ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΡΑΔΕΙΣΑΝΟΥ

Η Ειρήνη Παραδεισανού γεννήθηκε το 1972. Κατάγεται από το Ρέθυμνο Κρήτης. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και υπηρετεί στη Δημόσια Εκπαίδευση στο Ηράκλειο Κρήτης. Άρθρα, δοκίμια και ποιήματα της έχουν φιλοξενηθεί σε διαδικτυακά περιοδικά. Από το 2008 διατηρεί το ιστολόγιο «Παρείσακτη».

.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Στη φλέβα της πέτρας, Εκδόσεις Βακχικόν, 2018
Τα γυάλινα μάτια των ψαριών Εκδόσεις Βακχικόν 2016
Ρητορική ένδεια Εκδόσεις Βακχικόν 2013

.

.

ΣΤΗ ΦΛΕΒΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ (2018)

ΣΤΗ ΦΛΕΒΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

Έπεφτε κίτρινη βροχή απ’ τα γιγάντια μάτια
σίδερα σπαρμένα στο χώμα.
Η μάνα έστρεφε το λαιμό
φέγγος βαθύ
μια τρύπα ολάσπρη από καπνό κι ανάσες.
Τα χέρια της ψαχουλευτώ στο σώμα του ψαριού
στη θάλασσα που ντύθηκε τη σκουριά του αίματος
και ήπιε ως το τέλος τη μιλιά της.

Στο βάθος τα δάχτυλα χάνονταν στο φως.
Φλόγες ντυμένες του Ιώβ την προβιά
δέντρα γυμνά από χυμούς
ριζώναν ισχνά
μες στη φλέβα της πέτρας.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ

Ποιητή με το διάφανο δέρμα,
το δέντρο που σε ίσκιωσε
ρίχνει τα κλαδιά του στον όρθιο ύπνο μας.
Μ’ αυτά παλεύουμε να σε κοιτάξουμε.

Κι αν σε πουλήσαμε κι εσένα,
κι αν βγάλαμε απ’ το αίμα σου θεωρίες φιλολογικές
που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν
συγχώρα μας ποιητή,
μα δεν ξέραμε τρόπον άλλο να υπάρξουμε.

Εμείς οι φιλόλογοι
με τα γαριασμένα πετσιά
με την εμμονή στο ακέραιο καθήκον
με τα μάτια σταχτιά
εμείς που δε θα πεθάνουμε ποτέ από αηδία
σε χαιρετούμε
ποιητή
μέσα από το βυθισμένο στη σκόνη
κλουβί μας.

ΠΕΝΤΕ ΑΣΑΛΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

I

Να σωπαίναν τα κόκαλα.
Νιώθω το λευκό να σαλεύει στα νεύρα.
Στέκομαι μέσα στο πέπλο
ακίνητη
σε φλέβα αλατιού.

Υγρό στο μεδούλι
σύννεφα πάνω απ’ τα φρύδια του Δία.

Πού είσαι;

Μου μιλάς δίχως φωνή.
Απλώνεις στη σάρκα μου τη σμίλη του αγέρα
κι εγώ
δε βλέπω τίποτα
έξω απ’ τα βαθύσκιωτα μάτια της λίμνης
που ατάραχη σαλεύει
στο στέρνο μου.

II

Πώς να σ’ αγγίξουν οι κόγχες των ματιών μου;

Παιδί με βλέμμα που άστραψε στο γκρίζο
με το μέτωπο στρογγυλό
σαν ενός μικρού γαλήνιου θεού
που στρώνει το χιόνι στα μάτια των ανθρώπων
σαν δε θέλει να βλέπουν
κι αλαργινός παραμονεύει
πίσω από γρίλιες σκοτεινές
το φως της αγάπης.

III

Τα βυθισμένα στο κύμα σκουριασμένα νήματα
κι ο γαλάζιος βυθός
με τα μάτια θεριού που αποκοιμήθηκε στην άμμο.
Γυμνά τα πέταλα του αλόγου
καρφώνουν στα μηλίγγια του αγοριού
που υψώνεται αθώο στη μέση του ονείρου
κι απλώνει τα χέρια σε μάταιη προσευχή.

IV

Ο αχός των κυμάτων που σπάζουν στους κροτάφους,
ένα σιγανό μουρμουρητό καμωμένο απ’ τον ήχο των φλεγόμενων πουλιών.
Τα φτερά τους απλώνουν στον άνεμο
να στεγνώσουν τη γύμνια του κόσμου
κι αργοσαλεύουν στο φρύδι του θεού
απαθής
που μοιράζει τη φρίκη
στα μάτια των σερνάμενων υπηκόων του.

V

Στον καπνό που ανεβαίνει απ’ τον άγνωστο κόσμο
στη σιωπή που καρφώνει με νύστα την πεδιάδα του ανέμου
στην ασημένια σμίλη του αλατιού που οργώνει τη θάλασσα
Πόση θλίψη
αγέννητη ακόμη
χαρίζουν τα πουλιά με τα ραμμένα ράμφη
στο βλέμμα του ασάλευτου ποιητή.

Η ΝΟΤΑ ΤΟΥ ΧΛΕΥΑΣΜΟΥ

Μετά την κηδεία
ζαλωθήκαμε τη χωμάτινη φλέβα
στον κρόταφο.

Αντίκρυ οι άκαπνοι.
Κουνούσαν με συμπόνια το κεφάλι.
Τα μάτια τους χτιστά
τα χείλη μια σχισμή δίχως σφραγίδα.

Μίλα,
μου λέγαν
και με κένταγαν στο καρφί του μετώπου.

— το ’βλεπα το καρφί
αυτοί κάναν τους ανήξερους
σαν που ταιριάζει στους άβρεχτους και τους χορτάτους —

Κράτησα το στόμα μου κλειστό.

Δεν είπα για τον κοιτάμενο στο χώμα
πώς μου πρόταξε την κόγχη των βυθισμένων του ματιών
ειρωνικά χαμογελώντας.

Δεν ήθελα τη λύπηση των άλλων.

Το βράδυ κάθισα δίχως γραφίδα
και μάταια πάσχισα να πιάσω
σε τούτο το ποίημα
τη νότα αυτού του χλευασμού.

Το βλέμμα του νεκρού μου κράταγε ακίνητο το χέρι.

ΣΤΕΚΩ ΣΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΟΥ

Εδώ που στέκομαι φυσάει πολύ.
Μα δεν το νιώθετε εσείς
που σας μοιράναν στη γέννα κρύες λεπίδες.
Εμένα με γέννησε η άκαμπτη στροφή
που σκάφτει λαγούμια φως μες στο μαύρο.
Κι ο άνεμος με γυμνώνει απ’ ανάσα.

Στέκω στο χείλος του πνιγμού.

Ω μη φοβάστε.

Ο βυθισμένος δεν έχει χρεία απ’ οξυγόνο.
Οι κυψέλες του κορμιού του στέκουν μετέωρες.
Εκεί που οι άλλοι ασθμαίνουν για φως
ο βυθισμένος γελά.

Μα το χείλος του είναι κομμένο
κι αίμα δε βγάζει.

Μοναχά υγραίνεται αρμυρά στα χέρια του
που υφαίνουν τα σχέδια
στη σχισμένη πέτρα
που ολοένα βυθίζεται.

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

Σαγηνευτά κι απόκρημνα
σε σκοτεινιά και μύρο
ορθώσαν κάβους της σιωπής
στου δέρματος την άχνη.
Κι ήρθε ένας φύλακας σκυφτός
με μάτια φλόγα.
Στάθηκε αντίκρυ με τον δείχτη στα χείλη.
Και κλείναν τα μάτια τριγύρω οι οχληροί
γιατί τους πόνεσε στο βάθος τους
ο λόγος που δεν είπε.

Να ορθώνεται στο μέσα φέγγος
πηχτό το σκοτάδι ν’ ασπρίζει

— γιατί το βλέπετε
πως ήρθα εδώ για σας μονάχα —

Αθώοι μου χλωμοί συνεπιβάτες
με τ’ αρμυρά πετσιά
τα γαριασμένα στρείδια των ματιών σας.
Ακούτε;

Γέρνετε ολάνθιστοι στους μίσχους της ερήμου.

Μου τείνετε τα χέρια κομμένα απ’ τους αγκώνες.
Κι εκλιπαρείτε τη ματιά
να σας γυρίσει ακέραιους στη μάνα

να ξαναβρείτε την αφή
ν’ αγγίξετε το χώμα.

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω
για το κομμάτι σίδερο
που ’χω καρφωμένο στα σπλάχνα
για το μέταλλο που σπρώχνει το μεδούλι
στις δυο χαράδρες
δεξιά κι αριστερά στους κροτάφους
και δεν αφήνει τα μάτια να δουν τίποτα
πέρα απ’ το βουνό της άγριας λαχτάρας.
Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.
Ω είναι ωραίο να σε λένε ποιήτρια.
Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή.
Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο.
Ανόητοι εσείς που θαρρούσατε πως θα γελάσετε το αίμα.
Μη μου δίνετε πια συγχαρητήρια.
Μονάχα πάρτε το καρφί απ’ τα μάτια μου.
Κι αν δεν μπορείτε,
έστω
σταθείτε από κάτω
και
βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα.

.

ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ (2016)

ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ

Ήταν στιγμές
που περπατούσα ανάποδα στην όψη μου.
Χέρια χαράζαν το δέρμα από μέσα.
Νύχια γαμψά
απ’ τη λαχτάρα μου να δω.
Χαράδρες σκάβαν βαθιά τα δυο μου μάτια.

Εσείς
ανυποψίαστοι
κομψοί
σχοινοβάτες του ύπνου.

Κι εγώ
μια λέαινα
δίχως δέρμα
με το αίμα πηχτό ποτάμι στα μετέωρα μάτια
και τα χέρια ξέπλεκα δίχτυα
σε θάλασσα δίχως ψάρια.
Τα σκότωσε όλα το αλάτι που δεν ήταν αλάτι
μα σκόνη.
Τα έστειλε στα βουνά να γυρεύουν ανάσα.

Ψάρια δίχως βράγχια
εκλιπαρούσαν γι’ αέρα απ’ τα μάτια.

Έχεις δει ψάρια με μάτια ανθρώπου;
Εγώ τα είδα
στην απόκρημνη πλαγιά.
Ήταν εκεί.
Μου μίλησαν με ανθρώπινη λαλιά.
Μου λέγανε πως στέρεψε η αρμύρα από τις θάλασσες
το νερό τους στυφό
κι ο αέρας φαρμάκι.

Με κοιτάζαν με μάτια ανθρώπου
κι εγώ
ένιωσα ξαφνικά τον αέρα να εισβάλλει μέσα μου με πόνο
και δε βαστούσα να κοιτάξω στα μάτια σας.

Άνθρωποι
Συνεπιβάτες μου
Δίχως ντροπή κλέψατε τα γυάλινα μάτια των ψαριών
Τα φοράτε με καμάρι
Κι αυτάρεσκα υψώνετε το δάχτυλο
Να με δικάσει.

ΥΠΕΡΗΧΟΣ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ

Ο οισοφάγος μου
τρωτός
λάμπει στο σκοτάδι.
Τον καρφώνουν με σφυριά στην οθόνη
οι γιατροί με τις άσπρες νοσοκομειακές κραυγές
ασπίδα στα σκάγια του πόνου
που αναδίδει η αρρώστια.

Είμαι μικρή και βουλιάζω στο πάτωμα.
Στη σχισμή που ενώνει τα πλακάκια του νοσοκομειακού ασύλου.
Κι η πόρτα ορθώνεται αμίλητη
στο τέλος του αστραφτερού διαδρόμου.

Κανείς δε βλέπει τα περίκλειστα σύνορα.
Κανείς δε νιώθει την οσμή του φόβου.
Έχουνε μάθει ν’ ακουμπούν με μάτια γυάλινα
το κίτρινο υγρό της ανθρώπινης υπόφυσης
που υπόγεια καίει
στα μάτια των αρρώστων
στην απεγνωσμένη λάμψη τους
στον φθόνο για την ελευθερία του αγέρα
που θα αγκαλιάσει τους πόρους τους
μόλις αφήσουν πίσω τους
τη βαριά γυάλινη πόρτα.

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

Έλα κραυγή.
Ακούμπησε τη γυάλινη κόψη
στη φωτιά που αθέατη
το συκώτι του Προμηθέα σπαράσσει.

Σε προσμένει
καρφωμένος στον αιώνιο βράχο.
Κι είναι κρίμα που δε θα σ’ ακούσει.

Μαθημένος αλλιώς
μονάχα ψιθύρους νογά.

Κι ας φλέγονται στα μάτια του
εικόνες συμπαντικές αποκάλυψης.

ΑΠΟΥΣΙΑ

Είναι στιγμές
που κρέμομαι από ένα φτερό
ένα ισχνό τρεμάμενο φύλλο
πάνω απ’ το χείλι του Θεού.

Κι αυτός με δείχνει με πύρινο δάχτυλο
και γελά μανιασμένα.

Αυλακώνει με κύματα πόνου
το μετέωρο κορμί μου.

ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΣΙΤΗ

Σαν έγειρε ο Θερσίτης το βλέμμα στο χώμα
βρίζαν και χλεύαζαν οι Αργίτες την αστεία του όψη
κι εκείνος έσερνε στη γη το ποδάρι
και πάλευε να ορθώσει την κυρτή του ράχη
να μην το δείξει
πόσο τον πόνεσε το σκήπτρο του Οδυσσέα.

Ήξερε παίρνοντας το λόγο
πως πάλι η κατάληξη θα ήταν ίδια
σαν κάθε που ένας άσχημος στρατιώτης
μιλά για του αρχιστράτηγου την τύφλα.

Μα είχε μέσα του την σπίθα να τον καίει
πως τούτη τη φορά
ίσως να ξεπετάγονταν απ’ το σωρό το σμάρι του άσημου στρατού
ένας γενναίος
να ’παίρνε πάνω του τα μάτια των αρχόντων
να σήκωνε το χέρι με πυγμή
και να ’λεγε:

«Τούτος ο πόλεμος για μας, αδέρφια, τέλειωσε
Ελάτε
Πάμε στα πλοία».

Και θα ‘ταν – λέει – όμορφη τόσο η φωνή του
και θεϊκή η όψη του
που οι στρατιώτες θα ξεχύνονταν στα πλοία
και ο Οδυσσέας θα ‘μενε μονάχος
να σκαρώνει
έναν μάταιο δούρειο ίππο.

ΚΑΘΗΚΟΝ ΠΟΙΗΤΟΥ

Είναι καιρός που επιδίδομαι σ’ αυτό το παιγνίδι.
Παίρνω την άγραφη κόλλα και το πιο καλό μου μολύβι.
Και γράφω εξαρχής ολοστρόγγυλα γράμματα.
Τα καμαρώνω έτσι ως τ’ αραδιάζω στο άσπρο χαρτί.
Εγώ, ο ποιητής των λέξεων
Των στρογγυλών φωτεινών οραμάτων
Με τάξη και χάρη συνταιριασμένων
Καμαρώνω.

Μουτζούρα καμία
Αστοχία καμία
Αλήθεια καμία.

Μονάχα στρογγυλά, καθαρά, τακτοποιημένα γράμματα.
Ποιήματα καθωσπρέπει.

Έτσι ως ταιριάζει
Στους σκάρτους καιρούς μας.

ΣΥΝΗΧΗΣΗ

Στον πατέρα μου

Κύμα ταξίδευε στα περιστέρια της μιλιάς σου.

Μουρμούριζε τη δίψα του ένοχο.
Πάφλαζε την οργή του σε τοίχους άξαφνους
σε μάτια ξέφτια.

Θάλασσα ταξίδευε στην πλάτη σου.
Αρμύρα έπλεκε χάντρες στα μάτια σου
κι ήσουν σκυμμένος στην έγνοια σου
και μουρμούραγες λέξεις.
Σ’ άκουγα κι έλεγα που ήσουν ολότελα ξένος στην όρασή μου.
Μα μέσα μου χύνονταν οι λέξεις σου
σα θάλασσα
πεφιλημένη απ’ το στόμα του δέους.

Να σπούσαν – λέει – μέσα μου τα βότσαλα
κι όχι όλα στα μάτια σου
που με κοιτάζουν ηχερά και νοτισμένα.

Με κρίματα ξένα δεν σου ’πρεπε να γεμίσεις τη ζήση σου.
Και το πόδι σου που βούλιαξε στον κουβά από ασβέστη
κείνη τη μέρα που βούιζαν οι άνεμοι στ’ αυτιά μου
και τα τρυπάγαν οχληρά
Όχι δε σου ’πρεπε
κείνο το βλέμμα
πέτρα που πλάκωνε το σύθαμπο δείλι
κι ομίχλη κάταχνη να ψιχαλίζει μέσα μου
βουβό το κλάμα σου.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Θυμότανε παιδί
τα λόγια δε βγαίνανε απ’ το στόμα της.
Ακριβά μονάχα κοίταζε
με μάτια μαύρα από τη λύπη
κι αποζητούσε το φως
να ’ρθει να κουρνιάσει στα χέρια της
να τα δροσίσει.
Οι παλάμες της καίγανε
Το δέρμα της το ’νιώθε ξένο
Κάθε βράδυ έξυνε τις πληγές της με το τσίγκινο μάτι του ύπνου.

Στεγνώνει το στόμα σου μικρή μου Ινδιάνα
Γυρνάς στη σχολική αυλή με τα μάτια χτισμένα στη φλόγα
Και σ’ ακουμπάει το βλέμμα του φακού
Σου λέει
Στάσου μια μονάχα στιγμή
Και τρέχεις
Τριγύρω απ’ τον ασβέστη του ήλιου
Τρέχεις να κρύψεις το γέλιο σου
Πικραμένο κλαυσίγελω
Πίσω απ’ τη μάσκα.

Μην τρέχεις άλλο μικρή μου Ινδιάνα
Ο χρόνος μαρμάρωσε
Κι άλλο δεν έχω πέρα από σένα
Πέρα απ’ τα μάτια σου
Σπαρμένα στάχυα κι ουρανό
Και την ακριβή φωνή σου
Άδολη γητεύτρα του βυθού των ανθρώπων.

ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

Όταν οι άνεμοι στοργικά αποθέταν
Την αφή της συμπόνιας στο δέρμα του
Έκλεινε τα μάτια το παιδί
Ακουμπισμένο στις βρώμικες πλάκες
Και απαλά παραδιδόταν στ’ όνειρο.

Κι έβλεπε πως τα πόδια των περαστικών
Ήτανε μέχρι πάνω καλυμμένα στάχτη
Και φωτιά ανάβανε τα ξωτικά στα σπλάχνα τους
Και τα μάτια τους στριφογύριζαν νευρικά
Και τα χείλη τους τρεμοπαίζαν άηχα
Και τα χέρια τους φλογισμένες λαμπάδες
Και τα μαλλιά τους φίδια με γλώσσες πύρινες.

Και τότε βγαίνανε τα ξωτικά μέσα απ’ την άσφαλτο
Και πάγωναν το χρόνο.

Και το παιδί ολόρθο τραγουδούσε.

Κρατήστε με μικρά μου ξωτικά
Απλώστε πάνω μου απάνεμα τα χέρια
Ανοίξτε την παλάμη
Να χτίσει τα φύλλα που πέφτουν απ’ τα μέλη μου.

Ελάτε μικρά μου ανάερα ονείρου όντα
Μιλήστε μου.
Πείτε για τη δροσιά του φύλλου την αυγή
Για τη σιγή της νύχτας
Σαν θεριεύει το ποτάμι
Πείτε για το νερό που ακάματο κυλάει
μέχρι τη ρίζα
ως το υφάδι του χρόνου που πάγωσε.

Ελάτε μικρά μου αθώα ξωτικά
Μονάχα εσείς νιώσατε όλο το βάθος.

Κι αν σας καλώ με πόνο
Είναι που βλέπω
Στα χτισμένα μάτια των ανθρώπων
Να σαλεύει η σαύρα του φόβου.
Και μια στάλα νερό δε βρίσκω
Να βυθίσω τα φλεγόμενα λόγια μου.
Μονάχα γκρεμούς και αλλόφρονα άτια.

.

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ (2013)

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ

Μοιάζουν οι λέξεις μου παιδιά ορφανά
Η μάνα τους σκοτώθηκε ευθύς μετά τη γέννα
Αυτόχειρας σε μια στιγμή γνήσιας ηδονής.

Δεν καταδέχτηκε
Από το χέρι να τα πάρει
Με προστυχιά τον κόσμο να γνωρίσουν.

Φευγάτε μόνα σας
Κραυγάζει
Ξυπόλητα λιγνά και τρομαγμένα
Γυρέψετε να σας ανοίξουν πόρτες.

ΠΛΑΝΗ

Λέγαν πως γράφανε τη μοίρα τους
Πως πιάναν τη ζωή από τα κέρατα
Τη σέρναν σε γραμμή που τρέκλιζε ολοένα
Και ζαλιζότανε -λέει- ο Δημιουργός
Να παρακολουθήσει τι κάναν αδυνατούσε
Κι έπειτα
Τους παράταγε μονάχους
Δίχως την αμείλικτη αύρα του όμματος που
τα πανθ’ ορά

Κι αυτοί
Πετούσαν σε γραμμή τεθλασμένη ολοένα
Οι ποιητές της ζήσης τους

Λέγαν

Οι λέξεις πέταγαν απ’ τα μισάνοιχτά τους στόματα
Γράφανε κύκλους στον ουράνιο θόλο
Λίγο λίγο ανέβαιναν και πιο ψηλά

Και τους αφήναν

Ανυπεράσπιστους πλάνητες

Κι ένα μικρό παιδί
Κατάχαμα ριγμένο
Με τα μούτρα στην άμμο αλειμμένα
Με τα μάτια αστέρια γεμάτα
Ένωνε τα διαμαντάκια του γέλιου του
Σκάλα ανάερη
Να τους τραβήξει
Στη θάλασσα
Να βαπτιστούν στα νερά της
Κι ως θα ανέρχονται
Γαλήνιοι και μικροί
Ν’ αναφωνήσουν

Θεέ μου
Πάλι ψέματα έλεγα.

ΚΑΘΑΡΣΗ

Κειτότανε κατάσαρκα στην άμμο
Λίγο πιο πάνω σύγνεφα φωτιάς
Ο ήλιος
Λίγο πιο κει κοχύλια αρμύρα
Γούβες αλάτι π’ άσπριζε στις άκρες
Ίσια να φαίνεται η λαχτάρα

Να πάρει τ’ αλάτι στις χούφτες της
Να βάψει λευκές τις ρυτίδες που σκάβουν τα χέρια της
Κι ύστερα να τ’ αφήσει να ρέει
Απ’ τις μισάνοιχτες άκριες των δαχτυλιών της
Να βλέπει τ’ αψύ άρωμά του με τα μάτια
Κι έπειτα
Να φέρει τις χούφτες στο πρόσωπο
Ν’ αναπνεύσει αρμύρα μέχρι τον πόνο
Εκεί λίγο πιο πίσω απ’ τη λιγοθυμιά να γονατίσει
Και να εκπνεύσει
Όλη τη σιχασιά του κόσμου
Στη θάλασσα.

ΘΕΤΙΣ

Σαν έγειρε η Θέτιδα το υγρό της βλέμμα
στου παιδιού της το άψυχο δέμας
ήταν βροχή που ξέσπαγε απ’ τον Όλυμπο
το μοιρολόι
κύματα πέτρινα
και σπάγαν στ’ ουρανού το θόλο.

Δία, στάζει φωτιά ο Όλυμπος
Είναι τα μάτια σου που τρυπάν το κορμί μου
Έτσι ως ακούμπησα εδώ
Στην άκρη της γης
Να καμωθώ τη θνητή
Έτσι για να θρηνήσω το παιδί μου
Αυτό που εσείς φυτέψατε στα σπλάχνα μου

Για να ’χω τώρα ένα καρφί στα μάτια μου
Να βλέπω το αίμα του γιου μου
Να βάφει το χώμα της Τροίας
Και να ’μαι αθάνατη
Αίμα να μην κυλά στις φλέβες μου
Και το βλέμμα του
Να μου είναι ξένο
Γιατί ζυμώθηκε με δάκρυα
Κι εγώ τα δάκρυα δεν τα γνωρίζω
Παρά σαν λέξη
Λέξη των ανθρώπων
Και το μαύρο που μέσα του σαλεύει
Κι αυτό μια λέξη
Μακριά πολύ απ’ το δικό μου βλέμμα
Το άφθιτο
Γι’ αυτό κι άμοιρο πόνου.

Κι όταν αντίκρισα το σώμα του νεκρό
-κι ήταν το σώμα του παιδιού μου-
Πόνεσα πιο πολύ
Όχι για το χαμό του
Μα για το βλέμμα το δικό μου
Που ’ριξα πάνω του

Βλέμμα πάγου
Βλέμμα κενού
Ανάξιο να χαϊδέψει τις πληγές
Αυτού του ξένου
Που κείτονταν στο χώμα
Εμπρός στα θεϊκά σανδάλια μου.

Δία ακούς;
Τουλάχιστον πλάσε με θνητή
Δώσ’ μου τη μοίρα του θανάτου
Να μ’ αγγίξει
Μήπως το δυνηθώ να κλάψω αληθινά
Το σπλάχνο μου
Τον Αχιλλέα.

ΠΕΝΘΟΥΣ ΕΡΑΣΤΗΣ ΙΙ

Ο άνθρωπος που άνεμοι τον βάραιναν
Κομματιασμένους άκουγε τους ήχους
Κι ήταν η αγωνία του
Έστω κι ένας
Ακέραιος εντός του ν’ αντηχήσει.

Ήταν φορές που εκλιπαρούσε
Το βλέμμα των άλλων
Μολύβι πύρινο τις σάρκες του να γράψει
Ριχνόταν με μανίας βλέμμα στις κραυγές τους
Τρυγητής σε βυθούς κοραλλένιους
Θαρρούσε πως ήταν.

Και μοναχά στο τέλος της μέρας, σαν έψαχνε έστω κι ένα ρήμα να
χωρέσει ολάνθιστο στη μνήμη του, κι αντίκριζε μια λίμνη ξεραμένη και
σκιαγμένα πουλιά στο βυθό της, μονάχα τότε σώπαινε πικραμένος. Κι
έπιανε ξανά τον Όμηρο κι άκουγε τότε στα λόγια του ήχους ακέραιους,
λες φερμένους απ’ αλλού. Μα το ’νιώθε πως ήτανε μονάχα ψίθυροι που
’ρχόντουσαν από μέσα του. Τον ήχο τον ακέραιο που ’ψάχνε απ’ έξω
ποτέ δε βρήκε. Ούτε την περιλάλητη γαλήνη που τόσο πόθησε.

Και λούφαζε στο χάρτινο βασίλειο
Και γίνανε τα λόγια των τριγύρω του θηλιά
Κι οι άνεμοι του πλέξανε στεφάνι αδιαπέραστο
Στων άλλων τη βοή
Στων άλλων την ολότελα άγνωστη
Μα τόσο αγαπημένη -αλήθεια- γλώσσα.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Δεν ξέρω τι ν’ ακουμπήσω εντός σου
Μαρμαρωμένη στο τέμπλο σου
Κοιτώ τα μικροσκοπικά σου μάτια
Κι είν’ η ματιά σου αμάλγαμα φωτιάς
Που με αλώνει.

Χριστέ μου

Κύματα εισβάλλουν
Απρόσκλητα εντός μου
Με κατοικούν
Και με ελαύνουν.

Μυρμήγκια ηλεκτρικά
Τη σπασμένη ραχοκοκαλιά μου
Ψηλαφούν.

Τρυπώνουν
Στους ανοιχτούς της πόρους
Με ακκίσματα
Και μειδιάματα ειρωνικά.

Ο πόνος
Γιγάντιο
Σαδιστικό ερπετό
Στη ραχοκοκαλιά μου
Σφηνωμένος.

Αν η κραυγή μου έβγαινε απ’ τα σπλάχνα
Πέτρα να εκτοξεύσω το θυμό μου
Πελταστής να γείρει του πόνου.

Κι Εσύ Χριστέ μου
Να κοιτάς
Τόσο αγέρωχα μονάχος.

Μονάχα λίγο απ’ το φως σου ζήτησα
Ν’ αλείψω την ταλαίπωρη όψη μου
Την εκ γενετής αλλοπαρμένη μου ψυχή
Να γαληνέψω.

ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Σ’ αυτήν την άκομψη κραυγή σας
Απάντηση δεν έχω.
Είναι που στα μάτια σας βλέπω τους λεπτοδείκτες
Γυρνούν τώρα ανάστροφα
Καρφώνονται στη ράχη μου
Και με δικάζουν.
Κι εγώ
Πέτρα που ρίζωσε στη θάλασσα
Απόκρημνα βρέχω στην άμμο βήματα
Και καρφώνω στην παλάμη σας
Ένα ένα τα ρωτήματα
Που με βυζάξαν και με βγάλαν ναυαγό στην ακτή σας.
Να κρατώ στη ματιά ένα δίχτυ απάνεμο
Να κραδαίνω την άγνοια στα σκιαγμένα σας μάτια.

Κι όμως το ξέρω.
Αν η Παλλάδα μου ’λεγε: «Φύγε. Γραφτό σου δεν είναι να δεις
σωτηρία στους Φαίακες.»
Αν μου προφήτευε το τέλος μου σ’ αυτήν τη μαύρη γη
Αν με απειλούσε πως η Ιθάκη πάει
Δεν θα την ξαναδώ ποτέ
Αν στέριωνε τα αστραποβόλα μάτια της επάνω μου
Αν κάρφωνε το στήθος μου με το δάχτυλο και αναφωνούσε:
«Τέλος πια Οδυσσέα
Σε νικήσαν οι Θεοί
Ακόμη κι εγώ σ’ εγκαταλείπω.
Σχώρα με.»
Όχι, δε θα τα ’βαζα μαζί της
Μάρτυς μου ο Δίας.
Δεν πρόσμενα απ’ τη θεά κανένα θαύμα εξάλλου.
Δε θα ξέσπαγα σε θρήνο κι οργή.
Μονάχα θα την άφηνα να φύγει.

Κι ύστερα
Μόνος ως το ’ξέρα εξαρχής
0α στεκόμουν μπροστά σας
Κι άνθρωπος προς άνθρωπο θα ζήταγα
Όχι τη συνδρομή μήτε τη συμπόνια σας
Μονάχα να καρφώσετε το βλέμμα σας στο δικό μου
Έτσι ως είμαι γυμνός και φαγωμένος απ’ την αρμύρα
Λιοντάρι πεινασμένο που κατέβηκε απ’ τα όρη
Όχι, μη δείτε πιο κάτω απ’ τα μάτια μου
Ανάγκη δεν έχω από καμιά θεά να σταλάξει το θάρρος στο βλέμμα σας
Μιλώ σας ανθρώπινα
Και σας κοιτώ κατάματα
Ίσια κατάβαθα στο παιδί
Που κάποτε άπλωνε το βλέμμα του στη θάλασσα
Κι όλα της γης τα χελιδόνια τ’ αγκαλιάζαν.

ΕΥΘΡΑΥΣΤΟΝ

Ήρθαν τα σύννεφα και στάξαν στα χώματά μου δροσιά
Βαριά βαριά ακουμπήσαν την αιθέρια υφή τους στα νωθρά μου ματόκλαδα
Και θάρρεψα πως μου μηνούσαν την ελπίδα
Πως ακροβάτες σε σκοινί αόρατο οι άνθρωποι
δεν είναι πια
Φίλιωσαν με το θάνατο
με τη φριχτή αλήθεια
Κραυγές πια τα τόξα των σμιγμένων τους φρυδιών
δεν αναπέμπουν
Και είναι ψεύτης αυτός που τόλμησε να πει
σκιάς όναρ άνθρωπος

Μα πάλι,
την ίδια εκείνη στιγμή,
μια μικρή σκιά
μια ανώφελη τύψη,
ένα άγριο ερωτηματικό
με συνεπήρε στην οδύνη της απάθειας
του άπαρτου κάστρου.
Κι έπεσα πάλι στον ύπνο τον όρθιο.

ΠΙΝΑΚΑΣ

Στη φωνή του
Ολάκερη που χώρεσε
Σ’ ένα κανάτι ραγισμένο από σμάλτο
Σιωπήσαν οι καιροί.

Ρικνό το πετσί που τον κάλυψε
Και λέγαν οι άνθρωποι ολοτρόγυρα
Ρυθμικά πως τον ακούσαν ν’ ανασαίνει
Με μάτια ορθάνοιχτα
Και στόμα με σύρμα ραμμένο.

Κι ένα καράβι
Στα σπλάχνα του τον σήκωνε
Κατάρτι καρφώθηκε μεσίστιο
Στα φτερωτά του λόγια
Που φεύγανε κυνηγημένα
Απ’ τα μάτια του
Και λάμπαν φλογερά
Στα πέρατα
Του μαυροσύγνεφου ορίζοντα

Σαν τα πουλιά
Που τα ’διώξε η μπόρα.

ΠΑΡΕΙΣΑΚΤΗ

Κάθε που γέρνω μέσα μου
νιώθω χελώνα γέρικη
που απόμεινε χωρίς καβούκι
στη μέση δρόμου πολυσύχναστου.
Διαβάτες ριγμένοι στον τρόμο
με καρφώνουν με λέξεις – τρόπαια
μιας νίκης εύθραυστης κι αμφίσημης.
Σαν τέχνασμα σιβυλλικό μοιάζει η σιωπή μου
και το σκιαγμένο βλέμμα τους
σαν προσπερνούν την άθλια όψη μου
καρφώνεται στη γύμνια μου επιτακτικά

«Δεν είσαι εδώ»
μοιάζει να λέει
«Ποτέ δεν ήσουν.
Πάντα παρείσακτη θα στέκεις.»

Κι εγώ μια χαραμάδα ψάχνω
από φως
για να στριμώξω την παράξενή μου όψη
και μια ρωγμή σε σύννεφο θαμπό
την εμμονή μου να φυλάξω.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΤΗ ΦΛΕΒΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΑΚΟΣ

CULTUREBOOK.GR 8/5/2021

ΣΤΗ ΦΛΕΒΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΛΗΣ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ
Κριτική – Παρουσίαση Πέμπτη, 06 Φεβρουαρίου 2020 0 Σχόλια
portrait-5_20200206-160108_1
Στο πρώτο της βιβλίο με τίτλο Ρητορική ένδεια (2013, εκδόσεις Βακχικόν), η Ειρήνη Παραδεισανού επιχειρεί μιαν επιστροφή στη «μνήμη» της ποιητικής ιδέας. Προσπαθεί, δηλαδή, να ερμηνεύσει βιώματα και τραύματα ψυχής, να ταξινομήσει αισθήσεις και κατηγορήματα, επιδιώκει, τέλος, να ανακαλύψει εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν μια ποιητική για τον ανθρώπινο πόνο. Στο δεύτερο βιβλίο της με τίτλο Τα γυάλινα μάτια των ψαριών (2016, εκδόσεις Βακχικόν), η ποιήτρια μορφοποιεί μια γραφή στην οποία αναδεικνύεται ένα σαφές κριτικό στίγμα. Πρόκειται για ποίηση κοινωνικής κριτικής και στάσης απέναντι σε όλα εκείνα που ακυρώνουν ουσιαστικά την ανθρώπινη περιπέτεια και υπόσταση.
Στη φλέβα της Πέτρας τιτλοφορείται το τελευταίο της βιβλίο. Το corpus της ποιητικής αυτής συλλογής αποτελείται από 24 ποιήματα μικρής φόρμας, ενώ σε άλλα ποιήματα η «αφήγηση» είναι εκτενέστερη. Η ένταση του αιχμηρού κριτικού ποιητικού λόγου των δύο προηγούμενων ποιητικών της συλλoγών δίνει τη θέση της σε έναν ηπιότερο ποιητικό λόγο, χωρίς όμως αυτός να χάνει την οξεία, ενίοτε, κριτική του διάθεση.
Σε αυτή τη συλλογή η συγκίνηση στίζεται κυρίως από ποιητικές δομές των οποίων θεμελιώδες χαρακτηριστικό αποτελεί μια γλώσσα που συνδυάζει την καθαρότητα με τις απροσδιόριστες και σκοτεινές όψεις της συνείδησης, τη συμπλοκή των υλικών πραγμάτων με την αποδόμηση και απίσχνανση των αισθηματικών φορτίων, την ανθρώπινη τραγωδία, τέλος, με τον στοχασμό του θανάτου.
Η Παραδεισανού μοιάζει να σκηνοθετεί και να σκηνογραφεί τα ποιήματά της. Οι ποιητικές ιδέες συγκροτούν ωστόσο μικρά ποιητικά σενάρια, έτοιμα να παρασταθούν ή να οπτικοποιηθούν. Στο πλαίσιο αυτών των καταδηλώσεων, επίσης, θα έλεγα ότι η ποίησή της έχει να κάνει με μιαν ιδιαίτερη λειτουργία που αφορά στην ποιότητα και το «ύψος» των αισθηματικών φορτίων. Διαπιστώνεται, με άλλα λόγια, ένας αισθηματικός ερμητισμός, μια πνιγηρή αίσθηση εγκλεισμού και απομόνωσης η οποία μοιάζει να κατακλύζει την επιφάνεια των στίχων της. Αναδεικνύεται, επίσης, μια «περινεκρική» του αισθήματος, μια νότα πένθους, δηλαδή, που δεν εκφράζεται παρά μόνο μέσα από τον πιο βαθύ πόνο: τη σιωπή. Θα περίμενε κανείς, επίσης, να συναντήσει έναν κατακλυσμιαίο ή έστω ογκώδη λυρισμό. Αυτός όμως φαίνεται ότι κρύβεται ή ότι λειτουργεί underground, δίνοντας τη θέση του στη δραματική μνημείωση της γλώσσας. Για τους λόγους αυτούς θεωρώ ότι, γενικότερα, η ποίηση της Παραδεισανού εμπεριέχει και αφηγηματικά στοιχεία.
Η ποιητική συλλογή Στη φλέβα της πέτρας συγκροτείται γύρω από μια κεντρική αντίθεση η οποία διατυπώνεται με διάφορες γλωσσικές μορφές και απαντάται επαναληπτικά αρκετές φορές. Αναφέρομαι, δηλαδή, στην αντίθεση λευκό – μαύρο ή φωτεινό – σκοτεινό. Εγγράφεται για παράδειγμα ως ανάπτυγμα του στίχου π.χ. «το μαύρο του ματιού τους πήρε να λιώνει» στο ποίημα «Γκιούλιβερ» ή ως ποιητικό έκδοχο π.χ. «τα βλέπεις με μάτια φυλακή / να στέκουν μαύρα» στο ποίημα «Μονάχα δέρμα» όπου η προσδιοριστική έννοια «μάτια» συνοδοιπορεί με την ποιητική λειτουργία του «φωτός». Μερικά παραδείγματα: «φανός που αργοσβήνει στο σκοτάδι της θάλασσας» («Στα αγέλαστα βράχια της θάλασσας»), «Να ΄ξερες μάτια μου / πόση βοή κυλά στα νερά του ύπνου που με γδύνει / νύχτα που με φυλάκισε στα δάχτυλα της πέτρας» στο ποίημα «Στο βύθισμα της άμμου» ή σε άλλο σημείο «που σκάφτει λαγούμια φως μες στο μαύρο» («Στέκω στο χείλος του πνιγμού»), ενώ αλλού «Να ορθώνεται στο μέσα φέγγος / πηχτό το σκοτάδι ν’ ασπρίζει» στο ποίημα «Επίκληση» και, τέλος, «στο πελιδνό βουητό της μέρας που σβήνει» στο ποίημα «Μονόπρακτο».
Το ποιητικό αυτό μοτίβο, θα έλεγε κανείς, λειτουργεί ως σύμβολο και συμπληρώνει τη δραστικότητά του με την έννοια «μάτια» η οποία εγγράφεται, επίσης, με ποικίλες γλωσσικές μορφές, όπως «γιγάντια μάτια», «μάτια κόκκινα», «μάτια των ανθρώπων», «τα μάτια του θεριού», «κόρης των ματιών», «τα μάτια τους χτιστά», «η μπίλια του ματιού αλώβητη» κ.ά. Γενικότερα η όραση, τόσο στην προκείμενη συλλογή όσο και στην προηγούμενη με τίτλο Τα γυάλινα μάτια των ψαριών αποτελεί καίριο σήμα της ποιητικής των βιβλίων αυτών, αφού μέσω αυτής παρατηρείται και ερμηνεύεται εν γένει η ανθρώπινη τραγωδία. Η όραση δεν είναι παρά μια συμπληρωματική εκδοχή του ανθρώπινου πόνου και λειτουργεί ως συνέχεια της προηγούμενης ποιητικής συλλογής. Σε αυτό το βιβλίο όμως η έννοια «όραση», με όλες τις ποιητικές μορφές που αναφέρθηκαν, αποτελεί το μέσο για μια ποιητική εξεικόνιση του πόνου ή αλλιώς για μια ψηφιδωτή αναπαράστασή του. Εκτός αυτών γενικότερα οι έννοιες λειτουργούν και ως σύμβολα καταδηλώνοντας τελικώς τη γήινη καταγωγή του ανθρώπινου σώματος, την υλική σκευή της ιδέας και της πνευματικότητάς της.
Οι έννοιες «αρμύρα», «θάλασσα», «δέρμα» και «πέτρα» συμπληρώνουν τα ποιητικά έκδοχα της συλλογής. Λειτουργούν ως σύμβολα, επίσης, και συγκροτούν με τους αρμούς τους μιαν ενότητα καίριων ποιητικών μορφών που τείνουν να αποκωδικοποιήσουν και τον τίτλο της συλλογής. Η έννοια «πέτρα» παραπέμπει στο ανθρώπινο σώμα που είναι ύλη πυριφλεγής, υλικό υποκείμενο και αντικείμενο ταυτοχρόνως. Το ανθρώπινο σώμα έγινε ή είναι πέτρα. Στις «φλέβες» του κυλά το υγρό στοιχείο, το αίμα. Το ανθρώπινο σώμα, τελικώς, είναι εκείνο που «πέτρωσε», είναι εκείνο που υπόκειται στις ανομίες, στις κοινωνικές αδικίες, συμβάσεις και περιπέτειες. Είναι πέτρα γιατί υπέστη τη φθορά, την αλλοίωση και τη διάβρωση.
Η ποίηση της Παραδεισανού είναι ποίηση ενός αθόρυβου, πνιγηρού σπαραγμού. Είναι ποίηση ανοιχτού όσο και τραυματικού πάθους. Φέρει ως κέντρο τον άνθρωπο, εκείνον που πάσχει, εκείνον που είναι διαρκώς τραυματισμένος από τις κοινωνικές και πραγματιστικές αντινομίες. Εκείνον, δηλαδή, που φέρει εντός του το «τραύμα» ως κοινωνικό στίγμα το οποίο με ποιητικούς όρους μπορούμε, έστω δυνητικά, να προσεγγίσουμε.
Στην προσπάθειά της να μιλήσει ποιητικά για τον τραυματισμένο αυτό άνθρωπο η Παραδεισανού ανοικειώνει όχι μόνο τη ζωή, αλλά και τον ίδιο τον θάνατο. Ανοικειώνει κάθε δομή που τείνει να βιάσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Για τον λόγο αυτό η ποίησή της εμπεριέχει μια, θα έλεγα, διαύγεια πόνου, μια ξεκάθαρη θέαση του ανθρώπου και του κόσμου, χωρίς παραμορφωτικούς φακούς. Και, μολονότι η χρήση μιας υπερρεαλιστικής μεταγλώσσας μπορεί να οδηγήσει σε ένα ιδιότυπο σήμα ποιητικής, στο βάθος διαγιγνώσκεται ένας ωμός ρεαλισμός που απογυμνώνει κάθε ανήθικη συνθήκη.
Η ποίηση της Παραδεισανού δεν είναι μόνον ανθρωποκεντρική. Είναι πρώτιστα μια ποίηση που βάλλει εναντίον κάθε οικείωσης. Στο βάθος προβάλλεται σαν σκηνή η εικόνα ενός κατακερματισμένου κόσμου, μετά αναδύεται η εικόνα – ιδέα ενός θρυμματισμένου ανθρώπου, σπονδυλώνεται, τέλος, η αρχετυπική μήτρα μιας ευτοπίας που φέρει εντός της την πλέον ιδεατή σύλληψη ενός ποιητικού μεγάκοσμου. Αυτή η προβολική έκφραση των ιδεών, των ποιητικών εικόνων και του ρυθμού των στίχων της είναι, επίσης, σημαντικό χαρακτηριστικό της ποίησης και της ποιητικής της, η οποία οδηγεί σε μιαν άλλη θέαση της ανθρώπινης τραγωδίας.

.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

FRACTAL 3/12/2019

«Να σπάσω την πέτρα που μου βαραίνει το στήθος»

Πριν από λίγο καιρό διαβάσαμε την ποιητική συλλογή της Ειρήνης Παραδεισανού «Στη φλέβα της πέτρας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Καθώς τυχαίνει να έχουμε διαβάσει και την προηγούμενη ποιητική συλλογή της διαπιστώνουμε πως η ποιήτρια βελτιώνεται δίνοντάς μας ακόμα καλύτερα δείγματα.

Η ποιητική συλλογή της Ειρήνης Παραδεισανού είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο με εσωτερικό ρυθμό. Ενώ υπάρχει ένας συμβολισμός και σε ορισμένα ποιήματα μια υπερρεαλιστική διάθεση, τα ποιήματα της συλλογής δεν έχουν δύσκολα νοήματα και καταφέρνουν να διατηρούν μια αμεσότητα από την ποιήτρια προς τον αναγνώστη.

Τα θέματα που καταπιάνεται η Ειρήνη Παραδεισανού στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή είναι αρκετά. Θα αρκεστούμε στα κυριότερα.

Ένα σεβαστό μέρος της ποιητικής συλλογής περιλαμβάνει ποιήματα για την ποίηση και τους ποιητές. Αρχικά συναντάμε ένα ποιητικό «γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη, όπου η ποιήτρια κατηγορεί τους φιλόλογους για τις θεωρίες που κατασκευάζουν για τους ποιητές. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η Ειρήνη Παραδεισανού είναι και η ίδια φιλόλογος. Το παραπάνω ποίημα σε ορισμένα σημεία γίνεται απολογητικό: «συγχώρα μας ποιητή, / μα δεν ξέρουμε τρόπον άλλο να υπάρξουμε.», ενώ παρακάτω γίνεται ειρωνικό: «εμείς που δεν θα πεθάνουμε ποτέ από αηδία» παραπέμποντας στην περίφημη «Πρέβεζα». Το τίμημα της ποίησης είναι βαρύ και η έμπνευση μια «πομπή από θανατερά μυρμήγκια που φιδοσέρνονται / κατάσαρκα στη φλέβα του αλατιού.» Η ποιήτρια δεν δέχεται συμβουλές για τη γραφή της: «Εγώ πάλι του κεφαλιού μου θα κάνω.» γιατί: «το βρίσκω πιο επείγον / να σπάσω την πέτρα που μου βαραίνει το στήθος. / Δε βρίσκω τρόπο άλλο να πάρω ανάσα.» και η ποίηση χαρακτηρίζεται ως καρφί και οι λέξεις ως καυτά πετράδια που καίνε τη γλώσσα.

Αρκετά ποιήματα της ποιητικής συλλογής της Ειρήνης Παραδεισανού αναφέρονται στους πρόσφυγες. Η ποιήτρια βγάζει κραυγή αγωνίας με την τεχνική της επανάληψης: «δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη». Ο συγκεκριμένος στίχος επαναλαμβάνεται πέντε φορές διαδοχικά για εμπέδωση. Μήπως και συνειδητοποιήσουμε τι γίνεται δίπλα μας: «Βρέφη γερμένα στην πηγή / ορθώνουν τον λαιμό που διψά / στο ουράνιο στερέωμα / μισανοίγουν το στόμα / και απλώνουν λεπίδες σκουριασμένες τα δόντια / λίγο πριν πέσουν λίπασμα / στη λάσπη των ανθρώπων.» Τα μάτια είναι τρύπια, το κρανίο γυμνό και το ποίημα αρνείται να τελειώσει.

Συμπερασματικά η ποιητική συλλογή της Ειρήνης Παραδεισανού «Στη φλέβα της πέτρας» είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που μπορεί να προβληματίσει και να βάλει σε σκέψεις τον αναγνώστη.

.

ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS.GR 6/5/2019

Η αναγνωστική πρόσληψη του σύγχρονου υπερρεαλισμού: η περίπτωση της Παραδεισανού

Για τον Bahtin επίκεντρο της μελέτης είναι η επικοινωνία και όχι η γλώσσα. Το κλειδί της γλωσσικής του θεωρίας είναι το εκφώνημα, που αποτελεί συντακτική μονάδα επικοινωνίας και έχει δύο όψεις: αντιπροσωπεύει ότι όντως λέγεται και ότι υπονοείται αλλά δεν λέγεται. Το μη εκφρασμένο προέρχεται από μία συγκεκριμένη αλληλεπίδραση μεταξύ των λέξεων και μια αλληλενέργεια μεταξύ συγγραφέα, δέκτη και έργου. Η αλληλενέργεια αυτή θεμελιώνεται πάνω στο διάλογο, σε μία κοινωνία που αποδέχεται ένα συγκεκριμένο γλωσσικό κώδικα (Φρυδάκη, 2003:153-154).

Υπό αυτή την οπτική όμως μπορούμε να εξετάσουμε και τις υπερρεαλιστικές τάσεις της «ποίησης της αγανάκτησης» μέσα από το πρίσμα της νέας ποιητικής συλλογής της Ειρήνης Παραδεισανού «στη φλέβα της πέτρας» (βακχικόν, 2018). Αν μάλιστα η ποιητική της Παραδεισανού εξεταστεί υπό το πρίσμα της αναγνωστικής πρόσληψης, τότε ο υπερρεαλισμός της αποκτά μία νέα βάση προσέγγισης ως μεταγλώσσα. Η συνάντηση του αναγνώστη, κατά τον Ρ. Valery, με τον ποιητή είναι μοναδική, αφού κάθε ποίημα και κάθε στίχος έχουν το νόημα που τους δίνει ο καθένας (Αργυρίου).

Και αυτός ακριβώς ο κοινός κώδικας μεταξύ δημιουργού και αναγνώστη είναι που διακρίνει τις υπερρεαλιστικές τάσεις της νέας χιλιετίας από τους πρωτεργάτες του κινήματος στο μεσοπόλεμο. Σήμερα, άλλωστε, ο υπερρεαλισμός λειτουργεί ως μία αλληγορία που ισορροπεί μεταξύ της αισθητικής πρόσληψης του κειμένου και της αναγνωστικής ανταπόκρισης, από τη μια, και ενός συναισθήματος που πηγάζει από την επιλογή των λέξεων και του κοινού βιώματος, από την άλλη (δεν είναι τίποτα πιο πέρα για να δείτε, μονόπρακτο, κύμα). Ξεπερνά την ονειρική διάσταση που τον είχαν τοποθετήσει οι αρχέγονοι υπερρεαλιστές, ώστε από την ποίηση ο καθένας να κερδίζει εκείνο που μπορεί να εισπράξει. Δεν υπάρχει μία και μοναδική μέθοδος για να χειριζόμαστε το κάθε ποίημα. Απαιτείται μια εύκαμπτη διαδικασία μέσα από την οποία να κατανοούμε τη φύση του ποιήματος (Scholes).

Η αναγνωστική ανταπόκριση του Iser (1976:128) εκκινεί από την αλλαγή της αντίληψης για το κείμενο, καθώς πλέον αυτό δεν έχει έναν τετελεσμένο χαρακτήρα ως μονόπλευρα προσδιορισμένης αναπαράστασης. είναι μία συνιστώσα απροσδιοριστίας, η οποία επιτρέπει τη συμμετοχή του αναγνώστη στην παραγωγή νοήματος. Το κείμενο έχει πάψει να θεωρείται ένα κλειστό και αυτάρκες σύμπαν που νοηματοδοτείται από τους ειδικούς, όπως δίδαξε μοντερνισμός με τη “βιομηχανία” των επαγγελματιών ερμηνευτών, κριτικών και φιλολόγων.

Έτσι και ο σύγχρονος υπερρεαλισμός, πιο κοντά στον εξπρεσιονισμό, λειτουργεί αδιαμεσολάβητα. Αποτελεί ένα ανοιχτό σύστημα που διατηρεί μία διαφορετική αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες και μία ερμηνευτική πολυφωνικότητα. Έρχεται σε άμεση επαφή με την ιστορική πραγματικότητα, “εκλογικεύεται” μεταφέροντας το βάρος της εμπειρίας των κοινωνικών ανατροπών της νέας χιλιετίας και αναβαπτίζεται μέσα στις νέες κοινωνικές συνθήκες, άρνησης και «αγανάκτησης». Η τοποθέτηση των λέξεων μέσα στα ρητορικά σχήματα με αλληγορική διάθεση και η αντίληψη του κώδικα δημιουργούν ένα ανοιχτό κείμενο, όπως το έβλεπε ο Eco, ή ένα απροσδιόριστο κείμενο όπως το έβλεπε ο Iser. Άλλωστε, το υπερρεαλιστικό κείμενο από μόνο του επιβεβαιώνει τη θέση του Iser πως το «δεν είναι ούτε αντανάκλαση ούτε παρέκκλιση σε σχέση με μία αυστηρά καθορισμένη πραγματικότητα∙ είναι μία σχέση αλληλεπίδρασης μέσα στην οποία μπορούν να γίνουν αντιληπτές και οι θεμελιώδεις λειτουργίες του σε ένα συγκείμενο πραγματικότητας» (1976:133).

Η ποιητική της Παραδεισανού είναι άμεσα δεμένη με την κοινωνική αγωνία (στη φλέβα της πέτρας στη φλέβα, Γκιούλιβερ). Πηγάζει από την ευαισθησία της δημιουργού, η οποία ως αντιληπτικό όργανο της κοινότητας καταγράφει όσα παράλογα συμβαίνουν γύρω της και την πληγώνουν. Για τον Williams πιο σημαντική από τη λογοτεχνική μελέτη της λογοτεχνίας είναι εκείνη της αλληλεπίδρασης της τέχνης προς την κοινωνία, χωρίς να διεκδικεί καμία την προτεραιότητα (Williams). Η ποίηση της Παραδεισανού αντιστέκεται στη μαζική κουλτούρα προάγοντας μία νέα αισθητική, μια αισθητική της αλληγορικής αφαιρετικότητας και του πηγαίου συναισθήματος (απόλογος). Παράγει μία λογοτεχνία η οποία δεν “χρησιμεύει”. Δεν είναι μία πράξη επικοινωνίας∙ δεν είναι ένας τρόπος έκφρασης ιδεών και για αυτό δεν μπορεί να έχει έναν χρησιμοθηρικό χαρακτήρα. Καθίσταται όμως αναγκαία για προκειμένου ο αναγνώστης να δει μέσα από μία άλλη ταυτότητα, μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου, εκείνα που και ο δικός του -αναγνωστικός- φακός καταγράφει. Έτσι ακριβώς έρχεται μία ταύτιση μέσω της οδού των συναισθημάτων και των φθόγγων.

Η ανοικειωτική επιλογή λέξεων και εικονοποιητική αλογία αφήνουν κενά, κατά το παραγωγικό υποκείμενο του Macherey κατά το οποίο το έργο είναι πάντα ατελές∙ διαμέσου αυτών των ατελειών/κενών ο επαρκής αναγνώστης μπορεί να δει το αόρατο γιατί «το σημαντικότερο στο έργο είναι αυτό που δεν λέγεται». Χάσματα τα οποία ως αθέατοι αρμοί προκαλούν την αναγνωστική συμπεριφορά του αναγνώστη (Iser, 2000), εκπλήσσουν τον ακρόαση και με οδηγό τη συνειρμική λογική τον οδηγούν σε μία πληθυντική και πολυεπίπεδη ερμηνευτική προσέγγιση (γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη, το βαμβάκι, επίκληση). Ο τρόπος της αφήγησης αφήνει μία προοπτική στοχαστικής προσεγγίσεις και αναψηλάφησης του ίδιου του κειμένου. Έτσι, η ποίηση ως εσωτερική περιπέτεια, ως μία ιδιωτική οδός, υπακούει πια στη διαίσθηση και τη συναίσθηση του αναγνώστη μέσα από μοναχικές αναγνώσεις (Αναγνωστόπουλος) καθιστώντας την δημόσιο κτήμα (γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη, στέκω στο χείλος του πνιγμού).

Η Παραδεισανού αφήνει ένα έργο βουτηγμένο στη μαγική σύγχυση της εικόνας και του συναισθήματος, παγιδευμένων στη νοηματική ρευστότητα και την ευαισθησία (μονάχα δέρμα, η νότα του χλευασμού, Γιαννούλης Χαλεπάς, το βαμβάκι). Δεν ικανοποιείται να γράψει μόνο εκείνο που συλλαμβάνει με τις αισθήσεις, αλλά αποκαλύπτει εκείνο που κρύβεται πίσω από αυτές. Αναπαριστά το αντικείμενο φέρνοντας στη στιχουργική της την ανομοιογένεια του κοινωνικού χώρου ως μέσο ατομικής έκφρασης (στα αγέλαστα βράχια της θύμησης, κρατήρες ηφαιστείων, αυτό το ποίημα αρνείται να τελειώσει, αυτοαναφορικόν). Αναπαριστά κοινωνικές καταστάσεις με κινητήρια δύναμη το αίμα, που ρέει σε φλέβες των λέξεων (Ρίτσος) και της πέτρας, και τη φαντασία (τρύπια μάτια). Γιατί η φαντασία και η ευαισθησία ελευθερώνουν τον λόγο. Είναι εκείνες που χειραφετούν τον άνθρωπο από τη λογική με τις παράτολμες συνδέσεις λέξεων, με εικόνες και μεταφορές (κύμα, ποιητική).

Η γραφή της δεν υπακούει σε κάποια ευθύγραμμη κίνηση ή σε μια συσσωρευτική διαδικασία. Οι αρχικές εικασίες του αναγνώστη δημιουργούν ένα γενικό πλαίσιο αναφοράς και ερμηνείας του κειμένου (τα πέπλα της Σύλβιας, στο βύθισμα της άμμου). Καθώς, όμως, η ανάγνωση προχωρά, όσα προκύπτουν μέσα από την προσεκτική τοποθέτηση των λέξεων, την επίκληση προσώπων ή την εικονογράφηση κοινωνικών στιγμιότυπων, μετασχηματίζουν τις αρχικές αντιλήψεις, ξαφνιάζοντας τελικά και επικεντρώνοντας την προσοχή σε επιλεγμένα σημεία του στίχου. Το λογοτεχνικό κείμενο μόνο κατ’ επίφαση είναι γραμμικό (στο βύθισμα της άμμου). Αναπτύσσεται μέσα από μία σειρά πολλαπλών νοηματικών σχέσεων που προκαλεί η παραδηλωτική και πολύσημη λειτουργία του. Μετά την ανάγνωση αρχίζει ένας διάλογος ανάμεσα στο κείμενο και τους αναγνώστες του (Αρβανίτης).

Σε μία δύσκολη εποχή η ποίηση της Παραδεισανού έρχεται να ταρακουνήσει τον αναγνώστη. Ανατρέπει τις βεβαιότητές του για την ποίηση και τον κόσμο γύρω του. Ο βαθύς πόνος που διαρρέει από τις φλέβες των σελίδων κλονίζει τον αναγνώστη και εξοστρακίζοντας κάθε εφησυχασμό. Οι υπερρεαλιστικές επιλογές της αφήνουν να φανεί η αγεφύρωτη ρήξη της με την υπακοή. «Ο σουρεαλισμός εκφράζει ακριβώς αυτή την επιθετικότητα, αρνείται τα πρέπει και τους κανόνες, συγκρούεται με το εύπεπτο κι έτοιμο υλικό που μεταφέρεται ως προϊόν προς κατανάλωση(…) Η υπερρεαλιστική ειρωνεία γίνεται το πιο ισχυρό όπλο της απέναντι στην υποταγή» (Χλωπτσιούδης, 2016).

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΩΣΤΕΑΣ

BOOKPRESS.GR 21/3/2019

«Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου»

Δικαιολογώντας τον τίτλο Ρητορική ένδεια (εκδ. Βακχικόν) της πρώτης ποιητικής της συλλογής, η Ειρήνη Παραδεισανού εκμυστηρεύεται: «Με δυσκόλευε η τέχνη της επικοινωνίας. Ίσως γι’ αυτό στράφηκα στην ποίηση. Για να βρω λόγια να μιλήσω την πέτρα που είχα μέσα μου». Ταμένη στα κελεύσματα του Camus και του Orwell, πασχίζει να φέρει στο φως της δική της καλά κρυμμένη αλήθεια. Ξεφλουδίζοντας τις άπειρες στρώσεις από το βαθιά ριζωμένο κρεμμύδι, πορεύεται στη δίνη των κυμάτων ατενίζοντας την καταχνιά με τη συλλογή Τα γυάλινα μάτια των ψαριών (εκδ. Βακχικόν).

Δίνοντας φωνή στις υπαρξιακές, μεταφυσικές και κοινωνικές της ανησυχίες, δεν διστάζει να καταγγείλει. Έπεα πτερόεντα την κατακλύζουν μα δεν την συγκινούν:

Όλοι εσείς που φλυαρείτε ασύδοτα στα κουρασμένα αφτιά μου
Σκεφτήκατε έστω για μια στιγμή
το μάταιο του πράγματος;

Η πρωτόλεια πέτρα, μετασχηματισμένη από τις μυθολογικές και θεολογικές της αναγωγές, της βαραίνει το στήθος. Δεδομένου ότι ασθμαίνει δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, πρέπει να βρει τη δύναμη για να τη σπάσει, καθώς ο χρόνος, ως κακότεχνος τεχνίτης, τη μεταπλάθει σε μάρμαρο. Έχοντας δοκιμαστεί στον ποιητικό λόγο, η Παραδεισανού επιστρέφει για να απευθυνθεί με 24 ποιήματα Στη φλέβα της πέτρας, τη σώψυχη, ανεξερεύνητη ρίζα, που δίνει ζωή «σε ισχνά, γυμνά από χυμούς δέντρα». Το ανεξιχνίαστο χρόνιο άχθος, που κατατρύχει την Παραδεισανού, παρομοιάζεται με μια αλλόκοτη και άγνωστη στους γιατρούς αρρώστια. Επαναλαμβάνοντας τη φράση: «η αρρώστιά μου όνομα δεν έχει» δίνει στο ομώνυμο ποίημα εξομολογητικό τόνο και εντείνει την αγωνία του αναγνώστη για το υπαρξιακό της τέλμα. Στο υπόστρωμα αυτών των στίχων μπορούμε να ανακαλύψουμε την κατάληξη του ελεγείου [Τί νέοι που φτάσαμεν εδώ…] του Κώστα Καρυωτάκη:

Κι είμαστε νέοι, πολύ
νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ’ ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τί να ’χουμε, τί να ’χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ’ έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!
Η αναφορά σε μια απροσδιόριστη πάθηση και από τους δύο ποιητές μάς πείθει να θίξουμε την ευρεία διακειμενικότητα της συλλογής. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο «Γράμμα στον Κώστα Καρυωτάκη». Εκεί, η Παραδεισανού παραδέχεται τις οφειλές της στον «ιδανικό αυτόχειρα», ζητεί συγγνώμη για τις «φιλολογικές θεωρίες που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν» και απολογείται για την καπηλεία του αίματος του ποιητή από προσηλωμένους στο καθήκον φιλολόγους, οι οποίοι δεν θα πέθαιναν ποτέ από αηδία.

Στο ποιητικό της σύμπαν είναι παρούσες δύο σημαίνουσες εκπρόσωποι της διεθνούς λογοτεχνικής σκηνής (Βιρτζίνια Γουλφ, Σύλβια Πλαθ) αλλά και ο Τηνιακός Γιαννούλης Χαλεπάς, ο γλύπτης των έργων Σάτυρος που παίζει με τον Έρωτα και Η Κοιμωμένη, που ταλαιπωρήθηκε από μακροχρόνια ψυχική αστάθεια εξαιτίας της προσήλωσής του στη σμίλη. Αφορμώμενη από την προσήλωση της Γουλφ στις λέξεις αλλά και την αποστροφή της τελευταίας σε βραβεία και επαίνους, η Παραδεισανού τής αφιερώνει το ποίημα «Το βαμβάκι». Σ’ αυτό αντανακλάται η εγρήγορση που πρέπει να επιδεικνύει ο ποιητής απέναντι στη νωθρότητα του πλήθους:

Ο ποιητής απλώνει το χέρι
να σκίσει το βαμβάκι
που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων
καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια μου
Όπως η Πλαθ ξεδίπλωσε τα πέπλα που την τύλιγαν κρύβοντάς της το φως, ευελπιστεί πως και η ίδια κάποτε θα μιλήσει για το σίδερο που έχει καρφωμένο μέσα της και το μέταλλο που της κρύβει την όραση.

Αξιοποιώντας δημιουργικά το Δώρο Γενεθλίων της Πλαθ, η Παραδεισανού γράφει το ποίημα «Τα πέπλα της Σύλβιας», όπου αναφέρεται στην αχειροποίητη ικανότητα των ποιητών να βλέπουν την αντίπερα όχθη. Όπως η Πλαθ ξεδίπλωσε τα πέπλα που την τύλιγαν κρύβοντάς της το φως, ευελπιστεί πως και η ίδια κάποτε θα μιλήσει για το σίδερο που έχει καρφωμένο μέσα της και το μέταλλο που της κρύβει την όραση. Μέσω αυτής της τραχιάς εικονοποιίας αισθητοποιούνται στον αναγνώστη οι δυσκολίες της ποιητικής. Κατά την ίδια, το να είσαι ποιήτρια «Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή. / Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο».

Μέχρι τότε
ας αρκούμαι σε ασκήσεις ύφους
που μύωπες οι ειδήμονες
θα βαφτίζουν ποιήματα.
Στην ποίησή της ανιχνεύονται ξανά και οι αιχμές προς την κοινωνία. Ταράζοντας τους όποιους εφησυχασμούς μας, προσπαθεί πεντάκις να μας υπενθυμίσει ότι «δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη», ύστερα σιωπά. Η ματαιότητα και η απελπισία δεν χρειάζονται περίτεχνα φτιασίδια για να αποτυπωθούν στο χαρτί. Αρκεί το κρανίο που κραδαίνει ο Άμλετ, ο αναποφάσιστος πρίγκιπας της Δανιμαρκίας, που η τέχνη του Σαίξπηρ και του Μπωντλαίρ ανήγαγε σε αρχετυπικό σύμβολο της ανίας. H ποιήτρια απογοητευμένη από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, δεν έχει εγκαρτέρηση καμιά. Η κατάσταση της αισθητοποιείται μ’ ένα αξιοπρόσεκτο τρίστιχο:

Λες και τα χέρια βουτήξαν στο κρανίο του ποιητή
τη βοερή αχλύ τους
και μάργωσαν το νου του.
Μάχιμη εκπαιδευτικός η Ειρήνη Παραδεισανού στο ποίημα «Τρύπια μάτια» στρέφει το βλέμμα της στους μαθητές που φωνασκούν πασχίζοντας να γεμίσουν το σχολικό κενό, σημειώνοντας πως η λέξη κενό είναι παράταιρη για την ήβη αλλά ταιριάζει αριστοτεχνικά στο δικό της αιώρημα.

Η διάχυτη αυτή αίσθηση κενότητας αντανακλάται στο γεγονός ότι το ποίημα με το οποίο καταγίνεται, αρνείται να τελειώσει. Έτσι κλείνει τα μάτια, τις «Διάφανες αυλαίες», σύμφωνα με τη συνεκφορά που δανείζεται από τον Ανδρέα Εμπειρικό, για να ατενίσει πρόσωπα που έχουν χαθεί. Μονάχη σωσίβια λέμβος γι’ αυτήν στον κόσμο της πεζότητας είναι τα παιδιά. Έτσι περιφέρεται ανάμεσά τους δανειζόμενη το προσωπείο του πολυταξιδεμένου Γκιούλιβερ από το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα φαντασίας του Τζόναθαν Σουίφτ και απευθύνεται στα παιδικά της παιχνίδια. Μάχιμη εκπαιδευτικός η Ειρήνη Παραδεισανού στο ποίημα «Τρύπια μάτια» στρέφει το βλέμμα της στους μαθητές που φωνασκούν πασχίζοντας να γεμίσουν το σχολικό κενό, σημειώνοντας πως η λέξη κενό είναι παράταιρη για την ήβη αλλά ταιριάζει αριστοτεχνικά στο δικό της αιώρημα. Κλείνοντας, αξίζει να επισημάνουμε ότι το τραχύ ανάγλυφο των ιζημάτων, η παρουσία των νεκρών στις λακκούβες των δρόμων που μοιάζουν με κρατήρες ηφαιστείων, το πελιδνό βουητό της μέρας, το χείλος του πνιγμού, πλάθουν ένα σκοτεινό, μάλλον εφιαλτικό σκηνικό, βγαλμένο από τις τρομακτικές ιστορίες του Πόε, ή του Λάβκραφτ. Ο ερμητικός, δυστοπικός και αποτρόπαιος χρωματισμός των ποιημάτων της Παραδεισανού όμως εύκολα αίρεται. Η ποιήτρια ξεμακραίνοντας από τον φόβο και τη χρεία οξυγόνου –υποστασιοποίηση των ανθρώπινων συμβάσεων–, επιλέγει την καταβύθιση, αποβλέποντας στην κάθαρση. Για να ξορκίσει τις απαισιόδοξες σκέψεις του αναγνώστη της, συνοψίζει τη φιλοσοφία της σ’ ένα δίστιχο.

Εμένα με γέννησε η ακάμπτη στροφή
που σκάπτει λαγούμια φως μες στο μαύρο.

.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΤΣΑΚΗΣ

FREAR.GR 15/3/2019

Εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

Μέσα σε δύσκολους καιρούς, εξαίσια ποιήματα. Όπως τα γοητευτικά άνθη ή τα χυμώδη φρούτα του Matisse, μέσα στη φρίκη του πολέμου, στα χρόνια του Μπούχενβαλδ και του Άουσβιτς, «λες και το θαύμα της ζωής βρήκε τον τρόπο να συσπειρωθεί μέσα τους για πάντα», όπως παρατηρεί ο Ελύτης.

Τέσσερις οι ποιητικές συλλογές: Με άλλο βλέμμα (Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ), Η Σφίγγα έστειλε email (Δημήτρης Περοδασκαλάκης), Στη φλέβα της πέτρας (Ειρήνη Παραδεισανού), Επιτάφιος Ψίθυρος (Γιώργος Πλατανάκης). Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κι έρμο. Τέσσερα βιβλία ευαισθησίας και ποιητικού στοχασμού, που μας βοηθούν να διαβάσουμε καλύτερα τον κόσμο μας. Τέσσερις ευσύνοπτες συνθέσεις με κέντρο τον άνθρωπο, την ελευθερία, τον έρωτα, τη χαρά, αλλά και τις αντίρροπες δυνάμεις τους, τη φθορά, το κακό, την τυφλότητα, την αγριότητα.

«Των ποιητών λοιπόν το βλέμμα είν’ οξύτερον» και η Ειρήνη Παραδεισανού, με την νέα αυτή συλλογή της (για τις άλλες ευελπιστώ να μιλήσω εν καιρώ), ψηλαφεί με εξαιρετική παρρησία και βαθιά ποιητική νοημοσύνη τις φλέβες των πέτρινων χρόνων μας, καταθέτει χωρίς ονειροπολήσεις και συναισθηματισμούς («Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ», μας είπε ο Ελύτης), καταθέτει λοιπόν τη γνώση που κατακτά στην ποιητική της κατάδυση, συλλέγει «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους».

Στην ευσύνοπτη ποιητική συλλογή της Παραδεισανού, με τον τίτλο Στη φλέβα της πέτρας, διαβάζουμε:

• Την αγωνία της ποιήτριας να παραδώσει το μέταλλο που της δόθηκε, προτού σκουριάσει («Βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα»).

• Την έφεση να μεταδώσει την αλήθεια που της αποκαλύφθηκε («κάποτε θα καταφέρω να μιλήσω / για το κομμάτι σίδερο / πού ’χω καρφωμένο στα σπλάχνα»)

• Τη βαθιά επιθυμία της να μιλήσει («ας μιλήσουμε επιτέλους, όπως νά ’ναι», επέμενε ο Θανάσης Κωσταβάρας σε παρόμοιους δύσκολους καιρούς), «να σπάσει την πέτρα που της βαραίνει το στήθος, για να πάρει ανάσα».

Η ποιήτρια αγωνιά για το μέλλον του ανθρώπου. Βλέπει «βρέφη γερμένα στην πηγή / λίγο πριν πέσουν λίπασμα / στη λάσπη των ανθρώπων» και αποστρέφεται, μέσα στην καταδρομή αυτή του καιρού, τους «αξιότιμους» ποιητές «της ευτυχίας»:

«Κι εσείς εδώ αξιότιμε ποιητά;
Πόσο χαίρομαι που σας βλέπω»
θα λένε οι κυρίες στα σαλόνια
και θα καγχάζουν την ανημπόρια τους να νιώσουν […].

Άοκνοί μου εσείς
υμνητές της ευτυχίας
εσείς που δεν υποψιάζεστε
το τίμημα
που καλούμαι καθημερινά να πληρώνω
για τις στιγμές αυτές
που σχίζεται το πέπλο μες στα ολόφωτα μάτια μου […].

Η Ειρήνη Παραδεισανού, όπως κάθε πραγματικός ποιητής, συναισθάνεται ως χρέος της να ρίχνει σταγόνες φως μες στο σκοτάδι. Να αποκαλύψει την πραγματική πραγματικότητα, τη δεύτερη ζωή που παίζεται μέσα στην πρώτη, ή αλλιώς να βοηθήσει τους ανθρώπους να δουν καθαρότερα την πραγματικότητα, «να σχίσει το βαμβάκι / που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων». Υλοποιώντας η ποιήτρια το πρόσταγμα του Προυστ («κοίτα, μάθε να βλέπεις»), με πόνο ανείπωτο («Δεν έχω πια φωνή να μιλώ») διαβάζει την εποχή μας:

Δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη […]

(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα.
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα
βυθισμένη στην άμμο του κρανίου
που κραδαίνει εμπρός μου
ο Άμλετ.)

Η Ειρήνη Παραδεισανού είναι μια εξόριστη του καιρού μας ποιήτρια. Στο απερίστροφο ερώτημα του Ελύτη (Εξόριστη Ποιήτρια, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;) την φαντάζομαι να απαντά:

Βλέπω τον άνθρωπο αδύναμο, «βρέφος πρόωρα βγαλμένο από τη μήτρα», να στέκεται «στο χείλος του πνιγμού», εγκλωβισμένο στο βυθισμένο μες στη σκόνη κλουβί του, μες στη σχισμένη πέτρα. Βλέπω έναν κόσμο να νοσεί. Και να μου μεταδίδει την ανεπώνυμη νόσο του («η αρρώστια μου όνομα δεν έχει / αρνείται την κατάταξη στων γιατρών τη χορεία»).

Βλέπω μια κοινωνία όπου τα δέντρα άκαρπα, «γυμνά από χυμούς / ριζώνουν ισχνά / μες στη φλέβα της πέτρας» κι όπου η βορβορώδης θάλασσα «ντύθηκε τη σκουριά του αίματος».

Βλέπω πλάσματα ανάπηρα που λαχταρούν «να ξαναβρούνε την αφή / ν’ αγγίξουνε το χώμα».

Ένας φεγγίτης γκρίζου πια ο νους μου, μια φυλακή «πλεγμένη στα ορυκτά γρανάζια του γκρεμού» η ζωή μου, ένα καρφί στα μάτια μου, στη γλώσσα μου καυτά πετράδια.

«Γι’ αυτό το ποίημά μου «αρνείται να τελειώσει»…

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Σ. ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

FRACTAL Δεκέμβριος 2018

Στη φλέβα της ποίησης

Γλείφει πληγές τούτη η γραφή. Πρώτα δείχνει τα τραύματά της κι ύστερα σκύβει μονάχη της και τα περιθάλπει. Σαν το παρατημένο σκυλί στην άκρη του δρόμου. Γιατί εδώ η ποίηση κατεβαίνει στην άκρη του δρόμου. Σέρνεται τραυματισμένη, φέροντας στις πλάτες της το υποκείμενό της, κουβαλώντας τον κόσμο της. Και αν στις προηγούμενες συλλογές («Ρητορική ένδεια», Βακχικόν, 2013, «Τα Γυάλινα μάτια των ψαριών», Βακχικόν, 2016) τυλιγόταν συχνά με τον επίδεσμο του αρχαίου μύθου, τώρα προτιμά την ευθύβολη αποκάλυψη.

Πιο σίγουρη η Παραδεισανού για τον εαυτό της, πιο έμπειρη στη χρήση των εκφραστικών της μέσων, μπορεί πλέον να μιλάει για το παρόν χωρίς να προσφεύγει στις αλληγορίες του παρελθόντος. Οπότε ο ήδη γνωστός ποιητικός της χώρος, αποκαλύπτεται ακόμη καθαρότερα, κατοικημένος από τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την οδύνη, την απόγνωση και το πείσμα. Το ποιητικό υποκείμενο νιώθει να συντρίβεται μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον που το κυκλώνει απειλητικά και το υποβάλλει σταθερά στη διαδικασία της αλλοτρίωσης. Οι αισθήσεις υποχωρούν, η εξωτερική εικόνα παραμορφώνεται, τα ανθρώπινα γνωρίσματα αποκτούν τερατώδη όψη, το εγώ κινδυνεύει να γίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο το σταθερά επανερχόμενο θέμα του πνιγμού, ο εφιάλτης του βυθίσματος, η αίσθηση της αιώρησης και το βίωμα της απουσίας.

Ο ποιητικός κόσμος της Παραδεισανού κείται στο μεταίχμιο της διαπάλης του έξω με το μέσα, είναι το στραπατσαρισμένο δέρμα, η άηχη φωνή, τα βγαλμένα μάτια. Η άρθρωσή του, το ξεδίπλωμά του, η εκφορά του είναι η άμυνα του ποιητικού υποκειμένου, η δήλωση της πρόθεσής του να μην εγκαταλείψει τη μάχη. Δια της γραφής γεμίζει την απουσία, μιλάει τη σιωπή, καλύπτει τον μέσα κόσμο και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως νεύμα αντίστασης, ως πειστήριο ύπαρξης, ως εσώτερη, τελικά, ανάγκη. Αλλά την ίδια στιγμή δεν διστάζει να παραδεχτεί την αδυναμία του και να απεκδυθεί κάθε ελπίδα, επιτελώντας την καρυωτακική λειτουργία της απομάγευσης, δηλαδή της αποποίησης των βολικών ψευδαισθήσεων και της ευγενούς αυτοπαραπλάνησης. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν εκφέρεται σε β΄ πρόσωπο νιώθεις ότι ο ακροατής στον οποίο απευθύνεται απουσιάζει από τη θέση του και ότι η καρέκλα του είναι άδεια.

Θέλω με αυτό να πω ότι η Παραδεισανού δεν χαρίζεται στην ευκολία κάποιων ψηγμάτων αισιοδοξίας, δεν προβαίνει σε εκπτώσεις για να αρέσει, δεν προδίδει τίποτα απ’ όσα κομίζει. Εδώ ακριβώς είναι, νομίζω, η μεγαλύτερη αρετή τούτης της συλλογής: λέω, για το ήθος και την εντιμότητά της από άποψη και θεματική και υφολογική, εν ολίγοις από άποψη αισθητική.

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

Η ΑΥΓΗ 27/11/2018

Μιλώντας την πέτρα μέσα της

Ποια, άραγε, μυστηριώδης σύνδεση στην υπόσταση των εννοιών ονομάζει φλέβα τον μικρό αιμάτινο αγωγό του αίματος, της ουσίας που τροφοδοτεί το σώμα των ζωντανών όντων αλλά και την ακανόνιστη διείσδυση -τη ροή- ενός πετρώματος σε ένα άλλο; Με τόσο διαφορετικούς μηχανισμούς, αλλά ωστόσο με τα ίδια λόγια ονοματοδοτούνται σχήματα και μορφές τόσο αλλότριες. Σαν οι ορυκτοί σχηματισμοί να έχουν μια κρυφή αιμάτινη κυκλοφορία, σαν να υπάρχει μια λίθινη καρδιά που πάλλεται και ζωοποιεί το ψυχρό και το ακίνητο.

Λεπτή ισορροπία του φαντασιακού των ανθρώπων που δανείζεται από την πέτρα τις μεταφορές της ακινησίας του θανάτου. Ποιος δεν θυμάται το γυάλινο βλέμμα της Μέδουσας, τους μαρμαρωμένους βασιλιάδες, τη Νιόβη και τέκνα της, τη Μαυρομαντηλού, τη λίθινη κόρη του Παπαδιαμάντη, τις πετρωμένες ηρωίδες των παραμυθιών, το τέλος της ζωής σαν μια μνημείωση στο κρύο, στο αιώνιο του πετρώματος, μαγική ανταλλαγή με τις μυστηριώδεις ιδιότητες της ψυχής.

Σκέψεις μετά την ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Ειρήνης Παραδεισανού “Στη φλέβα της πέτρας” (εκδόσεις Βακχικόν). Πρόκειται για την τρίτη ποιητική συλλογή της που ακολουθεί μια ιδιαίτερη ποιητική, με την αγωνιώδη αποδοχή της «αλαλίας», της αμήχανης έλλειψης ευφράδειας, του φράγματος στην επικοινωνία λόγω της “ρητορικής (της) ένδειας” και την καταφυγή στην ετερότητα του ποιητικού της λόγου, στον μαγικό τρόπο “να μιλήσει την πέτρα μέσα της”.

Το πλήγμα της αλαλίας, της ψυχικής αποδυνάμωσης μπροστά στον συγκλονισμό της είδησης “δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη”

Δεν έχω πια φωνή να μιλώ. / Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα / Σαλεύει ορθάνοικτο στο μαύρο / και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα. / (…) Ξερό το χώμα που μασώ / κι έγινε πέτρα / βυθισμένη στην άμμο του κρανίου / που κραδαίνει εμπρός μου ο Άμλετ.

Ή αλλού

“Κείτομαι πάνω στους λιωμένους ανθρώπους / καρφωμένος με πασσάλους στη γη τους / και φωνή δεν έχω να μιλήσω / τη γλώσσα μου κλέψαν τα χέρια τους”

Η ποίηση ως ετερότητα, η διαφορετική φωνή που κυριεύει και καθιστά ένθεη έμπνευσης την ποιήτρια – τη λυτρώνει. “Η παρείσακτη” έτσι ονομάζεται το ιστολόγιο της Παραδεισανού, τίτλος που σηματοδοτεί τη διαφορά, το “αταίριαστο” με τον τρόπο του Παπαδιαμάντη. Πώς γίνεται και τα σχήματα που διαθέτουν οι άνθρωποι για να χειριστούν τις δυσκολίες διαπραγμάτευσης με τον ψυχισμό των άλλων έχουν τέτοιες ομοιότητες, τόσο κοινό υπόστρωμα. “Βλέπω πόσο μακριά στέκω από τους άλλους / που ξέρουν να πυκνώνουν το λόγο τους / να γράφουν χαμηλόφωνα (…) Θέλω να ουρλιάξω τότε (…) Γιατί θα το θελα να υπηρετήσω την ποίηση. / Μα / το βρίσκω πιο επείγον / να σπάσω την πέτρα που μου βαραίνει το στήθος. / Δε βρίσκω τρόπο άλλο να πάρω ανάσα”.

Υπερρεαλιστικές εικόνες από τον βυθό των ακατάληπτων πραγμάτων, εικόνες βιβλικής συντέλειας – μα πόσο λεπτό το πέπλο που τις χωρίζει από τον έξω κόσμο, τη φρίκη του παρόντος, το δράμα των προσφύγων, τις μικρές προδοσίες της ζωής, το πένθος, τη συντριβή του ανθρώπου από άνθρωπο, εικόνες από τοπία ερήμωσης γεμάτα ορυκτό αλάτι της Νεκρής Θάλασσας, εκεί όπου η προβιά στα χέρια του Ιώβ της Βίβλου γίνεται ορατή από τα ολόφωτα μάτια του τυφλού ραψωδού – φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Αλλά και ποιήματα ποιητικής, αυτοαναφορικά, πνευματικές οφειλές και συνομιλίες με ομοτέχνους, ο Καρυωτάκης, η Σύλβια Πλαθ και φυσικά η Βιρτζίνια Γουλφ.

«Στη φλέβα της πέτρας» συνάντησα σπουδαία ποιητικά κοιτάσματα, υπάρχει μια άλλη αφωνία με την οποία η ποιήτρια αναμετριέται από καιρό μεταμορφωμένη σε Δράκο με φολίδες στο δέρμα.

Γίνεται το έργο να στέκει πιο πάνω από το χέρι του πλάστη; / Γίνεται γράφει στο ποίημα “Γιαννούλης Χαλεπάς” – έναν εσωτερικό διάλογο με τον Εκλεκτό, αυτόν που έδωσε στην πέτρα ζωή.

Έτσι γράφει και πασχίζει και η Ειρήνη Παραδεισανού, στοχεύοντας με τον λόγο “στην αντίπερα όχθη”.

.

ΛΙΛΥ ΔΑΚΑ

TVXS 26/3/2019

Η ποίηση, ξεκινάει από τον τίτλο. Και τα δύο θεμελιώδη συστατικά της ποιητικής μυθολογίας της Ειρήνης Παραδεισανού, αναγγέλλονται από το εξώφυλλο.

Η φλέβα και η πέτρα.

Όταν η Ειρήνη μου εξέφρασε την επιθυμία της να μιλήσω για το καινούργιο της βιβλίο, εκεί στο σχολείο, σε ένα διάλειμμα, από τα πολλά, όπου μοιραζόμαστε ασήμαντα και σημαντικά πράγματα, διανύοντας μαζί μια δύσκολη, όμορφη, επίπονη, ευχάριστη, (όλα τα επίθετα ισχύουν),σχολική καθημερινότητα, είπα ναι χωρίς να το πολυσκεφτώ. Την Ειρήνη την αγαπώ και τη θαυμάζω, εκτιμώ πολύ τον τρόπο που σκέφτεται, τον τρόπο που πράττει, τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το επάγγελμα, λειτούργημα σίγουρα, στην περίπτωσή της, του εκπαιδευτικού, αλλά αυτό που με ώθησε να πω ναι αμέσως (και ελπίζω να μην το,,,,μετανιώσουμε), και μάλιστα με πολλή χαρά, είναι η απόλυτη εκτίμηση, και, θα έλεγα, ευγνωμοσύνη, που αισθάνομαι προς την ιδιότητά της για την οποία είμαστε εδώ σήμερα. Την ιδιότητα της ποιήτριας.

Το να διαβάζεις ποίηση, τη σήμερον ημέρα, είναι ήδη μια πρόταση ζωής. Το να γράφεις ποίηση, είναι μια ρηξικέλευθη στάση ζωής. Σ ΄έναν καιρό μικρόψυχο, σε μια κοινωνία καταναλωτική και αδηφάγο, μια γυναίκα, μητέρα, εκπαιδευτικός, γράφει ποίηση. Η ποίηση λοιπόν, μάλλον δεν ξεκινάει από τον τίτλο της συλλογής. Ξεκινάει από πριν. Από τις στιγμές εκείνες, τις άγνωστες σε μας, που η ροή του καθημερινού , συνηθισμένου, παντοδύναμου χρόνου ακινητοποιείται. Και στην ευθύγραμμη, ασταμάτητη πορεία του, δημιουργείται μια καμπύλη. Σα χαμόγελο. Και τότε, δημιουργείται το ποίημα. Και η ποιήτρια , μαγικά, σταματάει συχνά την ανίκητη ευθεία του χρόνου, και τη γεμίζει χαμόγελα.

Τα χαμόγελα αυτά, είναι καμωμένα από υλικό πολύτιμο. Και σίγουρα έχουν πολύ πόνο, οδύνη, πίκρα, θυμό, σκοτάδια, όμως η αποτύπωσή τους είναι φωτεινή. Γιατί συντελούν στην κάθαρση, με την έννοια που χρησιμοποιούμε τον όρο στην αρχαία ελληνική τραγωδία.
Η ίδια η Ειρήνη βέβαια, αρνείται τον τίτλο, στο τελευταίο ποίημα της συλλογής της, το οποίο επιγράφεται «Ποιητική». Δεν αρνείται όμως την κάθαρση.
Η φλέβα, λοιπόν. Και η πέτρα.

Ένα στοιχείο του σώματος. Κι ένα υλικό του περιβάλλοντος, Στη φλέβα ρέει το αίμα. Και η πέτρα είναι σκληρή, ακίνητη. Και άψυχη. Όμως η φλέβα της δίνει ζωή, Και η άψυχη πέτρα ζωοδοτείται, από το ρέον αίμα μιας αιμάσσουσας ποίησης.

Γιατί η ποίηση της Ειρήνης δεν είναι απαλή και χαριτωμένη. Είναι σκληρή σαν την πέτρα, δημιουργεί εικόνες άγριες, προκαλεί συναισθήματα δύσκολα. Η αλήθεια της είναι γυμνή και αφτιασίδωτη. Η ποιητική της γλώσσα είναι κοφτερή σαν μαχαίρι. Οι γωνίες δε στρογγυλεύουν,, οι κραυγές δε σιγούν, οι ιδέες δεν κρύβονται, τα συναισθήματα αποκαλύπτονται γυμνά σαν ατσάλι κάτω από ένα ήλιο ανελέητο. Η ποιητική της μυθολογία έχει στοιχεία σαφώς αντι-ποιητικά. Σίδερα, πέτρες, λάσπη, σκόνη, σφυρί, καρφιά, βράχια. Και θάλασσα. Μα σε λειτουργία απειλητική, κραταιά ως θάνατος. Και άμμος, που βυθίζει εντός της .Και φύκια, τρομαχτικά. Αυτή είναι η περιβάλλουσα φύση .Αυτή είναι η πέτρα. Και η φλέβα; Το ανθρώπινο σώμα, στο οποίο μας παραπέμπει η φλέβα, παρουσιάζεται ανελέητα και ανυπόκριτα κατακερματισμένο. Τρύπια στόματα, άδειες κόγχες ματιών, μάτια γεμάτα κίτρινη βροχή, κλεισμένα με αλάτι, με χιόνι, τρυπημένα από ιαχές, αρμυρά πετσιά, διάφανα δέρματα, μέτωπα σχισμένα, στόματα ραμμένα, η φλούδα που ξεκολλάει από το κρανίο, το καρφί που είναι σφηνωμένο στα μάτια.

Απολύτως σύγχρονη, με ιδίωμα μοντέρνο, με πολύ σαρκασμό, αυτοσαρκασμό (δεν είναι τυχαία η αναφορά στον Κώστα Καρυωτάκη, «….εμείς που δε θα πεθάνουμε ποτέ από αηδία-σε χαιρετούμε –ποιητή-μέσα από το βυθισμένο στη σκόνη-κλουβί μας», η ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού είναι γροθιά στην κόψη του μαχαιριού. Δε χαρίζεται, δε φοβάται να πει την αλήθεια, τη δική της αλήθεια, όσο κι αν αυτή είναι αποτρόπαια . Μάλλον, ίσως είναι κι ένας από τους στόχους της. Να μας ξυπνήσει. Να μας αφυπνίσει. Να μας ταράξει.

«Κι εγώ θα τρίβω το διάφανο δέρμα στα ρικνά πετσιασμένα μου μέλη-να γίνω αίλουρος δίχως πυξίδα-φανός που αργοσβήνει στο σκοτάδι της θάλασσας-μπουρίνι που λαχταρά να ξεσπάσει δίχως οίκτο-στα αγέλαστα βράχια της θύμησης-Θα ουρλιάζω σκοπούς στα κλειστά σας ματάκια-άοκνοί μου εσείς-υμνητές της ευτυχίας».

Η ποίησή της αντικατοπτρίζει εύστοχα και γλαφυρά την κατακερματισμένη, παράλογη, ανάλγητη και άδικη σύγχρονη πραγματικότητα. Πίσω από τους αιχμηρούς στίχους, συχνά αναδύεται η εικόνα της μάνας, μιας μάνας που πονάει, που χάνει τα παιδιά της, «Η μάνα έστρεφε το λαιμό-φέγγος βαθύ-μια τρύπα ολάσπρη από καπνό κι ανάσες». Η ποιήτρια δεν είναι αμέτοχη στις τραγωδίες του καιρού της, αντιθέτως, τις φωνάζει, τις πονάει, ορθώνει, με το δικό της τρόπο, ένα κατηγορώ πελώριο στους ισχυρούς, στους βολεμένους, στους αδαείς.. «δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη». Πέντε φορές επαναλαμβάνεται ο στίχος, απαράλλαχτος. Μετά, αποσιωπητικά. Και μετά, η παραδοχή . Σε παρένθεση «Δεν έχω πια φωνή να μιλώ-το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα».

Και αλλού «Αθώοι μου χλωμοί συνεπιβάτες-με τα αρμυρά πετσιά-τα γαριασμένα στρείδια των ματιών σας-Ακούτε;»
Ο τρόπος που εικονοποιεί την έμπνευση είναι καθηλωτικός, αλλά και τόσο εύγλωττος. «Και η έμπνευση; Ναι, η έμπνευση…….Αυτή η πομπή από θανατερά μυρμήγκια που φιδοσέρνονται κατάσαρκα στη φλέβα του αλατιού».

Στη φλέβα της πέτρας λοιπόν. Στη φλέβα της σκέψης, της καρδιάς, της διαμαρτυρίας, στη φλέβα της πιο βαθιάς παραδοχής: «Εγώ πάλι του κεφαλιού μου θα κάνω. Κρίμα. Γιατί θα το θελα να υπηρετήσω την ποίηση, Μα-το βρίσκω πιο επείγον να σπάσω την πέτρα που μου βαραίνει το στήθος. Δε βρίσκω άλλο τρόπο να πάρω ανάσα».

Η ποίηση-ανάσα ζωής. Η ειλικρίνειά της Ειρήνης, δεν της επιτρέπει να ονομάζει τον εαυτό της ποιήτρια. Και δεν το λέει για να κάνει την ταπεινή. Γράφει ποιήματα, επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι ο τρόπος της να περνάει από τις συμπληγάδες της ζωής, των συναισθημάτων, των σκέψεων. Συχνά, δημιουργεί ποιητικές εικόνες ανατρεπτικής και πρωτότυπης ομορφιάς «κι εκεί που ολόρθοι στέκονταν-τους βρήκε η σφαίρα στο μεδούλι των οστών-κι άρχισαν να ζαρώνουν από μέσα-η ψίχα της σάρκας τους έγινε δέρμα-το μαύρο του ματιού τους πήρε να λιώνει-και κύματα τους σκέπασαν.»

Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, στην «Ποιητική», τα λέει όλα ξεκάθαρα. «Ω είναι ωραίο να σε λένε ποιήτρια. Είναι κι αυτό μια δίκαιη ανταλλαγή. Δίνεις τα σπλάχνα σου, παίρνεις τον τίτλο. Ω ανόητοι εσείς, που θαρρούσατε θα γελάσετε με το αίμα. Μη μου δίνετε συγχαρητήρια. Μονάχα πάρτε το καρφί απ τα μάτια μου. Κι αν δεν μπορείτε, έστω, σταθείτε από κάτω και-βαστάξτε τα καυτά πετράδια που μου καίνε τη γλώσσα».
Και έτσι κάπως, έρχεται η κάθαρση. Για κείνη, την ποιήτρια ή όχι ποιήτρια, αλλά και για μας, που διαβάζουμε αυτά τα καυτά πετράδια που της καίνε τη γλώσσα. Πολύτιμα πετράδια για μας. Και καμπυλώνουμε λίγο την αδυσώπητα ευθύγραμμη ροή του χρόνου.

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΙΤΣΕΚΛΗ

ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ 14/11/2019

Η ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού μιλά για την τραγικότητα της ζωής που ριζώνει μεταξύ του λίγου και του ελάχιστου, στο άγονο έδαφος ενός διχασμένου κόσμου. Επαναστατεί κατά του ελλείμματος ανθρωπιάς που υπάρχει στην εποχή μας και ενός συστήματος που το αναπαράγει, στρώνοντας χιόνι στα μάτια των ανθρώπων, φυλακίζοντας τους στα δάχτυλα της πέτρας. Η ποίησή της επιζητεί να σπάσει τα τείχη που κτίζει η πέτρα, να φτάσει στο ίζημα εκείνο της αγάπης που έκτισε τον κόσμο. Η αλληλεγγύη της ποιήτριας για τα δεινά του άλλου, ο θυμός και η αγανάκτησή της για τις τραγικές ειδήσεις που κάνουν τον γύρο του κόσμου είναι το υλικό και η κινητήρια δύναμη της ποίησής της.

Ειδήσεις που της βαραίνουν την καρδιά, της κόβουν την ανάσα, της τρυπούν σαν καρφιά τους κροτάφους, για έναν κόσμο που φλέγεται ντυμένος του Ιώβ την προβιά. Και από την άλλη πλευρά, άνθρωποι που θαρρείς υπνοβατούν γύρω της· με βαμβάκι στα μάτια, χωρίς συμπόνια για εκείνους που έχασαν την πατρίδα τους, χαμένοι στον μικρόκοσμό τους, αδιάφοροι για τα δεινά που ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Μια καθημερινότητα χωρίς διέξοδο, την οποία η ποιήτρια βιώνει σαν φυλακή· ένα γκρίζο τοπίο που μέσα του η ψυχή του ανθρώπου φθείρεται, βουλιάζει σε τέλμα.
Η ίδια, με την ιδιότητα της φιλολόγου, διακρίνει καθημερινά τα σημάδια αυτής της φθοράς μέσα στις πνιγηρές αίθουσες διδασκαλίας, όπου βαριεστημένοι φοιτητές αναμασούν μια άνευρη διδακτέα ύλη που δεν ανάβει τη φλόγα του ενθουσιασμού στα μάτια τους. Οι αξίες των κλασικών έργων δεν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην ψυχή τους. Στο ποίημα της που απευθύνεται στον Κώστα Καρυωτάκη, γράφει μεταξύ άλλων:

Κι αν σε πουλήσαμε κι εσένα
κι αν βγάλαμε απ’ το αίμα σου θεωρίες φιλολογικές
που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν
συγχώρα μας ποιητή
μα δεν ξέραμε τρόπον άλλο να υπάρξουμε…
Εμείς οι φιλόλογοι
με τα γαριασμένα πετσιά
με την εμμονή στο ακέραιο καθήκον
με τα μάτια σταχτιά
εμείς που δεν θα πεθάνουμε ποτέ από αηδία
σε χαιρετούμε
ποιητή
μέσα από το βυθισμένο στη σκόνη
κλουβί μας.
Στο περιτείχισμα του σχολικού αυλόγυρου, το παιδί πρόσφυγας παρακολουθεί μέσα από τρύπια μάτια τα άλλα παιδιά να παίζουν αγνοώντας το σαν να είναι αόρατο, αντανακλώντας τις προκαταλήψεις και τις φοβίες των γονέων τους.

Σας κοιτώ μέσα απ’ τα τρύπια μάτια
ασάλευτους να βουλιάζετε στο περιτείχισμα του σχολικού κενού
αυτά τα τετράγωνα με τη μούχλα σφηνωμένη στο χάσμα.
Είστε μικροί φωναχτοί αστερίες.
Τα πλοκάμια σας σαλεύουν ανάστροφα
Με κλείνουν ολοένα πιο μέσα.
Μην πασχίζετε άλλο.
Αυτό το αιώρημα είναι μοναχά δικό μου.
Το δικό σας σάρκινο δέρμα νοιαστείτε.

Μια νέα εποχή βαρβαρότητας φαίνεται να απλώνει αργά αλλά σταθερά τη σκιά της πάνω από τον κόσμο, που στόχο της έχει να εξαφανίσει την ευαισθησία και την αθωότητα από τις παιδικές ψυχές…
Η σύγχρονη ποίηση φαίνεται να έχει επηρεαστεί και αυτή στα μάτια της ποιήτριας από τη φθορά της εποχής. Με ποιήματα αυτοαναφορικά που γράφονται από κάποιους ανθρώπους που στοχεύουν στην προσωπική προβολή, στους επαίνους και κλείνουν τα μάτια στην ασκήμια της πραγματικότητας. Μια ποίηση που γράφεται κυρίως προς τέρψιν των σαλονιών.

Η ποιήτρια θέλει η ποίησή της να είναι το μπουρίνι που λαχταρά να ξεσπάσει δίχως οίκτο στα αγέλαστα βράχια της θύμησης, το σφυρί που θα σπάσει την πέτρα που της βαραίνει το στέρνο, τον πάγο της αδιαφορίας των ανθρώπων. Είναι ο μόνος τρόπος που βρίσκει για να πάρει ανάσα.
Θα ουρλιάζω σκοπούς στα κλειστά σας ματάκια
άοκνοί μου εσείς
υμνητές της ευτυχίας
εσείς που δεν υποψιάζεστε
το τίμημα
που καλούμαι καθημερινά να πληρώνω
για τις στιγμές αυτές
που σχίζεται το πέπλο μπρος στα ολόφωτα μάτια μου.

Σημασία έχει για εκείνη το βλέμμα του άλλου. Γιατί χρέος του ποιητή είναι να απλώνει το χέρι να σχίσει το βαμβάκι που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια του… Όπως κάποτε το έκανε η Βιρτζίνια Γουλφ όταν έβλεπε τα σχέδια πίσω από το βαμβάκι, η Σύλβια Πλαθ, όταν έπεφταν τα πέπλα από τα μάτια της. Να δουν το σκελετωμένο παιδί που προσεύχεται στο στήθος του Θεού:

Σαλεύει στο δέρμα τ’ ουρανού
Σκελετωμένο το παιδί.
Τα χέρια του ακουμπούν στο στήθος του Θεού
«Δωσ’ μου Θεέ
τα μάτια του θεριού
ν΄ακουμπήσω μ’ αυτά την αντιπέρα όχθη
να σταλάξω στο ποτήρι των ανθρώπων που δεν είδαν
μια στάλα κρασί
απ΄τις κόρες των ματιών
που με καρφώνουν…

Να δουν με τα μάτια του μυαλού, το πρόσωπο του θεριού που κρύβεται πίσω από τους νεκρούς πρόσφυγες που μένουν ακδίκιωτοι, φορώντας στεφάνι υγρό στις ακτές της Μεσογείου. Όμοιο με εκείνο που κρυβόταν τότε πίσω από τον ασάλευτο δείκτη που χάραξε τη σχισμή στο μέτωπο των νεκρών του Πολυτεχνείου. Το ίδιο που δημιουργεί πολέμους. Nα δουν τον Μινώταυρο της οικονομίας του εικοστού πρώτου αιώνα που εξοντώνει τα παιδιά του και απομυζά τον πλανήτη.

Να ακούσει τη νότα χλευασμού στα χείλη του πνιγμένου που του θυμίζει ότι ο βυθισμένος δεν έχει χρεία απ’ οξυγόνο./ Εκεί που οι άλλοι ασθμαίνουν για φως/ ο βυθισμένος γελά…

Να συγκλονίσει την καρδιά τους, όπως συγκλόνισε τη δική της το θλιβερό αναγγελτήριο, ότι δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη…

(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα…
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το
χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα…)

Και αν η ποίησή της, τροφοδοτημένη από παρόμοιο θυμό με αυτόν του Αχιλλέα, απευθύνεται με γλώσσα αιχμηρή και ειρωνική στους άβρεχτους και τους χορτάτους, γίνεται λίμνη ευαισθησίας και τρυφερότητας, όταν μιλάει για τους πρόσφυγες και τα παιδιά.

Γίνεται το διάμεσο που σχίζει το πέπλο και ανοίγει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη την αυλαία ενός παράλληλου κόσμου. Για να δει απέραντες εκτάσεις από άνυδρα τοπία φτιαγμένα από άμμο και αλάτι, δέντρα γυμνά από χυμούς, πόλεις ερειπωμένες… Στους δρόμους τους φυτρώνουν φύκια πλεγμένα από τα χέρια των παιδιών κι ένας άνεμος τα κρατά πετρωμένα στο χώμα… Θαρρείς και η σκληρότητα της ψυχής της μιας πλευράς του κόσμου αντανακλάται στην άλλη, δημιουργώντας υπερρεαλιστικές εικόνες απόλυτης καταστροφής. Ο ήχος των πολεμικών αεροπλάνων, μαζί με τον άνεμο της πεδιάδας και τον αχό των κυμάτων, είναι το ρέκβιεμ ενός κόσμου που χάνεται. Ένα εφιαλτικό παραμυθιού που ακούγεται από χείλη παιδικά.
Ο αχός των κυμάτων που σπάζουν στους κροτάφους
ένα σιγανό μουρμουρητό καμωμένο απ’ τον ήχο των φλεγόμενων πουλιών.
τα φτερά τους απλώνουν στον άνεμο
να στεγνώσουν τη γύμνια του κόσμου
κι αργοσαλεύουν στο φρύδι του θεού
που απαθής
μοιράζει τη φρίκη
στα μάτια των σερνάμενων υπηκόων του.

./..

Στον καπνό που ανεβαίνει απ’ τον άγνωστο κόσμο
στη σιωπή που καρφώνει με νύστα την πεδιάδα του ανέμου
στην ασημένια σμίλη του αλατιού που οργώνει τη θάλασσα
Πόση θλίψη
αγέννητη ακόμη
χαρίζουν τα πουλιά με τα ραμμένα ράμφη
στο βλέμμα του ασάλευτου ποιητή.

Ο ψυχικός πόνος της σχεδόν σωματοποιείται, παιδικά χέρια αναδύονται από τους πόρους του σώματός της, ή είναι η ποίηση που γίνεται σώμα για να υποδεχθεί τα νεκρά παιδιά, για να τους δώσει ένα τόπο για να υπάρξουν;

Στους πόρους του δέρματος φυτρώνουν χέρια.
Εκλιπαρούσαν για σάρκα τ’ άκαπνα μέλη.
Ρίζες ανάποδες
απ’ τις σχισμές που ανοίξαν στους άμαθους πόρους
τρεμοσβήναν τα βλαστάρια του νου του…

…Βρέφη γερμένα στην πηγή
ορθώνουν τον λαιμό που διψά
στο ουράνιο στερέωμα
μισανοίγουν το στόμα
και απλώνουν λεπίδες σκουριασμένες τα δόντια
λίγο πριν πέσουν λίπασμα
στη λάσπη των ανθρώπων

Όταν κοιτάς από ψηλά, από το φρύδι του θεού που είναι τα σύννεφα, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι… Μυρμήγκια με κεραίες από σκόνη μπαινοβγαίνουν μέσα από την τρύπα που κάποτε ήταν το στόμα του Γκιούλιβερ. Με κοιτούν με μάτια κόκκινα/ μισόκλειστα γερτά στην ειρωνεία./ Εγώ ο Γκιούλιβερ στη χώρα των μικρών τεράτων/ καρφωμένος στη λάσπη των λιωμένων ανθρώπων/… λίπασμα για τα μικρά τέρατα…

Θα πεθάνει στο μέλλον ο δημιουργικός άνθρωπος με το ελεύθερο πνεύμα, που υπερασπιζόταν το δίκαιο και αγωνιζόταν για το όραμα ενός καλύτερου κόσμου; Θα χαθεί στη λήθη η πολιτιστική κληρονομιά του;

Θα ‘ρθει καιρός που θα γίνει έρημος αυτός ο πλανήτης; Θα ’ρθει καιρός που τα παιδιά/ θα στρέφουνε της κόγχες των ματιών τους στον πατέρα/ κι εκείνος θα γέρνει ολοένα προς το χώμα/ μέχρι να γίνει κουκκίδα άμμου/ σε πέτρινη θάλασσα…

Η ποιήτρια μιλάει για ένα παρόν που μοιάζει σαν μια αέναη ευθεία γραμμή, χωρίς παρελθόν, χωρίς μέλλον. Μια γκρίζα περιοχή που δεν είναι άλλη από το κενό που έχει δημιουργήσει το έλλειμμα ανθρωπιάς ενός διχασμένου κόσμου. Η ποίηση είναι το διάσελο που μπορεί να διασφαλίσει την ενότητά του, στο βάθος της λιμνάζει η ιστορία της ψυχής του ανθρώπινου πνεύματος. Σε καιρούς σκοτεινούς, είναι η εσωτερική πυξίδα του ανθρώπου για να φτάσει τον άλλο, να ενώσει τα χέρια σε αλυσίδα ευαισθησίας. Ο άνθρωπος θα μπορούσε τότε να δει, όταν πέσουν τα πέπλα μπροστά από τα ολόφωτα μάτια του, το κρυμμένο παιδί που σαν ένας μικρός γαλήνιος θεός αλαργινός, παραμονεύει πίσω από τις γρίλιες το φως της αγάπης.

Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ’ τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
και
υπαγορεύουν
το τελευταίο ποίημα.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΤΣΙΔΗΣ

POLISMAGAZINO

Η φλέβα της πέτρας της αγαπημένης μου καθηγήτριας κας. Ειρήνης Παραδεισανού αποτέλεσε για εμένα πηγή έμπνευσης.
Έτσι έγραψα μουσική για τα ποιήματα της συλλογής. “Η πραγματικότητα μέσα από τα μάτια του ποιητή και μέσα από τη μελωδία του,”(μελο) ποιητή”… Αυτό είναι η μελοποίηση.

Νιώθω πολύ τυχερός για αυτή τη συνεργασία και είναι τιμή μου που μου εμπιστεύτηκε τα ποιήματά της. Χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους συντελεστές του CD. Η όλη ιδέα ξεκίνησε πριν από 2 χρόνια περίπου στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής όπου από τότε άρχισα να γράφω μουσική για αυτά τα ποιήματα. Η μελοποίηση δεν είναι εύκολη υπόθεση αλλά όταν ολοκληρωθεί το αποτέλεσμα θα είναι πολύ όμορφο.

.

ΤΑ ΓΥΑΛΙΝΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΨΑΡΙΩΝ

ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS.GR 7/9/2016

Με τα μάτια της Ειρήνης Παραδεισανού σε μια τυφλή κοινωνία

Έχουμε σημειώσει και παλαιότερα ότι ο υπερρεαλισμός αποτελεί μία μεταγλώσσα. Μεταχειρίζεται σύμβολα μέσα από τη συνειρμική τους διάσταση και προσδίδει στο συναισθηματικό τους φορτίο ιδιότητες και αναπαραστατικά χαρακτηριστικά που εκπλήσσουν τον αναγνώστη και αλλοιώνουν την εικόνα που ως τότε είχε για τα αντικείμενα.

Ο δημιουργός μεταχειρίζεται τον υπερρεαλισμό ως ένα όπλο για να συγκρουστεί καλλιτεχνικά με την εικόνα που έχει για τον κόσμο ο αναγνώστης, μεταφέροντάς τον στο συναισθηματικό τοπίο που οικοδομείται ποιητικά. Σε έναν τέτοιο δρόμο κοινωνικής κριτικής κινείται και η Ειρήνη Παραδεισανού με τη νέα της ποιητική συλλογή «τα γυάλινα μάτια των ψαριών» (vakxikon.gr, 2016).

Η ποιήτρια αρνείται τον ίσιο δρόμο που επιβάλλεται και την καταδίκη άλλων (τα γυάλινα μάτια των ψαριών)· δε θέλει να γίνει ένας ακόμα συνένοχος (οι ασάλευτοι), ένα ακόμα αφανισμένο παιδί (ήττα) ή ένας άνθρωπος που φτύνουν και κοροϊδεύουν (άτιτλο). Ταράσσει με την ποίησή της τον αδιάφορο αναγνώστη σαν ένα παιδί που τολμά ακόμα να βλέπει σιωπηλά και τρομακτικά όνειρα (η θάλασσα του ύπνου και το ποίημα, ωδή στην αθωότητα).

Αισθάνεται σαν παλιάτσος που διαφέρει από το κοινό/κοινωνία (ρητορική ένδεια ΙΙ), ένας σκαντζόχοιρος μοναχικός που επαναστάτησε σαν Προμηθέας – ποιητής κατά των θεών και φέρνει τη φωτιά/ευαισθησία στους ανθρώπους (μοναχικός σκαντζόχοιρος). Για αυτό άλλωστε τιμωρείται κι από το Θεό (απουσία, Θεέ). Αντιδρά σαν Θερσίτης που – ενώ ξέρει τι θα γίνει και πως θα τιμωρηθεί από τους σύγχρονους Οδυσσείς- καίγεται από την αδικία της σπατάλης αθώου αίματος και τολμά να μιλήσει (όνειρο Θερσίτη).

Και στο επίκεντρο της ποιητικής της προσοχής είναι τα παιδιά. Υψώνει μια κραυγή αγωνίας για τα παιδιά που δεν προλαβαίνουν να γίνουν νέοι και χάνονται αδέσποτα. Εκδηλώνει την απελπισία της με ένα ύφος επιθετικό κι οργισμένο ως έκφραση μίας ολόκληρης γενιάς που δεν επαναστάτησε και στούμπωσε στη γνωσιοθηρία και τα πρέπει.

Μια κοινωνία που ονειρεύεται πνιγμούς (η θάλασσα του ύπνου και το ποίημα), βία και εκδικητικότητα προς τα παιδιά ξεπετάγεται από την ποιητική της. Τα παιδιά είναι τα αιώνια θύματα· τυφλά, δίχως όνειρα, αδέσποτα σαν εγκαταλελειμμένα κουτάβια, δακρυσμένα που γίνονται λεία λύκων που μεταμορφώνονται σε πρόβατα σαρκοφάγα.

Ένα δαντικό τοπίο αίματος και σωματικών τιμωριών (βασανιστηρίων) ζωντανεύει σε μία σουρεαλιστική αποτύπωση της κανιβαλιστικής κοινωνίας που πνίγει και τυφλώνει – ψυχικά και κυριολεκτικά – την ποιήτρια και τα παιδιά. Εγείρει μία ποιητική κραυγή απόγνωσης κι αγανάκτησης – έως και μάνητας – που συνδέει την υπερρεαλιστική εικαστική με τη μυθολογία και τις κοινωνικές παραστάσεις με τα βιώματα πάνω στο ακτινωτό πολυθεματικό πλέγμα των συνειρμών.

Και ο σουρεαλισμός εκφράζει ακριβώς αυτή την επιθετικότητα, αρνείται τα πρέπει και τους κανόνες, συγκρούεται με το εύπεπτο κι έτοιμο υλικό που μεταφέρεται ως προϊόν προς κατανάλωση. Ωστόσο, η υπερρεαλιστική στροφή δε μειώνει, παρά την αλληγορική ύλη της, την ευαισθησία και την κριτική ματιά της Παραδεισανού. Αντίθετα, αναδύεται θερμότερη ισορροπώντας συναισθηματικά το επιθετικό παράλογο του υπερρεαλισμού της με τη λεπταισθησία. Η σουρεαλιστική ειρωνεία γίνεται το πιο ισχυρό όπλο της απέναντι στην υποταγή.

Εντυπωσιάζουν με την αγριότητά τους οι υπερρεαλιστικές ακροβασίες που γεμίζουν τυφλή κίνηση και αίμα τον ποιητικό καμβά της Παραδεισανού· ένας χώρος σχεδόν εσχατολογικός και τιμωρητικός για τους νέους ανθρώπους που εγκατέλειψε ακόμα κι ο διεστραμμένος (προσευχή) Θεός που αποκοιμήθηκε μακάριος (άτιτλο, αστόχαστα).

Μέσα στη σουρεαλιστική αναπαραστατική δομή της Παραδεισανού απαντώνται ως βασικό συστατικό υλικό πλήθος κοινωνικών παραστάσεων (πορνεία – άτιτλο -, σκηνές νοσοκομείου – υπέρηχος θυρεοειδούς-, παιδική σκηνή παραμυθιού – άτιτλο -, τυφλότητα, ορφάνια κ.ά), ενώ δεν απουσιάζουν οι εξωτερικοί χώροι (συχνά η θάλασσα, η έρημος, χαράδρες και όρη, βροχή, ζώα – κατοικίδια κι αδέσποτα ή άγρια).

Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι η ποιήτρια σε όλη τη συλλογή έχει πολλές αναφορές στα “μάτια”. Μάτια γυάλινα, τυφλά ή αλμυρά, εμπύρετα ή άρρωστα, εμφανίζονται σε όλες σχεδόν τις συνθέσεις της συλλογής (τα γυάλινα μάτια των ψαριών, οι ασάλευτοι, ρητορική ένδεια ΙΙ, μοναχικός σκαντζόχοιρος, υπέρηχος θυρεοειδούς, ήττα, εαρινό, Προμηθέας, συνήχηση, Θεέ, άτιτλο, μάτια παιδιού που έμαθε νωρίς). Τα μάτια είναι το αισθητήριο όργανο που μας προσανατολίζει στον ορατό κόσμο και η αίσθηση με την οποία μας αποκαλύπτεται κι εισπράττουμε τον γύρω χώρο/κόσμο.

Ωστόσο, χωρίς αυτά ο κόσμος γίνεται μαύρος, αλλά ταυτόχρονα δίνεται η ευκαιρία να δούμε τον κόσμο μέσα από το συναίσθημα. Η τύφλωση που βλέπει όμως η ποιήτρια είναι αλληγορική· είναι η τύφλωση και η αδιάφορη ανεκτικότητα για τα βάσανα των παιδιών, και το χαμό της νέας γενιάς· η τύφλωση μπροστά στην ανέξοδη πολιτική ρητορεία και τα κούφια λόγια (άτιτλο, άτιτλο). Άλλοτε τα μάτια διατηρούν μία σολωμική διάσταση που εκφράζουν την πείνα (κυριολεκτική και μεταφορική).

Παράλληλα, εμφανής είναι η σταχτουρική επιρροή με τη συχνή εμφάνιση στη συλλογή των πουλιών (μάτια παιδιού που έμαθε νωρίς, απουσία, Προμηθέας, ήττα, μοναχικός σκαντζόχοιρος). Ωστόσο, το σαχτουρικό σύμβολο στη ποιητική της Παραδεισανού δεν είναι ο αγωγός/άγγελος του πνευματικού κόσμου (ουρανός) προς τον υλικό (άνθρωπος, Γη). Τα πουλιά της είναι τρομαχτικά, σαρκοβόρα και σκοτεινά. Είναι τα σύμβολα της πολιτικής ρητορείας που σκοτώνει παιδιά ή τα αφήνει με απάθεια να πεινάνε – πνευματικά και σωματικά.

Η Παραδεισανού μεταχειρίζεται μια σειρά συμβόλων μέσα από την υπερρεαλιστική τους διάσταση. Η μυθολογία και οι κοινωνικές παραστάσεις αποδίδονται μέσα από μία αγριότητα που αντικατοπτρίζει τη βαρβαρότητα που επιδεικνύει μία τυφλή κοινωνία απέναντι σε παιδιά και νέους ώστε να γίνουν κι εκείνοι τυφλοί, πνευματικά και ηθικά.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

OANAGNOSTIS.GR 6/7/2016

Πριν λίγο καιρό, όταν εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο της Ειρήνης Παραδεισανού, Ρητορική ένδεια, έγραφα πως δείχνει να κατέχει το υλικό της, δοκιμάζει τον ήχο των λέξεων με ένα μορφικά ιδιαίτερο τρόπο που δημιουργεί μια ρυθμική τονικότητα απαραίτητη στο ποιητικό της τέχνασμα, όπου συντελείται έτσι η κορύφωση στιγμών και σκέψεων, τις οποίες επιθυμεί να ξεχωρίσουν και άλλοτε με πιο ήπιο τόνο ενσωματώνει στο στίχο το δραματικό στοιχείο που προωθεί να συλλογιστούμε την παρούσα στιγμή ως δική μας. Διαβάζοντας το καινούργιο της ποιητικό βιβλίο με τίτλο Τα γυάλινα μάτια των ψαριών, διαπιστώνω πως δεν έμεινε επαναπαυμένη στο ότι είχε κατακτήσει τα εκφραστικά της μέσα, αλλά προχώρησε με σθένος σε νέους ποιητικούς δρόμους με το αποτέλεσμα να είναι κι εδώ άρτιο. Με ενδιαφέρει η πορεία ενός ποιητή μέσα στο χρόνο. Όπως κάθε τι που βιώνεται περνά από ανόδους και καθόδους, αντανακλώντας την ίδια μας την ζωή, όπου κι εκείνη έχει μεταπτώσεις και κορυφώσεις, ανάμεσα σε σκοτάδι και φως, έτσι και τα συγγραφικά μας έργα, όντας ζώντες οργανισμοί φιλτράρονται μέσα από την ίδια μας την βιωματική συνθήκη. Στα καινούργια ποιήματα της Παραδεισανού κυριαρχεί το δραματικό στοιχείο με μια μεταφυσική αγωνία που θεωρώ κομβικό σημείο στην ποιητική της μέθοδο να ξεδιαλύνει τις αγωνίες της, να τις φέρει στο φως:

Τους βλέπεις εκεί τους ασάλευτους;

Σε κοιτούν με φθόνο γιατί υγραίνεσαι ακόμη.
Μ΄ αυτοί είναι στεγνοί.
Έχει να βρέξει μέσα τους από τότε που ξέχασαν τα υγρά της μήτρας
τη σκοτεινιά της
την ρυθμική ανάσα της νανούρισμα θαμπό.
Και τώρα τα μάτια τους ορφάνεψαν.
Δε βγαίνει δάκρυ απ΄ τα βάθη τους.

Να ένα ποίημα που ανατρέπει. Που σε καθηλώνει με την δύναμή του. Με την αλήθειά του δηλαδή. Πρόκειται για το ποίημα Οι ασάλευτοι, που δεν μπορώ να παραθέσω ολόκληρο σε αυτό το μικρό σημείωμα, αλλά αξίζει να προσεχθεί γιατί η Παραδεισανού με καίριο τρόπο εκφράζει την αγωνία μιας ολόκληρης γενιάς, της σημερινής κοινωνίας, όπου πολλοί παγιδεύονται στην ακινησία, οι ψυχές στεγνώνουν και η μόνη διαφυγή θα ήταν να πιστέψουμε ξανά στην μέσα μας κοσμογονία, των αισθημάτων μας εννοώ, καθοδηγούμενοι όχι από το επιφανειακό αλλά από την ίδια την ουσία της ύπαρξης. Αυτό το ποίημα είναι μια κραυγή. Μια ποιητική αντίδραση στην ορφάνια των σύγχρονων πόλεων:

Σου λέω.
Ψάχνουν συνενόχους.
Κι είναι καιρός τώρα που το δέρμα μου ανατριχιάζει
σαν με κοιτούν.
Μην τους αφήσεις να με πάρουν.

Τα δικά σου νερά είναι διάφανα
μυρίζουν παρήγορα
κι ίσως να σε κατοίκησαν κάποια απ΄ τα πρώτα εκείνα παιδιά
προτού τ΄ αρπάξει η εποχή
και τ΄ αφανίσει.

Να που η ποίηση εδώ μετέχει στην μεταφυσική, γίνεται διάφανη, πρωτεϊκή, ένας άλλος δρόμος προς την αυτογνωσία. Η ποιήτρια αναζητεί σ΄ αυτή την ανώτερη δύναμη παρηγοριά, σε στάση προσευχής και ικεσίας, λες και εισχωρεί στον ναό της για να αντλήσει τα υλικά για να φτιάξει την προσωπική της πανοπλία. Ομολογώ πως έχω καιρό να διαβάσω ένα τόσο δυνατό και τέλεια δομημένο ποίημα. Και δεν είναι το μόνο διαμάντι μέσα σ΄ αυτή την μικρή συλλογή. Ποιήματα όπως τα Θεέ, Ωδή στην αθωότητα, Αστόχαστα, είναι άρτια, με στίχους που εισβάλλουν μέσα μας χωρίς υπερβολή και αναστατώνουν. Αν η ποίηση δεν έχει την ιδιότητα του κεντρίσματος, της ανατροπής τότε δεν με ενδιαφέρει. Η Παραδεισανού κατάφερε να με αγγίξει, με έβαλε σε σκέψεις, μου προκάλεσε ερωτηματικά:

Κανείς δε βλέπει τα περίκλειστα σύνορα.
Κανείς δε νιώθει την οσμή του φόβου.
Έχουνε μάθει ν΄ ακουμπούν με μάτια γυάλινα
το κίτρινο υγρό της ανθρώπινης υπόφυσης
που υπόγεια καίει
στα μάτια των αρρώστων
στην απεγνωσμένη λάμψη τους
στον φθόνο για την ελευθερία του αγέρα
που θα αγκαλιάσει τους πόρους τους
μόλις αφήσουν πίσω τους
την βαριά γυάλινη πόρτα.

.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΚΛΕΦΤΟΓΙΑΝΝΗ

WWW.VAKXIKON.GR τ. 34 Ιούλιος 2016

«Πάει ο καιρός, πάει ο καιρός,
που ήταν ο κόσμος δροσερός
και κάθε αυγή ξεκινούσε μια πηγή
για να ποτίσει όλη τη γη».

Το τραγούδι αυτό του Μάνου Χατζηδάκι σε στίχους Νίκου Γκάτσου μου ήρθε στο νου όταν τέλειωσα την ανάγνωση της ποιητικής συλλογής «Τα γυάλινα μάτια των ψαριών», της Ειρήνης Παραδεισανού. Μια συλλογή όπου συνοψίζονται εκείνα που χάνονται, θεωρητικά ή πρακτικά. Ένας Προμηθέας ο άνθρωπος και το συκώτι του –ή αλλιώς η ίδια η ύπαρξή του, η αρχέγονη ανθρώπινη υπόστασή του- κατατρώγονται από έναν αητό με το προσωπείο του χρόνου, της φθοράς, της σήψης, αλλά πολλές φορές και με το προσωπείο αυτού του ίδιου του ανθρώπου που στρέφεται ανηλεώς κατά εαυτού.

Η ποιήτρια καταδεικνύει με γενναιότητα τους υπαίτιους, αποδίδοντάς τους χωρίς δισταγμό τις βαριές κατηγορίες. Ο άνθρωπος-θύτης κατακεραυνώνεται με μια αποδοκιμαστική προστακτική, σαν ετυμηγορία δικαστηρίου με τους κατηγορούμενους, τους ενόρκους και τους δικαστές στο ίδιο έδρανο – ένοχοι για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

[ο ουρανός είναι για το παιδί που έμαθε νωρίς
Την πείνα και το κρύο μοίρα να λέει
Ο ουρανός για τους αθώους είναι
Όλοι οι άλλοι
Να κρύψουμε τα χέρια μας στις τσέπες.]

Η απώλεια της ουσίας, η απομάκρυνση από την ανθρώπινη φύση, η αλλοτρίωση θίγονται συχνά. Στο ποίημα «Οι ασάλευτοι» η ποιήτρια στήνει ένα αμιγώς κινηματογραφικό σκηνικό για να περιγράψει σημεία των καιρών, την ακινησία προθέσεων και συναισθημάτων, την επίκτητη αναλγησία, αλλά και την απεγνωσμένη προσπάθεια για αντίσταση που εκφράζεται ως στοιχειώδης συνειδητότητα.

[Σου λέω.
Ψάχνουν συνενόχους.
Κι είναι καιρός τώρα που το δέρμα μου ανατριχιάζει
σαν με κοιτούν.
Μην τους αφήσεις να με πάρουν.]

Δε θα μπορούσαν φυσικά να λείπουν οι αναφορές στην ανθρώπινη μοναξιά, αυτή την προσωπική, του σκαντζόχοιρου που τα αγκάθια του φυτρώνουν ανάποδα και σπαράσσουν τις σάρκες του. Η προσωπική μοναξιά, κλινήρης, σε ψυχρές νοσοκομειακές αίθουσες, με τη σπάθη της ασθένειας να τη διογκώνει. Αλλά και της άλλης, της αιώνιας μοναξιάς , του υπαρξιακού φόβου, της μοναχικής πορείας του ανθρώπινου είδους που ευλογήθηκε και ταυτόχρονα επιφορτίστηκε αβάσταχτα με την ικανότητα του νου να αναζητά, να αναρωτιέται επί ματαίω, να αμφισβητεί. Αυτή η αιώνια μοναξιά μεγεθύνεται ακόμη περισσότερο μέσα από την αντιπαραβολή της θείας παρουσίας/απουσίας, της επίκλησης στο υπαρκτό/ανύπαρκτο, καθώς όπως αυτολεξεί λέει η ποιήτρια «αγνοούμε τον πρωτοχορευτή που δίνει ρυθμό στα τρεμάμενα σάλτα μας». Ο Θεός αναφέρεται συχνά ως απών, με μια διάθεση σαρκαστική, όμως είναι αυτή η επαναλαμβανόμενη ειρωνική επίκληση που μοιάζει σαν απέλπιδα κραυγή αγωνίας, σαν ανάγκη για ένα σημάδι θεϊκής παρέμβασης, μιας απάντησης στη μοναχική, αβέβαιη πορεία μέσα στον χρόνο.

[Συγχώρα με Θεέ
Μιλάει ο πόνος.
Αυτή η μέγγενη που σφίγγει τους κροτάφους.
Μιλάει η ρυτίδα που σκάβει το μέτωπο κάθετα
Κι όλο βαθαίνει τη μέρα
Κι όλο ποθώ να τη σβήσω τη νύχτα
Με των ονείρων την παυσίπονη ένεση.]

Και μέσα σε αυτή την κατιούσα ανθρώπινη εξέλιξη, η φωνή του ποιητή παρουσιάζεται ανίσχυρη να προσφέρει καταφύγια, να προτείνει ενδεχομένως διεξόδους, να παρηγορήσει, να κινητοποιήσει. Η γλώσσα μοιάζει να χάνει τη δύναμή της και να φτωχαίνει, η σιωπή υπερτερεί, οι ποιητές αγωνιούν, αλλά κατανικούνται από τη ματαιότητα και την επιφάνεια της σάπιας εποχής.

[Μουτζούρα καμία
Αστοχία καμία
Αλήθεια καμία
Μονάχα στρογγυλά, καθαρά, τακτοποιημένα γράμματα
Ποιήματα καθωσπρέπει
Έτσι ως ταιριάζει
Στους σκάρτους καιρούς μας]

Θα σταθώ ιδιαίτερα στις αναφορές της Παραδεισανού στη φύση, οι οποίες είναι συχνές και τα σύμβολα επαναλαμβάνονται με εικονοπλαστική διάθεση. Τα ψάρια, οι αετοί, ο λύκος, τα σκυλιά, η θάλασσα, οι γκρεμοί. Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος συνυφασμένη με την απώλεια της βάσης, του ορμητηρίου του ανθρώπου επισημαίνεται από την ποιήτρια και αποτυπώνεται με σχεδόν βιβλικές εικόνες, φορτισμένες με υπερεαλιστικά στοιχεία που αναδεικνύουν και ενισχύουν το μόρφωμα. Αυτό το αλλόκοτο σύμπλεγμα που προκύπτει ως απόρροια της εγκληματικής ανθρώπινης παρέμβασης στη φυσική νομοτέλεια.

[Έχετε δει ψάρια με μάτια ανθρώπου;
Εγώ τα είδα στην απόκρημνη πλαγιά.
Ήταν εκεί.
Μου μίλησαν με ανθρώπινη λαλιά.
Μου λέγανε πως στέρεψε η αρμύρα από τις θάλασσες.
Το νερό τους στυφό
κι ο αέρας φαρμάκι]

Ενώπιον αυτής της απανθρωποποίησης που αποτυπώνεται στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, η Παραδεισανού επιλέγει να αντισταθεί με το σύμβολο της παιδικής αθωότητας, το καταφύγιο του tabula rasa, του άγραφου πίνακα, της αυθεντικότητας που εάν διατηρηθεί σε κάποιο βαθμό, εάν μπορεί να αφυπνιστεί, να ανακαλεστεί στην ενήλικη ζωή είναι αυτό που εν τέλει μπορεί και να σώσει. Η Ινδιάνα του βιβλίου, παρούσα σε δυο ποιήματα, προσωποποιεί αβίαστα την παιδική αίσθηση του κάθε αναγνώστη, αναμοχλεύει τα πρωταρχικά συναισθήματα, τα άσπιλα, προτού η ενηλικίωση διαβρώσει και διαμορφώσει την αρχική εικόνα. Η Ινδιάνα του βιβλίου όμως, πέρα από την παιδική διάσταση κουβαλά και το παρθένο της φύσης, τους τόπους όπου εισέβαλλε ο άνθρωπος κατακτητικά διαταράσσοντας την αρμονική συνύπαρξη, την απόλυτη φυσική ισορροπία.

[Μην τρέχεις άλλο μικρή μου Ινδιάνα
Ο χρόνος μαρμάρωσε
Κι άλλο δεν έχω πέρα από σένα
Πέρα απ’ τα μάτια σου
Σπαρμένα στάχυα κι ουρανό
Και την ακριβή φωνή σου
Άδολη γητεύτρα του βυθού των ανθρώπων.]

Και εάν απομονώσουμε τους στίχους με τους οποίους η ποιήτρια αντιστέκεται στη συνολική ζοφερότητα, εκείνους που δημιουργούν άμεσα ή έμμεσα μιαν ελπιδοφόρα αίσθηση, θα διαπιστώσουμε αφενός ότι η ποιήτρια «γραπώνεται» από το σύμβολο του παιδιού, το υπερασπίζεται και το επικαλείται, και αφετέρου καταφεύγει σε εικόνες που αντλεί από τα φυσικά τοπία, τα αδιατάρακτα, εκείνα που μπορούν να «επικυρώσουν», να αποδείξουν την αρχέγονη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και να υποδηλώσουν τη δυνατότητα μιας λυτρωτικής επιστροφής σε αυτή.

[Μη μου μιλάτε πια για θαύματα
Δείξτε μου μοναχά
κείνη τη θάλασσα των παιδικών μου δειλινών
γυμνή να μ’ αγκαλιάσει.]

Τα «γυάλινα μάτια των ψαριών» υπενθυμίζουν στον αναγνώστη την ύπαρξη ενός προσωπικού, εσωτερικού βράχου, εκεί όπου καθημερινά ο αετός τρώει το συκώτι του Προμηθέα, καταδεικνύοντας ότι ο ίδιος ο αναγνώστης εναλλάσσεται αέναα στους ρόλους, καθώς διεκδικεί -συνειδητά ή μη- πότε εκείνον του μυθολογικού ήρωα και πότε εκείνον του αρπακτικού πουλιού.

.

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΠΑΤΡΙΣ 25/02/2016

Μια ποιητική συλλογή με λόγο τολμηρό

“Τα γυάλινα μάτια των ψαρών” τιτλοφορείται η δεύτερη ποιητική συλλογή της φιλολόγου Ειρήνης Παραδεισανού που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
“Μη με πιστεύετε. Πάλι ψέματα λέω.
Η μόνη αληθινή επανάσταση θα ήταν- έστω για μια φορά- να πω την αλήθεια.
Κι εγώ το μόνο που νιώθω είναι πως το μυαλό μου είναι ένα κρεμμύδι με άπειρες στρώσεις. Το ξεφλουδίζω και ποτέ δε φτάνω στη ρίζα του. Και τα μάτια μου κλαίνε ολοένα. Παίρνω τα δάκρυα μου και τα βαφτίζω ποιήματα”.
Στα ποιήματα της Ειρήνης Παραδεισανού, είναι διάχυτη η υπαρξιακή αγωνία με λόγο άλλοτε τολμηρό και σκληρό και άλλοτε πιο εσωτερικό και υπόγειο. Ενδεικτικό είναι το ποίημά της.
“Τα γυάλινα μάτια των ψαριών”
“Ήταν στιγμές
που περπατούσα ανάποδα στην όψη μου.
Χέρια χαράζαν το δέρμα από μέσα.
Νύχια γαμψά
απ’ τη λαχτάρα μου να δω.
Χαράδρες σκάβαν βαθιά τα δυο μου μάτια.

Εσείς
ανυποψίαστοι
κομψοί
σχοινοβάτες του ύπνου.

Κι εγώ
μια λέαινα
δίχως δέρμα
με το αίμα πηχτό ποτάμι στα μετέωρα μάτια
και τα χέρια ξέπλεκα δίχτυα
σε θάλασσα δίχως ψάρια.
Τα σκότωσε όλα το αλάτι που δεν ήταν αλάτι
μα σκόνη.
Τα έστειλε στα βουνά να γυρεύουν ανάσα.

Ψάρια δίχως βράγχια
εκλιπαρούσαν γι’ αέρα απ’ τα μάτια.

Έχεις δει ψάρια με μάτια ανθρώπου;
Εγώ τα είδα
στην απόκρημνη πλαγιά.

Ήταν εκεί.
Μου μίλησαν με ανθρώπινη λαλιά.
Μου λέγανε πως στέρεψε η αρμύρα από τις θάλασσες

το νερό τους στυφό
κι ο αέρας φαρμάκι.
Με κοιτάζαν με μάτια ανθρώπου
κι εγώ
ένιωσα ξαφνικά τον αέρα να εισβάλλει μέσα μου με πόνο
και δε βαστούσα να κοιτάξω στα μάτια σας.
Άνθρωποι
Συνεπιβάτες μου
Δίχως ντροπή κλέψατε τα γυάλινα μάτια των ψαριών
Τα φοράτε με καμάρι
Κι αυτάρεσκα υψώνετε το δάχτυλο Να με δικάσει”.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΒΙΒΛΙΑ 23/4/2016

Σπάνια συναντάμε σε ποιητικές συλλογές την αίσθηση του όλου. Αν τα ποιήματα εδώ δεν είχαν στιχουργημένο λόγο κι αυτόν τον εσωτερικό ρυθμό που τα συναριθμεί στα καλύτερα του είδους, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για δοκιμιακή κατάθεση. Η Ειρήνη Παραδεισανού, ωστόσο, επέλεξε να μιλήσει με τη μορφή των ποιημάτων, οπότε ακολουθώντας τους μεταφορικούς τρόπους που επιτρέπει αυτό το είδος της γραφής θα επιχειρήσουμε την αποκρυπτογράφηση των λέξεών της.

Άνθρωποι
Συνεπιβάτες μου
Δίχως ντροπή κλέψατε τα γυάλινα μάτια των ψαριών
Τα φοράτε με καμάρι
Κι αυτάρεσκα υψώνετε το δάχτυλο
Να με δικάσει

Πώς η ανθρώπινη μορφή μεταπίπτει σε όψη ψαριού; Πώς αποκτά αυτό το υγρό ελάχιστο και μας μιλά με γυάλινα μάτια; Πώς μεταλλάσσεται το αεικίνητο των ανθρώπων σε ασάλευτη καθημερινότητα; Είναι αυτό το νέο είδος ανθρώπων που επισημαίνει ο Γιώργος Χειμωνάς, με τον οποίο η ποιήτρια συνδιαλέγεται στην αρχή του ποιητικού της λόγου;
Θα έρθει μια εποχή που θα αναζητάμε το ίχνος μιας ανθρώπινης παρουσίας στα γυάλινα μάτια των ψαριών;

Έχεις δει ψάρια με μάτια ανθρώπου;
Εγώ τα είδα
στην απόκρημνη πλαγιά.
Ήταν εκεί.
Μου μίλησαν με ανθρώπινη λαλιά.
Μου λέγανε πως στέρεψε η αρμύρα από τις θάλασσες
το νερό τους στυφό
κι ο αέρας φαρμάκι.

Η αγωνία του νοήμονος εστιάζεται σε δύο επίπεδα: πρωταρχική επιδίωξη η αποφυγή της εξομοίωσης με τον ασάλευτο κόσμο, κατόπιν η αφύπνιση και η κινητοποίηση των νωθρά εν υπνώσει ευρισκόμενων. Όμως τα μέσα αποδεικνύονται πενιχρά. Η ποιητική φωνή, δουλεμένη με όλα τα συμβολικά που θα βοηθούσαν την εισχώρηση στο νόημά της, με όλη την αρωγή όσων στοιχείων υπερβαίνουν τη ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, αδυνατεί να φτάσει στην ακοή αυτών που υπνώττουν.

Ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος είμαι.
Μονάχα που
τ’ αγκάθια μου
ανάποδα φυτρώνουν
και
σπαράσσουν τις σάρκες μου.

Και τότε αυτή η μοναξιά του ποιητικού λόγου γίνεται κραυγή και στοιχειώνει με την αλήθεια της και την απόγνωσή της τον μέσα και τον έξω χώρο. Δεν είναι πια τυφλά τα μάτια, αφού μπορούν να κοιτάζουν κατάματα τον γυάλινο κόσμο. Η διεισδυτική ματιά διατρυπά τη βαριά πόρτα που θρυμματίζεται με θόρυβο. Την ακούν άραγε; Η ποίηση δοκιμάζει τη φωνή της.

Μονάχα που μιλώ
σα λύκος
κι εσείς
δεν ξέρετε καθόλου από παραμύθια
ειδικά απ’ αυτά που ο λύκος γίνεται πρόβατο, στο τέλος σαρκοφάγο.
Ή μήπως ξέρετε;

Δεν πρέπει να νικήσει η σιωπή. Η ποιήτρια διατηρεί την αγωνία της έχοντας επίγνωση της μοναξιάς της:

Κι είμαι
Εγώ
Μοναχά
Που ταράσσω τη θάλασσα του ύπνου
Με το ποίημα

Κι ένας Θεός απών. Σαν εκείνον που μας σύστησε ο Σαρτρ θεμελιώνοντας πάνω στην απουσία του και την αδιαφορία του την τραγική επιδίωξη της ελευθερίας του ανθρώπου. Στην υποδειγματική συντομία του ποιητικού λόγου δεν θα βρίσκαμε πιο περιεκτική διατύπωση της μοναξιάς του ανθρώπου:

Δεν σ’ έχουμε ανάγκη Κύριε.
Σοι ευχαριστούμεν που μας έπλασες
τόσο αλλοπρόσαλλους
τόσο μισούς
τόσο εν τέλει ανάπηρους.
Σου επιτρέπουμε να υπάρχεις
Αρκεί να μας αφήσεις εδώ
Αλλοπαρμένους να συνάζουμε τα σύννεφα
Να τα φοράμε αυτάρεσκα στεφάνι στην πληγή μας
Σφιχταγκαλιασμένοι να χορεύουμε
Και να αγνοούμε τον πρωτοχορευτή
Που δίνει ρυθμό στα τρελαμένα σάλτα μας.

Ένας πλήρης λόγος αρθρώνεται εδώ, κουβαλώντας την αλήθεια του, απευθυνόμενους σε όσους μπορούν να ανοίξουν τη χαραμάδα στο ποίημα για να εννοήσουν το τραγικό περιεχόμενο.
Η ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού είναι μια συνειδητή φωνή συμπυκνωμένου λόγου, με την αυτογνωσία του στίχου για την οριακή του εμβέλεια στη σημερινή ακοή. Με τον απαραίτητο σαρκασμό που φθάνει μέχρι την αυτοαναίρεση:

Μη με πιστεύετε. Πάλι ψέματα λέω.
Η μόνη αληθινή μου επανάσταση θα ήταν – έστω μια φορά – να πω την αλήθεια. Μα για να την πω πρέπει να τη νιώσω. Κι εγώ το μόνο που νιώθω είναι πως το μυαλό μου είναι ένα κρεμμύδι με άπειρες στρώσεις. Το ξεφλουδίζω και ποτέ δε φτάνω στη ρίζα του. Και τα μάτια μου κλαίνε ολοένα.
Παίρνω τα δάκρυα και τα βαφτίζω ποιήματα.

Μήπως εκεί, σ’ αυτή την έσχατη κραυγή, κάτι επιτέλους κινηθεί μέσα στον χώρο των ασάλευτων, πίσω από το γυάλινο περίβλημα στα μάτια των ανθρώπων;
Γιατί, τα ψάρια απλώς δανείζουν το βλέμμα τους και τον υδάτινο σιωπηλό τους κόσμο σ’ αυτά τα ποιήματα. Η αληθινή σιωπή ας αναζητηθεί στον κόσμο της καθημερινής πολύβουης ανθρώπινης αδιαφορίας. Αυτή την ακινησία προκαλεί η ποιήτρια, αυτή την κλειστή πόρτα χτυπά με τον ήχο των λέξεων. Στον υγρό τόπο των ποιημάτων της πλέουν πουλιά ματωμένα τα λόγια της. Μια από τις πιο μοναχικές εκδοχές του ποιητικού λόγου έχουμε εδώ. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο να αξίζει να συναριθμηθεί και με τις πιο ενδιαφέρουσες.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

OANAGNOSTIS

Πριν λίγο καιρό, όταν εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο της Ειρήνης Παραδεισανού, Ρητορική ένδεια, έγραφα πως δείχνει να κατέχει το υλικό της, δοκιμάζει τον ήχο των λέξεων με ένα μορφικά ιδιαίτερο τρόπο που δημιουργεί μια ρυθμική τονικότητα απαραίτητη στο ποιητικό της τέχνασμα, όπου συντελείται έτσι η κορύφωση στιγμών και σκέψεων, τις οποίες επιθυμεί να ξεχωρίσουν και άλλοτε με πιο ήπιο τόνο ενσωματώνει στο στίχο το δραματικό στοιχείο που προωθεί να συλλογιστούμε την παρούσα στιγμή ως δική μας. Διαβάζοντας το καινούργιο της ποιητικό βιβλίο με τίτλο Τα γυάλινα μάτια των ψαριών, διαπιστώνω πως δεν έμεινε επαναπαυμένη στο ότι είχε κατακτήσει τα εκφραστικά της μέσα, αλλά προχώρησε με σθένος σε νέους ποιητικούς δρόμους με το αποτέλεσμα να είναι κι εδώ άρτιο. Με ενδιαφέρει η πορεία ενός ποιητή μέσα στο χρόνο. Όπως κάθε τι που βιώνεται περνά από ανόδους και καθόδους, αντανακλώντας την ίδια μας την ζωή, όπου κι εκείνη έχει μεταπτώσεις και κορυφώσεις, ανάμεσα σε σκοτάδι και φως, έτσι και τα συγγραφικά μας έργα, όντας ζώντες οργανισμοί φιλτράρονται μέσα από την ίδια μας την βιωματική συνθήκη. Στα καινούργια ποιήματα της Παραδεισανού κυριαρχεί το δραματικό στοιχείο με μια μεταφυσική αγωνία που θεωρώ κομβικό σημείο στην ποιητική της μέθοδο να ξεδιαλύνει τις αγωνίες της, να τις φέρει στο φως:

Τους βλέπεις εκεί τους ασάλευτους;

Σε κοιτούν με φθόνο γιατί υγραίνεσαι ακόμη.
Μ΄ αυτοί είναι στεγνοί.
Έχει να βρέξει μέσα τους από τότε που ξέχασαν τα υγρά της μήτρας
τη σκοτεινιά της
την ρυθμική ανάσα της νανούρισμα θαμπό.
Και τώρα τα μάτια τους ορφάνεψαν.
Δε βγαίνει δάκρυ απ΄ τα βάθη τους.

Να ένα ποίημα που ανατρέπει. Που σε καθηλώνει με την δύναμή του. Με την αλήθειά του δηλαδή. Πρόκειται για το ποίημα Οι ασάλευτοι, που δεν μπορώ να παραθέσω ολόκληρο σε αυτό το μικρό σημείωμα, αλλά αξίζει να προσεχθεί γιατί η Παραδεισανού με καίριο τρόπο εκφράζει την αγωνία μιας ολόκληρης γενιάς, της σημερινής κοινωνίας, όπου πολλοί παγιδεύονται στην ακινησία, οι ψυχές στεγνώνουν και η μόνη διαφυγή θα ήταν να πιστέψουμε ξανά στην μέσα μας κοσμογονία, των αισθημάτων μας εννοώ, καθοδηγούμενοι όχι από το επιφανειακό αλλά από την ίδια την ουσία της ύπαρξης. Αυτό το ποίημα είναι μια κραυγή. Μια ποιητική αντίδραση στην ορφάνια των σύγχρονων πόλεων:

Σου λέω.
Ψάχνουν συνενόχους.
Κι είναι καιρός τώρα που το δέρμα μου ανατριχιάζει
σαν με κοιτούν.
Μην τους αφήσεις να με πάρουν.

Τα δικά σου νερά είναι διάφανα
μυρίζουν παρήγορα
κι ίσως να σε κατοίκησαν κάποια απ΄ τα πρώτα εκείνα παιδιά
προτού τ΄ αρπάξει η εποχή
και τ΄ αφανίσει.

Να που η ποίηση εδώ μετέχει στην μεταφυσική, γίνεται διάφανη, πρωτεϊκή, ένας άλλος δρόμος προς την αυτογνωσία. Η ποιήτρια αναζητεί σ΄ αυτή την ανώτερη δύναμη παρηγοριά, σε στάση προσευχής και ικεσίας, λες και εισχωρεί στον ναό της για να αντλήσει τα υλικά για να φτιάξει την προσωπική της πανοπλία. Ομολογώ πως έχω καιρό να διαβάσω ένα τόσο δυνατό και τέλεια δομημένο ποίημα. Και δεν είναι το μόνο διαμάντι μέσα σ΄ αυτή την μικρή συλλογή. Ποιήματα όπως τα Θεέ, Ωδή στην αθωότητα, Αστόχαστα, είναι άρτια, με στίχους που εισβάλλουν μέσα μας χωρίς υπερβολή και αναστατώνουν. Αν η ποίηση δεν έχει την ιδιότητα του κεντρίσματος, της ανατροπής τότε δεν με ενδιαφέρει. Η Παραδεισανού κατάφερε να με αγγίξει, με έβαλε σε σκέψεις, μου προκάλεσε ερωτηματικά:

Κανείς δε βλέπει τα περίκλειστα σύνορα.
Κανείς δε νιώθει την οσμή του φόβου.
Έχουνε μάθει ν΄ ακουμπούν με μάτια γυάλινα
το κίτρινο υγρό της ανθρώπινης υπόφυσης
που υπόγεια καίει
στα μάτια των αρρώστων
στην απεγνωσμένη λάμψη τους
στον φθόνο για την ελευθερία του αγέρα
που θα αγκαλιάσει τους πόρους τους
μόλις αφήσουν πίσω τους
την βαριά γυάλινη πόρτα.

.

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ 30/11/2016

Ένας μοναχικός σκαντζόχοιρος είμαι.
Μονάχα που
τ’ αγκάθια ανάποδα φυτρώνουν
και
σπαράσσουν τις σάρκες μου.[1]

Η Χριστίνα Λιναρδάκη έχει ήδη ασχοληθεί με την ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού σε παλιότερη ανάρτηση, είχε μάλιστα εκφράσει στο τέλος την ανυπομονησία της να δει πού θα οδηγούσε την ποιήτρια η έμπνευσή της. Τα γυάλινα μάτια των ψαριών έπεσαν στα δικά μου χέρια και το κείμενό μου θα είναι μια ιδιότυπη συζήτηση ανάμεσα στις δυο μας.

Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι είχα καιρό να συναντήσω μια ποιητική συλλογή που ξεφεύγει από το πλαίσιο της απτής πραγματικότητας και στήνεται σχεδόν ολοκληρωτικά εκτός ρεαλισμού. Το γεγονός αυτό είναι από μόνο του μια βίαιη πράξη απόσχισης, και όταν στην Ρητορική ένδεια ΙΙ το εγώ του αφηγητή βγαίνει σχεδόν από το ίδιο του το δέρμα για να σταθεί απέναντι στον εαυτό του με ό,τι αυτό συνεπάγεται, τότε γίνεται πλέον σαφές ότι η Ειρήνη Παραδεισανού δεν φοβάται να πάρει ρίσκα.

Τα πρώτα ποιήματα της συλλογής αφήνουν μια γεύση εφιάλτη. Υπάρχει εξαρχής μια απόσταση ανάμεσα στο εγώ και τον εαυτό του, και όταν λέω απόσταση εννοώ κενό: ένα τρομαχτικό, αγωνιώδες κενό, αδιαπέραστο από φως, χωρίς διαστάσεις και άρα χωρίς απτά όρια. Η Χριστίνα είχε μιλήσει για θεατρικότητα στην ποίηση της Παραδεισανού, και είχε δίκιο. Εγώ θα ήθελα να προσθέσω και κίνηση. Είναι κατά τη γνώμη μου δύσκολο εγχείρημα να πετύχει κανείς αίσθηση κίνησης με τον λόγο, σταθερό και κατ’ εξοχήν γαντζωμένο στα χαρτιά:

Τα μάτια του στάζουν φωτιά.
Γιγάντιες φτερούγες σκοτεινές
φυλλομετρούν
τις μέρες.[2]

Η ατμόσφαιρα εφιάλτη δεν αναφέρεται συγκεκριμένα, αλλά παράγεται κατευθείαν, χωρίς ενδιάμεσα στάδια. Η ποιήτρια παραθέτει μια ονειρική πραγματικότητα που συστέλλεται και διαστέλλεται συνεχώς και μέσα σ’ αυτήν τα πράγματα, τα γεγονότα και κάποιες φορές οι άνθρωποι αποκτούν απρόβλεπτες διαστάσεις. Και σ’ αυτό το σημείο εισέρχεται ο φόβος, όπως σε κάθε εφιάλτη. Υποβόσκων βέβαια, και για ακόμα μια φορά αποδεσμευμένος από τις λέξεις που θα μπορούσαν να τον ξορκίσουν, αλλά καταλυτικά παρών:

Ο οισοφάγος μου
τρωτός
λάμπει στο σκοτάδι.
Τον καρφώνουν με σφυριά στην οθόνη
οι γιατροί με τις άσπρες νοσοκομειακές κραυγές.[3]

Υπάρχει σκληρή γραφή και βίαιη σκέψη, φαντάζομαι επειδή κινείται στα άκρα και στα τετελεσμένα, όμως ταυτόχρονα η Ειρήνη Παραδεισανού αναμετριέται με όσα βρίσκονται μπροστά της, και αυτό το κάνει με την γενναιότητα κάποιου που ξέρει εκ προοιμίου ότι είναι το αδύναμο μέρος της εξίσωσης. Η Χριστίνα είχε αναφέρει την αρχαιοελληνική επιρροή στη θεματολογία, κάτι που υπάρχει και εδώ χωρίς υπερβολές όμως, και όπως είχε παρατηρήσει τότε, η ποιήτρια ούτε σ’ αυτή τη δουλειά απέφυγε τον στόμφο, δύσκολο πράγμα, όντως. Προσωπικά τον είδα και εκτός… επιρρεπούς θεματολογίας, όπως εδώ:

Κύμα ταξίδευε στα περιστέρια της μιλιάς σου.[4]

Δεν είναι ο ίδιος άνθρωπος που γράφει, ή για να είμαι ακριβής δεν γράφει τα ίδια πράγματα, κάτι που μόνο θετικό θα μπορούσε να είναι, και η έμπνευση που είχε διαπιστώσει τότε η Χριστίνα είναι ισχυρά παρούσα. Είχε γράψει επίσης πως στην Ρητορική ένδεια η ποιήτρια δεν χρησιμοποιεί ούτε εγείρει συναίσθημα. Στα Γυάλινα μάτια των ψαριών συμβαίνει το πρώτο αλλά ευτυχώς όχι το δεύτερο. Και είναι γεγονός ότι η γλώσσα της όντως παλινδρομεί σε λόγιους τύπους που απομακρύνουν τον αναγνώστη από το κείμενο, αλλά δεν έχω τόσο ηχηρά παραδείγματα όσο αυτά που αναφέρει η Χριστίνα στην κριτική της. Βελτίωση και εδώ λοιπόν.

Η ακρίβεια στην απόδοση του συναισθήματος και της συγκίνησης είναι για μένα ίσως ο πιο ισχυρός πυλώνας μετά την τεχνική (για να μην ξεχνιόμαστε) και η Ειρήνη Παραδεισανού εδώ την έχει επιτύχει, και μάλιστα η προσπάθειά της προς αυτή την κατεύθυνση είναι εμφανής. Επικεντρώθηκε εξίσου στο μήνυμα και στον αποδέκτη του, και έτσι δείχνει ότι τα σέβεται εξίσου και τα δύο. Πέρα από αυτό, βλέπω μια γενναιότητα στην παραδοχή των συντριπτικών συγκινήσεων, με άλλα λόγια δεν κάνει πίσω ούτε στην γραφή ούτε στις σκέψεις, αλλά κρύβεται και ταυτόχρονα εκτίθεται σε μια δυναμική ισορροπία προσωπικού βιώματος και εξωτερικού πλαισίου.

Το leitmotif των ματιών στην αρχή λειτουργεί καλά, χαράσσοντας πορεία και άξονες, αλλά από ένα σημείο και μετά ξεφτίζει και χάνει την ανατρεπτικότητά του για να γίνει ένα κλισέ που αναμασιέται. Ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας που συχνά συνοδεύει μια αρχαιοελληνική και βιβλική θεματολογία όπως εδώ, και παρόλο που είναι συγκαλυμμένος, λειτουργεί ανασταλτικά κατά τη γνώμη μου.

Αν στην προηγούμενή της συλλογή η Ειρήνη είχε δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής όπως έλεγε τότε η Χριστίνα, τότε στα γυάλινα μάτια των ψαριών η εξέλιξη και η εδραίωση αυτής της γραφής είναι αναμφισβήτητο γεγονός. Τα ρίσκα που αναλαμβάνονται πετυχαίνουν, ο συνδυασμός ανάμεσα στο προσωπικό βίωμα και την όποια οικουμενικότητα αυτό αποκτά είναι ισορροπημένος, οι λέξεις βρίσκουν τον δρόμο τους προς τον αναγνώστη. Είναι η σειρά μου να περιμένω την εξέλιξη.

ΑΤΙΤΛΟ
Μου μιλάτε και βουλιάζω ολοένα στα κύματα.
Με τραντάζετε μα σκάβω ξανά στα χωράφια του ήλιου
ως ανατέλλει στον γκρεμό των ματιών μου.

Είμαι το κύμα που ναυάγησε στην απόκρημνη γη
Κι ασθμαίνει τη στεγνή υγρή σταγόνα να φυλάξει.

Κι είναι η σταγόνα το δάκρυ
στο χείλι του αδέσποτου παιδιού
που ξεψυχά μπροστά στα μάτια μου.[5]

.

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΕΝΔΕΙΑ

ΚΩΣΤΑΣ ΨΑΡΑΚΗΣ

VAKXIKON.GR 12/4/2014

Με την Ειρήνη, την ποιητική συλλογή Ρητορική ένδεια της οποίας θα σας παρουσιάσω απόψε, γνωριστήκαμε πριν από μισή ώρα. Ωστόσο με ημερομηνία Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2008 υπάρχει στο blog μου μια ανάρτηση με τίτλο: Το τραγούδι των ανέμων (http://psarakis-k.blogspot.gr/2008/10/blog-post_16.html). Σεμνότητα λοιπόν και ομορφιά, η πρώτη αλλά διαχρονική εντύπωση από την ποίηση της Ειρήνης.

Περί ποιητικής

Η Ειρήνη τοποθετείται εξαρχής για την ποιητική της (όχι την ποίησή της) με το πρώτο της ποίημα τη Ρητορική ένδεια. Θα μπορούσαμε να θεωρήσομε ένα φάσμα, στο οποίο τοποθετούνται οι ποιητές, ανάλογα με το πώς αισθάνονται απέναντι στα ποιήματά τους, στο ένα άκρο του οποίου είναι «ο γονέας», αυτός που γεννά, και στο άλλο ο «μάστορας», αυτός που φτιάχνει. O «μάστορας» δουλεύει το ποίημα μέχρι να το φέρει εκεί που θέλει, καθώς το αισθάνεται σαν τεχνούργημα, σαν ένα αντικείμενο που θα φύγει από τα χέρια του. Στην άλλη άκρη είναι ο «γονέας». Η μάνα που γεννά. Κάτι γονιμοποίησε την ψυχή του ποιητή και γεννήθηκε το ποίημα, με όλη την περιπέτεια της γέννησης. Από την ηδονή της σύλληψης, την διαδικασία της κύησης με όλους τους κινδύνους της πρόωρης γέννας ή της δυστοκίας, τους πόνους της γέννας αλλά προ πάντων την αίσθηση ότι έχεις να κάμεις με ένα από τα παιδιά σου.

Ό,τι γεννήθηκε γεννήθηκε

Με μαύρα μάτια; Αυτά είναι, πώς να τα κάμεις μπλέ; Λέει η Ειρήνη: Όχι μόνο παιδιά, αλλά και ολότελα ορφανά. Έχω παρατηρήσει ότι οι ποιητές που αισθάνονται έτσι (γονείς) έχουν ένα πολύ πλούσιο ποιητικό σκηνικό (δεν ξέρω γιατί), τον λεγόμενο ποιητικό χώρο. Ο ποιητικός χώρος – Ποιητικό Σύμπαν είναι το σκηνικό μέσα στο οποίο κινούνται τα δρώμενα των ποιημάτων ενός ποιητή. Αν έχει κάποιος την υπομονή, θα βρει τους «ποιητικούς τόπους» που επανέρχονται και αλληλεπικαλύπτονται στα ποιήματα και συνθέτουν κάποιες φορές μια συνολική πραγματικότητα. Το ποιητικό σύμπαν της Ειρήνης είναι ένα σκηνικό φτιαγμένο με τα υλικά του ονείρου, τα οποία έχουν τοποθετηθεί εκεί με την ελευθερία του ονείρου. (Αετοί, νύχτες, σύννεφα φωτιάς, κοχύλια, αλάτι, σχοινιά, πετράδια του βυθού, λάβα του κενού, γκρεμοί, βότσαλα μαύρα, άνεμοι, ξεραμένες λίμνες με σκιαγμένα πουλιά, ήχους, ήχους τα ουρανού, ήχους ακέραιους, ψιθύρους, βοή, ήλιους σταχτείς, πέτρινους κήπους, πέτρες που ρίζωσαν στη θάλασσα, λιοντάρια που κατέβηκαν από τα όρη…)

Πρόσωπα

Και μέσα σ’ αυτό το σκηνικό κινούνται πρόσωπα… παιδιά με αστεράτα μάτια, ο Θερσίτης απ’ τ ακρογιάλια του Ομήρου, η Θέτις, ο Οδυσσέας, ο Κεβριόνης, κάποιος μοναχός με την απόκρυφη γνώση, ο Νικολάι Σταβρόγκιν από τους δαιμονισμένους, μια κοπέλα που την σκεπάζουν οι αετοί… το ποιητικό εγώ. Αλλά όχι μόνο αυτοί. Όταν ονειρευόμαστε, το σκηνικό του ονείρου, που μοιάζει τόσο με το σκηνικό του ποιήματος, το φτιάχνομε εμείς οι ίδιοι, με την ίδια ελευθερία, με την ίδια ομορφιά. (Όλοι οι άνθρωποι είναι ποιητές στα όνειρά τους. Νάνος Βαλαωρίτης.) Και έχει και το όνειρο, όπως και το ποίημα πρόσωπα που κινούνται μέσα στους τόπους αυτούς, αλλά πάντα στα όνειρά μας πρωταγωνιστής είναι το ονειρικό μας εγώ ακόμα και στην έσχατη περίπτωση που είναι απλώς θεατής. Ονειρικό εγώ είναι αυτό που είμαστε μέσα στο όνειρο. Έγραφα κάπου αλλού: http://psarakis-k.blogspot.gr/2008/10/1.html & http://psarakis-k.blogspot.gr/2008/11/2.html).

Στα όνειρά μας, υπάρχουν αφενός ο ονειρικός μας εαυτός, (αυτός που ονειρευόμαστε ότι είμαστε) αφετέρου η πραγματικότητα μέσα στην οποία αυτός κινείται. Το ονειρικό μας εγώ συχνά τείνουμε να το αγνοούμε και ενθυμούμενοι το όνειρο, δίδουμε έμφαση στην «πραγματικότητα» στην οποία ο ονειρικός μας εαυτός κινήθηκε, μολονότι, αυτό που είμεθα στο όνειρό μας, είναι σαφώς κάτι άλλο από τον εαυτό μας και απέχει από αυτόν, όσο απέχει η πραγματικότητα του ονείρου από την δική μας πραγματικότητα. Ονειρεύομαι για παράδειγμα ότι «είμαι παιδί» και «μπορώ να πετώ» άρα ζω την πραγματικότητα του ονείρου σαν «Πήτερ Παν» μολονότι δε χάνω ούτε στιγμή την αίσθηση της ταυτότητάς μου, όσο κι αν αυτό που είμαι στο όνειρό μου απέχει από αυτό που είμαι στη πραγματικότητα. Όπως λοιπόν εγώ «κινούμαι» στην εξωτερική πραγματικότητα του μάταιου τούτου κόσμου έτσι και ένα πολύ κοντά στον εαυτό μου κομμάτι (τόσο κοντά που να διατηρεί την αίσθηση της ταυτότητας) κινείται σε μια πραγματικότητα εσωτερική (που είναι όντως «πραγματικότητα» με την έννοια ότι αντιστέκεται στις επιθυμίες μου), η οποία όμως είναι κομμάτι του εαυτού μου, καθώς εγώ το δημιουργώ στο εκάστοτε όνειρο.

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει κι εδώ. Στα ποιήματα της Ειρήνης , μέσα στα ονειρικά αυτά σκηνικά, υπάρχει ένα αντίστοιχο ποιητικό εγώ, μια γυναίκα, «εξαρχής ένοχη», «εύθραυστη», «εκ γενετής αλλοπαρμένη», ένας άνθρωπος που αισθάνεται αφόρητη πλήξη στην ασφάλεια, και ονειρεύεται τον κίνδυνο, που θέλει να επανασυνδεθεί με το αλάτι μέχρι να εκπνεύσει όλη την αηδία του κόσμου, που την θέλγουν οι ακατανόητοι γκρεμοί του νου, κρυμμένη στο μάτι ενός κύκλωπα, που νυσταγμένος και νωθρός κουβαλά την ψυχή της στο βαλτωμένο του βλέμμα με σύρματα κουβαριασμένα εντός της… «παρείσακτη», «συνένοχη», «μ’ ένα μονίμως ιδιόρρυθμο χαμόγελο», αλλά και με μάτια γεμάτα σπασμένα πετράδια… Τα ποιήματα είναι ψυχότροπες ουσίες (όπως η ωραία ρακή που μας κέρασε η Ειρήνη). Οπου καλό είναι να μιλάς γι’ αυτά, ή για τη ρακή, αλλά πρέπει να τα γευτούμε.

Και να μας πάνε όπου είναι να μας ταξιδεύσουν.

.

ΕΥΗ ΠΑΝΤΑΛΟΥ

VAKXIKON.GR 14/3/2014

Θα αναφερθώ στην Ειρήνη και στο ποιητικό της έργο πιο πολύ ως φίλη παρά ως φιλόλογος. Με την Ειρήνη γνωριζόμαστε από τα φοιτητικά χρόνια και από τότε μέχρι σήμερα διατηρεί ορισμένα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν με σαφήνεια τη δημιουργική της ύπαρξη και δραστηριότητα: ένα πνεύμα ανήσυχο, με έντονες κοινωνικές και πνευματικές αναζητήσεις, ένα άτομο που αρνείται τους συμβιβασμούς και τα κοινωνικά στερεότυπα, ονειροπόλα, εκ γενετής αλλοπαρμένη ψυχή -όπως αυτοαποκαλείται στην Προσευχή-, που ισορροπεί ανάμεσα στο ιδανικό, έτσι όπως το φαντάζεται-ονειρεύεται, και στο πραγματικό, έτσι όπως το βιώνει.

Η αίσθηση του δικαίου, είτε σε συλλογικό είτε σε ατομικό επίπεδο, και η εσωτερική ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει τον κόσμο απηχούνται ξεκάθαρα στον συναισθηματικό και ιδεολογικό πλούτο των ποιημάτων της, όπως αντίστοιχα και η προσωπική της συστολή και μετριοφροσύνη. Αν και έγραφε από παιδί, όπως έχει αναφέρει η μητέρα της, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να ξεπεράσει τους ενδοιασμούς της και να κάνει δειλά τα πρώτα της δημόσια βήματα, το 2008, μέσα από τον προσωπικό της ιστότοπο, Παρείσακτη, που φέρει τον τίτλο του τελευταίου από τα ποιήματα της συλλογής Ρητορική Ένδεια, μιας προσωπικής και αυτοαναφορικής μαρτυρίας του πώς νιώθει εντός της και πώς πιστεύει ότι τη βλέπουν οι γύρω της.

Όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την προσωπικότητα και την ποιητική ματιά της Ειρήνης που αντανακλάται εύλογα τόσο στο εκπαιδευτικό της έργο όσο και στις διαπροσωπικές της σχέσεις, ως πολύτιμη φίλη και δημιουργικό μέλος αυτού του κόσμου. Κυρίως όμως αυτά τα στοιχεία συνέβαλαν στη συγκρότηση ενός πνευματικού έργου, δείγμα του οποίου αποτελεί η πρώτη της συλλογή ποιημάτων, Ρητορική Ένδεια.

Στα ποιήματά της είναι διάχυτη η υπαρξιακή αγωνία, ο αγώνας του ανθρώπου να δώσει νόημα στη ζωή και να την ερμηνεύσει, να καταξιώσει την ύπαρξή του. Και η Ειρήνη διαθέτει το ταλέντο-ικανότητα να μετουσιώνει την εσωτερική της μάχη σε δημιουργική έκφραση, μέσα από στίχους, που άλλοτε δημιουργούν στον αναγνώστη ψυχική ένταση, άλλοτε γαληνεύουν, πάντα γεννούν τον προβληματισμό και σίγουρα αγγίζουν λεπτές χορδές της ψυχής μας, έστω κι αν το νόημα τους δεν είναι πάντα προφανές ή επιδέχεται ποικίλες ερμηνείες. Αλλά αυτό δεν είναι το συστατικό στο οποίο έγκειται η μαγεία της τέχνης;

Το κλίμα που αντανακλάται είναι μελαγχολικό, σε αντιστοιχία με την πορεία ενός πνεύματος που δείχνει να ακροβατεί ή να παραπαίει, ορισμένες φορές, ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα.

Διαβάζοντας τα ποιήματά της, δεν μπορούμε να μην αντιληφθούμε τη βαθιά αρχαιογνωσία της δημιουργού τους, την πίστη της στη διαχρονικότητα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, καθώς είναι έντονες και συχνές οι αναφορές σε αγαπημένα σύμβολα-πρόσωπα, τα οποία βρίσκουν στέγη στο δικό της κόσμο. Όμως έντονες είναι επίσης οι αναφορές που μαρτυρούν μια γενικότερη παιδεία και καλλιέργεια, μια ευρύτητα πνεύματος, που αγγίζει τον κόσμο όλων μας.

Κυρίως όμως, διαβάζοντας τα ποιήματα της Ειρήνης ζωντανεύουν μπροστά μας εικόνες που συνθέτουν έναν κόσμο όπου κυριαρχούν τα συναισθήματα, τα ευθύβολα βλέμματα, τα χέρια, η σιωπή, η άμμος, η θάλασσα, ο ήχος μόνο των κυμάτων….

Ανάγκη δεν έχω από καμιά θεά να σταλάξει το θάρρος στο βλέμμα σας
Μιλώ σας ανθρώπινα
Και σας κοιτώ κατάματα
Ίσια κατάβαθα στο παιδί
Που κάποτε άπλωνε το βλέμμα του στη θάλασσα
Κι όλα της γης τα χελιδόνια τ’ αγκαλιάζαν (λαθρομετανάστης)

Ήρθαν τα σύννεφα και στάξαν στα χώματα μου δροσιά
Βαριά βαριά ακουμπήσαν την αιθέρια υφή τους στα νωθρά μου ματόκλαδα
Και θάρρεψα πως μου μηνούσαν την ελπίδα (εύθραυστον)

Κι ένα καράβι
Στα σπλάχνα του τον σήκωνε
Κατάρτι καρφώθηκε μεσίστιο
Στα φτερωτά του λόγια που φεύγανε κυνηγημένα
Απ’ τα μάτια του
Και λάμπαν φλογερά
Στα πέρατα του μαυροσύγνεφου ορίζοντα. (πίνακας)

Εικόνες που μοιάζουν με το κρασί, όπως παρατήρησε κάποιος επισκέπτης στον ιστότοπο της Ειρήνης. Εκείνη μας το προσφέρει απλόχερα, με πλούσια εκφραστικά μέσα, γλώσσα που χωρίς να παρουσιάζει κάποια εκζήτηση, έχει υψηλή λογοτεχνική αξία, με λέξεις ενίοτε θλιμμένες αλλά πάντα τρυφερές. Κι εμείς το πίνουμε αχόρταγα.

Δεν είναι εύκολο να πούμε τι ακριβώς είναι η ποίηση ούτε να προσεγγίσουμε με σιγουριά την ψυχή του ποιητή, μια και όταν μιλάμε για την ψυχή είναι πάντα σαν να μιλάμε για πλάσματα απόκοσμα. Ξέρω μόνο ότι διαβάζοντας τα ποιήματα της Ειρήνης ανοίγει μια πόρτα στον κόσμο των ιδεών και των συναισθημάτων και πως μπορώ, έτσι, να σταθώ στο κατώφλι της και να στοχαστώ ή να νιώσω τι σημαίνει να μοιράζομαι τον κόσμο μαζί με τους άλλους. Γι’ αυτό ακριβώς την ευχαριστώ πολύ.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΗΣ

ΘΡΑΚΑ 29/6/2015

Θα σας προσφέρω τη δίψα μου
Θα τη στραγγίξω σε κανάτι διάφανο
Και θα προσμένω τα χορτάτα λαρύγγια σας
Να’
ρθουν να καμωθούν πως τα’ γγιξε η δίψα
Θα σας προσφέρω τη λύπη μου
Θα τη στερνιάσω σε χωμάτινο σινί
Και θα προσμένω τα δάκρυα του πόνου σας
Έτσι ως θα καμώνεστε τους πένητες
Θα σας προσφέρω τους στίχους μου
Εγώ ο μόνος
Ο στερημένος από νότες ουρανού
Εγώ που μ’ άγγιξε η λάβα του κενού
Μου τσουρούφλισε το νου
Κι από τότε σέρνω τα βήματά μου και τρεκλίζω
Σε τούτη τη γη που με διώχνει

Παραθέτοντας το παραπάνω απόσπασμα από την πρώτη ποιητική συλλογή της ΕιρήνηςΠαραδεισανού, θέλω να δείξω με τον πιο έμπρακτο τρόπο, δηλαδή αφήνοντας την ίδια την ποίηση να μιλήσει, πώς η ποιήτρια εισχωρεί στον χώρο των γραμμάτων με τον πιο ελπιδοφόρο τρόπο. Διαβάζοντας την
Ρητορική ένδεια, διέκρινα ένα πηγαίο ταλέντο, μια φωνή που ξέρει να μεταφράζει σε λέξεις τα αισθήματα. Η ποίηση δεν χρειάζεται ρητορικά σχήματα. Χρειάζεται ελεύθερο βλέμμα, τόλμη και σαφήνεια σε σχέση με τα αισθήματα που καλλιεργούνται μέσα μας, αλλά σπάνια έχουμε το θάρρος να φέρνουμε στο φως. Θα έλεγα πως σε όλο το βιβλίο υπάρχει ένας έντονος πόθος για αναζήτηση της αλήθειας πέρα από τα καθιερωμένα πρότυπα. Η Παραδεισάνου ξεδιπλώνει τον εσωτερικό της κόσμο, μοιράζεται τις ανησυχίες, τους φόβους και τα αδιέξοδα, όσο και επώδυνο να είναι
αυτό. Πότε γίνεται όμως αυτό ποίηση; Μα φυσικά όταν υπάρχει ως βάση μια
ευαίσθητη ψυχή που έχει την τόλμη να μιλήσει αληθινά, μια ψυχή που βίωσε την ποίηση όχι ως τρόπο γραφής, η καλλιτεχνικής ταυτότητας, αλλά σαν ένα βαθύτερο αίσθημα δύναμης που βοηθά να φτάσουμε στα όρια και να τα ξεπεράσουμε, ανακαλύπτοντας τις μέσα μας δυνάμεις:

Κι λούφαζε στο χάρτινο βασίλειο
Και γίνανε τα λόγια των τριγύρω του θηλιά
Κι οι άνεμοι του πλέξανε στεφάνι αδιαπέραστο
Στων άλλων τη βοή
Στων άλλων την ολότελα άγνωστη
Μα τόσο αγαπημένη –αλήθεια- γλώσσα.

Η αυτογνωσία οδηγεί στην συνειδητοποίηση του κενού, το μάταιο των πράξεων. Εδώ ακριβώς όμως η ποιήτρια μεταμορφώνεται σε δραματουργό που επιδιώκει παρά το σθεναρό βάρος των καιρών να επενδύσει στο
σταθερό χώρο του ρεαλισμού παίζοντας με τις λέξεις το παιχνίδι της ειρωνείας. Ο αυτοσαρκασμός προδίδει την συναίσθηση της πτώσης, της ρήξης του ανθρώπινου στην ευτέλεια. Η Ειρήνη Παραδεισανού δείχνει να κατέχει το υλικό της, δοκιμάζει τον ήχο των λέξεων με ένα μορφικά ιδιαίτερο
τρόπο που δημιουργεί μια ρυθμική τονικότητα απαραίτητη στο ποιητικό της
τέχνασμα, όπου συντελείται έτσι η κορύφωση στιγμών και σκέψεων τις οποίες
επιθυμεί να ξεχωρίσουν και άλλοτε με πιο ήπιο τόνο ενσωματώνει στο στίχο το δραματικό στοιχείο που μας προωθεί να συλλογιστούμε την παρούσα στιγμή ως δική μας. Βιωματική ποιήτρια, οριοθετεί το γλωσσικό της χώρο και εντάσσεται υπερασπίστρια της ουσίας της τέχνης της χωρίς την επιδίωξη εντυπωσιασμών και επιφανειακών μεθόδων προβολής. Ποίηση ουσιαστική, αντανάκλαση της αγωνίας της να μεταφέρει ακέραια το αίσθημα ότι μπορούμε να συνυπάρξουμε στον ιδιαίτερο κόσμο που στεγάζεται η ποιητική της ιδιοσυγκρασία:

Θα’ ρθει καιρός που όλα θα φαντάζουν ίσια
Μια τέλεια ευθεία
Δίχως καμιά καμπή, χάσμα ή καμπύλη.
Η σκόνη θα σωρεύεται αθόρυβα πολύ στις εσοχές
Κι εσύ θα είσαι εκτός
Μόνιμα εκτός
Με τη λύπη
πνιγμένη απ’ το βρόχο της σιωπής της
να καθρεπτίζει στα θολά τα μάτια σου
την αρυτίδωτη όψη της.
Κοπέλα νωρίς που γέρασε εντός της
με μαλάματα ποικίλα
το πορσελάνινο δέρμα της χρίζει
κι είναι νωρίς για να το δει
κι είναι αργά για να το νιώσει.
Γι’ αυτούς που αλώθηκαν
ο χρόνος αξία δεν έχει.

.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

ΣΤΙΓΜΑ ΛΟΓΟΥ 24/11/2014

Η «Ρητορική ένδεια» της Ειρήνης Παραδεισανού, τώρα, κινείται σε διαφορετικό μήκος κύματος. Η συλλογή έχει και αυτή στοιχεία από την αρχαιοελληνική γραμματεία (π.χ. αναφορές στον Αγαμέμονα, η Θέτιδα, τον Αχιλλέα, τον Οιδίποδα, κ.ά.), αλλά δεν είναι τα στοιχεία αυτά που της προσδίδουν θεατρικότητα. Είναι το ύφος στο οποίο είναι γραμμένη και το ύφος είναι υψηλό. Από τις δύο αισθητικές κατηγορίες της Τέχνης, το ωραίο και το υψηλό, είναι παράξενο που μια νέα κοπέλα επιλέγει να γράψει σε υψηλό ύφος. Και είναι παράξενο επειδή το ύφος αυτό έχει περιορισμούς: έχει στόμφο (πολύ δύσκολο να αποφευχθεί), επιτάσσει μια αποστασιοποιημένη ματιά και δεν χρησιμοποιεί ούτε εγείρει συναίσθημα. Ο αναγνώστης αναγκαστικά μένει θεατής ενός λόγου με στοιχεία έντονης θεατρικότητας, όπου το συναίσθημα εκλογικεύεται, δεν απελευθερώνεται και, κατά συνέπεια, δεν αγγίζει.

Είναι ένας τρόπος γραφής μακριά από το αγαπημένο μου στιλ, αλλά που άλλοι κριτικοί και αναγνώστες βρίσκουν πολύ καλό. Από πλευράς τεχνικής, η Ειρήνη έχει χρησιμοποιήσει κάποιους μετασχηματισμούς που κατά τη γνώμη μου δεν είναι επιτυχημένοι, π.χ. «βλέμμα αιματόχτιστο», «εθελούσιες τσιριμόνιες», «εθελούσια στρυφνότητα». Επίσης, η γλώσσα κάποιες φορές παλινδρομεί σε λόγιους τύπους, π.χ. «με κατοικούν/και με ελαύνουν», «ακκίσματα/και μειδιάματα ειρωνικά», «πελταστής να γείρει του πόνου», με αποτέλεσμα να υπάρχει μεν μουσικότητα, αλλά ο λόγος να μην είναι φυσικός.

Υπάρχουν, ωστόσο, και δείγματα εξαιρετικής γραφής, όπως αυτά που ενδεικτικά παραθέτω:

Μια θάλασσα δίχως κύματα
Κι ένας γκρεμός να πηγαίνει ολόισια στην άκρη του μυαλού
Να περιγράφει τα στοιχειά
Να τα μερώνει
Γητειές να τραγουδά
Πουλί της τρέλας.

(από το ποίημα «Εγώ ο μόνος»)

Κι επέμενα να ζαρώνω τις σάρκες μου
-Ώρες προσποίησης μπροστά στον καθρέπτη –
Μα τώρα τέλειωσε
Ήρθε ο καιρός να με δείτε γυμνό
Και να
Στέκομαι μπροστά σας
Κι έχω στα μάτια μου μόνο ριπές απ’ αγέρα

(από το ποίημα «Νικολάι Σταβρόγκιν»)

Να βρω την άκρη στα νήματα τούτα
Που μου χάραξαν στην όψη
Ένα μονίμως ιδιόρρυθμο χαμόγελο
Ξεχειλωμένο από παντού
Και μια ματιά πετράδια σπασμένα γεμάτη

(από το ποίημα «Πετράδια σπασμένα»)

Είναι που στα μάτια σας βλέπω τους λεπτοδείκτες
Γυρνούν τώρα ανάστροφα
Καρφώνονται στη ράχη μου
Και με δικάζουν
(…)
Και σας κοιτώ κατάματα
Ίσια κατάβαθα στο παιδί
Που κάποτε άπλωνε το βλέμμα του στη θάλασσα
Κι όλα της γης τα χελιδόνια τ’ αγκαλιάζαν.

(από το ποίημα «Λαθρομετανάστης»)

Εξαιτίας τέτοιων δειγμάτων που είναι διάσπαρτα στα ποιήματά της, με πολύ ενδιαφέρον θα διαβάσω την επόμενη συλλογή της Ειρήνης για να δω πώς θα διαχειριστεί τότε την έμπνευσή της.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *