληγές

Ανάμεσα σε ταιριασμένα όρια
Εγκατέλειψα το άλλο μου πρόσωπο.

[Ενότητα Terminal]

ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ

Φάνηκα, δεν χάθηκα
Χάνομαι, έχω φανεί
Ποια νύχτα έχω πληρώσει
Ποιο τέλος
Ποιαν αρχή να ζωντανέψω

Αρχή και τέλος δεν είναι μόνο φως

Δεν είναι ήχος, άνεμος
Έρωτας μεταμορφωμένος

Είναι πέτρες, ξύλα, χρώματα, ξέφωτα
Σ’ ό,τι μετέωροι ανασταίνουμε
Σ’ ό,τι ανήκουμε και μας ανήκει

Το βάρος το ανεκπλήρωτο.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ας έμεινε μονάχο το λιμάνι
Και τυφλωμένα τα κουμπούρια του παππού

Η Σμύρνη εδώ στο σπίτι ανασαίνει
Να μας κοιτάζει με τα μάτια τ’ ουρανού
Γιατί ο πατέρας μου παιδί ξαναγυρίζει
Μια πολεμίστρα κλείνοντας στο χέρι

Κι ανασηκώνει τα σημάδια του καιρού.

ΠΑΓΙΔΕΥΟΜΑΣΤΕ

Με του ήλιου τη γεύση
Με της λάσπης το χρησμό
Η επιθυμία μάς υπνωτίζει
Κι αντιγράφουμε τους νεκρούς
Δίχως χρώματα. Δίχως ονόματα

Ψίθυροι πολυφορεμένοι
Ντύνουμε τις ανταλλαγές μας

Παγιδευόμαστε στο ύψος του κορμιού
Στο κάλεσμα της γαλήνης ενός θρήνου

Εντοπίζουμε το όραμα του θανάτου.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Οι νύχτες μας κρύβουν τη θάλασσα
Ο ήλιος πεθαίνει από δίψα

Άγνωστο τοπίο
Της απουσίας Σου

Κύριε

Μοχθώ πάνω στη γη σου
Μια κοιλότητα από αίμα
Μια πλημμύρα από αναμενόμενο φως

Ας κρατήσουμε το χέρι του μύθου
Ας υπερασπιστούμε το πλίνθινο σπίτι μας

Στεφάνι ν’ αποθέσουμε τη ζωή μας
Στη δική σου ανάσταση

Κύριε.

[Ενότητα Ταξίδια κι εποχές]

[ΕΝΑΣ ΕΝΑΣ…]

Ένας ένας
Περάσαμε την πύλη
Της δύσκολης χώρας

Κάποτε ήμασταν πολλοί
Έξω από τα τείχη

Περιμέναμε
Θωρώντας την κίνηση
Με τυπική συμπάθεια
Μ’ ατάραχη φιλοσοφία

Στη δύσκολη χώρα
Ο Έρωτας μας τυλίγει πιο δυνατός
Κι ο Θάνατος
Είναι η ζωντανή μας αλήθεια.

ΚΑΛΕΣΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Κάλεσα τον ουρανό
Να συζητήσουμε
Για τους ήρωες
Τα πεινασμένα παιδιά
Τα πηγάδια της φαντασίας

Άκουσα
Πως στέρεψαν τα πηγάδια
Χάθηκαν τα παιδιά
Γιατί αχρηστεύτηκαν οι ήρωες

Αναρωτιέμαι
Αν η απόφαση πάρθηκε
Από ηλεκτρονικούς εγκεφάλους.

[Σεισμός…]

Σεισμός

Ακυβέρνητα μένουν τα κορμιά
Τ’ ανήσυχα μάτια ψάχνουν
Για το ακίνητο τίποτα
Ανάμεσα στον Έρωτα και τον Ύπνο

Ο Έρωτας και ο Ύπνος
Είναι βάλσαμα
Και της ψυχής κρίσιμα σημεία
Είναι τα όνειρα
Είναι ο θάνατος

Και ο σεισμός συνεχίζεται.

ΟΤΑΝ ΕΞΑΦΑΝΙΖΟΜΑΙ

Όταν μ’ αφήνετε μόνη
Μυστικά εξαφανίζομαι

Μοιράζω τα χέρια μου
Πουλιά για την ειρήνη
Μοιράζω τα χείλη μου
Σταφύλι στους διψασμένους
Στ’ άσπρα μου μάτια
Λούζεται το σκοτάδι
Και το κορμί προσφέρεται
Εξαγνισμός στις τύψεις του

Απομένουν τα φτερά μου
Ανεμπόδιστα κρόταλα χαράς
Για την τελείωση

Όταν εξαφανίζομαι
Μη μου χτυπάτε την πόρτα.

.

Για τις συλλογές 1973-1995 πηγή: https://www.translatum.gr/

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

CULTUREBOOK.GR 16/7/2020

Η υπερρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας

Η Μυρτώ Αναγνωστοπούλου εντάσσεται στη γενιά του ’70 διατηρώντας σαφείς αποστάσεις από τον εσωτερικό μονόλογο της –αποκαλούμενης– Σχολής της Θεσσαλονίκης και κινείται πιο κοντά σε ένα ύφος υπερρεαλιστικό. Κριτήριο ένταξης σε μια γενιά δεν αποτελεί μόνο η γέννηση, αλλά και η πρώτη εμφάνιση στα γράμματα (στην περίπτωση της Αναγνωστοπούλου το 1973)∙ η γενιά ως έννοια απαιτεί κοινές καλλιτεχνικές τάσεις και αναζητήσεις (Χλωπτσιούδης, 2019). Παρά το γεγονός ότι ο Μπακογιάννης (2013) περιορίζει την ποίησή της «στην κήρυξη της πίστης στην αρχέγονη δύναμη του έρωτα», εντούτοις ο προβληματισμός της από νωρίς είναι κοινωνικός, εξαγόμενος από τη μνήμη, και υπαρξιακός με έναν λόγο που ενσωματώνει γόνιμα το υπερρεαλιστικό στοιχείο.
Η τελευταία της ποιητική συλλογή, «κάθε μέρα εκδρομή» (Μανδραγόρας, 2020), συμπλέκει το ατομικό με το συλλογικό και το ερωτικό, το υπαρξιακό με το ονειρικό ανάγοντας τη φωνή της ποιητικής συνείδησης στη σφαίρα του καθολικού και του πανανθρώπινου. Οι συνθέσεις της συλλογής μοιάζουν να πηγάζουν από το όνειρο∙ ένα όνειρο με υπερρεαλιστικό υπόβαθρο. Η σουρεαλιστική πνοή της συλλογής φέρνει στο προσκήνιο μία ονειρική φαντασμαγορία που αποτιμά την αδυσώπητη πραγματικότητα. Μια τέτοια υπερρεαλιστική συμπεριφορά καταστέλλει το ασυνείδητο υλικό μέσω των παραμορφώσεων του ονείρου, προσδίδοντας στην ποιητική της Αναγνωστοπούλου υπαρξιακά χαρακτηριστικά με κοινωνικό υπόβαθρο. Μολονότι απέχει σημαντικά από αυτό που θα ονομάζαμε υπαρξιακή ποίηση, ως υπόστρωμα η υπαρξιακή αγωνία διαπνέει όλη τη συλλογή.
Η Αναγνωστοπούλου μετατοπίζει την αναστοχαστική σκέψη και μεταδίδει με την υπερρεαλιστική γλώσσα μία αίσθηση ελευθερίας που αναγεννάται μέσα από τις αντιφάσεις και τις αταίριαστες εικόνες που πλάθει η φαντασία της. Ο λόγος της προσεκτικά διατυπωμένος ενσωματώνει λειτουργικά τον προβληματισμό της δημιουργού σε κάθε ποίημα. Η γλώσσα της στοχεύει στην ανάδειξη της αγνής αλήθειας των συναισθημάτων με αναφορές στην κοινωνική πραγματικότητα, την ποίηση και τον έρωτα. Η σουρεαλιστική γλώσσα είναι το όπλο της ποιήτριας για την επιστροφή του ανθρώπου στη φαντασία.
Ο στίχος της διακρίνεται από μία σπάνια ευελιξία. Με το άλογο και τις αμφισημίες και έναν λόγο πλούσιο σε εικόνες κι αλληγορίες μέσα στην ολιγόστιχη φόρμα, η Αναγνωστοπούλου αναδεικνύει τον παραλογισμό της εποχής και τις αταίριαστες εικόνες της σύγχρονης πραγματικότητας. Ο σουρεαλιστικός τόνος αρνείται την υπακοή στον ορθολογισμό και την αποστασιοποίηση του ατόμου. Η ποιητική της εκθέτει το ονειρικό ως έναν άλλο τρόπο μετασχηματισμού του ρεαλιστικού. Η διάκριση ανάμεσα στο αληθινό και το παράλογο περιορίζεται στην σαρωτική επιφάνεια της γλώσσας του κειμένου. Το άλογο και το ονειρικό στη γλώσσα της Αναγνωστοπούλου μεταμορφώνεται σε έναν παράτολμο χειρισμό των λέξεων στις οποίες οι εικόνες καλούνται να ανταποκριθούν.
Η ποιήτρια αναγνωρίζει ότι η γλώσσα είναι αυτή που πλάθει την πραγματικότητα και μέσω αυτής προσπαθεί να την αναδιατάξει και να κατασκευή της δική της πραγματικότητα με μία πολύπλευρη και πληθυντική ποίηση. Δεν αρκείται στην καταγραφή της εξωτερικής εμπειρίες της φαινομενικότητας. Τη μετασχηματίζει σε συναίσθημα και όνειρο και την εκθέτει ως μια εσωτερικευμένη εμπειρία διαμορφώνοντας ένα αισθητικό αντικείμενο. Η ποίηση ως τέχνη δεν έχει στόχο να προσδιορίσει με ακρίβεια την εμπειρία, αλλά να οδηγήσει τον αναγνώστη εκείνος να ανακαλύψει την αλήθεια που κρύβουν τα πράγματα, μετατοπίζοντας το βλέμμα του στο αόρατο ή δυσδιάκριτο αποτύπωμα που αφήνουν στον ψυχισμό και τη συνείδηση του ποιητικού υποκειμένου και αυτό ακριβώς πράττει η Αναγνωστοπούλου.
Η ρεαλιστική απεικόνιση της κοινωνίας υπονομεύεται από ρευστή εικαστική της και τις αντιθέσεις με τις μετωνυμίες. Η αποαυτοποιημένη γλώσσα αποκτά μία νέα δυναμική, πέραν του στίχου στον οποίο εντάσσεται. Παραφράζοντας το κεντρικό σύνθημα των Γάλλων υπερρεαλιστών, η γλώσσα της Αναγνωστοπούλου αναπλάθει την αίσθηση και οδηγεί τη διάνοια σε νέες κατευθύνσεις αποσπώντας τον αναγνώστη από τη ρασιοναλιστική ερμηνεία του κόσμου και απελευθερώνοντας τελικά το πνεύμα. Με οδηγό τη συνειρμικότητα εξυμνεί τις αγωνίες του ανθρώπου.
Μετατρέποντας τις λέξεις σε σύμβολα και εικόνες ωθεί τον αναγνώστη να στρέφει την προσοχή του σ’ αυτό που βιώνει κατά τη διάρκεια της σχέσης του με το κείμενο μέσω την οπτικής κι ακουστικής συμβολοποίησης. Ο αναγνώστης, άλλωστε, φέρνει στο κείμενο την εμπειρία του παρελθόντος και την προσωπικότητα του παρόντος. Κατά την επαφή του με τα λεκτικά σύμβολα του κειμένου συνθέτει, επιλέγει, συγκρίνει, εκτιμά, αξιολογεί, προσαρμόζει και διαμορφώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Εισέρχεται σε έναν γλωσσικό κόσμο ερμηνεύοντας τη σύνθεση στην πολλαπλή διάσταση που οικοδομεί η ποιήτρια, με την εκφραστική και στοχαστική διάσταση της ανάγνωσης.
Η ποίηση της Αναγνωστοπούλου παρακολουθεί τα αλλεπάλληλα αναποδογυρίσματα του πραγματικού από ένα σύστημα πραγμάτων και λόγου που θέτει τα υλικά κέρδη πάνω από τις ηθικές απώλειες και τις μηχανές ή το κέρδος πάνω από τον Άνθρωπο. Η γλώσσα της, μέσα από τον διαρκή πειραματισμό, ανατρέπει τις προβλεπόμενες δόσεις φανταστικού και συμβολικού, αξιοποιώντας με οδηγό το όνειρο τις δυνατότητες που εγκυμονεί το πραγματικό.

.

ΑΝΥΨΩΤΙΚΗ ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Εισήγηση του Τόλη Νικηφόρου για τη συλλογή ποιημάτων της
Μυρτώς Αναγνωστοπούλου, Ανυψωτική μετακόμιση, 2014
Χώρος Ρω, Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014, 8.00 μ.μ.

ΑΠΡΟΚΑΛΥΠΤΑ

Απροκάλυπτα προσηλωμένη
στο νερό
κι εκείνο λαμπυρίζοντας να φεύγει.
Λιθάρι αεικίνητης λήθης
σ’ ένα τοπίο ονειρικό
με κανονικούς ανθρώπους
με νόμους και εποχές.
Όρθια
με το τραύμα στο μάτι
γυρεύοντας τη νύχτα
όπως παλιά.

Με χαρά θα σας μιλήσω σήμερα για την πρόσφατη ποιητική συλλογή της φίλης μου και εξαιρετικής ποιήτριας, Μυρτώς Αναγνωστοπούλου, και θα κάνω μια σύντομη ανασκόπηση της ποιητικής πορείας της. Μετά τις εισηγήσεις μου του 2005 στη Δημοτική Κίνηση και του 2009 στο Βιβλιοπωλείο Κυριακίδης, για να μην αναφέρω την εκτενή ανθολόγησή της στις θεματικές ανθολογίες του ιστολογίου μου, Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, νομίζω ότι μπορώ να διεκδικήσω τη θέση του μόνιμου εισηγητή της.

Γνώρισα τη Μυρτώ το 1978 με την έκδοση της τρίτης συλλογής της, Πειρατικός σταθμός. Τότε διαπίστωσα ότι η Μυρτώ ήταν παντρεμένη με τον Πάνο Πισσαλίδη, που γνώριζα από τα γυμνασιακά χρόνια, όταν η οικογένειά του έμενε στον 2ο όροφο στην Παστέρ 3, ενώ η οικογένεια της μητέρας μου στον 3ο. Λίγο αργότερα έμαθα ότι στα παιδικά μου χρόνια δικηγόρος του τότε εμπόρου πατέρα μου ήταν ο πατέρας της Μυρτώς.

Ένα ακόμη ευχάριστο γεγονός είναι ότι το κομψό αυτό βιβλίο, όπως και το προηγούμενο, εκδόθηκε από το τυπογραφείο Γούσιου και ότι η παρουσίαση γίνεται στον δικό του χώρο. Προς την μονιμότητα λοιπόν τείνουμε και εδώ. Έτσι, το ποιητικό ήθος της Μυρτώς συνδυάζεται με τα παλιό αθλητικό ήθος του Στέλιου Γούσιου και με το εκδοτικό ήθος της λιτής αυτής συλλογής με σχέδιο της ίδιας της Μυρτώς στο εξώφυλλο.

Από το 1973 ως σήμερα, έχουν εκδοθεί οκτώ ποιητικά βιβλία της Μυρτώς, ένα κάθε πέντε χρόνια περίπου. Δεδομένου ότι τα πρώτα τέσσερα εκδόθηκαν την πρώτη δεκαετία, η Μυρτώ μπορεί να χαρακτηριστεί ως ολιγογράφος, ενώ το φλερτ της με τη σιωπή ευτυχώς δεν ευοδώθηκε.

Το λογοτεχνικό ταλέντο της Μυρτώς επισημάνθηκε αρχικά στα Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη από τον Γιώργο Θέμελη, έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές. Όταν η Μυρτώ έκανε την πρώτη απόπειρα να φτερουγίσει έξω απ’ το κλουβί, του αφιέρωσε τη συλλογή Βαθμίδες, προτάσσοντας χαρακτηριστικά τον στίχο του, «Αν φωνάξεις μέσα σου, θ’ αντιλαλήσεις».

Από τη συλλογή αυτή απομονώνω ορισμένους χαρακτη-ριστικούς στίχους και λέξεις: «γυμνά πετρωμένα δάκρυα, το ένα μου πρόσωπο, το άλλο μου πρόσωπο, πληγές, αλήθεια, υπομονή, ένα σώμα που δεν μου ανήκει κ,ο.κ. » Το πιο χαρακτη-ριστικό όμως είναι το σκέτο «Μυρτώ» του εξωφύλλου. Όπως έλεγαν οι γυναίνες της εποχής εκείνης, «δεν είμαι του πατρός μου (Αναγνωστοπούλου), δεν είμαι του αντρός μου (Πισσα-λίδου), είμαι ο εαυτός μου.

Μετά το αρχικό αυτό ξέσπασμα, θεωρώ ότι η δεύτερη της συλλογή, Τώρα που, 1975, αποτελεί μια μετάβαση προς την πιο ώριμη έκφραση της ποιήτριας. Ήδη βρισκόμαστε στη μετα-πολίτευση, μια περιόδο κοσμογονική για την Ελλάδα. Η Μυρτώ έχει αρχίσει να συνειδητοποιείται πλήρως και η αμφισβήτηση τού ως τότε τρόπου ζωής της είναι αναπόφευκτη. Αρχίζει πλέον να αναδύεται ο δικός της κόσμος. Τα παιδιά, ο άνθρωπος, η αγάπη, ο κήπος, το κρασί, τα πουλιά, η μουσική, τα χρώματα, η κόκκινη καρδιά μου αλλά και οι λύκοι, οι χαμαιλέοντες κτλ.

Μετά την εκτόνωση των δύο πρώτων συλλογών, η ώριμη έκφρασή της έρχεται στη συλλογή Πειρατικος σταθμός, 1978.

Ανθρώπινο

Ο σύζυγος είναι πλούσιος. Θα μου αγοράσει
ένα γούνινο παλτό
Όμως εγώ με μια γυναίκα κόκκινη
μια κίτρινη
μια χάλκικη
μιαν άσκημη
και μια μπλε
έχουμε τις δικές μας θανάσιμες απαιτήσεις

Με την ευκαιρία της έκδοσης του Πειρατικού σταθμού, σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη, η Μυρτώ λέει, μεταξύ των άλλων ,τα εξής:

«Στις γυναίκες μάθαιναν να είναι σεμνές, μετρημένες, χαριτωμένες και γλυκές, να ωραιοποιούν τα πράγματα …… Έτσι και η ποίησή τους έπρεπε να είναι χαριτωμένη, λεπτή, ωραία και ανώδυνη…. Ευτυχώς όμως, η ποίηση μέσα στο πρώτο μισό του αιώνα μας, έσπασε τον γυάλινο θόλο της, εισχώρησε παντού, άλλαξε τρόπο έκφρασης, ή μάλλον υιοθέτησε πολλούς, κρατώντας από την παράδοση μόνο τη μουσική του ρυθμού και τη μαγεία του παραμυθιού. Η ποίηση λοιπόν είναι μία. Την αποτελούν τα ποιήματα ανδρών και
Και γυναικών ών ποιητών. Όμως ο καθένας «κομίζει εις την τέχνη» κάτι δικό του».

Πιστεύω ότι η Μυρτώ πράγματι κόμισε στην ποιητική τέχνη κάτι δικό της, κάτι σημαντικό. Θα έλεγα ότι αυτό είναι η ματιά της, μια ματιά αυθόρμητη, ασυνήθιστη, ειρωνική, άλλοτε παιδικά σκανταλιάρικη και άλλοτε ώριμα υβριστική για τα συμβατικά και τα καθιερωμένα. Λες και βλέπει τα πράγματα απευθείας με το ένστικτο και τη διαίσθηση, με την αθωότητα του νηπίου και, ταυτόχρονα ή αργότερα, με τον πυριφλεγή αισθησιασμό της ερωτευμένης γυναίκας. Και λες και δεν βλέπει τα ίδια πράγματα με τους άλλους, αλλά πράγματα κρυμμένα που γι’ αυτήν είναι ολοφάνερα. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί μπορεί καμιά φορά να ξενίζουν και η μουσική να μην είναι πάντοτε αρμονική αλλά όλα σχεδόν τα ποιήματά της είναι εύστοχα και δραστικά.
Η επόμενη ποιητική συλλογή της, Κυκλικά, 1982, είναι γνήσια, εκρηκτικά και λυτρωτικά ερωτική. «Όταν μ’ αγγίζεις, δεν είμαι ρόδο αλλά ρόδι, σπασμένο στο πλακόστρωτο, έτοιμη χειροβομβίδα».
Ακολουθεί το 1987 η συλλογή Το ζώο που κρύβω και άλλα πλάσματα. Ποιήματα και πάλι ερωτικά αλλά πιο γήινα, πιο αισθησιακά, ποιήματα που όπως, υποδηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου, βυθίζονται ως τις πηγές της ύπαρξης, αναζητούν, αποκαλύπτουν και αποθεώνουν τον πρωτόγονό μας εαυτό.
Και στις δύο όμως αυτές πηγαία ερωτικές συλλογές δεν απουσιάζει ο σαρκασμός για την επικρατούσα υποκριτική ηθική. Δεν λείπουν οι προτάσεις για μια ανθρώπινη ζωή.
Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί τις αντιδράσεις που είχε να αντιμετωπίσει η ποιήτρια, η νέα γυναίκα, η μάνα, από το οικογενειακό της περιβάλλον.
Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1995, εκδίδεται Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων. Τα χρόνια αυτά είναι τα πιο δημιουργικά όσον αφορά ένα άλλο σημαντικό τομέα λογοτεχνικής δραστη-ριότητας της Μυρτώς, τις μεταφράσεις. Η λογοτεχνική μετά-φραση όμως, ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα και μια
διαφυγή από την οδύνη της ποίησης, είναι μια άλλη ιστορία.
Παρόλο που τα ποιήματα της συλλογής θα μπορούσαν και πάλι να ονομαστούν ερωτικά, το άρωμα του έρωτα φαίνεται να έχει πια εξατμιστεί, η φλόγα και το πάθος των προηγού-μενων δύο συλλογών να έχει καταλαγιάσει. Μια εποχή έχει τελειώσει και μια άλλη αρχίζει. Το χρονικό θυμίζει έναν πικρό απολογισμό, η ποίηση γίνεται πιο εγκεφαλική, πιο αόριστη και περίπλοκη, υπάρχει μια διάχυτη κούραση και θλίψη, αιωρείται μια αίσθηση απώλειας.
[P1] Μετά ένα κενό 13 ετών, φτάνουμε στην ποιητική συλλογή Τόσα χρόνια στη θάλασσα, 2008. Ο προσωρινός απολογισμός της προηγούμενης συλλογής γίνεται τώρα οριστικός. Ή μήπως όχι; Για να δούμε:

Τόσα χρόνια στη θάλασσα

Τόσα χρόνια στη θάλασσα
Στο κατάρτι
στ’ αμπάρι
Στον αφρό για μια στιγμή αιωνιότητας

Αρμενίζει
Βουλιάζει
το παλιό σκαρί
Βγάζει φτερά
Πετάει

Θα ξαναπετάξω

Θα ξαναπετάξω
εκεί που ο ήλιος ανάβει τροπικά φαινόμενα
χρώματα και φωνές

Ρωτώντας φτάνεις κάπου/ Αγαπώντας πηγαίνεις παντού

Το ατίθασο αυτό πλάσμα δεν καταθέτει τα όπλα τόσο εύκολα. Ένας ακόμη κύκλος λοιπόν έκλεισε πριν ακόμη ολο-κληρωθεί η τελευταία συλλογή της και άνοιξε ένας καινούριος, ο οποίος συνεχίζεται με τη νέα συλλογή της. Ας διαβάσουμε ένα ποίημα ακόμη από την Ανυψωτική Μετακόμιση

Κι άλλη μία

Κι άλλη μια κι άλλη μια
βαριές ισορροπούν οι λέξεις
Στα νύχια κινείται ό, τι αναπνέει τρυφερά
Το φως προβάλλοντας ψυχρό, φωτίζοντας
σκασμένους στίχους σάκους
με κάμπιες λαίμαργες
Τι να περιμένει μονολογώντας το αύριο
μια νότα, μια ομίχλη χλιαρή, λίγο ψωμί
από εκείνο το νόστιμο σκούρο
Να τραφώ προσπαθώ
και κερδίζοντας χρόνο
να μείνω
με λίγη πείνα ακόμη
γονατίζοντας
σαφώς γηραιότερος
σοφός γεωγράφο
χαράζοντας στο φλοιό της γης
καινούριες παραμέτρους

Χαρακτηριστικοί της συνέχειας του νέου κύκλου είναι οι στίχοι που προτάσσονται :«Θυμήσου πως κάποτε έπαιζες κουτσό/νικούσες με το ένα πόδι» και, από την προηγούμενη συλλογή »ρωτώντας φτάνεις κάπου/αγαπώντας πηγαίνεις παντού». Και όχι βέβαια μόνον αυτοί. Το πνεύμα, η ουσία, το μήνυμα αυτής της συλλογής αλλά και η τεχνική δεν διαφέρουν από την προηγούμενη. Ακόμη και η λιτότητα των 26 ποιημάτων
συνήθως με 5,6 ή 7 στίχους το καθένα έως 18 το πολύ είναι παρόμοια με εκείνη της προηγούμενης.
Η Μυρτώ λοιπόν συνεχίζει. Όπως πάντα με τη δική της προσωπική οπτική, με τον δικό της παράξενα ελκυστικό τρόπο. Συνεχίζει όπως συνεχίζουμε στη ζωή. Τραυματίζεται, πέφτει, σηκώνεται, θρηνεί τις απώλειές της και συνεχίζει δημιουργική και πάλι. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα έχει γράψει και ζωγραφίσει δύο θαυμάσια βιβλία για παιδιά. .
Ο παλιός μας εαυτός, με τα τραύματα και τις εξάρσεις του, με τα πάθη και τα λάθη του, με τις εξαίσιες στιγμές του, ανήκει στην ιστορία. Έτσι και η Μυρτώ. Η Μυρτώ Αναγνω-στοπούλου εκπροσωπεί μια γενιά γυναικών στη μετάβαση από την καταπίεση στην απελευθέρωση. Εκπροσωπεί τον δημιουρ-γικό άνθρωπο που δεν συμβιβάζεται με τον συμβατικό ρόλο του οικιακού είλωτα. Επιπλέον, η Μυρτώ είναι μια ποιήτρια που της δόθηκε η χάρη να μιλήσει απλά. Να μιλήσει με αμεσότητα και σπάνια πρωτοτυπία. Το παραμύθι της ζωής της την κατά-τάσσει ανάμεσα στους πιο σημαντικούς ερωτικούς ποιητές της γενιάς της. Γεγονός που δεν έχει αναγνωριστεί βέβαια στον βαθμό που της αξίζει. Το φαινόμενο είναι πολύ γνωστό και ονομάζεται «ελληνική πραγματικότητα».
Την παλιά Μυρτώ δεν πρόκειται να την ξαναδούμε. Βλέπουμε όμως τώρα μια Μυρτώ στην πλήρη ωριμότητά της. Μια Μυρτώ πιο φιλοσοφημένη που δεν εγκαταλείπει αλλά αναζητά και χαίρεται την παλιά της λάμψη. Μια Μυρτώ που προσδίδει μια πιο ρεαλιστική διάσταση στην έννοια της αισιοδοξίας. Μια Μυρτώ που διατηρεί την αιρετική ματιά της και μας δίνει και πάλι ωραία δείγματα του ποιητικού ταλέντου της. Και που αποδεικνύει ότι έχει πολλά ακόμη να μας δώσει. Τι πιο ωραίο την περίοδο της κρίσης ! Ευχαριστώ.

.

ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Ars Poetica
Χαϊδεύω
το άγραφο χαρτί
και περιμένω
ποιος απ’ τους δυο μας
θα ριγήσει πρώτος

Θέλω
Θέλω
μια ζεστή κουβέρτα
αντί γι’ αυτό το ποίημα
που ξετυλίγεται με ύποπτα κρόσσια
σκαλώνοντας σε κάθε αγκάθι βρύση ή καρφί
Ένα σοβαρό μονόχρωμα σκέπασμα
αδιαφανές
κι αδιάφορο στις αχτίδες της μνήμης

Καλησπέρα. Με μεγάλη χαρά θα σας μιλήσω απόψε για τη Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, την καλή μου φίλη και εξαιρετική ποιήτρια. Σας διάβασα δύο από τα ποιήματα της συλλογής Τόσα χρόνια στη θάλασσα, 2008. Τον Ιανουάριο του 2005 στη Δημοτική Κίνηση είχα πει : «Έχω στα χέρια μου την ανέκδοτη συλλογή της Μυρτώς με τίτλο «Τόσα χρόνια στη θάλασσα», 2000. Πέντε χρόνια αργότερα, τα ποιήματα παραμένουν στο συρτάρι». Τέσσερα χρόνια μετά, δηλαδή σήμερα, η συλλογή έχει εκδοθεί επιτέλους. Ολοκληρωμένη. Συνολικά, 13 χρόνια μετά την προηγούμενη συλλογή της, Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων, 1995. Η παρούσα συλλογή περιλαμβάνει 37 ολιγόστιχα ποιήματα των πέντε, έξι και οκτώ στίχων κυρίως. Η λιτότητα στην αποθέωσή της.

Χαίρομαι ακόμη γιατί η συλλογή κυκλοφόρησε, με ένα πολύ ωραίο σχέδιο εξωφύλλου του Κάρολου Τσίζεκ, από τις Εκδόσεις Καπάνι, δηλαδή, από το ιστορικό τυπογραφείο της οικογένειας Γούσιου. Θυμάμαι τον Στέλιο τον Γούσιο ως το σέντερ φορ της ομάδας μπάσκετ του Άρη τη δεκαετία του 1960 και ιδίως ως έναν αθλητή με σπάνιο ήθος. Έτσι το ποιητικό ήθος της Μυρτώς βρήκε και την εκδοτική του έκφραση. Χαίρομαι τέλος που η παρουσίαση αυτή γίνεται στο βιβλιοπωλείο Κυριακίδης με τη φροντίδα του Ιορδάνη, του καλύτερου βιβλιοπώλη και φίλου της λογοτεχνίας που γνωρίζω εγώ.

Πρόκειται για την 7η ποιητική συλλογή της. Προηγήθηκαν οι συλλογές, Βαθμίδες, 1973, Τώρα που …, 1975, Πειρατικός σταθμός, 1978, Κυκλικά, 1982, Το ζώο που κρύβω και άλλα πλάσματα, 1987 και Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων, 1995. Εφτά ποιητικές συλλογές σε 35 χρόνια είναι ένα λογικός αριθμός. Μία συλλογή ανά πέντε χρόνια κατά μέσο όρο. Με τη διαφορά ότι οι πρώτες πέντε βγήκα τα πρώτα 14 χρόνια και οι άλλες δύο τα τελευταία 21. Παρατηρείται λοιπόν μια σαφής επιβράδυνση, ένα φλερτ της Μυρτώς με τη σιωπή που ευτυχώς δεν ευοδώθηκε. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του “60. Είναι η εποχή που τα κορίτσια της αστικής τάξης οδηγούνται στον γάμο με τον μεγαλύτερο σε ηλικία ευκατάστατο γαμπρό, στα παιδιά και στο νοικοκυριό τους, στην εκπλήρωση του προδιαγεγραμμένου ρόλου τους. Ένα κινηματογραφικό happy end όπως ισχυρίζονταν οι θεματοφύλακες των παραδόσεων, οι γονείς και ο σύζυγος, που συχνά διέψευδε η πραγματικότητα, μετατρέποντας το σε unhappy beginning.

Αυτό ιδιαίτερα συμβαίνει όταν η γυναίκα έχει μια έντονη δημιουργική παρόρμηση. Μπορεί αυτή να ενταχθεί στην ομαλότητα της οικογενειακής ζωής; Στην περίπτωση της Μυρτώς αποδείχτηκε ότι όχι. Στην περίπτωση της Μυρτώς αποδείχτηκε ότι η ποιητική της δωρεά την οδήγησε σε μια γενικότερη αναθεώρηση του προτύπου της ζωής της.

Πολλές φορές συμβαίνει κάποιος φιλόλογος να επισημάνει το λογο-τεχνικό ταλέντο του μαθητή. Την Μυρτώ ενθάρρυνε στα Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη ο Γιώργος Θέμελης, σπουδαίος φιλόλογος και ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές. Όταν, μερικά χρόνια αργότερα, το 1973, η Μυρτώ έκανε την πρώτη απόπειρα να φτερουγίσει έξω από το κλουβί, του αφιέρωσε τη συλλογή Βαθμίδες , προτάσσοντας χαρακτηριστικά τον στίχο του «Αν φωνάξεις μέσα σου, θ’ αντιλαλήσεις».

Από τη συλλογή αυτή απομονώνω ορισμένους χαρακτηριστικούς στίχους και λέξεις. «Γυμνά πετρωμένα δάκρυα, το ένα μου πρόσωπο, το άλλο μου πρόσωπο, οδύνη, πληγές, αλήθεια, κουράγιο, υπομονή, ένα σώμα που μ’ ανήκει, να το πουλώ, να το αγοράζω, ας κρατήσουμε το χέρι του μύθου, ας υπερασπιστούμε το πλίνθινο σπίτι μας». Το πιο χαρακτηριστικό όμως είναι το σκέτο «Μυρτώ» του εξωφύλλου. Όπως έλεγαν οι γυναίκες την εποχή εκείνη, «δεν είμαι του πατρός μου (Αναγνωστοπούλου), δεν είμαι του αντρός μου (Πισσαλίδου), είμαι ο εαυτός μου».

Μετά το αρχικό αυτό ξέσπασμα, θεωρώ ότι η δεύτερη της συλλογή, Τώρα που …, 1975, αποτελεί μια μετάβαση προς την πιο ώριμη πια έκφραση της ποιήτριας. Ήδη βρισκόμαστε στα μέσα της κοσμογονικής για την Ελλάδα δεκαετίας του 1970. Η δικτατορία μόλις έχει καταρρεύσει, η δεξιά οδεύει προς το χρονοντούλαπο της ιστορίας, η Μυρτώ έχει αρχίσει να συχνάζει σε αριστερούς κύκλους και να συνειδητοποιείται πλήρως. Η αναπόφευκτη σύγκριση είναι συντριπτική για το οικογενειακό της περιβάλλον και για τον τρόπο ζωής της.

Μέσα σ’ αυτό το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, αρχίζει να αναδύεται ο δικός της κόσμος. Τα παιδιά, ο άνθρωπος, η αγάπη, ο κήπος, το κρασί, τα πουλιά, η μουσική, τα χρώματα, η δίψα, η κόκκινη καρδιά μου, ο ουρανός είναι περίφημο καπέλο, αλλά και οι λύκοι, οι χαμαιλέοντες, τα δόντια, ο βασανιστής ύπνος, η εποχιακή γάγγραινα, κτλ, κτλ.

Με τις δύο αυτές συλλογές, στην αρχή δειλά, ύστερα ολοένα και πιο τολμηρά, η Μυρτώ διεκδικεί και κατακτά έναν δικό της χώρο, μια μέθοδο αναπνοής, που δεν είναι όμως παρά εκτόνωση και παρηγοριά. Η ώριμη έκφρασή της έρχεται με την τρίτη της συλλογή, Πειρατικός σταθμός, 1978.

Ανθρώπινο

Ο σύζυγος είναι πλούσιος. Θα μου αγοράσει
ένα γούνινο παλτό.
Όμως εγώ με μια γυναίκα κόκκινη
μια κίτρινη
μια χάλκινη
μιαν άσκημη
και μια μπλε
έχουμε τις δικές μας θανάσιμες απαιτήσεις

Με την ευκαιρία της έκδοσης του Πειρατικού Σταθμού, σε μια συνέντευξη της στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη, η Μυρτώ λέει μεταξύ των άλλων τα εξής :

«Στις γυναίκες μάθαιναν να είναι σεμνές, μετρημένες, χαριτωμένες και γλυκές, να ωραιοποιούν τα πράγματα και να θεωρούν πρώτο και κύριο σκοπό της ζωής τους τη γαλήνη και την ευχάριστη ατμόσφαιρα του σπιτιού. Έτσι και η ποίησή τους έπρεπε να είναι χαριτωμένη, λεπτή, ωραία και ανώδυνη. Αν κάποτε καμιά ποιήτρια πήγαινε βαθύτερα, δεν θα τολμούσε να επιδείξει τα γραφτά της. Ευτυχώς όμως, η ποίηση μέσα στο πρώτο μισό του αιώνα μας, έσπασε τον γυάλινο θόλο της, εισχώρησε παντού, άλλαξε τρόπο έκφρασης, ή μάλλον υιοθέτησε πολλούς, κρατώντας από την παράδοση μόνο τη μουσική του ρυθμού και τη μαγεία του παραμυθιού. Η ποίηση λοιπόν είναι μία. Την αποτελούν τα ποιήματα ανδρών και γυναικών ποιητών. Όμως ο καθένας «κομίζει εις την Τέχνη» κάτι δικό του».

Πιστεύω ότι η Μυρτώ πράγματι κόμισε στην ποιητική τέχνη κάτι δικό της, κάτι σημαντικό. Θα έλεγα ότι αυτό είναι η οπτική, η ματιά της, μια ματιά αυθόρμητη, ασυνήθιστη, ειρωνική, άλλοτε παιδικά σκανταλιάρικη και άλλοτε ώριμα υβριστική για τα συμβατικά και τα καθιερωμένα. Λες και βλέπει τα πράγματα απευθείας με το ένστικτο και τη διαίσθηση, με την αθωότητα του νηπίου και, ταυτόχρονα ή αργότερα, με τον πυριφλεγή αισθησιασμό της ερωτικής και της ερωτευμένης γυναίκας. Λες και δεν τα βλέπει από το ίδιο ύψος, ότι τα βλέπει ακροβατικά από το ταβάνι, από τον τοίχο ή το πάτωμα. Και λες και δεν βλέπει τα ίδια πράγματα με τους άλλους, αλλά πράγματα κρυμμένα που γι’ αυτήν είναι ολοφάνερα. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί μπορεί καμιά φορά να ξενίζουν και η μουσική να μην είναι πάντοτε αρμονική αλλά όλα σχεδόν τα ποιήματά της είναι εύστοχα και δραστικά.

Προσοχή όμως. Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για υπερρεαλισμό, όπως έχει αναφερθεί. Η Μυρτώ δεν παραθέτει ακατέργαστο υλικό, ασυναρτησίες που προέρχονται από το υποσυνείδητο. Ο έντονος συναισθηματισμός και ερωτισμός και η ανατρεπτική φύση των ποιημάτων της βρίσκονται πάντοτε κάτω από τον τελικό έλεγχο της νοητικής λειτουργίας.

Η επόμενη ποιητική συλλογή της, Κυκλικά, 1982, είναι γνήσια, εκρηκτικά και λυτρωτικά ερωτική. «Όταν μ’ αγγίζεις, δεν είμαι ρόδο αλλά ρόδι, σπασμένο στο πλακόστρωτο, έτοιμη χειροβομβίδα».

λατρευτικό

είσαι στα χέρια μου ένας άγιος
που αδίσταχτα γδύνω και μαστιγώνω
από κάθε σχισμή σου αναβλύζει ο χυμός
που μουσκεύει τον έρωτα
για να πίνω
και να λατρεύω
εσένα
που είσαι μέσα στα χέρια μου
και περιέχεις την έκρηξή μου

Ακολουθεί το 1987 η συλλογή Το ζώο που κρύβω και άλλα πλάσματα. Ποιήματα και πάλι ερωτικά αλλά πιο γήινα, πιο αισθησιακά, ποιήματα που όπως, υποδηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου, βυθίζονται ως τις πηγές της ύπαρξης, αναζητούν, αποκαλύπτουν και αποθεώνουν τον πρωτόγονό μας εαυτό.

Και στις δύο όμως αυτές πηγαία και ανυπόκριτα ερωτικές συλλογές δεν απουσιάζει ο σαρκασμός για την επικρατούσα υποκριτική ηθική. Δεν λείπουν οι προτάσεις για μια ανθρώπινη ζωή. Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί τις αντιδράσεις που είχε να αντιμετωπίσει η ποιήτρια, η νέα γυναίκα, η μάνα, από το οικογενειακό της περιβάλλον. Με ιδρώτα και αίμα υιοθέτησε η Μυρτώ μια μαχητική στάση απέναντι στα δεδομένα της προσωπικής της ζωής και γενικότερα και κατέκτησε τα αυτονόητα δικαιώματα κάθε γυναίκας. Όπως χαρακτηριστικά φαίνεται στο τίτλο μιας άλλης συνέντευξης που έδωσε σε περιοδικό της αριστεράς : «Ας ξεφύγουμε απ’ τα γρανάζια του ψεύτικου κόσμου που χτίσαν γύρω μας».

Μνήμη ζώου

είχα στα χέρια μου φρούτα, τα έστυψα μέσα στο
στόμα μου και είπα : φως. και είπα : ζω. κι έγινα
τα ζώο που είμαι. από τότε πεινώ. δε μου
φτάνουν τα μικρά τρυφερά απογεύματα.
μουγκρίζω, κυλιέμαι πάνω στους στίχους μου.
ψάχνω για την τροφή μου. κι έρχεται από
μακριά. από την εποχή των σπηλαίων. Ροκ
ερπετά και τρίτωνες καλούν με το όνομά
μου. πέφτω μέσα στον κρατήρα σου. ανοίγω το
στόμα και πίνω. κλείνω τα μάτια. χλιμιντρίζω.
λόγχες και ακόντια με τρυπούν μα δεν πονώ. με
σπέρνει ηφαιστείου γέννα. χίλια αυγά για χίλια
χρόνια σε μία μέρα σε μία ώρα. δροσίζει. Βαθιά
μέσα στη μνήμη η λάβα κινείται προς τον ουρανό.

Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1995, εκδίδεται Το χρονικό των υποδόριων γεγονότων. Τα χρόνια αυτά είναι τα πιο δημιουργικά όσον αφορά ένα άλλο σημαντικό τομέα λογοτεχνικής δραστηριότητας της Μυρτώς, τις μεταφράσεις. Η Μυρτώ μετάφρασε τέσσερα βιβλία από το 1988 ως το 1992 (Αναϊς Νιν, Έρνεστ Χέμινγουέι, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ και Τζον Ίρβινγκ), έναντι τριών που είχε μεταφράσει την περίοδο 1981-1985 (Βιρτζίνια Γούλφ, Αναϊς Νιν και Ποιητές του Λίβερπουλ). Η λογοτεχνική μετάφραση όμως, ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα και μια διαφυγή από την οδύνη της ποίησης, είναι μια διαφορετική ιστορία.

Παρόλο που τα ποιήματα της συλλογής θα μπορούσαν και πάλι να ονομαστούν ερωτικά, το άρωμα του έρωτα φαίνεται να έχει πια εξατμιστεί, η φλόγα και το πάθος των προηγουμένων δύο συλλογών να έχει καταλαγιάσει. Μια εποχή φαίνεται να έχει τελειώσει και μια άλλη να αρχίζει. Το χρονικό θυμίζει έναν πικρό απολογισμό, η ποίηση γίνεται πιο εγκεφαλική, πιο αόριστη και περίπλοκη, υπάρχει μια διάχυτη κούραση και θλίψη, αιωρείται μια αίσθηση απώλειας. Για πρώτη φορά κάνουν την εμφάνισή τους «μια θάλασσα χωρίς μύθο, χρόνια που ροκανίζουν το κρεβάτι, ρωγμές και ανέραστες μέρες, κενά φωτός και μνήμης, ο επιούσιος λυγμός, οι μικροί λευκοί θάνατοι …».

τη νύχτα που πάγωσαν τα όνειρα

Τη νύχτα που πάγωσαν τα όνειρα
κι έπεσε σταλακτίτης από το στόμα μου το ποίημα
ήταν ευκαιρία
να ξεριζώσω επιτέλους τα αρτόδεντρα
που φύτρωναν στο περβάζι εριστικά
και βγάζοντας μία-μία τις αγκίδες
από το ερωτικό μου στόμα
[P1] ν’ αρκεστώ στ’ αγοραία

Μα όλα περνούν ξανά από τη γεύση μου
και συρρικνώνονται στο αδηφάγο μου στομάχι
και παραμένω
ο πεινασμένος των χαιρετισμών
των άλικων πηγών
ο διψασμένος

Και φτάνουμε πάλι στην πρόσφατη ποιητική συλλογή της Μυρτώς, Τόσα χρόνια στη θάλασσα. Ο προσωρινός απολογισμός της προηγούμενης συλλογής γίνεται τώρα οριστικός. Ή μήπως όχι; Μίλησα πριν από τέσσερα χρόνια για έναν λιτό και γυμνό αυτοσαρκασμό, για στιγμιαίες αποδράσεις στο φως (ίσως για την τιμή των όπλων), κυρίαρχη όμως την παραίτηση και την εγκατάλειψη. Μίλησα για ποιήματα σπαρακτικά ευθύβολα που κοιτάζουν τον θάνατο κατάματα. Είχα πει ακόμη ότι ήταν πολύ νωρίς για εγκατάλειψη και ότι θα ήθελα να δω και πάλι την παλιά Μυρτώ. Χαρούμενη, αγωνιστική και αισιόδοξη και, πάνω απ’ όλα, δημιουργική. Ας διαβάσουμε δύο ποιήματα ακόμη από τη συλλογή.

Τόσα χρόνια στη θάλασσα

Τόσα χρόνια στη θάλασσα
Στο κατάρτι
στ’ αμπάρι
Στον αφρό για μια στιγμή αιωνιότητας
Αρμενίζει
Βουλιάζει
το παλιό σκαρί
Βγάζει φτερά
Πετάει

Θα ξαναπετάξω

Θα ξαναπετάξω
εκεί που ο ήλιος ανάβει τροπικά φαινόμενα
χρώματα και φωνές

Ρωτώντας φτάνεις κάπου
Αγαπώντας πηγαίνεις παντού

Έχω την εντύπωση ότι η ευχή που έκανα πριν από τέσσερα χρόνια ήταν περισσότερο μια πρόβλεψη. Φαίνεται ότι είχα καταλάβει πως το ατίθασο αυτό πλάσμα δεν θα κατέθετε τα όπλα τόσο εύκολα. Ένας ακόμη κύκλος λοιπόν έκλεισε πριν ακόμη ολοκληρωθεί η τελευταία συλλογή της και άνοιξε ένας καινούριος. Ας διαβάσουμε ένα εντελώς πρόσφατο αδημοσίευτο ποίημα της Μυρτώς.

Κι άλλη μία

Κι άλλη μια κι άλλη μια
βαριές ισορροπούν οι λέξεις
Στα νύχια κινείται ό, τι αναπνέει τρυφερά
Το φως προβάλλοντας ψυχρό, φωτίζοντας
σκασμένους στίχους σάκους
με κάμπιες λαίμαργες
Τι να περιμένει μονολογώντας το αύριο
μια νότα, μια ομίχλη χλιαρή, λίγο ψωμί
από εκείνο το νόστιμο σκούρο
Να τραφώ προσπαθώ
και κερδίζοντας χρόνο
να μείνω
με λίγη πείνα ακόμη
γονατίζοντας
σαφώς γηραιότερος
σοφός γεωγράφος
χαράζοντας στο φλοιό της γης
καινούριες παραμέτρους

Όλοι μας ξέρουμε ότι τον παλιό μας εαυτό δεν πρόκειται να τον ξαναδούμε. Μπορεί να τον νοσταλγούμε μερικές στιγμές, να τον επικαλούμαστε, αλλά δεν πρόκειται να τον ξαναδούμε. Ο παλιός μας εαυτός, με τα τραύματα και τις εξάρσεις του, με τα πάθη και τα λάθη του, με τις εξαίσιες στιγμές του, ανήκει στην ιστορία. Έτσι και η Μυρτώ. Η Μυρτώ Αναγνωστοπούλου εκπροσωπεί μια γενιά γυναικών στη μετάβαση από την καταπίεση στην απελευθέρωση. Εκπροσωπεί τον δημιουργικό άνθρωπο που δεν συμβιβάζεται με τον συμβατικό ρόλο του οικιακού είλωτα. Τόλμησε να διεκδικήσει την αξιοπρέπειά της και κατέβαλε το πλήρες τίμημα γι’ αυτό της τον αγώνα. Επιπλέον, η Μυρτώ είναι μια ποιήτρια που της δόθηκε η χάρη να μιλήσει απλά. Να μιλήσει με αμεσότητα και σπάνια πρωτοτυπία. Το ενδιαφέρον παραμύθι της ζωής της την κατατάσσει ανάμεσα στους πιο σημαντικούς ερωτικούς ποιητές της γενιάς της. Γεγονός που δεν έχει αναγνωριστεί βέβαια στον βαθμό που της αξίζει. Το φαινόμενο είναι γνωστό και ονομάζεται «ελληνική πραγματικότητα».

Την παλιά Μυρτώ δεν πρόκειται να την ξαναδούμε. Βλέπουμε όμως τώρα μια Μυρτώ στην ωριμότητά της. Μια Μυρτώ πιο φιλοσοφημένη που δεν εγκαταλείπει αλλά αναζητά και χαίρεται την παλιά της λάμψη. Μια Μυρτώ που προσδίδει μια πιο ρεαλιστική διάσταση στην έννοια της αισιοδοξίας. Μια Μυρτώ που διατηρεί την αιρετική ματιά της και μας δίνει και πάλι ωραία δείγματα του ποιητικού ταλέντου της. Και που αποδεικνύει ότι έχει πολλά ακόμη να μας δώσει. Μπορεί να υπάρξει πιο μεγάλη χαρά και εκπλήρωση από αυτήν; Ευχαριστώ.

1 σκέψη για το “ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ”

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *