ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

Ο Ντίνος Παπασπύρου γεννήθηκε το 1938 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. 0 πατέρας του κατάγονταν από το Στένωμα Ευρυτανίας και η μητέρα του από το Νεοχώριον Τρωάδος (Τσανάκαλε). Από το 1957, που αποφοίτησε από το Αμερικανίκό Κολλέγιο “Anatolia”, μέχρι το 1987 εργάστηκε ως τραπεζικός υπάλληλος, φθάνοντας στις ανώτατες βαθμίδες της ιεραρχίας. Άρχισε να ζωγραφίζει, αυτοδίδακτος, από το 1976 και το 1977 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τη μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος». Μέχρι σήμερα έχει πραγματοποιήσει πολλές ατομικές εκθέσεις και έχει λάβει μέρος σε περισσότερες από 200 ομαδικές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι μέλος του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βόρειας Ελλάδας και του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας. Έργα του έχουν κοσμήσει ως εξώφυλλα λογοτεχνικές εκδόσεις και υπάρχουν σε δημόσιες πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει επίσης εκδώσει το λογοτεχνικό βιβλίο «0 λάκκος», που περιέχει δεκαπέντε μικρά πεζά. Στο δεύτερο αυτό βιβλίο του περιλαμβάνονται άλλα επτά διηγήματά του, τα οποία έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο τύπο και σε λογοτεχνικά περιοδικά.

.

.

ΛΑΜΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΚΙΕΣ ΜΝΗΜΗΣ (2010)

ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ

ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΡΙΖΕΣ ΕΔΩ

«Έλα μπάρμπα, πες μας για τη γουρούνα που μέθυσε στο κατώι και φεύγουμε».
«Βρε τζαναμπέτηδες πάλι θέτε να με κογιονάρετε. Άντε σπίτι κι η
Μαριγώ θα περιμένει»

Το ίδιο βιολί κάθε βράδυ. Με το που έκλειναν το μπακάλικό τους στην Αετοράχης, τα δυο αδέλφια Θανάσης και Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου του μπάρμπα τους για μουχαμπέτι και ιστορίες από τα παλιά. Ήταν η ώρα που ο μπάρμπα-Νικόλας ρουφούσε δίπλα στον σοφά τα δυο καθιερωμένα ποτηράκια κοκκινέλι και η σκέψη του ταξίδευε χρόνια πίσω στο Τσανάκαλε. Μεγαλομπακάλης τότε με όλα τα καλά στο μαγαζί και μεγάλη πελατεία και από τα γύρω χωριά.

Εκεί του το πρόλαβαν οι καλοθελητές των αδελφάδων του. «Η προκομμένη και αψήφιστη γυναίκα σου η Ζωγράφω αφήκε τη μεγάλη γουρούνα να μπει στο κατώι. Άνοιξε την κάνουλα του μεγάλου ξυλοβάρελου και πλημμύρισε το κατώι με εκατόν πενήντα οκάδες κόκκινο κρασί δέκα οχτώ χρονών». «Η Ζωγράφω μου να είναι καλά», και συνέχισε τους λογαριασμούς στο χοντρό τεφτέρι μπροστά του σαλιώνοντας το μολύβι χωρίς να σηκώσει κεφάλι. Μέσα του όμως τον έτρωγε, θες να πάνε αυτές και να κακοκαρδίσουν τη Ζωγράφω. Μια και δυο στο σπίτι. Σαν χώθηκε στο κατώι τον έπιασε γέλιο σπαρταριστό. Η μεγάλη γουρούνα μέχρι την κοιλιά στο κρασί βολόδερνε και τρίκλιζε κουτουλώντας από τον ένα στον άλλο τοίχο. Τού’μεινε αυτό και κάθε φορά που διηγούνταν το περιστατικό λυνόταν στα γέλια, κάνοντας τις κινήσεις της μεθυσμένης γουρούνας.

Εκεί στο μπακάλικο έφτασε και το μαντάτο από το τουρκάκι παραγιό του ότι αρματωμένοι καβαλάρηδες έζωσαν το χωριό. «Αφεντικό εμείς σας αγαπάμε. Μα αυτοί είναι ξενόφερτοι με άγριες διαθέσεις για τους Ρωμιούς». Δυο χούφτες πεντόλιρα έκρυψε Βιαστικά μέσα στο σακί με τα φασόλια και τρεχάτος στο σπίτι. Πανικός στη γειτονιά. Όλοι φόρτωναν ότι μπόραγαν σε σούστες και κάρα και αλαφιασμένοι έφευγαν, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι για τα που είναι η σωτηρία. Το ίδιο και ο μπάρμπα-Νικόλας. Λίγα μπακίρια, μερικά προικιά των κοριτσιών, τη ραπτομηχανή χεριού Singer, νερό και λίγο κολατσιό για το δρόμο. Μπροστά ο ίδιος στο κουμάντο. Δίπλα η Ζωγράφω, πίσω, πάνω στη Singer, που έκαναν καναπέ για να την κρύψουν κιόλας, η κατάκοιτη από χρόνια κουνιάδα του Τριανταφυλλιά και πιο πίσω κολλητά το ένα πάνω στο άλλο τα τέσσερα κορίτσια τους, η Σοφία, η Βασώ, η θεοδίτσα και η τρίχρονη Ευδοξία. «Οι μεγάλες βάλτε μαύρα τσεμπέρια και ρούχα, πασαλείψτε μούτρα και χέρια με λάσπη και σβουνιές να φαίνεστε λερές γριές, μη σας αρπάξουν στον δρόμο οι Τούρκοι για την Ανατολή».
Μερόνυχτα στον δρόμο. Σαν έφτασαν στη θάλασσα, κοσμοπλημμύρα. Με τα πολλά μπήκαν σε βαπόρι κατά πως τους πήγε το κύμα του κόσμου. Πήραν μια ανάσα, όμως το άγνωστο δεν άφησε τους μεγάλους να κλείσουν μάτι. Δυο
μέρες μετά αντίκρισαν Βουνά. «Η Σαλονίκη», φώναξαν αυτοί που ήξεραν.

Τους άδειασαν στην παραλία σε κάτι μακρινάρια θαλάμους, το απολυμαντήριο, όπως τους είπαν. «Μια εβδομάδα εδώ και μετά θα σας τακτοποιήσουμε». Σε δέκα μέρες τους πήραν και, αφού διέσχισαν με κάρα μια άγνωστη σε όλους πόλη, τους έφεραν σε ένα μεγάλο τσαΐρι, το Λεμπέτ, έμαθαν μετά. Δυο, τρεις οικογένειες στο τσαντίρι. Γυφτιά, πείνα, το νερό λίγο και ο Βαρδάρης του ’14 να τους ξυρίζει. Έξι μήνες εκεί. Μετά, ο Χρήστος, ο γιος τους, που από χρόνια είχε μπαρκάρει λαθραία στην Αμέρικα μη και υπηρετήσει στον τούρκικο στρατό, τους έστειλε το τσεκ. Πρώτο τους μέλημα να φύγουν από το Λεμπέτ, να βάλουν κεραμίδι στο κεφάλι τους. Το ημιυπόγειο στην Αετοράχης τους φάνηκε παλάτι. Το ασβέστωσαν το συγύρισαν και άρχισαν να οργανώνουν τη ζωή τους. Οι μεγάλες κόρες σε θελήματα. Δύσκολες οι δουλειές για τους πρόσφυγες, τους έβλεπαν με μισό μάτι. Πόσο τους πόναγε, νοικοκυραίοι αυτοί στον τόπο τους, να ακούν τους ντόπιους να λένε πως είχαν στη δούλεψή τους δυο ανθρώπους και έναν πρόσφυγα. Η μικρή στο σχολείο. Έξυπνη, πρώτη μαθήτρια, ήθελε να γίνει δασκάλα.

Σαν έφτασε το ’17 άρχισαν να ξεσηκώνουν τον μπάρμπα-Νικόλα οι συγχωριανοί να γυρίσουν πίσω στο Τσανάκαλε. «Νικόλα, τα πράγματα ηρέμησαν. Τα καλαμπόκια είναι δυο μπόγια στην ξεκούραστη γη της πατρίδας». «Δεν ησυχάζει το Τουρκιό. Σιμά θα έχουμε τα ίδια. Μοίρα μας να ξεριζωθούμε ήταν από κει. Ας κάνουμε ρίζες εδώ». Αν και με λίγα γράμματα, τετράγωνο μυαλό ο μπάρμπα-Νικόλας. Το ’22 τον δικαίωσε. Όμως τα βράδια, σαν ο Θανάσης και ο Γιάννης περνούσαν το κατώφλι του ημιυπόγειου της οδού Αετοράχης, παρόλο που δεν ήθελε να το δείχνει, αναπολούσε με λαχτάρα τα παλιά και μιμούνταν με γέλια τα κουνήματα της μεθυσμένης γουρούνας στο πλημμυρισμένο με κόκκινο κρασί κατώι του Τσανάκαλε.

.

ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΤΟΥ ’43

0 πατέρας γύρισε κι εκείνο το βράδυ την ίδια ώρα από τη ΧΕΝ. Ακούμπησε στην κουζίνα αποσταμένος τα δυο κονσερβοκούτια με φαγητό, κάθισε στη μοναδική ξύλινη καρέκλα και έβγαλε τα λιωμένα παπούτσια. Πιο πολύ τον
προφύλαγαν τα τσουράπια που είχε πλέξει η γιαγιά. Ξεσκέπασε προσεκτικά τα τενεκεδάκια και τα έβαλε στο συρμάτινο φανάρι που κρέμονταν πάνω από τον πάγκο. Κάθε βράδυ το ίδιο. Ήταν η μερίδα που δικαιούνταν κάθε
εργαζόμενος στο μαγειρείο της ΧΕΝ. Την έφερνε σπίτι για να μας κρατά όρθιους τις δύσκολες εκείνες μέρες της κατοχής.
«Εγώ χορταίνω από τις μυρωδιές», έλεγε στη μητέρα, όταν τον πίεζε να πάρει κι αυτός μια μπουκιά. Ακόμη και ο σκύλος μας ο Μπόμπης κρατιόταν από το φαγητό που έφερνε ο πατέρας. Η μητέρα γέμιζε με νερό τα άδεια τενεκέδια και γέμιζε τη γαβάθα του. Με όση δύναμη απόμενε στο σκελετωμένο του κορμί σηκώνονταν στα πίσω πόδια και με τη γλώσσα ρουφούσε το νεροζούμι στον αέρα. Μετά έχωνε τη μουσούδα στη γαβάθα αδειάζοντάς την στη στιγμή χωρίς ανάσα. Όλο το υπόλοιπο βράδυ περνούσε γλείφοντάς την. Τον άκουγα να τη σέρνει εδώ και κει μέσα στην αυλή καθώς κοιμόμουν δίπλα στο παράθυρο.

0 μισθός του πατέρα ελάχιστα Βοηθούσε. Το χαρτονόμισμα ξευτελίζονταν κάθε στιγμή μέσα στη μέρα. Αν είχες λίρες, στάρι, λάδι, όσπρια ή άλλα τέτοια βασικά ήσουν βασιλιάς. Το ψωμί σπάνια έμπαινε στο σπίτι. Όλη η προίκα της μητέρας είχε ανταλλαγεί στα γύρω χωριά για μισό σακί καλαμπόκι ή φασόλια και σπάνια λίγο στάρι.

Χωρίς να βγάλει το πανωφόρι μπήκε στο δωμάτιο. Στο μικρό σιδερένιο κρεβάτι ξαπλωμένοι η μητέρα και η γιαγιά στις δυο άκρες και στη μέση ο αδελφός μου κι εγώ, σκεπασμένοι με το πάπλωμα που είχε απομείνει και από πάνω μια κουρελού. 0 πατέρας ακούμπησε το χέρι στη μεγάλη σιδερένια σόμπα δίπλα στο κρεβάτι. «Το τελευταίο ξύλο έριξα το μεσημέρι», λέει η μητέρα, «έχει χωνέψει από ώρα και κρύωναν τα παιδιά». Παρακολουθούσαμε τον πατέρα με τα μάτια μόνο έξω από τα σκεπάσματα. Αμήχανος κοίταξε από το παράθυρο στην αυλή. Το τελευταίο χοντρό δέντρο το είχε κόψει τρεις μέρες πριν. Τα άλλα ήταν λιγνά, ίδια με μας. Απότομα ανοίγει το παράθυρο. «Γιάννη τι κάνεις τρελάθηκες έχει παγωνιά», άρχισε να φωνάζει η μητέρα. Αρπάζει το μεγάλο τραπέζι που ήταν στο δωμάτιο το γυρίζει στο πλάι και το σπρώχνει στο ανοιχτό παράθυρο προς την αυλή, θυμάμαι τα καλοκαίρια που το βγάζαμε στην αυλή για να γίνει πιο ευρύχωρο το δωμάτιο, δεν χώραγε από καμιά πόρτα. Το σήκωσε με όση δύναμη του απόμενε και το άφησε να πέσει έξω. Με νευρικές γρήγορες κινήσεις έκλεισε το παράθυρο και παίρνοντας το μικρό τσεκουράκι βγήκε έξω. Πετάχτηκα βολίδα από το κρεβάτι και κόλλησα το πρόσωπο στο τζάμι. 0 πατέρας όλο μανία, λες και μισούσε το τραπέζι, άρχισε να το κομματιάζει με απανωτές τσεκουριές.

Σαν τέλειωσε, ξεδιάλεξε και έφερε μέσα τα χοντρά κομμάτια, πόδια και πλαϊνά. Η σόμπα ήταν αρκετά ψηλή, λίγο πιο πάνω από το μπόι μου. Την άνοιξε από πάνω βγάζοντας όλα τα στρογγυλά στεφάνια και έχωσε μέσα όσα κομμάτια χωρούσαν. Από το μπροστινό κάτω άνοιγμα στρίμωξε τα μικρότερα. Σε ένα από αυτά πλησίασε το τσακμάκι και αφού προσπάθησε δυο τρεις φορές του έβαλε φωτιά. Άρπαξαν όλα, σε λίγο η σόμπα άρχισε να μπουμπουνίζει και τα πλαϊνά της κοκκίνισαν. Το δωμάτιο πήρε μια θαλπωρή. Πετάξαμε τα σκεπάσματα και ανακαθίσαμε στο κρεβάτι.

Έξω είχε αρχίσει να αγριεύει ο καιρός. Μόνο οι κάργες πετούσαν πάνω από τα πεύκα του 50ού Συντάγματος που μερικές φορές κατέβαιναν στα πρανή του λάκκου ψάχνοντας άδικα για κανένα φαγώσιμο. Δεν άργησαν οι πρώτες σπυρωτές χιονονιφάδες να κτυπούν το τζάμι του δωματίου καθώς τις στροβίλιζε ο αέρας.

Καθόμασταν αμίλητοι και ευχαριστιόμασταν τη ζέστη που είχε πια απλωθεί παντού. «Δέντρο δεν θα κάνουμε;» πετάχτηκα σπάζοντας τη σιγή. Γύρισαν και με κοίταξαν αμίλητοι, «θέλω δέντρο», ξαναείπα. «Να έχουμε έξω στην
αυλή» λέει η γιαγιά και δείχνει το μικρό κυπαρισσάκι που έφερε και φύτεψε στην αυλή την προηγούμενη χρονιά ο πατέρας όταν το βρήκε ξεριζωμένο μέσα στα χαλάσματα της παλιάς Έκθεσης. «Εγώ θέλω δέντρο Χριστουγεννιάτικο, όχι τέτοιο». Με κοίταξε ο πατέρας για λίγο και μετά αρπάζοντας το πανωφόρι βγήκε έξω. Πέρασε αρκετή ώρα και η μητέρα κοίταζε ανήσυχη από το παράθυρο. Η γιαγιά, πάντα πιο ψύχραιμη, φορώντας τα στρογγυλά γυαλιά της χαμηλά στη μύτη ήταν συγκεντρωμένη στο πλέξιμο. «Που πάει πάλι αυτός ο άνθρωπος. Έξω γίνεται χαλασμός, κουρασμένος είναι και όπου να ‘ναι αρχίζει η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Δεν λες και συ κάτι μητέρα;», λέει στη γιαγιά. Η γιαγιά τράβηξε την κλωστή για να ξετυλιχθεί το κουβάρι και δεν είπε κουβέντα.
«Πάντα έτσι αψήφιστη ήσουν, αλλά να μην ενδιαφέρεσαι και για τον γιο σου, τι να πω». Η βουβαμάρα συνεχίστηκε μέχρι που ακούστηκε το κουδουνάκι της ξύλινης καγκελόπορτας της αυλής. Σε λίγο φάνηκε η σιλουέτα του πατέρα έξω από το τζάμι έχοντας κάτι στον ώμο. «Μας έφερε δέντρο μαμά», αναφώνησα. Ένα ακρόκλωνο από πεύκο, που πάνω του ακόμη δεν είχαν λιώσει οι νιφάδες από το χιόνι που έπεφτε.

Το στήσαμε σε μια γλάστρα, κρεμάσαμε πολύχρωμα κουρελάκια, κόψαμε σε πολλά κομμάτια μερικά κεριά, που είχε κάνει η γιαγιά από γουρουνίσιο λίπος για να μας φωτίζουν το βράδι και τα δέσαμε εδώ και κει. Το φως τους έδωσε άλλη ζεστασιά στο κρύο δωμάτιο. «Τώρα ύπνο παιδιά, αύριο θα μας πείτε τα κάλαντα κάτω από το δέντρο», χαμογέλασε και μας σκέπασε η μητέρα.

Το πρωί ξύπνησα πρώτος. Έτρεξα κάτω από το δέντρο, το μύρισα, το χάϊδεψα απαλά και, δεν ξέρω πως μου ήρθε, άρχισα να τραγουδώ τον εθνικό ύμνο μπερδεύοντας όπως πάντα την «όψη» με την «κόψη».

.

ALPHA ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Το τρένο έφθασε στην Κατερίνη νωρίς το πρωί. Από ώρα με τους γυλιούς στην πλάτη στριμωχνόμασταν στον προθάλαμο του Βαγονιού και με το που σταμάτησε αρχίσαμε να κατεβαίνουμε. Γενάρης του ’60, ανήμερα του
Αη-Γιάννη, ψιλόβροχο και υγρασία που περόνιαζαν τα κόκαλα, παρά τη χοντρή χειμερινή στολή και τη χλαίνη.

Ένας μονιμάς λοχίας, με πέτσινο πάνω από το χιτώνιο, μας παρέλαβε. «Δεκατρείς, γρουσούζικος αριθμός», ήταν η μόνη κουβέντα που άρθρωσε. Το RE0 διέσχισε την πλατεία, σκέτο λασποχώρι, με ελάχιστους να κυκλοφορούν και να τραβιούνται, μη και λερωθούν από τα νερά που πετούσε στο πέρασμά του το στρατιωτικό όχημα. Μετά μπήκε σε μια χωμάτινη ευθεία ανάμεσα σε χωράφια, έστριψε δεξιά και ανηφόρησε, μέχρι που φάνηκε μια πύλη. «Επιλαρχία Καταστροφέων Αρμάτων», δέσποζε πάνω η επιγραφή με δυο κακοζωγραφισμένα άρματα στις άκρες. 0 Αλφαμίτης (Ασφάλεια Μονάδας) σήκωσε την μπάρα και κουνώντας το χέρι έδωσε το «ελευθέρας» στο αυτοκίνητο, που πέρασε χωρίς να κόψει, ενώ εκείνος ξοπίσω προσπαθούσε να δει τις νεόφερτες φάτσες. Γύρω το περιβάλλον άγριο, τρία μακρινάρια λαμαρινοσκέπαστα ξύλινα παραπήγματα, κολλητά τους σχεδόν ένα νεκροταφείο και απέναντι, σε ένα ισοπεδωμένο ύψωμα, αραδιασμένα άρματα και άλλα στρατιωτικά οχήματα

Χωρίς μιλιά κατεβήκαμε από το φορτηγό μπροστά σε ένα άλλο μικρότερο παράπηγμα με επιγραφή «Διοικητήριο». «Αλέκο, στους έφερα», φώναξε δυνατά ο μόνιμός και έφυγε, μαζί και η παγωμάρα που μας είχε μεταδώσει. Ξεσκούφωτο εμφανίστηκε στην πόρτα ένα καλόβολο στην όψη παλικάρι, χωρίς διακριτικά βαθμοφόρου. «Καλώς τους. Από πού έρχεστε;» «Από το ΚΕΤ», απαντήσαμε. «Αφήστε τα προσωπικά σας είδη και μπείτε ο ένας δίπλα στον άλλο, για να παρουσιαστείτε στον κ. Διοικητή. Χαιρετάτε, λέτε στρατιώτης τάδε, ειδικότητα, λαμβάνω την τιμή να παρουσιαστώ και να σας αναφέρω κ. Διοικητά ότι μετετέθην εκ του ΚΕΤ εις την Επιλαρχίαν Καταστροφέων Αρμάτων, διατάξτε». Επειδή ο κ. Διοικητής αργούσε, ο Αλέκος έπιασε μαζί μας κουβέντα «ποιοι από σας έχουν ειδικότητα
γραφέα;». Είμαστε δύο. Μας πήρε μέσα «χρειαζόμαστε έναν για το Υπασπιστήριο και έναν για την Τεχνική Διαχείριση. Που εργαζόσασταν ως πολίτες;» «Σε τράπεζα», του είπα, «για τρία χρόνια». 0 άλλος σε μια εμπορική εταιρεία. «Εσένα, τραπεζικέ, θα σε κρατήσουμε μάλλον στο Υπασπιστήριο και εσένα θα σε Βάλουμε στην Τεχνική Διαχείριση», είπε στον
άλλο, «με την προϋπόθεση Βέβαια ότι τα χαρτιά σας που θα έρθουν θα είναι εντάξει». Κατάλαβα τι εννοούσε παρά την παράλειψη της λέξης «εθνικώς» πριν την εντάξει.

Όταν καταταχθήκαμε στο Κέντρο Νεοσυλλέκτων Κορίνθου ως υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί, Υ.Ε.Α. μας έλεγαν, η αγωνία μας ήταν να περάσουμε με επιτυχία δοκιμασίες σωματικές και πνευματικές, για να επιλεγούμε ως
αξιωματικοί. Κανείς Βέβαια δεν μπορούσε να φανταστεί τότε ότι όλα αυτά ήταν μια τυπική διαδικασία, διότι εκείνο που τελικά μετρούσε ήταν το «μπάρμπα στην Κορώνη» και το «εθνικώς εντάξει». Εννιά από μας ντυθήκαμε τελευταίοι, επειδή μας είχαν επιφορτίσει να βοηθούμε στην κατάταξη, ταξινομώντας τα έγγραφα του καθενός που είχαν σταλεί από Στρατολογία και αστυνομικές αρχές.

Κατά τη διαδικασία είχαμε συνεννοηθεί μεταξύ μας, μόλις πέσουν στα χέρια μας τα χαρτιά κάποιου από μας, να τα δώσουμε στον ενδιαφερόμενο να δει τι περιείχαν. Μου έφερε ένας συνάδελφος το χαρτί που είχε στείλει για μένα το
παράρτημα Εθνικής Ασφάλειας του Β’ Αστυνομικού Τμήματος Θεσσαλονίκης. Το πήρα στα χέρια. Ένα μεγάλο κόκκινο «Α» μέσα σε κύκλο δέσποζε πάνω από την επικεφαλίδα. Άρχισα βιαστικά να το διαβάζω και ένιωσα ικανοποίηση που με χαρακτήριζαν «έντιμο, ηθικό κλπ».Όμως στη συνέχεια, υπογραμμισμένη με κόκκινο, υπήρχε η σημείωση « ο πατήρ του Ιωάννης δεν εψήφισεν εις τας εκλογάς του 1946».

Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός και το άφησα στη στοίβα μαζί με τα άλλα χαρτιά που με αφορούσαν. Φτάνοντας προς το τέλος των δοκιμασιών, με την επιλογή να είναι προ θυρών, και βλέποντας την αλληλογραφία που έφτανε σε συναδέλφους με αποστολείς στρατηγούς, υπουργούς, βουλευτές, υποπτεύθηκα ότι ίσως να μην έφθανε το «έντιμος και ηθικός», ούτε οι σωματικές και πνευματικές ασκήσεις που μάλλον είχα περάσει με επιτυχία. Ψύλλοι μπήκαν στα αυτιά μου και όταν, σε συζητήσεις μεταξύ συναδέλφων, ένας επέμενε ότι οι μύωπες έπρεπε να ξεχάσουν ότι θα επιλεγούν ως αξιωματικοί.

Τότε θυμήθηκα τον πρώτο εξάδελφο του πατέρα, που ήταν υφυπουργός συγκοινωνιών στην κυβέρνηση της ΕΡΕ. Του στέλνω ένα σύντομο γράμμα παρακαλώντας τον να συνδράμει στην επιλογή μου. Καταχάρηκα, όταν σε λίγες μέρες πήρα στα χέρια μου ένα φάκελο που προέρχονταν από αυτόν.
«Αγαπητέ μου, παρακολουθώ το αίτημά σας και θα σας ενημερώσω συντόμως δια αισίαν έκβασιν». Ήμουν βέβαιος ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Επειδή όμως αργούσε η «ενημέρωσις δια αισίαν έκβασιν», ξαναστέλνω δεύτερη επιστολή. Τυπικότατος ο κ. υφυπουργός μου απάντησε άμεσα: «Αγαπητέ μοι, μετέβην εις ΓΕΣ διά την υπόθεσίν σας, όμως επληροφορήθην ότι ανήκετε εις την κατηγορίαν «Α», δι’ ό και δεν δύναμαι να πράξω τι». Έπεσα από τα σύννεφα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τίποτε. Εφόσον ήμουν «Α» τι το κακό.
Το τι σήμαινε «Α» μου εξήγησε ένας συνάδελφος, που ο πατέρας του βρισκόταν πρόσφυγας στο «Παραπέτασμα». «Φίλε Ντίνο, εγώ σίγουρα δεν πρόκειται να επιλεγώ, διότι ο πατέρας μου βρίσκεται έξω, αλλά ούτε και εσύ, διότι σε θεωρούν υπό υποψία αριστερό, επειδή ο πατέρας σου δεν ψήφισε στις εκλογές του 1946».

Από τότε, όποτε ακούω τη λέξη «Αλφα», όπως “Alpha Bank”, “Alpha Τηλεόραση” και τα παρόμοια, μου έρχεται στο νου αυτή η παλιά ιστορία του στρατού. 0 «Α» που δεν ήταν άλφα-άλφα και χρειαζόταν επιτήρηση και Αλφαμίτη.

.

ΠΡΟΣ ΕΠΤΑΠΥΡΓΙΟΝ

Ήταν το πιο συχνό κυριακάτικο οδοιπορικό. Ανηφορίζαμε την Καυτανζόγλου μέχρι το ομώνυμο στάδιο με πρώτη ολιγόλεπτη στάση τα σκαλιά της ταβέρνας «Λαδά», το πάλαι ποτέ κόκκινο σπίτι, τόπο εκτελέσεων. Πανώρια μέχρι σήμερα τα τρία γέρικα κυπαρίσσια, παρά τα σφηνωμένα στους κόρφους τους Βλήματα από τα γερμανικά πολυβόλα, που θέριζαν πατριώτες. Γύρω σκορπισμένα γυαλιά, πρόσφατα σπασμένα ουζο-μπούκαλα κάποιας παρέας που τό ‘δώσε και κατάλαβε στη σκιά τους. Σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια, μήτρα σωστή, απέναντι ο μυχός Θερμαϊκού από Μεγάλο Καράμπουρνο μέχρι λιμάνι και η χιονισμένη κορφή του Ολύμπου.

Από κει παίρναμε τον χωματόδρομο μέσα στο δάσος του Σέϊχ-Σου, τα «Χίλια Δέντρα». Πάντοτε σαν τον διαβαίναμε μου έρχονταν στο νου οι στίχοι του Γιώργου Ιωάννου «Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό πάνε τα Χίλια Δέντρα, θα τα κάψουν», από την δεύτερη ποιητική του συλλογή, με το παραστατικό εξώφυλλο του Κάρολου Τσίζεκ. Βγαίνοντας από το δάσος, δεύτερη στάση τα σκαλιά του αναφυκτήριου «Κεδρηνός Λόφος». Κατηφόρισμα προς το κκλησάκι του Αγίου Παύλου και μετά ανηφόρα, κατά πως πηγαίνει ο σφαλτοστρωμένος ελικοειδής δρόμος, μέχρι την ευθεία που τρέχει παράλληλα με το κάστρο. Φάτσα η πρώτη Πορτάρα, έξοδος οχημάτων προς την πόλη, αριστερά η Μονή Βλατάδων, δεξιά η δεύτερη Πορχάρα με το Ναό των Αγίων Αναργύρων στο Βάθος. Από κει η νέα ανηφόρα μάς οδηγούσε από μόνη της στο Επταπύργιο, περισσότερο γνωστό ως Γεντί-Κουλέ.

Αρχές Μάρτη, γλυκό κυριακάτικο πρωινό. «Θα Βάλω κάτι ελαφρύ από πάνω, κατά πού βλέπεις να πηγαίνουμε;» ρωτώ την Ελένη. «Στην Πάνω Πόλη, καιρό έχουμε να πάμε». «Με τα πόδια ε;». «Περασμένα μεγαλεία», μου διαμήνυσε το λοξό ειρωνικό της βλέμμα.

Ταξί βρήκαμε αμέσως, «στην Πάνω Πόλη», λέω στον καλόβολο νεαρό που οδηγούσε. Όταν λέγαμε «Πάνω Πόλη» εννοούσαμε τη Μονή Βλατάδων. Από κει παίρναμε την Δημητρίου Πολιορκητού και κατηφορίζαμε αργά προς τον
πολιτισμένο κόσμο των απρόσωπων πολυκατοικιών, απολαμβάνοντας αυτά που από παιδιά μας έλειψαν: καλντερίμια να διασχίζουν φρεσκο-ασΒεστωμένα σπιτάκια με ανοιχτά στο φως παραθύρια, από όπου ξεχύνονταν λογής μυρωδιές, προετοιμασία του καλού κυριακάτικου φαγητού, λαϊκά άσματα στη διαπασών και γατάκια σε πρώτο πλάνο να λούζονται ανέμελα και μεγαλόπρεπα. Αναψοκοκκινισμένα παιδιά, ξοπίσω τους σκυλιά, να τρέχουν ανάμεσα σε περικοκλάδες και αγριολούλουδα στα ξέφωτα. «Δεν πάμε κατευθείαν στο Επταπύργιο και κατηφορίζουμε από κει;» Συμφωνήσαμε και ο ταξιτζής πήρε το μήνυμα. Πριν το Βελλείδιο, πήξιμο. «Γιατί έτσι;» «τιμούν τον Νίκο Γκάλη σήμερα», είπα, «μα πάλι;» και έκοψε από την Γ’ Σεπτεμβρίου για να ξεφύγει.

Ένα παρόμοιο πρωινό του ’85 είχαμε επισκεφθεί το Γεντί- Κουλέ με ποδαράτο δρομολόγιο. Στεγάζονταν ακόμη εκεί οι περιβόητες φυλακές, που η ιστορία τους ξεκίνησε το 1890 και έληξε το 1989 όταν μεταφέρθηκαν στα Διαβατά. Χαμός μπροστά στην είσοδο από λογής κόσμο, ανάμεσα σε μικροπωλητές κάθε είδους, εν αναμονή του επισκεπτηρίου, θυμήθηκα τότε που δεκάχρονο παιδί, το 1948, με τη μητέρα πήγαμε να επισκεφθούμε τον θείο Λεβιδά, κλεισμένο ισόβια μετά τα Δεκεμβριανά της Αθήνας.

«Τι τον έχει τον κρατούμενο ο μικρός;», ρώτησε ένας κοιλαράς μουστακαλής αρχι-χωροφάλακας, «αν δεν είναι πατέραςή αδελφός δεν μπορεί να μπει μέσα».
Έμεινα στο Χωροφυλακείο περί μένοντας τη μητέρα, ενώ ο καλοθρεμμένος επικεφαλής διαπληκτίζονταν για παρόμοιους λόγους με τους επισκέπτες που αγωνιούσαν να δουν για λίγο τους δικούς τους.

Την άλλη μέρα ήρθε σπίτι η κλήση από την Εθνική Ασφάλεια. «Τι τον έχετε τον κρατούμενο Λεβιδά;» και άλλα παρόμοια ανακριτικά. Έδωσε εξηγήσεις η μητέρα. «Και γιατί τον επισκεφθήκατε;» «Λίγο σπιτικό φαγητό και γλυκά, πώς να το κάνουμε έχουμε το ίδιο αίμα». «Αυτοί, κυρά μου, πήγαν να πιουν το δικό μας αίμα. Που τους ταΐζουμε πολύ τους είναι. Προσέξτε γιατί όλα αυτά γράφονται». Όχι πως φοβήθηκε αλλά, για να αποφεύγει την ανακριτική διαδικασία, τις επόμενες φορές επισκέπτονταν τον θείο ΛεΒιδά με μια χριστιανική οργάνωση, οπότε δεν γίνονταν έλεγχος ταυτοτήτων.

Μετά από χρόνια δυο τενεκέδες λάδι από την Καλαμάτα έφτασαν στο σπίτι και το σημείωμα : «Ευδοξία, ευχαριστώ. Δεν ήταν το σπιτικό φαγητό και τα γλυκά, ήταν το πρόσωπό σου, ένα παράθυρο στον έξω κόσμο για μένα. Λεβιδάς».

ΚατεΒήκαμε από το ταξί. «Κοίταξε, η πόρτα είναι ανοιχτή». Διαβάσαμε στην είσοδο ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού, ο εσωτερικός χώρος ήταν επισκέψιμος. Μόλις δρασκελίσαμε το κατώφλι μάς περόνιασε υγρασία και το φως λιγόστεψε αισθητά. Παρατηρούσαμε τη δομή των τειχών. Παράταιρα υλικά, μάρμαρα ιστορημένα, κολώνες λοξοβαλμένες, ογκώδεις πέτρες, σίδερα, έδιναν την αίσθηση βιαστικής επισκευής ύστερα ίσως από κάποια επιδρομή στο φρούριο. Ανεβήκαμε μια σιδερένια ανεμόσκαλα και βρεθήκαμε στο κεντρικό φυλάκιο που δέσποζε στη μέση. Από κάτω στρυμωγμένη μια εκκλησούλα του Αγίου Ελευθερίου, «Εν εκκλησίαις ευλογείτε τον Θεόν» η επιγραφή στο υπέρθυρο. Γύρω τρία τριώροφα νεότερα χτίσματα, οι ανδρικές φυλακές. Γυναικείες και στρατιωτικές σε εξωτερικά χτίσματα. Μπροστά οι χώροι όπου προαυλίζονταν οι κρατούμενοι. Πάνω τους ορθώνονταν δράκοι σωστοί τα πελώρια τείχη κτισμένα τους Βυζαντινούς, παλαιολόγειους και μεταβυζαντινούς, χρόνους.

«Βλέπω καλά, έχει χιόνια εκεί στη βάση του τείχους;» ρώτησα την κοπελίτσα που μας έδωσε το ενημερωτικό της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. «Καλά Βλέπετε, παρόλο που έχουν περάσει δέκα μέρες από τον χιονιά και όλα στην πόλη έχουν λιώσει, εδώ μένουν γιατί δεν τα φτάνει ο ήλιος».
Κατεβήκαμε πάλι την ανεμόσκαλα και κατευθυνθήκαμε προς την έξοδο μέσα από στενούς και ανήλιαγους διαδρόμους, με σιδερένιες πόρτες δεξιά, αριστερά και μικρά συρταρωτά παράθυρα στο ύψος του ματιού. Άπλωσα το χέρι και αγγίζοντας τις χοντρές σκουριασμένες αμπάρες ένιωσα το
ίδιο περόνιασμα όπως όταν μπαίναμε. «Οσμίσου κάθε γωνιάς το δάκρυ και το αίμα καθώς περιδιαβαίνεις τον χώρο αυτόν του μαρτυρίου. Κυριακή 2 Μαρτίου 2003», έγραψα στο βιβλίο επισκεπτών που υπήρχε στο κεφαλόσκαλο.

.

ΤΟ ΧΡΕΟΣ

«Να πάμε πάλι, βρε παιδιά, ένα βράδυ για ρεμπέτικα στο καπηλειό του Πλασιαρά στην Πάνω Πόλη». Το λέγαμε αλλά αργούσαμε να το αποφασίσουμε. Το τηλεφώνημα του Θωμά, ένα κρύο απόγευμα Παρασκευής του περασμένου Φλεβάρη, έβαλε τέλος στην αναβολή.
«Εννιά και τέταρτο περνούμε με τη Βέρα και σας παίρνουμε με το αυτοκίνητο για Πλασταρά. Πάρε τηλέφωνο και κλείσε τραπέζι για τέσσερις».

Με ξάφνιασε το τηλεφώνημά του, γιατί ήξερα πόσο δυσκίνητος ήταν για τέτοιες ξαφνικές αποδράσεις, αντίθετα με τη Βέρα που πετούσε τη σκούφια της.
«Καλά ρε, πιο κρύα μέρα δε διάλεγες για έξοδο;»
«Γιατί, έχεις πρόβλημα; Με το αυτοκίνητό μου θα πάμε και με το ίδιο θα σας γυρίσουμε».
«Η ζέστη δε με πειράζει, αλλά το κρύο δεν το αντέχω. Έχω μια παλιά ιστορία να σου πω κάποτε γι’ αυτό. Να έρθουν και ο Τόλης με τη Σοφία; Τον θυμάσαι, πιστεύω, από την Τράπεζα».
«Τον Τόλη, ρε, δε θυμάμαι, που με αναφέρει και σε ένα μυθιστόρημά του ως θωμάκο τον παλαιστή;».
Έγιναν τα τηλεφωνήματα. 0 Νίκος Πλασταράς χάρηκε ιδιαίτερα, όταν με άκουσε «ετοιμάσου να ρίξεις τις γύρες σου μετά Πέριξ του Τσιτσάνη», είπε κλείνοντας το τηλέφωνο. Στις δέκα ακριβώς κατεβαίναμε τα σκαλιά του καπηλειού, αγκαλιές φιλιά με τον Νίκο, χαιρετούρες με τον φαλακρό Γιάννη,
μόνιμο μπουζουξή του, που μου επανέλαβε, όπως κάθε φορά, «ακόμη το έχω παράπονο, που δε μου έβαλες λίγα μαλλάκια, όταν με ζωγράφισες».

Ήρθαν τα σμυρναίικα, ιδιαίτερη συνταγή του καπηλειού, που σε κανέναν δε δίνει ο Νίκος, και άλλα κρεατικά. Ήπιαμε Μπουτάρη, οι μισοί λευκό Μοσχοφίλερο, οι άλλοι κόκκινο Αγιωργίτικο. Το κέφι άναψε για τα καλά και οι παραγγελιές δίνονταν η μια μετά την άλλη. Το είχα διαπιστωμένο από άλλες φορές ότι τα κέφια του Νίκου ήταν ανεβασμένα, όταν από κάτω τον άκουγαν φίλοι στενοί. Τίμησα δεόντως με γύρες «Τα Πέριξ», όταν μας το αφιέρωσε, τραγουδώντας το αντάμα. Γύρω στις τρεις τα ξημερώματα τους αποχαιρετίσαμε και ξαναμμένοι βγήκαμε, «θα σας πάω εγώ με την Ελένη στο σπίτι, όπως είπαμε». 0 Τόλης και η Σοφία πήραν ταξί.
Το κρύο είχε σφίξει, θα είχε τουλάχιστον πέντε βαθμούς κάτω από το μηδέν και ο Βαρδάρης ξύριζε. Σήκωσα τον γιακά του μπουφάν, κατέβασα το τζόκεϊ μέχρι τα μάτια, αλλά τίποτα. Ένιωθα ένα σύγκρυο να διαπερνά όλο μου το κορμί, τα χέρια μου από τους ώμους και κάτω άρχισαν να κουνιούνται από μόνα τους και σε λίγο να χτυπούν και τα δόντια μου, φυσική αντίδραση του οργανισμού για να αντιμετωπίσει την ξαφνική διαφορά θερμοκρασίας.
«Έλα λίγο ακόμη και φτάνουμε στο αυτοκίνητο, θα συνέλθεις, μόλις φουλάρω το καλοριφέρ». Αλλά πού;. Το αυτοκίνητο μέσα παγωμένο και το ασταμάτητο χτύπημα χεριών και δοντιών ακολουθούσαν τώρα και τα πόδια. Καμιά όρεξη για κουβέντα. Αραγμένος στην μπροστινή θέση προσπαθούσα να ζεσταθώ, όχι από το καλοριφέρ που ακόμη δεν είχε αρχίσει να αποδίδει, αλλά από το χνώτο μου που φυσούσα μέσα στο μπουφάν, ενώ το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει κάπου πενήντα χρόνια πίσω σε μια παρόμοια κατάσταση.

Φλεβάρης του ’60 και το μπουγάζι από τις κορφές του Όλυμπου πάγωνε το χιόνι που για μερόνυχτα έπεφτε ασταμάτητα σε όλο τον κάμπο της Κατερίνης. Στον θάλαμο του στρατοπέδου, ένα μακρινάρι παράπηγμα με διάδρομο στη μέση και διώροφες ξύλινες κουκέτες αριστερά-δεξιά, μια δίμετρη σιδερένια, σαν μεγάλο βαρέλι, σόμπα μπουμπούνιζε. Οι ολόκληροι κορμοί, που έπεφταν σωρηδόν μέσα, εξείχαν από το πάνω μέρος. Οι φλόγες πετάγονταν ψηλά έξω και φώτιζαν το καταθλιπτικό περιβάλλον του θαλάμου. Καπνός αιωρούνταν σε όλο το χώρο, δάκρυζαν τα μάτια, αλλά η ζέστη-ζέστη.

Ούτε λόγος για ασκήσεις. Κάθε τόσο ο δεκανέας υπηρεσίας τραβούσε καμιά δεκαριά άτομα στον όρχο να εκχιονίσουν άρματα και άλλα οχήματα και πάλι πίσω. Μαζεμένοι γύρω από τη σόμπα καλαμπουρίζαμε και καπνίζαμε, περιμένοντας τη σειρά μας για σκοπιά. Ήμουν νούμερο τέσσερις με εφτά το απόγευμα και ίδιο το βράδυ στο ξημέρωμα της άλλης μέρας.
«Τραπεζικέ, το νούμερό σου», με συνέφερε κάποια στιγμή ο δεκανέας. «Ντύσου, στολίσου και πάμε, ο προηγούμενος θα έχει παγώσει».

Άρχισα να ετοιμάζομαι βαριεστημένα. Διπλές κάλτσες, μακρύ σώβρακο και από πάνω το παντελόνι αγγαρείας, μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, που ποτέ δεν ανεχόμουν ως πολίτης, πουκάμισο, δύο πουλόβερ με μανίκια, χιτώνιο,
γάντια, μπότες και, τέλος, μακριά μέχρι τις πατούσες χλαίνη. Μπαλάσκες, τύλιγμα του κεφαλιού με χοντρό κασκόλ και πάνω το βαρύ κράνος. Παίρνοντας το όπλο από την κρεμάστρα «έτοιμος δεκανέα», είπα.
«Πάρε και την κάπα από πάνω, κάνει ψόφο και, όπως είσαι πρωτευουσιάνος, δε θα τον αντέξεις». Εκείνος, με πολύ ελαφρύτερη εξάρτυση, καταγόταν από ένα ορεινό χωριό της Μακεδονίας, και καλό παιδί.
«Την αφήνω για τη βραδινή βάρδια, θα μου είναι άχρηστη το βράδυ, αν τη βρέξω τώρα».

Βγήκαμε. Το χιόνι μέχρι το γόνατο, παγωμένο. Ακολουθούσαμε το πατημένο μονοπάτι που οδηγούσε στη σκοπιά και μόνο το χρατς-χρουτς των ποδιών πάνω στο παγωμένο χιόνι ακουγόταν. Το πόστο ήταν στη μονάδα
συντήρησης οχημάτων, ψηλά στην άκρη του στρατοπέδου που το θέριζε παγωμένος αέρας από όλες τι μεριές. Κάτω ο έρημος δρόμος προς τη Νεοκαισάρεια και τα άλλα χωριά της ενδοχώρας. Πιο κάτω, παράλληλα με τον δρόμο, ο Πέλεκας, ένα ποτάμι φουσκωμένο χειμώνα-καλοκαίρι, κατέβαζε νερά προς τη θάλασσα και ο παφλασμός τους ήταν το μόνο που ακουγόταν στην ερημιά.

Οι πρώτες δυο ώρες πέρασαν κάπως γρήγορα. Η τρίτη ήταν ατέλειωτη, καθώς η νύχτα είχε πέσει για τα καλά και το κρύο ήταν αφόρητο. Στις εφτά είδα από μακριά την αλλαγή να έρχεται, παρέδωσα βιβλίο εφόδου με τα σχετικά και ταχύ βήμα πίσω στον θάλαμο.
«Πήγαινε για βραδινό», μου λέει ο δεκανέας υπηρεσίας, «έχει μακαρόνια με σάλτσα». Μακαρόνια μπλουμ που ήταν παγωμένα, αφού το βραδινό στους άλλους είχε δοθεί πριν από δυο ώρες. Μπλουμ-ξεμπλουμ γέμισα την καραβάνα και τα έφερα στον θάλαμο να ζεσταθούν στη σόμπα. Ξάπλωσα στο
κρεβάτι αποκαμωμένος τραβώντας πάνω μου δυο μάλλινες κουβέρτες, θες από κρύο, θες από κούραση έπεσα σε λήθαργο Βαθύ, παρά τις φωνές και τα γέλια των άλλων που δεν είχαν όρεξη για ύπνο.

Ούτε κατάλαβα πώς πέρασαν οι ώρες, όταν άνοιξα τα μάτια από απότομο σκούντημα του θαλαμοφύλακα. «Συνάδελφε σήκω, ήρθε η ώρα σου για σκοπιά». Ξανά ντύσιμο, όπως το απόγευμα, αλλά από πάνω και η χοντρή τρίχινη κάπα με την κουκούλα. Κατάλαβα ότι τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα από ότι το απόγευμα, γιατί, μόλις ξεπορτίσαμε, αισθάνθηκα ότι έμπαινα σε πολικό τοπίο. Το χιόνι είχε σταματήσει, αλλά ο αέρας είχε δυναμώσει πολύ και αναγκαζόμουν να κρατώ την κουκούλα της κάπας, που συνεχώς την έπαιρνε. 0 βηματισμός πάνω κάτω στη σκοπιά δε βοηθούσε καθόλου. Μερικές φορές χωνόμουν σε ένα υπό επισκευή RE0, αλλά τίποτα. Ξανά κάτω, βηματισμοί να βρω απάνεμο μέρος, αλλά άδικα. Άργησε να έρθει και η αλλαγή και, όταν φάνηκε γύρω στις επτά και τέταρτο, ήμουν έτοιμος να σωριαστώ.

Αφήνω όπλο, κράνος, μπαλάσκες στο θάλαμο και με όσες δυνάμεις μου έμεναν βάζω μπρος για τα μαγειρεία. Πίστευα ότι το ζεστό τσάι θα με συνέφερνε κάπως. Φθάνοντας είδα όλη την Επιλαρχία μαζεμένη κατά ομάδες σε τέσσερις κύκλους. Κατάλαβα. Για μεσημεριανό θα είχε πατάτες που έπρεπε να καθαριστούν πριν πάρουμε πρωινό. Πλησίασα σε έναν από τους σωρούς. Πέντε περίπου τσουβάλια πατάτες ριγμένες από ώρα μες το παγωμένο χιόνι περίμεναν καθάρισμα. Σκύβω με κόπο πιάνω μια, αλλά ο σουγιάς παραλίγο να μου κόψει το χέρι που, καθώς ήταν παγωμένο, δε
με υπάκουγε. Όλα γύρω μου είχαν αρχίσει να γυρίζουν. Αφήνω την πατάτα να μου πέσει και πάω στον Επιλοχία, που επέβλεπε τη διαδικασία του καθαρισμού, μήπως και κάποιος λουφάρει. Ήταν μόνιμος, Λοχίας στον βαθμό, παντρεμένος κρυφά με μια ντόπια. Καθώς ήταν απαγορευμένο να παντρεύονται οι μόνιμοι υπαξιωματικοί πριν από τον βαθμό του Ανθυπασπιστή, δεν το είχε δηλώσει, αλλά είχε μαθευτεί και για τιμωρία η προαγωγή του πήγε πίσω και τον άφησαν για χρόνια να βολοδέρνει σε αυτόν τον «κρανίου τόπο» του ΣΒορώνου, που οι ντόπιοι τον αποκαλούσαν Κολοκούρι. Έβγαζε τα απωθημένα του με άγρια ξεσπάσματα σε όλους τους στρατιώτες, ιδιαίτερα σε αυτούς που είχαν κάποια παραπάνω μόρφωση.

«Κύριε Επιλοχία, ήμουν τελευταίο νούμερο σκοπιά, έχω παγώσει ολόκληρος, ας πάρω πρωινό ρόφημα και μετά καθαρίζω πατάτες». Ένα «σκασμός, στις πατάτες» ήταν η απάντηση. Γύρισα τρικλίζοντας στο σωρό, θυμάμαι ότι
έσκυψα να πιάσω ξανά μια πατάτα και μετά έχασα τα πάντα γύρω μου. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, Βρισκόμουν στο αναρρωτήριο με έναν Ανθυπίατρο να είναι σκυμμένος πάνω μου κρατώντας μια άδεια σύριγγα. «Δεν ήταν τίποτα το σοβαρό, με την καρδιοτονωτική που σου έκανα θα είσαι σε λίγο περδίκι».
«Σηκωτό σε πήγαμε στο αναρρωτήριο», μου έλεγε την άλλη μέρα ένας συνάδελφος, «και πίσω έτρεχε χεσμένος ο Επιλοχίας».

Γύρω στον Ιούνιο ήρθε η μετάθεσή μου για Θεσσαλονίκη. Πήρα το φύλλο πορείας από τον γραφέα της Ίλης, καθώς ο Επιλοχίας έλειπε. Ανταμώσαμε στην πύλη του στρατοπέδου. «Φεύγεις;», με ρώτησε. «Ναι», απάντησα ξερά χωρίς να τον κοιτάξω. Ούτε γύρισα πίσω να ξαναδώ πάνω από την πύλη την επιγραφή «Επιλαρχία Καταστροφέων Αρμάτων».

Το απότομο φρενάρισμα του θωμά με συνέφερε. Είχαμε φθάσει στη διασταύρωση της Λεωφόρου Στρατού με την Καυτανζόγλου μπροστά στο σπίτι μας και το ανοιγμένο μου μπουφάν έδειχνε ότι είχα ξεπεράσει και αυτή τη φορά το σοκ από το κρύο.
«Είσαι εντάξει, ή μήπως θέλεις να σε δει γιατρός;»
«Μια χαρά, θωμά, ευχαριστώ».
«Μου χρωστάς όμως την ιστορία που υποσχέθηκες», με πρόλαβε, καθώς άνοιγα την πόρτα να κατεβώ.
Πιστεύω πως ξεχρεώθηκα στον θωμά με αυτό το διήγημα.

.

Ο ΛΑΚΚΟΣ  (2000)

Διαδρομές και στάσεις

 

ΤΟ ΜΕΓΑΡΟ

Στη γωνία Λεωφόρου Στρατού με το λάκκο βρισκόταν το ψηλότερο σπίτι της γειτονιάς, «το μέγαρο». Τρεις όροφοι και τέταρτος σε ρετιρέ, άγνωστη για την εποχή έκφραση. Όταν χτιζόταν, γύρω στο ’32 έλεγε η μητέρα μου, στην εκσκαφή των θεμελίων έβγαιναν συνέχεια στην επιφάνεια σωροί από πήλινα τσανάκια. Το οικόπεδο, που ήταν κολλητά με το δικό μας, βρισκόταν προφανώς σε χώρο οπού παλιότερα υπήρχε τούρκικο νεκροταφείο. Αυτό φαίνεται ότι ήταν αλήθεια, γιατί και εμείς οι πιτσιρικάδες, όταν σκάβαμε λαγούμια για κρυψώνες στα πρανή του λάκκου, βρίσκαμε πολλά τέτοια, πήλινα τσιμπούκια περισσότερο, σε διάφορα σχήματα και μεγέθη. Αρκετά από αυτά είχα συνθέσει και δένοντάς τα πάνω σε ένα χαρτόνι τα έδειξα στον καθηγητή μου της Ιστορίας στο «Ανατόλια». Προς μεγάλη μου στενοχώρια δεν έδωσε καμιά σημασία στο εύρημά μου. Λάτρης της κλασικής και προκλασικής ελληνικής περιόδου, δεν είχε λόγο να ενδιαφερθεί, πολύ περισσότερο, να συγκινηθεί από τα δικά μου τούρκικα ευρήματα.

Το μέγαρο άρχισε να το χτίζει ένας Καστοριανός. Στην αρχή το προόριζε για δίπατο. Ο γιος του όμως, που ήθελε το σπίτι να είναι το ψηλότερο στη γειτονιά, έπεισε τον πατέρα να το κάνει τετραώροφο. Τόσα χρήματα δεν υπήρχαν και ο πατέρας κατέφυγε στους τοκογλύφους. Τελικά, το σπίτι έγινε τετραώροφο, αλλά ο πατέρας, για να ξεφύγει από τους εκβιασμούς των τοκογλύφων, αναγκάστηκε να ξενιτευτεί προσωρινά στη μακρινή Αυστραλία, όπου τελικά έμεινε πάνω από τριάντα χρόνια. Στα χρόνια του πολέμου οι αρχές εγκατέστησαν στην κορυφή του μεγάρου μια μεγάλη σειρήνα για την προαναγγελία των συναγερμών. Όταν ηχούσε, τα μηνίγγια μας πήγαιναν να σπάσουν. Ένιωθα η βουή της να συνταράζει τα σωθικά μου. Δεν ξέρω αν ήταν από την ένταση του ήχου ή από το φόβο που ένιωθα βλέποντας τους μεγάλους να τρέχουν αλλόφρονες, για να κρυφτούν στο καταφύγιο που υπήρχε απέναντι στο Λυσέ. Όσοι δεν προλάβαιναν, στριμώχνονταν στο υπόγειο του μεγάρου. Όχι βέβαια ότι θα σώζονταν αν έπεφτε πάνω του βόμβα, αλλά να προφυλαχτούν από τα βλήματα που την άλλη μέρα οι πιτσιρικάδες της γειτονιάς τα μάζευαν από τους γύρω δρόμους για παιχνίδι. Στην Κατοχή, οι γερμανικές αρχές έστειλαν τελεσίγραφο στους ενοίκους του μεγάρου. Να το εκκενώσουν μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες, γιατί επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί για τις ανάγκες του γερμανικού στρατού. Τους έκαναν όμως τη χάρη να τους παραχωρήσουν για μεταστέγαση άλλα σπίτια. Υπήρχαν πολλά άδεια τότε. Άλλα που άφησαν πίσω τους οι Εβραίοι και άλλα που εγκατέλειψαν άλλοι Θεσσαλονικείς, καταφεύγοντας στα γύρω χωριά, για να βρουν προστασία από τους βομβαρδισμούς αλλά και ψωμί.

Στο πίσω μέρος το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου το αγκάλιαζε μια πελώρια κληματαριά. Ήταν Αύγουστος και τα τσαμπιά με τα σταφύλια τη λύγιζαν από το βάρος. Πάντα τα λιμπιζόμουν βλέποντάς τα από μακριά. Περίμενα να ωριμάσουν, γιατί ήξερα, όπως κάθε χρόνο, η κυρία Ερμιόνη που έμενε εκεί θα με φώναζε, για να μου γεμίσει ένα σακούλι.

«Ντίνο, Ντίνο, πάρε ένα καλάθι και έλα», με φώναξε από το μπαλκόνι δείχνοντάς μου τα σταφύλια. Άλλο που δεν ήθελα. Άνοιξα την παραγκούλα που είχαμε για αποθήκη στην αυλή και διαλέγοντας το μεγαλύτερο καλάθι έφυγα βολίδα για το μέγαρο ανεβαίνοντας δυοδυο τα σκαλιά του.

«Μάζεψέ τα όλα, αν μπορείς», είπε και χαμηλώνοντας τη φωνή της «μη μας τα φάνε και αυτά οι φασίστες». Γέμιζα το καλάθι τσιμπώντας κάθε τόσο τις πιο κίτρινες ρόγες. Η κυρία Ερμιόνη με βοήθησε ως την πόρτα. Ήταν πολύ βαρύ το φορτίο για την ηλικία μου. Όμως τα κοκαλιάρικα μπράτσα μου έδειχναν μια περίεργη αντοχή, καθώς στο μυαλό μου δούλευε η σκέψη πως για πάνω από ένα μήνα σίγουρα θα είχαμε κάτι στο σπίτι να βάζουμε στο στόμα μας.

Δύο μέρες μετά γέμισαν τα μπαλκόνια Γερμανούς, που χαχάνιζαν και φώναζαν σε μια ακατάληπτη γλώσσα. Στο διπλανό τοίχο κάρφωσαν ένα μεγάλο «V» που κάποιοι μεγάλοι έλεγαν ότι ήταν το σήμα της Βέρμαχτ, δηλαδή του γερμανικού στρατού. Δεν είχαμε μαζί τους κανένα πρόβλημα. Έρχονταν, έτρωγαν, χασκογελούσαν με τις κοπέλες που τους περιποιούνταν και μετά έφευγαν. Το μόνο δικό μας πρόβλημα ήταν η πείνα, που γινόταν ακόμη μεγαλύτερη, όταν τους βλέπαμε να καταβροχθίζουν και να πίνουν τον αγλέορα. Το πρόβλημα της πείνας μας θα είχε λυθεί, αν ο πατέρας μου, που ήταν από τους λίγους καλούς αρχιμάγειρους της πόλης, δεχόταν να αναλάβει την κουζίνα τους, όταν του το ζήτησαν. Δούλευε τότε στη ΧΕΝ για ενα κομμάτι ψωμί. Αρνήθηκε με αυτή τη δικαιολογία. Παθητική αντίσταση όμως ήταν ο πραγματικός λόγος. Έτσι, πεινάσαμε όλη την Κατοχή και πουλήσαμε ό,τι είχαμε και δεν είχαμε, για να επιβιώσουμε. Άλλοι που εργάστηκαν και συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, πήραν και συντάξεις.

Περνούσε έτσι ο καιρός και μάθαμε να ζούμε στριμωγμένοι γύρω-γύρω από Γερμανούς. Πίσω μας η Εθνική Ασφάλεια που ελεγχόταν από τις γερμανικές αρχές, δίπλα μας το μέγαρο με τη λέσχη αξιωματικών τους και απέναντι το 50ό Σύνταγμα γεμάτο από γερμανικές ομάδες, τανκς, κανόνια και αυτοκίνητα. Σκέτη σφηκοφωλιά. Όμως, σιγά-σιγά άρχισα να πιάνω φιλίες μαζί τους. Όταν με έβλεπαν στην αυλή από τα μπαλκόνια του μεγάρου μου κουνούσαν το χέρι γελώντας και γω ανταπέδιδα. Ένα απόγευμα κάποιος που τον έβλεπα συχνά, πρέπει να ήταν του προσωπικού της λέσχης, άρχισε να μου μιλά χωρίς να καταλαβαίνω τι έλεγε.

«Ιχ πάτρικ», και έδειχνε με το χέρι το στήθος του.

«Ντου;»

Η μητέρα μου που παρακολουθούσε από το παράθυρο μου φώναξε:

«Σου λέει το όνομά του. Τον λένε Πάτροκλο. Πες του και συ πώς σε λένε».

Κοίταξα λίγο διατακτικά και είπα χαμηλόφωνα

«Ντίνο».

«Α, Ντινο», μου απάντησε ο «Πάτροκλος».

Για μια στιγμή χάθηκε μέσα και βγαίνοντας σήκωσε το χέρι και εκσφενδόνισε με δύναμη κάτι προς τη μεριά μου που έπεσε μέσα στα σπανάκια που είχε φυτεμένα ο πατέρας στην αυλή. Κατατρόμαξα και τρέχοντας χώθηκα στο σπίτι.

«Ντίνο κομ, κομ» άκουγα τον «Πάτροκλο» να φωνάζει από το μπαλκόνι. Έβγαλα φοβισμένος το κεφάλι από την πόρτα. Μόλις με είδε γελώντας και φωνάζοντας «κομ, κομ» έδειχνε προς το μέρος που έπεσε αυτό που πέταξε. Ξεθάρρεψα και πήγα προς τα σπανάκια. Αρχισα να σκαλίζω και σε λίγο πρόβαλλε μπροστά μου ένα μικρό πακετάκι τυλιγμένο με λαδόχαρτο. Το μάζεψα και το περιεργάστηκα στα χέρια. Ξανακοίταξα τον «Πάτροκλο». Μου έκανε νόημα βάζοντας το ένα του χέρι στο στόμα. Κατάλαβα ότι αυτό που μου πέταξε ήταν φαγώσιμο. Έβγαλα το λαδόχαρτο, ψαχούλεψα το περιεχόμενο με τα χέρια και το έφερα στη μύτη. «Για, για» φώναζε ο «Πάτροκλος» από το μπαλκόνι. Έβγαλα τη γλώσσα και την ακούμπησα πάνω του. Μια γεύση πρωτόγνωρη για μένα. Παίρνοντας τη μεγάλη απόφαση το έχωσα στο στόμα. Δάγκασα μια, δυο και μετά οι δαγκωνιές δεν ελέγχονταν. Μύριζε σαν τα κυδώνια που κόβαμε από την κυδωνιά της αυλής μας αλλά ήταν πολύ πιο γλυκό και μαλακό. Ο «Πάτροκλος» συνέχιζε να φωνάζει «για, για» και να γελάει. Μετά μπήκε μέσα και ξαναβγαίνοντας άρχισε νέες, ρίψεις στην αυλή μας. Αυτή τη φορά έτρεξα χωρίς ενδοιασμό και γέμισα τσέπες, κόρφο και χέρια. Κάθε απόγευμα το ραντεβού μας με το Γερμανό ήταν τακτικό. «Θα είναι Αυστριακός», έλεγε η μητέρα, «αλλιώς δεν εξηγείται, Γερμανός και τόσο καλός!».

Κάποτε έφθασαν οι μέρες της απελευθέρωσης. Οι κοπέλες που εργάζονταν στη λέσχη έβγαιναν τα μεσημέρια στα μπαλκόνια και με κιάλια αγνάντευαν απέναντι στο Σέιχ-Σου τις αντάρτικες ομάδες του ΕΛΑΣ, που περίμεναν να αδειάσουν την πόλη οι Γερμανοί, έτσι είχαν συμφωνήσει μαζί τους, και να ροβολήσουν προς τα κάτω. Την τελευταία μέρα της αποχώρησης όλη σχεδόν η γειτονιά είχε μαζευτεί μπροστά στο μέγαρο. Περίμεναν να φύγει και ο τελευταίος Γερμανός, για να ορμήσουν μέσα, και να αρπάξουν ό,τι μπορούσαν από το  περιεχόμενο του σπιτιού, σχεδόν όλα λεία των Γερμανών από εβραίικα σπίτια. Τελευταίος κατέβηκε ο «Πάτροκλος». Τρόμαξα να τον γνωρίσω με το κράνος, τις μπότες και ένα πέταλο στο στήθος. Πέρασε μέσα από το τσούρμο που περίμενε και κάποια στιγμή τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Κοντοστάθηκε και ανέκφραστος σήκωσε το δεξί του χέρι μέχρι τον ώμο. Καβάλησε μετά μια μοτοσικλέτα και από τη λεωφόρο Στρατού έφυγε βολίδα με κατεύθυνση τη νέα Διεθνή Έκθεση. Τον κοίταζα μέχρι που χάθηκε.

«Αυτός δε γλυτώνει με τίποτα», είπε κάποιος. «Αν ξεφύγει από τους δικούς μας του ΕΛΑΣ, θα τον περιμένουν οι παρτιζάνοι του Τίτο».

Πάτρικ ή Πάτροκλος, Αυστριακός ή Γερμανός, εμένα θα μου έλειπε ο φίλος.

«Έλα πάμε να βγάλουμε τα συρματοπλέγματα από την εξώπορτα της αυλής μας», με ξύπνησε η φωνή του πατέρα μου. Περπατήσαμε στο χορταριασμένο δρομάκι και φθάσαμε στη ζωσμένη με χοντρά συρματοπλέγματα καγκελόπορτα. Με ένα κασμά ξήλωσε τα σιδερένια στηρίγματα, σήκωσε με προσοχή τα συρματοπλέγματα και τα πέταξε με μανία στο λάκκο.

«Τώρα θα περνάμε από δω ελεύθερα», είπε χαϊδεύοντάς μου το κεφάλι.

.

Ο ΑΝΤΩΝΗΣ

Κυνηγημένος, δωδεκάχρονο παιδαρέλι, έφυγε από το χωρώ ο Αντώνης, όταν φρακάρισε ο νερόμυλος από τις πέτρες που του ’ρίξε. Ο Θανασούλας, ο πατέρας του, κλεισμένος για μέρες στο σπίτι από ντροπή στους συγχωριανούς, ξέσπασε, όταν το ’μάθε:

«Να τσακιστεί να φύγει και αφού οργώσει όλη την Ελλάδα, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη, χωρίς να στεριώσει πουθενά, να  ‘ρθει ν’ αφήσει τα κόκαλα του στο χωριό».

Στο σπίτι μας ήρθε στα μέσα της γερμανικής κατοχής. Είκοσι ένα χρονών παλικάρι, ροδαλό και γεροδεμένο παρά τις δύσκολες μέρες και τις περιπλανήσεις του στην Ελλάδα, όπου κοντινοί και μακρινοί συγγενείς. Ο πατέρας, πρώτος ξάδελφος, αδελφές οι μανάδες τους, και μοναδικός συγγενής στη Θεσσαλονίκη τον καλοδέχτηκε:

«Μείνε όσο θέλεις, Αντώνη. Μέχρι να βρεις κάτι να κάνεις ό,τι έχουμε και όταν έχουμε θα τρως και συ».

Δεν ήταν τεμπέλης. Απ’ την άλλη κιόλας μέρα βάλθηκε να τακτοποιεί το λαχανόκηπο και να επισκευάζει τις δυο αποθηκούλες της αυλής. Στη μια είχαμε ένα γουρουνάκι που μεγαλώναμε εμείς, αλλά θα παίρναμε μισιακό, όταν το σφάζαμε, με το γείτονα, που μας το ’δώσε, όταν ψόφησε στη γέννα η γουρούνα. Στο άλλο δυο τρεις κοτούλες. Χωρατατζής και πάντα καλόκεφος. Πολλές φορές αστειευόμενος άρπαζε με τα δυο δυνατά του χέρια τον πατέρα και τον σήκωνε ψηλά πάνω από το κεφάλι, όπως οι αρσιβαρίστες τη μπάρα.

Ήταν και ο δικός μου τιμωρός σαν ξέφευγα από τα χέρια της μητέρας, όταν μου τις έβρεχε. Με το «πιάσ’ τον Αντώνη», με δυο δρασκελιές μ’ άρπαζε, με σήκωνε ψηλά με το ένα χέρι και με το άλλο μου μαδούσε το μέσα μέρος από τα μπούτια με τσιμπιές, που ακόμα θυμάμαι το τσούξιμό τους. Λίγο μετά βρήκε δουλειές του ποδαριού. Πότε στο λιμάνι και τα λαδάδικα, πότε στα λεμονάδικα και το Βαρδάρι. Η συμμετοχή του στο σπίτι σε είδος. Μισό καρβέλι καλαμποκίσιο ψωμί, λίγες ελιές, πατάτες, ντομάτες ή άλλα ζαρζαβατικά και τέτοια, ανάλογα με το πού δούλευε. Περάσανε, δυο, τρεις μήνες. Ένα βράδυ, καθώς κουτσόπιναν με τον πατέρα, του ’σκάσε το μυστικό:

«Γιάννη, φεύγω για το βουνό».

Βρε χρυσέ μου, βρε καλέ μου, ο πατέρας, αλλά τίποτε.

«Και πως θα πας στο βουνό;»

«Θα πάρω ανηφόρα το λάκκο, θα βγω στο Σέιχ-Σου, από κει στο Ασβεστοχώρι, το Χορτιάτη και θα σμίξω με τα παιδιά».

«Και οι Γερμανοί; Θα σ’ ανοίγουν μέρος να περνάς;»

«Γιάννη, εγώ είμαι ζαγάρι, έχω τον τρόπο μου».

Το ’πε και το ’κάνε. Το άλλο βράδυ δε γύρισε σπίτι.

Πέρασε καιρός, δε θυμάμαι πόσος. Οι Γερμανοί όσο καταλάβαιναν πως έχαναν το παιχνίδι τόσο αγρίευαν με συλλήψεις και εκτελέσεις. Κοντά τους οι ταγματασφαλίτες, φόβος και τρόμος για όλο τον κόσμο. Φύλαγαν όμως τα νώτα τους. Άνοιξαν κατά διαστήματα πόρτες στη μάντρα του 50ού συντάγματος που έβλεπε προς το λάκκο και έσκαψαν σκαλιά στα πρανή του μέχρι την κοίτη.

«Το φίδι αγριεύει, όταν νιώθει πως βρίσκεται στα τελευταία του, μα και τότε ψάχνει τρόπο να ξεφύγει», έλεγαν ψιθυριστά οι γείτονες καθώς τους έβλεπαν.

Συγχρόνως έζωσαν όλο το λάκκο με μεγάλα αγκαθωτά σύρματα κάνοντάς τον απρόσιτο. Εμείς αποκλειστήκαμε σαν τα ποντίκια, καθώς η μόνη πρόσβαση που είχαμε προς τη Λεωφόρο Στρατού αποκλείστηκε με συρματόπλεγμα και η επικοινωνία μας με τον άλλο κόσμο γινόταν από την αντίθετη πλευρά διασχίζοντας δύο γειτονικά οικόπεδα που μας έβγαζαν στην οδό Κυβερνίδου. Θαρρώ τότε ένα βράδυ έγινε το πογκρόμ για τους Βούλγαρους που έμεναν στην περιοχή. Ήταν αρκετοί, αφού είχαν επιτάξει και την εκκλησία του Ιωάννου Χρυσοστόμου, ολοκλήρωσαν το χτίσιμό της και την είχαν για τις θρησκευτικές τους ανάγκες. Αν ταξιδέψει κανείς στη Βουλγαρία, θα δει πως μοιάζει σε κατασκευή με τις εκκλησίες εκεί. Όλη νύχτα ακούγονταν πυροβολισμοί, μα κανένας δεν τολμούσε να ξεμυτίσει. Την άλλη μέρα έλεγαν πως σκότωσαν πάνω από εκατό όπου τους έβρισκαν. Για πρώτη φορά είδα με τα μάτια μου σκοτωμένους. Τον μπάρμπα-Νικόλα, τον σαλεπιτζή, με το κόκκινο καλπάκι πεσμένο παραδίπλα ένα με τα αίματα. Τον Μπάνε, τον τσαγκάρη, έξω από το μαγαζάκι του ανάσκελα με χέρια και πόδια ανοιχτά.

Βλέπεις οι μέχρι τότε σύμμαχοι των Γερμανών άλλαξαν ρότα, καθώς το κουμάντο ανέλαβαν οι κομμουνιστές, και από τη μια στιγμή στην άλλη έγιναν οι χειρότεροι εχθροί. Και ο Αντώνης; Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Τόσα ακούγαμε για συμπλοκές, εκτελέσεις αιχμαλώτων και σφαγές.

«Ο Θεός να τον φυλάγει», έλεγε η μητέρα που είχε καλύτερες σχέσεις με τα θεία.

Φαίνεται πως οι ευχές της έπιασαν τόπο. Ένα βράδυ, καθώς ετοιμαζόμασταν για ύπνο, ακούστηκε ένα γρατσούνισμα στις γρίλιες του παραθύρου. Πατέρας και μητέρα κοιτάχτηκαν ανήσυχα. Οι μέρες πονηρές και ακόμη περισσότερο οι νύχτες, καθώς δεν ήξερες ποιον θα αντιμετωπίσεις.

«Γιάννη, Ευδοξία, εγώ είμαι, ο Αντώνης».

Πετάχτηκε ο πατέρας, σαν άκουσε τη γνώριμη φωνή, κι άνοιξε την πόρτα της κουζίνας. Όρμησε μέσα ένας Αντώνης ηλιοκαμένος, με μαύρο σακάκι και παντελόνι. Οι χοντρές του μπότες με καρφιά, σωστές οπλές αλόγου, ξεσήκωσαν τον αδελφό μου και μένα στα κρεβάτια μας από το θόρυβο που έκαναν, καθώς δρασκέλιζε το τσιμεντένιο πάτωμα της κουζίνας. Μετά τις πρώτες χαρές η ανησυχία.

«Θα μείνεις πια εδώ, η απελευθέρωση είναι κοντά», του είπε με σιγουράδα ο πατέρας.

«Φεύγω πάλι αύριο για το βουνό. Ήρθα για κάτι δουλειές».

Τη μητέρα άρχισαν να τη ζώνουν τα φίδια.

«Αντώνη, θα μας κάψεις. Θα πάμε άδικα ολόκληρη οικογένεια».

«Μην ανησυχείς Ευδοξία, ξέρω τι κάνω. Και να με πιάσουν μόνο επίσημη ταυτότητα θα βρουν πάνω μου που δείχνει ότι μένω στο 151, ένα άδειο σπίτι. Τα άλλα που κουβαλάω είναι τόσο μικρά που στη στιγμή τα χώνω στο στόμα και πάνε στο στομάχι και από το στομάχι ξέρεις που.„», δεν του ’λείπε ποτέ το χωρατό, «το κλείσιμο του λάκκου με δυσκόλεψε κι ανάθεμά τους είχαν κλειδωμένη τη σιδερόπορτα στην Κυβερνίδου, αλλά την καβάλησα».

Ξανάφυγε το άλλο πρωί και μαζί το βάρος της μητέρας. Ο πατέρας δεν το ’δείχνε αλλά έπιανε κουβέντα τους γείτονες και τους ξεμολόγαγε με τρόπο, να δει αν είχαν πάρει χαμπάρι τον βραδινό ερχομό του Αντώνη.

Μόνο η κυρα-Κατίνα του φαρμακοποιού, που έμενε στην Κυβερνίδου, έλεγε και ξανάλεγε πως γύρω στα μεσάνυχτα άκουσε ένα δυνατό γδούπο έξω.

Σε λίγους μήνες ήρθε η απελευθέρωση. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους με τις γαλάζιες και συμμαχικές σημαίες στεφανώνοντας τους μαχητές του ΕΛΑΣ που άλλοι πεζοί και άλλοι καβάλα στα άλογα, με σταυρωτά τα φισεκλίκια, οι πιο πολλοί με γένια και μακριά μαλλιά, παρέλαυναν στους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Όλοι περιμέναμε να ξεχωρίσουμε κάπου τον Αντώνη, μα αυτός πουθενά. Ανήσυχος ο πατέρας έπιανε πότε τον ένα πότε τον άλλο Ελασίτη και ρωτούσε. Κανείς δεν ήξερε να πει. Βέβαιος πως χάθηκε σε κάποια συμπλοκή με Γερμανούς ή τον έπιασαν σε μια από τις καθόδους του στην πόλη και τον εκτέλεσαν ήταν πια ο πατέρας, καθώς είχε περάσει μήνας και πάνω από την απελευθέρωση και δε φαινόταν. Αμ’ δε! Ένα μεσημέρι, ο σκύλος μας, ο Μπόμπης, ορμά γαβγίζοντας ασταμάτητα στην ξύλινη καγκελόπορτα της αυλής. Αυτό γινόταν πάντα, όταν κάποιος ξένος μάς επισκεπτόταν. Τώρα όμως σηκωνόταν στα δυο πισινά πόδια κουνώντας σαν τρελός την ουρά, ένδειξη πως κάποιος γνώριμος θα δρασκέλιζε την αυλή. Ο Αντώνης, με μακριά μαλλιά και κοντογένι, γελώντας και χαϊδεύοντας το σκύλο έπεσε στις αγκαλιές του πατέρα και της μητέρας, ενώ ο αδελφός μου κι εγώ κρεμιόμασταν από τα δυο του χέρια και μας σήκωνε ψηλά, όπως παλιά. Αφού ξαπόστασε για λίγο με γλυκό και κρύο νερό κάτω από την κρεβατίνα της κληματαριάς, άρχισε να μας διηγείται. Σε μια ενέδρα που τους έστησαν οι Γερμανοί, ίσως μετά από προδοσία, αφού σκότωσαν αρκετούς, αιχμαλώτισαν άλλους τόσους. Τους έκλεισαν σε στρατόπεδο κάπου στην Ιερισσό και ήταν στην πρώτη γραμμή για εκτέλεση σε αντίποινα, αν οι αντάρτες έκαναν κάπου σαμποτάζ. Συγχρόνως τους τράβαγαν καθημερινά σε αγγαρείες, για να τους ταλαιπωρούν. Σε μια από τις αγγαρείες βρέθηκαν στην Ουρανούπολη. Αυτόν κι έναν άλλο τους φύλαγε στην άκρη κοντά στη θάλασσα ένας φρουρός. Καθώς γύρισε από την άλλη κόντρα στον αέρα να ανάψει τσιγάρο, τον κοπάνησαν με φτυάρι στο κεφάλι. Τρέχοντας πήδηξαν σε μια σαπιοβαρκα και άρχισαν με γρήγορες κουπιές να ξανοίγονται στο πέλαγος. Τους πήραν γρήγορα χαμπάρι οι άλλοι και άρχισαν να ρίχνουν με πολυβόλο. «Να, μια σφαίρα με πήρε εδώ και βγήκε από δω» και τραβώντας το παντελόνι πάνω από το δεξιό μηρό, μας έδειξε τα δυο σημάδια. Τον άλλο τον πήρε στο μπράτσο. Με κόπο έφτασαν στον Άθω. Τους περιμάζεψαν οι καλόγεροι και τους περιποιήθηκαν μέχρι να πάρουν τα πάνω τους. Τότε θυμήθηκε τον θείο Αρσένιο, αδελφό της μάνας του, που από δεκαοχτώ χρονών μόναζε στη  Σκήτη της Αγίας Άννης. Τον οδήγησαν στο μικρό του καλυβάκι πάνω στα βράχια και βάλθηκε να τον βοηθάει στη δουλειά πλέκοντας τσουράπια για τους καλογέρους των κοινοβίων. Θέλοντας και μη τον συνόδευε στις προσευχές αλλά κυρίως στις ψαλμωδίες καθώς είχε καλή φωνή.

«Ξέρεις, Γιάννη, τι αγαλλίαση νιώθεις καθώς ψάλλεις το Κύριε, εκέκραξα προς Σε και αγναντεύεις το πέλαγος;»

«Και τώρα τι θα κάνεις;», ρώτησε ο πατέρας.

«Να, κατέβηκα να πάρω για τον θείο Αρσένιο νήματα για τα τσουράπια και θα γυρίσω πίσω».

Κούνησε δύσπιστα το κεφάλι ο πατέρας και σηκώθηκε να ετοιμαστεί για τη δουλειά καθώς κόντευε τέσσερις. Τις επόμενες μέρες επιβεβαιώθηκε η δυσπιστία του καθώς γυρνώντας ένα βράδυ του λέει ο Αντώνης:

«Γιάννη, βρήκα δουλειά σε ένα σαλαμτζίδικο στη Μοδιάνο».

«Και τα νήματα του θείου Αρσένιου;»

«Αντάμωσα κάτι καλογέρους από τη Δάφνη και τα ’δωσα να του τα πάνε. Άνθρωποι του Θεού είναι αυτοί δεν κλέβουν, όπως οι κοσμικοί».

Κάθε βράδυ ο αδελφός μου κι εγώ δεν κοιμόμασταν, αν δε γυρνούσε ο Αντώνης, γιατί πάντα μας έφερνε σ’ ένα χαρτί τα αποκόμματα που έμεναν από τα σαλάμια που πουλούσε.

Πέρασαν μήνες αναμπουμπούλας με τις καθημερινές συγκρούσεις δεξιών και αριστερών για τελική επικράτηση, που κορυφώθηκαν με τα Δεκεμβριανά της Αθήνας. Με την επικράτηση της δεξιάς άρχισε το άγριο κυνηγητό όλων των αριστερών και ιδιαίτερα αυτών που είχαν δράση, αφού πάνω χέρι είχαν πάρει πολλοί πρώην ταγματασφαλίτες συνεργάτες των Γερμανών. Οι κυνηγημένοι άρχισαν να φεύγουν στα βουνά. Το δεύτερο αντάρτικο είχε αρχίσει. Ανήσυχος και σκεφτικός ο Αντώνης όλο τον καιρό και ένα βράδυ ξανάπε στον πατέρα όπως παλιά:

«Γιάννη, αύριο φεύγω για το βουνό».

«Μείνε εδώ, κανείς δεν ξέρει ότι ήσουν με τον ΕΛΑΣ·

Στο κάτω κάτω πήγαινε πάλι στο Όρος στον θείο Αρσένιο», προσπάθησε να τον πείσει ο πατέρας, αλλά μάταια.

Μέχρι τον Αύγουστο του ’49 που έληξε ο εμφύλιος με την πτώση του Γράμμου, απ’ τον Αντώνη δεν είχαμε ακούσει τίποτε. Όλοι το πήραμε απόφαση ότι αυτή τη φορά δε γλίτωσε. Ο πατέρας είχε αφήσει τη ΧΕΝ, όπου από χρόνια εργαζόταν, και τώρα δούλευε με αυξημένο μισθό σε μια εγγλέζικη καντίνα που στεγαζόταν σ’ ένα ωραίο κτίριο παραδίπλα στο ορφανοτροφείο Μέλισσα μπροστά στη θάλασσα. Αυξήθηκε όμως και η οικογένειά μας με τη γέννηση των δυο αδελφάδων μου. Δύσκολα πάλι τα έβγαζε πέρα ο πατέρας. Εγώ, μετά από ένα τυχαίο γεγονός, έδωσα εξετάσεις μετά το δημοτικό και πέρασα με υποτροφία στο αμερικανικό «Ανατόλια» και ο πατέρας καμάρωνε. Γύρω στα ’55 ο ταχυδρόμος που μας έφερνε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα τα μικρά τσεκ, αλλά μεγάλα σε στήριξη για μας, του θείου από την Αμερική, έφερε ένα γράμμα με ένα περίεργο γραμματόσημο, που πάντα τα πρόσεχα καθώς έκανα μια ψευτοσυλλογή. Το πήρε στα χέρια της η μητέρα, κοίταξε περίεργη τον αποστολέα, κάποιος «Anton», σίγουρη πως έκανε λάθος ο ταχυδρόμος. Μετά σκίρτησε σαν είδε το επίθετο. «Είναι απο τον Αντώνη. Ζει μετά από τόσα χρόνια…». Το άνοιξε με λαχτάρα. Τέσσερις πυκνογραμμένες σελίδες. Πως έφυγε στη Βουλγαρία, μετά την πτώση του Γράμμου, πέρασε Σερβία, Αλβανία και βρέθηκε στην Ουγγαρία. Παντρεύτηκε μια ντόπια, καλή κοπέλα κι απόχτησε ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Δούλευε μαουνιέρης στο Δούναβη. Σκληρή δουλειά αλλά τα έβγαζαν πέρα. Η νοσταλγία για την πατρίδα μεγάλη, αλλά δεν μπόραγε να γυρίσει. Έπαθαν τα νεύρα του απ’ αυτό. Παρακάλαγε την μητέρα να του γράφει από κανένα γράμμα, γιατί θα ήταν ανακούφιση. Το να αλληλογραφείς τότε με χώρες του «παραπετάσματος», ήταν ένας λόγος. Τα γράμματα, είτε πήγαιναν είτε έρχονταν, λογοκρίνονταν όλα και μια ταινία έμπαινε στο πλάι για επιβεβαίωση. Δυο φορές κάλεσαν τη μητέρα στην ασφάλεια να την πείσουν να κόψει αλληλογραφία.

«Αφού τα διαβάζετε ξέρετε τι γράφω. Εγώ είμαι καλή χριστιανή και προσπαθώ να συμπαρασταθώ σε κάποιον που έχει ανάγκη». Πήγαινε τότε στη χριστιανική συνάθροιση, που έκανε κάθε Τετάρτη απόγευμα στην εκκλησία Αγίας Τριάδας ο Ζαχαρόπουλος, και είχε δέσει καλά με τα θεία. Η αλληλογραφία συνεχίστηκε για χρόνια. Η μητέρα ήταν ο γραμματέας του σπιτιού. 0 πατέρας πού και πού έγραφε δυο λόγια για χαιρετίσματα. «Γράψε και συ κανένα γράμμα, Γιάννη, ξέρεις πιο πολλά από μένα, αφού τελείωσες σχολαρχείο, ενώ εγώ είμαι του δημοτικού», του ’λεγε η μητέρα. Αλλά εκείνος δύσκολα έπιανε χαρτί και μολύβι, καθώς τον απασχολούσε η επιβίωσή μας και οι ανάγκες που συνέχεια μεγάλωναν. Η πίεση αυτή τον σακάτεψε πρόωρα. Πέθανε το ’62, πενήντα δύο χρονών, από υπερκόπωση, είπαν οι γιατροί. Δύσκολοι καιροί για το σπίτι. Η μικροσύνταξη του ΙΚΑ αργούσε να βγει, ο αδελφός μου φαντάρος, οι αδελφάδες μου σχολείο, ο μισθός που έπαιρνα από την Τράπεζα, πού είχα μπει τελειώνοντας το γυμνάσιο, πενιχρός, για να στηρίξει τις ανάγκες μας. Ξεχάστηκε ο Αντώνης, όπως ξεχνάς τον πόνο από μια αγκίδα και νιώθεις πιο πολύ τον πόνο που σου φέρνει ένα καρφί που πατάς αμέσως μετά.

Σε δυο τρία χρόνια τα πράγματα άρχισαν να ισορροπούν. Όχι πως ήμασταν άνετα, αλλά τα βγάζαμε πέρα. Κάπου εκεί, γύρω στα ’65, ένα απόγευμα μια γνωστή σιλουέτα είδαμε να διασχίζει τον κήπο. Ο σκύλος μας ο Μπόμπης είχε κι αυτός πεθάνει από χρόνια και η Λευκούλα, ένα μικρό κάτασπρο μαλλιαρό κανίς, δεν μπορούσε να γνωρίζει τον Αντώνη και τον γάβγιζε αλύπητα μέχρι που μπήκε σπίτι και κλείσαμε την πόρτα. Αγνώριστος, δε θύμιζε με τίποτα το γεροδεμένο παλικάρι που ξέραμε. Πρόωρα γερασμένος με άσπρους κροτάφους, βάδιζε κουτσαίνοντας, ενώ τη μέση του είχε ζωσμένη με χοντρό ζωνάρι. «Με φάγαν οι υγρασίες και οι μαούνες του Δούναβη», έλεγε και ξανάλεγε. Είχε έρθει με ειδική προσωρινή άδεια λόγω ασθένειας.

«Και η γυναίκα, τα παιδιά σου;», ρώτησε η μητέρα.

«Δεν ήθελαν να έρθουν. Ίσως αργότερα».

Το βράδυ δεν έμεινε σπίτι. Θα γύριζε στο ξενοδοχείο που έμενε με άλλους δύο. Άφησε μόνο τα ρούχα του να πλύνει η μητέρα και άλλαξε με άλλα του πατέρα που είχαμε ακόμη. Σαν έφευγε τον σταμάτησα στην πόρτα. «Πάρε αυτό», και του ’βαλα στο χέρι ένα πεντακοσάρι — έπαιρνα τότε χίλιες οκτακόσιες το μήνα από την Τράπεζα— «έτσι για τις τσιμπιές που μου ’δίνες, να πιεις ένα κρασί με τους φίλους σου». Έσκυψε, με φίλησε κι αμίλητος έφυγε βιαστικά μη τυχόν και δω τα μάτια του που βούρκωσαν.

Τα τελευταία του νέα ήρθαν μετά ένα χρόνο, όταν μας επισκέφτηκε ένα ανιψάκι του πατέρα που υπηρετούσε τη θητεία του στη Θεσσαλονίκη. Αφού μας είπε για όλους στο χωριό, κάποια στιγμή θυμήθηκε: «Α, ναι.

Πέθανε και ο Αντώνης, αυτός που γύρισε από το παραπέτασμα. Μόλις είχε παντρευτεί μια που γνώριζε από παιδί. Κρίμα, δυο μήνες παντρεμένη και χήρα. Τον έφαγε το πιοτό». Ίσως και η παλιά κατάρα του πατέρα του.

.

ΜΙΑ ΕΝΤΙΜΗ ΕΡΕΥΝΑ

O θείος Χαράλαμπος ανασηκώθηκε στο ντιβανάκι του μικρού σαλονιού και με ακουμπισμένο το κεφάλι στο δεξί διπλωμένο χέρι κοίταζε την εξώπορτα που τρανταζόταν. Με το άλλο πίεζε το πάνω μέρος της κοιλιάς του. Το έλκος που τον βασάνιζε χρόνια έκανε σήμερα νωρίς την παρουσία του από το ξαφνικό ξύπνημα. Το προηγούμενο βράδυ είχε έρθει από το χωριό. Παρά την ολοήμερη ταλαιπωρία του ταξιδιού, φαινόταν μια χαρά και τα χωρατά και οι ιστορίες έπαιρναν και έδιναν με τον πατέρα μέχρι τα μεσάνυχτα. Ήταν δεν ήταν σαράντα πέντε αλλά τα μισά και περισσότερα χρόνια τα είχε περάσει σε ταλαιπωρίες. Από τους πρώτους που εντάχθηκαν στο Αγροτικό και μετά Κομμουνιστικό Κόμμα. Πρώτος στο χωριό προμηθευόταν τα βιβλία που μιλούσαν για τη νέα κοσμοθεωρία με κυρίαρχη την αγροτική και εργατική τάξη. Η δικτατορία Μεταξά τον άρπαξε από τους πρώτους. Ανάκριση, ξύλο, μετά εξορία. Κατάλοιπο το έλκος που δεν τον άφηνε να ησυχάσει μέρα νύχτα. Δεν τον εμπόδισε όμως να είναι από τους πρωτεργάτες της αντίστασης στην ιταλοκρατούμενη Ευρυτανία και αντιπρόσωπος του χωριού στο συμβούλιο της «Ελεύθερης Ελλάδας». Για γιατρούς ούτε να ακούσει. Ο πατέρας τον έπεισε να έρθει εκείνο τον Αύγουστο του ’47, έτσι για να μας δει μετά από χρόνια, όπως του είπε, ελπίζοντας πως θα τον κατάφερνε να πάει για εξετάσεις στο Θεαγένειο, που ήταν τότε γενικό νοσοκομείο.

Η εξώπορτα εξακολουθούσε να τραντάζεται συνθέμελα. Μου θύμισε εκείνο το βράδυ στο τέλος του πολέμου που οι Εγγλέζοι βομβάρδιζαν το λιμάνι. Τότε ο πατέρας μάς είχε μαζέψει όλους κάτω από τους χοντρούς παραστάτες στην πόρτα της κουζίνας, για να προφυλαχθούμε από τα βλήματα, ελπίζοντας ότι δε θα έπεφτε πάνω μας βόμβα που δε θα άφηνε τίποτε όρθιο. Τώρα αυτός και η μητέρα είχαν πεταχτεί από το κρεβάτι και κοιτάζοντας αμήχανα ο ένας τον άλλο διερωτόνταν ποιος ταρακουνούσε έτσι άγρια την εξώπορτα ξημερώματα ακόμα. Ούτε η Γερμανική περίπολος στην Κατοχή, που κτύπησε, για να μας υποδείξει να κλείσουμε τις γρίλιες με χαρτιά για καλύτερη συσκότιση, δεν είχε δείξει τέτοια αγριότητα. Τελικά, ο πατέρας αποφάσισε να σηκωθεί και τραβώντας απότομα την κουρτίνα από το μικρό καγκελωτό παραθυράκι ήταν έτοιμος για καβγά. Δεν πρόλαβε όμως. Τρεις φάτσες βλοσυρές τον καθήλωσαν: «Εθνική Ασφάλεια. Ανοίξτε και όλοι έξω».

Ρίχνοντας κάτι πρόχειρο επάνω μας δρασκελίσαμε την πόρτα. Τελευταίος ο θείος Χαράλαμπος με αργά βήματα προφανώς μαθημένος σε τέτοια.

Όρμησαν στο σπίτι και οι τρεις και άρχισαν να φέρνουν τα πάνω κάτω. Δεν έμεινε τίποτε όρθιο. Τραπέζια, κρεβάτια, στρωσίδια., στρώματα, τα λιγοστά βιβλία ακόμη και τα κουζινικά κατσαρόλες, μαστραπάδες, πιάτα. Απορημένος πλησίασα την πόρτα της κουζίνας παρακολουθώντας τους. Αφού άδειασαν όλο τον πάγκο, άρχισαν να ανακατεύουν με μια κουτάλα τις στάχτες στις φουφούδες και να κτυπούν με την ανάποδη των δαχτύλων τα πλακάκια. Έξω ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει. Τότε είδα άλλες τρεις γνωστές μου, από τις βόλτες μου στην Ασφάλεια, φάτσες να είναι ακροβολισμένες στην πίσω αυλή του μεγάρου που ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο από τη δική μας. Κοιτάζοντας στην αντίθετη πλευρά, άλλα δυο κεφάλια μάς κοίταζαν πάνω από τη διαχωριστική μάντρα της άλλης αυλής. Προχώρησα προς την ξύλινη καγκελόπορτα. Άλλος ένας καθόταν στο πεζούλι. Κάποια στιγμή το έργο των «ερευνητών» τελείωσε και σκουντουφλώντας πάνω από τον ορυμαγδό που έκαναν στο σπίτι βγήκαν στην αυλή.

«Ο κύριος θα έρθει μαζί μας», είπε ο ένας τους δείχνοντας το θείο Χαράλαμπο.

«Κοιτάξτε καλά μην κάνετε τίποτα στον αδελφό μου», είπε χωρίς δισταγμό ο πατέρας. « Ήρθε για εγχείρηση στομάχου».

Ο άλλος δεν απάντησε. Φεύγοντας όμως τελευταίος ο τρίτος, που φαινόταν συμπαθητικός για ασφαλίτης, σιγοψιθύρισε στον πατέρα:

«Μην ανησυχείτε. Μια εξακρίβωση μόνο».

Έτσι και έγινε. Σε λίγο γύρισε ο θείος Χαράλαμπος σπίτι με μόνο πρόβλημα το στομάχι του.

Την άλλη μέρα ο πατέρας διηγόταν το περιστατικό στον κύριο Τάκη, που έμενε στον πρώτο όροφο του μεγάρου.

«Γιάννη, να είσαι ευχαριστημένος. Σου έκαναν μια έντιμη έρευνα».

«Δηλαδή Τάκη τι εννοείς;», ρώτησε απορημένος ο πατέρας.

«Κοίταξε. Αν ήθελαν να σας κάνουν κακό και να σας αρπάξουν για τα ξερονήσια ήταν πολύ εύκολο. Ένα έγγραφο του ΚΚΕ ή ένα περίστροφο που τάχα θα εύρισκαν στο σπίτι σου, ενώ αυτοί θα τα είχαν φέρει μαζί

τους, θα ήταν ατράνταχτα ενοχοποιητικά στοιχεία».

Ο πατέρας κούνησε σκεφτικός το κεφάλι και δεν έδωσε συνέχεια.

Σε λίγες μέρες ο θείος Χαράλαμπος μπήκε στο Θεαγένειο. Μετά τις προκαταρκτικές εξετάσεις και αναλύσεις δρομολογήθηκε η αγωγή που έπρεπε να ακολουθηθεί μέχρι την εγχείρηση. Όμως με την πρώτη που ξεκίνησαν, την πλύση στομάχου, πέταξε σωληνάκια και φιάλες στα μούτρα των γιατρών και των νοσοκόμων και νάτος πάλι στο σπίτι.

Έμεινε ακόμη λίγες μέρες και έφυγε για το χωριό. Όταν μετά δυο μήνες έφτασε γράμμα με το θλιβερό μαντάτο του θανάτου του από διάτρηση, η μητέρα δεν το έδωσε αμέσως στον πατέρα. Τυχαία το βρήκε την άλλη μέρα κάτω από τη γωνιά του στρώματος και ξέσπασε σε αναφιλητά.

.

ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ

Ο Τζούλης έμενε στην Πέρδικα. Ένα παλιό δίπατο τουρκόσπιτο δίπλα στο λάκκο με αυλή  μπροστά και γύρω πέτρινο μαντρότοιχο με κεραμίδια. Στη μέση μια μεγάλη ξύλινη πόρτα με σιδερένια αμπάρα από μέσα.

Στο πάνω πάτωμα ανέβαινες από μια πέτρινη σκάλα στη μέση του σπιτιού. Έμπαινες σε ένα μεγάλο χολ σαν καθιστικό και γύρω του υπήρχαν τέσσερα δωμάτια που όλα επικοινωνούσαν με το καθιστικό και μεταξύ τους. Τα καλοκαίρια στις βραδινές συντροφιές έξω από τις πόρτες οι παλιότεροι διηγούνταν ιστορίες για το σπίτι. Πως ανήκε σε ένα πλούσιο Τούρκο που είχε τέσσερις γυναίκες. Δεν ορκίζονταν αν ήταν νόμιμες ή παλλακίδες. Σε κάθε δωμάτιο είχε από μια και αυτός την άραζε στο καθιστικό. Από εκεί, ανάλογα με τα κέφια του επισκεπτόταν τη γυναίκα που επιθυμούσε. Αφού έβγαζε τα μάτια του με τη μια, για να μην κρυώνει, όπως ήταν ξαναμμένος, άνοιγε τις ενδιάμεσες πόρτες και πήγαινε στις άλλες. Ο Στέφος έμενε στη Λεωφόρο Στρατού, στο ισόγειο ενός νεοκλασικού δίπατου. Μπροστά μεγάλη αυλή με λουλούδια, γύρω φράχτης στο ενάμισι μέτρο και από κει και πάνω σιδερένια κάγκελά. Οι γλυτσίνες που σφιχταγκάλιαζαν τα κάγκελα σου έσπαζαν τη μύτη από την ευωδιά, όταν περνούσες.

Ο Τζούλης και ο Στέφος ήταν από τους μεγαλύτερους της γειτονιάς, γύρω στα 13 με 14. Πάτοι στο σχολείο αλλά πρώτοι στα παιχνίδια, τις πονηριές και τα χαράμια. Ποτέ ένα παιχνίδι μαζί τους δεν τελείωνε ομαλά, αλλά με φωνές και καβγάδες που οι ίδιοι δημιουργούσαν, ιδίως όταν έχαναν. Όταν τύχαινε να παίζουν μόνο οι δυο τους θεωρούνταν ντέρμπι, όπως θα λέγαμε σήμερα. Τους περιτριγυρίζαμε όλοι και δίνοντας δίκαιο πότε στον ένα και πότε στον άλλο, επιδιώκαμε να αρπαχτούν, για να βγάλουμε τα απωθημένα μας. Έτσι, κάθε ντέρμπι τελείωνε με γερό πλάκωμα και ξύλο μεταξύ τους, μέχρι που ο ένας να αναγκαστεί από τον άλλο να φάει χώμα. Οι καθημερινοί σχεδόν καβγάδες δεν έλυναν τις διαφορές τους, αφού σκοπός του καθενός ήταν να περνάει το δικό του.

Ξαφνικά οι μεταξύ τους σχέσεις άλλαξαν. Τέρμα τα κοντραρίσματα και οι καβγάδες και ο ένας βοηθούσε αδελφικά τον άλλο στα παιχνίδια. Όταν αυτά τελείωναν, κατηφόριζαν οι δυο τους στο λάκκο και χάνονταν πίσω από τα αγριόδεντρα, τις βρομούσες, που ήταν γεμάτος ο λάκκος. Όλοι πηγαίναμε να σκάσουμε. Μπορεί να μην τους χωνεύαμε, όμως είχαμε χάσει τα άγρια πλακώματα στα ντέρμπι. Από την άλλη θέλαμε να εξιχνιάσουμε τι ήταν αυτό που συντέλεσε ένας Τζούλης και ένας Στέφος να αγαπήσουν σαν αδελφάκια. Κάποτε άρχισαν να εξαφανίζονται ξαφνικά, πολλές φορές στη μέση των παιχνιδιών, αφού ο ένας φώναζε το συνθηματικό «οράγιστ»!!

Μετά από μια τέτοια εξαφάνιση αποφασίσαμε να τους παρακολουθήσουμε. Μόλις χάθηκαν μέσα στις φυλλωσιές από πίσω τους και μείς, τσουλώντας στα πρανή του λάκκου από διαφορετικές μεριές. Σκαρφαλώσαμε στην απέναντι μεριά και μπουσουλώντας κάναμε έναν κύκλο γύρω από το σημείο που υποθέταμε ότι βρίσκονταν. Κοκαλώσαμε από ένα δυνατό βήχα και φτυσίματα, σαν κάποιος να είχε στραβοκαταπιεί και δυσκολεύονταν να πάρει αναπνοή.

«Φτου γαμώ», ήταν η φωνή του Τζούλη, «το πήρα ανάποδα στο στόμα».

Πλησιάσαμε πιο κοντά και τραβώντας ήρεμα τις τελευταίες φυλλωσιές αντικρίσαμε τον Στέφο αραχτό ανάσκελα σε μια λακκούβα να έχει στο στόμα ένα τσιγάρο και να το τραβά αρειμάνια. Ο Τζούλης είχε στο ένα χέρι τσιγάρο και με το άλλο σάλιωνε και έτριβε τα χείλια του συνεχίζοντας να βήχει και να φτύνει. Λες και ήμασταν όλοι μας συνεννοημένοι πεταχτήκαμε όρθιοι μπροστά τους, που παραλίγο να τους κοπεί η χολή.

«Ώστε έτσι ε, για τσιγάρο εξαφανιζόσασταν».

«Εμείς δηλαδή τι είμαστε;»

Ζαρωμένοι Τζούλης και Στέφος μας έδειξαν ένα στραπατσαρισμένο τσιγαροκούτι κάτω από μια μεγάλη πέτρα.

«Πάρτε αλλά τσιμουδιά, έτσι;»

Είχε μέσα τρία ολόκληρα και ένα μισό. Είμαστε οχτώ. Έκοψε ο Τζούλης τα ολόκληρα στη μέση και τα μοίρασε στους μεγαλύτερους.

«Εσείς οι δυο μικρότεροι κόψτε το μισό στη μέση», είπε.

Τα ρουφήξαμε όλοι βήχοντας. Όταν τελειώσαμε, πέσαμε μισοζαλισμένοι ανάσκελα στο χώμα περιμένοντας να περάσει η σκοτούρα.

«Κάτι ακόμα», είπε ένας μας, «αυτό το σύνθημα  οράγιστ πώς σας ήρθε;»

Ο Στέφος πήρε ένα τσαλί και άρχισε να γράφει στο χώμα: «τ-σ-ι-γ-ά-ρ-ο».

«Διάβασέ το ανάποδα, ρε».

       .

Ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ

Το δρομολόγιο του Αιμίλιου ήταν παράλληλο με το λάκκο. Ξεκινούσε από τα τελευταία σπίτια του συνοικισμού Δόξας, όπου είχε το γαλατάδικο και συγκέντρωνε το γάλα από τσομπαναρέους της περιοχής. Νωρίς κάθε απόγευμα φορούσε την ξεθωριασμένη αλλά πεντακάθαρη μπλε στολή του και κρατώντας από ένα μεγάλο τσίγκινο γκιούμι σε κάθε χέρι περνούσε την οδό Νοσοκομείων και κατηφόριζε την Κιλκισίου. Σε κάθε διασταύρωση άφηνε στη μια γωνιά το ένα γκιούμι και με το άλλο χωνόταν σε σπίτια και αυλές στους κάθετους δρόμους, για να αδειάσει σε φρεσκογανωμένα τεντζεράκια και γυαλιστερά κατσαρόλια το φρέσκο λαχταριστό γάλα. Οι πιο πολλοί πλήρωναν με τη βδομάδα. Ο Αιμίλιος σημείωνε κάθε παράδοση στα τεφτεράκια των νοικοκυράδων και στο δικό του. Μερικοί παρατραβούσαν την πληρωμή αλλά ο Αιμίλιος ήταν καλόβολος και δε δυσανασχετούσε. Την καλόβολη διάθεση μερικοί καχύποπτοι την ερμήνευαν διαφορετικά. «Πρέπει να το νερώνει και να έχει μεγάλα περιθώρια κέρδους, γι’ αυτό δε διαμαρτύρεται». Τελευταίος σταθμός ήταν το τέρμα της Κιλκισίου εκεί που διασταυρώνονται η Πέρδικα και η Θεαγένους Χαρίση. Ακριβώς στη διχάλα των δύο δρόμων άφηνε το ένα γκιούμι και χανόταν για αρκετή ώρα στις τελευταίες αυλές, για να ολοκληρώσει την πρώτη φάση του δρομολογίου του και μετά από την Πέρδικα να πάει στη Λαχανά και να αρχίσει ένα αντίστροφο δρομολόγιο που κατέληγε πάλι στη Νοσοκομείων.

Όμως, η διχάλα της Πέρδικα με τη Θεαγένους Χαρίση ήταν για μας τους πιτσιρικάδες ο κεντρικός κόμβος των διάφορων παιχνιδιών μας. Γκαζιές, χαρτόνια, τσιλίκι και μόνιμα σχεδιασμένα κουτσό μάζευαν από νωρίς κάθε απόγευμα όλο το τσούρμο και από το παιδομάνι δύσκολα μπορούσε κανείς να διασχίσει τη μικρή πλατεία που σχηματιζόταν εκεί. Μόλις ακουγόταν η χαρακτηριστική φωνή «Γαλατάιιις» του Αιμίλιου, ξέραμε ότι τα παιχνίδια έπρεπε για αρκετή ώρα να σταματήσουν από τη στιγμή που θα άφηνε το γκιούμι με το γάλα στη διχάλα των δύο δρόμων. «Πάτε στο λάκκο να παίξετε», έλεγε μόλις μας έβλεπε, «αφήστε τον κόσμο να κάνει τη δουλειά του», φοβούμενος ότι πάνω στην ανεμελιά μας μπορεί να ρίχναμε το γκιούμι και να πήγαινε χαμένο το γάλα. Πολλές φορές, όταν δε σταματούσαμε, μας έβαζε στο κυνήγι και άρπαζε κανένα αυτί αν μας πρόφταινε. Σταματούσαμε, λοιπόν, και καθόμασταν στα σκαλοπάτια του απέναντι σπιτιού περιμένοντας να τελειώσει η παράδοση, για να ξαναρχίσουμε. Από κει πετούσαμε καμιά πέτρα σημαδεύοντας το αφημένο γκιούμι δίνοντας έτσι διέξοδο στην τσαντίλα μας.

«Να τον κάνουμε να μη ξαναπεράσει από εδώ», είπε ο Αυταράς.

—       «Πρέπει να σκεφτούμε κάτι», συμφώνησε το Παζαβλό.

—       «Να του ρίξουμε χώμα μέσα στο γκιούμι», πρότεινε ο Στέφος.

—       «Το βρήκα», είπε ο Τζούλης. «Να κατουρήσουμε μέσα».

Όλοι βρήκαν καλή την ιδέα του Τζούλη, αλλά κανείς δε φαινόταν διατεθειμένος να το κάνει μέρα μεσημέρι. Κι αν κάποιος τον έβλεπε;

«Θα το κάνω εγώ», είπε αποφασιστικά ο Τζούλης.

«Δώστε μου δέκα τζιτζιλόνια, ελάτε όλοι σας γύρω και γω θα του το κατουρήσω».

«Α γαμήσου παλιο-Χολέρα. Δέκα τζιτζιλόνια για ένα κατούρημα;», πετάχτηκε ο Αρμένος.

Τα τζιτζιλόνια ήταν οι καινούργιες διάφανες γυάλινες γκαζιές με φανταχτερά κάθε λογής χρώματα που μόλις είχαν κυκλοφορήσει. Τις είχε μόνιμα στην προθήκη ο Μπέρια, ο μπακάλης στη γωνία Κιλκισίου και Ιωαννίνων και όλοι μας τις λιμπιζόμασταν αλλά ήταν ακριβές και δύσκολα τις αποχτούσαμε με το πενιχρό κυριακάτικο χαρτζιλίκι μας. Προτιμούσαμε να το διαθέτουμε στα

«Κυβέλεια», για να δούμε σε δυο εποχές την ταινία «Φου-Μαντσού» ή άλλες ενδιαφέρουσες καουμποίστικες με το «παλικαράκι» να θριαμβεύει πάντα στο τέλος και να επιβραβεύεται με τα δικά μας χειροκροτήματα.

«Κατούρα έτσι εσύ, ρε κωλο-Αρμένε», αγρίεψε ο Τζούλης.

Παρ’ όλα αυτά συγκεντρώθηκαν με έρανο τα χρήματα για τα δέκα τζιτζιλόνια και η επιχείρηση κατούρημα ορίστηκε για το επόμενο απόγευμα.

Το «Γαλατάιιις» ακούστηκε, όπως πάντα, την καθορισμένη ώρα. Εκείνο το απόγευμα κανένα παιχνίδι δε βρισκόταν σε εξέλιξη στον κόμβο Περδίκα-Θεαγένους Χαρίση. Όλοι μας, καμιά δωδεκαριά, μαζεμένοι στα σκαλοπάτια του σπιτιού απέναντι στη διχάλα συζητούσαμε, κάνοντας πως δεν είδαμε τον Αιμίλιο που πρόβαλε από την Κιλκισίου και, ρίχνοντάς μας ένα καχύποπτο βλέμμα, προχώρησε και άφησε το ένα γκιούμι στο γνωστό σημείο. Μετά, αφού συνέχισε να μας λοξοκοιτάει, πήρε το άλλο και χώθηκε μέσα στις αυλές της οδού Κυβερνίδου. Αυτόματα σηκωθήκαμε όλοι και αργά, για να μη κινήσουμε την προσοχή, περιτριγυρίσαμε το γκιούμι. Ο Τζούλης στη μέση, κοντούλης καθώς ήταν δε φαινόταν καθόλου, τράβηξε από το χαλκά το συρταρωτό καπάκι και σηκωμένος στις μύτες των ποδιών, άρχισε να κατουράει στο στόμιο. Τον χαρακτηριστικό ήχο του κατουρλιού που πέφτει από ψηλά τον ακούγαμε όλοι, ενώ συζητούσαμε άσχετα και ήρεμα ο ένας με τον άλλο για να καλύψουμε το γεγονός και να μην τραβήξουμε την προσοχή περαστικών γειτόνων. Ο Τζούλης, όταν τελείωσε, ξανάβαλε το καπάκι και με τα χέρια σκούπισε μερικές σταγόνες που έπεσαν στο έξω μέρος. Ξανακαθίσαμε στα σκαλοπάτια περιμένοντας την επιστροφή του Αιμίλιου. Πρόβαλε σε λίγο από την Κυβερνίδου και αφού πάλι μας κοίταξε ερευνητικά και καχύποπτα, σήκωσε το γκιουμι και πήρε το δρόμο προς τη Λαχανά. Μόλις έστριψε, σηκωθήκαμε με κραυγές ικανοποίησης για το καλό τέλος της επιχείρησης, ενώ ο Τζούλης χάιδευε στη χούφτα του τα γυαλιστερά τζιτζιλόνια.

Θες όμως γιατί κάποιος από μας το εξομολογήθηκε στους γονείς του, θες γιατί κανένας περαστικός ή γείτονας μάς πήρε χαμπάρι, το γεγονός έφτασε στα αυτιά του Αιμίλιου. Το άλλο απόγευμα, χωρίς να προαναγγείλει την άφιξή του με το «Γαλατάιιις», ξεπρόβαλε σαν σίφουνας από την Κιλκισίου και, αφήνοντας και τα δύο γκιούμια κάτω, άρχισε να μας κυνηγάει με πέτρες και «μπαστάρδοι, άει στο διάλο», μέχρι που βρήκαμε καταφύγιο στο λάκκο και χαθήκαμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Ο Αιμίλιος, καλού κακού, δεν ξανάφησε το γκιούμι στη διχάλα των δύο δρόμων. Αλλά και εμείς με το άκουσμα του «Γαλατάιιις» χωνόμασταν στις αυλές, γιατί ξέραμε ότι μας το κρατούσε μέχρι που να πιάσει έναν μας και τον ξυλοφορτώσει, για να ξεδώσει. Εγώ δεν ξαναήπια από το γάλα πού μας έφερνε ο Αιμίλιος.

«Μου φέρνει ξινίλες», δικαιολογούμουν στη μάνα μου και την έβγαζα με τσάι. Ακόμη και σήμερα έχω μια απέχθεια στο γάλα, γιατί, κάθε φορά που πλησιάζω το φλιτζάνι στο στόμα, έρχεται στα αυτιά μου ο χαρακτηριστικός ήχος που έκανε το κατουρλιό του Τζούλη καθώς έπεφτε στο γκιούμι.

 .

Η ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ

Τα σύνορα της γειτονιάς από τη μια πλευρά  τα καθόριζε ο λάκκος. Οι άλλες ήταν η Λεωφόρος Στρατού, η οδός Λαχανά και η οδός Νοσοκομείων. Κέντρα συγκέντρωσης για όλο το παιδομάνι της γειτονιάς, ολημερίς μέχρι αργά το βράδυ, ο λάκκος, οι κάθετοι σ’ αυτόν δρόμοι Πέρδικα, Θεαγένους Χαρίση, Ιωαννίνων και η Λαχανά. Γκαζιές, χαρτόνια, φράγκα, ανάλογα τι ήταν στη μόδα, τα παιχνίδια της ημέρας, χωρίς σταματημό, ενώ η Λαχανά, ο μόνος ασφαλτοστρωμένος δρόμος της γειτονιάς, βούιζε από τα πατίνια με ρουλεμάν που την ανεβοκατέβαιναν. Κάποια καλοκαιρινά καταμεσήμερα κουβάδες με νερό άδειαζαν πάνω μας από τα παράθυρα αγουροξυπνημένοι γείτονες που δεν έβρισκαν στιγμή ησυχίας. Τα βράδια το κρυφτό ή το κρυφτόμπικο κυριαρχούσαν. Σκαρφαλώματα σε ντουβάρια, πηδήματα από αυλές και άλλαγμα ρούχων, για να γίνει «φωτιά». Αναπόφευκτοι οι μεταξύ μας καβγάδες που όλοι τέλειωναν για το μεσημεριανό φαγητό ή τον βραδινό ύπνο.

Κάποτε όμως τα πράγματα άρχισαν να μην τελειώνουν εκεί. Μετά από ένα μεγάλο καβγά η γειτονιά διαμελίστηκε στην πάνω και την κάτω. Από την Ιωαννίνων μέχρι τη Λεωφόρο Στρατού ήταν η κάτω γειτονιά και από την Ιωαννίνων και πάνω μέχρι τη Νοσοκομείων η πάνω γειτονιά. Με τα σημερινά δεδομένα η Ιωαννίνων ήταν η πράσινη γραμμή. Καθημερινά βρισιές και πλακώματα σε απομονωμένους πιτσιρικάδες της κάτω γειτονιάς. Βλέπεις οι της πάνω ήταν λίγο μεγαλύτεροι και πιο σωματώδεις.

«Να οργανωθούμε», είπε ένας της γειτονιάς μας —της κάτω— «για να μη μας πιάνουν στον ύπνο».

Έγινε έρανος, αγοράστηκε μία κουδούνα, σαν αυτή που είχε ο επιστάτης του σχολείου, και ο καθένας την έπαιρνε με τη σειρά, για να φυλάγει σκοπιά στην Ιωαννίνων. Μόλις έβλεπε ύποπτη κίνηση και παραβίαση από τους άλλους της γειτονιάς που ελέγχαμε, βαρούσε την κουδούνα και όλοι μας τρέχαμε, για να απωθήσουμε τον «εισβολέα». Κράτησε πολλές μέρες αυτή η ιστορία. Σιγά, σιγά όμως ωρίμασε η σκέψη και στις δύο πλευρές να δοθεί ένα οριστικό τέλος στη διαμάχη με μια γενική αναμέτρηση και, όποια ομάδα θα επικρατούσε, θα είχε το πάνω χέρι στην όλη, διαμελισμένη σήμερα, γειτονιά. Σε μια συζήτηση στην οδό Ιωαννίνων, την πράσινη γραμμή ντε, που κράτησε μέχρι τα μεσάνυχτα, συμφωνήθηκε η λύση να δοθεί με ένα πετροπόλεμο. Καθορίστηκε ο χώρος. Η κάτω γειτονιά θα έπιανε την πλευρά του λάκκου από τη μεριά του 50ού Συντάγματος πάνω από την οδό Ιωαννίνων και η πάνω θα ήταν από την άλλη μεριά μέσα σε μια μεγάλη αυλή με μαντρότοιχο που κατέβαινε μέχρι την κοίτη του λάκκου. Άρχισαν εντατικά προετοιμασίες και σχεδιασμοί. Οι μεγαλύτεροι θα ήταν στην πρώτη γραμμή και οι μικρότεροι στα μετόπισθεν, για να εφοδιάζουν τους πρώτους με πέτρες και ό,τι άλλο χρειαζούμενο για τον πετροπόλεμο. Ετοιμάστηκαν σφεντόνες και ασπίδες από κομμένους πάτους βαρελιών. Σκάφτηκαν ορύγματα που σκεπάστηκαν με λαμαρίνες και από πάνω με χόρτα και κλαδιά για καμουφλάζ. Οι βοηθητικοί έφεραν από τα σπίτια τους άσπρα πανιά, ιώδιο και οινόπνευμα για τους τραυματίες.

Και η μεγάλη μέρα έφθασε. Την καθορισμένη ώρα άρχισε το άγριο πετροβόλημα και από τις δυο μεριές. «Αέρα, τους φάγαμε» και από τη μια και από την άλλη πλευρά, που φαίνονταν να το γλεντούν παρά τις βρισιές που ξεστόμιζαν και τη μανία που είχαν τα πρόσωπά τους. Τα παρατράγουδα δεν άργησαν να έρθουν. Μερικές πέτρες βρήκαν τα τζάμια δυο σπιτιών και άλλες μερικά κεφάλια και από τις δύο πλευρές. Κλάματα, φωνές και τρεξίματα γονιών και μεγαλύτερων αδελφών στην πλευρά της πάνω γειτονιάς. Αφού άλλους συμμάζεψαν και άλλους έδιωξαν, ροβόλησαν το πρανές του λάκκου, σκαρφάλωσαν στα φρούρια της κάτω γειτονιάς και με κλωτσιές και «άει στο διάολο, τσογλάνια, θα σκοτωθείτε» μας σκόρπισαν και εμάς.

Για μέρες δεν κυκλοφορούσε πιτσιρικάς ούτε της πάνω ούτε της κάτω γειτονιάς. Μας είχαν αμπαρώσει όλους μέσα οι δικοί μας. Μέρα με τη μέρα, αφού τα  πνεύματα ηρέμησαν αρκετά, η γειτονιά ξαναβρήκε τον παλιό ενιαίο ρυθμό της, αλλά για πολύ ακόμη καιρό οι πιτσιρικάδες ήμασταν κάτω από το άγρυπνο μάτι των μεγάλων δυνάμεων που επενέβησαν.

.

.

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ     

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *