ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ

Η Μαρία Καρδάτου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και ζει μέχρι σήμερα. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης αγγλική λογοτεχνία και παράλληλα έκανε σπουδές στην ιταλική και στην ρωσική γλώσσα και λογοτεχνία. Εργάστηκε ως καθηγήτρια στην ιδιωτική και για ένα διάστημα στη μέση εκπαίδευση.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα ελληνικά και αμερικανικά περιοδικά. Μια επιτομή από τη συλλογή “Το αγκίστρι” κυκλοφόρησε σε δίγλωσση έκδοση από την εκδότρια και μεταφράστρια Darlene Fife (Lewisburg, West Virginia, 1997). Επίσης η Darlene Fife μετέφρασε από την “Αερολέσχη” τα “Ποιήματα της Θεσσαλονίκης” και την ποιητική συλλογή “Ούτε δροσιά” που επίσης κυκλοφόρησαν σε δίγλωσση έκδοση. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί επίσης στα γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά σε ανθολογίες, στα γαλλικά: “Φωνή ελληνίδων γυναικών-voix anthologie bilingue de femmes Grecques” της Josette Doron, στα ιταλικά: “Voci dal’agora” του Maurizio Di Rosa, στα γερμανικά: “Fern von der dicht sprache” της Dadi Sideri-Spech. Συμμετέχει ακόμα στην ανθολογία PEGASO GRECO(POETI GRECI CONTEMPORANEI) και στο Βιβλίο “Ιστορίες Βιβλιων” το δικό μου διήγημα λέγεται “Βιβλιοφιλια” που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη 2014. Επίσης ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί και στην ανθολογία ποίησης: “Το θηλυκό πρόσωπο της Θεσσαλονίκης” της Κατερίνας Καριζώνη

.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Ερωτικός ένοικος (1987), εκδόσεις “Εκ Παραδρομής
Το αγκίστρι (1994), Αχαϊκές Εκδόσεις
Αερολέσχη (1997), εκδόσεις Τραμάκια
Ούτε δροσιά (2002), εκδόσεις Νεφέλη
Αβλαβής διέλευση (2009),εκδόσεις Νεφέλη
Η αποκαθήλωση της σκιάς”, (2012) εκδόσεις Γαβριηλίδης

ΠΑΙΔΙΚΟ

Το πικρό λουλούδι του καπνού το 1992″ εκδόσεις ΑΣΕ.

.

.

Η ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ (2012)

ΑΝΘΗ ΕΟΡΤΑΣΤΙΚΑ

Η γη είναι ο τόπος ο καλός για την αγάπη.
ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ

Στην οθόνη της τηλεόρασης
η κάννη ενός πιστολιού
με σημαδεύει
Ο ήλιος μπαίνει από τις τρύπες
της περσίδας
με κάνει διάστικτη από φως
Η γνώση με καρφώνει
με λέξεις βλήματα
Στον καθρέφτη μάτια
κοιτάνε αδιάκριτα
φωτάκια μικροί πλανήτες
μέσα στο χάος
Η γύρη χαράζει έναν κύκλο
ολόγυρά μας
Τα άνθη σκορπίζουν
σκόνη μαγική
Τα ίδια που θα με πνίξουν
κάποια μέρα
αν κλείσω το παράθυρο
ερμητικά

ΕΚΛΕΙΨΗ ΑΓΑΠΗΣ

Γύρω μας εκρήξεις
άνθρωποι εξαϋλώνονται
Ο ήλιος σκοτεινιάζει
το κρύο μάς διαπερνά
ξαφνικά
Λίγο πριν ήταν
μια λιόχαρη μέρα
Τώρα κοιτάζουμε ψηλά
στο σκοτεινό ουρανό
μέσα από παράξενα γυαλιά
με καπνισμένα τζάμια
Δεν υπάρχει αγάπη
δεν υπάρχει ελπίδα
Ένας κόσμος μαυρισμένος

Έκλειψη Ηλίου 2006

ΠΡΕΠΕΙ

Να βάλω μια τάξη στη ζωή μου
Να μη με σημαδεύουν
οι πράξεις των γύρω
ούτε τα λόγια
ούτε οι προθέσεις
Να κάνω έναν κύκλο
μια γραμμή επιτέλους
να φρουρήσω τον εαυτό μου
Μουρμούριζε η Ρόζα
πέφτοντας στο κενό
Εκείνη τη στιγμή
ένα παιδί περνούσε
παίζοντας ακορντεόν
Μια γυναίκα τίναζε
τα χαλιά απέναντι
και η κομμώτρια
χτένιζε τα μαλλιά μου
λέγοντας φυσάει σήμερα
δεν θα κρατήσουν
Φύλλα από τον πλάτανο έπεφταν
όπως σελίδες άγραφου χαρτιού
Το ίδιο σφίξιμο στο στομάχι

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟ ΠΑΤΙΝΑΖ

Σαν τη λεπίδα στο παγοπέδιλο
που γλιστράει
χωρίς να κόβει τον πάγο
το φέρσιμό σου
το ναι μεν αλλά
Γλιστράμε στον πάγο
για το μεγάλο φινάλε
Συνοδεία μουσικής
και ωραίων χρωμάτων
για να μην ακούμε
τους τριγμούς
και να μη βλέπουμε το αίμα
που παγώνει σχηματίζοντας
ωραία τριαντάφυλλα
κατακόκκινα

ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Γεννήθηκα μέσα σ’ ένα σκοτεινό
τριαντάφυλλο
Απέξω ακούγονταν εκρήξεις
από τ’ άλλα λουλούδια που άνοιγαν
Δεξιά ήταν ο σιωπηλός κήπος
κι αριστερά η γνώση κι η λαχτάρα
Στο βάθος αχνοέφεγγε η θάλασσα
κι η πόλη ξάπλωνε ειδυλλιακή
Ο τυφλός παππούς μου
μετρούσε τις ώρες
πίσω από τα σίδερα
Κι ο άλλος χόρευε
ο παππούς ο λυράρης
Έμαθα να είμαι νωχελική
κουβαλώντας την ανατολή
αλλά και εργατική
κουνώντας το μαντίλι
στον πατέρα
Μα πιο πολύ κι απ’ το τριαντάφυλλο
κι απ’ της γιαγιάς τα χέρια τα σκληρά
έμεινε η μυρωδιά της φορμόλης
στην ψυχή μου

ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Φεγγάρι καρφωμένο
σε μαύρο σύννεφο
στο σταυρό ψηλά στο λόφο
Κάτι άσχημο προμηνύεται
Ένα όνειρο που ξυπνώ
και συνεχίζει να με τρομάζει
Η γριά μια μούμια
με απλωμένο χέρι
Ζητάει ελεημοσύνη
τα νιάτα της, τους δικούς της
την πατρίδα
Ένα όνειρο μέσα στον εφιάλτη
τα, ζητάει από μένα
που θλίβομαι
ανίκανη να βοηθήσω
ανίσχυρη να ξυπνήσω
σ’ αυτόν τον κόσμο
με τις μαρμάρινες προτομές
με τις πρώιμες εκφράσεις
της ανθρώπινης μορφής

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Ένα όνειρο είναι η ποίηση που σβήνει
όταν ξυπνάς για να ξανάρθει αργότερα
Με τα μικρά φτερά της πετάς
ώσπου να λιώσουν κάτω από τον ήλιο
της ανάγκης
Βυθίζεσαι παλεύοντας
κι ώσπου να πάρεις ανάσα
περνάν από τα μάτια οι ζωές των άλλων
και η δυστυχία της δικής σου ζωής
Αν βγεις στην επιφάνεια
από τα μικρά κύματα θα πιαστείς
να οδηγηθείς στην ακτή προσωρινά
Τα μικρά κύματα είναι οι λέξεις
που προσπαθώντας να τις βρεις
το κύμα θεριεύει και σε πετάει στην ξηρά
κι όμως άξιζε τον κόπο το ταξίδι
ανάμεσα ζωής και θανάτου
Με μικρά φιλιά πολεμάς τον εφιάλτη
Το φιλί της ζωής είναι η ποίηση
κρυμμένο το σκοτεινό της πρόσωπο
Οι λέξεις σου δίνουν τη χαρά
της επικοινωνίας την ψευδαίσθηση
κι αν όλα γίνουν πόνος
τεράστιο κήτος με πλοκάμια
που σε πνίγουν
πάλι οι λέξεις θα σου φτιάξουν στεγανά
για ν’ αναπνέεις
με την ποίηση

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ

Στην οθόνη του κομπιούτερ
βλέπεις τον εαυτό σου
να ζει εικονικά
Πίσω από τα πέπλα
που ο άνεμος χαϊδεύει
η ψυχή δεσμεύεται
σ’ ένα χορό απατηλό
κίνησης ακινησίας
Ίσως ο θάνατος γίνεται
κίνηση
και η ζωή ψευδαίσθηση
δευτερολέπτου
με μουσική υπόκρουση
παραισθησιογόνα
σε μια ανάφλογη καρδιά
Ζεις εικονικά έτσι
ή αλλιώς

ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΙΓΙΣΜΟ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Τώρα που στροβιλίζομαι
σαν φύλλο στον άνεμο
Τώρα που δεν υπάρχει
το παραμύθι κοντά στο τζάκι
της μνήμης
Τώρα που με παρέσυρες
στη δίνη του ναυαγισμένου
καραβιού σου, χρόνε
Μέσα στον καταιγισμό
του φωτός
είσαι το σκοτάδι
που βυθίζεται αύτανδρο
Αντιστέκομαι
πιασμένη από το δελφίνι
του μύθου
που έφτιαξα κάποτε

ΑΦΥΛΑΚΤΗ ΔΙΑΒΑΣΗ

Μια άλλη μέρα περνάει
μαζί μου σιωπηλή
φορτωμένη ομίχλη
λάσπη βροχή κι αδιέξοδο
Κανένα φανάρι δε φέγγει
κανένα καμπανάκι
δε χτυπά
Βαδίζω σε έρημες ράγες
χαμένη σε σκέψεις
αναμνήσεις, λάθη
Αφύλακτη η διάβαση
δε με προστατεύει
από σύγκρουση
μετωπική
Δεν προλαβαίνω
να ψιθυρίσω
θα προσέχω τον εαυτό μου
Είναι αργά
Το τρένο έχει περάσει ήδη
και χάθηκα στο θα

ΕΙΚΟΝΟΛΗΠΤΗΣ

Τόσα δάκρυα και αγωνία
τόσος φόβος και πόνος
Μια ζωή γεμάτη ψεύδη
κι ελπίδες μπαλόνια
πομφόλυγες
Το αίμα σχηματίζει
ποτάμια λάβας
που ρέει στους αιώνες
μέχρι τις μέρες μας
Κι εκείνος ατάραχος
κι αμέτοχος
ο εικονολήπτης

ΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΑΘΟΡΥΒΑ

Ο φάρος μικρό κόκκινο
πυροτέχνημα
Νύχτα στην παραλία
με τη βαριά μυρωδιά
από τα φύκια
Στο καφέ στην άκρη των βράχων
οι νέοι αγγίζουν τους φόβους τους
καπνίζουν τις σκέψεις τους
πιάνονται από ένα χαμόγελο
για το αύριο το αληθινό
Γελούν και πίνουν
χαϊδεύοντας το όνειρο
ενώ πίσω τους κάποιος με μαύρα
ρίχνει τα δίχτυα αθόρυβα

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΞΙΦΑΣΚΙΑΣ

Με το αόρατο ξίφος
αγγίζεις το κορμί μου
με προσοχή
αλλιώς χάνεις
Δεν το τρύπας δε χύνεται
σταγόνα αίμα
Οι κινήσεις μετρημένες
αν αποτύχεις
κερδίζει ο εχθρός
κανείς δε σκοτώνεται
δεν είναι πόλεμος αυτός
είναι παιχνίδι
όπως θα ‘πρεπε να ήταν
η ζωή μας
κι όχι να σέρνομαι
αιμόφυρτη
και να πεθαίνω κάθε μέρα
Βγάζοντας τη φόρμα
και τα καλώδια
να είμαστε πάλι ζωντανοί
και μ’ ένα χαμόγελο
να δεχόμαστε
τη νίκη του άλλου

Η ΝΕΔΑ

Περάσαμε μέσα από το ποτάμι
το νερό ήταν παγωμένο
κρατημένοι από το χέρι
Στο ξέφωτο το νερό σχημάτιζε μικρές λίμνες
και ονειρικούς καταρράκτες
οι νύμφες κρύφτηκαν
στο πέρασμα του έρωτα
Τα μαλλιά σου πλούσια και μαύρα
άστραφταν στον ήλιο
οι φτέρες του δάσους
στεφάνωναν τα κορμιά μας
Ας κρατούσε για πάντα
αυτό το ρίγος
αυτή η δροσιά της αγάπης
Τα φασκόμηλα μας μεθούσαν
και τ’ αηδόνι μάς συντρόφευε
ο θάνατος δεν είχε καμιά θέση
στο μεθύσι μας
Τον είχαμε καταργήσει
Δυο μικρές αθάνατες υπάρξεις
μπλεγμένες στον ιστό της αράχνης

Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΗ ΣΟΥ

Λίγο πριν τη δύση
όλα τα χρώματα ενώνονται
σε μια ολόφωτη έκρηξη
Αυτή η δυναμική μοιάζει
με την ορμή της ερωτικής κορύφωσης
Το κόκκινο το χρυσό
σιγά σιγά μεταβάλλεται
σε γαλάζιο ροζ γκρίζο
σε σκούρο μπλε
και βαθύ μαύρο
Το πέρασμα από το κόκκινο
στο μαύρο
Από τον έρωτα στην απώλειά του
Το ηχόχρωμα του έρωτα
η πανδαισία
κι ο χρόνος που διαβρώνει
και καταλύει
Μου λείπεις
Να βυθίζομαι στα μάτια σου
Να χάνομαι στη μαγεία της φωνής σου
Στο κόκκινο της αιωνιότητας της αγάπης
Κι όταν χάνεται ο ήλιος
Στη νύχτα της αγκαλιάς σου

ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Είναι η βαριά φωνή
Είναι αυτά που λες
Ο τρόπος που τα λες
Οι λέξεις που βάζεις
πιόνια στο σκάκι
Είναι το χαμόγελο
που αγκαλιάζει πρώτα
Είναι το γέλιο
που ξεγυμνώνει μετά
Είναι η λαχτάρα
που δυναμώνει την αναμονή
Κλείνω τα μάτια
και περιμένω τα άγγιγμα
Μέχρι που νιώθω
να πλησιάζεις
Τότε όλα αλλάζουν
θα πεις τη μαγική λέξη
κι όλα θα χαθούν
θ’ αγγίξεις τα σκοτάδια
θα φέρεις τη χαρά για λίγο
Μικρή ψευδαίσθηση του έρωτα
με το μαγικό λυχνάρι
Η ώρα της αλήθειας
Η νύχτα της σιωπής
Αποκαλύψου

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ

Πόσες χιλιάδες εικόνες
θα κρύβω μέσα μου
αρνητικά φωτογραφιών
σκέψεις πνιγμένες σε βάλτους
Πόσες χιλιάδες εικόνες
θα φέρνω κοντά μία μία
για να φτιάξω το παζλ
της πολύβουης προσωπικότητάς σου
της σιωπηλής παρουσίας σου
Το ζεστό σου σώμα ζωντάνευε
το καμένο τοπίο που ακόμα καπνίζει
Τα χέρια σου έφερναν κοντά
τη Σαχάρα και την όαση
με τα φοινικόδεντρα και
τα πολλά νερά
που έσβηναν όταν πλησίαζα

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Λευκές κουρτίνες
ανεμίζουν τα όνειρα
των πεθαμένων χρόνων
Η νιότη αφουγκράζονταν
της γης την ξενοιασιά
Ο έρωτας καρφωμένος
στις φωτογραφίες
Γιατί έφυγε ποτέ δε θα το μάθεις
Κάθε παράθυρο κι ένα τοπίο
με ένα κενό αβάσταχτο
Τα τρένα διέσχιζαν τα περιβόλια
με τα χρυσά πορτοκάλια
και τα μήλα των Εσπερίδων
Τα τρένα σταμάτησαν στο πουθενά
Τσιγγάνοι περνούν ρίχνοντας
άπληστες ματιές στον παράδεισο
τον απαγορευμένο
Το σπίτι φάντασμα καράβι
που ταξιδεύει με άσπρα πανιά
και σβηστές μηχανές
στη θάλασσα της νοσταλγίας

ΤΟΞΟΤΗΣ

Σ’ αυτή την άκρη του σύννεφου
που αλλάζει σχήματα
άλλοτε δακρυσμένο πρόσωπο κραυγής
άλλοτε άγγελος με ρομφαία
άλλοτε σατανάς
Σ’ αυτή την άκρη του κόσμου
που τίποτα δε μένει ίδιο
ούτε για μία στιγμή
Έδεσα τη ζωή κόμπο- κόμπο
να κατέβω το όνειρο
που μου έταξες ελπίδα
Σε λένε άβυσσο τώρα
Αχτίδα φώτιζε τη ρωγμή της αγάπης
απ’ το ουράνιο τόξο των ματιών σου
στη γέφυρα των στεναγμών της οδύνης σου
Τ’ αστέρια ξεθώριασαν όταν το σώμα σου
σμιλεύτηκε στο μάρμαρο
Σκοτάδι σφράγισε την ομορφιά της εντιμότητας
Μικρέ τοξότη χάθηκες στο καμένο δάσος
κυνηγώντας άγριες λέξεις
που κάρφωναν τον ύπνο σου στα αίματα
Οι εφιάλτες διέφυγαν και σ’ άφησαν σαστισμένο
έκθετο στη γαλήνη της αιωνιότητας

ΤΑ ΣΤΡΟΦΑΔΙΑ

Ποτέ δε θα φύγεις
Είσαι εδώ το ξέρω
Νιώθω τη σκιά σου
Παλεύω με τη νοσταλγία
Το γυρισμό στους αμμόλοφους
της πολύτιμης νιότης μας
Μου έδωσες τη λάμψη
της πρώτης αχτίδας του ήλιου
Μου έδωσες το σκίρτημα
της πρωινής σταγόνας της δροσιάς
Μου έδωσες χίλιες φωνές
να εκφράζω τον έρωτα
Δεν ξέρω τι σου έδωσα
Γιατί μου είχες αδυναμία
Τι έβλεπες σε μένα
μακρινέ μου ορίζοντα
Ίσως τα Στροφάδια που δεν πήγες ποτέ

Η ΣΚΟΝΗ

Τώρα που οι μέρες έληξαν
γραμμάτιο χωρίς αντίκρισμα
Ένα σπίτι γεμάτο ανοιχτά βιβλία
ονειρεύεται το χάδι των ματιών σου
Η σκόνη τα αναλώνει
δεν περίμενε το γύρισμα του χρόνου
Πάντα η σκόνη μάς προλαβαίνει
προλέγει το μέλλον
αυτό που δε θέλουμε να δούμε
ούτε να φανταστούμε
πως για μας υφαίνει το λευκό της πέπλο
για να μας κλείσει μέσα
όπως το κουκούλι με το μετάξι
Τα αγαπημένα σου βιβλία
παραδόθηκαν στη σκόνη
τη στρίγκλα που θριαμβεύει
με το κορμί σου τρόπαιο

ΣΤΟΥΣ ΠΑΓΕΤΩΝΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Τα σύννεφα τρέχουν χάνονται
Απλώνω το χέρι να τ’ αγγίξω
Είναι ο χρόνος που φεύγει
και τρέμω μη σε πάρει
Ήταν όνειρο δεν είσαι εδώ
Ένας αέρας τρελός
χτυπάει τις πόρτες
Τις μπότες σου τις έδωσα
στον ξυπόλυτο Χριστό
που έψαχνε στους κάδους
Δε θα περπατήσεις ξανά
Η γη είναι για μας που
αμφιβάλλουμε
Κι εσύ ήσουν τόσο σίγουρος
όπως τα μικρά παιδιά
Μ’ ένα κουτί κουμπιά
σε ξεγέλασαν
να ράβεις στον ουρανό
τα φθαρμένα σου ιμάτια
γιατί κάνει κρύο πολύ
στους παγετώνες της μοναξιάς

.

ΑΒΛΑΒΗΣ ΔΙΕΛΕΥΣΗ (2009)

Η ΠΟΛΗ

Η πόλη δε θα αντέξει
Τόσες ανασκαφές
Τόσες αλλαγές
Τόσες πορείες πάνω της
Τόσα νερά υπόγεια
υποθαλάσσιες αρτηρίες
και εκσκαφές αναμνήσεων
Τόσα δηλητήρια
κι αυτοκίνητα να φεύγουν
και να έρχονται δίχως διέξοδο
και φωνές και παρακλήσεις
Και τραίνα και εκτροχιασμούς
πάνω στο σώμα της
για ένα κέρμα
για ένα φως που έσβησε
για ένα μήνυμα που δεν ελήφθη
Η πόλη είσαι εσύ
Πόσο να αντέξεις

ΤΡΟΠΑΙΟ

Ανοίγοντας το συρτάρι
μυρμήγκια οι αναμνήσεις
ανεβαίνουν ανάλαφρα
στα χέρια στο στήθος στο κεφάλι
Με διαλύουν και
κομμάτι κομμάτι
με κουβαλάνε στη φωλιά
φτερό πεταλούδας
τρόπαιο χαμένου χρόνου

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Μη μου παίζεις τον τρελό
Ήμουν στο βάθος του πηγαδιού
όταν σε γνώρισα
Ήσουν η αντανάκλασή μου
στην επιφάνεια
Ένας ήλιος μας τύφλωσε
Κι ήταν η όψη του
που έφερε σκοτάδι
Μείνε μόνος
Να έρχομαι τα βράδια
σκαρφαλώνοντας στις λέξεις
τους τοίχους να γκρεμίζω
και κείνα τα σχέδια να βλέπω
που μόνο εμείς γνωρίζαμε
πως έδειχναν το δρόμο
Για ζωή να μιλάς
και όχι για θάνατο
δοξαστικό

ΒΑΡΔΑΡΗΣ

Τα δέντρα αγωνίζονταν
να φτάσουν στο πιο ψηλό μπαλκόνι
Μία γυναίκα γυμνώθηκε αντίκρυ
ρίχνοντας τα ρούχα με αργές κινήσεις
Ολόγυμνη έμεινε ακίνητη
για λίγο κοιτάζοντας μακριά
Με υψωμένα χέρια
νύμφη του δάσους που χάθηκε
Κάποιον σα να προκαλούσε
Άγριος αέρας χυμούσε
όλη νύχτα σε κείνο το μπαλκόνι
έσπαγε κλαριά ξερίζωνε δέντρα
Ούρλιαζε εκλιπαρούσε
κατέστρεφε
Ηλεκτρικά πριόνια το πρωί
έκοψαν κλαριά και δέντρα
και εκείνη την ψηλή λεύκα
που έφτανε μέχρι το μικρό μπαλκόνι
της γυναίκας
που δεν ξαναείδαμε ποτέ

ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Έπεφτε μία βροχή αθόρυβη
σα κονφετί γκρίζο
πάνω στους λόφους των σκουπιδιών
στις γειτονιές και στα δρομάκια
Απομακρυνόμασταν
χάρτινα ανθρωπάκια
και το νερό μας έπαιρνε μακριά
Καμιά φωτιά δε ζέσταινε
εκεί γύρω
κι οι άστεγοι στα πάρκα
κοίταζαν βλοσυρά
Έγινες σημάδι στο τέλος του δρόμου
Ένας βιαστικός χαιρετισμός
Ένας άγνωστος στην άκρη του κόσμου
μίας χάρτινης υδρογείου
Μία σελήνη στο τελευταίο τέταρτο

ΤΟ ΓΟΥΡΙ

Τα ρόδια σάπιζαν
στο καλάθι
Η τύχη και το γούρι της
αποκτούσαν ένα θαμπό
γήινο χρώμα
Έχαναν τη λάμψη τους
την ομορφιά της ανεμελιάς
Τα κοραλλένια σποράκια τους
συρρικνώνονταν
ίδια παιδιά της ατυχίας
που μας περιτριγύριζε
Δεν θα καρπίσουνε
και φέτος
τα λόγια που σου έγραψα

ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΚΛΩΣΤΗ

Η θάλασσα μας αγκαλιάζει
η θάλασσα μας πνίγει
Το φεγγάρι κλεφτοφάναρο
στη νύχτα
που ψάχνουν οι προβολείς
για δραπέτες στα νερά
Το νήμα μίας αράχνης
ασήμιζε
πάνω μας
Το ασημένιο δίχτυ της
μας έμπλεξε
Δύσκολο τη λύση να βρούμε
Τα σκυλιά αλυχτούν
οσφραίνονται
Πιο ύπουλη κι από τα σκυλιά
η προδοσία

ΔΙΑΒΡΩΣΗ

Πρώτα στο πρόσωπο
σβήστηκαν οι γραμμές
Θάμπωσαν τα μάτια
Ύστερα το σώμα τα άκρα
έγιναν μία μουτζούρα
που έσταζε κόκκινη μπογιά
Πέρασε οδοστρωτήρας
η επιλεκτική μνήμη
Αποφάσισε εκατό φορές
πως δεν θα περάσει ξανά
από τη γειτονιά
Όταν έρχονταν το βράδυ
θαύμαζε τις αταξίες
της ημέρας
αλλά δάκρυζε
Η διάβρωση προχωρούσε

ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ

Κρύβουμε τους φόβους
με χρονοκαθυστέρηση
Με τον άνεμο του άγχους
πετάμε γαντζωμένοι
στην ιστιοσανίδα μας
Δεν έχει τέλος ο αγώνας
ενώ στο βάθος παραμονεύει
ο λευκός καρχαρίας
Το αρρωστημένο χθες
στους υπονόμους
Η γλυκιά απάτη της ζωής
μπαντιέρα
Ένα τρεμούλιασμα στα δέντρα
ένα ψιχάλισμα βροχής
μία ανάσα στο μάγουλο
αρκεί για το ξεκίνημα
με το βάρος το ασήκωτο
μίας επιπλέον μέρας

ΚΗΠΟΣ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ

Δέντρα με απλωμένα χέρια
στο κενό
στα σύννεφα μπλεγμένα
Μάτια που κοιτάνε μακριά
οι ρίζες τους ανίκανες
ν’ αγγίξουνε τη γη
’Ανήμπορες ν’ αρπάξουνε
τη μέρα που βουλιάζει
Όλα στον αέρα τρεμάμενα
Τίποτα σίγουρο
Τίποτα σταθερό
Τα φύλλα πέφτουν
Τ’ άνθη τους αγγίζουν
το τσιμέντο της ταράτσας
Δεν θα φυτρώσουνε
στο χώμα που ποθούν

CASTA DIVA

Η τέφρα της
σκορπισμένη στο Αιγαίο
Η φωνή της σκεπάζει τον κόσμο
Casta Diva
Η εξαίσια φωνή της χαμένη
στα πέλαγα της οδού Μαρίας Κάλας
με τις καφετέριες το τάβλι
και τα τραγούδια του συρμού
Στο μέγαρο μουσικής
τα ενδύματά της
Το κορμί της στις φλόγες
και η τέφρα σε νότες
ταξιδεύει στα σύννεφα
σ’ ολόκληρη τη γη

ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Νέκρα είδωλα στον καθρέφτη
Φωτογραφίες νεανικών χαμόγελων
Ντουλάπια κλειστά ερμητικά
Παιχνίδι για μένα να παραβιάσω
το μυστικό τους
Να διαλύσω τις τακτοποιημένες
επιθυμίες τους
βαζάκια μαρμελάδας
Να χαλάσω τη σειρά τους
Όπως βάναυσα άλλοι
στιγμάτισαν εμένα
Στους καναπέδες το ελαφρύ βούλιαγμα
από κορμιά αγκαλιασμένα
Απαλό το χάδι της πετσέτας
που άγγιζε τη γύμνια τους
Ίχνη στο πάτωμα υγρών πελμάτων
Λαθρόβιος κυνηγημένος
να τρυπώσω ψάχνω στη θαλπωρή
έστω για μία νύχτα
Φορώ τον οίκτο ρούχο δανεικό
του σπιτιού που παραβίασα
τη σιγουριά του

ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Η μέρα ροδίζει
πάνω στα μάγουλα των παιδιών
Η νύχτα γριά άστεγη
μαζεύει τις στάχτες της
Ζητιάνοι απλώνουν
κομμένα πόδια και χέρια
στον οίκτο των περαστικών
Πλένουμε τα χέρια μας
ενώ ακούμε από το ράδιο
πόσοι χάθηκαν στον κόσμο
Τρελαμένοι άλλα αισιόδοξοι
κλείνουμε τα μάτια
σ’ αυτόν που παραμονεύει
τον μέγα τρομοκράτη
κουκουλοφόρο
τον θάνατο

ΒΕΤΕΡΑΝΟΣ

Σήμερα θα φορέσω
τα παλιόρουχα παραλλαγής
που φοράει εκείνος
ο μοναχικός τύπος
Θα βάλω τα ανύπαρκτα
ακουστικά του
να ακούω τραγούδια
στη γλώσσα του
Τη μυστική συνεννόηση
με το σύμπαν
Θα σέρνω όλα τα μπαγκάζια
το θησαυρό του σε μία κουβέρτα
και θα τα γυρίζω πίσω το βράδυ
στο παγκάκι της παραλίας
Θα βάλω τη μάσκα του
για την τρέλα του πολέμου
και ίσως κάτι νιώσω
από την ταραχή και το δέος

ΕΙΚΟΝΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Μου δείχνεις
τις σκισμένες σου φλέβες
Το αίμα που ρέει
δεν είναι η αλήθεια σου
Άλλα θέλεις να μου πεις
με τα καπνισμένα σου μάτια
που κοιτάνε την άβυσσο
Δεν σε συντροφεύω
σ’ αυτό το ταξίδι
μονάχη θ’ απομείνεις
Ένα χαμόγελο αγάπησα
πίσω από τον ήλιο που δύει
σε κλειστά παντζούρια
Σ’ αντάλλαγμα
κάθε μέρα μου στήνεις
μία εκτέλεση εικονική

ΕΛΠΙΔΑ

Θαλάσσια χελώνα
ακίνητη στην παραλία
Με στόμα ανοιχτό
Μάτια πεταμένα έξω
Κίτρινη σαν ήλιος
προ πολλού πεθαμένος
Μνήμη σκιάχτρο
που δεν φοβίζει πια
ούτε τα πουλιά
Καραβάνι με καμήλες
σε αναζήτηση δρόμου
μες στην έρημο
Νερά ποταμού
που του άλλαξαν κοίτη
και πάλι δακρύζει
Η μικρή μου άφοβη ελπίδα
Η ανόητη πηγή
η μπαζωμένη

ΜΝΗΜΕΙΑ

Ήτανε λέει αμπέλια
σε μία πράσινη κοιλάδα
κι από κάτω αρχαία μνημεία
κρυμμένα αιώνες
Αγάλματα γυναικών
και ανδρών θλιμμένα
και όμορφα σπίτια κάστρα
και πράγματα καθημερινά
Ένα παράπονο κάθε βράδυ
ακούγονταν σα τραγούδι
σα μοιρολόι
Με το κρασί θόλωναν
οι εικόνες
Τα πρόσωπα έσπαζαν
μες στο γυαλί
Σκουριασμένα καρφιά
έκλειναν τις πόρτες
Οι σκιές αποτελείωναν
το έργο του χρόνου
Μία αχτίδα ήλιου
ξέφευγε πάντα

ΘΛΙΨΗ

Όταν μένεις μόνος
σε άδειο σπίτι
και σε πλακώνει
το κρύο σώμα
μίας σκέψης θλιβερής
Όταν κολλάς σ’ αυτήν
σα χταπόδι στο βράχο
κι η θάλασσα σε δέρνει
και σε τραβάει με τα μάγια της
Τότε έκτος ελέγχου
μπορείς να βγεις έξω
περπατώντας να τσαλακώσεις
αυτή τη σκέψη που είναι
κάτι γκρίζο κι ανεύθυνο
όπως η βροχή
που αναίτια μας προκαλεί
να εστιάσουμε πάνω της
τη θλίψη

ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΛΑ

Πρέπει ν’ ανοίξεις ένα παράθυρο
κάπως να ανασάνεις κι εσύ
που μία ζωή τρωγλοδύτης
τη ζωή σου τη μαύρισες
με πράξεις που δεν έκανες
άλλα μόνο με σκέψεις
Ζωγράφισες τους τοίχους
της σπηλιάς σου με αίμα
προσπαθώντας ν’ αφήσεις
γραμμένο το μυστικό
με σχέδια πρωτόγονα
Αλλά εκείνο το πρόσωπο
με τα μάτια κλειστά
σα να κλαίει
σα να κοιμάται
δεν το ξεκαθάρισες
Αυτό θα σε ξεκάνει

ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

Βγαίνουν μέσα από την ομίχλη
μαύρες σκιές χωρίς παρελθόν
χωρίς μέλλον
με χάλκινα προσωπεία
Εκείνοι με το μαύρο τζάκετ
που στέκονται όπως οι κουρούνες
κάτω από τα δέντρα στο πάρκο
του βασιλικού θεάτρου
Το πάρκο υπαίθριο θέατρο
για κείνους που έγιναν
σκιά του εαυτού τους
βασιλείς χωρίς σκήπτρα
κι εξουσία με τρεμάμενα χέρια
Σκελετοί έτοιμοι για το βασίλειο
της σιωπής που φωσφορίζει

ΤΟ ΚΕΝΟ

Το κενό να τραγουδάς
κοιτώντας από ταράτσες
που χάνονται στα σύννεφα
Ισορροπώντας στην άκρη
του λευκού χαρτιού
την ώρα που σωπαίνουν
οι μικρές φωνούλες
της τρελής ελπίδας
Ένα στιλέτο η κραυγή του φόβου
χαράζει στο μάρμαρο ονόματα
Το κενό να τραγουδάς
Τη δημιουργία της απόγνωσης
και της μέρας που πάει χαμένη

ΑΠΕΙΛΗ

Στα αυτιά μου η κραυγή
στα μάτια μου η αστραπή
Μία θάλασσα από σκοτάδια
πρόσωπα εκβιαστών βιαστών
και δολοφόνων
Το φάντασμα λεηλατημένο
στη λάμψη του φεγγαριού
Αυτή η κόμπρα
με το κεφάλι ανασηκωμένο
Η απειλή

ΑΔΡΑΝΕΙΑ

Είναι μία θάλασσα
χωρίς κανένα κύμα
χωρίς αεράκι
να τρίβεται πάνω της
Είναι χείλη χωρίς πνοή
χέρια χωρίς κίνηση
ένας περίπλοκος χαρακτήρας
είναι
έρμαιο της τύχης
Άγαλμα θλίψης
εικόνα στάσιμη στο χρόνο
Σκορπιός ακίνητος στον τοίχο
Η προσήλωση στο πουθενά
οι έμμονες και η πρέσα
να σφίγγει
Ο καναπές καράβι ας ταξιδεύει
στην καθαρή σκέψη
κι η ηρεμία
με φουσκωμένα πανιά
τον τρόμο ας γλυκαίνει
Σταγόνα σταγόνα
το δηλητήριο αδράνεια
κι ανυπαρξία

ΔΥΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Θα πιούμε τον καφέ μας
στη Δυτική Θεσσαλονίκη
Κάτω από τα λευκά καζάνια
του πετρελαίου
Στον ίσκιο του θανάτου
Στο λευκό καπνό των φουγάρων
Στη λίμνη με τα νεκρά πουλιά
να ψάξουμε τη χαμένη ομορφιά
μίας σιωπηλής άνοιξης
Να είναι νύχτα
μη δούμε τα κορμιά μας
να βάφονται μαύρα
σαν τους κορμοράνους
Το φεγγάρι θα πνίγεται
στα δηλητήρια
Το λευκό θα έχει χάσει
την αθωότητά του
Η αύρα θα αναζητά τη θάλασσα
Κι όλοι μας στις καφετέριες
με μάσκες
θ’ ανταλλάσσουμε την ψυχή μας
με τη μυρωδιά του καφέ
του βασιλικού και του ρόδου

ΤΟ ΠΟΤΑΜΟΠΛΟΙΟ

Το δυνατό σκαρί που βλέπεις
στο ποτάμι να κυλά μοναχικό
Το βράδυ ολόφωτο μεταμορφώνεται
σε σπίτι που φεύγει και δε φεύγει
Τα δέντρα στην όχθη μεριάζουν
τα κλαδιά τους
Ο άνεμος μουρμουρίζει παραμύθια
Φοβάται και δε φοβάται
Τολμάει και αναβάλλει
Αυτή είναι η φίλη μου
Σαν την Ιτιά την κλαίουσα διστάζει
Η μοναξιά παράταιρη κόρη
Το ποταμόπλοιο μία λύση
Να είσαι και να μην είσαι
Η φίλη μου δεν άφησε
τον μελισσοκόμο άντρα της
Σαν αστροναύτης
ήταν και δεν ήταν μακριά
Της έγνεφε άλλα δε μιλούσε
από τον κόσμο του
Εκείνη έχασε το μακρινό ταξίδι
παροπλισμένη
στο ποταμόπλοιο

ΤΟ ΦΙΛΙ

Κάποτε πολύ τον αγαπήσαμε
Έστω για ένα λεπτό
Στην αιωνιότητα πολύ μετράει
Κάποιος γιατί του έμοιαζε
με αγαπημένο πρόσωπο
άλλος γιατί μπερδεύτηκε
αγαπώντας τη ζωή
Άλλοι γιατί δεν διέκριναν
πως φορούσε προσωπείο
Μερικοί γιατί πεθύμησαν
το φιλί του οι παράτολμοι
Κι αμέσως το μετάνιωσαν
και τον έφτυσαν
τον αποκήρυξαν μετά βδελυγμίας
Ξέρει να μεταμφιέζεται σωστά
και την κατάλληλη στιγμή
καρφώνει το μαχαίρι
ο μέγας ραδιούργος
και γητευτής
ο θάνατος

ΑΒΛΑΒΗΣ ΔΙΕΛΕΥΣΗ*

Να περνάς ανάμεσα
από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη
με το αδιόρατο χαμόγελο
μίας ήττας
που τη μετέτρεψες σε νίκη
Με τους ορούς των άλλων
Στο ζυγό να σκύβεις
σε υποταγή
στα πρέπει παραδομένος
Ο πόνος ακραιφνής
Τίποτα το ξεχωριστό
Κι εσύ μέσα στη μάζα
Ας νόμιζες πως έπλεες μοναχός
πρίγκιπας και σοφός
γκουρού μες στη γαλήνη
της απεραντοσύνης
Ελεύθερος θα είσαι πια
μόνο στα όνειρά σου
Θα σε αφήνουν να γλιστράς
ήσυχος και άβλαβής
στα διεθνή τα ύδατα
Μες στα σεντόνια τα σατέν
κάτω από την πέτρινη στέγη
του σπιτιού σου

*παράφραση στίχου της Emily Dickinson (Rafter of satin, and roof of stone)

.

ΟΥΤΕ ΔΡΟΣΙΑ (2002)

ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Η θάλασσα μια οπτική απάτη
Απαστράπτουσα όπως και η αγάπη
Η γεύση της πικρή
Πλωτό νησί η ματιά σου
Στη μαύρη ακινησία το δίλημμα
Ιστιοφόρα με λευκά πανιά
ξεκινούν χωρίς την παρουσία μου
Σύννεφα αμφιβολίας συσσωρεύονται
Μπλοκαρισμένη στο γκρίζο πλέγμα
δραπετεύω με λέξεις
που με καρφώνουν στα ποιήματα
σαν πεταλούδα σε συλλογή
Σε μια λιθόστρωτη ανηφοριά
τους στίχους απαρνήθηκα
κι ύστερα έψαχνα κρυφά
για το χαμένο χρόνο
πίσω από το Επταπύργιο
στον τοίχο της ταβέρνας
μια μαχαιριά.

ΑΜΜΟΘΥΕΛΛΑ

Ριπές αλμύρας με γαζώνουν
Μπερδεύουν τη σκέψη
θολώνουν τα μάτια
Διακρίνω ένα σώμα απολιθωμένο
Μια ελαφρόπετρα
ένα κεφάλι αποξηραμένο
από τους χυμούς της μνήμης
Οφθαλμαπάτη μέσα στην
αμμοθύελλα κάποιος να περιμένει
Νυχτώνει κι ο έρημος φάρος
με διώχνει μακριά
από τη θάλασσα
με τα συρματοπλέγματα
Μια κουκουβάγια χτυπάει με δύναμη
στο τζάμι του αυτοκινήτου
Τα μάτια της με κοιτάζουν
διαπεραστικά
Η νύχτα βαδίζει μόνη στην εθνική οδό
Πρέπει να γυρίσω πίσω χωρίς αποσκευές
τα σύνορα κλειστά
Όλα ήταν παιχνίδια
της άμμου σκαριφήματα

ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ

Μπορεί να χάθηκα
σε δρόμους θαλασσινούς
Μπορεί σκυλιά
να αλυχτούσαν μακριά
Μπορεί το τελευταίο τραίνο
να μην πέρασε ακόμα
Μπορεί να μην περίμενα
όσο θα έπρεπε
Μπορεί να μη θύμωσα
όσο θα ήθελα
γιατί κοίταζα μόνο
το λαξευτό σου μπράτσο

KΥMA

Άπλωσα τα χέρια
το στήθος μου σκίαζε
το μέτωπό σου
Απλωμένα χέρια
κι από κάτω η θάλασσα
Απλωμένα χέρια
κι από κάτω τα δέντρα
Απλωμένα χέρια
να κρατούν τον ήλιο
να κρατούν το φεγγάρι
πάνω στο φόρεμά μου
Απλωμένα χέρια
κι εσύ μόνο να παίρνεις
κύμα αφρισμένο

ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Στα πέπλα της ομίχλης
η λυπημένη μορφή της
Όταν λύκοι ούρλιαζαν
νύχτα στο χιόνι
κάτι πήγαινε να θυμηθεί
Άρπαζε εργαλεία
και με μανία
σκάλιζε τον πάγο
Ένα πύργο
σιδερένιο κλουβί
γι’ ατίθασα πουλιά
Μια γυναίκα κοιμωμένη
Όταν έβγαινε ο ήλιος
στάλαζε ο πάγος
στα μάτια της δροσιά
Ακίνητη έπαιρνε το σχήμα
από τα σμιλεμένα αγάλματα

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Έφτασα εδώ με τον άνεμο
χορεύοντας πάνω στα χιόνια
ξυπόλητη στον ξέφρενο ρυθμό
του πυρετού
Μια μελωδία άκουγα
που κανείς δεν είχε αντιληφθεί
και οι λέξεις που ξεστόμιζα
ήταν χωρίς νόημα
για τους άλλους
Οι φράχτες εκτόξευαν
γαλάζια ανθάκια
δενδρολίβανου
στις φοιτητικές εστίες
Αγκαλιασμένοι περνούσαν
γελώντας δίπλα μου
Τώρα μπορώ να επινοήσω
το σκηνικό
Να μη σε πληγώσω
κι εσύ να μη με προδώσεις

Τα νοσοκομεία παρέμειναν
κοντά στα πανεπιστήμια
να μαθητεύουμε ες αεί
στον ανθρώπινο πόνο

ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Ζωγράφιζα με το στόμα
έχοντας χάσει τα χέρια
κι οι ζωγραφιές μου
ήταν αθώες σαν τα σπιτάκια
τα παιδικά
Μόνο για κόκκινο το αίμα
κι όσο για μαύρο
την ψυχή μου
Ξύπνησα με χέρια πονεμένα
στόμα ξερό
χείλη δαγκωμένα
Με κοίταγες
έγερνες πάνω μου
και έλεγες
πόσο ανάλαφρα κοιμόμουν
και πόση μου έδινες αγάπη
και λαχτάρα
ενώ στο όνειρο έβλεπα
τη ζήλεια
και το καλά κρυμμένο
μίσος

ΠΕΙΡΑΤΕΣ

Φυγάδες της νύχτας
πάνω από φράχτες νοητούς
διαφεύγουμε κρατώντας
τα παπούτσια στο χέρι
και κάποια πρόσωπα
μυστικά ακρόπρωρα
για μεγάλο ταξίδι
Οι αγάπες μας
πολύτιμοι λίθοι
λεηλατούνται άγρια
από πειρατές
μιας μονόφθαλμης
πραγματικότητας

ΛΕΥΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ

Μόνη στο δρόμο χαράματα
κι η έρημη πόλη
ακούει τα βήματά μου
Ένα δέντρο είναι πιο ομιλητικό
από ένα σκληρό πρόσωπο
Οι κούκλες στις βιτρίνες
πιο εκφραστικές
Η ζωή εκδικείται
κι η άρνηση τώρα ανθίζει
σε άδεια βάζα
ξεραμένες ζαρντινιέρες
Τ’ αδέσποτα σκυλιά με χαιρετούν
οι εργάτες του δήμου καθαρίζουν το αίμα
Άλλοι προηγούμενα χάραξαν
λευκές γραμμές
να περνάω με ασφάλεια
άτρωτη
από την ύπουλη σκιά σου

Η ΜΑΓΕΜΕΝΗ

Ο έρωτας γεφύρωνε το πέλαγο
όσο περνούσε η μαγεμένη
Σαν χάθηκε δεν απέμεινε τίποτα
Στάχτη ηφαίστεια σβησμένα
κι αυτή να κυλάει όπως η λάβα
στο αρχιπέλαγο των ονείρων της
Παιδί είκοσι χρόνων ομολογούσε
αποθανείν θέλω
Σίβυλλα γερασμένη
μαύρα στεφάνια τα μάτια της
πέτρινες κουρτίνες τα λάθη της
Με δάχτυλα κιτρινισμένα
από τη νικοτίνη
ξεφυλλίζει τη ζωή της
κι ακόμη μαγεμένη
στέλνει μηνύματα
αγάπης

ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ

Η νύχτα απλώνει στις γειτονιές
σκιές του φόβου
αστέρια βαλσαμωμένα
Τα πόδια μου ανάλαφρα
αγγίζουνε τις στέγες
αθλήτρια στη δοκό
Αστραποβόλα cd
παίζουν τη μουσική μας
που υπνοβατεί μαζί μου
στις αιχμές των προβλημάτων
της ημέρας
Με τρομαγμένα μάτια
μ’ ακολουθείς κόρη του σκοταδιού
με φωνή παιδική
κι ένα αρκουδάκι αγκαλιά
Ζητώντας επίμονα μια εξήγηση
για τα παραισθησιογόνα ταξίδια
που υπόσχονταν
τα νανουρίσματά μου

ΝΥΧΤΕΣ ΜΕ ΚΡΑΣΙ

Γλιστράμε βαριά πάνω στον πάγο
με αλυσίδες δεμένοι στα πόδια
Η νύχτα βαραίνει σκληρή στην πλάτη
κι η ταβέρνα λέμβος στο βουνό
μας ταξιδεύει
Κόκκινα κεριά σταγόνες αίμα
σε λευκό τραπεζομάντηλο
Το άσπρο πουκάμισο μισάνοιχτο
λεκιάζει με κρασί
Ένα τραγούδι από το ηχείο
κυλάει με θόρυβο και με στέλνει πίσω
Τρώμε ρόδια με μέλι
Γύρω μας κρέμονται σφάγια
Το αίμα τους πηχτό στάζει
στο πάτωμα
Το κεφάλι βαρύ
κι η μνήμη τσακισμένη

ΟΣΑ ΧΑΘΗΚΑΝ

Κρεμασμένη από μια κλωστή
έβλεπα τους φίλους κάτω
να κουνάνε τα χέρια με τρόμο
ενώ ήξερα πως ήταν
άλλη μια μέρα χαμένη στο χρόνο
Αγωνιζόμουν ν’ απαλλαγώ
απ’ όσα με απογοήτευσαν
και πίσω να φέρω
όσα χάθηκαν για πάντα
Ένα μεγάλο κενό. Οδός σιγής
Μια νύχτα που κράτησε αιώνες
και μετά η μέρα του γυρισμού θολή
ο δαμαστής με το μαστίγιο
και η τίγρη ναρκωμένη
Το μόνο που ήξερα ήταν πως σε ήθελα
Όλα είχαν αλλάξει
Ριγμένα τα δέντρα στον κήπο
Πίσω από το σπασμένο καθρέφτη
μια ζωή το πρόσωπό σου
Από το ένα δωμάτιο στο άλλο
μιας μέρας δρόμος
Κουραζόμουν να ανασαίνω
Για τον έρωτα ελαφροπατούσα τις νύχτες
κι ερχόμουν σε σένα
Μα δεν έβλεπα τίποτα γιατί ήμουν άλλου

Ο ΔΡΟΜΟΣ TOΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Αύριο θα είναι αργά
Όταν η ανάμνηση καταλαγιάσει
πάνω από τις πόλεις μας
που τις χωρίζει μια θάλασσα
και τις ενώνει ο δρόμος του φεγγαριού
Εκεί που το παραμύθι τελειώνει
εκεί σε θέλω
σαν ασημόσκονη να πέφτεις πάνω μου
Εκεί όπου όλα τελειώνουν
και όλα αρχίζουν από την αρχή
Εκεί όπου κολυμπάμε καθηλωμένοι
στο ίδιο ρεύμα που μας παγιδεύει
και στη ζωή
εκεί σε θέλω
Δεμένοι στους κάβους
ενώ φυσάει ούριος άνεμος
και όλα είναι έτοιμα
για μακρινό ταξίδι
Μάτια κλειστά κι οι δύο
Στην ψυχή μου πέφτουν
θραύσματα του φεγγαριού
και το παιχνίδι των ελπίδων
ληγμένο
Τώρα σε θέλω
να σαρκάζεις το θάνατο
με κείνο το αφοπλιστικό
χαμόγελο

ΑΓΝΟΙΑ

Πίσω από τις κλειστές πόρτες
μαντεύω το αεράκι
που έρχεται από το νοτιά
και η νοσταλγία
πίκρα και καπνός
κατακάθεται αθόρυβα
και διαβρώνει τα πνευμόνια
Τυλίγομαι στο κορμί σου
κισσός και αγιόκλημα
σε φράχτη
Κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει
τη νύχτα που χάνεται
τη μυρωδιά της θάλασσας
τα όνειρα των ναυαγών
Λαθρεπιβάτες
προσποιούμαστε άγνοια
ενώ το πλοίο βουλιάζει
και οι ακτές αφιλόξενες

ΠΛΑΤΕΙΑ ΝΑΥΑΡΙΝΟΥ

Στα ανάκτορα του Γαλέριου
ένα φάντασμα τριγυρνά
με βιβλία στη νυχτερινή βάρδια
Φωτογραφίες ασπρόμαυρες
το απαθανατίζουν
Κύματα φέρνουν
μέχρι την πλατεία ναυαγούς
παραπατούν ζωντανοί νεκροί
πολλοί παιδιά σχεδόν
δείχνουν την τρυπημένη γλώσσα
ζητώντας κατοστάρικο
χλωμό το πρόσωπό τους
πατημένος καπνός η ομορφιά τους
στο γλιστερό πλακόστρωτο
Ήχος βιολιού ακούγεται λυπημένα
πάνω απ’ την πόλη με τους πρόσφυγες
Ένα κορίτσι παίζει κλαίγοντας
τ’ αδύνατα πόδια του στο κρύο
χτυπάει με ρυθμό
Η τύχη ας το βοηθήσει

ΑΣΥΛΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Χνούδια της λεύκας
ασπρίζουν τα μαλλιά μας
ψεύτικο χιόνι
κι η μέρα ανοιξιάτικη
Μια ρωγμή μεσολαβεί
από το τώρα στο άπειρο
από το κρυφοκοίταγμα
στην τόλμη
Η λιμνούλα της άνοιξης
νερόλακκος με σκουπίδια
Από δω μέχρι το τραπέζι
του νεκροτομείου
δύο βήματα
Οι τσιγγάνοι άναψαν φωτιά
και ξάπλωσαν στο χώμα
οι πολύχρωμες κουβέρτες τους
σημαίες ειρηνικές στο πάρκο
τα μωρά τρέχουν γυμνά
κι απλώνουνε το χέρι
Δίπλα κλαίνε άρρωστοι
σε τηλέφωνα χαλασμένα
Το αστεροσκοπείο ψυχρό
και απόμακρο
μακρινά αστέρια της Άρκτου
κι οι τελειόφοιτοι με λουλούδια
κι επίσημα ρούχα
κομπάρσοι
στη σκηνή του ασύλου

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ

Δακτυλίδι οι εικόνες από τα παλιά
πρόσωπα φωνές ψίθυροι
τα μάτια σου οι στίχοι
τα δυνατά σου πόδια
Διασχίζαμε το μονοπάτι
όταν κύλησε η χιονοστιβάδα
και χαθήκαμε
Βρέθηκα να κοιτάζω
από ψηλά κι ήταν τα σύννεφα
λευκά και παγωμένα
σα σκληρός χωρισμός
Μούδιαζα ολόκληρη
κι αυτό το μούδιασμα
δεν ήτανε του κόσμου αυτού
Αντέδρασα με τη σκέψη σου
Μπήκαμε στο δωμάτιό σου
που θύμιζε κελλί
κρατούσα το ζεστό σου χέρι
Μου χάρισες τα βιβλία σου
και τον εαυτό σου
δεν έχω τίποτα άλλο μου φώναξες
Μετά κενό. Απόλυτο λευκό
σαν τη χιονόγλαυκα
στους πάγους της ’Αρκτικής
χαμογελαστό πτώμα για λίγο
Κατέχω κάτι από τον απαγορευμένο
κόσμο τους
Γι’ αυτό αγάπησα το ταπεινό χορτάρι
και το πρώτο φως της αυγής
Γι’ αυτό αγαπώ και σένα
γιατί ξέρεις να μελετάς
των λέξεων τα μυστικά
και του σώματος την άνθιση
γιατί ξέρεις να σφάζεις
και να δίνεσαι
θύτης και θύμα
όπως κι εγώ
κι ο κόσμος μας

ΟΥΤΕ ΔΡΟΣΙΑ

Τίποτα δεν είναι τόσο απατηλό
τόσο ελκυστικό
όσο η αγκαλιά της θάλασσας
και η δική σου
Φύκια κυκλώνουν το πρόσωπο
κι αλμύρα το κορμί μου
και το τραγούδι των ανέμων
καλπάζει σε ακτές φευγαλέες
σε κάθε μας συνάντηση
που είναι ονειρική
ούτε δροσιά δεν γεύτηκα
ούτε το χάδι των ματιών σου
Μόνο η περιρρέουσα λύπη μένει
χέρια που με πνίγουν το βράδυ
Μια μέρα όλα θα ειπωθούν
κατά πως πρέπει
και σαν τα χιόνια λιώσουν
θ’ ανοίξουν οι δρόμοι
για αγκαλιές
περιχαρείς που επιζήσαμε
μετά από τόσους θανάτους
δικούς μας

.

ΑΕΡΟΛΕΣΧΗ (1997)

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΑ ΠΕΤΑΛΑ

Βρήκα τ’ αχνάρια
ξεχασμένων αλόγων
πέταλα σκουριασμένα
καλπάζοντας στον ουρανό
Βρήκα τα μάτια σου
καρφωμένα σε φτηνό
αντίγραφο Βαν Γκογκ
Βρήκα το παλιό
δαιμονισμένο κέφι
στα σανίδια
ετοιμόρροπου σπιτιού
ψάχνοντας σχήματα
αόριστα, φιγούρες
και χρώματα
Έχασα τη μυρωδιά
των ρούχων σου
και του ταμπάκο
λιβανιστήρι μεθυστικό

ΠΟΙΗΤΕΣ

Πάνω απ’ το σβησμένο κάρβουνο
μια αχτίδα ήλιου
Πάνω από τα μάτια σου
μια θλίψη
Πάνω από το πέλαγο
φτερουγίζουν
τα πιο αδύναμα πλάσματα
Κάποιοι πανίσχυροι
καθηλωμένοι στο χώμα
κι άλλοι σε ορυχεία βαθιά
ψάχνουν μια λέξη

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Οι ποιητές
και οι κόρες της νύχτας
η Αίγλη, η Ευρύθεια
κι η Εσπερέθουσα
κι ο δρόμος
για τον κήπο των Εσπερίδων
όπου κανείς θνητός
δεν πρέπει να περάσει

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ

Το βυζαντινό της πρόσωπο
το σιωπηλό ξεθωριάζει
Τα φθινοπωρινά της βράδια
φύλλα υγρά στην παραλία
Με σύντριψε πάλι το βάρος της
Κολυμπώ σε μια λακκούβα
προσπαθώντας ν’ αγγίξω
τη σκιά της που χάνεται
προς τον Θερμαϊκό
Το πρόσωπό της
πάλι στα παζάρια
Το βυζαντινό της πρόσωπο
το σιωπηλό.

ΠΑΛΙΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟ

Θα έρθει βροχή
πάνω στη λεηλατημένη
ομορφιά σου
παλιό αρχοντικό
χορταριασμένες πόρτες
Το κύμα αλύπητα
θα χτυπάει
τα παράθυρα
που κάποτε εμείς …
Στους τοίχους
γραμμένο τ’ όνομά σου
μια σιωπηλή κραυγή

ΜΠΟΥΡΙΝΙ

Στην άκρη της θάλασσας
περπατώ τόσα χρόνια
παλεύοντας να πνίξω
το άγριο κάλεσμά της
Το πρόσωπό μου καθρεφτίζεται
ή μήπως είμαι ήδη μέσα
κι έξω τριγυρνά μια οπτασία
Ένα κορίτσι κλαίει
εδώ τριγύρω
Είναι το μπουρίνι
που αναταράζει τη θάλασσα
Είναι η τρομερή ανατριχίλα
στο κορμί της
που έρχεται σε οργασμό
Είναι οι τέντες
που ξεσχίζονται στη βεράντα
Είναι δύο γλάροι που πετούν
αδιάφοροι στο χαλασμό

ΑΕΡΑΜΥΝΑ

Να προλάβουμε να δούμε
τα παιδιά να χορεύουν
Τα κορμιά να φωσφορίζουν
από θεϊκό άγγιγμα·
τα σκυλιά να λουφάζουν.
Χωρίς φύλακες
να μπαίνουμε στο χώρο
τον απαγορευμένο.
Οι άγγελοι αγαπούν πολύ
τα τραγούδια
γελούνε πονηρά
και σπάζουν
την ουράνια γαλήνη
όταν τελειώνει
η άσκηση της αεράμυνας

ΔΙΕΞΟΔΟΣ

Στο φωταγωγό ανταμώνουν
Τα μάτια τους είναι φωτεινά
και τα μαλλιά τους λάμπουν
Μια μελωδία φτάνει απαλά
μπλέκει με τους ψιθύρους
Λόγια πουλιά χτυπούν
στις τζαμαρίες
και κείνο το φως
που έρχεται από ψηλά
η μοναδική τους διέξοδος

ΜΕ ΒΕΒΑΙΑ ΒΗΜΑΤΑ

Αυτό το σκιάχτρο φεγγάρι
μάς επισκέπτεται
κάθε νύχτα στην παγωνιά
Μαύρος πάγος η ψυχή του
λιώνει με το πρώτο φως
κι εμείς ιέρειες του ήλιου
με χρυσά προσωπεία
προχωράμε με αβέβαια
βήματα και όνειρα
στο έρημο θέατρο

ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΠΑΖΟΛΙΝΙ

Έκρυβε το βλέμμα
στη σκοτεινή αίθουσα
του σινεμά
Όταν φωτίζονταν
η οθόνη πιο έντονα
κάποιες στιγμές
ξεχώριζα στα μάτια του
κάτι από Παζολίνι
Παρ’ όλο που είχε ασπίδα
τη γυναίκα του
ανύποπτη δίπλα
να παρακολουθεί
την πλοκή της ταινίας
αγγίζοντας όμως
το δικό μου χέρι

ΠΕΡΙ ΦΙΛΙΑΣ

Όταν τέλειωσαν όλα
δεν είχε τη λεβεντιά
να καταλάβει πως
έρωτας ήταν και πάει
αλλά άρχισε τις διδαχές
περί φιλίας
Καθώς τον έβλεπα
μου ήρθε στο μυαλό
γαρδένια σε κρεοπωλείο
κι ακόμα
τριανταφυλλιά σε βαρέλι
δίπλα σε βενζίνες

ΑΕΡΟΛΕΣΧΗ

Στου κορμιού σου
τα όρη πετούσα
Στις χαράδρες
της μουσικής
μαζί σου βυθιζόμουν
Ώσπου το χέρι
κάποιου δαίμονα
μας σκόρπισε
σ’ ανατολή και δύση
Εσύ να διαβάζεις
μαύρους οιωνούς
κι εγώ σ’ αερολέσχες
να τσακίζομαι
καθημερινά

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Θυμάσαι που η νύχτα
κι η θάλασσα ήρθε
στο δωμάτιο
Εσύ ο μέγας ηθοποιός
έφυγες με το πρώτο κύμα
αφήνοντας πίσω
την πρωταγωνίστρια
να μαζεύει τα σκηνικά

ΤΑ ΦΙΔΙΑ

Κάποτε με πανσέληνο
ένα ζευγάρι τρυπώνει
στο χάλασμα,
αγκαλιάζεται με τη λαχτάρα
της πρώτης φοράς
κι ύστερα φίδια βγαίνουν
σέρνοντας στο σκοτάδι

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Έλα να διαβούμε μαζί
τα κρυφά δρομάκια
της πόλης μας
Γνωρίζω κάποιο κήπο
μυστικό έξω απ’ το χρόνο
όπου θ’ αγγίξεις απαλά
το στήθος μου
και «τι όμορφο που είναι
το στήθος σου» θα πεις
κι εγώ θα πω «δεν ξέρω»
κι όλα θ’ αρχίσουν
από την αρχή

ΒΟΛΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ

Ο ήλιος λιώνει στα νερά
Τα παιδιά αραχτά
στις καφετερίες
κοιτάνε τον ορίζοντα
με κλεφτές ματιές
παίζοντας τους άνετους.
Έκθεση ζωγραφικής
στην αποθήκη στο λιμάνι
και τρέχεις
με φτερά στην πλάτη
σ’ ένα ποδήλατο
με μια ρόδα
να ρίξεις μια ματιά
στον ήλιο που λιώνει
ακόμα στα νερά

ΑΠΟΜΑΚΡΗ ΦΩΝΗ

Η φωνή του μες στη νύχτα
είναι ακόμα ζεστή
Λεν άλλαξε καθόλου
χιλιάδες νύχτες
είναι κλεισμένες
στη φωνή του
κι άλλες τόσες εικόνες
Τώρα όμως να ξεκαθαρίσει
μια εικόνα έστω μία λέξη
γιατί οι νύχτες φεύγουν
χάνονται βασανιστικές
κι η φωνή του
που με καίει

ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ

Το δωμάτιο ψηλά
έμοιαζε καταφύγιο
Κοιμήθηκες γλυκά
στα χέρια μου
Άκουγα τραγούδια
από την Ιρλανδία
Δεν κοιμήθηκα
σχεδόν τη νύχτα
πιο πολύ σε κοίταζα
Πριν φύγω
είδα απ’ το παράθυρό
την πόλη κάτω
χαμένη στα δηλητήρια
Έγραψα κάτι
δε θυμάμαι
σ’ ένα λευκό χαρτί
κι έφυγα κλείνοντας
γερά την πόρτα.

ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ

Όταν σε σκέφτομαι
δε γνωρίζω πια
τι με τραβάει σε σένα
Ίσως είναι το είδωλο
που έφτιαξα
ζωγραφίζοντας
την απουσία σου
Τραβώντας λίγο από δω
απλώνοντας κι άλλο από κει
έφτιαξα στα μέτρα μου
έναν ημίθεο που με ταλανίζει
Δεν ξέρω πια τις σκέψεις σου
και κείνο που με τρομάζει
είναι που ζω τόσο καιρό
μ’ ένα δείγμα γραφής
των είκοσι σου χρόνων

Η ΑΙΩΡΑ

Ξαφνικά κατάλαβα
πως όλα αυτά τα χρόνια
κρεμόμουν σε μια αιώρα
ανάμεσα σε δύο πρόσωπα
Αν άφηνα το ένα
θα έπεφτα
Αν άφηνα το άλλο
θα έπεφτα
Όμως ο ουρανός
ήταν πάντα εκεί

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Μπλεγμένο με φύκια
το κορμί μου
και το φεγγάρι
στο χέρι
σφαίρα μαγική,
ήρθα να σε βρω
να μου ψιθυρίσεις
λόγια λιγωμένα.
Τα μάτια μου ασημένια
ψάχνουν στο σκοτάδι
Έγινες ένα με τη νύχτα
κι είναι στιγμές
που δε σε βρίσκω
Το χέρι σου καυτό
πάνω στα πόδια μου
κι οι πινελιές
σβήνουν τους γύρω

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Τα λόγια αδιάντροπα
κυλούν πάνω
στο γυμνό σώμα
Τα χέρια πνίγουν
τον τρυφερό λαιμό
Η επιθυμία διαγράφει
το παρελθόν
Ο πόνος κρύβεται βαθιά
και μόνη τον διακρίνω
στα μάτια του καθρέφτη
Είναι εκείνος
Άσπρα μαλλιά
σε πρόσωπο νεανικό
μια κάμερα και
προβολή στον τοίχο

ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ

Όποιος έρχεται από μακριά
είναι άνεμος
Ο ήλιος που βάφει ροζ το σύννεφο
δεν κατάφερε να χρωματίσει
το πρόσωπό σου
Είναι η σκιά σου
ένα φιλί σε παγωμένο τζάμι
Έρχεσαι με δάκρυα
με δάκρυα φεύγεις
Κι ο άνεμος εξακολουθεί
να χτυπά την πόρτα
που ποτέ δεν έκλεισε για σένα

ΜΙΑ ΤΣΙΓΓΑΝΑ

Μια τσιγγάνα
που έχτισε σπίτι
μα στην αυλή
στημένο έχει τσαντίρι
έτσι από συνήθεια
να είναι έτοιμη
για δρόμο

ΕΡΓΑ ΑΝΤΙΣΤΗΡΙΞΗΣ

Η μουσική και το γράψιμο
υφαίνουνε το μαγικό χαλί
Το πρόβλημα
ήταν πάντα το χώμα
μια και τα έργα
αντιστήριξης
ήταν πρόχειρα
και η τάφρος
έχασκε πίσω μας
από τη γέννησή μας

ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ

Διαβάζω μες στα μάτια σου
τη σιγουριά φρεσκοτυπωμένου βιβλίου
και την γκρίζα ανησυχία
μικρού παιδιού ορφανού
την αθωότητα ρόδινου
ανεκπλήρωτου έρωτα.
Μόνο τα δικά μου μάτια
σακουλιάζουν απ’ το βάρος
της σκέψης σου και
μαύροι κύκλοι τα σκιάζουν

ΔΥΤΙΚΕΣ ΑΚΤΕΣ

«Κι όμως ταξίδεψα πολύ κατά τις δυτικές ακτές
είδα τα σώματα των όψιμων κολυμβητών να φθίνουν»

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Το κορμί σου να ικετεύει
κοντά στη θάλασσα
Η γύμνια σου να λάμπει
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού
κι εσύ να μην το γνωρίζεις
Τώρα απέκτησες περιττά χρόνια
και περιττά κιλά
και είσαι παντού
και ξέρεις τα πάντα
Όμως αν ψάξεις
στους αμμόλοφους
δίπλα στο πουκάμισο των φιδιών
θα βρεις σε κάποιο σημείο
πάνω στ’ αγκάθια
τη σκιά του τέλειου κορμιού σου
που κάποτε βρεμένο
έγειρε εκεί στο πλάι

.

ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΕΝΟΙΚΟΣ (1987)

ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΥΘΙΑ 

Γυναίκα του καιρού μας
μοντέρνα Πυθία
Μασώντας τσίχλες
και πικροδάφνες
κοντά στο τζάκι,
μισοπνιγμένη
στους καπνούς
της επαρχιώτικης πλήξης
Καταβροχθίζοντας σνίτσελ
κι ομίχλη από άγραφους στίχους
Γυναίκα που υποτάχτηκες
στων παιδιών σου
την ανάσταση
Ζυμώνοντας αέρα, ήλιο, μέλι
και δάκρυα
Πόσο πίσω έμεινες
ατενίζοντας την τράτα
να χάνεται αθόρυβα
παγιδεύοντας ασημένια ψάρια
και όνειρα χρυσαφιά
σα σύννεφα γαντζωμένα
σε μοναχικό κατάρτι

ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΙ Η ΤΙΠΟΤΑ 

Είχε την τάση να κλείνεται
στον εαυτό της.
Έμπαινε πρώτα στο δωμάτιο,
μετά στην ντουλάπα,
σ’ ένα συρτάρι,
σ’ ένα κουτάκι,
ύστερα σ’ άλλο πιο μικρό
και σ’ άλλο πιο μικρό
κι ύστερα τίποτα
Ή πάντα υπήρχε
κάτι πιο μικρό
Υπήρχε πάντα κάτι
ή τίποτα;

Η ΑΓΧΟΝΗ 

Στου χρόνου τη στημένη αγχόνη
θα κρεμαστούνε πάλι απόψε
οι ερωτικές μοναχικές νύχτες,
όνειρα που τα έφαγε σκοτάδι,
σκέψεις που οδηγήθηκαν
από ένστικτο τυφλό
μέρα της γυναίκας

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΠΑΛΕΥΩ 

Τις νύχτες ακούω
τη φωνή σου που με καλεί.
Τις νύχτες που είναι
γεμάτες στεναγμούς,
τα τριζόνια ζηλεύω
και τον άνεμο
Την άμμο την υγρή
που αναστατώνεται
από το ήσυχο κύμα
που τη γλείφει
Τις νύχτες που είναι
γεμάτες έρωτα
παλεύω να κρατήσω
με σώμα και ψυχή

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ 

Τις νεκρές ώρες
ανοιγμένο κονσερβοκούτι
το κρανίο μου
άδειο από μνήμες
προσπαθεί να επιβιώσει
Δάχτυλα ηδονίζονται
από τους χυμούς
του κορμιού
Μάτια σε κορφές κυπαρισσιών
οραματίζονται
Το παράλογο εκκρεμές της ζωής
αδιάφορο το μέλλον μετράει,
τα νήπια χλευάζει,
τον θάνατο προκαλεί
με το μαχαίρι του έρωτα

ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗΣ 

Όταν έρχεσαι
μ’ ένα χαμόγελο
καρφιτσωμένο
στο άδειο σου πρόσωπο
Εκλιπαρώντας
λίγη ζεστασιά
από ένα κορμί,
άδειος από αισθήματα,
με χέρια απλωμένα
Σ’ αναγνωρίζω
έρωτα υπολογιστή
με το σπαθί
της αδιαφορίας,
ύπουλα περασμένο
στην πλάτη

ΤΟΤΕ ΑΠΟΚΑΛΥΦΤΗΚΑΝ 

Έφτασε η ώρα που το όνειρο
ήρθε να με βρει
φορώντας αθλητικό φανελάκι
Η αλήθεια είναι πως εγώ
τ’ αναζήτησα τρέχοντας
μαραθωνοδρόμος πάνω από
οικιακά σκεύη παντός είδους
Ρωτώντας τον ένα μετά τον άλλο
τραβώντας το χέρι το φιλικό
Αδιάφορη γι’ αυτούς που δε νιώθουν
που δε φοράν μάτια μόνο γυαλιά.
Και τότε αποκαλύφτηκαν στο στόμα μου
λιβάδια με τριφύλλι και πρωινή δροσιά
και κρίνα και μαλακό υπογάστριο
Ένα άγαλμα ζεστό,
με μάτια σφαίρες μαγικές,
που βλέπεις μέσα
μελλούμενα και περασμένα

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Το κορίτσι που κρυβότανε
στην κορυφογραμμή
ακολουθώντας το φεγγάρι,
εκείνη την παγερή
νύχτα του Μάρτη,
θαμπώθηκε από τη λάμψη
του παγωμένου χιονιού.
Σαν έλιωσε το χιόνι
το ποτάμι κατέβασε
πνιγμένο το κορίτσι
με λουλούδια
στη θάλασσα

ΣΑ ΦΕΓΓΑΡΙ ΧΑΝΟΜΑΙ

Το φεγγάρι που είναι ξεθωριασμένο
φαίνεται στο σούρουπο,
μπρούντζινος καθρέφτης
γίνεται το βράδυ.
Στο σμίξιμο
θάλασσας κι ουρανού
κηλίδα από αίμα
Αναπαράσταση
θανάτου και ζωής
σιωπηλή και καθημερινή
Χωρίς κραυγή κι απόψε
σα φεγγάρι χάνομαι

ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ 

Σαν έκαψες τις γέφυρες
πίσω σου,
το χιόνι σε περίμενε
στη στροφή.
Δικό σου το πρόβλημα
η λύση του
δική σου
Πρόσεξε μόνο
γλυκά μη γείρεις.
Στο χιόνι
ο ύπνος θάνατος

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ 

Μέσα σ’ επαρχιακά λεωφορεία
σ’ εστιατόρια πρώην σκυλάδικα,
σε διαδρομές ανιαρές
με άρρωστα στομάχια
και γέρικες σκέψεις,
πληρώνοντας διόδια
στο πέρασμα του Άδη,
παλεύοντας τη γνώση
με τη λησμονιά,
ανοίγοντας μάτια
που πια δεν ξανακλείνουν
ετοιμάζεται να ξαναμπεί
στο βαθυσκάφος

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ 

Όταν έβγαινε και άπλωνε
τα προβλήματά της
με μανταλάκια,
νόμιζαν πως άπλωνε
μπουγάδα αστραφτερή.
Κανείς δεν κατάλαβε
γιατί αυτοκτόνησε.
Από νοικοκυροσύνη
Από αγάπη, από αρρώστια
Ή μήπως γιατί τίποτα
δεν γινόταν όπως ήθελε
εκείνη, η τρελή, η απροσάρμοστη,
που επέμενε να σκέφτεται
καθώς άπλωνε στον αέρα
τα όνειρά της.

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΑ

Νύχτα χωρίς φεγγάρι
Μαύρη πινελιά
σβήνει την πόλη.
Η θάλασσα μια πλατεία
συνέχεια της ακτής
Μπορείς να περπατήσεις
κι ύστερα να συνεχίσεις
κατά τον ουρανό.
Μια μαύρη πινελιά
κι εσύ ασήμαντη πυγολαμπίδα
ψάχνεις μ’ ένα πράσινο φαναράκι.

ΟΛΥΜΠΙΑ, ΠΑΣΧΑ ’87

Σύννεφα από λουλούδια
μοβ, κίτρινα, πράσινα.
Ανάμεσα σε σκοτεινές πηγές
σπασμένα αγάλματα
σ’ ακινησία θανάτου.
Ζεστά κορμιά διαλέγουν
την αυτοκτονία τους
Σύμπλεγμα άψυχου
και ζωντανού
ξαπλώνουμε.
Μάταια ένας ήλιος
προσπαθεί να μας ζεστάνει,
χρυσάφι ρίχνοντας,
σε ξανθά μαλλιά εφήβων

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Στον Γιώργη Παυλόπουλο

Όλα είναι θλιβερά
στο σπίτι του ποιητή
Για όλους είναι ευχάριστα
και φιλόξενα
Εμένα δε με ξεγελά
Είναι σαν ένα μουσείο
που προσπαθεί το χρόνο
να πετρώσει
Εμένα δε με ξεγελά
Μόνο εκείνη η λάμψη
στα μάτια του
είναι που με τραβάει,
μαγνήτης μιας άλλης ζωής…

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Τα φώτα πυγολαμπίδες
στο μαύρο σου κορμί
Διαφημίσεις φωτεινές πλάνες
μαύρη μαγεία,
γέλιο τρελής νυχτερίδας
Ο βαρδάρης δοξάρι
στις αντένες της TV
Νύχτα της πόλης
εισβάλλεις σε κάμαρες
μοναχικές
τα κρόσσια σου ανεμίζοντας,
εμποδίζεις χέρια να ενωθούν
Στο στροβίλισμα του χορού σου
ρίχνεις στο έρεβος
νάρκισσους θλιβερούς.

.

ΤΟ ΑΓΚΙΣΤΡΙ (1994)

ΑΝΘΑΚΙ ΛΕΜΟΝΙΑΣ

Να την πάλι
η γριά με το μαύρο καλσόν
κι ένα ανθάκι λεμονιάς στα χείλη,
που έρχεται χορεύοντας
μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά
και δέκα ρούβλια στην τσέπη.
Να την πάλι
πάνω στη μαύρη θάλασσα
χαμογελώντας και χορεύοντας
με το παιδί της
και τα παιδιά του παιδιού της.
Μόνο το ένα το μικρό της ξέφυγε
έγινε σκεφτικό, γράφει γράφει
και δεν προκόβει.
Εκείνη έρχεται στον ύπνο του
χορεύει με το μαύρο καλσόν,
γίνεται πάλι σκελετός
και φεύγει αφήνοντας
ανθάκι λεμονιάς

ΕΦΗΒΕΙΑ (4)

Με το φεγγάρι
κατέβαινε στο πηγάδι
φορώντας το λευκό νυχτικό της.
Ύστερα πάλευε να βγει
από το σκοτάδι.
Το άνοιγμα του πηγαδιού
ήταν το φεγγάρι
που την πήγαινε
σ’ έναν άλλο κόσμο
όλο φως και χρυσάφι.
Τρόμαζε και ξυπνούσε
και δεν είχε πεθάνει
κι αυτή τη φορά.

ΠΡΟΒΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ο ύπνος έπεφτε σαν καταρράχτης.
Μια κουρτίνα ανέμιζε
πάνω από τα νερά.
Έτρεχε, πετούσε, αφήνοντας
πίσω, τις σκιές
που την κυνηγούσαν.
Όταν άνοιξε τα μάτια,
συμπαθητικές γριές
με μαύρα ρούχα
την κοίταζαν με πόνο.
Δεν ήξερε πια αν ζούσε
ή αν είχε πεθάνει.
Μόνο καταλάβαινε
πως μόλις είχε ξεγλιστρήσει
από τον χορό των σκιών.
Πέρασαν πολλά χρόνια
ώσπου να ξεχωρίσει
πως εκείνο ήταν
πρόβα θανάτου.

ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ 

Το σκηνικό δεν αλλάζει.
Ασημένιο, γκρίζο, μοβ, κόκκινο,
ξεχύνεται πάνω στη θάλασσα.
Το αίμα ρέει αιώνες.
Το σκηνικό δεν αλλάζει.
Το δύσμορφο σαλάχι
έμβρυο πεταμένο στα κύματα.
Η νεκρή χελώνα
βράχος που επιπλέει,
πνιγμένος άνθρωπος.
Ο κόκκινος αστερίας
στάζει αίμα.
Εκείνη αποκεφαλισμένη μέδουσα
δεν θα υπάρχει αύριο.
Το σκηνικό είναι στημένο
χρόνια τώρα…

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΙΩΠΗΛΗ

Χειμώνας. Παραλία ερημική
θάλασσα αγριεμένη.
Αμμουδιά τσιμεντένια.
Μια σκακιέρα ανοιγμένη.
Ένα ζευγάρι ξένων
παίζουν χωρίς να μιλούν.
Μια γυναίκα με δυο παιδιά
περνάει δίπλα τους σιωπηλή.
Την κοιτάζουν. Απλώνει
το χέρι της κι αλλάζει θέση
σ’ ένα πιόνι. Ματ.
Προσπερνάει και χάνεται.
Τα παιδιά της ξεχνιούνται
παίζοντας με τον σκύλο τους…

ΓΛΙΣΤΡΑΕΙ ΑΘΟΡΥΒΑ 

Κάτω από πεύκα πλαγιασμένη στο δάσος.
Κοντά η θάλασσα κι η καταιγίδα που έρχεται.
Ξυπόλητη στην άμμο χειμώνα καιρό
ψάχνει για κρινάκια.
Κάποιος στα βαθιά χτυπάει
με αγωνία τα κουπιά.
Δεν ακούγεται η φωνή του.
Σε λίγο χάνεται, γλιστράει αθόρυβα,
όπως στα όνειρα.
Αυτή ξυπόλητη στην άμμο
ψάχνει τα βήματά της.
Ίχνη σκυλιών, καλύβες ρημαγμένες.
Γαντζωμένη από τα χόρτα περίμενε…

ΤΟ ΑΓΚΙΣΤΡΙ 

Μια αδιάκοπη γκρίζα βροχή.
Ένα φουσκωμένο ποτάμι μαύρο.
Ένα πρόβατο πνιγμένο…
Βουτηγμένος στο μαύρο ποτάμι
παλεύεις να προλάβεις κάτι.
Δεν ξέρεις τι.
Ουρανοσκόπος χωμένος στην άμμο
ψάχνεις για τροφή στον ουρανό
ενώ σ’ έχει γραπώσει τ’ αγκίστρι
βαθιά από τα σπλάχνα.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΑΜΙ

Τα χωράφια άχνιζαν.
Καίγονταν σαν λιβάνι.
Ένα κορίτσι πέρναγε
στον εθνικό δρόμο
με ποδήλατο.
Δυο μάτια πίσω
από ένα τζάμι
δάκρυζαν…

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

Ένα μωρό κλαίει.
Από κάτω γριές
πλέκουν δαντέλα.
Τραβώντας την κουρτίνα
σπάει ο καθρέφτης
βγαίνει ξαφνικά
μια φαγωμένη εφημερίδα
με χρονολογία 1889.
Πότε πέρασε κιόλα
ένας αιώνας!

ΑΟΡΑΤΑ ΚΟΥΔΟΥΝΑΚΙΑ 

Πάνω από ένα κήπο
με σιδερένια κλαριά
μια σκάλα ανεβαίνει στη νύχτα.
Ο άνεμος περνάει
με αόρατα κουδουνάκια.
Ένα αυτοκίνητο χωρίς ρόδες
μας πάει σ’ ένα παράλογο ύπνο.
Σ’ ένα ποτήρι δύο ορχιδέες.
Δίπλα άλλο ποτήρι
με τεχνητή οδοντοστοιχία.
Μέσα σ’ ένα θάλαμο
στοιβαγμένες γριές
μιλούν ασταμάτητα.
Ανάμεσά τους εκείνη
ένα χλωρό κλαράκι
πλησιάζει τον θάνατο.
Η αγάπη όμως δεν την αφήνει
την αρπάζει από το χέρι
τη φέρνει πάλι στη ζωή
καθώς ο άνεμος περνάει
με αόρατα κουδουνάκια

ΠΑΡΕΛΘΟΝ 

Το αηδόνι κελαηδάει
το ίδιο όμορφα
στα δέντρα του σπιτιού σου
και στους κήπους των νεκρών.
Μη με καλείς τόσο επίμονα
απόψε.
Δεν θα έρθω παρόλο που
σε θέλω κι εγώ.

Η ΣΚΙΑ ΣΟΥ 

Η σκιά σου πλανιέται
στην άκρη της θάλασσας
βουλιάζει στα κύματα
και πάλι προβάλλει.
Παλιό καραβόπανο
που το απλώνουν οι γλάροι.
Ολοένα βουτάν να πιάσουν
την άκρη που πάντα ξεφεύγει.
Η σκιά σου μια θύελλα
σαρώνει στο πέρασμα
εικόνα και πρόσωπα
που είχα γνωρίσει.

ΑΡΝΗΤΙΚΟ 

Νύχτα καλοκαιριού
με ωχρό φεγγάρι.
Στον δρόμο του
πάνω στη θάλασσα
περπατούν οι δυο τους
με λευκά ρούχα…
Η στιγμή θυμίζει
αρνητικό φωτογραφίας
που δεν έβγαλαν
ποτέ μαζί…

ΧΩΡΙΣΜΟΣ

Όταν αέρας έμπαινε απ’ το σπασμένο τζάμι
η κιθάρα έπαιζε μόνη της.
Η γυμνή κοπέλα κατέβαινε από τον πίνακα
και χόρευε με τις φλόγες.
Η σκιά της έφερνε το νεογέννητό της
στον πύργο κοντά στην παραλία
τα βράδια όταν ένας τρελός
καβαλούσε τη μηχανή τρέχοντας
με λυτά μαλλιά και νεκρά μάτια.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ

Προτομές κι αγάλματα με σάρκα με αίμα και
οστά. Συνέχιζαν να φιλούν με χείλη
ακρωτηριασμένα. Άντρες χωρίς κορμί ωχροί και
νέοι δήθεν χαρούμενοι. Γυναίκες ωραίες,
ελκυστικές με φορέματα κάποιας παλιάς
δεξίωσης. Όσες δεν είχαν πόδια σέρνονταν μέσα
στη λάσπη κι οι ζωντανοί παραμέριζαν με φρίκη.
Οι προτομές στα βάθρα κουβέντιαζαν χωρίς
φωνή με μάτια απόμακρα. Τότε τον κοίταξα
τρέμοντας μήπως κι εγώ κι αυτός γίνουμε
αγάλματα ανάμεσα στους ζωντανούς.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΑΣΟΣ ΚΑΛΟΥΤΣΑΣ

Η ΒΙΑΙΗ ΑΝΑΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ Η ΟΔΥΝΗΡΗ ΑΝΑΠΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ
(ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΡΔΑΤΟΥ)

Η Μαρία Καρδάτου πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματά μας με την ποιητική συλλογή «’Ερωτικός ένοικος», με είκοσι δύο κείμενα, από τα οποία το παλαιότερο φέρει τη χρονολογία 1980. ’Από τότε κυκλοφόρησε επίσης τα βιβλία «Το αγκίστρι» (1994), με τριάντα δύο ποιήματα και την «’Αερολέσχη», με τριάντα εφτά Αν υπολογίσουμε ότι τα ποιήματα αυτά (σύνολο 91) έχουν παραχθεί μέσα σ’ ένα διάστημα δεκαεφτά χρόνων, και είναι ολιγόστιχα (ξεκινούν από πέντε στίχους και το μεγαλύτερο δεν υπερβαίνει τους είκοσι δύο στίχους), συνάγουμε ένα πρώτο συμπέρασμα ότι η ποιήτρια είναι ολιγογράφος και αγωνίζεται να εκφράσει με λιτότητα τα θέματά της, συμπυκνώνοντας την ουσία τους σε κείμενα που θυμίζουν μικρογραφίες. Η θεματογραφία αυτή έχει σταθερούς άξονες γύρω στους οποίους περιστρέφεται, και η στάση του ποιητικού της εγώ χαρακτηρίζεται από ορισμένες εμμονές. Με αυτή την έννοια θα έλεγα ότι οι τρεις συλλογές, φαινομενικά, δεν διαφοροποιούνται αισθητά όσον άφορα τα εμπειρικά δεδομένα, εντούτοις στο εσωτερικό της καθεμιάς συντελούνται αλλαγές και διαμορφώνονται καταστάσεις, συναρτημένες προφανώς με την όλη εξέλιξη της γεμάτης έντασης εσωτερικής περιπέτειας που βιώνει η δημιουργός τους.
«Λέγοντας ποιητικό εγώ εννοώ το εγώ που μας απευθύνει το λόγο μέσα από
τα κείμενα… είναι προϊόν της δημιουργικής ιδιότητας του κάθε ποιητή. Κάτι σαν τον αφηγητή στην πεζογραφία αλλά περισσότερο κοντά στην προσωπικότητα των ποιητών» γράφει ο Γ. Αράγης σε κάποιο κριτικό του κείμενο. Ο αφηγητής ή μάλλον η αφηγήτρια που μας απευθύνει συνήθως το λόγο μέσα από τα ποιήματα της Καρδάτου (είτε αυτό γίνεται σε α’ γραμματικό πρόσωπο είτε σε δεύτερο είτε ακόμα σε τρίτο) μας δίνει την εντύπωση πως μιλάει για πράγματα και καταστάσεις άμεσα βιωμένες από την ίδια, άσχετα αν εμείς, για λόγους συμβατικούς, θα την θεωρούσαμε επινοημένο πρόσωπο και θα της δίναμε τον χαρακτηρισμό «ποιητικό υποκείμενο» ή ακόμα «πρωταγωνίστρια» και «ηρωίδα» ενός ποιητικού δράματος. Λέω «δράματος» (κι έτσι μπαίνω κατευθείαν στην ουσία), γιατί ο τύπος της γυναίκας που είναι ο φορέας αυτής της αφοπλιστικά εξομολογητικής αφηγηματικής φωνής, φαίνεται ότι ταλανίζεται ανάμεσα σε δυο πραγματικότητες που βρίσκονται σε διαρκή ρήξη: Αυτή της καθημερινότητας που διαδραματίζεται σ’ ένα υπαρκτό περιβάλλον, στο παρόν, και μια άλλη, πλασμένη από πόθους, φιλοδοξίες και όνειρα της νεότητας κι επικεντρωμένη με έμμονή στο ερωτικό γεγονός του παρελθόντος, η οποία προβάλλεται στο τώρα ως το φασματικό αρνητικό της. Είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι που εκτρέφουν αδιάκοπα ένα κλίμα διχοστασίας στην ψυχή της ηρωίδας, εφ’ όσον τα δεδομένα του ενός έχουν κατασχεθεί και φαντάζουν περίπου ως ο απολεσθείς παράδεισος, με αποτέλεσμα και η «άλλη ζωή» που τα προϋπέθετε να μην έχει πραγματωθεί και να παραμένει αποζητούμενη. Στα δεδομένα αυτά καταλέγονται η δίψα για μάθηση και δημιουργία η χαρά της ελευθερίας, η άρνηση οποιοσδήποτε μορφής καταναγκασμού ή υποταγής. Κυριαρχικό ρόλο όμως ανάμεσά τους κατέχει το στοιχείο του έρωτα Μπορούμε να πούμε πως το παρελθόν στην ποίηση της Καρδάτου βιώνεται κυρίως ως ερωτική μνήμη. Το ερωτικό συμβάν που σημάδεψε με την έντασή του το παρελθόν κάποια στιγμή απωθήθηκε, αλλά στην ουσία δεν απεμπολήθηκε ποτέ εξωτερικεύτηκε και έκτοτε αποτελεί έναν θερμό πόλο πολύτροπων συναισθηματικών εκφορτίσεων. Η ανάσχεση του έρωτα (και, μοιραία όλων των στοιχείων που προαναφέραμε και ήταν φυσικό να έχουν διαμορφωθεί μέσα στις συνθήκες της νεότητας, όταν όλα τα συστατικά της ψυχής είναι ενεργά και η κατάφαση της ζωής ισοδυναμεί με τον κόσμο του ονείρου) πραγματοποιήθηκε κατόπιν προσωπικής επιλογής, γεγονός που επιτείνει τη δραματικότητα της γραφής, καθώς τώρα μέσα σ’ ένα γενικότερο κλίμα στέρησης και έντονης εσωστρέφειας, εμφανίζονται οι συνέπειες (βασανιστικές και καμιά φορά
ακραίες). Παρ’ όλα αυτά δε λείπουν από την ποίηση της Καρδάτου οι προσπάθειες ν’ αλλάξει αυτό το σκηνικό, να σταματήσει ο στείρος παιδεμός της μνήμης και να επανεκτιμηθεί το ερωτικό είδωλο του παρελθόντος. Ταυτόχρονα όσο περνάει ο καιρός, ο λόγος της γίνεται πιο φιλοσοφημένος και στοχαστικός κι η ποίησή της αποκτά εμφανέστερο υπαρξιακό περιεχόμενο.
Όσο πιο αδρά μπορούσα διέγραψα ένα γενικό πλάνο που δείχνει πως αναδιπλώνεται θεματικά, στο σύνολό της, η ποίηση της Καρδάτου. Θα ήθελα τώρα να δούμε, κάπως πιο αναλυτικά, πως κατανέμεται όλο αυτό το εμπειρικό υλικό σε καθεμιά από τις τρεις συλλογές.
Στον «Ερωτικό ένοικο», πιο έντονα από οπουδήποτε αλλού, διαγράφεται το
ασφυχτικό κλίμα αδιεξόδου που χαρακτηρίζει αυτή την ποίηση. Από τα πρώτα κιόλας ποιήματα καταγγέλλονται τα αρνητικά στοιχεία που καθορίζουν και τη στάση της ποιητικής ηρωίδας: Ως χώρος, θα έλεγα, είναι το καταθλιπτικό επαρχιώτικο περιβάλλον, όπου προφανώς έχει καθηλωθεί η «γυναίκα του καιρού μας» («Μοντέρνα Πυθία», σ.7) κι έχει τεθεί μοιραία στο περιθώριο. Φταίνε ίσως οι λαθεμένες προσωπικές της επιλογές η και κάτι βαθύτερο, πέρα από τη θέλησή της (ας πούμε η υποταγή της σ’ ένα «ένστικτο τυφλό», όπως γίνεται νύξη στο ποίημα «Η αγχόνη», σελ.11). Γεγονός είναι πάντως πως η αναστολή της δημιουργικότητάς της ισοδύναμε! με καταδίκη. Με την έννοια, βέβαια, ότι μέσα στα όρια της συμβατικής καθημερινότητας, η ζωή αποδεικνύεται γι’ αυτήν μια καλοστημένη παγίδα. Αυτό που την απελπίζει είναι η αίσθηση ότι έχει μείνει πίσω, και ότι η «άλλη ζωή», η ευκταία, γεμάτη «όνειρα χρυσαφιά», έχει ματαιωθεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι η λέξη «όνειρα» επανέρχεται και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, πάντα φορτισμένη με απαισιόδοξο τόνο («όνειρα που τα έφαγε το σκοτάδι», σ.11, «καθώς άπλωνε στον αέρα/τα όνειρά της», σ.27 -εδώ εννοεί «τα προβλήματά της»). ’Αποτέλεσμα, το κλείσιμο στον εαυτό της, η μοναξιά: Βουλιάζει μέσα της μέχρι την εκμηδένιση
(Πάντα κάτι η τίποτα, σ.8). Παρόλο που τα «μάτια της ψυχής» της, θα λέγαμε, είναι
πάντα στραμμένα προς οτιδήποτε λειτουργεί σα «μαγνήτης μιας άλλης ζωής»
(πράγμα που σημαίνει ίσως ότι κατά βάθος δεν παύει να πιστεύει πως μια τέτοια
ζωή είναι εφικτή), η μοναξιά είναι μια κατάσταση που επιβάλλει στον εαυτό της.
Αν προσέξουμε καλύτερα τώρα, θα δούμε πως η μοναξιά αυτή, που μεταγγίζεται
στο χώρο και στα πράγματα, επιδεινώνεται κυρίως από την απουσία του έρωτα, κι
έχουμε βάσιμες ενδείξεις ότι αυτός αποτελεί και το μοναδικό σωτήριο αντίδοτό της
(Ο γείτονας, σ.10). Να σημειώσουμε όμως κάτι: Όπως θα έγινε ίσως ήδη αντιληπτό, ο Έρωτας στην ποίηση της Καρδάτου έχει ένα απόλυτο πρόσωπο. Σ’ αυτήν
την περίπτωση, ερωτική στέρηση μπορεί να υπάρξει κι όταν απλώς δεν πληρούνται
κάποιες προϋποθέσεις που έχουμε θέσει. Ο έρωτας που υποκρίνεται, που είναι
υπολογιστής η άδειος από αισθήματα δεν την άφορά (‘Υπολογιστής, σ.15).
Μόνο όταν αναγνωρίσει το αληθινό του πρόσωπο -χωρίς υστεροβουλίες και σκοπιμότητες, άρα καθόλου εύκολο και ευκαιριακό- η ηρωίδα της θαμπώνεται και τον γεύεται με όλες της τις αισθήσεις. Είναι ο Έρωτας που, πέρα από την ευφροσύνη (σαρκική και ψυχική πλήρωση), μπορεί να συνοψίζει όλη την περασμένη ζωή της και να της χαρίζει νέα προοπτική (Τότε αποκαλύφτηκαν, σ.16). Αυτός ο έρωτας, που τώρα πλέον ξέρει το πρόσωπό του, δεν έχει ορισμένη διάρκεια. Αν, λοιπόν, δεν τον έχει ατόφιο, προτιμάει τη στέρηση και τη μοναξιά. Κι όπως φαίνεται (για τους ίδιους λόγους που προαναφέραμε), δεν μπορεί να τον έχει. Το δραματικό στην περίπτωσή της είναι ότι η «Επιστροφή» (σελ.26) -που προϋποθέτει αναμφίβολα και μια απόπειρα φυγής, μάλλον αποτυχημένη- στο συμβατικό τρόπο ζωής, που αποκλείει τον έρωτα στις διαστάσεις που περιέγραψα (και μοιραία κι όλα τα άλλα), γίνεται οικεία βουλήσει. «Δικό σου το πρόβλημα/η λύση του/δική σου» (Το χιόνι σε περίμενε, σ.25). Έτσι η βίωση της πραγματικότητας μετατρέπεται σε καθημερινό μαρτύριο. Ο παιδεμός οξύνεται ιδίως όταν νυχτώνει: «Τις νύχτες που
είναι/γεμάτες έρωτα/παλεύω να κρατήσω/με σώμα και ψυχή» (Τις νύχτες παλεύω,
σ.13). Κάνοντας μια μικρή παρένθεση, θα πω πως η νύχτα στην ποίηση της Καρδάτου (όπως θα φανεί κι από τις επόμενες συλλογές) είναι ιδιαίτερα φορτισμένη από αισθησιασμό και ερωτική αναστάτωση- τότε είναι που νιώθει το σφοδρό κάλεσμα του (ανέφικτου) έρωτα και βασανίζεται πιο έντονα απ’ την απουσία του. Για ν’ αντέξει (αλλά και να κρατηθεί ταυτόχρονα συνεπής στις αποφάσεις που έχει πάρει) στήνει ένα φανταστικό διάλογο μαζί του και αρκείται να τον αναπολεί, γεμίζοντας την ενδιάμεση σιωπή μ’ ένα σωρό παθητικά κρυφομιλήματα.
Όμως το κλίμα της απογοήτευσης και του αδιεξόδου επιτείνεται και καταλήγει
πεισιθάνατο, εφόσον αρχίζουν οι ερωτοτροπίες με την ιδέα του θανάτου και κορυφώνονται στην ακραία συνέπεια, που είναι η αυτοκτονία. Η ποιήτρια μας είχε ήδη
προειδοποιήσει πως «το παράλογο εκκρεμές της ζωής… το θάνατο προκαλεί/με το
μαχαίρι του έρωτα» (Το μαχαίρι, σ.14). Στο ποίημα «’Ολυμπία, Πάσχα ’87», διαβάζουμε: «Ζεστά κορμιά διαλέγουν/την αυτοκτονία τους./Σύμπλεγμα άψυχου και
ζωντανού/ξαπλώνουμε». Μεσολαβούν μερικά ποιήματα, όπου η ελεγειακή διάθεση
για την απώλεια του έρωτα ανιχνεύεται σε κάποιες συμβολικές καταστάσεις (Το
κούτσουρο, ’Αδιέξοδο, Το χιόνι σε περίμενε η ’Αδυναμία) και οδηγούμαστε στην
«Αυτοκτονία» (σ.27): «Κανείς δεν κατάλαβε/γιατί αυτοκτόνησε./’Από νοικοκυροσύνη/
από αγάπη, από αρρώστια/Η μήπως γιατί τίποτα/δεν γινόταν όπως ήθελε/εκείνη, η τρελή,/η απροσάρμοστη…».
Πρώτη διαπίστωση: Πλήρης ασυμφωνία κι έλλειψη ανταπόκρισης με το υπαρκτό περιβάλλον (έμψυχο και άψυχο). Έπειτα, η αυτοκτονία είναι η βίαιη απόκοψη
του νήματος της ζωής (της καθημερινής ανυπόφορης ζωής), όπως βίαιη υπήρξε και
η ανάσχεση του (λυτρωτικού) ερωτικού συναισθήματος. Ας μην παραξενευόμαστε
όμως, εφόσον δεν υπάρχει πιά ο έρωτας που χάριζε προοπτική, αυτό ισοδύναμε!
με αυτοκτονία.
Μπορεί ο «’Ερωτικός ένοικος» να κλείνει έτσι απαισιόδοξα, ωστόσο υπάρχει
ένα μεγάλο κέρδος για την πρωταγωνίστρια αυτού του ερωτικού δράματος: Η
γνωριμία με τον αληθινό έρωτα την πλούτισε με γνώση -γνώση ερωτική: «άνοίγοντας μάτια/που πιά δεν ξανακλείνουν/ετοιμάζεται να ξαναμπεί/στο βαθυσκάφος…».
’Από ’δω κι υστέρα θα πρέπει να επιβιώσει «παλεύοντας τη γνώση/με τη λησμονιά» (’Επιστροφή, σ.26). Το ερώτημα, βέβαια, είναι αν παλεύεται η γνώση με τη
λησμονιά.
«Το αγκίστρι» είναι η συλλογή που απεικονίζει πολύ παραστατικά τη σοβαρή
εμπλοκή που έχει δημιουργήσει στη συναισθηματική ζωή της ποιητικής ηρωίδας
της Καρδάτου αυτή η ανολοκλήρωτη (εφόσον πρόωρα έχει ανασταλεί!) γνωριμία της
με τον έρωτα Ο Γ. Αράγης γράφει κάπου ότι «για τη λογοτεχνία., ό,τι έχει
σημασία είναι η πειστική μετάβαση του κάθε ήρωα από την “άγνοια” στη “γνώση”».
Στη μεταβατική περίοδο που ακολουθεί συντελούνται ορισμένες εσωτερικές διεργασίες, που, κοντά στ’ άλλα, την βοηθούν να γνωρίσει καλύτερα και τον εαυτό της,
να φτάσει στην αυτογνωσία Είναι η περίοδος της συνειδητοποίησης του δόκανου,
της παγίδας. Όπως μας λέει στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής: «Ούρανοσκόπος
χωμένος στην άμμο/ψάχνεις για τροφή στον ουρανό/ενώ σ’ έχει γραπώσει τ’ αγκίστρι/βαθιά από τα σπλάχνα» (Το αγκίστρι, σ.15). Ώστε αυτή είναι η κατάληξη
οποίου «παλεύει να προλάβει κάτι» -που κυνηγάει το απόλυτο (στον έρωτα ή όπου
αλλού;). Η αίσθηση επίσης ότι υπάρχει ένα «στημένο από τα πριν σκηνικό» και
ότι το παιχνίδι είναι προκαταβολικά χαμένο είναι διάχυτη* κάτι προδιαγεγραμμένο
σα μοίρα, σαν «κισμέτ». Σε πρώτη φάση, λοιπόν, το κυρίαρχο κλίμα είναι μουντό,
η σκηνοθεσία συχνά εφιαλτική: ’Εντατική παρατήρηση της φύσης, των εποχών και
των διάφορων καιρικών φαινομένων τους, αγριεμένα κύματα και ξεχασμένες παραλίες, όπου κάθε ίχνος ζωής έχει νεκρωθεί Τα πάντα προοιωνίζονται το θάνατο:
«Εκείνη αποκεφαλισμένη μέδουσα/δε θα υπάρχει αύριο» (Το σκηνικό, σελ.12).
Προς το παρόν, «γυναίκα σιωπηλή», περιφέρει τη μοναξιά της μέσα σ’ αυτά τα
καταθλιπτικά τοπία της ερημιάς και της ψυχικής αποξένωσης. ’Ακόμα και το συναπάντημά της με ανθρώπους (πολύ σπάνιο) μετατρέπεται σε εικονοποιία που επαναλαμβάνει το μοτίβο του θανάτου: «Μια σκακιέρα ανοιγμένη/ένα ζευγάρι ξένων/παίζουν χωρίς να μιλούν…/Την κοιτάζουν. Απλώνει/το χέρι της κι αλλάζει θέση/σ’ ένα πιόνι. Ματ.» (Γυναίκα σιωπηλή, σ.13). ‘Υπομένει το δράμα της καρτερικά, παρόλο που το ζυμώνει με αγωνία και δάκρυα (κι ενόσω «η αρπαγή του χρόνου/πίσω της παραμονεύει»). Κι επειδή εμμένει σταθερά στις αποφάσεις που έχει πάρει (Παρελθόν, σ.28), σε μια δεύτερη φάση, η μνήμη και η φαντασία αναλαμβάνουν ν’ απαλύνουν την πίκρα που λιμνάζει μέσα της. Σιγά σιγά με την αναπόληση γεννιέται ένα κλίμα αναμονής (που μαρτυράει ίσως και τη βαθύτερη προσήλωσή της σε ό,τι έχει απαρνηθεί) και ελπίδας: «Ξυπόλητη στην άμμο χειμώνα
καιρό/ψάχνει για κρινάκια…/ψάχνει τα βήματά της…/Γαντζωμένη από τα χόρτα
περίμενε…» (Γλιστράει αθόρυβα, σελ.14). Η πορεία προς το θάνατο ανακόπτεται
γιατί η αγάπη έχει βαθιές ρίζες μέσα της: «…πλησιάζει το θάνατο/Η αγάπη όμως
δεν την αφήνει/την αρπάζει από το χέρι/τη φέρνει πάλι στη ζωή» (’Αόρατα κουδουνάκια, σελ.26). ‘Η ανάμνηση δημιουργεί παραισθήσεις μέσα στη νύχτα, εμφυσά πνοή σε πράγματα που αποκτούν διαστάσεις συμβόλου (όπως το φεγγάρι), αναζητά παραμυθία στα παιχνίδια της φαντασίας. Θα λέγαμε, μετά την αποδοχή της κατάστασής της, προσπαθεί να προσεγγίσει ψευδαισθητικά έναν κόσμο που της λείπει. Σ’ αυτό τον κόσμο, ο Έρωτας αποτυπώνεται ως το αρνητικό φωτογραφίας, με τον πικρό υπαινιγμό πως δεν πληρώθηκε ποτέ… (’Αρνητικό, σ.31).
’Εντούτοις, ακόμη και τώρα, η «σκιά» του επιστρέφει καμιά φορά με πρωτοφανή
σφοδρότητα: «…μια θύελλα/σαρώνει στο πέρασμα/εικόνες και πρόσωπα/που είχα
γνωρίσει» (Η σκιά σου, σ.29). Η αμφιταλάντευση συνεχίζεται στο ίδιο κλίμα
εσωστρέφειας με ποιήματα που εκφράζουν θλίψη, αισθησιασμό η ακαθόριστους
φόβους -σαν αυτούς που βιώνουμε όταν αντιμετωπίζουμε τη ζωή και την καθημερινότητα σαν ένα αλλόκοτο όνειρο.
Η συλλογή «’Αερολέσχη» περιέχει ποιήματα που κινούνται αφενός στο ίδιο
μήκος κύματος (της μέχρι τώρα νοσταλγικής αναπόλησης του ερωτικού παρελθόντος), όμως και άλλα που φανερώνουν τη διάθεση της ποιητικής ηρωίδας για συνειδητή απεμπλοκή από αυτό. Στην πορεία, όπως διαπιστώνουμε, αυτό δεν είναι εύκολο.
Τα «φτερουγίσματα» της ερωτικής μνήμης δεν έχουν κοπάσει, κι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ποίημα «Καταφύγιο». Να υπογραμμίσουμε ότι μιλάμε πάντα για τον έρωτα που είναι μοναδικός και δεν μπορεί να μεταστραφεί σε φιλία χωρίς να γελοιοποιηθεί (Περί φιλίας, σ.23). Στο ομώνυμο ποίημα, που
προσπαθεί ίσως να δώσει και το στίγμα της συλλογής, η ανάμνησή του, όπως βιώθηκε απόλυτα στο παρελθόν, παραμένει κυρίαρχη και δεν επιδέχεται καμιά σύγκριση. Ταυτόχρονα γίνεται υπόμνηση της (βίαιης) ανάσχεσής του, με φανερή πρόθεση να χρεωθούν την ευθύνη γι’ αυτό δυνάμεις πάνω από την ανθρώπινη βούληση:
«’Ώσπου το χέρι/κάποιου δαίμονα/μας σκόρπισε/σ’ ανατολή και δύση./Εσύ
να διαβάζεις μαύρους οιωνούς/κι εγώ σ’ αερολέσχες/να τσακίζομαι/καθημερινά»
(’Αερολέσχη, σ.27). Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι τελευταίοι στίχοι είναι δηλωτικοί
νέων (ερωτικών) πεταγμάτων -άρα, νέων ευκαιριών- άσχετα με το αποτέλεσμα που
μπορεί να έχουν. Συμπέρασμα: Η απελπισία και η αδράνεια που βάραιναν τις
προηγούμενες συλλογές έχουν αισθητά υποχωρήσει. Σε πρώτο πλάνο, με τόνο
θερμά εξομολογητικό, προβάλλουν γυμνές ομολογίες, που φέρνουν στην επιφάνεια παλιές λαχτάρες και πάθος που κοχλάζει (Μπουρίνι, σ.16), απευθύνονται μηνύματα που αξιώνουν (καμουφλαρισμένα) την εξασφάλιση περισσότερης ελευθερίας και τη μη καταδίκη του έρωτα (’Αεράμυνα, σ. 19), κι όλα αυτά μέσα σ’ ένα κλίμα, όπου υποβόσκει η θέληση για μια νέα «αρχή» (Τραγούδι, σ.32). “Αν λάβουμε υπόψη ότι υπάρχει κι ένα ποίημα με τίτλο «Διέξοδος», όπου επιτέλους φανερώνεται «κείνο το φως/που έρχεται από ψηλά» (σε αντίθεση με το «’Αδιέξοδο», που υπήρχε στον «’Ερωτικό ένοικο»), θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε πως η «’Αερολέσχη», κατά κάποιο τρόπο είναι η συλλογή της (ανανεωμένης) ερωτικής προοπτικής. Πρώτα όμως η ποιήτρια επείγεται να ξεκαθαρίσει τις μεγάλες της εκκρεμότητες με το παρελθόν, καθώς ο χρόνος της απουσίας επιμηκύνεται βασανιστικά (’Απόμακρη φωνή, σελ.34). Να το δει προπαντός στις σωστές του διαστάσεις και να το επανεκτιμήσει. Ξαφνικά συνειδητοποιεί πως όλο αυτό τον καιρό
έβλεπε με τα μάτια της νιότης και με τη βοήθεια της ανάμνησης εξωράιζε το ερωτικό της αντικείμενο και το γιγάντωνε: «Τραβώντας λίγο από δω/απλώνοντας κι άλλο από κει/έφτιαξα στα μέτρα μου/έναν ημίθεο που με ταλανίζει/…και κείνο που
με τρομάζει/είναι που ζω τόσο καιρό/μ’ ένα δείγμα γραφής/των είκοσι σου χρόνων» (Δείγμα γραφής, σ.36). Η ερωτική ενεργοποίηση στο παρόν, που είχε
επωαστεί στο μεταξύ μέσα σε τόσα χρόνια άρνησης, οδυνηρής αναπόλησης και
συναισθηματικού παιδεμού θα εκφραστεί σαν ένα ξέσπασμα, και με κάποια δόση
συγκρατημένης ελευθεριότητας, στα ποιήματα «Πανσέληνος» και «’Επιθυμία». Το
ξάνοιγμα σ’ ένα νέο ερωτικό τοπίο, όπου το σκηνικό είναι πιο τολμηρό και κάπως
βιαιότερο (αλλά πιο αληθινό και πιο γήινο, κι όχι πλασμένο από αχνούς φαντασιώσεων) φανερώνει μια αποφασιστική προσπάθεια για ένα ξεπέρασμα, εντούτοις και πάλι την τελευταία στιγμή η μνήμη επιμένει, δείχνοντας πως ακόμα δεν έχει ξεμπερδέψει οριστικά με το παλιό ερωτικό της είδωλο. Έτσι είτε θα επιχειρήσει την ταύτιση (Επιθυμία, σελ.41) είτε ακόμα θα μας πει: «Κι ο άνεμος εξακολουθεί/να χτυπά την πόρτα/που ποτέ δεν έκλεισε για σένα» (’Από μακριά, σ.42).
Πρέπει να σημειώσουμε ότι στην τρίτη συλλογή της ο λόγος της Καρδάτου αποκτά μεγαλύτερη στοχαστικότατα, καθώς προσπαθεί να κάνει κι έναν απολογισμό
εφ’ όλης της ύλης και να εκφράσει τη νέα φιλοσοφία και την αγωνία μιας ύπαρξης που βίωσε επί μακρόν τη ζωή και τον έρωτα, αμφιταλαντευόμενη ανάμεσα στον
αβέβαιο κόσμο του ονείρου και την τραχύτητα της καθημερινότητας. Τα συμπεράσματα όπου καταλήγει είναι, καμιά φορά, αποκαλυπτικά: «Ξαφνικά κατάλαβα/πως όλα αυτά τα χρόνια/κρεμόμουν σε μια αιώρα/ανάμεσα σε δύο πρόσωπα/Αν άφηνα το ένα/θα έπεφτα/Αν άφηνα το άλλο/θα έπεφτα/Όμως ο ουρανός/ήταν πάντα εκεί». «Η αιώρα» (σελ.37) είναι ένα ποίημα που εκφράζει καίρια (μέσα από την περιγραφή μιας μεταφορικής κατάστασης) το μόνιμο κλίμα διχοστασίας που ταλάνισε το ποιητικό εγώ της Καρδάτου, συμπυκνώνοντας σε λίγες αράδες το μεγάλο και οδυνηρό δίλημμα της ζωής της. Φιλοσοφημένα είναι και τα ποιήματα προς το τέλος της συλλογής, ενώ στα δύο εντελώς τελευταία (’Ανταύγειες, Δυτικές ακτές) διακρίνω το μοτίβο της φθοράς -μιας αναπόδραστης φθοράς που συνεπιφέρει ο χρόνος- θέμα αναμενόμενο, θα έλεγα, για μια ποιήτρια που ύμνησε με τόσο πάθος κι επιμονή -έστω έμμεσα- τα ιδανικά και την αλκή του έρωτα.
Στις συλλογές της Καρδάτου -κυρίως στον Ερωτικό ένοικο και στην ’Αερολέσχη- συναντά κανείς ποιήματα εμπνευσμένα απ’ τη Θεσσαλονίκη (τις γειτονιές της, τα κάστρα, την παραλία και το λιμάνι της, τα σινεμά της). Η Θεσ/νίκη, ας το τονίσουμε, είναι η γενέθλια πόλη της ποιήτριας, που έθρεψε τη νιότη της, κι όταν βρίσκεται μακριά της νιώθει ξενιτεμένη. Τα «ενσταντανέ» που αποτυπώνει είναι γεμάτα νοσταλγία, αδιόρατη μελαγχολική διάθεση (ενίοτε υποκρύπτουν και κάποια απειλή) και ερωτική μοναξιά. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά, «Το πρόσωπό της» (’Αερολέσχη, σ.14), καταδείχνει, πέρα από τη δεδομένη αγάπη, την υφή μιας ιδιαίτερης ανταπόκρισης με την πόλη (που τείνει κι αυτή να πάρει τη μορφή ενός ανέφικτου έρωτα): Συν επαρμένη και μαζί συντριμμένη από το βάρος της ιστορίας της, αλλά και των φυσικών καλλονών της, προσπαθεί με δέος να «ψαύσει» το αληθινό της πρόσωπο, που ολοένα της ξεφεύγει, σα σκιά που χάνεται προς το βάθος του ορίζοντα.
Θα ήθελα να τελειώσω με δυο λόγια σχετικά με την έκφραση που διακρίνει την
ποίηση της Καρδάτου. Ο λόγος της που προσπαθεί, επί το πλείστον, να εκφράσει
βιώματα και στοιχίζεται επομένως με την αλήθεια τους, είναι κατ’ αρχήν, στα
περισσότερα ποιήματα, απαλλαγμένος από περιττά λογοτεχνικά στολίδια (η Καρδάτου έχει κατακτήσει ένα προσωπικό ύφος, με κύριο γνώρισμα την εκφραστική λιτότητα), και ανιδιοτελής, με την έννοια πως επιδιώκει να μιλάει για χειροπιαστά
πράγματα με ειλικρίνεια. Μολονότι, όπως έχει επισημάνει η κριτική, «τα κείμενά
της προϋποθέτουν τον υπερρεαλισμό… τα διακρίνει η τάση προς την ακριβολογία
με παραστατικές και συγκεκριμένες αναφορές στο εκάστοτε αντικείμενό της». Αν
κάποτε η διατύπωση της γίνεται ελλειπτικά (ίσως πέραν του δέοντος), αποφεύγει
πάντως να γίνει αφηρημένη. Από την άλλη είναι ένας λόγος που χειρίζεται το
θέμα του έρωτα χωρίς αυταρέσκεια και αρνείται επίμονα τον εκμαυλισμό και το
ξεγύμνωμά του με χυδαίες λέξεις και εκφράσεις, επιδεικνύοντας έτσι ένα ξεχωριστό γλωσσικό ήθος, που απεχθάνεται τον εντυπωσιασμό και κινείται στα όρια της
ευπρέπειας και της διακριτικότητας.

.

Η ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ

Η παρατήρηση της ζωής σου – Η παρατήρηση της ζωής των άλλων. Αυτή είναι η δική σου μουσική ποιητή που έμαθες να συνθέτεις με νότες σου τις φωτοσκιάσεις ένα μεγαλειώδες έργο – την εσωτερική ζωή. «Αν δεν πληγωθείτε ή αν δεν χαρείτε από ερεθίσματα εξωτερικά, αν δεν φτάσετε ως την έσχατη οδύνη, δεν πρόκειται να αποκτήσετε εσωτερική ζωή και τότε η ποίησή σας θα είναι άχρηστη», είχε πει κάποτε ο Max Jacob.
Είναι η ίδια η ζωή που ντύνει το παραμύθι, δεν ντύνει το παραμύθι τη ζωή. Καθισμένη κοντά στο τζάκι της μνήμης η ζωή διηγείται κάθε βράδυ τα βιώματά της, την ταχύτητα των εικόνων, το ιλιγγιώδες πέρασμα, τις φωτογραφίες που
συνθέτουν το σιωπηλό μωσαϊκό που αποτυπώνει και παγώνει τον τρόμο της ύπαρξης κι όχι τον τρόμο του θανάτου.
Ο χορός της αγάπης σέρνει ένα πορφυρό πέπλο που αγκαλιάζει το δάσος, δηλαδή τη ζωή, έτσι όπως το παρασύρουν οι άνεμοι ή αλλιώς ο επιθυμίες και τα πάθη, το αεράκι ή αλλιώς η ελαφρότητα της νεότητας, η διαφάνεια της αθωότητας της ανύποπτης θέασης. Τις φωτογραφίες της ζωής δεν τις αρχειοθετεί σε άλμπουμ η ποιήτρια, τις κρύβει μέσα της,
χιλιάδες εικόνες ντύνουν περίτεχνα το σώμα της ψυχής της.
Ακόμα κι ο έρωτας ακινητοποιείται, απολιθώνεται, μουμιοποιείται, καθηλώνεται, καρφωμένος στις φωτογραφίες.
Κάποτε όταν η άοκνη συρραφή των εικόνων αναμνήσεων και των αναμνηστικών εικόνων πάρει μορφή, η ψυχή της καταλήγει να περιφέρεται ντυμένη μ’ ένα πολύχρωμο φόρεμα υψηλής υπαρξιακής ραπτικής.
Πόσες χιλιάδες εικόνες θα κρύβω μέσα μου/ αρνητικά φωτογραφιών σκέψεις πνιγμένες σε βάλτους/ πόσες χιλιάδες
εικόνες θα φέρνω κοντά μία μία για να φτιάξου το παζλ/
Τα ποιήματα συσσωρεύονται στο σεντούκι της μνήμης, κι έπειτα ξεχύνονται σαν γράμματα. Ανοίγεις τους φακέλους, τούς διαβάζεις προσεκτικά, έπειτα το γράμμα φεύγει από τα χέρια σου σε ακουμπά στο μάγουλο αφήνοντάς σου το αποτύπωμα ενός φιλιού κι αμέσως μ’ ένα φτερούγισμα ανασηκώνεται και πετά μακριά. Τα γράμματα έφυγαν απελευθερώνοντας το κρυμμένο μυστικό της ζωής. Την παντοτινή την ανιδιοτελή αγάπη.
Με μικρά φιλιά πολεμάς τον εφιάλτη, γράφει αλλού η ποιήτρια — Το φιλί της ζωής είναι η ποίηση/ κρυμμένο το σκοτεινό της πρόσωπο
Η μικρή κρυστάλλινη σφαίρα, με το πράσινο φως εγκλωβισμένο μέσα της – βρίσκεται εκεί εκπέμποντας αιώνια λάμψη στο κέντρο της ψυχής – Είναι το φως που κρατάει για το μέλλον, γιατί όπως λέει η ποιήτρια είναι σκληρή η ζωή χωρίς φως / όμως θα ήταν αβάσταχτη χωρίς τις λέξεις
Λέξεις
Τα μικρά κύματα είναι οι λέξεις που προσπαθώντας να τις βρεις
το κύμα θεριεύει και σε πετάει στην ξηρά κι όμως άξιζε τον κόπο
το ταξίδι ανάμεσα ζωής και θανάτου
Οι λέξεις σου δίνουν τη χαρά της επικοινωνίας και την
ψευδαίσθηση κι αν όλα γίνουν πόνος τεράστιο κήτος με πλοκάμια
που σε πνίγουν πάλι οι λέξεις θα σου φτιάξουν στεγανά για ν’
αναπλέεις με την ποίηση
Ποια είναι η τελευταία λέξη; αναρωτιέται η ποιήτρια. Ίσως είναι η τελευταία λέξη για τον κόσμο που όμως ακόμα δεν έχει ειπωθεί.
Απελπισμένοι ανιχνευτές λέξεων είναι οι ποιητές, επίμονοι κυνηγοί των αισθήσεων και των συγκινήσεων, επίμονοι
κηπουροί των ήχων της ζωής και της μουσικής που κι αυτή με τη σειρά της δεν σταματά ποτέ να ψάχνει τις λέξεις της. Τι αναζητά μέσα από την ποίηση ο απελπισμένος ιχνηλάτης των λέξεων; Απλό. Την εκφραστική αποτύπωση της συγκίνησης.
Γεννήθηκα σ’ ένα σκοτεινό τριαντάφυλλο/απέξω ακούγονταν εκρήξεις/ από τ’ άλλα λουλούδια που άνοιγαν
Η αίσθηση της καταγωγής του ποιητή είναι η αίσθηση ή η ψευδαίσθηση της διαφορετικότητας. Η αίσθηση ότι προέρχεσαι από έναν άλλον κόσμο, από ένα άλλο σύμπαν που γεννά παράξενα όντα. Η αποδοχή της βεβαιότητας ότι είσαι καταδικασμένος να ζεις πάντα στη γη σαν εξωγήινος.
Σαν ένα παράξενο διαφορετικό ον πορεύεται ο ποιητής, διαρκώς αμυνόμενος, θωρακισμένος με όπλα του τις λέξεις. Αυτό το παράξενο ον που κατοικεί παράταιρα σ’ έναν κόσμο που φαινομενικά δεν του ταιριάζει, αυτόν τον κόσμο που δεν του ταιριάζει που τον θλίβει, που τον απορρίπτει, που τον χλευάζει, που τον τυραννά, που τον τρομάζει, αυτόν τον κόσμο πυροβολεί ο ποιητής. Με σφαίρες λέξεις.

Όνειρα και εφιάλτες
Τα όνειρα στα έργα των ποιητών φέρουν συνήθως ένα ρεύμα απώθησης, την απώθηση του δυσάρεστου, του τετριμμένου, του πραγματικού. Το όνειρο υπερίπταται ως επινόηση ενός όμορφου κόσμου κι αυτή είναι η μύχια επιθυμία του ποιητή. Η απόδυση του βάρους, της ύλης, του σώματος και απελευθέρωση της ψυχής και του πνεύματος από καταπιεστικά στεγανά, από νόρμες και κοινωνικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς οδηγεί σε μια ελεύθερη πορεία προς τα πάνω, προς μια ουράνια ουτοπία.
Η πραγματικότητα του ποιητή γίνεται βιώσιμη όταν γίνεται άυλη, όταν χάσει την βαρύτητά της, όταν απογειωθεί με τα
μπαλόνια των φαντασιώσεων και των ψευδαισθήσεων. Οι ναρκωμένες σκέψεις, οι παγωμένες εικόνες, το βυθισμένο
υποσυνείδητο ξεπαγώνουν από το ζεστό χνώτο της φαντασίας, ζωντανεύουν κι αρχίζουν ν’ ανεβαίνουν από τον βυθό στην επιφάνεια. Η ελευθερία της έκφρασης είναι το πρωτεύον ιδανικό του καλλιτέχνη, μια ελευθερία χωρίς δεσμά και
αλυσίδες κι η ποίηση είναι η κατεξοχήν τέχνη της απελευθέρωσης, η ποίηση είναι η τέχνη της άνωσης.
Επιλέγω στίχους που λειτουργούν αντιστικτικά: Κάποτε στο βυθό ονειρεύτηκα την επιφάνεια/ τότε που όλα έφεγγαν ξάστερα/και η λύπη δεν είχε πάρει το πρόσωπό μου/
Όταν όμως οι βέβηλες ομίχλες της πραγματικότητας κυκλώσουν τον ποιητή, τότε τα όνειρα του θαμπώνουν γίνονται
εφιάλτες κι οι εφιάλτες με τη σειρά τους γίνονται σκιές. Έπειτα οι σκιές ζευγαρώνουν, αναπαράγονται και κυριαρχούν. Γιατί οι σκιές είναι οι προσδοκίες. Η σκιά, λέξη καθοριστική, λέξη φετίχ στο τελευταίο ποιητικό έργο της ποιήτριας, σημαίνει την προσδοκία επιστροφής του σώματος. Η αποκαθήλωση της σκιάς είναι η αποκαθήλωση της προσδοκίας. Δεν προσδοκείς πια τίποτα. Το σώμα καθηλώθηκε. Καμία αποκαθήλωση δεν θα
υπάρξει γιατί απλά το σώμα δεν θα επιστρέφει.

Στη σκιά του εαυτού σου έζησες σκιά του εαυτού σου

Η απώλεια

Ο φόβος της απώλειας είναι για την ποιήτρια, χρησιμοποιώντας επεξηγηματικά έναν όμορφο στίχο της: ένα όνειρο που ξυπνώ και συνέχεια με τρομάζει

Ποτέ δεν θα φύγεις /είσαι εδώ το ξέρω νιώθω τη σκιά σου παλεύω με τη νοσταλγία /το γυρισμό στους αμμόλοφους
Τώρα που οι μέρες έληξαν /γραμμάτιο χωρίς αντίκρισμα /Πάντα η σκόνη μας προλαβαίνει /Τα αγαπημένα σου βιβλία
παραδόθηκαν στη σκόνη /

Κι εγώ προσθέτω
Δίχως την δική σου αγάπη είναι ο κόσμος πιο μικρός, τα φεγγάρια χάρτινα και οι ακρογιαλιές ψεύτικες, όπως θα έλεγε
και το αγαπημένο τραγούδι.
Καμία περιττολογία στο έργο της ποιήτριας. Μέσα από την οικονομία του λόγου, την ακρίβεια στην έκφραση, τη
γονιμότητα στη φαντασία, την αυστηρή λιτή αρχιτεκτονική στη μορφή, δεν περισσεύουν οι λέξεις. Περισσεύει αυτό που οφείλει να περισσέψει: η συγκίνηση και οι παλλόμενες αισθήσεις που δονούνται σ’ ένα αισθαντικό κρεσέντο εναλλαγών, όταν για παράδειγμα το κόκκινο ρομαντικό βαλς του έρωτα της αρχής καταλήγει στο μαύρο σκοτεινό ταγκό του θανάτου του τέλους.

Ευρυδίκη

Έδεσα τη ζωή κόμπο κόμπο/ να κατέβω το όνειρο / που μου έταξες ελπίδα/ Σε λένε άβυσσο τώρα / Τ’ αστέρια ξεθώριασαν όταν το σώμα σου σμιλεύτηκε στο μάρμαρο /

Στους παγετώνες της μοναξιάς, όπου η μοναξιά του πάνω κόσμου συναντιέται με τη μοναξιά του Άδη, με κοινό στοιχείο
την παγωμένη καρδιά αυτού που πενθεί και την παγωμένη καρδιά αυτού που αναχώρησε, είναι η Ευρυδίκη που αναζητά τον Ορφέα μελωδό στον Κάτω Κόσμο είναι η Ευρυδίκη ντυμένη νύφη αυτή που κατρακυλά με αυτοθυσία στην άβυσσο για να τον συναντήσει – γιατί σ’ αυτόν τον ποιητικό μύθο δεν πέθανε η Ευρυδίκη πέθανε ο Ορφέας.

Μικρά χάρτινα φτυάρια είναι τα ποιήματά σου Ευρυδίκη. Επιμένεις να σκάβεις το χώμα να βρεις μια ανοικτή υπόγεια
διαδρομή να στείλεις τα ποιήματα γράμματα εκεί όπου αναπαύεται ο αγαπημένος.
Είναι επώδυνη η αγάπη, συνώνυμο του πόνου είναι η αγάπη. Μόνον πονώντας αγαπάς αληθινά. Κι αυτή αγάπη είναι ένα παγκόσμιο αγαθό. Βλέπεις . . . Αγαπώντας έναν Ευρυδίκη κάνεις περισσότερους από έναν ευτυχισμένους.

.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ ΤΟΥΣ

Η Μαρία Καρδάτου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη σπούδασε αγγλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, έκανε σπουδές στη ρωσική και ιταλική γλώσσα και λογοτεχνία κι έχει εκδώσει εκτός από την πρόσφατη ποιητική συλλογή, άλλες πέντε, ένα διήγημα για νέους ενώ παράλληλα δημοσίευε ποιήματα και διηγήματα σε γνωστά
λογοτεχνικά περιοδικά, έχει μεταφράσει Αγγλους και Αμερικανούς συγγραφείς καθώς και ποιήματα της Αχμάτοβα και έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά και γερμανικά.
Τα ποιήματα της πρόσφατης συλλογής της, με αφορμή το πένθος για τον θάνατο του συζύγου της, του ποιητή Βαγγέλη Αποστολόπουλου, στον οποίο αφιερώνει και την συλλογή, θέτουν ερωτήματα και διλήμματα υπαρξιακά. Εκείνο που καμπυλώνει τις αιχμηρές άκρες τους και την οξύτητά της πίκρας τους είναι ο μαγευτικός τρόπος της έκφρασής τους. Θαρρείς πως με την ομορφιά της μεταφοράς τους χάνουν το βάρος τους και ανυψώνονται μέσω της συγκίνησης που εκπέμπουν σ’ έναν τόπο εκτός τόπου.
Η επαφή με τον ισχυρό πόνο έχει την ιδιότητα να παράγει ποιοτικές αναβαθμίσεις στην κλίμακα της ευαισθησίας και της αισθαντικότητας. Εκεί που η ζωή είναι σκοτεινή σαν ασπρόμαυρη ταινία, ξεχύνεται ξαφνικά σαν φως
η συγκίνηση και χρωματίζει με λαμπερά χρώματα ό,τι ήταν πριν σκοτεινό και άχρωμο. Και ενώ η εσωτερική κατάρρευση καιροφυλαχτεί, η ποίηση σου βάζει ένα φόρεμα και σε βγάζει έξω, ανάμεσα στους άλλους. Θαρρείς πως απ’ αυτήν εκπορεύεται μια ενέργεια που σε ελευθερώνει και συνεχίζεις να ζεις.
Η. μυστική σχέση δύο ανθρώπων είναι κάτι ανάμεσα στο υπαρκτό και το ανύπαρκτο, πραγματώνεται σ’ έναν δικό τους αρνητικό ή θετικό κόσμο έτσι ώστε όταν ο ένας αναχωρεί, ο κόσμος αυτός παύει να υπάρχει με το σχήμα που είχε τότε,
μεταμορφώνεται σ’ έναν άλλον, στον κόσμο του ενός. Αυτός που έφυγε είναι πλέον ένας επισκέπτης που φοράει πάντα τα καλά του. Οι πιζάμες και η οδοντόβουρτσά του δεν χωρούν σ’ αυτόν τον καινούργιο κόσμο.
Αυτά που συμβαίνουν δίπλα μας και γύρω μας, καθώς εισέρχονται μέσα μας, το έσω εγώ, τα αλλοιώνει, τα μεταμορφώνει. Αισθάνεσαι να έρχονται στην επιφάνεια τα δαιδαλώδη βάθη της συνείδησης με την γοητεία του μυστικού τους.
Αυτό διακρίνω μέσα από τους στίχους της Καρδάτου. Μια συνομιλία με τον έσω μας κόσμο.
Αν θυμηθούμε τον Πεσόα που λέει : «..Δεν υπήρξα ποτέ, ήμουν κάποιος άλλος… Σήμερα αίφνης ξαναγύρισα σ’ εκείνον που είμαι ή ονειρεύομαι πως είμαι», η «Το εγώ είναι ένας άλλος» του Ρεμπό, θα καταλάβουμε καλύτερα τον τίτλο των ποιημάτων της Μαρίας Καρδάτου: «Η αποκαθήλωση της σκιάς».
Ποια είναι η σκιά που θέλει να αποκαθηλώσει η ποιήτρια; Σύμφωνα με ομολογία της είναι ο θάνατος, και θέλει να τον αποκαθηλώσει μέσω της μνήμης και της ποίησης. Γιατί πιστεύει πως με την Τέχνη το πρόσωπο του ανθρώπου αντιστέκεται στη φθορά, παλεύει με την λήθη, και κυκλοφορεί σαν μια διαρκής παρουσία ανάμεσά μας. Δεν είναι όμως μόνο αυτό, οι στίχοι, ίσως εν αγνοία της, ομολογούν και πολλά άλλα, όπως ότι ο θάνατος αποκαθηλώνει όχι μόνο το σώμα αλλά και την σκιά του, για να εμφανισθεί ο άνθρωπος πίσω απ’ αυτήν. Να εμφανισθεί αυτός ο άλλος, ο
κρυμμένος.
Ίσως όταν πεθάνει ο άνθρωπός μας νοιώθουμε να βγαίνει απ’ το κορμί του εκείνος ο άλλος, εκείνο το εγώ που αγνοούσαμε, φωτίζοντας έναν κόσμο δικό του που ίσως δεν τον κατοικήσαμε ποτέ, Αυτόν τον άλλον κόσμο νοιώθει πως πρέπει να μας διηγηθεί η ποιήτρια αποκαθηλώνοντας τις σκιές που τον σκεπάζουν. Μέσα από τα ερείπια που αφήνει η απώλεια βλέπεις να αναδύεται η χαμένη μορφή απλώνοντας το χέρι σε μια χειραψία πέρα απ’ το πραγματικό.
Το ό,τι αφουγκραζόμαστε τον έσω εαυτό δεν σημαίνει πως γίνεται κατανοητός, απλώς είναι ένα σήμα πως είμαστε κάτι περισσότερο απ’ αυτό που φαινόμαστε κι απ’ αυτό που νομίζουμε.
Η καθημερινότητα τον κρύβει, με την ποίηση αγγίζουμε τα ίχνη του. Κάθε της λέξη, απαιτεί την ανάδυση της ουσίας μέσα από το κορμί της εμπειρίας, όπου είναι θαμμένη. Εντούτοις υπάρχει μια διαρκής καχυποψία για την αυθεντικότητά της ουσίας. Η παρουσία της αλλάζει διαρκώς σχήματα, προσωπεία, έτσι που δεν ξέρεις αν
οι λέξεις μεταμφιέζουν το βίωμα, ή το δημιουργούν.
«Ποιος πυρπολεί την καρδιά μου/ μες στη νύχτα/Ποιος κλείνει τα μάτια μου/με τα κρύα δάχτυλά του/ Μέσα από τον καθρέφτη/ βγαίνει μια σκιά/κι ύστερα κι άλλη κι άλλη ./Αυτός ο δρόμος ο σκιερός/ είναι φτιαγμένος από καθρέφτες»
Είναι σε θέση η μνήμη να μεταφέρει χωρίς να παραποιήσει το βίωμα; Ή οι αναμνήσεις είναι τα άνθη μιας φανταστικής πραγματικότητας;
Η αλήθεια φαίνεται να είναι ένας μηδαμινός θύλακας του βιώματος. Έχει τον ελάχιστο ρόλο σε ό,τι συμβαίνει. Αφού η πρόσληψη του καθενός μας είναι διαφορετική για το ίδιο συμβάν. Είναι ο εσωτερικός εαυτός που επεμβαίνει και
ξεχωρίζει ό,τι τον τρέφει, τον συντηρεί, τον αναδεικνύει.
Τα χέρια σου έφερναν κοντά/ τη Σαχάρα και την όαση/με τα φοινικόδεντρα και/ τα πολλά νερά/που έσβηναν όταν πλησίαζα.
Η ίδια η μελαγχολία της θλίψης είναι μια κατάσταση που την ενδολαμβάνουμε (ας μου επιτραπεί η λέξη) με διάφορους τρόπους. Την ταΐζουμε με γλυκίσματα αναμνήσεων, εξάρσεις, διαμαρτυρίες, μετεωρισμούς ελπίδων. Συνήθως είναι μια
χελώνα που διασχίζει νωχελικά εικόνες πρασινάδας που τις κοιτάζει αλλά δεν μπορεί να τραφεί μ’ αυτές. Κι όμως αισθάνεται ένα είδος χορτασιάς.
Διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα σε κατακλύζει η αίσθηση πως ο άνθρωπος είναι η αντανάκλαση του ανθρώπου και ταυτόχρονα ο Κόσμος αντανάκλαση του κόσμου, μια αιώρηση ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία.
Άρα υπάρχουν πολλές περίμετροι για να ερμηνεύσεις έναν τίτλο, γιατί τα πράγματα δεν είναι ποτέ απλά, είναι πολύπλοκα και πολυσύνθετα. Χωράει ακόμα και η πλατωνική αντίληψη πως όλοι είμαστε σκιές του Ανθρώπου Πρότυπο. Κι ίσως αυτές οι σκιές θα πρέπει να αποκαθηλωθούν για να γίνουμε αληθινοί άνθρωποι.
Οι στίχοι της μας λεν ακόμα για την εικονική πραγματικότητα της ζωής, όπου ο άνθρωπος είναι απών, ζει σ’ έναν άτοπο τόπο στον οποίο ωστόσο έρχονται σαν χάδι οι ερωτικές αναμνήσεις και υγραίνουν τα άνυδρα τοπία ζωντανεύοντας στιγμές ευτυχίας. Είναι η γεύση ενός παράδεισου που ίσως δεν υπήρξε ποτέ, παρά μόνο μέσα
μας. Φαίνεται να λέει η ποιήτρια πως η Ποίηση είναι το άυλο εντός που προσπαθεί να υπερβεί το ένσαρκο συμβατικό έξω.
Μήπως σε προέκταση οι σκιές να ονομάζονται στους στίχους: /«Πού ήσουν όταν σε χρειάστηκα/ σε άλλον κόσμο μακριά//πού ήμουν όταν με ζητούσες/ κλεισμένη σε δωμάτιο σκοτεινό που ήταν ολόκληρη  γη»
Είναι δηλωτικοί του ασύμπτωτου των αναγκών μας και των επιθυμιών μας. Η σύγκρουση των αντιθέσεών μας με τον άλλον. Όμως ταυτόχρονα σηκώνει κεφάλι η επίκληση, η ελπίδα. Το ερώτημα πού ήσουν, πού ήμουν, σπάει το αυγό που μας περικλείει και απλώνουμε χέρι βοήθειας. Επιδιώκουμε την επαφή. Πλάι μας ακόμα κι ο πιο δικός μας, είναι πολλές φορές ένας άγνωστος, ένας ξένος, μια σκιά, κι αυτή την σκιά θέλει να αποκαθηλώσει η ποιήτρια για να δούμε τον άνθρωπο.
Παράλληλα δίνει βάρος στις λέξεις.
Είναι σκληρή η ζωή/ χωρίς φως/θα ήταν αβάσταχτη/χωρίς τις λέξεις.
Αυτό το νοηματικό άλμα όπου το φως φωτίζει την ζωή και οι λέξεις την σηματοδοτούν, δηλώνουν ότι η έκφραση είναι η απαραίτητη ανάσα της. Μια άηχη ζωή στερείται του ρυθμού της, του νοήματος της. Ό νεκρός δεν £χει γλώσσα, τότε
καλείται η γλώσσα της μνήμης.
Στο ποίημα«το φοβερό βήμα»,ολοκληρώνει την σκέψη της. Ίσως λέω αν τραγουδούσες/ στην άκρη του γκρεμού/
Η σκέψη μου να σε κρατούσε./ Μόνος σου έχεις παγιδευτεί/Στην παγωμένη λίμνη/ κι ο πάγος έχει σπάσει./
Αν τραγουδούσες σημαίνει να μιλούσες, να ξέφευγες απ’ την σκιώδη ύπαρξή σου, να περνούσες την γέφυρα της ομιλίας που θα μας ένωνε. Η αγωνιώδης αναζήτηση του εσύ, αυτός ο άλλος εγώ
Έχουμε λοιπόν τρεις κύριες αρτηρίες που διασχίζουν τα ποιήματα. Τον θάνατο, την αναζήτηση της ταυτότητάς μας και την Ποίηση. Όμως ακόμα και στην πιο ανατρεπτική μελαγχολία, τα πανιά της ποίησης της σε υψώνουν, σε -απομακρύνουν από τον λαβύρινθο του πόνου και σε εγκαθιστούν στον τόπο των λέξεων, στην παραμυθία της ελπίδας. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως κλείνει τα μάτια στη σκληρή πραγματικότητα.
Στο ποίημα «έκλειψη αγάπης» μιλάει για την έκλειψη ήλιου όπου τα πάντα σκοτεινιάζουν, ο κόσμος είναι μαυρισμένος, δεν υπάρχει ελπίδα ούτε αγάπη. Ειρωνικό μειδίαμα στο μότο του Φροστ « Η γη είναι ο τόπος ο καλός για την αγάπη», που περιέχεται στο ποίημα αυτό, όπου η τηλεόραση σαν κάνη πιστολιού την σημαδεύει, με τις σκληρές κι απάνθρωπες αλήθειες της. Με αφορμή τον χαμό του αγαπημένου προσώπου, του στηρίγματος της, προεκτείνεται, φτάνει στην ανατροπή αυτών που ζούσαμε ως τώρα σαν πολίτες, οι πρώην φωτεινές μέρες βυθίζονται στην παγωνιά και το σκοτάδι. Έτσι οδηγείσαι να σκεφτείς πως η σκιά είναι ο άνθρωπος, που τελικά είναι ένα τίποτα, πέφτει από το βάθρο του καθώς αποκαλύπτεται η ανεπάρκεια του, το λίγο του, το προσωρινό του. Ο άνθρωπος που φαινόταν ακέραιος, αλώβητος στην ουσία έζησε στη σκιά του εαυτού του, ως σκιά της σκιάς ομολογεί σε στίχους της η Καρδάτου. Κι όμως αισθάνεσαι πως η ομολογία ελαφρύνει το βάρος, ακυρώνει το αμετάκλητο, ο άνθρωπος, ο κόσμος, επιμένει στην συνέχεια. Αντίθετα η πικρία και το αδιέξοδο στο ποίημα «Πρέπει», κυριαρχούν.
Να βάλω τάξη στη ζωή μου/Να μη με σημαδεύουν οι πράξεις των γύρω/ούτε τα λόγια/ούτε οι προθέσεις/ Να κάνω έναν κύκλο/μια γραμμή επιτέλους/ να φρουρήσω τον εαυτό μου/ Μουρμούριζε η Ρόζα/ πέφτοντας στο κενό.»
Αυτή η δραματική ανεπάρκεια του άλλου, που στην ουσία είμαστε εμείς μας αναγκάζει κάποτε σε μια συρρίκνωση του εαυτού, σε μια προσομοίωση της εσωτερικής αταξίας σε εξωτερική τάξη, ούτως ώστε να μη μας σημαδεύουν οι
πράξεις, οι δικές μας και των άλλων, έτσι που αδειάζοντας τον εαυτό μας απ’ όλους, δεν απομένει παρά το μοιραίο της πτώσης στο κενό, ενώ αυτοί οι άλλοι-εμείς, θα συνεχίζουν αδιάφοροι τη σκιώδη ζωή τους. Και πάλι η σύγκρουση ανάμεσα στον εντός και εκτός, εαυτό.
Γι αυτό και οι « εφιάλτες» είναι το ίδιο ανελέητοι όπως και το ξύπνημα σ’ έναν κόσμο εξίσου εφιαλτικό. Βλέπουμε ότι τα αδιέξοδά μας απλώνονται πέρα από μας και σκοτεινιάζουν τον κόσμο. Εδώ διακρίνουμε μια υπόγεια σύνδεση με αυτά που συμβαίνουν μέσα μας και γύρω μας, καθώς η γενική αποκαθήλωση των αξιών, μας απομακρύνει από τον κόσμο της δικαιοσύνης.
Γι αυτό κρατιέται απ’ τις λέξεις, απ’ την Ποίηση. Δια μέσου της διαπιστώνει πως αξίζει το ταξίδι ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, νοιώθοντας το ποίημα σαν φιλί ζωής, τις λέξεις έτοιμες να σου φτιάξουν έναν κόσμο για να κατοικήσεις.
Ένα όνειρο είναι η ποίηση που σβήνει/ όταν ξυπνάς για να ξανάρθει αργότερα/…κι αν όλα γίνουν πόνος/πλοκάμια που σε πνίγουν/πάλι οι λέξεις θα σου φτιάξουν στεγανά/ για ν’ αναπνέεις με την ποίηση.
Αισθάνεσαι πως η ποίηση ορμώμενη από το ιδανικό, αναβιώνει τις κινήσεις της ζωής, τους ήχους τις οσμές, τα χρώματα και κυρίως το νόημά της.
Οι λέξεις είναι οι «γέφυρες» ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτές τις ορθώνουν κι αυτές τις γκρεμίζουν, ενώ κάτω η άβυσσος καραδοκεί. Χρειάστηκε σύμφωνα με τον μύθο η ζωή μιας γυναίκας για να στερεωθούν οι γέφυρες, να περνούν οι άνθρωποι. Και στην υπέρβαση του μύθου, ευφυώς καρφώνεται η σκιά της γυναίκας για να ελευθερωθεί η ίδια. Ίσως ο μύθος υπονοεί πως η γυναίκα είναι ελεύθερη πλέον να βρει τον εαυτό της. Έχει βγει έξω απ’ τον γυναικωνίτη και μάχεται σαν άνθρωπος κι όχι σαν θήλυ όπου απαιτούσαν απ’ αυτήν τη θυσία στην οικογένεια. Κι απ’ την άλλη η σκιά της γυναίκας, ο κόσμος της δηλαδή, στερεώνει τον κόσμο. Η ποιήτρια αποδίδει σημαντικό ρόλο στην ύπαρξη της
γυναίκας. Ίσως είναι μια άλλη σκιά που θέλει να αποκαθηλώσει, της σκιά της γυναίκας που προέρχεται από το πλευρό του άντρα. Την βλέπει αυτόνομη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα.
Στο «χορό στης σκιάς» καθώς η ψυχή τρέφεται από την πλαστική ζωή στο διαδίκτυο, μετατρέπεται ολόκληρος ο άνθρωπος ττεεικονική πραγματικότητα. Είναι το αγωνιώδες ερώτημα προς τα πού πάει η ζωή και πόση τεχνολογία καταπίνουμε. Κι αυτή η τεχνητή ζωή, η ζωή των σκιών, μας απομακρύνει από τους άλλους, μας απομονώνει. Πικρές διαπιστώσεις μιας πραγματικότητας πέραν του πραγματικού, καθώς παγιδεύεται στα δαιδαλώδη και ασώματα μονοπάτια του διαδικτύου.
Και η πικρή κατάληξη «Ζεις εικονικά έτσι κι αλλιώς»
Στη «φυγή» η ποιήτρια στρέφει την πλάτη της στις συμβάσεις, ακολουθεί την ελευθερία της αψηφώντας τον κίνδυνο, ρίχνεται στη θάλασσα της ανεξαρτησίας, ώσπου οι προστάτες της, οι δικοί της, τα πρέπει, την γυρίζουν πίσω στο ακύμαντο της ακτής. Στην ακινησία του ακίνδυνου. Εδώ προσπαθεί να τοποθετήσει τον εαυτό της, σ’ έναν τόπο ελευθερίας, όπου τα πρέπει είναι οι σκιές αυτού του ανύπαρκτου τόπου.
Στον «καταιγισμό του φωτός» ο χρόνος είναι το σκοτάδι που ρουφάει όλους τους μύθους και τις πλάνες με τις οποίες συντηρούμασταν στη ζωή, μας πετάει σαν άχρηστο ρούχο, μας οδηγεί στο θάνατο, όπου μόλις προλαβαίνουμε με τα μάτια απόπληκτα να αποχαιρετίσουμε αυτόν που χάνεται για πάντα. Κι «ο εικονολήπτης» χρόνος, «ατάραχος, κι αμέτοχος στο δράμα».
Ακούμε να τονίζεται πέρα από την προσωπική μοναξιά, η μοναξιά του ανθρώπινου γένους, που αφέθηκε να τα βγάλει πέρα μόνο του. Σαν να παίζεται ένα δράμα προκαθορισμένο και παράλληλα εγκαταλειμμένο στο τυχαίο, που έτσι ή αλλιώς οδηγεί στον μονόδρομο του θανάτου. Αυτή την μαύρη τρύπα, την ρουφήχτρα των σκιών που είμαστε. «Φτιαγμένοι από μουσική/ περιφερόμαστε/ μοναχικοί πλανήτες/ στο αδέκαστο σύμπαν.
Κι απ’ την άλλη στιγμές πληρότητας στο ποίημα «δάσος», όπου ο έρωτας ολοκληρώνεται σ’ ένα μπουρίνι μετατρέποντας τους εραστές σε δυο σταγόνες που έλαμψαν για λίγο και έσβησαν στο χρόνο, Το ίδιο και στο ποίημα «η Νέδα», ο θρίαμβος της ερωτικής στιγμής, το θάμπος της αγάπης καταργεί τον θάνατο. «Η Ερωτική προσμονή, ο Αντικατοπτρισμός, Φωτογραφία» είναι ερωτικό ποιήματα όπου το ρίγος του έρωτα ενώνεται με το ρίγος της απώλειας. Το σώμα το ερωτικό μεταβαίνει στη φωτογραφία, εισχωρεί στην ακινησία, στην άβυσσο, χάνεται στο καμένο δάσος. (Επώδυνη αναφορά στο δάσος της Ζαχάρως, όπου η ποιήτρια έζησε και χάρηκε την ομορφιά του.)
Τα «Στροφάδια» είναι το όνειρο που ο άνθρωπος το αφήνει ανέγγιχτο για να μην το χάσει ποτέ. Υπέροχα κι αποκαλυπτικά το αποδίδει με τους στίχους της: Τι έβλεπες σε μένα/ μακρινέ μου ορίζοντα/ Ίσως τα στροφάδια που δεν πήγες ποτέ/
Στην ουτοπία λοιπόν κατοικεί η ευτυχία;
Και η συλλογή τελειώνει με το ποίημα «Στους παγετώνες της μοναξιάς». Εδώ η αναμέτρηση του χρόνου με τη μνήμη, ο φόβος μη λησμονηθεί ο αγαπημένος νεκρός. Μοναξιά στον πάνω και στον κάτω κόσμο, Κι όμως γραμμένο με τόση τρυφερότητα, τόση γλυκΰτητα στη θλίψη ώστε εν τέλει η απώλεια στερεώνεται σε ύπαρξη διάρκειας, στον άχτιστο κόσμο της μνήμης και της αγάπης. Διαβάζω:« Στους παγετώνες της μοναξιάς»
Έπρεπε η θλίψη να κάνει την εμφάνισή της σε όλες της τις διαστάσεις για να επιτευχθεί όχι η εξαφάνισή της , αλλά να βγει εκείνο το φως της ποίησης που λέει πως τον θάνατο, το ακατανόητο, δεν μπορείς να το κατανοήσεις αλλά μόνο να το αισθανθείς. Κι αυτό το ποιητικό «αισθάνεσθαι» είναι η γλώσσα που μπορεί να μιλήσει το ανέκφραστο.
Θαρρείς το γράφειν είναι η ψυχή του ακατανόητου, και αρκεί μια στιγμή για να μεταπηδήσεις από την ύλη της ζωής στο άυλο της γραφής. Σα να είσαι κάτι το διάχυτο και σκόρπιο και η γραφή σε συναρμολογεί. Είναι εκείνο το απρόσμενο που λέει ο Πεσόα: «Σήμερα έχω τέτοια διαύγεια λες και δεν υπάρχω.» (το βιβλίο της ανησυχίας) Νομίζω πως αυτό κάνει η ποιήτρια, συναρμολογεί την έσω εικόνα του ανθρώπου που έχει αναχωρήσει, και αυτού που μένει και συνεχίζει.
Αυτά είναι τα θεματικό της στοιχεία που η ποίησή της τα μεταθέτει, τα μεταποιεί, σε μια ύλη εύθραυστη και άθραυστη συγχρόνως, σ’ ένα σκηνικό, όπου τα πάθη είναι ρόλοι στο ερωτικό και θανάσιμο έργο της ζωής.
Όμως εκείνο που έχει σημασία είναι ο τρόπος που λέγονται όλ’ αυτά. Λόγος μουσικός, λιτά αισθησιακός, αυστηρά αισθηματικός, έντονα στοχαστικός, καίρια δραματικός, όπου ο άνθρωπος προσπαθεί να σηκώσει το κεφάλι απέναντι στη μοίρα του. Να εμπιστευτεί το «Εγώ, αυτός ο Άγνωστος»μέσα από τον διάλογο σώμα- σκέψη.
Ένα έργο τέχνης νομίζω ότι είναι επιτυχημένο όταν δημιουργεί την δική του πραγματικότητα που ενώ είναι δική του ανήκει σε όλους. Αυτό κατόρθωσε η Μαρία Καρδάτου με την πρόσφατη συλλογή της.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Η κριτική για την ποιητική συλλογή “Αβλαβής διέλευση” του Κώστα Παπαγεωργίου στην εφημερίδα “Αυγή” 02/08/2009
Από τις εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή «Αβλαβής διέλευση» της Μαρίας Καρδάτου.

ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΤΟΥ, Αβλαβής διέλευση, Εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 54

Μία από τις βασικές διαπιστώσεις της Μαρίας Καρδάτου, αμέσως προκύπτουσα ή εμμέσως τεκμαιρόμενη, είναι η διαπίστωση ότι η ομορφιά προϋποθέτει την υπέρβαση των κανονιστικών επιταγών που αποσκοπούν στην εύρυθμη λειτουργία της καθημερινότητας. Και ότι αυτή η υπέρβαση συντελείται με την εμβάπτιση προσώπων, εικόνων και πραγμάτων στα υγρά του ονείρου, ώστε, απαλλαγμένα από τις περιοριστικές των διαστάσεών τους αντικειμενικές συνθήκες, να αποκτήσουν την ιδιότητα του αιφνίδιου, του φευγαλέου και του επίφοβου. Μία άλλη, επίσης σημαντική διαπίστωση, είναι ότι το ποιητικό υποκείμενο, ψηλαφώντας τις επάλληλες, παλίμψηστες, κατόψεις του συναισθηματικού του πεδίου, δεν μπορεί παρά να ομολογήσει την αδυναμία του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της πραγματικότητας, στους κόλπους της οποίας διακατέχεται μονίμως από την αμηχανία του ξένου, του λαθρομετανάστη. Άλλο αν, αυτή η ανοίκεια πραγματικότητα, του προσφέρει κάποιες, μικρές έστω, διαφυγές, συγκρατητικές της σκέψης που, μονίμως σχεδόν, ρέπει και διολισθαίνει προς τη μεριά του θανάτου.

Τα πράγματα που επιζούν των ανθρώπων, προστατευτικά περιβλημένα από την αχλή της παλαιότητας, ασκούν στον ψυχισμό και στη διάθεση της ποιήτριας μία περίεργη γοητεία∙ λειτουργώντας όμως και ως σιωπηλοί και άτεγκτοι μάρτυρες αλλοτινών υπάρξεων, είναι και προπομποί μηνυμάτων προειδοποιητικών του καιροφυλακτούντος στους θύλακες του παρόντος και του μέλλοντος τελεσίδικου. Ανάμεσα σ’ αυτά, είναι φυσικό να διακατέχεται μονίμως από μία διάθεση έντονης νοσταλγίας, για ό,τι κάποτε τη χαροποίησε ή την έθλιψε, επίμονα αρνούμενη να απεμπολήσει τις λυπημένες της μνήμες, διατηρώντας σαν ακριβό τιμαλφές τη θλίψη της, το μόνο εχέγγυο της ανθρωπιάς και της ευαισθησίας της. Γι’ αυτό και συχνά κάνει υποδείξεις προς εαυτήν, να είναι συγκατανευτική στην απλότητα και στο φευγαλέο των περιστάσεων της ζωής∙ κυρίως, να εξοικειωθεί με τη βασανιστική αίσθησή της ότι βρίσκεται έγκλειστη στα έγκατα μιας ανοίκειας πόλης, διαρκώς απειλούμενη από τα φαντάσματα του κόσμου που την περιβάλλει.

Όλα, στην ποίηση της Καρδάτου, τελούν υπό την αίρεση της έλευσης του θανάτου, ο οποίος ακατάπαυστα ραδιουργεί και εξαπατά. Τη μόνη δυνατότητα διαφυγής από αυτήν την αενάως επικρεμάμενη απειλή την παρέχει, κατά πρώτο λόγο, το όνειρο και, κατά δεύτερο, η φαντασία. Μόνο στην επικράτεια του ενός και της άλλης μπορεί κανείς να προσδοκά το ενδεχόμενο της επανάκτησης της χαμένης ατομικότητας. Τη σωτήρια απόσπασή του από τον ζοφερό πολτό της απρόσωπης μάζας.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *