ΣΟΝΙΑ ΖΑΧΑΡΑΤΟΥ

Η Σόνια Ζαχαράτου είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει εργασθεί στη δημόσια τηλεόραση, σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει συγγράψει μυθιστορήματα, θέατρο και ποίηση, και κάποια από τα έργα της έχουν ανεβεί σε σκηνές της Αθήνας και της περιφέρειας. Έχει βραβευτεί από το Ελληνικό Τμήμα του ΟΗΕ και έχει διακριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το υπουργείο Εσωτερικών της Γαλλίας για εκπομπές της, οι οποίες έχουν προβληθεί στην ΕΡΤ.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Πανσέληνος παρά κάτι, ποιητικά πεζογραφήματα, Αστάρτη, 1998
Τρεις νύχτες τον Αύγουστον (και μία ημέρα), ψυχολογικό θρίλερ, Ελληνικά
Γράμματα, 2009
Ρόδινη Στάχτη -Μαρία Θηρεσία Καρλότα, ιστορικό αφήγημα, Εξάντας, 2011
Ο εχθρός μου, θεατρικό, Μπαρτζουλιάνος, 2012
Τα νερά στα μάτια σου, ιστορικό αφήγημα, Τόπος, 2012
Madre Dolorosa — Ο έρωτας, ποίηση, Μελάνι, 2013
Το γκολ, θεατρικό, Μπαρτζουλιάνος, 2014
Οι Απέναντι, 23 συνεντεύξεις και μία συζήτηση, Πολύτροπον, 2016
Παιγνίδι με τον σπάγκο, ποίηση, Κουκούτσι, 2017
Συμμετοχή σε ανθολογίες ποίησης και διηγήματος.

.

.

ΠΟΙΗΣΗ

MADRE DOLOROSA -Ο ΕΡΩΤΑΣ- (2013)

Πλησιάζει… πλησιάζει…
Πλησιάζει κι άλλο,
Πλησιάζει κι άλλο, κι άλλο,
Όσο γίνεται περισσότερο κι άλλο,
Όσο γίνεται και πιο κοντά,
Πλησιάζει προσεκτικά για να μην,
Προσεκτικά για να μη σκοντάψει,
Η παντόφλα του να μην,
-Η δεξιά παντόφλα που συνήθως-,
Να μη σκοντάψει και όλα ματαιωθούν,
Και δεν γίνουν όπως πρέπει,
Και δεν γίνουν ξανά από την αρχή,
Και δεν γίνουν όπως πάντα,
Όπως πάντα το ίδιο πάντα ίδιο,
Το ίδιο ίδιο κι ωστόσο διαφορετικό,
Και μείνουν αδιευκρίνιστα τα απαντημένα ερωτήματα,
Και μείνουν αναπάντητα τα αναπάντητα ερωτήματα,
Και παραμείνουν στη σιωπή,

Πλησιάζει,
Πλησιάζει κι άλλο με κρυφούς εξορκισμούς,
Μέσα στην ησυχία τη σπασμένη σε ίσα μέρη
από το μέτρημα του ρολογιού,
-Αλυσοπρίονο φτιαγμένο από τώρα, τώρα, τώρα, τώρα-,
Πλησιάζει και την αναζητά στη σκουριασμένη δαντέλα,
Στο σημείο το σίγουρο και αποκλειστικά δικό της,
Εκεί που είναι η θέση της,
Η μόνιμη θέση της,
Ζυγώνει με λαχτάρα,
Αδημονεί,
Αφήνει πάνω της τα δάχτυλά του,
Τα δάχτυλά του που περίπου διάφανα,
Με ατέλειες,
Με βουνοκορφές αιχμηρές και βάραθρα,
Με σκόνη ωριμότητας,
Με στάχτες,
Αφήνει πάνω της τα δάχτυλά του,
Απαλά, πολύ απαλά,
Την αγγίζει δηλαδή,
Την αγγίζει και την παίρνει στα χέρια
και την ανασηκώνει,
Έτσι, σαν πούπουλο,
Μεταξωτή νύμφη,
Χρυσαλλίδα,
Έτσι, σαν γρανιτένιο τοτέμ,
Μονόλιθο ερήμου,
Κάστρο,
Έτσι,
Την ανασηκώνει και την κρατά και της κάνει
μιαν ολόκληρη διαδρομή εκατοστών σε σχεδόν
ευθεία γραμμή,
Μια διαδρομή εκατοστών χρονοβόρων από εκεί
που βρίσκεται έως εκεί που πρέπει,
Εκεί, κοντά στα μάτια του,
Και παλινδρομεί το βλέμμα του στο σώμα της,
μήπως και κάτι της έχει συμβεί από τα πολλά πέρα
και δώθε και τότε και τώρα,
Μήπως και κάτι έχει πάθει,
Μήπως και κάτι,
Μήπως,
Ο παραλυτικός φόβος του γι’ αυτό το ‘μήπως’,
Και εστιάζει,
Ερευνητικά,
Απερίσπαστα,
Στα ελάσσονα,
Εξονυχιστικά,
Χιλιοστό το χιλιοστό’,
Ώσπου, όλα κατ’ ευχήν,
Και συνέρχεται και δοξάζει και γαληνεύει,

Και αρχίζει να την κοιτάζει, να την κοιτάζει,
Να την κοιτάζει σαν για πρώτη φορά αλλά
σαν και τελευταία,
Να την κοιτάζει όπως και την προηγούμενη ημέρα,
Να την κοιτάζει όπως κάθε ημέρα -απαραίτητα-,
Κι ας τσούζουν τα μάτια κι ας δακρύζουν,
Κι ας καίνε τα μάτια,
Κι ας καούν τα μάτια,
Να την κοιτάζει, χωρίς στιγμή να τα αποσύρει,
Χωρίς ούτε να τ’ αφήνει ν’ ανοιγοκλείνουν από συνήθεια
Από το που το κάνουν μόνα τους για να υγραίνονται,
Από το που γεννήθηκε,
Από το που,
Αφοσιωμένος,
Ταγμένος,
Τόσα χρόνια,
Τόσα χρόνια,
Και τον παίρνει πάλι η σκέψη ότι τα μάτια του
μεγαλώνουν,
Ότι μεγαλώνουν και ξεχειλίζουν από τα βλέφαρα,
Ότι ξεχειλίζουν και χύνονται,
Ότι χύνονται και αδειάζουν για να μπουν
στη θέση τους τα άλλα μάτια,
Για να χωρέσουν τα άλλα μάτια,
Μάτια αδιαπέραστα,
Αυτά στη φωτογραφία,
Αυτά της φωτογραφίας,
Της φωτογραφίας που κρατά,
Της φωτογραφίας που την κοίταζε λες και πριν τη δει,
Λες και πριν τραβηχτεί,
Και με το βλέμμα γαντζωμένο πάνω της πάλι περπατά,
Μικρά βήματα, σχεδόν ανεπαίσθητα,
Βήματα συνάμα ταραγμένα,
Συρτά, σερνάμενα, στέρφα,
Και προχωρά,
Και προχωρά χωρίς βιασύνη, μη και παραπατήσει,
Μη και παραπατήσει και τρομάξουν τα μάτια του,
Και λοξοδρομήσουν,
Και ξεφύγουν δευτερόλεπτο από τα άλλα μάτια,
Και κάτι χάσουν,
Και πηγαίνει κοντά στο παράθυρο για να βλέπει καλύτερα
τις λεπτομέρειες,
Τις ζωτικές λεπτομέρειες,
Τους ιριδισμούς,
Και στραφταλίζει το ιλουστρασιόν χαρτί
της φωτογραφίας απ’ το φως
έξω απ’ το φως της,
απ’ το φως έξω απ’ το παράθυρο,
Μια γυαλάδα,
Δυο γυαλάδες,
Πολλές γυαλάδες,
Χαρακιές ανυπόφορες οι γυαλάδες,

…/…

Ένα σμήνος πουλιά στο βάθος της φωτογραφίας,
Μαυροπούλια ή κάποιο άλλο είδος,
Σουσούμια και κελαηδίσματα,
Σαν να τα ακούει,
Σαν να τα ακούει τώρα κι αυτά,
Τα ακούει, ναι,
Κάθε φορά και με διαφορετικά τιτιβίσματα,
Κάθε φορά και με διαφορετικά θροίσματα
φτεροκοπημάτων,
Κάθε φορά και με διαφορετικές σαϊτιές διαδρομών,
Τα ακούει, γιατί πρέπει να στήσει το σκηνικό,
Πραγματικό σκηνικό,
Με το χώμα του,
Με το χρώμα του,
Με το φως του,
Με την υγρασία του,
Ζωντανό σκηνικό,
Για να μαλακώσει την κατάρα της ξηρασίας εντός του,
Για να πετύχει ευκρινέστερες αναγνώσεις του χθες,
Γιατί, τότε,
Τότε δεν υπήρχε για εκείνον τίποτ’ άλλο γύρω,
Τότε για εκείνον μονάχα εκείνη υπήρχε,
Εκείνη ήταν για εκείνον παντού,
Εκείνη σε ολόκληρο το συννεφιασμένο τοπίο,
Εκείνη σε ολόκληρο το μέσα των ματιών του,
Σε ολόκληρο το μέσα της σαρκός του,
Σε ολόκληρο το μέσα των αισθήσεών του
και του μέλλοντος του,
Εκείνη,
Ο έρωτας,
Εκείνη,
Εμβληματική,
Ακατανίκητη,
Αναντικατάστατη,

Εκείνη,
Εκείνος,

Εκείνος ευτυχισμένος, λοιπόν, θυμάται,
Ευτυχισμένος ότι ήταν,
Τη βόλτα ξανά θυμάται,
-Ακέραια-,
Τη βόλτα μαζί της,
-Αλησμόνητη-,
Την τελευταία βόλτα τους αλλά και το ξεκίνημά της
και τις προσδοκώμενες χαρές της μέσα
στο φθινοπωρινό απόγευμα,
Το περπάτημά τους στο δρόμο με τους κυβόλιθους
και τα καφενεία στη σειρά σαν μπορντέλα,
Στο δρόμο που διέσχισαν βήμα το βήμα,
Με το ίδιο βήμα, δεξί-αριστερό, δεξί-αριστερό,
Έως το τέλος των οικημάτων,
Έως το προτείχωμα της αρχαίας πόλης,
Έως τις πύλες της και τα ερείπιά της,
Έως το ελεύθερο τοπίο, που ξανοιγόταν ανάμεσα
στα βουνά με το χρώμα του νοτισμένου κυκλάμινου,
Έως τα πολυπληθή κυκλάμινα,
Έως τη φωτογραφία,
Έως,
Εκείνη τη βόλτα οδυνηρά αναπολεί,
Γιατί τώρα,
Τώρα μόνον η φωτογραφία στα χέρια του
να του ανιστορεί όλα όσα και άλλα παραπέρα,
Και ταυτόχρονα, -παλίμψηστο εικόνων-
τα πρόσωπά τους,
Τα πρόσωπά τους που, λίγο πριν, πολύ κοντά είχαν έρθει,
Πολύ κοντά, πολύ κοντά,
Σταυροβελονιές τα βλέμματα,
Πλεγμένο υφάδι οι ανάσες τους,
Αρώματα συγχωνευμένα ο χώρος ανάμεσα στα χείλη τους,
Υφασμένοι, κεντημένοι,
Ολομέταξοι και μοσχοβολημένοι,
Συγκλονισμένος αυτός,
Ναι,
Αιωρούμενος από μακαριότητα,
Ναι,
Στα ευδαίμονα άδυτά του ανυποψίαστα παραδομένος,
Ναι,
Ανυποψίαστα,
Διότι,
Εκκρεμότητες προϋπήρχαν,
Όπως,
Οι συμπτώσεις, που εκείνη έλεγε ότι δεν ήταν συμπτώσεις,
Ότι δεν υπάρχουν συμπτώσεις,
Αλλά,
Παράλληλοι δρόμοι, παράλληλες σταθμίσεις,
Παράλληλες νοητές ευθείες που ασφαλώς
και δεν τέμνονται,
Βήματα παράλληλα που ασφαλώς και δεν συναντώνται,
Βήματα που μπορεί και να συναντώντας
Ωστόσο,
Ως αντικριστά και διασταυρούμενα και συγκρουόμενα,
Ως βήματα αορίστου τέλους,
Για πολύ,
Για λίγο,
Για όσο,
Για μια όποια κοινή πορεία μέσα στο χρόνο,
Μέσα στο χώρο,
Μέσα στη ζωή,
Μέσα στο μέσα,
Δηλαδή,
Εκκρεμότητες ασφυξιογόνες,
-Τις δικαιολογούσε-
Επιθετικοί προσδιορισμοί,
-Τους προσπερνούσε-,
Διαμφισβητήσεις και απανθρακώσεις,
-Εθελοτυφλούσε-,

…/…

Ευτυχισμένος, λοιπόν, ακόμα,
Θριαμβευτής επέμενε, λοιπόν, ακόμα, μέσα
στο φθινοπωρινό απόγευμα,
Μέσα στο τελευταίο κοινό απόγευμα της ζωής τους,
Στην τελευταία βόλτα τους,
Με τα σύννεφα πάνωθέ τους να κρύβουν την απόσυρση
του ήλιου,
Με όλα όσα μικρά και μεγάλα η φωτογραφία δείχνει
στο στιγμιαίο αποτύπωμα του οδοιπορικού τους
και που τότε δεν τα έβλεπε,
Με τη φωτογραφία να του θυμίζει και την αναπάντεχη
ερώτησή της ‘μπορείς να φανταστείς τη μυρωδιά
τον χιονιού; τον πάγον;’
Ξαφνική ερώτηση,
Ασυνάρτητη,
Άκαιρη,
Ύπουλη,
Έως και θρασεία,
Οιωνός,
Μυρωδιά απρόσμενης κακοκαιρίας, χιονιού, πάγου,
Όχι, δεν ήθελε να φανταστεί,
Όχι, όχι,
Γιατί εκείνη τον κοίταζε κι εκείνος ήταν βέβαιος ότι
πάντα θα τον κοίταζε,
Γιατί εκείνος την κοίταζε και ήταν βέβαιος ότι πάντα
θα την κοίταζε,
Ότι θα τον κοίταζε και θα την κοίταζε και θα κοιτάζονταν
έως θανάτου ή τουλάχιστον ή έστω,
Γιατί αναμφισβήτητα και ασφαλώς και εξάπαντος
και πάλι, βαθιά στα όνειρα και στη σάρκα τους
θα εισέρχονταν,
Με την ίδια ομορφιά,
Με την ίδια ένταση,
Με την ίδια έκπληξη και παραπλήσια λόγια,
Με τους ίδιους χυμούς και τους ίδιους ήχους,
Με τα ίδια γεννητούρια και τα ίδια πένθη,
Ενιαίο σώμα με τον ίδιο ζόφο και τον ίδιο πόθο,
Σαν από μία μήτρα,
Ευτυχισμένος, ευτυχισμένος θα ζούσε,
Θα ζούσε, θα ζούσαν,

Όμως,
Η μυρωδιά του πάγου, του χιονιού,
Κεντρί,
Μπόλιασμα ανατροπής,
Δυσφορία,
Άπνοια,
Απώλεια έρματος και ακούσια αναπηδήματα ικεσιών
ευσπλαχνίας βαθιά από τα σπλάχνα του,
-Ποιος ο ικέτης εντός του;-
Ανεξέλεγκτη κραυγή,
Γαία Μήτερ!
-Αχ! τα σωθικά του!-
Θεά πολυπροσκυνημένη και πολυπονεμένη
και καρποφορούσα,
Θεά ζωοδότρα,

…/…

Το παράθυρο απέναντι,
Ακριβώς απέναντι από την πολυθρόνα,
Δεν το κοιτάζει, δεν έχει λόγο να το κοιτάζει,
πουθενά δεν κοιτάζει,
Η φωτογραφία καρφωμένη στα μάτια του
κι ας μην τη βλέπει πια,
Θαμπωμένα μάτια,
Η νύχτα θα έρθει κι απόψε,
Θα έρθει σε λίγο,
Πάντα έρχεται η νύχτα,
Όταν σκοτεινιάζει,
Όταν εκείνος βυθίζεται σε μιαν άλλη σιωπή,
Όταν ανάβει την επιτραπέζια λάμπα,
Όταν ο χώρος αλλάζει διαστάσεις από το φως
της λάμπας και τρεμοπαίζουν γύρω του σκιές
που πριν δεν υπήρχαν,
Όταν κι εκείνος σκιά,
Σκιά μέσα στο δωμάτιο,
Απειλητική,
Αρπακτική,
Σαρκοβόρα,
Φοβάται αυτό που βλέπει,
Φοβάται,
Τότε αγγίζεται,
Να πιάσει σάρκα και οστά θέλει,
Το κρανίο του,
Τα βλέφαρα,
Τους βολβούς του,
Τις αποψιλωμένες αρθρώσεις του,
Τη στυμμένη επιδερμίδα του,
Να νιώσει, να τα νιώσει,
Στο δωμάτιο που είναι πλέον αλλιώτικο
Που του μοιάζει ξένο,
Που τον κάνε, ν’ αναπολεί την ενατένισή του
την πρωινή,
Την ενατένιση της φωτογραφίας,
Το πρωί,
Τότε που άνοιγε, τα μάτια κουρασμένος
Πιο κουρασμένος από ό,τι όταν πήγαινε κουρασμένος
να κοιμηθεί,
Το πρωί πάλι,
Το σκέπτεται,
Αύριο πάλι,
Το φως στο δωμάτιο,
Σε λίγο θα το σβήσε,, σε λίγο θα πλαγιάσει,
Κι επειδή,
Αύριο πάλι,
Υπόσχεται,
Αύριο πάλι,
Να σβήσει, επιτέλους, το φως,
Πρέπει,
Ανασηκώνεται, και, ξανακάθεται
Η πολυθρόνα τον ταλαιπωρεί, τον θυμώνει,
Τα καρφιά,
Τα ελατήρια,
παλιωμένα ξύλα,
Το τρίξιμο,
Αυτά ναι, σίγουρα, τον ταλαιπωρούν, τον θυμώνουν,
Το ξέρει,
Όλα αυτά, ναι, το ξέρει,
Αυτά του χαλάνε τη διάθεση και το σούρουπο και
τη νύχτα που έρχεται και τη ζωή του ολόκληρη,
Αυτά τον θυμώνουν,
Αυτά του πονάνε σάρκα και οστά,
Αυτά του τρυπούν το κεφάλι, του βασανίζουν το μυαλό,
του αδειάζουν τη σκέψη, του αρπάζουν τα μάτια,
του καίνε το σώμα, του πυρπολούν τα σωθικά,
του ακυρώνουν τη ζωή,
Αυτά φταίνε,
Τα καρφιά φταίνε,
Τα ελατήρια φταίνε,
Τα καρφιά φταίνε,
Τα ελατήρια φταίνε,
Τα παλιόξυλα φταίνε,
Αυτά φταίνε,
Αυτά φταίνε,
Πολυκαιρισμένα,
Σκοροφαγωμένα,
Ξεχαρβαλωμένα,
Αποσυνδεμένα,

Αυτά φταίνε.
Αυτά φταίνε.
Αυτά φταίνε.

.

ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΑΓΚΟ (2017)

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

Μέσα από τη νύχτα της θάλασσας,
μέσα από τη νύχτα,
μέσα από τη θάλασσα,
γυναίκες αιώνιες κάτοικοι νερών αναδύονται παλιρροϊκά,
λαμπερές, φωσφορίζουσες, ιριδίζουσες,
υδρόβια όντα που στη στεριά βρίσκουν τον εαυτό τους·
γυναίκες σημαδεμένες από αμαρτήματα όφεων και εσπεριδοειδών,
με κληρονομιά υφάσματα τραχιά από ξασμένο μαλλί,
μύθους, μέδουσες και μαγγανείες”
γυναίκες τροφοδότες,
μπάμπουσκες παραφουσκωμένες έμβρυα,
μέλλοντες χρόνους και λαβωμένες επιστροφές,
με αίμα ζωογόνο και αλύπητους ιδρώτες από τις ωδίνες.

ΤΟ ΘΕΙΟ ΒΡΕΦΟΣ

Ξεγλιστρώ από το αμνιακό υγρό της μάνας μου.
Πρόσωπο μελανιασμένο, μάτια κλειστά, κοιλιά πρησμένη,
μύξες, σάλια και δάκρυα,
δάχτυλα γεροντικά, νύχια γωνιώδη,
δέρμα διάστικτο από πυρές, δέρμα πανάρχαιο.
Μπαίνω και βγαίνω από τη μήτρα, μπαίνω και βγαίνω, μπαίνω και βγαίνω,
δεν θέλω, όχι, δεν θέλω,
πεισμώνω και αντιστέκομαι στη μανιασμένη ορμή της,
πετρώνω στη βίαιη αποπομπή μου,
αγκιστρώνομαι με χέρια και πόδια στα μαλακά τοιχία της,
τα ξεσκίζω διεκδικώντας τα καθώς αυτά με αποδιώχνουν,
καθώς με εξορίζουν,
ώσπου εκείνη κερδίζει κι εγώ ουρλιάζω.
Κι έτσι,
καταπίνοντας υγρά, πόνο και οργή, ανοίγω το ένα μάτι-
στο φως·
στους εκτυφλωτικούς κεραυνούς’
στις υποχθόνιες διαμεσολαβήσεις του Πλούτωνα·
στο Χάος,
στον Χρόνο,
στον Κόσμο.

(Ξημερώνει.
Το καλοκαίρι στο φόρτε του.)

Ισορροπώ, με το ένα μάτι ανοιχτό, στην άκρη της αβύσσου.
Το άλλο το κρατώ κλειστό για να παρακολουθώ, μέσα από τη μεμβράνη του,
σπηλαιώδη στόματα,
σιελογόνους αδένες,
εκκρίσεις σβολιασμένες,
βλέμματα παμφάγα,
κύτταρα μεταβολισμένα,
νεκρά αγγεία,
σάρκες απολιθωμένες,
ταριχευμένα χαμόγελα,
πομφόλυγες ευτυχίας.
Όλα εξεμούν πάνω στην αγίνωτη σάρκα μου.

Με περιεργάζονται.
Στην ημιδιάφανη ράχη μου, το χνούδι διαγράφει σχήμα κεραυνού
σημάδι της τύχης.
Εκστασιάζονται στη θέα του, υποκλίνονται στο θαύμα μου.
Ότι κοιμάμαι νομίζουν στην αγκαλιά των αγγέλων,
Εμένα, στα μνήματα η φωλιά μου.
Εκεί κουρνιάζω και ακονίζω τη μελλοντική κραυγή μου.
Τα όνειρά μου είναι τα όνειρα της μάνας μου.
Είμαι βρέφος ακόμη και δεν έχω δικά μου.
Δικιά μου, μόνον η ταραχή.
0 φόβος για τούτο το καινούργιο.

Φοβάμαι.
Φοβάμαι και κρυώνω.
Φοβάμαι, κρυώνω, τρέμω, κλαίω, ωρύομαι, μισώ, καταριέμαι,
κατουριέμαι, λερώνομαι.
Απαιτώ.
Απειλώ με γροθιές και κλωτσιές,
κηρύσσω πολέμους ανηλεείς στους αιώνες των αιώνων.

Πολεμώ δράκους και βουνά,
ξεριζώνω δάση και κατευθύνω ανέμους,
ρίχνω κεραυνούς και φονικά,
ανάβω πυρκαγιές,
φέρνω πλημμύρες,
μπολιάζω με θάνατο κοπάδια θεριών,
στειρεύω σπερματοζωάρια-
υπάρχω.
Πατώ τη σφαίρα του κόσμου,
η δύναμή μου στρέφει τις μέρες σε νύχτες,
δαμάζω τα ύψη και τα πλάτη της Γης,
αλλάζω το μέσα της με το έξω,
η έκτασή μου τυλίγει το άπειρο-
υπάρχω.

Αρπακτικό πεινασμένο,
κλέβω το γάλα απ’ το βυζί της μάνας μου.
Δαγκώνω’ όσο μπορώ πιο δυνατά.
Ρουφάω’ όσο μπορώ περισσότερο.
Υφάλμυρο, χλιαρό, αραιό, το καταπίνω με βουλιμία,
λύκος λυσσασμένος σε αχορτασιά.
Απλώνεται μέσα μου το υγρό· ηρεμώ.
Θερμαίνει το σώμα μου· με χαλαρώνει.
Βυθίζομαι σε κυανόχρωμη αχλή.
Τελευταίος σπασμός και αφήνω πίσω την καταστροφή.
Επουλώνω την πληγή της γέννησής μου.
Αλλάζω.

Ψάχνω τι είναι αυτό που είμαι.
Τα χέρια μου εξερευνούν το σώμα μου,
τα δάχτυλά μου εισχωρούν στα κοιλώματα και στις πτυχές του.

Εκείνη με νανουρίζει…
«Κοιμήσου και παρήγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου,
στην Βενετία τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου…»

Παραδεισένιες λαλιές.
Με συνεπαίρνουν.
Κλείνω και τα δύο μάτια.
Παραδίδομαι.

Κι ο κόρφος της…
Ω! ναι!..
Μοσχοβολάει.

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΜΑ

…/…

H MAMA MOY ΛΕΕΙ:

Να παρακαλέσεις.
Να πας στον πατέρα και να παρακαλέσεις.
Και να του πεις ότι το λες εσύ,
όχι εγώ, εσύ, εσύ, —τ’ ακούς;— εσύ!
Όχι εγώ, όχι εγώ κι εσύ, ούτε όμως κι εσύ,
όχι, ούτε κι εσύ,
αλλά μια άλλη,
μια άλλη γυναίκα,
μια Τρίτη γυναίκα που θα είναι από μένα κι από σένα καμωμένη,
από το υλικό το δικό μας δηλαδή,
και θα τη φυσήξουμε,
και θα της δώσουμε πνοή,
και αυτή θα του μιλά και θα τον παρακαλάει,
αυτή η Τρίτη,
το ανάμεσο και το ενδιάμεσο,
η δική σου αποκοτιά και η δική μου.

ΕΓΩ ΛΕΩ:

Όχι, όχι, εγώ θα γίνω η Τρίτη
και θα μιλά η Τρίτη με το δικό μου στόμα,
θα είμαι η Τρίτη και ποτέ δεν θα το αποκαλύψω,
και θα με φυλάξω εμένα που με γέννησες για το παραπέρα,
για μένα, για μένα και μόνο,
για μένα και για κανέναν άλλον,
εσύ τίποτα δεν θα πάθεις,
τίποτα δεν θα πάθεις,
έτσι είναι πιο εύκολο,
πολύ πιο εύκολο.
Όμως ήδη δεν ξέρω τι απέγινα εγώ,
αυτή που ήμουν εγώ,
δεν ξέρω πού με άφησα,
δεν ξέρω πώς θα ήμουν αν δεν φτιάχναμε αυτή την Τρίτη και δεν
την παρουσιάζαμε ωσάν να ήμουν εγώ.
Εγώ, η ανύπαρκτη πλέον,
εγώ που βγάζω οριστικά το πουκάμισό μου και το φυλώ βαθιά στο
τελευταίο συρτάρι δεξιά,
κάτω από τα άλλα αναμνηστικά ρούχα,
ρούχα αγαπημένων που κιόλας έφυγαν,
που έφυγαν μέσα στα παιδιάστικά τους,
στα βαφτιστικά τους,
ο Μάριος, ο Αλέξανδρος, η Αιμιλία,
ρούχα, ρούχα, ρούχα,
ρούχα αυτών που παραμένουν,
και το πουκάμισό μου το κατακόκκινο, το κόκκινο της φωτιάς,
έκλαψα για να μου το αγοράσετε,
το πουκάμισό μου που θα το βρείτε άφθαρτο στο συρτάρι και δεν
θα θυμάστε το κλάμα μου και το πώς και το πότε και το γιατί,
και θα νομίσετε ότι είναι πρέπον να με ντύσετε με αυτό το τόσο
ωραίο στο τελευταίο ταξίδι μου.
Το δικό μου ταξίδι.
Για μένα, θα μιλάτε, τότε.
Τότε.
Για μένα.
Για ποιαν εμένα;

Ποια είμαι εγώ;
Εγώ. Εγώ.

Εγώ και η άλλη.
Η άλλη εγώ.
Η μια φαίνεται. Η άλλη κρύβεται.
Η μια μίλα. Η άλλη σωπαίνει.
Η μια τελεί τα πρέποντα. Η άλλη παλεύει με ψεύδη, ενοχές φαντάσματα για αυτό,
για αυτά, για εκείνα, για τα άλλα, για αυτά, αυτά, αυτά.

Έτσι πρέπει.

ΟΝΕΙΡΑ ΜΕ ΤΗ ΜΑΜΑ

— Μαμάααα…
Φώναξα «μαμά» ή ονειρεύτηκα ότι φώναξα «μαμά»;

Ίσως σε φώναξα μαμά, γιατί ονειρεύτηκα μαμά,
ξανά την κλεψύδρα όπου έλιωνα και ξαναγινόμουν,
ξεγινόμουν και ξαναγινόμουν,
ολόκληρη ξαναγινόμουν,
και ξανά έλιωνα για να περάσω από τον στενό λαιμό της,
και ξανά η κλεψύδρα αναποδογύριζε,
και ξανά η κλεψύδρα με αναποδογύριζε,
και ξανά και ξανά τα ίδια, .
και ξανά και τώρα και πάντα με αναποδογυρίζει και λιώνω και
ξαναγίνομαι και ξαναλιώνω,
κι όλο παραμορφώνομαι,
καθώς στενεύω και φαρδαίνω και μακραίνω και μικραίνω.
Πάνω κάτω, πάνω κάτω, πάνω κάτω,
λιώμα σάρκα οστά μυαλά,
λιώμα ολόκληρη, σάρκα οστά μυαλά,
μέσα έξω, πίσω μπρος,
σάρκα οστά μυαλά…
Σσσσσς! Σιγά… Σιγά…
Άκου!… Ακούς το πιάνο;
Άκου το, πριν χαθεί…

Άσπρο μαύρο, άσπρο μαύρο,
ντο ρε μι φα,
τα πλήκτρα,
το χρονόμετρο,
η παρτιτούρα,
το φθαρμένο εξώφυλλο,
οι νότες στο πιάνο,
σολ λα σι ντο,
χαμηλώνει το δειλινό δαντέλα στο πιάνο,
ο ορίζοντας μπαίνει στο δωμάτιο,
παίζουν με το χρυσαφένιο φως οι κουρτίνες,
τελειώνουν οι σκιές,
ερμητικά κλεισμένη η κλεψύδρα,
η δεσποινίς Ματθίλδη και τα χέρια στο πιάνο
ντο, σι, λα, σολ,
νότες και δάχτυλά επιμένουν,
γλιστρούν, ξεγλιστρούν, επανέρχονται,
η πορσελάνινη χορεύτρια τινάζει το πόδι,
Τα πουάν ολομέταξα,
σολ, φα, μι, ρε,
γλιστρούν και τα μυωπικά γυαλιά στη μύτη,
ιδρώτας ή δάκρυα,
φα, μι, ρε, ντο,
ξεβάφει το ρίμελ,
η αυλακιά βαθαίνει σκουραίνει,
τρέμει το σμαράγδι στο δάχτυλό της,
το σμαράγδι θρυμματίζει γυαλιά, ιδρώτα, δάκρυα, νότες,
σολ, φα, λα, ντο, ντο, ντο, ντο, ντο, ντο, ντο,
ερμητικά κλεισμένη η κλεψύδρα,
παρθένα θλίψη αλώβητη,
λαβωμένες πεταλωμένες παρθένες.
..
Σσσσσς! Σιγά… Σιγά…
Piano… piano… pianissimo…

…/…

ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ

Ξεκαρφώνω πόρτες και παράθυρα,
σπρώχνω τους τοίχους παραπέρα ν’ ανασάνει ο χώρος,
σκάβω κάτω από την πολυθρόνα που συνήθιζες να κάθεσαι.
Θέλω το φως να σε φτάσει,
να φτάσει τη φαγωμένη σάρκα σου,
τα μαυρισμένα νύχια σου,
τις άσπρες ρίζες των βαμμένων μαλλιών σου.
Θέλω εκείνη την ελιά να δω αν ακόμη υπάρχει στο αριστερό σου μπράτσο,
στο μπράτσο που μάζευες κουρέλι για να στριμωχτείς στην αγκαλιά του
—θα μπορούσες και να το κόψεις για να βρεθείς ακόμη πιο κοντά—,
είχες πει «να γινόμουν ένα τόσο δα πραγματάκι για να χωρώ κάτω από το μπράτσο του»,
το δικό του μπράτσο.
Τέτοιος αγώνας αβάσταχτος για να υπάρχεις,
και τώρα πιάνω το δικό μου μπράτσο,
τη δική μου ελιά,
τις άσπρες ρίζες των δικών μου μαλλιών,
τη δική μου ρυτιδιασμένη σάρκα,
και μπερδεύομαι.
Μπερδεύομαι και συνεχίζω να σκάβω,
να σε φτάσω,
να με φτάσω,
δεν ξέρω όμως αν θα σε φτάσω όσο κι αν σκάβω,
αν θα με φτάσω,
αν θα βρεθούμε τελικά,
αν θα το καταφέρω.
Σκάβω,
να κατέβει ως το λιωμένο σώμα σου το φως από το παράθυρο που
τώρα χάσκει,
το φως που κάποτε έμπαινε από τις τραβηγμένες κουρτίνες,
σκούρες βυσσινιές σαν ματωμένα χείλη,
απομεινάρι καιρών αστικής μετριότητας,
με τα κρυστάλλινα ποτήρια που γύρισαν από ανέχεια σε γυάλινα,
με τα σερβίτσια που λιγόστευαν καθώς γλιστρούσαν με το πλύσιμο
στον νεροχύτη,
με τα δάχτυλά πρησμένα από τα πλυσίματα.
Μπερδεύω πια τα μπράτσα,
μπερδεύω τα δάχτυλα, τα δακτυλίδια, τα νύχια, τα μάτια, τα σαπούνια,
την ευγενική τριχοφυΐα και τα τσιμπιδάκια για τα μαλλιά,
τις βέρες της οικογένειας που έχουν ξεμείνει,
της Ευανθίας, του Φίλιππου, του Γεράσιμου, του Μάρκου και της Σοφίας,
τ’ αστροπελέκια και τα γυρίσματα του καιρού.
Μπερδεύω αυτά που δεν θυμάμαι αν τα είπα ή τα είπες ή κάποιος
άλλος τα είπε και τα έβαλα στο στόμα σου και αναίτια εξακολουθώ να θυμώνω μαζί σου,
τη φάλτσα φωνή σου με τους νοσταλγικούς στίχους,
μπερδεύω ανερυθρίαστα τις θάλασσες και τους ωκεανούς με τα δάκρυα της προσφυγιάς σου.

Το σπίτι ταξιδεύει ξεθεμελιωμένο προς ανατολάς μέσα στη θάλασσα
– πού βρέθηκε, αλήθεια, πάλι η θάλασσα; –
πίσω στον χρόνο οι φωτιές και οι θάνατοι,
και τώρα πάλι παντού φωτιές και θάνατοι,
ο ουρανός, παρ’ όλα αυτά, γαλάζιος για να μας ξεγελάει.
Μουμουράνε οι πνιγμένοι κάτω από το κύμα και σε θυμίζουν,
σώματα αναστραμμένα στο νερό σαν στεφάνια in memoriam,
εγώ που νόμιζα πώς όλα τέλειωσαν στο αρχιπέλαγος και στις ορεινές ραχοκοκαλιές, μετά από τόσους Αχαιούς και Τρώες και Μεσολογγίτες και Χιώτες και Σμυρνιούς και θρυμματισμένες πόλεις,
εσύ που νόμιζες πως όλα τέλειωσαν εκεί, στον Δούναβη και στον
Εύξεινο Πόντο, καθώς πέταξες στο μαύρο νερό τη χρυσή
κουκουβάγια σου, και ξόρκιζες με τα δάχτυλα ποτέ πια,
και ξόρκιζα με τα δάχτυλα ποτέ πια, και ποτέ, ποτέ πια.

Μάνα, φύτρωσες μέσα μου όπως φύτρωσα κάποτε μέσα σου,
φλέγομαι μάνα ως μάνα κάτω από τα φουστάνια μου, γιατί για το “ποτέ πια” ου τόπος.
Άρπαξαν φωτιά τα σκέλια μου και ο κόλπος μου και η μήτρα μου και τα έντερά μου,
και λιώνω και δεν αντέχω τη μυρωδιά της λιωμένης σάρκας,
και τόσα κορμιά γύρω αποσυντεθημένα,
και τόσα παιδιά άλαλα και ακρωτηριασμένα ,
και το σπίτι ταξιδεύει μ’ εσένα μάνα,
μ’ εμένα μάνα εσένα,
και τελειωμό δεν έχει,
τελειωμό δεν έχει…

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΑΜΑ

1

Μαμά,
Γυρίζω συχνά στο δωμάτιο —καλοκαίρι καιρό— με τις κουφωτές
γρίλιες και τις ηλιαχτίδες να γλιστρούν ανάμεσά τους και να
φεγγοβολούν χρυσές ψιχάλες τα μόρια της σκόνης.
Προσπαθούσα, με μάτια μισόκλειστα, να τα αδράξω κουνώντας
γρήγορα το χέρι, να τα πιάσω και να τα φυλακίσω στη χούφτα
μου, ως θαυμαστά και στριφογυριστά σημάδια του μέλλοντος μου.
Γυρίζω στ’ ακομπανιαμέντα της κιθάρας του πατέρα, στα
παραμύθια που ήταν δίχως τέλος, στα βήματα του τανγκό, σε
κάποιες σπασμένες άριες από το ραδιόφωνο της Emerson, στις
ντάλιες που έγερναν εξαντλημένες στα βάζα από τη ζέστη που
κράταγε πεισματικά Σεπτέμβρη μήνα, στην πικρή ευωδιά των
χρυσανθέμων, στα γλυκά του ταψιού με το χοντροκομμένο καρύδι
και τα μοσχοκάρφια και το σιρόπι, που επίτηδες άφηνες και ζαχάρωνε
κι έτριζε στο στόμα, “για ν’ αντέξουν περισσότερο” έλεγες.
Γυρίζω στην τετράγωνη πλακόστρωτη αυλή, στην αυλή των δικών μας θαυμάτων, που, τις διάφανες νύχτες, κοίταζε ανάστροφα τ’ αστέρια.

2

Μαμά,
Πάντα με ρωτούσες γιατί φώναζα μέσα στον ύπνο μου. Ρωτούσες
γι’ αυτό που ερχόταν πίσω από τα βλέφαρά μου, αλλά κι εγώ
το ρωτούσα τι ήταν και φώναζε με το δικό μου στόμα, αλλά απόκριση
καμιά. Τώρα, πίσω από τα σφαλιστά βλέφαρά μου, στριμώχνονται
άνθρωποί, από καιρούς αφημένους πίσω, άνθρωποι σαν τις σιωπηλές κούκλες που ξεπετάγονται από τα ξύλινα ρολόγια.
Στα πρόσωπά τους, η γνώση και η καρτερία, στο πρόσωπό μου,
η λαχτάρα της συνάντησης. Τη νοιώθω ολοζώντανη τη λαχτάρα
να κατρακυλά μέσα στο στήθος μου, τη νιώθω αν και κοιμάμαι.
Ναι, τώρα, που δεν είσαι εδώ, τώρα πλέον, τώρα ξέρω και μπορώ
και να το λέω…

5

Μαμά,
Ξέρουμε και, οι, δυο όσα ποτέ δεν είπαμε. Και η θάλασσα που
λαχταρούσες είναι πάντα εδώ. Κοντά, πολύ κοντά, αλλά εσύ έχεις
φύγει.
Πώς γίνεται αυτό, ποτέ μου δεν κατάλαβα…

ΕΠΙΜΥΘΙΟ

Πρέπει,. Πρέπει,.*
Γέλια, ας γελάσουμε, Πρέπει να γελάσουμε,
γέλια, να ξεθυμάνουμε Πρέπει την ασφυξία,
τη σμιλεμένη οργή σε μάρμαρο να λειάνουμε
που δύσκολο να ανασυντεθεί παρθένο·
όμως Πρέπει.
Πρέπει γέλια λέξεις κουβέντες προτάσεις ρήματα ασυνταξίες
αταξίες συμφωνίες επιχειρήματα απόψεις διαφωνίες αλαλίες χειροκροτήματα·
Πρέπει.
Χειρονομούμε μέσα στο τυχαίο, στο άδειο τυχαίο,
χειρονομούμε και μιλάμε στο άδειο τυχαίο,
χειρονομούμε και κοιτάμε το άδειο τυχαίο,
χειρονομούμε, κορδόνι μακρύ οι χειρονομίες έρχονται,
πλησιάζουν! Φτάνουν! Χέρι του Καραγκιόζη
στρέφει το χαστούκι πάνω μας.
Όχι άλλο, όχι άλλο Πρέπει και Πρέπει, και Πρέπει,
(αλλά εμπρός να βιαστούμε τώρα Πρέπει,
γιατί ο ρυθμός απαιτεί το παρακάτω Πρέπει).

Πρέπει να με συντρίψω!
Πρέπει ξανά να με κτίσω!

ΔΗΛΑΔΗ;

* Πρέπει: ήχος προστακτικός.

.

.

Συνέντευξη της Σόνιας Ζαχαράτου 
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΙΟΝΙΔΗΣ

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα ακόμα βιβλίο σας, το «Madre Dolorosa – O Έρωτας», από τις εκδόσεις «Μελάνι». Είναι η πρώτη φορά που ασχολείσθε με την ποίηση;

-Όχι. Διαρκώς με απασχολεί και είχα συμμετάσχει, σε πολύ νεαρή ηλικία, σε δύο ποιητικές συλλογές νέων. Εικοσάρηδες με όνειρα και υπαρξιακές ανησυχίες, τις είχαμε εκδώσει με δικά μας χρήματα. Η Μαρία Λαϊνά, ο Μάκης Αποστολάτος, ο Αντώνης Φωστιέρης, ο Γιώργος Μαρκόπουλος, ο Τάκης Σπηλιάκος, η Έλενα Στριγγάρη, ο Πάνος Καπώνης, ο Γιώργος Γιόσης, η Μαίρη Γιόση, η Ντίνα Εξάρχου, ο Μανόλης Τσακίρης, η Ρόζα Βεργή και άλλοι που -ας με συγχωρέσουν- δεν θυμάμαι τα ονόματά τους… Α, ναι, ερχόταν και ο Δημήτρης Ιατρόπουλος· και ο Γιώργης Δόξας· μαζευόμασταν, διαβάζαμε, συζητούσαμε, προβληματιζόμασταν…

Γιατί δώσατε ξενόγλωσσο τίτλο στο βιβλίο σας;


-Και υπότιτλο ελληνικό: ‘ο έρωτας’. Απέκοψα το επιφώνημα «Madre Dolorosa» από μία επίκληση απόγνωσης προς τους θεούς του ερωτευμένου ήρωά μου που, σε στιγμή κρίσιμη γι αυτόν, αναφωνεί στα αρχαία ελληνικά και στα νεοελληνικά, στα λατινικά και στα ιταλικά. Μου άρεσε η συγκεκριμένη επίκληση και το τόλμησα. Και τον υπότιτλο, ασφαλώς, τον θεώρησα απαραίτητο, για να φανεί ότι πρόκειται για βιβλίο ερωτικό και όχι θρησκευτικό…

-Μπορείτε να μας παρουσιάσετε, περιληπτικά, την έως τώρα συγγραφική δουλειά σας;

-Το πρώτο βιβλίο μου «Πανσέληνος παρά κάτι» περιελάμβανε ποιητικά πεζογραφήματα. Το «Τρεις νύχτες του Αυγούστου –και μία ημέρα» είναι ψυχολογικό θρίλερ. «Το πένθος της σελήνης», διήγημα που συμπεριελήφθη σε συλλογική έκδοση της Asociacion Cultural Helenica Nostos, στην Αργεντινή. Η «Ρόδινη Στάχτη –Μαρία Θηρεσία Καρλότα», ιστορικό μυθιστόρημα της εποχής της Γαλλικής Επανάστασης και το «Τα νερά στα μάτια σου» αφηγείται τον έρωτα του αυτοκράτορα Αδριανού με τον εραστή του, Αντίνοο. Το έργο «Ο εχθρός μου», εμπνευσμένο από την τραγωδία του Μπεσλάν στην Οσετία, είναι θεατρικό.

Και παίχθηκε;

-Ναι, την προηγούμενη χρονιά, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, με τους ηθοποιούς Γεωργία Ζώη και Βαγγέλη Στρατηγάκο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καντιώτη.
-Πεζογραφία, ποίηση, θέατρο, από το ένα είδος στο άλλο. Ποιο είναι το κοινό χαρακτηριστικό τους;
-Η γλώσσα, το ύφος. Μία ποιητικότητα. Οι εικόνες. Η πυκνότητα του λόγου. Το συμμάζεμα στην αφήγηση και η εστίαση στον ψυχισμό του όποιου ήρωά μου. Σε ένα συναίσθημά του ή σε μια εμμονή του. Στην εκδίκηση, επί παραδείγματι. Στην απώλεια, στην ενοχή, στον έρωτα… Γίνομαι ο ήρωας όταν γράφω, δεν μπορώ να αποδώσω, αν δεν μπω στο πετσί του. Αν δεν νιώσω τον ίδιο πόνο, την ίδια χαρά, την ίδια βίαιη διάθεση, τον ίδιον ερωτισμό. Όλα, στην ακρότητά τους.

-Είστε δημοσιογράφος. Σας έχει βοηθήσει το επάγγελμά σας στη λογοτεχνική γραφή σας;

-Η αγάπη μου για το θέατρο και τη λογοτεχνία με έχει βοηθήσει στην ανάπτυξη των κειμένων μου και των διαλόγων στις συνεντεύξεις που εξακολουθώ, κατά καιρούς, να κάνω. Και οι δημοσιογραφικές επαφές μου με τους χιλιάδες ανθρώπους που έχω γνωρίσει, με έχουν βοηθήσει στη γραφή των βιβλίων. Ένα ενδιαφέρον πάρε-δώσε, ένα εκφραστικό βλέμμα, μια ιδιαίτερη λέξη, ένα λαχάνιασμα σε κάποια εξιστόρηση, ένα ξαφνικό γέλιο. Τα κρατώ μέσα μου, σαν φυλαχτά.

Στην προώθηση των βιβλίων σας, σας έχει βοηθήσει;

-Μου δίνετε την ευκαιρία να ευχαριστήσω, θερμά από την καρδιά μου, τους συναδέλφους που έγραψαν ή είπαν έστω και μία αράδα, σε έντυπα, σε ραδιοτηλεοπτικά μέσα ή στον ηλεκτρονικό τύπο, για κάποιο βιβλίο μου. Κατά τα άλλα, μη με ρωτάτε… Κι εδώ, ισχύουν τα κυκλώματα. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ, θα στενοχωρηθούμε όλοι.

-Πιστεύετε ότι η δημοσιογραφία πνέει τα λοίσθια, καθώς λένε;

-Έχει κατά πολύ εκπέσει επειδή, όπως πολύ καλά γνωρίζετε κι εσείς, η διαπλοκή δεν περιορίζεται στους κυβερνώντες, στην κρατική μηχανή, στους πλουτοκράτες και στους πέριξ αυτών, αλλά και στα ΜΜΕ.. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί άξιοι συνάδελφοι που με την πένα τους κρατάνε κόντρα στους καιρούς, αλλά και νέα, ικανότατα παιδιά με φρέσκια σκέψη, πλούσιες ακαδημαϊκές γνώσεις και ευγένεια, που φέρουν έναν άνεμο αισιοδοξίας για το μέλλον της δημοσιογραφίας. Οφείλουμε να μην καταργήσουμε την ελπίδα, παρά το τεράστιο ποσοστό ανεργίας που πλήττει τον κλάδο, τις ανεξόφλητες αμοιβές, τα κακοπαθήματα και τις παράλογες συνθήκες εργασίας.

-Και η λογοτεχνία, σε αυτούς τους καιρούς;

-Δυσκολεύεται τρομακτικά. Διαλυμένο ΕΚΕΒΙ, κατάργηση της ενιαίας τιμής βιβλίου, χαμηλές πωλήσεις, μπαζάρ σε κάθε γωνιά, ξεπουλήματα, συμβόλαια που δεν ισχύουν, άδεια ταμεία, άδειες τσέπες. Μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού, οι εκδοτικοί οίκοι που πληρώνουν τους συγγραφείς τους. Όπως και λίγα τα βιβλιοπωλεία που πληρώνουν τους εκδότες. Στο τέλος, βέβαια, οι πλέον αδικημένοι και περισσότερο χαμένοι είναι οι συγγραφείς. Το πνευματικό έργο δεν έχει αξία στην Ελλάδα…

Αυτά, στη σφαίρα της οικονομίας. Πόσο, όμως, η κρίση επηρεάζει και τη γραφή;

-Έχουν κυκλοφορήσει πολλά έργα, με θέμα το ξεγέλασμα του κόσμου και την εξαθλίωσή του. Έχουν αρκετοί συγγραφείς επηρεαστεί από το περιβάλλον. Ένα περιβάλλον που, ασφαλώς, έχει χάσει τις αξίες του· τις πολιτειακές, τις πολιτισμικές, τις ηθικές. Ο κοινωνικός ιστός έχει διαρραγεί. Το ζούμε όλοι. Αν με ρωτάτε, όμως, σε επίπεδο προσωπικό, εμένα όχι, δεν με αγγίζουν αυτά τα βιβλία και ούτε με ενδιαφέρει να αναπαράγω αυτό που βλέπω. Δεν κάνω ρεπορτάζ. Λογοτεχνία κάνω. Με ενδιαφέρει, επομένως, αφού αφομοιώσω αυτή την κατάσταση, να τη μετουσιώσω σε κάτι άλλο, να την μεταπλάσω σε τέχνη.

-Δεν πιστεύετε, δηλαδή, στη στρατευμένη τέχνη;

– Έχουν γραφεί σπουδαία κείμενα στη λογοτεχνία και στο θέατρο, έχουν γυριστεί μοναδικές ταινίες, έχουν γίνει εξαιρετικοί πίνακες ζωγραφικοί, έχουν συντεθεί απερίγραπτης ομορφιάς μουσικά θέματα, επηρεασμένα από εποχές κρίσης, επομένως, με ουσιαστικά πολιτικά μηνύματα. Υποκλίνομαι. Αλλά, έχουμε και τον στρατευμένο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, που σκότωσε κάθε πνοή ελευθερίας σε όλες τις μορφές τέχνης. Όχι, κάτι τέτοιο δεν το θέλω. Το εξορκίζω.

-Σας εντυπωσιάζει το γεγονός ότι πάρα πολύς κόσμος ασχολείται με την τέχνη, τελευταία;

-Πολλά θεατρικά και μουσικά σχήματα, πολλή γραφή, ναι, έχετε δίκιο. Το θεωρώ θαυμάσιο! Είναι ένα ξέσπασμα ψυχής, μία αντίδραση, μία διαφορετική μετάληψη, είναι κάθαρση, είναι και λίγο ‘αντί ψυχιάτρου’. Καλύπτει, όμως, και την ανάγκη των υπολοίπων ανθρώπων, με ένα ελάχιστο εισιτήριο των πέντε, επτά, δέκα ευρώ ή και δωρεάν, να βγουν από το σπίτι τους, λίγο να ξεχαστούν και να ξεσκάσουν. Μόνο που οι περισσότεροι καλλιτέχνες, πολλοί εκ των οποίων υπεράξιοι, φυτοζωούν. Πώς να βγει το μεροκάματο, πώς να ζήσει κανείς;

-Φαίνεστε ανήσυχη…

-Πώς όχι; Κοιτάξτε τι γίνεται γύρω μας. Κοιτάξτε την έξαρση της βίας, του ρατσισμού, του φασισμού και του ναζισμού, τα καταπατημένα δικαιώματα, την Ουκρανία που ξεσκίζεται, την πολύπαθη Συρία, την αναστατωμένη Τουρκία, τις χώρες στις οποίες έχει επιβληθεί η σαρία, το ‘χειμώνα’ που κτύπησε τη Λιβύη και την Αίγυπτο· κοιτάξτε και πιο πέρα, σε άλλα σημεία του πλανήτη μας, αλλά και πιο κοντά μας. Εδώ· στη θάλασσα τη δική μας, τη θάλασσα του θανάτου, τη Μεσόγειο, όπου τόσοι πνίγονται, κυνηγώντας μια καλύτερη μοίρα, κυνηγώντας μια χίμαιρα… Απαιτούν μεγάλες αντοχές όλα αυτά και η τέχνη δεν αρκεί για να τα βγάλουμε πέρα. Είναι ένα δεκανίκι, ωστόσο, απολύτως απαραίτητο, για να προχωρήσουμε.

-Θέλετε να προσθέσετε κάτι ακόμα;

-Ναι. Ασχολούμαι, εθελοντικά, και με το Φεστιβάλ Σερίφου, που φέτος έγινε για τρίτη χρονιά, με οργανωτή έναν οραματιστή ιδιώτη, τον Στράτο Μαστοράκη και με σπουδαία ονόματα που έρχονται κάθε χρόνο στο όμορφο νησί. Ελάτε κι εσείς για να χαρείτε μαζί μας!

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΟΝ ΣΠΑΓΚΟ 

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΒΙΒΛΙΟ 26.08.2018

Ο σπάγκος και η αρχαία αίγλη της μητρότητας

Στο «Μadre Dolorosa» (εκδ. Μελάνι, 2014), ποιητική συλλογή με ακραίο λυρισμό, η Σόνια Ζαχαράτου διαχειρίστηκε επιτυχώς τη θεματική του ερωτικού πάθους. Στη νέα της συλλογή, «Παιχνίδι με τον σπάγκο» (εκδ. Κουκούτσι), ανιχνεύει τη μητρική εικόνα, το μυστήριο της αιώνιας θηλύτητας προσωποποιημένο στη σχέση μητέρας-κόρης, αλλά και όλα όσα εγγράφονται σε αυτή τη σύνδεση που δρα μέσω του συναισθηματικού και φαντασιακού ομφάλιου λώρου.

Η Ζαχαράτου ψαύει τα ίδια της τα σπλάχνα: Ο χρόνος με τη μαμά, Το έμβρυο και η μαμά, H γέννηση και η μαμά, Tα παιχνίδια και η μαμά. Ετσι, εκτείνεται σε πράγματα καθολικά, στη μεγάλη υπόθεση των αρχετυπικών σχέσεων. Το πλαίσιο πάνω στο οποίο στηρίζει την όλη ποιητική της σύλληψη είναι η ίδια η γενεαλογία του φύλου της, η κοινωνική και ψυχολογική του διάσταση, το κάλλος και η παθολογία του.

Η τέχνη του σπάγκου –ως συμβολισμός των μητρικών δεξιοτήτων– υπονοεί εδώ την τέχνη της προσφοράς, του ελιγμού, της διεκδίκησης, της υποχώρησης, της υπομονής, της θυσίας, την τέχνη του χαδιού, την τέχνη του λόγου –της πειθούς, της μεταφοράς ιδεών, αξιών– την τέχνη του ελέους, την τέχνη της αυθεντικής επικοινωνίας και του επίμονου πράττειν, που κάνει την καρδιά να ανοίγει στη θαυματουργική ιδιότητα του σχετίζεσθαι.

Υπονοούνται όμως στο παρόν βιβλίο και οι μητρικές εξουσίες με τα βάρη τους, η χειριστικότητα, η πίεση, η επιβολή, η διασπορά του φόβου –των φόβων–, οι απαγορεύσεις, οι νοσηρές εσωτερικές συγκρούσεις, οι εξαρτήσεις.

Το καλύτερο υλικό βρίσκεται στο δεύτερο μέρος, όπου η Ζαχαράτου κατασκευάζει μια ολοκληρωμένη μουσική σύνθεση. Πρόκειται για ομιλία, πυκνή, αφαιρετική, έντονη, πλούσια σε συναισθηματικές αποχρώσεις, και ταυτοχρόνως λιτή, με κοφτή γλώσσα, με σοφές επαναλήψεις που εντείνουν τη δυναμική των φράσεων, με μια προσεχτικά σχεδιασμένη αφαίρεση που τη χαρακτηρίζει το μυστήριο.

Ο θάνατος της μητέρας δεν είναι ποτέ οριστικός, μας λέει η Ζαχαράτου, ο ομφάλιος λώρος δεν γίνεται να σπάσει. Κάπως έτσι η κόρη παραλαμβάνει από τη μητέρα το παιχνίδι με τον σπάγκο: το παιχνίδι της αγάπης.

Συνδυάζοντας ποίηση και πρόζα, η Σόνια Ζαχαράτου έγραψε ένα κείμενο θερμό και πληθωρικό, αθώο και βαθύ, ενορχηστρώνοντας ευφυώς ρυθμούς και τονικότητες, εικόνες και φαντασίες, για να υπονοήσει τις συγκινήσεις, τους φόβους, τα τραύματα, τις εμμονές, που προσδιορίζουν τη γυναικεία ταυτότητα: ό,τι από το ίδιο το σώμα γεννιέται για να καταστεί ο ναός της γλώσσας και του αισθήματος.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

VAKXIKON.GR/ ΑΠΡ. 2018 τ.41

Ρόλοι βαθιά ριζωμένοι μέσα στο υποσυνείδητό μας, συντηρούμενοι από τη συνειδητή πλέον συμμόρφωση και υπακοή στους κατασκευασμένους κανόνες συμβίωσης σε οργανωμένη κοινωνία. Η αλληλεξάρτηση του συνειδητού με το ασυνείδητο, ισχυροί δεσμοί άρρηκτοι και τροφοδοτούμενοι διαρκώς από εικόνες καθημερινής ζωής. Το τέλειο οικοδόμημα που διατηρεί τη συνοχή μέσα στην πολυμορφία του δαιδαλώδους κοινωνικού σχηματισμού. Και αρωγός το παιχνίδι, σε πρώτη ερμηνεία μια απλή απασχόληση των ανώριμων ακόμη μελών, των ανίδεων για την πολυπλοκότητα των σχέσεων. Σε μια βαθύτερη ωστόσο εκδοχή, η μικρογραφία του κόσμου μας και η εξοικείωση με τις συμφωνημένες ρήτρες του. Ένα παιχνίδι με τον σπάγκο να μπερδεύεται στα δάχτυλα, να λύνεται, να δένεται, να αλλάζει σχήματα και να φτιάχνει νέες μορφές. Αναλογία περίφημη. Η πανάρχαια σοφία του παιγνίου. Η λειτουργία των ρόλων.

Η Σόνια Ζαχαράτου, σ’ αυτό το πρόσφατο έργο (αδυνατώ να το ονοματίσω προσδιορίζοντας την κατηγοριοποίησή του σε ένα μόνον είδος) επιλέγει την πιο βαθιά στερεωμένη σχέση των δύο, αυτή που από τη φύση έλκει τον αρχικό της σύνδεσμο, για να έρθουν ως αρωγοί οι κατοπινές, οι κατασκευασμένες συνδέσεις και σχέσεις. Κι έτσι όχι μόνον ανατέμνει τη σχέση μάνας – κόρης αλλά ταυτόχρονα αφήνει στον γραπτό λόγο ένα πλούσιο σχόλιο για την (αρχετυπική κι αυτή) μορφή της γυναίκας.

«Μέσα από τη νύχτα της θάλασσας,
μέσα από τη νύχτα,
μέσα από τη θάλασσα,
γυναίκες αιώνιες κάτοικοι νερών αναδύονται παλιρροϊκά,
λαμπερές, φωσφορίζουσες, ιριδίζουσες,
υδρόβια όντα που στη στεριά βρίσκουν τον εαυτό τους·
γυναίκες σημαδεμένες από αμαρτήματα όφεων
και εσπεριδοειδών,
με κληρονομιά υφάσματα τραχιά από ξασμένο μαλλί,
μύθους, μέδουσες και μαγγανείες·
γυναίκες τροφοδότες,
μπάμπουσκες παραφουσκωμένες έμβρυα,
μέλλοντας χρόνος και λαβωμένες επιστροφές,
με αίμα ζωογόνο και αλύπητους ιδρώτες από τις ωδίνες».
(Προλόγισμα γένους θηλυκού)

Η νύχτα, το υγρό σώμα – αρχή των πάντων, η αρχέγονη αμαρτία που θεμελίωσε τα θρησκευτικά συστήματα, το αίμα και η γέννηση της νέας ζωής.
Και μετά έρχονται τα παραμύθια, όλοι οι κακοί λύκοι, και ο παιδικός φόβος μεγεθύνεται.

«Ακούς, στα βήματά του, πώς τρίζει το χιόνι; Ακούς, μαμά, ακούς; Ή είμαι εγώ ο λύκος και θέλεις να σου πω αν είμαι εδώ; Ε; Πες μου, μαμά, είμαι εγώ ο λύκος;»

Παράλογος φόβος, ισχυρός δεσμός με τη μητέρα που αφηγείται.

«Δεν μπορώ να μάθω το παιχνίδι με τον σπάγκο που η μαμά μου τον στριφογυρίζει σβέλτα γύρω από τα δάχτυλα κι ανάμεσα στα δάχτυλα, κι έπειτα, με μια κίνηση, χραπ! τον ελευθερώνει».

Κι όμως πρέπει να το μάθει αυτό το καταραμένο δύσκολο μπλέξιμο με τα δάχτυλα. Έτσι τα «πρέπει» βρίσκουν την ασφαλή δίοδο για το υποσυνείδητο, θρονιάζονται εκεί και καλλιεργούν το άλλοθι ότι από πάντα βρίσκονταν ως εγγενή χαρακτηριστικά του τάλανος ανθρώπου. Κατόπιν, πότε σαν παιχνίδι και πότε σαν αγγαρεία έρχεται και η εκμάθηση της γλώσσας, με όλα τα καθορισμένα αρχετυπικά δικά της. Με έμφαση, για παράδειγμα, στη «φυσική» σειρά των άρθρων – πάντα να προηγείται το αρσενικό. Με τη μετοχή πάντα παθητική και πονεμένη, σημαδιακή για τη ζωή του θηλυκού γένους.

«Προδομένη: παθητική μετοχή του ρήματος προδίδω.
Το έμαθα στο σχολείο. Και με την ίδια κατάληξη ξέρω τις λέξεις:
καλομαθημένη, ευτυχισμένη, παγωμένη,
παραδομένη, ξεγελασμένη,
πικραμένη, φοβισμένη, τρομαγμένη».

Η σύνδεση με το σώμα της μητέρας, κι έπειτα ένα δέσιμο ζωής σαν μια εικόνα που επαναλαμβάνεται, ώσπου να πάρεις τη μορφή της εσύ και να γίνεις ό,τι κι αυτή. Ένας καθρέφτης που ολοένα και περισσότερο δείχνει εκείνην, όταν κοιτάζεις τον εαυτό σου μέσα του· κι ας λένε πως μοιάζεις στον πατέρα. Τη δική της τη μορφή αντιγράφει το μέσα σώμα σου. Και οι καθρέφτες δεν λαθεύουν. Ακόμα κι όταν εκείνη φύγει, μέσα σου την κουβαλάς όχι σαν φορτίο πρόσθετο αλλά σαν κομμάτι του δικού σου σώματος. Πεθαίνει αλλά ζει μέσα από εσένα. Κι έρχεται στα όνειρα, γιατί κι αυτά μια μορφή ζωής είναι.

Φοβάμαι, μαμά. Κι εσένα, φοβάμαι.
Επειδή πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά.
Γι’ αυτό.
Γιατί πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά;
Γιατί;
Και τις φοβούνται τις μαμάδες, μαμά, όταν έχουν πεθάνει;
Και τις φοβούνταν κι όταν ήταν ζωντανές;
Φοβούνται πάντα χωρίς τις μαμάδες;
Φοβούνται και με τις μαμάδες;
Πάντα;
Χωρίς;
Με;

Ο κυρίαρχος φόβος της καταλυτικής ομοιότητας. Ο φόβος της συμπερίληψης στην κοινή μοίρα. Αυτός δεν φεύγει ποτέ· κάθε μέρα επαληθεύεται και συνεχίζει. Δεν παύει μέχρι να αντιληφθείς ότι ο ρόλος του Προμηθέα είναι φτιαγμένος για γυναίκες, κι ας τον έχουν οικειοποιηθεί άντρες. Αυτό το πανάρχαιο σύμβολο του αδίκως πάσχοντος όντος, με το μαρτύριο να μην έχει ποτέ τέλος, εκτός κι αν παραδοθεί στον ισχυρότερο. Εκτός κι αν παραδεχθεί το σφάλμα του.

«Καθόλου δεν αναλογίστηκε ότι ανήκω σε γενεά κατιούσα γενεών
γυναικών που πάντα ανελάμβαναν τον ρόλο του Προμηθέα».

Με όλους τους τρόπους που είχε πρόσφορους η Σόνια Ζαχαράτου έφτιαξε αυτό το συνθετικό έργο, που αν θες το διαβάζεις με τον ρυθμό του ποιήματος, αλλά αν θες διαβάζεις τον πεζό του λόγο, ή πάλι το βλέπεις σαν δρώμενο επί σκηνής και την ποιήτρια στον ρόλο του σκηνοθέτη. Το δεύτερο κομμάτι του βιβλίου, ο θεατρικός διάλογος («Η μάνα σου») των δύο προσώπων με την εμβόλιμη παρουσία της μητέρας να διεκδικεί τη θέση της ανάμεσά τους, δίνει στο έργο μια άλλη ακόμα πιο ενδιαφέρουσα διάσταση, με τη συμμετοχή του αρσενικού που αποφασίζει ποια μορφή θα πάρει η θηλυκή του σύντροφος. Δεν έχει, φυσικά, καμία απολύτως σημασία η όποια κατάταξή του έργου στα λογοτεχνικά είδη. Με όποιον τρόπο κι αν διαβαστεί ξεχειλίζει η μία και μοναδική του αλήθεια. Γήινη, χωμάτινη η γυναικεία φύση, πλάθεται σαν πηλός, καταργείται ή αυτοκαταργείται η αρχική της μορφή σε κάθε υγρή πρόσμειξη και παίρνει την κατάλληλη κάθε φορά όψη που οι άλλοι χρειάζονται ή απαιτούν. Μια διαρκής παρουσία, ακόμα και εν απουσία, ένα αναπόσπαστο κομμάτι από τη θηλυκή σάρκα. Αλλά και η διαιώνιση των εγγενών χαρακτηριστικών από τη μάνα στην κόρη αναπόδραστα. Η παντοδύναμη θηλυκή φύση στην αδυναμία της να αποκοπεί από όσα την καθορίζουν.

Επανέρχεται το παιχνίδι με τον σπάγκο στο μυαλό, και εντελώς συνειρμικά πλέον δίνεις μια ερμηνεία πιο σύνθετη και πιο δύσκολη στην αποδοχή της, όπως άλλωστε όλα τα βαριά φορτία που αποχωρίζεσαι με συντριβή. Ο ομφάλιος λώρος διεκδικεί το μερίδιό του στο παιχνίδι αυτό. Να δεθεί, να μπερδευτεί, να αποκοπεί επιτέλους. Αν το μπορέσει. Αλλά κι αν γίνεται.

.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

FRACTAL 14/2/2018

«…ος μάλα πολλά πλάγχθη…»

Με την Σόνια Ζαχαράτου γνωριζόμαστε από το 1968. Μισόν αιώνα ανάμεσα σε δυο αιώνες. Πιστεύω πως σήμερα είμαστε πλουσιότεροι αλλά συνάμα και πιο φτωχοί. Τόσοι αγαπημένοι, τόσες ιδέες έρωτος να παραστέκονται εν σιωπή κι ούτε λέξη να μας συντρέξουν. Μονάχα καυτές και πικρές εικόνες πίσω απ’ τα μάτια. Τα κόλπα της ζωής δεν επαρκούν πια για ν’ αντιμετωπιστεί ετούτο το είδος της μοναξιάς. Δεν είμαι εκτός θέματος. Όλα είναι μέσα στο «Παιχνίδι με τον σπάγκο».

Η Σόνια Ζαχαράτου είναι με την καλή έννοια επαγγελματίας γραφιάς. Παιδιόθεν γραφιάς. Έμαθε στο πεδίο της μάχης, εμπόδιο το εμπόδιο, είδος προς είδος, βήμα προς βήμα, συντριβή προς συντριβή. Στήθος γεμάτο παράσημα και τραύματα. Και οι νίκες πύρρειες. Γι’ αυτό μπορεί και μας μιλά με δύναμη κι αλήθεια για τα πείσματα της ζωής καθώς στριμώχνουν στην γωνιά της την ανυπαρξία. Όχι τις εμμονές, τα πείσματα. Τα πείσματα είναι κάτι άλλο. Είναι οι αιτίες επιβίωσης με κύριο σύμμαχο τα σωθικά σου. Είναι η επιβίωση με θυμό, θλίψη, πόνο, αγάπη, τρυφερότητα. Με πίστη αταλάντευτη σ’ αυτό που κάνεις. Η Σόνια Ζαχαράτου είναι αυτό που είναι δια πυρός και σιδήρου. Αλλά ξέρω να γράφω σημαίνει πως δεν έχει σημασία τι γράφω αλλά πως το γράφω. Αλλά βέβαια, κατά βάθος, καλός γραφιάς είναι αυτός που του περισσεύει ψυχή να την ρίξει στ’ άσπρο χαρτί. Της Σόνιας όχι μόνο της περισσεύει να μοιραστεί μαζί μας, αλλά ξέρει και να διαχειρίζεται αυτό το περίσσευμα.

Στο «Παιχνίδι με τον σπάγκο» το γράψιμο της γίνεται ακόμη πιο στιβαρό πιο περίτεχνο. Γίνεται κι ιδιαίτερα ελλειπτικό. Είναι ολόκληρο μια Μεταφορά, une métaphore, κατά το «ευρωπαϊκότερον». Πιάνουμε κι ένα άρωμα δυναμικής Καζαντζάκη και Σικελιανού εν οικονομία. Μέχρι και «Άσμα Ασμάτων» ευωδιάζει. Μέχρι κι ελληνικούς ρυθμούς σε θραύσμα από ψυχή Σκαλκώτα. Ομορφιές, ναι, αν βέβαια επιθυμούμε κάτι δροσερό, ένα αεράκι, που θα ενσωματώνει στοιχεία, δίχως μισαλλοδοξίες, απ’ την βαθιά και την νεότερη παράδοση, απ’ το κλασσικό, απ’ τον ξεχασμένο φορμαλισμό, απ’ το σπουδαίο μοντέρνο κι απ’ το μεταμοντέρνο μπαρόκο, οδεύοντας για κάπου που ακόμα δεν ξέρουμε. Ωστόσο μάλλον η Σόνια Ζαχαράτου σε καλό δρόμο βρίσκεται. Συχνά μοιάζει ν’ αφήνει στο λευκό χαρτί ένα καλοπελεκημένο κεσάρι. Γωνιακές πέτρες να κρατούν γερά το σπιτικό ακόμα κι όταν τ’ άλλα ένα γύρω σωριάζονται. Άλλες φορές πάλι θωρείς ένα περίτεχνο μοτίβο για κεφαλάρι ασπροσέντονου να στολίζει νυφική παστάδα. Αρχαίος λιθοξόος και συγχρόνως κεντήστρα προίκας. Κεντήστρα λόγου. Γραφή αυθεντική. Αδρότητα γλυπτικής και συγχρόνως ψιλοβελονιά. Το χειροποίητο υπό την καθοδήγηση του Αχειροποίητου. Προίκα της Σόνιας η ελληνική γλώσσα. Δεν την ξοδεύει. Την παλεύει με μαεστρία. Την αυγατίζει. Όπου κάθε λέξη πριν ενσωματωθεί στις γενικότερες έννοιες πέφτει στο χαρτί γυμνή, αληθινή, γεμάτη, ένθεη, φτερωτή. Οι λέξεις εδώ ντύνουν την κίνηση εν ρυθμό και ιερότητα. Μια πτήση θα έλεγα. Όπου αλλεπάλληλοι και βαρύτατοι τόποι, από έρμα, μετασχηματίζονται σε φτερά. Οι αράδες ξεφεύγουν απ’ το χαρτί διαφεύγουν στο χάος. Μια εντύπωση ελαφρότητας. Έναστρος ουρανός. Σκοτάδι διάτρητο από φως. Να κάτι από το ποίημα της εισαγωγής ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ- ΘΗΛΥΚΟ ΓΕΝΟΣ, «…υδρόβια όντα που στη στεριά βρίσκουν τον εαυτό τους· / γυναίκες σημαδεμένες από αμαρτήματα όφεων και εσπεριδοειδών, / με κληρονομιά τραχιά υφάσματα από ξασμένο μαλλί, / μύθους, / μέδουσες και μαγγανείες· / γυναίκες τροφοδότες,/ μπάμπουσκες παραφουσκωμένες έμβρυα,/ μέλλοντες χρόνους και λαβωμένες επιστροφές…»

Και τι είναι ακριβώς το «Παιχνίδι με τον σπάγκο»; Ένα μεγάλο Ποίημα; Μια συλλογή ποιημάτων σε ενιαίο θέμα; Ένα θεατρικό έργο όπου η πρωταγωνίστρια άλλοτε μονολογεί μπροστά στον καθρέφτη άλλοτε συνομιλεί με τις σκιές; Το θέατρο, ο αντίπαλος της μοναξιάς απέναντι στη συντριβή, καθώς φθονεροί θεοί τραγανίζουν αυτό που οι ίδιοι πρόσφεραν στον άνθρωπο, ή μήπως ο άνθρωπος αντιπαλεύει τα πάθη και τη μοίρα του. Κάποτε εννοούσαν πως Μοίρα = Θεός= Δαίμων= Ήθος. Το θέατρο και η Ποίηση ποιούν ήθος. Το «παιχνίδι με τον σπάγκο», βήμα βήμα εξελίσσεται σε ήθος . Το ήθος ως καθήκον στην επανάληψη της θυσίας. Η επανάληψη ως έννοια θυσίας αναπόφευκτης. Το «Παιχνίδι με τον σπάγκο» είναι μάλλον όλα αυτά την ίδια στιγμή. Σε μια αρχέτυπη και αρχέγονη ποιητική και σκηνική οικονομία. Τίποτε δεν περισσεύει κι όλα ξεχειλίζουν από κίνηση, ρυθμό και υπερβολή αγάπης. Αγάπη για την Μάνα. Ιερότητα για την γένεση, για το μαρτύριο σύλληψης, της εξόδου, της αντίστασης, της ενσωμάτωσης. Ιερότητα κατά την προφητική προδιάθεση. Ιερότητα κατά την επανάληψη. Για μένα είναι πρόφαση πως τούτο το ποίημα γράφτηκε για την αγάπη μιας κόρης προς την μάνα της. Το έργο τούτο είναι κυρίως ένας ύμνος για τη γυναίκα. Η γυναίκα είναι η οδός της θυσίας προς την αιωνιότητα. Και μπροστά στην δύναμη του ακατόρθωτου, της αθανασίας, η θυσία δεν είναι παρά ένα απλό παιχνίδι με σπάγκο μπερδεμένο στα δάκτυλα της γυναίκας-μάνας. Ένας λαβύρινθος που λύνεται με μια απλή γυναικεία μαμαδίστικη κίνηση. Και με γλυκό χαμόγελο. Έτσι για την αλήθεια το χαμόγελο της μητέρας της Σόνιας ήταν μια Βίβλος καρτερίας κι ελπίδας.

Ξαναγυρνώ στην απλή κίνηση και την ακατανόητη για τ’ αρσενικό είδος γυναικεία προφητική ικανότητα. Δυο αποσπάσματα από το πρώτο κεφάλαιο, ΤΟ ΘΕΙΟ ΒΡΕΦΟΣ, 1Ο, «…κι έτσι, καταπίνοντας υγρά, πόνο και οργή, ανοίγω το ένα μάτι· στο φως· στους εκτυφλωτικούς κεραυνούς· στις υποχθόνιες διαμεσολαβήσεις του Πλούτωνα· στο χάος· στον χρόνο· στον κόσμο.», 2Ο , «…Εκστασιάζονται στη θέα του, υποκλίνονται στο θαύμα μου. Ότι κοιμάμαι νομίζουν στην αγκαλιά των αγγέλων. Εμένα, στα μνήματα η φωλιά μου. Εκεί κουρνιάζω και ακονίζω τη μελλοντική κραυγή μου.». Για κάτι λιγότερο κάποτε έκαιγαν γυναίκες και σήμερα λίγο πιο δίπλα της λιθοβολούν. Αλλά εδώ δεν υπάρχει μόνο η οδύνη της συντριβής αλλά και η συνειδητοποίηση του ακατόρθωτου, παρά τη γνώση ή χάρις στη γνώση. Εδώ το αισιόδοξο ενδυναμώνεται κατά την αγάπη και κατά την απώλεια. Σε δυο κύρια σημεία του έργου κι ύστερα από την περιγραφή κάθε φορά μιας δύσκολης ενσωμάτωσης-αποδοχής, σημειώνεται σαν ελπιδοφόρο υστερόγραφο, «Ξημερώνει. Το καλοκαίρι στο φόρτε του.», «Σε λίγο ξημερώνει. Το καλοκαίρι και πάλι στο φόρτε του». Λίγο πριν πέσει η αυλαία, καθώς ο διάλογος μεταξύ σκιών εξελίσσεται μέχρι να αποδομηθεί το νόημα, καταλήγει πως όλα αντανακλούν μια λάμψη, ή μήπως εννοεί πως μετασχηματίζονται σε φως. Ίσως να εννοεί πως το φως είναι η σκόνη από κάθε τι που αγαπήθηκε, σώματα, τόποι και ιδέες. ‘Ο, τι μας κυκλώνει ως μέρος του χάους ή της αιωνιότητας.

Κλείνω μ’ ένα μικρό απόσπασμα με ισχύ αποκάλυψης. Νομίζω πως εδώ συμπυκνώνεται το «Παιχνίδι με τον σπάγκο» όχι σε αδιέξοδο λαβύρινθο αλλά σε λαβυρινθώδη σπείρα εξέλιξης. Δυο φράσεις σαν συσπειρωμένο ελατήριο. Κάτι μεταξύ συνειδητοποίησης και πρόβλεψης. Πρόκειται για τρεις στίχους από το VI κεφάλαιο «Γράμματα στη Μαμά», και συγκεκριμένα από το 4ο γράμμα, «…και ότι κίβδηλη η παρθενία μου και ασεβής η γυμνότητά μου. / Καθόλου δεν αναλογίστηκε ότι ανήκω σε γενεά κατιούσα γενεών γυναικών που / πάντα ανελάμβαναν τον ρόλο του Προμηθέα». Ε, ναι, για κάτι πολύ λιγότερο σήμερα εμποδίζεται η Γένεση μιας Καινής Διαθήκης με γελοίες αλλά ικανότατες στην βαρύτητα τους γραφειοκρατίες και σκοπιμότητες. Η ποίηση πάντως μας παραστέκει με την δύναμη της καρτερίας και της γνώσης τουλάχιστον από την εποχή του Αισχύλου. Και του λόγου μου τώρα δα βεβαιώθηκα οριστικά πως το «Παιχνίδι με τον σπάγκο» είναι πάνω απ’ όλα ποίηση ως, «…γενεά κατιούσα γενεών…». Ζητώ συγγνώμη για ότι φανεί σαν υπερβολικό αλλά δεν είμαι εδικός κριτικός λογοτεχνίας και το συναίσθημα με κατακλύζει γλυκό σαν δηλητήριο. Όλα είναι μέσα στο «Παιχνίδι με τον σπάγκο», κάτι σαν παλιά προσευχή. Την ψιθυρίζεις το πρωί και τρέχει η ανυπαρξία με την ιστορία να σε στηρίξουν. Γίνονται θαύματα θαρρώ.

.

ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ

www.bookpress.gr 9/2/2018

Ωδή στη μάνα

Το πολυμορφικό έργο της Σόνιας Ζαχαράτου Παιχνίδι με τον σπάγκο, που κυκλοφόρησε από τις καλαίσθητες εκδόσεις Κουκούτσι, θραύει τα όρια πρόζας, θεάτρου, δοκιμίου και ποίησης, για να επιδοθεί σε μια εκ βαθέων αναζήτηση των καταβολών της ποιητικής γλώσσας. Με ελάχιστα αφηγηματικά μέρη, το Παιχνίδι με τον σπάγκο έχει ως στόχο να υποβάλει τον αναγνώστη σε ένα κλίμα θηλυκρατές. Η απώλεια της μάνας δεν χειραφετεί την κόρη από το αυταρχικό, ανθρωποφαγικό μητρικό πρότυπο: αντίθετα, ορθώνει απέναντί της το εφιαλτικό φάσμα μιας πανταχού παρούσας θηλυκής μορφής, που συνεχίζει να την καταδυναστεύει και να την καθορίζει.

Το lullaby της προνύμφης

Λέξεις που παραπέμπουν στη Γένεση θεσπίζουν ένα πρώτο μέρος τρυφερότητας και απαγορεύσεων, κατάκτησης και νοσηρών ταμπού, καθώς ένα «θείο βρέφος» ανασύρεται από το αμνιακό υγρό της μάνας του χωρίς να το θέλει.

Ένα αυτόνομο ποίημα που προλογίζει τις ποιότητες γένους θηλυκού εκφωνείται από ένα βρέφος νεογέννητο, σε πρώτο πρόσωπο: ο καμβάς του βιβλίου πλέκεται γύρω από την εξομολόγηση μιας κόρης στη μητέρα της. Λέξεις που παραπέμπουν στη Γένεση θεσπίζουν ένα πρώτο μέρος τρυφερότητας και απαγορεύσεων, κατάκτησης και νοσηρών ταμπού, καθώς ένα «θείο βρέφος» ανασύρεται από το αμνιακό υγρό της μάνας του χωρίς να το θέλει. Το πρωτογενές τραύμα θεσπίζει την πρώτη σχέση επιβολής της μητέρας στο βρέφος. Η πρώτη αντίληψη του κόσμου πραγματοποιείται μέσα απ’ το διάφανο δέρμα που χωρίζει το νεογέννητο από την έξω πραγματικότητα.

Τα όνειρά μου είναι τα όνειρα της μάνας μου.
Είμαι βρέφος ακόμη και δεν έχω δικά μου.
Η γυμνή άφιξη στον κόσμο προσλαμβάνει βιβλικές διαστάσεις, ενώ όλα τα ανθρώπινα εγχειρήματα βρίσκονται σε πρωτογενή μορφή, αλλά με ανεπτυγμένη τη δυναμική τους και με ανοιχτές όλες τις πιθανότητες ανατροπής της έκβασής τους. Από την ποιητική μας παρακαταθήκη εξακοντίζεται το νανούρισμα μιας προνύμφης, που σιγά σιγά θα μεταμορφωθεί: η κόρη ζητά από τη μάνα να πάρουν τα υλικά της γυναικείας φύσης και να «κατασκευάσουν» μια τρίτη γυναίκα-μεσάζοντα προς τον πατέρα, που θα είναι σε θέση να εκπληρώνει τις απαιτήσεις της μάνας. Στο σημείο όπου αρχίζουν τα μητρικά πρέπει που ωθούν την κόρη στη βίαιη ενηλικίωσή της, η μάνα τής ζητά να πάρει θέση απέναντι στον πατέρα, να του ζητήσει πράγματα που εκείνη δεν μπορεί ή δεν τολμά. Η θέσπιση αυτής της «μεσάζουσας», διαμεσολαβητικής μορφής είναι που θα οδηγήσει, τελικά, στην ταύτιση μάνας και κόρης. Η μικρή δεν έχει τον προστατευτικό κλοιό της αγάπης γύρω της.

Κόμπος άλυτος

Ο σπάγκος διαδραματίζει τον ρόλο του σπάγκου της αγάπης και είναι ένας κόμπος που η κόρη δεν μπορεί να τον πετύχει. Στα πλαίσια αυτού του αφηγηματικού υλικού, κυρίαρχη εικόνα είναι το καβάλημα του αλόγου: Μια μέρα πήρες το άλογο και ξεδρόμισες.

Εδώ αποδίδεται ποιητικά το είδος εκείνο της διαβατάρικης τελετής μετάβασης στον άλλο κόσμο. Η ενοποίηση της ανθρώπινης μορφής με τη ζωϊκή φιγούρα του αλόγου πραγματοποιείται στη μορφή ενός ολοκληρωμένου ανθρώπου-ενός ανθρώπου Κενταύρου, που καλπάζει για την αναζήτηση της αλήθειας, με αντίξοες τις καιρικές συνθήκες, τον κυρ-Βοριά, τη φουρτούνα και τη θύελλα. Ο θάνατος προεικονίζεται, όπως στα δημοτικά τραγούδια, ως ταξίδι με προπομπό (ψυχοπομπό) το άλογο.

Στα όνειρα με τη μαμά η κόρη αρχίζει να θυμάται τα δικά της όνειρα, πώς διαλύεται η προσωπικότητά της καθώς λειώνει και επαναδημιουργείται/ξαναπλάθεται περνώντας από τη στενωπό της κλεψύδρας ως «πεταλωμένη παρθένα» που βλέπει τον τεράστιο εαυτό της να φτάνει ως τον ουρανό όπου δεν μπορεί να τη βοηθήσει κανείς, ούτε ακόμη και η μάνα της. Θυμάται πώς η μάνα της την παραμόνευε ακόμη και στα όνειρά της. Και φοβάται τη μαμά πεθαμένη, όπως τη φοβόταν και ζωντανή.

Πεταλούδα στο πατρικό σπίτι

Η βουτιά στο υποσυνείδητο και η επιστροφή στο αρχικό αμνιακό υγρό είναι μια πηγαία σύνθεση που, στην παραμυθική της διάσταση υλοποιεί το θαυμαστό και το ανεξήγητο:

το άδειο σπίτι στο χρώμα της ώχρας,
το άδειο σπίτι και οι άδειες θυρίδες στους χοντρούς τοίχους,
το άδειο σπίτι με τις μανταλωμένες πόρτες,
το άδειο σπίτι και ο χορταριασμένος κήπος.
Οικείες εικόνες του πατρικού σπιτιού, εγκαταλελειμμένου τώρα και θνησιμαίου, αρθρώνονται και εικονοποιούνται σαν όνειρο εντός ονείρου.

Οικείες εικόνες του πατρικού σπιτιού, εγκαταλελειμμένου τώρα και θνησιμαίου, αρθρώνονται και εικονοποιούνται σαν όνειρο εντός ονείρου. Η συγκεκριμένη ποιητική σύμβαση καταλύει τον οιδιπόδειο μύθο, καθώς το ποιητικό υποκείμενο συντρίβει το μητρικό πρότυπο. Η «μικρή επανάστασή» του συνδέεται με την ενηλικίωση και πλάθεται ποιητικά ως ανασκαφή στα μύχια του ανθρώπινου ψυχισμού, ως μυητικό ταξίδι πλέον. Η κατά τόπους αντιγραμματική διαχείριση των μερών του λόγου υπηρετεί τη σύντηξη μεταφορών και παρομοιώσεων που συνιστούν variations/παραλλαγές πάνω στα ίδια βασικά θέματα, πλην όμως με νέα γλωσσική συνείδηση σε κάθε ξεχωριστό μέρος του βιβλίου. Κατ’ ουσίαν, η αυτόνομη ποιητική σύνθεση που η Σόνια Ζαχαράτου εγκαινίασε ήδη στην αρχή του έργου εκβάλλει στο Μοντέρνο [1].
Ο απογαλακτισμός όμως συμπίπτει με την επανενεργοποίηση της ενοχής, με αποτέλεσμα ο πόθος που ενσαρκώνει ο ερωτικός σύντροφος να συνοδεύεται με ένα νέο βιβλικό οικοδόμημα απαγορεύσεων.

Η επιστροφή του ποιητικού υποκειμένου στο παιδικό του δωμάτιο είναι το θέμα του δεύτερου, του επιστολικού μέρους του βιβλίου: το σκηνικό είναι ένα μεσογειακό καλοκαίρι όπου οικοδομούνται οι φαντασιώσεις, τα ερωτικά ινδάλματα, το προσωπικό ερωτικό άλμπουμ. Η μάνα έχει πεθάνει και η κόρη θέλει να την ξαναβρεί, να λύσει τα μυστήριά της. Σε μια διαδικασία ταύτισης, νιώθει τη μάνα μέσα της, τον εαυτό της μέσα στη μάνα, και καταπιάνεται να της γράψει μια σειρά από γράμματα, τρυφερά, γλυκά, προσπαθώντας να εντοπίσει το τραύμα που προέρχεται από τη σχέση της μαζί της. Της μιλά για τη σχέση της με το αντρικό φύλο και πώς ούτε με αυτό μπορεί να τα βρει. Η απολεσθείσα μορφή μιας άλλης μάνας, της προ-μάνας, μιας «πελάγιας» Γιαγιάς, διαδραματίζει ρόλο καταλυτικό στη φιλοτέχνηση του φάσματος της ορφάνιας και της αποστέρησης από τη μητρική αγκαλιά. Ο απογαλακτισμός όμως συμπίπτει με την επανενεργοποίηση της ενοχής, με αποτέλεσμα ο πόθος που ενσαρκώνει ο ερωτικός σύντροφος να συνοδεύεται με ένα νέο βιβλικό οικοδόμημα απαγορεύσεων.

Το τελευταίο, το θεατρικό μέρος, εισάγεται με τρία συνεχόμενα όνειρα, όπου μια ανδρική μορφή υποχρεώνει την κόρη να δει μέσα της, να δει τη σχέση της με την πεθαμένη μάνα, να τη συγχωρέσει πραγματικά. Το ποιητικό υποκείμενο διακρίνει το σώμα της νεκρής μάνας κάτω από την κουβέρτα. Η ανδρική μορφή ζητά από την κόρη να ψηλαφήσει τον τύπο των ήλων, ενώ η νεκρή μάνα αργοσαλεύει και επιχειρεί να απαλλαγεί από το σάβανο της κουβέρτας: το φόβητρο, η Γοργώ, είναι το βλέμμα της νεκρής μάνας, που στρέφεται προς τα μέσα και αντικρύζει το ίνδαλμα του νεανικού της εαυτού. Η καταδίωξη διεξάγεται σε αρχετυπικές διαστάσεις, που και πάλι αρδεύουν το υλικό τους από μύθους των λαών: το ποιητικό υποκείμενο αντικρίζει το ίνδαλμα της νεκρής μητέρας, που τώρα μεταμορφώνεται σε μια ζωόμορφη, τερατώδη εκδοχή της: με ράχη γίγαντα, κήτους και ερπετού, αυτή η τεράστια λυπημένη νεκρή μάνα γίνεται ο φορέας μιας «αρχαίας αίγλης».

Στον ορίζοντα του μοντέρνου

Χαμένος πολιτισμός του βλέμματος και του αγγίγματος, λόγος που δεν κατατάσσεται, αλλά που, με τη θέσπιση μιας νέας γλώσσας, συνιστά το οντολογικό ίχνος ενός βιβλίου που θα έγραφαν μαζί η κόρη και η μάνα, σε άπειρους συνδυασμούς.

Χαμένος πολιτισμός του βλέμματος και του αγγίγματος, λόγος που δεν κατατάσσεται, αλλά που, με τη θέσπιση μιας νέας γλώσσας, συνιστά το οντολογικό ίχνος ενός βιβλίου που θα έγραφαν μαζί η κόρη και η μάνα, σε άπειρους συνδυασμούς που επιστρατεύουν τα γνωρίσματα της νεωτερικότητας: την ασυνέχεια της μορφής σε συνδυασμό με τη ροϊκότητα του περιεχομένου, τις εκ πρώτης όψεως παράλογες συνδέσεις και την ηθελημένη αποσπασματικότητα του ποιητικού εκφωνήματος σε συνδυασμό με τη βαθύτατη ενότητα του βιώματος, την προφορικότητα και την προζαϊκή εκδοχή με τον εσωτερικό λυρισμό της ποίησης. Η φιλοτέχνηση της φιγούρας της μάνας ως μορφής επικείμενης απώλειας, είτε ως αποστέρησης από το γενέθλιο λίκνο, είτε ως αποκοπής από τον ομφάλιο λώρο, όπως και ο θάνατος της μάνας, στο δεύτερο μέρος, συμπίπτουν με τη διάλυση των οικογενειακών συμβάσεων και το σαλπάρισμα για ένα ταξίδι μύησης.

Ένα ευρύ πληροφοριακό υλικό κινείται, σαν συλλογικό ασυνείδητο, από μάνα σε κόρη, επικαθοριζόμενο από πολλαπλές αναφορές κι εναλλασσόμενους ρόλους: της κόρης προς τη μάνα, της κόρης που μέσα της κρύβει η μάνα προς τη βιολογική κόρη, της κόρης προς τον πατέρα, υπαρκτό ή απόντα, εκτός από όλους τους κοινωνιογενείς ρόλους που επίσης προσδιορίζουν το ψυχολογικό πορτραίτο μιας γυναίκας. Μπαίνοντας στη γραφή κοινωνικά αδύναμος, εκτεθειμένος, και στη διαδικασία προσωπικής διάσωσης που επιχειρεί, έντρομος ο αναγνώστης διαπιστώνει πως οι αρχετυπικής ποιότητας πληγές δεν κλείνουν ποτέ.

.

Madre Dolorosa – Ο ΕΡΩΤΑΣ (2013)

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

FRACTAL 18/01/2017

Σημειώσεις για την έννοια της απώλειας

«Αδιόρατο ψιλόβροχο,
Ίσως,
Θρυμματισμένες σταγόνες,
Ίσως…»

Αρχίζω μ’ ένα ζήτημα παλιό που με απασχολεί ακόμα. Κατά τη γνώμη μου ήταν λάθος να αναρτηθεί η ταμπέλα «ψυχολογικό θρίλερ» στο εξαιρετικό, ποιητικό, δύσκολο και προφητικό μυθιστόρημα «Τρεις νύχτες του Αυγούστου, και μία ημέρα» της Σόνιας Ζαχαράτου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2009. Τολμώ να ξεστομίσω ότι με την ίδια λογική θα κατέτασσα μερικές αρχαίες τραγωδίες στην κατηγορία των ψυχολογικών θρίλερ. Τώρα έχω μπροστά μου, πάντα κατά τη γνώμη μου, ένα παραπλήσιο συμβάν. Το «Madre Dolorosa-Ο ΕΡΩΤΑΣ-» τοποθετήθηκε στις βιβλιοθήκες σαν ποίημα για τον έρωτα. Ως καλός αναγνώστης νοιώθω πάλι πως κάτι λάθος πλανιέται. Ίσως φταίει ο τίτλος. Ίσως φταίνε οι κριτικές. Αλλά ο κάθε συγγραφέας θα μπορούσε να ορίσει «έρωτα» την αγάπη του θεού και «θεό» την διαλεκτική της φύσης. Θα βιαστούμε να τον κατατάξουμε ως μεταφυσικό και μυστικιστή; Μου φαίνεται πως κάτι τέτοιο καταρχήν ακυρώνει την έννοια του συμβολισμού στην σύγχρονη ποίηση.

Ετούτο το «βιβλιαράκι», το μικρό και μεγάλο συγχρόνως, μοιάζει με «ανώγαιον» τραύμα. Μοιάζει με ύμνο στην Απώλεια. Η Απώλεια σαν νηνεμία ηφαιστείου μετά την μεγάλη έκρηξη. Σχεδόν αίσθηση μελιού. Λάβα μετά τον βρασμό. Κοίτη χείμαρρου σημαδεμένη από ξηρασίες και μπόρες. Και ρινίσματα παντού. Το πως και το γιατί φτάσαμε στην «καταστροφή» δεν μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρουν όμως τα τραύματα που προκλήθηκαν και συνεχίζουν πανίσχυρα. Τα αντίδοτα της ειρήνης είναι προ πολλού ληγμένα στην εποχή μου. Μόνο στη μουσικότητα της μνήμης μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη.

«Σ΄ ένα πρώτο επιπόλαιο κοίταγμα, ωστόσο,/ Εκείνη ανέμελη δείχνει, / Ξεγελά, /Τα χείλη της στο σχήμα μιας συλλαβής / από τις οκτώ λέξεις, / Μιας συλλαβής από τις δεκατέσσερις συλλαβές, / Συλλαβή ασαφής,/ Τα μάτια της ξάστερα παρόλο που αδιαπέραστα, / τα φρύδια ακόντια, / Τα μαλλιά της παρμένα κι ανασηκωμένα, / Στις άκρες, / Πάνω από τους ώμους, / Στις άκρες ανασηκωμένα, / Όπως από ελαφρύ αεράκι, / Περαστικό…».

Για τον αναγνώστη μετράει ό,τι κατακάθισε στο λευκό χαρτί. Κι εδώ ακριβώς συμβαίνει το θαύμα. Η αναρχία της έκρηξης μετατρέπεται σε πειθαρχία. Ό, τι απαιτείται για να ανθίσει η ομορφιά της γραφής. Όμορφα και απλά πράγματα.

Συλλαβές- ύφαλοι αναδύονται μαγεμένες λέξεις. Σκόπελοι σε αλυσίδα να μετακινούνται στους καιρούς. Η έννοια τού αρχιπελάγους. Η ουσία της κίνησης στην ιδιαιτερότητα της Σόνιας Ζαχαράτου. Κίνηση που εμφανίζεται σαν μοίρες από υπερκαινοφανή νησιά μιας στεριάς που βυθίστηκε. Η κατάσταση σύνθλιψης δεν είναι παρά διαδικασία γένεσης μας βεβαιώνει ετούτο το «ελάχιστο» βιβλίο. Γεγονός και ουσία οδύνης, συνεργάζονται, εξελίσσονται, γίνονται φωνή. Γίνονται όνειρο. Κατάσταση μετά την πράξη. Μετά το συμβάν. Γίνονται ποίηση. Τραγούδι και υποκριτική. Η οδύνη μας, η οδύνη της Σόνιας Ζαχαράτου έχει το τραγούδι της. Τραγούδι και ποιεί ήθος. Μια παράσταση εν θλίψη. Μα θα έλεγε κάποιος και ο Έρωτας εμπεριέχει την απώλεια. Όμως εδώ έχουμε ένα τραγούδι απέραντα ευγενικό και τρυφερό όπου το πάθος και ο πόθος, ο έρωτας σαν εκρηκτική ουσία, έχουν θέση μονάχα ως αναψηλάφηση Απώλειας. Υπερβαίνουν οι πληγές ή αν θέλετε οι εμμονές από τα πλήγματα, οι προσωπικές ευθύνες. Νομίζω πως αν αυτό το ποίημα ήταν μόνο για τον έρωτα θα έτρεμε σαν λεύκα στη θύελλα ή καλύτερα σαν θύελλα στην λεύκα. Αντίθετα μοιάζει με τον ήχο που παράγεται καθώς η υαλώδης ηρεμία μιας θάλασσας σύρεται στην άμμο. Ψίθυροι σε μια καθημερινή γλώσσα που την ορίζει η αποδοχή, η αναζήτηση προσωπικών ευθυνών και συγχρόνως η ελπίδα να ξαναρχίσουν όλα απ’ την αρχή. Αντιφάσεις ψυχής σκιαγραφούνται στις έννοιες. Αναδύεται χωνεμένο πάθος κι εμπειρίες. Μπορείς να παράγεις ήχους αρμονικούς σε λευκό χαρτί; Η Σόνια Ζαχαράτου μπορεί. Με λέξεις γράφει λυγμούς. Η αποδοχή της Απώλειας την οδηγεί σε ένα ήθος έκφρασης. Αυτό συμβαίνει εδώ. Όχι περιγραφή εμπρησμού αλλά αναψηλάφηση και τρυφερότητα. Η Απώλεια συντρόφου, συζύγου, εραστή, μητέρας, πατέρα, ενός φίλου, μιας ιδέας, δεν είναι παρά ήττα συχνά στα όρια της προσωπικής συντριβής. Εδώ μέσα η αλμύρα του χρόνου έχει τη γεύση του ακατόρθωτου, η μνήμη είναι το αποτύπωμα αθανασίας. Τίποτε δεν διασώζεται παρά μόνο στη μνήμη. Ετούτη την εσωτερική πολυπλοκότητα μιας αβύσσου που μας φτάνει κομμάτι του θεού.

Σαν τις μαυρόασπρες φωτογραφίες οι εικόνες της Σόνιας Ζ. Είναι εμποτισμένες, ακόμα και όταν χαμογελούν, μ’ εκείνη την παγωνιά της απόστασης. Και η απόσταση στη μνήμη, αυξανόμενη, μοιάζει με μουσικές καθώς απομακρύνονται. Πως μπορείς να κρατήσεις αυτό το φαινομενικά κενό σε μια σελίδα; Με ποίηση και θεατρικότητα. Όπως ένα δρώμενο μοναξιάς. Έτσι κι αλλιώς ως ποιητές αναγνωρίζονταν οι θεατράνθρωποι των απαρχών. Το «Madre Dolorosa- Ο ΕΡΩΤΑΣ-», είναι ένας μονόλογος που διαδραματίζεται στηριζόμενος στο πένθος της Απώλειας. Εδώ μια Απώλεια, κάθε Απώλεια, κάθε έννοια Απώλειας είναι στοιχείο ποίησης. Εδώ η σπαρακτική απολογία, η ομολογία της μοναξιάς, της υποχρεωτικής μοναξιάς, μοιάζει με διάλογο. Χορός και απαγγελία σε αόρατο λαβύρινθο. Διάλογος όπου οι απαντήσεις συσσωρεύονται εν σιωπή. Συστρέφονται εν σιωπή. Ένας καθρέφτης το πένθος, να υποκρίνονται σκιές του χρόνου. Άλλα και ο χρόνος υποκρίνεται πως υπάρχει εδώ μέσα. Ο χρόνος όπως τον αντιλαμβάνεται η ποίηση, στιγμιαίες μεταπτώσεις, ένα σώμα.

«Madre Dolorosa –O ΕΡΩΤΑΣ-», ένας θεατρικός μονόλογος που ανθίζει ποιητικά. Ένα ποίημα και απλώνει τις ρίζες του στο έδαφος της υποκριτικής. Έννοιες-φράσεις ως πολύτιμη καδένα σε στέρνο τρυφερότητας. Ανάβαση μοναξιάς από κρίκο σε κρίκο. Οι συνάφειες μιας ποιητικής κλίμακας. «…Να μη σκοντάψει και όλα ματαιωθούν, / Και δεν γίνουν όπως πρέπει, Και δεν γίνουν ξανά από την αρχή, Και δεν γίνουν όπως πάντα,/Όπως πάντα το ίδιο πάντα ίδιο,/Το ίδιο, ίδιο κι ωστόσο διαφορετικό, / Και μείνουν αδιευκρίνιστα τα απαντημένα ερωτήματα, / Και μείνουν αναπάντητα τα αναπάντητα ερωτήματα, / Και παραμείνουν στη σιωπή.»

Η Σόνια Ζαχαράτου τραγουδάει για όλους μας διακριτικά και σε χαμηλούς τόνους. Απαγγέλλοντας νοιώθεις αόρατες παρουσίες δίπλα σου σαν σκόνη που κινείται ανεπαίσθητα στην ακτίνα του ήλιου. Ο λόγος μια αχτίδα φωτός που ψαύει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο. Μια παλιά φωτογραφία που αποκτά βάθος πεδίου. Πηγές θερμότητας παντού. Στοιχεία αντιφάσεων παντού. Συχνά αντιλαμβάνεσαι δυο σκιές ακόμα εκτός απ’ τον αφηγητή. Άλλοτε τίποτε. Μονάχα λέξεις σε παλλόμενο ιστό. Έναν ιστός φορτωμένος σταγόνες πρωινής δροσιάς να συλλαμβάνει αίσθηση πολυαγαπημένων επαφών στην ανωνυμία πλέον. Έννοιες σύμπαντος πλέον αλλά οικείες. Σύμπαντος εν θλίψη για την απουσία άστρων κι ωστόσο εδώ δίπλα να αποκαλύπτουν την ανυπαρξία του φωτός.

«…Το περπάτημα τους στο δρόμο με τους κυβόλιθους / και τα καφενεία στη σειρά σαν μπορντέλα, / Στο δρόμο που διέσχιζαν βήμα το βήμα,/ Με το ίδιο βήμα, δεξί-αριστερό, δεξί-αριστερό,/ Έως το τέλος των οικημάτων,/Έως το προτείχωμα της αρχαίας πόλης,/ Έως τις πύλες της και τα ερείπιά της, Έως το ελεύθερο τοπίο, που ξανοίγονταν ανάμεσα / στα βουνά με το χρώμα του νοτισμένου κυκλάμινου, / Έως τα πολυπληθή κυκλάμινα,/ Έως τη φωτογραφία…»

Οι χαμένοι της ένα ζεστό προστατευτικό σεντόνι. Μια φωτογραφία απέναντι, «…χαρακιές ανυπόφορες οι γυαλάδες…» Οικείες στιγμές που διαπερνούν το δημόσιο χώρο. Και βρίσκει τόσο οξυγόνο χρόνου που της περισσεύει. Θέλει να μοιραστεί τις ανάσες του καημού. Μια θάλασσα που γίνεται κύματα και μας κατακλύζει. Βαρύτητα που μοιάζει με πτήση. Η Σόνια Ζαχαράτου διηγείται ένα όνειρο. Ο χρόνος δεν υπάρχει παρά με τη σημασία του αλλεπάλληλου. Η Απώλεια, ως το ελάχιστο της ύπαρξης. Μια επανάληψη του ελάχιστου. Η σιωπή σαν απόλυτη απάντηση σε ερωτήματα. Η σιωπή που συντροφεύει τη μοναξιά της μνήμης. Η σιωπή που φτάνει στα όρια της κραυγής. Η σιωπή που φοβάται να μην ακυρωθεί. Η σιωπή του συνομιλητή, αυτή φταίει, και η αποδοχή της Απώλειας, που εκμηδενίζουν την ελπίδα. Η ελπίδα κατά βάθος μοιάζει στην επανάληψη της. Μήπως είναι η Απώλεια ένας προθάλαμος ελπίδας; Μήπως είναι η Απώλεια ένας προθάλαμος αυτογνωσίας; Όπως τρίβεις την πονεμένη κλείδωση και βαθύς πόνος σε διαπερνά, σε γητεύει, σε πισωγυρίζει. Το ψάχνεις και το ψάχνεις εμμονικά. Έτσι τραγουδάει η Σόνια Ζαχαράτου. Όπως η μουσική επανάληψη. Όπως η μελαγχολία των μπλουζ. Χάδι μέχρι τις ξυραφιές και βάλσαμο του σάλιου. Και ακολουθείς ετούτη την αέναη οδύνη καθώς μετασχηματίζεται σε τρυφερότητα, ακόμη και στο σκοτάδι, και στην απειλή της επαλήθευσης, ακόμη και στον φόβο της ευθύνης, τη στιγμή που οι αιχμές μιας αποδοχής την ματώνουν.

«Η φωτογραφία καρφωμένη στα μάτια του / κι ας μην την βλέπει πια, / Θαμπωμένα μάτια, / Η νύχτα θα έρθει κι απόψε, / Θα έρθει σε λίγο, / Πάντα έρχεται η νύχτα, / Όταν σκοτεινιάζει, / Όταν εκείνος βυθίζεται σε μιαν άλλη σιωπή, / όταν ανάβει η επιτραπέζια λάμπα,/ Όταν ο χώρος αλλάζει διαστάσεις από το φως/ της λάμπας και τρεμοπαίζουν γύρω του σκιές / που πριν δεν υπήρχαν, / Όταν κι εκείνος σκιά, Σκιά μέσα στο δωμάτιο…»

Αντιγραφή σημειώσεων στα περιθώρια του «Madre Dolorosa-Ο ΕΡΩΤΑΣ-», ακούγοντας σύγχρονο αφρικάνικο μπλουζ με Ali Farka Toure και Ry Cooper, στο album «Talkihg Timbuktu», (You Tube). Η γραφή της Σόνιας Ζαχαράτου ένα ζεστό μαύρο βότσαλο στη φούχτα μου.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

Πηγή: www.lifo.gr/16.4.2014

Λεκτικός καταιγισμός:

Λέξεις που ίπτανται και καλπάζουν και τρέχουν και βροντούν και πάλλονται και Σόνια Ζαχαράτου Madre Dolorosa – Ο Έρωτας Σελίδες: 40 Εκδόσεις Μελάνι αλαλιάζουν. Λέξεις που αφηνιάζουν. Λέξεις που συνθέτουν ένα θέατρο/ποίημα, μια παρατεταμένη συγκροτημένη κραυγή. Το Madre Dolorosa – Ο Έρωτας (εκδ. Μελάνι) της Σόνιας Ζαχαράτου. «Όταν το σούρουπο σε έναν πλανήτη άδειο από κόσμο,/ Θα τελειώνει,/ Όταν πλέον όλα από τον πλανήτη θα έχουν εξαφανισθεί,/ Ακόμα και τότε,/ Τότε,/ Στην άβυσσο του μέλλοντος,/ Στον ίλιγγο του χάους,/ Η φωτογραφία θα μείνει, θα μείνει, θα μείνει,/ Θα παλέψει με νύχια και με δόντια για να μείνει,/ Θα αναμετρηθεί με τους γαλαξίες για να μείνει,/ Για να μείνει νέος ουρανός,/ Νέος απαστράπτων ουρανός,/ Να γίνει ουρανός αλλόφρων,/ Αλλόφρων, αλλόφρων ουρανός,/ Θα φροντίσει να γίνει ουρανός,/ Σκέπη της ανθρωπότητας,/ Συμπαντικό Μουσείο Έρωτος».

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΑΛΤΗΣ

Via dolorosa, www.protagon.gr, 13.4.2014

Ποια είναι η σχέση της “Θλιμμένης Παναγίας” με τον έρωτα; Η Σόνια Ζαχαράτου αφηγείται την ιστορία ενός άντρα που “έδωσε τόσο από τη ζωή του σε οκτώ λέξεις”, τις οποίες τού είπε εκείνη που στο πρόσωπό της έζησε τον έρωτα σε μία στιγμή. “Με χτυπά ο ήλιος στα μάτια και δακρύζω”. Δηλαδή; Η γυναίκα δακρύζει λόγω του ήλιου; Η πιο έντονη στιγμή της ζωής του δεν είναι τόσο σημαντική για εκείνη, με την οποία τη βιώνει; Διστάζει, δεν τη ρωτάει τι εννοεί, βουλιάζει στις σκέψεις του. Παύει να ελπίζει στον ιδανικό έρωτα. Αιφνιδίως, είτε επειδή συμπέρανε μόνος τι εννοούσε η γυναίκα ή δεν ήταν σε θέση να διαχειριστεί ότι ενδεχομένως εκείνη συγκινήθηκε όπως αυτός -ίσως περισσότερο ή αλλιώς από αυτόν-, τρομάζει, αναφέρεται στον ξένο ήλιο αντί στη συγκίνησή της. Δεν είναι έτοιμος όσο εκείνη να διαχειριστεί τον έρωτα, που χρειάζεται χρονικό συντονισμό. Εκείνη, ήξερε τι εννοούσε – εάν μιλούσε κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Όλοι μας όταν μιλάμε, ξέρουμε τι εννοούμε. Άλλο εάν ο κόσμος μας, στον οποίο βρίσκουμε τις λέξεις μας, δεν είναι συμβατός με τους κόσμους των άλλων. Εκείνη, ήξερε εάν ήταν ή όχι σε θέση να πει την αλήθεια στον εαυτό της, άρα να την πει επίσης σε εκείνον. Εκείνος, ήξερε εάν ήταν έτοιμος ή όχι να διαχειριστεί τον έρωτα. Το βιβλίο αυτό είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που σταμάτησε τον χρόνο και αποφάσισε να ζει μέσα σε μία στιγμή. Τον παρατηρούμε να διαχειρίζεται τη μοναξιά του, να προσπαθεί να την τεκμηριώσει, να την καταστήσει επιλογή του, ως μοναχικότητα. Η “Madre Dolorosa”, η Θλιμμένη Παναγία, πενθεί το γιο της, τον άντρα του ποιήματος, για τον έρωτα που έζησε σε μια στιγμή. Πηγή: Protagon.gr

.

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ

Literature.gr /10/4/2014

Η ποιητική μνήμη του έρωτα, της Τέσυς ΜπάιλαBy Literature | April 10, 20140 CommentsPin It Να γράφει κανείς Ποίηση και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα, μια γλώσσα στην οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ο ποιητικός λόγος πριν σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια, αποτελεί από μόνο του μεγάλη ευθύνη. Όταν μάλιστα αυτό συμβαίνει στη σημερινή εποχή, μια εποχή στην οποία η ποίηση εξαφανίζεται σταδιακά από τα εκδοτικά δρώμενα ως μη εμπορική και ίσως περιττή, χρειάζεται να την αγαπά πολύ κανείς για να αποτολμήσει να δαμάσει τη σκέψη του και να εντρυφήσει σ’ αυτήν. Η Σόνια Ζαχαράτου καταθέτει τον ποιητικό της λόγο στο καλαίσθητο τόμο που τιτλοφορείται «Madre Dolorosa», φέρει τον υπότιτλο: «Ο έρωτας» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι, σκηνοθετώντας μέσα στις σελίδες του μια συμπαγή ελεγεία για τον έρωτα από την πρώτη στιγμή της γέννησής του. Κι ενώ το κείμενο μοιάζει με ένα ενιαίο κείμενο, μπορεί κανείς να σταθεί σε κάθε του φράση με το ίδιο ενδιαφέρον και να αφεθεί να νιώσει την ερωτική παντοδυναμία ως προσδιοριστικό παράγοντα της προσωπικότητας ενός ατόμου. Η απαρχή της ερωτικής έλξης, το πρώτο βλέμμα, η ερωτική έκρηξη, η πλήρωση των παθών μέσω της ένωσης και τέλος η ανάγκη να μυηθεί ο ήρωας στον ατομικισμό και τον πόνο, σε έναν αέναο κύκλο ζωής, δίνουν στο κείμενο την μορφή που έχει η κινηματογραφική απεικόνιση του ανοίγματος ενός μπουμπουκιού, η ολοκλήρωσή του σε ένα ολόφρεσκο λουλούδι, η αναζήτηση της ένωσής του με τον ήλιο το ερωτικό του σκίρτημα με το φως και το αναπόφευκτο τέλος του. Κι όλα αυτά σε μια γοητευτική σύνθεση. Η Σόνια Ζαχαράτου ακολουθεί με αισθαντική τρυφερότητα τον ήρωά της και καταγράφει τη μνήμη του, τις αγωνίες του, το πάθος και τα πάθη του μέσα από τον έρωτα που δονεί, συνταράσσει και τελικά λυτρώνει. Πέρα από όχημα αισθητικών συγκινήσεων ο έρωτας στο ποιητικό έργο της Σόνιας Ζαχαράτου μετατρέπεται σε προσωπικό όχημα αυτογνωσίας, σε κινητήριο δύναμη συναισθηματικών εκρήξεων που οριοθετούνται μέσα από τον πόνο και την ένωση. Η ποιητική γλώσσα που επιλέγει να χρησιμοποιήσει γίνεται η αφορμή για ένα ακόμη ταξίδι, ένα ταξίδι μουσικής ηχητικής που τονίζει αρμονικά τις έννοιες, και τα νοήματα που η ποιήτρια αποδίδει και παράλληλα ρέει συνειρμικά, αφήνοντας στον αναγνώστη την οπτικοποίηση των στίχων που καλείται να τις ανασύρει από τη λογική του ονείρου και συχνά να ακολουθήσει έναν «ίλιγγο, μια ζάλη, μια σκοτοδίνη» για να ανακαλύψει ότι μπορεί κανείς να βλέπει τον ήλιο ακόμα και μέσα στις θρυμματισμένες σταγόνες ενός αδιόρατου ψιλόβροχο, ακόμα κι όταν το μόνο που υπάρχει ολόγυρά του είναι το σκοτάδι. «…Ένας ίλιγγος, μια ζάλη, μια σκοτοδίνη, Και αυτοστιγμεί, Ν’ αναβάλει την ερώτηση, Να την ξεχάσει, Να μην ακούσει την απάντηση, Να μην τον αδράξει η αντάρα, το πανδαιμόνιο, ο ορυμαγδός, Να φύγει, Να ξεφύγει, Να μην, Δεν θυμάται άλλωστε ούτε και τον ήλιο που την έκανε να δακρύσει ή που εκείνη νόμισε ή που προφασίστηκε, Γιατί δεν είχε ήλιο, Σούρουπο πάντα θυμάται, δεν θυμάται ήλιο –καθόλου μάλιστα-, Σούρουπο σταχτί, συννεφιασμένο –αποτυπωμένο κι αυτό-, Ίσως και ψιλόβροχο, Αδιόρατο ψιλόβροχο, Ίσως, Θρυμματισμένες σταγόνες, Ίσως…»

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *