ΚΑΙΤΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΥ

Η Καίτη Βασιλάκου σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση.
Από το 2010 διατηρεί το προσωπικό της ιστολόγιο: Καίτη Βασιλάκου (http://
ketivasilakou.blogspot.gr/).

Εργογραφία:

Ο πειρασμός του ερημίτη Χάρτμουτ Λιμπέργκερ, (Ιωλκός, 2008)
Οι πόρτες, (Ιωλκός, 2010)
Ο τέταρτος κλώνος, (Αίολος, 2011)
Αγαπημένε μου ψυχίατρε, (Απόπειρα, 2012)
Αγαπημένε μου ψυχίατρε, πες μου… (ποιήματα), (Μανδραγόρας, 2012)
Νυχτώνει αργά (ποιήματα), (Μανδραγόρας, 2014)
Σιμόν (θεατρικό), (Μανδραγόρας, 2014)
Το επίμονο φαινόμενο, (Απόπειρα, 2016)
Προγονική εντολή, (Γαβριηλίδης, 2019)
Οι αποκλίνοντες (ιστορικό μυθιστόρημα) (Απόπειρα 2020)

.

.

ΟΙ ΑΠΟΚΛΙΝΟΝΤΕΣ (2020)

Οπισθόφυλλο

Στα ταραγμένα χρόνια του τέταρτου μ.Χ. αι. η Αντιόχεια, η πιο μεγάλη και η πιο πλούσια πόλη της ρωμαιοβυζαντινής αυτοκρατορίας, βιώνει αργά και επώδυνα τη μεταμόρφωσή της από πόλη ποικίλων λατρειών, πίστεων, δοξασιών και αιρέσεων σε μια πόλη αυστηρά ορθόδοξη χριστιανική.
Παράλληλα με τα μίση, τις θρησκευτικές έριδες, τις συγκρούσεις και τους διωγμούς των αντιφρονούντων η Αντιόχεια βιώνει και τις μεγάλες πολιτικές συγκρούσεις της αυτοκρατορίας, τους πολέμους εναντίον των εχθρών της,
τους εμφυλίους πολέμους, τις αυθαιρεσίες των αρχόντων, τις συνωμοσίες και τις σφαγές τους.
Ο Σωσίθεος, ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, τα αφηγείται όλα αυτά, καθώς ξεδιπλώνει τη ζωή του στη γενέτειρά του Αντιόχεια αλλά και στα ταξίδια του στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας.
Μέσα από το μυθιστόρημα καταδεικνύεται το πλήθος των Γνωστικών ομάδων και γενικότερα των αλληλοσυγκρουόμενων θρησκευτικών ομάδων της εποχής, ο τρόπος σκέψης των πρώτων εκείνων Χριστιανών, η πολυπλοκότητα και οι ιδιορρυθμίες των ιδεών και αξιών τους, καθώς αναμειγνύουν στις δοξασίες τους ανατολικές και ελληνικές θεότητες, φιλοσοφικές ιδέες και δεισιδαιμονίες.
Όλοι εκείνοι οι αποκλίνοντες Χριστιανοί αλλά και οι άλλοι ετερόδοξοι έσβησαν σιγά σιγά μετά την αυστηρή επιβολή σε όλη την αυτοκρατορία του Συμβόλου της Νίκαιας, όπως αποφάσισε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος περί το τέλος του τέταρτου αιώνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 σελ. 61-69

Μετά τον θάνατο του πατέρα μου όλα άλλαξαν στη ζωή μου.
0 Μπααράμ, μόλις επιστρέψαμε στην ταβέρνα, με οδήγησε στο πλυσταριό, σήκωσε ένα τούβλο από το τζάκι κι έβγαλε από κάτω ένα πουγκί με τρία χρυσά νομίσματα.
—Αυτά είναι δικά σου, μου είπε. Ο πατέρας σου κάθε τόσο τα έβγαζε να τα ελέγξει και μετά τα ξανάβαζε στη θέση τους. Νόμιζε πως δεν τον έβλεπε κανείς.
Ακούμπησε το πουγκί στο τραπέζι, ενώ εγώ τον κοίταζα σαστισμένος.
—Τι να τα κάνω εγώ τα χρήματα, Σωσίθεε; Έτσι κι αλλιώς δεν θα είχα πού να πάω, αν σκεφτόμουν να το σκάσω από δω.
Ήταν μια πράξη εξωφρενικής εντιμότητας και η εξήγηση που μου έδωσε, δεν μου φάνηκε και πολύ πειστική. Για αρκετό καιρό αναρωτιόμουν για ποιο λόγο δεν είχε κρατήσει το χρυσάφι για πάρτη του. Τώρα νομίζω ότι ξέρω, αλλά αποφεύγω να το σκέφτομαι. Μια τέτοια σκέψη μού προκαλεί πόνο, αν και είναι δεκατέσσερα χρόνια που έχει πεθάνει ο καλός μου Μπααράμ. Είκοσι πέντε χρονών ήταν όταν ήρθε δούλος στο σπίτι μου κι εγώ γεννήθηκα έναν χρόνο μετά. Κι όταν καμιά φορά κοιτάζομαι στον καθρέφτη, βρίσκω ότι του μοιάζω πολύ.
Την άλλη μέρα που είχαμε θάψει τον πατέρα μου και γυρίζαμε στην πόλη, ο Μπααράμ μού είπε:
— Αφέντη —είχε σταματήσει τώρα να με λέει με το όνομά μου — εσύ είσαι μορφωμένος και δεν σου πάει να κάνεις τον κάπελα. Έπειτα όλοι λένε πως ο Λεύκιος σε έχει κάνει Γνωστικό, και αυτό μπορεί να μην αρέσει στους άλλους Χριστιανούς της γειτονιάς. Καλύτερα να δουλέψω μόνος μου το μαγαζί, που ξέρω καλά τη δουλειά.
Ο Μπααράμ είχε δίκιο, εξάλλου δεν είχα σκοπό να περάσω τη ζωή μου κάνοντας τον ταβερνιάρη. Άλλα ήταν τα δικά μου σχέδια.
Εγκαταστάθηκα στα δυο δωμάτια πάνω από την ταβέρνα και με τον χρυσό που είχα απροσδόκητα κληρονομήσει, άλλαξα την επίπλωση, δηλαδή άλλαξα τα σκοροφαγωμένα σκαμνιά και το ετοιμόρροπο κρεβάτι. Πάνω από αυτό, κρεμασμένο από ένα καρφί στον τοίχο, είδα το φυλαχτό που οι Χριστιανοί είχαν δώσει στον πατέρα μου όταν είχε πεθάνει η μάνα μου. Τότε ήμουν μικρός και αδαής και δεν είχα δώσει σημασία, τώρα όμως αναγνώρισα αμέσως ότι επρόκειτο για ένα φυλαχτό, που από τη μια πλευρά έφερε τη μορφή του Απολλώνιου του Τυανέα και από την άλλη είχε μαγικές ακατάληπτες επικλήσεις. Οι Γνωστικοί τιμούν τον Απολλώνιο και τον θεωρούν σχεδόν ισότιμο με τον Ιησού. Δεν ήξερα όμως ότι τον τιμούσαν και οι άλλοι Χριστιανοί. Καλό ήταν πάντως να μείνει το φυλαχτό στο σπίτι για να μας προστατεύει από το κακό. Το ξανακρέμασα στον τοίχο.
Τα άλλα όλα τα πέταξα. Ο Μπααράμ φρόντισε να τα δώσει στους φτωχούς, τριμμένα ρούχα που μύριζαν κρασί, ραγισμένα κύπελλα και σπασμένα λυχνάρια. Αγόρασα καινούρια ρούχα για μένα και μια καλή φορεσιά για τον Μπααράμ.
Χρειάστηκε λίγος καιρός, μέχρι να βρω τους ρυθμούς μου στην καινούρια μου ζωή. Στο σπίτι του Λεύκιου πήγαινα ταχτικά και παρακολουθούσα τις συζητήσεις των φίλων του κάτω από τα επιτιμητικά βλέμματα του Συμεών, στον οποίο κανείς δεν έδινε σημασία.
Ο Λεύκιος έμενε αρκετά μακριά, κοντά στη Βόρεια Πύλη, και το σπίτι του είχε πολλές ανέσεις που δεν υπήρχαν στο δικό μου, που ήταν χωμένο σ’ ένα σοκάκι μέσα στην πιο μεγάλη συνοικία της Αντιόχειας, τη λαϊκή Συριακή Συνοικία. Γι’ αυτό πολλά βράδια διανυκτέρευα στο σπίτι του, καθώς μάλιστα ξεχνιόμασταν με την κουβέντα και σήμαινε η απαγόρευση της κυκλοφορίας.
Τώρα που δεν ήμουν πια υπηρέτης, αντέγραφα χειρόγραφα επί πληρωμή κι έτσι χωρίς να το καταλάβω κατέληξα να γίνω ένας επαγγελματίας αντιγραφέας, πράγμα που αύξησε αρκετά το εισόδημά μου.
Αγόρασα τα υλικά μου και τα εργαλεία μου και μετέτρεψα σε σκριπτόριο το ένα από τα δυο δωμάτια του σπιτιού μου. Είχα τα καλάμια μου και τα μαχαιράκια μου, με τα οποία τα έξυνα, τα μελάνια μου, που τα φύλαγα σε μικρά φιαλίδια, το σκαμνί μου για να κάθομαι και το υποπόδιο για να ακουμπώ τα πόδια μου. Στο αναλόγιο τοποθετούσα το χειρόγραφο που έπρεπε να αντιγράψω και στα γόνατά μου τον άγραφο πάπυρο.
Καθόμουν πολλές ώρες έτσι ακίνητος σ’ αυτή την άβολη στάση και αντέγραφα. Προσπαθούσα όσο μπορούσα να είναι ευανάγνωστα τα γράμματά μου. Καλλιγραφικά, όπως έγραφαν οι συνάδελφοί μου στα οργανωμένα σκριπτόρια, δεν μπόρεσα να γράψω ποτέ. Πιο πολύ πρόσεχα να μην κάνω λάθη στην αντιγραφή. Μετά, όταν τέλειωνα το κείμενο, έκανα την παραβολή με το πρωτότυπο και διόρθωνα τις παραλείψεις μου. Κυρίως αντέγραφα ξόρκια και επωδές, που τα χρειάζονταν οι μάντεις, οι γιατροί και οι μάγοι. Μεγάλα κείμενα δίσταζα να αναλάβω, γιατί είχα μάθει τη γραφή σχετικά αργά και τα γράμματά μου δεν ήταν όμορφα. Αλλά επειδή δεν ζητούσα πολλά χρήματα, έπαιρνα και παραγγελίες πότε πότε να αντιγράψω κανένα γνωστικό κείμενο από τον κύκλο του Λεύκιου. Αργότερα είχα και κάποιους σκόρπιους πελάτες Εθνικούς.
Εκείνη την εποχή ήταν αρκετά μπερδεμένα τα πράγματα και όσοι πίστευαν στον Χριστό λέγονταν όλοι Χριστιανοί, ενώ σήμερα είναι Χριστιανοί μόνο όσοι ασπάζονται το Σύμβολο της Νίκαιας. Γι’ αυτό, αν και εγώ ήμουν Βαλεντινιανός, μου έδιναν καμιά φορά και οι άλλοι Χριστιανοί να αντιγράψω δικά τους κείμενα, όπως Επιστολές του Παύλου, και κάποτε αντέγραψα και το Ευαγγέλιο του Λουκά που μου είχε παραγγείλει ένας έμπορος Μαρκιωνιστής.
Η επαφή μου με τα χειρόγραφα ήταν ένα είδος συνεχούς εκπαίδευσης για μένα. Και μιας και δεν ήμουν ακριβός, όπως οι μεγάλοι αντιγράφεις, άρχισα σιγά σιγά να ξεθαρρεύω και να παίρνω αρκετές παραγγελίες από Αντιοχείς που ανήκαν σε διάφορες ομάδες θρησκευτικές και φιλοσοφικές.
Η Αντιόχεια ήταν γεμάτη τότε από τέτοιες ομάδες Νεοορφιστών, Νεοπυθαγόρειων και Νεοπλατωνικών, μικρές ομάδες βέβαια που με τον καιρό γίνονταν όλο και μικρότερες, μέχρι που τελικά εξαφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια, γιατί τις σάρωσε ο Χριστιανισμός.
Έτσι, μετά τους Γνωστικούς ανακάλυψα τους Νεοπλατωνικούς.
Ύστερα τους Νεοπυθαγόρειους, τους Νεοορφιστές και τους Ερμητικούς.
Αντέγραφα τα χειρόγραφά τους, αλλά δεν τα πολυκαταλάβαινα, ήμουν ακόμα πολύ νέος και επί πλέον δεν ήμουν τόσο μορφωμένος όσο νόμιζα. Όμως αυτό που καταλάβαινα ήταν ότι όλες αυτές οι ομάδες μιλούσαν λίγο πολύ για το ίδιο πράγμα, για τον έναν αγαθό Θεό.
Οι Νεοορφιστές, παραδείγματος χάρη, μιλούσαν για έναν Θεό δημιουργό του εαυτού του και του κόσμου, έναν Θεό παντοδύναμο, αυτοδύναμο, αιώνιο, κύριο των όντων, ανώτερο από τη μοίρα, αόρατο και άχραντο. Άλλοτε τον ανέφεραν ως Θεό, άλλοτε τον ονόμαζαν Δία ή Δία-Διόνυσο Ήλιο ή Δία-Διόνυσο-Ήλιο-Άδη.
Οι Ερμητικοί πίστευαν σ’ έναν παρόμοιο Θεό, άυλο, αγέννητο, αιώνιο, αμετάβλητο που ταυτίζεται με το Αγαθό. Αυτός είναι ο Δημιουργός Πατέρας, ο οποίος «τα πάντα ποιεί και μόρια του Θεού πάντα εστίν». Οι Ερμητικοί νόμιζαν πως μόνο αυτοί κατείχαν την αλήθεια και πως οι άλλοι είναι βυθισμένοι στην άγνοια και την πλάνη, το ίδιο δηλαδή που νόμιζαν όλες οι ομάδες για τη δική τους πίστη. Έλεγαν μάλιστα πως όσοι Ερμητικοί ασκούσαν προσηλυτισμό θα γίνονταν κάτι σαν μάρτυρες, γιατί ο κόσμος θα τους μισούσε, θα τους περιφρονούσε και μπορεί και να τους θανάτωνε.      Οι Νεοπυθαγόρειοι δίδασκαν ότι ο άνθρωπος είναι συγγενής όχι μόνο με όλους τους ανθρώπους αλλά και με τα ζώα και με τα φυτά και με τους θεούς. Γι’ αυτό πρέπει να είναι ευσεβής, να μη σκοτώνει τα ζώα, να μην προσφέρει αιματηρές θυσίες και να μην τρώει κρέας. Να συγκρατεί την οργή του και να αποφεύγει τις ηδονές.
Οι Νεοπλατωνικοί πίστευαν ότι το σώμα είναι εμπόδιο της ψυχής κι ότι ο άνθρωπος πρέπει να περιφρονήσει τη νόηση και τη γνώση. Με την αυτοσυγκέντρωση θα καταφέρει να χάσει τη συνείδηση όλων των πραγμάτων, ακόμη και του εαυτού του. Έτσι θα φτάσει στη θεία έκσταση και θα ενωθεί με τον Θεό.
Δεν ήταν βέβαια ενδιαφέροντα όλα τα βιβλία που αντέγραφα. Οι φαρμακολογίες, παραδείγματος χάρη, ήταν πολύ πληκτικές. Άλλα κείμενα που ήταν μαγικά, γεμάτα επωδούς, τα έβρισκα εντελώς ασυνάρτητα, αν και ασφαλώς για τον μυημένο θα είχαν το νόημά τους.
Αλλά η ζωή μου είχε πια αλλάξει εντελώς: Ζούσα με ιδέες, έγραφα για ιδέες, σκεφτόμουν ιδέες.
Αυτό που ο Μπααράμ ονόμασε αρρώστια, άρχισε να εμφανίζεται πιο έντονα εκείνο τον καιρό, αν και εγώ ακόμα τότε δεν μπορούσα να το καταλάβω. Αυτό που καταλάβαινα ήταν ότι ξαφνικά είχα βρεθεί μέσα σ’ ένα πέλαγος ιδεών και κολυμπούσα ζαλισμένος, χωρίς να βλέπω πουθενά στεριά. Ο κόσμος ήταν γεμάτος θρησκείες, θεωρίες, δοξασίες, και ο Θεός σαν να έπαιζε κρυφτό με τους ανθρώπους: φανερωνόταν και κρυβόταν μέσα σε φιλοσοφικά ρεύματα, σε αιρέσεις και σε δόγματα και ήταν σαν να μας προκαλούσε να ανακαλύψουμε το αληθινό του πρόσωπο.
Ποιο ήταν όμως το αληθινό του πρόσωπο;
Κάθε θρησκευτική ομάδα, κάθε φιλοσοφική παρέα ισχυριζόταν πως αυτή κατείχε την αλήθεια και οι άλλοι ήταν οι πλανημένοι. Κι οι Βαλεντινιανοί το ίδιο έλεγαν. Ήταν όμως έτσι;
Αν ήμουν λίγο μεγαλύτερος, αν είχα περισσότερη ωριμότητα, ίσως να μην πάθαινα αυτό που έπαθα. Ίσως δεν έπρεπε να γίνω αντιγραφέας, δεν έπρεπε να έρθω σε επαφή με τις ιδέες, αφού δεν είχα μέσα μου σταθερή πίστη. Μπορεί επίσης να έπαιξε ρόλο και το ότι ήμουν ο γιος ενός κάπελα, αμόρφωτος ως τα δεκατρία μου χρόνια. Τα τέσσερα χρόνια που έζησα με τον Λεύκιο δεν ήταν αρκετά για να στεριώσουν μέσα μου τη Γνώση. Έτσι βρέθηκα ξαφνικά απροετοίμαστος μέσα σ’ αυτό το πέλαγος των ιδεών που εκείνη την εποχή διέτρεχαν ολόκληρη την Αντιόχεια. Εντυπωσιάστηκα. Μπερδεύτηκα. Χάθηκα μέσα στις αμέτρητες θεωρίες.
Σιγά σιγά άρχισα να απομακρύνομαι από τους Βαλεντινιανούς. Όμως ακόμα τότε ήμουν αισιόδοξος και η θλίψη δεν είχε βαρύνει αβάσταχτα την ψυχή μου. Μέσα σε τόσες θεωρίες και συστήματα ήμουν σίγουρος ότι κάπου ήταν κρυμμένος και με περίμενε ο δικός μου Θεός. Θα τον έβρισκα κάποια στιγμή, δεν είχα καμιά αμφιβολία.
Στου Λεύκιου εξακολουθούσα να πηγαίνω, ήμουν όμως λίγο ενοχλητικός με τις ιδέες που έφερνα μαζί μου. Ο Λεύκιος ήταν συγκαταβατικός και με δικαιολογούσε. Έλεγε πως μπέρδευα την απλή γνώση με τη Γνώση και ότι καλύτερα να σταματούσα να αντιγράφω κείμενα που δεν ήταν των Βαλεντινιανών. Άδικα με συμβούλευε. Εδώ υπήρχε ένα σύμπαν ιδεών κι εγώ ήθελα να το κατακτήσω ολόκληρο. Όταν δεν αντέγραφα, δανειζόμουν χειρόγραφα από τους πελάτες μου και τα διάβαζα άπληστα. Μερικά τα αντέγραφα για λογαριασμό μου. Τότε ήταν που άρχισα να φτιάχνω τη μικρή βιβλιοθήκη μου.
Ο κόσμος μου εν τω μεταξύ άλλαζε ραγδαία. Ή μήπως ήταν η αρρώστια μου που τον άλλαζε; Δεν μπόρεσα να το ξεκαθαρίσω ποτέ αυτό. Ο Μπααράμ αποδείχθηκε άξιος κάπελας. Παρά το κουτσό του πόδι προλάβαινε να τα κάνει όλα. Παζάρευε με τους χωρικούς που τον προμήθευαν κρασί, έτρεχε στην αγορά για να αγοράσει παστά ψάρια και καμιά φορά και λίγο φρέσκο χοιρινό και τα είχε καλά με τους αγορανόμους που περνούσαν κάθε τόσο και δοκίμαζαν τους μεζέδες και το κρασί του. Ο κόσμος τον φώναζε Ευσέβιο και όλοι νόμιζαν ότι ήταν Χριστιανός, με αποτέλεσμα να είναι τώρα Χριστιανοί οι περισσότεροι πελάτες μας. Αρειανοί βέβαια, μιας και οι άλλοι βρίσκονταν πάντα σε διωγμό.             Οι συμπλοκές ανάμεσα σ’ αυτούς και τους οπαδούς του Συμβόλου της Νίκαιας συνεχίζονταν και είχαν γίνει ακόμα πιο άγριες. Οι Αρειανοί έφερναν μαζί τους και τον στρατό, γιατί εκείνοι ως νόμιμοι είχαν το κράτος με το μέρος τους. Πολλοί οπαδοί του Συμβόλου της Νίκαιας εξορίστηκαν τότε κι έχασαν τις περιουσίες τους, άλλοι φυλακίστηκαν και αρκετοί σκοτώθηκαν σ’ αυτές τις διαμάχες.
Ο Μπααράμ έκανε τον Αρειανό, αν και φρόντιζε να μη γίνονται θεολογικές συζητήσεις στην ταβέρνα, γιατί ήξερε από πείρα ότι τέτοιες συζητήσεις κατέληγαν πάντα σε καβγάδες. Οι άνθρωποι της συνοικίας μας ήταν απλοϊκοί και αγράμματοι και τα επιχειρήματά τους ήταν τόσο χονδροειδή και προσβλητικά για την άλλη πλευρά που ύστερα από λίγο άρχιζαν οι βρισιές και το ξύλο. Γι’ αυτό ο Μπααράμ πολύ καλά έκανε και γύριζε την κουβέντα στα πολιτικά.

…/…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 σελ. 103-110

Εκείνη την εποχή είχε έρθει στην πόλη μας ο Ιουλιανός μαζί με τον στρατό του. Ξανά είχε πολλαπλασιαστεί η κίνηση στους δρόμους και στα μαγαζιά, αλλά αυτήν τη φορά ο κόσμος έδειχνε ενοχλημένος με τα φερσίματα του αυτοκράτορα. Και είναι αλήθεια αυτό που τον κατηγορούσαν, ότι δηλαδή δεν ήξερε να κρατά τη θέση του και φερόταν σαν να ήταν ένας από μας. Κανείς δεν έδειχνε να τον σέβεται μ’ αυτά του τα καμώματα, και ο Λιβάνιος με την παρέα του τους Εθνικούς άδικα προσπαθούσε να τον δικαιολογήσει. Βέβαια όταν Ιουλιανός δίκαζε, έβγαζε δίκαιες αποφάσεις και όσοι ήταν στο δικαστήριο, τον χειροκροτούσαν ενθουσιασμένοι. Αλλά ήταν ιδιόρρυθμος χαρακτήρας κι έκανε πολλές αδεξιότητες που ερέθισαν τον κόσμο. Τότε άρχισαν να τον κοροϊδεύουν στα φανερά, χωρίς να τον φοβούνται- ποιος να φοβηθεί έναν αυτοκράτορα δεν τιμωρεί;
Μια φορά αποφάσισε να τελέσει δημόσια τις μυστηριακές τελετές της Κυβέλης. Μαστιγώθηκαν τελετουργικά εκατό νέοι, αλλά μερικοί από αυτούς τραυματίστηκαν και κάποιες ιέρειες λιποθύμησαν από τον φόβο τους και οι τελετές απέτυχαν. Μια άλλη φορά θυσίασε έναν λευκό ταύρο στον ναό του Φιλιού Δία και οι Χριστιανοί που τον μισούσαν του έβγαλαν αμέσως παρατσούκλι και τον φώναζαν «ταυροχασάπη».
Και μετά ήταν και τα γεγονότα της Δάφνης. Ο Ιουλιανός εξοργίστηκε όταν του έφερε ο ιερέας του Απόλλωνα μια χήνα για θυσία, μιας και δεν είχε πρόχειρο άλλο ζωντανό. Τις επόμενες μέρες έβγαλε το άχτι του.
Μέσα σε μια μέρα θυσίασε χίλια λευκά πουλιά. Μετά θυσίασε εκατό ταύρους στον Δία-Ήλιο-Μίθρα. Μετά τετρακόσιες αγελάδες στην Κυβέλη. Οι Χριστιανοί τα έβλεπαν αυτά και έβραζε το αίμα τους.
Στη Δάφνη ήταν και η εκκλησία του Αγίου Βαβύλα που είχε χτίσει ο αδελφός του ο Γάλλος. Διέταξε να πάρουν αμέσως από κει το λείψανο του αγίου και να το μεταφέρουν αλλού. Σ’ όλη τη διαδρομή οι Χριστιανοί καταριόνταν τον αυτοκράτορα. Και την άλλη μέρα ο ναός του Απόλλωνα πήρε φωτιά κι έγινε στάχτες. Ο Γουλιανός δεν τιμώρησε κανέναν. Μόνο έκλεισε τη Μεγάλη Εκκλησία που είχε χτίσει ο θείος του ο Κωνσταντίνος ο Πρώτος. Αυτό εξαγρίωσε περισσότερο τους Χριστιανούς.
Είχε προηγηθεί και η σιτοδεία που παραλίγο να βγούμε όλοι ζητιάνοι στους δρόμους. Ο αυτοκράτορας, για να ανακουφίσει τον κόσμο που πεινούσε, έφερνε σιτάρι απέξω, αλλά οι μεγαλέμποροι το αγόραζαν και μετά το έκρυβαν και ο λαός δεν είχε να φάει. Αναγκάστηκε τότε να βγάλει στην αγορά το σιτάρι που φύλαγε για τον στρατό του. Το άρπαξαν κι αυτό οι μαυραγορίτες το εξαφάνισαν. Ο Ιουλιανός δεν ήξερε πώς να τα βγάλει πέρα μαζί τους. Βέβαια, αν έκοβε μερικά κεφάλια, θα είχε λυθεί το πρόβλημα, αλλά αυτός δεν τιμωρούσε και οι μεγαλέμποροι είχαν τελείως αποθρασυνθεί Τελικά έδωσε εντολή κι έβγαλαν οι δούλοι του από τις δικές του αποθήκες τρόφιμα και τα πουλούσαν στον κοσμάκη για να τον ανακουφίσουν. Ό,τι και να έκανε όμως δεν μπορούσε να λύσει το πρόβλημα της σιτοδείας, και ο κόσμος δυσανασχετούσε και είχε στραφεί εναντίον του.
Τότε βγήκαν και τα προσβλητικά τραγούδια εις βάρος του, που ο λαός τα τραγουδούσε στους δρόμους. Κυκλοφόρησαν και διάφορα λιβελογραφήματα που τον έβριζαν, τον αποκαλούσαν νάνο, πίθηκο και τραγογένη. Ο κόσμος τα διάβαζε και γελούσε. Ήρθαν και σε μένα κάποιοι και μου ζήτησαν να αντιγράψω μερικά, αλλά εγώ αρνήθηκα, δεν ήθελα πάρε δώσε μ’ αυτούς τους φανατισμένους. Εμένα εξάλλου δεν με πείραζε που τους είχε βάλει στο μάτι όλους αυτούς, κάθε άλλο, και μπορώ να πω πως τότε στην απόγνωσή μου με την αρρώστια του Μπααράμ μπορεί και να βοήθησε ο αυτοκρατορικός θεός Μίθρας.
Όμως με την κρίση του σιταριού είχα θυμώσει κι εγώ πολύ. Ήταν οι πλούσιοι βέβαια αυτοί που εξαφάνιζαν το στάρι από την αγορά, αλλά τι έκανε γι’ αυτό ο αυτοκράτορας; Κι εμείς στην ταβέρνα τα φέρναμε δύσκολα βόλτα. Ούτε κρασί ούτε ψωμί δεν μπορούσαμε να βρούμε. Χάθηκε η πελατεία μας και μόνο οι στρατιώτες έρχονταν και ήταν απαιτητικοί και φωνακλάδες, αλλά άδικα έκαναν φασαρία, δεν είχαμε τίποτα να τους δώσουμε. Κι όταν επιτέλους η κρίση πέρασε, οι ζητιάνοι στους δρόμους είχαν πολλαπλασιαστεί.
Την επόμενη άνοιξη ο Ιουλιανός έφυγε από την πόλη μας για να πάει να χτυπήσει τους Πέρσες και συνέχισε κι εκεί τα παράξενα καμώματά του.
Είχα κατέβει ένα απόγευμα στο καπηλειό και συζητούσα με έναν έμπορο κρασιού που δεν ήθελε να κάνει τη συναλλαγή με τον Μπααράμ και επέμενε να την κάνει απ’ ευθείας μαζί μου. Ο Ιουλιανός έδειχνε να τα πηγαίνει καλά στον πόλεμο με τους Πέρσες και ο κόσμος στο μαγαζί συζητούσε για την άλωση της Βισουχίδας.
— Και πώς σου φαίνεται αυτό, Σωσίθεε, με ρώτησε ο οινέμπορος, αφού είχαμε τελειώσει τα παζάρια. Πήρε στην προστασία του, λένε, ο αυτοκράτορας ένα κωφάλαλο παιδί που βρήκε εγκαταλειμμένο στην πόλη.
Εγώ ήμουν επιφυλακτικός. Ποτέ δεν ξέρεις όταν μιλάς ποιον έχεις απέναντι σου. Αυτός εδώ ο έμπορος δήλωνε τώρα Εθνικός, αλλά μέχρι πριν από έναν χρόνο ήταν Χριστιανός. Και μπορεί ο Ιουλιανός να ήταν ανεκτικός, αλλά οι χαφιέδες τρύπωναν παντού και δεν ήξερες τι μπορούσε να σου ξημερώσει.
—Έκανε μια καλή πράξη ο αύγουστος, είπα προσεχτικά.
Οι άλλοι στο μαγαζί είχαν περισσότερο θράσος.
— Αυτά δεν είναι συνηθισμένα φερσίματα για έναν αυτοκράτορα, είπε ο διπλανός μου, ένας άγνωστος που μπορεί να ήταν και της μυστικής.
— Τι το θέλει το κωφάλαλο ο Ιουλιανός; Τι να το κάνει;
— Το λυπήθηκε, είπε ο οινέμπορος.
Ο διπλανός μου έβαλε τα γέλια:
— Τέτοιο μαλακοπίτουρα αυτοκράτορα δεν έχω ξαναδεί! Τι στρατηλάτης και αηδίες μού λέτε τώρα εσείς. Ένας άντρας που λυπάται τα ανάπηρα αντί να τα σφάζει!
— Είναι μεγάλος στρατηγός ο Ιουλιανός! Όλη η αυτοκρατορία έχει να το λέει, είπε ο έμπορος ερεθισμένος.
Στην κουβέντα μπήκε και ο Ζηνόδωρος, που από τότε που είχε γιατρέψει τον Μπααράμ περνούσε πολλές ώρες στο καπηλειό τρώγοντας και πίνοντας δωρεάν:
— Μεγάλος στρατηγός μπορεί να είναι, αλλά μ’ αυτά που κάνει ο κόσμος θα τον περάσει για βλαμμένο.
— Τον βλαμμένο θα πάρουμε για βλαμμένο; φώναξε ένας από απέναντι και ξέσπασαν όλοι στα γέλια.
Μόνο ο οινέμπορος έμεινε σκυθρωπός.
— Εσύ γιατί δεν γελάς; Μήπως είσαι της μυστικής; τον ρώτησε ο διπλανός μου και πάλι όλοι ξέσπασαν σε γέλια.
Τόσο πολύ είχε αποθρασυνθεί ο κόσμος με την ανεκτικότητα του Ιουλιανού. Ακόμα κι εγώ πήρα αέρα και είπα κάποια στιγμή στον έμπορο:
— Είδες πού πήγε η τιμή του κρασιού. Όλα τα τρόφιμα ακρίβυναν διπλά και τρίδιπλα εξαιτίας του αυτοκράτορα. Ο κόσμος έχει αγαναχτήσει.
— Δεν φταίει αυτός, οι μεγαλέμποροι φταίνε που αρπάζουν τα τρόφιμα και τα κρύβουν στις αποθήκες τους. Κι εγώ από αυτούς αγοράζω.
Οι άλλοι στο μαγαζί τού επιτέθηκαν κι άρχισε τότε ένας καβγάς που δεν ξέρω κι εγώ πού θα κατέληγε αν δεν έμπαινε στη μέση ο Μπααράμ. Πήρε τον οινέμπορο κατά μέρος:
— Λοιπόν, τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε. Πήγαινε τώρα στην ευχή του Θεού και μη δίνεις σημασία. Αυτοί εδώ είναι όλοι τους πιωμένοι.
Ο έμπορος έφυγε, ενώ οι άλλοι γιουχάϊζαν προκλητικά.
Ο Ζηνόδωρος κούνησε με σημασία το κεφάλι:
— Προστατεύει, λέει, ένα κωφάλαλο. Τέτοιες ευαισθησίες, άμα τις έχει κανείς στην εποχή μας, καλά θα κάνει να τις κρύβει. Αλλιώς γίνεται ο περίγελος του κόσμου. Καλά δεν λέω, Σωσίθεε;
Πολλές φορές είχα προσπαθήσει να καταλάβω σε τι θεό πίστευε αυτός ο γερο-μάγος, αλλά εκείνος συνεχώς μου ξέφευγε και μου ανακάτευε στην κουβέντα όλους τους θεούς. Μου έλεγε ότι οι θεοί των Ελλήνων είναι αγαθοποιό πνεύματα που υπηρετούν τον μεγάλο Αγαθό Θεό, ο οποίος είναι ο δημιουργός του εαυτού του και του κόσμου. Μετά με μπέρδευε με τους αριθμούς. Ο Θεός έλεγε είναι η Μονάδα, ενώ η Δυάδα, δηλαδή η Τόλμα, είναι η πτώση στον κόσμο της ύλης, κι αν θέλουμε να είμαστε σύμφωνοι με τη θέληση του Ενός, πρέπει να μη σκοτώνουμε τα ζώα και να μην τρώμε το κρέας τους ούτε να κάνουμε αιματηρές θυσίες. Αυτά όλα μου θύμιζαν τις ιδέες των Νεοορφιστών και των Νεοπυθαγόρειων, αλλά ο Ζηνόδωρος δεν ανήκε στους μορφωμένους. Μάλλον αναμασούσε όσα είχε ακούσει εδώ κι
εκεί και πρόσθετε και τη δική του θεουργία, τα μάγια δηλαδή.
Τα νέα από το μέτωπο του πολέμου ήταν πάντως ενθαρρυντικά. Στην Κτησιφώντα ο Ιουλιανός με τριάντα χιλιάδες στρατό νίκησε τον Σαπώρη που είχε εκατό χιλιάδες. Εμείς χάσαμε εβδομήντα πέντε στρατιώτες και οι Πέρσες δυόμισι χιλιάδες. Τα χρειάστηκε τότε ο Σαπώρης και ζήτησε συνθηκολόγηση. Τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν καλά και ο αυτοκράτοράς μας μπορεί να είχε παράξενα φερσίματα, αλλά ήταν μεγάλος στρατηγός, ακόμα και οι εχθροί του αναγκάστηκαν να το παραδεχτούν.
Όμως σκοτώθηκε. Ή μάλλον δολοφονήθηκε, όπως λένε οι Εθνικοί.
Σε μια μάχη με τους Πέρσες, κάποιος κάρφωσε στο πλευρό του ένα δόρυ και ύστερα από λίγες ώρες ο Ιουλιανός ξεψύχησε. Οι Εθνικοί έπεσαν σε μεγάλο πένθος, και ο Λιβάνιος φώναζε πως το φονικό δόρυ δεν ήταν περσικό αλλά δικό μας, ρωμαϊκό. Άδικα φώναζε. Ο στρατός ανακήρυξε αμέσως καινούριο αυτοκράτορα, τον Ιοβιανό, που έκλεισε άρον άρον ειρήνη με τον Σαπώρη. Τότε ήταν που παραδόθηκε η Νίσιβη στους Πέρσες και γέμισε με πρόσφυγες ο τόπος μας. Μέχρις εδώ έφτασαν αυτοί οι δυστυχισμένοι, κουρελήδες και ζητιάνοι, και καταριόνταν τον Ιοβιανό που παρέδωσε την πόλη τους στους εχθρούς.
Ο Ιοβιανός ήρθε κι αυτός στην Αντιόχεια κι έμεινε μερικούς μήνες — όσους δηλαδή του απέμεναν ακόμα να ζήσει. Λίγες μέρες αφότου έφυγε από την πόλη μας, τον βρήκαν νεκρό στη σκηνή του. Είχε σκάσει κι αυτός σαν τον πατέρα μου απ’ το πολύ φαγοπότι κι από τις γυναίκες.
Από τότε ήταν που άρχισα να λέω πως ο πατέρας μου είχε έναν αυτοκρατορικό θάνατο.

.

Η ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ ΕΝΤΟΛΗ (2019)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Πέντε γενιές μετά την ένωση του αρχικού ζεύγους Αργυρώς και Γιάννη, ένας επίγονος επιχειρεί να ανιχνεύσει την αιτία που όλοι σχεδόν οι εκπρόσωποι της ευρύτερης οικογένειας βαρύνονται από κάποια ιδιορρυθμία. Με έκπληξη θα ανακαλύψει ότι κάτω από την επιφανειακή ομαλότητα αυτών των συγγενών δρουν σκοτεινές εσώτερες δυνάμεις και ντροπιαστικά μυστικά φυλάσσονται με περισσή επιμέλεια.
Παράλληλα η ευρύτερη οικογένεια αναστατώνεται από τα καμώματα μιας αποκλίνουσας θείας, της οποίας την περιουσία εποφθαλμιούν όλοι.
Τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε μια επαρχιακή πόλη που δίνει κι αυτή το στίγμα της στην ιστορία.

(Απόσπασμα)

ΚΕΦ. 7

Ήταν μία τη νύχτα, όταν το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε αναπάντεχα και η Αναστασία πετάχτηκε τρομαγμένη από την πολυθρόνα. Έβλεπε μια ταινία στην τηλεόραση για σινεφίλ, παλιά ταινία και αρκούντως βαρετή, αλλά η Αναστασία από παιδί είχε δηλώσει καλλιτεχνική φύση και έμενε πιστή σ’ αυτήν της τη δήλωση, εξάλλου κατά καιρούς επεδείκνυε και κάποιο χλιαρό ταλέντο, άλλοτε ζωγράφιζε, άλλοτε σκάρωνε ποιήματα και τώρα μάθαινε πιάνο, διότι η μουσική ανέκαθεν ήταν η μεγάλη της αγάπη.
Τώρα αυτό το κουδούνισμα της εξώπορτας στη μέση της νύχτας, πέρα από το ότι την απέσπασε από την ταινία σε μια από τις πιο όμορφες σκηνές της, εκεί που ο σκηνοθέτης έδειχνε μια κατακόκκινη έρημο με εμφανή την αλληγορία, της προκάλεσε και μια τρομάρα, διότι τέτοια ώρα οι άνθρωποι ησυχάζουν στο σπίτι τους και δεν γυρνούν έξω να χτυπούν τα κουδούνια στο σπίτι των άλλων.
Στην εξώπορτα στεκόταν ο Στέφανος. Μπήκε μέσα κακόκεφος και ζήτησε συγγνώμη που την ενόχλησε τέτοια ώρα, αλλά είδε φως στο σαλόνι και κατάλαβε ότι δεν κοιμόταν, εξάλλου ήταν γνωστό ότι η θεία Αναστασία υπέφερε από αϋπνίες και περνούσε τις νύχτες της στην τηλεόραση. Η Αναστασία ζήτησε επίσης συγγνώμη για την εμφάνισή της, πήγε μέσα, έβγαλε το νυχτικό της και φόρεσε μια μακριά ρόμπα, βυσσινιά, μάζεψε τα μαλλιά της μ’ ένα λαστιχάκι και ξαναγύρισε στο σαλόνι.
«Και τώρα για λέγε» είπε και κάθισε απέναντι του.
«Τι θέλεις τέτοια ώρα εδώ;»
«Φέρε να πιούμε κανένα ουισκάκι» είπε ο Στέφανος.
Το ουίσκι σερβιρίστηκε, θεία και ανιψιός κοιτάχτηκαν στα μάτια, ο ανιψιός κατέβασε το βλέμμα, η θεία όχι.
«Η προηγούμενη συζήτησή μας δεν ολοκληρώθηκε»
είπε ο Στέφανος κοιτάζοντας το γνωστό χαλί του σαλονιού.
Η Αναστασία το ήξερε αυτό καλύτερα από τον ανιψιό της και πολύ την είχε απασχολήσει η επαφή του χεριού της με τη σάρκα του Στέφανου το βράδυ εκείνο που της είχε επιτρέψει να ανιχνεύσει το στήθος του.
«Πράγματι» είπε. «Δεν μιλήσαμε για την τελευταία
κατηγορία, αυτήν των αφανών».
Ο Στέφανος σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε απορημένος. Ώστε λοιπόν ενέπιπτε και αυτός σε κατηγορία και η δαιμόνια θεία Αναστασία τον είχε αρχειοθετήσει. Πήγε να νιώσει ντροπή, μετά η περιέργεια υπερίσχυσε, «αφανής», πολύ επιτυχημένος χαρακτηρισμός, να δούμε τώρα τι άλλο θα του αποκάλυπτε η θεία.
«Για τους αφανείς δεν μιλά κανείς» συνέχισε εκείνη, «επειδή αυτή η κατηγορία δεν φαίνεται. Ο καθένας πιστεύει ότι είναι μοναδικός. Νομίζω όμως ότι αρκετοί στην οικογένεια εμπίπτουν σ’ αυτήν».
Ήπιαν το ουίσκι τους σιωπηλοί.
«Θέλω να μιλήσουμε γι’ αυτήν την κατηγορία» είπε ο Στέφανος.
«Είσαι έτοιμος για μια τέτοια συζήτηση;»
«Ναι. Αποφάσισα να διαλύσω τον αρραβώνα».
Η Αναστασία ακούμπησε το κεφάλι στην πλάτη της πολυθρόνας και πήρε μια βαθιά αναπνοή.
«Αυτή είναι μια πολύ σοβαρή απόφαση» είπε.
«Δεν θα παντρευτώ την Πηνελόπη. Δεν τη θέλω. Και είσαι η πρώτη που το μαθαίνει».
Η συζήτηση για την κατηγορία των αφανών παραμερίστηκε προς στιγμήν και οι δύο τους αντάλλαξαν απόψεις πάνω στο θέμα της Πηνελόπης, στο θέμα του γάμου με την Πηνελόπη, στο θέμα του κοινωνικού αντίκτυπου, στο θέμα της σύνεσης που πρέπει να διέπει τις εκάστοτε αποφάσεις μας και στο θέμα των εν θερμώ επιλογών μας που αργότερα τις αναθεωρούμε.
Ο Στέφανος ήταν ανένδοτος. Δεν θα παντρευόταν ποτέ την Πηνελόπη, μακάρι να έπεφτε πάνω του ολόκληρο το σόι και να τον εκλιπαρούσε, μακάρι να τον φοβέριζαν και να τον απειλούσαν, μακάρι δεν ξέρω τι, το θέμα αυτό είχε κλείσει και ας έβρισκε η Πηνελόπη έναν άλλον σύζυγο να περάσει καλά τη ζωή της μαζί του, γιατί με τον Στέφανο θα περνούσε άσχημα, αυτό ήταν σίγουρο.
«Δεν έχεις όμως τίποτα να της καταλογίσεις» είπε η Αναστασία.
«Δεν τη θέλω» είπε απότομα ο Στέφανος.
«Τότε να είσαι έτοιμος για την κοινωνική κατακραυγή».
«Δεν θα είμαι ο πρώτος. Η Λένα έκανε το ίδιο πέρυσι».
«Ναι, πρώτα η κόρη του Γιώργου, μετά ο γιος του Αρτέμη και τώρα εσύ» είπε η Αναστασία. «Φανερώνεστε κι εσείς σιγά σιγά».
Σηκώθηκε, άναψε λίγα κεριά από αυτά που στολίζουν τα σαλόνια, χρωματιστά, αρωματικά, σε διάφορα σχήματα και τα ακούμπησε στο τραπεζάκι, μετά έσβησε τα φώτα και ξανακάθισε απέναντι στον Στέφανο.
«Κάποια πράγματα δεν αντέχουν το δυνατό φως» εξήγησε στον ανιψιό της.
Στο σαλόνι είχε απλωθεί τώρα ένα γλυκό ημίφως, προστατευτικό, και ο Στέφανος άφησε έναν αναστεναγμό, ήπιε λίγο ουίσκι ακόμα και κοίταξε τη θεία του. Εκείνη ανανέωσε το ουίσκι στα ποτήρια και ύστερα ρώτησε:
«Ποιος θα μιλήσει πρώτος, εσύ ή εγώ;»
«Ό,τι είχα να σου πω εγώ, το είπα. Μίλησε μου τώρα εσύ για τους αφανείς».
«Δεν είναι πολύ εύκολο. Πρέπει να με βοηθήσεις».
«Τι θέλεις να κάνω;»
«Ας πιούμε πρώτα» είπε η Αναστασία. «Ας πιούμε πολύ».
Από το σπίτι της έφυγε τα χαράματα. Μεθυσμένος, τρελαμένος, κατέβηκε στο λιμάνι, είδε στο πεζοδρόμιο έναν γέρο να κοιμάται, μπορεί να ήταν και νεκρός, πιο κάτω είδε ένα περιπολικό, πιο πέρα είδε το πελώριο
πλοίο που μόλις είχε αγκυροβολήσει κι έβγαιναν από τα σωθικά του οι νταλίκες, τα μικρά γιωταχί και οι επιβάτες. Ένιωσε τα δικά του σωθικά να ανακατεύονται, έστριψε, ανέβηκε στην κεντρική πλατεία, ήταν εντελώς άδεια, κάθισε σ’ ένα παγκάκι κι εκεί μέσα στο γαλακτερό ξημέρωμα ξέρασε, έβγαλε από το στομάχι του ό,τι είχε καταπιεί τις τελευταίες ώρες, ξένα σώματα που δεν είχαν προλάβει να αφομοιωθούν και να γίνουν ένα με τη σάρκα του.
Το γονίδιό του όμως δεν το ξέρασε, δεν φεύγουν έτσι τα γονίδια από μέσα μας, που να κόβαμε κομματάκι κομματάκι τον εαυτό μας και να τον πετούσαμε προς τα έξω. Αυτά κάθονται μέσα στον οργανισμό μας, κάπου είναι κολλημένα σε ειδικές μήτρες, σαν έμβρυα που αιματώνονται και τρέφονται εις βάρος μας, ζουν τη δική τους ζωή και απλώς πεθαίνουν, όταν κι εμείς έχουμε απομείνει ένα νεκρό κομμάτι.

.

ΤΟ ΕΠΙΜΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ (2016)

Οπισθόφυλλο

Τρεις ιστορίες που αναφέρονται στο μέλλον, σε ένα μέλλον που θα μπορούσε κάποια στιγμή,
αν όλα πάνε στραβά, να γίνει πραγματικότητα.

ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

Σε έναν κόσμο, όπου η οικονομική κρίση βαθαίνει ολοένα και έχει πλήξει ακόμα και τις πιο εύρωστες οικονομίες τού πλανήτη, η νομοθεσία αναγκαστικά αλλάζει για να περισώσει ό,τι είναι δυνατόν να περισωθεί. Οι εργαζόμενοι δουλεύουν σκληρά για να πάρουν κάποτε τη σύνταξή τους και να ζήσουν κάποια χρόνια με τα ειδικά προνόμια που τους παρέχει το κράτος.
Όμως τα προνόμια αυτά έχουν ημερομηνία λήξης. Τι ακολουθεί έπειτα;

ΤΟ ΕΠΙΜΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Το κλίμα αλλάζει δραματικά σε όλο τον πλανήτη και έρχεται η στιγμή που δεν είναι πια αναστρέψιμο. Τα χιόνια και οι πλημμύρες καταστρέφουν τα πάντα. Κάποιοι καταφέρνουν να σωθούν καταφεύγοντας σε ορεινές σπηλιές, όμως η ζωή δεν είναι πια η ίδια.

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαλύεται, καθώς αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα σοβαρά κοινωνικά προβλήματα που έχει απέναντι της. Μια νέα μορφή δικτατορίας με την ονομασία «Κράτος» εξαπλώνεται στις ευρωπαϊκές χώρες και σε μερικές άλλες εκτός Ευρώπης που εξασφαλίζει κάποια κοινωνικά αγαθά με αντίτιμο
την απαγόρευση της ατομικής ελευθερίας. Η Ζωή Ιωάννου, ιδεολογικά ταγμένη στο καθεστώς, αναλαμβάνει να ξεσκεπάσει μια συνωμοσία κατά του Κράτους. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα έρχεται αντιμέτωπη με την πράξη της.

ΤΟ ΕΠΙΜΟΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

(Απόσπασμα)

Σήμερα κλείνω τα ογδόντα χρόνια μου.
Σηκώθηκα από το κρεβάτι κατά τις οχτώ, πήρα το πρωινό μου με την ησυχία μου και συγύρισα κάπως το σπίτι. Τις εκκρεμότητες μου τις έχω ταχτοποιήσει εδώ κι ένα μήνα. Προχθές πλήρωσα τον τελευταίο λογαριασμό
του ηλεκτρικού. Ο ταμίας έλεγξε την ημερομηνία γέννησής μου που ήταν σημειωμένη κάτω από τον αριθμό τού μετρητή και με κοίταξε με συμπάθεια.
— Προετοιμάζεστε; με ρώτησε.
— Χμ, δεν ξέρω, είπα. Δεν το έχω αποφασίσει ακόμα.
Η έκφρασή του άλλαξε απότομα κι έγινε ψυχρή. Μου πέταξε τα ρέστα στα μούτρα με πολλή αγένεια. Πήγα έπειτα να πληρώσω το λογαριασμό του νερού, αλλά αυτή τη φορά ήμουν προετοιμασμένος. Ο ταμίας πήρε το λογαριασμό κι έριξε μια γρήγορη ματιά στην ημερομηνία γέννησής μου.
— Ο τελευταίος σας λογαριασμός, υποθέτω, κύριε Σόρενσον.
— Καθόλου. Σκοπεύω να πληρώσω πολλούς λογαριασμούς ακόμα.
Με παρατήρησε με παγερό βλέμμα.
—Υπάρχουν μερικοί σαν κι εσάς, είπε. Ευτυχώς όχι πολλοί.
Μου πέταξε κι αυτός τα ρέστα στα μούτρα.
Έσκυψα στο γκισέ και του είπα γλυκά:
— Σας καταλαβαίνω. Τα ίδια έλεγα κι εγώ στην ηλικία σας.
Στη συνέχεια επισκέφτηκα τον γιατρό μου. Κατά καλή σύμπτωση το ιατρείο του ήταν δυο τετράγωνα παρακάτω. Ο παγερός αέρας του πρωινού μού έφτιαξε αρκετά τη διάθεση. Η λεωφόρος είχε κίνηση, στα πεζοδρόμια ο κόσμος περπατούσε βιαστικός, έτρεχε στις υποθέσεις του, στις υποχρεώσεις του, στις δουλειές του. Μερικοί με κοίταζαν με περιέργεια, αλλά αδιαφόρησα. Στη διασταύρωση ένας αστυνομικός με πλησίασε διακριτικά. Τέτοια μπλόκα περνούσα συχνά τα τελευταία χρόνια, ήμουν συνηθισμένος.
— Παρακαλώ, μπορώ να δω την ταυτότητά σας; ρώτησε.
Αποφάσισα να του παίξω ένα μικρό παιχνίδι.
— Τι είπατε; ρώτησα δυνατά.
— Την ταυτότητά σας, φώναξε αυτός κοντά στο αυτί μου.
— Δυστυχώς δεν ακούω καλά. Μήπως εννοείτε να σας δείξω την ταυτότητά μου;
Ο αστυνομικός κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
— Αν εννοείτε αυτό, φοβάμαι ότι την ξέχασα στο σπίτι.
Πήρε μια έκφραση πολύ βλοσυρή ξαφνικά.
— Δεν αφήνεις τα κόλπα, γέρο; Έκρυψες την κονκάρδα σου;
— Ορίστε;
— Η κονκάρδα σου! φώναξε μέσα στο αυτί μου. Πού είναι η κόκκινη κονκάρδα σου!
Έψαξα στη μέσα τσέπη του σακακιού μου κι έβγαλα την ταυτότητά μου.
— Α! έκανα με προσποιητή έκπληξη. Τελικά την έχω μαζί μου.
Την πήρε στα χέρια του και την εξέτασε προσεχτικά. Η έκφρασή του έγινε ηπιότερη.
— Χμ, έκανε. Μεθαύριο συμπληρώνετε ογδόντα χρόνια ζωής.
Τον κοίταξα χαμογελώντας ηλίθια, όπως κάνουν όσοι δεν καταλαβαίνουν τι τους λένε. Μου έδωσε πίσω την ταυτότητα.
— Και είσαι και τελείως κουφός, μουρμούρισε.
— Ευχαριστώ πολύ, είπα.
Έβαλα την ταυτότητα στην τσέπη μου και συνέχισα το δρόμο μου.
Έφτασα στην πολυκατοικία που ήταν το ιατρείο και ανέβηκα στο δεύτερο όροφο. Με υποδέχθηκε η γραμματέας, μια νεαρή γυναίκα γύρω στα είκοσι πέντε.
— Καλημέρα, κύριε Σόρενσον. Ο γιατρός αυτή τη στιγμή εξετάζει κάποιον ασθενή. Σε πέντε λεπτά θα τον δείτε. Καθίστε παρακαλώ.
Κάθισα σε μια πολυθρόνα και χάζεψα τα περιοδικά που ήταν σκορπισμένα στο τραπέζι. Ανόητα περιοδικά για την κηπουρική, για το ψάρεμα, για έπιπλα, για είδη σπιτιού. Τα έκλεισα και περίμενα υπομονετικά.
— Πώς είναι η υγεία σας, κύριε Σόρενσον; με ρώτησε η γραμματέας.
— Σιδερένια.
Κούνησε το κεφάλι επιφυλακτικά:
— Αυτό αφήστε να το πει καλύτερα ο γιατρός.
— Γι’ αυτό είμαι εδώ, καλό μου παιδί.
Εκείνη την ώρα ο γιατρός άνοιξε την πόρτα τού γραφείου του.
— Κύριε Σόρενσον! έκανε εγκάρδια. Πολύ χαίρομαι που ήρθατε να με αποχαιρετήσετε!
Σηκώθηκα από την πολυθρόνα.
— Για την ακρίβεια ήρθα να με εξετάσετε, είπα.
Έσμιξε τα φρύδια και δεν είπε τίποτα. Στο γραφείο του καθίσαμε ο ένας απέναντι στον άλλον.
— Λοιπόν, είστε έτοιμος; με ρώτησε χαμογελώντας πλατιά.
Προτίμησα να μην απαντήσω. Έβγαλα από την τσέπη
μου τις εξετάσεις αίματος και ούρων που είχα κάνει την προηγουμένη και του τις έδωσα.
— Τι εξετάσεις είναι αυτές;
— Οι συνηθισμένες που κάνω κάθε έξι μήνες.
— Και γιατί μπήκατε στον κόπο;
— Με ενδιαφέρει η υγεία μου, γιατρέ. Κακό είναι;
Εκείνος σήκωσε τους ώμους και έριξε μια γρήγορη ματιά στις εξετάσεις.
— Είναι γεγονός ότι εξακολουθείτε να χαίρετε άκρας υγείας, είπε μετά σταυρώνοντας τα χέρια του.
— Αυτό είναι πολύ ευχάριστο.
Μείναμε σιωπηλοί κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον.
— Δε θα μου πάρετε σήμερα την πίεση; ρώτησα τελικά.
— Το βρίσκετε απαραίτητο;
—Απολύτως.
Σηκώθηκε ανόρεχτος και πήρε το πιεσόμετρο.
— Πάντα σχολαστικός, κύριε Σόρενσον, μουρμούρισε, καθώς τύλιγε το λάστιχο γύρω από το μπράτσο μου. Καταλαβαίνετε ωστόσο ότι μου αφαιρείτε πολύτιμο χρόνο, τον οποίο θα εκμεταλλευόμουν για να εξετάσω άλλους ασθενείς.
— Το καταλαβαίνω πολύ καλά. Το ταμείο μου πάντως σας καλύπτει, δεν είναι έτσι;
— Ασφαλώς. Για δυο μέρες ακόμα είστε ασφαλισμένος.
Έλεγξε το πιεσόμετρό του:
— 13-9» η πίεσή σας είναι εξαιρετική.
— Μήπως να κάναμε κι ένα καρδιογράφημα;
Έκανε μια γκριμάτσα ανυπομονησίας:
— Θα μας πάρει χρόνο, κύριε Σόρενσον.
— Προσωπικά, δε βιάζομαι καθόλου.
Κοντοστάθηκε και με κοίταξε με περιέργεια:
— Τι θα σας ωφελήσει ένα καρδιογράφημα;
— Σοβαρολογείτε; είπα κατεβάζοντας το μανίκι μου.
— Στην ηλικία μου πρέπει να προσέχω πολύ την εύρυθμη λειτουργία ης καρδιάς μου. Ακούμε τόσα κάθε μέρα.
— Κύριε Σόρενσον, σε δυο μέρες κλείνετε ογδόντα χρόνια ζωής.
— Άσχετο.
—Όπως νομίζετε, υποχώρησε τελικά αυτός. Ελάτε στο άλλο δωμάτιο.
Το καρδιογράφημα ήταν άριστο. Η καρδιά μου αν και ογδόντα χρονών έπαλλε ξεκούραστα σε ευχάριστους φυσιολογικούς ρυθμούς.
—Όλα καλά επομένως, κύριε Σόρενσον, γνωμάτευσε ο γιατρός, όταν καθίσαμε πάλι ο ένας απέναντι στον άλλον. Είστε γερός σαν ταύρος.
— Χαίρομαι που το ακούω, είπα κι έβγαλα από την τσέπη τα τσιγάρα μου. Μετά συνειδητοποίησα τι έκανα και τα ξανάβαλα πίσω.
Ο γιατρός χαμογέλασε:
— Μόλις φύγετε από δω, μπορείτε να καπνίσετε. Από αλκοόλ πώς πάτε;
— Πίνω κανένα ποτηράκι πότε πότε, όχι σπουδαία πράγματα.
— Κοκαΐνη;
— Η μόνη κατάχρηση που κάνω είναι ο καπνός, γιατρέ, είπα και σηκώθηκα.
Μαζί μου σηκώθηκε κι αυτός.
— Καμιά φορά περνώ και από τη μαντάμ Ντενίζ για να φρεσκάρω λίγο τη σεξουαλικότητά μου, πρόσθεσα. Κάποιοι στην ηλικία μου μπορούν να τεκνοποιήσουν. Το ξέρετε αυτό, δεν είναι έτσι;
— Ω, ανοησίες, γέλασε ο γιατρός.
— Θεωρητικά το λέω. Δε σκοπεύω να τεκνοποιήσω στα ογδόντα μου.
Δώσαμε τα χέρια.
— Αντίο, κύριε Σόρενσον. Χάρηκα πολύ που σας κούραρα όλα αυτά χρόνια.
— Κι εγώ παρομοίως. Αν και δεν αποκλείω την περίπτωση να με ξαναδείτε σε τρεις μήνες να περνώ από δω.
Η χειραψία μας διακόπηκε απότομα.
— Δε θα το ευχόμουν αυτό, κύριε Σόρενσον, είπε στεγνά.
— Δεν μπορείτε να αρνηθείτε τις υπηρεσίες σας σε έναν πολίτη, γιατρέ.
Εκείνος με κοίταξε κακόκεφα:
—Όμως δε θα σας καλύπτει το ταμείο σας. Ξέρετε πόσο χρεώνω τους ιδιώτες;
Χαμογέλασα.
—Έχω κάποιες οικονομίες στην άκρη, είπα.

Κατέβηκα στο δρόμο και συνέχισα να κατηφορίζω προς τα κάτω. Ωραίο πρωινό, αν και αρκετά κρύο, ο ήλιος στον ουρανό ταξίδευε λαμπερός και τα χρώματα του κόσμου ήταν ζωηρά κάτω από τις ακτίνες του. Μπορώ να πω ότι είχα καλή διάθεση παρά το γεγονός ότι σε δυο μέρες θα γινόμουν ογδόντα χρονών. Αποφάσισα, πριν γυρίσω σπίτι, να πιώ έναν καφέ σ’ ένα από κείνα τα γραφικά μαγαζάκια που βρίσκονται χωμένα στις στοές της πόλης.
Η σερβιτόρα, μια μελαχρινή αδυνατούλα και άχρωμη, ήρθε να πάρει την παραγγελία.
— Μπορώ να δω την ταυτότητά σας, παρακαλώ;
Την έβγαλα από την τσέπη μου και της την έδειξα.
— Κοντεύετε, είπε η σερβιτόρα.
Δεν έκανα κανένα σχόλιο. Παράγγειλα ένα δυνατό καφέ κι έβγαλα τα τσιγάρα μου.
— Το κάπνισμα απαγορεύεται, είπε αυτή.
— Είμαι προνομιούχος συνταξιούχος, είπα.
— Ωστόσο δεν επιτρέπεται το τσιγάρο εδώ μέσα. Μπορείτε να καθίσετε στα τραπεζάκια έξω και να καπνίσετε όσο θέλετε.
Βγήκα έξω και κάθισα σ’ ένα τραπεζάκι. Πιο δίπλα καθόταν μια ηλικιωμένη κυρία γύρω στα εβδομήντα πέντε, τόσο την έκοψα. Είχε ανάψει το πούρο της και κάπνιζε ανέμελα. Κάποια στιγμή γύρισε προς το μέρος μου.
— Τσούζει το κρύο, σχολίασε. Λέτε να αρπάξουμε καμιά πούντα εδώ έξω και να τα τινάξουμε πριν την ώρα μας;
— Θα ήταν κρίμα κάτι τέτοιο, απάντησα. Πόσα χρόνια έχετε ακόμα;
— Εφτά.
— Αξίζει να τα ζήσετε, μαντάμ. Εγώ έχω δύο μέρες.

.

ΝΥΧΤΩΝΕΙ ΑΡΓΑ (2014)

ΝΥΧΤΩΝΕΙ ΑΡΓΑ

Νυχτώνει αργά,
στο ραδιόφωνο
σκοποί από τη μακρινή Αθήνα,
το παιδί τραγουδά,
η μητέρα λείπει,
ο πατέρας λείπει,
το παιδί τραγουδά,
μετά βαριέται,
πιάνει κουβέντα
με κάτι Αόρατους.

Ύστερα έρχεται η μητέρα,
με ποιον μιλούσες,
το ρωτά,
το παιδί ντρέπεται,
με κανέναν, λέει,
ντρέπεται πολύ,
δεν θέλει η μαμά να καταλάβει
τη φοβερή του μοναξιά

ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Σπρώχνοντας τον καιρό,
χωρίς να τα χαρούμε,
περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια
κι έπειτα πάλι
σπρώχνοντας τον καιρό
περάσαμε τα χρόνια της ακμής.

Το χρόνο που μας δόθηκε
τον διανύσαμε με περιφρόνηση
πιστεύοντας
πως τα καλύτερα
δεν έχουν έρθει ακόμα.
Σπάταλα κι άσωτα φερθήκαμε
με άλλα λόγια.

Τώρα
που βλέπουμε την έξοδο
να αχνοφαίνεται στο βάθος,
κάνουμε λίγο κράτει,
μήπως τυχόν
στο χρόνο που μας απομένει
γίνει κανένα θαύμα,
διότι
τα καλύτερα δεν ήρθαν,
πεισματικά παρέμειναν
στην υποθετική διάστασή τους.

Και ο καιρός
λες και αφηνίασε τελευταία,
τρέχει σαν άλογο ιπποδρόμου
προς το τέρμα,
με τίποτα δεν συγκρατείται πια.

ΔΥΟ ΣΥΝ ΔΥΟ ΙΣΟΝ ΑΠΕΙΡΟ

Δύο και δύο ίσον τέσσερα,
τόσο απλά.
Αυτό είναι καλό,
αυτό κακό,
στα είκοσί σου χρόνια
βλέπεις το άσπρο άσπρο
και το μαύρο μαύρο.

Έπειτα μεγαλώνοντας
παρατηρείς τις αποχρώσεις,
πόσο κακό είναι ανάμικτο με το καλό,
πώς μερικές φορές
το δύο συν δύο μας δίνει τρία ή πέντε,
γίνεσαι διαλλακτικός,
κατανοείς,
μπορείς να συγχωρείς.

Έπειτα κι άλλο μεγαλώνοντας
βλέπεις
πώς ξεθωριάζουν τα χρώματα του κόσμου,
πόσο μακριά σου στέκονται
αυτά που οι άλλοι λένε «καλό», «κακό»,
πως τελικά
δύο συν δύο ίσον άπειρο.

Στην άκρη στέκεσαι κι ακούς
του κόσμου τον αχό,
γιατί όλη αυτή η φασαρία, αναρωτιέσαι
τώρα που οι χυμοί σου λιγοστεύουν
κι έχεις πια βαρεθεί.

Δύο συν δύο ίσον τίποτα,
ανέβηκε στον ουρανό η σελήνη,
άρχισαν τώρα οι προσευχές
και τα παράλογα.

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ

Η αγάπη είναι υποχρεωτική
αντιπαθητική
δεν είναι δροσερή όπως το παιχνίδι
ξεκούραστη όπως τα όνειρα
ή όπως οι ιστορίες των μεγάλων
είναι καθήκον
είναι οφειλή.

«Να αγαπάς,
το χρέος σου είναι να μας αγαπάς».

Φόρος βαρύς
για το παιδί
η αγάπη.

ΣΕ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΩΡΑ…

Σε εκατό χρόνια από τώρα
δεν θα’ χει απομείνει
ούτε ίχνος από τη ντροπή σου
και η αποτυχία σου
σαν ένα φύλλο πρώιμα κομμένο
θα’ χει εν τω μεταξύ
σε αμέτρητα καινούργια πράγματα
μετασχηματιστεί.

Αυτά μου λέει ο Μάρκος
από το δεύτερο μετά Χριστό αιώνα.

ΗΡΘΕΣ ΕΣΥ

Ήρθες Εσύ
κι απέναντί μου στάθηκες.

Πώς με θέλεις; ρώτησες.

Σε θέλω Αρχάγγελο με τη ρομφαία
με βλέμμα ανερμήνευτο
και ν’ αντηχεί η φωνή σου
ως τους εφτά ουρανούς.

Πώς με θέλεις;
ξαναρώτησες.

Σε θέλω
να έχεις δεκατρία πρόσωπα
και σώμα διάφανο
που να αλλάζει σχήματα
και διαθέσεις
κατά τις διαθέσεις μου.

Πώς με θέλεις;
ρώτησες ξανά.

Σε θέλω ένα βιβλίο
με μαγικές
με μυστικές τις συνταγές
για φίλτρα
για δεσίματα
για μαγγανείες
και με τις τελευταίες σελίδες του λευκές
να γράψω τον επίλογο εγώ
μες σε βαθιά κραυγή αγωνίας
και την ψυχή μου άφαντη.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΩΡΑΙΑ ΜΑΖΙ…

Γιορτές, αργίες, Κυριακές
χαϊδεύω
τους κρύους τοίχους του σπιτιού μου
τους αγαπώ
τους λέω λογάκια
είμαστε ωραία μαζί.

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ

Και τώρα είναι ώρα
να φεύγετε σιγά-σιγά
να πάτε πίσω
στα αραχνιασμένα σας υπόγεια
να γίνετε ξανά ασώματες σκιές
να κοιμηθείτε.

Πάλι όταν το αίμα μου
θα φορτωθεί καινούργιο δηλητήριο
εσείς θα ανοίξετε τα μάτια
αθόρυβα θα ανέβετε τις σκάλες
και με φωνή απ’ τη φωνή μου
θα πείτε λόγια τρομερά
θα δικαιώσετε το πέρασμά σας
κάποτε απ’ τη ζωή
θα επιβλέψετε το έργο
που αφήσατε ημιτελές
το έργο που εγώ για χάρη σας
ολοκληρώνω τώρα.

ΕΤΣΙ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΑ…

Νύχτα,
σβησμένο το μαγκάλι,
από το δρόμο ερχόταν
στο δωμάτιο
λίγο φως,
έκανε κρύο
και φυσούσε έξω,
ο αέρας έμπαινε
με συριγμούς στο σπίτι
-μια συντροφιά
στη μοναξιά
μαζί κι ο ρόχθος των κυμάτων,
έτσι όπως έσπαγαν
στα βράχια της ακτής.

Έτσι δεν άκουσα,
ήταν αδύνατο ν’ ακούσω
τη βουή,
τον πάταγο του χρόνου
που τα σάρωνε όλα
κι έμειναν τώρα
αδειανά τα χέρια μου
και η μνήμη μου βαριά.

ΕΔΩ ΜΑΖΙ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ…

Εδώ μαζί και οι τρεις
-μια ζωντανή,
δυο πεθαμένοι-
αγαπιόμαστε,
με πάθος και λατρεία
αγκαλιαζόμαστε,
φιλιόμαστε,
ένα γινόμαστε.

Όχι, δεν σας αφήνω
να μου φύγετε.
Μαζί μου εδώ θα μείνετε
μέχρι το θάνατό μου.

Μονάχο δεν εγκαταλείπουν το παιδί τους
οι καλοί γονείς.

Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΟΥ ΔΙΑΒΑΙΝΕΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΣΠΗΛΙΕΣ

Ο αγαπημένος μου διαβαίνει
μέσα σε σκοτεινές σπηλιές,
ψυχές στους τοίχους κολλημένες
σαν νυχτερίδες τρεμουλιάζουν,
τα σκαλοπάτια κατεβαίνει,
πάει ολοένα πιο βαθιά.

Αγαπημένε μου,
προχώρα,
μη φοβάσαι,
θα βρεις εκεί πολλούς
που κάποτε
σαν το δικό σου τώρα σώμα
είχαν ωραία σώματα.
Θα γίνεις σαν κι αυτούς κι εσύ,
πράσινος,
σκοτεινός,
σιγά-σιγά θα γίνεις μια σκιά,
θα ενωθείς με κείνους
που αγάπησα
και καταβρόχθισα.

Πάει,
κατεβαίνει ο αγαπημένος μου
όλο και πιο βαθιά…

ΔΕΝ ΘΕΛΩ

Δεν θέλω,
μου λέει το σώμα μου,
βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια.
Αν άλλο τίποτα δεν έχεις να μου δώσεις,
μη με ταλαιπωρείς.
Άσε με να σαπίσω.

.

ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΜΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕ ΠΕΣ ΜΟΥ…(2012)

Πάρε με εσύ,
να μπω στους κόσμους του αγνώστου,
να περιπλανηθώ στο πάθος,
να γευτώ αυτό το Άλλο,
το χωρίς όνομα.

<>-<>

Αίθουσα αναμονής.
Ακούω ψιθυρίσματα από δίπλα.
Κάποιος μπορεί να κλαίει, δεν είμαι σίγουρη.

Βλέπω μια γλάστρα με λουλούδια στη γωνία.
Στους τοίχους πίνακες ζωγραφικής.
Μια διαφανής κουρτίνα, απρόσωπη.
Ένας μπλε καναπές.

Τίποτα το αξιοπρόσεχτο.

Εκτός απ’ το κουτί που είναι πάνω στο τραπέζι.
Κουτί με χαρτομάνδηλα.
Για τυχόν δάκρυα.
Για τυχόν αίματα.
Είναι ο προθάλαμος του Πόνου εδώ.

<>-<>

Τα δάχτυλά σου στις ουλές μου.
Και τώρα ξέρω:
Τίποτα δεν θα είναι όπως πριν.

<>-<>

Σου μιλώ.
Όλα είναι ήσυχα και σοβαρά στο χώρο.
Επιστημονικά.
Ψύχραιμα.
Προσεχτικά.
Με περισσή φροντίδα.

Μη σπάσουν ξαφνικά τα ράμματα
κι ανοίξουν οι ρωγμές.

<>-<>

Κυριακή απόγευμα
και ήρθε απότομα η θύελλα,
τόσο απότομα που
ούτε κιχ δεν πρόλαβα να πω.

«Εσύ πού είσαι;»
φώναζε η ψυχή μου,
«πού είσαι εσύ, πού είσαι;»

Αλλά εσύ ήσουν ήδη εδώ,
μαζί μου,
μ’ έκαιγες σιωπηλά.

<>-<>

Μου φτάνει που υπάρχεις.
Που μου δίνεις υλικό.

Μου λες πως είμαι διαταραγμένη,
αυτιστική και κυκλοθυμική,
άκαμπτη, διφυής,
πειθαναγκαστική…

Να ’ξερες μόνο πόση ηδονή
μου προκαλούν τα λόγια σου.

<>-<>

Ανησυχώ
τι καιρό θα κάνει τη Δευτέρα.
Θα φύγεις για ταξίδι και ανησυχώ.
Μην κινδυνέψει ένα κομμάτι
του κρυφού εαυτού μου
που είναι περασμένο μέσα σου.

<>-<>

Σήμερα, ωραίο πρωί,
νέα ηλιόλουστη μέρα.
Λέω να μείνω πάλι μέσα,
να παίξω με τις ψευδαισθήσεις
κι αργά το βράδυ
να μελαγχολήσω.

<>-<>

0 κόσμος έχει τρεις διαστάσεις
κι άλλη μία ο Χρόνος, τέσσερις.
Και μια ακόμα πέμπτη: Εσένα.
Και μια έκτη: το Πάθος.
Και μια έβδομη: την Ηδονή.
Και μια όγδοη: τη Φαντασία.
Και την ένατη, την Υποθετική
όπου όλες μαζί οι προηγούμενες
ενώνονται και υλοποιούνται.

<>-<>

θέλω,
όταν είμαι εκεί, κοντά σου,
να βρίσκομαι σε ισχυρή διέγερση.
No αποπνέει το σώμα μου
βαριές ερωτικές ουσίες,
να τις ρουφάς εσύ,
να ξεστρατίζεις,
να φτιάχνεις στο μυαλό σου
ερωτικές εικόνες,
να με ποθείς.

<>-<>

Τρέχει πάνω στο κορμί μου το νερό,
φεύγει ο ιδρώτας, τα δάκρυα, το αίμα.
Καθαρίζω την ελαττωματική μου μηχανή,
διώχνω τα βρόμικα λάδια της.

<>-<>

Σήμερα οι δρόμοι ήταν διαφορετικοί,
οι άνθρωποι είχαν μια νέα χροιά,
προσπάθησα
να τους κοιτάξω μες στα μάτια,
να καταλάβω
πώς γίνεται και βλέπω εγώ εικόνες,
σχέδια κινούμενα.

Περπάτησα ανάμεσα τους,
μπροστά μου εικόνες,
πίσω μου εικόνες,
μια απ’ αυτές με ρώτησε,
αν ξέρω κάποιο δρόμο,
δεν ήξερα,
δυο άλλες με σταμάτησαν,
«Νοσοκομείο των Παίδων»,
τους έδειξα.

Σήμερα για ένα παράξενο λόγο
οι εικόνες ήθελαν να μου μιλήσουν.

Ύστερα γύρισα στο σπίτι μου,
δεν ξεκαθάρισα,
αν βρέθηκα ανάμεσα σε ανθρώπους ή σε εικόνες,
δεν μπόρεσα
να διακρίνω τη διαφορά,
δεν κατάλαβα,
αν ήμουν ολομόναχη στο δρόμο όλη αυτή την ώρα
ή αν μαζί μου περπατούσαν
πλάσματα ζωντανά, όπως εγώ.

Πρόκειται μάλλον
για μια αναπηρία ψυχική,
μια ελεφαντίαση διανοητική
που έχει εκτοπίσει
κάθε μου συναίσθημα.
Ποτέ δεν είχε τόσο θόρυβο το άδειο
Σφύζει από ζωή και κίνηση,
φαντάσματα, οράματα, σκιές,
λόγια, κραυγές και κλάματα,
η βρύση τρέχει,
κάποιος χτυπά κάτι με δύναμη,
μια φωνή παρακαλά.
Και αναστεναγμοί,
πολλοί αναστεναγμοί
παντού, σε όλα τα δωμάτια.

Πόσο όμορφο είναι τώρα
το άδειο σπίτι μου.

<>-<>

Εμείς οι λίγοι,
οι σκοτεινοί, οι αγέλαστοι
κι οι αποστερημένοι,
εμείς οι λίγοι,
οι εκλεκτοί της Διαφοράς,
σημαδεμένοι ανεξίτηλα κι αθέλητα
θα υπομείνουμε τις ευτυχίες σας
αδάκρυτοι,
απαθείς,
χαράζοντας σταυρούς κι αστέρια
πάνω στο κορμί μας.

<>-<>

Τι θα σου πω μεθαύριο που θα σε δω,
δεν ξέρω.
Για την αγάπη μου οπωσδήποτε δεν θα σου πω.
Λεν θα βγει απ’ τα χείλη μου λέξη,
δεν θα ξεχυθεί
αυτό το υπέροχο ποτάμι φωτιάς
και να το δω
να καταρρέει οδεύοντας προς εσένα,
να κατακρημνίζεται
διαλυμένο σε άπειρα κομμάτια,
να διασκορπίζεται
πάνω στο κρύο σου γραφείο,
τέφρα και κίσηρις
άνευ αξίας.

<>-<>

Θα παίξω με τις λέξεις,
με τις καταστάσεις,
με την πραγματικότητα.

Θα φτιάξω ωραίες θήκες τεχνητές
και θ’ ακουμπήσω εκεί
ία αισθήματά μου.
Θα το βλέπω,
θα νανουρίζομαι,
θα τους χαμογελώ.

Θα μπω εντελώς μέσα στην πλάνη μου.
Έτσι θα επιβιώσω.

<>-<>

Τι να τα κάνω
όλα τούτα τα άχρηστα αισθήματα,
ποιο σκουπιδότοπο να βρω
να τα πετάξω,
να τα ξεφορτωθώ.

Στα σταυροδρόμια κάθομαι
και το χαρίζω,
αλλά κανένας δεν τα θέλει,
κανένας δεν τους ρίχνει
ούτε μια ματιά,
άχρηστα αισθήματα,
αρρωστιάρικα.

Τι να τα κάνω
όλα τούτα τα αισθήματα
που φύτρωσαν σε χώμα σάπιο,
στρέφουν στον Ήλιο τα χλομά τους πέταλα
και διεκδικούν μερίδιο,
νομίζουν
πως είναι ίσα,
είναι όμοια,
έχουν τα ίδια δικαιώματα
μετά αισθήματα των άλλων,
το γερά ριζωμένα στη γη,
με τα άγρια χρώματά τους,
με τη ζωώδη ορμή τους,
σίγουρα αισθήματα
σαν σαρκοβόρα φυτά.

Τι να τα κάνω
όλα τούτα τα ασθενικά αισθήματα,
σε ποια χωματερή να τα πετάξω,
να ησυχάσω.

<>-<>

Αύγουστος
κι ερήμωσε η πόλη.
Τριγυρνώ σαν φάντασμα
μες στα ερείπια
ενός παρατημένου κόσμου.
Βουβή τριγυρνώ και μόνη,
ενώ εσύ,
ενώ εσείς,
ενώ εσύ…

Όχι,
δεν μπορώ να το προφέρω,
δεν μπορώ.

<>-<>

Αυγουστιάτικο φεγγάρι,
πες μου,
πού είναι αυτός,
με ποιον, με ποιαν,
πες μου,
πότε ανεβαίνουν οι χυμοί στο αίμα του,
πότε ετοιμάζεται,
πες μου,
να ετοιμαστώ κι εγώ,
να διασταυρωθούμε
στη σκοτεινή εκείνη χώρα των ενστίκτων
και πάνω στο πανάρχαιο έδαφος των ηδονών
να έχουμε
ένα ταυτόχρονο σπασμό.

<>-<>

Σου λέω ψιθυριστά πως σ’ αγαπώ,
κρυφά, ψιθυριστά,
να μήν το ακούσει η λάμια μου στον ύπνο της
και εξαγριωθεί.

<>-<>

Αγαπώ
σε λόγο υποθετικό του απραγματοποίητου,
αγαπώ
στη διάσταση του Αδύνατου.

<>-<>

Κι αυτό τι είναι
που με κάνει να ονειρεύομαι,
τι είναι
που με βυθίζει σε τέτοιους ρεμβασμούς,
που γλυκά με κατατρώει,
τι είναι αυτό,
αν έρωτας δεν είναι…

Πες μου, γιατρέ.

<>-<>

Μετρώ τις μέρες
-είναι θέμα ημερών,
θα ξυπνήσω ένα πρωί
κι όλα θα έχουν τελειώσει,
θα έχουν πάλι όλα πετρώσει,
θα έχουν απολιθωθεί.

θα είμαι ξανά ο ασφαλής εαυτός μου
χωρίς ανάγκη κανενός.

<>-<>

Σκέφτομαι τώρα
πως άλλο ένα ενδεχόμενο
παρέμεινε στην υποθετική διάστασή του,
δεν υλοποιήθηκε.

Θα προστεθεί κι αυτό
σ’ όλα εκείνα τα ενδεχόμενα
που έμειναν σκιές,
που δεν τους δόθηκε η χάρη
να γεννηθούν στον κόσμο μας.

Άλλη μια αποβολή,
άλλο ένα έμβρυο που ματαιώθηκε
και αποφεύχθηκε ίσως έτσι
μια τερατογένεση.

<>-<>

Αναρωτιέμαι,
άξιζες άραγε τόση αγάπη…

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΜΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕ, ΠΕΣ ΜΟΥ…

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 3/12/2014

«Έξω από μένα δε συμβαίνει τίποτα»

Συνήθως όταν σου έρχεται στα χέρια ένα νέο βιβλίο φρεσκοτυπωμένο, πρώτα το μυρίζεις. Έπειτα το αγγίζεις, το ξεφυλλίζεις … παιχνιδιάρικα, αμήχανα. Είναι η πρώτη επαφή πριν αρχίσεις την ανάγνωση. Όταν λοιπόν ήρθε στα χέρια μου το βιβλίο της Καίτης Βασιλάκου, καθώς το φυλλομετρούσα, έπεσε τυχαία το μάτι μου στη σελίδα 87:

«Μέσα μου στέκεται ένα απέραντο τοπίο,
ακίνητο σαν μακέτα».

Σιωπηλή το ξαναδιάβασα. Και έπειτα ξανά και ξανά.
Σχεδόν μοιραία έγινε μέσα μου αυτόματη επιστροφή στα χρόνια της βαριάς μου κατάθλιψης, τότε που η ψυχή μου θύμιζε πλάνο από ταινία του Αγγελόπουλου. Τότε που έχανα όλες τις καθημερινές μάχες με την ζωή και την ευτυχία. Τότε που η αγωνία που με περιέβαλε σαν άνθρωπο ήταν σε ανοιχτή και επικίνδυνη ακρόαση και ανταπόκριση με την αγωνία που με «έκαιγε» ως δημιουργό. Όταν διάβασα ολόκληρο το βιβλίο επιβεβαιώθηκα για άλλη μια φορά, αναφορικά με το πώς η ζωή ενός δημιουργού μπορεί να αποτελέσει το ερέθισμα, το έναυσμα για την τέχνη του. Στην προκειμένη περίπτωση η μακρόχρονη εμπειρία από την ψυχοθεραπεία μετουσιώνεται με τόλμη και παρρησία σε ποιητική εμπειρία… Ρώτησα την Καίτη Βασιλάκου πώς προέκυψε αυτό το βιβλίο και κείνη, μεταξύ άλλων, μού τόνισε: «Ποίηση χωρίς προσωπική αγωνία δεν υπάρχει». Και έτσι είναι εν τέλει.

Ποιά στοιχεία όμως συνιστούν την Ποιητική της Καίτης Βασιλάκου; Θα προβώ σε μερικές επισημάνσεις:
H ευρεία χρήση του α΄ προσώπου, ο εξομολογητικός τόνος, το κατά τόπους ημερολογιακό ύφος προσδίδουν αμεσότητα και ευθύτητα:

«Δεν έχω τίποτα,
εξόν
ένα μεγάλο, άδειο σπίτι
φορτωμένο τρομερές αναμνήσεις»

Ακόμα. με κερδίζει το εξής στοιχείο: ότι επιλέγει να χρησιμοποιήσει το ρήμα κυρίως, και το ουσιαστικό, ενώ το επίθετο-καλώς πιστεύω-χρησιμοποιείται με φειδώ!

«Παγιδεύτηκα, κουλουριάστηκα, έγινα κύκλος. Τρώγω από τα κομμάτια μου και αναπαράγομαι. Έξω από μένα δε συμβαίνει τίποτα».

Είναι, θα έλεγα, γοητευτικό το στοχαστικό βλέμμα για οικείες καταστάσεις, η έλλειψη λυρισμού και ανούσιου μελοδραματισμού, καθώς και η λιτή χρήση των εκφραστικών μέσων που προσδίδουν καθαρότητα. Απογυμνώνει και αποφορτίζει τον λόγο από περιττά στολίδια. Αφαιρεί, συμπυκνώνει, συνοψίζει.

«Οι άνδρες περνούν, μαμά. Μόνο εσύ μένεις τελικά να μας παρηγορείς με το μαστίγιο.
Μα ποιός μπορεί να καταλάβει από τέτοιες ηδονές Αυτοί εκσπερματίζουν και κοιμούνται».

Όπως προαναφέρθηκε ,προβάλλει ,ως επί το πλείστον το «εγώ» που έχει ισχυρά «θέλω», έντονες σκέψεις και συγκρουόμενα συναισθήματα. Το «εγώ» αυτό, όμως, έχει και επίγνωση των πραγμάτων.

«Αγαπώ σε λόγο υποθετικό του απραγματοποίητου, αγαπώ στη διάσταση του Αδύνατου».

Όμως κάποιες φορές (ουκ ολίγες) απευθύνεται ποικολοτρόπως και στο λατρεμένο «εσύ»:

«Πρέπει, μου λες, ν’ ανοίξω την ταφόπλακα να βγάλω έξω όλους τους λυγμούς που έχω θάψει ζωντανούς Να τρελαθώ από πόνο, δηλαδή, αυτό μου λες».

«Κάπου είσαι, πού είσαι αυτήν τη νύχτα; Θέλω να κόψω φέτες το σκοτάδι, να σε εντοπίσω, Θέλω να κόψω φέτες το σκοτάδι, μετά αλλάζω γνώμη, κόβω φέτες τον εαυτό μου».

«Θέλω ένα τραύμα κι από σένα. Αν όμως δεν μπορείς να μου το δώσεις τουλάχιστον αγάπησέ με λίγο».

Η Καίτη Βασιλάκου περιδιαβαίνει στον συναισθηματικό της κόσμο, τις τάσεις, τις εντάσεις, τις διαστάσεις, τις ρωγμές του οποίου εντοπίζει. Έπειτα φιλτράρει εντέχνως τις ενδοσκοπήσεις της και γενναιόδωρα τις μοιράζει στον αναγνώστη. Το παιχνίδι με την ψυχή που διαμελίζεται, η αναζήτηση της νέας άγνωστης εμπειρίας, η ανάγκη αναμέτρησης με το παρελθόν, ο εμποδισμένος έρωτας, η αναζήτηση της αμοιβαιότητας, η διάψευση του προσώπου, ο αυτοσαρκασμός στα σημεία, η τραγική επίγνωση μιας αδιέξοδης κατάστασης, όλα αυτά είναι στοιχεία που, κρυφά ή φανερά, ανιχνεύονται σε αυτήν την Ποίηση και την κατατρέχουν. Πρόκειται για ποίηση υπαρξιακή κατ’ ουσίαν, με κεντρικό θέμα και άξονα τον έρωτα (και, κυρίως, τον ανανταπόδοτο και τον εμποδισμένο) και όλες τις εμμονές που αυτός συνεπάγεται. Ο Χρόνος, το Χάος, η Ηδονή, η Απουσία, η Μοναξιά, το Πάθος εντοπίζονται μέσα στα ολιγόστιχα ποιήματα της Βασιλάκου. Μια ποίηση σε βασανιστικό διάλογο με την ψυχή του ανθρώπου/υποκειμένου, τις διαστάσεις και την ποιότητα της οποίας ζητά επίμονα να ανιχνεύσει.
Κλείνοντας ….Ο άνθρωπος που πάσχει δίνει υλικό στον άνθρωπο ποιητή. Ο άνθρωπος που επεξεργάζεται τα δεδομένα της ζωής του κάνει τους θλιβερούς (συχνά και επίπονους) απολογισμούς και τις ατέρμονες ενδοσκοπήσεις του και έχει ως στόχο να μοιραστεί τις εμπειρίες και τα πολύτιμα βιώματά του με τον συνάνθρωπο/αναγνώστη μέσω της ποιητικής τέχνης, με τέτοιο τρόπο όμως, ώστε αυτές αυτά να τον αφορούν. Γιατί εκεί παίζεται όλο το παιχνίδι! Αυτό είναι το στοίχημα που βάζει κάθε φορά ο δημιουργός: δηλαδή πώς να κάνει τον αναγνώστη αληθινό, γνήσιο συμμέτοχο, πώς, να τον εισάγει ολοκληρωτικά σε μια εμπειρία, πώς να τον βάλει σε έναν κόσμο, πώς να τον αγγίξει, πώς να τον κάνει να αισθανθεί.

Αν ανατρέξετε πίσω, στην αρχή της εισήγησής μου, αν θυμηθείτε τις αρχικές μου συνδέσεις, τότε το ξέρετε ήδη. Γιατί το ‘χω πει απ’ τις πρώτες κιόλας γραμμές…Η Καίτη Βασιλάκου με έχει κάνει να αιστανθώ!

.

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΡΑΚΟΥ

vakxikon.gr, Νοέμβριος 2013

Αγαπημένε μου ψυχίατρε πες μου… Πρόκειται για την πρώτη ποιητική συλλογή της Καίτης Βασιλάκου από τις εκδόσεις Μανδραγόρας. Η Καίτη Βασιλάκου, την οποία γνωρίζουμε από τα ευφάνταστα διηγήματά της, ξαφνιάζει ευχάριστα επιλέγοντας την μικρή και λιτή φόρμα, για να μας μιλήσει για ένα πολύ προσωπικό θέμα που πολλοί θεωρούν κοινό και τετριμμένο.

Τον έρωτα που γεννιέται στον ψυχιατρικό καναπέ. Τον έρωτα που δεν μιλά, παρά μονάχα φαντάζεται, που πλάθει διαλόγους οι οποίοι βασανιστικά ψάχνουν να βρουν το υποκείμενο, ακολουθώντας μια δαιδαλώδη διαδρομή που ως μόνη κατάληξη, από την αρχή της, έχει τον διαρκή μονόλογο.

Χαρακτηριστικό των ολιγόστιχων, στο μεγαλύτερο μέρος, ποιημάτων αυτής της συλλογής, είναι ότι όλα τους είναι άτιτλα, θέλοντας έτσι η ποιήτρια να τονίσει ότι αυτό το κεφάλαιο της ζωής της απαρτίζεται μόνο από μικρές στιγμές αγωνίας, εμμονής, συγκρούσεων και απωθημένων, εξιδανικεύσεων και ανικανοποίητων αναζητήσεων που φέρουν έναν και μόνο τίτλο: αγαπημένε μου ψυχίατρε πες μου…»

.

ΝΥΧΤΩΝΕΙ ΑΡΓΑ (2014)

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

“Fractal”, Ιανουάριος 2015

Ζήσαμε; Και αν ναι, πώς;

Υπάρχει ένας κόσμος. Όχι, υπάρχει ένας κόσμος μέσα στον οποίο υπάρχεις εσύ. Ένας κόσμος, μια ξένη κατασκευή, που την ιδιοποιείσαι δίχως να το καταλαβαίνεις. Κάτι άρρητο συμβαίνει και η ζωή προχωράει – όπως προχωράει και μετά έρχεται το τέλος και μετά μια μακρά, απύθμενη σιωπή, αρχίζει να βραδιάζει αργά, πολύ αργά, ο χρόνος διαστέλλεται, εσύ δεν είσαι εκεί για να το διαπιστώσεις κι όμως συμβαίνει.

Όπως θα έλεγε και ο πάπα –Σοπενχάουερ ο κόσμος υπήρξε πριν από εμάς, θα συνεχίσει και δίχως εμάς. Στο ενδιάμεσο αυτού του επινοημένου χρόνου-κόσμου, το υποκείμενο φαντασιώνεται μια κάποια τάξη ζωής, εναποθέτει σε οικεία πρόσωπα και στα ακίνητα πράγματα που τον περιβάλλουν ένα κομμάτι του εαυτού του. Καθρεφτίζει την αυταξία του πάνω τους. Γίνεται θύμα και θύτης, ιδιοκτήτης και σκλάβος. Διαμορφώνεται για να ελπίζει, καθαρογράφει τη ζωή του με τις παρουσίες, σβήνει τον μαυροπίνακα με τις εκθετικές απουσίες, μαθαίνει να μαραίνεται και να ανθεί ακαταπαύστως, ερωτεύεται, αλλά αυτό δεν φτάνει και ούτε περισσεύει μέσα του.

Ζει με το άγριο ζώο της μοναξιάς που εκτείνεται πέραν του βιωμένου χρόνου – είναι από μόνη της ένας άλλος κόσμος. Και πάντα, μα πάντα, στο τέρμα του δρόμου σκιάζει το μοιραίο τέλος. Αδόκητο, αναμενόμενο, σκληρό, ζοφερό, ήσυχο, υπερθετικό – μα, όπως και να ’χει είναι ένας τέλος, ατελεύτητο, χαοτικό, σκληρό και ανεπίλυτο για τον άνθρωπο. Το μέγα κενό που δεν μπορεί να πληρωθεί.

Αυτή η πορεία, η μακρά πορεία του ανθρώπου που μπορεί να κρατήσει από μια ημέρα έως την αιωνιότητα της μιας ημέρας, αυτό το μάταιο, ηττημένο ταξίδι καταγράφεται στη συλλογή της Καίτης Βασιλάκου «Νυχτώνει Αργά» με έναν φαινομενικά γραμμικό τρόπο –από παιδί καταλήγεις στο τέρμα του δρόμου-, ωστόσο διαφαίνεται καθαρά πως η οντολογική ρίζα αυτής της πορείας, είναι γεμάτη από τις επιχωματώσεις του χρόνου που φευ, ποτέ δεν λειτουργεί γραμμικά κι ας πιστεύουμε το αντίθετο.

Παρένθετες εικόνες χαμένων στιγμών και απωλειών, ανθρώπων που έφυγαν, αντικειμένων που στέκουν απαρασάλευτα όταν εμείς θα έχουμε χαιρετήσει, τοίχων που μας μιλούν και τους μιλούμε, ερώτων που η μόνη τους ορατή εξιδανίκευση είναι η ματαίωση και το αλληλοφάγωμα (η ευτυχία έχει μια ποιότητα πόνου, γράφει η ποιήτρια) – όλα τούτα και ακόμη περισσότερα που δεν χωρούν σε μια παλάμη ζωής, έρχονται σαν πλημμυρίδα χρόνου, σαν μια μαζική ενότητα χρόνου. Βραδιάζει αργά σημαίνει πως τα ρολόγια του κόσμου έχουν έναν δικό τους χτύπο, διάφορο από αυτόν του ανθρώπου. Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια, λέει ο Μίλτος Σαχτούρης. Είμαστε υποχείρια αυτό του πράγματος, δούλοι του κάθε μέρα που ολοένα και περισσότερο φθίνει μέσα μας, το απόσταγμα της ημέρας δεν είναι ένα 24ωρο δραστηριοτήτων. Δεν είναι μετρήσιμο αυτό που έχεις ζήσει, ή, μήπως, αυτό που νομίζεις πως έχεις ζήσει και βιώσει.

Η ποιητική της Βασιλάκου, όχι μόνο σε αυτή τη συλλογή, όπως και η πεζογραφική της έκφανση, είναι ένα μέτρο στην αποδραματοποίηση. Στέκει, μετέχει στο δράμα, αλλά εκλαμβάνει την έννοια της απόστασης ως μια καθοριστική αρχή για να γράψει. Έτσι αυτή η χωρική, συναισθηματική και ρητορική απομάκρυνση από τον κεντρικό πυρήνα, της επιτρέπει να θεάται από πολλές γωνίες ένα θέμα – το κυρίαρχο θέμα της ζωής εν προκειμένω- με τρόπο αυστηρά συμπαθητικό με τη συγκεκριμένη έννοια της λέξης συμπαθητικό. Συμπάσχει, αλλά δεν πάσχει προς χάριν του αναγνώστη. Τουτέστιν οι λέξεις στο χαρτί μοιάζουν με ένα απόσταγμα που δεν ταυτίζονται με τον γράφοντα, δεν φέρουν τη σφραγίδα μόνο των δικών του προσωπικών εντυπώσεων επί του κόσμου, αλλά αποκτούν ένα βάρος ουσιαστικό, μια διάσταση κοινής, ανθρώπινης γραμμής. Για να το πω ακόμη πιο απλά: είμαστε εμείς που γραφόμαστε και όχι η ποιήτρια που έγραψε για εμάς.

Χωρισμένη σε πέντε ενότητες που όμως μεταξύ τους έχουν μια εσωτερική διάρθρωση, λειτουργώντας ως επικαλυπτόμενα στρώματα βίου, ή σαν ασκήσεις προετοιμασίας πριν από το επικείμενο τέλος, η συλλογή της Καίτης Βασιλάκου είναι βαθύτατα ανθρώπινη, γιατί διαπραγματεύεται τις μόνες αναφαίρετες αξίες πάνω στις οποίες είναι χτισμένη η ανθρώπινη περιπέτεια: την απώλεια, το άγνωστο του επέκεινα, την ανερμήνευτη έννοια του χρόνου, την παραπειστική ερμηνεία της μνήμης, τη δυναστεία του έρωτα και πάλι το τέλος που είναι ένα οδόσημο από το οποίο ουδείς ξεφεύγει.

Η ανθρώπινη άσκηση πάνω στην απώλεια ξεκινάει –με τον πιο ύπουλο και υποδόριο τρόπο- από την παιδική ηλικία. Η Καίτη Βασιλάκου γράφει:

Με τα βαθιά του μάτια
Ένα παιδί
Που φτιάχνει ιστορίες
Και αποκοιμιέται μονάχο
ή
Το παιδί υπογράφει
Ετοιμάζει το μέλλον του
Και ακόμη
Φόρος βαρύς
Για το παιδί
Η αγάπη

Η αγαπητική σχέση εντός του οίκου γίνεται άχθος – είναι μια προγύμναση του παιδιού για ό,τι θα συμβεί στον ενήλικο βίου του. Και θα του συμβούν πολλά καταβάλλοντας πάντα το απαραίτητο, σκληρό αντίτιμο της μοναξιάς, του βάρους της απώλειας, του χρόνου που βραδιάζει αργά τριγύρω, αλλά πολύ νωρίς μέσα του. Οι δικοί μας άνθρωποι φεύγουν, μένουμε εμείς πίσω να τους κουβαλάμε. Κι όταν εμείς θα είμαστε το κομμάτι της απώλειας; Τότε ποιος θα κληθεί να επιτελέσει το σισύφειο έργο για χάρη μας;

Πόσο φέρνει στο νου αυτός ο στίχος, τον άλλον του Γιάννη Βαρβέρη από το σπαραχτικό «Βαθέος γήρατος»

Μου είπε επί λέξει:
Άμα πεθάνω
Πώς θα ζήσω
Χωρίς εσένα;

Όλα μάς ακολουθούν με έναν τρόπο υπαινιχτικό, προσχηματικό – δεν ξεφεύγει κανένας από τα χνάρια του παρελθόντος. Έτσι που το παρόν γίνεται σκλάβος εν προόδω και το μέλλον εν τη γεννέσει. Να πώς μπλέκεται ο χρόνος σε μια μη γραμμική τροχιά.

Σας προτρέπω να διαβάσετε τις δύο ενότητες της συλλογής «Της μοναξιάς» και «Του χρόνου» για να διαπιστώσετε την προοδευτική υπονόμευση του όντος από το ίδιο του δέρμα, τις σκέψεις, τα όνειρα. Ο υπαινιγμός των στίχων γίνεται νυγμός. Δεν υπάρχει μια συναισθηματική ταύτιση, αλλά μια απογύμνωση, μια ποιητική πραγματεία πάνω στο πλήγμα, τη στέρηση, τη φθορά, την εξάντληση και τον ολικό αφανισμό.

Ναι, υπάρχει και μια αποδοχή, μια ισόρροπη συναίνεση που το σώμα παρέχει και το μυαλό αποδέχεται πως έτσι είναι τα πράγματα και όχι αλλιώς. Πώς ότι ζούμε στην εξάντληση θα καταλήξουν. Πώς ότι διαβαίνουμε σε έναν ενταφιασμό θα συγχωνευτούν. Μα, αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου. Αυτή η προοδευτική στέρηση είναι που δίνει στη φύση του μια τραγικότητα σχεδόν μυστηριακή.

Υπάρχει κάτι πιο απογυμνωμένο, κάτι πιο προσφιλές και τόσο πικρά αληθινό από αυτόν το στίχο της Βασιλάκου; Οι κατακερματισμένες στιγμές συγκροτούν έναν βίο που κινείται εντός συγκεκριμένων πλαισίων. Ο άνθρωπος εξεμέτρησε το ζην του και ωστόσο δεν ξέρει αν η περπατησία του επί της γης ήταν αυτή που πραγματικά ήθελε, αν ήταν αυτή που του έπρεπε, αν είχε δικαίωμα να ζητήσει κάτι άλλο από αυτό που του έλαχε και αποδέχθηκε και έσκυψε το κεφάλι συμβιβασμένος.

Ακόμα και όταν έρθει η ώρα που απολογισμού, όπως το κάνει και η Καίτη Βασιλάκου στο ακροτελεύτιο ποίημα της συλλογής, είναι τόσο επισφαλές το αποτέλεσμα που τελικά καθίσταται μια πράξη άνευ ουσίας. Ποια είναι τα πραγματικά συν και ποια τα πλην σε μια προσθαφαίρεση ζωής που καίτοι πεπερασμένη, ουδείς γνωρίζει πότε σώζεται, ποιο κερί σήμερα σβήνει, ποιο τρεμοπαίζει και ποιο κέρδισε λίγο χρόνο παραπάνω.

Πάλι ο χρόνος μπροστά μας – πάντα ο χρόνος μπροστά μας. Να προηγείται, ακόμα και όταν μοιάζει ακίνητος. Να στέκει δίπλα μας φύλακας, αλλά όχι άγγελος, όταν νομίζουμε πως δεν προχώρησε ούτε πόντο και ότι όλα τα ρολόγια –κατά έναν παράδοξο τρόπο- έχουν σταματήσει να λειτουργούν.

Το βραδιάζει αργά είναι ένα απόσταγμα της βιωτής, μια αποθησαύριση δίχως θησαυρό, είναι μια αδρή αποτύπωση φωτογραφίας σε σέπια, ένα προσκύνημα στον λοξία θεό αυτού του κόσμου, διεκδικεί τον έπαινο της εσωτερικής ματιάς με την τραγικότητα που αξίζει στον άνθρωπο.

Είναι τελικά μια θνητή προσευχή που απευθύνεται στον εαυτό μας – τον μοναδικό αυθέντη κριτή της ζωής που ζήσαμε.

Ερώτημα που δεν βρίσκει πειστική απάντηση: Ζήσαμε;

.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

vakxikon.gr, Απρίλιος 2014

Στις μέρες μας, μέσα στην πληθώρα των ποιητικών συλλογών, που εκδίδονται κάθε χρόνο υπάρχουν και μερικές, που ξεχωρίζουν, γιατί έχουν κάτι να πουν.

Μια τέτοια ποιητική συλλογή είναι και το βιβλίο της Καίτης Βασιλάκου Νυχτώνει αργά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.

Όλα τα ποιήματα της συλλογής είναι άτιτλα, θα μπορούσαμε, όμως, να πούμε, ότι και οι πέντε ενότητες του βιβλίου θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια ενιαία καταγραφή, που ίσως να περιλαμβάνει και αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Η πρώτη ενότητα φέρει τον τίτλο Του παιδιού και περιλαμβάνει ποιήματα, που αναφέρονται σε παιδιά, που είτε οι γονείς τους, τους τάζουν έναν ψεύτικο κόσμο, είτε είναι υπερπροστατευτικοί και βασανιστικοί: «Οι μεγάλοι δίνουν συμβουλές / διαταγές / έχουν δύναμη / έχουν γνώση και σοφία / και μια βέργα / για να πείθουν / τα παιδιά.»

Η δεύτερη ενότητα φέρει τον τίτλο Των μεγάλων και αναφέρεται στο παιδί της προηγούμενης ενότητας, που μεγάλωσε και έχασε τους γονείς του και πρέπει πλέον να αντιμετωπίσει τον κόσμο χωρίς την πολύτιμη συμβουλή τους και μαθημένο, όπως είναι στην υπερβολική προστασία νιώθει απέραντη μοναξιά.

Η τρίτη και μικρότερη σε έκταση ενότητα φέρει τον τίτλο Των ερώτων και αναφέρεται σε έρωτες, που δεν στέριωσαν.

Η τέταρτη ενότητα φέρει τον τίτλο Της μοναξιάς και αναφέρεται στην μοναξιά και στην αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου, που έχει καταντήσει να μιλάει με τους τοίχους του σπιτιού του για να έχει την ψευδαίσθηση μιας συντροφιάς.

Η πέμπτη και τελευταία ενότητα φέρει τον τίτλο Του χρόνου και περιλαμβάνει υπαρξιακά ποιήματα. Το παιδί της πρώτης ενότητας έχει γεράσει. Αρχίζει να κάνει σκέψεις για το γρήγορο πέρασμα του χρόνου και για το τι μένει τελικά πίσω.

Κλείνοντας, θα θέλαμε να συγχαρούμε την ποιήτρια Καίτη Βασιλάκου περιμένοντας και νέες ποιητικές της καταθέσεις.

.

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

stigmalogou.blogspot.gr/2014/06/

Νυχτώνει αργά της Καίτης Βασιλάκου, μια ποιητική συλλογή αφήνει να διαφανεί από την πρώτη στιγμή ότι υπάρχει εξέλιξη και πορεία. Το αν πρόκειται για μια πορεία σε ορισμένο χρόνο ή για μια παράλληλη και ταυτόχρονη εξέλιξη συναισθηματικών και συγκινησιακών φάσεων, θα κριθεί από την προσέγγιση που θα της επιφυλάξει ο αναγνώστης.

Το ελάχιστα σύνηθες και κατ’εξοχήν ταμπού είναι το γεγονός ότι σ’ αυτή τη συλλογή η οικογένεια, οι δεσμοί και οι αλληλουχίες βρίσκονται εξαρχής σε πρώτο πλάνο: το υποκείμενο της ποιήτριας,ο λόγος σε πρώτο πρόσωπο, είναι ένα παιδί. Και οι οικογενειακές σχέσεις δεν διαφαίνονται «ψυχαναλυτικά» αλλά ρεαλιστικά, το παιδί είναι υπαρκτό και είναι εκεί, πρωταγωνιστής και παρατηρητής πεπραγμένων, μάρτυρας ανήκουστων πραγμάτων. Θα έλεγε κανείς ότι είναι μια ισχυρά προσωπική ποίηση σε… οικογενειακό περιβάλλον. Το κέρδος αυτής της προσέγγισης είναι η ιδιαιτερότητα, και η απώλεια, ο εγκλωβισμός στο εσωτερικό εγώ και στο απόρθητο εμείς, μιας μυθοποιημένης οικογενειακής δομής από τις πλέον κλασσικές, σχεδόν αναμενόμενης.

Η αγωνία που διαφαίνεται στον στίχο, μέσα και πίσω από αυτόν, έχει να κάνει καθαρά με τη δυνατότητα της συνέχειας σε προσωπικό επίπεδο, με τα ατομικά όρια αλλά και τους εξωγενείς παράγοντες που τα διαμορφώνουν, με την επιτυχία ή μη της δημιουργίας μιας ατομικής συνείδησης. Το φάντασμα της αλληλεξάρτησης με τον οικογενειακό πυρήνα που πότε βαραίνει και πότε αποτελεί ζητούμενο κι επιθυμία, είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό στο σύνολο της συλλογής, ακόμα και σε ποιήματα όπου το μείζον θέμα είναι ο χρόνος και το πέρασμά του, ο έρωτας, η συνύπαρξη με τον άλλο.

Παρόλα αυτά επικρατεί τελικά μια αίσθηση αναποφασιστικότητας από την ποιήτρια, όχι τόσο στην θεματολογία όσο στα εκφραστικά μέσα, όπως για παράδειγμα εδώ:

Και ξαφνικά η πόλη σώπασε
μόνο ένα σκυλί αλυχτά
έπειτα σταματά
σιγή απόλυτη.

Από την άλλη μεριά, η γλώσσα και γενικά το εννοιολογικό μέρος διέπονται από απλότητα που δεν καταλήγει σε υπεραπλούστευση, αλλά αντίθετα μετουσιώνεται σε αμεσότητα όσον αφορά την επικοινωνία με τον αναγνώστη: η ποιήτρια δεν χάνεται στους δαιδάλους της σκέψης, ενώ τα συναισθήματα και οι εμμονές, η αγωνία και η επιθυμία της είναι στοιχεία ορατά σε όλους. Όσοι από μας βρίσκονται κατά καιρούς αντιμέτωποι με κείμενα τόσο «εσωτερικά» που καταλήγουν να μην μας αφορούν, θα εκτιμήσουν την καθαρή ματιά της Καίτης Βασιλάκου.

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα γραφής:
Εδώ μαζί και οι τρεις
-μια ζωντανή
δυο πεθαμένοι-
αγαπιόμαστε
με πάθος και λατρεία
αγκαλιαζόμαστε
φιλιόμαστε
ένα γινόμαστε.

Όχι, δεν σας αφήνω
να μου φύγετε.
Μαζί μου εδώ θα μείνετε
μέχρι το θάνατό μου.

Μονάχο δεν αφήνουν το παιδί τους
οι καλοί γονείς.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *