ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΟΥΚΑΣ

Ο Γιάννης Μπερούκας γεννήθηκε στο Αίγιο τον Νοέμβριο του 1952. Σπούδασε οικονομικά
στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάσθηκε ως οικονομολόγος στον ιδιωτικό τομέα. Ασχολείται με τον πεζογραφικό και ποιητικό λόγο. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει δυο μυθιστορήματα, μία νουβέλα, τέσσερις ποιητικές συλλογές και έχει δυο συμμετοχές σε αντίστοιχα ανθολόγια ποίησης. Ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι παντρεμένος και πατέρας δυο παιδιών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Βένετο, Εκδόσεις Όστρια 2016, ποιήματα
Νύχτας απόσπασμα, Εκδόσεις οδός Πανός 2017, ποιήματα
Το μωβ των βράχων, Εκδόσεις οδός Πανός 2018, ποιήματα
Διάφανη παραίσθηση, Εκδόσεις οδός Πανός 2019, ποιήματα

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Μοίρα γραμμένη, Εκδόσεις Ιωλκός 2015, μυθιστόρημα
Aksana, Εκδόσεις Όστρια 2017, μυθιστόρημα
Δες τον θάνατο όπως τη γέννηση, Άνεμος εκδοτική 2020, νουβέλα

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ

Ανθολόγιο ποίησης, Εκδόσεις Όστρια 2016
Τα ποιήματα του 2017,Εκδόσεις Κοινωνία των δεκάτων 2018
Τα ποιήματα του 2019, Εκδόσεις Κοινωνία των δεκάτων 2020
Ανθολόγιο ποίησης, εκδόσεις Όστρια 2020

.

.

ΔΙΑΦΑΝΗ ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ (2019)

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Έντυσε τους καθρέπτες
μαύρους καπνούς
του τέλους πρόγευση.
Σ’ ένα ανεύρυσμα ψυχής
κέρινες αναμνήσεις η νύχτα
άδειο παρόν έσταζε.
Στην ασυμμετρία της ζωής
ημικυκλικά εδώλια
αφυδάτωσαν το σώμα
και μια ανάμνηση πρεμιέρας
κηλίδες ματαιοδοξίας τώρα ανάβει.
Μόνη πλέον σαν φλόγα
που τρέμει πίσω από το τζάμι
και σε ωκεανούς απόντων
μπλε αλκυόνα της θάλασσας.
Σε μια εύπλαστη ηρεμία
και με τους ίσκιους
της φυγής στα μάτια
το βραδινό σύννεφο πήρε
και άφησε τον άνεμο
να την ταξιδέψει.
Στο βάθος η αιώνια
τιμωρία της αθανασίας.

ΕΣΠΕΡΙΑ

Άνοιξαν την πόρτα με τις αυταπάτες
κατέβηκαν νωχελικά
το πλατύσκαλο της εφηβείας
και πήραν το δρόμο τους.
Στο λευκό μικρόκοσμό τους
αργυρώνητος κόσμος
και στους σπασμούς της αυγής
βαθιές ανάσες προσδοκίας.
Φρεσκοκομμένα λουλούδια
σε λεηλατημένο παράδεισο
βήματα κυματισμοί
σε φευγαλέα βλέμματα
ύφαλα τσιμεντένιου ορίζοντα.
Σ’ έναν αμίλητο κόσμο
στα φωτεινά της νύχτας παράθυρα
σκιές που μεγαλώνουν,
βαρύ το πέπλο της παραμόρφωσης
σκέπασε και τα τελευταία ξέφωτα.
Ταξίδια χωρίς επιστροφές
στα ξημερώματα της Εσπερίας,
με ψίχουλα πολιτισμού στα χέρια
τοιχογραφίες απαγορευμένης ζωής
μουσκεμένοι νέοι φυλακισμένοι
στα κάστρα των γιασεμιών τους.

ΣΕ ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΟΝΟ

Αργεί πολύ να ξημερώσει
αυτός ο αιώνας,
συνοριακοί σταθμοί κάθε μέρα
αναχωρήσεις μετρούν
κι η ζωή τυραννικά στη σκηνή
σε γερασμένες σιωπές
να βουλιάζει.
Τα ξέφωτα, ασπρόμαυρη εικόνα
κάθε φορά που φτάνω εκεί
κι εσύ ασάλευτη να μου μιλάς
με το σκοτάδι δίπλα σου
κρυμμένη σ’ ένα θόρυβο
και θρύψαλα νεκρής γιορτής.
Σ’ ένα χαμόγελο πλαστό
διαβάζω τώρα την ψυχή σου,
προσκυνημένα λόγια πλημμυρίζω
αποστηθίζοντας
το ταξίδι της ζωής μου,
απ’ την αντίπερα όχθη σ’ ακολουθώ
και κάθε φορά
που σε βλέπω να κλαις
κρύβομαι στο σκοτάδι νικημένος.

ΣΤΗ ΓΑΛΗΝΗ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ

Βραδυπορεί το ξεχασμένο όνειρο
καθώς ανυπεράσπιστο τριγυρίζει
τα βράδια χωρίς ανταπόκριση,
αιχμάλωτη σε παραμύθια η ζωή
κακόφημες μεταμφιέσεις κυοφορεί
κι αναζητεί το μερίδιο της
με φτιασίδια ανεξερεύνητης χροιάς.
Ανυπεράσπιστα πρόσωπα φθίνουν
πλοκάμια φράζουν την ανάσα
ανόσιοι υπαινιγμοί πληρότητα μοιράζουν
στο ανεπίληπτο παιχνίδι της παντομίμας
και το ημερολόγιο δε γράφει τίποτα.
Κρύβουν οι εποχές τα μυστικά τους
στη φορτηγίδα του χωροχρόνου
ίδιο το αποτέλεσμα στον ίδιο όλεθρο
στις ερειπωμένες ψυχές
των αφανών που αργοπεθαίνουν.
Επιλόχειος κατάθλιψη η σαΐτα
σαν υφαίνει μια ξύλινη κλίμακα
που με στάσιμο βήμα πρέπει ν’ ανέβεις
σε μια μεταβαλλόμενη φάλαγγα
που καθοδηγεί διαρκώς το περπάτημά σου.
Για θάνατο μιλούν οι μέρες, στο τέλος
τι θα ’ναι αυτό που θα μας σώσει.

ΔΙΑΦΑΝΗ ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ

Πόδια γυμνά σιωπηλά διασχίζουν την πόλη
ανέστιοι της ζωής λιποτάκτες
των μύριων ξεχασμένων οι φωνές
στις παρυφές μιας συλημένης αθωότητας.
0 αιώνας μας δικαιώνεται.
Ένα άρωμα που ταξιδεύει από μακριά
μέσα στον κόσμο των ψευδαισθήσεων
και πίσω από το φανταστικό
η πραγματικότητα, που υπάρχει και πονά
πενθώντας δήθεν τη φρίκη.
Φύλακες και δεσμώτες της ίδιας φυλακής.
Στο άδειο της ζωής, τη λύπη σου σέρνουν
οι πρώτες ψιχάλες καθώς ξεπλένουν
ψηλαφίζοντας εκείνο το μικρό σου όνειρο
που ξεμακραίνει σιγά σιγά
μέσα στης ζωής το απέραντο.
Στη ματαιότητα ανηφορίζοντας
αυτό που σε πονά δίπλα σου στέκεται
σαν μια θλιμμένη ζωγραφιά στον ουρανό
σαν το σαξόφωνο που μονάχο του δακρύζει
στον θόρυβο των τρένων της νύχτας.
Ένα παράθυρο ψάχνεις ν’ ανοίξεις
μα πουθενά, μόνο βαθύ σκοτάδι
το απόσταγμα σ’ έναν ιδεατό κόσμο
που μέσα του, τη δική σου αλήθεια
μόνος σου αναπνέεις
γιατί ίσως να μην είναι και η αλήθεια των άλλων.

ΠΕΝΘΩΝΤΑΣ ΤΟ ΜΑΤΑΙΟ

Πεινασμένο αγρίμι ο επισκέπτης της νύχτας
πέπλο λευκό, παγωμένος άνεμος
κι οι τοίχοι να στάζουν φωνές
που για χρόνια η μνήμη είχε κρατήσει.
Μια τελευταία ματιά στα λευκά της χρόνια
περιηγητής τώρα μιας ερήμωσης
έρποντας μέσα στις θωπείες της φαντασίας
σ’ ένα άταφο νυχτερινό ταξίδι
μιας θαλασσογραφίας του Βολανάκη.
Κι ύστερα πάλι η παγερή σιωπή
που πενθώντας το μάταιο
να χτυπά μονότονα το κύμα στην προκυμαία
καρτερώντας απέλπιδα
τον εξόριστο αγγελιοφόρο.
Λίκνο όμως της εξιλέωσης
οι μαρμαρωμένες φλόγες σαν άναψαν
καίγοντας άναρθρες μικρές κραυγές
δίπλα σ’ έναν αθέατο κόσμο
που παρακολουθούσε αμέτοχος.
Μόνο το φεγγάρι περνώντας βιαστικά
έσκυψε για λίγο και φίλησε
τις στάχτες από τα μαλλιά της.

ΟΝΕΙΡΩΝ ΑΠΟΗΧΟΙ

Σε μια παράταιρη σιωπή
μνήμες ζωής ιχνηλατεί ο θάνατος
σ’ ένα λαβύρινθο λύπες κρυμμένες
στ’ αλύτρωτα μελάνια της φθοράς
αιώνες τώρα ταξιδεύουν.
Ξυπνούν οι Δροσουλίτες του Μαγιού
με πληγωμένους δισταγμούς
όνειρα αυγινά σαν αναβλύζουν
άκρατος οίνος που κυλά
μέσα στα δάκρυα των ψυχών.
Εικόνες που τα μάτια καταυγάζουν
επίγεια κάτοπτρα ξυπνούν
σ’ ανατολής χαμένους δρόμους
με σήματα κινδύνου ποτισμένους,
λέξεις αλώβητες
όλο και πιο κοντά στην φαντασία
νεκρές καταμετρούν αυγές.
Ήχοι από σκάλες σιδερένιες
δραματουργούν παλιές οδύνες
βραδιές που δείχνουν σαν τις άλλες
γυμνούς καημούς καταλαγιάζουν,
σαν σπαρταράει, τυφλός ο θάνατος
πάνω στην ηρεμία του αυτόχειρα.

ΜΙΚΡΕΣ ΠΟΜΠΕΣ

Έτσι το διάβα πέρασε
με λαξεμένα βήματα
σαν θέα αθέατη
στο περιθώριο της ψυχής,
μικρό φθινόπωρο
και σκονισμένο σύννεφο
στην κρύα όψη του καλοκαιριού.
Μικρή πομπή που χάθηκε
στην αντηλιά της θάλασσας,
μιας μαριονέττας είδωλο
πλανόδιος έρωτας
στης παρακμής το απολίθωμα.
Έτσι το διάβα πέρασε
σ’ άδεια περάσματα,
μαύρη λωρίδα του χιονιού
πατημασιές γεμάτη,
έτσι τέτοιες στιγμές
σ’ ανάγλυφες μικρές πομπές
που λέξεις ταξιδεύουν,
περνάς κι εσύ
σαν ψέμα που φαντάστηκα.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΜΕΡΕΣ

Μια μικρή βόλτα σε σκέψεις
που ανάβουν τη νύχτα
μια παρένθεση
σ’ ένα άσκοπο νυχτερινό ξόδεμα
ένα στροβίλισμα
στο θρίαμβο του καλοκαιριού
πέπλα γιορτής σαν ψηλαφίζουν
το καινούργιο που ζωντανεύει.
Άσκοπα σε άδειες κάμαρες
οι ψυχές τριγυρνούν
μάτια αδιάφορα προσπερνούν
εικόνες από το ελάχιστο που απόμεινε.
Σε μια ασπρόμαυρη πλάνη
σκιές ατελών ψυχών
μόνες κωπηλατούν στο σκοτάδι
το θαύμα να ψάχνουν
που στο τέλος εφιάλτες γεννά.
Ηλύσια πεδία και χθόνιος κόσμος
Ορφέας και Ευρυδίκη
ζωή και θάνατος
μια γονατισμένη εποχή
στο αναφιλητό του σβησμένου χρόνου.
Και τα φτερά
να σαπίζουν στους ώμους.

ΠΑΡΑΚΡΟΥΣΗ

Στα μάτια της
ο κόσμος γυμνός
υγρά τα τζάμια της νύχτας
απόκρυφη εξομολόγηση
και ενταφιασμένα όνειρα
τη μνήμη φεγγίζουν.
Περασμένης φωνής
αντίλαλος
μικρά περάσματα
στο φως ξυπνά
κατάφορτη ελπίδες η νύχτα
ευτυχίας προάγγελος.
Στην ομορφιά
της φαντασίωσης
παρήγορη παράκρουση
το μάταιο.
Στη νύχτα που θάλπει ελπίδες
ας μην ξημερώσει ακόμα.

.

ΤΟ ΜΩΒ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ (2018)

ΝΑΥΑΓΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ

Το λιμάνι έσταζε νοσταλγία
καθώς το σώμα περιφερόταν άσκοπα
στη λιθόστρωτη προκυμαία του.
Κόκκινη βαμμένη θάλασσα
στου ήλιου το απόβραδο
θέριευε μέσα του θυμίζοντας
τα βαπόρια της ζωής του.
Ξυλάρμενος πια στη στεριά
έσκιζε κάθε βράδυ και μια λευκή σελίδα
πριν ξεβραστεί στο γωνιακό μπαρ
για να δωροδοκήσει τον έρωτα
λάμνοντας τους πόθους του
στο κορμί κάποιας πόρνης.
Ξακρίζοντας της ψυχής του τα ξέφτια
άφησε μόνο ανεκπλήρωτες επιθυμίες
και μια ζωή ακύμαντη θάλασσα
να ποτίζει το μουσκεμένο του χαμόγελο.
Ένοιωσε να τον ανακαλύπτει το μέλλον
και το χρόνο διαρκώς να τον προσπερνά
τώρα που η ειλικρινής εξομολόγηση
είχε δάκρυα και η ζωή μοναχικό ταξιδιώτη.

ΦΡΕΝΑΠΑΤΗ

Σε χρυσαφένια είδωλα
υγρή σκουριά
πρόσωπα στοιβαγμένα
στις κορνίζες,
αστείρευτος ο θάνατος κυλά
της ερημιάς τυφλός διαβάτης.
Το φως κοντά στις δώδεκα
μικραίνει
στην άδεια σου ψυχή
μια γρατζουνιά
στης φρεναπάτης το κελί
στης πεταλούδας
τον τυφλό χορό
η μοίρα που τις μέρες μας
ζυμώνει.
Σ’ ένα μονόπρακτο
γέννηση, θάνατος
κλεμμένα σούρουπα
του κολασμού
στης πόρνης το φτερούγισμα,
αυτόχειρες σμιλεύουν τη ζωή
σαν τους ενώσει
ο κύκλος με το θάνατο.
Σε μια ματιά σου δάκρυσα
κι η θάλασσα μακριά να περιμένει.

ΠΛΕΙΑΔΕΣ

Στα χέρια μου κύματα
λυμένα μαλλιά
μιας νύχτας ψευδαίσθηση
μια λέξη σ’ αγγίζει, μια λέξη.
Στου ήλιου το γύρισμα
τροχιά συμφιλίωσης,
ξεβάφουν οι πρώτες ελπίδες
κρεμώ μιαν ανάμνηση
οι λέξεις στερεύουν.
Πλειάδες στη θάλασσα
σε παύσεις φωνής,
ζωή σε παρένθεση
που πήρε το ρίσκο και έχασε.
Οι δρόμοι στενεύουν
σε δάσος ψυχής και χάνονται,
τελειώνει το ποίημα
μια λέξη όμως θέλει να κλάψει.

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Λησμονημένοι θάνατοι όσοι απόμειναν,
κιτρινισμένες μορφές πιθωμένες
σ’ απολιθωμένα σκοτάδια ,
δυο καρφωμένα μάτια
που κοιτούν μέρες ασήμαντες .
Μικραίνει η υπομονή και χάνεται
μέσα στων βολεμένων τη συμπόνια
στην παλινδρόμηση της οδύνης
στον κρυφό οργασμό μιας πόρνης.
Σπατάλη ο θάνατος που σέρνεται
στη βραδινή μαθητεία των δρόμων
στις νυχτερινές πλατείες των νεκρών
στα ιδανικά που ποτέ δεν υπήρξαν.
Σε μεγάλες ανταύγειες λύπης
μια εθελουσία αναχώρηση
μια λύτρωση στο σταυρό καρφωμένη
μια αλήθεια κρατημένη στο φως
αυτή που ποτέ σου δεν είδες.
Σπατάλη ο θάνατος που σέρνεται
σε μια παγκόσμια ημέρα υποκρισίας.

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Έφυγε πρόωρα, έβλεπα όμως
τη φιγούρα του στο πλήθος
αλλά μόλις πλησίαζα χανόταν.
Ανεβαίνοντας στον καπνισμένο δρόμο
τον είδα πάλι, κατάλαβε την αγωνία μου
κι αυτή τη φορά μου μίλησε.
Ψάχνω να βρω το πέρασμα
και χρειάζομαι λίγο χρόνο, μου είπε,
εσύ φύγε, δεν ανήκεις εδώ, συνέχισε
κι εξαφανίστηκε.

Έφυγε στην ώρα της , έβλεπα πάλι
τη φιγούρα της στο πλήθος
αλλά μόλις πλησίαζα χανόταν.
Κάποια στιγμή στάθηκε και μου μίλησε.
Ψάχνω να βρω το πέρασμα του, μου είπε,
εσύ φύγε, δεν ανήκεις εδώ ,συνέχισε
κι εξαφανίστηκε.

Πέρασαν χρόνια κι οι ωροδείκτες σταμάτησαν.
Ένοιωσα το άγουρο βλέμμα του
να με κοιτά και να ακουμπά στον ώμο μου.
Δεν άντεξα να γυρίσω, χάθηκα στο πέρασμα.

ΤΟ ΜΩΒ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ

Σε χρόνο ακατοίκητο
ανταλλάσσουμε μέρες
τώρα που όλες οι εποχές
λιγωμένες αργοπεθαίνουν
και σαν σκιές καμπυλώνουν στο φως.
Ολόκληρες γενιές ακολουθώντας
την κίνηση της φθοράς
κακοφορμίζουν εγκλωβισμένες
μέσα σε αποξηραμένες αντοχές
και σε λιπόσαρκες ελπίδες.
Στραγγισμένοι οδοιπόροι οργώνουν
τον αυλόγυρο του παραδείσου
θερίζοντας τις προδοσίες
όλων εκείνων που ευτέλισαν
και λιγόστεψαν τη ζωή τους.
Μέσα σε μια λιμνάζουσα συμμετρία
και στον αστερισμό των χαμένων
συλλέγουμε μόνο ιογενείς απώλειες
και καθώς ανεβαίνει η στάθμη της έλλειψης
γαντζωμένοι γύρω από τον απόπατο
σιωπηλά εορτάζουμε τα επινίκια του τίποτα.

ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Πλησίασα τόσο πολύ
μα στο τέλος δεν τόλμησα,
στις κραυγές μιας γέννας
το φως αγκάλιασα,
έζησα τις νύχτες της ανοχής
κρύφτηκα μέσα στις ρίζες μου.
Θα μπορούσα να γίνω μια πέτρινη γέφυρα
φως και σκοτάδι μαζί,
ο στεναγμός σ’ ένα άδειο δωμάτιο,
ν’ απελευθερώσω ένα δάκρυ
πέρα απ’ την πικρή θάλασσα.
Πλησίασα τόσο πολύ
μα στο τέλος δεν τόλμησα,
σ’ ένα χαμόγελο
έκρυψα την οργή μου,
χείλη άγγιξα που έσταζαν κραυγές
φιλιά που δεν άγγιξαν κανέναν.
Στο βάθος , τα βάραθρα ξεθώριασαν
αλλάζει ο αέρας πέρα απ’ τα βουνά,
τόσες ζωές ξεχασμένες που μετράνε το μάταιο
τόσα χρόνια που χωράνε σε λίγες στιγμές.
Πλησίασα τόσο πολύ
μα στο τέλος δεν τόλμησα.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ

Σ’ ένα παράταιρο φθινόπωρο
τραβούν οι μέρες ανυποψίαστες,
αβεβαιότητες κτίζω
εξερευνώντας τους φόβους μου,
στο λευκό ενός πίνακα
μια ψεύτικη εικόνα ονειρεύομαι
και μια μεταβλητή
κρυμμένη πίσω από μια ψευδαίσθηση
δυσκολεύει συνεχώς τη ζωή μου.
Μετουσιώνομαι και χάνομαι
σ’ ένα παιδικό παραμύθι
ολισθαίνοντας σ’ ένα τέλος
που δε θέλω να ζήσω.
Στο γαλάζιο της θάλασσας
κτίζω γέφυρες
στη μοναξιά του φάρου
μετεωρίζομαι,
παιδικές μνήμες αναπλάθω
πετώντας μέσα
σε μιαν ανέσπερη ερημιά.
Φενάκη ο χρησμός, σωπαίνει.
Στη λαγνεία της νύχτας
λάθος συναγερμός
μέσα στη στάχτη πάλι το ίδιο ταξίδι.

ΡΑΨΩΔΙΑ ΝΕΚΡΗΣ ΕΡΩΜΕΝΗΣ

Στην ερημιά του δρόμου
Κυριακής χειμωνιάτικα σύννεφα,
τους πόθους χαϊδεύουν
μισόκλειστα βλέφαρα
και σε σπασμούς ζωής
η προσμονή μιας γυναίκας
που με κλεμμένες ματιές
χαρακιές λιθογράφει.
Ευτυχία μισόγυμνη
σε παράξενες φόρμες αγάπης,
ραψωδία νεκρής ερωμένης
που τις κρύες νύχτες της πόλης
αντανακλά αδιάλειπτα.
Με καρφωμένα τα μάτια
στο αμάραντο της αβύσσου
συναισθήματα ανασαίνεις λύπης
που γεμίζουν την έλλειψη
και στην ακινησία της ζωής
λίγο λευκό μέσα στο κόκκινο
για τον έρωτα
λίγο μαύρο για το θάνατο
λίγο πριν χαθείς μέσα στο αίνιγμα
και στα καθωσπρέπει βλέμματα
μιας διάτρητης σεμνοτυφίας.

ΣΤΗ ΣΟΦΙΤΑ

Σε σκουριασμένες διαφάνειες
μέσα από το ελάχιστο φως
την τελευταία ένταση αναπνέω
γνέφοντας σ’ ότι πίσω μου αφήνω.
Το καλοκαίρι κοντοστέκεται
λίγο πριν σβήσει
μέσα στην τέφρα του
απλώνοντας δάκρυα
πάνω στο γκρίζο της απουσίας
ενός ανύποπτου έρωτα.
Μια θάλασσα με γεύση λησμονιάς
που σκορπά τριγύρω
τραβά τις μέρες μακριά σου.
Τραγούδι σιγανή βροχή
μαύρο κατάστιχο
σ’ ένα συρτάρι κλειδωμένο
πυκνώνει κάθε τόσο το σκοτάδι.
Στους τοκετούς του δειλινού
χρυσά λαμπιόνια στη σοφίτα,
στα ακροκέραμα
στερνό φιλί τροχίζει ο άνεμος
αίμα φυγής σ’ ένα παιχνίδι
τυλιγμένο μέσα
στη λάμψη της πυράς σου.

.

ΝΥΧΤΑΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ (2017)

ΟΙ ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Όλο το βράδυ έκαιγε η φωτιά
φρυγανίζοντας τα όνειρα
που σαν εφιάλτες
φώναζαν όλη τη νύχτα
περιμένοντας να έρθει το πρωί
να τα λυτρώσει.
Τα φώτα της άνοιξης έσβησαν
οι μέρες μικρά άδεια κουτιά
κι οι νύχτες πάντα ίδιες.
Μόνο το φεγγάρι
αλλάζει συνεχώς πρόσωπο.
Έψαξες να βρεις λάθη
δε βρήκες τίποτα
όμως μέσα στο τίποτα υπήρχε κάτι
«οι στιγμές», αυτές που έφυγαν
και έπρεπε να ζήσεις.
Βρήκες και κάτι σκουριασμένα όνειρα
και τότε κατάλαβες πως οι Κυριακές
είχαν ανοίξει την πόρτα της μοναξιάς σου.

ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟ

Έφυγαν όλοι,
έμεινες πάλι μόνος
στο στρογγυλό τραπέζι
των αναμνήσεων παραμιλώντας
με τις ψευδαισθήσεις των άλλων.
Στο άγγιγμα της μνήμης
στήνουν χορό
οι προσδοκίες των λέξεων
όμως πριν φτάσουν σε σένα
χάνονται στα απύθμενα
μαύρα πηγάδια της σκέψης σου
και του ανεκπλήρωτου έρωτα της ζωής σου.
Βαφτίζεις την προσμονή, ελπίδα
και κάθε βράδυ τη βγάζεις βόλτα
στα σκοτεινά δρομάκια του μυαλού σου.
Ελπίδα, ελπίδα θαμμένη μέσα
στο κατεστημένο της ηθικής σου
και στα αθώα χαμόγελα των παιδιών.
Όμως πάλι νυχτώνει.
Όπου να ’ναι θα φανούν.
Θα ‘ρθουν ξανά, να σε γυρίσουν πάλι πίσω.

ΤΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Η φλόγα τρεμοπαίζοντας στο γυαλί
μετρούσε την αγωνία της μέχρι να σβήσει
και καθώς οι σκέψεις σκόρπιζαν τριγύρω
εσύ πέταξες μέσα στο σκοτεινό σου βλέμμα.

Στη θύμησή σου έμειναν λίγες νότες
πιασμένες στα τρύπια δίκτυα της μοναξιάς
που αθώρητες έγδερναν την ψυχή μου
περιμένοντας το δέκατο τρίτο φεγγάρι.

Κλειστό κοχύλι η χαρά που σιμώνει και χάνεται
τυφλός ο μάντης που θα ερμηνεύσει το χρησμό
διαβάζοντας τους ψιθύρους της νύχτας καθώς
θα υπνοβατεί στην αυγουστιάτικη πανσέληνο.

Τώρα, χωρίς αποσκευές ταξιδεύω στους δρόμους
μετρώντας κλειστά παράθυρα
και θυμάμαι, τότε που ζούσα απ’ τη ζωή σου
τότε που ήσουνα δική μου.

ΠΟΜΦΟΛΥΓΕΣ

Άναρχες σταυρωμένες λέξεις
ακροβατούν σε απόμακρες έννοιες
που βουλιάζουν
στην αλχημεία του λόγου
και της τυχαίας καταγραφής.
Μια υποψία καθαρής σκέψης
που αλλοιώνει
την αχαλίνωτη φαντασία
και ένα αποτύπωμα ψυχής
πάνω σε ανάγλυφα βλέμματα
φαντάζουν
κατάλοιπα της τελειότητας.
Οι μέρες γρήγορα καίγονται,
χάνονται
στον απόηχο των λέξεων
και στις ρωγμές
της νεκρής συνείδησης.
Αποφάγια της σκέψης, σκουπίδια
βρίσκουν άξιους μιμητές του τίποτα
και σφυρηλατούν νοοτροπίες.
Η απουσία σου κρύβει τώρα τον ορίζοντα.
Όμως η θάλασσα ακόμα παραμένει
δεμένη πάνω στη σκέψη μου.

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ

Ο φεγγίτης γεμάτος με πρόσωπα
και το σπίτι χρόνια ανέγγιχτο
να ξεψυχάει στην έρημη πλατεία.
Μιλάμε με τον καιρό πίσω μας
μιλάμε μ’ αυτούς
που λείπουν από κοντά μας
πυρώνοντας τις αντοχές μας
με τις ανάσες μας
που κάποιες φορές λυγίζουν στον άνεμο.
Φτάσαμε μακριά, πολύ μακριά.
Στην άκρη της πλατείας
βλέπουμε τις μέρες να μεγαλώνουν
ζούμε τον πόνο της θάλασσας
καθώς γερνάει το βράχο
και χάνουμε τη ζωή μας προτού τελειώσει.
0α ξαναγεννηθούμε όμως κάπου αλλού
όταν η κοσμική σκόνη θα χαθεί
όταν θα λειώσουν οι πάγοι
όταν θα τελειώσει η εποχή των αστεριών.
0α περιπλανηθούμε ανυπεράσπιστοι
μέχρι να βρούμε ξανά το γόνιμο χώμα
όταν ο ήλιος θα γυροφέρνει πάλι στις γειτονιές
όταν η ζωή θα μας δίνει αυτό που μας αξίζει
και πάντα κάποια γυναίκα θα μας περιμένει.

ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Σε μαύρο μετάξι καρδιά τυλιγμένη
το χώμα μυρίζει βροχή,
στη νύχτα θαμμένη μια θάλασσα λάμπει
εκεί που ο κόσμος αρχίζει
κι οι μέρες
που μέσα του χάνονται.
Δεμένα καράβια
τριγμοί στην απόγνωση
ευθείες γραμμές στο αιώνιο τώρα,
νεόκτιστες λέξεις
με άρρητους φθόγγους
στον άκριτο λόγο
οι μέρες που στάζουν.
Θαμμένα στη λάσπη ανάγλυφα πρόσωπα
τυφλό καραβάνι θανάτου σκιές
σταγόνες ανέχειας
που θάλασσες γίνηκαν
στης πέτρας το σμίλεμα
του χρόνου οι φθορές.
Σκοτάδι ανιχνεύω, χαμηλώνουν οι λέξεις
αιωρούνται φωνές και σωπαίνουν.

ΤΙΠΟΤΑ

Η βροχή όλη τη νύχτα έπεφτε ασταμάτητα
κι ο δρόμος παγερός και μόνος.
Μόνο οι αναμνήσεις σαν σκιές
γλιστρούσαν αθόρυβα στο σκοτάδι
καθώς η ομίχλη είχε αρχίσει να τις πολιορκεί.
Η σειρήνα χτύπησε ξαφνικά
διώχνοντας τα όνειρα
που τρομαγμένα έτρεξαν να κρυφτούν
δίνοντας τη θέση τους στην πραγματικότητα.
Η πόλη άδεια χωρίς λιμάνι έμοιαζε νεκρή.
Τα μάτια ορθάνοικτα στο σκοτάδι
κι οι ελπίδες μέσα σε σφιγμένα χείλη.
Μέσα του, μόνο κάτι λυπημένες νότες
είχαν βρει καταφύγιο.
Εκείνο το βράδυ, το ανηφορικό καλντερίμι
λουσμένο στα φώτα, φεγγοβολούσε
κόβοντας το σκοτάδι στη μέση
και καθώς η άκρη του άγγιζε τον ουρανό
πήρε την ψυχή του και την οδήγησε εκεί.
Άφησε μόνο το σώμα του, που μέσα του
δε βρέθηκε τίποτα, ούτε μια ελπίδα.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΖΩΗ

Ξεκομμένος από μια αδέξια κατάρρευση
τη νοσταλγία κοιτώ στον καθρέπτη
και της δίνω τη μορφή που μ’ αρέσει.
Από ’δω πέρασαν όλα.
Ό,τι με πλήγωνε το δοκίμαζα
κι ό,τι ζητούσα πάντα ήταν
μια περιπλάνηση στο ασήμαντο.
Συρρικνωμένα χάδια τα χέρια μου
που μέσα σε μικρές σπονδές
κύκλωναν τη ζωή και το θάνατο.
Περπάτησα στο περιθώριό της
ήπια μόνος αδέσποτες νύχτες
άγγιξα τη ρόδινη αύρα της
και γεννήθηκα.
Στ’ αναφιλητό της θάλασσας
μουσκεμένο το πρώτο φιλί
κι όση νύχτα ακόμη απέμεινε
μια προσφορά στις αυταπάτες.
Τώρα μέσα στην αλήθεια σου βαθαίνω
και στα όνειρα που μου χάρισες,
ήρθες και δε ζήτησες τίποτα
ήρθες και μου πήρες τα πάντα.

.

ΒΕΝΕΤΟ (2016)

ΒΕΝΕΤΟ

Στ’ ουρανού τα μονοπάτια, άσπρο σύννεφο μεθάει
νύχτα βγαίνει στο σεργιάνι, το τραγούδι αρχινάει
της αυγής δροσοσταλίδα, πιάνει τ’ όνειρο στον ύπνο
το καράβι θα σαλπάρει, ποιος θα λείψει από το δείπνο.

Στο γκαζάδικο το σώμα την ελπίδα πάει να φέρει
καταχνιά στο μονοπάτι κι ο καιρός στήνει καρτέρι
στα παράνομα του νόμου η ψυχή σου νύχτα στάζει
και ο δρόμος τώρα βγάζει σ’ Οδησσό και σε Βεγγάζη.

Στης ψυχής το καθαρτήριο και στου νου την αυταπάτη
με του Απόλλωνα τη λύρα μόνη κλαίει η Υπάτη
καταχνιά του φθινοπώρου, βένετο, γαλάζιο χρώμα
σε αρχαία κωμωδία του Αριστοφάνη σκώμμα.

Φυλακής κελί αμπαρώνει, την ποινή που θα ξεπλύνει
τούτο τ’ άγγιγμα πληγώνει, πόρτα πίσω σου σαν κλείνει
καταχνιά του φθινοπώρου, βένετο, γαλάζιο χρώμα
του λαού τα παραμύθια δεν τελειώσανε ακόμα.

ΚΑΣΣΑΝΔΡΕΣ

Φύγαν οι άγγελοι και βγήκαν στα βουνά
τώρα οι δαίμονες λυμαίνονται την πόλη
‘μειναν αγάλματα κι ερημωμένα σπίτια
κι εσύ το πλήθος συλλογιέσαι που πηγαίνει
σ’ ένα κοπάδι που η σφαγή το περιμένει.

Κασσάνδρες καθορίζουν την πορεία σου
σ’ ακολουθία με χρησμούς και διαλέξεις
κι αξιοπρέπεια που πρέπει να διαλέξεις,
μα στην ψυχή σου αιμορραγούν οι αυταπάτες
κι όλες οι λέξεις που ‘ναι ψέματα γεμάτες.

Ενοχλημένες οι φωνές των αφεντάδων σου
ουρλιάζουν λέξεις και ψεύτικους επαίνους
πως τα καλύτερα δεν ήρθανε ακόμα.
Παρηγοριά τα χρώματα στ’ άδειο τραπέζι
μια τραγωδία στη σκηνή που ακόμα παίζει.

Κασσάνδρες καθορίζουν την πορεία σου
πάνω στον τάφο σου του φθινοπώρου φύλλα
ουρλιάζει η θάλασσα και λόγια καταπίνει
χιλιάδες λόγια βουτηγμένα στην ελπίδα
κι οι αργοναύτες ξεχασμένοι στην Κολχίδα.

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Τα βλέμματα στο μακρινό ορίζοντα
στον ήλιο του μεσημεριού
σκηνές γυρίζουν απ’ το μέλλον,
γύρω σου τα πρόσωπα αλλάζουν,
χάνονται στου χρόνου τα κενά
και μέσα στη Μεσόγειο των αγγέλων.

Μες στα Βαλκάνια των λυγμών
το πρόσωπο σου καθρεφτίζεις
κι οι άγγελοι παράδεισους θυμίζουν,
σκηνές από το μέλλον σου γυρίζουν
όλοι οι νεκροί αυτής της χώρας
κι οι σημαίες τώρα πια δεν κυματίζουν.

Να μπορούσα ξανά να ονειρευτώ
μπροστά στο καθρέφτη της μοίρας μου
και να γελάσω ή να κλάψω,
την αλήθεια όμως για το τέλος θα κρατήσω
γιατί όταν η παρτίδα τελειώσει, δεν ξέρω
αν θα φωνάξω ή αν θα ουρλιάξω.

ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Σε περιμένουν στη γωνιά και στο σκοτάδι
και μες στα μάτια τους το βλέμμα του φονιά
σ’ ένα σταθμό με δρομολόγιο τον Άδη
στο πρόσωπο σου του αιώνα η σκουριά.

Σ’ αυτό τον κόσμο με τα χέρια σου δεμένα
κόβουν και ράβουν κάτι τύποι στη γωνιά,
όλα στημένα τα χαρτιά σημαδεμένα
στα δυο σου μάτια τα χαμόγελα σβηστά.

Σ’ όλους της γης τους μαχαλάδες στοιχειωμένος
πίνεις της θάλασσας τα μύρια μυστικά,
σ’ άγνωστους τόπους να γυρνάς ξενιτεμένος
και στο μπαλκόνι σου μια θάλασσα πλατιά.

Μαρμαρωμένος σαν πουλί στην παγωνιά
φτάνεις στου δρόμου τα μισά και επιστρέφεις,
τώρα μονάχος ξεχασμένος στη γωνιά
τα τόσα άδικα του κόσμου να αντέχεις.

SAND CREEK – 29/11/1864

Όλοι χαθήκανε, γυναίκες, γέροι και παιδιά
και σαν φαντάσματα χορεύουν τώρα μοναχοί,
στρατιώτες σκύλοι, ξεκινούν την πίπα του πολέμου,
έφυγε τ’ άσπρο σύννεφο μαζί κι ο γιός του ανέμου.

Βαμμένη κόκκινη αυγή στον αμμοπόταμο,
τώρα ποιο θάνατο δεν ξέρεις να διαλέξεις,
τραγούδι σε λευκό χορό που κλαίει το σώμα
κόκκινα πρόσωπα στη γη καίνε το χώμα.

Μαύρο ξημέρωμα μες στου Νοέμβρη τον ψυχρό καιρό
μαύρο ξημέρωμα, λευκές ψυχές στον ουρανό,
στον αμμοπόταμο του Κολοράντο
άτυχα θύματα Σεγιέν και Αραπάχο.

Χλωμά τα πρόσωπα ξημέρωμα στο δρόμο του χρυσού
κόκκινα πρόσωπα, από βραδύς στο δρόμο των δακρύων,
άσπρος αφρός από παντού ξεχύνεται , το αίμα εξαγνίζει,
στον αμμοπόταμο λευκή σημαία ακόμη κυματίζει.

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Άλλη μια μέρα στο μπαλκόνι της χαράζει
σ’ αυτή την πόλη που θυμάται και πονάει,
μαύρη ομίχλη απ’ την αιθάλη του φουγάρου
γεύση πικρή, μέσα στο στόμα του τσιγάρου.

Χρόνια παλεύεις με τα χέρια γυμνωμένα
μόνη σου έμεινες κι ακόμα περιμένεις,
θαμμένη στις στοές των προμαχώνων
ταξίδι στους αιώνας των αιώνων.

Απ’ του Βοσπόρου τα νερά ήλιου πορφύρα
πύλη χρυσή που περιμένει να ξανανοίξει,
ενδεδυμένη πολυσταύρια φαιλόνια
ξεγυμνωμένη απ’ της ψυχής σου τα τελώνια.

Οι μέρες φεύγουν δεν αφήνουνε πια ίχνη
μόνη σου έμεινες κι ακόμα περιμένεις,
αγγέλους από ψηλά ν’ ανοίξουν δρόμους
να γράψουν με ρομφαίες, άγραφους νόμους.

ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ

Ξεφυλλίζοντας μέσα στη νύχτα τη σιωπή
ένα βράδυ θυμάμαι που κράτησε χρόνια
τα λόγια κρατάω που είχαμε πει
αυτά που λέγαμε θα κρατήσουν αιώνια.

Το δύσκολο δρόμο εμείς διαλέξαμε
μια νύχτα μόνο στη βροχή αντέξαμε
μονοπάτια χαμένα, φεγγάρια σβησμένα
δυο φορές θα πεθάνω, τη μία για σένα.

Κι εκείνο το βράδυ κράτησε χρόνια
‘σβησαν τα φώτα , ‘λιωσαν τα χιόνια
στην άκρη της νύχτας ερημιά στο βλέμμα
τελευταία σελίδα στης καρδιάς το αίμα.

Λίγες στιγμές που θα κρατήσουν αιώνια
κι εκείνο το βράδυ κράτησε χρόνια
μονοπάτια χαμένα , φεγγάρια σβησμένα
δυο φορές θα πεθάνω, τη μία για σένα.

ΣΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΝΤΥΣΟΥ

Στα κόκκινα ντύσου και δωσ’ μου απόψε τη νύχτα
στιγμές να κρατήσω πιασμένες στου χρόνου τα δίχτυα,
δε θέλω, δεν έχω αγάπη να δώσω σαν πρώτα,
κοντά μου απόψε έλα και σβήσε τα φώτα.

Η νύχτα θα φύγει κι εσύ δε θα πεις την αλήθεια,
ζωή που κυλάει και ζει μέσα στα παραμύθια,
οι μέρες περνάνε , στιγμές μόνο μένουν και ώρες
εικόνες που φεύγουν ζωές που θα μείνουνε μόνες.

Στα κόκκινα ντύσου, φωτιά να μου κάψει το σώμα
στο χώμα κρυμμένη ζωή που δεν άνθισε ακόμα,
τα χρόνια μου πήραν αγάπες, μ’ αλήθειες και ψέμα
το τέλος το ξέρω το είδα στο πέτρινο βλέμμα.

Η νύχτα θα φύγει μαζί σου θα σβήσουν τα φώτα,
στα κόκκινα ντύσου φωτιά να με κάψει σαν πρώτα,
ψυχή μου ξεκίνα να βρεις την κουκίδα στο χάρτη,
ο χρόνος σου τρέχει, ζωή, μια μεγάλη αυταπάτη.

ΚΡΥΑ ΔΕΙΛΙΝΑ

Νύχτα πέταξαν τα πουλιά
‘φυγαν μακριά
μαζί τους πήγες
στης καταιγίδας τα φτερά
άνοιξα μία αγκαλιά
που δεν την είδες.

Φωτιά στα κρύα δειλινά
λειψή καρδιά
γι’ αλλού τραβάει
έγινε η αγάπη μια σταλιά
του έρωτα η αγκαλιά
δε μας χωράει.

Βροχή στα κρύα δειλινά
λευκό χαρτί
λευκές σελίδες
στο κεραυνό στην αστραπή
μαύρο πουλί
μαύρες κηλίδες.

Στου φεγγαριού τα σκοτεινά
άνοιξε ο έρωτας πανιά
για ‘κει τραβάει
στέλνει ο ήλιος ένα φως
για να ζεστάνει την καρδιά
μ’ αυτή πονάει.

ΚΙ’ ΟΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ

Είκοσι χρόνια και μια στιγμή
αυτό ήταν όλο
και μια αλήθεια που ποτέ δεν είπαμε,
καράβι σ’ άγονη γραμμή
μέσα στο κύμα
μπροστά μας βράχια που δεν είδαμε.

Κι όλα τα βράδια, αυτά που θα ‘ρθουν
θα τριγυρνάμε μοναχοί στα όνειρα μας,
θα είναι βράδια που τ’ αδιέξοδα
θα σβήσουν τα φεγγάρια της καρδιάς μας.

Στ’ άσπρο πουκάμισο μαύρος λεκές
θα σε θυμίζει
κι η νοσταλγία θα κυλάει μέσα στο αίμα,
τ’ αστέρια πήρανε φωτιά
και στάχτη γίνανε,
τίποτα τώρα δεν είναι σαν και σένα.

Σβήνει τα φώτα η γειτονιά
κλειστά παράθυρα
και τα σεντόνια παγωμένα στο κρεβάτι,
μια μουσική ψιθυριστά
που λέει γλυκόλογα,
άδεια η ζωή χωρίς συνεπιβάτη.

ΜΑΥΡΗ ΚΟΥΣΤΩΔΙΑ

Ιππότες στ’ ουρανού την άχνη
μες’ σε σκοτάδια και κρύο χώμα
παραπατούν στου νου την άκρη
το λυτρωμό ψάχνουν ακόμα.

Βουβές σιωπές και μαύρη κουστωδία
μια σαλεμένη στη γωνιά σε περιμένει
νοιώθεις τη μούχλα του νερού και την αηδία
τα λογικά σου η αυταπάτη παίρνει.

Ο χρόνος που έρχεται και φεύγει μόνος
κράτησε χώμα και νερό σε ληστρικά λημέρια
βαμμένο κόκκινο πανί στο νου ο φόβος
μαύρες κυράδες στις γωνιές τα μεσημέρια.

Βουβές σιωπές και μαύρη κουστωδία
μαύρες στολές στα δάκτυλα ριγμένες
μαύρες φυλές σε φάλτσα νυκτωδία
ισχνές μορφές στα χώματα θαμμένες.

Τα λογικά σου η αυταπάτη αρρωσταίνει
τη σκέψη σου ο φόβος έχει αλλοιώσει
στην άκρη μια σκιά σε περιμένει
μια κουστωδία νεκρική θα σε τελειώσει.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Αμφίδρομη τροχιά μες τους αιώνες
ισορροπία στο κενό και μες στο χρόνο
τα πάντα γέννησες
του πόθου ονείρατα ξυπνάς
σαν χάνεσαι στο δρόμο
και της ζωής τα κρίματα, εσύ φανέρωσες.

Κι αν στη ζωή σ’ αδίκησαν
και σου ‘κλεισαν το δρόμο
έγινες μάνα και φωλιά
μικρού παιδιού η αγκαλιά
κι απ’ της ζωής το μερτικό
πήρες όλο τον πόνο.

Η νύχτα που σε γέννησε
γυναίκα μ’ άσπρη φορεσιά
σ’ έκρυψε στο σκοτάδι
γυναίκα, λύπη και χαρά
όλου του κόσμου η ομορφιά
σαν βγαίνεις κάθε βράδυ.

Μέσα στα βάθη της ζωής
στη μνήμη σβήστηκες
μα εσύ μνήμες χαρίζεις
απ’ την πυρά γεννήθηκες
και μες στη νύχτα κρύφτηκες
τ’ αστέρια να φωτίζεις.

ΔΑΝΕΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Έχω νοιώσει το σώμα τη ψυχή μου ν’ αλλάζει
μ’ αναγκάζει να φεύγω και στα δυο με διχάζει,
ένα χέρι με σπρώχνει με βουλιάζει στο χώμα
δε θυμάμαι, δεν ξέρω, αν υπάρχω ακόμα.

Σε κινούμενη άμμο περπατώ και βουλιάζω
κάνω πίσω να φύγω, μα στο τέλος δειλιάζω
έχω νοιώσει στη νύχτα τη μορφή μου ν’ αλλάζει
και ο δρόμος που παίρνω πουθενά δε με βγάζει.

Δανεική παρουσία η ψυχή μου στο σώμα
μια γελάει, μια κλαίει, περιμένει ακόμα
καληνύχτα μου λέει και μετά προσπερνάει
έχει αρχίσει ο χρόνος, τη ζωή μου μετράει.

Σε κινούμενη άμμο περπατώ και βουλιάζω
τη ψυχή μου χρωστάω κάθε βράδυ την τάζω
η ζωή μου σε κύκλους στη δική σου απουσία
η ψυχή μου στο σώμα δανεική παρουσία.

ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ

Έχω φτάσει στο τέρμα
και ο δρόμος τελειώνει
έχω φύγει μακριά
κι η ζωή μου παλιώνει
σαν παλιάτσος στο δρόμο
μοναχός μου κοιμάμαι
ποια ζωή μου ταιριάζει
ποια ζωή να θυμάμαι.

Κι όσο οι μέρες θα φεύγουν
τόσο εγώ θα ξεχνάω
δε θα δεις αν θα κλαίω
δε θα δεις αν γελάω
σαν παλιάτσος στο δρόμο
τη ζωή μου θ’ αφήσω
θα θυμάμαι πιο λίγο
θα τα κάνω όλα πέρα
θα μου λείπεις πιο λίγο
θα ξεχνώ κάθε μέρα.

Με τα μάτια δεμένα
ποια ζωή καρτερώ
ποια ζωή περιμένω
σε σχοινί ακροβατώ
έχω αργήσει και πάλι
κι η αυγή προσπερνάει
ποια ζωή μου χρωστάνε
ποια ζωή μου ‘χουν πάρει.

ΑΛΑΡΓΙΝΑ ΤΑΞΙΔΙΑ

Σε αγκαλιές ξεχάστηκα
και σε ταξίδι αλαργινό,
γιατί σε μένα τ’ όνειρο
ποτέ δε βγήκε αληθινό,
έπαιξα ρέστα τη ζωή
τη πόνταρα στο μαύρο,
όμως ποτέ δεν έτυχε
κάτι απ’ αυτή να πάρω.

Για χάρη σου ξοδεύτηκα
βράδια ξενύχτησα,
άλλα μου έδωσε η ζωή
κι άλλα εγώ της ζήτησα,
στη λησμονιά ξεχάστηκα
και χάθηκα στο δρόμο,
ζωή που δε μου κράτησες
μια νύχτα μόνο.

Σε βραδινές διαδρομές
το κόσμο γνώρισα,
χαμένα χρόνια να κοιτώ
έτσι προχώρησα
και στη ζωή μου έμειναν
αλαργινά ταξίδια,
γιατί δεν ήθελα να ζω
τα ίδια και τα ίδια.

ΕΝΟΧΕΣ

Νωπά ακόμα τα ίχνη της μνήμης
μα στο καθρέφτη τα λόγια ξεθώριασαν,
μια στροφή πριν το τέλος, ζωή που σβήνεις
δυο φωνές , μια σιωπή , λίγα λόγια
δυο ζωές , που μονάχες προχώρησαν.

Μέσα μου χάθηκες κι εγώ μαζί σου
στο μαγικό δάκρυ του έρωτα
και στο ηλιοβασίλεμα της ψυχής σου,
ζωή, που με γέμισες μ’ όλα τα κενά του αύριο
ζωή , που μου διάλεξες το δρόμο αυτό
ζωή , που και το πολύ πια δεν είναι αρκετό.

Η μοναξιά, που ποτέ δεν έρχεται μόνη
μονοπάτια μου ανοίγει, στη θάλασσα,
χαμένο πλοίο, σ’ ωκεανό χωρίς τιμόνι
ζωή, που τις ενοχές μου ξορκίζεις
ζωή μου, που τα χρόνια σου χάλασα.

1 σκέψη για το “ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΡΟΥΚΑΣ”

  1. Paulos Leontiou Ioannou

    Κύριε Καρακοκκινε, είναι μεγάλη χαρά μου να διαβάζω τους Ποιητικούς Διαλόγους και έτσι να κρατιέμαι ενήμερος για τα λογοτεχνικά τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Τα συγχαρητήρια μου. ‘Ήθελα όμως να σας ενημερώσω ότι εδώ στον Καναδά υπάρχουν αξιόλογοι λογοτέχνες που δεν έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν το έργο τους γιατί απουσιάζουν από το Εθνικό Κέντρο. Αν σας ενδιαφέρει να κάνετε μερικές παρουσιάσεις αποδήμων μπορείτε να έλθετε σε επαφή μαζί μου.
    My email:
    Paulos2@hotmail.com

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *