ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

Η Ρωξάνη Νικολάου γεννήθηκε και ζει στη Κύπρο.
Εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές. Η πρώτη της ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 2000 και είχε τον τίτλο «Ποιήματα 1991 – 1999».
Το 2018 εξέδωσε τη δεύτερη της ποιητική συλλογή «Ψαλιδιστής» εκδόσεις Τεχνοδρόμιον και περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν την περίοδο 2008-2018.
Η συλλογή ήταν στα πέντε επικρατέστερα για το Κρατικό βραβείο ποίησης το 2018.

.

.

ΨΑΛΙΔΙΣΤΗΣ (2018)

Με φώναξε ο ερειπωμένος κήπος σου.
Πιάστηκε από τα πόδια μου

δεν μ’ άφηνε.

ΑΫΠΝΑ ΣΠΙΤΙΑ

Πέρασα από το σπίτι σου- με είδε
ήπιε νερό και πικρογέλασε.
Στο στόμα του έλαμψαν
χρυσά δυο δόντια

ο αραμπάς με την αρτηριοσκλήρωση
και το αναπηρικό του Κρίτωνα.

Κυλούσανε σε αφράτους δρόμους
και συνέχιζαν

πέρα απ’ το τέρμα
μέσα στον ουρανό.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Πρωί και βράδυ
το σπίτι υπήρχε.
Με τις ρίζες χιλιόχρονου δέντρου
με τα κλαδιά και τα πουλιά του
στην καρδιά.

Μια μέρα πέταξαν
όλα μαζί γι’ αλλού

Το ένα σήμερα
σκέπασε το άλλο

ο ύπνος στένευε ολοένα
άνοιγαν ρήγματα οι τοίχοι
χυνόταν μια ευωδιά
ακατοίκητης αποθήκης

Κανείς δεν άκουγε
μόνον ο ύπνος.

Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο
είναι το πιστότερό μου αντίγραφο.

ΛΑΘΡΑΙΑ ΣΚΙΑ

Από τις παλαιές γυναίκες
κλέβω
καθώς τον δρόμο τους τυλίγουν
και ξετυλίγουν
όταν νυχτώνει.

Πίσω από τα κλειστά τους
βλέφαρα
λαμπηδόνες λιγοστεύουν
το σκοτάδι

πεθαμένοι περιπατούν
αίμα φωνής
γυρεύουν.

Ο θόρυβος
της λαθραίας μου σκιάς
διασπά την αγκαλιά
του βλέμματος
στα νερά του
καθρεφτίζεται
το χέρι μου απλωμένο.

Η άκρη του δρόμου μου έφτασε
και με κοιτάζει.
Κραδαίνω τα δρέπανά μου
σε πέτρες αθόρυβες και σκονισμένες.

ΨΑΛΙΔΙΣΤΗΣ

Προσπαθώ να θυμηθώ τη φωνή του
ένα φωνήεν αναπηδά
στ’ αφτί πολύ κοντά

μαζί με τον ήχο του ψαλιδιού
και το φως

των φθινοπωρινών καταστημάτων
ανάβει μέσ’ απ’ τα κλαδιά.

Αγαπητέ μου κύριε
πώς γίνεται εσείς
που μέσα σε λίγα λεπτά
μεταμορφώνατε το παιδικό κεφάλι μου
σε δεσποσύνης
τώρα να κάθεστε στον καφενέ
ακέραστος και βυθισμένος
στο παντέρημο σας απόγευμα;

(Με φλέρταραν πολύ τ’ αγόρια
μα τα κοίταζα αφ’ υψηλού
ω, κύριε – τι θυμήθηκα – υπήρξα λοιπόν
εκείνο το κορίτσι που
έπαιζε μέχρι το βαθύ σούρουπο
κι ήμουνα όμορφη
και δυνατή πιο πολύ ακόμα
κι από ’κείνο τ’ αγόρι
που όλους τους νικούσε
στη γειτονιά.)

ΣΤΟΝ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ ΟΥΡΑΝΟ

Το φεγγάρι ξεροβήχει
ρίχνει ομίχλη ο τεχνικός
και τ’ ασημένιο φως
ο υποβολέας λέει τα λόγια
που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά

το τυφλό φεγγάρι

που κάποτε συνέφαγαν

το παιδί
η μάγισσα
κι ο λύκος

στον δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.

Ποιήματα φυτρώνουν της μιας νύχτας

ΛΟΞΗ ΒΡΟΧΗ

Πότε δυναμώνει στη διαπασών
και γδέρνει τον αέρα
με τα ισχυρά της νύχια

πότε σιγαλά εκπέμπει τη φωνή της

λοξή βροχή

ζώα, πουλιά, δέντρα
και άνθρωποι βλασταίνουν.

Η ΚΥΡΙΑ ΑΝΤΡΙΑΝΑ

Κοίτα την κυρία Αντριάνα μπροστά από το κάστρο
πηγαίνει του σφηνωμένου δρόμου της
τα τελευταία μέτρα
φυσώντας τη στραβή, βουβή τσαμπούνα του χρόνου της.

Ποντίκια με το μολύβι στ’ αφτί ροκανίζουν χωράφια
ρυθμίζουν

του ορίζοντα το χρώμα, του χώματος το βάρος
το μάτι του βλέμματος.

Πώς να σου δώσω τι;
Έχω την κόρη του ματιού
σ’ έναν κρυστάλλινο λυγμό
μεγαλωμένη
από καρφί που χρόνισε

μήτε βαθαίνει
μήτε βγαίνει.

ΧΑΡΑΚΙΑ ΑΠΟ ΠΕΛΜΑ ΠΑΙΔΙΟΥ ΟΧΤΩ ΧΡΟΝΩ

Σκόνταψα σε χαρακιά
μικρού πέλματος

ίσκιος πεθαμένης ιτιάς
σάλεψε στο χώμα

«δικό σου είναι»
μου μίλησε η φωνή μου
βουρκωμένη

αμέσως φανήκανε
πέντε, έξι
ίσαμε οχτώ χρονώ παιδιά

η κυρία Αριάθθη
καθόταν στην καρέκλα της
και μας κοιτούσε.

Στα πόδια της είχε μαζευτεί η αυλή της.
Ένας κόκορας τα τσιμπολογούσε
μουρμουρώντας

πως απ’ τη μυρωδιά της έλειπε.

ΣΤΗ ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΠΕΝΤΑΔΡΟΜΟΥ

Μπήκε στο μαγαζί.
Η νάιλον σακούλα
κρεμόταν στο ’να χέρι
πνιγμένο κοτόπουλο
με τ’ άλλο ζήτησε λεφτά

η ιδιοκτήτρια
του ’γνεψε να φύγει

η κάφτρα είχε φτάσει
στα μάτια του
που καίγονταν αργά
όπως κι η φούχτα μου
(μισό ευρώ δεν είχα επάνω μου)

όταν αποφάσισε εντέλει να στραφεί
να δρασκελίσει την τάφρο
με τα σκυλόψαρα
και να χαθεί

μέσα στη σκόνη του Πεντάδρομου

στη ζωή και τον θάνατό του.

Ας βαδίσουμε
για λίγο στη σιωπή μαζί.
Ξέμαθα το πολύ με τους ζωντανούς.

ΠΑΙΔΟΥΛΑ ΣΚΙΑ

Μικροκαμωμένη και ωχρή
με πλησίασε
η παιδούλα σκιά μου-
ξεσκαλώσαμε τα ρετάλια
των χρόνων
από τα μάτια των βάτων.

Φάνηκε το παλιό σπίτι.
Στο δωμάτιο με το χαμηλό φωτάκι
κοιμόνταν τ’ αδέρφια μου κι εγώ
στο άλλο οι γονείς.

Πώς θέλησα τα πρόσωπά μας να χαϊδέψω
και του σπιτιού τους τοίχους
να τρέξω στην αυλή κάτω απ’ το πάτωμα

μα το τριζόνι βύθιζε το νύχι του
στην κοιλιά της άδειας νύχτας.

ΟΞΑΝΑ

(Αφιερώνεται στη μνήμη του Dmitri Hvorostovsky)

Η Οξάνα άκουγε στην κουζίνα ένα τραγούδι, ρωσικό
και τρέχανε τα δάκρυα της
ενώ σκούπιζε τον πάγκο δυνατά.

«Είμαι εξήντα χρόνων και σαν παιδάκι την καρτερώ
να χωρίσει τα βρώμικα νερά από τα δάκρυα
που μαζεύτηκαν στο κιούπι του λαιμού.

Μητέρα,
εγώ η δυνατή σου κόρη, αθλήτρια και αντρική
αθόρυβα γέρνω.

Τελευταία μια θύελλα στο δικό σου σχήμα
μπήγει καρφίτσες στις παλάμες μου.
Πεθύμησα τα δάχτυλά σου που μύριζαν
παιδικά μαλλιά κι ανεβοκατέβαιναν
τη μακριά σκάλα του αύριο
σαν άρπα».

Γυναίκα που γύρευε πέτρα
να σπάσει το γυαλί της νύχτας της
άκουσε το τραγούδι.

Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ

Με δέκα λέξεις μιλώ
με χίλιες σωπαίνω.

Κι όταν απ’ τα δόντια του παραθυριού
μαζεύω τη σημαία της ημέρας μου
και το παρατημένο κέντημα των ωρών

τα δέντρα καληνυχτίζουν το ένα το άλλο
και με σκεπάζουν.

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΩΝ ΚΛΑΔΙΩΝ

Εκλάμψεις νομισμάτων φίλησαν τις ανεμώνες
φίλησαν τον κύκλο των κυπαρισσιών
ένα σκυλί συνόδεψε τη σκόνη του φορτηγού.

Στα μαλλιά μου στάζει μελαγχολία κλαδιών
η προ τελευταίας
των φύλλων
ανάσα.

Ανοίγει το νερό της διάτρησης
ο κλειδούχος των χωμάτων
κάνει τα χέρια του χωνί, φωνάζει τα παιδιά

στις φούχτες τους εναποθέτει τις ύστατες φωλιές.

Φάγετε το σώμα μου
φάγετε τον ύπνο μου
φάγετε τη φωνή μου.

Φάγετε
πιείτε.

Η γιαγιά μου
μιλούσε και στον θάνατο ευγενικά.

ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΗ ΧΛΟΗ

Του αγαπημένου μου
του αρέσει στην κουζίνα-
τα πιατικά και τα μαχαιροπήρουνα
όταν συγκρούονται
οι σπίθες που βγάζουν
του θυμίζουν τρυφερή ερωτευμένη χλόη
που σπαράζει καθώς σβήνει ο ήλιος τον Αυγερινό.

Ο αγαπημένος μου
χαίρεται να συζητά στο τραπέζι
με μονόφθαλμους και μονοπόδαρους ταξιδευτές
σε ξένους, σκονισμένους δρόμους
έχουνε απολέσει την ψυχή τους
ληστές που έστηναν καρτέρι
κι εύκολα έπιναν τον ύπνο των γυναικών.

Αγάπη μου, αγάπη μου
τ’ αποδημητικά πουλιά κάνουνε τέτοιο θόρυβο!

ΦΩΝΗ ΟΜΙΧΛΗΣ

Με καλούν θαρρώ
τα σχήματα των γραμμάτων
τάχα πως το ’χει ανάγκη
η Αντριάνα καθώς πλέκει
κι ο Ευέλθοντας
που περπατά πλάι στο υδραγωγείο

– άνθρωποι κυρίως νεκροί

Δεν μ’ αρκεί να σκάβω
στο λοξό μου τετράδιο – ζωή χυμένη
στα καλούπια των λέξεων.

Έλειπες από το στασίδι σου σήμερα στον απόδειπνο.

Ο ουρανός
άσε τον ουρανό
στραβός σαν μονόκλ κάποιου λόρδου αυλικού.

.

Αργά αργά ξυπνώ σε αυτόν τον κόσμο-
λίγο πριν πεθάνω,
θα ‘χω ξυπνήσει ολότελα.

.

Καθημερινή ρουτίνα:
Να συναρμολογείς τον εαυτό σου
πάνω από ένα ρήγμα
ανυπολόγιστου βάθους
και ν’ ανθίζεις κρεμμάμενος

.

Είναι λίγες, πια τόσο λίγες.
Καμπουριασμένες,
μαυροφορεμένες,
αχτένιστες,
ρίχνουν πέτρες σαν αγιασμό.

.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1991 -1999 (2000)

Τέτοια νύχτα ας μη συναντηθούμε
που κόκκινες κηλίδες
τα μάτια μου κοσκινίζουν
κι άχρωμη ύλη με σφίγγει.
Δεν είναι που είδα πάλι
τον κόσμο αλλιώτικο από μένα
ανάποδα να περπατώ
μια πέτρα είμαι
μια ρωγμή περιμένω
κλέβοντας ό,τι μπορέσω
από το φευγιό του αέρα.
Πιασμένη από σκοινί λεπτό
πάνω από χάος γυαλιστερό
ανάποδα κοίταξα κι εσένα.

.

Τα μαλλιά σου πώς κοιμούνται
τις αχτίδες
από το μικρό παράθυρο στο πλάι
που κοιτάζει που μετρά
το ύψος και το βάθος της ζωής μου.
Τοίχοι με τις μαραζωμένες αγιογραφίες
μικρό παράθυρο
με τα φτερά στο περβάζι

τούτ’ η στιγμή
τούτ’ η αλήθεια

πού θα ́ναι αύριο;

.

Είσαι ένα κομμάτι πλαστελίνη
μ ́ ένα πετραδάκι κάπου στη μέση.
Πήρες πολλές μορφές
στο χέρι που απόθεσες το υλικό σου.
Κάθε φορά που αρχίζει να σε πλάθει
σε χάνω.
Δεν έχει αλήθεια σημασία
εγώ σε αγαπώ για το πετραδάκι

για τη σταγόνα γλυκύτητας
που ρίχνει κάθε φορά στα μάτια σου.

.

Έπαιρνε τις ρυτίδες
από το πρόσωπό της
«πάρε τις εσύ. Με τις άλλες μαζί
δε θα σε νοιάξει. Άλλωστε
σε σένα ταιριάζουν, έτσι γεννήθηκες.
Εγώ είμαι το κλάμα του μωρού
κι όλο περιμένω να ‘ρθει
ό,τι ποτέ δεν έρχεται.
Τα σημάδια μου πάνε καλύτερα
μια ουλή, ένα τραύμα
ή χτύπημα από πεσμένο όνειρο

παίρνουν μιαν απόχρωση αργότερα
που πολύ πηγαίνει
με τον τύπο μου.

.

Στ’ ανοιχτά εκείνης της μέρας
έγιναν οι σκέψεις πέτρα
κι αντίκρισα έν’ ατέλειωτο ανήφορο.

«Το τείχος» είπα
«ποιος θα το χαλάσει; Πότε
ξανά θα γίνει

χώμα, νερό κι αέρας;»

.

Χτες είχα ανοίξει τα παραθυρόφυλλα
κάτι από έξω να μπει εδώ μέσα
ίσως μια πλάγια βροχή
να δρόσιζε τους τοίχους
κρύος αέρας ν’ αναστάτωνε
τις κουρτίνες, τα μαλλιά μου
ένα «γεια» περαστικό
ν’ άκουγε τη φωνή μου.

Μπήκες εσύ
κι αφού όλα τα πράγματα κι εγώ
πήραμε ένα διάφανο χρώμα
σε συνόδεψα μέχρι το δρόμο,
σου έγνεψα με το χέρι χαιρετισμό

ύστερα περπάτησα
εν’ ανήφορο από σκόνη
που μ’ έπνιγε
πήγα στ’ ανοιχτά παράθυρα
για να τα ξανακλείσω.

.

Η μορφή μιας καμινάδας
νυχτώνει μοιάζοντας παλιό αγγείο.
Ο ουρανός κλείνει
από τα χρώματα της νύχτας
και το σκίρτημα χτυπά
και ξαναχτυπά
στις απέναντι πολυκατοικίες
σφίγγεται στο τσιμέντο
αν λέει κάτι
δεν θέλω να τ’ ακούσω.

Αχ θλιβερά καμπουριασμένα ρούχα
πλαστικές καρέκλες
εύκολα να πλένονται τα ίχνη
των ανθρώπων.

Μια γυναίκα μπροστά από αλουμινένιες πόρτες
σκοτεινιάζει

ας ήταν το φιλί των παιδιών της
να ρίχνει λίγα στάχυα στα όνειρά της.

.

Τα κλαριά της
απλώνονται ξερά κοκαλιάρικα
αγγίζουν το χώμα
ένα γκρίζο ηλιοκαμένο χώμα
τ’ ανασαίνει
τ’ ανασαίνω

πέρα απέραντοι γκρεμοί
παντού ήλιος καυτός
σκύβω κάτω από τη συκιά
τα φύλλα της
τρίβονται στην πλάτη μου
κάθομαι στον κορμό της

εδώ ίσκιος
ένας διάφανος ίσκιος.

.

Ανάμεσα από τα κάγκελα
του μπαλκονιού βλέπω
τον ξένο τόπο
που, για μια στιγμή, νιώθω
για τόπο που γεννήθηκα·

ίσως εξαιτίας του χωμάτινου δρόμου
ή της στροφής που χάνεται πίσω απ’ το πράσινο

αλλά το χώμα
το βάθος του πρασίνου, η σκοτεινιά του
η στροφή που χάνεται πίσω του
με μπερδεύουν

μπορεί, σκέφτομαι, για τόπο θανάτου
να πρόκειται.

Γέννηση-θάνατος
τα ούλα του μωρού και του γέρου
στο ίδιο στόμα.

.

Το φως χτυπά και γίνεται άστρο
στο καπό των αυτοκινήτων
που απομακρύνονται.
Η όψη τους αντανακλάται
από το απέναντι τζάμι.
Κάθε ένα με ανοίγει
και ρίχνει στο άνοιγμα
τ’ ανούσιο του μισοτελειωμένου.

Δεν ακούω τίποτε άλλο.
Μόνο το χτύπημα των δευτερολέπτων.

Το φαεθώνιο ταξίδι μου
έφερε κοντά σου
μιαν ανάλαφρη πνοή ανέμου.

.

Κύματα λυγμοί των βράχων
ενσαρκωμένα τους όνειρα.

Ο ουρανός γυρίζει την πλάτη του
στα κύματα που βαριούνται
γράφουν στιχάκια
πάνω στα βράχια
έρχονται τα επόμενα και τα σβήνουν
γράφουν, σβήνουν, γράφουν
-εν αγνοία του ουρανού
νομίζουν-.

Άδειοι οι δρόμοι στα φανάρια.
Ανάμεσα Τράπεζας Κύπρου
και πολυκατοικιών
ένα παιδί
κοιτά τον ουρανό.

Κύματα, βράχια, ουρανός
την ψυχή ξεκρεμούν από το ξύλο της
για λίγο.

.

Παππούλη ενενηνταέξι χρονών
βρεγμένες οι ταράτσες, ο δρόμος
το άγνωστο δεντράκι κοιτάζεται
στη λιμνούλα της ρίζας του.

Πώς έπεσαν
σα  φύλλα
τα όνειρά μου.

Το κίτρινο κομπολόι
σε ποια γωνιά να νοσταλγεί
το χέρι σου
το τακ τακ από το κεχριμπάρι του;

Με τις χοντρές φλέβες το χέρι σου
κράτησ’ έναν αιώνα
που με τα μάτια σου μέτρησε
τόσους νεκρούς.

Εποχές κάτω
από αμέτρητα στρώματα πέτρας
το αίμα τους ανήσυχο
μέσα στους κάμπους του χρόνου
με συναντά.

Παππούλη,
τι μ’ απόμεινε παρά
ένα αλαφροΐσκιωτο μουρμούρισμα
να σφραγίζει το λαιμό.

.

Δεν βλέπω παρά την πόρτα απέναντι
σε όλο το φάσμα του ρεαλισμού της
ούτε καν μια φευγαλέα εντύπωση
ή αίσθημα
ενός αμυδρού ίσκιου
της σκιάς σου.
Χώνομαι στην αντικρινή όψη του τοίχου
γιατί ανάμεσα το τίποτε
γιατί ανάμεσα το διάστημα της απουσίας σου

να με γεμίζει
σαν παρουσία.

.

Κάποιος γράφει σκυφτός
τον αριθμό μου.

Αν έσπαγα σε κομμάτια;

Θα διαπίστωνε πως αυτό
είναι αδύνατο
-να γράψει έναν αριθμό-

(Πλατεία Βικτωρίας 1997)

.

Ησύχασε η μέρα.
Μια αντανάκλαση σε σχήμα
σπασμένου καθρέφτη
στον τοίχο
κρατάει κάτι από αυτήν
ακόμα.

.

ΑΠΟ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟ ΕΚΔΟΣΗ

ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΦΥΛΑΞΕΩΣ

Σε κεντρικό δρόμο της Αγίας Φυλάξεως
ανοίγει με τον κομπρεσόρο ένα λαγούμι
ρίχνει μέσα το συσσίτιο της μέρας
και ξαπλώνει·
μαύρα κύματα σβήνουν στο στήθος του
κομμάτια πάγου σκεπάζουν το πρόσωπό του

οι κάτοικοι ανοιγοκλείνουν τ’ αυτοκίνητά τους
τις γυάλινες πόρτες των μαγαζιών

τη βουβή σιωπή των νοσοκομείων
τα άγχη της νυχτός
τη φωνή τους.

Παγωμένος αέρας θερίζει τους αμμόλοφους
στην έρημο της Αγίας Φυλάξεως·
ασώματος αναλήφθηκε στη γη

μην τον μνημονεύσεις στους νεκρούς, όχι ακόμα.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ
KΡΥΜΜΕΝΗ ΣΚΙΑ 

Αφηγητής

Την ίδια ώρα κάθε βράδυ
μέσα απ’ τα άγρια χόρτα και τα κλαδιά
μια κοπέλα από το Νεπάλ σπρώχνει
-υπό το βλέμμα κρυμμένης σκιάς-
το αμαξίδιο μιας γυναίκας.

Κρυμμένη σκιά
Ποταμός ξεκρέμασε από τους ήσυχους τοίχους
το μικρό μας σπίτι με τη σφαγή και τον αγιασμό
πατώ στις κροκάλες και τις λειχήνες και γλυστρώ
στην ξένη νύχτα και τ’ ασήκωτά της άστρα.

Αφηγητής
Στην ίδια θέση, την ίδια ώρα κάθε βράδυ
τις περιμένει να φανούν, ν’ ακούσει τη φωνή της
να λέει «καληνύχτα»·
για να λάβει τη νυχτερινή της σκέπη και την κλίνη.

Η ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ

Καθημερινά τον κήπο διασχίζει ένας δρόμος
πίσω από ένα ήσυχο καΐκι που εμφανίζεται
την ίδια ώρα λίγο πριν αδειάσουν τα νερά

καθημερινά κι εγώ την ίδια δουλειά:
να βρω το στόμιο του νερού που όλο αλλάζει θέση,
να το κλείσω·

πρέπει για τούτο να χωθώ βαθιά, να ψάξω
μέσα στις λάσπες και τις μπλεγμένες ρίζες
σε παιδικά παπούτσια,
σε κόκαλα ζώων και πουλιών
και σε ιώδη θραύσματα φωνών

«Μοιάζεις μ’ εκείνο το αγόρι
που παλεύαμε μέχρι να νυχτώσει»

είπα σ’ αυτόν που οδηγεί το καΐκι

πόσο με θύμωνε,
γεμίζαμε αίματα, αφρίζανε οι χτύποι της καρδιάς
και νίκη δεν ερχόταν για κανέναν
την άλλη μέρα μετά το σχολείο, ξανά τα ίδια
ώσπου δεν ξαναφάνηκε κι η τραγουδιστή φωνή
της μητέρας του δεν ξανακούστηκε πια
(«Γιάννοοο μου, έλα, νύχτωσε πια»)·

«είσαι στ’ αλήθεια εσύ; τι γυρεύεις εδώ;
γιατί σ’ ακολουθεί αυτός ο δρόμος;»

ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ΕΡΓΑΤΗΣ

Στάθηκα λίγο ψηλότερα απ’ τα δέντρα
και τον κοίταζα που ξάπλωνε κατάχαμα
στο παλιό βοτσαλωτό μονοπάτι του πατρικού·

απ’ τα αιχμηρά του ματόκλαδα κυλούσανε
δαγκωμένοι απ’ τα νερά του Νείλου, λωτοί

φοινικιές, πορτοκαλιές, τζιτζιφιές, κισσοί,
αγιοκλήματα κι αγριοτριανταφυλλιές
κουβέντιαζαν μαζί του και με τα τρυφερά τους
χνώτα σιγά τον αποκοίμισαν.

Την άλλη μέρα με χαιρέτησε
τα μάτια του είχαν το χρώμα του ζαχαροκάλαμου

«είμαστε όλοι ποιητές» μου είπε «μα και κομπάρσος
σε όνειρα δικά σου ή σε ποιήματα δεν λέω όχι
αρκεί να βγαίνει ένα μεροκάματο»

τα δέντρα συμφώνησαν και τα φυτά μαζί του
μη σας πω ότι ακούστηκε σαν ρόγχος ανθρώπινος
ο αέρας βιαστικός κι αυτός να συμφωνήσει,
ακόμα κι ένας περαστικός σαλίγκαρος συγκατένευσε
ο καημένος, που λίγο πιο πέρα απρόσεχτα σκοτώθηκε
από το πόδι του πατέρα.

ΟΝΕΙΡΟ

Εφηύρα έναν άντρα
του ‘δωσα πρόσωπο, φωνή, κίνηση, επάγγελμα
του ‘δωσα γραφείο κι ένα χωλ
σε μια πολυκατοικία συμπαθητική
δίπλα από ένα πάρκο.

Πέρασα το πρόσωπό του
ένα στρώμα σοβαρό κι αγέλαστο
κι ένα δεύτερο τρυφερό
και χέρια ω ναι και χέρια του ‘δωσα
αγρότη όχι πιανίστα
ούτε γιατρού

μετά από πολλά
«ο επόμενος, ο επόμενος, ο επόμενος»

μπήκα εγώ
κι ενώ ήμασταν στο γραφείο
και μου μιλούσε (με την τρυφερή φωνή του)
το βλέμμα του ήταν βουρκωμένο
και μακρινό
(γιατί και νοσταλγία αγκαθωτή του είχα δώσει
για να μου μοιάζει λίγο)

Αφού έφυγα
πήγε στο παράθυρο
και πίσω από τα κλειστά τζάμια
τον είδα να κοιτά
το πέρα από ‘μένα
το χωρίς εμένα

έτσι ποτέ δεν με κοίταξε πια
ούτε ξανά μου μίλησε
γιατί ξύπνησα κι αυτός
δεν θα μπορούσε πια να ξαναζήσει

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΥΡΚΕΤΤΗ

DIALOGOS.COM.CY 1/12/2019

Οι πιο πολλοί είμαστε εκπαιδευμένοι να ερμηνεύουμε τον χρόνο εξελικτικά, χωρισμένο σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, μάλλον γιατί είναι πιο εύκολο να αναζητάμε αιτιακές σχέσεις ανάμεσα στα διαδοχικά επεισόδια της ζωής μας: έγινε αυτό, διότι προηγήθηκε εκείνο και έπεται το άλλο. Ανάμεσά μας, όμως, ξεφυτρώνουν κι αυτές οι ωραίες μονάδες, που μένουν μόνες, ακόμη και μέσα σε εσμούς ομοίων, και υπαινίσσονται μια παρατακτική πρόσληψη του χρόνου, σχεδόν αναρχική. Πλάθουν ποιήματα ανθρωπόμορφα, με χρονικές ασυνέχειες, συμφύροντας έμβια και άψυχα, φαντάσματα, ημιθανείς και ζώντες σε ένα πλέγμα τόσο πυκνό, που δεν μπορεί παρά να απηχεί την αναγεννητική δύναμη του δημοτικού τραγουδιού. Είναι ποιήματα που «δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια, μόν’ κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία».

Στη συλλογή Ψαλιδιστής της Ρωξάνης Νικολάου αναφύονται εικόνες που προκαλούν τη συμβατική οπτική αντίληψη, αυτές που με εικαστικούς όρους ονομάζονται «αναμορφωτικές»: μπορείς να τις προσπεράσεις ως δυσνόητες ή παραμορφωμένες, αλλά αν βρεις πρόσφορο σημείο, θα σου αποκαλύψουν τα ωραία μυστικά της αναδημιουργίας «στα μετόπισθεν της όρασης»:

Θέλω να σας χαρίσω τον χρόνο που έζησα
σ’ έναν κόσμο που υπήρξε χάρη στη φαντασία μου

– όπως κι εγώ η ίδια άλλωστε –

Το σπίτι, ο κήπος, ο άνθρωπος της Ρωξάνης είναι εναλλάξιμες έννοιες: ρέει η μια μέσα στην άλλη, την μετασχηματίζει, την αναδημιουργεί, την απεγκλωβίζει από χρονικά και μορφικά στεγανά: «Πέρασα από το σπίτι σου. με είδε/ήπιε νερό και πικρογέλασε». Και, βέβαια, το θαυμάσιο:

Με φώναξε ο ερειπωμένος κήπος σου.
Πιάστηκε από τα πόδια μου
δε μ’ άφηνε.

Ο κήπος μαράθηκε, (δύσκολο να μην αντηχήσει εδώ ο λυγμός του Παυλίδη – Ποιος τα φροντίζει τ’ άνθη), αλλά αιχμαλωτίζει το σώμα και του στερεί την κίνηση. Και τα τρία ρήματα είναι δοσμένα στον αόριστο, εντούτοις μόνο το πρώτο ανήκει ουσιαστικά στο παρελθόν. Τα άλλα δύο είναι του παρόντος και του μέλλοντος, και αποδίδουν τόσο ισχυρή βούληση σε αυτό που οι περισσότεροι βλέπουμε ως άβουλο φυτικό σύμμειγμα, ώστε ο κήπος να αναδεικνύεται σε προέκταση του άλλου σώματος: εκείνου που κάποτε συνυπήρχε με το δικό μας σώμα, και προστάζει τώρα την επαναφορά της παλιάς συνθήκης, αναζωογημένης, όμως, με την ορμή πραγμάτων που κατάντησαν αόρατα, μα δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν:

Μ’ αποχαιρέτησε λέγοντας «μείνε όπως είσαι».

Γκρεμούς ανοίγει ανάμεσα
σ’ εμένα και τους ανθρώπους
αυτό που είμαι.

Ό,τι θυμάστε από’ μένα,
λίγο ή πολύ αλήθεια ή ψέμα φυλάξτε το
κι όταν ο θάνατος μάς πιει τον ύπνο της ζωής

ο αέρας θα τραγουδά με χίλιους τρόπους
πως δεν υπήρξαμε.

Εκεί όπου καταργείται η γραμμική ανάπτυξη του χρόνου, ανατρέπεται κάθε έξωθεν επιβεβλημένη ιεραρχία και διανοίγονται τόσο πλατιές προοπτικές ανασημασιοδότησης και ανανέωσης, που είναι αδύνατον να τις αγνοήσεις. Μπορεί να αποφασίσεις να τις προσπεράσεις, από δειλία ή αναβλητικότητα, αλλά αυτές θα επιμένουν να έρχονται αλλεπάλληλα και με διαλείψεις, σε ένα αναιδέστατα αειθαλές μοντάζ. Όπου ευφραίνεσαι, κοντοστέκεσαι – μπορεί και να κατεβείς όπου θες, αν σ’ αφήσουν τα ποτάμια του Ρεμπώ –φτάνει να μην αδικήσεις.

Άνθρωπο να μην αδικήσω, μήτε ζώο,
πετούμενο, πράγμα
στη γη φυτεμένο, νεκρό, ζωντανό

να μην αδικήσω Θεέ μου
την ώρα εννιά
τις τρεις και εικοσιπέντε

ούτε ώρα καμιά μέρας ή νύχτας.

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

ΕΦΗΜ. ΑΛΗΘΕΙΑ 8/7/2019

Μα πόσο συγκροτημένη, επιβλητική, υποβλητική, ατμοσφαιρική ποίηση. Μα πόσο ευαίσθητη, τρυφερή, ανήσυχη, φιλοσοφική ποίηση. Αρμονική συνύπαρξη ρεαλισμού και ονειροπόλησης, στίχοι που κλείνουν, ή που ανοίγουν – για εμένα το ίδιο κάνει – πληγές, στίχοι που δεν τους διαβάζεις απλώς. Τους γεύεσαι κιόλας, τους μυρίζεις, τους ακούς.
Πότε στον Πεντάδρομο, πότε στη Χαϊδελβέργη, πότε σε κάποιο ερημικό ακρογιάλι, πότε σε μια πολυσύχναστη παραλία, σίγουρα, όμως, και πάντοτε, βυθισμένος στο φιλόξενο πέλαγος της αγάπης. Η Ρωξάνη Νικολάου, με εικαστική εκφραστικότητα, σκιαγραφεί πρόσωπα και εικόνες αλλά, φτάνοντας στην τελευταία σελίδα της πυρετώδους και σπινθηροβόλας συλλογής της, αισθάνομαι ότι, πεζογραφικά μιλώντας, διαθέτει κάτι από Καμύ και, κυρίως, κάτι από Τόμας Μαν. Δεν εννοώ ότι έχει επηρεαστεί από το έργο τους, που μπορεί να ισχύει κι αυτό, εννοώ ότι τοποθετεί κάτω από την ίδια στιχουργική στέγη την οργή και τη γαλήνη, το άσπρο και το μαύρο, τη μέρα και τη νύχτα, την ελπίδα και την απελπισία, τη ζωή και τον θάνατο παίζοντας, επιδέξια και, στιγμές-στιγμές, με τη συμβολή ενός τραγικού σαρκασμού, και αυτοσαρκασμού, με τη μυστηριώδη υπόσταση του ανθρώπου.
Ακόμα και στα ποιήματα που χαρακτηρίζονται από λιτότητα, ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να ξεχωρίσει, και να απολαύσει, το βάθος της σκέψης και της γραφής της Ρωξάνης Νικολάου και, ταυτόχρονα, την καλλιέπεια, λογοτεχνική και αισθητική, των πεποιθήσεών της.
Ανάγνωσμα υψηλής νόησης και διανόησης, χαράζει το δέρμα σαν γυαλί, συγκινεί με τον άφθαστο ουμανισμό του και, εν κατακλείδι, πέφτει σαν ευεργετική βροχή στην πνευματική, και πολιτιστική, ξηρασία που μαστιγώνει τους καιρούς που ζούμε, όπου η ποίηση ειδικώς, και η λογοτεχνία γενικώς, αποτελούν τους φάρους που δεν μας αφήνουν, ευτυχώς, να τσακιστούμε επάνω στα κοφτερά βράχια της τεχνολογικής, ψηφιακής και καταναλωτικής λαίλαπας.
Όσο για τη νοσταλγία που διαπνέει τον «Ψαλιδιστή», την περιγράφει, βελούδινα, η ίδια η ποιήτρια: «Μικροκαμωμένη και ωχρή/με πλησίασε/η παιδούλα σκιά μου/ξεσκαλώσαμε τα ρετάλια/των χρόνων/από τα μάτια των βάτων/Φάνηκε το παλιό σπίτι/Στο δωμάτιο με το χαμηλό φωτάκι/κοιμόνταν τ’ αδέλφια μου κι εγώ/στο άλλο οι γονείς/Πώς θέλησα τα πρόσωπά μας να χαϊδέψω/και του σπιτιού τους τοίχους/να τρέξω στην αυλή κάτω απ’ το πάτωμα/μα το τριζόνι βύθιζε το νύχι του/στην κοιλιά της άδειας νύχτας».)

.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ

Ο “Ψαλιδιστής” της Ρωξάνης Νικολάου (Λεμεσός: Τεχνοδρόμιον 2018) είναι μια από τις ωριμότερες ποιητικές συλλογές της κυπριακής λογοτεχνίας των τελευταίων χρόνων.
“Περιοριστής ή ψαλιδιστής”, μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο, “είναι ένα κύκλωμα που απομακρύνει είτε τα θετικά είτε τα αρνητικά τμήματα μιας κυματομορφής. Αυτού του είδους η επεξεργασία χρησιμεύει στη διαμόρφωση σήματος”. Ψαλιδιστής, δηλαδή, είναι εκείνος/εκείνη/εκείνο, που μετατρέπει τον “θόρυβο” σε αισθητό και αντιληπτό σήμα, που καθιστά εφικτή την επικοινωνία. Στον “Ψαλιδιστή” επανέρχεται το μοτίβο-σύμβολο της Σκιάς, παράλληλα με εκείνο της αποσωματοποιημένης Φωνής, που ψάχνει να βρει αίμα να πιει, για να μπορέσει να ακουστεί. Η συλλογή είναι μια σύγχρονη Νέκυια, μόνο που ο Άδης δεν είναι εκτοπισμένος σε ένα φαντασιακό Αλλού· βρίσκεται «στα μετόπισθεν της όρασης», «στο ψύχος της μνήμης». Από τα ποιήματα ξεπροβάλλουν συνεχώς εἴδωλα καμόντων, μορφές ανθρώπων και πραγμάτων (ο αγαπημένος νεκρός, το παλιό σπίτι, ο ερειπωμένος κήπος, ο ηττημένος άνθρωπος στη σκόνη της πόλης), περιγράμματα αναμνήσεων, που «τον ύπνο τους τον ήπιε» ο θάνατος και ο χρόνος. Ολόκληρη η συλλογή είναι μια απόπειρα επικοινωνίας —αποκατάστασης σήματος— με τέτοια εἴδωλα καμόντων: είδωλα ανθρώπων (αγαπημένων νεκρών και άλλων, που άφησαν το αποτύπωμά τους στην πόλη και στη μνήμη), ονείρων, σπιτιών, κήπων, αισθήσεων, αναμνήσεων. Τα είδωλα παλεύουν να υπάρξουν ξανά ή έστω να ακουστούν, αλλά η φωνή τους είναι απόμακρη και ακατάληπτη. Το σήμα τους αλλοιώνεται από τα παράσιτα της φθοράς. Ποιος θα είναι ο «ψαλιδιστής», το κύκλωμα που θα καθαρίσει το σήμα, ώστε να καταστεί εφικτή η επικοινωνία; Η ποιήτρια; Η ποίηση; Ο αναγνώστης;
Ο “Ψαλιδιστής” της Ρωξάνης Νικολάου και η “Σφαγή του Αιώνα” της Αυγής Λίλλη ήταν μακράν τα καλύτερα ποιητικά βιβλία του 2018. Η επιτροπή βράβευσης κατέσφαξε τη “Σφαγή”, την οποία δεν συμπεριέλαβε καν στη βραχεία λίστα, και προσπέρασε τον “Ψαλιδιστή”. Habent sua fata libelli.

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Θ. ΓΚΟΤΣΗΣ

Σεπτέμβριος 2019

ΜΙΑ ΜΑΚΡΥΣΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ ΑΛΛΙΩΤΙΚΗ ΠΟΥ ΑΛΛΟΙΩΝΕΙ

(Ατελώς για την ποίηση της Ρωξάνης Νικολάου στο βιβλίο της «Ψαλιδιστής» )

Όταν ο λόγος του ποιούντος θέλει να παραμένει σεμνός και στο αόρατο ακόμη μέρος του βάθους του, τότε έχει κανείς την αίσθηση, όταν βέβαια τον προσλαμβάνει σωστά, δηλαδή ακούγοντάς τον, απαγγέλοντάς τον, ότι είναι μια φωνή που καταφτάνει τμηματικά, επωδύνως αισθητά, από πολύ μακριά.

Στην περίπτωση της Ρωξάνης Νικολάου, ανθρώπου πολύ προωθημένης καλλιέργειας, μπορεί κανείς μετά από πολλά ακούσματα των ποιημάτων της, να κατανοήσει και να υποπτεύσει τη βούλησή της να μας προσφέρει ένα ποιητικό «σήμα», στο οποίο πότε το κακό σε παρόν ή σε μνήμη και πότε το θετικό, παρομοίως, αναιρούνται ή προσφέρονται. Έτσι η ποιήτρια αναλόγως, αλλά και πάντοτε, αποκτά μέσα στον προσλαμβάνοντα νού μας κυματισμό, μεταπίπτουσα σε έναν “ψαλιδιστή”.
Είναι όμως τα πράγματα έτσι απλά όπως τα συναντούμε στη Φυσική; Δηλαδή σε κυκλώματα που αποκόπτουν ένα μέρος του σήματος-της εναλλασσόμενης τάσης- και την περιορίζουν, ώστε να μην υπερβαίνει μιαν ορισμένη τιμή; Έτσι που να υπάρχει προστασία του όλου, είτε μορφοποίηση του σήματος; Δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να αντιστοιχήσει εδώ κάποιος αναγνώστης-ακροατής τα όσα συμβαίνουν στη Φύση με εκείνα της ποίησης αυτής, όπως μάς τα προσδιορίζει με τον τίτλο του βιβλίου της η Ρωξάνη Ν., πολύ χαρακτηριστικά, αλλά και πολύ δυσχερώς συγχρόνως.
Η λειτουργία του κυκλώματος εδώ θα ήταν ο πρόθυμος εναγκαλισμός του ποιητικού σώματος από εκείνον που θέλει να το προσεγγίσει. Μένοντας έτσι, θα νιώσει πολύ σύντομα ότι βρίσκεται μέσα σε τοπία που ανήκουν και στο εδώ αλλά και σε έναν μυθικό κόσμο συγχρόνως ή και χωριστά, ακόμη και τμηματικά. Ο οποίος δηλαδή κόσμος δεν είναι απλά μυθοπλαστικά δημιουργημένος, αλλά παίζει και πάλλεται μετατρεπόμενος άλλοτε σε όνειρα παραδόξως παρόντων συμβάντων της μνήμης και άλλοτε σε παροντικές διαδρομές στοιχείων που ανήκουν στο παρελθόν. Η τελική εντύπωση είναι ότι ακούει κανείς τη διήγηση ενός μύθου, καθώς εγείρεται εντός του μια μυθολογία ψυχής, η οποία υπερκερά πόνους και μνήμες μικρών δραμάτων. Εκεί είδα εγώ την ουσιαστική αξία των ομιλουμένων αυτών στίχων, στην επιποθούμενη δηλαδή σωτηρία όσων υπέστησαν απώλειες, όσων αισθημάτων και βιωμάτων παρουσιάζονται «ψαλιδισμένα». Από σεμνότητα, δηλαδή από αποδοχή των αρνητικών και επικάλυψή τους με ελπιδοφόρα ωραιότητα, π.χ.στους στίχους
Ο αέρας θα τραγουδά με χίλιους τρόπους
πως δεν υπήρξαμε
Ένας κόσμος σχεδόν εξωπραγματικός, ονειρικός ή και πλασματικός, ή πιο σωστά πλασμένος από την καλλιτεχνική πράξη της Ρωξάνης, από την γνωρίζουσα και αναγνωρίζουσα της ποιήτριας ψυχή, την πειστικά παρούσα κατά την δημιουργία ψυχική εγρήγορση.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

THE BOOKS’ JOURNAL
τεύχος Ιούλιος-Αύγουστος 2019

Ξένο φως, άλαλο καρφί στο σώμα / ο ορίζοντας σαρώνει τ’ όνομά μου. H Το παράθυρο σιγοτραγουδά // – Τι ωραίος ο φράχτης με τα σάπια φύλλα / τι όμορφα που κελαηδούν τ ’ ανέστια πουλιά! Το ποίημα αυτό, με τον εξίσου
εκπληκτικό τίτλο «Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό», δίνει το στίγμα του δεύτερου ποιητικού βιβλίου της Ρωξάνης Νικολάου. όπου αποστάζεται εργασία της δεκαετίας 2008-18. Εκλάμψεις νομισμάτων φίλησαν τις ανεμώνες/ φίλησαν τον κύκλο των κυπαρισσιών. Ασυνήθιστης πυκνότητας και αυτοελέγχου λυρισμός (ποιήματα που σπανίως ξεπερνούν τη σελίδα), μα και λεπτή ειρωνεία, είναι τα γνωστά εργαλεία χειρισμού γνωστών θεμάτων (η αγάπη, η φύση, η μητέρα, η παιδική ηλικία, ο θάνατος) που φανερώνουν ωστόσο μιαν ευπρόσδεκτα διακριτή φωνή, θυμάμαι το μακρύ σου σώμα πώς κατάπινε τους δρόμους.

.

2 σκέψεις για το “ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ”

  1. Ασφαλώς δεν αμφιβάλλω το ποιητικό ταλέντο το οποίο υπάρχει δυναμικά και δικαιωματικά επαινείται. Το πρόβλημα μου είναι κάπου αλλού . Με την Κύπρο υπό κατοχή με το μέλλον της στα χέρια μπακάληδων πίστευα ότι κύπριοι λογοτέχνες με το προεξέχων ταλέντο της Ρωξάνης θα αφιέρωνε και κάτι για την Κύπρο. όταν και οι λογοτέχνες μας αγνοούν να εκφραστούν δυναμικά τότε η ελπίδα για την Κύπρο είναι χαμένη

  2. Αγαπητέ κύριε Ιωάννου,
    ειλικρινά σας ευχαριστώ για το σχόλιο. Δεν ξέρω αν έχετε δίκιο ή άδικο να μου προσάπτετε αδιαφορία για την κατεχόμενη πατρίδα κρίνοντας από τα ποιήματά μου εδώ. Δεν ξέρω και τι ακριβώς περιμένετε από ένα ποίημα για να μην το αποσπάσετε από το σώμα του τόπου. Η Κύπρος βρίσκεται μέσα στα ποιήματά μου. Είναι σπασμένη και σπαρμένη μέσα τους όπως κι η καρδιά μου στα χώματα και τους ανθρώπους της. Ένα ποίημα είναι και σχόλιο πολιτικό αλλά ο ποιητής δεν είναι πολιτικός. Εκείνος που επιζητεί το συνθηματικό/επικαιρικό λόγο επειδή αυτόν αντιλαμβάνεται ως “δυναμική έκφραση” σίγουρα δεν θα τον βρει στα δικά μου ποιήματα. Θα θυμούμαι πάντως την παρατήρησή σας. Και πάλι σας ευχαριστώ.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *