ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΤΗΣ

Ο Γιώργος Σκούρτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στη φιλοσοφική σχολή του ΕΚΠΑ. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία ενώ παρακολούθησε τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο ΕΚΕΒΙ με τον Στρατή Πασχάλη. Έχει εκδώσει μια συλλογή (Σκέψεις) ενώ είναι υπό έκδοση η δεύτερη συλλογή του «Τραγούδια και σύμβολά». Έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς ποίησης (ΠΕΛ, ΧΟΝ, Πειραϊκός Σύνδεσμος, Αμφικτιονία Ελληνισμού, Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος, Σύλλογος Φιλολόγων Ημαθίας, κα) και έχει δημοσιεύσει ποιήματά του σε διάφορες ανθολογίες (Αμφικτιονία Ελληνισμού, ΚΟΡΑΛΙ, ΕΛΒΕ) και στο διαδίκτυο.
Έχει εκδώσει  τη ποιητική συλλογή  “Σκέψεις” (Ιωλκός 2011)

.

.

ΣΚΕΨΕΙΣ (2011)

Α

ΠΡΩΙΝΟΙ ΑΣΤΟΙ

Ο γκρι στρατός προελαύνει στις έξι
βαριές μπάλες στους καρπούς
τους δείχνουν την ώρα
τους δείχνουνε τον δρόμο.
Η ανατολή τους ψιθυρίζει μιαν αρχή
μια νέα αρχή κάθε πρωί
πάντα ξυπνούσαν το πρωί,
πάντα ξυπνούσαν σε μια δύση.
Τα μετάλλια, τους δόθηκαν απλόχερα
έγραφαν το όνομα τους,
έγραφαν τα όνειρα τους
και τους έκρυβαν τον ήλιο.
Η πόλη κατοπτρίζεται στις γραβάτες
σφιχτές γραβάτες
σκληρές γραβάτες,
θηλιές που τους δένουν-την ζωή.
Οι τερμίτες δεν έχουν φτερά
ποτέ δεν είχαν
μόνο κοιλιές,
άδειες κοιλιές και δυνατά πόδια.
Μερικές φορές βλέπουνε το φως …
μια φιλική χειραψία
ανοίγει το παράθυρο στο περιβόλι,
μια αγνή καλημέρα
ξεκλειδώνει το δάσος με τις παπαρούνες,
ένα αυθόρμητο σφιχταγκάλιασμα
φιλοτεχνεί το δεκανίκι της ημέρας.
Οι τερμίτες πεθαίνουν στο φως …
Πόσο ωραία είναι το πρωί!
γι’ αυτούς που δεν φορούν γραβάτες
γι’ αυτούς που δεν κατατάχθηκαν
γι’ αυτούς που ξυπνούν μεσημέρι.

ΣΙΩΠΗ

Μέσα στους εκκωφαντικούς
ήχους της πόλης
λυτρώθηκα

Τα σμήνη του θορύβου
με φυγάδεψαν
από την αβάσταχτη σιωπή

Σιωπή αμείλικτη-
θλιβερός καθρέφτης που κατοπτρίζει
όλο μου το είναι

Σιωπή αληθοφόρα-
βουβή κατάρα που ξεμπροστιάζει
όλα μου τα πρόσωπα

Μια από μηχανής ηχοβολή
έκρυψε με ζήλο
την μαύρη μου ψυχή

Μέσα στους εκκωφαντικούς
ήχους της πόλης
λυτρώθηκα

ΠΟΛΕΜΟΣ

Τεμαχίζονται οι άγγελοι στα πριόνια
Στραπατσάρονται τα μέλη στο σατίρι
Στροβιλίζεται το αίμα στο σαντράνζι

Κουλουριάζονται οι μανάδες
στο υπόγειο
κατοπτρίζονται στο αίμα
τα όνειρα τους
τα αισθήματα που είχαν
θάφτηκαν
και τα παιδιά τους κείτονταν
νεκρά

Κουλουριάζονται οι μανάδες, κατοπτρίζονται
στο αίμα τα αισθήματα που είχαν
και τα παιδιά τους κείτονταν

Τεμαχίζονται οι άγγελοι στα πριόνια
Στραπατσάρονται τα μέλη στο σατίρι
Στροβιλίζεται το αίμα στο σαντράνζι

Στο υπόγειο τα όνειρα τους θάφτηκαν νεκρά

ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ

Είμαι ακόμα ελεύθερος …
Όταν καθισμένος στην άκρη ενός πεζόδρομου
μπορώ να γνωριστώ με τα σκυλιά
που συμμερίζονται τους φόβους μου
όπως οι λόγιοι που κατανοούν
τα πάθη αυτού του κόσμου
και σιωπούν

Ένα σκυλί απλώνει το βλέμμα του στη γη
και αποκαλεί τον ήλιο, την βροχή, πατρίδα

ΦΩΤΙΑ

Στις μαυρισμένες σκάλες
Μνησίκακα μας χαιρετούν
Πικρολαλούντα λιόκρινα
Στερνοφιλώντας τ’ αύριο

Η φωτιά φανέρωσε τα σπλάχνα μας

Στου κόσμου τ’ απόνερα
Πρωτανθισμένα κλώνια
Αναφιλούν μ’ ανθόνερα
Μοιρολογούν με βάγια

Στάχτες, οι αλυσίδες που μας πλάκωσαν

Γονυπετείς πλανήθηκαν
Στου κόσμου το ταμάχι
Γρικώντας το ανάθεμα
Ψυχορραγούντων χρόνων.

Και προσκυνήσαμε στα κάρβουνα

Β

ΒΙΩΜΑ

Γράφω άσχημα ποιήματα
Ο στίχος μου είναι παράξενος
Ο στίχος μου είναι παράταιρος
Άτυχε αναγνώστη
Διάβασε…
Γράφω άσχημα ποιήματα
Ο χρόνος μου ήταν μελάνι
Άσχημα έσταξα στο χαρτί
Άτυχε αναγνώστη
Έσταξα…
Γράφω άσχημα ποιήματα
Ο χρόνος μου ήταν στίχος
Άσχημος ήμουν και πέρασα
Άτυχε αναγνώστη
Πέρασα

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Γεννιόμαστε για να πεθάνουμε
μόνοι!

Σε μια αέναη προσπάθεια για επιβίωση
παρατείνουμε την μοναξιά μας.

Πρόσωπα που μας συνόδεψαν,
σκιές σε έναν καμβά.

Ο θάνατος πληγώνει
αυτούς που ζουν.

Γεννιόμαστε για να πεθάνουμε
σε μια αέναη προσπάθεια για επιβίωση.
Πρόσωπα που μας συνόδεψαν…
ο θάνατος ‘ πληγώνει!!

Μόνοι,
παρατείνουμε την μοναξιά μας …
Σκιές σε έναν καμβά
… που ζουν

ΘΑΝΑΤΟΣ

Ρέει λευκά η ώρα και ο θάνατος σιμά
βορά στα μαυροπούλια που κρώζουν πένθιμα
οι κέρβεροι στην πύλη σου έκλεψαν εχθές
το άσπρο σου μαντίλι που σκούπιζες μπογιές

Είναι λευκή η πόρτα και κόκκινη η μηλιά
πνιγμένος ο βαρκάρης με άγνωστη θηλιά
σαρακιασμένη η βάρκα σπασμένα τα κουπιά
στου Στύγα το ποτάμι να ‘χεις καλή ψαριά

Είναι πικρό το σκότος, το έρεβος παιδί
που κλαίει σαν κοιτάει μια ξένη ανατολή
θέλει να τρίξει η πόρτα να τρέξει στην αυλή
να σπάσει τα ρολόγια το φως να ξαναδεί

Μα άξαφνα η νύχτα γεμίζει ευωδιές,
ολόλευκα λουλούδια και πράσινες ελιές
για ξένη γη σαλπάρει σε άλλες εποχές
το άσπρο σου μαντίλι, που σκούπισες μπογιές

Γ

ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

(ΜΕΛΙΝΑ ΑΝ…)

Μ εγάλο πάθος η σιωπή, που αφουγκράστηκα πολύ
Ε μπρός σαν στέφεσαι γυμνή στην άχλη των ματιών μου
Λ επτός μανδύας η σιγή, που τον φοράς απατηλή
Ί δια νεκρή ανατολή των αναφιλητών μου

Ν α πάω θέλω στο νησί, που το μνημόνευσαν τρελοί
Ά νθη του νου μου ενοχής, ποια θα μας ελυτρώσει…
Α υτό τ’ ανείπωτο νησί που εγκατέλειψαν δειλοί
Ν ύχτα, υπόσχεσ’ ιερή που ‘χαν πολλοί προδώσει.

Και θώπευαν το αν οι μέρες κι ανήμερες στο αν γυρνούσαν…

ΑΣΠΡΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙ

Μολυβένιος στρατιώτης σαν σκιά στη μέση του δρόμου
Με το βλέμμα στο πλήθος ακουμπά στα σκαλάκια του χρόνου
Σε μια σκέψη βουτά συναντά ένα άσπρο φουστάνι
Την κοιτούσε στα μάτια δειλά, τον ρωτάει τι κάνει

Ένας κύκνος μια μνήμη πετά, στου μυαλού του τη λίμνη
Το μολύβι στα μάτια κυλά, μια κηλίδα αφήνει
Ξεχασμένα τα λόγια και βαριά σχηματίσανε βράχια
Στου ονείρου τα κρύα νερά της μορφής της παλάτια

Σε ζηλεύω είχε πει μια στιγμή όταν μείνανε μόνοι
Με δυο σκίτσα μου, μοιάζει η ζωή κι ένα άδειο μπαλκόνι
Τσιμεντένια τα φώτα, μια γροθιά και ραγίσαν το τζάμι
των ματιών του, λευκά τα φτερά του εκείνου, ποτάμι.

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΦΑΣΜΑ

Έφεγγε στα μάτια, μάταια η αυγή
Σαν πουλιά οι στίχοι μου το βράδυ
Άγγιξες την γη, δράττω σελαγή
Πριν χαθεί το φως σου στο σκοτάδι

Μοιάζει το κορμί, ξένη φυλακή
Πλίθινο σεντόνι με πορφύρα
Μού ‘σταξες πνοή, στάσου ω θεοί
Λάγνα η ανάσα σου και μοίρα

Ροδόπτερη κι αδέσμωτη ζωή
η φωνή ένα κύμβαλο στη λίμνη
έψαξα πολύ, μυριανατολή
κεδρ΄ απ’ την μορφή σου έχει μείνει.

ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΨΥΧΕΣ

Έπεσε σαν κύμα στην πυρωμένη άμμο
Που γεύτηκε αρμύρα απ’ την ανδρική ψυχή
Βρήκε ένα ρήγμα στου έρωτα το βάθρο
Πέταγαν οι γλάροι θωρώντας την στιγμή

Έσπαγε το κύμα στου μύθου της τον βράχο
Φύκια και κοράλλια στόλιζαν την γιορτή
Άφριζε η θάλασσα στο ράντισμα του πάθους
Άφηνε κοχύλια το άγγιγμα στη γη

Μα ξαφνικά αποτραβήχτηκε’ ίσως τον κέρδισε κάποια άμπωτη
ή μια αλυκή τον έκλεισε στα δίχτυα της μετατρέποντας
τον παφλασμό του σε ανάμνηση…

Μόνο τα θαλασσοπούλια που κρώζουνε στο βάθος
φέρουν τα μηνύματα του πράσινου βυθού
αλάτι σιγοκαίει στους κόκκους της επάνω
το πέλαγο χωλαίνει τον έρημο γιαλό.

ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ

ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟ ΣΟΝΕΤΟ

Παλέτα η τρέλα που χάρισε σώμα
Σε μια πλαγγόνα μυστήρια λαγόνα
Το νέο κορίτσι που ντύνει το διώμα
Σαν ξένη εικόνα παράξενη Μόνα

Πινέλο η θλίψη που έσταξε χρώμα
Σε ένα λειμώνα χαμένη σταγόνα
Το γέλιο σαρδόνια παγώνει στο στόμα
Σαν μια πατρόνα αιώνιου χειμώνα.

.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ

Ο χρόνος κυκλοδίωκτος τυλίγει το κορίτσι
Και η σφιχτή του αγκαλιά το σώμα της μαργώνει
Στην πλούσια την κόμη της τα χέρια του βυθίζει
Και οι ξανθιές πλεξούδες της στο άγγιγμα ξασπρίζουν
Τα πράσινα τα μάτια της σουδάρι τα σκιάζει
Σαν η βαριά ανάσα του στο πρόσωπο ζυγώνει
Δροσόσταλα τα χείλη της που σκύβει να φιλήσει
Μα το λυγρό του φίλημα φαρμάκι σε ποτήρι
Βαθύληιες οι λαγόνες της ανθόσπαρτοι λειμώνες
Που σαν θωπεύει γίνονται αλήια πεδία
Χωρίζ’ η ώρα απ’ το λεπτό η ήρα απ’ το σιτάρι
Και το γυμνό κρανίο της μυρσίνες το στολίσαν

ΑΛΚΗΣΤΙΣ

ΑΔΜ.ἀλλ᾽ ἣν ἔθαπτον εἰσορῶ δάμαρτ᾽ ἐμήν;
ΗΡ. σάφ᾽ ἴσθ᾽. ἀπιστεῖν δ᾽ οὔ σε θαυμάζω τύχην.
ΑΔΜ. θίγω, προσείπω ζῶσαν ὡς δάμαρτ᾽ ἐμήν;
ΗΡ. πρόσειπ᾽. ἔχεις γὰρ πᾶν ὅσονπερ ἤθελες.
(Ευριπίδης, Άλκηστις, στ. 1129 – 1132)

«Σκοτεινός…
Του ανθρώπου ο δρόμος, γκρεμός
Μες το τίποτα σβήνει το φως
Και στο τίποτα φευγ΄ ο σκοπός».

«Μια στιγμή…
Το σπαθί του θανάτου σαν βγει
Απ’ της θήκης το μαύρο κελί
Μόνο θλίψη το σώμα βαστεί».

«Και εγώ…
Ένα φάσμα γυναίκας θολό
Μες τα πέπλα σαν ίσκιος γυρνώ
Και σουδάρι της νύχτας φορώ».

«Εσύ ζεις!!!
Μες τις φλέβες σου ρέει ζωή
Και ο πόθος για ξένο κορμί
Σαν τις ρίζες σε δένει στη γη»

«Τι φιλάς;
Το νερό του Κωκύτου πικρό
Μια σταγόνα στο στόμα κρατώ
Και για πάντα με δένει μ΄ αυτό»!

ΑΝΟΙΑ

Ο χρόνος περνάει μονομιάς
Αρκεί ένα γεγονός
Να βρεθείς σε ένα σάκο αναμνήσεων
Ασύνδετων
Σορός βαραίνει πληθωριστικά το συγκεκριμένο
Ενώ δρηστήρες φέρουν το μήνυμα
Σε μαύρες πλάκες
Μέσα σε λευκούς φακέλους.
Ο γύπας αφήνει ένα φτερό στο βράχο
Και ψιθυρίζει
“ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν”
Παλιά γέννα
Για να λέει που πονάει
Ή για ν΄ αφήνεις χαρτζιλίκι στην τσέπη
Όσο σε θυμάται;

ΔΙΑΒΕΒΑΙΩΣΗ

Στον Κώστα Αξελό

Ένα παιχνίδι στα χέρια ενός παιδιού
Περιφορά επιταφίου ή σελιδοδείκτης;
Σύνθεση αντίφασης από χέρι που τρέμει
Η δράση είναι βίωμα που μας αλυσοδένει,
περιεκτικό σύνολο του απεριόριστου ορίζοντα
ή ένας τρόπος να σπαταληθεί κάποια δύναμη;
Παιχνίδι που μουλιάζει στη λίμνη της πίστης
Ριχνόμαστε πλαγίως στον χρόνο
Η νοσταλγία βιώματος επικαιροποιεί το παρελθόν
Αυτό δονείται ως ζωή
Το ακτινοβόλο παιχνίδι δίχως οδηγίες
Στον κόσμο συνυπάρχει αυτό που κυριεύει
Στο κάλεσμα του Άλλου η αποσύνδεση
Η σιωπή απέναντι στην ουσία, αμφίσημη
Ο κόσμος αντιστέκεται στη σιωπή!
Ο λόγος συντρίβεται στο κατώφλι του αοράτου
Η διαβεβαίωση αναγκαιότητα παράνομη
Διαβεβαίωση: τα έδνα που δε δόθηκαν
Διαβεβαίωση: το αλάτι στην άκρη του βράχου
Ένας κόκκος έσταξε…

ΚΛΕΦΤΗΣ

(Η δεξίωση)

Στάσου διαβάτη που περνάς και ξένε που πηγαίνεις
Σε τούτη δω την ερημιά σ’ αυτή τη γη τη στέρφα
Εδώ ‘ναι που λαβώθηκα εδώ το αίμα χύθει
Εδώ ναι που με θάψανε μαζί με τ’ άρματα μου
Γιατί ναι τα’ άρματα ιερά στο αίμα βαφτισμένα
Και τούρκος δεν ετόλμησε πότε να τ’ ακουμπήσει
Εγώ ‘χω το καριόφιλο στο σώμα μου σφιγμένο
Και το ασιμοπίστολο στη ζώνη τυλιγμένο
Που χίλια βόλια έριξα χιλιάδες σκοτωθήκαν.
Εδώ ‘χω τη μαχαίρα μου στη θήκη περασμένη
Που όταν την εσήκωνα οι κάμποι ερημώναν
Και όταν τη κατέβαζα ο ήλιος εκρυβόταν
Μια χάρη μόνο σου ζητώ αυτό με κατατρέχει
Μια χούφτα χώμα μάζεψε μια χούφτα μαύρο χώμα
Και δώσε το στη μάνα μου το χέρι να μου σφίξει

ΣΚΙΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Οι σκέψεις σου, τα όνειρα, ο ήχος μιας σειρήνας
Ειν’ όλα αυτά που κρύφτηκαν στη λόχμη της Αθήνας
Κι αφήνονται τα θέλω σου σα στέγες ρημαγμένες
Πάνω σε μέρες πού ‘ρχονται και φεύγουν τρομαγμένες.

Σε πότισε το βλέμμα τους συνήθειες της πιάτσας
Στεγνώνεις με τα ρούχα σου στο σύρμα της ταράτσας
Και η στιγμή που πέρασε και πηρέ τ άγγιγμά του
Κυλάει μες τις φλέβες σου μια νύχτα του Σαββάτου

Σ’ ένα κουτάλι γέμισες με σκόνη τις αγάπες
Και απ’ τη φλόγα έλιωσες γεμάτη οφθαλμαπάτες
Και το κορίτσι που φύγε να έβρει την χαρά του
Κυλάει μες τις φλέβες σου τη νύχτα του Σαββάτου

«ΟΠΟΙΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΣΥΛΛΟΓΑΤΑΙ, ΣΥΛΛΟΓΑΤΑΙ ΚΑΛΑ»

Στον Ρήγα Φεραίο

Ως λάμπουν τα χρυσά φλουριά, τ’ αμύθητα λογάρια
λάμπουν οι νέοι στολιστοί λάμπουν οι τσαουσάδες
φορούν στα χέρια τα πλουμιά στο στήθος τα τσαπράζια
τις φέρμελες κολλαριστές γεμάτα τα κεμέρια.
Φορούν κι οι κόρες υφαντά στ’ αθά είναι ντυμένες
έχουν τις μπόλιες κεντητές και λαχουριά φουστάνια
και τα δετά μαγδάνια τους γαϊτάνια τα στολίζουν.
Ένα πουλάκι κάθισε στης εκκλησίας τον τρούλο
δεν κελαηδούσε σαν πουλί μηδέ σαν χελιδόνι
μον’ κελαηδούσε και ‘λεγε μ’ ανθρώπινη λαλίτσα:
«Ποιος είδε λάντζα στο βουνό στο πέλαγο κονάκι
οι νέοι να ναι στολιστοί φκιασιδωμένοι ούλοι
να ‘χουν τις μπόλιες κεντητές και λαχουριά φουστάνια
να ‘χουν στα χέρια τα πλουμιά γεμάτα τα κεμέρια;
Ειν’ το χρυσάφι φυλακή, μπουντρούμι το ασήμι
γαϊτάνια σαν πλεκτή τριχιά πισθάγκωνα τους δένουν
και τα γιορντάνια σίδερο μολύβι στο λαιμό τους
που το κεφάλι τους σκυφτό στο χώμα το κρατούνε
να μη σαλέψει η ματιά τους κάμπους ν’ αγναντέψει
να βρουν δερβένι για ‘αδερφό τη ρούγα να βρουν βλάμη
και το μπουγάζι να βρουνε και μπιστικό και φίλο
να συλλογούνται ‘λεύθερα καλά για να λογιάζουν».

Λογάρια = θησαυροί τσαουσάδες = Οθωμανός λοχίας (μετωνυμικά απαιτητικός άνθρωπος) πλουμιά = στολίδια τσαπράζια = χρυσά – ασημένια κοσμήματα φορούσαν σταυρωτά στο στήθος φέρμελη = γιλέκο κεντημένο με χρυσό ή μετάξι κεμέρι = ζώνη ή πουγκί για χρήματα αθά = άνθη μπόλια = κεφαλομάντηλο λαχούρι = ύφασμα με χαρακτηριστικό σχέδιο μαγδάνι = μεταξωτό – αραχνοΰφαντο πέπλο γαϊτάνι = μεταξωτή – βελούδινη κορδέλα λάντζα = βάρκα κονάκι = σπίτι φτιασιδωμένοι = μοστραρισμένοι (αρνητικά) γιορντάνι = περιδέραιο δερβένι = στενό ρούγα = στενός δρόμος βλάμη = αδελφοποιτός – σύντροφος μπουγάζι = στενή δίοδος ανάμεσα σε δύο βουνά μπιστικό = έμπιστος

ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΝΑΚΙ

Δώδεκα αγόρια του σχολιού
κι η Χριστινιώ μια τάξη
Μη βρέξει και μη στάξει …
Βασίλης Ρώτας

Τρία πουλάκια κάθονταν τα τρία μαυροπούλια
Κείνα που κρώζουν συμφορές και για καημούς μιλούνε
Το ΄να κοιτούσε στον βοριά και λέει τα περασμένα
Την Πόλη που κουρσέψανε την Πόλη που εχάθει
Τ΄ άλλο κοιτούσε στον νοτιά και κλαίει για την Σμύρνη
Το τρίτο το πικρόλαλο το πιο φαρμακωμένο
Με μάτια απ’ την άβυσσο το Χριστινιώ κοιτάζει
Για δες τε το ξανθόμαλλο τ΄ αγρίμι τ΄ ελαφάκι
Ο πόθος τους το έταξε του χάροντα νυφούλα
Άκουσες μάνα πως λαλούν πως κρένουν τα πουλάκια
Κι έχουν τα μάτια τους θολά της θάλασσας τον πάτο..
Πουλάκια είναι κόρη μου πουλιά είναι και κρένουν
Δώδεκα πτίλα πέσανε δώδεκα πτίλα μαύρα
Και κόπηκαν και έφυγαν και έπεσαν στη στέρνα
Μανούλα βλεπς τα πούπουλα πως χάθηκαν στη στέρνα?
Πούπουλα είναι κόρη μου αγέρας θα τα σέρνει.
Συρε καλή μου στο νησί στο μέγα μοναστήρι
Που χει σαράντα σήμαντρα κι ογδόντα δυο καμπάνες
Που χει εικόνα ιερή και λείψανα τ’ Αγίου
Και συναντά ο ‘σπερινός τον όρθρο κάθε μέρα
Εμπρός στην άγια τράπεζα το τάμα ν’ απιθώσεις
Να σε βλογήσουν τα ιερά να σε φυλά ο Άγιος
Η κόρη σαν ξεμάκρυνε και σαν την στράτα πήρε
Ευθείς γυρίζει στο πουλί με δάκρυα το ρωτάει
Πες μου πουλάκι μου κάλο και γω θα σε χρυσώσω
Φωλιά θα πλέξω να σταθείς και φρέσκο κανναβούρι
Στη μοίρα της Χριστίνης μου ο χάρος θα μακρύνει;
– Έχει καρφί βαθειά μπηχτεί και στέρεο θα μείνει!*

Το βραδ’ αραχνοΰφαντο τυλίγει το ζαρκάδι
Και της δροσιάς οι σταλαχτιές το δέρμα του σμαλτώνουν
Ο Λίβας πλέκει τα μαλλιά με φύλλα τα στολίζει
Και της νυχτιάς οι ευωδιές τα χείλια κοκκινίζουν
Του φεγγαριού η σελαγή μαντίλι στο κεφάλι
Που τα γλαρά ματάκια της στο φως του σιγοσβήνουν
Δώδεκ’ αγόρια κάθοταν σε πέτρινο πεζούλι
Δώδεκα’ αγόρια του σχολιού στην σκάλα περιμέναν
Την πέρδικα ‘νταμώνουνε λευκή και στολισμένη
Με τα γλαρά ματάκια της με πλόκους τα μαλλιά της
Με κόκκινα τα χείλια της το σμαλτωμένο δέρμα
Και το φεγγάρι κάλυμμα κορώνα στο κεφάλι
Τ’ αγόρια τ’ ορκιστήκανε στην παλικαροσύνη
Να μην στεριώσουνε ποτές να μην χαρούνε σπίτι
Να μην γευτούνε τα ψητά οι σούβλες να σκουριάσουν
Να μην μυρίσουνε κρασί ποτέ μην ξεδιψάσουν
Τον λόγο αν πατήσουνε να κλέψουν την Χριστίνη
Έμοιαζ’ η βάρκα με φαρί δίπλα στεφανωμένο
Καλπάζει με τον πόθο τους σε μακρινούς λειμώνες
Αρπάζουνε τους κάβους της τα γκέμια της τραβούνε
Χτυπούν με τα καλίγια τους την κουπαστή και πάνε.
– Έμπα καλή στη βάρκα μας να πάμε και να ρθούμε
… τραγούδι που θα πούμε.

* Αισχύλος, ικέτιδες,945 -946, Απάντηση Πελασγού.

ΤΟ ΔΙΑΔΗΜΑ

Τυφλά παιδιά που σε γραμμές τα παρατάσσουνε
Να διασκελίσουν τα εσκαμμένα τους ειν’ αδύνατον
Η ομορφιά μοιάζει αστείο για να γελάσουνε
Μες την αμάθεια λύση προτάσσει μόνο το ύστερον

Κενό αφήγημα που υποδόρια τους στιγματίσαμε
Η ιστορία σπρώχνει τη μπίλια προς τον κατήφορο
Σπασμένα λάβαρα, φθαρμένα έδνα που αθετήσαμε
Το πεπρωμένο μας να παρακάμψουμε ήταν ασύμφορο

Αναμετρώνται μέσα στις φλόγες ότι θελήσαμε
Στο τζάκι στάχτη έχει αφήσει κάποιο αλώβητο
Πυρακτωμένες επαναστάσεις που σιγοσβήσαμε
Ολιστικά˙ και τις σκορπίσαμε στο αδυσώπητο

Ύπουλες Κήρες οι ερωμένες που συντροφεύσαμε
Κάτω το λέσι δίνει φωνή σ’ ένα παράδειγμα
Ισχνά τα λόγια, κομμένα κρόσσια που ξαναπλέξαμε
Και τα στολίσαμε, ειρωνικά, σ’ αυτό το διάδημα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *