ΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΡΙΑΝΟΣ

Ο Αγγελής Μαριανός κατάγεται από το Ρέθυμνο και από το 2001 ζει στην Θεσσαλονίκη.
Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές: ΠΕΖΟΛΙΒΑΔΑ (Θράκα 2017) και ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΑ (Θράκα 2021) Συμμετείχε επίσης στο συλλογικό έργο «ΕΚ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ» (Τύρφη 2019) με ένα διήγημα και στο συλλογικό έργο «ΦΛΕΒΕΣ ΓΡΑΦΗΣ» (Ρώμη 2019) με ποιήματα του.
Ποιήματα του και μικρές ιστορίες δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά και μπλοκ.

.

.

ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΑ (2021)

ΑΓΡΟΤΙΚΑ

Χόρτα

Σε φωτεινό χωράφι ξάπλωσε
πρόθυμη λύγισε η χλόη
αψίδες οι μνήμες, υγρές ζελατίνες.

Μικρό παιδί καμάρωνε φωλιές
και δήλωνε: «Μηχανικός σπουργιτών».
Χόρτα και λάσπη ο κόσμος.

CAISSE

Αναπόδραστα

Με λιθοβόλησαν
πάνω μου έφτιαξαν
λιθάρια λόφο.
Με προστατεύουν
πέτρες ζωντανές
δε νοιώθω τίποτα
στον έξω κόσμο.
Σκούρο το αίμα
παγωμένο χέρι
απάνθρωπο κορμί
χτιστό μνημείο.
Με λιθοβόλησαν
το αποδέχθηκα:
πολύτιμες οι πέτρες
θάνατος ελευθέρωση.

Εγερτήριο

Κάθε πρωί το εκτελεστικό
ετοιμάζουνε απόσπασμα·
μα μετανιώνουν, πίσω μας γυρίζουν.
Συγκρατούμενοι
δεχόμαστε δολοφονίες νέων
δίχως καθρέπτη και σκοινί
δίχως παράθυρα
δίχως μολύβι και χαρτί.
Συγκρατούμενοι
την εποχή μας δεχόμαστε.

ΚΙΝΗΣΙΟΛΟΓΙΑ

Θερμαϊκός

Πανύψηλα δοσμένα τα καμπαναριά
θα ηχούν χαρά ή απόγνωση παντοτινά.
Μηδενικό υψόμετρο, μπασίνα ο Θερμαϊκός
διάσπαρτα σκαριά με χάρη τον στολίζουν
εμπορικά πλεούμενα κι αργεί η φόρτωση.
Πορφύρα δειλινό δραπέτευσε απ’ τα κάστρα
ο κόσμος τραμπαλίζει στη νέα παραλία.
Τράμπα του αέρα να νοιώσουν ζωντανοί
του εδάφους τράμπα να νοιώσουνε τη γη.

Καταιγισμός

Ήρθες αργά το βράδυ
νεφέλωμα γαλακτερό
νυκτερινό αποτύπωμα.
Αχ! γιασεμί, στεγνώνεις.

Φυτίλι στο μελισσοκέρι
σημαδεμένο καντηλέρι
μα η θαμπή συγκίνηση
στη λάμπα ζωγραφιά.

Ήρθες αργά το βράδυ
σκιά τ’ αποσπερίτη
μια πινελιά από έρεβος
άδειος καμβάς παράγωνος.

ΧΑΡΑΚΤΙΚΑ

Μικρογραφίες

Χάραξε τα πρώτα της λόγια
έσκυβε τόσο που ακουμπούσε το χαρτί.
Με το αριστερό μάτι έλεγχε κι έγραφε
τα πιο μικρά γράμματα του κόσμου.
Ίσως και να ’φτιάχνε τα πιο σπουδαία
που μπόρεσαν ποτέ να αναγνώσουν.
Με τον φακό στο μέτωπο
διάβασαν το μικρό σημείωμα:
«Φεύγω στον κόσμο της διάφανης μελάνης
εγκαταλείπω για πάντα τη μικρή φόρμα».

U-ΤΟΠΟΙ
Πολιτεία

Αθόρυβη τεμπέλα μου κλεψύδρα
πώς τούτο το λεπίδι οξειδώνεις;
Από καύκαλο η λαβή
κρανίο ωραίο, υποστηρικτικό.
Χέρι το χέρι πέτρινα χρόνια πέρασε
σπήλαια δαιδαλώδη το έκρυβαν
άδεια δωμάτια, παλιοί στρατώνες.

Ξημέρωσε
μια μαϊμού γυρίζει την κλεψύδρα.
Οι νυχτερίδες κάθονται στα σύρματα
σε πολιτεία ατάβανη χωρίς πλατεία.
Γυρίζει ο κόσμος σαν τη σβούρα
στους δρόμους οι λεκέδες από μούρα
είπα τροχό τον τόπο – δεν τ’ αρνιέμαι
δεν αποκήρυξα παλιές πληγές – δεν καταριέμαι.

Είμαι από πέτρα π’ ακονίζουν τα μαχαίρια.
Είναι από πέτρα π’ ακονίζουν τα μαχαίρια.
Είμαστε από πέτρα π’ ακονίζουν τα μαχαίρια.
Ατρόχιστα μαχαίρια κι ένα νταμάρι πέτρες.

Αψέντι

«Ώστε, είστε και εσείς διδάκτωρ;»,
-Δε θέλω να μιλήσουμε για επιστήμη απόψε
σπάταλης λέξης λούστρο, περιαυτολογίες.
Ξημερώνει η μέρα που ίσως δε προφτάσουμε.
Ας κάνουμε την τελευταία ελεγεία της χρονιάς,
την προμελετημένη, όσο και πρέπουσα αστοχία.

Ας μοιραστούμε το καιόμενο αψέντι,
ας ταριχεύσουμε το χρόνο.

.

ΠΕΖΟΛΙΒΑΔΑ (2017)

ΨΙΘΥΡΟΙ

Σκέψεις που ξεκουράζονται για λίγο
Στο νυν δραστήριο μετωπιαίο λοβό
Λέξεις που ξεπηδούν στην ώρα τους
Μαγεύονται σε ένα συρτό ψίθυρων
Η επανάληψη κυλιόμενο μουρμουρητό
Παρουσιάζεται σφαλίζοντας τα αυτιά
Εντείνεται ο ήχος, αντιλαλούν οι εικόνες
Οι ιστορίες τρέχουν σε άγνωστο ρυθμό
Τα χέρια κρατούν την κεφαλή με αγάπη
Κι οι ψίθυροι παλεύουν να απομείνουν
ας γίνει ότι θέλει, απόψε θα ερχόσουν.

ΤΑ ΜΗΝ

Τα όμορφα Μην περνούν αδιάφορα
με πρόσχαρο το λίκνισμα από μπροστά μας
Και δες, τα χέρια απλώνουν ανοιχτά,
σα σ’ όνειρο δουλεύουν ακούραστα,
αρπάζοντας από ένα Μην για να το βάλουν
τρόπαιο στην κρυσταλλιέρα της φαντασίας.
Τα όμορφα Μην πάσχουν και ίπτανται
ως αιωρούμενες φούσκες περνούν
από χέρι σε χέρι και σπουν αθόρυβα
πάνω στα μούτρα μας.
Τα όμορφα Μην είν’ άπιαστα,
εις μάτην το παλεύουν μιας και δεν ξέρουν
τι πα’ να πει το Μην στην ώρα του.

ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ

Προσεκτικά σε φτιάχνω, σε σάζω τακτικά,
τρίχα να μη πετά και την εικόνα σου χαλά.
Προσεκτικά σε ομορφαίνω σαν φεύγεις τώρα μακριά
μα με πειράζει που δεν είσαι πια δικός μου.
Δηλώνω πως για πάντα θα ήθελα μόνο
σε μένανε να ανήκεις
μα εσύ φεύγεις, ταξιδεύεις για να πας
σ’ ένα πολύβουο γραφείο τακτικό,
να γίνεις ένα και να ξεχυθείς,
με τους πολλούς φακέλους να αναμετρηθείς.
Ομολογώ πως μου λείπεις ήδη, πριν αρχινίσει το φευγιό
Να ξέρεις, ίσως το πετύχεις να γίνεις φάρος λαμπερός
ένας μικρός θεός λειτουργικός, ο σπουδαίος διερχόμενος.
Ίσως μια μέρα γίνεις το φως
εκεί που αχνοφέγγει η απελπισία
Ίσως για άλλους να είσαι δείλι ή της σιωπής η ομίχλη
Ίσως να είσαι η χαμένη ανάμνηση αγνώστου παραλήπτη.
Να φύγεις ατσαλάκωτος, άλλο να σε κρατώ, δε πρέπει.
Σ’ αφήνω εδώ στον πάγκο
με ένα γραμματόσημο για φυλακτό.

ΟΜΙΧΛΗ

Ομίχλη απόψε απλώνεται παντού
Να ξεσκεπάσει τα ψεύτικα φώτα
που πρόχειρα βίδωσαν εδώ και εκεί
ψυχρά, ζεστά, υπόλευκα κρίνα
αγορασμένα στις καλές τις εποχές
φωτίζουν τα θεοσκότεινα σοκάκια
σαν η βροχή το χώμα και ρίπτουν φως.
Θαρρώ πως φτάνει μια ομίχλη
για να τα ξεγυμνώσει, να τα δείξει
αταίριαστα κι αδιάντροπα
πάνω στους στύλους της σιωπής
φώτα παράταιρα, δειλοί φεγγίτες.

ΣΤΗΝ ΤΣΙΜΙΣΚΗ

Πίσω από τις γιορτινές κουρτίνες,
στα κρεμαστά στολίδια της Τσιμισκή,
τα δυτικά ροδαλά σύννεφα στραγγίζουν
τα απογευματινά τους χρώματα.
Στην άσφαλτο, μολυσμένοι διαβάτες διερχόμενοι
τρυπιούνται και βάζουν τη ταινία στο μετρητή
της μικροαστικής τους υπόστασης
να διαγνώσει τη ταχύτητα καθίζησης
στο βούρκο της πόλης.
Οι σταθεροί περνούν την ώρα τους στα κάστρα.
Βλέπουν τους άοκνους γερανούς του λιμανιού,
παίρνουν μια δροσάτη ματιά από Όλυμπο.
Μα όσοι είναι χάλια, θα φύγουν και τούτο
το Σαββατοκύριακο να πιάσουν χώμα
να ορμήσουν στα γιορτινά χωράφια
να φάνε τα καλούδια και
κυρίως, να απολαύσουν τη θέα
που τους προσφέρει το έμπα στη πόλη
επιστρέφοντας πλήρεις.

Η ΚΛΕΨΥΔΡΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Μεγαλώνει η μέρα καθώς δανείζεται,
ένα λεπτό της ξαφνιασμένης νύχτας.
Μέσα στα χέρια της τη σφίγγει να μαζέψει.
Εκείνη αδύναμη παραδιδόμενη στο φως
κάθε ξημέρωμα τελειώνει στα χέρια της ημέρας.

ΓΕΝΙΕΣ ΔΙΑΣΤΙΚΤΕΣ

Σκόρπια κρεβάτια ανάκατες γενιές που απωθούν
νεκρά κύτταρα από τα τιναγμένα μας σεντόνια
Έρωτες χαμένοι, εκτοξευμένοι κάτω και μέσα
απ’ το μπαλκόνι μας ως τον αντίπερα κόσμο
Δε νοιώθει κρύο το νεκρό στα αλήθεια κύτταρο
μήτε και βάρος πιάνει για να αγκιστρωθεί τριγύρω
0 αέρας το παίρνει, το ταξιδεύει, αγνώστων λέπι.
Μιαν άλλη μυρωδιά ξένη κουβαλά απ’ άλλη φουρνιά
και συναντιέται μ’ άλλες διάστικτες γενιές κυττάρων.

ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

Οι άρχοντες, πλάτη με πλάτη, τέσσερις.
Ορθοί στους αιώνες διαφέντεψαν ώσπου
ξεράθηκε στην πλάτη τους το ψέμα
κι όταν στροφή πήραν να κοιταχτούν
τρόμαξαν. Έσπασε ο πηλός. Σκόρπισαν σαν τη σκόνη.
Χαθήκαν μέσα στη ρωγμή, στο ίδιο σταυροδρόμι.

ΣΩΠΑΣΑΝ ΟΙ ΑΕΡΗΔΕΣ

Σώπασαν οι αέρηδες για να ξεσπάσει το μπουρίνι
κάθετα στο κόσμο των εθνών.
I Το χαμηλό βαρομετρικό κινεί αντίστροφα το μετρονόμο.
Στα αυτιά θα φτάσει γραμμένη ανάποδα μια μουσική φόρμα
που επιβεβαιώνει τον κανόνα της σύγχρονης ιστορίας
επαναλαμβανόμενη με καλές στατιστικές αράδες
λιγότερη βία, απαραίτητη παιδεία,
έναν βροχόσπασμο ευημερίας
και μαλακές σιωπές που αναπαύονται
και μας λυγίζουν κυνικά.

ΠΡΟΣ ΣΑΛΟΝΙΚΗ

Κάποτε φτάσαμε και ως εδώ
παλιές πατρίδες παραδίδοντας
ώσπου να πέσουμε στην αγκαλιά
του νέου πατέρα στη νέα χώρα.
Ήμασταν κάμποσοι, πρόσφυγες όλοι,
Απάτριδες, κατατρεγμένοι αγριωποί.
Σεμνή η τελετή, όλοι γονάτισαν με θέληση
να νοιώσουν χάδια απ τα δάκτυλά σου.
Σα βρέθηκαν στον κόλπο σου να δροσερέψουν
σε μια στιγμή ανακούφισης σε αναγνώρισαν
για πάντα δική τους νέα πατρίδα ευγενική
και επέστρεψαν στο συνοικισμό ακολουθώντας
τη ταμπέλα- προς Σαλονίκη.

ΙΣΗΜΕΡΙΑ

Τη νύχτα της ισημερίας
ένας ζυγός ισορροπεί
κάλπικες λίρες
αγνώστου πατρίδος
ενώ εμείς γλεντάμε
κύτταρα νεκρά
τ’ απομεινάρια μας.

ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Μέσα
στα τόσα λάθη
Γύρω
από τόσα σφάλματα
Βέλος
σε τόση κίνηση
Φορά
με τόση φόρα
Το πόσο
τόσο δύσκολο
Όσο
να ενστερνιστώ
Στο τέλος
είμαι ο άνθρωπος

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Καθάρισα το αχλάδι κι είναι νεκρό.
Τα σάκχαρα κολλάνε στους αισθητήρες
οι λιγοστοί χυμοί το επιβεβαιώνουν.
Είναι νεκρό τούτο το αχλάδι το στερνό.
Περνά η γλώσσα μέσα από τα αλεσμένα
αδιάφορη στα αλήθεια ελίσσεται υγρή.
Το σπρώχνει το οδηγεί κάτω στα υπόγεια
στα αποθετήρια τα σκοτεινά στα χαμένα.
Ένα με το νεκρό αχλάδι αφυδατωμένος
κάθε που έχω επαφή θα έρθει μια αγρύπνια
κάθε χυμός που λείπει σιωπή κι αλήθεια.

ΠΩΡΟΛΙΘΟΣ

Ήθελα να λευτερωθώ μα μια φωνή αυστηρή,
με σχημάτιζε σε όγκους μαλακού πωρόλιθου,
ιδανικό για διάκοσμο με λούστρο κοσμικό.
Πασχίζω μέσα μου από τους πόρους να πιάσω
τις δονήσεις στα έγκατα που βράζουν σιωπηλά,
παλεύοντας μάγμα καυτό ακέριο να παραδώσουν
και μ’ αφορμή τούτων το χαλασμό προσμένω.
Λάβα, να χύνομαι ελευθερωμένη στα μάρμαρα.
Λεύτερος να είμαι και λευτεριά να μη προσμένω.
Δε θέλω να αισθανθώ ελεύθερος, δε θέλω αισθήσεις.
Θέλω πρώτα να πράττω ελεύθερος και να ‘μαι τέτοιος.

Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μια νότα ανάσας στο Αλγκάρβε
με έκανε να νοιώθω ελεύθερος,
ελαφρός και χρήσιμος σε μένα.
0 μεγάλος ωκεανός αλλάζει
το μείγμα του αέρα πρωτότυπα.
Η μνήμη στόλισε στο πέτο μου
ένα μπουκέτο μυρωδιές Ελλάδας
κι έτσι, ποτέ δεν ένοιωσα ξένος
καθώς δεν έμοιαζα με ναύτη
που σουλατσάρει ανυπόμονα
στην απέραντη υγρή προκυμαία
εμπρός στη πύλη του Ατλαντικού.
Εκεί στην απαρχή του μπάρκο
ένοιωσα κύκνος καθαρός λευκός
βέβαιος για το χρονικό που ζω
σίγουρος με διαυγείς αισθήσεις
άνοιξα απόψε σιωπηλά τη πύλη
της γαλβανισμένης μνήμης.

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ

Από τον ψηλότερο βράχο βουτώ.
Δεν έκαμα πριν τον έλεγχο, τον τυπικό, τον πρέπον,
να πάω να ελέγξω το βάθος του σιωπηλού βυθού
και τη κρυφή μορφολογία των κινδύνων από πριν
Βουτώ με τίναγμα κορμού αντάξιο πρωταθλητού
Πέφτω προτού πετάξει το σταυρό και χάνομαι
Στα βάθη της απελπισμένης κόρης του βυθού
Στη λάσπη τη θολή στην αναγερμένη της εικόνα
Και αγκαλιαζόμαστε μόριο με πίξελ χωρίς ήχο
να γίνουμε το κατακάθι θέλουμε.
Το πάνω-πάνω.

ΚΑΜΕΛΙΑ

Την όμορφη καμέλια τήνε καταλαβαίνω,
για μια φορά το χρόνο ανθίζει.
Εσένα πάλι, καθόλου.

ΜΥΡΩΔΙΕΣ

Τις μυρωδιές αντιπαλεύω
αρματώνοντας τις μνήμες
τις αιχμηρές κι αναίμακτες
απόβαρο των μεσονυκτίων
στη λειψή γεφυροπλάστιγγα.
Η άνοιξη πάντα αργοπορημένη.
Θαρρείς μπερδεύει το μπουκέτο
για να μου φέρει τη σκοτοδίνη.
Χαμένος τρυγητής του έρωτα
το πολύκλωνο γιασεμί -η ζάλη-
δαμάσκηνο στην αμασχάλη
πρώιμο φρούτο αμαρτωλό
βύσσινο αγίνωτο στον οπωρώνα
Όψιμη γλύκα μυρουδιάς λαχτάρα
ένας γιαρμάς έδιωξε το χειμώνα.
Πάνω στο χνούδι σου κρέμομαι
τρέχω απ’ τα χείλη σου πανώριος
σαν άρωμα που σου ταιριάζει
χυμένη μυρωδιά μας να σπαράζει

ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ

Θα σε χωνέψω σύντομα
Σα φύγει το απόστημα
Θα γλυκάνει η γλώσσα
Δίχως ξύδι αλάτι και τόσα
Θα σε χωνέψω εντός μου
Μασώ φύλλα του δυόσμου
δροσιά σκιά και μυρωδιά
καθώς κυλιόμαστε αγκαλιά
θα σε χωνέψω ως κάτω
στα δάκτυλα δε σταματώ
σβήνει πλεξούδα η δίνη
ότι είχα-είχες, δε θα μείνει
θα σε χωνέψω μιαν ώρα
καλή θα είναι όπως τώρα
που λίγο- λίγο το εξεύρεις
είμαι πικρός δε με χωνεύεις.

ΗΧΟΙ ΝΥΚΤΕΡΙΝΟΙ

Εξωστρεφής και ντροπαλή η νύχτα του καλοκαιριού
με τα παράθυρα ανοιχτά και τα παντζούρια της κλειστά
ζεστά φουσκώνει κι ανακατεύει τους ήχους
Άκου το σάρωμα που ο αγέρας καταφέρνει
δροσίζοντας τα πεζολίβαδα της πόλης.
Άκου τους περαστικούς που κουβεντιάζουν
ήσυχοι πως λένε μυστικά προστατευμένα.
Άκου τις βοερές αφίξεις από αέρος των δυτικών.
Μα άκου σαν κλείσεις με όλα αυτά- εσένα.
άκου κι εμένα, καθώς θα φτιάχνουμε
τον σιωπηλό των εραστών νυχτερινό διάλογο.

.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ

ΠΕΡΑΣΜΑ

Αν είναι να γυρίσω πίσω
πρέπει να ξαναγεννηθώ
στις νεραντζιές -την άνοιξη
κι ανάμεσά τους να χαθώ
στα πράσινα μωσαϊκά του κήπου
τα μαύρα-μπλε του σαλονιού
τα ροζ λευκά του υπνοδωματίου
τα ολόασπρα του παιδικού.
Κάθε δωμάτιο έχει άλλη μυρωδιά
βλέπω διψούν -μονόχρωμοι οι τοίχοι
κι η μνήμη τρεμοπαίζει στις κορνίζες
Οι κάμαρες έχουν ντουλάπες.
Άνοιξα διάπλατα εκείνη των γονιών.
Είχαν κρυφτεί μέσα στα ρούχα τους.
Εκείνη μες το νυφικό της.
Εκείνος σ’ ένα σταυρωτό κουστούμι.
Εκεί, στο ροζ λευκό κοιτώνα τους
ένα μπαούλο βυθισμένο με προικιά
και μέσα η αδελφή μας διπλωμένη,
καλοσιδερωμένη γέλασε στραβά.
Έφτασα στο λευκό του δωμάτιο
στο παιδικό κρεβάτι ο αδελφός.
Φοράει γραβάτα στέκει ολόγυμνος.
Σαν έφτασα έξω από το δικό μου
σφίχτηκαν οι κρόταφοι μου.
Την πόρτα έσπρωξα να μπω
-μα, βγήκα έξω στην αυλή,
σ’ εκείνη τη μικρή βεράντα
θα έχτιζαν δωμάτιό για μένα
αυθαίρετο αδήλωτου χειμώνα.
Κι αναρωτιέμαι: Αγέννητος πως έφτασα ως εδώ;

―Από συλλογικό έργο: «150 βραβευμένα ποιήματα 1ος πανελλήνιος διαγωνισμός ποιήματος» | Εκδόσεις : ΚΟΡΑΛΛΙ, 2020 | σελ.136

Κεράννυμι

Άκουγε τη φωνή να του υπαγορεύει
Να επαναλαμβάνει παλιά αδιέξοδα
Σιγοντάριζε τα μπάσα μουρμουρητά
Έγραφε εικόνες και σκόρπιζε χαλίκια
Από εκείνα που τρυπάγανε τα γόνατα
Άκουγε τη φωνή να του υπαγορεύει
Έγραφε μυρωδιές πατώντας στην άμμο
Είχε αγκαλιάσει το τριμμένο σύμπαν
Η φωνή συνέχισε το σιωπηλό δρώμενο
Παράτησε τα χαρτιά έπιασε τα πινέλα
Προσπάθησε να κολλήσει τον ορίζοντα
Γυμνός αντίλαλος, σαρκαστικός εμπαιγμός
Έσχιζε τα ρούχα σε μικρά λοξά κουρέλια
Ιδρώτας κύλισε στην κούρμπα του κρανίου
Έσταζε σκούρος παλαιός μέσα στο μαύρο
Έμοιαζε μαρουβάς σε πρόσμιξη με φρέσκο
Άκουγε τη φωνή του να του υπαγορεύει
Το μαύρο φρέσκο χρώμα παντοτινά κρατεί
Ό,τι κι αν βάλεις μέσα του θέλει να το ξεράσει
Μαύρο και ανεξίτηλο σαν η φωνή σε καταπίνει
Ταιριάζει απόλυτα με ό,τι αναδεύεις, γαληνεύει
Τανύζεται απλώνει, ατέλειωτος λειψός καμβάς
Πηγάδι απύθμενο, γεννά φωνές αντικρυστές
Τα σπλάχνα του ανόθευτα άχρονα αλώνια

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

.

Πρωτοχρονιά Α.Ε.

31/12/2020
Χάσαμε φίλοι μου· όλα τα χάσαμε, φώναζε έξαλλος ο Βασίλης καθώς μπήκε με φόρα στο εργοστάσιο κι ενώ η φωνή του χτυπούσε ψηλά στις λαμαρίνες της οροφής και επέστρεφε ακόμα πιο δραματική ως το βιομηχανικό δάπεδο της βιοτεχνίας. Ανέβηκε σε μια στοίβα από παλέτες για να τους βλέπει όλους. Κοιτώντας ψηλά και προς το άπειρο είπε με βαριά φωνή: Δυστυχώς μας κλείνουν. Τα πρόσωπα των εργατών αναψοκοκκίνισαν και με μια τελετουργική κίνηση, χωρίς ίχνος συγχρονισμού, έβγαλαν τους σκούφους από τα κεφάλια τους λες και έπεσε θανατικό. Στη συνέχεια ακούστηκαν παράλληλοι μονόλογοι. Κάποιοι μουρμούριζαν ζωηρά: « Ώστε δεν ήταν φήμες», «Το ήξερα», «Όχι τώρα», «Την πατήσαμε», «φτου σου Βασίλη» και άλλα ενδιαφέροντα…

– Κοιτάξτε, τους είπε το αφεντικό̇̇, θα πληρωθείτε όλοι κανονικά και αυτό σας το υπόσχομαι. Θα πάρετε τα χρήματά σας στο ακέραιο, μόλις καταφέρω να πουλήσω το εμπόρευμα, έστω και κοψοχρονιά, στις τρεις εταιρείες που πήραν άδεια λειτουργίας μετά την εξαγορά της Πρωτοχρονιά Α.Ε. Τι να κάνουμε; αυτά έχει η ζωή. Δυστυχώς τώρα που μιλάμε, τα νέα συνεργεία παράδοσης με ολοκαίνουργια βαν είναι έξω από τα σπίτια και ξεφορτώνουν click away δώρα.

Χαμήλωσε τη φωνή του, έσκυψε λίγο και η γενειάδα του ακούμπησε στον στέρνο.

– Όπως καταλαβαίνετε, τους είπε, όσοι δεν έχουν χρήματα θα κάνουν μαύρα Χριστούγεννα. Τουλάχιστον εσείς θα πληρωθείτε κανονικά στο τέλος του μήνα. Ως τότε δουλεύουμε κανονικά για να παραδώσουμε την Πρωτοχρονιάτικη παραγωγή και αν έχετε τελειώσει ως την Τρίτη, 29 του Δεκέμβρη, θα έχετε και ένα μικρό αποχαιρετιστήριο δώρο. Καλό κουράγιο, είπε και βγήκε βιαστικά από την αίθουσα αφού πρώτα πήρε τον χαρτοφύλακα από το γραφείου του.

Πίσω στο συσκευαστήριο κυριαρχούσε το βουητό της αγωνίας και οι ζωηροί διάλογοι. Οι εργάτες βλαστημούσαν την τύχη τους και συνόδευαν την κάθε φράση τους με εκείνο το «χρονιάρες μέρες!». Η Billy Jean, η νεαρή εργάτρια, διόρθωνε κάθε λίγο το κασκέτο της χωρίς να μιλάει. Δεν μπορούσε να το χωνέψει και περπατούσε πάνω κάτω στην ράμπα φόρτωσης. Γνώριζε πως ο Βασίλης δεν ήταν Άγιος και έπρεπε να μάθει τι ακριβώς συνέβαινε. Ζήτησε από τον εργοδηγό άδεια για να κάνει ένα επείγον τηλεφώνημα στην μάνα της στο χωριό. Σε παρακαλώ, του είπε, είναι άρρωστη. Ο εργοδηγός είπε το εντάξει αλλά σε αντάλλαγμα θα της έκοβε το μισάωρο διάλειμμα. Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο ήξερε πια όλη την αλήθεια και αποφάσισε να ξεμπροστιάσει τον Βασίλη τον ψεύτη, τον Άγιο της χριστουγεννιάτικης παραγωγής. Ήθελε να τον καταστρέψει και να πάρει εκδίκηση για όλους τους εργάτες αλλά και για τα Χριστούγεννα των φτωχών. Στόμα με στόμα, συνωμοτικά, ενημέρωσε τους έμπιστούς της συντρόφους εργάτες για την απάτη του Βασίλη και τους ζήτησε να βρεθούν το βράδυ στο πάρκο για γενική συνέλευση. Είχε τις αποδείξεις από τον νονό της που δούλευε στην τράπεζα, πως ο Βασίλης είχε ήδη πουλήσει το εμπόρευμα, είχε ήδη εισπράξει όλα τα λεφτά, δύο εκατομμύρια ευρώ σε επιταγές και σύμφωνα με την πρόσφατη κίνηση του τραπεζικού του λογαριασμού είχε εκδώσει εισιτήριο με προορισμό την Βενεζουέλα για τις 30 Δεκεμβρίου. Η Billy Jean τους καθησύχασε πως θα φροντίσει να τον ξεμπροστιάσουν πριν το σκάσει και πως έχει σχέδιο να τον εκθέσουν. Έδωσαν ραντεβού στο πάρκο αργά το βράδυ για να ψηφίσουν το σχέδιο δράσης. Η Billy Jean ανέβηκε στο παγκάκι όρθια για να τους βλέπει όλους και τους ενημέρωσε για τον «Άγιο» Βασίλη. Σε μια αποστροφή του λόγου, καθώς σήκωσε το κεφάλι της ψηλά το πρόσωπό της έλαμψε. Τους κοίταξε όλους με εκείνο το σκανδαλιάρικο βλέμμα και είπε:

– Τι θα λέγατε να κάνουμε λίγο χαμό; Ακούστε με προσεκτικά. Ξεκινάμε με μια κρυφή απογραφή σε όλο το εμπόρευμα. Στην συνέχεια υπολογίζουμε πόσα χρήματα χρειαζόμαστε για να πληρωθούμε τον κόπο μας (μισθούς τριών μηνών και δώρο) και όλο το υπόλοιπο εμπόρευμα μαζί με ό,τι βγει από την παραγωγή ως και την παραμονή της πρωτοχρονιάς, θα το φυγαδεύσουμε εκτός εταιρείας. Αντί να παραδώσουμε το εμπόρευμα, στους νέους ιδιοκτήτες, πολύ απλά και με ελάχιστο ρίσκο, θα κλέψουμε τον κλέφτη. Μετά, το φορτηγό θα ξεφορτώσει σε μια παρατημένη αποθήκη που μας διαθέτει ένας σύντροφος και θα κρύψουμε τα παιχνίδια ως την παραμονή που θα μοιράσουμε κανονικά τα δώρα, όπως παλιά στα παιδιά. Άλλωστε εμείς είμαστε που κρατάμε όλα τα γράμματα των Χριστουγέννων με τις διευθύνσεις των παιδιών. Αν δεν το έχετε καταλάβει, με αυτό το σχέδιο, βγαίνουμε στην παρανομία και σας το λέω ξεκάθαρα: Όποιος συμφωνήσει με το σχέδιό μου, κινδυνεύει αν συλληφθεί και να πάει μέσα. Ψηφίζουμε όπως πάντα με ένα Χο Χο Χο.

Το πάρκο σείστηκε συθέμελα από τρία βροντερά Χο και οι σκούφοι απογειώθηκαν στον αέρα. Την επόμενη μέρα τα συνεργεία έπιασαν δουλειά και ο εργοδηγός που αγνοούσε το σχέδιο, έτριβε τα μάτια του από τον ζήλο των εργατών. Τα δώρα σε λίγες μέρες στοιβάχθηκαν σε παλέτες που είχαν αυτοκόλλητο με τον ταχυδρομικό κώδικα έτοιμα για να παραδοθούν στις τρεις εταιρείες που ανέλαβαν το έργο. Το πρωί της 29ης Δεκέμβρη, ο Βασίλης ήταν εκεί από το χάραμα. Πήγε στο γραφείο να πάρει τα στοιχεία, να φτιάξει τις λίστες, να στείλει το εμπόρευμα προς παράδοση. Αν ήθελε να εισπράξει όλο το ποσό από τις επιταγές που είχε στα χέρια του την ίδια μέρα, όφειλε να το παραδώσει στις αποθήκες των αγοραστών πριν τις 12 το μεσημέρι. Μόλις φόρτωσαν και την τελευταία παλέτα και βγήκαν τα φορτηγά από την πύλη, ο Βασίλης έφυγε βιαστικός για να προλάβει, όπως είπε, τις τράπεζες. Τα χρήματα δεν είχαν μπει στο λογαριασμό του για να καλύψουν τις επιταγές έως τις δύο το μεσημέρι. Ο Βασίλης τους τηλεφώνησε αγανακτισμένος και απείλησε να σφραγίσει τις επιταγές που του είχαν δώσει. Του απάντησαν πως θα το διευθετήσουν την επόμενη εργάσιμη αλλά δεν του είπαν πως το φορτηγό έφτασε πράγματι στις εγκαταστάσεις τους και ξεφόρτωσαν τις κούτες με τα παιχνίδια, μόνο που οι κούτες είχαν μέσα άχυρα. Τα τιμολόγια που υπέγραψε ο Βασίλης ήταν για εμπορεύματα αξίας δύο εκατομμυρίων. Την άλλη μέρα το πρωί τον συνέλαβαν για απάτη, μέσα στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου. Προπαραμονή των Χριστουγέννων, είχε ντυθεί Άγιος Βασίλης μήπως και την γλιτώσει….

Η Billy Jean κατά κόσμο Βασιλεία Τζενακάρη κατέθεσε μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη του Βασίλη και συνέχισε να φτιάχνει παιχνίδια Χριστουγέννων, αλλά μόνο για παιδιά που δεν έχουν τη δυνατότητα για ένα click away.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΙΣΤΟΣ

FRACTAL 18/05/2021

«Αντικριστικά», Αγγελής Μαριανός, εκδ. Θράκα

«Βαθμηδόν/ σκεβρώνει το κορμί/ σε θέση εμβρύου»

Η ποιητική συλλογή του Αγγελή Μαριανού αξίζει να μνημονεύεται ως επιτομή στον θρίαμβο της τραγωδίας. Η τελευταία αναφορά δεν ενέχει ίχνος κατακλείδας και εναντίωσης στη ζωή. Ίσα ίσα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο ποιητής υμνεί τη ζωή εκκινώντας την διαπαιδαγώγηση της σκέψης μέσα από τη γνώση της ολικής ήττας του ατόμου. Ενός ατόμου αφετηρία του οποίου ορίζεται από τ φύση το βίωμα της ήττας. Δεν προτάσσεται το τέλος της ζωής ως μειλίχιος πόθος μίας ατέρμονης εναλλαγής συγκινήσεων που όλες τους καταλήγουν εξ ανάγκης στην εκμηδένιση. Όχι. Ο ποιητής δεν αντιλαμβάνεται τη ζωή ως παιχνίδι εναλλαγών ανάμεσα σε πολλαπλότητες στις οποίες η απώλεια ισοδυναμεί με την ήττα του ανθρώπου. Αντίθετα, έχοντας ως παρακαταθήκη την ιστορική έννοια της τραγωδίας μεταπλάθει τρία βασικά δομικά στοιχεία προκειμένου να διαμορφώσει την απάντηση στο ερώτημα «τί να κάνουμε;». τα τρία αυτά δομικά στοιχεία (θα ήτο εφικτό να ιδωθούν και ως τρία επάλληλα επίπεδα αυτόνομα αλλά με κοινή αναφορά) είναι ο «χώρος», ο «κόσμος» και ο «θάνατος».

Οφείλουμε στο σημείο αυτό να διακρίνουμε τρία εσωτερικά υποτμήματα των ίδιων αυτών εννοιών. Στο χώρο, ενυπάρχει η αίσθηση της ύλης, του χρόνου σε συμπύκνωση και των ανθρώπινων προεκτάσεων των δύο πρώτων. Είναι το τμήμα εκείνο της ανθρώπινης υπόστασης το οποίο επενεργεί σε μία ταυτόσημη εμπλοκή με την πράξη ως επιθυμία και την αδυναμία ουσιαστικής αντιστροφής της πορείας των πραγμάτων. «Ο γέροντας διψάει χρόνους εκατό/χλωμή πληγή κρέμεται η γλώσσα» (σελ. 16) υπογραμμίζει ο ποιητής κι εκεί όπου η εικόνα ζωγραφίζει την τελική πτώση έρχεται η στροφή της ιστορίας να θυμίσει πως μία νέα λάμψη ζωής θα ξεπηδήσει από τα ίδια χνώτα που έσβησαν πριν τον τέλος της ίδιας αυτής αφήγησης. «Βαθμηδόν/ σκεβρώνει το κορμί/ σε θέση εμβρύου» (σελ. 18). Στο τμήμα του «κόσμου» αναπαράγονται διαρκώς οι συναισθηματικές απολήξεις της πρώτης αφετηρίας και δη των ανθρωπίνων επιθυμιών ως απονεκρωμένες μορφές μία εναλλακτικής πρότασης για ζωή. «Χόρτα και λάσπη ο κόσμος» (σελ. 15). Ωστόσο, θα ήτο λάθος εάν επενδύαμε στην αποπροσανατολιστική οπτική μίας επιφανειακής περιγραφής του εξωτερικού περιβλήματος του κόσμου. Διότι, ο ποιητής, με τη λέξη «κόσμος» νοηματοδοτεί πολλαπλές αναφορές επιτρέποντας στον αναγνώστη να προσθέσει ταυτότητα και περιεχόμενο σύμφωνα με τις δικές του προσλήψεις τόσο των εννοιών όσο και του περιεχομένου αυτών. Επομένως, η έννοια «κόσμος», ως πρώτη ύλη μίας κοινωνικής/συλλογικής και ατομοκεντρικής αναφοράς, περικλείει στο εσωτερικό της την δισυπόστατη ερμηνεία αυτής της ίδιας νοητικής κατασκευής (άνευ υλικής παραδοχής) δηλαδή ως σχηματισμός αντιθέσεων μέσα στα πλαίσια των οποίων το δρων υποκείμενο απογυμνώνεται από τα τεχνητά πορίσματα της κοινωνικής πραγματικότητας προκειμένου να ενδυθεί τις ατομικότητες που ορίζει ο ίδιος για τον εαυτό του. Η τρίτη πτυχή αυτού του σχήματος ο «θάνατος» θα πρέπει να μεταφραστεί με τρόπο διαφορετικό. Μολονότι η τραγωδία ενυπάρχει ως απαραίτητο συστατικό της καθημερινής τριβής του ανθρώπου με τη ζωή, ωστόσο, μεταμορφώνει την πορεία των αιτημάτων της τελευταίας όχι σε καταναλωτικές υπεκφυγές μίας εξωτερικής ανάγνωσης των ανθρωπίνων αναγκών αλλά, ουσιαστικά, προσδίδει νόημα και προορισμό σε μία δέσμη σχημάτων με εσωστρεφείς αποδέκτες. Ειδικότερα, το υποκείμενο, μεταφερόμενο σε μία εναλλακτική σκηνή καθρεφτίσματος εαυτόν ομολογεί την αδυναμία του και στρέφει το βλέμμα αποκλειστικά στη φύση, σκάβοντας με τα χέρια του να εντοπίσει την πηγή αυτής της μοναδικής εμπειρίας για ζωή. Πηγή από την οποία η ζωή γεμίζει στιγμές. Στιγμές οι οποίες με τη σειρά τους προσδίδουν αξία στο θάνατο. Και ο χρόνος ακολουθεί μία κυκλική πορεία έως ότου συνοδεύσει το υποκείμενο στον επόμενο σταθμό τούτων των στιγμών, αφήνοντας ως παρακαταθήκη τη μνήμη. Ως οχυρό, για το οποίο η σχέση φυσικής και μεταφυσικής τάξης πραγμάτων εκμηδενίζεται. Βαίνει ομοιόμορφη ως εμπειρία σε μία επαναθεμελίωση των αξιακών συστημάτων αυτή τη φορά, ωστόσο, ως ατομική κριτική στάση έναντι της ζωής και του θανάτου. Οι δύο αυτές πολλαπλότητες, με τις έντονα σωματοποιημένες προεκτάσεις, προλογίζουν τις σχετικές πλευρές του ιδίου οπτικού πεδίου αναφορών. «Κι ας αντικρύσει απ’ την άλλη θέση, διάφανη/ τους θαρραλέους του απάνω κόσμου» (σελ. 23).

Και από την ομολογία του τρίπτυχου «χώρος», «κόσμος», «θάνατος» περνάμε στη μοναδικότητα της καθημερινής έκφρασης των αισθήσεων. Αισθήσεις με καθαρά σχηματικό ορίζοντα και μία σωματική διάπλαση η οποία απολήγει στη μυθοποίηση του ανθρώπινου όντος. Είναι η στιγμή κατά την οποία η τραγωδία, ανεπαίσθητα, κορυφώνεται. Είναι η πεμπτουσία του ποιητικού λόγου μία στροφή του χρόνου όπως εγκολπώνεται την διαπάλη των εμπειριών. «Ανόρεκτα κορμιά/συντρίβονται» (σελ. 29) και όση ώρα ξεψυχά κάθε πτυχή της φύσης ο έρωτας έρχεται απρόσμενα να σπρώξει την ιστορία της τραγωδίας σε νέα σκηνοθεσία. Επρόκειτο για τον έρωτα με σώμα επιθυμιών και χαρακτήρα απρόσωπο προκειμένου ο αναγνώστης να προωθήσει τις ατομικές του απαντήσεις. Ακόμα και στην περίπτωση στην οποία η γυναίκα (όπως στον ποιητή) επιδρά σε πρωταγωνιστικό ρόλο μίας ολικής ανατροπής παραδεδεγμένων αληθειών, ο έρωτας δε μαγεύει την πραγματικότητα αλλά συμπληρώνει τα τμήματα αυτής με προσθήκες μίας μετάπλασης αισθήσεων. «Γυναίκα πηλός/σε περιμένω να στεγνώσεις» (σελ. 41). Για να κατανοηθεί ο έρωτας ως συνθετική αλληλουχία γεγονότων αντανακλάται πάνω του η αίσθηση του απόλυτου και ταυτόχρονα η αίσθηση του ανικανοποίητου. Αφορά μία εσωτερικευμένη διανομή εδαφών πότε στο ένα και πότε στο άλλο άκρο της αντίθεσης. Διότι, ο έρωτας βιώνεται ως καθαρτήριο οξυγόνο από τις οφθαλμαπάτες της κοινωνικής πραγματικότητας όσο και ως ευθύνη απ’ την αδυναμία εαυτού όπως υποστηρίξει την απολογητική στάση του σώματος έναντι των πειθήνιων συναισθημάτων. Και καθώς ο κύκλος της ζωής συμπληρώνει ένσημα για τη ληξιαρχική πράξη ο δημιουργός αναμετράται με την ευθύνη. Την ευθύνη του έρωτα, της ζωής, του θανάτου, του χρόνου και του κόσμου. Μα, περισσότερο απ’ όλα ο άνθρωπος-δημιουργός αναμετράται με τον εαυτό του σε μία ασίγαστη μέθη στην οποία νικητής και ηττημένος είναι πάντα ο ίδιος.

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

τοβιβλιοnet /1/2/2018

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Αγγελή Μαριανού, «πεζολίβαδα» (Θράκα 2017), διακρίνεται από έναν καταιγισμό εικόνων μέσα σε ένα αφηγηματικό ιστό που πλημμυρίζει με περιγραφές τις συνθέσεις.

Με κυρίαρχα στοιχεία παρμένα από το φυσικό περιβάλλον το κάδρο του Μαριανού, κατά το πρότυπο της «ποίησης της περιφέρειας», αναδύει λυρικά αρώματα μέσα σε ένα εξομολογητικό πλαίσιο. Και την ίδια στιγμή εκθέτει τις αγωνίες του ποιητή για το παρόν και το μέλλον.

Με επίκεντρο το α’ πρόσωπο -το οποίο και όταν απουσιάζει είναι παρόν- ο δημιουργός εκθέτει αναζητήσεις για τον Άνθρωπο, συχνά με κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις, μέσα σε ένα πεζολογικό ύφος στο οποίο κυριαρχούν οι πολυσύλλαβοι στίχοι που ορίζουν το αφηγηματικό και περιγραφικό του πλαίσιο.

ΑΡΙΣΤΕΑ ΤΣΑΝΤΖΟΥ

εξιτήριον /5/3/2019

για τον δρόμο στα «Πεζολίβαδα»

α εξήντα οκτώ «Πεζολίβαδα» του Αγγελή Μαριανού, όπως το υπονοεί άλλωστε και ο τίτλος, είναι περισσότερο poèmes en prose (ποιήματα σε πεζό λόγο)· δανείζονται τις αρετές του πεζογραφήματος: επίθετα, επιρρήματα, αντωνυμίες, αναφορικές προτάσεις, κτλ.· κάποια μάλιστα τόσο επίμονα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν, έξω από το γλωσσικό ποιητικό περιβάλλον τους: αποσπάσματα από πεζογράφημα.

ΣΤΗΝ ΤΣΙΜΙΣΚΗ
Πίσω από τις γιορτινές κουρτίνες,
στα κρεμαστά στολίδια της Τσιμισκή,
τα δυτικά ροδαλά σύννεφα στραγγίζουν
τα απογευματινά τους χρώματα.
Στην άσφαλτο, μολυσμένοι διαβάτες διερχόμενοι
τρυπιούνται και βάζουν τη ταινία στο μετρητή
[…]
Οι σταθεροί περνούν την ώρα τους στα κάστρα.
Βλέπουν τους άοκνους γερανούς του λιμανιού,
παίρνουν μια δροσάτη ματιά από Όλυμπο… (σελ. 24)

Αυτό που παρατηρούμε με τη πρώτη ανάγνωση της συλλογής, είναι ότι υπάρχει άρρηκτη σχέση ανάμεσα: στην ποιητική φόρμα· το ποίημα· και την ποιητική του Αγγελή Μαριανού. Το ανοιχτό σε έκταση ποίημα τρέπεται στο φαντασιακό του ποιητή σε «λιβάδι», σε «εξοχή» [ΟΙ ΣΤΑΒΛΟΙ, σελ. 42], σε «γιορτινό αγρό», σε «χωράφι» [ΣΤΗΝ ΤΣΙΜΙΣΚΗ, σελ. 24 | ΚΟΚΚΙΝΗ, σελ.27 | ΚΕΡΑΣΙΑ, σελ. 30], σε αστικό ουρανό, [ΣΤΗΝ ΤΣΙΜΙΣΚΗ, σελ.24], σε «στεριά», «αμμουδιά» ή «αμμόλοφο» [ΑΜΜΟΛΟΦΟΣ, σελ. 31] κι εκεί πάνω προβάλλονται: οι σκέψεις· η ονειροπόληση· και οι αγωνίες του ποιητικού εγώ, με τεχνική που θυμίζει άλλοτε ζωγράφο, άλλοτε σκηνοθέτη (Για την «εικονοποιία», βλέπε: «Αγγελής Μαριανός, Μεταξύ άστεως και πόλης», Δήμος Χλωπτσιούδης)

ΚΟΚΚΙΝΗ

Άρπαξε το χωράφι πρασινάδες
Πολλές ανταύγειες πράσινες χλωρές
[…]
Μια ευκαιρία βρήκε ανάμεσα τους
Να μεγαλώσει σαν την παπαρούνα (σελ. 27)

Το ποίημα στέκει ανοιχτό στις ερμηνείες του αναγνώστη, με την αίσθηση του «ατελούς» να επικρατεί όπως στον ανοιχτό ορίζοντα της εξοχής ή στον αστικό ουρανό. Η απουσία στίξης ή τελείας σε ορισμένα ποιήματα ενισχύει αυτήν την εντύπωση (σελ. 64, 69, 80, 81). Την ίδια ατέλεια φέρει και ο χρόνος, καθώς «η μέρα» παραμένει «αδιαίρετη με μια ατέλεια» [ΑΔΙΑΙΡΕΤΗ, σελ. 60]. Διακριτικά ο ποιητής σηματοδοτεί την ανάγνωση όπως με «τη ταμπέλα- ΠΡΟΣ ΣΑΛΟΝΙΚΗ», στο ομώνυμο ποίημα (σελ. 47).

Και πορευόμαστε μαζί του είτε με «Ανάλαφρες […] πρωινές πατημασιές», (ΧΑΣΙΚΑ, σελ. 26], είτε με «χωλαίνουσα περπατησιά». [ΚΥΘΥΗΡΑ, σελ. 84] σε «δρόμους μονόχρωμους», σε «Δρόμους που βράζουν σε μια αναμονή» [ΔΡΟΜΟΙ, σελ 83], σε «φιλόδοξα ρυάκια/Πεσμένα φύλλα, μονοπάτια», [ΣΤΗ ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ, σελ. 68], «Διαβαίνουμε ανάμεσα στις παπαρούνες», [ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ, σελ. 73], «Η κάθε μέρα μια στράτα ως τα σύνορα/ Εκεί στην άκρη, έχω φυτέψει ένα δέντρο», θα ομολογήσει ο ποιητής στο ποίημα Η ΚΕΡΑΣΙΑ (σελ. 30), ταυτίζοντας το δέντρο με την τέχνη.

ΔΡΟΜΟΙ
[…]
Οι δρόμοι μονόχρωμοι δικοί μου
διαπερνούν τη χώρα κι απλώνονται σαν ένας ιστός
που δένει σφιχτός και μπόλικος
μα οι πιο πολλοί
είναι μικροί και μοιάζουν μακρινοί
Δρόμοι που βράζουν σε μια αναμονή… (σελ. 83)

ΣΤΗ ΒΑΛΙΑ ΚΑΛΝΤΑ
[…]
Με βήμα αριθμημένο ανηφορίζαμε βρεγμένοι.
Το τελειωμένο χιόνι σχημάτιζε φιλόδοξα ρυάκια.
Πεσμένα φύλλα, μονοπάτια, δέντρα αθάνατα,
κι απάνω τους στολίδια υδρόφοβα τα γιατρικά… (σελ. 68)

Το δίκτυο των έμμονων μεταφορών: του «δρόμου»· της «πορείας»· της «διαδρομής» που φανερώνει την κίνηση· διακόπτεται από έμμονες μεταφορές που υποδηλώνουν: στάση σε τόπο ή ακινησία. Τα «πόδια» είναι ενίοτε τα πόδια του ποιητή-παιδιού που βλέπει «τις κότες να τρέχουν στα πόδια του» [ΧΑΣΙΚΑ, σελ.26], είναι «ρίζες», δέντρο «Μυρτιά» ή «Κερασιά». Είναι ακόμα τα ξύλινα πόδια της «πολυθρόνας» που λάμπουν «κάτω από το νέο λούστρο», [ΜΙΑΝ ΑΦΟΡΜΗ, σελ. 61], ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ-έπιπλο (σελ. 64) που μόνος δεσπόζει στο έρημο γραφείο, όπως και ο ποιητής δημιουργεί στη μοναξιά:

ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ
[…]
Μια στάση κάνουν στο παλιό καλόγερο
και πως το ευχαριστιούνται.
Στέκει περήφανο αρπακτικό παρόλο που
γίνανε τρείς οι εποχές – χάθηκε η μια στο διάβα,
χάθηκαν τα βαριά παλτό μαζί κι οι αγκαλιές τους.
Τα βράδια θα είναι ανυπόφορα ακίνητος να στέκει, ένας
μονάχος κι όρθιος στο ερημικό γραφείο… (σελ. 64)

Στο ίδιο δίκτυο μεταφορών ανήκει ο «φούρνος» που «έστελνε ψηλά αρπαγμένο τον καπνό» [ΧΑΣΙΚΑ, σελ. 26], η «ψηλ[ή] μάντρα» που «έκαμ[ε] σκαμνάκι να ανεβεί σκάλα» [ΤΑ ΘΕΡΙΝΑ, σελ. 85]. Είναι το σημείο που οι δυνάμεις της φαντασίας δεν κινούνται στον οριζόντιο άξονα του πραγματικού αλλά στον κάθετο άξονα της εσωτερικής ανύψωσης που επιτυγχάνεται με τη δημιουργία. «Να σε απογειώσω και να μην ξέρω ως που θα φτάσεις» [ΧΕΙΡΟΤΕΧΝΗΣ, σελ. 57], θα πει για το ποίημα. Την ανύψωση μέσα από τον μόχθο/δημιουργία επικαλείται με τον «καπνό» που σηκώνεται από τον «πέτρινο φούρνο», όπως αντίστοιχα με τον έρωτα που «σκαρφάλωνε»:

ΤΑ ΘΕΡΙΝΑ
[…]
Σταύρωσα τις ευγενικές παλάμες
Μα σε ανυψώνουνε κλεφτές ματιές.
[…]
Όταν στη μάντρα μας σκαρφάλωνε ο έρως
[…]
σιμά μας έβρισκε να αχνίζουμε στα θερινά. (σελ. 85)

Ο «δρόμος» λοιπόν, που διασχίζει τους αγρούς και τα τοπία της χώρας από τα «Κύθηρα» ως τη «Θεσσαλονίκη», αποτελεί την αφορμή αλλά και το μέσο για να γνωρίσει και να περιγράψει ο ποιητής τον κόσμο και τον εαυτό του. Τα «Πεζολίβαδα», τα δενδρόσπαρτα λιβάδια της ποίησης, είναι ένας εσωτερικός μονόλογος για τη δημιουργία, τον χρόνο, την πολιτική, την κοινωνία, την οντολογική αναζήτηση και τον έρωτα όπως ξεδιπλώνεται στις πέντε ενότητες της συλλογής.

Η ποιητική του Αγγελή Μαριανού γίνεται αλληγορία του διαβάτη, του πεζοπόρου, του οδοιπόρου, του ταξιδιώτη που διασχίζει «μεταξύ άστεως και πόλης», τα «πεζολίβαδα» της ποίησης. Αυτός είναι και ο προσωπικός μύθος του δημιουργού. Ένας έλεγχος στη βιογραφία του θα επαληθεύσει το ίδιο. Ο Αγγελής Μαριανός, ως ιατρικός επισκέπτης, βρίσκεται συνεχώς στο δρόμο, και η πορεία αποτελεί τη πρώτη ύλη στους στίχους του.

ΗΧΟΙ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΙ
[…]
Άκου το σάρωμα που ο αγέρας καταφέρνει
δροσίζοντας τα πεζολίβαδα της πόλης.
Άκου τους περαστικούς που κουβεντιάζουν
[…]
Άκου τις βοερές αφίξεις από αέρος των δυτικών.
Μα άκου […]
τον σιωπηλό των εραστών νυχτερινό διάλογο. (σελ. 86)

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *