ΜΕΛΙΤΑ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει και δημιουργεί. Πτυχιούχος της Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας από το ΑΠΘ. Μεταπτυχιακές σπουδές στη Sorbonne, στις οπτικοακουστικές μεθόδους διδασκαλίας. Δίδαξε σε πολλά σχολεία το Ιδεόγραμμα (σχηματικό ποίημα) και έδωσε πολλές διαλέξεις με το ίδιο θέμα. Μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, της Εθνικής Εταιρίας των Ελλήνων Λογοτεχνών (Αθήνα) και της Εταιρίας Συγγραφείς της Μεσογείου (Γαλλία). Ποιήματα της μεταφράστηκαν στην γαλλική, ιταλική, ρωσική και αραβική γλώσσα. Πολλές διακρίσεις και δημοσιεύσεις σε ανθολογίες, λογοτεχνικά περιοδικά σε Ελλάδα και εξωτερικό. Μετάλλιο για τον «Διάλογο των Πολιτισμών» από τις Χρυσές Λέξεις της Γαλλοφωνίας (Παρίσι, 2010). Τιμητικό δίπλωμα από τον Γάλλο Πρόξενο Christian Thimonier για την προσφορά της στα γράμματα και στον πολιτισμό (2012).
Αργυρό μετάλλιο από την Renaissance Frangaise (Γαλλλία) για την προσφορά της στον πολιτισμό (2013). Από τις έντεκα ποιητικές της συλλογές, οι εννιά είναι δίγλωσσες (γαλλικά-ελληνικά). Έχει μεταφράσει έργα από την γαλλική στην ελληνική και από την ιταλική στην ελληνική. Το δοκίμιό της «Από τον Θεόκριτο στο Λογογράφημα» μεταφράστηκε στο Ελληνικό Τμήμα του Πανεπιστημίου της Aix-en-Provence το 1998 από την Renee Jacquin. Η ποιητική της συλλογή «Ανάφλεξη στιγμών» παρουσιάστηκε από τον Julien Blaine (περιοδικό Doc(k)s) στο φεστιβάλ ποίησης «Φωνές της Μεσογείου», Lodeve 2007, Γαλλία. Το περιοδικό “Το Κοράλλι”, τευχ. No 6 του 2015 έκανε αφιέρωμα στο έργο της.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Περάσματα, 1980, εκδ. Βιβλιοεμπορική
Περιπλανήσεις, 1983, εκδ. Εγνατία
Ιδεογράμματα, 1995, ελληνική – γαλλική, εκ8. Κώδικας
Η νύχτα γεννιέται υγρή, 1997, ελληνική – γαλλική, εκ8. Τραμάκια
Φαινώ η αγρυπνία του πελάγου, 1999, ελληνική – γαλλική, εκδ. Μπίμπης
Ανάφλεξη στιγμών, 2004, ελληνική – γαλλική, εκδ. Μπίμπης
Αποικία κοχυλιών, 2008, ελληνική – γαλλική, έκδ. Αρμός.
Στα ά8υτα της ύπαρξής μου, 2010, ελληνική – γαλλική, εκ8. du Cygne, Paris
Αρδεύοντας το χρόνο, 2010, γαλλική, εκ8. Sajat, Bourges Γαλλία
Του χορού και της απουσίας, 2013, ελληνική – γαλλική, εκδ. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα
Ιδεογράμματα 1980-2008, 2015, ελληνική – γαλλική, εκδ. Οι εκ8όσεις των Φίλων, Αθήνα
Με τη ματιά του Κούρου, 2016, ελληνική – γαλλική, εκδ. Οι εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα
Χαραμάδες του Χρόνου, 2019 ελληνική – γαλλική, εκδόσεις ΟΤΑΝ

ΔΟΚΙΜΙΟ

Από τον Θεόκριτο στο Λογογράφημα, στην ελληνική, 1995, εκδ. Κώδικας
De Iheocrite au logogramme, 2011, εκ8. Sajat, Bourges Γαλλία

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Ελαφρά αποσκευή, από την ιταλική στην ελληνική του ποιητή
Vito A. D’Armento, 1998, εκδ. Μπίμπης
Στα άδυτα της ύπαρξής μου, Au creux de mon etre, 2010, ελληνική – γαλλική, εκδ. du Cygne, Paris
To γύρισμα της μανιβέλας, από την γαλλική στην ελληνική, 2011, του Julien Kilanga-Musinde, εκδ. Αρμός
Επιλεγμένα ποιήματα, από την γαλλική στην ελληνική, 2019, του Pierre Marcel Montmory, εκδ. Ρώμη

.

.

ΧΑΡΑΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ (2019)

ΛΕΞΕΙΣ

Λέξεις βαφτισμένες στις στιγμές,
αγίασμα αέναο του χρόνου,
σαν κόκκοι άμμου αργοκυλούν
στην θάλασσα της γενέτειράς τους.
Τα ποιήματά μου
αποσκευές με ειδικό φορτίο.
Την ουσία μου.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Το έργο σου ποιητή
ταξιδευτής στον κόσμο.
Ένας μικρός θεός
σε πολιτείες και βουνά
θάλασσες και λιβάδια
ίχνη από μελάνι ρόδου αφήνει.
Με γλώσσα εύθραυστη και διάφανη
Σπαράζει για τον όλεθρο
σε καραβάνια γεγονότων.
Δρεπάνι κοφτερό οι κραυγές του
θερίζουνε φωτιές
κάθε που ματώνει η ανατολή
και θάνατο σταλάζει.
Το έργο σου ποιητή
ρυτίδα συνείδησης
στο μέτωπο του κόσμου.

14 Απρίλη 2007

ΧΑΡΑΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Από τις χαραμάδες του χρόνου
μία βροχή από όνειρα
πλημμύρισε και στοίχειωσε
το καταπράσινο δέρμα της ημέρας.
Οι λέξεις ρέουν μέσα στις φλέβες του χρόνου στεγνές,
σε μάτια δαρμένα από μάταιη ελπίδα.

Σώμα, λάμψη μακρινή
θύμηση μεθυστική, νοσταλγία επίμονη.
Εκεί, πέρα από τα ξέφτια του ορίζοντα,
απ’ τον καθρέφτη της θάλασσας
καπνίζει μια μοναξιά αιμάτινη.
Καπνίζει.

10 Ιούνη 2018

ΣΤΕΚΕΙΣ ΟΡΘΙΟΣ

«Ωστόσο η φθορά παγιδεύει την φωτογραφία»
Γ. Καφταντζής: Οι φωτογραφίες
Στον πατέρα μου

Στέκεις ορθός μπροστά στο άνοιγμα της σκηνής,
ντυμένος το όραμα της απόφασης
και κάθε πρωί ανηφόριζες
στο πέτρινο δρομάκι της υπομονής,
μ βλέμμα να καλημερίζει τα περήφανα σχοινά της ελπίδας.
Πόσος καιρός πέρασε από τότε.
Το κουκούλι του χρόνου ύφανε
πολλές Ανοίξεις και άλλους τόσους Χειμώνες.
Το πρόσωπό σου ξεθώριασε
όπως και τα άλλα πρόσωπα της φωτογραφίας.
Μόνο στο πρόσωπο της Ιστορίας
χαράχτηκε μια σελίδα τραγικά ανεξίτηλη.

2004

ΑΣ ΘΥΜΗΘΩ

Ας θυμηθώ γιατί μου έλειψε η χαρά.
Ας θυμηθώ γιατί ήμουν μαγεμένη.
Ποτέ δεν είχε ο ουρανός παρόμοια χρώματα χρυσαφένια.
Ποτέ δεν είχε η θάλασσα τέτοιο μουρμουρητό,
που σκορπάει έναν ανεπαίσθητο σκοπό
μας μακρινής παρουσίας.
Ποτέ ο άνεμος δεν ένωσε Βορρά με Νότο τόσο σφιχτά.
Χωρίς σχοινιά.
Ας θυμηθώ,
γιατί μπορεί και να ξεχάσω.

21 Μαΐου 2018

ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΠΙΚΡΟ

Χαμόγελο πικρό
έσβησε και σήμερα η ημέρα.
λαβωματιά στης θάλασσας τα χείλη.
Κι ο λόγος μου
αδύναμος, πετρώνει.
υποταγμένος στη δύναμη της σιωπής,
δεν αγγίζει τις επικλήσεις της στιγμής,
που απεγνωσμένα περιμένει
από νύμφη
σε πεταλούδα να μεταλλαχθεί,
Σε προαιώνιους ανθώνες του ήλιου
να παραδοθεί.

11 Αυγούστου 2010

ΣΚΙΑΧΤΡΟ ΤΟ ΡΟΥΧΟ ΜΟΥ

Ίο ρούχο μου αξιοθρήνητο
κρέμεται στην κρεμάστρα,
Τώρα δεν το κατοικεί το σώμα μου,
μόνον κρύος αγέρας διαπερνά
το στήθος, τα μανίκια του.
Οι στρογγυλάδες μου στεγνώσαν
παραμορφωμένες από αυλακιές βαθιές.
Σε έρημο μεταλλαγμένη η τοπιογραφία μου
από τα βογγητά του αγέρα να την οργώνουν με
σφοδρότητα.
Καθημερινά.
Σκιάχτρο το ρούχο μου
αξιοθρήνητα κρεμασμένο.

23 Νοέμβρη 2009

ΑΠΟΤΥΠΩΝΩ

Την ανθρώπινη περιπέτειά μου
με τα σκόρπια φύλλα της δικής μου
διαδρομής στον κόσμο,
με τα δικά μου χνάρια στο χώμα,
αποτυπώνω επάνω στο χαρτί.
Να την παραδώσω στον χρόνο.

4 Νοέμβρη 2018

.

ΜΕ ΤΗ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΡΟΥ (2016)

ΘΕΑ ΑΠΑΣΤΡΑΠΤΟΥΣΑ

Ο τόπος μας φαιόχρωμος
με αιγές ανταριασμένες, με νύχτες παγερές,
ο ουρανός μας κατηφής,
χωρίς σοδειές η γη μας
κι εμείς στη σήψη οδηγημένοι
σαν αστέρια τρεμουλιάζουμε
σε μία εποχή παράλογη,
από αθλιότητα σημαδεμένη.

Κάποτε αναπνέαμε τον ίδιο μοσκομύριστον αέρα,
τον αέρα που γονιμοποιούσε τα σπαρτά
και χαίρονταν οι κάμποι,
τον αέρα που ευλογούσε της Άνοιξης τα χέρια
και σαν χάδι απλώνονταν σε χέρια μελλοντικά.
Στην πιο αξιοζήλευτη γη
λουζόμασταν στο φως που άναβε
μέσα στις φλέβες των ανθρώπων,
στο φως που όρθωνε στα μάτια τους την ελπίδα.

Απαστράπτουσα εσύ, λάφυρο λεηλασίας,
αδυνατείς ν’ ανασάνεις πιά την αύρα του Αιγαίου,
ούτε η ομορφιά σου μπορεί ν’ αστράψει
μέσα στο κυρίαρχο φως,
που λαμποκοπά στον τόπο μας.
Ξέρεις, ακόμη και το λαμπερό μας φως
απαιτούν οι εκμεταλλευτές του κόσμου.

Και ούτε με το βλέμμα σου,
που μέσα του η οργή σπιθοβολάει
μπορείς, σαν ευεργετική βροχή,
τις μέρες μας να λυτρώσεις
από την αγωνιώδη πολιορκία του αιχμηρού ορίζοντα.

Τετάρτη 26 Ιούλη 2014
Μεσάνυχτα

ΟΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΤΟΥ ΚΟΥΡΟΥ

Οι μέρες τους μία πληγή
σ’ έναν κόσμο που τους αιχμαλώτισε με αριθμούς.
Οι σύντροφοι του Κούρου άπλωναν τα χέρια και την καρδιά
πάνω από λιόδεντρα και αμπελώνες,
έπιαναν του καραβιού το τιμόνι
γιατί ξέρουνε να κερνούν κρασί στη σκοτεινιά της νύχτας,
γιατί επιθυμούν να κρατήσουν σπόρους στην χούφτα τους,
σαν μία γυναίκα λαχταριστή
μες στο καταμεσήμερο να λάμπει.

Τώρα που ο χειμώνας θέριεψε
μαρμάρωσε τα τρεμάμενα χείλη τους
καθώς με την οργή του άνεμου
κεντούν πορείες απόγνωσης
πάνω στην εύφλεκτη επιδερμίδα της δικής τους γαίας.

Χωρίς χελιδονιού φτερούγισμα
χορτάτοι από κούφια λόγια στη σάπια εποχή
πως θα ζεσταθούν οι γυμνές ψυχές τους
πως θα ξανανθίσει το ευφρόσυνο γέλιο
σε μία ρότα καραβιού προδιαγεγραμμένη;
Και πως να ημερέψουνε τ’ αγριεμένο κύμα
ανάμεσα σε τόσα διλήμματα, σε τόσους εκβιασμούς,
μέσα στο σκότος που είναι βυθισμένοι;

ΘΑ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙΣ

0α παραμένεις πάντα εσύ στης νύχτας την όχθη,
που την οικοδομούν παράξενα οι γρύλλοι,
εκεί που κατασκηνώνει
του γκιώνη η σπασμένη φωνή
και το ανήσυχο νερό
διώχνει των λουλουδιών τον ύπνο.
Εκεί,
στο σύνορο το σκοτεινό θα παραμένεις
να σέρνεις το καράβι σου
αδυνατώντας ν’ αλαργέψεις
στη σταθερή πορεία της δικής σου πυξίδας.
Γιατί κατάλληλοι δεξιοτέχνες
απορρυθμίσανε τη ρότα σου.
Κι ολόγυρα
σεντόνι από παπαρούνες η σιωπή.

ΕΙΚΟΝΑ

Πνοή αφανισμού νύχτα ήμερα,
ρίγος που πυρπολεί τους δρόμους της πόλης,
σαν πάνδημη επιδημία σέρνει την εξαθλίωση.
Ζητιάνοι με χέρι απλωμένο σε πλατείες
πολλαπλασιάζονται καθημερινά,
άστεγοι ονειρεύονται εν’ αναπαυτικό κρεβάτι,
παιδιά λιποθυμούν από την πείνα,
ηλικιωμένοι πεθαίνουν σε ουρές συσσιτίων.
Τα εργοστάσια κλειστά, κοπάδια οι άνεργοι,
κινούμενες σκιές,
με την οργή να καίει στ’ απελπισμένα μάτια τους.
Ακόμη και ο άνεμος με το μουγκρητό του
διαμαρτύρεται για την παλίρροια της εκμηδένισης.
Εικόνα εξόντωσης με ανελέητη κρούστα καταδίκης.
Κι ο μολυβένιος ουρανός σε απόγνωση.

15/07/2014
3′ το μεσημέρι

Η ΠΑΛΙΑ ΠΟΛΕΜΙΣΤΡΑ

Οι φλέβες του ήλιου κατεβαίνουνε το πρωί
στον ανοιχτό ορίζοντα
και περιζώνουν τον παλιό πύργο,
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της Ιστορίας
με τής θάλασσας την απεραντοσύνη.
Μια θάλασσα με αντικατοπτρισμούς
το στήθος της αναταράξανε
καράβια βυζαντινά με τ’ άγγιγμά τους,
γαλέρες βενετσιάνικες,
σκαριά, οθωμανικά,
γεύση αλμύρας αφήσανε τα χνάρια τους.
Ολόγυρα αγριοπερίστερα ταξιδεύουνε την μνήμη
στου Βαρδάρη την ανάσα,
που κουβαλά θανάτου βογγητά,
καθώς ανάμεσα στις αιχμές
και τις καμπύλες της παλιάς πολεμίστρας
αποτυπώνονταν το βάρος των μελλοθάνατων σωμάτων.
Και το χώμα ίδρωνε από το αίμα τους.
Κι οι πόθοι τους φτερουγίσματα σπουργιτιών
που θέριζε η φρίκη.

Τώρα μπορείς,
ένα απομεσήμερο γαλήνιο,
πάνω στην επιδερμίδα της σύγχρονης πολιτείας
να περιδιαβείς την περιοχή της παλαιάς Πύλης,
ν’ αφουγκραστείς τον απόηχο των παραγγελμάτων
κάποιου ανώτερου αξιωματικού,
να επισκεφθείς το σπίτι των Αγίων,
στον αυλόγυρο του να δροσιστείς,
ν’ ακούσεις πιο κει τ’ αγάλματα να σου διηγούνται τη ζωή τους.
Κι υστέρα να κατηφορίσεις προς την θάλασσα.
Και σαν διαβατάρικο πουλί
ν’ ανέβεις τα σκαλιά της παλιάς πολεμίστρας,
που το λιωμένο μολύβι αυλάκωσε τους αρμούς της.
Να μάθεις πως
ανάμεσα στα διαστήματα των εποχών,
άλλαζε σχήμα,
πως άλλοτε μεγάλωνε, πως μάτωνε
και πως γλιστρώντας από του χρόνου το λεπίδι
ντύθηκε στα λευκά σαν τα μαλλιά του Ολύμπου,
σαν του κύκνου τα φτερά,
χαράσσοντας σημάδια
του αγγίζουνε της μνήμης τον βυθό.

Γιατί συμβαίνει να ξυπνάς
ανάμεσα σε πράγματα που δεν έζησες
και όμως να τα θυμάσαι.

10/04/2011
3′ τα μεσάνυχτα

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ

«τώρα γίνομαι στουπί στο μεθύσι άπό Σόμπαν»
G. Ungaretti: «η όμορφη νύχτα»

Ν’ αφήνεις τα επίγεια
με την βαθιά ματιά σου,
ν’ ατενίζεις τον καταγάλανο ουρανό,
που δεν ξέρεις από που αρχίζει
και πού τελειώνει.

Άκακος κι ανήμπορος να υπάρχεις,
ν’ αναπνέεις πάνω σε βράχο μοναχικό,
που γλίστρησε απ’ την αρμονική
αγκαλιά του σύμπαντος.
Βράχος μοναδικός,
σαν γυναίκα κακοπαντρεμένη μοιάζει,
που με ξέπλεκα μαλλιά
μπερδεύτηκε με την ανθρώπινη κοπριά,
κολυμπά μες στην ασέβεια της ομορφιάς της,
στην ευτέλεια και τη σήψη,
στη χυδαία ασυδοσία.

Κι εσύ, ανάσα την ανάσα, χωρίς ιστία,
ν’ απολαμβάνεις διακοπές στο κρεβάτι σου.

16/08/2014
10 ‘ το πρωί

ΑΛΛΟΙ ΣΕ ΕΙΠΑΝ

Άλλοι σε είπαν ρήγα, άλλοι ραγιά
εγώ θα σε πω ελεύθερο, ατίθασο παραμυθά,
κυρίαρχε ελληνικέ λαέ.
Άλλοι σε είπαν πρωτοπόρο του πολιτισμού,
εγώ θα σε πω πηγή του καλού και του κακού για τον εαυτό σου.
Άλλοι σε είπανε σπουδαίο νομοθέτη,
μα εγώ θα σε πω ατομιστή συμφεροντολόγο.
Ευκολόπιστε λαέ, που δεν λογαριάζεις
το συμφέρον της ολότητάς σου
αφού κι εσύ αποτελείς κύτταρο δικό της,
οδοιπορείς αργά προς το καλό
μα είσαι πρωταγωνιστής στον κατήφορο.
Δεν φοβάσαι τον θάνατο,
διψάς για αιώνιες άξιες,
συγκρούεσαι συνεχώς με τον συνοδοιπόρο σου,
κι η τάση υπεροχής που έχεις
στην αυτοκαταστροφή σε οδηγεί.

Κυρίαρχε εσύ λαέ, ευνουχισμένε, εξαθλιωμένε,
που προσπαθείς να διασώσεις
την τιμή και την αξιοπρέπειά σου,
μάζεψε τα κομμάτια της συντριβής σου,
σταμάτα ν’ απλώνεις το χέρι σου για ελεημοσύνη.
Οριοθέτησε με σύνεση τα χνάρια σου
πάνω στην ανελέητη άμμο των καιρών μας,
κλείσε τ’ αυτιά σου στις προκλητικές Σειρήνες που σε απειλούν.
Πάτα γερά στα πόδια σου
ορθώνοντας την πίστη στον εαυτό σου.

Γιε του Διόνυσου και της παράδοσης εσύ
και άξιε αφέντη της φιλοτιμίας,
μάθε από τα λάθη σου
και ξεκίνα μέσα από την μαύρη αυγή
ν’ ανοίγεις μονοπάτια που οδηγούν σε ξέφωτα.

Σάββατο 18 Ιούλη 2015
ώρα 10′ το πρωί

ΤΑΞΙΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ

Όταν η ψυχή ταξιδεύει
δεν βγάζει εισιτήριο μέσω διαδικτύου
για τρένο, αεροπλάνο, λεωφορείο η καράβι,
δεν ζητά πρώτη ή δευτέρα θέση,
καπνίζοντες ή μη, ή να ’ναι κοντά σε παράθυρο.
Ούτε παίρνει το Ι.Χ της
για να διανύσει αποστάσεις
παραβιάζοντας σήματα της τροχαίας
κι ας δείχνει κόκκινο ο σηματοδότης.

Νύχτα ή μέρα η ψυχή μας
κάνει ταξίδια ανέξοδα
στο παρελθόν, στο παρόν, στο μέλλον,
στον χώρο, στην εποχή.
Και δεν την απασχολεί τι ώρα είναι,
ούτε τι ρούχα θα φορέσει,
χωρίς μπαγκάζια και ταυτότητα,
γρήγορη κι ανάλαφρη
πραγματοποιεί ταξίδια παντός καιρού,
που την τέρπουν, την συγκινούν, ή την παρηγορούν.

31/08/2014
3′ τα μεσάνυχτα

ΕΧΟΝΤΑΣ ΓΕΥΘΕΙ

Τώρα πιά, μοναχικό πουλί,
φορώντας τη σκιά του,
συντροφιά με τις λέξεις,
που άλλοτε χαίρονται, άλλοτε λυπούνται,
πότε φλυαρούν, πότε σωπαίνουν,
κατοικεί σε φωλιά εύθραυστα διάφανη.
Έχοντας γευθεί ό,τι χαρίζει η ζωή,
είδωλο ενός εαυτού που απουσιάζει
γιατί εξατμίστηκε στον χρόνο,
αρνείται να δεχθεί τη χωμάτινη μοίρα του
και επιμένει να πιστεύει
πως οι χαραυγές κυοφορούνε πάντα εκπλήξεις.

26/02/2015
5′ το πρωί

.

ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ  (1980-2008)

.

ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ (2013)

ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΝ ΧΟΡΟΥ ΣΟΥ

Ζέστη αποπνικτική
κι η μέρα να ξεφορτώνει
πάνω στα κουρασμένα μας μυαλά
τις τελευταίες ειδήσεις, που μας συνθλίβουν,
μας περισφίγγουνε σαν βρόχος τον λαιμό,
ενώ η νύχτα σέρνει
μες στην καυτή ανάσα της
τον απόηχο της εξαθλίωσής μας.

Αλλά εσύ αγαπούσες τη ζωή,
πιστός ήσουνα στην απλότητά της
κι έψαχνες έναν σύντροφο
στους κόρφους της χαράς.
Στα βήματα του χορού σου
αποτύπωσες μίας ζωής μεράκια.

Τώρα ο καλοκαιριάτικος ουρανός
σκορπάει στις φυτείες του
τις τρεμάμενες αναλαμπές της καρδιάς σου.
Κι από το ΡΟΔΟ το πορφυρό ένας τεφρός κομήτης
Λευτερώνει Φως
στο Εύθραυστο της απουσίας σου.

Κυριακή 22 Ιούλη 2012

ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΜΟΡΙΧΟΒΟΥ

«Μια μουσική, χέρια ολόγυμνα, λευκά.
Σμίγουν οι άνεμοι και τα πουλιά-
ο ουρανός αλλάζει.»
Ρ. Eluard, Επαναλήψεις

Μεσάνυχτα και κάτι Παρασκευής
στην πλατεία Μοριχόβου
και το πλακόστρωτο δροσίζεται από νυχτερινές πενιές.
Χαμόγελα και τέρψη αντανακλούν
σε δένδρα με φύλλα από τον καύσωνα μαραμένα.

Μ’ ένα πουκάμισο λευκό
και τα μανίκια γυρισμένα,
με χέρια ελεύθερα πουλιά
του κόσμου ν’ αγγίζουνε τις άκρες,
στου μπουζουκιού το παράπονο
με βήματα αργόσυρτα
χαστούκιζες την αγωνία των ταραγμένων ήμερων.

Όμως από τη ζήλια του
άλλαξε χρώμα ο ουρανός
και έγινε κατάμαυρος,
γιατί δεν ήξερε από που κρατά η γενιά σου.

Δεν ήξερε
πως ήσουνα Σμυρνιός
κι ήτανε τόσο όμορφη, αδελφέ, η ζεϊμπεκιά σου.

Κυριακή 29 ’Ιούλη 2012
ώρα 12′ το μεσημέρι

ΦΙΛΟΞΕΝΗ ΦΩΛΙΑ

Γιρλάντα από θύμησες ο κισσός
σκαρφαλώνει στο μπαλκόνι
σχηματίζοντας φιλόξενη φωλιά στην αιώνια απουσία σου.
Κάτω απ’ τον ’ίσκιο της
έρεε μία ζωή ρυθμισμένη από χαρά,
τον φόβο μετουσίωνε σε τραγούδι,
που φτεροκοπούσε κι ανάσταινε το σπίτι.
Σφιχταγκαλιασμένη η δροσιά με το πρωινό το καφεδάκι
καθώς οι αισθήσεις μακραίνανε της ξενοιασιάς τον χρόνο.

Μα «η ώρα τρομαγμένη
στην άπλα του στερεώματος
παράξενα πλανιέται»*
πάνω στο τραπεζάκι σου παραδομένο πιά στη σιωπή.
Μια θρηνητική σιωπή
σέρνεται σε δωμάτια σκυθρωπά με τοίχους κυρτούς,
σε ημέρες σημαδεμένες από πένθιμο αχνό
σε νύχτες παράλογες με μάτια διασταλμένα
απ’ την ανθρώπινη αδυναμία.

* G. Ungaretti: Τέλος του χρόνου

Ο ΤΑΡΣΑΝΑΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

Τώρα η σκιά σου ενώθηκε
με την ατέρμονη νύχτα,
κρύφτηκε πίσω απ’ τη ζωή σου.
Τη ζωή σου με πρόσωπο ελκυστικό,
σώμα τρυφερό που το αγκαλιάζεις απαλά
κι αναδύει ένα λεπτό άρωμα αρμονίας
με διάφανη μυρωδιά γυναίκας, που μας συγκινεί,
στολισμένη με γαλήνη,
με φρεσκάδα ευωδιαστή με νερό και ήλιο.

Κάτω απ’ το φύλλωμα μιας τζιτζιφιάς και μιας ελιάς
ξετυλίχτηκε η ζωή σου
θρέφοντας δυο αγριολούλουδα
με το ψωμί και το αλάτι της μητέρας γης.
Με τα δικά της σημάδια λύπης και χαράς
σαν αποστακτήριο λαγάριζε σεμνά
πηγές με αποχρώσεις αγαλλίασης.

Μια νύχτα σπαρακτικά παντοτινή,
η ζωή σου,
κρυστάλλινη ηχώ απλότητας φανατικής,
ναυάγησε στον ταρσανά του πεπρωμένου.

Παρασκευή 3 Αύγουστου 2012
2′ μεσάνυχτα

ΓΙΟΡΤΗ ΖΩΗΣ

Ο ήλιος φανέρωνε στον ουρανό την χαρά του,
στα χείλη όλων έλαμπε ο χυμός της ζωής,
ατέλειωτο χάδι σάλευε απαλά
πάνω σε πράγματα καθημερινά.
Η δύναμη της καθαρής ημέρας επικρατούσε
με την φλόγα μιας φωτεινής επιθυμίας,
καθώς τους ίσκιους προσπερνώντας
έλειωνε τις παγερές τους αγωνίες.

Το γιορτινό τραπέζι σείονταν
απ’ τα τσουγκρίσματα των ποτηριών
για τον τρυφερό ανθό μιας άνοιξης νιοφερμένης,
άνοιγε πύλες χρυσές ανάμεσα σε φλύαρα χαμόγελα.
Κι όλοι καθρεφτιζόμασταν
στης μουσικής τις αντηχήσεις,
αόριστα μας ταξιδεύανε σε ονειρικά τοπία,
που ακινητοποιούν τις λέξεις.
Μία γιορτή ζωής.
Η τελευταία που σε είδα.

Δευτέρα 6 Αύγούστου 2012
5′ το άπόγευμα

ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΜΕΝΗ

Στις ήμερες του πιο καυτού Ιούλη
απλώθηκε παγωνιά συντριβής.
Μετά τον ογκόλιθο του παγόβουνου,
το στέρεμα των δακρύων,
ακολουθεί η τήξη των πάγων,
μία ροή ύδατος για να χυθεί
στη θάλασσα της ζωής.
Όμοια και η οδύνη τήκεται αργά- αργά
σχηματίζοντας βαθύ αυλάκι
που μέσα του φυτρώνει μία συνήθεια μεταμφιεσμένη.

Κυριακή 11 Νοέμβρη 2012
9′ το βράδυ

Η ΓΕΦΥΡΑ

«…στο σημείο αυτό κάποτ’ εστάθη ο Μαγιακόφσκι
κι ύφαινε λέξη προς λέξη τα ποιήματα του…»
Vladimir Mayakovski «Η γέφυρα του Μπρούκλιν»

Διασχίζοντας την περιφερειακή οδό
από τη μία πλευρά αντικρίζω
την πόλη απλωμένη,
πότε να κρυώνει, πότε να ζεσταίνεται,
πότε να πεινά και ν’ αγωνίζεται.
Άλλοτε πάλι ο βαρδάρης
να σαρώνει την ομίχλη
αποκαλύπτοντας το γερασμένο πρόσωπό της,
οι ρυτίδες του κρύβουνε χνάρια ιστορικά.
Πίσω από τα τείχη της
φανερώνεται η ανθρωπιά της,
δεν υποφέρει την υποτέλεια,
αντιστέκεται στην ισοπέδωση
απελευθερωμένη από μάσκες,
με όπλο αίμα θαρραλέο
στις φλέβες της ν’ ανάβει,
οικοδομεί αξιοπρέπεια.
Και το βράδυ η πόλη, σύγχρονη Νύμφη,
να είναι ξενύχτισσα,
να θέλει να επιβάλει τη ζωή,
που σπιθοβολά στα μάτια της
ανθίζοντας πόθους ανυπόμονους.

Από την άλλη όμως πλευρά, περνώντας τη γέφυρα,
το βλέμμα σκοντάφτει πάνω σε κήπους τεφρούς,
στη συνοικία των δακρύων.
Τη συνοικία που την πυρπολεί η σιωπή.
Μία αιώνια σιωπή μες στην κραυγή του ήλιου.

Εκεί η νύχτα δεν ονειρεύεται την αυγή
και οι επιθυμίες, η ελπίδα,
από την παγωνιά διάτρητες, σχεδόν αιθέριες,
εκμηδενίζονται μέσα στο άψυχο σύμπαν.
Εκεί που
η γέφυρα συνδέει
τη ζωή με τον θάνατο.

Τρίτη 30 Όκτώβρη,
1′ το βράδυ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΒΟΛΤΑ

«Θάνατε, άφωνε λόγε,
άμμο άποθεμένη…»
G. Ungaretti – άσμα δεύτερο

Δεν έμοιαζε,
αλλά ήταν αποχαιρετισμός
η τελευταία βόλτα στην πόλη σου.
Η νύχτα προχωρημένη, τα φώτα αναμμένα
και οι μελωδικές φωνές,
όμοια με του παραμυθιού τον μαγικό αυλό,
που λίκνιζαν θαμώνες του κεφιού,
πνίγηκαν ξαφνικά στα ουρλιαχτά της νύχτας.
Άρχισε τότε
με τον αήττητο εξουσιαστή να μονομαχεί,
γδύθηκε την κυρίαρχη ευθυμία,
απορυθμίστηκε απ’ τα ύπουλα χνάρια απελπισίας
η νύχτα με τις λαμπερές σταλαγματιές.

Χιόνι πυκνό έπεσε πάνω στα εβένινα μαλλιά της,
βαρδάρης παγωμένος χαράκωσε τα στήθη της
και τ’ ουρανού το γέλιο κεραυνός θρυμμάτισε.
Κι ούτε ένα φτερό δεν παιχνίδισε
στ’ ασάλευτα κλαριά των δένδρων
κι ούτε ένας δρόμος προσιτός
μέσα του να καθρεφτιστεί η ελπίδα.

Ανήμπορος κι εσύ ν’ αντισταθείς
στην παντοδυναμία του Αθάνατου Θανάτου.
Στης ζωής να δεθείς το κατάρτι.
Μόνον την ομορφιά της φλόγας της θήλασες,
στο θάμπωμά της αφέθηκες,
στην φωτιά της πυρπολήθηκες.

Τετάρτη 8 Αύγουστου 2012
10′ το πρωί

.

ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΥ (2010)

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ

Εμφανίστηκε απροσδόκητα
φορώντας το «εσείς».
Μία λέξη τυπική,
σαν πανωφόρι συνηθισμένο
για τις κρύες ημέρες του χειμώνα .
Ύστερα, με χάρη κι ευστροφία
αγκυροβόλησε στο «εσύ»,
μ’ ένα φόρεμα κόκκινο
που χάιδευε τις καμπύλες της.
Για να μείνει γυμνή
μπροστά σ’ έναν μαγιάτικο,
Ολύμπιο θεό.
Με βλέμμα υπόσχεσης την έντυνε
φωλεμένος στο ρόδο της καρδιάς της.

ΑΠΟΚΟΣΜΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

Μέσα από τα ποιήματα μου
απόκοσμοι επισκέπτες οι λέξεις μου,
ντυμένες τις αποχρώσεις της φωνής μου,
απαγκιάζουνε στις κόγχες της ύπαρξής σου.
Πριονίζοντας τον κάματο της ημέρας,
κάθε που το ρολόι μεσάνυχτα χτυπά,
αρμέγουν ακατάπαυστα
από τα αγγεία των αστεριών
της επιθυμίας το κρασί,
να το προσφέρουνε χοή
στων αισθήσεών σου το βωμό.
Αυλητρίδες με βλέμμα αστραφτερό
ριπίζουν τον αγέρα
για να σ’ ανταμώνουνε στης ζωής το σταυροδρόμι.
Και την αυγή,
φωσφορίζουν ασύστολα,
πουλιά που λευτερώσαμε
στον ουρανό της ολοπόρφυρης σιωπής μας.

ΚΑΤΑΝΤΙΚΡΥ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Από τα στήθη των αιώνων
στην όχθη του δικού σου βλέμματος
τραγουδώ με φωνή αλαργινή.
Στάχυ ολόρθο είσαι συ,
σε κατοικούν επιθυμίες καρποφόρες.
Καραβιού κατάρτι,
γητεύεις του σύννεφου το παράπονο.
Ποιος άνδρας πειρατής είσαι συ,
που μέσα σου παραληρεί το φως,
παίζεις με τη μέθη του νερού
και ακονίζεις του ελαφιού τη νιότη;
Κάτω από τον ίσκιο μιας πυρκαγιάς
την εικόνα της καταλυτικής παρουσίας σου
φυλάγω,
στις πτυχές της θεριεύουνε τ’ ασύνορα όνειρά μου.
Και στις μυλόπετρες
της κούφιας μου ζωής
αλέθω το μένος του χρόνου
κατάντικρυ στη θάλασσα.

ΤΟ ΜΗΔΕΝ

«Είναι σκοτεινιασμένη ακόμα η θύμησή μου
από το πηγαινέλα σου»
Π. Ελυάρ

Είναι που τα σχήματα τον βασάνιζαν πάλι
κι αυτός με σιγουριά κατέληγε στον κύκλο.
Το στρογγυλό σχήμα πάντοτε, χωρίς τις γωνίες,
όπου συνωθούνται πτώματα του χρόνου.
Οξυγώνια μόνο η θύμησή του,
σαν πυραμίδα γρανιτένια σε άνυδρο τοπίο.

Πότε αναρριχότανε από τη μια πλευρά
έχοντας στην καρδιά την πιο αρχαία μαργαρίτα,
φλεγόμενη από εκείνη την αναπότρεπτη αναστάτωσή του.
Πότε κατέρρεε από την άλλη, και βούλιαζε
μέσα σε τέλματα από λέξεις κι έμενε ‘κεί,
ήχος απόρρητος του δικού του συνθλιμμένου χρόνου,
που παρέμενε βουβός και οξυγώνιος.

Όμως αυτός προτιμούσε το στρογγυλό σχήμα,
όπως το μηδέν παραδείγματος χάριν.
Σε χρόνο μηδέν ήθελε να ξεχάσει.

ΠΑΙΔΙΑ

Στη γενιά του Πολυτεχνείου

Παιδιά, σγουρόμαλλα παιδιά,
με τα μπλουτζίνς κολλημένα στα σκέλη
σαν τις αφίσες στους τοίχους
όταν οι τοίχοι είναι

σιωπηλοί
αδιάφοροι
ψυχροί

Εξόριστα απ’ τις αυλές
από τις γειτονιές παιδιά
γιατί οι αυλές καταβροχθίστηκαν
κι οι γειτονιές παραμορφώθηκαν
από το ναρκωμένο ενδιαφέρον
από τη σφριγηλή αδιαφορία
από το σιχαμερό βόλεμα

Ακριβά της λευτεριάς παιδιά
στρυμωγμένα
ακρωτηριασμένα
υπνωτισμένα
γιατί η λευτεριά
στα γήπεδα στριμώχτηκε
στους δρόμους ακρωτηριάστηκε
στα σφαιριστήρια υπνωτίστηκε

Λεβεντονιοί με την ανεμελιά τ’ ανέμου στη ματιά
όταν ο άνεμος
θρονιάστηκε στα σπίτια μας
θρέφτηκε απ’ το ψωμί μας
ίσκιωσε τα ονείρατά μας

Ανυφαντήδες εσείς πράσινων μηνυμάτων
σαν με τ’ αστέρια κουβεντιάζετε
μες τις καρδιές σας κόκκινα
ανθούνε γιασεμιά

ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

Η δύναμη της δημιουργίας
με αντανακλάσεις πάνω στο τζάμι
ξεγυμνώνει και ντύνει τα τοπία σου
με πέταλα και φύλλα.
Αιμάτινη κηλίδα η επιθυμία,
αισθησιακή φτερούγα του πινέλου σου,
με ίχνη διάρκειας μακράς,
χρώματα ανοξείδωτα αποστηθίζει.
Η γόνιμη μέρα βεβαιώνει τις γεωμετρίες της
κι απολαμβάνει την τροχιά της.
Και δίχως στάχτη ο βορράς
μ έναν γλάρο σ’ έκσταση.
Μέσα στον κατοικημένο αγέρα
ατέλειωτες οι προεκτάσεις
και μία σειρήνα παπαρούνα,
μέλισσα ή αλητάκι γλυκό
φορώντας τις ευωδίες του,
σημάδι του δικού σου πεπρωμένου,
στην άκρη του νερού
σου τραγουδά.

ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ανάμεσα στις φυλλωσιές των πεύκων και των θάμνων,
εκεί που στα σπασμένα κιονόκρανα
ιππεύει η θλίψη ενός κόσμου
που δεν μπορεί να βρει
το πρόσωπο της πρώτης του ζωής,
μαζεύονται δειλά-δειλά.
Οι πόθοι τους, ηχώ μιας λύρας τρομαγμένης
απλώνονται σε κοιλάδες που έγνεθαν τη μάχη της αυγής.
Εκείνες τις μακρινές νύχτες του φεγγαριού το άρωμα
διαχέονταν παγωμένο
κι οι λυγερόκορμες σημύδες έσκιζαν του ανέμου το σεντόνι.
Μιας άλλης εκστρατείας αργοναύτες
ψιθυρίζουνε τα μυστικά τους στην φιλόξενη πλατεία
και η ελπίδα διαλύει την πάχνη στα σβησμένα βλέμματα.
Εκεί η Μαρίνα με το μέτρο της «ελευθερίας»
μετράει το λινό κάτω από το άγρυπνο βλέμμα
του Ελευθέριου Βενιζέλου.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ

Το τραγούδι των αιώνων
μένει αιώνιο.
Είναι το αίμα που ήχησε
από την χαραγμένη καρδιά της Ιωνίας.
Είναι η σκιά των σοφών, διάφανη και εύθραυστη,
πλαγιασμένη κάτω από το πέπλο των κρίνων,
που βλασταίνουν με νερό της θάλασσας.
Είναι του κόσμου ο ταξιδευτής
μετά μικρά φτερά του ανοιγμένα
μελένιος καρπός στα στεγνά χείλη της γης,
αστραπή στο ανέκφραστο βλέμμα της.

Ακούστε το τραγούδι των αιώνων,
πως ειρήνεψε το άγριο γαλάζιο των βουνών,
πως χρύσισε ακοίμιστα χαράματα, χωρίς σύνορα.

Λευκό πουλί, σάρκα από φως και γαλήνη
τραγούδι των αιώνων
στο άκουσμά του διαλύονται
οι υπνοβάτιδες νεφέλες του κυκλώνα.

ΑΡΜΕΝΙΣΜΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

Αρμένισμα μελαγχολίας
από τα μάτια σου μέχρι τα κέρινα χείλη της σελήνης
και βαθιά από τα σπλάχνα της ζωής σου
ημέρες χαράς καπνίζουν
κρατώντας σφιχτά στα χέρια
σπόρους της μνήμης.

Η κάθε μία άλλοτε ήταν έρωτα σπασμός
η κάθε μια τους ήτανε θυμαριού μεθύσι.
Μ’ ανάλαφρες πατημασιές,
μην και σκοντάψουνε στης καταιγίδας πάνω το λιθάρι,
έρχονται και κατοικούν
στο τραυματισμένο μέτωπο των λόφων.

Θα θρυμματίσουνε πολλές φορές
τον ουρανό οι σιωπές τους
κι οι γλάροι πολλές φορές τα φτερά τους θα στεγνώσουνε
στις πτυχές της μαρμαρυγής τους.

Κι εσύ αναρωτιέσαι
αν η ελπίδα θα γητέψει την ανάσα του αύριο
εξαγνίζοντας το όνειρο
που ψάχνει την διαύγειά του.

ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΕΣΥ

Σαν σε αρχαίο κήπο σκιάς
χτύπος φτερών σπαρακτικά πυκνώνει.
Σε αφουγκράζομαι από τότε.
Στης άπαρτης ψυχής το φαράγγι,
πάνω στην τρεμάμενη χλόη να σιγογλιστράς.
Στη φαντασία δάγκωμα
το πήγαιν’ έλα της βεβαιότητας,
γέλιο στης ύπαρξης το μεγαλείο,
ολοένα σιμώνεις, κύμα μαντατοφόρο,
στης αμμουδιάς την πυρά.

Του φωτός εσύ, αέναη κυοφορία μου,
γέννηση απαράμιλλη αιώνιας στιγμής μου.

.

ΑΠΟΙΚΙΑ ΚΟΧΥΛΩΝ (2008)

ΑΠΟΙΚΙΑ ΚΟΧΥΛΩΝ

Η βροχή σχεδιάζει σχήματα
που ψάχνουνε το κενό τους
κι επιδεινώνει τη μάχη των ημερών
με την αγωνία της νύχτας.
Αντέχεις στη δοκιμασία,
σημάδεψε τα κομψά πόδια σου,
ως τους ανεμοδείχτες σκαρφαλώνανε
για εντελβάις.
Κι ο πόνος,
τί αγκάθι αιχμηρό βγάζει από το άνθος του,
τι δηλητήριο εκτοξεύει από το στόμα του.
Οι ήμερες φεύγουνε – φεύγουνε
κατά την άνοιξη,
με γύψινα φτερά τα χελιδόνια της
δεν καθρεφτίζονται στον αγέρα.
Και η μεγάλη πλατεία της Σελήνης*
κρύσταλλο σκοτεινό
από τις παραμορφωμένες ήμερες.
Μόνον οι λέξεις σου,
αποικία κοχυλιών από ασήμι και φως
στο βυθό της καρδιάς μου αρμενίζουν.

Τετάρτη 11 Απρίλη 2007
μεσάνυχτα

*Το διάστημα αυτό είχε πανσέληνο και έκλειψη

ΣΤΑΘΜΟΣ VICTORIA

Ανάμεσα στο κίτρινο των τραμ
μετά πολυφωνικά καναρίνι τραγούδια,
στο πράσινο των φαναριών,
που εξαπολύει σμήνη επιθυμίας,
το τραίνο κουβαλάει ανάσες καθημερινές
στο σταθμό Victoria.
0ι μορφές αδιάφορες
κι ο άγγελος της φωτιάς να ψιθυρίζει:
να θυμάσαι, να θυμάσαι το πράσινο.
Έχει κάτω,
στις όχθες των υπόγειων διαδρομών
με πόσον κόπο
η έλλειψη σε φως μεταλλάσσεται.
Κραδασμός ελεύθερος από κανόνες υποταγμένους
στο ανέκφραστο του σώματος.
Με απλωμένες τις ρίζες σου
σε άλλον τόπο
θ’ ανθίζεις στον πυρετό ύλης ορισμένης.

Δευτέρα 26 Φεβρουάρη 2007
ώρα 11 το βράδυ

ΚΙ ΑΝ

Η Σελήνη βρέχει το μελάνι της
από το φεγγίτη
στο ρυθμό των τριζονιών.
Στις φυλλωσιές της αγρυπνίας
έρχομαι σε σένα
σε περιμένω στο ανεβοκατέβασμα της σκάλας
για λίγο τώρα από ηδονή.
Κι’ αν οι καιροί οξειδωθούν
εσύ θα είσαι πάντα εκεί
στο σπίτι μας με θεμέλια σύμφωνα αξόδευτα,
με τοίχους φωνήεντα ηλιόλουστα
να γεννάνε κάθε άνοιξη
το καινούργιο μας σώμα.
Και η Σελήνη θα εξακολουθεί
υ βρέχει το μελάνι της
από μνήμη ανέσπερη.

Ιούνης 2004

ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΩ

Δεν μου χρειάζονται πολλά.
Λίγο νερό, λίγο ψωμί
και λίγη ελπίδα
από τον κρατήρα της ζωής,
να ξαναβρώ τον εαυτό μου.
Ποιος μου ‘ταζε βουβή
από τον πόνο να κοιμάμαι,
ποιος άλλαζε την ανατολή
και δύση την έχει κάνει;
Λουσμένες οι ήμερες μου στην υπομονή
τη λύτρωση οικοδομούν
μέσ’ στη βουή της εποχής μου.
Τα σπαρτά κιτρινίζουνε στους αγρούς
η μαργαρίτα ανθίζει,
μα το στόμα του αγέρα άγονο,
δεν καλλιεργεί χαρά
μήτε και την ανάσταση.
Μ’ ένα κλωνάκι δενδρολιβανιάς εγώ
στου σήμερα τις σκληρές πληγές
και τα συντρίμμια,
στο πέλαγος το ανοιχτό
να κυνηγώ του ήλιου το φλουρί

Δευτέρα 23 Απρίλη 2007
ώρα 7 το πρωί

ΗΤΑΝΕ

Ήτανε που η έρημος
στολίστηκε με λευκά κρινάκια,
τότε ο άνεμος ταξίδευε τα όνειρα
α σύννεφο λαμπαδιασμένο.
Γευτήκαμε το ψωμί της ηδονής
στο σπίτι της αιωνιότητας
μαζί με τους αγγέλους.
Και πλημμυρίδα αρχέγονης μουσικής
έρεε από τις λέξεις μας
που βάφτηκαν στ’ ουρανού
την ευώδη δίψα.

ΧΡΟΝΟΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ

Με ατελεύτητες νεροσυρμές σαγήνης
αναδύεται ο λόγος μας
αδρός και ελεύθερος
από το κραταιό σώμα
της ύπαρξής μας.
Όμως οι σιωπές της,
αποκαλύπτουν της ζωής την ουσία,
με ρίζες γιγάντιες
σαν τα μαλλιά της νύκτας,
θάλλουν αισθήματα μυροφόρα,
ντυμένα κατάσαρκα το Χρόνο.
Χρόνος άκαμπτος
επαναστάτης στη συνήθεια
θωπεύει ακόρεστα
τα λαμπυρίζοντα μάτια του Σύμπαντος.

Παρασκευή 20 Ιούλη 2007
ώρα 11 το πρωί
Βάρκες

ΚΙ’ ΟΣΟ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

Κι’ όσο βραδιάζει
το θάμπος χαμηλώνει
κι η δόξα του φαλλού
ζωγραφίζει την απειλή του αύριο,
άλλο τόσο θα επιζητάς
αποχρώσεις ηδονής.
Στα πέτρινα χέρια του Χρόνου
η πάλη της σάρκας ανελέητη,
ανήμπορη ν’ αντισταθεί
και η παραδοχή της ήττας της
αναπόφευκτη, μοιραία.
Όπως ο θάνατος.

Δευτέρα 30 Ιούλη 2007
ώρα 7 το απόγευμα

ΩΚΕΑΝΙΑ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ

Η ανάσα, σου αναρριχητικό
το σώμα μου τυλίγει
με φυλλώματα αειθαλή,
μέσα τους ξιφομαχούν
οι πιο μύχιες σου σκέψεις,
έτσι που γερνούνε
στο διψασμένο χώμα της ψυχής μου.
Και στη σιωπή της νύχτας
ανάμεσα σε ξαφνιάσματα
με βήματα τρομακτικά,
ακούω ακατάπαυστα
τον αναστεναγμό του άνεμου
με κλυδωνισμούς να με σπρώχνει
στην ωκεάνια ανυπαρξία.

Παρασκευή 24 Αύγουστου 2007
ώρα 4 το απόγευμα
Βάρκες

ΦΩΝΗ ΑΗΔΟΝΙΟΥ

Στο γαλάζιο
που κινδυνεύει τη νύχτα,
στροβιλίζονται ανέπαφες οι βροχές
και κατακλύζουνε το ποίημα.
Στο χρώμα της νύχτας,
που δεν φοβάται το ξημέρωμα
και η δροσάτη χλόη να ανασαίνει
την ακαμψία του κυπαρισσιού,
εκεί, φωνή αηδονιού, ιστίο τσακισμένο,
σβήνει τον ύστατο πόθο της.

Σάββατο 27 Σεπτέμβρη 2003
ώρα 8 το βράδυ

.

ΑΝΑΦΛΕΞΗ ΣΤΙΓΜΩΝ (2004)

ΑΓΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Ο Φάουστ λέει στην Στιγμή που φεύγει:
«Μείνε λίγο ακόμη, είσαι τόσο ωραία»
Γκαίτε

Φυλαχτό να φοράς την Άγια Στιγμή.
Μέσα από φεγγερές στοές
να μπαίνεις στο αλώνι της σελήνης,
τον τρύγο των φιλιών,
τη δόξα των σωμάτων να γιορτάζεις.
Να γιορτάζεις.
Και στους πυκνούς ορίζοντες
ας καίγονται οι μήνες και οι χρόνοι.
Τη διάρκειά τους καταργώντας.

ΛΕΞΕΙΣ ΕΥΟΙΩΝΕΣ

Από τη χαίτη του νότου
λέξεις ευοίωνες ανατέλλουν.
Στάχυα αγίνωτα ακόμη,
στου χρόνου το αδοκίμαστο.
Ήχοι απόκοσμοι
με φωνήεντα ευρύχωρα
ιβίσκους πόθους ανθίζουν
σε αυλόπορτες απολιθωμένες.

ΑΠΟΨΕ

Καλπάζει ο πυρετός
στου φωτός ανάμεσα το πέλαγος
και του αγέρα
κι απ’ της ψυχής τα ύφαλα
πόθος αναδύεται.
Απόψε,
που η εξομολόγηση άφωνη
του κόσμου τον άξονα μετατοπίζει,
ελευθερώνοντας το πέρασμα του ονείρου.

ΚΑΙ ΣΥ ΘΑΛΑΣΣΑ

Και συ θάλασσα
τρομαχτικά γαλάζια,
μέσα στον άχρονο κόλπο σου
κρύψε τους αιφνίδιους θυμούς σου.
Σε λάμψη να μετουσιωθούν.
Να γίνουνε χώμα και ιδρώτας,
όσο το φως εκθαμβωτικοί,
την τελειότητα περιβεβλημένοι
με λατρείας πτυχές, ανεπανάληπτες.

ΜΙΑ ΛΥΠΗ

Μία λύπη στα μάτια σου λιμνάζει,
όπως η υγρασία της βροχής
τον ουρανό διαπερνάει,
σαν πέλαγος απέραντη
ηλεκτρισμένη και παγερή.
Κυκλοφορεί ανάμεσα στις λέξεις σου
που απορούν μέσα στο ποίημα.

ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΣΟΥ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ

Άκουσα το τύμπανο της σελήνης.
Πολλές φορές το άκουσα.
Και τώρα ακόμη,
ο ήχος του απλώνεται,
αδιάλειπτα στον άνεμο απλώνεται.
Στης αγρύπνιας την ώρα,
ακούω τον άνεμο
και ντύνομαι της φωνής σου
τα κόκκινα.

ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΕΣΥ

Σαν σε αρχαίο κήπο σκιάς
χτύποι φτερών σπαρακτικά πυκνώνει.
Σε αφουγκράζομαι από τότε.
Στης άπαρτης ψυχής το φαράγγι,
πάνω στην τρεμάμενη χλόη να σιγογλιστράς.
Στη φαντασία δάγκωμα
το πήγαιν’ έλα της βεβαιότητας,
γέλιο στης ύπαρξης το μεγαλείο,
ολοένα σιμώνεις, κύμα μαντατοφόρο,
στης αμμουδιάς την πυρά.

ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΒΗΜΑΤΑ

Μια αχνή φωτεινή γραμμή
μία αστραπή, ίσως τώρα,
μας μαθαίνει τα δικά μας βήματα.
Όχι, δεν έχει μνήμη ο ρυθμός τους.
Σαν τραγούδι ηχεί μέσα μας,
τη μακροζωία του τώρα με αντηχήσεις αφηγείται.
Όχι, δεν έχει μνήμη ο ρυθμός τους.
Μόνον μία πνοή σχηματισμένη
την ομορφιά θηλάζει
από συλλείτουργο αισθήσεων.

ΟΣΟ ΞΕΜΑΚΡΑΙΝΕΙΣ

Όσο ξεμακραίνεις θα θυμάσαι τις λέξεις
που αποκρυπτογράφησες στης αστραπής τη χώρα.
Η ίδια προαιώνια λαχτάρα λιάζει στα μάτια τους
τα πλουμιστά της μεσοφόρια.
Σε χαραμάδα αρχέγονη δική τους μουσική
ηδονικά διεισδύει με αποχρώσεις μυστικές.
Γύρω από το σώμα της στιγμής,
τα χέρια τους διαγράφουνε τροχιά εκστατική.

Όσο ξεμακραίνεις οι λέξεις φλέγονται
σαν παπαρούνες στην ομίχλη.

Όσο ξεμακραίνεις μία άνοιξη αγύρτισσα
σπαρταρά στους βαθύφωνους του ουρανού λειμώνες.

ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ

Κάποιες φορές συμβαίνει
όταν τα χρώματα παίρνουν να ξεθωριάζουν
η θάλασσα να σκοτεινιάζει
αποκαμωμένη από την προσμονή.
Τότε οι όχθες της κεντούν
ένα τίποτα ανελέητο
από θλιμμένους παφλασμούς.
Και μέσα στην ταριχευμένη δοκιμασία
η νύχτα εκκρίνει πιότερη μνήμη
κάτω από την υπεροψία των αστεριών,
κάτω από τ’ ουρανού το πολυσύλλαβο ερωτηματικό.

ΜΗΝ ΚΑΙ ΞΕΧΑΣΕΙΣ

Κι ο ουρανός έντρομος
προβλέποντας τον κίνδυνο,
μην και ξεχάσει της θάλασσας τη μορφή,
με ένα Φι να ολοκληρώνει το σχήμα του ,
σαν φραμπαλάς στο φλογάτο φόρεμα της Κάρμεν,
έβρεξε μια άνοιξη,
με άνθη συνθέσεις από λέξεις σήμαντρα,
να επισημαίνουνε τις πιο επιθυμίες.
Σύγκορμα να συνεπαίρνουνε,
καθώς οι ήχοι τους, αισθήσεων διεργασία μυστική,
σπάζουν επάνω στο δέρμα ημέρας γιορτινής.
Καθώς παραδοχή τρόπαιου, σε ναό μοναχικό,
αυλακώνει σε κίνηση κυκλική,
την κυριαρχία των λέξεων.

ΔΩΣΕ ΜΟΥ

Δώσε μου τις λέξεις σου
πόσο πολύ τις θέλω,
άλλοτε στο αιχμηρό μεσημέρι,
βαμμένο στη συναυλία των τζιτζικιών,
άλλοτε στην έφοδο των αισθήσεων
τις πληγωμένες ώρες,
σαν μία φλέβα νερού ανάμεσα σε φράχτες,
μέσα στη σκληρή άπνοια να σπάει τον αιθέρα
για να αναδυθεί η Νύμφη Στιγμή.
Στο ξέφωτο ξανά να εισβάλλει,
εκεί που εκρήγνυνται οι επιθυμίες
κι αχνίζουν των σωμάτων οι ευωδιές.
Δίχως να καρτερεί.
Στο πριν και στο μετά να ξαποστάσει.
Έτσι όπως προστάζει η καρδιά
ή όπως είναι δίκαιο.

ΤΟΣΗ ΖΩΗ ΣΕ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΠΕΤΑΛΟ

Στο Γιώργο και τη Μαρία Φρέρη

Τόσος χρόνος σε μια στιγμή.
Τόση άνοιξη. Τόσος χειμώνας.

Τόση παραφορά σε ίχνη αστερία
στους έκπληκτους βυθούς.
Τόση ζωή σε μαργαρίτας πέταλο
καταμεσής του ανέμου.
Και να μην γίνεται άλλη διαδρομή να γνωρίζει
πέρα από τη θέρμη των φιλιών
μέχρι τα ηδονικά τοπία των σωμάτων
και της ψυχής το ρόδο, στην αρμονία του απόλυτου.

Γέννηση παρθένας στιγμής, περίλαμπρης,
σάρκα σταλάζεις υπέροχη,
σπέρμα ατίθασο, πνεύμα λαμπερό.
Γεύση ζωής πρωτόπειρη,
διάθλαση αφής πολύσημης.
Ανάβλυσμα απ’ τις κυψέλες του άπειρου
μεσ΄ το κενό του κόσμου.

Τόση ζωή με κόμη από φλόγα διαυγή.
Και να μη ξέρει πως ονειρεύεται.
Επειδή γεννηθήκαμε Εμείς.

.

ΦΑΙΝΩ, Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥ (1999)

ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ

Ένα δάκρυ αθόρυβο σαν σιωπή
την αγωνία του εξομολογείται,
αυτήν την ώρα την ανύσταχτη
που ολομόναχη συντρίβεται,
καθώς οι λογισμοί ανηφορίζουνε
στο δικό τους δύσβατο μονοπάτι.

ΦΑΙΝΩ, Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥ

Όταν η ημέρα αλλάζει φορεσιά
κι ανάμεσα σε νιογέννητες φυλλωσιές βρεθείς,
όπου η όστρια θροΐζει το ευφρόσυνο γέλιο της,
θυμήσου τουλάχιστον εκείνο το κορίτσι.

Πώς ευώδιαζε από πολύ μακριά
με την πορφύρα των ρόδων στα μαλλιά,
ντυμένο στις μελανιές αγρύπνιες του πελάγου,
με γεύση στα χείλη όνειρου πικρού
και τις καμπύλες του κορμιού παιδεμένες
από τον μόχθο της μάταιης ελπίδας.
Ήταν εκεί,
φύλαγε αστρολούλουδα
στη χόβολη του πόθου ανυφασμένα,
σκιρτώντας να λύσει του καραβιού τα πανιά
σε κρύπτες χαράς να αρμενίσει.

Ύστερα στον ίσκιο του φεγγαριού
βρέθηκε ξαφνικά να περπατά.
Σε μια παλάμη γης.

Θυμήσου ωστόσο εκείνο το κορίτσι
Φαινώ, Ιάνθη, Λυδία ή Ιάχη να ‘τανε τ’ όνομά του,
κρίνος λεπτόμισχος, καπνός μαζί και λάβα,
που μιαν ακαταμάχητη γοητεία εκπέμπει.

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

«Μονάχα η λευκή ανθοφορία
του τοκετού της αγάπης διαρκεί»
Τ. Βαρβιτσιώτης

Στου χρόνου το λιμάνι,
πύλη ξεχασμένη από ορθρινούς κυματισμούς,
δεμένες οι χαρές σου.
Μέσα στης αμμουδιάς την καρδιά,
στον φλύαρο ιστό της,
ένιωθες το τρελό παραπάτημα,
αθέριστα τα μυστικά σου ύφαιναν φλογερές κορμοστασιές.

Μη λυπάσαι για βότσαλα χωρίς χυμό,
για σύννεφα εκστατικά,
που έσπειραν χρυσές βροχές
λευτερώνοντας θύμησες.
Ένα γέλιο ξυπόλητο άφησε κει ίχνη ομορφιάς,
ν’ ανάβει της νύχτας τα λυχνάρια.
Να είναι όλα ορατά.
Πόσα χέρια ανθισμένα
πόσοι άγγελοι ύμνησαν το θάμβος του κόσμου,
που περικλείεται σε μιας ματιάς τον χώρο.

Αυτό που αναζητάς καρτερεί
το πιο μικρό κύμα για ν’ αρμενίσει
επάνω στα Άλφα της Αγάπης
με το Πι των Παλμών του Πηγαιμού
για Πλώρη.

ΚΟΧΥΛΙ ΚΛΕΙΣΤΟ

Κλειστά κοχύλια
με σάρκα ζωντανή
στην απλωσιά της αμμουδιάς ανθούν
από την μουσική της θάλασσας στιλβωμένα,
μάτια ασημιά πίσω από τους ανέμους,
το πέταγμα των πουλιών ακολουθούν
μέχρι των καραβιών το λίκνισμα.

Κοχύλι κλειστό και η καρδιά σου,
από αιμάτινη αλμύρα σμιλεμένη
ως τη διαύγεια της αθωότητας αδειανή.
Στης θύμησης τη χούφτα
θημωνιές μυστικών σιγοκαίει
αναδύοντας όλην την έκσταση της νιότης.

Τη μεταμόρφωση της αναζητώντας
σε αρχαία ακρογιάλια ελπίδας ξενιτεύεται,
εκεί, στις ανθοφόρες ρίζες τού γαλάζιου.

ΟΞΕΙΔΩΜΕΝΗ ΝΗΡΗΙΔΑ

«Έλα μαζί να δούμε τη γαλήνη»
Οδ. Έλυτης

Μέσα στην χρυσαφένια απομόνωση του δειλινού
όταν η Πούλια αγναντεύει φιλάρεσκα
απ’ τ’ ουρανού το παραθύρι,
η καρδιά σου, οξειδωμένη Νηρηίδα,
γλιστρώντας ανάμεσα σε φύκια και σε βράχια
πάνω από τάφους θαλασσινούς,
λείψανα από ολάνθιστα λιβάδια μιας άνοιξης
πού στόλιζε τα στήθη σου με τα παραμιλητά της,
στο πιο σίγουρο αντίκρισμα λαχταρά να ριγήσει.
Σ’ έναν ορμίσκο, με αμμουδιά από αισθήματα γυμνά.

Είσαι λοιπόν εσύ, που με το μελένιο σου κορμί
θροΐζεις στον μαΐστρο σαν μαργαρίτας πέταλο.
Είσαι λοιπόν εσύ ένα καινούργιο γράμμα από προσμονή.

Σ’ ανακαλύπτω, αρμένισμα φωτός,
κόρη τού πεπρωμένου,
σαν πορσελάνη εύθραυστη από τον θρήνο του χειμώνα,
στο πιο μεθυστικό πέλαγος να ναυαγείς.

ΑΣ ΚΥΛΟΥΣΕ

Σε αυγές θαμπών ημερών ανάμεσα
ξεπλένει τον μανδύα του ο χρόνος
κι αιχμάλωτο κρατά της νοσταλγίας το σμαράγδι.
Η μυρωδιά των ερειπίων διαρκής,
σε ανύπαρκτες συγκομιδές
κι ασάλευτα φυλλώματα
με τη θλίψη ομονοεί.

Πού να τελειώνει άραγε ο πρώτος μου εαυτός,
μιας παπαρούνας τη μέθη ντυμένος
που τώρα τη τραγουδά η σιωπή της θάλασσας
σε νύχτες δίχως πρωί
και η οργή του ανέμου,
που ξεθυμαίνει στα ύφαλα του πεπρωμένου.

Ρόδα και υάκινθοι
ας λούζονταν ξανά
στο φώς που βλασταίνει
από την ερεθισμένη σάρκα του γυμνού καλοκαιριού
και λάβα ανυπόταχτη,
μέσα από ξεχτένιστες στιγμές μυρωμένες,
στις φλέβες μου ξανά ας κυλούσε.

ΥΓΡΗ ΚΡΑΥΓΗ

Στη Σούλα Τσατσάκου

Παράπονο φθινοπωρινής βροχής
αθόρυβα κυλάς
απ’ τον γαλάζιο παγετώνα του κορμιού της
σε αρχαία ρυάκια πυρετικά,
που άπλωναν στον ήλιο τη χαρά τους
τις υποσχέσεις τους ντυμένα.

θα ‘ρθουν πολλές ημέρες να το γευθούν
θα ‘ρθουν πολλές ημέρες
για να το μοιραστούνε.

Η μνήμη σιωπηλή μοιάζει ατελείωτη
κι απ’ τα μικρά παράθυρα της
υάκινθοι φεγγίζουν,
κι όλο το μυστικό των φλογισμένων στιγμών
σε στήθος ήρεμων κυματισμών φωλιάζει.

Στη κουπαστή του χρόνου αραγμένη,
υγρή κραυγή, η νιότη σου.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Πυρκαγιάς καλωσόρισμα στου ρόδου τις καμπύλες
Ρίζα αρχέγονη στον θαλασσένιο ανθώνα
Σκίρτημα τόξου στις σταλαγματιές των ίσκιων
Γεύση μελιού στον κόρφο της απαρνημένης μέρας
Μεθύσι χρυσόμυγας στην απολιθωμένη χαραμάδα
Ανάσα θύελλας στη νοσταλγία της στέπας
Άρμενα ηδονής στη σκαλωσιά του χρόνου ακουμπισμένα
Τα μάτια σου.

ΤΟ ΜΗΔΕΝ

« Είναι σκοτεινιασμένη ακόμα η θύμησή μου
από το πηγαινέλα σου»
P. Eluard

Είναι που τα σχήματα τον βασανίζαν πάλι
κι αυτός με σιγουριά κατέληγε στον κύκλο.
Το στρογγυλό σχήμα πάντοτε, χωρίς τις γωνίες,
όπου συνωθούνται πτώματα του χρόνου.
Οξυγώνια μόνον η θύμησή του,
σαν πυραμίδα γρανιτένια σε άνυδρο τοπίο.

Πότε αναρριχότανε από τη μια πλευρά
έχοντας στην καρδιά την πιο αρχαία μαργαρίτα,
φλεγόμενη από εκείνη την αναπότρεπτη αναστάτωσή του.
Πότε κατέρρεε από την άλλη, και βούλιαζε
μέσα σε τέλματα από λέξεις κι έμενε ‘κει,
ήχος απόρρητος του δικού του συνθλιμμένου χρόνου,
που παρέμενε βουβός και οξυγώνιος.

Όμως αυτός προτιμούσε το στρογγυλό σχήμα,
όπως το μηδέν παραδείγματος χάριν.
Σε χρόνο μηδέν ήθελε να ξεχάσει.

ΑΡΜΕΝΙΣΜΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

Αρμένισμα μελαγχολίας
από τα μάτια σου μέχρι τα κέρινα χείλη της σελήνης
και βαθιά από τα σπλάχνα της ζωής σου
ήμερες χαράς καπνίζουν
κρατώντας σφιχτά στα χέρια
σπόρους της μνήμης.

Η κάθε μία άλλοτε ήταν έρωτα σπασμός
η κάθε μια τους ήτανε θυμαριού μεθύσι.

Μ’ ανάλαφρες πατημασιές,
μην και σκοντάψουνε στης καταιγίδας πάνω το λιθάρι,
έρχονται και κατοικούν
στο τραυματισμένο μέτωπο των λόφων.

Θα θρυμματίσουνε πολλές φορές
τον ουρανό οι σιωπές τους
κι’ οι γλάροι πολλές φορές τα φτερά τους θα στεγνώσουνε
στις πτυχές τής μαρμαρυγής τους.

Κι εσύ αναρωτιέσαι
αν η ελπίδα θα γητέψει την ανάσα του αύριο
εξαγνίζοντας το όνειρο
που ψάχνει την διαύγεια του.

ΞΗΜΕΡΩΜΑ

«Το σκοτάδι είναι πιο βαθύ
λίγο πριν ξημερώσει»

Ξημέρωμα. Πώς αγαπώ της νύχτας το σκοτάδι.
Νύχτα κατακτητική, η δύναμη σου με εξαϋλώνει
μικρά κι ασήμαντα μου φαίνονται όλα
και ‘γώ για τα καράβια θέλω να σου πω.
Ξέρεις λοιπόν,

τα πιο όμορφα καράβια
δεν είν’ αυτά που χαϊδεύουνε
το καμπύλο ρόδο της θάλασσας
με ρότα για Λίβερπουλ η Σιγκαπούρη
ποστάλια και φορτηγά,
μα ’κείνα, πού κατάφορτα
πολύτιμη πραμάτεια
πρασινίζουνε μέσα στην εβένινη καρδιά της
του ήλιου ποθώντας το λιμπίρισμα
του αγέρα τα ευωδιαστά μηνύματα.
Την ανάσταση.

Ξημέρωμα, μα εγώ αγαπώ της νύχτας το σκοτάδι.

ΝΙΨΟΥ

Σπάσε τη σιωπή σου
σαν ρόδι που προσμένει
να σχίσουνε οι σπόροι του το χώμα,
για να βλαστήσει μία άνοιξη ατίθαση.

Αν οι άγρυπνες ώρες χαράξανε το σώμα του χρόνου,
αγκυροβολημένες σε αστροφεγγιές
τραυματισμένων υποσχέσεων,
ξεδίπλωσε τη δύναμη σου
καλπάζοντας ως τ’ αετώματα των βουνοκορφών,
εκεί που φλέγονται οι Έρωτες
αιχμαλωτίζοντας το γαλάζιο.
Νίψου από την αρχή, μέσα στους αγέννητους πόθους.

ΜΝΗΜΗΣ ΦΩΤΙΕΣ

«Με λόγια εκφράζεται κι ο χρόνος
όπως ο έρωτας»
Ρ. Eluard

Δυο μάτια νοσταλγικά,
μνήμης φωτιές,
ξετυλίγουνε τον χρόνο
στην ούγια αυτής τής ημέρας,
σαν μαχαίρι πληγώνει
σταλάζοντας πεταλούδες
που λοξοδρομούν
προς τα ολοπράσινα λιβάδια του ήλιου.

.

Η ΝΥΧΤΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΥΓΡΗ (1997)

ΩΔΗ ΣΤΗ ΖΩΗ

Απ’ τις κυψέλες του άπειρου, τις ανεξιχνίαστες,
μύρια σκορπάς αρώματα στην αγκαλιά της Γης,
Ζωή!

Η ξεγνοιασιά της νιότης σου
του χρόνου την ανέμη κλώθει

Με σαϊτιές υπέρλαμπρες
μελλούμενες φυλλωσιές κυοφορείς

Τα μεγαλόπρεπα βουνά
με ονείρων ιριδισμούς στεφανώνεις

Πες μου,
γιατί στερεύει ο κρατήρας της ψυχής
κι οι υάκινθοι σωπαίνουν,
γιατί τα περιστέρια δεν φτεροκοπούνε πια
κι η χλόη τρεμοσαλεύει;

Ζωή,
Κόρη συμπαντική
σαν Παναγία,
νιότη αιώνια,
τον πόνο, τη χαρά, τον θάνατο,
το ανθρώπινο πεπρωμένο κεντάς.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΦΟΡΑ

«Στα εικοσιδυό σταμάτησε ο χρόνος
τ’ όνειρο πέτρα έμεινε στη Σμύρνη»

Ν. Παπαθανασίου-Καραπάνου

Για μια ακόμη φορά
στο ακρογιάλι εκείνο
ήθελα να με πας
που η μνήμη των κυμάτων
σαν χελιδονιού φτερούγισμα σπαθίζει τον αιθέρα
και το ευωδιαστό αρμυρίκι αναριγά.

Για μια ακόμη φορά
στο ακρογιάλι εκείνο
να πλύνω τις πληγές μου ήθελα
στων καραβιών το αντιφέγγισμα,
στην αραχνοΰφαντη που αναδεύει
εσθήτα της ιστορίας.

Απόψε ο ουρανός είναι πιο χαμηλός
βαραίνει πάνω στους ώμους σου
και η σκιά του μας σκεπάζει απειλητικά.

ΤΟ ΕΚΚΡΕΜΕΣ

Στο κροκάτο άγγιγμα
μέρας γιορτινής, τα γκι.

Στην εξώθυρα χέρια παιδικά
με τα τρίγωνα παιχνιδίζουν.

Μέσα στο απροσπέλαστο δωμάτιο
το εκκρεμές σημαδεύει ρυθμικά
τους χτύπους της άοπλης καρδιάς σου
που ροδοπέταλα σκορπά
περνώντας τους άυλους πυλώνες
της αιώνιας Γαλήνης.

ΑΥΛΑΙΑ

Της αγωνίας ο χορός
όλο και πιο βαρύς,
αυλαία στα εφτάχρωμα τοπία του ήλιου.
Μενεξεδένιος πίνακας το βλέμμα σου,
σε μελανίες ναυαγεί.
Οι εναλλασσόμενες αυγές
παλεύουν με τις νύχτες,
οι ήχοι τους την ελπίδα γδύνουνε,
που αποκαλύπτει ολόγυμνο το στήθος της
από αστέρι πενθοφόρο σημαδεμένο.

Της εσπέρας το χρώμα
θα ντυθούμε σήμερα
τη στιγμή που άνεμος ισχυρός
σπρώχνει τις σχεδίες
στον έσχατο φάρο
ριπίζοντας τη γεμάτη σελήνη.

Η ΝΥΧΤΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΥΓΡΗ

Μέσα από δέσμες
κάθε λογής ήλιου πέρασες
Όλβια κυλούσαν τα νερά
φραμπαλάς άνοιξης γαλάζιας.
Γυρτές οι μέρες των κελαηδισμών
στην πλάστιγγα του χρόνου.
Τώρα η καταιγίδα μάχεται
ρίζες χαράς πολύκλωνης.
Του γλάρου η κραυγή
τα μάτια τ’ ουρανού τρυπάει
Η νύχτα γεννιέται υγρή.
Ο ορίζοντας κλείνει.
Ασάλευτη στις φυλλωσιές του ύπνου εσύ,
στο αδιάφανο σιγογλιστράς μονοπάτι,
σε κάμπους με ασφοδίλια που οδηγεί.

ΘΑ ΚΡΥΨΩ

Σαν μοσκοβολιά διάχυτη
από παλιό σεντούκι φιλντισένιο
θα κρύψω μέσα στις φλέβες μου
τη θλίψη του χριστουγεννιάτικου δέντρου.
Η γιορτινή νύχτα κομματιάζεται
με αναρίθμητους πένθιμους ήχους.
Οι ώρες τρίζουνε στις ρωγμές του τοίχου.
Η πιο στερνή ανάσα, αδέξια δοξαριά,
πάνω στα τζάμια τρεμοπαίζει.
Τα ξέπνοα λόγια κουρνιάζουνε
στων ματωμένων κλαριών την άκρη.
Το ναυαγισμένο καράβι
με το ιστίο του
μια μεγάλη ανοίγει οπή
στο στιλπνό υδάτινο έδαφος
τη χώρα της θύμησης να κατοικήσει.

ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Μετά τις σαστισμένες αυγές
τρομάζει ο ορίζοντας
στο ντέφισμα του ανέμου.
Πάνω στα κλειστά παράθυρα
οι σκιές διαστέλλονται,
το λιγοστό φως πληγώνει τους τοίχους.
Του κορμιού σου η κίνηση
στα βύθη της σιωπής έχει αποτυπωθεί
κι από τα χνάρια του ίσκιου σου
μία μελωδία απόκοσμη διαχέεται
σε περασμένες ανθοφόρες εποχές.

ΥΣΤΑΤΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Στους κήπους τους σκοτεινούς,
στους μικρούς ναούς μέσα στις πρασινάδες
ένα δάκρυ πλανάται αδιάκοπα,
γιρλάντα από στιγμές,
στολίζει την κόμη της θάλασσας,
ακολουθεί τα καράβια που αρμενίζουνε
στο στερνό τους τρικύμισμα.
Μία βροχή, νεροκλωστές ατελείωτες,
με όνειρα ανεκπλήρωτα κυλάει
κάτω από τις πληγωμένες φτερούγες τ’ ουρανού.
Μια ευωδιά γιασεμιού
ξεθυμαίνει σιγά-σιγά
όπως η οδύνη.
Ένα βλέμμα, χνούδι καρδιάς
τις γκρίζες πέτρες θωπεύει.
Ύστατος αποχαιρετισμός
φλογάτης παπαρούνας
στην ολύμπια αρμονία.

ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΠΕΡΑ ΟΧΘΗ

Στην αντίπερα όχθη σάς αντάμωσα
να λούζετε τα μαλλιά σας
στο φως «του ήλιου του πρώτου»,
όπως λεν,
στο διάβα των αιώνων.

Καίτη, λάμψη χλόης υπερήφανης
δάκρυ πετρωμένο στα γαλάζια ρήγματα.

Κατινάκι, ξέσπασμα σαντουριού μελαγχολικό
στους μαύρους καπνούς άλλων καιρών.

Κατίνα, άρωμα τζιτζιφιάς ερεθιστικό
στις ρίζες της σκόρπια φυλάγει ρουμπίνια.

Αικατερίνη, ολοπόρφυρη ανεμώνη θαλασσινή
μέτοικος στων ίσκιων την καλημέρα.

Όλες αυτές είσαι εσύ
μοναδική και μία
φλόγα, ιστορία, θύμηση.
Μία φωτογραφία

ΓΕΥΣΗ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

«Σβήσιμο των ματιών
ω σκοτάδια σωρός…»
G. Ungaretti

Σαν σφάλισες τα μάτια
οι νεφέλες στα ανεξιχνίαστα σε οδήγησαν
του στερεώματος χνάρια.
Εκεί ο χρόνος καίγεται
σε εκθαμβωτικούς καθρέφτες
κι η μνήμη δεν φέρνει πυρετό
στων αστροσυρμών τη χλόη.

Μία και μόνη φορά
τραγούδι ήσουν που έσβησε
όπως οι μέρες σβήνουνε
στου ορίζοντα τη γραμμή επάνω.

Τη μορφή σου έκλεισες
σε όνειρο αδιάκοπο σμιλεμένη
πριν γίνεις γεύση απουσίας.

ΚΟΙΜΑΣΑΙ

«Μα πως την ανασαίνει τώρα
Ο ουρανός»
Τάκης Βαρβιτσιώτης

Μέρες κοιμάσαι.
Τόσο γαλήνια και τόσο μόνη
ποτέ σου δεν κοιμήθηκες.
Ποτέ οι κουρτίνες του δωματίου σου
δεν φύλαξαν τον ύπνο σου τόσο πολύ.
Ποτέ οι μέρες τόσο αδειανές
κι η ανεμώνη ποτέ τόσο ματωμένη.

Κοιμάσαι,
στην πιο μητρική αγκαλιά παραδομένη
κι απ’ τη σχισμάδα την τεφρή
οι θύμησες αχνίζουν μελαγχολικά.
Το μεγαλείο τ’ ουρανού ν’ ανταμώσουν.

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΟ ΧΡΩΜΑ

Τα χέρια σου δίχως αφή
δεν ταξιδεύουν στον αιθέρα πια,
του ορίζοντα ν’ αγγίξουνε την κόχη.
Εδώ, στο θάμπος του μεσημεριού,
σταμάτησε ο χρόνος
τα σύδεντρα ντυμένος σάρκας μεστής
σε άμμο μετουσιωμένης,
σκορπίζοντας ολόγυρα
εκείνο το απροσδιόριστο χρώμα,
που όσο φυσά ο άνεμος
γίνεται όλο και πιο λευκό,
τόσο λευκό, όσο τα κρίνα.

ΥΣΤΕΡΑ

Ύστερα, σε άλλη κυλούν οι μέρες κοίτη
ομίχλη διαπερνάει την ψυχή μας
κισσοί τις πύλες της απουσίας μεγαλώνουνε
κι η θύμηση βραδιάζει.
Κι ούτε η ικεσία πια ανάβει το λυχνάρι
και τα τρεμάμενα τ’ ανέμου χρώματα
η ελπίδα δεν κεντρίζει.
Πίσω γιατί απ’ τις οδυνηρές σιωπές,
της θλίψης το υγρό τείχος,
υπάρχει η σπίθα, η φωτιά,
ο ήλιος και τ’ αστέρια.
Οι λέξεις, οι συλλαβές, τα γράμματα,
ο στίχος και το ποίημα.

.

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ (1983)

ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ

Δύο κόσμοι ερωτοτροπούν
με μια κορδέλα βαθυγάλαζη
η λάγνα Ανατολή από τη μια
η φωτισμένη Δύση από την άλλη
-Πάνω στα χίλια βότσαλα καθισμένη
έβλεπα την ιστορία να ταξιδεύει-

Με κοφτερές δρεπανιές τ’ αγέρι, από την
αντιπέρα ακτή πατρίδα του Ηρόδοτου
κεντρίζει τον αστραφτερό Δίκαιο.
Ο φαντάρος χωμένος στο αμπρί
δίνει αναφορά για τα σήματα
-Τ’ αρχαία νήματα κόπηκαν,
τα πλοκάμια του τόπου ψαλιδίστηκαν-

Η βαθυγάλαζη κορδέλα καίγεται
από τον πυροδοτημένο ήλιο
τα γλαροπούλια μετέωρα
εκσφενδονίζουν αιχμές λευκές
Απ’ αντίκρυ φτάνει -μακρόσυρτος αμανές-
η πνοή του ανέμου
και πλάι μου η φωνή του σκοπού:
Αλτ! τις ει;

Απόβραδο.
– Βαθιά τομή στα πλεμόνια του καιρού η πυρπολημένη κορδέλα
Επειδή η ιστορία ταξιδεύει πάντα.

ΚΑΛΕΣΜΑ

Θυμάσαι το σφύριγμα του καραβιού κάθε πρωί;
Πως έσκιζε την αχνιστή ησυχία κι έψαχνε ανυπόμονα
να μας εύρει;
Κάλεσμα ζωής έλεγες.
Τρύπαγε αόρατα τους τοίχους
και κάθονταν προκλητικά
πότε πάνω στο μπουκαλάκι με το ινδιάνικο άρωμα
πούχες τοποθετημένο στην τουαλέτα σου
πότε πάνω στις κινέζικες βελόνες
μ’ αυτές στόλιζες τα μαλλιά σου.

Άλλοτε πάλι κι’ αυτό γινότανε τις περισσότερες φορές
θρονιάζονταν μέσα στον καθρέφτη.
Προσπαθώντας τότε να τον καθαρίσεις
έβλεπες τον εαυτό σου να μεταμορφώνεται
σ’ ένα αιχμηρό ερωτηματικό

ΣΤΟΝ ΚΑΘΕ JOHN

Ο John με τα χαμηλωμένα μάτια
κάθονταν στο cafe – bar
πλάι στον κάλαθο των αχρήστων
Έψαξε μια
δυο
τρεις φορές
μια
δυο
τρεις φορές
μια
δυο
τρεις ελπίδες αδειανές
στον κάλαθο των αχρήστων

ΟJohn με τα χαμηλωμένα μάτια
περίμενε στο metro
μαζεύοντας γόπες απ’ τους περαστικούς
μια ρουφηξιά – ένας λυγμός
δύο ρουφηξιές – ένας καϋμός
τρεις ρουφηξιές – έχει ο θεός

Όταν ξανάδα τον John, καθότανε
θυμάμαι, στη γωνιά του δρόμου
και με γυάλινα μάτια κοίταγε – τι περίεργο –
τον ουρανό.

Ω! John, Γιάννη, Jean,
πόσο ευτυχισμένα ήτανε τα μάτια σου.

ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΑΓΥΡΤΙΣΣΑ

Με κρασί με ποίηση ή μ’ αρετή διαλέχτε
Όμως μεθάτε
Ch. Baudelaire: Μεθάτε

Ψυχή μου αγύρτισσα
τα πράσινα που πόθησες ταξίδια
τα ματωμένα σου όνειρα άλλη μια φορά
– απ’ τ’ αλμυρό κρασί μεθυσμένα-
χορό εστήσανε στο μενεξεδί της αμμουδιάς αλώνι

Ψυχή μου αγύρτισσα
τα σφαλιστά που λάτρεψες κοχύλια
ακόμα μια φορά το γλαροπούλι είδες
στις θαλασσένιες κοτσίδες ανάμεσα
να ξεδιπλώνει τη χαρά του

Ψυχή μου
των γαλαζένιων πόντων ζηλεύτρα
τον ισκιωμένο ορίζοντα γιατί δε σπας;

.

ΠΕΡΑΣΜΑΤΑ (1980)

ΣΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΘΕΣΕΙΣ

Χειμώνιασε.
Το σπίτι και φέτος
ντύθηκε στα ζεστά.
Στο μικρό καθιστικό
η ίδια εικόνα.
Οι καρέκλες στην ίδια θέση,
σε απόσταση υπολογισμένη
η μια από την άλλη.
Στον απλό καναπέ
ίδιο το ριχτάρι.
Πάνω στο τραπεζάκι,
το ίδιο βάζο,
ανάμεσα στα ίδια σταχτοδοχεία,
ακουμπά στο ίδιο κεντίδι.
Και μεις βρισκόμαστε
στον ίδιο χώρο,
κάνουμε τις ίδιες κινήσεις,
καθόμαστε στις ίδιες θέσεις.
Όμως δεν είμαστε
ίδιοι κάθε χρόνο.
Φέτος είμαστε ένα χρόνο
πιο μεγάλοι από πέρσι,
κι ένα χρόνο πιο μικροί
απ’ το χρόνο που θα ’ρθει.
Ζυγίζουμε δυο-τρία κιλά παραπάνω,
οι ρυτίδες στα πρόσωπά μας
είναι πιο τονισμένες
κι από τις ίδιες θέσεις
δεν κάνουμε τις ίδιες σκέψεις.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΧΑΡΑΜΑΔΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Ποιήματα ποιητικής και άκρας ευαισθησίας. Η ομιλούσα ποιητική φωνή “ξεγυμνώνεται” αργά και ηδονικά σε ένα “μπολερό” που καταδεικνύει απλώς και μόνον την ώριμη τεχνική της, ενώ η ίδια η καλή ποιήτρια κρύβεται πίσω από τις λέξεις και τις γραμμές, ερωτοτροπεί με τα σημεία στίξης, λατρεύει (και λατρεύεται από) τα κενά, φάσκει και καταφάσκει στο μεγάλο θαύμα της γραφής που ισοδυναμεί με αναδημιουργία του κόσμου, με επανεφεύρεση της πραγματικότητας εξαρχής. Προδομένη ηρωίδα που καταμαρτυρεί στον εαυτό της αλλά και στην υφήλιο τη χασμώδη διάστασή τους, χαράδρα που βαθαίνει με τα χρόνια και καταλήγει σε πλήρη ασυμβατότητα. Δεν πρόκειται, όμως, για πεισιθάνατη ποιητική, αφού η αισιοδοξία πηγάζει από την επιμονή και την υπομονή, τη δύναμη της αφηγήτριας να αντέξει κάθε αντιξοότητα, φτάνει να αφεθεί ελεύθερη να τραγουδήσει τη φωτεινιά του κόσμου, όχι με την κακοδαιμονία μιας Σφίγγας αλλά με την αθωότητα των παιδιών, όταν μαθαίνουν, επιτέλους, τα όρια και διδάσκονται να κινούνται αρμονικά μέσα σε αυτά, χωρίς να κινδυνεύουν να συγκρουστούν με τα όρια ανοχής ή ελευθερίας των άλλων.

Στίχοι που δεν έχουν κάποιο αναγνωρίσιμο μέτρο, εξόν από τον αργό ρυθμό μιας αναπνοής προσεκτικής, υπολογισμένης έτσι ώστε να μη μαδήσει τα ροδοπέταλα ενός μωρού λουλουδιού, που επαφίενται στη διακριτικότητά της. Όμως, παρά την έλλειψη κάποια αναγνωρίσιμης παραδοσιακής “συνταγής” πάνω στην οποία θα πατήσει η λογοτέχνις προκειμένου να χαράξει τον δικό της μουσικό “δρόμο”, πρόκειται για λόγο χορευτικό, τουτέστιν ποιητικό.

Αυτή η ιδιομορφία της ποιητικής, που δε θα μπορούσες να την πεις στιχουργική, αφού όλο το ποίημα, κάθε ποίημα, είναι ενότητα αδιαίρετη κι άτμητη. Ακόμα κι αν θέλει να κατακρεουργήσει κανείς το πρωτότυπο για να προβεί σε ασκήσεις κριτικής ανατομίας, πάλι δε θα μπορέσει να σπάσει την κρυσταλλώδη υφή και την αδιάπτωτη οργανικότητά του. Κάθε ποίημα είναι ένα “σώμα” ερωτικό αλλά μηδέποτε διονυσιακό κι ουδέποτε βακχίζον. Μακριά από την Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου κάθε αμετροέπεια και παράβασις των χρηστών ηθών (συγγραφικών αλλά και καθημερινών). Η ποίησή της είναι “πολιτικώς ορθή”, κατάλληλη ακόμα και για τις μικρές τάξεις των σχολείων. Έτσι, από αυτή την άποψη, θα μπορούσε να θεωρηθεί και “κλασική” χωρίς όμως να είναι κλασικίζουσα. Νεορομαντική πάντως είναι. Παραείναι ειδυλλιακή η νοσταλγία του Παραδείσου που κουβαλάει εντός της και στοιχειώνει τα γραπτά της.

Είναι μια πάλλουσα ευαισθησία, ένας ψαλμός σχεδόν αλλοδιαστασιακός, που όσο περνούν τα χρόνια, τόσο φουντώνει ο θυμός της και θεριεύει η αποφασιστικότητά της να φανεί πάνω από τον βάλτο των μετριοτήτων που κατατρύχουν, κατατρέχουν και καταδυναστεύουν κάθε ανεξάρτητη φωνή που ξεφεύγει από το μέτρο των χαμηλών λόφων.

Η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου είναι μία σημαντική, σημαντικότατη ποιητική φωνή τού καιρού μας, που ακούγεται συχνότερα στο εξωτερικό (στα γαλλικά ή στα ιταλικά) και λιγότερο στα ναρκοθετημένα από τις παρέες και τις παρεούλες εγχώρια λογοτεχνικά μας ύδατα. Και το βασικότερο: ξέρει να εξελίσσεται, να μαθαίνει, να διδάσκεται, να ακούει, να ενσωματώνει, να εγκολπώνεται καινούργιες οπτικές, μουσικές και κατευθύνσεις. Αυτό την καθιστά “νέα”. Κι όσο κι αν δεν είναι ή δεν μπορεί να θεωρηθεί “πρωτοεμφανιζόμενη” είναι οπωσδήποτε μία αύρα, ένας φλοίσβος, ένα δροσερό αεράκι που μας παραπέμπει σε πέλαγα μεγάλα και σε σύμπαντα μακρινά, απροσπέλαστα για τη μυωπική φαντασία των επιπλεόντων νουφάρων.

Βαθύς λόγος, στοχαστικός, φιλοσοφικός.

.

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΡΟΥ

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

I
«Αντιστέκομαι, άρα υπάρχω». Το πολιτικό μανιφέστο
μιας ποιήτριας

«Αντιστέκομαι σημαίνει υπάρχω»
Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου

«δοκεί μεν εκ του χορού προς τους θεατάς λέγεσθαι,
εισάγει δε το εαυτού πρόσωπον ο ποιητής»

Σχολ. Αριστοφ. Ειρήνη

Η ποιήτρια Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου ως μοναχικό −αριστοφανικό− πουλί που φορά τη σκιά του (βλ. το ποίημα «Έχοντας γευθεί»), διάφανη «ως είδωλο ενός εαυτού» που πια «απουσιάζει», αρνούμενη «να δεχθεί τη χωμάτινη μοίρα» «επιμένει να πιστεύει πως οι χαραυγές κυοφορούνε πάντα εκπλήξεις». Ξεκινώντας από το βιολογικό, χωρίς να αποκλείει το μεταφυσικό στοιχείο, στοχεύει κυρίως, στην παρούσα συλλογή, Με τη ματιά του Κούρου, σε ένα ιστορικο-πολιτικό πλαίσιο παραδίδοντας ένα είδος απολόγου, δηλ. έναν τελικό λόγο ή έναν απολογισμό.
Και εξηγούμε: η ποιήτρια ακολουθώντας την αριστοφανική έννοια των «παραβάσεων», εισάγει το πρόσωπό της και μιλά στον αναγνώστη κοιτώντας τον στα μάτια. Κι ως άλλη «poeta vates», ως ποιήτρια-οραματίστρια αποκαλύπτει, ενώ «εξατμίζεται στον χρόνο» (βλ. τον στίχο: «εξατμισμένη στον χρόνο») την πολιτικο-ιστορική της θεώρηση και θωράκιση. Πρωτίστως κατακρίνοντας −ασκώντας όμως και την αυτοκριτική της και αφήνοντας να φανούν στοιχεία συνενοχής− αναγνωρίζει ως ένοχο τον «άλλον», ως ξένο και ως εχθρό.
Έτσι, χρησιμοποιώντας ως όχημα εκκίνησης τον Κούρο της Κερατέας, στέλνει από το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας επιστολές στην αιχμάλωτη Κόρη (της Κερατέας επίσης), που βρίσκεται στο Μουσείο Αρχαίας Τέχνης στο «μετα-αποικιακό», και πλέον ενωμένο, Βερολίνο. Ας ακούσουμε όμως καλύτερα τα εισαγωγικά λόγια της ίδιας της ποιήτριας: «Γοητευμένος από την ομορφιά της ο Κούρος, πικραμένος όμως από την αρπαγή και την φυλάκισή της σε δώματα της ξενιτιάς, συντρίβεται από τον πόνο». Ένα άγαλμα, που μες στη ζωντάνια του σιγά-σιγά μετατρέπεται στο πρόσωπο της ίδιας της ποιήτριας. Διαβάζουμε στο εναρκτήριο ποίημα, στην πρώτη απεύθυνση του Κούρου στην Κόρη, για να δοθεί ο τόνος και η ζεστή, γειωμένη −κατά κανόνα− απόστασή του βιβλίου:

Ο τόπος μας φαιόχρωμος
[…]
χωρίς σοδειές η γη μας
κι εμείς στη σήψη οδηγημένοι
σαν αστέρια τρεμουλιάζουμε
[…]
Κάποτε αναπνέαμε τον ίδιο μοσκομυριστόν αέρα
[…]
Απαστράπτουσα εσύ, λάφυρο λεηλασίας,
αδυνατείς ν’ ανασάνεις πια την αύρα του Αιγαίου,
ούτε η ομορφιά σου μπορεί ν’ αστράψει
μέσα στο κυρίαρχο φως,
που λαμποκοπά στον τόπο μας. […]
(«Θεά απαστράπτουσα»)

Και στον «αντίποδα», σε έναν άλλον τόνο, υψηλότερο και επικριτικό, η Καραχάλιου αποκαλύπτεται πιο άμεση, μετωπική θα λέγαμε, και σκληρή, με τα στοιχεία της συνενοχής να λειτουργούν, μαζί με την ποιητικότητά της, αντισταθμιστικά. Διαβάζουμε:

Η αξιοπρέπεια μας κουρέλι σε παζάρια διεθνή.
Δεν αρνηθήκαμε τα τραγικά μας λάθη.
Ζήσαμε σαν το πεύκο
που μεγαλώνει αργά πίνοντας νερό αλμυρό. […]
Μόνον
την ευτέλεια αρνιόμαστε
στα νύχια άπληστων τοκογλύφων
(«Δεν αρνηθήκαμε»)

Ή πιο ποιητικά:

Έρπουμε πάνω σε ερείπια μέσα στην τέφρα.
Πίσω από τη γύμνια ανάλγητων ημερών,
κενοί σαν όστρακα χωρίς περιεχόμενο
(«Κάθε ημέρα»)

Η ποιήτρια, ξεπερνώντας ορισμένες φορές −στην εν λόγω συλλογή− την ποίηση, κινείται προς ένα πολιτικό μανιφέστο, προσθέτοντας το «πιστεύω» της στο ποιητικό της σώμα, αφήνοντας ένα σήμα για το πώς εκλήφθηκε η «εποχή» από την ίδια και πώς αποτυπώθηκαν τα τεκταινόμενα στον ψυχισμό της. Ένας ψυχισμός και μια ματιά ανοιχτή στους καιρούς.

Τα εργοστάσια κλειστά, κοπάδια οι άνεργοι,
κινούμενες σκιές,
με την οργή να καίει στ’ απελπισμένα μάτια τους
(«Εικόνα»)

Εδώ, θα λέγαμε πως δεν ντύνει τις ιδέες της απαραίτητα με ποιητική σάρκα, ούτε τους δίνει τον απαιτούμενο χώρο να αναδυθούν με ποιητική βία, και άρα συμπεραίνουμε πως επείγεται να μεταφέρει το μήνυμά της. Διατηρώντας επίσης την αίσθηση πως οι «ένοχοι θα πληρώσουν». Κάτι που εξάλλου, σύμφωνα
με τα λόγια της: «το βεβαιώνει η ευθεία τροχιά της Ιστορίας» («Εμείς»). Μια θεώρηση που έρχεται από την πίστη στην πρόοδο του γαλλικού διαφωτισμού και είναι σύμφωνη, γενικεύοντας φυσικά, με τη γαλλική της παιδεία. Και καταλήγει, η Καραχάλιου, στο ίδιο ποίημα:

από το κατακάθι της λάσπης
θα αναστηθούμε.

ή αλλού («Στο σύμπαν της θύμησης»):

πάντα ο ήλιος θα τυλίγει τη ζωή
κι οι ουρανοί θ’ αλλάζουν

Διαλαλώντας έτσι φανερά, για όσα ιστορικά μέλλεται να συμβούν, την αισιοδοξία της, η οποία προφανώς δεν προκύπτει από άγνοια, αλλά απεναντίας από μια βαθύτερη, δική της θα λέγαμε, αίσθηση και θεώρηση του απόλυτου δικαίου. Χαρακτηριστικά ενώ εμμένει σε ένα «σκοτεινό σύνορο» και «σέρνει το καράβι», κατά το δοκούν, ταυτόχρονα αποκαλύπτει, σε μια χαρακτηριστική ποιητική της εικόνα, ένα δικό της κλίμα: «ολόγυρα σεντόνι από παπαρούνες η σιωπή» («Θα παραμένεις»). Που προσθέτει την ιδιοπροσωπία της στο συλλογικό ποιητικό μας corpus, αφήνοντας και το ζήτημα, σε μια ποιητική ανάγνωση, ανοιχτό. Ως μια φωτεινή, πιο πολύχρωμη θα λέγαμε Κλειώ Νάτση, ως μια άλλη δηλ. σημαντική ζωγράφος του Βορρά, που δεν αγνοεί, ας επαναληφθεί, το σκοτεινό βάθος των πραγμάτων.
Και ποιος είναι τελικά ο στόχος των παραπάνω; Ας ακούσουμε την ίδια την ποιήτρια: «να γονιμοποιηθεί η πίστη των ανθρώπων / στον εαυτό τους» («Και επιτέλους»). Ή «Ξε κί να μέσα από την μαύρη αυγή / ν’ ανοίγεις μονοπάτια που οδηγούν σε ξέφωτα» («Άλλοι σε είπαν»). Διατηρώντας όμως, επίμονα την αμφιβολία: «συμβαίνει να ξυπνάς / ανάμεσα σε πράγματα που δεν έζησες» («Η παλιά πολεμίστρα») και ασκώντας ταυτόχρονα την αυτοκριτική της, μιλώντας συνεκδοχικά, δηλ. ως μία για όλους. Διαβάζουμε:

Στους κραδασμούς του χρόνου
τη ζωή μας εμπιστευτήκαμε.
Δεν φαντασθήκαμε πως έτσι
βάφαμε με αίμα τον καιρό.
Πάνω στις διαβρωτικές όχθες
της λανθασμένης μέθης
[…]
Τώρα,
αποκαΐδια τραγικά οι πράξεις μας
κι ο τόπος να βουλιάζει σε άναρχα νερά.
(«Τη ζωή μας εμπιστευτήκαμε»)

Αλλού επίσης εμφανίζεται ειρωνική, όχι όμως σατιρική εφόσον δεν αποκλείει επίμονα τον εαυτό της από τα «συμβαίνοντα», δεν δακτυλοδείχνει δηλαδή εξαιρώντας:

μήπως φανεί απ’ το ταβάνι η σωτηρία («Η χρυσή βροχή»)

Ας επιστρέψουμε όμως στον κυρίαρχο τόνο της ποιήτριας, όχι απλά της εν λόγω συλλογής, αλλά του συνόλου του ποιητικού της έργου. Σε ένα από τα αρτιότερα και πλέον χαρακτηριστικά της ποιήματα, το «Διακοπές στο κρεβάτι», διαβάζουμε:

Ν’ αφήνεις τα επίγεια
με τη βαθιά ματιά σου,
ν’ ατενίζεις τον καταγάλανο ουρανό,
που δεν ξέρεις από που αρχίζει
και που τελειώνει.
Άκακος κι ανήμπορος να υπάρχεις,
ν’ αναπνέεις πάνω σε βράχο μοναχικό,
που γλίστρησε απ’ την αρμονική
αγκαλιά του σύμπαντος.
Βράχος μοναδικός,
σαν γυναίκα κακοπαντρεμένη μοιάζει,
που με ξέπλεκα μαλλιά
μπερδεύτηκε με την ανθρώπινη κοπριά,
κολυμπά μες στην ασέβεια της ομορφιάς της,
στην ευτέλεια και τη σήψη,
στη χυδαία ασυδοσία.
Κι εσύ, ανάσα την ανάσα, χωρίς ιστία,
ν’ απολαμβάνεις διακοπές στο κρεβάτι σου.

Ποίημα που ξεχωρίζουμε μαζί με τα προαναφερθέντα: το «Έχοντας γευθεί», τη «Θεά απαστράπτουσα», και το «Τραγούδι για την πόλη», ποίημα που αναφέρεται στη Θεσσαλονίκη και αξίζει να επίσης να δούμε, έστω στα κύρια του σημεία, αφού πρώτα σημειώσουμε την μετα-βαφοπουλική του τροχιά, που εφάπτεται στο κλίμα της «Άλλης ποιητικής Θεσσαλονίκης»:

Πόλη από ανθρώπους αδειανή
με κτήρια αποστεωμένα,
όμοια με δέντρα αποξηραμένη […]
Πόλη σαν κέλυφος αυγού
χωρίς το περιεχόμενό του […]
Μια ερημιά που όλο φουντώνει,
απλώνεται παντού […]
Μόνον οι ομπρέλες του Ζογγολόπουλου
γνέφουνε για συντροφιά.
Εκεί, πλάι στης θάλασσας το γαλάζιο.

II
Ποίηση μεταξύ «Εσωτερικής Βασιλείας»1 και «Εξωτερικής περιδίνησης»

Η ποιήτρια Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου με το βιβλίο της Με τη ματιά του Κούρου, απομακρύνεται από την ποίηση της ηττοπαθούς προσαρμογής και της κρυψίβουλης −γεμάτης αυταπάτες αυτο-αποκαλυπτόμενης ή καθ’ εαυτό εμφανιζόμενης− «Εσωτερικής Βασιλείας» και γέρνει προς την ποίηση της «Εξωτερικής περιδίνησης». Πρόκειται για μια ποίηση που αρνείται να ομολογήσει στον εαυτό της τη μη λειτουργικότητα και την αδυναμία της και δεν δέχεται, πρωτίστως να α υ τ ο-χαρακτηριστεί ως ανίκανη ή και ως διακοσμητική. Έτσι, η Τόκα-Καραχάλιου διαποτίζει το έργο της με την εποχή ή του επιτρέπει ένα ιστορικο-κοινωνικό σπινθηρισμό, βλέποντάς το, με την απόσταση των χρόνων της, ως σύνολο. Κι εκεί αφήνεται να σμιλευτεί, με το πρόσωπό της γυμνό, από τους ανέμους των καιρών. Σε μια νηνεμία μετά από μια ακόμη τρικυμία ή σε μιαν άλλη ανάγνωση μας παρασέρνει σε ένα media res (δηλ. ‘εν μέσω της πλοκής’).
Γράφει μάλιστα ο Σολωμός στους Ελεύθερους Πολιορκημένους του, με τον οποίο συνδιαλέγεται υπόγεια η συλλογή: «Στο βάθος του Πίνακα πάντοτε η Ελλάδα με τα πεπρωμένα της. Μέχρι το τέλος από πόνο σε πόνο μέχρι τον έσχατο Πόνο –τότε έτρεξε η θάλασσα κι η ψυχή τους έπλεε στην πίκρα και παραπατούσαν σαν μεθυσμένοι»2. Και σε μια ακόμη σκηνή, ανένταχτη, συνεχίζει ο γενάρχης της ποίησής μας:

Για κοίτα εκεί χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα
Και βγαίνουν άνθια πλουμιστά που τρέμουν στον αέρα
Λούλουδα μύρια που καλούν χρυσό μελισσολόι
άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, που κρύβουνε τη χλόη·
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση
Η Ανατολή τ’ αρχίναγε, κι ετέλειωνέ το η Δύση […].3

________________1 O Antorno αναφερόμενος στο «Inneres Konigtum» στην «εσωτερική» δηλ. «βασιλεία», υπαινίσσεται σαφώς τον Heidegger και τη μελέτη του “Holderlin und das wesen der dichtung” (όπως σωστά παρατηρεί ο Π. Σούρλας στο T. W. Adorno, Σε τι χρησιμεύει ακόμη η φιλοσοφία, παραπέμποντας στο Inneres reich του Heidegger). Εύλογα, ο αρνητικός σχολιασμός αυτής της ποιητικής στάσης (της «Εσωτερικής Βασιλείας») στοχεύει και στον ίδιο τον Holderlin, πέρα από τον Heidegger. Ο φιλόσοφος βέβαια τα βάζει κυρίως με τον φιλόσοφο, και αντίστοιχα θα μπορούσαν να αλληλοκατηγορούνται οι ποιητές μεταξύ τους βάση του κράματός τους και της στάσης τους. Το θέμα της «παθητικότητας» στον υπερευαίσθητο Holderlin, που στην περίπτωση του οδήγησε στην τρέλα, προφανώς απαιτεί ξεχωριστή μελέτη.
2 «Allora έτρεξε η θάλασσα e la loro anima έπλεε nell’ amarezza e sui piedi tentennavano come ebri», (ΑΑ 21, ΑΕ 413 β 11-13).3 (ΕΒ 97, ΑΕ 422 β 1-19).
4 Βλ. Γιάννης Δάλλας, «Il componimento, Η οργάνωση και αναδιοργάνωση μιας σύνθεσης», Σκαπτή ύλη, Από τα Σολωμικά μεταλλεία, εκδ. Άγρα, 2002, σσ. 192-193.

Στον Σολωμό, στην χωροχρονική ακμή, στην κορύφωση δηλαδή της οπτασίας της Πατρίδας που υποδέχεται νεοκλασικά σωματοποιημένη τα ταλαίπωρα παιδιά της, «δοκιμάζεται να συνηχήσει όλος ο χρόνος: και ο πρότερος και ο ύστερος (του παρόντος και του μέλλοντος), κι ο πραγματικός και ο φανταστικός, και ο φυσικός και ο μεταφυσικός ακόμη»4. Στην Καραχάλιου αντίστοιχα, κατά τις επιστολές του Κούρου προς την Κόρη και τη μη επιστροφή της Κόρης στην ιδιαίτερη πατρίδα, συμβαίνουνε και συνηχούν τα παραπάνω, όμως στην περίπτωσή της κατά βάθος, παρά τη δεδηλωμένη της πίστη, ως αδιέξοδα. Καθώς ο λώρος που συνδέει την Κόρη με την πατρίδα, τα μητρικά μαρμάρινα σπλάχνά της και με τα χέρια που της δώσαν άλλοτε τη μορφή της, είναι οριστικά κομμένος. Κι εκεί το ποίημα λειτουργεί ως μια αυλαία, όχι μόνο μιας ζωής, αλλά και μιας αντίληψης. Ως ένας μπαλτάς που πέφτει επαναληπτικά, με τη σακάτικη πατρίδα να σιγοσβήνει και να τρέμει σφαδάζοντας:

κι εμείς στη σήψη οδηγημένοι
σαν αστέρια τρεμουλιάζουμε
καλώντας σαφώς προς μια ενηλικίωση.

Στο ποιητικό βιβλίο λοιπόν Με τη ματιά του Κούρου δεν υπάρχει τρόπος μυθο-ποιητικής διαφυγής, ούτε για μια στιγμή, και έτσι “Το χάσμα π’ άνοιξ’ ο σεισμός κ’ ευθύς εγιόμισ’ άνθη” (Σολωμός) είναι χάσμα στο χρόνο μόνιμο, σταμάτημα με αναθυμιάσεις και διαρκείς −για την ώρα− μικροσεισμούς και μετασεισμούς, ενός γεγονότος σαφώς μεγαλύτερου που μας ξεπερνά. Κι εκεί «εμείς», οι εδώ παρόντες, με τις σάρκες μας, λειτουργούμε ως ευαίσθητοι δέκτες, επικείμενων και επαναληπτικών καταστροφών. Βουλιάζουμε προεξοφλώντας αν όχι το αδύνατο της άνθησης, τουλάχιστον το ανέφικτο του αυτοπροσδιορισμού και της αυτορρύθμισης, που ποικίλει από ζητήματα πολιτικής, αν όχι και πολιτιστικής ταυτότητας, υπογραμμίζοντας επαναληπτικά το αμετάκλητο της προγραφής μας. Καθιστώντας μας μεταπράτες στην καλύτερη των περιπτώσεων (με εξαίρεση ίσως την ποίηση και ίσως κάποτε την επιστήμη). Στον 20ο αιώνα επιπρόσθετα διχασμένοι (σε αριστερά και δεξιά) έναντι του ενοποιητικού και οραματικού, στα πλαίσια της εθνογένεσης, 19ου αιώνα στον Σολωμό και με το χάσμα παρόν και στις αρχές του 21ου που αποκαλύπτεται ολοένα και πιο χαοτικό, πολύπτυχο και ρηγματώδες.
Κι εφόσον η ποιήτρια αποκλείει την διαφυγή προς την προκοινοτική κραυγή, τη συναισθηματική εκτόνωση και την από εκεί απευθείας ώθηση στην ποίηση, πώς θα αποκατασταθεί η όποια «ομαλότητα» στη νέα επαναληπτικά αδιέξοδη ψευδή επανεκκίνησή μας (στην μεταπολίτευση και τώρα στη διαρκώς
ελεγχόμενή μας χρεωκοπία εντός της ευρωζώνης); Όλα μοιραία συρρέουν σε έναν τόπο, σε μια σύντηξη. Κι εκεί συναντώνται οι τρεις στιγμές μαζί του χρόνου: το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Στον χώρο που αναδύονται κυρίαρχα τα ποιήματα αυτής της συλλογής, στο ενδιάμεσο Αθήνας και Βερολίνου, στο Θερμαϊκό κόλπο, στην κούφια Θεσσαλονίκη, στα ερείπια τέλος και στην τέφρα. Ή με τα λόγια της ποιήτριας αυτή τη φορά:

αποκαΐδια τραγικά οι πράξεις μας
κι ο τόπος να βουλιάζει σε άναρχα νερά.
(«Τη ζωή μας εμπιστευτήκαμε»)

ή αλλιώς, στα πλαίσια της ποιητικής έκπληξης και δύναμης:

ολόγυρα σεντόνι από παπαρούνες η σιωπή
(«Θα παραμένεις»)

ΙΙΙ
Ποιήματα-πράξεις. Μια γόνιμη παρακαταθήκη

Πρόκειται, για να δώσουμε μια άλλη διάσταση τέλος, για ποιήματα πράξεις, που άλλοτε λειτουργούν ως αιμάτινες και θυμωμένες γροθιές που διαχέονται στο μαύρο και στη σήψη, και άλλοτε καλούν προς μια περισυλλογή και προς ένα βούλιαγμα.
Το αποσπασματικό σε ένα τέτοιο κλίμα παραμένει βέβαια κυρίαρχο. Το ρηγματώδες μες στον πέτρινο τόπο και οι δίνες εντός του υγρού στοιχείου, εμφανίζονται ως ο κανόνας. Καμία διαφυγή δεν φαίνεται να είναι δυνατή. Και άρα ούτε η επιστροφή της Κόρης στην πατρίδα −που δεν τίθεται στη συλλογή ως ζήτημα− δεν θα πρόσθετε κάτι σε αυτή την κατεύθυνση, που έχουμε ήδη πάρει. Όσο μάλιστα προχωράει η συνειδησιακή ενότητα των χρονικών στιγμών τόσο περισσότερο διαρρηγνύεται η συνειδησιακή ταυτότητα της ποιήτριας, ως σύγχρονου κατακερματισμένου υποκειμένου, που ενώ αφηγείται τα τεκταινόμενα γίνεται και η ίδια, και σαφώς το αναγνωρίζει, τεκταινόμενο. Διαρκώς απομακρύνεται και απομακρυνόμαστε από τη «ματιά του Κούρου», όπως και όλοι μας προφανώς απομακρυνόμαστε από την Αρχαία Ελλάδα.
Αξίζει βέβαια να προστεθεί εδώ, παρενθετικά, προς την αποφυγή πιθανών παρανοήσεων, πως το «νόημα», ακολουθώντας τη γραμμή των Σωσύρ και Ντεριντά, όχι απλά απέχει από την προηγούμενη επί αιώνες κυρίαρχη ιδέα ότι δηλαδή υφίσταται ανεξάρτητα από τη γλώσσα, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα των διαφορετικών και διαφορικών σχέσεων των σημαινόντων. Άρα, εφόσον παραμένει συνάρτηση της ομιλίας και του κατασταλάγματός της στη γραπτή μορφή –και κατ’ επέκταση της καλλιτεχνικής εκφοράς– συγχωνεύει τη θέαση του ομιλούντος καλλιτεχνικού υποκειμένου, δηλαδή της ποιήτριας Καραχάλιου εν προκειμένω, με την κίνηση και τις εκφάνσεις του κόσμου και συγκεκριμένα με την σημερινή, καθημαγμένη Ελλάδα, με τα φορτία της επίσης παρόντα.
Εύλογα επομένως η γραφή, πόσο μάλλον η τέχνη, παράγει άλλα νοήματα σε διαφορετικά −δυνητικά απεριόριστα− συγκείμενα, και άρα παραμένει ανοιχτή στη λειτουργία της και στις δυνατές της αναγνώσεις. Άρα εύλογα, όχι μόνο εμείς, αλλά και η ίδια η ποιήτρια, δεν φαίνεται να «κλείνει» το ποίημα και τη συλλογή στη δική της ερμηνεία και άρα είναι άστοχο να της ζητήσουμε να ερμηνεύσει τα δημιουργήματά της, άσχετα αν κυριαρχεί συχνά ο τόνος του πολιτικοκοινωνικού μανιφέστου. Βέβαια η ποίηση επεμβαίνει «διορθωτικά» και αποκαθιστά την ποιητική «τάξη».
Κι εδώ εφόσον εισήλθαμε στον τόπο της «θεωρίας του νοήματος», θα ήταν χρήσιμο έστω σύντομα και πλησιάζοντας προς το κλείσιμο να σταθούμε στην Τζούλια Κρίστεβα η οποία ορθά σημειώνει πως:

Η θεωρία του νοήματος σήμερα βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι: είτε θα παραμείνει μια προσπάθεια τυποποίησης των νοηματικών συστημάτων, αυξάνοντας την πολυπλοκότητα των λογικομαθηματικών εργαλείων που της επιτρέπουν να διαμορφώσει μοντέλα βάσει μιας (ήδη αρκετά απαρχαιωμένης) αντίληψης για το νόημα ως ενέργημα ενός υπερβατολογικού εγώ, αποκομμένου από το σώμα, το ασυνείδητο και την ιστορία του· είτε θα εναρμονιστεί με τη θεώρηση του ομιλούντος υποκειμένου ως διχασμένου υποκειμένου (συνειδητό/ασυνείδητο)5.
Ανοίγοντας έτσι το ζήτημα αφενός στις βιο-φυσιολογικές του διαδικασίες και αφετέρου στους κοινωνικούς περιορισμούς (τις οικογενειακές δομές, τους τρόπους παραγωγής κ.λπ.) δείχνοντας, στην περίπτωση που μας απασχολεί εδώ, πως η Καραχάλιου μετεωρίζεται μεταξύ των δύο αυτών στάσεων.
Κι επομένως, συμφωνώντας με την Κρίστεβα, το υποκείμενο της πρακτικής –στην περίπτωση που μας απασχολεί, η ίδια η ποιήτρια– δεν μπορεί να είναι το υπερβατολογικό υποκείμενο (όπως συναντάται συχνά στον Θέμελη και στον Βαρβιτσιώτη και σαφώς ενοχλεί στις μέρες μας), αλλά ένα ον που αναγνωρίζει την μετατόπιση του «εντός» του ομιλούντος υποκειμένου (ενδεικτικά του Ν. Βαλαωρίτη, του Κακναβάτου, του Παγουλάτου) ή που σχηματίζεται με την ίδια την άρθρωση ή την εκφορά του λόγου, ανανεώνοντας διαλεκτικά και αμφίδρομα την τρέχουσα τάξη που κάθε φορά επικρατεί στο δίχτυ –του κόσμου, της γλώσσας, του νοήματος– όπου και το υποκείμενο έχει πιαστεί χωρίς ελπίδα να διαφύγει. Κι εδώ ακριβώς είναι που αναδύεται και εξηγείται και η «αισιοδοξία» της Καραχάλιου, η αμφίδρομη δηλ. σχέση της με το πραγματικό. Και άρα συγχρονιζόμενη και με την τρέχουσα και διαρκή θέση των Γάλλων επίμονα καλεί προς μια συν-διαμόρφωση και μια συμ-πόρευση επαν-αξιώνοντας την αξιοπρέπεια άσχετα ή πέρα από τη συνενοχή και τη συνοχή. Κι εκεί είναι που επίσης διαλέγει το όχημα του Κούρου και έτσι κατορθώνει να μην αναρωτιέται ο αναγνώστης ποιος και από που αρθρώνει τον λόγο, κρατώντας και δηλώνοντας ταυτόχρονα τη μόνιμη και αμετάκλητη απόσταση της από τη νέα ψευδο-Ρώμη των καιρών, το Βερολίνο.

______________________

5 Julia Kristeva, «The System and the Speaking subject», The Times Literary Supplement, 12.10.1973, σσ. 1249-1250. Στα ελληνικά «Το σύστημα και το ομιλούν υποκείμενο», στο Η λογοτεχνική θεωρία του 20ου αιώνα, ανθολόγιο κειμένων, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, 2013 σσ. 216-217.

Η ποιήτρια βέβαια ως η έμβια ύλη, έως τέλους, ως ένας οργανισμός που αυτο-αναφέρεται, «υπόκειται τόσο σε βιολογικούς περιορισμούς όσο και σε κοινωνικούς κ.λπ. κανόνες»6 και ως τέτοια, ως έμβια ύλη δηλαδή λειτουργεί μέσω του ποιήματος ως μετα-γλώσσα (όπως η σημειωτική στην Κρίστεβα) θέτοντας σε κίνηση μια ετερογένεια. Δηλαδή «τη στιγμή ακριβώς που μιλά για ένα φαινόμενο, το ομογενοποιεί, το συνδέει με ένα σύστημα, το χάνει από το οπτικό του πεδίο»7. Και εκεί ζητούμε προφανώς από την ποίηση να λύσει αυτό το αδιέξοδο, στο οποίο η ίδια συμμετέχει ή και προκαλεί, προτάσσοντας τι άλλο; τον εαυτό της, δηλ. την ίδια την ποίηση. Κι έτσι, σε αυτό το πλαίσιο, διαβάζουμε, από το σύνολο του έργου της Καραχάλιου αυτή τη φορά:

«Ζωή,
Κόρη συμπαντική
σαν Παναγία»

«πουλιά που λευτερώσαμε
στον ουρανό της ολοπόρφυρης σιωπής μας»

«τα μάτια μας σαν ζαφείρια να λάμψουνε
στις διαμελισμένες ημέρες»

όπως και:

«η βλάστηση της νύχτας από λάβα»

Και συνεχίζει η Κρίστεβα:

Μόνο σήμερα και μόνο με βάση μια θεωρία του ομιλούντος υποκειμένου ως υποκειμένου μιας ετερογενούς διαδικασίας, μπορεί η σημειωτική [η ποίηση στην περίπτωσή μας] να δείξει ότι αυτό που βρίσκεται εκτός του μεταγλωσσικού τρόπου λειτουργίας –το «υπόλοιπο», το «απόρριμμα»– είναι εκείνο που, στη διαδικασία του ομιλούντος υποκειμένου, αντιπροσωπεύει τη στιγμή κατά την οποία αυτό τίθεται σε κίνηση, δικάζεται, εκτελείται: μια ετερογένεια ως προς το σύστημα, που λειτουργεί εντός της πρακτικής και που κινδυνεύει, αν δεν γίνει αντιληπτή ως αυτό που πραγματικά είναι, να πραγμοποιηθεί σε μια υπερβατικότητα.

_______________________

6 Ό.π., σ. 218.7 Ό.π., σ. 219.

Κι αυτό ακριβώς το «υπόλοιπο» που συλλαμβάνεται, κατέχεται και συντηρείται μετασχηματισμένο από το ποίημα −και σε ποίημα−, ανανεώνει και μεταποιεί όχι μόνο το τρέχον «καθεστώς» του νοήματος, αλλά και τους τρόπους που αυτό δομείται και ανταλλάσσεται, ανανεώνοντας μέχρι και την ίδια την τάξη της γλώσσας (βλ. Τζόυς, Μανσούρ, Μαστοράκη), αμφισβητώντας εύλογα και τον εκφορέα του λόγου, δηλαδή τον ίδιο τον ποιητή −πόσο μάλλον εμένα και εσάς, ως πομπό και ως δέκτες− ο οποίος, ποιητής, βγαίνοντας ή απομακρυνόμενος από το υπερβατολογικό του εγώ, και άρα από τα λογικά συστήματα που τον συγκρατούν και τον συνέχουν, δείχνει προς την «διάρρηξη» και άρα «την ανανέωση του κοινωνικού» και του πολιτισμικού ευρύτερα «κώδικα». Και εκεί είναι που μας ενδιαφέρει περισσότερο η περίπτωση των ποιητών και συγκεκριμένα η ποίηση της Καραχάλιου.
Άρα η λογοτεχνία, και ιδίως η ποίηση, όχι απλά δεν είναι ένα διαφανές μήνυμα, αλλά αφήνει ένα υπόλοιπο απροσδιοριστίας (εδώ πλέον βρισκόμαστε σέ ένα υπόλοιπο του καταλοίπου σε μιαν ανάγνωση) το οποίο επιτρέπει στον ποιητή −όπως και στον αναγνώστη− να εισέλθει στο ποίημα, και εκεί σε μια ενεργό συναλλαγή να ανακατασκευάσει αν όχι το ρευστό της ταυτότητάς του, την θεώρησή του και το σχετικό της δυναμικά μετατοπιζόμενης θέσης του. Μια κατάσταση που συνδέεται τόσο με την άμυνα και την προσδοκία, όσο και με τη φαντασίωση και τη μεταμόρφωση. Θέματα που μπορεί ο καθένας να παρακολουθήσει στην ποίηση της Μελίτας Τόκας-Καραχάλιου, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας ενδεικτικά τα τέσσερα παραπάνω σύντομα αποσπάσματα, προσέχοντας το κατάλοιπο-υπόλοιπό τους και βάση αυτών μπορεί να σαρώσει το σύνολο του έργου της. Και άρα να ανοιχτεί σε ζητήματα ανακατασκευής και τοποθέτησης της ατομικής και της συλλογικής μας ταυτότητας και θέσης, η οποία στην περίπτωσή μας θα μπορούσε να ξεκινά επαναληπτικά από την ποίηση, ξεκινώντας από τον γενάρχη μας Διονύσιο Σολωμό και φτάνοντας μεταξύ πολλών εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Βαφόπουλου και του Θέμελη στην Καραχάλιου. Ως μια εκ των πολλών −και εκ των πραγμάτων− διαφορετικών διαδρομών.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Από την εκδήλωση που έγινε για την ποιητική συλλογή της Μελίτας Τόκα – Καραχάλιου “ΜΕ ΤΗ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΥΡΟΥ”, στην Κερατέα Αττικής στις 11/12/2016 στο πολιτιστικό τους κέντρο “Χρυσή Τομή”

Η ποίηση της Καραχάλιου κινείται μπορούμε να πούμε στην εξέλιξη του μετασυμβολισμού προς τον υπερρεαλισμό. Πραγματωμένη ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 80’, χαρακτηρίζεται από έντονο βιωματικό στοιχείο, αναφορές σε υπαρξιακά θέματα, όπως η μοναξιά, η περιθωριοποίηση και τα ψυχολογικά αδιέξοδα. Είναι μπολιασμένη με έναν ελεγμένο αυτοματισμό στη γραφή που χαρίζει μια μοναδική φυσικότητα στον λόγο, καθιστώντας την απολύτως ικανή να μιλήσει παράλληλα και για σύγχρονα ουσιώδη ζητήματα που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας και όχι μόνο για τις πτυχές του ευαίσθητου ψυχικού μας φάσματος.
Αξιοσημείωτη είναι η συμβολή της Καραχάλιου στη σχηματική ποίηση, είδος που κατά τη γνώμη μας δεν είναι πολύ γνωστό στο ευρύ κοινό. Ως ποιήτρια και ιδεογραμματογράφος εντάσσεται στην γραμμή και την εξέλιξη αυτής της τέχνης, πρωτοστατώντας με τους εξαιρετικούς στο είδος Μιχαήλ Μήτρα και Κώστα Γιαννουλόπουλο. Ενδεικτικά ιδεογράμματά της είναι ο “σαλίγκαρος” και το “ενας μικρός κύκλος στιγμής”. Εξηγώντας περαιτέρω, “σχηματικά ή σχηματογραφικά ή καλλιγραφήματα είναι τα ποιήματα που είναι γραμμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε οι στίχοι να σχηματίζουν μια γραφική παράσταση, μια συγκεκριμένη εικόνα” (Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων). Η σχηματική ποίηση είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος γραφής που συνδυάζει την αρμονία αλλά και την κίνηση μέσα από την αποτύπωση, όχι απλά λέξεων, αλλά ιδεών. Η Καραχάλιου, λοιπόν, μάς έχει χαρίσει δύο ήδη συλλογές ιδεογραμμάτων στο σύνολο των 11.
Τα ποιήματά της ξεχωρίζουν για τον συγκρατημένο λυρισμό και το νεο-ρομαντικό τρόπον τινά πάθος τους, με το οποίο ψηλαφίζουν τις μοναχικές υπάρξεις σε αστικά περιβάλλοντα, φέρνοντας έναν αέρα παλιάς μετα-συμβολικής Θεσσαλονίκης. Η ίδια επιλέγει να εκφραστεί μέσω του εξομολογητικού μονολόγου κάνοντας μία τομή στην ψυχή της μέσω βαθέων ενδοσκοπήσεων. Και ενώ το αδιέξοδο, η απώλεια, η αγωνία της ύπαρξης και η μοναξιά θεριεύουν, εκείνη κατορθώνει να πάρει μια ανάσα ζωής στα ποιήματά της, βρίσκοντας ως μόνη διέξοδο τη συνομιλία με τον «άλλον», τη συμβίωση με τον κόσμο, χωρίς όμως να το κατορθώνει. Το βιωματικό-φαντασιακό υπόστρωμα της ποίησής της, η συγκρατημένη λυρική της διάθεση, η οικειότητα του εκμυστηρευτικού της τόνου την απομακρύνουν από την αυτόματη γραφή και από την ενιαία νοηματική αλληλουχία του ποιήματος. Τα θέματα του επερχόμενου θανάτου, η απουσία, η δίψα για νόημα και πληρότητα εντός του κόσμου συγκινούν τον αναγνώστη, κάνοντάς τον κοινωνό του ποιητικού της κόσμου.
Η συλλογή «Με τη ματιά του Κούρου» είναι εμπνευσμένη από την πόλη της Κερατέας, τη φύση και τους ανθρώπους της. Είναι θα λέγαμε εμβληματική του κερατιώτικου τοπίου και της αγροτικής παράδοσης των κατοίκων. Αισθητοποιεί τη φυσική ομορφιά αγκαλιάζοντας το χώμα, την πέτρα, την ελιά, το αμπέλι. Μέσα στη γη κρύβονται οι καρποί του αρχαίου μας πολιτισμού. Τα σημάδια που άφησε για μας η Ιστορία, τα οποία τείνουν να απορροφηθούν και να εκμηδενιστούν από τους ιθύνοντες της καθεστηκυίας τάξης. Στο φόντο αυτό οι άνθρωποι αγωνίζονται ενωμένοι. Παλεύουν αγόγγυστα για έναν κοινό σκοπό, για την αξιοπρέπεια, για την ειρήνη ενάντια σ’ έναν δυνάστη αμείλικτο και βλοσυρό, ο οποίος καραδοκεί σε κάθε βήμα της χαράς και της ελπίδας μας. Η αδικία, η εκμετάλλευση και η απόγνωση υπαγορεύουν την αντίσταση ως μόνη λύση, ώστε να ζήσουμε ένα καλύτερο αύριο. Ωστόσο, ο κύκλος της ζωής δείχνει πως οι ένοχοι πάντα τιμωρούνται. Αποκαθίσταται η δικαιοσύνη και επέρχεται η πολυπόθητη λύτρωση. Μέχρι τότε όμως, οι νέοι πληρώνουν το τίμημα. Οι αυριανοί πολίτες. Αυτοί σηκώνουν τα βάρη μιας ανθρωπότητας και γι’ αυτούς οφείλουμε ν’ αγωνιστούμε.

Γι’ αυτούς αγωνίζονται και οι ποιητές μας. Η πνευματική και καλλιτεχνική κοινότητα ευαισθητοποιείται συχνά από τα εκάστοτε κοινωνικά και απελευθερωτικά κινήματα, δίνοντας τον παλμό μέσα από λέξεις, στίχους, μουσικές, εικόνες. Εμπνέονται από την πραγματικότητα γύρω τους, όπως και εμπνέουν τους αποδέκτες του μηνύματός τους. Σχολιάζουν, επαινώντας ή ψέγοντας και καυτηριάζουν τα κακώς κείμενα. Οι άνθρωποι του πνεύματος μπορεί να μη βρίσκονται πάντοτε στην πρώτη γραμμή των γεγονότων, δημιουργούν όμως τη ραχοκοκαλιά της ιδεολογίας του κοινωνικού συνόλου και δείχνουν σταθερά προς τη σωστή κατεύθυνση, όταν οι μάζες χάνουν τον δρόμο τους. Είναι μέρος ενός συνεχούς κύκλου ιδεών. Αποτελούν πότε τους δημιουργούς και πότε τους αποδέκτες τους, καθιστώντας την κοινωνία και την τέχνη δύο αναπόσπαστα συγκοινωνούντα δοχεία.

.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

“Απόψε ο ουρανός είναι πιο χαμηλός
βαραίνει πάνω στους ώμους σου
και η σκιά του μας σκεπάζει απειλητικά”

(“Για μια ακόμη φορά”, Η νύχτα γεννιέται υγρή)

Ι

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Θα θέλαμε να ξεκινήσουμε από τα ιδιαίτερα, κατά τη θεώ­ρησή μας, ιδεογράμματα της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου, τα οποία και θα παραθέταμε και θα συζητήσουμε συσχετί­ζοντας τα με άλλα της εγχώριας και της διεθνούς «παραγω­γής», αλλά η περιοχή αυτή έχει καλυφθεί από τον φιλόλογο και διευθυντή του γνωστού και ιστορικού περιοδικού «Φιλό­λογος», Γιάννη Τζανή, στον οποίο και παραπέμπουμε. Ω­στόσο ας σημειώσουμε πως η Καραχάλιου ως ποιήτρια και ιδεογραμματογράφος εντάσσεται στην γραμμή και την εξέ­λιξη αυτής της τέχνης πρωτοστατώντας με τους εξαιρετικούς στο είδος Μιχαήλ Μήτρα και Κώστα Γιαννουλόπουλο. Εν­δεικτικά τα ιδεογράμματα της Καραχάλιου ο «σαλίγκαρος» και ο «ένας μικρός κύκλος στιγμής» στολίζουν πραγματικά τα γράμματά μας και προσθέτουν στο σύνολο του ποιητικού μας σώματος εν γένει. Αξίζει να σημειώσουμε επίσης πως θα ήταν ιδανικό να δούμε ένα εκ των δύο ή κάποιο άλλο, ως εξώφυλλο στον συγκεντρωτικό της τόμο.
Ας περάσουμε λοιπόν στην ποίησή της. Η ποίηση της Καραχάλιου κινείται θα λέγαμε στην εξέλιξη του μετα- συμβολισμού προς τον υπερρεαλισμό, διατηρώντας εσωτε­ρικούς τόνους και τομές που ανακαλούν μια κίνηση που δια­σχίζει τον ρομαντισμό μέχρι τον υπαρξισμό, προσπερνώ­ντας —σε μιαν ανάγνωση— τον μοντερνισμό, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να νοσταλγεί μια μορφή του κλασικού. Ας δώσουμε εδώ ένα παράδειγμα, για όσους αγνοούν το έργο της:
Όσο ξεμακραίνεις θα θυμάσαι τις λέξεις
Που αποκρυπτογράφησες στης αστραπής τη χώρα.
[…]
Όσο ξεμακραίνεις οι λέξεις φλέγονται
σαν παπαρούνες στην ομίχλη.
Όσο ξεμακραίνεις μια άνοιξη αγύρτισσα
σπαρταρά στους βαθύφωνους του ουρανού λειμώνες.
(«Όσο ξεμακραίνεις», Ανάφλεξη στιγμών)
Πρόκειται για μια ποίηση συγκρατημένου λυρικού οίστρου και νεορομαντικού, θα λέγαμε, πάθους, η οποία αφήνει πίσω της μια ποιητική αίσθηση που συγγενεύει με την αίσθηση που αφήνει η μουσική τζαζ (η προ- Κολτρέιν, Μάιλς Ντέιβις μουσική) και μεταγράφει ποιητικά τον αστικό χώρο, κυρίως από την κλίμακα των διαμερισμάτων και των δωματίων, γινόμενη φορέας και εκφραστής των μοναχικών υπάρξεων της πόλεως, φέρνοντας κι έναν αέρα παλιάς μετα-συμβολικής Θεσσαλονίκης. Στην γραμμή που χάραξαν ο Βαφόπουλος, αλλά κι ο Θέμελης κι ο Βαρβιτσιώτης, και οι πεζογράφοι κυρίως του «εσωτερικού μονολόγου» της Θεσ­σαλονίκης, επιλέγει να εκφραστεί μέσω του εξομολογητικού μονόλογου (ένας μονόλογος γεμάτος με ανθρωπιά και ε­γκαρτέρηση στην περίπτωσή της) περνώντας στο μέσο ενός έρημου κόσμου και στην καρδιά της αποξένωσης του όντος —σαν άλλο ξέφωτο του Χάιντεγκερ— όπου και στέκεται ποιη­τικά ακίνητη και διακριτή, μεταθέτοντας την αφαίρεση του προσώπου της από τον χρόνο. Εκεί, με τις βαθιές ενδοσκο­πήσεις της και τις εύστοχες ματιές της στον περιρρέοντα χώρο, καταθέτει έναν λόγο πυκνό και βαθύ συνδυάζοντας με τρόπο νέο, την ορμητικότητα με την αυτοσυγκράτηση, και το νεύρο με την ωριμότητα και την απόσταση των χρόνων.
Τώρα δεν αποζητώ τον ήλιο μου.
Τώρα τον φορώ κατάσαρκα,
σημάδι αίσθησης αφής που καίει,
καθώς η γη, με ‘κείνο το παράφορο πράσινο,
δίνει τον πιό χυμό της
αρδεύοντας το χρόνο,
που θέριζε προσδοκίες με γράμματα άηχα,
σε πέτρες χαραγμένες.
Μετάλλαξη σε ζωοφόρο καθρέφτη η όψη μου διεργάζεται το δικό μας Έαρ,
(«Τώρα», Ανάφλεξη στιγμών)
Η ποιήτρια παρόλο που εφάπτεται ενός ερμητισμού τύπου Ουνγκαρέτι, κι ενώ παραμένει ταγμένη σε μια λιτή, ουσιαστική, ωστόσο κρυπτική —εν μέρει— ποιητική ομιλία, μας κάνει κοινωνούς μέσω της ποίησής της, τόσο της εύ­θραυστης φύσης της και της τρυφερής λεπτότητάς της, όσο και του μοναχικού ποιητικού της πάθους.
Η Καραχάλιου βαθιά προσηλωμένη στα μεγάλα προβλήματα που συγκλονίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη και φλεγόμενη από το αδιέξοδο της καταστάσεως μας, σε υπαρ­κτικούς κυρίως όρους, εκφράζει την αγωνία και την μοναξιά του έμβιου, αυτο-αναφερόμενου, φθαρτού, πεπερασμένου και ανεκπλήρωτου όντος, μεταθέτοντας την εκπλήρωση και την πραγμάτωσή του, όχι εκτός αλλά εντός του κόσμου. Ως ενθαδική ύπαρξη η ποιήτρια, θέτει το «εδώ» ως τον τόπο της εκπληρώσεως, και με μια ποίηση χωρίς πολλά φραστικά στολίδια, υποβάλει φορτίζοντας τις λέξεις της με ένα θρη­σκευτικό —κατά βάθος— συναίσθημα που προκύπτει στην επαφή της με την ιερότητα, τη σημασία και το αναντικατά­στατο του κόσμου.
Διεπόμενη από την αγωνία του θανάτου, αμφιβάλ­λοντας και ασφυκτιώντας εντός ενός ιδιότυπου άγχους, με­ταβάλλει το βίωμα της σε μια γόνιμη καλλιτεχνική πεδιάδα, εντός της οποίας αναπτύσσονται και ανθίζουν τα ποιήματά της. Μας λέει χαρακτηριστικά:

Κάποιες φορές συμβαίνει
όταν τα χρώματα παίρνουν να ξεθωριάζουν
η θάλασσα να σκοτεινιάζει
αποκαμωμένη από την προσμονή.
Τότε οι όχθες της κεντούν
ένα τίποτα ανελέητο
από θλιμμένους παφλασμούς.
Και μέσα στην ταριχευμένη δοκιμασία
η νύχτα εκκρίνει πιότερη μνήμη
κάτω από την υπεροψία των αστεριών,
κάτω από τ’ ουρανού το πολυσύλλαβο ερωτηματικό («Κάποιες φορές», Ανάφλεξη στιγμών)
για να προσθέσει αλλού:
[…] Και στη σιωπή της νύχτας
ανάμεσα σε ξαφνιάσματα
με βήματα τρομακτικά,
ακούω ακατάπαυστα
τον αναστεναγμό του ανέμου
με κλυδωνισμούς να με σπρώχνει
στην ωκεάνια ανυπαρξία.
(«Ωκεάνια ανυπαρξία», Αποικία Κοχυλιών)
Σε αυτό τον τόπο, εντός της ποίησης, κατορθώνει να ανασάνει κάπως ελεύθερα μεταθέτοντας το συνολικό αδιέ­ξοδό της. Σε μια θρησκευτική συνομιλία με τον εαυτό της, βρίσκει ως μόνη έξοδο τη συμφιλίωση με τον κόσμο, χωρίς ωστόσο να το κατορθώνει. Αποκρυπτογραφώντας μέσω της ποίησης το αδιέξοδο και το μυστήριο του κόσμου έως τέ­λους, χωρίς να ενδιαφέρεται να εκτονωθεί από την όποια προσωπική της φόρτιση, καθολικεύει το βίωμα της, και τη σχέση της με το υπαρκτό, στοχεύοντας σε μία συστηματικό­τερη ανθρωποκεντρική ενδοσκόπηση. Φορέας, επιτρέψτε .,ου τον νεολογισμό, μιας «ανθρωπινότητας», παλεύοντας με την ρευστότητα και την πολλαπλότητα του υποκειμένου, ανιχνεύει και καταγράφει καλλιτεχνικά —χωρίς τους περιορι­σμούς του χωροχρόνου— πτυχές της πολυεδρικότητας και της αντιφατικότητας της ανθρώπινης «ψυχής» και της αντί­ληψής μας.
Ακολουθώντας, από άλλο δρόμο, ποιητικό, τους «ε­σωτερικούς μονολόγους» των πεζογράφων που εμφανίστη­καν λίγο πριν και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’30 της Θεσσαλονίκης, αναφέρομαι εδώ κυρίως στους Γιαννόπουλο, Δέλιο, Λευκό, Ξεφλούδα και λίγο αργότερα τον προεξέχοντα όλων, Πεντζίκη, ή συναντώντας τους, ερχόμενη από τη γαλλική παιδεία και φορά της, γνωρίζοντας τους Edouard Dujardin, André Gide, Marcel Proust, αλλά και την Woolf, τον Joyce κ.α., μειώνει ή και καταργεί την εξωτερική δράση στα ποιήματα και στη θεώρησή της, επιλέγοντας μια εξα­ντλητική —στην αποσπασματικότητά της— ποιητική προσέγ­γιση που δεν οδηγεί πουθενά, επιλέγοντας να μεταφέρει τε­λικά το βίωμα ενός εγκλωβισμού.
Ένας εγκλωβισμός που συμβαίνει εντός της υπάρξεως, αφαιρώντας ταυτόχρονα από το «επέκεινα» την όποια πιθανότητα όντως να συμβεί ή να συμβαίνει. Έτσι, ακολου­θώντας τα δαιδαλώδη μονοπάτια ενός εσωτερικού τόπου-μη τόπου, συναντά ενδεικτικά τους «πολυπρόσωπους και α­σπόνδυλους ανθρώπους» του Αλκιβιάδη Γιαννόπουλου (βλ. εδώ και τη σημασία της σκιάς στην ποίησή της), μια καταδιωκόμενη «σκιά που συνεχώς διαλύεται μέσα στα χέρια» του Στέλιου Ξεφλούδα, ή την ένταση της εκτόνωσης των εσωτερικών αδιεξόδων, όπως συναντώνται στον Αρκάδιο Λευκό, και τέλος, ενδεικτικά πάντοτε, συμπορεύεται με τον πολυφωνικό και πολύμορφο λογοτέχνη και ζωγράφο, Ν.Γ. Πεντζίκη, ιδεογραμματογράφος και ποιήτρια η ίδια, άρα πυκνή επίσης στην έκφρασή της, όσον αφορά στην συνειρμική ενορχήστρωση, μέσω ασύνδετων φαινομενικά «παρατηρήσεων», του λογοτεχνικού υλικού, μεταμορφώνοντας ν καθημερινό βίωμα σε «Καθαρτήριο Λόγο», που εξορκίζει μεταθέτοντας τον χρόνο-θάνατο, που καραδοκεί και βασανίζει.
Σαν σε αρχαίο κήπο σκιάς
χτύπος φτερών σπαρακτικά πυκνώνει.
Σε αφουγκράζομαι από τότε.
Στης άπαρτης ψυχής το φαράγγι,
πάνω στην τρεμάμενη χλόη να σιγογλιστράς.
Στη φαντασία δάγκωμα
το πήγαιν’ έλα της βεβαιότητας,
γέλιο στης ύπαρξης το μεγαλείο,
ολοένα σιμώνεις, κύμα μαντατοφόρο,
στης αμμουδιάς την πυρά.
Του φωτός εσύ, αέναη κυοφορία μου,
γέννηση απαράμιλλη αιώνιας στιγμής μου.
(«Του φωτός εσύ», Ανάφλεξη στιγμών)
Επιπρόσθετα, και οι δύο λογοτέχνες μας (Καραχάλιου και Πεντζίκης) μεταμορφώνουν τον χωροχρόνο ανοίγοντας την κίνηση σε πολλαπλά επίπεδα, διαστρωματώνοντας τις εικόνες και σχίζοντας-διασχίζοντας το υποκείμενο| στις πολλαπλές εκφάνσεις του και στις μεταβαλλόμενες γωνίες λήψης και πρόσληψής του. Όλοι οι προαναφερθέντες μαζί η ποιήτρια φυσικά, τελικά δεν κάνουν άλλο από να «εκτονώνουν κυρίως τα πλούσια κοιτάσματα του υποσυνειδήτου τους» ή τα κατάλοιπα του εγκεφάλου τους στην τριβή τους με τον κόσμο, κατεδαφίζοντας την απόγνωση, την οποία ταυτόχρονα δομούν, φτιάχνοντας μια περήφανη μοναξιά,
εντός της οποίας ταυτόχρονα ασφυκτιούν. Προσπαθώντας λοιπόν να εισδύσουν στα βάθη της ψυχής και στο αίνιγμα του κόσμου, προτιμούν τους μυστικούς, θρησκευτικούς a .τί των εγκεφαλικών δρόμων (ακολουθώντας τον Μπεργκσόν αντί του Φρέγκε) επιλέγοντας, στην περίπτωσή της, μια συγκρατημένη λυρική ενδοσκόπηση, ένα έκδηλο πάθος ζωής που συναντά την αντίστοιχη έκφραση, που σαν παλιρροϊκό κύμα αναμένει να ξεσπάσει πάνω μας μέσω του ποιή­ματος.
Η ποιήτρια, ψυχογράφος και ερευνητής του «υποσυνείδητου» λοιπόν, εξακριβώνει μέσω των ποιητικών της μορφών, τα βιώματα και τις σχέσεις της με το υπαρκτό, δο­μώντας εντός των φωτισμένων επιφανειών όπου κινείται, μια ακαθόριστη, πνιγηρή, μυστηριακή σχέση με το φαινόμενο του κόσμου στην καθολικότητά του. Παραθέτουμε εδώ δύο ποιήματα, εν είδει παύσης.

Μετά το πορφυρένιο αναστάτωμα των πόθων
τώρα είσαι πιο κοντά στη σιωπή,
[…] Κι ο ορίζοντας στενεύει
Τώρα είσαι απόμακρος πιό κοντά στη σιωπή,
σμιλεύοντας αδιάκοπα
μόνον την πέτρα την δοκιμασμένη,
[…] γεννώντας μορφές εκστατικές,
που πριν σε μνήμη απλοποιηθούν,
μεταμορφώνονται σε μοίρας σκιές
κάτω από το σχισμένο τ’ ουρανού σεντόνι.
(«Τώρα είσαι», Φαινώ, η αγρυπνία του πελάγου)
και:
Πώς να αγνοήσω
μικρούς θανάτους καθημερινούς
σοδειά του τίποτα,
που φωλιάζει στη βαρυθυμία
του τυραννικού τοπίου,
Στάχυ μεστό, με τη θέρμη του θέρους,
σχίζεις απολαυστικά
την εσθήτα της αβάσταχτης ώρας.
Φλέεγόμενη μοναξιά μου.
(«Φλεγόμενη μοναξιά μου», Στα άδυτα της ύπαρξης μου)
Συνεχίζοντας, θα σταθούμε στην ομοιογένεια του κλίματός της, στο βιωματικό-φαντασιακό της υπόστρωμα, από όπου αρδεύεται η γραφή της, στην πνευματική και ο­ντολογική προβληματική της, καθώς και στις εκφραστικές της ροπές. Χωρίς να έχει απαραίτητα οργανώσει τη βιοθεω­ρία της, και χωρίς να κρυσταλλώνει —ανθρώπινο κι αυτό— τη στάση της απέναντι στη ζωή, σταθεροποιεί εξ αρχής τα εκ­φραστικά της μέσα, εντοπίζοντας και προκαθορίζοντας τις περιοχές εντός των οποίων θα κινηθεί. Η συγκρατημένη λυ­ρική διάχυσή της, ο συγκινησιακός κοχλασμός της, η συχνή αμεσότητα στην έκφρασή της, και σίγουρα η οικειότητα του εξομολογητικού-εκμυστηρευτικού της τόνου, την απομα­κρύνουν από την αυτόματη γραφή και της επιτρέπουν να οικοδομήσει με μαστοριά και συχνά με οικονομία το ποίη­μα. Το ποίημα συγκεκριμένα οργανώνεται γύρω όχι από ένα βασικό σύμβολο, αλλά από μια αίσθηση, φορτισμένη από τον περιρρέοντα χώρο. Και καθώς βλέπει η ποιήτρια το επερχόμενο τέλος του χρόνου αναπτύσσει το ποίημα χωρίς να ακολουθεί μια ενιαία νοηματική αλληλουχία.
Κάθε στιγμή πεθαίνεις.
Κάθε στιγμή ξαναγεννιέσαι.
Διαφορετικός.
Ποτέ ο ίδιος.
Μέσα σου κουβαλάς ουσία
από πολλούς εαυτούς.
Ανεξερεύνητους, άγνωστους.
Φανταστικά ωραίους.
Ενώ στον καθρέφτη του Χρόνου,
σαν βουερός ποταμός,
ρέουν οι λέξεις σου διαυγείς.
Αναλλοίωτες ζουν,
αντανακλώντας πάντα
τους ίδιους ήχους,
το ίδιο ρίγος.
(«Ποτέ-Πάντα», Αποικία Κοχυλιών, Στα άδυτα της ύπαρξης μου)

Η έμφυτη μελαγχολία της ποιήτριας, γίνεται θρήνος και σπαραγμός στα ποιήματα της για τον νεκρό αδερφό («Κι από το ΡΟΔΟ το πορφυρό ένας τεφρός κομήτης/Λευτερώνει Φως/στο Εύθραστο της απουσίας σου), όπως και για τους δύο νεκρούς γονείς. Επίσης, αναφερόμενη στον εαυτό ή σε κάποιον σύντροφο ή φίλο, μας μεταφέρει και την ακόλουθη αποκρυστάλλωση σε μια μορφή απολογισμού:

Εκεί ο χρόνος καίγεται […]
κι η μνήμη δεν φέρνει πυρετό […]
Μία και μόνη φορά
τραγούδι ήσουν που έσβησε […]
Τη μορφή σου έκλεισες
σε όνειρο αδιάκοπο σμιλεμένη
πριν γίνεις γεύση απουσίας.
(«Γεύση απουσίας», Η νύχτα γεννιέται υγρή)

Συναντάμε επίσης έναν τόνο μη νηφαλιότητας που επιπολάζει στο σύνολο του έργου της και μέσω της αυξο­μείωσης της απόστασης που διατηρεί από τον εαυτό της και από τα τεκταινόμενα, οδηγώντας στην ξαφνική άνοδο της συγκινησιακής θερμοκρασίας του ποιήματος και παρασύροντας μας στον ταραγμένο βυθό της υπαρξιακής της αγωνίας και απόγνωσης. Εκεί, η ποιήτρια συσπειρώνεται και εκτίθε­ται παλεύοντας, αφήνοντας όχι μόνο τα δακτυλικά της απο­τυπώματα στις ποιητικές της δημιουργίες, αλλά κι ένα παρά­θυρο φωτός που επιτρέπει μια υποδόρια ένταση που φορτί­ζει την ύπαρξη —και την ποίησή της— με μια ιδιότροπη συ­γκίνηση, που ξεπερνά το ρίγος και την ατέρμονη συνάντηση με τον θάνατο, καλώντας προς μια κατάφαση εντός του κό­σμου και μια πραγμάτωση-εκτόξευση πριν την οριστική και αμετάκλητη αναίρεσή μας.
Και στις μυλόπετρες
της κούφιας μου ζωής
αλέθω το μένος του χρόνου κατάντικρυ στη θάλασσα
(«Κατάντικρυ στη θάλασσα»
Στα άδυτα της ύπαρξης μου)
και:
Ανήμπορος κι εσύ ν’ αντισταθείς
Στην παντοδυναμία του Αθάνατου Θανάτου.
Στης ζωής να δεθείς το κατάρτι.
Μόνον την ομορφιά της φλόγας της θήλασες
στο θάμπωμα της αφέθηκες,
στην φωτιά της πυρπολήθηκες.

(«Η τελευταία βόλτα», Του χορού και της απουσίας)

Έτσι η Καραχάλιου συγκεκριμενοποιώντας το αφη- ρημένο και το αντίστροφο, υλοποιώντας το άυλο και εξαε­ρώνοντας το στερεό, νοώντας το αδιανόητο και σχηματίζο­ντας το ασχημάτιστο, κατορθώνει με την ποίησή της να ξε­χωρίσει. Μια ποιήτρια που έως τέλους προσωποποιεί το α­πρόσωπο, και αποπροσωποποιεί το προσωπικό, ανοίγοντας και φέρνοντας τελικά την ποίηση σε μια καθολικότητα. Χω­ρίς να είναι μάλιστα η ποίησή της πεσιμιστική και πεισιθά­νατη, αλλά μελαγχολική, μας μεταφέρει μια στερεή αξιο­πρέπεια και ένα απελπισμένο θάρρος (που συναντούμε και στον Βαφόπουλο) που προκύπτει από την απόγνωση του να είναι κανείς απλά «εδώ» στον κόσμο. Φωτίζοντας λοιπόν, ποιητικά, τον επερχόμενο θάνατο, και διψώντας για νόημα και πληρότητα εντός του κόσμου, καταθέτει τις τραγικές της ριπές στο ακατανόητο που μας συμβαίνει, προσθέτοντας την παρουσία της στο ποιητικό μας corpus. Ψηλαφίζοντας τον χρόνο και τον θάνατο, με τα δάχτυλά της, και νιώθοντας το χνώτο του στο πρόσωπό της, το οποίο και μας μεταφέρει, υλοποιεί την όλη αίσθησή της και εμπραγματώνει τις έννοιες και τις σχέσεις που συλλαμβάνει, τέμνοντας και συναντώντας τον καβαφισμό του Βαφόπουλου [«Όμως “χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα”,/που με περίσκεψη, με φρόνηση και με σοφία/ ύψωσα μόνος γύρω μου τα τείχη τούτα» (Το Δάπεδο, 1949- 1951)].
Ενώ οι ασύνδετες συχνά εικόνες δεν αρθρώνουν α­παραίτητα έκδηλες ενότητες με θεματική ή λογική συνοχή, κατορθώνουν να υποβάλλουν μια ενιαία ποιητική αίσθηση επιτρέποντας στη φωνή της ποιήτριας να ακουστεί στην ιδι­οσυστασία της μέσα στο ποίημα. Οι απουσιάζοντες συχνά αρμοί, και οι σκόπιμες προφανώς αφαιρέσεις, υπηρετούν ένα όχι αρχιτεκτονικό ποιητικό όραμα που ρέπει προς την σύν­θεση, αλλά μια ατμοσφαιρική αποσπασματική και διακε­κομμένη σχέση με τον κόσμο που αλλοιώνει διαθλώντας τα βιώματα και τα εμπειρικά στοιχεία, κατακερματίζοντας ή και συμβολοποιώντας τις επιφάνειες, οδηγώντας τελικά στην πολλαπλότητα του υποκείμενου το οποίο και παραμένει ά­βατο και απρόσιτο.
Ο αναγνώστης, να προστεθεί κλείνοντας, ακτινοβο­λείται από ένα ποιητικό κύτταρο συμπαγές και αδιάσπαστο που διέπει το σύνολο του ποιητικού της σώματος το οποίο και καθιστά την γραφή της πραγματικά αναγνωρίσιμη. Με τους ήρεμους συχνά και σταθερούς της τόνους, με την έντε­χνη αυτοσυγκράτησή της, την υπαινικτική και συχνή επιγραμματικότητά της, αλλά και με τη διάχυση και την πληθωρικότητα της προσωπικότητάς της, η ποιήτρια στοχεύει στο συγκινησιακό μας, κι όχι στο νοητικό μας, υπογάστριο το οποίο πετυχαίνει καθιστώντας την ποιητική της παρουσία αισθητή.
Η ποιήτρια τέλος τραγουδώντας το θαύμα της δη­μιουργίας, μιλά για «της ύπαρξης το μεγαλείο» και για «του κόσμου τη μεγαλοσύνη», και γράφει εξαιρετικούς στίχους όπως οι ακόλουθοι:

Ζωή,
Κόρη συμπαντική
σαν Παναγία
(«Ωδή στη ζωή», Η νύχτα γεννιέται υγρή)
και:
«πουλιά που λευτερώσαμε
στον ουρανό της ολοπόρφυρης σιωπής μας
(«Απόκοσμοι επισκέπτες», Στα άδυτα της ύπαρξης μου)
ποτίζοντας όμως συνάμα το ποίημα με την πηγαία μελαγχο­λία της:

Μαύρα πουλιά τρυπούν τα σύννεφα […] και μια Σελήνη μαύρη,
που προμηνύει χιονοθύελλα
(«Απόψε», Του χορού και της απουσίας)
τα μάτια μας σαν ζαφείρια να λάμψουνε στις διαμελισμένες ημέρες
(«Ο κήπος», Του χορού και της απουσίας)
παραμένοντας κατά βάθος απαρηγόρητη μπροστά στο συμ­βάν του κόσμου και στο μελαγχολικό πέρασμα του χρόνου:
κι από τα χνάρια του ίσκιου σου
μία μελωδία απόκοσμη διαχέεται
σε περασμένες ανθοφόρες εποχές
(«Πάνω στα κλειστά παράθυρα», Η νύχτα γεννιέται υγρή)
Η ποιήτρια όμως δεν επιλέγει να μας αφήσει μια σκοτεινή παρακαταθήκη, αλλά απεναντίας φροντίζει να αντισταθμίσει την έμφυτη «σκοτεινάγρα» της, και την τραγική της αίσθηση, με μια καταφατική έκσταση, η οποία με το που αρθρωθεί όμως ευθέως αναιρείται:
Ανάβλυσμα απ’ τις κυψέλες του άπειρου μεσ’ το κενό του κόσμου
(«Τόση ζωή σε μαργαρίτας πέταλο», Ανάφλεξη στιγμών)
και:
η βλάστηση της νύχτας από λάβα
(«Μέσα στην κατοικημένη σκέψη», Ανάφλεξη στιγμών).

Ας μην κλείσουμε όμως έτσι, αλλά σημειώνοντας πως η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου παραμένοντας μια διακριτή ποιητική προσωπικότητα, εντάσσεται στη γραμμή των θεμελιωτών της οντολογικής-υποστασιακής μετασυμβολικής ποίησης της Θεσσαλονίκης, ως μια καλλιτεχνική «εξέλιξη» και προβολή τους. Αναφέρομαι φυσικά εδώ στους Θέμελη, Βαρβιτσιώτη και Πεντζίκη, γεγονός που καθιστά την πα­ρουσία της σημαντική και αναντικατάστατη.

ΙΙ
ΤΑ ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
Σε αυτό το σημείο της μελέτης μας δεν έχουμε παρά να παραθέσουμε τα ίδια τα ιδεογράμματα της ποιήτριας, τα οποία και ελευθερώνουμε από οποιονδήποτε σχολιασμό ή κριτική ώστε να λειτουργήσουν μες στην πρόδηλη αυτονο­μία τους.

Πλησιάζοντας στο κλείσιμο αυτού του επιμέτρου, παραθέ­τουμε ένα κείμενο για το ιδεόγραμμα της Μελίτας Τόκα – Καραχάλιου, που προσθέτει έναν άλλο τόνο —αρχικά στη γλώσσα μας και μετά μεταφρασμένο στα γαλλικά— όπως και ένα κριτικό της επίσης κείμενο για τον Τάκη Βαρβιτσιώτη.
Η ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ
Τί θαυμάσιο θέαμα μας προσφέρει πράγματι η ατέλειωτη ποικιλία του κόσμου με την αυξάνουσα πολυπλοκότητά της. Άραγε πώς θα ήταν ο κόσμος μας αν δεν υπήρχε η πολυ­μορφία των ειδών από τον άνθρωπο μέχρι το μικρό πετραδάκι; Ποια θα ήταν η εικόνα του χωρίς την ποικιλία των φυ­τών και την ανανέωσή τους;
Έτσι και οι δημιουργοί σε όλους τους χώρους της Τέχνης αναζητούν διαφορετικούς τρόπους έκφρασης, που αποκαλύπτουν μια διαφορετική αισθητική και ανανεώνουν αδιάκοπα στα μάτια των ανθρώπων την όψη του κόσμου. Στον χώρο της ποίησης οι ποιητές προσπαθούν να εκφράσουν τις ιδέες τους με τη γλώσσα, με την αισθητική δίψα της φαντασίας και της αντικειμενικής λογικής.
Στην αναζήτησή μου για νέους τρόπους έκφρασης, πιο τολμηρούς από τους παραδοσιακούς που αποκαλύπτουν μια διαφορετική ποιητική αίσθηση, εκφράστηκα με το Σχη­ματικό Ποίημα, το ιδεόγραμμα που είναι αρχαιοελληνικός ποιητικός τρόπος γραφής. «Τεχνοπαίγνια» τα έλεγαν οι αρ­χαίοι Έλληνες. Πιστεύω πως και η ποίηση εξελίσσεται, όπως όλες οι τέχνες άλλωστε.
Στη Σχηματική Ποίηση οι συντακτικοί και ποιητι­κοί κανόνες ξεπερνιούνται, το σχήμα μπαίνει στην υπηρεσία του ποιητή, εναρμονίζεται με το λόγο, μας μεταδίδει αισθη­τικές πληροφορίες, δημιουργώντας μια οπτική πραγματικό­τητα. Αυτή η εναρμόνιση του σχήματος και του λόγου ακτι­νοβολεί δίνοντας συγχρόνως στην ποίηση πρωτοτυπία και πλούτο εικόνων που προκαλούν τη συγκίνηση και τη χαρά να βρίσκεσαι μπροστά σε κάτι καινούργιο, ανακαλύπτοντας τη λυρική τόλμη, χωρίς φραγμούς και περιορισμούς, δημι­ουργώντας μία ατμόσφαιρα απελευθέρωσης.
Τα «Calligrammes» του Apollinaire ήταν για μένα μια πρόκληση, τα «Καλλιγραφήματα» του Σεφέρη μια πα­ρότρυνση. Έτσι λοιπόν σκέψεις και αισθήματα, κάποιες στιγμές μοναχικότητας, εικόνες από την καθημερινή ζωή και την πραγματικότητα των καιρών μας, έγιναν αφορμή για δημιουργία, αφορμή για την «Πολλοί-Κατοικία», τους «Μι­κρούς Χτιστάδες», τον «Σαλίγκαρο», τα «Σημεία της Στί­ξης» κ.ά.

.

ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

Παρουσίαση από Κατερίνα Καριζώνη την Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014, ώρα 19:30 στην αίθουσα διαλέξεων της Κεντρική; Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης (Εθνικής Αμύνης 27).

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Μελίτας με συγκίνησε και για έναν πρόσθετο λόγο που έχει να κάνει με την ιστορία της οικογένειας μου και με το ζήτημα του χορού και του θανάτου .
Θα σας πω λοιπόν μια μικρή ιστορία που συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του 50 .Ο παππούς μου , ο πατέρας της μάνας μου είχε γυρίσει άρρωστος απ’τη Μακρόνησο όπου πέρασε ένα μέρος της ζωής του με άπειρες ταλαιπωρίες .Ήταν λοιπόν κατάκοιτος στο κρεβάτι, ανήμπορος να κινηθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί. Κάποια στιγμή το ραδιόφωνο έπαιξε ένα βαλς , το βαλς του Δουνάβεως .Τότε ο παππούς μου ως δια μαγείας σηκώθηκε όρθιος, πάτησε στα πόδια του και ζήτησε απ’τη γυναίκα του να χορέψουν .Εκείνη προσπάθησε να τον αποτρέψει αλλά ο παππούς την άρπαξε στην αγκαλιά του και χόρεψε μαζί της σα να ήταν εικοσάχρονος. Όταν η μουσική τελείωσε, έπεσε ευχαριστημένος στο κρεβάτι κι έκλεισε για πάντα τα μάτια του. Αυτή η ιστορία που με συγκλόνιζε από μικρό παιδί, κάθε φορά που μου τη διηγιόταν η μητέρα μου , ξαναγύρισε στη μνήμη μου με τα ποιήματα της Μελίτας .Με πήγε πίσω στα παιδικά μου χρόνια , στα μοιρολόγια της Μάνη , στα δημοτικά τραγούδια , στο χορό του Ζαλόγγου ,στο χορό της Σαλώμης , στο χορό των αστεριών στον νυχτερινό ουρανό , στο χορό των καραβιών πάνω στα κύματα , στο χορό της ψυχής μπροστά στο θάνατο,. Ίσως αυτός είναι ο ωραιότερος τρόπος να πεθαίνεις, είναι η απόλυτη έκφραση της χαρμολύπης , της αρχαιοελληνικής αλλά και ελληνορθόδοξης αντίληψης για την ανθρώπινη ζωή . Κι εγώ θα ήθελα να πεθάνω πάνω σ’έναν χορό , πάνω σ’ένα μεγάλο γλέντι, έστω πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί, όπου θα χορεύουν μαγικά οι τελευταίες λέξεις της ποίησης.

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον διάβασα τα ποιήματα της Μελίτας Τόκα —Καραχάλιου με την οποία μας συνδέει όχι μόνο μια κοινή πορεία ή μάλλον συστράτευση στη λογοτεχνία , αλλά και μια θερμή και αδιάλειπτη φιλία. Την γνώρισα και την ξεχώρισα από την ιδιαίτερη τεχνική της, το ιδεόγραμμα, όταν πριν από χρόνια ανθολογούσα τις ποιήτριες για το βιβλίο μου, το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη κι έκτοτε παρακολουθώ το έργο της . Με χαρά λοιπόν σήμερα κάνω μια διαπίστωση .Ότι πέρα από το ιδεόγραμμα που της προσέδιδε μια συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα , η ποιητική της γραφή έχει ωριμάσει και επί της ουσίας . Στην τελευταία της ποιητική συλλογή που παρουσιάζουμε σήμερα ανακαλύπτω καινούργια γνωρίσματα και χαρίσματα .Κατ’ αρχάς να πω ότι το βιβλίο αυτό είναι ολοκληρωτικά γραμμένο για την απώλεια του αγαπημένου της αδελφού Ροδόλφου Τόκα.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια συλλογή από μοιρολόγια , ένα είδος που το εκτιμώ ιδιαίτερα και υπό την άλλη μου ιδιότητα ,αυτή της μανιάτισσας. Το μοιρολόι άνθισε ιδιαίτερα στην λακωνική γη , αλλά έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα. Σ’ αυτό το βιβλίο της λοιπόν, η Μελίτα μας ξαναφέρνει το μοιρολόι στο προσκήνιο σε μια πιο σύγχρονη έκφραση και αισθητική και απ’αυτή την άποψη έχει σημαντικό ενδιαφέρον. Αυτή είναι για μένα και η πρωτοτυπία του βιβλίου. Σε μια εποχή που όλα έχουν ειπωθεί, το να ξαναγράψεις μοιρολόγια, αλλά σε μια διαφορετική εκφραστική φόρμα , μου φαίνεται να εξαιρετικά πρωτότυπο. Με άλλα λόγια η ποιήτρια πραγματεύεται ένα αρχαίο είδος με τα σύγχρονα γλωσσικά και αισθητικά εργαλεία της μοντέρνας ποίησης. Και τα αποτελέσματα είναι αξιοσημείωτα
Άκαιρα
Σε θέλω στον Ενεστώτα
Για να σε βλέπω
Να σε ακούω
Να σ’αγγίζω.
Εσένα όμως άκαιρα
Σε άρπαξε ο Παρατατικός
Το βιβλίο ωστόσο έχει και μια πρόσθετη ιδιαιτερότητα .Συνδέει το αρχαιοελληνικό με το ρεμπέτικο στοιχείο περνώντας μέσα από τη μοντέρνα ποιητική έκφραση . Αρχίζοντας από τον τίτλο , του χορού και υπονοώντας το ζεμπέκικο και από την χορευτική φιγούρα του εξωφύλλου που υποδηλώνει το ίδιο , προχωράει με τους στίχους της σε μια άμεση κατάθεση του ρεμπέτικου ύφους και ήθους. “Δεν ήξερε, -υπονοεί ο θάνατος-, πως ήσουνα Σμυρνιός κι ήτανε τόσο όμορφη αδελφέ, η ζεϊμπεκιά σου”.
Ενώ αλλού εκφράζεται πιο υπαινικτικά :
“Ένα καντήλι ανάβει τώρα
μπροστά στην φωτογραφία σου
φωτίζοντας μελαγχολικά τις χάντρες του κομπολογιού σου”.
Προφανώς όλα αυτά συμβαίνουν ασυνείδητα καθώς η ποιήτρια γράφοντας αντλεί τα εύθραυστα υλικά της ποίησης της από τη συλλογική μνήμη και την αισθητική , πράγμα που για μένα εγγυάται την αυθεντικότητα του ποιητικού λόγου και την ευθυγράμμιση του με την παράδοση που είναι η μεγάλη και ανεξάντλητη δεξαμενή της ελληνικής λογοτεχνίας και τέχνης.
Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει έντονα το κλίμα της ποιητικής συλλογής είναι η εικόνα του αστικού τοπίου της Θεσσαλονίκης . Η πόλη διασχίζει την ποίηση ή μάλλον η ποίηση διασχίζει την πόλη: την πλατεία Μοριχόβου , την Περιφερειακή ,τα τείχη, τα κοιμητήρια, την προχωρημένη νύχτα , τα αναμμένα φώτα του Ασλάνογλου που φέγγουν μέσα στα ποιήματα όλων , όσων γράφουμε σ’αυτή την πόλη κι από την άλλη οι ενδότεροι συμβολισμοί της ποιήτριας: η καταχνιά των ημερών, η μνήμη που ανθίζει, οι φυτείες του ουρανού, η μαύρη σελήνη που προμηνύει χιονοθύελλα….
Τα ποιήματα της Μελίτας βέβαια ως μοιρολόγια έχουν κοινό τόπο τον θάνατο , την απώλεια , το πένθος , αποτελούν θρηνητικά κείμενα που εγκωμιάζουν τον νεκρό , όπως ακριβώς γινόταν και με τις παλιές μοιρολογίστρες .Ταυτόχρονα όμως συνιστούν και ημερολόγια της απουσίας του. Η ποιήτρια σημειώνει την μέρα και την ώρα που γράφτηκαν στο τέλος των στίχων και τα μετατρέπει κατά κάποιο τρόπο σε ημερολόγια του πένθους . Ο χορός και ο θρήνος λοιπόν , ο χορός που γίνεται η γέφυρα για να περάσουμε απ’τη ζωή στο θάνατο, να ισορροπήσουμε για μια στιγμή ανάμεσα στα ορατά και στα αόρατα, στα πρόσκαιρα και στα αιώνια , είναι ο πυρήνας του ποιητικού βιβλίου της Μελίτας Καραχάλιου .Όμως χορός είναι και η ποίηση .Είναι ο χορός των λέξεων , στιγμιαίο στροβίλισμα των σκέψεων και των συναισθημάτων πάνω στο χαρτί, λίκνισμα της ψυχής μέσα απ’τις ποιητικές λέξεις .
Στο βάθος της οδύνης μου θ’αντιφέγγει Τα όνομα σου αδελφέ μου,
Που καταργεί την απουσία ……..Γράφει αλλού η Μελίτα Καραχάλιου.
Αποτελεί πλέον κοινοτυπία να πούμε ότι ο πόνος είναι η καλύτερη δυνατή συνθήκη για να δημιουργηθεί το καλλιτεχνικό έργο/Αλλωστε εμείς οι ποιητές το ξέρουμε από πρώτο χέρι. Τα ποιήματα της Μελίτας είναι διαποτισμένα απ’ την οδύνη, κοιτούν προς τη μαύρη πλευρά της ύπαρξης, προς τη μεριά του απόλυτου κενού .Είναι ποιήματα υπαρξιακά που έρχονται σε ευθεία αναμέτρηση με το μυστήριο του θανάτου, της απώλειας , της σιωπής .Υπάρχει παρηγορητικός λόγος άραγες για τον θάνατο; Για την ποιήτρια η παρηγοριά βρίσκεται στην ποίηση και στην εικόνα του κόσμου που γεννιέται μέσα απ’την ποίηση.
Τώρα πια
Κάτω απ’τη φλούδα της γης
Μια λάμψη δραπέτης αντιστέκεται
Στον αφανισμό των αστεριών
Ανθίζοντας στη μνήμη
Οι νεκροί ανθίζουν στην μνήμη μας , ανθίζουν στα ποιήματα , στα λόγια μας , στις σκέψεις , στα γραπτά μας .Τίποτα δεν χάνεται σύμφωνα με την ποίηση που ξέρει να ερμηνεύει τα πράγματα με την δική της μοναδική σοφία.
«Μετακομίζουμε με τα ρούχα που φοράμε μέσα στη σαστισμένη νύχτα», για να παραφράσω τα λόγια της ποιήτριας .Κάτι που το δηλώνει άλλωστε τελευταία και η Ανώτερη Φυσική : περνάμε σε άλλη μορφή ύλης. Έτσι λέει.

.

ΑΡΔΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

Πρόλογος του Rachid Benhaddou
Ερευνητή – Καθηγητή στο Παν/μιο της Fès, Μαρόκο.
Μελέτη πάνω στις ποιητικές συλλογές:
Ανάφλεξη στιγμών
Φαινώ, η αγρύπνια του πελάγου
Ιδεογράμματα

Μελίτα Τόκα – Καραχάλιου
Η γοητεία μιας ελληνικής ποιητικής φωνής

Για να υπολογίσουμε καλύτερα την ποιητική εμπειρία της ΜΚΤ θεωρούμε ενδιαφέρον να προσεγγίσουμε την γραφή της από δύο συμπληρωματικές γωνίες τις οποίες κρίναμε σκόπιμο να διαχωρίσουμε για να αναδείξουμε καλύτερα την πρωτοτυπία.

Η θεματική Δομή

Η ποίησή της ακουμπά στην αναδρομή ενός έμμονου θέματος που διαφαίνεται σε όλο το έργο της: είναι το ανθρώπινο εγώ στις σχέσεις του με τον «κόσμο» και κυρίως το θηλυκό εγώ στο φλογερό του άνοιγμα στη φύση με τις διάφορες συνιστώσες της: η θάλασσα, το γαλάζιο, η σελήνη, τα πεθαμένα φύλλα, ο ήλιος, η φωτιά, η καταιγίδα, τα σύννεφα, οι γλάροι, η αστραπή, τα τζιτζίκια κ.ά.…
Αυτή η θεματική δεν αρκείται μόνο στον εαυτό της, αλλά διακινείται υπό μορφή ερωτήσεων που αφορούν την αστάθεια της φύσης και τις οδυνηρές της απηχήσεις επάνω στην φυσική και συγκινησιακή κατάσταση του ανθρώπινου σώματος και κυρίως το γυναικείο σώμα. (Φαινώ σελ. 33, – ας κυλούσε- «που να τελειώνει άραγε / ο πρώτος μου εαυτός / μιας παπαρούνας τη μέθη ντυμένος/ που τώρα την τραγουδά η σιωπή της θάλασσας, / σε νύχτες δίχως πρωί / και η οργή του ανέμου, / που ξεθυμαίνει στα ύφαλα του πεπρωμένου»). Καυτά ερωτήματα, χωρίς απαντήσεις, σπρώχνουν την ποιήτρια να παλεύει ατέλειωτα μέσα σε υπαρξιακές αιτιολογίες, «πες μου γιατί ο κρατήρας της ψυχής στερεύει/ και οι υάκινθοι σιωπούν/ γιατί τα περιστέρια/ δεν φτεροκοπούν πια / και η χλόη τρεμοσαλεύει;» (Η νύχτα γεννιέται υγρή- Ωδή στη ζωή).
Η αναφορά, η σχέση της Μ.Τ.Κ. με τη φύση υπάρχει στον εκφραστικό της παροξυσμό όταν αφήνεται να κυριευτεί από την παρουσία της θάλασσας σε τέτοιο βαθμό, που αποτελεί μέρος της ζωής της, όπως η αγαπημένη της ύπαρξη: (Ανάφλεξη στιγμών, σελ. 25 «Είμαστε δεμένοι με τις πλεξίδες της θάλασσας/ λυτές για σένα/ με του ανέμου την ανεμελιά,/ πλεγμένες για μένα/ με της ημέρας την άρνηση».)
Ενθουσιάζεται σε τέτοιον βαθμό μπροστά σ’ αυτήν την υπερφυσική δύναμη που έχει η θάλασσα, ώστε να προμηνύει την άφιξη του αγαπημένου προσώπου: (- Ανάφλεξη στιγμών – σελ.75: Το χρώμα σου- «Πόσο παράξενα η θάλασσα / μαρτυρεί την παρουσία σου/ στο φρύδι των κυμάτων…. μ’ όλο το εκτυφλωτικό λευκό / να αδρανοποιεί τα γενναιόδωρα χέρια σου / και όλες τις αποχρώσεις του μπλε / να συνθέτουνε τους δικούς σου ήχους»).
Ταυτίζεται μάλιστα με την θάλασσα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αναμετριέται με το απροσμέτρητο βάθος της: (-Φαινώ, σελ. 73 – Ας κυλούσε- «που να τελειώνει άραγε/ ο πρώτος μου εαυτός / μιας παπαρούνας τη_ μέθη ντυμένος / που τώρα την τραγουδά/ η σιωπή της θάλασσας». Άλλοτε απευθύνεται σ’ αυτήν επιπλήττοντάς την, για να ξαναβρεί την τρυφερότητα και την φωτεινότητά της (Ανάφλεξη, σελ. 29- Και συ θάλασσα- «και συ θάλασσα / τρομαχτικά γαλάζια, / μέσα στον άχρονο κόλπο σου / κρύψε τους αιφνίδιους θυμούς σου. / Σε λάμψη να μετουσιωθούν »). Οι λέξεις που χρησιμοποιεί είναι κρυστάλλινες στην ομοίωση της διαφάνειάς της αφήνοντας το προμήνυμα μιας ουράνιας έκστασης (Ανάφλεξη στιγμών, σελ. 43, – Κρυστάλλινη πατημασιά- «λέξεις διάφανες, / στης θάλασσας την αλμύρα πλυμένες / κύματα- κύματα έρχονται / ανοίγοντας δρόμο στην τρικυμία της χαράς…. Κρυστάλλινη πατημασιά / στην καθημερινότητα της αβύσσου.»)
Η φωνή της Μ.Τ.Κ. έχει τέτοια ορμή που εκφράζει λιγότερο μια προσωπική υποκειμενικότητα από τη γενική θηλυκότητα. Αυτό που απορρέει, πράγματι, από την ποίησή της είναι η καθαρά γυναικεία εσωτερικότητα γενικά που συλλαμβάνεται μέσα στις συγκινησιακές και συναισθηματικές της καταστάσεις. Τα κείμενά της αποδεικνύουν μία ευαισθησία εξαιρετικά ντελικάτη την οποία καταφέρνει θαυμάσια να ενδεικνύει μέσα από έναν διάφανο λυρισμό, που αφήνει άλλοτε να διαφαίνεται μία λύπη: (Ανάφλεξη στιγμών, σελ.31, «μια λύπη στα μάτια σου λιμνάζει, / όπως η υγρασία της βροχής / τον ουρανό διαπερνάει, / σαν πέλαγος απέραντη….»), και άλλοτε μια αγωνία, μια ταραχή: (Φαινώ, σελ. 15, «ένα δάκρυ αθόρυβο σαν σιωπή / την αγωνία του εξομολογείται αυτήν την ώρα την ανύσταχτη / που ολομόναχη συντρίβεται, / καθώς οι λογισμοί ανηφορίζουνε στο δικό τους δύσβατο μονοπάτι.»)
Σε μια τέτοια στιγμή η μελαγχολική λύπη του παρελθόντος χρόνου: (Φαινώ, σελ.59- «δυο μάτια νοσταλγικά / μνήμης φωτιές, / ξετυλίγουνε τον χρόνο / στην ούγια αυτής της ημέρας.»), σε μία άλλη στιγμή τη γαλήνη: (Η νύχτα γεννιέται υγρή, σελ.19, – το εκκρεμές-«μέσα στο απροσπέλαστο δωμάτιο / το εκκρεμές σημαδεύει ρυθμικά τους χτύπους της άοπλης καρδιάς σου / που ροδοπέταλα σκορπά / περνώντας τους άυλους πυλώνες / της αιώνιας γαλήνης.»), ή ακόμη την εμπιστοσύνη, την αυτοπεποίθηση: (Η νύχτα γεννιέται υγρή, σελ.39,- «πίσω γιατί απ’ τις οδυνηρές σιωπές / της θλίψης το υγρό τείχος / υπάρχει η σπίθα, η φωτιά, ο ήλιος και τ’ αστέρια. Οι λέξεις, οι συλλαβές, τα γράμματα, ο στίχος και το ποίημα»).
Έχει ενδιαφέρον να επισημάνουμε εδώ πως η θηλυκότητα, αν και κυρίαρχη μέσα στην ποίηση της M.T.K. δεν πραγματώνεται σε όλη της την ολότητα, παρά χάριν στην παρουσία του άλλου, – ο άνδρας, το αρσενικό,- εισπραττόμενος σπάνια ως ανομοιότητα, συχνά ως αλληλοπλήρωση. Επιμένουμε επίσης στην αλληλεπίδραση του ατομικού εγώ της ποιήτριας μ’ αυτό του αγαπημένου άνδρα, ίου οποίου η συγκινητικότητα και η ασωτία αφήνουνε τα χνάρια τους πάνω στο σώμα της: (Η νύχτα γεννιέται υγρή, σελ.27, «του κορμιού σου η κίνηση / στα βάθη της σιωπής έχει αποτυπωθεί / κι από τα χνάρια του ίσκιου σου μία μελωδία απόκοσμη διαχέεται / σε περασμένες ανθοφόρες αποχές»). Είναι αυτό, που κατά την άποψή μου εξηγεί την μεταφορική αλληλοπάθεια των πραγμάτων, των όντων, των φαινομένων, αυτήν δια της οποίας η γυναίκα γίνεται ωκεανός, ο ωκεανός μεταμορφώνεται σε σώμα με στήθη, τα φιλιά σε σταφύλια, η σελήνη σε τύμπανο, που ηχεί, το όνειρο σε επιφάνεια, ο χρόνος σε πρόσωπο υποκριτικό, ο αέρας σε μονόκερω της θάλασσας με χαίτη…. Αλλά είναι επίσης και κυρίως η ερμηνεία του ίδιου της του εαυτού και του άλλου, η αλληλοπλήρωση της μοναδικότητας και του πλουραλισμού: (Η νύχτα γεννιέται υγρή, σελ.31, «Καίτη, λάμψη χλόης υπερήφανης / Κατινάκι, ξέσπασμα σαντουριού μελαγχολικό / Κατίνα, άρωμα τζιτζιφιάς ερεθιστικό / Αικατερίνη, ολοπόρφυρη ανεμώνη θαλασσινή… Όλες αυτές είσαι εσύ / μοναδική και μία, / φλόγα, ιστορία, θύμηση. / Μία φωτογραφία.»).
Στην ποίηση της Μ.Τ.Κ. όλη η φύση καθίσταται πηγή αστείρευτης ποιητικής έμπνευσης. Της χρησιμεύει ως πρόφαση για πολλαπλές σκέψεις σχετικά με τον έρωτα, το πεπρωμένο, την υπαρξιακή αγωνία κ.λ.π. Επί πλέον, τα πιο ανώδυνα πράγματα αποκτούν μία ανυποψίαστη σημασία με την παρεμβολή της δημιουργικής της φλέβας, όπως π.χ. με το ζαρκάδι, μικρό άγριο ζώο, μηρυκαστικό με λευκή κοιλιά, που φτάνει χάρη στον ποιητικό οίστρο της Μ.Τ.Κ. να δηλώνει την σεξουαλική ηδονή: (Ανάφλεξη στιγμών, σελ.55- «Στην απλωσιά του βουητού/ με χάρη ζαρκαδιού ο Έρωτας / μέσα στην αθώα νύχτα / έλαμπε τόσο αστραφτερά»), ή το μικροσκοπικό κοχύλι που θυμίζει την αγνότητα και την ανθρώπινη πραότητα: (Φαινώ, σελ.25, -«κοχύλι κλειστό και η καρδιά σου, / από αιμάτινη αλμύρα σμιλεμένη / ως την διαύγεια της αθωότητας αδειανή»). Ακόμη και το μηδενικό, σύμβολο του τίποτα, του χάους και της ακυρότητας, δηλώνει μέσα στην φαντασία της, τις μεταβολές του χρόνου και την μεταφυσική αγωνία: (Φαινώ, σελ.45,-«Το μηδέν, / το στρογγυλό σχήμα πάντοτε, χωρίς τις γωνίες, / όπου συνωθούνται πτώματα του χρόνου…/… έχοντας στην καρδιά την πιο αρχαία μαργαρίτα/ φλεγόμενη από εκείνη την αναπότρεπτη αναστάτωσή του»). Ο αντικειμενικός μας σκοπός δεν έγκειται στο να αποδώσουμε ατόφιο το περιεχόμενο ας πούμε, για να κλείσουμε αυτό το πρώτο μέρος, που η ποίηση της Μ.Τ.Κ. είναι μακριά από το να μαρτυρεί έναν οποιονδήποτε ονειροπόλο και κλαψιάρη ρομαντισμό, εκφράζει με διαύγεια και λεπτότητα συγχρόνως την θηλύκι) ευαισθησία εξ ίσου καλά απέναντι στα μυστήρια της φύσης όσο και στο απρόβλεπτο της αβεβαιότητας της ζωής. Τα κείμενά της που αποτυπώνουν βαθιά την ψυχική της διάθεση είναι ισάξια με κείμενα των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων: Ανάφλεξη στιγμών, σελ. 81, – «Τόσος χρόνος σε μία στιγμή. Τόση άνοιξη! Τόσος χειμώνας… Επειδή γεννηθήκαμε εμείς»).

Η προσχηματική Δομή

Εάν αυτή η θεματική, η οποία είναι, όπως το έχουμε διαπιστώσει, μιας εξαιρετικής ομοιογένειας και μιας θαυμάσιας κανονικότητας προσφέρεται άνετα στην ποιητική γραφή, έχει σημασία τώρα να ενδιαφερθούμε για την ιδιαιτερότητα των στυλιστικών και τυπικών μεθόδων της γραφής των κειμένων. Η σχέση της Μ.Τ.Κ. είναι πράγματι, αρκετά πολύπλοκη και ιδιαίτερη για να αξίζει να την εξετάσει κανείς. Θρεμμένη με την Ελληνική φιλοσοφία και λογοτεχνία, παθιασμένη με τη σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία, ανοιχτή στην σημειολογία, μεταφράστρια, είναι κυρίως ως ποιήτρια και θεωρητικός που η Μ.Τ.Κ. αναλαμβάνει θαυμάσια την πνευματική της επιχείρηση κάτω από την ένδειξη αυτού που με ορθότητα ονομάζει «κυριαρχία των λέξεων»-(Ανάφλεξη,σελ.69,- «Καθώς παραδοχή τρόπαιου, / σε ναό μοναχικό / αυλακώνει σε κίνηση κυκλική / την κυριαρχία των λέξεων»-), αυτή που προσαρτάται στις οδούς της φαντασίας και της ευχαρίστησης του λόγου. Αυτή η κυριαρχία ολοκληρώνεται απόλυτα στην ρητορική ύφανση του στυλ της, που αποτελείται από ορισμένες μορφές σύνταξης, όπως η ισοταξία (καταμερισμός) που βασίζεται, θεμελιώνεται στον παραλληλισμό των συντακτικών δομών. Ας δούμε π.χ. : (Ανάφλεξη στιγμών, σελ.57, – «όσο ξεμακραίνεις οι λέξεις φλέγονται/ σαν παπαρούνες στην ομίχλη./ όσο ξεμακραίνεις μία άνοιξη αγύρτισσα σπαρταρά στους βαθύφωνους του ουρανού λειμώνες»), ή ένα άλλο παράδειγμα: (Φαινώ, σελ.53, -«Ξημέρωμα. Πως αγαπώ τις νύχτας το σκοτάδι…. Ξημέρωμα. Μα εγώ αγαπώ της νύχτας το σκοτάδι»).
Μία άλλη δομή υπάρχει σε έναν τύπο περιορισμένου συλλογισμού με δύο προτάσεις (η προηγούμενη και η επόμενη), την οποία μπορούμε να προσεγγίσουμε με το ενθύμημα. Όταν πολλά ενθυμήματα έχουν συνοχή, το ένα ακολουθεί το άλλο, ο ποιητικός λόγος οδηγεί σε μία λογική δομή άρθρωσης γνωστή με το όνομα «σωρείτης». Με τον λαμπρό-εξαίρετο τίτλο αυτό το παράδειγμα που ήδη το έχουμε επισημάνει: (Ανάφλεξη στιγμών, σελ.29,- Και συ θάλασσα- «και συ θάλασσα/ τρομαχτικά γαλάζια, / μέσα στον άχρονο κόλπο σου / κρύψε τους αιφνίδιους θυμούς σου. / Σε λάμψη να μετουσιωθούν. Να γίνουνε χώμα και ιδρώτας / όσο το φως εκθαμβωτικοί, / την τελειότητα περιβεβλημένοι με λατρείας πτυχές ανεπανάληπτες»), Η ποιήτρια ανατρέχει επίσης σε μία άλλη διαδικασία – το οξύμωρο – να συσχετίσει δηλαδή δύο αντίθετους όρους. Μ’ αυτήν τη δομή του στυλ της αντίθεσης είναι η θεμελιακή ύπαρξη της Μ.Τ.Κ., που βρίσκει την βαθιά της έκφραση π.χ. (Φαινώ, σελ. 15- «ένα δάκρυ αθόρυβο σαν σιωπή την αγωνία του εξομολογείται»), (Φαινώ, σελ.55, – «στην πλάτη μιας αυγής πληγωμένης στηρίζεται μία καινούργια ημέρα»). Για να τελειώσουμε αυτήν την όχι εξονυχιστική καταγραφή των στυλιστικών πυροτεχνημάτων, που χρησιμοποιούνται συχνά, ας επισημάνουμε επίσης ότι η ποίηση της Μ.Τ.Κ. τείνει προς το απόκρυφο, μορφή που εκδηλώνεται στο επίπεδο του λόγου με την χρήση πυκνών εκφράσεων, απέριττες, συνοπτικές, που κρυσταλλώνουν σε αινιγματικά γνωμικά τον ασύλληπτο χαρακτήρα της σκέψης της. Παραδείγματα : (Ανάφλεξη στιγμών, σελ. 85, «μόνον η ανθοφορία γόνιμων στιγμών καρπίζει αιωνιότητα», σελ. 49, «μόνον μία πνοή σχηματισμένη την ομορφιά θηλάζει από συλλειτουργό αισθήσεων»).
Άρθρωση διαλογιστική, ταλάντευση του οξύμωρου, ποιητική των γνωμικών… αυτή είναι λοιπόν η στυλιστική ιδιομορφία του ποιητικού έργου της Μ.Τ.Κ. που διαποτίζεται από τις πηγές της ελληνικής σοφίας. Εξ άλλου προκειμένου για την διαστημική οργάνωση των κειμένων, φαίνεται πως η ποιήτρια αρέσκεται να εναλλάσσει την μακριά φόρμα με τη σύντομη. Κάθε μία από αυτές τις δύο φόρμες στηρίζεται προφανώς σε μία ιδιαίτερη αντίληψη της γραφής. Εκεί όπου εκδηλώνεται με μακριά ποιήματα, είναι όταν το ποίημα ξεδιπλώνεται ελεύθερα επάνω στη σελίδα μέχρι να φτάσει ενίοτε τους 34 στίχους, είναι η περίπτωση π.χ. («της Οξειδωμένης Νηρηίδας»- Φαινώ, σελ.27). Αυτό το μήκος εξηγείται, κατά τη γνώμη μας, από ένα είδος επιτάχυνσης του ποιητικού λόγου, που απορρέει από την πληθώρα των ουσιαστικών εις βάρος των ρημάτων. Στο επόμενο απόσπασμα, παραδείγματος χάριν, υπάρχει επικράτηση ολική και απόλυτη μιας σειράς από μορφώματα ή από λέξεις που σχηματίζουν ενότητα μέσα στην ιεραρχημένη οργάνωση του λόγου και αυτό εις βάρος των ρημάτων που απουσιάζουν ως αντικείμενα, τα δύο απαρέμφατα: κουρνιάζω και σπαρταρώ. Όντας αυτά τα ίδια η ονοματική μορφή των ρημάτων που εκφράζουν την ιδέα μίας κατάστασης χωρίς ένδειξη προσώπου, ούτε χρόνου: (Φαινώ, σελ.47,-«νύχτα με ένα αύριο μοναχικό / σε θρυμματισμένους καθρέφτες να κουρνιάζει / στην θλίψει ενός δωματίου να σπαρταρά / με δάχτυλα της παγωνιάς ψηλαφώντας θαμπές φωτογραφίες»). Θα έλεγε κανείς πως ένα τέτοιο σκεπτικό τοποθετημένο μέσα στη διάρθρωσή του, αποκλείει κάθε ανάλυση αποσπασματική, κάθε σκέψη, κάθε απόσταση ενός προσώπου- μάρτυρα-, η ποιήτρια εν τοιαύτη περιπτώσει. Μόνον η εντύπωση επιπλέει, αιφνίδια, αστραφτερή, πολλαπλασιαζόμενη μέχρι τον ίλιγγο.
Σε ορισμένα ποιήματα η επενέργεια της επιτάχυνσης γίνεται τέτοια ώστε ο λόγος να περιορίζεται σε μία καταρρακτώδη πλημμυρίδα παραληρηματική λέξεων αποσυνδεόμενων, που ενώνονται στην ίδια τροχιά με την ίδια σφοδρότητα της ποιητικής πνοής που τις προφέρει: (Η νύχτα γεννιέται υγρή, σελ.31, «Καίτη, λάμψη χλόης υπερήφανης. Κατινάκι, ξέσπασμα σαντουριού μελαγχολικό. Κατίνα, άρωμα τζιτζιφιάς ερεθιστικό. Αικατερίνη, ολοπόρφυρη ανεμώνη θαλασσινή. Όλες αυτές είσαι εσύ/ μοναδική και μία / φλόγα, ιστορία, Θύμηση./Μία φωτογραφία»).
Μία τέτοια πρακτική της γραφής δεν είναι αναμφίβολα χωρίς να μας θυμίσει το περίφημο «eut -up» των αμερικανών ποιητών της «Beat- γενιάς» τον Jacques Kerouac ή τον William Burroughs…
Το μήκος ενεργεί επίσης ως ισοτοπική λειτουργία της ποίησης της Μ.Τ.Κ. υπό μορφή μιας γενικευμένης έξαρσης, που ξεκινά από μία λέξη -θέμα, από μία συνέχεια συνεκδοχών που παράγουν έναν αδιάσπαστο λόγο, συνεχή. Με άλλα λόγια, η νοηματική συνέχεια ευνοεί μέσα στην γραφή τις κάθετες εξαπλώσεις, επεκτάσεις της έννοιας πάνω στις οριζόντιες οργανώσεις που φανερώνονται από την σύνταξη. Μελετώντας τα κείμενά της, διαπιστώνουμε πράγματι μία συσσώρευση της έννοιας με ένα στοίβαγμα του σημαινόμενου, που οργανώνεται σε ένα δέσιμο εννοιών που προέρχεται από ένα όμοιο «εγώ- θέμα»: την θάλασσα, απανταχού παρούσα σε όλο το έργο της Μ.Τ.Κ.
Εάν αναλύσουμε τις διαφορετικές συγκυρίες της λέξης «θάλασσα» οδηγούμαστε να συμπεράνουμε πως υπάρχουν δύο συνεκδοχές εκ διαμέτρου αντίθετες.
Στην πρώτη περίπτωση η συνεκδοχή που προστίθεται στην υποδεικνυόμενη έννοια της λέξης «θάλασσα»: αχανής έκταση ύδατος αλμυρού, που καλύπτει μία μεγάλη επιφάνεια της γης, είναι η ιδέα της αναταραχής. Επίσης, οι εικόνες της οργής, του θροίσματος, του πυρετού, του βάθους, του τρόμου, του θυμού, της θύελλας, της σχισμής, κ.τ.λ., την μεταφέρουν μέσα στο φαντασιακό της Μ.Τ.Κ. Στην δεύτερη περίπτωση είναι η συνεκδοχή της μη αναταραχής που παράγει μία ατελείωτη σειρά από συσχετισμούς όπως «η γαλήνη, η ησυχία, η διαύγεια, η τρυφερότητα, η ηδονή, η στιλπνότητα, η έκσταση, το βελούδο, η χαρά, η ακινησία, η μέθη, η ρευστότητα, κ.τ.λ.».
Αυτές οι δύο νοηματικές σειρές αντλημένες τυχαία από τα κείμενα μέσα στο ποιητικό έργο της Μ.Τ.Κ. προφανώς αναφέρονται αποκλειστικά με τίτλο υποδειγματικό και χωρίς εξονυχιστική πρόθεση. Με την πληθώρα των ονομαστικών συντάξεων, που έχουμε παραθέσει παραπάνω, θεωρούμε πως θα είναι επαρκείς για να δικαιολογήσουμε την ανάπτυξη σε μήκος κάποιων ποιημάτων. Για να κάνει μία ανάπαυλα- η αντίληψη ενός μικρού ποιήματος, που είναι σίγουρα μία κοπιαστική άσκηση, η ποιήτρια κατά διαστήματα αρέσκεται να παρεμβάλει στις ποιητικές της συλλογές μικρά ποιήματα, που ενίοτε δεν ξεπερνούν έναν στίχο και δίνουμε κάποια αποσπάσματα τυχαία: (Φαινώ, σελ.13, «πριν απ’ το πέλαγος / μακρόχρονο λιμάνι / μέσα στο πέλαγος / καράβι ραγισμένο. / Και στο αρμένισμα / πόνος αθεράπευτος / η αγρύπνια πελαγίσια»), – (Ανάφλεξη στιγμών, σελ. 15, «ένα καράβι / χαρακιά στο σώμα του χρόνου.»), – (Ανάφλεξη στιγμών, σελ.77, «στην πραγματικότητα του ονείρου με κομμένη την ανάσα»), – (Ανάφλεξη στιγμών, σελ.13, «κάθε λεπτό είναι αταξίδευτο»).
Πιστεύουμε πως μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτήν την αποσπασματική μορφή γραφής του σκεπτικού της Μ.Τ.Κ. αμφιβάλλοντας προς στιγμή για την ύπαρξη ενός κειμένου ολοκληρωμένου. Πράγματι το απόσπασμα ενσαρκώνει στην ποίησή της αυτήν την απουσία: σχέδιο και ατελειοποίηση συγχρόνως, εκδηλώνει την επιθυμία και την βασική αδυναμία της ολοκλήρωσης του ποιήματος, που δεν μπορεί να υπάρχει παρά ως σπόρος, φύτρα, σε εμβρυϊκή κατάσταση, παρά ως μελλοντικό γίγνεσθαι. Η αισθητική του αποσπάσματος δηλώνει λοιπόν σε βάθος το βιβλίο που θα προκόψει, για να χρησιμοποιήσουμε τον τίτλο ενός βιβλίου του Blanchot. Τοποθετεί το ποίημα κάτω από το σημείο της μη ολοκλήρωσης που έχει επιλέξει και της ασαφούς διαφάνειας. Εξομοιώνει την ποιητική γραφή στο (όχι – τελειωμένο — στο μη – τελειωμένο) και στην αδυνατότητα αναγνώρισης διαμορφωμένων συνόλων.
Μέσα στο πνεύμα της Μελίτας Τόκα Καραχάλιου το απόσπασμα είναι αδιαχώριστο από την οδυνηρή συνείδηση της διάρθρωσης του εγώ, της ιδέας του χάους. Δεν αναγνωρίζει πως εμπνέεται από τον συμπατριώτη της Καζαντζάκη, που λέει: “από το χάος ερχόμαστε, στο χάος πηγαίνουμε, το μεσοδιάστημα το λέμε ζωή” (Ιδεογράμματα, σελ. 44) Αναπόφευκτα μας υπενθυμίζει μία επιγραμματική αντίληψη του κειμένου, όπως την έχουν εφαρμόσει πολλοί ποιητές και συγγραφείς, από τον Montaigne στον Valery, Michaux, Blanchot et Barthes περνώντας από τον Novalis στους αδελφούς Schlegel, Baudelaire……
Ανάμεσα λοιπόν στις δύο φόρμες, μεγάλη και μικρή, που εξαρτώνται βαθιά, εξ ίσου από τις συναισθηματικές της διαθέσεις παρά από τα καπρίτσια της, η Μ.Τ.Κ. κατόρθωσε να εδραιώσει, να παγιώσει την πνευματική της εμπειρία και, συνεπώς, το πιθανολογούμε, να διανοίξει μία οδό, να αρθρώσει μία φωνή προσωπική στο σύγχρονο ελληνικό ποιητικό τοπίο.
Χωρίς να ισχυριζόμαστε πως θέλουμε να εξαντλήσουμε την στυλιστική ιδιομορφία του έργου της, που είναι πλούσια και έχει μία χάρη αδιαμφισβήτητη, μας ενδιαφέρει πολύ ν’ ασχοληθούμε με μία πρωτότυπη μορφή της λογοτεχνικής δραστηριότητας της Μ.Τ.Κ.: είναι πως συγχρόνως, παράλληλα με την ειδικά ποιητική δημιουργία, περνάει από καιρό μία βαθιά σκέψη πάνω στην τυπογραφική διάσταση της κειμενικής οργάνωσης της ποίησής της και αυτό διά μέσου μιας επεξεργασίας λεπτολόγου μιας θεωρίας που ονομάζει: Το ιδεόγραμμα.
Με την κυριολεκτική έννοια του λόγου το Ιδεόγραμμα είναι το γραφικό σημείο, η γραφική ένδειξη που αναπαριστά την έννοια της λέξης και όχι τους ήχους. Θεωρούμε συνήθως ως παραδείγματα γραφής Ιδεογραμμικής την κινέζικη γραφή, στην αρχαία της μορφή. Το κινέζικο Ιδεόγραμμα έχει ως προέλευση το πικτογράφημα (σχέδιο απεικονιστικό στυλιστικό λειτουργεί ως ένδειξη γλωσσολογική) στο οποίο έχουνε προστεθεί (αποδοθεί) σημειογραφίες καθαρά ιδεογραμμικές (δείκτες και σύμβολα). Η φερόμενη προσοχή στην ιδεογραμμική αισθητική από τους συγγραφείς και τους φιλοσόφους της ανατολής (από τον Fenollosa στον Pound, από τον Caillois στον Σεφέρη και Derrida…) εξηγείται από την πρωτότυπη σχέση η οποία διακρίνεται ανάμεσα στην γραφική μορφή της ιδέας και η οποία αποκλείει την αναλυτική αποδόμηση του φωνητισμού. Αυτό επιφέρει μία άλλη σχέση ανάμεσα στις «Λέξεις και τα πράγματα», -για να θυμηθούμε τον τίτλο ενός βιβλίου του Foucault, ανάμεσα στη γλώσσα και τον κόσμο, μία άλλη αντίληψη των δυνατοτήτων της σκέψης και του λόγου και μεταρρυθμίζει εξ ολοκλήρου την προβληματική της λογοτεχικής αναπαράστασης. Η αναφορά στο Ιδεόγραμμα είναι έτσι συνδεδεμένη με μία κριτική του φωνοκεντρισμού και του λογοκεντρισμού και στην αναζήτηση μιας συμφωνίας άμεσης ανάμεσα στον λόγο και το πραγματικό, δια του οποίου ακυρώνεται η υπόθεση της ιδιότητας και της αρμοδιότητας, της καταλληλότητας του κοινού λόγου. Το Ιδεόγραμμα σχηματίζει ακριβώς εικόνα, και αποτελεί το μέσον εξαγοράς της ανακρίβειας των γλωσσών της ανατολής που διαστρέφονται από την φθορά. Μία τέτοια ερμηνεία της ιδεογραμματικής ιδεολογίας δεν είναι απαραίτητα πιστή στην κινέζικη γλώσσα. Υποδηλώνει κυρίως την εμμονή μιας λογοτεχνικής γραφής, που είναι, από μόνη της, μία επιβεβαίωση της παρουσίας του κόσμου, της φανερότητας της επικαιρότητάς της.
Επηρεασμένη βαθιά από αυτήν την γνώση και με σκοπό να πειραματιστεί πάνω σε καινούργιους τρόπους γραφής, η Μελίτα Τόκα Καραχάλιου αναγνωρίζει εκ των προτέρων πως εμπνέεται από τα «Καλλιγραφήματα» του Apollinaire, όπου η τυπογραφική διάταξη του στίχου σχηματίζει μία φιγούρα, σε σχέση με το «υποκείμενο» του κειμένου: η βροχή, η γραβάτα και το ρολόι, ένα τοπίο, ένα σιντριβάνι κ.τ.λ. Από αυτές τις δύο έννοιες λοιπόν, το Ιδεόγραμμα και το Καλλιγράφημα αφοσιώνεται στο να διευρύνει την έννοια και τις σημασίες για να επινοήσει, να συλλάβει ένα σχήμα, σύμφωνα με το οποίο, οι συντακτικοί, και οι ποιητικοί κανόνες ξεπερνιούνται, το σχήμα μπαίνει στην υπηρεσία του ποιητή, εναρμονίζεται με τον λόγο, μας μεταδίδει αισθητικές πληροφορίες δημιουργώντας μία οπτική πραγματικότητα. Το πάντρεμα αυτό σχήματος και νοήματος ακτινοβολεί δίνοντας συγχρόνως στο ποίημα μία πρωτοτυπία και έναν πλούτο εικόνων που προκαλούν την συγκίνηση και τη χαρά να βρίσκεται κανείς- μπροστά σε κάτι καινούργιο, ανακαλύπτοντας τη λυρική τόλμη, χωρίς όρια και χωρίς περιορισμούς, δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα απελευθέρωσης. Το 1995 αφιερώνει επίσης ένα βιβλίο εξ ολοκλήρου θεωρητικό στην αισθητική του ιδεογράμματος με τον τίτλο : «Από τον Θεόκριτο στο λογογράφημα» : Δοκίμιο πάνω στην ποιητική οπτική (Το Ιδεόγραμμα). Για τα κείμενα του Ιδεογράμματος η Μελίτα Τόκα Καραχάλιου επωφελήθηκε από το σύνολο των γνώσεών της που απέκτησε μέσα από τον τομέα της σημειολογίας οπτικές εικονογραφήσεις (σελ. 39 Ιδεογράμματα). Εκτός από κάποιες απομονωμένες προσπάθειες, σκόρπιες στις άλλες της ποιητικές συλλογές, αφιερώνει μία ολόκληρη ποιητική συλλογή στην εφαρμογή της θεωρίας της, με τίτλο: «Ιδεογράμματα» (σελ. 40). Αποτελείται από 15 ποιήματα, τα οποία αναφέρονται το καθένα σ’ ένα «υποκείμενο-θέμα» διαφορετικό, όπως σε μία διάθεση της ποιήτριας, σ’ ένα αντικείμενο, σ’ ένα φαινόμενο της φύσης, σ’ ένα σαλιγκάρι, κ.τ.λ. Ποιήματα όπου το σημείο, η τυπογραφική φράση ή η ιδεογραφική, μιμούνται ακριβώς τις καμπές του «πράγματος» που γράφεται. Το κείμενο π.χ. με τίτλο «Κομήτης» (σελ. 29, Ιδεογράμματα) και του οποίου το αυτούσιο γραμμικό δεδομένο είναι : «Τ’ αστέρια που λάμπουνε τα κοίταζα χωρίς να μ’ εντυπωσιάζουν. Το πέρασμά σου κράτησε, όσο κρατά στον ουρανό ένας κομήτης. Γι’ αυτό θα σε θυμάμαι.» (Ιδεογράμματα σελ. 29) Αυτό το κείμενο παρουσιάζεται στη σελίδα με το σχήμα ενός άστρου αιωρούμενου, με την χαίτη και την ουρά για να σημειώσει την φρενιτώδη διαδρομή του ηλιακού συστήματος.
Το άλλο ποίημα «Το επαναστατημένο μπαλόνι» (Ιδεογράμματα σελ. 25) του οποίου το κείμενο είναι «και μού πες είσαι ρευστή σαν αργό πετρέλαιο να σε αναλύσω στα συστατικά σου θέλω, ζωή να σου φυσήξω στα κύτταρα, στον ουρανό να λικνίζεσαι, επαναστατημένο μπαλόνι», αυτό το ποίημα σχηματίζεται με τη βοήθεια των γλωσσικών ενδείξεων, που το απαρτίζουν, το συνθέτουν, με το σχήμα ενός μπαλονιού στρογγυλού, δεμένου με μία κλωστή λεπτή να αιωρείται προς τον ουρανό για να συμβολίσει την ανυπακοή και την ανταρσία.
Πρόκειται λοιπόν για διασταύρωση, πάνω στο ίδιο επίπεδο δύο μηνυμάτων διαφορετικής φύσεως, το ένα απεικονιστικό, το άλλο γλωσσικό. Κάνει να συμπέσει το ορατό και το αναγνώσιμο, σύμφωνα με την διαδικασία της αιτιολογίας που τείνει να μετατρέψει το αυθαίρετο του λόγου, να συμπληρώσει την απόσταση ανάμεσα στις λέξεις κα τα πράγματα που εκπροσωπούν. Με την μεσολάβηση αυτής της καινούργιας φόρμας γραφής η Μελίτα Τόκα Καραχάλιου μοιάζει να θέλει να αντιπαραθέσει μία χρήση θαυμαστή και παιχνιδική των σημείων για να ξαναδώσει το βάρος τους και την πυκνότητά τους, σε μία άλλη χρήση ρυθμική, μηχανική και κοινωνική που δεν κάνει παρά να διασχίζει αυτά τα σημεία για να πάει ευθέως στην έννοια τους του αυθαίρετου, της υπόδειξης. Προσπαθεί να επιδοθεί σε έναν λόγο παρθένο, αδαμικό, δημιουργικό: ο λόγος της εγκαινιάζει τον κόσμο, κόβει μέσα στην ομοιόμορφη πραγματικότητα, σχήματα με κρόσσια από λέξεις που ρέουν από την βάπτισή τους.
Κάτω από την πέννα της το ιδεόγραμμα παίζει λοιπόν πάνω στο διφορούμενο του σημείου: συγχρόνως αφηρημένη υπόδειξη, ονοματολογία αλγεβρική του κόσμου, αλλά επίσης και σχήμα υποτυπώδες ή υλικό υποκατάστατο του αντικειμένου. Κάτω από την πέννα της (το αλφάβητο) η αλφάβητος δεν είναι πλέον ένας κώδικας, αλλά μία ήπειρος για εξερεύνηση. Η γλώσσα λοιπόν δεν χρησιμεύει πια ως μέσον, ως ερμηνευτής, ως εκπρόσωπος, αλλά ως υλικό για ερώτημα ώστε να καταλήξει σε έναν λόγο του σώματος κα της απόλαυσης η οποία, όπως ο σεισμογράφος, δεν επικοινωνεί παρά με ωθητικά κύματα. Παραπέμπουμε, ως υποστήριξη, σ’ ένα τόσο ωραίο ποίημα: (Η νύχτα γεννιέται υγρή, σελ. 40) με τίτλο «Τ’ ακροθαλάσσι», με την κυματοειδή μορφή, τα κύματα μέσα σε ανάπτυξη κυκλική, κινούνται αργά στην επιφάνεια του νερού μέχρι να σβήσουνε προοδευτικά, υποβάλλοντας έτσι την ιδέα του μοιραίου, του ανθρώπινου πεπρωμένου.
Σκεφτόμαστε επίσης ένα άλλο ποίημα, όχι λιγότερο ωραίο, που φέρει τον τίτλο: «Ο σαλίγκαρος» (Ιδεογράμματα, σελ. 33) που ορατοποιεί άψογα το μαλάκιο σε κατάσταση ύπνου στο εσωτερικό του κελύφους του, θέλοντας να συμβολίσει τον Έρωτα που εγκυμονεί, παραμονεύοντας την αναφλεγόμενη στιγμή, για να λάμψει, να ολοκληρώσει την σαρκική του απόλαυση.
Επιλέγοντας λοιπόν για την ιδεογραμματική της αισθητική η Μελίτα Τόκα Καραχάλιου ψάχνει σκόπιμα να διαφοροποιήσει τις μεθόδους της ευρυχωρίας των κειμένων της. Με την πλαστική κατάληψη της λευκής σελίδας, που σκοπός της είναι να διαβαστεί και να την κοιτάξει, να την περιεργαστεί κάποιος, εξομοιώνεται με τον ζωγράφο. Αδιάλυτη σχέση της γραφής και μιας ανάγνωσης που είναι τόσο πλαστική (σημείο για ταύτιση) όσο λογοτεχνική (κείμενο για κατανόηση) το Ιδεόγραμμα αντικαθιστά σ’ αυτήν το χρονικό και γραμμικό κύλισμα του κειμένου με την σφαιρική αντίληψη αυτού που ο Maurice Blanchot ονομάζει «Το λογοτεχνικό διάστημα». Καταγράφει περισσότερο μια ορατότητα παρά μία αναγνωσιμότητα (το εξωτερικό σχήμα των ποιημάτων της προσφέρει αυθόρμητα τον τίτλο και την έννοια του κειμένου), την προφορική αντήχηση της ανάγνωσης που εκλείπει προς όφελος μίας σύλληψης οπτικής μέσα στην απόλυτη σιωπή της σελίδας.
Για να κλείσουμε ανακεφαλαιώνοντας, υποχωρούμε στον πειρασμό να προτείνουμε πως η Μελίτα Τόκα Καραχάλιου αγαπά ενσυνείδητα να καλλιεργεί την λατρεία ανάμεσα στα δύο. Η ποίησή της παίζει θαυμάσια πάνω στην διακριτική ταλάντευση ανάμεσα στο εγώ και στον άλλο, το μήκος και την συντομία, την συμβατική διάταξη των στίχων κα το Ιδεόγραμμα, την ελληνική και τη γαλλική γλώσσα. Σ’ αυτό το τελευταίο θα πούμε με μεγάλο θαυμασμό πως έχει κερδίσει επάξια το συνυφασμένο στοίχημα σε κάθε λογοτεχνική μετάφραση, ακριβώς για την αναδημιουργία του πρωτότυπου κειμένου (στην ελληνική) σε μία άλλη γλώσσα (τη γαλλική) χωρίς αυτή η διεξαγωγή η διαγλωσσική και διαπολιτισμική να θυμίζει το κείμενο το ίδιο. Πράγματι, μη γνωρίζοντας την ελληνική γλώσσα, σε καμία στιγμή δεν αισθανθήκαμε πως η γαλλική απόδοση των ποιημάτων της είναι μία λογοτεχνική μετάφραση της ελληνικής στη γαλλική γλώσσα, η εντύπωση που απορρέει είναι πως είναι γραμμένα τα ποιήματά της απ’ ευθείας στη γαλλική γλώσσα.
Αυτή η πολυδιάστατη τοποθέτηση μέσα στο ανάμεσα σε δύο, προσδίδει στην ποίηση της Μελίτας Τόκα Καραχάλιου μία γοητεία στην οποία μόνον οι φωτισμένοι ποιητές, οι οραματιστές, μπορούν να διεκδικήσουν, να αξιώσουν.

Rachid Benhaddou
Καθηγητής – Ερευνητής στο Τμήμα Φιλολογίας και Ανθρωπίνων Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Fes, Μαρόκο

-Κριτικός Λογοτεχνίας και μεταφραστής.

.

ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΥ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΤΣΙΜΗΣ

ΕΝΕΚΕΝ Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2011

Δύο ποιητές συστεγάζονται σε μία συλλογή. Δεν είναι κάτι εντελώς παράξενο και ασυνήθιστο. Έχει ξανασυμβεί. Στην περίπτωση αυτή συντρέχουν οι εξής ιδιαιτερότητες:

Πρώτον, το βιβλίο είναι δίγλωσσο. Στην αριστερή σελίδα είναι τυπωμένα τα ποιήματα στα γαλλικά και στην δεξιά στα ελληνικά. Δεύτερον, στο πρώτο μισό του βιβλίου παρατίθενται τα ποιήματα του Julien Kilanga Musinde, διευθυντή της κατανομής της γαλλικής γλώσσας και των εταίρων γλωσσών στον Διεθνή Οργανισμό της Γαλλοφωνίας γραμμένα στα Γαλλικά και μεταφρασμένα από την ποιήτρια Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Στο δεύτερο μισό του βιβλίου παρουσιάζονται τα ποιήματα της Τόκα-Καραχάλιου, γραμμένα στα ελληνικά και μεταφρασμένα στα γαλλικά από την ίδια.

Αν και όλοι γνωρίζουμε ότι ένα ποίημα που μεταφράζεται είναι πάντα ένα διαφορετικό ποίημα από το αρχικό, φαίνεται ότι η βαθύτερη ψυχική συγγένεια που είναι έκδηλη στους δύο αυτούς ποιητές, βοήθησε τη μεταφράστρια να αποδώσει πολύ όμορφα τα αρχικά ποιήματα του Kilanga και να κρατήσει το φρέσκο άρωμα τους και τον ρυθμό και τη μουσική που τα χαρακτηρίζουν. Η ποιητική της ιδιότητα εξάλλου σίγουρα συνέβαλε σ’ αυτό, με αποτέλεσμα το βιβλίο αυτό να πάρει το μετάλλιο για «τον διάλογο των πολιτισμών», από τις χρυσές λέξεις της Γαλλοφωνίας, Παρίσι 2010.

Είκοσι πέντε ποιήματα λοιπόν του Kilanga στο πρώτο μισό του βιβλίου. Ήχοι και μυρωδιές, ο ρυθμός του χρόνου και της σιωπής, μια αίσθηση ελευθερίας και καθαρού αέρα διαποτίζουν την ποίηση του. Έρωτας χιμαιρικός και ονειρικός, το ταξίδι του Οδυσσέα ποιητή, το τραγούδι των προγόνων που κυλάει στο αίμα του, τα δάκρυα καταρράκτες που αφρίζουν μέσα στη συλλογή. Ο θάνατος που γνέφει από μακριά, η χαμένη Εδέμ, η ζωή που δεν ζούμε επίσης θέματα που αγγίζει ο ποιητής. Λυρικός, σωματικός και γεμάτος ζωντάνια πάλλεται ο λόγος του που προσπαθεί να βρει μια διέξοδο στον παράλογο κόσμο που ζούμε.

Είκοσι πέντε ποιήματα και της Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου στο δεύτερο μισό του βιβλίου ισορροπούν τη διπλή αυτή ποιητική συλλογή. Εδώ βλέπουμε πάλι την περιπλάνηση και το ταξίδι, τη δίψα για ζωή, την ερωτική επιθυμία που ξεπροβάλλει απτή και κόκκινη, τη σιωπή της μνήμης.

Ένα βιβλίο σαν κύκλος που ξεκινάει και κλείνει ανάμεσα στους δύο αυτούς ποιητές, διαφορετικών εθνοτήτων, γλώσσας, ηλικίας, χρώματος, που μιλάει όμως για τα πανανθρώπινα δέματα και αποδεικνύει την καθολικότητα τελικά της ποιητικής γλώσσας.

.

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΜΑΡΟΥΔΗΣ

ΝΟΥΜΑΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ – ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2011 ΤΕΥΧΟΣ 130

Το βιβλίο αποτελεί επιτυχημένη συνάντηση δύο ποιητών, αναγνωρισμένων στις χώρες τους, αλλά και διεθνώς, με βραβεία και διακρίσεις. Η συνεισφορά τους: από είκοσι πέντε ποιήματα ο καθένας, γραμμένα στα γαλλικά και μεταφρασμένα στη συνέχεια στα ελληνικά. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε πως η συλλογή ανήκει στη σειρά «Poesie Francophone», Γαλλόφωνη Ποίηση, η οποία διευθύνεται από τον Denis Emerine και είναι η πρώτη όπου βρίσκουμε ένα διάλογο μεταξύ μιας γυναίκας και ενός άνδρα και μάλιστα από δύο ηπείρους, την Ευρώπη και την Αφρική από δύο πατρίδες, το Κογκό και την Ελλάδα.

Στη σύντομη, εκ των πραγμάτων, αυτή μας αναφορά, επιθυμώ να επισημάνω τέσσερα σημεία. Πρόκειται για Καθαρή Ποίηση, άριστης ποιότητας με έναν λεπτότατο γυναικείο ερωτισμό για τη Μελίτα και την προφορική σοφία της αφρικανικής παράδοσης για τον Ζουλιέν, με υπόβαθρο και για τους δύο τους την αρχαιοελληνική γραμματεία και σκέψη καθώς και τη γαλλική λογοτεχνία. Και οι δύο φωνές τους, περιστέρια δίδυμα, από τον Βορρά και τον Νότο, αναζητούν την εσωτερική αλλά και την εξωτερική ειρήνη, τον ανθρωπισμό, την ευτυχία.

Γλώσσες εταίροι: αποτελεί αξίωμα της Γαλλοφωνίας ο διάλογος μεταξύ των γλωσσών και των πολιτισμών. Η διεθνής γαλλική δεν ισοπεδώνει αλλά αντίθετα, με απόλυτο σεβασμό προς την ετερότητα, γεφυρώνει τις γλώσσες και τους ομιλητές. Και ακριβώς αυτό εικονογραφείται θαυμάσια με τη συλλογή σε αρκετά σημεία.

Τρίτο σημείο: τα γενικότερα θεωρητικά αλλά και τα πολλαπλά ειδικότερα πρακτικά προβλήματα κατά τη μετάφραση της ποίησης, στο σύνολο της συλλογής. Στην αφελή άποψη για το «αμετάφραστον» ή το «δυσμετάφραστον» της ποιήσεως, το εγχείρημα αποτελεί ένα απόλυτα επιτυχημένο παράδειγμα, για το οποίο θα πρέπει να αποδοθούν εύσημα στην ευαίσθητη Ελληνίδα ποιήτρια Μελίτα Τόκα -Καραχάλιου, στην οποία και οφείλουμε και την αριστοτεχνική απόδοση στη γλώσσα μας των 25 ποιημάτων του Καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας Κιλάνγκα. Και αποτελεί πραγματική πρόκληση για τον αναγνώστη, ιδιαίτερα μάλιστα τον δίγλωσσο, η αντιπαράθεση του πρωτοτύπου και της απόδοσης του.

Τέταρτο σημείο – πρόταση: να δοθεί, σε Μεταπτυχιακό επίπεδο σπουδών, για μια σε βάθος μελέτη των πηγών έμπνευσης, των εικόνων, της κάποτε καλά κρυμμένης ευφωνίας, του διαλόγου. Και να

φθάσει, στους καιρούς της ποιητικής ξηρασίας, μέσω των εκπαιδευτικών, σε τρυφερές νεανικές υπάρξεις. Η συλλογή που είναι πρόσκληση Και πρόκληση για ένα ποιητικό ταξίδι στα άδυτα δύο πλουσιότατων ποιητικών υπάρξεων. Να ευχηθούμε: καλοτάξιδο!

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

1.

ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 154 ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ – ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2011

Μονολογική τέχνη – εξ οριομού – η ποίηση. Ιδιωτική ασχολία, όπως το πλέξιμο και το κέντημα (μόνο που δεν έχει τις αντίστοιχες οικονομικές απολαβές – όταν ασκείται επαγγελματικά). Σκέφτομαι συχνά, όταν λαμβάνω, ως κριτικός, συλλογές στιχουργημάτων που φιλοτέχνησαν άγνωστοι σε εμένα άνθρωποι, ότι οι ποιητές είναι το «άλας της γης». Χωρίς αυτούς θα ήταν άχαρη η ζωή μας, πεζή, χωρίς διέξοδο στο Αόρατο, χωρίς δυνατότητα κατάδυσης στο Άγνωστο. Οι λέξεις, στην καθημερινή τους χρήση έχουν ευτελισθεί και λειτουργούν ως εργαλεία στο τεράστιο παζάρι αισθημάτων, ιδεών, φιλοδοξιών των πάσης φύσεως αρπακτικών και ματαιοκαμάτων. Χάρις όμως στους ποιητές, χάρη στην ανιδιοτελή φροντίδα και αγάπη για την επαναφόρτισης των φθαρμένων λέξεων με το πρωταρχικό τους νόημα, στα μέτρα του ανθρώπου, αναβαπτιζόμεθα στα νάματα της αιωνιότητας κι αισιοδοξούμε για το μέλλον, για την ολόλαμπρη Αυγή που θα έρθει μετά από τόσο σκοτάδι που έχει πλακώσει τις καρδιές μας σαν ταφόπλακα.

Η γαλλόφωνη ποίηση (πρωτότυπη ή μεταφρασμένη) είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο στον παγκόσμιο λογοτεχνικό χάρτη. Μακριά από τον πραγματισμό και τον αδιέξοδο αυτοψυχαναλυτικό υλισμό της αγγλοσαξονικής ποίησης και τον μεγαλοϊδεατισμό άλλων «εθνικών» λογοτεχνιών, οι Γάλλοι έχουν μάθει να αποδέχονται και να «ακούνε» τους ποιητές άλλων γλωσσών, τους τυπώνουν σε ανθολογίες ή σε ατομικές βιβλιογραφικές επιδόσεις, τους βραβεύουν σε διαγωνισμούς γαλλόφωνης ποίησης.

Έφτασε στα χέρια μου ένα σαγηνευτικό τομίδιο, δίγλωσσο, όπου δυο ποιητές, συνομιλούν παραλλήλως και «κεντούν» τον ιστό της Πηνελόπης, που δεν είναι απλώς πιστή στην ιδέα της συζυγικής πίστης, αλλά είναι πιστή στα ιδιαίτερα οράματα κι απαιτήσεις της υψιπετούς ατομικής της ψυχής, που δεν συμβιβάζεται, δεν βολεύεται, δεν συνθηκολογεί, μόνο ξέρει να ονειρεύεται.

Η Μελίτα Τόκα Καραχάλιου και ο Ζουλιέν Κιλάνγκα Μουζέντ είναι δυο τίμιες, ειλικρινείς κι «εσωτερικές» ποιητικές φωνές, που μας κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων της πολύχρωμης, ευαίσθητης (αλλά ουχί ευάλωτης) ύπαρξης τους. Επανέρχονται και ποικίλλονται τα συνήθη ποιητικά θέματα: του έρωτα, του θανάτου, της μοναξιάς, της απουσίας του Άλλου, της αναζήτησης της ολοκλήρωσης μέσα στα δεσμά της υλικής σάρκας, η αγωνία για το Αύριο, το κυνήγι του Αγνώστου – ως επιθυμητής οδού αποδράσεως από τη φυλακή της επίγειας ύπαρξης, ο καλώς εννοούμενος ρομαντισμός, η χαμηλόφωνη αρμονία που πηγάζει λες από τη μουσική των ουρανίων σωμάτων – αυτή που μόνο οι ερωτευμένοι, οι ποιητές και οι αθώοι αντιλαμβάνονται.

Η σιωπή και η κραυγή, το άσπρο και το μαύρο, το θετικό και το αρνητικό, η παρουσία και η απουσία, η πλήρωση και η στέρηση, δίνουν τον θεματικό τόνο υψηλών πνευματικών συχνοτήτων, όπως αντηχούν στον διπολικό κόσμο του Φωτός και της Σκιάς, του Καλού και του Κακού, όπου βρεθήκαμε να ζούμε, κι αναλογιζόμαστε διαρκώς για την σκοπιμότητα αυτού του θεάτρου που είναι ο κόσμος.

Θερμά συγχαρητήρια και στις δύο ποιητές, και κυρίως στους Γάλλους εκδότες που υποστηρίζουν την υπόθεση της Ποίησης για το καλό του Κόσμου και του Ανθρώπου.

2.

ΕΛΕΥΕΡΟΤΥΠΙΑ

Διαμάντια στη δίνη του χρόνου

Σπανίως παίρνω στα χέρια μου ποιητικές συλλογές τόσο συγκινητικές κι ενδιαφέρουσες, πέρα από τα όρια μιας τέχνης εξ ορισμού μονολογικής, όπου δύο ποιητές συνδιαλέγονται κι ανταλλάσσουν τις εκφραστικές τους παρακαταθήκες. Και ξεκινώ με τα βιογραφικά τους. Ο Ζουλιέν Κιλάνγκα Μουζέντ γεννήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου του 1950 στη Δημοκρατία του Κονγκό, είναι παντρεμένος και πατέρας έξι παιδιών, διδάκτωρ Γαλλικής Φιλολογίας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Lubumbashi. Σήμερα διατελεί διευθυντής της κατανομής της Γαλλικής Γλώσσας και των εταίρων γλωσσών στον Διεθνή Οργανισμό της Γαλλοφωνίας. Λυρικός ποιητής, με πολύχρωμους εσωτερικούς τόνους, κινείται μεταξύ ρομαντισμού και υπαρξισμού, προσπερνώντας τον μοντερνισμό και νοσταλγώντας τον κλασικισμό. Η ποίησή του είναι γεμάτη ευρωπαϊκό ιδεώδες και ελληνορωμαϊκή κοσμοαντίληψη-μυθολογία. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό -και για τους δύο ποιητές- που συνάντησε την Ελληνίδα Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και είναι πτυχιούχος της Γαλλικής Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, με μεταπτυχιακές σπουδές στη Σορβόνη. Ποιήτρια χαμηλών τόνων και πολυεπίπεδης εσωτερικότητας, μοιράζεται τον πλούσιο ψυχικό της κόσμο με τον αναγνώστη των λεπταίσθητων τεχνουργημάτων της. Σε έναν σύγχρονο κόσμο που βιώνει τις επιπτώσεις μιας πολυδιάστατης πολιτισμικής κρίσης, η πρωτοβουλία γαλλικών εκδοτικών οίκων να επιμένουν να τυπώνουν ποιητικές ανθολογίες ή διαλόγους ανθρωποκεντρικών και ευρωπαϊκό – κεντρικών ποιητών είναι αξιέπαινη και πρέπει να βρει μιμητές και στους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους. Εν τέλει, από αρχαιοτάτων χρόνων, η ποίηση είναι το μόνο προϊόν αυτής της ταλαίπωρης χώρας μας. Ας τη διασώσουμε κι ας την προφυλάξουμε από τη σκόνη του Χρόνου. «Στα άδυτα της ύπαρξής μου», από τον Ζουλιέν Κιλάνγκα-Μουζέντ και από τη Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου: ένα ποιητικό διαμάντι που αξίζει την προσοχή.

.

ΑΠΟΙΚΙΑ ΚΟΧΥΛΙΩΝ

JULIEN KILANGA MUSINDE

Γαλλικό Ινστιτούτο 2009 από Julien Kilanga Musinde

Κυρίες και Κύριοι Με χαρά ξαναβρίσκομαι ανάμεσα σας αυτό το βράδυ, εδώ στη Θεσσαλονίκη, με την ευκαιρία της παρουσίασης της ποιητικής συλλογής της Κυρίας Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου κατοίκου αυτής της χώρας, αλλά κυρίως της ποιήτριας της οποίας το έργο τιμά τη γαλοφωνία.
Θα ήθελα πριν απ’ όλα να ευχαριστήσω το Γαλλικό Ινστιτούτο της Θεσσαλονίκης που σκέφτηκε τη συμμετοχή μου σ’ αυτήν την εκδήλωση και διαμέσου εμού το Διεθνή Οργανισμό Γαλλοφωνίας του οποίου ο Γενικός Γραμματέας, ο Πρόεδρος Κύριος Αμπντού Ντιούφ, μου ανέθεσε να σας μεταφέρω τον εγκάρδιο του χαιρετισμό. Αυτή η συνάντηση αποκτά μία ιδιαίτερη σπουδαιότητα και μια βαθιά σημασία για τον Διεθνή Οργανισμό της Γαλλοφωνίας.
Σπουδαιότητα ιδιαίτερη διότι επιτρέπει να αξιοποιηθεί η προσωπικότητα αυτής της Ελληνίδας, που είναι πολίτης του κόσμου, η οποία με το έργο της είχε τη γνώση να βάλει δίπλα-δίπλα τη γαλλική και την ελληνική γλώσσα. Αυτή η συνάντηση έχει επίσης μιά βαθιά σημασία για τη Γαλλοφωνία, διότι απεικονίζει καλά μία πτυχή της δραστηριότητας της, που συνδέεται με την προσφορά των συγγραφέων και των γαλλόφωνων λογοτεχνιών στην ακτινοβολία της γαλλικής γλώσσας μέσα στον κόσμο και στη συνύπαρξη της με τις άλλες γλώσσες.

Ας μου επιτραπεί λοιπόν να ευχαριστήσω όλους εσάς, που θυσιάζοντας λίγο από τον χρόνο σας στηρίζετε την αποψινή βραδιά. Κυρίες και Κύριοι Εκλεκτοί Προσκεκλημένοι
Η αποψινή μου ομιλία είναι τιμή και χαρά μαζί.
Όταν η Μελίτα μου ζήτησε να πω λίγα λόγια με την ευκαιρία της παρουσίασης της ποιητικής της συλλογής, δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στην ευχαρίστηση να έρθω σ’ αυτόν τον τόπο που αποτελείται από προσωπικότητες, από συγγραφείς, από συναδέλφους, και φίλους με τους οποίους μοιραζόμαστε μια κάποια άποψη της λογοτεχνικής γραφής. Ένα απλό ευχαριστώ είναι λίγο.

Θα ήθελα ν’ απευθυνθώ σε σας φανερώνοντας σας κάποιες σκέψεις τις οποίες μου ενέπνευσε το άτομο Μ.Τ.-Κ. και η ποιητική της συλλογή «Αποικία κοχυλιών» που τιμούμε σήμερα.
Η Κυρία Μ.Τ.-Κ. γυναίκα καλλιεργημένη, συγγραφέας ενός έργου, στο οποίο είναι διάχυτη μία εξαιρετική ευαισθησία, πολίτης του κόσμου και κυρίως μία γαλλόφωνος πεπεισμένη, θέλει να δημιουργήσει δεσμό ανάμεσα στους λαούς διά μέσου της γλώσσας και της λογοτεχνίας. Το νεωτεριστικό έργο αυτής της αξιαγάπητης ύπαρξης, σχετικά με το γραπτό λόγο, αποτελεί μία συμβολή στον εμπλουτισμό της γαλλικής γλώσσας, της γλώσσας με την παγκόσμια τάση.

Αυτή η ύπαρξη έχει τη γνώμη πως όταν κανείς εισδύει μέσα στο ταξίδι της γραφής πρέπει να γνωρίζει ότι δεν πρόκειται για την αναζήτηση καινούργιων τόπων, αλλά ως επί το πλείστον για να έχει μια καινούργια ματιά. Αναμφίβολα λοιπόν στην αναζήτηση αυτής της καινούργιας ματιάς επιφέρει το καινούργιο φανταστικό. Η Μελίτα ελευθερώνει όλες τις δυνάμεις της για να καινοτομήσει μέσα σ’αυτό το λογοτεχνικό έδαφος, το τόσο γόνιμο. Πιστεύει σ’αυτό αληθινά;
Ναι, διότι η δύναμη του δημιουργού
έγκειται στο να επιφέρει μία
καινούργια ματιά, απροσδόκητη στην
πραγματικότητα στην οποία είμαστε
περισσότερο συνηθισμένοι.
Η Μελίτα σε ένα πλάνο έχει
καλλιτεχνικές απαιτήσεις και μία
γλώσσα καινούργια, που από μόνη της
εκφράζει την πρωτοτυπία της, για να
μας αποδείξει πως οτιδήποτε το
ανθρώπινο δεν της είναι άγνωστο.
Να λοιπόν το έργο του οποίου σήμερα
θέλουμε να διαπεράσουμε τα τρίσβαθα.
Η «Αποικία κοχυλιών» με εξώφυλλο
που απεικονίζει ένα κοχύλι, ανοίγει με
μία ενδεικτική λέξη, που
αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο όλου του έργου. «Τίποτα πιο γλυκό από τον Έρωτα»
και ακολουθεί ένα ιδεόγραμμα χαρακτηριστικό επίσης: «Στο δικό μου μπάρκο μοναδικός επιβάτης ταξιδεύεις». Μία ωραία συλλογή με εύκολη ανάγνωση στα
Γαλλικά.
Θα ήθελα να τη διαβάσω, όπως έχω διαβάσει απολαμβάνοντας τους αρχαίους Έλληνες ποιητές, όπως τη Σαπφώ, τον Όμηρο, τον Ανακρέοντα. Αυτά τα κείμενα ξυπνούν μέσα μου τη δίψα της μάθησης της νεοελληνικής
γλώσσας.
Να είναι άραγε αυτό το αίσθημα που με διαπερνά όταν διανύω αυτά τα 20 ποιήματα με το άνισο μήκος;

Το σημάδι του Βορρά
Η δύναμη της δημιουργίας
με αντανακλάσεις πάνω στο τζάμι ξεγυμνώνει και ντύνει τά τοπία σου με πέταλα καί φύλλα. Αιμάτινη κηλίδα η επιθυμία, αισθησιακή φτερούγα του πινέλου σου, με ίχνη διάρκειας μακράς, χρώματα ανοξείδωτα αποστηθίζει. Ή γόνιμη μέρα βεβαιώνει τις γεωμετρίες της κι απολαμβάνει την τροχιά της. Και δίχως στάχτη βορράς μέ έναν γλάρο σ’ έκσταση. Μέσα στον κατοικημένο αγέρα ατέλειωτες οι προεκτάσεις και μία σειρήνα παπαρούνα, μέλισσα ή αλητάκι γλυκό φορώντας τις ευωδιές του,
σημάδι του δικού σου πεπρωμένου,
στην άκρη του νερού
σου τραγουδά.
– Από πάντα
Από πάντα
με το δικό μου αίμα κυκλοφορείς
-Εσύ
Ασύνορος ο Έρωτας
στην αύρα της αυγής φωλεμένος.
Πάει καιρός πολύς που αντιλαλείς
στα κάθυγρα τοπία μου.
Εσύ, ο δικός μου πρίγκηπας με τα
κρίνα.

Η «Αποικία κοχυλιών» είναι λοιπόν ένα πραγματικό ταξίδι, του οποίου το τελικό λιμάνι είναι πάλι ένα ιδεόγραμμα:
-Πάλι
Και απόψε πάλι στις σκέψεις μου
καθρεφτίζομαι
Είδωλο θυελλώδες εσύ.

Όλα αυτά για να πει:
Ποτέ – Πάντα
κάθε στιγμή πεθαίνεις.
Κάθε στιγμή ξαναγεννιέσαι.
Διαφορετικός.
Ποτέ ο ίδιος.
Μέσα σου κουβαλάς ουσία
από πολλούς εαυτούς.
Ανεξερεύνητους, άγνωστους. Φανταστικά ωραίους.
Ενώ στον καθρέφτη του Χρόνου, σαν βουερός ποταμός, ρέουν οι λέξεις σου διαυγείς.
Αναλλοίωτες ζουν, αντανακλώντας πάντα τους ίδιους ήχους, το Ίδιο ρίγος.
Άλλη μια φορά, ο Έρως που άνοιξε τις πρώτες σελίδες της «Αποικίας Κοχυλιών» έρχεται να κλείσει την τελευταία σελίδα που αντικατοπτρίζει την πνοή ενός ακόρεστου πόθου :

«Ακούω ακατάπαυστα, τον
αναστεναγμό του ανέμου με
κλυδωνισμούς να με σπρώχνει στην
ωκεάνια ανυπαρξία »
Τι άλλο να πει κανείς γι’ αυτό το έργο με τις αναρίθμητες απηχήσεις. Κάποιοι θα αναζητήσουν την ιδιαίτερη δέσμευση της δημιουργού μέσα στο χώρο της. Αυτή είναι μια άποψη των πραγμάτων. Αλλά το ότι αυτή η άποψη μπορεί να κρύβει ένα μέρος της αλήθειας κι ότι οι αναλύσεις της μπορούν να συμβάλουν στο να γίνουν πιο αισθητές κάποιες απηχήσεις του έργου, κανείς δεν θα σκεφτόταν να το αμφισβητήσει. Κι αν καλύπτει κάποιες πλευρές, είναι γιατί η ευφυΐα δεν δύναται σε καμιά περίπτωση να υποκύψει σ’ όλες αυτές τις απαιτήσεις, είναι ευφυΐα μάλιστα λόγω του ότι απομακρύνεται απ’ αυτές. Ο καλλιτέχνης, ακόμη και σε ακραίες περιπτώσεις στις οποίες η ατομική παρόρμηση συμπίπτει με την παρόρμηση του κοινωνικού χώρου, δεν είναι αυτός παρά μόνο γιατί ενσαρκώνει το κοινό ιδανικό με μια μορφή που είναι η δική του μορφή κι ο καρπός των πεποιθήσεων του.
Συνάντησα τη Μελίτα για πρώτη φορά πριν από δύο χρόνια περίπου, σ’ αυτήν την ανθρώπινη όαση την απομακρυσμένη απ’ όλες τις θύελλες του κόσμου μη γνωρίζοντας ότι μια μέρα θα μοιραστούμε το ποτήρι που μας προσφέρει σήμερα η πλούσια
ποίηση της που δεν άργησε να μας απλώσει τα χέρια, όπως ανάφερε κάποιος Γάλλος συγγραφέας « Το Άργος μας καλεί, η Σπάρτη μας απλώνει τα χέρια » γιατί να μην πω, η Μελίτα μας κάλεσε και η « Αποικία κοχυλιών » μας άπλωσε τα χέρια.

Κυρίες και Κύριοι. Αγαπητοί συνάδελφοι,
Εξερευνώντας το ποιητικό σύμπαν της Κυρίας Μελίτας Τόκα Καραχάλιου, θα διανύσετε το οδοιπορικό του ταμπεραμέντου και, του στυλ της όπου η λέξη έχει λεχθεί, γραφεί, καταγραφεί. Από τη στιγμή που έχει γραφεί, διαλύεται. Η Μελίτα, κατ’ εικόνα των υπάρξεων με λαμπερό πεπρωμένο που μας δείχνουν νέες απόψεις παροτρύνοντας μας στην
ουσία της ζωής και προς ανώτερες σφαίρες, επαγρυπνεί με τη λέξη ” κι η λέξη γίνεται λύχνος κρεμασμένος στη σιωπή, τη σιωπή της λέξης. Το κείμενο ξεπηδά, διαρθρώνεται μεταξύ αμφιβολίας κι αβεβαιότητας, προσπαθεί να σβήσει τη σιωπή, να εξαφανιστεί πίσω από τ’ αποσιωπητικά που προηγούνται απ’ αυτό. Η Μελίτα κατάφερε να το κάνει μέσα από το έργο της που τιμούμε σήμερα. Ανοίγοντας τις πρώτες σελίδες αυτής της συλλογής και κλείνοντας την τελευταία σελίδα, πίστεψα πως θα μπορούσα να την τελειώσω μ’ αυτές τις λέξεις της απήχησης της συλλογικής συνείδησης του αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη ζωή και στην αναζήτηση αξιοπρέπειας ενώ πιστεύουμε πως εισχωρούμε στα άδυτα της γαλήνης. Κάθε υποψιασμένος αναγνώστης σίγουρα θα βρει υλικό στοχασμού. Σας προσκαλώ λοιπόν να προσεγγίσετε αυτό το έργο διότι, πρέπει να γνωρίζετε πως μια λογοτεχνία είναι φτιαγμένη από έργα αλλά κι από ανάγνωση, δεύτερη ανάγνωση. Η σιωπή όσον αφορά τα
έργα, τα εγκλωβίζει, επιθέτει καινούργια στρώματα μη κατανόησης επάνω σ’ αυτά.
Όσον με αφορά, εισήλθα στην Αποικία κοχυλιών όπως σ’ ένα ναό όπως αυτός ο ευσεβής γέροντας που πρόσμενε από καιρό την παρηγοριά των απογόνων τον και ο οποίος είχε δεχτεί τη θεία αποκάλυψη ότι θ’ ατένιζε τη μεσσιανική εμψύχωση κατά τη διάρκεια της ζωής του. Και να που ήταν εδώ οι απόγονοι του : δυο περιστέρια το ένα πλάι στο άλλο : η γαλλική και η ελληνική γλώσσα. Μου επιτρέπεται να πω κλείνοντας : τώρα, γνωρίζω την γαλήνη, χάρη στην « Αποικία κοχυλιών » της Μελίτας.
Σταματάω εδώ ελπίζοντας πως η ηχώ της φωνής μου θα ακουστεί καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της βραδιάς. Σας ευχαριστώ.

ΜΕΛΙΤΑ ΤΟΚΑ ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Αποικία Κοχυλιών – Colonie de Coquillages
Παρουσίαση Γαλλικό Ινστιτούτο Πέμπτη 19 Μάρτη 2009

“Η ορθή γραφή ενός συγγραφέα με τις καμπύλες γραμμές της εμπεριέχει ποικίλα νοήματα, ιδέες απεριόριστες “τονίζει ο Julien Kilahga- Musinde. Αυτές τις καμπύλες γραμμές της πέμπτης ν δίγλωσσης ποιητικής μου συλλογής με τίτλο «Αποικία κοχυλιών» μας αποκαλύπτει απόψε ο
ίδιος. Ποιος να το ‘λέγε πως ο Διευθυντής Γλωσσών και Γραφής του Διακρατικού Πρακτορείου Γαλλοφωνίας με έδρα το Παρίσι, θα μου έκαμνε την πολύ μεγάλη τιμή να έρθει εδώ απόψε να μιλήσει για την ποιητική μου συλλογή. Από το βάθη της καρδιάς μου τον ευχαριστώ θερμά.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στη Madame Piquet για την θερμή υποστήριξη της και στον Δ.Χ. Γουνελά, αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, για την εκτίμηση που έχει για το έργο μου.
Οφείλω να ευχαριστήσω τον εκδότη μου Γιώργο Χατζηϊακώβου για την άψογη συνεργασία μας. Φίλες και φίλοι καλωσήρθατε. «Μόνον οι λέξεις σου, αποικία κοχυλιών από ασήμι και φως στο βυθό της καρδιάς μου αρμενίζουν».
Είναι ένα απόσπασμα από ένα μου ποίημα. Ο λόγος είναι η πρώτη ύλη που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να εκφραστεί. Ο λόγος, το άτομο που λέγεται λέξη, κατά τον Μαγιακόφσκη με τα γράμματα και τις συλλαβές ελευθερώνει ενέργεια. Οι λέξεις περιέχουν ουσία αφθαρσίας, έχουνε πλούσιες δυνατότητες.
Άλλες είναι πικρές, γλυκές,συναρπαστικές, τρομακτικές, ερωτικές. Είναι όμως διαχρονικές, αναλλοίωτες στο χρόνο.
Όταν ζούμε τη δίνη ενός έρωτα εκφραζόμαστε με λέξεις, που διατηρούν πάντοτε την ίδια δύναμη.
Ενώ τα αισθήματα μας αμβλύνονται, αλλάζουν, οι λέξεις ζουν εσαεί αδιάφθορες, δεν αδειάζουν ποτέ από το περιεχόμενο τους, είναι πάντοτε φρέσκες, χωρίς ρυτίδες, με μυρωδιές διαχρονικές.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο -τρίπτυχο Έρως-χρόνος λέξεις, είναι γραμμένα τα
ποιήματα αυτής της ποιητικής συλλογής.

.

ΑΝΑΦΛΕΞΗ ΣΤΙΓΜΩΝ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Δευτέρα 29. Νοεμβρίου 2004, 8′ μμ
Κεντρική Βιβλιοθήκη Δήμου Θεσσαλονίκης

Η Μελίτα Τόκα Καραχάλιου έχει εκδώσει όλες μαζί έξη ποιητικές συλλογές από το 1980 μέχρι σήμερα, έχει δημοσιεύσει και σε περιοδικά μεμονωμένα ποιήματα και έχει γράψει και ένα μικρό
δοκίμιο περί ποιητικής. Η παρούσα συλλογή περιλαμβάνει 33 μικρά σε έκταση ποιήματα που έχουν έναν κοινό θεματικό πυρήνα, μια περιγραφή της ευφορικής στιγμής, όπως φαίνεται και από τον τίτλο
«Ανάφλεξη Στιγμών». Επαναλαμβάνω μια περιγραφή το πως ο ποιητής νιώθει αυτή την ευφορική στιγμή και περιορίζει το χρόνο σε μια στιγμή. Δηλαδή υπάρχει χρονικότητα και καταλήγει να πιάνει εκείνη τη στιγμή της Ανάφλεξης με άλλα λόγια. Εκφράζει δηλαδή προσωπικά και υποκειμενικά συναισθήματα.
Μετά από δύο επιγραμματικές εκφράσεις δικές της που η μια έχει ως εξής: Κάθε λεπτό είναι αταξίδευτο, πιάνει το αντικείμενο σε μια κατάσταση που ακόμα δεν έχει ξεκινήσει. Αυτό είναι το λεπτό και επομένως είναι το ανάλογο με τη στιγμή. Και η άλλη έκφραση της:
Ένα καράβι
Χαρακιά στου χρόνου του σώμα.
Ανάφλεξη Στιγμών
Είναι δηλαδή το μότο που έχει χρησιμοποιήσει για τη συλλογή αυτή.
Και επαναλαμβάνω το πρώτο ποίημα έχει τον τίτλο « Άγια Στιγμή» και διαβάζει κανείς τα εξής. Σας έχω μοιράσει μια φωτοτυπία, θα ήθελα να βλέπατε και εσείς μόνοι σας τα ποιήματα και όχι μόνο να τα ακούτε.
Φυλαχτό να φοράς την Άγια Στιγμή.
Μέσα άπό φεγγερές στοές
να μπαίνεις στο αλώνι της σελήνης,
τον τρύγο των φιλιών,
τη δόξα των σωμάτων να γιορτάζεις.
Να γιορτάζεις.
Και στους πυκνούς ορίζοντες
ας καίγονται οι μήνες και οι χρόνοι.
Τη διάρκεια τους καταργώντας.
Σαφώς και θέλει να πιάσει την ιερότητα με την έννοια της στιγμιαίας πραγματοποίησης σε μια κατάσταση που είναι έξω από τον χρόνο, τον χρόνο όπως τον εννοούμε στην συμβατική και γραμμική του συνεχεία. Για αυτό και τονίζει ότι Άγια Στιγμή είναι εκείνη που καταργεί την ύπαρξη του χρόνου. Και επαναλαμβάνω τους τρεις τελευταίους στίχους:
Και στους πυκνούς ορίζοντες
ας καίγονται οι μήνες και οι χρόνοι.
Την διάρκεια τους καταργώντας.
Και έχει βάλει τελεία στο χρόνοι, που θέλει νομίζω, να δώσει έμφαση ακριβώς και έτσι όπως το βάζει χωρίς ρήμα, μου φαίνεται ότι θέλει να πιάσει ακριβώς σε μια ανοίκεια έτσι έκφραση, την όλη έννοια της στιγμής. Δεν είναι σκοτεινή η ποίηση της κυρίας Καραχαλιου για μένα.
Ανάγει στη σύλληψη και έμπνευση όπως την έχουνε κατανοήσει όλοι οι λυρικοί ποιητές. Στο χρόνο σημαίνει ότι όλα έρχονται και παρέρχονται. Στη στιγμή εντοπίζεται η ακεραιότητα της υπόστασης μας και βέβαια μια τέτοια ποίηση είναι ερωτική ποίηση, όχι με την καθημερινή έννοια του Έρωτα, άλλα με την ιερή έννοια της μόνης και αληθινής και τέλειας πραγματικότητας, που είναι όχι στην εξέλιξη,
άλλα στην στιγμή που την συλλαμβάνουμε.
Σε μια πιο πεζή έκφραση το ίδιο τονίζει και ο Σεφέρης, στο πρώτο ποίημα της Στροφής το 1931. Ο Σεφέρης το πρώτο ποίημα της Στροφής, που είναι μια επαναστατική συλλογή για τα ελληνικά
γράμματα το ονομάζει και αυτό Στροφή. Το ποίημα στην φωτοτυπία είναι από κάτω από το ποίημα Αγια Στιγμή της κυρίας Καραχάλιου. Και σας το διαβάζω:
Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι που αγάπησα πολύ … Η Ιερότητα της Στιγμής είναι ανάλογη και στον Σεφέρη νομίζω. Ο Σεφέρης ξεκινάει ενδεικτικά μ’ αυτή τη λέξη Στιγμή και τη βάζει με κόμμα, για να στέκεται απ’ έξω, σαν να θέλει να την τοποθετήσει μέσα στο ποίημα αλλά με έναν άλλο τρόπο, έτσι όπως τον κατανοούμε σαν σημασία. Τα δύο ποιήματα δεν μοιάζουν καθόλου, ωστόσο ο Σεφέρης όπως η κύρια Καράχαλιου προσπαθεί με έναν άλλο τρόπο να πιάσει αυτήν την αμοιβαία σκέψη. Και έτσι όπως τοποθετεί την λέξη στιγμή ο Σεφέρης νομίζω ότι είναι και αυτός ερωτικός: Στιγμή, από ένα χέρι που τόσο είχα αγαπήσει… ….σαν μαύρο περιστέρι.
Τη στιγμή που το περιστέρι, όταν το δεις στη δύση, εκεί που είναι άσπρο και πέσει έξω από τις ακτίνες του ήλιου μαυρίζει. Επομένως έχει συλλάβει την έννοια της στιγμής και την επαναλαμβάνει με αυτή την εικόνα, την εικόνα του περιστεριού τη στιγμή που δύει ο ήλιος και το περιστέρι, ενώ πετάει στο φως, γυρίζει στη σκοτεινιά.
Κι ενώ ο δρόμος άσπριζε
Νομίζω ότι είναι αυτονόητο και τελειώνει ο Σεφέρης με την Ύδρα. Δεν ξέρουμε αν εννοεί τη Ύδρα τον αστερισμό ή αν εννοεί την Λερναία Ύδρα. Αλλά ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί την λέξη, είναι σαν να σου δίνει την αίσθηση φόβου μπροστά σ’ αυτό πού έχει συλλάβει. Κάπως έτσι νομίζω ότι είναι.
Η κυρία Καραχάλιου κρατάει την στιγμή στο κόρφο της σαν φυλαχτό, έτσι μας λέει και μπαίνει στο αλώνι της Σελήνης, μας λέει, σε μια ζάλη και μπαίνει στην κυκλοτερή κίνηση των ουράνιων σωμάτων. Νομίζω ότι είναι κάτι ανάλογο της συντυχίας, που βλέπω τα δύο ποιήματα, που είναι τελείως διαφορετικά, άλλα έχουν την ίδια σα να λέγαμε ευαισθησία να αντιληφθούνε την ποιητική στιγμή, την ιερή στιγμή της δημιουργίας. Πρόκειται δηλαδή για μια ευλογημένη ώρα η στιγμή, και ίσως θέλει να παίξει με το μεγαλείο αυτό της στιγμής και ο Σεφέρης και η κύρια Καραχάλιου. Δε νομίζω ότι είναι η κατάλληλη ώρα για να επεκταθώ σε σχολαστικότερες αναλύσεις για να μην σας κουράζω. Αλλά νομίζω ότι και τα δύο ποιήματα, θα άξιζε να τα διδάξω καμιά φορά και να δω πως λειτουργούνε στους φοιτητές. Οπωσδήποτε μπορούν να παρομοιαστούν ως την συμβολική απεικόνιση της πράξης του Έρωτα. Γιατί ο Σεφέρης τον ονομάζει Έρωτα η κυρία Καραχάλιου σα να τον ζει κάπως, αυτό το να γιορτάζεις, τη δόξα των σωμάτων να γιορτάζεις, εγώ το βρίσκω εξαιρετικά ερωτικό. Αλλά επαναλαμβάνω δεν είναι ερωτικό με τη φτηνή και με την καθημερινή έννοια. Είναι ένας άλλου τύπου αντίληψη του έρωτα. Αλλά θέλω να υπενθυμίσω ότι ο λυρισμός, αυτό δηλαδή που ονομάσαμε υποκειμενικότητα και συναισθηματικό, είναι τα κύρια στοιχεία του λυρισμού αυτά, ο οποίος έχει αυτήν την ιδιότητα να σε οδηγεί στην αποκάλυψη σαν εξομολόγηση της ενδότερης ύπαρξης μας και η ενδότερη ύπαρξη μας είναι φτιαγμένη από έναν σε εισαγωγικά Έρωτα. Η ουσία δηλαδή της ύπαρξης μας είναι φτιαγμένη από αυτές τις αναμνήσεις νομίζω, στην υπέρβαση του συμβατικού και του καθημερινού μας εαυτού. Η υπέρβαση συντελείται μέσα στην χρονικότητα βέβαια αλλά δεν πρόκειται και δεν υπόκειται στους κανόνες των χρόνων, στις διαστάσεις παρελθόν – παρόν – μέλλον. Η στιγμή σαν χρόνος είναι το μηδέν του χρόνου εγώ νομίζω. Αυτό που ο Σεφέρης το ονόμασε Στιγμή, σπυρί της άμμου.
Θα σας διαβάσω και άλλο ένα ποίημα της συλλογής της κυρίας Καραχαλιου ως ένδειξη γι αυτό που κυριαρχεί στην ποίηση της, δηλαδή ο εξομολογητικός λυρισμός ενός ενδότερου εαυτού. Και το άλλο ποίημα το ονομάζει: Φωνή μυστική. Μπορεί αυτά τα ποιήματα να σας τα διαβάσει και η ίδια μετά, αλλά εμένα με συγχωρείτε δεν συνεννοηθήκαμε τι θα διαβάσω εγώ, τι θα διαβάσει εκείνη, επομένως μη παρεξηγηθείτε γι’ αυτό και θα ήθελα να τα διαβάσει η ίδια, γιατί εγώ τα διαβάζω οπωσδήποτε με το δικό μου τρόπο. Φωνή μυστική …
Η επιλογή μου να διαβάσω αυτό το ποίημα: Φωνή μυστική είναι ακριβώς να δώσω και την έννοια αυτουνού του αιώνιου σπέρματος του ερωτικού, του ότι συμπεριλαμβάνεται νομίζω γενικότερα στην ποίηση της και για αυτό και το επέλεξα. Η συλλογή είναι λοιπόν μια λυρική ποίηση 33 μικρών σε έκταση ποιημάτων, επιγραμματικών σε μορφή τα περισσότερα. Είναι σε δύο γλώσσες. Πρώτα το κάθε ποίημα στα γαλλικά και στο δεξιό φύλλο στα ελληνικά. Τα ποιήματα στη γαλλική γλώσσα τα έχει μεταφράσει η κυρία Isabelle Taumbrun, όπως μας λέει στης εκδοτικές σημειώσεις της δεύτερης σελίδας. Ενδιαφέρον είναι πάντως ότι βάζει την μετάφραση αριστερά και πρώτη. Έχω την αίσθηση και από προηγούμενες δημοσιεύσεις της κυρίας Καραχαλιου ότι και η ίδια νιώθει πως κινείται μέσα στο πνεύμα της γαλλικής παράδοσης, για αυτό και επιδιώκει είτε με μεταφράσεις δικές της στα γαλλικά είτε με μεταφράσεις άλλων, που παρουσιάζουν την ποίηση της με το διπλό αυτό πρόσωπο. Επίσης η κυρία Καραχαλιου έχει μεταφράσει και η ίδια όχι μόνο στα γαλλικά, αλλά και από τα ιταλικά τον ποιητή V. Α. D’ Armento. Φαίνεται δηλαδή ότι διεκδικεί μια ευρύτερη ανάγνωση και νιώθει ως μέλος ενός ευρύτερου χώρου, του Ευρωπαϊκού χώρου. Βλέπω πως και ο κύριος Μπίμπης έχει στο βιβλίο Κέντρο Πολιτισμού και Βιβλίου της Ν. Α. Ευρώπης, Θεσσαλονίκη 2004. Δηλαδή είναι ένα συνδυασμός πολύ ενδιαφέρων. Βλέπουν τους εαυτούς τους μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο και όχι τοπικιστικά και ελληνικά και μόνο. Επίσης έχει σαν όργανο της και θα τελειώσω εδώ σύντομα να μην σας κουράζω, τη γλώσσα και τον ρυθμό, όπως η ζωγραφική έχει σαν όργανο της τα σχήματα και τα χρώματα. Η γλώσσα κατονομάζει τα αντικείμενα και τα φαινόμενα που σχετίζονται ή προέρχονται από τον κόσμο των πραγμάτων γύρω μας, από κει ξεκινάει η γλώσσα, ονομάζω τα πράγματα, η λογοτεχνία δηλαδή χρησιμοποιεί ονόματα που μεταφέρουν νοήματα και αισθήματα σε σχέση με τα πράγματα. Αυτή είναι η βάση λοιπόν της γλώσσας, της λειτουργίας της γλώσσας, της αντίληψης και της χρήσης της γλώσσας. Αυτή η λέξη μεταφέρω είναι ο ακρογωνιαίος λίθος νομίζω, δηλαδή ότι και να λέμε, αν λέμε ποτήρι, είναι μια μεταφορά κι’ αυτό, μεταφέρουμε την έννοια ποτήρι σε μια λέξη. Αυτό κάνει και η κυρία Καραχάλιου νομίζω. Μόνο που το καλλιεργεί στο έπακρο της λειτουργίας της μεταφοράς, που είναι συνηθισμένο στους ποιητές να παραβιάζουν την κοινόχρηστη μεταφορά και να την φτάνουνε σ’ έναν δικό τους τρόπο, μ’ έναν δικό τους τρόπο. Θέλω να πω ότι τραβάει την μεταφυσική λειτουργία των λέξεων σε ανοίκειους συνδυασμούς, που είναι σα να οικοδομεί την μεταφορά της μεταφοράς.
Θα σας διαβάσω το ποίημα που σας έχω το τελευταίο στην φωτοτυπία: Ένα πρόσωπο …
Εγώ νομίζω ότι η κυρία Καραχάλιου στα ξεχτένιστα φύκια του ορίζοντα θέλει να πει μνήμη
Στου χρόνου τα πεθαμένα φύλλα θέλει να πει παρελθόν Στου ήλιου την καταργημένη απόσταση θέλει να πει φως
Στην πράσινη φλούδα της ημέρας θέλει να πει ελπίδα
Στης κραυγές της τέφρας θέλει να πει θλίψη
Για να τελειώσω, ο Μπόρχες λέει ότι στα Kemigran, είναι δημοτικά τραγούδια όπως τα δημοτικά ελληνικά τραγούδια, βρήκα αυτό το παράδοξο ότι στα δημοτικά τραγούδια αυτοί οι άνθρωποι εκφράζονται με μεταφορές. Και μας έχει απαριθμήσει σε ένα βιβλίο του που λέγεται « Ιστορία της Αιωνιότητας» μεταφορές των δημοτικών τραγουδιών, αυτών των δημοτικών τραγουδιών των βορείων χωρών, που λέγονται Kemigran. Τα Kemigran λοιπόν λέει ο Μπόρχες, όπως και η κυρία Καραχαλιου που σας ανέπτυξα αυτές τις περίφημες μεταφορές,
ότι την ώρα του πολέμου στα Kemigran θέλει να πει σημαία
παλίρροια φονικού θέλει να πει επίθεση
κοινωνία των βράχων θέλει να πει βουνό
δάσος του πολέμου θέλει να πει στρατός
νήμα του σπαθιού θέλει να πει θάνατος
δαδί της μάχης θέλει να πει σπαθί
Σας ευχαριστώ πολύ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ

Η Μελίτα Τόκα Καραχάλιου είναι για μένα μια εξαιρετική φίλη αλλά και μια δημιουργός με ιδιαίτερη στόφα. Το έργο της αριθμεί μέχρι σήμερα επτά ποιητικές συλλογές κι ένα δοκίμιο για την σχηματική ποίηση. Είναι ίσως η μόνη απ’ τις γνωστές ποιήτριες που ασχολήθηκε συστηματικά με το είδος της σχηματικής ποίησης στο οποίο προσέδωσε και μια θεωρητική υπόσταση. Από την πρώτη στιγμή που διάβασα τα σχηματικά της ποιήματα μου έκανε εντύπωση η σύνθεση της εικόνας και του λόγου που κατάφερνε να δημιουργήσει μέσα από την χρήση της ιδιόρρυθμης αυτής ποιητικής γραφής. Νομίζω πως η Μελίτα θα μείνει στα λογοτεχνικά πράγματα σαν η πιο αντιπροσωπευτική ποιήτρια του είδους. Και αυτή βέβαια είναι και η μεγάλη πρωτοτυπία της.
Έχοντας διαβάσει ωστόσο το συνολικό ποιητικό της έργο, βρίσκω πως δεν υστερεί καθόλου και ως ποιήτρια της μη σχηματικής ποίησης, την οποία υπηρετεί εδώ και χρόνια με την ίδια επιμέλεια. Το τελευταίο της βιβλίο η ανάφλεξη στιγμών που είναι κατά την γνώμη μου και το πιο ολοκληρωμένο περιέχει ποιήματα και από τα δύο είδη.

Και αρχίζω από τον τίτλο ανάφλεξη στιγμών. Ο τίτλος μας παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στην ίδια την ποίηση που δεν είναι τίποτα άλλο από μια στιγμιαία ανάφλεξη της σκέψης και του συναισθήματος, μια αστραπιαία έκρηξη, ένα αιφνίδιο λαμπάδιασμα της ψυχής.
Κεντρικός θεματικός πυρήνας των ποιημάτων αυτής της συλλογής η στιγμή, που για την ποιήτρια φαίνεται να είναι το εφαλτήριο για να προσεγγίσει την αιωνιότητα: η αγία στιγμή, η υπέρτατη στιγμή, η αιώνια στιγμή, η ικέτιδα στιγμή, η αμάραντη στιγμή αλλά κι ένας μικρός κύκλος στιγμής, το σώμα της στιγμής, η ανθοφορία των στιγμών κ.λ.π. είναι τα σταθερά μοτίβα που επανέρχονται στα ποιήματα. Οι ποιητικές εικόνες της φαίνεται πως στροβιλίζονται γύρω απ’ τον χρόνο που όμως συλλαμβάνεται ως στιγμιαίο γεγονός, ως κάτι ακαριαίο και ανεπανάληπτο. Τόσος χρόνος σε μια στιγμή, δηλώνει κι η ίδια σε κάποιο στίχο της. Τόση άνοιξη. Τόσος χειμώνας. Ενώ αλλού γράφει χαρακτηριστικά:

Φυλαχτό να φοράς την Άγια Στιγμή…

Και στους πυκνούς ορίζοντες

Να καίγονται οι μήνες και οι χρόνοι

Την διάρκεια τους καταργώντας.

Με τον τρόπο αυτό λοιπόν η ποιήτρια μας περνάει σαφώς ένα μήνυμα: ότι η ουσία του χρόνου είναι η στιγμή. Η στιγμή μπορεί να περιέχει τόσα πολλά πράγματα, όσα και η αιωνιότητα. Είναι ένα θραύσμα από τον ίδιο κοσμικό καθρέφτη που δείχνει το άπειρο. Ένα βλέμμα από την κλειδαριά των στιγμών, για να παραφράσω ένα στίχο της αρκεί για να αντικρίσουμε το σύμπαν ολόκληρο.
Το δεύτερο κλειδί για την ερμηνεία της ποίησης της Μελίτας Τόκα -Καραχάλιου είναι η λέξη. Όχι βέβαια μια οποιαδήποτε λέξη, αλλά η λέξη της ποίησης. Οι λέξεις κατά κάποιον τρόπο αποκτούν την ίδια σημασία που έχουν και οι στιγμές. Είναι οι στιγμές της ψυχής, όπως αυτές εκφράζονται και αποτυπώνονται μέσα στο ποιητικό κείμενο. Μόνον η ανθοφορία γόνιμων στιγμών καρπίζει αιωνιότητα δηλώνει κατηγορηματικά κι η ίδια στο τελευταίο ποίημα της συλλογής της.
Οι λέξεις είναι τα κομμάτια από το μεγάλο σκόρπιο παζλ που απεικονίζει την πραγματικότητα. Όπως και οι στιγμές είναι τα ψήγματα από την σκόρπια αιωνιότητα. Και τα δυο βέβαια συνειρμικά μας οδηγούν στην ποίηση που δεν είναι τίποτα άλλο από τη βαθύτερη προσπάθεια της ψυχής να συλλάβει την σκόρπια και διάχυτη ουσία του κόσμου .Να ανασυνθέσει το αρχέτυπο του και να το ερμηνεύσει.
Θα λεγα λοιπόν πως η ποίηση της Μελίτας διακατέχεται καταρχήν από μια φιλοσοφική διάθεση καθώς θέτει ερωτήματα γύρω απ’ την ουσία του κόσμου, αλλά και του χρόνου που μας οριοθετεί. Η μνήμη και ο έρωτας συνεπικουρούν συχνά στην ποιητική σύλληψη των πραγμάτων ενώ τα είδωλα αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα απ’ τις πραγματικές εικόνες. Γλιστρούν σαν σκιές μέσα στις ποιητικές λέξεις κι ενίοτε τις πυροδοτούν
«Όσο ξεμακραίνεις οι λέξεις φλέγονται σαν παπαρούνες στην ομίχλη.» γράψει πολύ χαρακτηριστικά η ίδια σε κάποιο ποίημα της. Ενώ αλλού οι λέξεις γίνονται διάφανες, αρυτίδωτες, πλασμένες από ουρανό απογειώνονται.

Δωσ μου τις λέξεις σου

Πόσο πολύ τις θέλω…

Σαν μια φλέβα νερού ανάμεσα σε φράχτες…

για να αναδυθεί η Νύμφη στιγμή.

Βλέπουμε λοιπόν πάλι το δίδυμο μοτίβο λέξη – στιγμή να επανέρχεται μέσα στα ποιητικά κείμενα της Μελίτας , αυτή η εμμονή που όμως αποτελεί και τη συνταγή της ίδιας της ποίησης. Η λέξη είναι το πρωταρχικό υλικό της ποίησης και η στιγμή ο χρόνος της. Η νύμφη στιγμή τελικά γεννάει το ποίημα. Πέρα όμως από την φιλοσοφική διάθεση που διαπερνά τους στίχους της Μελίτας Τόκα -Καραχάλιου, εκείνο που αποτελεί το σταθερό φόντο πάνω στο οποίο κυλούν οι ποιητικές εικόνες της είναι ο έρωτας. Ποίηση λοιπόν κατεξοχήν ερωτική με το κέντρο βάρους του έρωτα τοποθετημένο στη μνήμη
και στο όνειρο. Ο άξονας του κόσμου μετατοπίζεται κατά την ποιήτρια, για να ελευθερωθεί το πέρασμα του ονείρου, αλλά και το πέρασμα του έρωτα. Ο έρωτας με την χάρη ζαρκαδιού, ο εξουσιαστής της νύχτας, ο έρωτας, ένας γαλάζιος γλάρος πέρα σε ορίζοντες λησμονημένους, όπως τον κατονομάζει η ίδια η ποιήτρια.
Ωστόσο ο έρωτας στα ποιήματα της Μελίτας γίνεται αποδεκτός με αισιοδοξία σαν ένα εύχαρες και ελπιδοφόρο γεγονός, σαν μια πηγή ζωής και έμπνευσης . Το δίδυμο έρωτας-θάνατος δεν ισχύει, αντίθετα ο έρωτας είναι ο θρίαμβος πάνω στο θάνατο. Ακόμα και η συντριβή που φέρνει ο έρωτας αντιμετωπίζεται σαν ένα δώρο ζωής. Η ποιήτρια δεν μεμψιμοιρεί, δεν αμφιβάλλει, δεν ολιγωρεί, δεν αυτοκαταστρέφεται μπροστά στο θεϊκό κάλεσμα του έρωτα. Ο έρωτας ταυτίζεται με την αρμονία του απόλυτου. Και έτσι συλλαμβάνεται και από την ποιητική πένα της.
Αλλά και γενικότερα η ποίηση της Μελίτας Τόκα Καραχάλιου διαπνέεται από αισιοδοξία και φως. Είναι ένας ύμνος στα όσα προσφέρει η ζωή ακόμα και μέσα από τα όνειρα. Οι στίχοι της είναι διάφανοι και διαμπερείς. Το ποιητικό της σύμπαν δεν είναι ένα σύστημα κλειστό και απροσπέλαστο, δεν θέλει κάτι να κρύψει .Οι κώδικες που χρησιμοποιεί είναι εύληπτοι και κατανοητοί στον αναγνώστη και τον εισάγουν ομαλά στο ποιητικό γίγνεσθαι. Το όνειρο είναι πανταχού παρόν.
Έχουμε συνηθίσει σε μια ποίηση κρυπτική , ένοχη και γριφώδη που περιδινίζεται γύρω από το πένθος και τα προσωπικά αδιέξοδα. Η Μελίτα Τόκα Καραχάλιου μας μιλάει με μια άλλη φωνή, πιο ξεκάθαρη, πιο αισιόδοξη και τελικά πιο φιλοσοφημένη. Η στιγμή που ανήκει στον καθένα μας είναι η ίδια η αιωνιότητα, η λέξη είναι το κλειδί για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της ποίησης, αλλά και για να εξηγήσουμε τον κόσμο και ο έρωτας η γεύση από το άπειρο που ελλοχεύει μέσα σε κάθε στιγμή.
Κλείνοντας θα ήθελα να σταθώ και σ1 ένα τελευταίο σημείο, τη μουσικότητα που παράγουν οι στίχοι της Μελίτας Τόκα- Καραχάλιου. Τα ποιήματα της μοιάζουν να ακολουθούν πιστά μια αόρατη παρτιτούρα, κάποιους μουσικούς κανόνες με βάση τους οποίους διαλέγονται οι ποιητικές λέξεις. Η αλληλουχία των λέξεων δημιουργεί στον αναγνώστη την αίσθηση ότι κάπου στο βάθος του ποιήματος παίζει ένα σιγανό βιολί. Αυτό σε συνδυασμό με την αυστηρή οικονομία του λόγου που εφαρμόζει η ποιήτρια δημιουργεί ένα άριστο αισθητικό αποτέλεσμα που συνδέεται με την αρμονία του λόγου και αποτελεί το βαθύτερο μυστικό της ποιητικής τέχνης.

.

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΜΕΛΙΤΑ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Το Κοράλλι, τεύχ. 6 Απρίλιος-Σεπτέμβριος 2015

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ

ΤΑ ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΜΟΤΙΒΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΟΡΦΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΛΙΤΑΣ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Στο δοκίμιο της Από τον Θεόκριτο στο λογογράφημα η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου σημειώνει ότι, “αναζητώντας νέους τρόπους έκφρασης πιo τολμηρούς από τους παραδοσιακούς που αποκαλύπτουν μια διαφορετική ποιητική αίσθηση”, επέλεξε ως έναν από τους τρόπους της ποιητικής της έκφρασης το σχηματικό ποίημα ή ιδεόγραμμα, όπου “το σχήμα καθίσταται το αποφασιστικό στοιχείο, η λέξη εκτιμάται λιγότερο από την ηχητική της υφή και περισσότερο από την ελκτική της δύναμη μέσα σε απεριόρι- στους οπτικούς συνδυασμούς”1.
Εκείνο που διαπιστώνει ο αναγνώστης είναι ότι το σχήμα δεν λει­τουργεί μονοσήμαντα στην ποίηση της Καραχάλιου, ως μια γραφηματική αποτύπωση της ποιητικής ιδέας, αλλά δεσπόζει στις περισσότερές της συλλογές και ως επανερχόμενο θεματικό μοτίβο σε αντίθεση με το θε­ματικό στοιχείο της αμορφίας ή ακόμη και μιας ενδιάμεσης κατάστασης, κατά την οποία η μορφή βρίσκεται σε μια ρευστή κατάσταση, στα όρια δόμησης και αποδόμησης. Αυτή η δυναμική αντίθεση συναρτάται με τους θεματικούς άξονες του είναι και μη είναι, του χρόνου και της φθοράς, που εντάσσονται σε μιαν ευρύτερη θεματική περιοχή, που θα μπορού­σαμε να την ονομάσουμε φιλοσοφική ή ειδικότερα υπαρξιακή. Πρόθεσή μας εδώ είναι να παραθέσουμε μερικά ενδεικτικά παραδείγματα για την υποστήριξη της πιο πάνω θέσης και όχι να την τεκμηριώσουμε διεξοδικά. Στο σχηματικό ποίημα “Τ’ ακροθαλάσσι”, όπου οι στίχοι συνιστούν γραφήματα των κυμάτων, αποδίδεται η αγωνία του ποιητικού υποκειμένου για τη θνητότητα του ανθρώπου και για τη μοιραία αποδόμηση της μορφής του: “Πώς μοιάζουμε με κύματα οι άνθρωποι /πόσο ηδονικά λι­κνίζονται σαν ρεύματα πυρετικά […]/ ώσπου να σβήσουνε το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο /χωρίς τα ίχνη τους να μείνουνε πάνω στ’ ακροθαλάσσι”2. Η ρευστή και φευγαλέα φύση των κυμάτων συνδηλώνει τη ροή του χρόνου και την επακόλουθη φθορά, που καταλήγει στη διάλυση της μορφής. Στο ποίημα “Η τελεία” η αποδόμηση της ανθρώπινης μορφής επέρχεται ως αποτέλεσμα εχθρικής ενέργειας: “Του ήλιου οι ορδές καλπάζοντας σκοτώσανε το αμμουδένιο μας σώμα”3. Εξάλλου, το θέμα της ρευστότητας, ως μιας κατάστασης αμορφίας, που προηγείται της γένεσης και της ύπαρξης, εντοπίζεται στο ιδεόγραμμα “Το επαναστατημένο μπαλόνι”. Οι στίχοι εδώ συνιστούν μια γραφηματική απόδοση του μπαλονιού, που δεν αποκλείεται να έχει και ερωτικές-σεξουαλικές συνδηλώσεις, αν υποθέσουμε ότι το ποιητικό υποκείμενο εκπροσωπεί το αρσενικό φύλο, κατά την ερωτική συνομιλία με το θηλυκό (ίσως ακόμη τη “συνομιλία” του σπερματοζωαρίου με το ωάριο, πριν από τη σύλληψη): “Και μου ‘πες είσαι ρευστή σαν αργό πετρέλαιο να σε αναλύσω στα συστατικά σου θέλω ζωή να σου φυσήξω στα κύτταρα στον ουρανό να λικνίζεσαι επαναστατημένο μπαλόνι”*. Μια άλλη ανάγνωση του ίδιου ποιήματος θα μπορούσε να επικεντρωθεί στο επίθετο “επαναστατημένο”, τονίζοντας έτσι τη διάζευξη της ρευστότητας-αμορφίας / ακινησίας με τη μορφο­ποίηση / κίνηση.
Η ρευστότητα της ανθρώπινης μορφής συνδέεται με ερωτικές συνδη­λώσεις, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ισοτοπίας του χρόνου, και στο ποίημα “Στιγμές ρέουσες”. “Μια μορφή από πάχνη” έχει την προσοχή της στραμμένη στα “χλοερά ξέφωτα της επιθυμίας”5. Από την άλλη, στο ποίημα “Τώρα είσαι”, η μετάβαση από την αμορφία στη μορφή συνδέεται με την καλλιτεχνική δημιουργία, καθώς μετά την ερωτική αναστάτωση (“το πορφυρένιο αναστάτωμα των πόθων”) το ποιητικό υποκείμενο “σμιλεύει αδιάκοπα την πέτρα τη δοκιμασμένη”, με αποτέλεσμα τη δημιουργία “εκστατικών μορφών” που μεταμορφώνονται “σε σκιές της μοίρας κάτω από το σχισμένο τ’ ουρανού σεντόνι”, ενώ επίκειται η αποδόμησή τους, αφού θα “απλοποιηθούν σε μνήμη”6. Επομένως, και εδώ το δίπολο μορφή-αμορφία δεν παραπέμπει σε σχήματα παγιωμένα, αλλά σε ευμετάβολες ψυχικές καταστάσεις και στην ομόλογη καλλιτεχνική τους αποτύπωση. Παρόμοια, στο ποίημα “Το μηδέν” η προτίμηση του ποιητικού υποκειμένου στο στρογγυλό σχήμα οφείλεται στην αντίληψη του ότι αυτό δεν επιτρέπει τη συσσώρευση “των πτωμάτων του χρόνου” και επομένως το μηδέν συνδέεται με την επιλογή του να ξεχάσει τον “δικό του συν­θλιμμένο, βουβό και οξυγώνιο χρόνο”7. Έτσι, και στα δύο ποιήματα η μνήμη των μορφών είναι μια δυσάρεστη εμπειρία η οποία οδηγεί τα ποιητικά υποκείμενα στην επιλογή της λήθης και άρα της αποδόμησής τους.
Ωστόσο, εκτός από το θέμα της αμορφίας, που αποδίδεται με τις εικόνες των κυμάτων και γενικότερα του υγρού στοιχείου, στην ποίηση της Καραχάλιου εντοπίζεται και το αντίθετο θέμα, εκείνο δηλαδή της δημι­ουργίας ή γένεσης μορφών από το υγρό στοιχείο. Λόγου χάρη, στο ποίημα “Αποικία κοχυλιών”, από την ομώνυμη συλλογή, “η βροχή σχεδιάζει σχή­ματα/ που ψάχνουνε το κενό τους”, και στο σχηματικό ποίημα “Ή ροδιά” “το κυρτό νερό εξομολογείται το στίχο του στην άμμο και φυτρώνουν μαλλιά διάφανα που σαγηνεύουν τα δελφίνια”. Και στα δύο ποιήματα, που εντάσσονται στην κοσμολογική ισοτοπία, αναγόμαστε από τον έξωτερικό κόσμο σε μιαν υπερβατική σφαίρα. Ιδιαίτερα, στη “Ροδιά” η μετωνυμική σύνδεση του μικρόκοσμου ενός ροδιού με τον κόσμο του σύμπαντος είναι ρητή: “Μέσα στους σπόρους της συντελείται το θαύμα της δημιουργίας. Αρχή και τέλος της ύπαρξής μας”8.
Επιπλέον, στην κοσμολογική ισοτοπία εντάσσεται η υπερρεαλιστική εικόνα “του σώματος της θάλασσας” που “φλεγότανε παράφορα την ώρα του θανάτου” (“Η ιεροτελεστία της ημέρας”). Είναι και εδώ ευδιάκριτο το θεματικό μοτίβο της προϊούσας αμορφίας, καθώς το θαλασσινό νερό εξατμίζεται, ωστόσο έχουμε ταυτόχρονα και τη γένεση ενός ειδώλου της θά­λασσας μέσω της καλλιτεχνικής δημιουργίας: “[…] ο πανάρχαιος θεός / φιλοτέχνησε τη μορφή της/αποτυπώνοντας όλο τον πόνο, /της αναίμα­κτης Ουσίας / που επώαζε η έκφρασή της […]9”. Αντίστοιχα, η τραγική πάλη του ανθρώπου εναντίον της μοιραίας αποσύνθεσης-αποδόμησης και εντέλει αμορφίας, που εντάσσεται στη νοολογική ισοτοπία, εντοπίζεται, λόγου χάρη, στο ποίημα “Κι όσο βραδιάζει”. Στο ποίημα αυτό αποτυπώνονται η αδυναμία του ανθρώπου να υπερβεί τη φθορά, τον θάνατο και τον χρόνο μέσω του έρωτα και η επακόλουθη παραδοχή της ήττας. Οι δυναμικές αντιθέσεις έρωτας-θάνατος, δόξα-απειλή, πάλη-ήττα, χρόνος-φθορά αποδίδονται με τα σημήματα, αφενός, θάμπος, δόξα, φαλλός, ηδονή, πέτρινα, σε διάζευξη, αφετέρου, με τα σημήματα χαμηλώνει, αύριο, σάρκα, ανήμπορη, ήττα, μοιραία, θάνατος10.
Με τη χρήση του αντιθετικού μοτίβου μορφή-αμορφία αποδίδει η ποι­ήτρια τις φάσεις από τις οποίες διέρχεται η βίωση του πένθους για την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου (“Συνήθεια μεταμφιεσμένη”). Ο αιφνίδιος θάνατος αποδίδεται στο ποίημα με τις μεταφορικές εικόνες της παγωνιάς, μέσα στο καλοκαίρι, και του παγόβουνου. Η εξελικτική πορεία από το βασανιστικό και οδυνηρό πένθος στη συγκρατημένη και υποφερτή βίωσή του αποδίδεται με τις εικόνες του στερέματος των δακρύων, της τήξης των πάγων και “της ροής του ύδατος στη θάλασσα της ζωής”11. Επο­μένως, σε αντίθεση με το ποίημα “Οσο βραδιάζει”, εδώ ανιχνεύεται η αντιμετώπιση του θανάτου με θυμοσοφική διάθεση. Ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι στο “Συνήθεια μεταμφιεσμένη” η στερεή μορφή του πάγου παραπέμπει στον θάνατο και την αμορφία, ενώ η ρευστή μορφή του ύδα­τος που ρέει από την τήξη των πάγων παραπέμπει στη ζωή. Ας σημειωθεί, επιπλέον ότι στο ποίημα “Ο κήπος” το σχήμα του ερμητικά κλειστού κήπου, που συνδηλώνει την ερήμωση, παραλληλίζεται με το οιονεί σχήμα του νεκρού πια σώματος, που τίποτα δεν μπορεί να το επαναφέρει στη ζωή12. Η μετάβαση από το είναι στο μη είναι αποδίδεται ευρηματικά στο ποίημα “Η τελευταία βόλτα”, με την προσωποποίηση της νύχτας, η οποία ακαριαία απεκδύεται τηήν κυρίαρχη ευθυμία και αρχίζει να μονομαχεί “με τον αήττητο εξουσιαστή”. Η μεταμόρφωση της νύχτας συντελείται, καθώς στα μαλλιά της πέφτει “χιόνι πυκνό”, “τα στήθη της χαρακώνονται από τον παγωμένο βαρδάρη” και το “ουράνιο γέλιο της θρυμματίζεται από τον κεραυνό”, για να παραδοθεί για να παραδοθεί μετά σε μια κατάσταση νεκρικής ησυχίας13.
Ωστόσο, στην ποίηση της Καραχάλιου δεν δεσπόζει ο πεσιμισμός, αλλά με τη διαλεκτική σύνθεση των αντινομιών οδηγούμαστε στην υπέρβαση του πόνου ή της οδύνης, που συνδέονται με την απώλεια της μορφής. Για την υπέρβαση αυτή, καταλυτική είναι η λειτουργία της μνήμης, που αποδίδεται στο ποιητικό έργο που σχολιάζουμε, μεταξύ άλλων με το πολύ­σημο σύμβολο του καθρέφτη, που αξίζει να διερευνηθεί σε ξεχωριστή μελέτη. Ας δούμε μερικά παραδείγματα της χρήσης αυτού του συμβόλου. Στο ποίημα “Γεύση απουσίας” τον θάνατο και την αποσύνθεση της γήινης μορφής διαδέχεται το σμίλεμα της αιώνιας μορφής “σε όνειρο αδιάκοπο”, σ’ έναν υπερουράνιο χώρο όπου η κατάργηση του συμβατικού χρόνου είναι ορατή “σε εκθαμβωτικούς καθρέφτες”14. Εκτός, βέβαια, από τη δι­αιώνιση της μορφής μέσω της μνήμης, ο καθρέφτης συμβολίζει στην ποί­ηση της Καραχάλιου την καλλιτεχνική δημιουργία, ως αντιφέγγισμα της εξωτερικής πραγματικότητας, όπως είναι προφανές στο ιδεόγραμμά της “Διάγραμμα”: “Ο τοίχος/το καρφί/ο καθρέφτης/ο ήλιος/το φως/εσύ /η ζωή/μέσα στον καθρέφτη”15. Γενικότερα, ο καθρέφτης λειτουργεί ως σύμβολο του συμπαντικού χρόνου και του αέναου γίγνεσθαι, της αναγέννησης των μορφών και της υπέρβασης του φόβου απέναντι στην αμορφία και στον θάνατο: “Μέσα σου κουβαλάς ουσία / από πολλούς εαυτούς. /Ανεξερεύνητους, άγνωστους. / Φανταστικά ωραίους. / Ενώ στον καθρέφτη του Χρόνου, / σαν βουερός ποταμός, ρέουν οί λέξεις σου διαυγείς.” (“Ποτέ-Πάντα”)16.Ίσως, λοιπόν, στο πλαίσιο αυτής της πλατω­νικής προοπτικής, τα είδωλα των μορφών (υλικών ή μη) που καθρεφτί­ζονται στη νόηση να είναι εξίσου υπαρκτά με τα όντως όντα. Ολοκληρώνοντας τη δοκιμή αυτή προσέγγισης των θεματικών μοτί­βων της μορφής και της αμορφίας στην ποίηση της Μελίτας Καραχάλιου, σημειώνουμε ότι θα άξιζε τόσο αυτά τα μοτίβα όσο και άλλα που δεσπό­ζουν στο ποιητικό της έργο να έξεταστούν και από την οπτική των πολλών φανερών και λανθανόντων διακειμένων που συνυφαίνται στην ποίησή της. Μιά τέτοια συγκριτολογική προσέγγιση θα ήταν χωρίς αμφιβολία ενδιαφέρουσα.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

«ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ»

Η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου είναι μια διακριτική και χαμηλόφωνη παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Δίδαξε σε πολλά σχολεία Σχηματική ποίηση (Ιδεόγραμμα), με τε οποίο ασχολήθηκε και η ίδια συστηματικά και εις βάθος. Την ποίησή της, που κατά βάση είναι ερωτική, την διακρί­νει ένας διάχυτος λυρισμός. Γράφει στη συλλογή της «Αποικία κοχυλιών», μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ποιητικές της απόπειρες: «Μόνο οι λέξεις σου / αποικία κοχυλιών από ασήμι και φως / στο βυθό της καρδιάς μου ανεμίζουν». Πολύ εύστοχα, σε κάποια της κριτική δημοσιευμένη στο πε­ριοδικό Ένεκεν, η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη σχολίασε γι’ αυτήν τη συλλογή της Καραχάλιου: «Ποιήματα ερωτικά, εμπύρετα, αισθαντικά, κι­νητοποιούν τις αισθήσεις μας και τις οξύνουν. Παντού ελλοχεύει ο πόνος της φθοράς, μικροί καθημερινοί θάνατοι, η σοδειά του τίποτα, μια φλε­γόμενη μοναξιά».
Αν από την πρώτη συλλογή της ποιήτριας (Περάσματα, 1980, εκδ. Βιβλιοεμπορική) μέχρι το Αρδεύοντας το χρόνο, 2010, στη γαλλική, εκδ. Sajat, Bourges Γαλλία) κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο, ο λυρισμός, η υπαρξιακή αγωνία, η διακριτική καταγραφή στιγμών και αισθήσεων, κι ένα συνταίριασμα στοιχείων της φύσης ή έργων τέχνης με προσωπικές κατα­στάσεις, μνήμες και μια διάχυτη ερωτική νοσταλγία για πρόσωπα που παρήλθαν, αφήνοντας το ίχνος τους στην ψυχή της ποιήτριας, άλλοτε τρυ­φερά κι άλλοτε περισσότερο σκληρά και επώδυνα, με την τελευταία της συλλογή «Του χορού και της απουσίας» η Κ. βαδίζει σε πιο δύσβατα ποι­ητικά μονοπάτια, κολυμπά σε αχαρτογράφητα ύδατα με αρκετή επιτυχία, αλλάζοντας ύφος και κάνοντας τη γραφή της πιο καίρια και στιβαρή.
Η συλλογή «Του χορού και της απουσίας», που όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των συλλογών της είναι μεταφρασμένη και στα γαλλικά, τυ­πώθηκε από τις Εκδόσεις των Φίλων το 2013, και περιέχει 17 συνολικά ποιήματα, δύο εκ των οποίων, το «Η τελευταία βόλτα» και το «Γιορτή Ζωής» είχαν πρωτοδημοσιευτεί στο περιοδικό Ένεκεν (τεύχ. 27, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013). Το βασικό θέμα που διέπει το σύνολο των ποιημά­των της συλλογής (ο θάνατος του αδελφού της ποιήτριας Ροδόλφου Τόκα, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο και το βιβλίο) από μόνο του δίνει βαρύτητα στο όλο ποιητικό εγχείρημα, που, σε αρκετά του σημεία, μου θύμισε την αξιόλογη και σπαραχτική ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Λουκίδου «Όροφος μείον ένα», που κι αυτή περιστρεφόταν θεματικά γύρω από τον θάνατο του αγαπημένου καρκινοπαθούς πατέρα της.
(Εδώ ανοίγω μια κάπως μεγάλη παρένθεση για να τονίσω τη σημασία του πένθους, που σύμφωνα με την ψυχολογία είναι οι ψυχικές, συναι­σθηματικές και σωματικές αντιδράσεις ενός ανθρώπου μετά τον θάνατο αγαπημένου προσώπου, στη λογοτεχνία. Το πένθος, όχι μόνο δεν θεω­ρείται πάθηση, αλλά στάθηκε και στέκεται στην παγκόσμια και ελληνική λογοτεχνία ως η γενεσιουργός αιτία εξαιρετικών έργων. Ποιητές ή συγ­γραφείς έγραψαν σε κατάσταση πένθους ή μίλησαν επ’ ονόματι άλλων, που βίωσαν έναν απροσδόκητο χαμό. Τελείως πρόχειρα θα θυμηθώ τον «Τάφο» του Παλαμά και τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου, ως εμβληματικά ποι­ητικά έργα που σχετίζονται με το πένθος και τον θάνατο. Επιπλέον, η λο­γοτεχνική Θεσσαλονίκη έχει μεγάλη παράδοση σε έργα τέτοιας θεματο­λογίας, αρχής γενομένης από τον Πεντζίκη και τη ρήση του πως σ’ αυτήν την πόλη οι νεκροί συμβιώνουν αρμονικά με τους ζωντανούς. Ο Πεντζίκης, τα θανατόφιλα κρεβάτια του Βαφόπουλου, ο Ανέστης Ευαγγέλου που συ­νομιλούσε με αγαπημένους νεκρούς του, ο Γιώργος Κάτος που σε κατά­σταση μέθης πηδούσε το τοιχάκι των κοιμητηρίων για να συνομιλήσει με τον πεθαμένο πατέρα του, ο Σφυρίδης που συνομιλεί στα διηγήματά του με τον νεκρό πεθερό του αλλά και τον πρόωρα χαμένο πεζογράφο της πόλης και καλό του φίλο Αλμπέρτο Ναρ, αλλά και η Ζωή Σαμαρά που γρά­φει για την πεθαμένη κόρη της, η Λουκίδου, ο Μίγγας, ο Κουτσούκος με το «Γράμματα στη μητέρα», είναι μόνο κάποια χαρακτηριστικά παρα­δείγματα της λογοτεχνικής αυτής τάσης που έχει εδραιωθεί στην πόλη μας και που, όπως φαίνεται, συνεχίζει, με σπαραγμό και οδύνη, και η Τόκα-Καραχάλιου με το «Του χορού και της απουσίας»).
Επανέρχομαι στη συλλογή της Καραχάλιου. Και τα 17 ποιήματα που την απαρτίζουν είναι γραμμένα σε πρώτο ενικό πρόσωπο, ενώ τα σπα­ραχτικά «εσύ», «ήσουνα» και «σου», επανέρχονται συνεχώς από ποίημα σε ποίημα, από στροφή σε στροφή. «Αλλά εσύ αγαπούσες τη ζωή / πι­στός ήσουνα στην απλότητα της/κι έψαχνες έναν σύντροφο/στους κόρ­φους της χαράς / Στά βήματα του χορού σου / αποτύπωσες μιας ζωής μεράκια.» Αλλού, πάλι, λέει: «Ατάραχα γαλήνιος εσύ /μέσα στις ασά­λευτες παλάμες σου / έκλεισες το πύρινο στροβίλισμα του κεφιού». Αλλού: «Στό βάθος της οδύνης μου θ’ άντιφέγγει / Τ’ όνομά σου αδελφέ μου / που καταργεί την απουσία». Κι ακόμα ένα σπαραχτικό επιμύθιο: «΄Ενα καντήλι ανάβει τώρα/μπροστά στη φωτογραφία σου/φωτίζοντας μελαγχολικά τις χάντρες του κομπολογιού σου».
Σπαραχτικές και οι ποιητικές αναρωτήσεις της Κ., αναρωτήσεις δίχως να παίρνουν απάντηση, αναρωτήσεις δίχως αντίκρισμα, που τις παίρνει ο άνεμος, η σιωπή, ο παγερά τελεσίδικος χρόνος. Αντιγράφω από το ποί­ημα «Μετακόμιση», σελ. 29.: «Γιατί προτίμησες την πιο θλιβερή συνοι­κία; /Έκεί που η σιωπή / βαραίνει πάνω στη γη, ακόμη πιο πολύ, / σαν σε βαθύ όρυγμα στα σπλάχνα της ημέρας, / καθώς δέχεται νεροποντές δα­κρύων; /…………./ Γιατί έφυγες τόσο βιαστικά, χωρίς μια λέξη; / Για έκπληξη;»
Λιτό, ευρηματικό και εξίσου σπαραχτικό το ποίημα «Άκαιρα», όπου ο ζωντανός ενεστώτας χρόνος της ποιήτριας έρχεται σε σκληρότατη και τρα­γική αντίθεση με τον παρατατικό χρόνο του πεθαμένου αδελφού της: «Σε θέλω στον Ενεστώτα, / για να σε βλέπω / να σε ακούω, / να σ’ αγγίζω. / Εσένα όμως άκαιρα/σε άρπαξε ο Παρατατικός».
Την ώρα που χόρευε ζεϊμπέκικο, έσβησε ο χρόνος στα μάτια του αδελ­φού της Τόκας-Καραχάλιου. Την ώρα του κεφιού, του γλεντιού, της ζωής, του αίματος που σφύζει από ζωή και ρέει στις αρτηρίες, την ώρα του ξε­φαντώματος και της χαράς, ήρθε ο χαμός του στην πλατεία Μοριχόβου. Αντιγράφω ως επιμύθιο αυτού τού κειμένου ολόκληρο το ποίημα «Στην πλατεία Μοριχόβου», ποίημα-ζεϊμπέκικο (ιδανικό προς ερμηνεία υλικό για την μπεσαλήδικη φωνή ενός Μητροπάνου, αν βρισκόταν εν ζωή) για τις αιφνίδιες κι απρόβλεπτες αλλαγές της ζωής μας, που άνωθεν αποφασίζονται, προγραμματίζονται και εκτελούνται: «Μεσάνυχτα και κάτι Πα­ρασκευής / στην πλατεία Μοριχόβου / και το πλακόστρωτο δροσίζεται από νυχτερινές πενιές. /Χαμόγελα και τέρψη αντανακλούν/σε δέντρα με φύλλα από τον καύσωνα μαραμένα. // Μ’ ένα πουκάμισο λευκό / και τα μανίκια γυρισμένα/τα χέρια ελεύθερα πουλιά/του κόσμου ν’ αγγίζουνε τις άκρες/στου μπουλουκιού το παράπονο/με βήματα αργόσυρτα/χαστούκιζες την αγωνία των ταραγμένων ημερών. //Όμως από τη ζήλια του / άλλαξε χρώμα οούρανός / κι έγινε κατάμαυρος, / γιατί δεν ήξερε από που κρατά η γενιά σου. //Δεν ήξερε/πως ήσουνα Σμυρνιός, / κι ήτανε τόσο όμορφη, αδελφέ, η ζεϊμπεκιά σου».
Η Μ. Τ. Κ. και μόνο μ’ αυτό της το βιβλίο, κατά τη γνώμη μου πάντα, μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να ενταχθεί στην ποιητική παράδοση της πόλης. Αφήνοντας κατά μέρος έναν ανέξοδο λυρισμό, μια παλιοκαιρίσια ευαισθησία και ποιητικά στερεότυπα, που άλλοτε λιγότερο άλλοτε πε­ρισσότερο χαρακτήριζαν αρκετά παλιότερα ποιήματά της, γυρίζει σελίδα στην ποίησή της, βουτά στα μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας, και αξιοποιεί άκρως ικανοποιητικά το ποιητικό ταλέντο της, το μεράκι της και τα βιώματά της.

.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

ΦΑΙΝΩ Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥ και ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

“Εμείς λοιπόν όλες μαζί στο λατρευτό λιβάδι
η Λευκίππη μαζί και η Φαινώ, η Ηλέκτρα κι η Ιάνθη
η Μελίτη, η Ίάχη, η Ρόδεια καθώς κι η Καλλιρόη
η Τύχη, η Μηλόβοσις κι η ροδαλή Ωκυρόη
η Χρησηίς, η Ιάνειρα, η Ακάστη κι η Αδμήτη
η Ροδόπη, η Πλουτώ, η Καλυψώ η ποθητή κι η Στίγα
η Ουρανία κι η αγαπητή Γαλαξαύρα κι η Παλλάδα
που μάχες φέρνει κι η Άρτεμις τα βέλη που τοξεύει
παίζαμε κι άνθη ποθητά κόβαμε με τα χέρια
ανάκατα κρόκο τρυφερό, υάκινθο κι αγαλλίδες
μπουμπούκια ρόδων κι ασπρόκρινα, θαύμα που ΄ν΄ να τα βλέπεις
νάρκισσο, που η γης η πλατειά φύτρωσε όμοιο με κρόκο.
Κι όπως τον έκοβα ολόχαρη άνοιξε η γης από κάτω,
πετάγεται έξω ο κρατερός άναξ ο πολυδέκτης
και με τραβά κάτω απ’ τη γη με το χρυσό του άρμα
διόλου εγώ κι ας μην ήθελα, και βάζω φωνή μεγάλη.
Όλα αλήθεια στα λέω λοιπόν κι ας έχω στεναχώρια.”
(Απόσπασμα από τον Ομηρικό Ύμνο στην Δήμητρα του έβδομου π.Χ. αιώνα
Μετάφραση Γιάννη Τριτσιμπίδα)

Φαινώ λοιπόν ο τίτλος με υπότιτλο η αγρύπνια του πελάγου, της Μελίτας Καραχάλιου από τις εκδόσεις Μικρή Φιλολογική, Γ. Μπίμπης το 1999 και δέκα τέσσερα χρόνια αργότερα η τελευταία της ποιητική συλλογή Του Χορού και της Απουσίας, από τις Εκδόσεις των Φίλων, 2013. ΄Ενας χορός που διαρκεί και εξελίσσεται. Δίγλωσσες και οι δύο συλλογές. Ανάμεσα θα παρεμβληθούν άλλες δύο ποιητικές συλλογές και ένα δοκίμιο.
Στην πρώτη συλλογή του 1999, η Φαινώ, φιλενάδα της Περσεφόνης χορεύει πάνω στον αφρό της μέρας και του φωτός, καταμεσήμερο, Άνοιξη, πάνω στην έκρηξη των λέξεων και της γονιμότητας, τοϋ αισθησιασμού και των μπουμπουκιών που είναι έτοιμα να σκάσουν. Α για την αγάπη, Π για τον παλμό, για τον πόθο, για τό πάθος και την χαρά της ζωής.
Μέσα στην συλλογή αυτή συντελείται μια μεταμόρφωση. Το κλειστόκοχύλι ανοίγει στο πέλαγος και μετασχηματίζεται σε μαργαριτάρι ποίηση. Μια γυναικεία μορφή, η Φαινώ ή η νεότητα, ή η ίδια η ερωτική επιθυμία πλανάται μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Μία Χίμαιρα, ένα πλάσμα μυ­θικό, με ξέπλεκα μαλλιά, ανοιχτό στον άνεμο και στις αισθήσεις.
Η ποιήτρια άλλοτε υπενθυμίζει την παρουσία της νεανικής αυτής μορφής στον αναγνώστη, όπως στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής Φαινώ, η αγρύπνια του πελάγου.
Θυμήσου ωστόσο εκείνο το κορίτσι/Φαινώ, Ιάνθη, Λυδία ή Ιάχη να ‘τανε τ’ όνομά του,/κρίνος λεπτόμισχος, καπνός μαζί και λάβα, που μιαν ακαταμάχητη γοητεία εκπέμπει.
Και άλλοτε της απευθύνεται, όπως στο ποίημα ‘Οξειδωμένη Νηρηίδα όπου η Φαινώ μετασχηματίζεται σε γοργόνα ή στοιχειό της θάλασσας, ή φάντασμα του έρωτα.

Σε ανακαλύπτω, αρμένισμα φωτός, κόρη του πεπρωμένου,
σαν πορσελάνη εύθραυστη από τον θρήνο του χειμώνα,
στο πιο μεθυστικό πέλαγος να ναυαγείς.

Σε μια αλήθεια ακατάλυτη, γράφει η ποιήτρια, ισορροπεί ο κυματι­σμός του κόσμου. Και ποια είναι αυτή η αλήθεια που η ποιήτρια πρε­σβεύει και που προασπίζεται με κάθε στίχο αυτής της συλλογής; Ποια είναι η Φαινώ που χορεύει με ξέπλεκα μαλλιά, λίγο πριν την αρπάξει το χέρι του Πλούτωνα και την σύρει στον Άδη; Η γνώση ότι η θλίψη και η χαρά είναι όψεις του ίδιου αρχαίου νομίσματος που έβαζαν οι θνητοί στο στόμα για να ταξιδέψουν στην Αχερουσία Λίμνη. Να ζούμε την έκσταση της ζωής με όλες μας τις αισθήσεις, να αφηνόμαστε στην λάβα των συναισθημάτων, να μετασχηματίζουμε την νοσταλγία και τό Φθινόπωρο σε μια Άνοιξη που εξαντλεί όλα της τα άνθη, ως τό τελευταίο πέταλο, ένα πέλαγος που ξεδιπλώνεται ως το τελευταίο του κοχύλι, γιατί μόνο μια γε­μάτη ζωή υπόσχεται τον κύκλο και την ολοκλήρωση. Αυτό είναι το μήνυμα αυτής της συλλογής. Η Μελίτα Καραχάλιου ενώνει το παρελθόν με το παρόν, βουτάει στην σιωπή και στην περισυλλογή, περνάει από την μελαγχολία στην χαρά και γιορτάζει την ανθοφορία και τον έρωτα.
Να χορεύουμε λέει, εκεί στην σχισμή ανάμεσα στην ζωή και στον θάνατο, ανάμεσα στο τραύμα και την επούλωση, ανάμεσα στην ανάμνηση και στο καινούργιο βίωμα.
Στην τελευταία συλλογή της Του Χορού και της απουσίας, από τις Εκδόσεις των Φίλων του 2013, έχουμε πάλι έναν χορό.Ένα περήφανο ζεϊμπέκικο στο χείλος της αβύσσου, ένας άντρας με λευκό πουκάμισο στην πλατεία Μοριχόβου, ο θάνατος του αδελφού, η αβάσταχτη απώλεια, αλλά και ένα προσωπικό πένθος που μέσα από την γραφή μετατρέπεται σε καθολικό.

Τ’ όνομά σου αδελφέ μου, που καταργεί την απουσία.

Η ποιήτρια επικαλείται ένα όνομα, μία λέξη που να περικλείει, που να ξορκίζει, που να επουλώνει τον αγιάτρευτο πόνο. Το σκηνικό στην συλ­λογή αυτή, έχει το φως μόνο ενός καντηλιού, όχι του ζωοδότη ήλιου που ακόμα κι αυτός ρίχνει πυρρόχροη βροχή, πέφτει χιόνι και φυσάει ένας άγριος Βαρδάρης. Μεταφερόμαστε σε κάμαρα μικρή και σκοτεινή, στο μέσο της νύχτας, ενώ μαύρα πουλιά μας σκιάζουν με τις φτερούγες τους, τα κλαδιά των δέντρων μένουν ασάλευτα. Η γιορτή ζωής είναι μόνο μια ανάμνηση, η τελευταία φορά που υπήρξε συνάντηση με τον αγαπημένο εκλιπόντα. Ο Θάνατος, ο απόλυτος αφέντης ορίζει την μοίρα των θνητών, η ποιήτρια σκύβει τo κεφάλι στην απόλυτη εξουσία του. Το μη άγγιγμα, o Παρατατικός, άκουσες μορφές, σώματα χωρίς σκιρτήματα. Aκόμα και η ίδια η πόλη νεκρώνεται, οι δρόμοι ερημώνουν.
Στην συλλογή του Χορού και της Απουσίας, οι στίχοι της ποιήτριας γί­νονται πιο αφαιρετικοί και συμπυκνωμένοι, ελέγχει την γλώσσα που χυ­νόταν ορμητική σαν λάβα στην συλλογή Φαινώ η αγρύπνια του πελάγους και πετυχαίνει καίρια και αποτελεσματικά μία ποίηση βαθιά και υπαρξιακή. Το πένθος γίνεται για την Μελίτα Καραχάλιου μια πύλη, μία γέ­φυρα ανάμεσα στην ζωή και στον θάνατο, που την διαβαίνει για να μιλήσει για την εύθραυστη ανθρώπινη μοίρα.
΄Ετσι μέσα στα δέκα τέσσερα χρόνια που χωρίζουν τις δύο αυτές συλ­λογές βλέπουμε μια εξέλιξη και μια μεταμόρφωση, μια εμβάθυνση και μια ωρίμανση της ποιητικής γραφής της ποιήτριας, η ποίησή της γίνεται πιο στοχαστική και πιο συνθετική καθώς χορεύει άλλοτε στον αφρό και άλλοτε πάνω από ένα ανοιχτό βάραθρο.

.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

ΜΕΛΙΤΑ ΤΟΚΑ – ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Ως ψυχοσύνθεση η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου λατρεύει τη ζωή, τη χαίρεται, την υμνεί. Η ζωντάνια κι ομορφιά της νιότης είναι η αποθέωση της ευδαιμονίας, μια ακατάβλητη ενέρνεια που τροφοδοτεί τα πιο ζωηρά κι ευφρόσυνα πετάγματά της, που χρωματίζει όνειρα, διοχετεύει ακατάπαυστα με χυμούς αναγέννησης την πιο πεζή πραγματικότητα. Η χαρά της ζωής για την ποιήτρια είναι το αενάως ποθητό ζητούμενο, κι αν γεύε­ται τη χαρά στο παρόν, ανυπόμονα την προσμένει να επανέρχεται με λαμ­πρότητα και στο μέλλον. Ακόμη και στις πιο οδυνηρές λύπες, στα πιο σκοτεινά ρήγματα απελπισίας, η ποιήτρια μαζεύει αξιοπρέπεια, θάρρος και τόλμη για να τα ξεπεράσει. Η διακαής ανάγκη της είναι να προχωράει από το σκοτάδι προς το φως, από τα κτυπήματα της μοίρας προς τους με­γαλόπρεπους ιριδισμούς των ονείρων. Αυτή η διάθεση της Καραχάλιου για κατάφαση προς τη ζωή διοχετεύεται αφειδώς στην ποίησή της, σε καίρια θέματα όπως ο έρωτας, οι σχέσεις της με τους ανθρώπους στον συγγενικό της χώρο ή ευρύτερα στην κοινωνία, αλλά και στο τόσο δύσκολο θέμα του θανάτου.
Το ερωτικό στοιχείο δίνει τον κύριο τόνο στο ποιητικό έργο της, η Κα­ραχάλιου είναι κατεξοχήν ποιήτρια του ηδονικού, σωματικού, αισθησιακού πάθους, κι όσο πιο βαθύ το πάθος τόσο και πιο βαθύ, σχεδόν παντοτινό μέσα στην ψυχή της, το ερωτικό συναίσθημα. Γράφει με τόλμη για το ρίγος που την διαπερνά για τον λατρεμένο άνδρα στα πλαίσια ενός μεθυστικού λυρισμού, που επιδιώκει να κορυφώνεται μέσα σε ένα ντελίριο έκστασης. Την εύνοια της τύχης να αγαπήσει και να αγαπηθεί την τραγουδά με μανιακή ευωχία της καρδιάς, στην πιο πλέρια κι ευτυχισμένη στιγμή της. Για την ποιήτρια ο έρωτας είναι διάπυρη έλξη, που φέρνει τη τρώση στην αγωνία της ύπαρξης, κι οδηγεί στη μύηση της ζωής: Μαστίγωμα των αισθήσεων η ιεροτελεστία της ημέρας για την αδάμαστη διεκδίκηση της εύνοιας της ζωής.
Στην περιπέτεια του έρωτα, που ενέχει ρίσκο κι απρόβλεπτη συνέχεια, η ποιήτρια ρίχνεται με πλήρη ορμή, γνωρίζοντας ότι ακόμη κι όταν φύγει ο αγαπημένος, τα βιώματα που έζησε της χαρίζουν ανεπανάληπτη σαγήνη. Μέσα σε μια πληθώρα συλλογών άλλων ποιητών, όπου κατά κόρον διαπιστώνουμε τον καταιγισμό μιας αφόρητης θλίψης από τη διάψευση των προσδοκιών για τον έρωτα, η Καραχάλιου με την ποίησή της μας εκπλήσσει ευχάριστα, γιατί αντί για πόνο και οδύνη μας χαρίζει τους θερ­μούς εναγκαλισμούς και τον κήπο της Εδέμ των ένθεων από πάθος εραστών. Με εναργή έκφραση λόγου κατορθώνει να γοητεύει και να συγ­κινεί τον αναγνώστη, φιλτράροντας με δεξιοτεχνία τα βιώματά της σε εύχυμους, αισθησιακούς στίχους:

Αλαργινός εσύ, καταμεσήμερο,
που διώχνει τις σκιές,
παράφορος, με του Βάκχου
το αναστάσιμο στεφάνι
όμοιος με σιωπή
πυρακτώνεις τη δίψα μου.

Ο έρωτας για την Καραχάλιου, πέρα από τη δοκιμασία, τους χωρι­σμούς, τη νοσταλγία, το δικό του καθεστώς αντιφάσεων, έχει θετική ενέργεια, είναι το στοιχείο που έρχεται να «διατρήσει την ύπαρξη» κι αυτό ακριβώς εξηγεί τον τρελό έρωτα, όπου ακόμη και μια στιγμή του έχει τη διάσταση της αιωνιότητας και ενσταλάζει μια επανάσταση, μια έκρηξη μέσα στην πεζότητα της ζωής. Η έρωτική δήλωση της ποιήτριας για το αγαπημένο της πρόσωπο έχει καθολική αλήθεια και σημασία, γιατί αποκτά τη μορφή μιας μοιραίας συνάντησης, ενός πεπρωμένου. Διαβά­ζουμε τους ωραίους στίχους της:

Φυλακτό να φοράς την Άγια στιγμή
τον τρύγο των φιλιών
τη δόξα των σωμάτων να γιορτάζεις.
Να γιορτάζεις
και στους πυκνούς ορίζοντες
ας καίγονται οι μήνες και οι χρόνοι. Τη διάρκειά τους καταργώντας.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

«Τού Χορού και της Απουσίας»

Δίγλωσση έκδοση, προτάσσεται η γαλλική εκδοχή του ποιήματος, χωρίς να διευκρινίζεται ποιο από τα δύο γράφτηκε πρώτο. Σε μερικές πε­ριπτώσεις ο αμερόληπτος κριτικός που λειτουργεί ως αθώος επαρκής αναγνώστης, νιώθει ότι το ελληνικό είναι μετάφραση του γαλλικού και τ’ ανάπαλιν. Ούτως ή άλλως, αυτό είναι αναπόφευκτο στους δίγλωσσους λογοτέχνες με μακρά θητεία. Αυτό που ενδιαφέρει είναι η ποιότητα του στίχου και η επίτευξη του στόχου.
Λόγος στιβαρός, λιτός, λακωνικός, σαν αρχαίο ελληνικό επίγραμμα. Θρήνος για τη θανή του φυσικού σώματος και την κάθοδο στον Άδη, όπου κυριαρχεί το Σκότος και φως Ήλιου ποτέ δεν τρυπώνει. Είναι τό ‘ίδιο αυτό Φως (το ομηρικόν Φάος) που θρηνεί η σοφόκλεια Αντιγόνη, λίγο πριν εγκλειστεί οικειοθελώς στο σπήλαιο που θα τη φέρει μιαν ώραν αρχύτερα σε επικοινωνία με τους προσφιλείς πεθαμένους της. Αφού «θα ζήσει πιότερο εκεί παρά εδώ», όπως λέει, στην Κοιλάδα αυτή των Δακρύων, όπου κυριαρχούν οι άνομοι, «ο καλός καλό δε βρίσκει» και το ανθρώπινο Δίκαιο πολλές φορές αντιβαίνει στο άγραφο εθιμικό δίκαιο και στη συμπαντική Νέμεση, την οποία τρέμουν και φοβούνται ακόμα κι οι αθάνατοι θεοί. Ο Ελληνικός (ελληνορωμαϊκός, για την ακρίβεια) πολιτισμός και η κοσμοθεωρία του κυριαρχεί στην ποιητική σκέψη της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου. Γεννημένη, μεγαλωμένη και ζώντας στην πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη, έχει -ως φαίνεται αναπτύξει- μια επικούρεια στάση ζωής, η οποία απέχει μεν από τον υλισμό αλλά και στον δυτικότροπο ρομαντισμό δεν παραδίδεται αμαχητί. Αποστάσεις επίσης κρατεί από τους νεοκλασικισμούς παντός είδους. Η γαλλική της παιδεία της επιτρέπει μόνον μία : ανθρωποκεντρική, ουμανιστική θεώρηση των πραγμάτων. Το δικαίωμα του ανθρώπου στην ευτυχία είναι παυσίλυπον και ουχί πεισιθανάτιον. Τουναντίον. Κάθε κραυγή, κάθε στίχος ακόμα και η ποιητική σιωπή, δοξάζει τη Ζωή, το Φως, τη Χαρά, χωρίς να γίνεται εμμονή κι αυτοσκοπός αφού ο «Αθάνατος Θάνατος» (οξύμωρον, σελ. 53) παραμονεύει «αήττητος εξουσιαστής» (σελ. 51). Είναι ο ίδιος Χάροντας με τον οποίο παλεύει ο Διγενής στα μαρμαρένια αλώνια. Ευθείες παραπομπές στις παραλογές, δημοτικά τραγούδια εν γένει, στην Παλατινή Ανθολογία, στα αρχαία επιτύμβια, αλλά και σε ποιητές, από τον Πίνδαρο έως τον G. Ungaretti.
Σαν Μεγάλη Παρασκευή, αυτό της το βιβλίο, σαν επιτάφιος θρήνος, χωρίς την ελπίδα ανάστασης του Αδώνιδος. Θάνατος τελεσίδικος. Κρα­ταιός. Ακαταμάχητος. Κι αναπόδραστος. «Του νεκρού αδελφού» είναι αυτό το τραγούδι, το διαμοιρασμένο σε ξεχωριστά ποιήματα της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου. Λυρισμός αρχαιοελληνικός, ελεγειακός, μακράν του ρομαντικού κινήματος «Θύελλα και Ορμή» (“Sturm und Drang”), απέχων κάθε μεταφυσικής αισιοδοξίας, προσιδιάζων εις τον θρήνον διά την απώλειαν του απτού. Οι πέντε αισθήσεις ως αποκλειστικόν μέσον απολαύσεως του ζωοποιού ηλιακού φωτός. Υποβώσκει η φανερή επίδραση των Προσωκρατικών φιλοσόφων στην ποιητική κοσμοθεωρία της Θεσ­σαλονικιάς ποιήτριας.
Η φωτολαγνεία και φωτολατρεία της είναι συγκρατημένη (σε σχέση με τον Ελύτη, τον Βρεττάκο, τον Σικελιανό κ.ά.). ΄Εντονα επηρεασμένη η ποιητική της από τον Συμβολισμό. Η προσωπολατρεία του χαμένου εις τα ερέβη του Κάτω Κόσμου αδελφού, αμιγώς ερωτική. Κυριαρχεί η ανάμνηση της αφής, του αγγίγματος, της άδολης αδελφικής πλατωνικής ευωχίας. Απροκάλυπτη έκρηξη συναισθημάτων. «Απύθμενη σκοτεινιά» που οδηγεί στη Μοναξιά του ανθρώπου που έμεινε πίσω, με ζωντανή τη μνήμη του εκλιπόντος (σελ. 35).
Η μεγαλύτερη γήινη ηδονή για την ομιλούσα ποιητική φωνή φαίνεται να είναι η απόλαυσις του φωτός του φυσικού, του ορατού, που λειτουρ­γεί σαν χάδι στα ανθρώπινα μέλη.Όρασις και αφή ισάξιες, ομότιμες και ισοβάθμιες αισθήσεις.
Τα τρία τελευταία ποιήματα («Η γέφυρα», «Η τελευταία βόλτα», «Η καλλιέργεια του καπνού») αυτής της προσεγμένης συλλογής με τον προ­σεκτικά διατυπωμένο εκρηκτικό λόγο, διακρίνονται από μία δραματικότητα που δεν ταιριάζει στον λυρισμό των προηγουμένων. Αλλαγή ύφους, μεταμοντέρνα σύνθεση αντιθέτων, ασυνέχεια αισθητική, ποιητική πρω­τότυπη και «προσωπική». Και δεν είναι λίγο αυτό. Αντιθέτως. Τιμή και δόξα στην Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου που γιορτάζει φέτος τα τριάντα πέντε χρόνια της ποιητικής δημιουργίας.

.

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

Μία Ποιήτρια Εξίσου Καλή σε Δύο Γλώσσες. Στο μεταίχμιο μεταξύ της Δεύτερης Μεταπολεμικής Γενιάς ή «γενιάς των απόηχων» και της Γενιάς του ’70, ή «γενιάς της αμφισβήτησης», η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου φέρει στην ποίησή της μερικά από τα χαρα­κτηριστικά των δύο αυτών γενεών, κυρίως της παλαιότερης. Ανήκει, επιπλέον, στην ολιγάριθμη εκείνη ομάδα των ποιητών που γράφουν σε δύο γλώσσες και έχουν διακριθεί και στις δυό.
΄Εχοντας σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία στό Α.Π.Θ., με μεταπτυχιακές σπουδές στη Σορβόννη στις οπτικοακουστικές μεθόδους διδασκαλίας, η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου διατήρησε ζωντανή την επαφή της με τη γαλ­λική λογοτεχνία όλα αυτά τα χρόνια. Εκδίδει τα ποιητικά βιβλία της και στις δυο γλώσσες, έχει μεταφράσει ποίηση και πεζογραφία και έχει βρα­βευτεί για τις μεταφράσεις της στη Γαλλία. Έχει ακόμη ιδιαίτερα ασχοληθεί με τη Σχηματική Ποίηση (Ιδεόγραμμα) και την έχει διδάξει σε πολλά σχολεία, ενώ το 1995 εξέδωσε τη μελέτη «Από τον Θεόκριτο στό Λογογράφημα».
Παραθέτω δύο από τα σχετικά πιο πρόσφατα και, κατά τη γνώμη μου, αντιπροσωπευτικά ποιήματά της, τα οποία έχουν περιληφθεί, μαζί με άλλα βέβαια, στις θεματικές ανθολογίες που διατηρώ από το 2008 στο ιστολόγιο Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται (www.dreaming- i-the—mist.blogspot.com)

ΚΑΠΟΙΕΣ ΦΟΡΕΣ
Κάποιες φορές συμβαίνει όταν τα χρώματα παίρνουν να ξεθωριάζουν η θάλασσα να σκοτεινιάζει αποκαμωμένη από την προσμονή. Τότε οι όχθες της κεντούν
ένα τίποτα ανελέητο
από θλιμμένους παφλασμούς.
Και μέσα στην ταριχευμένη δοκιμασία
η νύχτα εκκρίνει πιότερη μνήμη κάτω από την υπεροψία των αστεριών, κάτω από τ’ ουρανού το πολυσύλλαβο ερωτηματικό.
(από τη συλλογή Ανάφλεξη στιγμών, 2004)

ΠΟΤΕ- ΠΑΝΤΑ

Κάθε στιγμή πεθαίνεις.
Κάθε στιγμή ξαναγεννιέσαι. Διαφορετικός.
Ποτέ ο ίδιος.
Μέσα σου κουβαλάς ουσία από πολλούς εαυτούς. Ανεξερεύνητους, άγνωστους. Φανταστικά ωραίους. Ενώ στον καθρέφτη του Χρόνου,
σαν βουερός ποταμός,
ρέουν οι λέξεις σου διαυγείς. Αναλλοίωτες ζουν, αντανακλώντας πάντα τους ίδιους ήχους, το ίδιο ρίγος.
(από τη συλλογή Αποικία κοχυλιών, 2008)

Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα ποίηση υπαρξιακού προβληματισμού που είναι πλέον λιτή, χαμηλόφωνη, στοχαστική και ουσιαστική, ακόμη και στα ποιήματα προσωπικού σπαραγμού για τον χαμό του αδερφού της που περιλαμβάνονται στη συλλογή Του χορού και της απουσίας, 2013. από την ποίησή της δεν λείπει βέβαια το ερωτικό στοιχείο ενώ ο κοινω­νικός προβληματισμός είναι εμφανής στα πιο πρόσφατα ποιήματά της.
Η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου έχει διαγράψει μια συνεπή, σταθερά ανοδική πορεία 35 ετών στις οκτώ συλλογές της από το 1980 ως σήμερα, με κάποιες ιδιαίτερα ελκυστικές ποιητικές κορυφώσεις. Είναι ενεργό μέλος του κύκλου των ποιητών της Θεσσαλονίκης και αισθάνομαι βέβαιος ότι η πορεία αυτή θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια ακόμη.

.

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

ΠΟΙΗΣΗ: ΟΙ ΛΑΜΠΕΡΕΣ
ΣΤΑΛΑΓΜΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Κάποια στιγμή στη ζωή μας μπορεί να συμβεί κάτι τόσο αναπάντεχο και τόσο οδυνηρό που να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε και νιώθουμε τον κόσμο. Τότε ο αβάστακτος πόνος προτρέπει την ψυχή να ωριμάσει, παίρνει τη μορφή ρυθμικού λόγου που ρέει ακατάπαυστα. Είναι η στιγμή που η πραγματικότητα υποκλίνεται με δέος μπροστά στην ποίηση. Ποιά είναι, αλήθεια, η θέση της Τέχνης στην κοινωνία μας και όχι μόνο σε χαλεπούς καιρούς; Μας ρωτούν συχνά αν γράφουμε ποίηση για να εκφραστούμε ή για να λυτρωθούμε. Ο Roland Barthes απαντά κατη­γορηματικά: η ποίηση γράφεται μόνη της. Μπορούμε επομένως να υπο­θέσουμε ότι έχει μια δική της δυναμική που οδηγεί σε αυτόνομη ύπαρξη στην καρδιά της ανθρωπότητας, ενώ ξεπερνά τον άνθρωπο. Επηρεάζει τη ζωή μας, επιστρέφοντας τα δώρα της σε μορφή που δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο.
Το δίγλωσσο ποιητικό βιβλίο της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου -μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης από το 1996-, με τίτλο Του χορού και της απουσίας, De la danse et de Γabsence, καταδεικνύει την παντοδυναμία της ποίησης. Καταρχάς, η δίγλωσση έκδοση μας θυμίζει-κάτι που εμείς οι Έλληνες δεν ξεχνούμε – ότι ανήκουμε στην άλλη Ευρώπη, την ήπειρο της ποίησης, της γνώσης, του πολιτισμού. Μας θυμίζει επίσης τους στενούς δε­σμούς και την αδιάλειπτη συνεργασία της ποιήτριας με τη Γαλλία.
Η ποιητική συλλογή περιστρέφεται γύρω από την απώλεια αγαπημέου προσώπου, την ανείπωτη στιγμή που η ζωή μετουσιώνεται στην υπέρτατη μορφή λόγου, την ποίηση. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για έναν αδιάκοπο θρήνο. Η ποιήτρια επιλέγει να μιλήσει για την αιώνια πάλη του φωτός με το σκότος, για το κενό, το σκοτάδι, που αφήνει πίσω του ο δυσβάσταχτος χαμός, για το φως που έφερε σε όλους γύρω του η κοινωνική προσφορά και η προσωπικότητα του αδελφού που χάθηκε. Ο χορός και η απουσία του τίτλου αντιπροσωπεύουν το δίπολο του αέναου θρήνου και της χαράς που πέρασε, μιας χαράς που ήταν «ο χυμός της ζωής», όπως γράφει.

Τώρα η σκιά σου ενώθηκε με την ατέρμονη νύχτα,
ενώ λίγο πριν είχε πει:
Εκεί που η σκιά σου, ασάλευτη αστραπή, απορροφάται από το φως του ήλιου.

Για να συνεχίσει και να ερμηνεύσει:

Εκεί η νύχτα δεν ονειρεύεται την αυγή,
να φωτίσει ωστόσο με ένα πολύσημο σκοτάδι που είναι αιώνιο φως:
η νύχτα με τις λαμπερές σταλαγματιές.
Η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου γράφει την καλύτερη συλλογή της ποι­ητικής της καριέρας, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι το άλγος της ζωής θραύει το λόγο, γονιμοποιεί το χώμα που καλύπτει αγαπημένα πρόσωπα, μεταμορφώνεται σε Πήγασο και μας πάει όσο πιο ψηλά επιτρέπουν τα φτερά μας.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΕΡΗΣ

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 35ετούς συνεχούς συγγρα­φικής παρουσίας της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου, στα λογοτεχνικά δρώ­μενα της Θεσσαλονίκης, της πόλης όπου γεννήθηκε και έζησε, θα ήθελα να εκφράσω μερικές σκέψεις για τό έργο της. Πρόκειται για μια πολύ­πλευρη λογοτεχνική παραγωγή που αποτελείται από εννέα ποιητικές συλ­λογές οι οποίες καλύπτουν τη χρονική περίοδο 1980-2010 (Περάσματα, το 1980, Περιπλανήσεις, το 1983, Ιδεογράμματα, το 1995, Η Νύχτα γεννιέται υγρή, το 1999, Φαινώ, η αγρύπνια του πελάγου, το 1999, Ανάφλεξη στιγμών, το 2005, Αποικία κοχυλιών, το 2008, Στα άδυτα της ύπαρξής μου, το 2010 και Αρδεύοντας το χρόνο, το 2010). Εξέδωσε επίσης δύο λογοτε­χνικά δοκίμια (Από το Θεόκριτο στο λογογράφημα, το 1998 και Του χορού και της απουσίας, το 2013), μετέφρασε στα ελληνικά (Ελαφρά αποσκευή του Ιταλού, Vito D. Armento, το 1998 και Το Γύρισμα της μανιβέλας του Κογκολέζου Julien Kilanga Musinde, το 2011), επιμελήθηκε το 1997, το έργο, Εγκώμια και θρήνοι για τις αλησμόνητες πατρίδες της Αγγελικής Στέργιου και το 2005, την Ανθολογία Πελαργοί των Βαλκανίων, Ανθολο­γία Βαλκάνιων Ποιητών στην Ελληνική-Αλβανική.
Αυτή η πλούσια λογοτεχνική παραγωγή διακρίνεται από το γεγονός ότι τα περισσότερα έργα της συγγραφέως, τουλάχιστον τα ποιήματά της, είναι δίγλωσσα, (στην ελληνική και γαλλική γλώσσα), κάτι που ξαφνιάζει τον Έλληνα αναγνώστη. Κατά συνέπεια είναι φυσικό μιά παρόμοια λο­γοτεχνική παραγωγή να έχει μεταφραστεί και συμπεριληφθεί σε διάφο­ρες ανθολογίες και εκτός της επικράτειας, αποσπώντας βραβεία κι επαίνους.
Αν και γνωρίζω επαρκώς το λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως, θα ήθελα να σταθώ κυρίως στα πρώτα της έργα, τα οποία θεωρώ ότι καθό­ρισαν όλη τη μεταγενέστερη ποιητική της πορεία.
Η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου που σπούδασε γαλλική γλώσσα και φιλο­λογία στό ΑΠΘ, σε μια εποχή όπου οι φιλολογικές σπουδές, κυρίως οι ξε­νόγλωσσες, επικεντρώνονταν στη μελέτη του ύφους των έργων κι όχι στην απλή θεωρητική τους προσέγγιση, πιστεύει ότι η γλώσσα είναι το στοιχείο εκείνο που διατηρεί την ταυτότητα του ατόμου. Πνεύμα ανήσυχο, βρί­σκει καταφύγιο σε δύο γλώσσες, ελληνική και γαλλική, προκειμένου να εκφράσει μια προσδοκία πέρα από τα στενά γλωσσικά όρια της μητρικής της γλώσσας. Στην ποιητική της θεωρία η ποιήτρια πιστεύει πως η ποί­ηση είναι μια αναπαράσταση εικόνων, είτε γραφημάτων με λέξεις, όπως τα ιδεογράμματα, είτε εικόνες-συνειρμοί που ο λόγος-γλώσσα εκφράζει.

Αυτό σηματοδοτεί και την «αγωνιώδη» της προσπάθεια να προβάλει στο αναγνωστικό κοινό, όχι μόνο το θεωρητικό μέρος των λογογραφημάτων, αλλά ν’ αποδείξει κι έμπρακτα πως η γραφή μπορεί να εκφραστεί και μέσω της εικόνας ή απλά πως ο ποιητικός λόγος μπορεί και να απεικονίζεται. Με το θεωρητικό της πόνημα, Από το Θεόκριτο στο λογογράψημα, η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου περιγράφει συνοπτικά και διαχρονικά, την προσπάθεια της ποιητικής έκφρασης να καταγράφει το λόγο μέσω της εικόνας, αρχίζοντας από τη σχηματική ποίηση του Θεόκριτου μέχρι την «ταχυδρομική ποίηση» του Πιέρ-Αλμπέρ Μπιρό (Pierre-Albert Birot), χωρίς να παραλείπονται οι αναφορές στα Καλλιγράμματα του Απωλλιναίρ (Apollinaire), στις ζωγραφικές απόπειρες του Καντίνσκυ (Kandinsky), στις φουτουριστικές αναζητήσεις του Μαρινέττι (Marinetti), στη δομηστική τάση του Κάμμιγκς (Cammings), στις σχηματικές προσπάθειες των Κ. Καβάφη, Γ. Σεφέρη, Απ. Μελαχρινού, Π. Ψαλτήρα, Κ. Χρυσάνθη, Ο. Ελύτη κι άλλων πολλών. Εξετάζονται επίσης πολύ συνοπτικά και τα «νέα ρεύματα» της σχηματικής τάσης στη γραφή, όπως η «Συγκεκριμένη» η «Οπτική», ή «Αντικειμενική» ποίηση.
Σε μια εποχή, όπου η κυριαρχία της εικόνας ωθεί τη γραφή στην «πε­ριθωριοποίηση», η ποιήτρια επιχειρεί να συμφιλιώσει τη γραφή με την εικόνα, ανοίγοντας στον ποιητικό λόγο νέα πεδία δυνατοτήτων, δίνοντας, με επιτυχία, νέα ώθηση στην ποιητική δημιουργία.
Το ποιητικό έργο και οι λογοτεχνικές αναζητήσεις κι ανησυχίες της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου εκλαμβάνουν την ποίηση σαν μια επιβεβαίωση της ύπαρξης των πραγμάτων, σαν μια επιβεβαίωση της ίδιας της ζωής. Τα πράγματα, τα αισθήματα, οι έννοιες προϋπάρχουν για να επιβεβαιώνουν την πραγματικότητα. Στην ποίηση ό λόγος ενσαρκώνει την κατά­σταση των πραγμάτων, των αισθήσεων, των νοημάτων μέσα από τη διάσταση της αδιευκρίνιστης προοπτικής τους. Η ποίηση είναι λόγος στον βαθμό που σ’ ένα ποίημα εκλαμβάνεται από τον αναγνώστη η άγνωστη και ανερμήνευτη πλευρά των πραγμάτων σε σχέση με την πραγματικό­τητα. Αν και το στοιχείο παραδοχής των πραγμάτων στην ποίηση είναι οι λέξεις, αναμφίβολα την ταυτότητά τους την καθορίζει ο ακριβής συμβο­λισμός της πραγματικότητας, που αυτές αποδεικνύουν, εκφέρουν κι εκφράζουν. Την πραγματικότητα αυτή μπορεί να την διατυπώσει ποικι­λότροπα η ποίηση μέσω του λόγου: ανάλογα με τη θεώρηση μιας σχολής, μιας λογοτεχνικής τάσης, μιας πολιτισμικής νοοτροπίας, μιας προσωπικής ιδιοσυγκρασίας. Στην περίπτωση της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου η πραγ­ματικότητα αποδίδεται και με το σχήμα, δεν αρκεί δηλαδή ο λόγος μόνο. Ή μάλλον η πραγματικότητα που ο ποιητικός λόγος εκφέρει, ταυτίζεται απόλυτα με την απεικόνιση των πραγμάτων, που επιβεβαιώνεται σε τέ­τοιο βαθμό ώστε οι λέξεις να αποτελούν το άλλοθι της πραγματικότητας, ή το σχήμα, το άλλοθι τού λόγου. Κι αυτό γιατί ό,τι εκφράζεται μέσα από ένα ποίημα δεν είναι ή αναπαράσταση μιας σαφούς και οριοθετημένης από τις λέξεις κατάστασης, αλλά μια πραγματικότητα που ούτε χειραγω­γείται ούτε τιθασεύεται. Απλώς διατυπώνεται και υπάρχει στη νόηση, στη φαντασία.
Αυτές τις γενικές παρατηρήσεις που αφορούν τη σχηματική ποίηση, τις διαπιστώνει κανείς από την πρώτη ποιητική συλλογή της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου, Περάσματα, 1980, μια συλλογή «σεμνή κι απέριττη» όπου διαφαίνεται η τάση για νέους έκφραστικούς τρόπους γραφής, για νέα πρόθεση προσέγγισης του αναγνώστη. Πρόκειται για ποιήματα-εντυπώσεις όπου αφουγκραζόμαστε την ενδόμυχη σκέψη της δημιουργού, όπου χαιρόμαστε την εφευρετικότητά της. Είναι ποιήματα που προδια­γράφουν, μέχρις ενός βαθμού, την μετέπειτα εξέλιξή της με τις ποιητικές συλλογές Περιπλανήσεις, το 1983, Ιδεογράμματα, το 1995, καθώς και το δοκίμιο, Από το Θεόκριτο στο λογογράφημα, την ίδια χρονιά. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της ποιητικής παραγωγής μπορούν να συνοψι­στούν στα εξής σημεία:
Πρώτα, στη συχνή απουσία του ρήματος ή στη σπάνια χρήση του, με αποτέλεσμα οι εικόνες-εντυπώσεις να εκφράζονται από τις ίδιες τις λέξεις και η εκτίμησή τους ή και το πέρα από τις λέξεις νόημα να αφήνεται στον ίδιο τον αναγνώστη. Και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά και μόνο στα ποι­ήματα της σχηματικής γραφής, αλλά και στα υπόλοιπα, όπως στο ποίημα «Περιγραφή»:

Ο δρόμος
η πλατεία
το λιμάνι
τα καράβια,
όνειρα παγιδεμένα
μέσα στο λιμάνι.
Πιο πέρα
το ακρωτήρι
ο φάρος
η θάλασσα
ο ουρανός,
ο ουρανός κι η θάλασσα μπερδεύονται, γίνονται ένα.
Ο τόπος εδώ είναι μικρός, σε πνίγει, «πουθενά δυνατή η φυγή».
ή στο ποίημα «Πρόσθεση»:
Κάθε φορά,
λίγες στιγμές μαζί. Πολλές στιγμές,
λίγα λεπτά. Πολλά λεπτά μια ώρα.
Πολλές ώρες μαζί
μια μέρα.
Μια μέρα μια ζωή.
Να! η ζωή μας.

Φυσικά στη σχηματική ποίηση, το φαινόμενο της έλλειψης του ρήμα­τος είναι πιο συχνό, ίσως και να επιβάλλεται. Π.χ. η χαρτογράφηση του ποιήματος «Οι Κυκλάδες της αγάπης» που μας θυμίζει λίγο τον «Χάρτη της τρυφερότητας», La Carte du tendre, του γνωστού γαλλικού μυθιστο­ρήματος του 17ου αιώνα της Κας Συντερύ (Mme Scudéry), Ο Μέγας Κύρος (Le Grand-Cyrus), μας προσανατολίζει σε τόπους και σκοπέλους ρεαλι­στικούς μιας αισθηματικής ζωής, συνοψίζει επιγραμματικά και χωρίς ρο­μαντικούς τόνους μια πραγματικότητα, καταγράφει με απόλυτη απλότητα και φαντασία την πορεία μιας σχέσης. Το ίδιο ισχύει και για το «άτιτλο» ποίημα όπου κυριαρχεί ο ήλιος. Η διαφορά ανάμεσα στα δυο ποιήματα βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου στο ρυθμιστικό ρόλο του ρήματος. Στις «Κυ­κλάδες της αγάπης» η έλλειψη ρήματος, δηλαδή η απουσία ενέργειας ή παθητικότητας, προβάλλει μια ουδέτερη κατάσταση, όπου το ποιητικό εγώ είναι απών και αναπληρώνεται από το εγώ του αναγνώστη.
Δεύτερο χαρακτηριστικό της ποίησής της είναι η εφευρετικότητα που πηγάζει από τη σύνδεση του λόγου με την απεικόνιση της πραγματικό­τητας. Κι αυτό διακρίνεται κυρίως στην πρόσφατη τρίτη ποιητική συλλογή της, τα Ιδεογράμματα, που περιλαμβάνουν κυρίως ποιήματα παλαιά όπου ο λόγος περιγράφει, σχεδιάζει, αποτυπώνει το έκφραζόμενο αντικείμενο χωρίς να το σχολιάζει.
Στο ύφος της δημιουργού ανακαλύπτει ο αναγνώστης την ερμηνευτική της ματιά. Στις λέξεις που δεν τονίζονται μουσικά, ούτε με τον παλμό του συναισθήματος, ο αναγνώστης μυείται στην επώδυνη αλήθεια που διατυπώνεται από την απεικόνιση του σκηνικού της περιγραφής. Η ποι­ήτρια συχνά δεσμεύεται από τις καταστάσεις που επιβεβαιώνουν τα όρια των πραγμάτων και για το λόγο αυτό, η απεικόνιση παρόμοιων καταστά­σεων αποτελεί την επιβεβαίωση των ορίων του λόγου της.
Η ποιητική εκφραστική προσπάθεια της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου συνθέτει αργά, υπομονετικά και με περισσή ακρίβεια λεπταίσθητες, πρω­τόγνωρες απολαύσεις. Το πιο ενδιαφέρον όμως, στην περίπτωση της Με­λίτας Τόκα-Καραχάλιου είναι ότι δεν παραμένει, όπως συχνά συμβαίνει με πολλούς θεωρητικούς, μόνο στη θεωρία, αλλά με τα Ιδεογράμματα δίνει έμπρακτα μια και λιτή εικόνα για το πώς αντιλαμβάνεται την αναζήτηση «για νέους τρόπους έκφρασης, πιο τολμηρούς από τους πα­ραδοσιακούς που αποκαλύπτουν μία διαφορετική ποιητική αίσθηση».
Ακολούθησε η ποιητική συλλογή Η Νύχτα γεννιέται υγρή, το 1997, και Φαινώ, η αγρύπνια του πελάγου, δίγλωσση έκδοση 21 ποιημάτων στη γαλλική κι ελληνική γλώσσα. Με έντονη την επίδραση της γαλλικής λο­γοτεχνίας, το ποιητικό εγώ αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε εικόνες και εκφραστικούς συνειρμούς των δύο γλωσσών, των δύο κόσμων, της γαλ­λικής και της ελληνικής. Σε σημείο μάλιστα, ο αναγνώστης που γνωρίζει και τους δύο γλωσσικούς κώδικες, να έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δυο κείμενα, που αν και είναι όμοια, ωστόσο διαφέρουν.
΄Ομως η Φαινώ, όνομα σπάνιο και λόγιο, που φωνητικά τουλάχιστον προκαλεί αρχικά ένα ευχάριστο δέος στον αναγνώστη και μια απρόσμενη έκπληξη στη συνέχεια, αναφέρεται σε ένα γυναικείο όνομα της ομηρικής εποχής. Η συλλογή αποτελείται από ποιήματα, που όλα φέρουν έναν τίτλο, εκτός του πρώτου και του τελευταίου- όλα είναι γραμμένα στο δεύ­τερο πρόσωπο, που έχει διττό δέκτη: τον αναγνώστη και το ποιητικό εγώ. Όμως τα δύο αυτά ποιήματα (το πρώτο και το τελευταίο) που συμβαίνει να είναι και τα πιο σύντομα, έχουν θέση εισαγωγής και επιλόγου. Το πρώτο, να εκφράζει τη διαπίστωση της σπατάλης μιας ζωής και το δεύ­τερο, να κλείνει την όλη ποιητική αφήγηση μ’ ένα μήνυμα ελπιδοφόρο, καθώς το ποιητικό εγώ ξεπερνά τον πόνο και η ηρεμία αποκαθίσταται.
Τα 19 ποιήματα που μεσολαβούν αποκρυσταλλώνουν τη συνειδητοποίηση κρίσιμων καταστάσεων (άγχους, πόνου, κλάματος, αγωνίας, λα­χτάρας). Συναισθήματα που συνθέτουν ένα θαυμάσιο μωσαϊκό μιας ποιητικής πορείας που στοχεύει στην αυτογνωσία μέσ’ από ένα λόγο πυκνό, ευδιάκριτο, προσωπικό, με γνήσια φωνή και ιδιαίτερη οπτική. Τα θετικά αυτά γνωρίσματα της ποιητικής έκφρασης απορρέουν από την περισυλλογή, την παρατηρητικότητα, τη δυνατότητα του ποιητικού εγώ να ανασκάπτει σε βάθος τον έσω κόσμο και να ανασύρει πρωτογενές υλικό, που το μεταπλάθει στη συνέχεια σε λόγο ποιητικό. Πρόκειται για μια ποιητική γλώσσα που ενώ είναι τόσο προσωπική, δεν ξενίζει. Αντίθετα, θα έλεγα ότι γίνεται τρυφερά οικεία, όπως στο ποίημα «Πυρκαγιά του ορίζοντα»:

Σε ποιους όρμους, σε ποια βράχια επάνω
ανασαίνοντας στιγμές αστραφτοβόλες θρηνούνε τώρα οι προσδοκίες σου,
χνάρι της αμμουδιάς πικρό
που σ’ ενός γλάρου σκιά θα σβήσει.

Ο κόσμος της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου είναι ένας κόσμος θραυσμάτων σε διαρκή αλλά ρέουσα ανασύνθεση. Χαρακτηρίζεται μάλιστα από αγέρινη ασάφεια, από την οποία αναβλύζει ένα ρίγος αοριστίας. Αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε μια διαρκή αγρυπνία, ίσως αυτή του πελάγους, ανακαλύπτοντας έναν κόσμο γοητευτικό, αλλά ασταθή. Το φανταστικό δεν εμφανίζεται ως άρση, αλλά ως ολοκλήρωση του πραγματικού, η προέκτασή του, η άλλη όψη του, η αθέατη πλευρά του. Κι όλα αυτά σ’ ένα επίπεδο αισθαντικό, καθόλου εγκεφαλικό, ίσως είναι διάχυτη μια ιδι­αίτερη ευαισθησία. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι η ποίησή της σε κερ­δίζει άμεσα, με την πρώτη ανάγνωση, καθώς ο λόγος ακούγεται ευκρινέστερα όταν ο νους σιωπά. Το τοπίο διακρίνεται καλύτερα, όταν κλείνεις τα μάτια κλπ., όπως στο ποίημα «Κοχύλι κλειστό».

Κλειστά κοχύλια
με σάρκα ζωντανή
στην απλωσιά της αμμουδιάς ανθούν
από την μουσική της θάλασσας στιλβωμένα,
μάτια ασημιά πίσω από τους ανέμους, το πέταγμα των πουλιών
ακολουθούν
μέχρι των καραβιών το λίκνισμα.
Τότε μόνο αποκρυσταλλώνεται η εσώτερη φωνή της ποίησης που εκφράζεται αβίαστα. Η ποίηση της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου ζει τον πα­ρόντα χρόνο, μετέχει στην καθημερινότητα, δε δραπετεύει στο φαντασιακό, περπατάει δεν πετάει, συνομιλεί με τον εαυτό της, με τον αναγνώστη, όμως δεν παραμιλά. Δεν εκστασιάζεται, δεν αιωρείται, δεν εκφράζει το ανεξήγητο. Επομένως, δεν αποβλέπει στο υπερβατικό. Γι’ αυτό κι ο λόγος της είναι απλός, χωρίς επιτήδευση, σωστά δομημένος, συναισθηματικά ελεγχόμενος, γεμάτος ανθρωπιά, συγκινητικός. Μοιάζει σα να προσπαθεί να σε πείσει για κάτι, να σε προφυλάξει από παγίδες της καθημερινής ζωής, από συμπληγάδες που σηματοδοτούν τις μικρές ή μεγάλες χαρές, τις ελπίδες ή τις διαψεύσεις ενός πόθου, μιας επιθυμίας, ενός καημού), όπως:

Αρμένισμα μελαγχολίας
από τα μάτια σου μέχρι τα κέρινα χείλη της σελήνης
και βαθιά από τα σπλάχνα της ζωής σου
ημέρες χαράς καπνίζουν
κρατώντας σφιχτά στα χέρια
σπόρους της μνήμης. («Αρμένισμα μελαγχολίας»).

Τα ποιητικά αυτά στοιχεία συνθέτουν, κατά τη γνώμη μου, και τη συγ­γραφική προσφορά της δημιουργού, δηλώνουν τη διαφορετικότητά της ως προς την έκφραση, σηματοδοτούν την ωριμότητα του ποιητικού της έργου, αναδεικνύουν την τεχνική του, διατυπώνουν μια γραφή γοητευ­τική με την πύκνωση των νοημάτων τους,.
Πιστεύω πως οι δύο προαναφερόμενες ποιητικές συλλογές (Ιδεο­γράμματα και Φαινώ, η αγρύπνια του πελάγου), διαμόρφωσαν τη μετέ­πειτα ποιητική της πορεία και την καθιέρωσαν ως ποιήτρια κλασική. Πολυσύνθετη προσωπικότητα, μ’ ένα πνευματικό προφίλ που αποτελεί μοναδική περίπτωση για τη σύγχρονη ποίηση της Θεσσαλονίκης, η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου είναι μία δημιουργός οικεία και προσιτή, πολυ­διαβασμένη, αλλά ταυτόχρονα απόμακρη, σχεδόν άγνωστη. Κι αυτό οφεί­λεται στο γεγονός ότι υποβάλλει στην πιο αυστηρή, άτεγκτη κριτική την ποίησή της, γιατί προσβλέπει στην βελτίωση της γραφής της και δεν ανατρέχει στις λόγιες φαντασιώσεις, τις τόσο διαδεδομένες σήμερα, ούτε κα­ταφεύγει στον ελιτισμό. Παραμένει κλασική κι ανθρώπινη με φυσικότητα κι όχι με «καθεστωτικούς όρους», όπως τους εννοούν κάποιοι φιλόλογοι. Δυο στοιχεία-προτερήματα, διάχυτα σε όλα σχεδόν τα ποιητικά της πο­νήματα, με τα οποία κάθε φορά, η δημιουργός μας ξαφνιάζει πάντα ευχάριστα με τη δουλειά της, που διακρίνεται για την αέναη προσπάθεια να μεταβάλλει την εσωτερικότητά της σε λόγο ποιητικό.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ
ΜΕΛΙΤΑΣ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

Από τότε που η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου μπήκε στα γράμματα – στην τέχνη του στίχου, της ποιήσεως- όλη η ζωή της άλλαξε. Κάθε τι που βλέπει, που ζει, που αισθάνεται επιστρέφει σε μας σε ένα πάνθεον εικό­νων, στίχων, στιγμών. Η μεταμόρφωση των γεγονότων, των πραγμάτων, την κυριεύουν και την ωθούν στο χάος μιας τέχνης που την κυκλώνει. Είτε βλέπει την θάλασσα, την πόλη, την νύχτα, την μέρα, τους ανθρώπους, είτε μιλά για τον θάνατο, τη ζωή, η γνώση της, το πεπρωμένο της, την οδη­γεί να μας μιλήσει πέρα από αυτό που φαίνεται. Άλλοτε γίνεται ένα μακρύ της χορικό που το αντέχει. Αποχαιρετισμοί χωρίς ελπίδα. Συναντήσεις που σβήνουν. Το μυαλό και το χέρι της μας δείχνουν αυτό που βλέπει να συμ­βαίνει. Που φτάνει. Και σταματά. Γράφοντάς το. Και μας το μεταδίδει. Της εύχομαι πάντα μπροστά. Με όπλο, τους στίχους. Τα ποιήματα. Και υγεία. Για να μας γνωρίζει, το πάθος, της Τέχνης της.

.

OLIVIER FURON-BAZAN

Το νόημα της ομορφιάς και των λέξεων…
Ένα ελληνικό ρομαντικό αστέρι γεννήθηκε..
.

Η Ελληνίδα λογοτέχνις Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου κατέχει όλα τα μυ­στικά της ποιητικής τέχνης. Οι γνώσεις της είναι αυτές μιας ποιήτριας που το ταλέντο της δεν χρειάζεται να υπογραμμισθεί. Εδώ και δεκαετίες, κα­τάφερε να τελειοποιήσει τις λέξεις, τις ομοιοκαταληξίες της επιδιώκοντας να είναι μια ευαίσθητη συγγραφέας που γνωρίζει να δίνει έμφαση στο εικονιστικό ποίημα.
Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, η Μελίτα σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και ειδικεύθηκε στις οπτικοακουστικές μεθόδους διδασκαλίας στη Σορβόννη, στο Παρίσι. Σήμερα το εικονιστικό ποίημα συνεχίζει να είναι το πάθος της. Πολύ νωρίς, αποφάσισε να αφοσιωθεί στη διδασκαλία του ιδεογράμματος. Η αίσθησή της τής αισθητικής την κάνουν να επιζητεί την τελειότητα και να δημιουργεί σε όλα τα πεδία της Τέχνης και με αυτή την ιδιαίτερη έννοια να αγγίζει την εικόνα και μια συγκεκριμένη φόρμα της φωτογραφίας. Είναι ένας τρόπος μόνιμης ανύψωσης που καθιστά τη Μελίτα τόσο παθιασμένη από τη συγγραφική της δουλειά μέσα στο χρόνο και που εγγράφεται μέσα στην κίνηση αλλά επίσης και στον ασκητισμό. Μέσα της, υπάρχει αυτή η αισθητική δίψα δια­μέσου της φαντασίας της μέσα σε ένα κόσμο που είναι διαρκώς σε κίνηση. Η Μελίτα είναι μια καλλιτέχνης του ονείρου και ενός συγκεκρι­μένου τρόπου σκέψης για την ίδια όπως ο φιλόσοφος που βλέπει να ρέει ένα λεπτό νήμα νερού και που απεικονίζει τους μαιάνδρους σε μια γη που περιγράφεται Με τα διαυγή δάκρυα της ανθρωπότητας.
Το ποίημα έχει διαφορετικούς στίχους στις θεμελιώσεις που ο άνθρω­πος τους παντρεύεται… Του Χορού και της Απουσίας σελ. 13,… Αλλά εσύ αγαπούσες τη ζωή, πιστός ήσουνα στην απλότητά της κι έψαχνες έναν σύντροφο στους κόρφους της χαράς. Στα βήματα του χορού σου αποτύπωσες μιας ζωής μεράκια… Ομορφιά του κειμένου με αυτό το παιχνίδι των λέξεων και του ρυθμού, η Μελίτα από τότε έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα. Χωρίς αμφιβολία, άντλησε τη φαντασιακή ισχύ της στο νησί της… Παιδί, ένοιωθε τρυφερότητα για τη θάλασσα και τις κινήσεις της ως μα­έστρου σχεδιάζοντας στο βλέμμα της τα άσπρα προβατάκια των κυμά­των… Αυτή η ανάγκη να πάει να συναντήσει αυτό το μπλε αζούρ Με τις χρωματιστές κινήσεις από τις δυνάμεις της παλίρροιας σ’ αυτήν την κυ­ριαρχία του χρόνου… Η Μελίτα είναι παρατηρητής της ευτυχίας, ενός κό­σμου που ανθίζει μέσα στο εικονιστικό και αυτή η δύναμη εκφρασμένη σε μια πραγματικότητα ενός εξωτερικού κόσμου με όψεις πολλαπλών χρω­μάτων.
Παθιασμένη με το ιδεόγραμμα, η Μελίτα διατηρεί το πάθος της γι’ αυτή τη μορφή γραψίματος. Η ανάγνωση του εικονιστικού ποιήματος κρατάει το δικό της διακριτό νόημα. Το ιδεόγραμμα είναι η επανάληψη μιας ανάγκης όπως μπορεί να τη δείξει. Η Μελίτα στα ποιήματά της πα­ρέχει την απόδειξη ότι αυτό το είδος γραπτής έκφρασης αξίζει να επιστρέψει στο δυνατό φως μετά από αιώνες εξαφάνισης και το τέλος του αρχαίου κόσμου… Αλλά με τη λογοτέχνιδά μας με τη μεγάλη γνώση και την πολύ οξεία παρατηρητικότητα, ανακαλύπτουμε ξανά τον Stephane Mallarme και το Marinetti των οποίων τα δοκίμια ήταν μια επιτυχία, όπως επίσης και στη συνέχεια, ο ρώσος Mayakovski, ο μεγάλος φουτουριστής της ποίησης. Με τόνους μοντερνισμού στη ζωγραφική των λέξεων που με­ρικές φορές δεν μπορούν να μεταφρασθούν. Αυτό το επαναστατικό νόημα των λέξεων και των χρωμάτων δημιούργησε σχολή και πόσοι από εμάς σήμερα δεν είμαστε διατεθειμένοι να δούμε σε μερικούς ποιητές ράπερς να χρησιμοποιούν αυτή τη μεγάλη ελευθερία… Η Μελίτα υπερασπίζεται αυτές τις διαφορετικές φόρμες ποίησης ενώ ταυτόχρονα δεν είναι οπαδός αυτής της εκφραστικής φόρμας όπως και για αυτήν του κυ­βισμού…
Σήμερα, οι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές είναι αρκετά πολλοί για να απο­δείξουν τώρα ότι το ιδεόγραμμα μπορεί να είναι μια γενική προσέγγιση της ποίησης αυτού τού μεγάλου έθνους της Αρχαιότητας… ‘Άραγε στο έργο της δεν υπάρχει ένα μεγάλο μέρος συμβολισμού;
Ή μεγάλη ποιήτρια Καραχάλιου ανατρέπει τούς μύθους Με αυτά τα ποιήματά της που φλερτάρουν Με μια ποίηση φιλοσοφική και πρωτοπο­ριακή… Τα « Calligrammes » τού Michel Beau κατέχουν τις πρώτες παι­δαγωγικές έννοιες που ανοίγουν την πόρτα της ποίησης στους εφήβους που έχουν συγκινηθεί από τα πανιά (ιστία;) της Τέχνης της γραφής… Όταν η θαυμάσια ποιήτριά μας της Θεσσαλονίκης ανακαλεί αυτό το μέσο έκφρασης, πρέπει να αγγίζει ορισμένες βαθιές σκέψεις και αισθήματα… Τα καταφέρνει χωρίς καμία προσπάθεια καλύπτοντας την πραγματικό­τητα των καιρών μας Με ένα παθιασμένο παιχνίδι: την παρατήρηση και την πλουσιότητα της σκέψης.
Διαλέξεις, συλλογές… και πρωτοποριακό ταλέντο!!!

Η συλλογή «Αποικία Κοχυλιών» στην όποια συγκεντρώνονται περίπου πενήντα ποιήματα αποτελεί τη ναυαρχίδα των έργων της. Σε αυτή τη συλ­λογή, ανακαλύπτουμε την ευαισθησία, την όμορφη και λεπτή γραφή της ποιήτριας. «Ενώ στον καθρέφτη του Χρόνου, σαν βουερός ποταμός, ρέουν οι λέξεις σου διαυγείς. Αναλλοίωτες ζουν, αντανακλώντας πάντα τους ίδι­ους ήχους, το ίδιο ρίγος.». Αποδεικνύει τις τέλειες γνώσεις της σε αυτό το πεδίο της προτίμησής της ανακαλώντας την αποικία της των κοχυλιών.
«Η βροχή σχεδιάζει σχήματα που ψάχνουνε το κενό τους κι επιδεινώνει τη μάχη των ήμερων Με την αγωνία της νύχτας. … Και ή μεγάλη πλα­τεία της Σελήνης κρύσταλλο σκοτεινό από τις παραμορφωμένες ημέρες».
Για να καταλάβουμε τη διαδρομή της, η Μελίτα σας ξαφνιάζει Με αύτη την ποίηση ή όποια δεν παραλείπει να σας έρωτα «Μόνον οι λέξεις σου αποικία κοχυλιών από ασήμι και φως στο βυθό της καρδιάς μου αρμενί­ζουν». Πολύ προσκολλημένη στις λέξεις και στην άξια τους, μερικές φορές σας ανοίγει την όρεξη. Σ’ αυτήν υπάρχει ή επιθυμία για επιλεγμένες λέ­ξεις. Θέλουμε τέτοιες λέξεις σε όλους τούς στίχους. Κι αν… Είναι πραγμα­τικά κλισέ. Ερωτηματικές φωτογραφίσεις όπως Ή Σελήνη βρέχει το μελάνι της ή καλύτερα στις φυλλωσιές της αγρύπνιας… Στον πραγματικό στι­χουργό, κάθε έκφραση απαλύνει και παράγει τα αποτελέσματα της. Στο ρυθμό των τριζονιών. Το ταλέντο της έχει πολύπλευρες όψεις!!! Ευαίσθητη συγγραφέας, ή βροχή γίνεται γι’ αυτήν ένα είδος αυθεντικοί νερού «Στη λευκή σελίδα μου βρέχει σταγόνες από ξενιτεμένες ημέρες».
Η Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου στο Ανάφλεξη Στιγμών (2012) καλεί για μια ακόμη φορά τον δάσκαλο της τον ‘Ηράκλειτο «Ουκ αν εμβαίης δις εις τον αυτόν ποταμόν». Το ταμπεραμέντο της τής φωτιάς εκφράζεται χωρίς περιορισμό, «τον τρύγο των φιλιών, την δόξα των σωμάτων να γιορτά­ζεις.» Εάν δεν ξεχνάει να ανακαλέσει το βασιλιά Βάκχο, μπορούμε να λυ­πούμαστε για την προτίμησή της για τον ερωτισμό και την αγάπη για την όποια ξέρει να μιλά τόσο καλά… «Καλπάζει ό πυρετός στου φωτός ανάμεσα το πέλαγος και του αγέρα κι απ’ της ψυχής τα ύφαλα πόθος ανα­δύεται.».
Η Μελίτα έχει αυτή τη βαθειά ευαισθησία, εξίσου ερωτηματική. «Μια λύπη στα μάτια σου Λιμνάζει, όπως ή Υγρασία της βροχής τον ουρανό διαπερνάει, σαν Πέλαγος απέραντη Ηλεκτρισμένη και παγερή. Κυκλοφο­ρεί ανάμεσα στις λέξεις σου που απορούν μέσα στο ποίημα.»
Διατρέχοντας μία από τις τελευταίες της συλλογές, «Του Χορού και της Απουσίας», ξαναπαίρνει αυτή την πολύ ωραία αναφορά του Πινδάρου, φιλόσοφος ό όποιος δηλώνει « Ό άνθρωπος είναι το όνειρο μιας σκιάς» 446 π.Χ.). Οι προτιμήσεις της είναι πολλές. Προσανατολίζονται προς αυτό το φως της ανθρώπινης ικανότητας και αυτής της έκφρασης η οποία μπο­ρεί να είναι μεταφράσιμη. Σε αυτό το σύγχρονο κόσμο, δεν διαθέτει πολύ χώρο αλλά αρκετό για να γράφει αγαπητή μου Μελίτα «Οι θάλασσες των ματιών σου γύρο έφερναν στου κόσμου τον καθρέφτη. Γύρο γι’ αδελφοσύνη, γι’ αλληλεγγύη πάνω στη γη. Αθόρυβα και ταπεινά χρώματα αλήθειας κυνηγούσες στης αδικίας τις καλαμιές, ότι ακόμη δεν είχε ξεχαστεί, στην αγωνία του φτωχού το ψωμί που ενώνει τούς ανθρώπους, στου κα­ταπιεσμένου τον μόχθο για ό,τι ονειρεύτηκε.». “Όμως είναι το ‘ίδιο για κάθε ποιητή, έχει μια εξαιρετική ευαισθησία και ατενίζει Με λύπη αυτόν τον κόσμο του χρήματος, τις άξιες που εξαφανίζονται προοδευτικά στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Δηλώνει αρνητικά την ύπαρξη όλο και περισσότερο πραγματική της αδικίας σε όλες της τις μορφές και την καταγγέλλει και κα­ταδικάζει έντονα. Φαινώ η αγρύπνια του πελάγου σελ. 15. «Ένα δάκρυ αθόρυβο σαν σιωπή την αγωνία του εξομολογείται, αυτήν την ώρα την ανύσταχτη που ολομόναχη συντρίβεται, καθώς οι λογισμοί ανηφορίζουν στο δικό τους δύσβατο μονοπάτι».
Το να γράφεις μεταδίδοντας τα καλύτερα ποιητικά κλισέ δεν είναι τόσο συνηθισμένο όσο ορισμένοι υποστηρίζουν… Αυτή ή φωτογράφηση των συγκινήσεων, των λέξεων και των ρυθμών είναι τόσο πιο καλή όσο αγγίζει τα συναισθήματά σας και τη βαθειά σας ευαισθησία. «Λατρεία ματιών, πυρκαγιά του ορίζοντα, που θάβει μια χαραυγή Με σάρκα μελανόχρωμη». Προσωπικά, εκτιμώ το ποίημα les Feux de memoire στη συλ­λογή «Φαινώ η αγρύπνια του πελάγου». Ή ελληνίδα ποιήτριά μας ανακαλεί τον Paul Eluard «Μνήμης Φωτιές. Με λόγια εκφράζεται κι ο χρόνος όπως ο έρωτας». Με ελαφρά μορφή, γράφει θαυμάσιους στίχους «Δυο μάτια νοσταλγικά:, μνήμης φωτιές, ξετυλίγουνε τον χρόνο στην ούγια αυτής της ημέρας, σαν μαχαίρι πληγώνει σταλάζοντας πεταλούδες που λοξοδρομούν προς τα ολοπράσινα λιβάδια του ήλιου» μια από τις μεγά­λες ιδιαιτερότητες της Μελίτας Τόκα-Καραχάλιου εμφανίζεται στη μορφή της ποίησής της. Τα ποιήματά της μπορούν να γίνουν κείμενα γιατί στην ποίησή της, όλα συνδέονται Με μια ορισμένη επιτυχία. Ή ποιητική της γραφή εκφράζεται Με έναν ορισμένο τρόπο. Μπορεί να εμφανισθέν πιο τολμηρή από την παραδοσιακή γραφή αλλά ή πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική γιατί συγχέεται στο σταυροδρόμι του φαντασιακού και του πραγματικού στον παρόντα χρόνο.
Χρυσό μετάλλιο της Γαλλικής Αναγέννησης, η Μελίτα Τόκα-Καραχά­λιου είναι μία από τις ποιήτριες της όποιας το έργο μεταφράσθηκε σε πολλές γλώσσες, ιδιαίτερα στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα αραβικά, στα αλβανικά. Ειδική στο Λογόγραμμα, κατέχει πολλά βέλη στη φαρέτρα της επιζητώντας να συγχέεται Με τούς σύγχρονους ποιητές αλλά θέλοντας να διατηρήσει την ψυχή της δημιουργώντας μια επιδεκτική μον­τέρνα ποίηση που να είναι συγκρίσιμη Με αυτή ενός παρελθόντος που είναι πάντοτε τόσο κοντινό όσο και αυτή.

.

JULIEN KILANGA MUSMDE

ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΛΙΤΑ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ
Θα ήθελα πριν απ’ όλα να ευχαριστήσω το Γαλλικό Ινστιτούτο της Θεσσαλονίκης που σκέφτηκε τη συμμετοχή μου σ’ αυτήν την εκδήλωση και διαμέσου εμού το Διεθνή Οργανισμό Γαλλοφωνίας του οποίου ο Γενικός Γραμματέας, Πρόεδρος Κύριος Αμπντού Ντιούφ, μου ανέθεσε να σας με­ταφέρω τον εγκάρδιο του χαιρετισμό. Αυτή ή συνάντηση αποκτά μια ιδιαί­τερη σπουδαιότητα και μια βαθιά σημασία για τον Διεθνή ‘Οργανισμό της Γαλλοφωνίας. Σπουδαιότητα ιδιαίτερη διότι επιτρέπει να αξιοποιηθεί η προ­σωπικότητα αυτής της Ελληνίδας, που είναι πολίτης του κόσμου, ή όποια Με το έργο της είχε τη γνώση να βάλει δίπλα-δίπλα τη γαλλική και την ελληνική γλώσσα. Αυτή ή συνάντηση έχει επίσης μια βαθιά σημασία για τη Γαλλοφωνία, διότι απεικονίζει καλά μια πτυχή της δραστηριότητάς της, που συν­δέεται Με την προσφορά των συγγραφέων και των γαλλόφωνων λογοτεχνιών στην ακτινοβολία της γαλλικής γλώσσας μέσα στον κόσμο και στη συνύπαρξη της Με τις άλλες γλώσσες.
Ή Κυρία Μ.Τ.-Κ. γυναίκα καλλιεργημένη, συγγραφέας ενός έργου, στο :ποιο είναι διάχυτη μια εξαιρετική ευαισθησία, πολίτης του κόσμου και κυρίως μια γαλλόφωνος πεπεισμένη, θέλει να δημιουργήσει δεσμό ανάμεσα στους λαούς διά μέσου της γλώσσας και της λογοτεχνίας. Το νεωτεριστικό έργο αυτής της αξιαγάπητης ύπαρξης, σχετικά με το γραπτό λόγο, αποτελεί μια συμβολή στον εμπλουτισμό της γαλλικής γλώσσας, της γλώσσας με την παγκόσμια τάση. Αυτή ή ύπαρξη έχει τη γνώμη πώς όταν κανείς εισδύει μέσα ταξίδι της γραφής πρέπει να γνωρίζει ότι δεν πρόκειται για την αναζήτηση καινούργιων τόπων, αλλά ως επί το πλείστον για να έχει μια καινούρ­ια ματιά. Αναμφίβολα λοιπόν στην αναζήτηση αυτής της καινούργιας ματιάς επιφέρει το καινούργιο φανταστικό. Η Μελίτα ελευθερώνει όλες τις δυνάμεις της για να καινοτομήσει μέσα σ’ αυτό το λογοτεχνικό έδαφος, το τόσο γόνιμο. Πιστεύει σ’ αυτό αληθινά; Ναι, διότι η δύναμη του δημιουργού έγκειται στο να επιφέρει μια καινούργια ματιά, απροσδόκητη στην πραγματικότητα στην οποία είμαστε περισσότερο συνηθισμένοι.
Η Μελίτα σε ένα πλάνο έχει καλλιτεχνικές απαιτήσεις και μια γλώσσα καινούργια, που από μόνη της εκφράζει την πρωτοτυπία της, για να μας αποδείξει πώς οτιδήποτε το ανθρώπινο δεν της είναι άγνωστο. Να λοιπόν το έργο του οποίου σήμερα θέλουμε να διαπεράσουμε τα τρίσβαθα.
Η «Αποικία κοχυλιών» Με εξώφυλλο που απεικονίζει ένα κοχύλι, ανοίγει ενδεικτική λέξη, που αντικατοπτρίζει το περιεχόμενο όλου του έργου. «Τίποτα πιο γλυκό από τον Έρωτα» και ακολουθεί ένα ιδεόγραμμα χαρακτηριστικό επίσης: «Στο δικό μου μπάρκο μοναδικός επιβάτης ταξιδεύεις». Μια ωραία συλλογή με εύκολη ανάγνωση στα Γαλλικά.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *