ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΤΣΟΓΛΟΥ

Η Κατερίνα Ατσόγλου γεννήθηκε τον Μάιο του 1977 στην Κόρινθο. Σπούδασε Λογιστική στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών της Δυτικής Μακεδονίας και εργάζεται στη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης του Δήμου Σικυωνίων τα τελευταία 15 χρόνια. Από το 2018 σπουδάζει στο μεταπτυχιακό τμήμα Δημιουργικής Γραφής του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου και παρακολουθεί σεμινάρια γραφής. Ποιήματα και κείμενά της δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά περιοδικά και blogs (Ποιητικός πυρήνας, Bibliotheque, Enfo.gr, τοβιβλίο.net κά). Επίσης, δείγματα της δουλειάς της έχουν συμπεριληφθεί στη 2η και 3η Ομαδική Ποιητική Συλλογή των εκδόσεων Διάνυσμα, σε λογοτεχνικά περιοδικά (Δίοδος, Λογοτεχνικό δελτίο κά) και στα καλλιτεχνικά Ημερολόγια 2015, 2016, 2017 και 2019 του δικτυακού τόπου τοβιβλίο.net. Τον Μάιο βραβεύτηκε το διήγημά της “Ο Μίλτος” στον 1ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος “Κοράλλι” από τις εκδόσεις Κοράλλι. Είναι απόλυτα ευτυχισμένη και περήφανη για την οικογένειά της που τη στηρίζει και την εμπνέει, και κυρίως για τις δύο κόρες της και την ιδιαίτερη επικοινωνία τους.

.

.

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ (2020)

ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Η ποίηση
είναι ο τρόπος και ο σκοπός της ζωής μας.
Είναι τα χαμένα χρόνια της αθωότητας
πάνω στην έρημη από ανθρώπους γη.
Είναι ο δρόμος και η ανακάλυψη της εσωτερικής ευτυχίας,
είναι η αισθητική της ηθικής,
η επαφή με τη δυναμική των λέξεων.
Η ποίηση μιλά όταν οι ποιητές σιωπούν,
όταν οφείλουν να ακούσουν την ψυχή να φτερουγίζει.
Είναι η όαση στην έρημο της ζωής μας,
η σανίδα σωτηρίας την ώρα της καταστροφής,
η επιμονή,
η υπομονή,
το θράσος,
ο ήχος της σιωπής.
Οι πιο ενδόμυχες σκέψεις μας,
όταν όλοι και όλα
μας έχουν εγκαταλείψει.
Η ποίηση
είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.1

1. Ο στίχος ανήκει στο κείμενο «Τριαντάφυλλα στο παράθυρο» από τη συλλογή Υψικάμινος του Α. Εμπειρικού, εκδ. Άγρα.

ΠΙΣΤΗ

Η πίστη στα φαινόμενα
μας βοηθά να ζούμε ήσυχα
με κανόνες και όρια.
Αν και μέσα μας το αίμα βράζει.
Όταν ο άνθρωπος παύει να πιστεύει στο δεδομένο
αρχίζουν τα «δράματα».

ΟΝΕΙΡΑ ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΑ ΣΕ ΦΟΡΜΟΛΗ

Η αλαζονεία δεν έχει τέλος
δεν έχει και φίλους
ζει στα σκοτεινά καλύβια
μιας παρατημένης επαρχιακής
σύζευξης νεόπλουτων
αναπτύσσεται στα σαλόνια
καλών κοινωνιών υπό τους ήχους ακριβών κρυστάλλων
και τρέφεται με τον ιδρώτα της αγωνίας για αναγνώριση.

Ονειρεύεται να κατακτήσει μια Νέα Γη
απάτητα όρη, να καρφώσει στα σπλάχνα τους σημαίες
και να φωτογραφηθεί δίπλα σε ήρωες πολέμου
αναζητά το ύψος
και βλέπει τη μορφή της σε κάθε επιτυχία
ένας απίστευτος πλούτος
ένας αμύθητος θησαυρός
προστατευόμενα είδη
μεταλλαγμένες ανθρώπινες ανάγκες
και όνειρα βουτηγμένα σε φορμόλη.

Η αλαζονεία δεν αφήνει το τίποτα
να γίνει κάτι.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ

Θα ζούσα την κάθε στιγμή για χάρη σου
θα λάτρευα το αεράκι που σε δροσίζει και
θα ’κανα σκιά με τα χέρια μου να ξαποστάσεις
τα μεσημέρια του καλοκαιριού.

Είμαστε μια σκέψη στο άπειρο
μια βαρκάδα κάτω απ’ το φως της σελήνης
είμαστε μόνοι μας
χαμένοι
με χαλασμένη πυξίδα.

Θα ζούσα στην άκρη του ονείρου σου
και εσύ κατάλαβες
στην άκρη του κόσμου
από τότε έχω να σε δω.

Ο ΕΡΩΤΑΣ

Ο έρωτας δεν ρωτά.
Δεν ζητά τον λόγο ευγενικά.
Δεν αναγνωρίζει απαγορευτικά.
Δεν υπολογίζει λογικές.
Ζει κάτω από χόρτα ξερά
έτοιμα να προκαλέσουν πυρκαγιά
μέρα μεσημέρι στο τελείωμα του Αυγούστου.

Ο έρωτας έρχεται…
Σκαρφαλώνει στα πόδια σου
τρυπά το στέρνο σου και μπαίνει μέσα σου
κατακτά τα φρούρια
σπάει τις πανοπλίες.
Σε γυμνώνει.
Σε αποτελειώνει.
Σε συνθλίβει.
Σε αφήνει μόνο.

ΠΑΡΩΝ

Το σπίτι έστεκε βουβό
ανάμεσα στα κυπαρίσσια και τις λεύκες
μέσα του έκρυβε μια ψυχή με άσπρο φουστάνι και μακρύ πέπλο
ξυπόλυτη περιφερόταν στα άδεια δωμάτια
ταχτοποιούσε μαξιλάρια και υφάσματα
τα γυαλικά
τις κορνίζες στους ξεφλουδισμένους τοίχους
μάζευε τα ξερά φύλλα απ’ το πάτωμα
και τα έραβε πάνω σε γυμνά κλωνάρια.

Τις νύχτες έστεκε γυμνή στην εξώπορτα
μόνο στεκόταν και περίμενε
τον είχε δει τέσσερις φορές
τέσσερις φορές το ίδιο όνειρο
αν κάποιο δάκρυ κυλούσε τυχαία θύμωνε και τότε έπεφτε στο χώμα
και έκλαιγε ως το ξημέρωμα
κάθε βράδυ ως το ξημέρωμα.

Στις ειδήσεις είπαν πως πέθανε
οι γείτονες επέμεναν πως το έσκασε φοβούμενη την κατακραυγή
και εκείνη προσπαθούσε να πείσει το μυαλό της
πως ήταν ακόμα παρών στης ζωής του τα περιθώρια.

ΣΚΕΨΕΙΣ

Οι σκέψεις των ανθρώπων κρίνονται στον δόλο
μόνο όταν είναι απαλλαγμένες, πετούν ελεύθερα
και κουρνιάζουν στις γραμμές του πενταγράμμου
εκεί με κλειστά τα μάτια του προσώπου
ανοίγουν τα μάτια της ψυχής

*

Ό,τι αγγίζει την ψυχή
εκείνη που στέκει αθέατη
κρυφά μέσα σε σώματα που υποφέρουν
σε σώματα που ζουν το πάθος
η που ήρεμα νικούν τον χρόνο
ό,τι αγγίζει την ψυχή
είναι ιερό
είναι αγίασμα
είναι ο λόγος να υπάρχουμε
…/…

ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

Πάντα θα μένεις να κοιτάς
τα καρτ ποστάλ
που θα σου στέλνουν
φίλοι και εχθροί.
Θα ζεις γιορτές
και θα εύχεσαι περαστικά.

*

Ο άνθρωπος και ο καιρός
στις φουρτούνες φαίνονται
τις άλλες ώρες μαγεμένοι
απολαμβάνουμε τη γαλάζια
γαλήνη τους

*

Υπάρχει ζωή;
ναι

μα κρύβεται κάτω από τσαλακωμένες συνειδήσεις
και πνίγεται στον ιδρώτα του μόχθου

*

Δεν έχω τίποτα να προσθέσω
στις αφαιρετικές του καιρού
έμμονες ιδέες

*

Εσείς που κάνετε το ψέμα αλήθεια
σταθείτε για μια στιγμή
λυπηθείτε το αίμα που θα χυθεί
από τις μάχες που θα προκαλέσετε

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

BOOKPRESS.GR 4/7/2020

«…μια βαρκάδα κάτω από το φως της σελήνης»

Ο ρομαντισμός, ένα από τα πιο ισχυρά και γόνιμα πνευματικά κινήματα στην Ευρώπη μετά την Αναγέννηση, εμφανίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα. Εγκαταλείποντας τον ορθολογικό τρόπο σκέψης και έκφρασης του νεοκλασικισμού, στράφηκε προς το συναίσθημα. Στη θέση της λογικής, την οποία οι κλασικοί είχαν αναδείξει ως κυριότερο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης υπόστασης, ο ρομαντισμός τοποθέτησε την ευαισθησία. Διακήρυξε την απόλυτη ελευθερία στην επιλογή θεμάτων και έκφρασης, αφήνοντας ελεύθερο τον λυρισμό του καλλιτέχνη.

Η Κατερίνα Ατσόγλου στην πρώτη της ποιητική συλλογή Συμβολισμοί (εκδ. Βακχικόν) δημιουργεί συνθέσεις με έντονο το ρομαντικό στοιχείo και με κύριο χαρακτηριστικό τους την αισθαντικότητα. Τριάντα έξι ποιήματα σε μία ενότητα, με θέματα κοινωνικά, υπαρξιακά, ερωτικά. Υιοθετώντας έναν λόγο λιτό και καθημερινό η Ατσόγλου μιλά με τον δικό της τρόπο για θέματα χιλιοειπωμένα. Η γραφή της είναι υποβλητική. Χωρίς ηχηρές λέξεις, αλλά με επαναλήψεις, επίθετα, εικόνες, αλλεπάλληλα ρητορικά ερωτηματικά δημιουργεί έναν ρυθμό έντονο, ο οποίος καταλήγει ασθματικός σε πολλά ποιήματα. Οι λευκές της σελίδες μεταμορφώνονται, όταν μιλά για τον ανθρώπινο πόνο, την αδάμαστη σκέψη, το άγνωστο ή δυστοπικό μέλλον.

Η αισθαντικότητα στην ποίηση της Ατσόγλου συνοδεύεται από το αίσθημα της απώλειας – στοιχείο χαρακτηριστικό και αυτό του ρομαντισμού. Στον καθ’ όλα τέλειο honnête homme του κλασικισμού, oι ρομαντικοί του 18ου αιώνα είχαν αντιπαραθέσει ένα ανήσυχο πλάσμα που έψαχνε αδιάκοπα την ολοκλήρωσή του. Στους Συμβολισμούς της Κατερίνας Ατσόγλου το ποιητικό υποκείμενο κατατρύχεται από ανησυχία. Αφήνει να ελευθερωθεί ο φλογερός και επαναστατικός του χαρακτήρας. Στρατεύεται στην υπεράσπιση των ανθρωπιστικών ιδεωδών, ενώ ο πεσιμισμός του, με αιωρούμενο διαρκώς το αίσθημα της απώλειας, είναι το αποτέλεσμα της απογοήτευσης από τον συγχρωτισμό με την κοινωνία.

Στα ποιήματα της κοινωνικής θεματικής η Ατσόγλου καταπιάνεται με την κρίση των διαχρονικών αξιών, με τον συμβιβασμό, την αφομοίωση, τη χαμένη επαναστατικότητα των νεανικών χρόνων. Στηλιτεύει τον κυνισμό, την απανθρωπιά, την αλαζονεία και τοξικότητα ορισμένων ευκατάστατων ανθρώπων, ενώ περιγράφει την αρρώστια και τη μοναξιά με λεπτή ειρωνεία και έντονο λυρισμό.

ΜΟΝΑΞΙΑ

και πώς θα οδεύσω προς την Ανάσταση;
ως αγαθός και φιλάνθρωπος
ουδέτερος
απάτητος
έρημος και απόρθητος
άνθρωπος να μη διαβεί τούτη τη μοναξιά

Στις υπαρξιακές της αναζητήσεις εκφράζει την πεποίθηση ότι η ζωή είναι στιγμές. Μόνο σκόρπιες στιγμές, ρωγμές και ιδρώτες.

ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ

[…] Είμαστε μια σκέψη στο άπειρο
μια βαρκάδα κάτω από το φως της σελήνης
είμαστε μόνοι μας
χαμένοι
με χαλασμένη πυξίδα. […]

Σύμφωνα με τον Βίκτορα Ουγκώ (Victor Hugo, 1802-1885), τον πιο γνωστό εκπρόσωπο της γαλλικής ρομαντικής σχολής, ο λυρικός ποιητής, «ηχηρός αντίλαλος» της εποχής του, έχει την ιδιόμορφη αποστολή να αποκαλύπτει τον κόσμο που τον περιβάλλει μέσα από την έκφραση της ατομικότητάς του. Ο ρομαντισμός έδωσε μεγάλη σημασία στην υποκειμενική έκφραση και ευνόησε τη λογοτεχνική απογύμνωση της ψυχής του ποιητή, τον οποίο άλλωστε θεωρεί προνομιούχο μάρτυρα των γεγονότων της εποχής του.

Η Κατερίνα Ατσόγλου στρέφεται στην ποίηση αποκαλύπτοντας τον κόσμο που την περιβάλλει μέσα από τη δική της ατομικότητα. Γιατί η ποίηση είναι για εκείνη ο τρόπος και ο σκοπός της ζωής μας. Είναι τα χαμένα χρόνια της αθωότητας πάνω στην έρημη από ανθρώπους γη. Είναι ο δρόμος και η ανακάλυψη της εσωτερικής ευτυχίας, η αισθητική της ηθικής, η επαφή με τη δυναμική των λέξεων. Είναι η όαση στην έρημο της ζωής μας, η σανίδα σωτηρίας την ώρα της καταστροφής, η επιμονή, η υπομονή, το θράσος, ο ήχος της σιωπής.

Ποιήτρια ωστόσο του έρωτα η Κατερίνα Ατσόγλου αφιερώνει τις πιο πολλές της σελίδες στον έρωτα. Με αντιθέσεις, σχήματα άρσης-θέσης και κυρίως ρήματα, ώστε να φανεί η δυναμική του, αναπαριστά τις μορφές του έρωτα: το πάθος, τη ζήλεια, την επιθυμία για την ολοκληρωτική κατάκτηση του αγαπημένου προσώπου, στοιχείο επίσης ρομαντικό, αλλά και την απογοήτευση, τις πληγές από την απώλεια. Αισθηματικός κυρίως έρωτας, όχι αισθησιακός, που εξωτερικεύεται μέσα από τη θλίψη και τη μελαγχολία. Καταγράφεται η προσωπική οδύνη ενός ποιητικού υποκειμένου που επιζητά το απόλυτο του έρωτα και των συναισθημάτων.

ΠΕΤΡΕΣ ΣΜΑΡΑΓΔΙΑ

Γέμιζες τις τσέπες μου με πέτρες
και εγώ καθώς πολύ ερωτευμένη ένιωθα
νόμιζα πως μου χάριζες σμαράγδια.
Έδενες τα μάτια μου
το φως μην αντικρίζω
και πίστευα πως μου ’δειχνες
των αστεριών τα χνάρια.
Έτσι τα βράδια έμοιαζαν πιο τρυφερά
κι ας είχα μες στα χέρια μου
της ερημιάς τα χάδια.

Στην ποίηση της Κατερίνας Ατσόγλου παρατηρούμε εμφανή διακειμενικότητα (transtextuality) με την ποίηση του Καρυωτάκη, της Κικής Δημουλά και των υπερρεαλιστών. Στους στίχους συνυπάρχουν αρμονικά το συναίσθημα και οι φιλοσοφικές ιδέες. Το ποιητικό υποκείμενο υμνεί τη φύση, ενώ ευδιάκριτος είναι ένας πεσιμισμός κυρίως στα θέματα του έρωτα, απότοκος της ιδεαλιστικής προσμονής του απόλυτου ή ανεκπλήρωτου έρωτα. Ο στίχος είναι εύπλαστος. Διαθέτει ρυθμό και αφηγηματικότητα.

Η σχέση που δημιουργεί με τον αναγνώστη η Κατερίνα Ατσόγλου στην πρώτη της συλλογή Συμβολισμοί είναι δυναμική. Τα ποιήματά της είναι τις περισσότερες φορές αυτά της κομμένης ανάσας. Συνοδεύονται από τον ήχο της βροχής και διαβάζονται το σούρουπο, με την ομίχλη να έχει σκεπάσει τα πάντα. Η έκδοση ιδιαίτερα καλαίσθητη, φιλοξενεί στο εξώφυλλό της έναν πίνακα του αναγεννησιακού ζωγράφου Adriaen van Cronenburg (1525-1604).

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ

Είναι ήσυχες οι ώρες
του μεσημεριού
είναι όμορφες αν και υγρές
οι μέρες του Νοέμβρη.

Ο καπνός
από τις καμινάδες μαρτυρά
πως δεν έφυγε κανείς
εκτός από τα σύννεφα
που αλλάζουν χρώμα
και κινούνται βιαστικά
καθώς νυχτώνει γρήγορα.

.

ΕΙΡΗΝΗ ΒΕΡΓΟΠΟΥΛΟΥ

TVXS.GR 7/9/2020

Ο «εσωτερικός μονόλογος» της Κατερίνας Ατσόγλου

Η φίλτατη ποιήτρια Κατερίνα Ατσόγλου κάνει την πρώτη της εκδοτική εμφάνιση με τη συλλογή της «Συμβολισμοί» από τις εκδόσεις «Βακχικόν» εφέτος, περιλαμβάνοντας εντός της αρκετά από τα ποιήματα τα οποία τα τελευταία χρόνια μοιράζεται με τους διαδικτυακούς της φίλους στον τοίχο της στο δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Και είναι χαρά και συγκίνηση μου να τοποθετηθώ και εγώ πάνω στη συλλογή, ανταποκρινόμενη στην ευγενική της πρόσκληση, πόσο μάλλον δίπλα στους άξιους συνομιλητές στην παρουσίαση, δηλαδή τον σπουδαίο ποιητή Κωνσταντίνο Λουκόπουλο, την ευρυμαθή φιλόλογο Κούλα Κρυσταλλίδου και στον διανοούμενο συγγραφέα Πάνο Αντωνόπουλο.

Οι στίχοι της κυρίας Ατσόγλου έχουν δικαίως κερδίσει την αγάπη πολλών αναγνωστών σύγχρονης ποίησης. Με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ερίνα Εσπιρίτου , έχει καταθέσει μια σειρά από μονολόγους, διαλόγους, και μονόπρακτα θα έλεγα, μέσω από την ποιητική πλατφόρμα, που ανταποκρίνονται στις αγωνίες και τα διλήμματα της τωρινής γυναίκας και πολίτη, αλλά ταυτόχρονα και σε θεμελιώδεις απορίες και ανησυχίες που εσαεί ενυπάρχουν μέσα μας.

-Στα ποιήματα της ακούμε τη φωνή μιας γυναίκας που στοχάζεται, απευθυνόμενη με απορίες ή και ρητορικές ερωτήσεις προς άλλα πρόσωπα, τα οποία κατά περίσταση μπορεί να είναι ο εραστής, ο σύντροφος, ο συνοδοιπόρος, ο ίδιος ο αναγνώστης, όλα μαζί. Τα λόγια της Ερίνας μέσα στα ποιήματα της τα προσλαμβάνω προσωπικά ως ένα είδος «εσωτερικού μονόλογου», όπως λέμε στη λογοτεχνία, έναν “interior monologue”, που από τότε που τον εισήγαγε ο Τζόϋς στον «Οδυσσέα» του με τον θρυλικό εσωτερικό μονόλογο της Μόλλυ Μπλουμ, παραμένει -θαρρώ- κυρίως γυναικεία υπόθεση. Αυτοί οι στοχασμοί και αναστοχασμοί που κυκλικά επαναλαμβάνονται και στην γραφή της Ερίνας είναι και παλαιόθεν αγωνίες της γυναικείας φύσης, αλλά και πολύ σύγχρονες συνάμα.

Ποια η ταυτότητα της γράφοντος; Η Ερίνα-δημιουργός λοιπόν είναι μια σύγχρονη γυναίκα, μητέρα, εργαζόμενη, μέσα στο σήμερα, η οποία μάχεται και μας μεταφέρει μέσα από ποιήματα –μονολόγους, τις αγωνίες της: για την ύπαρξη, για τη συναισθηματική και κυριολεκτική επιβίωση, για την ανάγκη της έκφρασης , πράττοντας έτσι ως μονάδα μέσα στο άπειρο σύνολο, ενταγμένη τους ταραχώδεις καιρούς μας.

Τα ποιήματα της Ερίνας έχουν βαθιά ενσυναίσθηση, κάτι που τη χαρακτηρίζει και ως άνθρωπο, και ήθος, επίσης ένα βασικό χαρακτηριστικό της, που περνάει στο εκφραστικό της στιλ. Τα ποιήματα είναι έντονα, αλλά δεν κραυγάζουν : κυρίως επισημαίνουν. Οι κοινές μας αγωνίες «ακούγονται» σε αυτά, για τον αμείλικτο χρόνο, τη φθορά, τη ματαίωση, το ημιτελές ή και ανεκπλήρωτο ή φρούδο του έρωτα. Ο τόνος ποικίλει, μπορεί να είναι από στοχαστικός ή φοβισμένος και απαισιόδοξος, αλλά σε άλλα σημεία δυναμικός και έντονα ερωτικός.

Συχνά τα ποιήματα της, κυρίως αυτά που περιγράφουν τις στιγμές και τους νοητούς διαλόγους ενός ζευγαριού, είναι κατά τη γνώμη μου σαν κινηματογραφικές σκηνές. Μπορώ να πω μου φέρνουν στο νου «μπεργκμανικές» στιγμές, από ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δηλαδή, με έντονα πάθη, συναισθήματα και ραγίσματα, κάτω από ένα σχεδόν σκανδιναβικό μούχρωμα. Θα μπορούσαν να είναι ακόμα και πολύ μικρά θεατρικά , για έναν ή δυο ρόλους.

Άλλες στιγμές ωστόσο, ο λόγος γίνεται πιο αιχμηρός και σαρκαστικός, ανάλογα το εκάστοτε ποίημα.

Το σύνολο των ποιημάτων της συλλογής της Ερίνας, των ποιημάτων με τις τόσες διαφορετικές ψυχικές και νοητικές «αφετηρίες», το διατρέχει εν τέλει μια συνεχής προσπάθεια ενδοσκόπησης και ανακάλυψης του Εγώ αλλά και των μηχανισμών με τους οποίους θα ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της ζωής. Σε όλες αυτές τις διαδρομές, από την αρχή ως το τέλος, αυτό που τα συγκρατεί και συνδυάζει μέσα στο σύνολο της θεματολογίας τους, είναι η ίδια η ποίηση: ο λόγος, οι λέξεις, η γραφή ως το βασικότερο όπλο για αυτήν , αλλά και για εμάς τους αναγνώστες.

Η γραφή, αέναα για τον άνθρωπο, ένα μέσο ύπαρξης, ίασης, έκφρασης και λύτρωσης.

[ *Μεταγραφή από την παρουσίαση που έγινε στο ‘Πόλις’ καφέ, στις 26 Ιανουαρίου 2020]

.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΔΟΥ

LITERATURE.GR 25/5/2020

Ιαματική επίδραση των λέξεων

Πριν κάποια χρόνια, σε μια συνάντηση για τη μεταφρασμένη ποίηση στου Γαβριηλίδη, συναντήθηκα ποιητικά με την Κατερίνα Ατσόγλου, τη δική μας Ερίνα Εσπιρίτου. Ακολούθησαν κι άλλες συναντήσεις ποιητικές, με Ρωμανό το Μελωδό στη Μονή Καισαριανής, στη Ρωμαϊκή Αγορά – διαβάζοντας Ποιητές αγαπημένους – και βέβαια, κυρίως διαδικτυακά, αγάπησα την Ερίνα και με τους δικούς της στίχους στις δημοσιεύσεις της. Σήμερα, με ιδιαίτερη χαρά κρατώ στα χέρια μου την πρώτη της ποιητική κατάθεση με τίτλο «Συμβολισμοί» στην καλαίσθητη έκδοση των εκδόσεων «Βακχικόν».

Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής, η ποιήτρια μας δίνει το στίγμα της, αυτοαναφορικά, για τη σχέση της με την ποίηση. Μας λέει: «… Η ποίηση είναι η αισθητική της ηθικής/ μιλά όταν οι ποιητές σιωπούν/ όταν οφείλουν να ακούσουν την ψυχή να φτερουγίζει/ …» . Ναι θα πω κι εγώ, αφού τα αισθήματα έχουν μια βαθιά σχέση με την αισθητική, και θα προστρέξω στην άποψη του Γκαίτε, όταν ονόμαζε την ποίηση ως “αισθητική σύνοψη της πείρας της ζωής”, καθώς η ποίηση δίνει στην πραγματικότητα ποιητική μορφή. Χαρακτηριστική και η ρήση του: «Η αισθητική είναι η τέχνη των αισθημάτων». Με μια μεγάλη γκάμα αισθημάτων, λοιπόν, συναντιόμαστε στα 34 ποιήματα, τις Σκέψεις και τους Αφορισμούς σ’αυτή τη συλλογή. Εδώ η Ερίνα, συνοψίζοντας τα βιώματα και τις εμπειρίες της, δίνοντας ποιητική μορφή στην πραγματικότητά της και στη ζωή που κυλάει δίπλα της/μας σε όλες τις εκφάνσεις, καταθέτει μια ποίηση βιωματική, σε στενή σχέση η πραγματική ζωή και ο συναισθηματικός κόσμος και γι’ αυτό αμιγώς Ανθρώπινη. Όλα τα αισθήματα παρόντα! Η ειρωνεία, ο πόνος της ψυχής, η ματαίωση, η υπαρξιακή αγωνία, η μοναξιά, η φρίκη και η σκληρότητα του κόσμου και της εποχής, αλλά και δίπλα τους η γαλήνη, η τρυφερότητα και προπαντός ο ‘Ερωτας… Κυρίαρχος!

Ήδη στο δεύτερο ποίημα, «Λευκή Σελίδα», η ποιήτρια εν είδει ποιητικού index, προϊδεάζει για τις θεματικές που θα συναντήσουμε στη συλλογή της. Εύκολα καταλαβαίνουμε και πώς γεμίζει τις δικές της «Λευκές Σελίδες» με τα ποιήματα. Σε κάθε στίχο αυτού του ποιήματος βρίσκεται και μια λέξη που σηματοδοτεί και κάποιο τίτλο αντίστοιχου ποιήματος ή στίχου. Στους τέσσερις δε τελευταίους στίχους στη «Λευκή Σελίδα», αυτοαναφορικά πάλι, η ποιήτρια αναρρωτιέται για την ιαματική επίδραση των λέξεων πάνω στον πόνο και την ερημιά της ψυχής ή και την ιαματική επίδραση στα παιχνίδια της καρδιάς και του μυαλού. Μπορεί άραγε να περιμένει την ίαση; Όταν δηλώνει πως δεν μπορεί να σταθεί κάστρο άπαρτο στον έρωτα πορθητή, όταν αναρρωτιέται πώς γίνεται με μπαλώματα να καλύψει κανείς τα κενά της καρδιάς ή να κοιμήσει το μυαλό, χωρίς να βλέπει όνειρα; Λέει: «πώς να γεμίσεις μια σελίδα φώς/ πώς να γιατρέψεις μια πονεμένη ψυχή/ πώς να δαμάσεις έναν ανήσυχο νου/ πώς να χορτάσεις τις ορμές/ (αντίστοιχα ποιήματα τα: « Ίαση», «Άρνηση», και «Τα Κενά».)

Τα κενά

Από καιρό ήθελα να σκοτώσω την καρδιά μου
όλο με έμπλεκε σε καταστάσεις
μέχρι που άρχισε και εκείνη να πονά
στο τέλος κατάλαβα πως τη χρειάζομαι
για να λέω πως ζω
μπάλωσα τα κενά της
διόρθωσα τα στραβά της
τώρα κάθομαι μαζί της τα βράδια
και προσπαθώ να την αφουγκραστώ
όλο κάτι μου λέει και όλο κάτι ζητά

Προσέχοντας τη γλώσσα της στην προφορά των κυματισμών με τα ‘σύμφωνα’ & ‘φωνήεντα’ των αισθημάτων, ντύνει τα αισθήματα με ήχους στις λέξεις και φράσεις, συντονίζοντας την ιδιοσυγκρασία των στίχων με τη δική της ευαισθησία. Ενδεικτικός και ο τίτλος στο ποίημα «Όταν αγγίζεις τα σύμφωνα». Διαβάζω: «…Μέσα μου έχω συνεχώς/ τον ήχο της φωνής σου/ όταν αγγίζεις τα σύμφωνα/ … μέσα μου έχω συνεχώς/ τον ήχο της φωνής σου/ όταν πλαγιάζει γύρω απ’ τ’όνομά σου/ τα μάτια σου,/ εκείνα τα αποφεύγω/ δεν είμαι έτοιμη/ για τέτοιο θαύμα.»

Στους στίχους της Ερίνας, οι λέξεις επιλέγονται αφτιασίδωτες, χωρίς να καταφεύγει η ποιήτρια στην αναζήτηση εξεζητημένων λέξεων ή και σε πολλά στολίδια με σχήματα λόγου. Μιλούν απλά κυρίως, ζυγιασμένα και ευθύβολα χωρίς να λείπουν, όταν χρειάζεται, η μεταφορά, ο υπαινιγμός ή το σύμβολο. Ιδιαίτερα θα μείνω σε ένα ποίημα χαρακτηριστικό της εικονοπλασίας της, όπου οι εικόνες ρέουν ως κινηματογραφική σεκάνς ή και σε θεατρικό σκηνικό. Πρόκειται για το ποίημα «Παρών». Ανάλογη είναι και η εικονοπλασία της «Στο τέλος του Αυγούστου», στο «I need your love» και αλλού.

Παρών

Το σπίτι έστεκε βουβό
ανάμεσα στα κυπαρίσσια και τις λεύκες
μέσα του έκρυβε μια ψυχή με άσπρο φουστάνι και μακρύ πέπλο
ξυπόλυτη περιφερόταν στα άδεια δωμάτια
τακτοποιούσε μαξιλάρια και υφάσματα
τα γυαλικά
τις κορνίζες στους ξεφλουδισμένους τοίχους
μάζευε τα ξερά φύλλα απ ́το πάτωμα
και τα έραβε πάνω σε γυμνά κλωνάρια
τις νύχτες έστεκε γυμνή στην εξώπορτα
μόνο στεκόταν και περίμενε
τον είχε δει τέσσερις φορές
τέσσερις φορές το ίδιο όνειρο
αν κάποιο δάκρυ κυλούσε τυχαία θύμωνε και τότε έπεφτε στο χώμα και έκλαιγε ως το ξημέρωμα
κάθε βράδυ, ως το ξημέρωμα

στις ειδήσεις είπαν πως πέθανε
οι γείτονες επέμεναν πως το έσκασε φοβούμενη την κατακραυγή
και εκείνη προσπαθούσε να πείσει το μυαλό της
πως ήταν ακόμα παρών στης ζωής του τα περιθώρια

Στη συλλογή ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ποιήματα «Πίστη» και «Όνειρα βουτηγμένα στη φορμόλη», όπου περιλαμβάνεται και η κριτική στάση της ποιήτριας, η ειρωνεία και ο σαρκασμός σε ζητήματα κοινωνικά και αντίστοιχες συμπεριφορές. Το φαίνεσθαι και η εμμονή στην επιφάνεια και όχι στην ουσία των πραγμάτων αποτελούν το αντικείμενο της ειρωνείας της. Όταν αυτά έχουν την προτεραιότητα στις ήσυχες, «κανονικές» ζωές των ανθρώπων «κι ας βράζει μέσα μας το αίμα» η αλήθεια. Η αλαζονεία, ο νεοπλουτισμός, οι μεταλλαγμένες ανάγκες, όλα παρόντα στο ποίημα «Όνειρα βουτηγμένα σε φορμόλη»

Όνειρα βουτηγμένα σε φορμόλη

Η αλαζονεία δεν έχει τέλος
δεν έχει και φίλους
ζει στα σκοτεινά καλύβια
μιας παρατημένης επαρχιακής
σύζευξης νεόπλουτων
αναπτύσσεται στα σαλόνια
καλών κοινωνιών υπό τους ήχους ακριβών κρυστάλλων

και τρέφεται με τον ιδρώτα της αγωνίας για αναγνώριση
ονειρεύεται να κατακτήσει μια Νέα Γη
απάτητα όρη, να καρφώσει στα σπλάχνα τους σημαίες
και να φωτογραφηθεί δίπλα σε ήρωες πολέμου
αναζητά το ύψος
και βλέπει την μορφή της σε κάθε επιτυχία
ένας απίστευτος πλούτος
ένας αμύθητος θησαυρός
προστατευόμενα είδη
μεταλλαγμένες ανθρώπινες ανάγκες
και όνειρα βουτηγμένα σε φορμόλη
η αλαζονεία δεν αφήνει το τίποτα
να γίνει κάτι.

Είναι όμως πέρα από τα προσωπικά-κοινωνικά, και τα οικουμενικά προβλήματα που στέκεται η ποιήτρια. Αυτά που ταλανίζουν στην εποχή μας τον άνθρωπο, τη φύση, τη Γη μας γενικότερα. Στο ποίημα «Αναζήτηση Αλήθειας» στα όρια αγανακτισμένη, εξανίσταται:

«…Πώς γίναμε αδιάφοροι/ σκληροί/ να υπομένουμε τον πόνο και τη φρίκη/ Άνθρωποι, απόγονοι ανθρώπων/ Γη να ποτίζεται με αίμα λες και θα φυτρώσει το δέντρο της ζωής».

Και συνεχίζοντας, στο ποίημα «2115 μ.Χ.», κάνοντας μια προβολή στο μέλλον «που, όμως, τρέχει πάντα πιο γρήγορα από σένα», όπως λέει αλλού, προβάλλεται ανατριχιαστικά το αδιανόητο, με την εικόνα του ανθρώπινου είδους να μας δημιουργεί το αίσθημα μιας πλήρους αποστροφής.

2115μ.Χ.

Αφού φάγαμε με κάθε ευλάβεια όλες τις σάρκες μας
και ήπιαμε κάθε σταγόνα αίματος
συνδεθήκαμε με μπαταρίες επαναφορτιζόμενες
περιμένοντας τη Δευτέρα Παρουσία.
Κόκαλα και κρανία κείτονταν βουβά
αδιάφορα, πάνω στα κάρβουνα που ακόμα έκαιγαν τη σάρκα της γης
περίμεναν τη σειρά τους να αποτεφρωθούν
με όλες τις τιμές αρχηγού κράτους, “δημοσία δαπάνη”.
Το μόνο που θύμιζε την καταγωγή του είδους μας
ένα κίτρινο κυκλικό σφαιρίδιο
με μάτια και στραβό χαμόγελο
στην άκρη ενός γκρίζου χαρτονιού.
Κάποτε άκουγες και καμιά κραυγή
ένα σημάδι ζωής αληθινής
ένα σημάδι που πρόλαβαν να το εξολοθρεύσουν
ευτυχώς γιατί κανείς δεν είχε κουράγιο για την “Ε π α ν ά σ τ α σ η”.

Στα δύο ποιήματα «Υπόσχεση» και «Μοναξιά»,πραγματικά καθηλώνουν οι στίχοι, με την ποιήτρια να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, όταν περνά ώρες υπαρξιακής αγωνίας, μέσα σ’εκείνη τη μοναξιά, όταν αναμετριέται η ζωή σ’ένα κρεβάτι νοσοκομείου με τον πόνο και τον χρόνο. Συγκλονίζουν στο ποίημα «Υπόσχεση» οι καταληκτικοί στίχοι για τη δύναμη που επιδεικνύεται σε μια τέτοια δοκιμασία, εκεί που η ποιήτρια υπερβαίνει τον εαυτό της, παλεύοντας να νικήσει την ανθρώπινη αδυναμία στη σκληρή δοκιμασία της υγείας.

Γίνεται η περσόνα κάθε γυναίκας στην ανάλογη θέση, μπροστά στο φάσμα του θανάτου,και είναι πολλές αυτές, λέγοντας: «…τόσες θηλυκές μορφές/κλείνω τα μάτια μου κι απολαμβάνω τα δευτερόλεπτα/ δε θα ξανάρθω, στο «υπόσχομαι». Ένα υπόσχομαι με όλη την αγωνία στα εισαγωγικά του να προδίδουν τη δύναμη που αντλεί μέσα στην αδυναμία της.

Υπόσχεση

«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος»
μονολογώ και ψηλαφίζω κενά
περνούν τα δάχτυλα από πάνω τους
μετρώ τις ώρες
φωτογραφίες ασπρόμαυρες προδίδουν την τραγωδία
ραντεβού
βελόνες
άσπρα πουκάμισα
χαμόγελα σφιγμένα
σκιές
μορφές
τόσες θηλυκές μορφές
κλείνω τα μάτια μου και απολαμβάνω τα δευτερόλεπτα
δεν θα ξανάρθω στο “υπόσχομαι”

Επανέρχομαι στο ποίημα «Λευκή Σελίδα». Πολλοί στίχοι προϊδεάζουν έντονα και για το ερωτικό περιεχόμενο πολλών ποιημάτων της: «Λευκές κόλλες χαρτιού/ λόγια χιλιοειπωμένα… / για το γυναικείο κορμί που διψά/ τα υγρά μάτια/ για το τυχαίο άγγιγμα/ για την απουσία/ για τα αδάμαστα όνειρα/ για το άρωμα στα τσαλακωμένα σεντόνια κι ένα κενό μαξιλάρι.»

Σε κάποια ποιήματα η ποιήτρια, ερωτευμένη, γίνεται ιδαίτερα τρυφερή. Εμφανίζεται με μια πηγαία γλυκύτητα να αναδύεται μέσα σε στίχους ερωτικούς. Πόση αγάπη και τρυφερότητα, τι έρωτας σε ποιήματα όπως το «Πέτρες σμαράγδια» και «Καθοσίωση».

Πέτρες σμαράγδια

Γέμιζες τις τσέπες μου με πέτρες
και εγώ καθώς πολύ ερωτευμένη ένιωθα
νόμιζα πως μου χάριζες σμαράγδια.
Έδενες τα μάτια μου
το φως μην αντικρίζω
και πίστευα πως μου ́δειχνες
των αστεριών τα χνάρια.
Έτσι τα βράδια έμοιαζαν πιο τρυφερά
κι ας είχα μες τα χέρια μου
της ερημιάς τα χάδια.

Στο ποίημα «Καθοσίωση» μέσα σε τέσσερις στίχους καταφέρνει και μετατρέπει το «έγκλημα καθοσιώσεως», την προδοσία της Ελένης, σε έναν ιερό ναό της Αφροδίτης κτίζοντας μια δική της Τροία.

Καθοσίωση

Εγώ θα χτίσω την Τροία
και θα γίνω η ωραία σου Ελένη
εσύ θα εισβάλλεις κάθε βράδυ
Δούρειος Ίππος χωρίς περιορισμούς

Είναι όμως, και άλλα ποιήματα ερωτικά, με τα πάθη του έρωτα, όπου ο πόνος, η απουσία, η απόσταση, η ματαίωση του έρωτα «…έρωτας αδιάβαστος με ορθογραφικά που βγάζουν μάτι» συναντιέται δίπλα στην επιθυμία και το όνειρο. Λίγοι στίχοι από τα ποιήματα «Αδιάκοπα διαλλείματα» και «Πλάνη»:

Αδιάκοπα διαλείμματα

[…]
Έβαλες φωτιά στις πεδιάδες του μυαλού μου
και έπειτα εξαφανίστηκες χωρίς να αφήσεις ίχνη.
Άσκοπα έψαχνα για αποδεικτικά στοιχεία,
κινήθηκες εντός ορίων στατιστικού σφάλματος.
Μπήκες σαν κλέφτης και έφυγες σαν φονιάς.
Τώρα ρίχνω το σώμα μου στη θάλασσα
[…]
Αφήνομαι στην αγκαλιά της και κοιτώ τον ουρανό
αδιάκοπα διαλείμματα ανάμεσα σε δύση και ανατολή.
Τις μέρες καίγομαι,
τα βράδια ονειρεύομαι πως σ ́ αγαπώ.
Ευτυχώς μας έσωσε το καλοκαίρι και τους δυο.

Πλάνη

[…]

αδίκως περιμένω τα χέρια σου
να μαζέψουν τα κουρέλια μου
~~~ ~~~ ~~~
εκείνος έδειχνε την έξοδο
και εγώ κοίταγα τα λατρεμένα χέρια του
τα μαγικά του δάχτυλα
τις φλέβες
που έμοιαζαν ρυάκια
σε μαραμένη γη
~~~ ~~~ ~~~
η απόσταση και η σιωπή
μας κρατάνε αγαπημένους
έγιναν οι λέξεις επικίνδυνες
ματώνουν σαν καρφιά

Πολλοί, και με ευκολία, θα χαρακτήριζαν την Ερίνα ως ερωτική ποιήτρια. Κι εγώ, ναι θα έλεγα. Είναι. Ερωτική όμως, ως προς τον τρόπο που ζει και υπάρχει και στην καθημερινότητά της. Ερωτική στον πόνο της και στη μοναξιά όπως στο ποίημα «Εξομολόγηση». Διαθέτει το ερωτικό στοιχείο στην ερωτική συγκίνηση, χωρίς να ζητάει ανταλλάγματα. Επιμένει στην αθωότητα, χωρίς υπολογισμούς, ακόμα και στις ματαιώσεις της. Μακριά από τη χώρα της μιζέριας ή της εκδίκησης παραμένει πάντα ερωτική και τρυφερή, όπως στο ποίημα «Ένα ματσάκι άρωμα».

Ένα ματσάκι άρωμα

Αν μπορούσα να νικήσω τον χρόνο
θα το έκανα σήμερα για να σου φέρω ζεστό καφέ
και να σου πω από κοντά μια καλημέρα,
ύστερα θα περπατούσα στην πόλη σου
στους δρόμους σου
θα άγγιζα τις εικόνες των ματιών σου
και θα  ́ κλεβα από μια γλάστρα
ένα ματσάκι άρωμα
για να θυμάμαι στην επιστροφή
αν μπορούσα να νικήσω το χρόνο
θα ́ μουν τώρα μια ανάσα από τα χείλη σου

Τέλος, ερωτική είναι, έστω κι αν η διάθεση είναι μελαγχολική, και στον τρόπο που συναντά την ομορφιά, την ησυχία και τη γαλήνη στη φύση, στις «Μέρες του Νοέμβρη», έτσι απλά καθώς αυτές, οι μήνες και οι εποχές κυλούν μέσα στην καθημερινότητά της.

Μέρες του Νοέμβρη

Είναι ήσυχες οι ώρες
του μεσημεριού
είναι όμορφες αν και υγρές
οι μέρες του Νοέμβρη.

Ο καπνός
από τις καμινάδες μαρτυρά
πως δεν έφυγε κανείς
εκτός από τα σύννεφα
που αλλάζουν χρώμα
και κινούνται βιαστικά
καθώς νυχτώνει γρήγορα.

Η συλλογή κλείνει με δύο μικρές ενότητες, όπου η ποιήτρια μοιράζεται μαζί μας σκέψεις και αφορισμούς, ποιητικά δοσμένα. Πρόκειται για ολιγόστιχες ποιητικές διατυπώσεις. Αιφνιδιάζουν κάποιοι στίχοι με τη λεκτική συμπύκνωση που χαράσσονται στη μνήμη και θα μπορούσαν να εκληφθούν και σαν μότο ζωής.Τους παρακάτω λίγους στίχους από τις «Σκέψεις» διάλεξε η ποιήτρια για το οπισθόφυλλο της συλλογής. Θεωρώ ότι καθόλου τυχαία δεν είναι αυτή της η επιλογή, γιατί πιστεύω ότι σ’αυτούς τους στίχους συνοψίζεται ό,τι την απασχολεί στην ποίησή της, βασικός πυρήνας της οποίας είναι ο Άνθρωπος.

Σκέψεις

Ό,τι αγγίζει την ψυχή
εκείνη που στέκει αθέατη
κρυφά μέσα σε σώματα που υποφέρουν
σε σώματα που ζουν το πάθος
ή που ήρεμα νικούν το χρόνο
ό,τι αγγίζει την ψυχή
είναι ιερό
είναι αγίασμα
είναι ο λόγος να υπάρχουμε

Κλείνοντας αυτές τις σημειώσεις, θα ήθελα να ευχηθώ να είναι καλοτάξιδο το πρώτο αυτό σαλπάρισμα των Συμβολισμών, στα χέρια αγαπημένων φίλων αναγνωστών. Πιστεύω πως η ποιητική φωνή της Κατερίνας Ατσόγλου μας επιφυλάσσει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα συνέχεια στο μέλλον. Μακριά επίσης εύχομαι να είναι και η πορεία της στο χώρο της τέχνης, όπως μας έχει ήδη συνηθίσει με τις όμορφες μουσικές επιλογές και τους πίνακες που μας παρουσιάζει από την πλούσια πινακοθήκη της. Χαρακτηριστική φυσικά και η επιλογή του αναγεννησιακού πίνακα του Adriaen van Cronenburg με τα σταυρωμένα, όλο φως, χέρια της ‘μοναχής’, ο οποίος κοσμεί το εξώφυλλο, αποτελώντας την Πύλη εισόδου των Συμβολισμών.

Και βέβαια δεν θα σταματήσουμε να ακούμε τη ζεστή φωνή της Ερίνας, απολαμβάνοντας τις εκπομπές της στο ραδιόφωνο του ΕΑΠ, κάθε απόγευμα Σαββάτου.

.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

FRACTAL 11/3/2020

[Α]. ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ-ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ: Αντιγράφουμε από το πρόσφατο ποιητικό βιβλίο Συμβολισμοί της Κατερίνας Ατσόγλου των καλαίσθητων εκδόσεων Βακχικόν, τους σταθμούς της λογοτεχνικής της πορείας (ομολογουμένως αρκετά εκτενείς), προκειμένου να ορίσουμε το υποψιασμένο πρόσωπο και την πρόθεση, που απαιτείται για την άσκηση οποιαδήποτε τέχνης. Διαβάζουμε λοιπόν: Γεννημένη το 1977 στην Κόρινθο, σπούδασε Λογιστική στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών της Δυτικής Μακεδονίας και σήμερα εργάζεται στον Δήμο Σικυωνίων – τόσο οι σπουδές, όσο και ο τόπος εργασίας είναι ικανά εφόδια για την Ποίηση, κι ευτυχώς που οι σπουδές της είναι πρακτικής μορφής γιατί η θεωρητική επιστημονική κατάρτιση (π.χ. Φιλολογία, κλπ) πολλές φορές στέκεται εμπόδιο λόγω του διαρκούς ελέγχου και της ανασφάλειας που προσφέρει η εξαντλητική άσκηση-εξάσκηση της γλώσσας. Από το 2018 σπουδάζει στο μεταπτυχιακό τμήμα Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ. Ποιήματα και κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά και Blogs, σε έντυπα, όπως στις Ομαδικές Ποιητικές Συλλογές των εκδόσεων Διάνυσμα, σε περιοδικά όπως Δίοδος, Λογοτεχνικό δελτίο, σε καλλιτεχνικά Ημερολόγια, έως ότου πέρσι τον Μάιο βραβεύτηκε για το διήγημά της Ο Μίλτος στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Διηγήματος του περιοδικού Κοράλλι των ομώνυμων εκδόσεων.

[Β]. ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ: Η ποίησή της, αν κρίνουμε από το τελικό επισφράγισμα (κορύφωση) κάθε ποιήματος, είναι μία λόγχη για τον αναγνώστη. Οι στίχοι έντασης τείνουν όχι σε κάθαρση, αλλά σε μια νέα πληγή. Όλη η συλλογή είναι αφιερωμένη στον «Άφαντο-Αγαπημένο» που όρισε η ψυχή ερήμην της ποιήτριας. 1). «Ποίημα ποιητικής»: Το ποίημα (ο πρόλογος της συλλογής), είναι ο Ορισμός της Ποιήσεως. Ο στίχος «είναι η αισθητική της ηθικής» αποτελεί τον καλύτερο τίτλο-συμπέρασμα για την Ποίηση. «Η ποίηση μιλά όταν οι ποιητές σιωπούν»: αφορά πότε υφίσταται η ποιητική δημιουργία. Οι ακόλουθοι στίχοι στοχεύουν στη χρησιμότητά της και σε ποιες στιγμές συμβαίνει, ενώ η κατακλείδα από την Υψικάμινο του Ανδρέα Εμπειρίκου επισφραγίζει τον ορισμό της Ποίησης, κάτι που δεν χρειαζόταν, μιας που οι στίχοι «όταν όλοι και όλα / μας έχουν εγκαταλείψει» είναι διαφωτιστικά πετυχημένοι. 2). «Λευκή σελίδα»: Είναι γεμάτη με εικόνες όπου η Αγάπη πρωτοστατεί στη γυναικεία ψυχή – η απόδοσή της σε στίχους-εικόνες είναι συγκινησιακά εκστατική. Η τελευταία στροφή, όπου οι φράσεις ξεκινάνε με το «πώς» δηλώνεται και η πιθανή αδυναμία της Ποίησης να εκφράσει όλα τα αιτήματα και ίσως αυτή η «ανικανότητά» της να είναι και η πιθανή της κατάκτηση. 3). «Λίγο από ζωή»: Χωρίς αμφιβολία, ένα σπουδαίο ποίημα. Εδώ καταγράφεται τμήμα βίου, αποκομμένου και μοναχικού, στιγμές σακάτικες, εκπτωτικές, που στο τέλος το σφραγίζει η αποκορύφωση: «Στο δικό μας (εν. παράθυρο) / αν και έσπασα τις γρίλιες / έχει πάντα συννεφιά». 4). «Πάλι βρέχει»: Εδώ η βροχή λειτουργεί ως εξαγνισμός χωρίς διάρκεια, όπως δηλώνεται στη δεύτερη παράγραφο με το ρήμα «προσποιούμαστε». 5). «Πίστη»: Μεταφυσική καταφυγή με ρεαλιστική παραδοχή που συντρίβει τον αναγνώστη στο τέλος: «Όταν ο άνθρωπος παύει να πιστεύει στο δεδομένο / αρχίζουν τα “δράματα”». Δίστιχο, όντως, θαυμάσιο, επειδή η ψυχή ζει ξεκρέμαστη δια βίου χωρίς αποκούμπι-βάλσαμο. 6). «Η Φυγή»: Εξαιρετικό ποίημα. Η κατάθεση αυτή ως αναγκαιότητα μιας συνάντησης. Τα πάντα εδώ είναι πνιγηρά κι απειλητικά ακόμα από «ελεύθερους σκοπευτές». 7). Στην «Αναζήτηση αλήθειας» σ’ έναν κόσμο σκληρό και αδυσώπητο κυριαρχεί το ερώτημα: «Πώς γίναμε αδιάφοροι / σκληροί / να υπομένουμε τον πόνο και τη φρίκη;». Στο τέλος η ποιήτρια αποφαίνεται: «Γη να ποτίζεται με αίμα λες και θα φυτρώσει το δέντρο της ζωής». 8). «2115 μ.Χ.»: Το αφόρητα επικίνδυνο μέλλον, όπου τα πάντα ζοφερά και αμετάκλητα. Κι όσο για την «Ε π α ν ά σ τ α σ η» – άλλη ματαιότητα κι αυτή. 9). «Όνειρα βουτηγμένα σε φορμόλη»: Εδώ έχουμε ανάλυση της αλαζονείας σε πολλαπλά επίπεδα της ζωής που ταυτίζεται με την πλαστή ευτυχία των νεόπλουτων για να καταλήξει στο συγκλονιστικό αναμενόμενο: «Η αλαζονεία δεν αφήνει το τίποτα / να γίνει κάτι». Στα επόμενα δύο ποιήματα, 10). «Υπόσχεση» και 11). «Μοναξιά» υπάρχουν αναφορές σε θρησκευτικούς κανόνες του τύπου: «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος» και «και πώς θα οδεύσω προς την Ανάσταση;» το ένα ποίημα ως συνέχεια του άλλου. Στο πρώτο υπάρχει η ματαίωση και η οπισθοχώρηση, ενώ στο δεύτερο η δυσκολία στην κατάκτηση της ανάστασης που περνάει από την προσωπική μοναξιά της ποιήτριας και κατ’ επέκταση όλου του κόσμου. 12). Στις «Μέρες του Νοέμβρη» υπάρχει ένα εξαιρετικό εύρημα του καπνού, που αποκαλύπτει παρουσία ανθρώπων στο σπίτι; των ανωνύμων καιομένων; * Από τη σελ. 21 ίσαμε το τέλος της συλλογής στη σελ. 51 η Κατερίνα Ατσόγλου καταθέτει τα καλύτερά της ποιήματα για τα βάσανα του έρωτα. 13). «Αδιάκοπα διαλείμματα»: Ο χαμένος χρόνος που στιγμάτισε μία ψυχή, την υποδούλωσε και χάθηκε για πάντα. Η θάλασσα, το αλμυρό νερό, δεν εξαγιάζει μήτε λυτρώνει. Μένει όμως ο τελευταίος στίχος ως κάτι καλό και αίσιο: «Ευτυχώς μας έσωσε το καλοκαίρι και τους δυο».

14). «Είμαστε μόνοι μας»: Ποίημα-λυγμός, Λόγος περί Αγάπης που στέκεται μακριά, σμιλεμένο με σπουδαίους στίχους. Ειδικά η πρώτη στροφή, ένα αποκορύφωμα: «Θα ζούσα την κάθε στιγμή για χάρη σου / θα λάτρευα το αεράκι που σε δροσίζει και / θα ’κανα σκιά με τα χέρια μου να ξαποστάσεις / τα μεσημέρια του καλοκαιριού». 15). «Σου εύχομαι να λείπεις»: Η ερωτική ματαιότητα στο σύνολό της, ο βασανισμός της ψυχής, με υπέροχους στίχους, όπως «έρωτας αδιάβαστος με ορθογραφικά που βγάζουν μάτι», ενώ στο τέλος το σόλοικο: «Σου εύχομαι να λείπεις»… γιατί το φως, η εικόνα του αγαπημένου είναι και μια νέα τυραννία, σύμφωνα με τον καβαφικό στίχο. 16). Στις «Πέτρες σμαράγδια» επιλέγει η ποιήτρια κάτι το στερεό και συνάμα μεγάλης αξίας, την απόδειξη της Αγάπης του εραστή, για να αποφανθεί με αφόρητη πίκρα στο τέλος: «κι ας είχα μες στα χέρια μου / της ερημιάς τα χάδια». 17). «Ο έρωτας» και η φύση του, το ποιόν του. Σε κατακτά, αφαιρώντας σου και από μια διαφορετική δύναμη αντοχής και στο τέλος: «Σε αφήνει μόνο». 18). «Καθοσίωση»: μια μεταφορά όλο το τετράστιχο. Τα ονόματα, Τροία, Ελένη, Δούρειος Ίππος, αφορούν το κάλεσμα του εραστή τη νύχτα «χωρίς περιορισμούς». 19). Η «Πλάνη» αφορά το τσάκισμα από την πλάνη του έρωτα. Η ποιήτρια μοιάζει πια με «ξεχαρβαλωμένη σημαία» στα χέρια του εραστή, ο οποίος της δείχνει «την έξοδο». Το τελικό συμπέρασμα είναι εξίσου ζοφερό, ένα ζεύγμα «απόστασης-σιωπής» που «μας κρατάνε αγαπημένους / έγιναν οι λέξεις επικίνδυνες / ματώνουν σαν καρφιά». 20). «Υλικά σε τιμή ευκαιρίας»: Η μεταφορά του πόνου σε μια παρέα έχει ως αποτέλεσμα να γίνει κι αυτή θύμα του. Ο χρόνος, κάλπικος κι αυτός, ο ρόλος χιλιοφορεμένος, ενώ το ίδιο το σώμα «προς κατεδάφιση / και τα υλικά θα πωληθούν σε τιμή ευκαιρίας / εξευτελιστικής, / όπως και οι τόσες υποσχέσεις περί αιωνιότητας». * Ακολουθούν τέσσερα ποιήματα με τα οποία στρέφεται η ποιήτρια Εις εαυτήν: 21). «Εξομολόγηση»: Τα ψυχικά σημάδια του έρωτα, αποτυπώματα στην ψυχή που καταγράφει το ρήμα «λιώνω» – το τρίωρο της απουσίας του εραστή τα προκαλεί. 22). «Άρνηση»: Η άρνηση του έρωτα την αναγκάζει να βάζει το μυαλό της «για ύπνο νωρίς», ενώ, κλείνοντας συγχρόνως τις κουρτίνες, αποφαίνεται: «αυτό μόνο μας έλειπε να ζεσταθούν ξανά οι φλέβες / να αρχίσει να ρέει η αγάπη». 23). «Τα κενά»: Η κατά της καρδιάς επίθεση της ποιήτριας, το όργανο-φταίχτης που μπλέκει τον κόσμο σε καταστάσεις, αλλά η ίδια υποφέρει, μα αν και λέει πως «διόρθωσα όλα τα στραβά της», πάντα «όλο και κάτι ζητά». 24). «Γυναίκα»: Ποίημα – εύρημα. Ο ερωτικός πόθος μετατρέπει-λαξεύει τη γυναίκα και την κάνει «θήραμα προς αναζήτηση / παραδομένη στον οίστρο της». 25). Παρών: Εξαιρετική ονειρική κατάθεση με σύμβολα-εικόνες σε όλο το ποίημα. «Ψυχή με άσπρο φουστάνι» να περιφέρεται σε ρημαγμένο σπίτι και να στέκεται στην εξώπορτα περιμένοντας Εκείνον «τον είχε δει τέσσερις φορές». Το ποίημα κλείνει με θάνατο: «και εκείνη προσπαθούσε να πείσει το μυαλό της / πως ήταν ακόμα παρών στης ζωής του τα περιθώρια». Και μόνο αυτό το δίστιχο θα μπορούσε να ορίσει την Κατερίνα Ατσόγλου ως ικανή ποιήτρια. 26). Η «Ίαση»: [ Μια άλλη εκδοχή ]: Η θεραπεία γίνεται με τις λέξεις, που χάρη στην Ποίηση, μαζεύονται, σχηματίζουν φράσεις, για να δοθούν-ειπωθούν στον Αγαπημένο με ένταση, όταν επιτευχθεί η ποθητή συνάντηση: «τις μαθαίνω να κρατούν την αναπνοή τους / μέχρι να σε συναντήσουν». 27). Στο «Ένα ματσάκι άρωμα», η ποιήτρια γίνεται απέραντα δοτική-υπηρετική στον Αγαπημένο: Ο ζεστός καφές, η καλημέρα, η περιδιάβαση στην πόλη του, το ματσάκι από αρωματικό φυτό γίνεται μνήμη για την επιστροφή. Ένας λυρικός καημός της Αγάπης. 28). «Όταν αγγίζεις τα σύμφωνα»: Ο ήχος της φωνής Του, όταν αγγίζει τα σύμφωνα. Και από κει, μεταφέρεται με στίχους η Αγάπη από τα χέρια στα χείλη. Ο ιδιάζων ήχος της φωνής «όταν πλαγιάζει γύρω απ’ το όνομά μου», αποφεύγοντας «Τα μάτια σου». 29). «Το όνομά σου»: Τι πιο πολύτιμο από το όνομα του Αγαπημένου; Παρ’ όλες τις ελπίδες και τα όνειρα, που τους δίνει υπόσταση η ποιήτρια, η ήττα είναι βέβαιη…[1]

30). «Οι εραστές»: Προσπάθεια ορισμού με θαυμάσιες εικόνες για την ποιότητα των εραστών που είναι χωρισμένοι για πάντα ζουν εν πόθω. «δεν μένουν στο ίδιο σπίτι», «δεν έχουν κατοικίδια» κλπ…, «χαϊδεύουν τις λέξεις στα σημειώματα / και μετά καίνε σελίδες». Το τέλος αποκαλυπτικό: «Οι εραστές φτιάχνουν σενάρια / μίσους και απιστίας / και την ίδια στιγμή θα πούλαγαν την ψυχή τους / για μια “αγκαλιά” ακόμα». 31). «Ξόδεμα»: Κι αυτό το ποίημα είναι συμπλήρωμα της αποκάλυψης των «εραστών»: «Όλες οι αγκαλιές είναι ίδιες / διαφέρουν όμως στα κενά που αφήνουν». Ο έρωτας είναι αυτός που διαφέρει, η ένταση και ο πόνος. Η κατακλείδα αριστουργηματικά ανθρώπινη-συναισθηματική ως εύρημα: «Όλες οι αγκαλιές είναι γέννημα θρέμμα / της φτωχής σου φαντασίας / σε ενικό αριθμό / και πτώση γενική». Εδώ, ο «ενικός αριθμός» αφορά τον έναν, τη μοναξιά, ενώ η φράση «και πτώση γενική», ίσως να μην στοχεύει μόνο στο υποκείμενο, αλλά γενικά στον καθένα, και, από εκεί, στο όλον. 32). «I need your love»: Το πιο ελεύθερο ποίημα της συλλογής που θυμίζει Beat-Poetry. Σκηνές πιθανής συνάντησης στο Λονδίνο με τον Αγαπημένο. Η ματαιότητα υφαίνει όλες τις σκηνές. Και η αγάπη από τον οργασμικό πόθο is sucked (: πιπιλίζεται, βυζαίνεται, απομυζείται, γλείφεται διαρκώς) σε ένα μυαλό, ομιχλώδες, που ταυτίζεται με την ατμόσφαιρα του Λονδίνου. 33). «Στο τέλος του Αυγούστου»: Θαυμάσιο ποίημα από την πλευρά του εραστή (το πιθανότερο) ή της ερωμένης που αμφιταλαντεύεται, υποταγμένη στην ατίθαση φύση της. Το τέλος του Αυγούστου, όταν σβήνει το θέρος, είναι η ακμή. Το πάλεμα των ψυχών είναι αδυσώπητο και ως κληρονομιά της αγάπης «… δυο βότσαλα / και μια φωτογραφία» με την ελπίδα της φυσιολογικής πορείας του χρόνου «μέχρι να φανεί ξανά στο τέλος του Μαγιού». 34). «Δίνη του έρωτα»: Δοκίμιο περί Έρωτος-Αγάπης. Η Αγάπη έχει αιωνιότητα, ενώ ο Έρωτας απαιτεί τροφή, είναι άπιαστος, απρόβλεπτος, άπονος, τρυφερός και στιγμιαίος. Η ποιήτρια κάνει επίκληση στη Ζωή να δείξει το έλεός της. Το ποίημα εξαντλείται με τις επιπτώσεις του έρωτα στην ψυχή προσφέροντας εξαιρετικές εικόνες. Και στο τέλος, η δίνη του έρωτα χάνεται κι αυτή. 35). «Σκέψεις»: Κι αυτό το εκτενές ποίημα που εξαντλείται σε στίχους-διαπιστώσεις, φιλοσοφικής απόχρωσης. Το ψέμα, ο αποχωρισμός, το ιερό άγγιγμα της ψυχής, η ανυπαρξία φύλου για την ομορφιά και τον έρωτα, έως ότου ο θάνατος παίρνει τον άνθρωπο που αφήνει, έτσι κι αλλιώς, πίσω του όλα τα πράγματά του, χωρίς να λογαριάζει «το μέγεθος της καταστροφής». 36). «Αφορισμοί»: Σε στίχους. Απείκασμα του κοινού-κενού βίου με εικόνες και αποφθέγματα του τύπου: «Ο άνθρωπος και ο καιρός / στις φουρτούνες φαίνονται» και το εξαιρετικό: «Υπάρχει ζωή; ναι». Το τέλος των «Αφορισμών» ίσως είναι το μεγάλο μυστικό της Ποιητικής Δημιουργίας: «Εσείς που κάνετε το ψέμα αλήθεια / σταθείτε για μια στιγμή / λυπηθείτε το αίμα που θα χυθεί / από τις μάχες που θα προκαλέσετε».

[Γ]: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ: Αναμφίβολα, η πρώτη ποιητική κατάθεση της Κατερίνας Ατσόγλου είναι πολύ σοβαρή κι αξιοπρόσεκτη. Μια Λυρική Παρακαταθήκη, αφόρητη πολλές φορές, έτσι που καταγράφει τις διακυμάνσεις της ψυχής της με γλώσσα άρτια δοκιμασμένη. Η Απώλεια για την ποιήτρια βρίσκεται παντού και η κάθαρση να αργεί γι’ αυτήν ακόμα. Τα πάντα εκκρεμούν και περιμένουν λύση. Ο λελογισμένος απολογισμός δεν δίνει λύση αλλά προσωρινή αποδέσμευση, αν και αυτός ισορροπεί κάπως το ξεχείλισμα του πόθου. Μια δεύτερη μελέτη του βιβλίου, μελετημένα εμπεριστατωμένη, ίσως θα μας οδηγούσε να θεωρήσουμε τον Ποιητικό Κανόνα της Ατσόγλου εκτενή και μια οικονομία στο θέμα των στίχων ίσως να έφερνε καλύτερο αποτέλεσμα. Όμως το πρώτο βιβλίο ενός ποιητή περιέχει και μια αχαλίνωτη διάθεση να καταγράψει τα πάντα. Έτσι, ή αλλιώς, η συλλογή Συμβολισμοί είναι ένα καλό βιβλίο που πετυχαίνει τον σκοπό του και που οι τόσο καλαίσθητες εκδόσεις Βακχικόν δικαίως θεώρησαν να συμπεριλάβουν στις εκδόσεις τους.

________________

[1] Ίσως στο ποίημα αυτό να υπάρχει σολοικισμός στον τέταρτο στίχο: «και της αυγής το δροσερό αεράκι / τους λέω το όνομά σου». Μήπως έπρεπε να αποδοθεί: «και [σ]της αυγής το δροσερό αεράκι»; Πάντως, δυσκολεύεται πολύ η κατανόηση.

2 σκέψεις για το “ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΤΣΟΓΛΟΥ”

  1. Κατερίνα Ατσόγλου

    Ευχαριστίες για την τιμή που μου κάνει ο κύριος Ανδρέας Καρακόκκινος, να με συμπεριλάβει στο αξιόλογο ιστολόγιό του, ανάμεσα σε τόσους ποιητές και ποιήτριες.
    Συγχαρητήρια για το έργο σας.

    Καλές ποιητικές διαδρομές εύχομαι.
    Κατερίνα Ατσόγλου

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *