ΜΑΙΡΗ ΠΕΤΡΟΛΙΑ – ΑΜΑΝΙΤΗ

 

Η Μαίρη Πετρολιά -Αμανίτη γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Αμερικανικού Κολλεγίου Ανατόλια. Πτυχιούχος του Τμήματος
Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης Δημοσίου Δικαίου του Α.Π.Θ. όπου, ως μέλος του Επιστημονικού Διδακτικού Προσωπικού του Τμήματος Νομικής στην έδρα του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου επί σειρά ετών, δίδαξε Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια της θητείας της στην έδρα Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου έγραψε σημαντικές ειδικές νομικές μελέτες Δημοσίου Διεθνούς καθώς και Δημοσίου Δικαίου γενικότερα. Πρώτη ενασχόλησή της με μη νομικά κείμενα είναι το «Για τα «Σαράντα….», Θεσσαλονίκη 2018, το οποίο έγραψε και αφιέρωσε σε αυτούς «που επέζησαν από τη φωτιά στο Μάτι και σε άλλους.» Είναι συνταξιούχος και ενεργό, δραστήριο μέλος του 12ου Παραρτήματος ΚΑΠΗ Δήμου Θεσσαλονίκης.

.

 

 

.

ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ (2019)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Αφετηρία η τυχαία συνάντηση μιας γυναίκας με ένα άγνωστό της άντρα στη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης. Γραμμένο σε απλή, καθημερινή γλώσσα με εκτεταμένη χρήση ζωντανού διαλόγου, η ιστορία παίζει πάνω στις ευαισθησίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Αγάπη, μίσος, πάθη και κυρίως ο έρωτας είναι υπόβαθρο και ταυτόχρονα κινητήρια δύναμη της πλοκής ενώ ο θάνατος καραδοκεί στο παρασκήνιο.
Η πάλη ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν επεκτείνεται στο αόρατο μέλλον. Είναι τελικά ο έρωτας υπεράνω όλων ή θα υποκύψει και αυτός στο μοιραίο;
Πόσο ανεκτίμητα είναι άραγε τα δευτερόλεπτα στη ζωή κάθε ανθρώπου; Γιατί τα προσπερνάμε;
Μέσα από τη ρέουσα αφήγηση της συγγραφέως αναδύεται μεταξύ άλλων και το διαχρονικό πρόβλημα του “λάθους” που ταλανίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Το “λάθος” που προκύπτει από μια σκέψη, μια λέξη, μια απερίσκεπτη ενέργεια συνοδεύει τη ζωή των χαρακτήρων ακολουθώντας τα βήματά τους στο χρόνο. Εκείνοι προσπαθούν να ισορροπήσουν και να προχωρήσουν πάνω
στις ευαίσθητες, χιλιόμορφες χορδές του ώσπου …

 

Κεφάλαιο IX

ΑΝΤΙΖΗΛΟΙ

Η ώρα κοντεύει μία και μισή. Ο Δημήτρης έχει βαρεθεί να κόβει βόλτες και να χαζεύει το τοπίο τη στιγμή, μάλιστα, που τον περιμένει σωρός υποχρεώσεων στο Πανεπιστήμιο. Η Σόνια καθισμένη αναπαυτικά στο δερμάτινο κάθισμα εξακολουθεί να μιλάει στο κινητό, ενώ δεν σταματάει να καπνίζει. Η υπομονή του Δημήτρη φτάνει στα όριά της.
“Μα τί φλυαρία είναι αυτή; Η ώρα περνάει χωρίς να γίνεται τίποτα”, σκέφτεται εκνευρισμένος. Πηγαίνει προς το αυτοκίνητο αποφασισμένος να τη βγάλει έξω, όταν ένας άνδρας που εμφανίζεται στην κυριολεξία από το.., πουθενά, κατευθύνεται χαμογελώντας προς το μέρος του. Τον χαιρετάει εγκάρδια.
« Ω! Γεια σου, δάσκαλε! Πώς είσαι; Όλα καλά; Χαθήκαμε! Τί γυρεύεις εδώ δευτεριάτικα;»
Ο Δημήτρης αιφνιδιάζεται. “Ε, όχι να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον υποψήφιο διδάκτορά του εδώ στην ερημιά! Τέτοια διαβολική σύμπτωση!” Ανταποδίδει βιαστικά το χαιρετισμό με ψυχραιμία:
«Γεια σου, Μενέλαε! Εγώ καλά είμαι. Εσύ τί γίνεσαι;
Μια χαρά σε βλέπω!» Για να καθυστερήσει την απάντηση τον ρωτάει μάλλον τυπικά: « Πότε θα μου φέρεις επιτέλους τη διατριβή για να κοιτάξω αυτά που έκανες πάνω στις τελικές παρατηρήσεις μου; Ο καιρός περνάει! Να έχεις υπόψη σου ότι σύντομα θα λείψω για κανένα μήνα στο εξωτερικό.
Διαλέξεις, ξέρεις τώρα… Πρέπει να βιαστείς!»
«Δάσκαλε, σε πρόλαβα! Η διατριβή μου βρίσκεται ήδη στο γραφείο σου από την Τετάρτη. Όποτε μπορέσεις, τής ρίχνεις μια τελική ματιά. Ακολούθησα κατά γράμμα τις υποδείξεις σου. Με μύριους κόπους, αμέτρητα ξενύχτια, επιτέλους, την τελείωσα! Έλαβα υπ’ όψη μου όλες τις συμπληρωματικές παρατηρήσεις σου. Οπωσδήποτε καθυστέρησα λίγο. Μην ξεχνάς
ότι δουλεύω ταυτόχρονα για να ζήσω, όχι μονάχα τον εαυτό μου. Βοηθάω τους γονείς μου στο χωριό, στην Κλεισούρα, στα παλιά λημέρια σου. Δυστυχώς, τώρα πια δύσκολα τα βγάζουν πέρα με τα ψίχουλα της αγροτικής σύνταξης. Δεν πιστεύω να ξέχασες πως είμαστε πατριωτάκια, ε; Οι γονείς μου πάντα σε θυμούνται και σού στέλνουν τα χαιρετίσματά τους. Είναι περήφανοι όπως και όλο το χωριό που έφτασες ψηλά».
«Δεν ξέχασα τον τόπο που γεννήθηκα. Επίσης θα θυμάμαι πάντα ότι ο αδελφός της μάνας σου, ο δάσκαλος, μού έμαθε τα πρώτα γράμματα», λέει μάλλον αδιάφορα ο Δημήτρης. Την ίδια ώρα από μέσα του βράζει. Με την άκρη του ματιού του κοιτάει τη Σόνια ενώ σκέφτεται πως η αναπάντεχη συζήτηση με τον υποψήφιο διδάκτορά του εδώ πρέπει να τελειώνει το συντομότερο. Ο Μενέλαος αντίθετα φαίνεται να έχει μεγάλη όρεξη για κουβέντα. Συνεχίζει τις ερωτήσεις:
«Αλήθεια, δάσκαλε, εσύ τελείωσες με τη δημοσίευση της μελέτης σου για το Θεώρημα του Φερμά; Τη χρειάζομαι για να σε παραπέμψω». 
«Ναι, Μενέλαε. Η μελέτη μου δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα. Θα σού δώσω αντίτυπο».
«Έγραψα κι εγώ κάτι άλλο παράλληλα με τη διατριβή, δάσκαλε. Σού το φυλάγω για έκπληξη. Στον λίγο ελεύθερο χρόνο που έχω, γράφω. Δεν έκανα, βλέπεις, ακόμα οικογένεια… »
«Σοβαρά, Μενέλαε; Δεν έκανες δική σου οικογένεια;»
«Δυστυχώς ή ευτυχώς όχι. Δεν αποφάσισα, μάλλον δεν έτυχε, δεν ξέρω. Είχα αρκετές μεταθέσεις. Ηράκλειο, Αλεξανδρούπολη, Τρίπολη. Ευτυχώς, τώρα διορίστηκα στην Καλαμαριά, στο Λύκειο που ήθελα. Έτσι ελπίζω να τα καταφέρω να βάλω τη ζωή μου σε μια σειρά, να νοικοκυρευτώ
επιτέλους. Βέβαια, όσο περνούν τα χρόνια, όλο πιο δύσκολο το βλέπω. Τί λες; Θα με κερδίσει τελικά η επιστήμη;»
«Μακάρι να σε κερδίσει η επιστήμη, Μενέλαε! Πάντως η οικογένεια είναι απαραίτητη. Προσπάθησε να συνδυάσεις και τα δύο. Λοιπόν, θα ασχοληθώ με τη διατριβή σου άμεσα. Εφόσον όλα είναι εντάξει, θα έχεις πολύ σύντομα το τυπωθήτω’. Πρόσεχε, μη χάσεις τις προθεσμίες!» λέει βιαστικά και κάνει να απομακρυνθεί.
«Σ’ ευχαριστώ, δάσκαλέ μου, σ’ ευγνωμονώ!» απαντάει χαρούμενος ο Μενέλαος που τον ακολουθεί. Κοιτάζει με περιέργεια προς το αυτοκίνητο. Προσπαθεί να διακρίνει τη γυναίκα που κάθεται μέσα. Η Σόνια εξακολουθεί να μιλάει ασταμάτητα στο κινητό.
«Η κυρία στο αυτοκίνητο είναι σίγουρα η σύζυγος, ε;» ρωτάει τον Δημήτρη πλησιάζοντάς τον. «Σε παραδέχομαι, δάσκαλε! Πάντα είχες ωραίο γούστο στις γυναίκες!» γελάει ανοιχτόκαρδα… «Ήσουν ελεύθερος, θυμάμαι, όταν
αποφοίτησα. Μάς πήγαινες μαζί με συμφοιτητές και πάντα ωραίες, πρέπει να ομολογήσω, συμφοιτήτριες για καφέ, ουζάκια. Έμαθα έχεις επίσης δύο παλικάρια. Είσαι τυχερός!
Δεν θα με συστήσεις τώρα στη σύζυγο;»
«Ε…ε… Άσε καλύτερα», κομπιάζει ο Δημήτρης. Βλέπω ότι έχει σοβαρή συζήτηση στο κινητό. Κάτι προέκυψε και….
Κάποια άλλη φορά θα στη συστήσω… »
«Ήρθατε για ψαράκι εδώ;» επιμένει ο Μενέλαος. «Είναι εξαιρετικά! Εγώ περιμένω συμφοιτητές από το Πανεπιστήμιο. Σίγουρα τους γνωρίζεις. Έχουμε κανονίσει να συναντηθούμε ύστερα από τρία χρόνια. Μια που η σύζυγος μιλάει στο κινητό, είναι ευκαιρία να πούμε εμείς καμιά κουβεντούλα, έτσι για να περάσει η ώρα… »
«Ναι, ναι…», λέει αφηρημένα ο καθηγητής κοιτάζοντας εκνευρισμένος προς το αυτοκίνητο. Η Σόνια δεν μιλάει πια στο κινητό. Παρατηρεί και τους δύο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
«Ανήσυχο σε βλέπω, δάσκαλε! Συμβαίνει κάτι;» ρωτάει ο Μενέλαος που δεν κάνει καμιά προσπάθεια να κρύψει την περιέργειά του.
« Όχι, όχι! Απολύτως τίποτα. Ε, ε,.,.δηλαδή ναι. Δευτέρα σήμερα! Τώρα το θυμήθηκα! Έχω ένα ραντεβού σε μισή ώρα στο Πανεπιστήμιο. Πρέπει να φύγουμε επειγόντως! Τα λέμε σύντομα. Μη χαθούμε… Έχω επίσης κάποια ερευνητικά προγράμματα, πιθανό να σε ενδιαφέρουν. Πέρασε την Πέμπτη το απόγευμα από το γραφείο να κουβεντιάσουμε. Γεια σου!» λέει κοφτά και κατευθύνεται με γρήγορα βήματα προς το αυτοκίνητο. Ο Μενέλαος δεν εννοεί να τον αφήσει ήσυχο. 
«Δάσκαλε, στάσου λιγάκι! Μια που οι φίλοι μου δεν ήρθαν ακόμα, σύστησε με, επιτέλους, στη σύζυγο! Πότε θα έχω άλλη ευκαιρία να τη γνωρίσω;»
«Μα πρέπει να φύγουμε επειγόντως!» υπενθυμίζει απότομα ο Δημήτρης. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή η Σόνια ανοίγει την πόρτα. Βγαίνει από το αυτοκίνητο χαμογελώντας.
«Ποιος είναι ο κύριος; Δε θα μού τον συστήσεις, Δημήτρη;» ρωτάει με φανερή περιέργεια.
Ο Δημήτρης προχωρεί ανόρεχτος στις συστάσεις ύστερα από σύντομη σιωπή.
« Ε… ε… βέβαια, Σόνια μου. Ο κύριος Μενέλαος Διακάκης ήταν φοιτητής μου στη Φυσικομαθηματική. Άριστος, ταλέντο στα Μαθηματικά. Έχει πάρει βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς Μαθηματικών. Είμαι περήφανος γι’ αυτόν!
Η κυρία είναι η… σύζυγός μου», λέει μέσα στο στόμα του.
Μόλις ακούγεται.
«Μάλιστα, μάλιστα…», τονίζει με στόμφο τις λέξεις η Σόνια. Κοιτάζει τον Μενέλαο με ενδιαφέρον από πάνω μέχρι κάτω, από κάτω μέχρι πάνω σαν να τον ζυγίζει. Ωραίος άνδρας…’ σκέφτεται. ‘Ψηλός, πάνω από ένα ενενήντα. Γεροδεμένος, μαύρα μάτια, κατάμαυρα μαλλιά, χαριτωμένο μουστακάκι, περιποιημένο μουσάκι. Ακόμα και τα γυαλιά που φοράει ταιριάζουν με το στυλάκι του διανοούμενου που έχει. Μάλιστα…’ Φαίνεται φανερά ικανοποιημένη από την επισκόπηση. Χαμογελάει, απλώνει το χέρι της.
«Χαίρω πολύ, Μενέλαε!»
Εκείνος το πιάνει διατακτικά, αμέσως το σφίγγει μηχανικά. Έχει χάσει τη μιλιά του. Δεν πιστεύει στα μάτια του. Κάπου την έχει ξαναδεί αυτή τη γυναίκα… ‘Βέβαια…’, θυμάται. Είναι ολόιδια μ’ εκείνη που μόλις χθες Κυριακή πρωί, μάλωνε μέσα στον κατακλυσμό με μια άλλη γυναίκα στο απέναντι πεζοδρόμιο και μπήκε στη συνέχειά βιαστικά σ’ ένα αυτοκίνητο. Είναι ολόιδια με την πανέμορφη ηρωίδα της μικρής ιστορίας που εγώ σκάρωσα στο τάμπλετ περιμένοντας στο ζαχαροπλαστείο να κοπάσει η μπάρα. Είναι μπροστά μου τώρα αυτοπροσώπως, ολοζώντανη η ηρωίδα μου! Κατά διαβολική σύμπτωση εγώ της έδωσα το όνομα «Σόνια»! Ακριβώς το ίδιο όνομα που έχει και η σύζυγος του αγαπημένου μου δάσκαλου! Αυτό δεν είναι δυνατό να συμβαίνει στην πραγματικότητα! Ξεπερνάει ακόμα και την πιο τρελή φαντασία! Κάτι γίνεται στο σύμπαν!
Είναι απόλυτα σοκαρισμένος. Έχει συνεχώς καρφωμένα τα μάτια του πάνω της την ίδια στιγμή που στέκεται εκεί κοκαλωμένος, άφωνος μπροστά της.
Ο Δημήτρης αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά. Τον ζώνει ανησυχία. Για να σπάσει τη σιωπή ρωτάει δήθεν αδιάφορα:
«Γνωρίζεστε;»
«Δεν νομίζω», απαντάει η Σόνια. « Πρώτη φορά βλέπω τον κύριο». Απευθυνόμενη στον Μενέλαο λέει με έμφαση:
«Χαίρομαι πάρα πολύ να γνωρίζω ωραίους, ταλαντούχους επιστήμονες, με προοπτικές… Με ευχαριστεί ιδιαίτερα να γνωρίζω μαθηματικούς. Για φαντάσου! Δύο μέσα στην ίδια μέρα! Μέσα σε τόσο λίγη ώρα! Αυτό πια δεν είναι σύμπτωση! Δεν είναι τύχη! Αυτό είναι σκάνδαλο! Τί λες εσύ, Δημήτρη;» ρωτάει τον καθηγητή χαμογελώντας αινιγματικά τη στιγμή που σφίγγει συνθηματικά δύο φορές το μπράτσο του. 
«Πάμε λοιπόν μέσα να τα πούμε με ησυχία οι τρεις μας;
Κρύωσα λιγάκι εδώ έξω», λέει ναζιάρικα. Τυλίγει πάνω από τη ζακέτα του υπέρ κομψού ταγιέρ της μία ολόμαλλη πασμίνα. «Γιατί στέκεστε και οι δύο μαθηματικοί μου κοιτάζοντάς με μαρμαρωμένοι, αμίλητοι; Ήπιατε ξαφνικά το “αμίλητο νερό”; Ουζάκι θα πάμε να πιούμε!»
Ο Μενέλαος προσπαθεί με κόπο να συνέλθει από το σοκ. Ο Δημήτρης εξακολουθεί να στέκεται αποσβολωμένος πλάι στο αυτοκίνητο. Τα έχει χαμένα πέρα για πέρα. Μάταια ψάχνει να βρει τρόπο να μπαλώσει την κατάσταση. Η Σόνια τον κοιτάζει με νόημα. Φαίνεται να διασκεδάζει με την
απροσδόκητη εξέλιξη που παίρνουν τα πράγματα. Αστραπιαία τον τραβάει έξω από το λαβύρινθο όπου τον στρίμωξε η ίδια. Τον αγκαλιάζει τρυφερά δίνοντάς του δίνει ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο. Τα χείλη της τα νιώθει πυρωμένο κάρβουνο. Λέει δήθεν σοβαρά με συγκατάβαση:
«Μη μού στενοχωριέσαι, αγάπη μου! Πήγαινε εσύ στο ραντεβού που… ξέχασες! Πάρε και το αυτοκίνητο. Ο καλός ο μαθητής σου, ο κύριος Διακάκης, φαντάζομαι πως δε θα έχει αντίρρηση να φάμε παρέα! Μην ξεχνάς, Δημήτρη, ότι ήρθαμε ν’ απολαύσουμε ψαράκι πλάι στη θάλασσα. Εγώ για
κανένα λόγο δεν σκοπεύω ν’ αλλάξω ούτε το πρόγραμμα ούτε τη διάθεσή μου. Τώρα, μάλιστα, που βρήκα ενδιαφέρουσα παρέα η διάθεσή μου έγινε ακόμη καλύτερη. Τα λέμε αργότερα κάποια στιγμή, χρυσέ μου! Γεια σου προς το παρόν και… πρόσεχε!» τον αποχαιρετάει πρόσχαρα και τον ξαναφιλάει τρυφερά, αυτή τη φορά στα χείλη.
Ο Δημήτρης αδυνατεί να πιστέψει όσα γίνονται. Ποιες επιλογές έχει, ο δόλιος; Μπρος γκρεμός πίσω ρέμα. Διστάζει για λίγο, ψελλίζει κάτι ούτε ξέρει τι. Μπαίνει σαν υπνωτισμένος στο αυτοκίνητο. Το παράξενο χαμόγελο της Σόνιας, απόλυτα εναρμονισμένο με το επίμονο βλέμμα της, μοιάζει
να κατευθύνει τις κινήσεις του. Δεν μπορεί να αντιδράσει καθόλου. Είναι αδύνατο να σκεφτεί οτιδήποτε. Μαρσάρει νευρικά, χάνεται γρήγορα στη στροφή. Καθώς οδηγεί προσπαθεί να παρηγορηθεί αναπνέοντας το μεθυστικό άρωμά της που είναι διάχυτο μέσα στο αυτοκίνητο – δυστυχώς μαζί
με τον διαβολεμένο τον καπνό! Οργισμένος ανοίγει διάπλατα όλα τα παράθυρα. Βάζει ραδιόφωνο, ανεβάζει ταχύτητα.

Στο μεταξύ ο Μενέλαος έχει βρει την ψυχραιμία που είχε χάσει εντελώς από το σοκ της απίστευτης συνάντησης. Αισθάνεται να πετάει στα σύννεφα, συνειδητοποιώντας ότι τόσο απλά κι ανέλπιστα η τρελή επιθυμία του να γνωρίσει την υπέροχη γυναίκα της… βροχής πραγματοποιείται!
Μοιραία ξαναεμφανίζεται μπροστά του η σαγηνευτική ξανθιά που τον βασάνιζε όλη τη νύχτα στον ύπνο του. Δε σκέφτεται αυτή τη στιγμή τίποτε άλλο. Αποφασίζει, επιτέλους, να αναλάβει δράση. Πηγαίνει παράμερα, μιλάει σιγανά στο κινητό. Η Σόνια το παίζει αδιάφορη, ενώ έχει τα αυτιά τεντωμένα για να ακούσει αυτά που λέει. «Πιάνει» ακριβώς ό,τι η ίδια θέλει ν’ ακούσει:
«Βασίλη, ήρθα στο ‘Μπάτη’, όπως είπαμε. Δυστυχώς είναι προσωρινά κλειστά για… επισκευές. Ειδοποίησε τους άλλους να μην κάνουν τον κόπο να έρθουν εδώ. Πάμε καλύτερα στο άλλο, στην Παραλία Επανωμής που λέγαμε. Πάτε
μάλλον εσείς! Εμένα ξεχάστε με! Προέκυψε κάτι απρόοπτο. Πρέπει να γυρίσω επειγόντως στη Θεσσαλονίκη. Συγγνώμη! Τα ξαναλέμε σύντομα. Δώσε τα χαιρετίσματα μου σε όλη την παλιοπαρέα. Γεια σου!»
Η Σόνια κρυφοχαμογελάει ικανοποιημένη. Προσποιείται ότι είναι απορροφημένη στην παρατήρηση πέντε-έξι γλάρων που πολεμάνε τον αέρα και προσπαθούν να πλατσουρίζουν στη θάλασσα. Η παρατήρηση της φύσης, της θάλασσας, των γλάρων σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα την άφηναν παγερά αδιάφορη. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εντελώς ανεξήγητα έχει μια ευχάριστη, ανεπαίσθητα ρομαντική διάθεση. Κάτι ακαθόριστο, κάτι… που την τραβάει βρίσκει σ’ αυτόν τον ψηλό, αρκετά παράξενο τύπο…
Μια σύντομη στιγμή αμηχανίας μεσολαβεί. Ο Μενέλαος την πλησιάζει. Την ακουμπάει απαλά στην πλάτη για να την οδηγήσει στον ‘Μπάτη’. Ακόμα δεν μπορεί να πιστέψει ότι βρίσκεται μόνος πλάι στην υπέροχη γυναίκα που μόλις χθες θαύμαζε από απόσταση. Το πρωί της Κυριακής λαχταρούσε να τρέξει κοντά της, αλλά δεν τόλμησε. Το ίδιο βράδυ την είδε στον ύπνο του. Φέρνει στο νου του το χθεσινοβραδυνό όνειρο. Την κυνηγούσε, λέει, σ’ ένα δρόμο κι αυτή ξεμάκραινε, όλο ξεμάκραινε… ώσπου χάθηκε. Να τη λοιπόν!
Σήμερα παρουσιάζεται ακόμα μια φορά ουρανοκατέβατη μπροστά του και δεν είναι φαντασίωση. Είναι αληθινή! Αυτός, ο μοναχικός, άτολμος άνθρωπος βρίσκεται στην πραγματικότητα έξαφνα πλάι σε μία θεά. Τώρα δεν πρόκειται για όνειρο! Η θεά ήρθε η ίδια να τον συναντήσει! Την αγγίζει, την ακουμπάει. Είναι ολοζώντανη! Σε λίγο θα φάνε παρέα μόνοι οι δυο τους… Απίστευτο!
Δυστυχώς, για εκείνον, η θεά είναι σύζυγος του αγαπημένου του δάσκαλου! Αυτό κι αν είναι σοκαριστικό! Τραγική ειρωνεία! Από όλες τις γυναίκες του κόσμου η γυναίκα του Αναγνωστόπουλου έπρεπε να βρεθεί μπροστά μου; Τί να κάνω τώρα, πώς να το χειριστώ;’ αναρωτιέται πελαγωμένος.
Καθώς την αγγίζει νιώθει αναστατωμένος. Να είναι η απαλή υφή από το ύφασμα του υπέρκομψου ταγιέρ της;
Από τη ζεστή πασμίνα της; Μήπως το υπέροχο άρωμα με μυρωδιά σανταλόξυλου και μανόλιας που την τυλίγει; Σαστίζει για μια στιγμή. Αμέσως συγκεντρώνεται. Προσπαθεί να ξαναβρεί την ψυχραιμία του.
Προχωρούν προς ένα τραπέζι με θέα στη θάλασσα. Ο Μενέλαος τραβάει την καρέκλα για να τη διευκολύνει να καθίσει, αλλά…
«Αα! Καθόλου δε μ’ αρέσει εδώ. Απαίσια μυρωδιά, τηγανίλα. Όχι, όχι! Θα μυρίσουν τα ρούχα μου, τα μαλλιά μου», λέει αναστατωμένη η Σόνια. Τινάζει ναζιάρικα προς τα πίσω το τσουλούφι που μισοκρύβει το μέτωπό της. «Μού κόπηκε η όρεξη. Πάμε να φύγουμε! Δεν αντέχω τις μυρωδιές της κουζίνας!»
Ο Μενέλαος τώρα πια αισθάνεται να μπλοκάρει το μυαλό του εντελώς. Μέχρι να σοφιστεί πώς να αντιδράσει, η Σόνια τον αιφνιδιάζει με την πρότασή της:
«Το βρήκα! Δεν πάμε στο Πανόραμα; Έχω διαμορφώσει το ισόγειο της βίλας του συζύγου μου, ναι καλά άκουσες, αγαπητέ Μενέλαε, του συζύγου μου, σε στούντιο. Ποιο στούντιο, διακόσια είκοσι μέτρα είναι!» γελάει δυνατά. Δείχνει περήφανη για το απόκτημά της. Καθώς τον κοιτάζει χαμογελάει πονηρά. Στη συνέχεια λέει στα ίσια:
«Ναι, Μενέλαε! Δεν φαντάζομαι να το έχαψες ότι ο Δημήτρης, ο αγαπημένος σου δάσκαλος, όπως τον λες, είναι ο άντρας μου! Υπέθεσα πως κάτι θα κατάλαβες, τουλάχιστον μού ’δωσες την εντύπωση ότι είσαι έξυπνος άνθρωπος! Έλα! Μη με κάνεις τώρα ν’ αλλάξω γνώμη για τους μαθηματικούς!»
Ο Μενέλαος την ακούει εμβρόντητος. Για μια στιγμή διστάζει. Γρήγορα παίρνει στροφές. Τον δισταγμό του ακολουθεί μακρύς αναστεναγμός ανακούφισης.
«Ααχ! Δόξα τον Θεό! Δε θα το άντεχα να ήσουν γυναίκα του αγαπημένου μου δάσκαλου». Το πρόσωπό του τώρα λάμπει ολόκληρο.
«Μα βέβαια… Κάτι δεν πήγαινε καλά, κάτι δεν ταίριαζε, κάτι… Τώρα νιώθω επιτέλους απελευθερωμένος. Τώρα αναπνέω, βγάζω φτερά! Πάμε όπου θέλεις, Σόνια! Στο στούντιο, στο βουνό, στη θάλασσα, στην πόλη, στην ερημιά, όπου… όπου πεις. Φτάνει να με αφήσεις να είμαι κοντά σου, να είμαι μαζί σου. Θεέ μου! Αναπάντεχη ευτυχία! Ο Δημήτρης Αναγνωστόπουλος, ο αγαπημένος μου δάσκαλος δεν είναι σύζυγός σου! Πόσο ξαλάφρωσα! Θέλω να φωνάξω, θέλω να τραγουδήσω, να τρέξω, να…να…να… »
Η Σόνια τον παρατηρεί αμίλητη. Το αινιγματικό χαμόγελο που διαγράφεται στα καλογραμμένα, μισάνοιχτα χείλη της τον σταματάει απότομα.
«Πω, πω, παρασύρθηκα!» λέει αυτός σε απολογητικό ύφος. «Σίγουρα σκέφτεσαι πως είμαι τρελός ή κάτι τέτοιο. Με συγχωρείς, είμαι πολύ αυθόρμητος. Έτσι και καταφέρω να ξεπεράσω την επιφυλακτικότητα που με χαρακτηρίζει, δεν μπορώ να κρύψω τα συναισθήματά μου ούτε προσπαθώ
να τα αποσιωπήσω. Μού βγαίνουν, είναι αδύνατο να τα σταματήσω. Με κοροϊδεύεις, ε; Πώς φαίνομαι; Αστείος; Γελοίος; Πες κάτι, σε παρακαλώ, σε ικετεύω! Μη με βάζεις στη δοκιμασία να μαντεύω τις σκέψεις σου. Χαμογελάς! Το χαμόγελό σου είναι σαγηνευτικό! Με τρελαίνει! Ωχ! Το είπα επιτέλους! Ησύχασα… Μήπως σε ζάλισα με τη φλυαρία μου; Πες μου!»
Σύντομα φθάνουν στο αυτοκίνητο του Μενέλαου, μπαίνουν μέσα. Εκείνος ξεκινάει χωρίς να χάνει δευτερόλεπτο.
«Μίλα μου τώρα εσύ, Σόνια! Υπόσχομαι πως εγώ θα ξαναμιλήσω μονάχα όταν μού δώσεις την άδεια. Λέγε, ποια είσαι επιτέλους; Με ποιο δικαίωμα μπαινοβγαίνεις έτσι ξαφνικά στη ζωή μου; Γιατί με αναστατώνεις; Πες κάτι, σε παρακαλώ! Μίλησέ μου. Ποιά είσαι;»
«Γλυκέ μου Μενέλαε! Χαριτωμένα τα λες!» απαντάει ατάραχη. «Εγώ λοιπόν, σε βλέπω, σε νιώθω λιγάκι ταραγμένο. Ξέρεις φαντάζομαι, πως όταν κάποιος είναι ταραγμένος, αναστατωμένος να πω καλύτερα, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στην οδήγηση. Παρά λίγο να περάσεις με κόκκινο ή δεν το πήρες είδηση; Συγκεντρώσου επιτέλους στο τιμόνι! Βάλε απαλή μουσική να ηρεμήσεις. Ας απολαύσουμε τη διαδρομή με το αυτοκίνητο μένοντας σιωπηλοί. Έχουμε καιρό να κουβεντιάσουμε, να πούμε ό,τι θέλουμε. Για σένα, για μένα, για διάφορα άλλα που ίσως έχουμε κοινά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά να… έχω ένα προαίσθημα, πως θα τα πάμε καλά οι δυο μας. Πάρα πολύ καλά θα έλεγα! Προτείνω να μη βιαζόμαστε την ώρα αυτή. Εγώ θα μισοκλείσω τα μάτια μου, θα χαλαρώσω, θα φανταστώ διάφορα… Εσύ τα δικά σου μάτια καρφωμένα στο δρόμο, την προσοχή σου στο τιμόνι! Μη σκέφτεσαι τίποτε άλλο. Άστα σε μένα αυτά…» 
«Εύκολο να το λες, Σόνια! Πώς να κοιτάζω ίσια στο δρόμο; Εγώ ταυτόχρονα θέλω να κοιτάζω πλάγια, για να βλέπω εσένα! Δεν μού φτάνει να κάθεσαι πλάι μου. Θέλω ταυτόχρονα να μπορώ να σε βλέπω. Πώς να το πετύχω αυτό;
Θα αλληθωρίσουν τα δυο τα μάτια μου. Θα πάθουν κράμπα, μπορεί να στραβώσουν για πάντα! Αλήθεια, πώς θα φαίνομαι αν κοιτάζω μόνο στα πλάγια;» Γυρίζει το κεφάλι προς τη Σόνια αλληθωρίζοντας. Είναι πραγματικά αστείος. Αυτή γελάει αυθόρμητα. Αμέσως συγκρατείται, σοβαρεύει.
«Μενέλαε! Θέλεις να τρακάρουμε;» ρωτάει ανήσυχη ενώ τον ακουμπάει με το δάχτυλο απαλά στο μάγουλο για να σπρώξει το κεφάλι του σε ίσια θέση. «Λοιπόν, δεν σού επιτρέπω να μιλάς, παρά μόνον όταν θα φτάσουμε. Ησύχασε! Οδήγα αμίλητος αλλιώς θα με κάνεις να θυμώσω».
«Ωραία λοιπόν!», δηλώνει αυτός με σοβαρότητα. «Μέχρι να φτάσουμε δεν θα ξαναμιλήσω σ’ εσένα. Μπορώ όμως να μιλάω στον εαυτό μου, να παραμιλάω δηλαδή. Να μού λέω πόσο χαρούμενος νιώθω που κάθομαι δίπλα σου. Να
μού φωνάζω πόσο ευτυχισμένος είμαι αναπνέοντας τον ίδιο αέρα με σένα! Να χαϊδεύω το μάγουλό μου που έχει πάνω του το θεϊκό άγγιγμά σου… Να διατυπώνω ψιθυριστά την υποψία μου ότι σύντομα θα σε ιδώ πώς θα είσαι όταν θυμώσεις… Μη θυμώσεις Σόνια! Σε ικετεύω! Ορκίζομαι πως θα
ξαναμιλήσω μόνο όταν θα μπούμε στο σπίτι σου. Είμαι χίλια τα εκατό, ένα εκατομμύριο τα εκατό σίγουρος, ότι θα έχουμε πάρα πολλά να πούμε οι δυο μας. Ένα μονάχα, τελευταίο, θα πω. Ο δρόμος μοιάζει ατέλειωτος. Μήπως πήραμε κατά λάθος το δρόμο για Αθήνα; Για Παρίσι, για Βιέννη; Δε θα
ήταν άσχημα, τι λες;»
Η Σόνια ξεροβήχει. Η φλυαρία του αρχίζει να την κουράζει. Σφίγγει τα χείλη της. Τον κοιτάζει με τα βελούδινα μαύρα μάτια της μ’ έναν τρόπο που τον μαγεύει, τον παραλύει. Νιώθει εκείνη τη στιγμή να τον σφάζουν. “Πώς είναι
δυνατόν να σε σφάζει το βελούδο;” αναρωτιέται. Αποφασίζει να ράψει, επιτέλους, το στόμα του.

.

Για τα «Σαράντα» που πέρασαν, τα «Τριμηνα»
ίσως για το «Ετήσιο» (2018)

Γι’ αυτούς που επέζησαν από τη φωτιά στο Μάτι και γι’ άλλους …

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Η αγάπη μου γενικά για τη ζωή, την όποια ζωή οποιουδήποτε, παραμένει ακέραιη και αστείρευτη, σε πείσμα της αρκετά περασμένης ηλικίας μου. Αυτή η αγάπη, που αγκαλιάζει αυθόρμητα ανθρώπους που “δοκιμάζονται”, με
ώθησε, στο άγνωστο για μένα και επικίνδυνο μονοπάτι, να μοιραστώ τις σκέψεις και τους προβληματισμούς μου.
Νιώθω βαρύ το χρέος απέναντι στα θύματα της πρόσφατης τραγωδίας, που διαδραματίστηκε στην Αττική και ιδιαίτερα στο Μάτι.
Παρόλο που ζω μακριά, “τους ανθρώπους εκεί τους νιώθω φίλους μου.
Διαβάστε τα γραφόμενά μου όχι σαν επιτάφιο μονόλογο.
Δείτε τα σαν πρόκληση για ένα ατέρμονα διάλογο προοπτικής.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

…/…

Αφουγκράζομαι. Απόλυτη ησυχία, άκρα σιωπή. Σκύβω και προσπαθώ να ιδώ ανάμεσα από τα κάγκελα. Βλέπω στο βάθος του κήπου ένα σπίτι. Καλοχτισμένο, φροντισμένο, όμορφο, κάτασπρο, το πίσω μέρος του όμως είναι κατάμαυρο. Μοιάζει να κόλλησε κάποιος στο σπίτι αυτό ένα κομμάτι από άλλο σπίτι. Λες κι έγινε εδώ λάθος στο στήσιμο του σκηνικού. Κολλήθηκε κάτι εκεί όπου δεν ταίριαζε. Σφηνώθηκε το μαύρο σπίτι μέσα στο άσπρο κατά λάθος.
Λάθος. Πόσα λάθη αμέτρητα, συσσωρευμένα, στριμωγμένα εδώ στον παραδεισένιο ως χθες τόπο. Αμέτρητα τα λάθη, που πλανιώνται ακόμα στον αέρα. Στους σχεδιασμούς, στους υπολογισμούς, στους χειρισμούς. Νιώθω να πνίγομαι γιατί τα ορατά αποτελέσματά τους “βαραίνουν” την ατμόσφαιρα, μου δυσκολεύουν την αναπνοή. Την αναπνοή, που έτσι κι αλλιώς γίνεται τόσο δυσάρεστη, από την έντονη, τη διάχυτη παντού μυρωδιά του “καμένου”.
Ξανακοιτάζω μέσα από τα κάγκελα του κήπου. Δεν κάνω θόρυβο. Φοβάμαι μην τύχει και ξυπνήσω κάποιον ενώ κανένας δεν υπάρχει εδώ. Κανένας. Μονάχα κάποια παιγνίδια πεταμένα στην αυλή. Ένα φορτηγό αυτοκινητάκι, μια ταλαιπωρημένη κούκλα, κάποια κουβαδάκια και φτυαράκια παραδίπλα, μια μπάλα και… νεκρική σιγή. Αυτή είναι απόλυτη. Εδώ, παραδίπλα, απέναντι, πιο πέρα, μακρύτερα, πιο κάτω ως τ’ θάλασσα.
Προχωράω στο ανηφοράκι, στον διπλανό στενό δρόμο. Πόσα παράταιρα σκηνικά στη σειρά κι εδώ.. Καμένα αυτοκίνητα στέκουν παρατημένα πλάι σ’ ένα σχεδόν άθικτο από τη φωτιά κυπαρίσσι. Αφημένη μισάνοιχτη η εξώθυρα κάποιου σπιτιού, που φαίνεται έρημο. Παραπεταμένες πρόχειρες αποσκευές πιο πάνω. Πώς να τις κουβαλούσαν άνθρωποι κυνηγημένοι από τη φωτιά όταν βίαια θα συνειδητοποίησαν πως έπρεπε να τρέξουν για να γλιτώσουν μόνο τη ζωή τους. Γίνονται τότε αστραπιαία οι όποιες αποσκευές, τα
όποια “πράγματα” τόσο ασήμαντα, τόσο άχρηστα.
Κάθομαι τώρα σ’ ένα πεζουλάκι. Είμαι ολομόναχη για ώρες χωρίς νερό, φαγητό, χωρίς τίποτα. Μου φαίνεται πως δεν τα χρειάζομαι αυτά. Το μόνο που έχω ανάγκη είναι να βρίσκομαι εδώ. Να παρατηρώ, να αφουγκράζομαι, να γράφω, να γράφω ασταμάτητα.

…/…

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η Μαίρη Πετρολιά-Αμανίτη, μιλάει στον Δημήτρη Μπουζάρα

Η Μαίρη Πετρολιά-Αμανίτη γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Αμερικανικού Κολλεγίου “Ανατόλια”, πτυχιούχος του Τμήματος Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Ειδίκευσης Δημοσίου Δικαίου του Α.Π.Θ. όπου, ως μέλος του Επιστημονικού Διδακτικού Προσωπικού του Τμήματος Νομικής στην έδρα του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου επί σειρά ετών, δίδαξε Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο σε μεταπτυχιακό επίπεδο.

Κατά τη διάρκεια της θητείας της στην έδρα Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου έγραψε σημαντικές ειδικές νομικές μελέτες Δημοσίου Διεθνούς καθώς Δημοσίου Δικαίου γενικότερα. Πρώτη ενασχόλησή της με μη νομικά κείμενα είναι το «Για τα Σαράντα….», Θεσσαλονίκη 2018, το οποίο έγραψε και αφιέρωσε σε αυτούς «που επέζησαν από τη φωτιά στο Μάτι και σε άλλους.

Είστε Πτυχιούχος του Τμήματος Νομικής, άλλος τρόπος σκέψης, αντίληψης και φιλοσοφίας της ζωής, πιο τακτοποιημένος, σε καλούπια. Τι ήταν αυτό που λειτούργησε ως εναρκτήριο λάκτικσμα ώστε να ασχοληθείτε με την λογοτεχνία; Γιατί γράφετε;

Η τυχαία, από περιέργεια στη συνέχεια συμμετοχή μου, σε σεμινάριο δημιουργικής γραφής στο ΚΑΠΗ, ναι, στο ΚΑΠΗ του Δήμου Θεσσαλονίκης! (Είμαι συνταξιούχος, βλέπετε) Το εναρκτήριο λάκτισμα στο να αρχίσω να γράφω απαγκιστρωμένη από τον “νομικό” τρόπο σκέψης μού το έδωσε ένας φωτισμένος εθελοντής δάσκαλος εκεί, ο Μίλτος Μαρέτας. Ίσως διέγνωσε ότι είχα κάποια «φλέβα» και με ενεθάρρυνε. Η «φλέβα» αυτή ενυπήρχε από τα παιδικά μου χρόνια. Διάφορα γεγονότα στην πορεία συνετέλεσαν στο να την περιορίσουν. Όπως φαίνεται, δεν κατόρθωσαν να τη σβήσουν. Άλλο, βέβαια, να γράφεις για νομικής φύσης θέματα, άλλο να πειραματίζεσαι με λογοτεχνία.

Γράφω,λοιπόν, επειδή έχω, επιτέλους, χρόνο! Μη φανταστείτε απεριόριστο, αφού ασχολούμαι παράλληλα με παραδοσιακούς χορούς, γυμναστική, δυναμικό βάδην, συμμετέχω σε χορωδίες… Κατά κύριο λόγο γράφω επειδή γράφοντας νιώθω ευτυχής!

Ποια η πηγή έμπνευσης της ιστορίας; Από τι εμπνέεστε; Από τι -ενδεχομένως- δεν εμπνέεστε;

Κάποιο σημαντικό πραγματικό γεγονός μπορεί να είναι για μένα αφορμή να πιάσω χαρτί και μολύβι – το laptop εννοώ. Από τη στιγμή που θα προκύψει η αφορμή, η έμπνευση έρχεται αβίαστα. Ενδέχεται να εμπνευστώ επίσης από κάτι που θα διαβάσω και θα με κεντρίσει να περάσω στον αντίλογο.

Πως ξεκινήσατε τη συγγραφή του νέου σας βιβλίου, βασισμένη στην ιδέα, ή στους χαρακτήρες;

Το μυθιστόρημα «Μέλλον μου είναι το παρόν» ξεκίνησα να το γράφω με αφορμή το πραγματικό γεγονός μιας πυρκαγιάς που βίωσα πριν από λίγα χρόνια. Οι χαρακτήρες ήρθαν κι “έδεσαν” στη συνέχεια, γράφοντας.

Έμπνευση, ή συγκέντρωση, δουλειά, ή ταλέντο;

Έμπνευση ή συγκέντρωση; Αυτά τα δύο πάνε μαζί. Η έμπνευση βρίσκεται σε κάθε ανάσα που παίρνουμε. Χρειάζεται τη συγκέντρωση για να αξιοποιηθεί ώστε να οδηγήσει σε επιθυμητό αποτέλεσμα.

Το ταλέντο, μικρό ή μεγαλύτερο, προϋποτίθεται. Χωρίς αυτό, όσο και να ‘ δουλέψει ‘ κανείς, όσο και να ‘ παιδέψει ‘ ένα γραπτό, αυτό θα παραμείνει στατικό σαν άψυχη εκπαίδευση του μυαλού. Ενδιαφέροντα τα διάφορα ρεύματα, οι τάσεις κλπ. που κατά καιρούς γαντζώνονται στη λογοτεχνία. Εγώ θεωρώ πως η δημιουργικότητα δύσκολα μπαίνει σε καλούπια, αλλοιώνεται αν γίνει έρμαιο κανόνων. Δεν είναι γεωμετρία, αριθμητική η έμπνευση.

Το νέο σας βιβλίο “Μέλλον μου είναι το παρόν”, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μέθεξις και είναι το δεύτερο κατά σειρά. Γιατί μυθιστόρημα; Έχετε κατά νου να ασχοληθείτε με κάποιο άλλο είδος και ποιο είναι αυτό;

Προέκυψε. Ξεκίνησε από διήγημα. Στην πορεία ξεπήδησαν και άλλοι χαρακτήρες. Πήγε στη νουβέλα. Από κει και ύστερα η θύρα προς το μυθιστόρημα άνοιξε ορθάνοιχτη. Ήταν πρόκληση για μένα το να εισέλθω…

Διευκρινίζω ότι πρόκειται για το δεύτερο μη νομικού περιεχομένου βιβλίο μου. Έχουν προηγηθεί πολλές μελέτες Διεθνούς, Συνταγματικού, Διοικητικού Δικαίου και Διπλωματικής Ιστορίας. Ενδεικτικά αναφέρω το βιβλίο μου «Ο Γενικός Γραμματεύς του ΟΗΕ. Καταστατικαί προβλέψεις και πρακτική εφαρμογή του θεσμού», το οποίο αποτελεί το μοναδικό στην ελληνική βιβλιογραφία έργο διεξοδικής μελέτης της λειτουργίας του έκτου κυρίου οργάνου του ΟΗΕ.

Ασχολούμαι τώρα με διηγήματα. Άλλωστε, ως ανεξάρτητα διηγήματα εκλαμβάνει αρχικά ο αναγνώστης τα κεφάλαια του βιβλίου για το οποίο συζητάμε. Στη συνέχεια χαίρεται, φαντάζομαι, την έκπληξη που δοκιμάζει διαπιστώνοντας ότι πρόκειται για ενιαία ιστορία. Αναρωτιέμαι μήπως τα εκτενή μυθιστορήματα κινδυνεύουν να γίνουν ανιαρά. Η πλοκή που πρέπει να συμβαδίζει, ακόμα και να προτρέχει της ιστορίας, μετράει για μένα περισσότερο.

Θα έγραφα ευχαρίστως αστυνομικό διήγημα. Η συνδρομή τεχνικού συμβούλου εδώ είναι νομίζω απαραίτητη κι εγώ τεχνικό σύμβουλο προς το παρόν δεν διαθέτω.

Ήρωες και ηρωίδες ζουν, συμπεριφέρονται, μοχθούν, αλληλοσυγκρούονται, πότε με τους άλλους και πότε με τον ίδιο τους τον εαυτό. Το περιβάλλον των ανθρώπινων σχέσεων είναι δύσβατο, δυσκολευόμαστε να πλησιάσουμε το ιδανικό, τι κάνει τόσο δύσκολες τις ανθρώπινες σχέσεις τελικά;

Η ίδια η ανθρώπινη φύση είναι πολύπλοκη. Κατά την επαφή μεταξύ των ανθρώπων οι ιδιομορφίες του χαρακτήρα καθενός βγαίνουν στην επιφάνεια. Το περιβάλλον είναι ο καθοριστικός εξωτερικός παράγοντας που επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Θα χαρακτήριζα βηματισμό σε μια οδό εκπλήξεων την οποιασδήποτε φύσης ενασχόληση με τις ανθρώπινες σχέσεις.

Οι ήρωες και οι ηρωίδες σας μπλέκουν και μπλέκονται σε ένα γαϊτανάκι συμπτώσεων, τύχης, μοίρας, λάθος επιλογών, τι από όλα καθορίζει τελικά τη ζωή μας;

Όσο περισσότερα από αυτά και πολλά άλλα αγγίζουν, θα έλεγα εγώ, τη ζωή μας τόσο πιο ενδιαφέρουσα είναι η ζωή. Αλίμονο αν αφεθούμε π.χ. να πορευτούμε το δρόμο μας με μόνο οδηγό τη μοίρα. Θα ήμασταν καράβια ακυβέρνητα στο πέλαγος. Εγώ δίνω μεγάλη βαρύτητα πρώτα στη λογική. Η δύναμη της λογικής με συναρπάζει, όχι όμως μέχρι του σημείου να τη θεωρώ ακατάβλητη. Αδυνατώ και δεν επιθυμώ, άλλωστε, να παραβλέψω το συναίσθημα. Η πάλη ανάμεσα στη λογική και στο συναίσθημα ως άνθρωπο με βασανίζει ανέκαθεν.

Ο ερωτάς είναι βασικός “ήρωας” του μυθιστορήματος, μπλέκεται, μπλέκει, μεταμορφώνεται, φουντώνει, σβήνει, αλλάζει καρδιές με απίστευτη ταχύτητα, είναι αχόρταγος, θέλει ποικιλία, τι είναι τελικά ο έρωτας; Τον γνωρίζουμε, ή νομίζουμε πως τον γνωρίζουμε; Υπάρχει ιδανικός έρωτας; Ποια είναι τα αίτια της συνεχούς αποτυχίας του στις σχέσεις;

Ναι, ο έρωτας είναι πράγματι βασικός ‘ήρωας’ του μυθιστορήματος. Τον έρωτα θα τον χαρακτήριζα ως το υπέρτατο συναίσθημα. Φυσικά και δεν τον γνωρίζουμε με την έννοια ότι «τον ξέρουμε καλά». Μπορεί να τον συναντήσαμε ή να τον ζήσαμε λίγες ή περισσότερες φορές στη διάρκεια της ζωής μας. Κανείς δεν θα υποστηρίξει, θεωρώ, σοβαρά ότι «τον ξέρει καλά». Τα πρόσωπα του έρωτα είναι όσα και οι άνθρωποι. Δισεκατομμύρια και… βάλε, δηλαδή. Ποιός είναι αυτός που μπορεί να ισχυριστεί ότι είχε στενή σχέση με δισεκατομμύρια ανθρώπους; Θα έλεγα ότι σπανιότατα συμπίπτουν απόλυτα οι αντιλήψεις και οι προσδοκίες ενός ζευγαριού που αφορούν στο έρωτα. Ειδικότερα δε αν σταθούμε στη διαπίστωση ότι ο έρωτας είναι «αχόρταγος», ότι θέλει «ποικιλία» κλπ., τότε θα μπλέξουμε…

Ιδανικός έρωτας υπάρχει στο μυαλό του κάθε ανθρώπου, πλασμένος με υλικά τις προσδοκίες και τη φαντασία του.

Αίτια της συνεχούς αποτυχίας του στις σχέσεις είναι ακριβώς το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει «ιδανικός έρωτας». Ο ιδανικός έρωτας είναι ένα ιδεατό κατασκεύασμα. Η ικανοποίηση που προσλαμβάνει κάποιος προσεγγίζοντας τον έρωτα, τον οδηγεί κατά καιρούς να υιοθετεί την ψευδαίσθηση ότι έζησε ή ότι δεν έζησε τον «μεγάλο έρωτα» που φαντάζεται και που φαντάζονται οι ήρωες της ζωής καθώς και των μυθιστορημάτων (μαζί κι εκείνοι του μυθιστορήματος που έγραψα εγώ).

Ένα βασικό συστατικό του είναι η πίστη. Είμαστε πιστοί; Τι φταίει κατά την άποψη σας;

Η έννοια «πίστη» είναι ευρύτατη. Ανάλογα με τη διάσταση που της προσδίδει ο καθένας, άτομο που θεωρείται «πιστό» για τον Α, το ίδιο άτομο ο Β το χαρακτηρίζει «άπιστο». Πάντως, για να συζήσει αρμονικά ένα ζευγάρι, οι απόψεις του πάνω σε αυτό το θέμα καλό είναι να συμπίπτουν.

Είναι κάποιος από του ήρωες πραγματικός, ή μήπως όλοι είναι προϊόν μυθοπλασίας;
Σας δυσκόλεψε κάποιος από του ήρωες; Σας “καθοδήγησε”;

Δεν θα με ενδιέφερε να μεταφέρω τη ζωή οποιουδήποτε υπαρκτού προσώπου, συμπεριλαμβανομένου του εαυτού μου, στις σελίδες μυθιστορήματος. Η μυθοπλασία με ελκύει καθώς έχει κινητήρια δύναμη τη φαντασία. Ο συγγραφέας «παίζει» με τη φαντασία του. Εκείνη ακροβατεί ανάμεσα σε σκέψεις, προβληματισμούς, βιώματα, εικόνες, αναμνήσεις. Αυτά και πολλά άλλα οπωσδήποτε «δανείζουν» ιδιότητες στους φανταστικούς ήρωές μου.

Με δυσκόλεψε ο Κώστας. Έπρεπε να δαμάσει τον εαυτό του να κρατηθεί μακριά από την Αλίκη που αγαπούσε μυστικά, ενώ για χρόνια ζούσε στον στενό περίγυρό της.

Ο «ήρωας» δεν μας καθοδηγεί. Συνήθως τον καθοδηγούμε.

Πόσο εύκολο για ένα συγγραφέα είναι να πλάσει ένα χαρακτήρα διαφορετικό από τον δικό του-πόσο μάλλον ένα χαρακτήρα με διαφορετικό φύλο- δίχως, να του μεταδώσει κομμάτια του εαυτού του;

Αυτό εξαρτάται από τη βούληση και την ικανότητα του συγγραφέα. Ο εαυτός του καθενός είναι τεράστια δεξαμενή ‘υλικού’. Ο συγγραφέας επιλέγει τί θα ανασύρει από τη δεξαμενή αυτή για να το χρησιμοποιήσει και με ποιο τρόπο θα το κάνει.

Το να πλάσει κανείς χαρακτήρα του άλλου φύλου είναι δυσκολότερο. Εγώ το βρίσκω πρόκληση. Η πρόκληση με κεντρίζει.

Ποιες είναι οι επιλογές σας ως αναγνώστρια;

Η περιπλάνησή μου στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας ξεκινάει από τα μαθητικά μου χρόνια. Αφορά σε έργα κλασσικά όσο και σύγχρονα. Έχω επίσης κατά καιρούς διαβάσει στην αγγλική γλώσσα πολλά έργα της αμερικανικής και αγγλικής λογοτεχνίας. Αποτέλεσε για μένα αξέχαστη εμπειρία η ενασχόληση με έργα του Σαίξπηρ στη γλώσσα στην οποία τα αποτύπωσε ο ίδιος – κάτι σαν τη δική μας αρχαϊζουσα. Με συγκινούν οι Γερμανοί ποιητές, κυρίως οι Γκαίτε, Σίλλερ και Χάϊνε,έργα των οποίων είχα την τύχη να «χαρώ» στα γερμανικά. Ως νομικός αφοσιώθηκα ειδικότερα στη μελέτη του Διεθνούς Δημοσίου Δικαίου και των Διεθνών Σχέσεων. Ίσως επειδή θεωρώ ανέκαθεν τον εαυτό μου ως πολίτη του κόσμου. Διαβάζω επίσης με ιδιαίτερο ενδιαφέρον επιστημονικά βιβλία ιατρικής και ψυχολογίας. Τα αστυνομικά διηγήματα είναι σε μένα απαραίτητα με προτίμηση στον Ζωρζ Σιμενόν και την Αγκάθα Κρίστι. Πρόσφατα προσπαθώ να κατανοήσω τη σύγχρονη ποίηση.

Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

Ολοκληρώνω ένα διήγημα που εκτυλίσσεται στην αγαπημένη μου Βραζιλία, το οποίο πρόκειται να μεταφραστεί στα πορτογαλλικά. Γράφω επίσης ένα άλλο διήγημα στα αγγλικά που αφορά στη Νέα Υόρκη. Ελπίζω μέχρι το τέλος του χρόνου να έχω ολοκληρώσει την τελική επεξεργασία της συλλογής δώδεκα διηγημάτων που έγραψα ώστε να δει το φως της δημοσιότητας.

.

ΚΡΙΤΙΚΗ

ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

FRACTAL /25/2/2020

Ερωτικά σκιρτήματα της καρδιάς

Η κρίση και τα μνημόνια έχουν προκαλέσει, ως γνωστό, αναταράξεις στην ελληνική κοινωνία. Ένα από τα αρνητικά συμπτώματα της κρίσης είναι η δραματική μείωση του αναγνωστικού κοινού, το οποίο, αντί να διαβάζει κάθε λογής έντυπα (βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά), όπως συνέβαινε πάντα, τσιμπολογά ειδήσεις από το ίντερνετ και παίζει συστηματικά με τα κινητά ή τα τάμπλετ. Κι όμως, κόντρα σε αυτό το φαινόμενο της απαξίωσης του γραπτού λόγου, πολλοί αναγνώστες γίνονται συγγραφείς και εκδίδουν τα γραπτά τους, πολλά από τα οποία έχουν ενδιαφέρον. Με λίγα λόγια: την εποχή της κρίσης η έκδοση λογοτεχνικών βιβλίων έχει πολλαπλασιαστεί. Στους καινούργιους πεζογράφους, ανεξάρτητα από ηλικία, συγκαταλέγεται και η Μαίρη Πετρολιά-Αμανίτη που γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Μέλος του Επιστημονικού Διδακτικού Προσωπικού του Τμήματος Νομικής του Α.Π.Θ., δίδαξε Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο σε μεταπτυχιακό επίπεδο και έγραψε ειδικές νομικές μελέτες.

Το μυθιστόρημά της Μέλλον μου είναι το παρόν είναι ένα φιλόδοξο λογοτεχνικό εγχείρημα που πραγματεύεται το ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης και την πάλη ανάμεσα στο παρελθόν, και το παρόν. Χωρίζεται σε δεκαεφτά κεφάλαια, από τα οποία το πρώτο που τιτλοφορείται «Το στοίχημα» και επέχει θέση προλόγου, απολύτως κατανοητό ως προς τα μηνύματα που εκπέμπει, είναι αινιγματικό αναφορικά με τους δύο ηλικιωμένους πρωταγωνιστές, έναν άντρα και μια γυναίκα. Κατά κάποιο τρόπο, θυμίζει τους προλόγους στα σκανδιναβικά αστυνομικά μυθιστορήματα, χωρίς όμως να είναι καθόλου αστυνομικό. Το ζευγάρι, λοιπόν, των ηρώων που δεν παρουσιάζονται με τα ονόματά τους, είναι ένας 87χρονος και μια 83χρονη που μετράνε τριάντα χρόνια ευτυχία. Βρίσκονται στο αεροδρόμιο των νησιών Γκαλάπαγκος στον Ειρηνικό και στη συνέχεα σ’ ένα ξενοδοχείο, όπου τους παντρεύει ο δήμαρχος.

Μολονότι τα λόγια που ανταλλάσουν είναι πολύ τρυφερά («Σ’ αγαπώ! Σ’ αγαπώ, πολυαγαπημένη μου!) υπάρχει μια διάχυτη ειρωνεία στην αφήγηση που προβληματίζει τον αναγνώστη. Τι ακριβώς συμβαίνει;

Το δεύτερο κεφαλαίο μας μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη, αρχές Οκτωβρίου, με παγωμένο βαρδάρη. Σε αυτό γνωρίζουμε την αρχαιολόγο Αλίκη κι τον σύζυγό της τον Δημήτρη, έναν ερωτιάρη καθηγητή Μαθηματικών στο πανεπιστήμιο της πόλης. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία καθηγητής είχε γοητεύσει τη νεαρή φοιτήτρια κι ύστερα από «θυελλώδη ερωτικής σχέση λίγων μηνών προχώρησαν χωρίς πολλή σκέψη σε γάμο» και απέκτησαν δύο δίδυμα αγοράκια. Ο τρίτος ήρωας που εμφανίζεται στο επόμενο κεφάλαιο είναι ο Άγγελος, ένας άστεγος που περιπλανιέται γύρω από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Είναι γιος μεγαλοβιομήχανου και ξέπεσε στην έσχατη κατάντια εξαιτίας της Σόνιας, μιας σατανικής γυναίκας, διακοσμήτριας το επάγγελμα, την οποία παντρεύτηκε και οδηγήθηκε στην καταστροφή. Ο τέταρτος ήρωας είναι ο Μενέλαος, καθηγητής μαθηματικών σε λύκειο, φοιτητής κι αυτός του Δημήτρη στο πανεπιστήμιο.

Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες. Βλέπουμε την αδίστακτη Σόνια,

παντρεμένη τώρα μ’ έναν πλούσιο ηλικιωμένο, στο πλευρό του ερωτιάρη Δημήτρη, ενώ ο Μενέλαος ζηλεύει την τύχη του, σύντομα όμως η Σόνια τον προσεγγίζει. Εμφανίζεται κι ο Κώστας, ένας παμπόνηρος επιχειρηματίας στο χώρο της κτηματαγοράς, κι αυτός λάτρης της Σόνιας. Κι ύστερα στη Νέα Παραλία, η Αλίκη συναντάει τυχαία τον Μενέλαο κι ένα ειδύλλιο αρχίζει να ψήνεται.

Ήδη έχει γίνει αντιληπτό πως το μυθιστόρημα Μέλλον μου είναι το παρόν είναι αισθηματικό με αρκετές ανατροπές (πυρκαγιές, αιφνίδιοι θάνατοι), που συνδέονται με τους πρωταγωνιστές του. Οι ανατροπές βεβαίως δεν είναι σπάνιες στη ζωή των ανθρώπων. «Πραγματικά η ζωή παίζει πολύ τρελά παιγνίδια», μας λέει ο ανώνυμος αφηγητής, δηλαδή η συγγραφέας. Κι αυτά τα παιγνίδια εδώ έχουν ερωτικό χαρακτήρα, καθώς οι ήρωες κι οι ηρωίδες είναι ανίκανοι να αντισταθούν στις προσταγές της σάρκας και της καρδιάς τους: «ερωτικά σκιρτήματα» της καρδιάς τα αποκαλεί η συγγραφέας. Πάντως, στο τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος που τιτλοφορείται «Αντίδωρο» μαθαίνουμε ποιο είναι το ζευγάρι του πρώτου και μυστηριώδους κεφαλαίου.

Σε κάθε περίπτωση, έχουμε μια καλογραμμένη αισθηματική ιστορία, όπου ενώ πεθαίνουν ένα σωρό άνθρωποι, το τέλος αποπνέει αισιοδοξία. Υπάρχει η φράση «Η ζωή συνεχίζεται», ενώ επίκειται κι ένας γάμος. Ασφαλώς, πρέπει να επισημάνουμε και την αγάπη της συγγραφέως για τη Θεσσαλονίκη, στην οποία ξεναγεί με τρυφερότητα τους αναγνώστες της.

 

 

 

 

 

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *