ΤΑΣΟΥΛΑ ΤΣΙΛΙΜΕΝΗ

Η Τασούλα Τσιλιμένη είναι Καθηγήτρια στο Π.Τ.Π.Ε., του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (Π.Θ.) στο οποίο διδάσκει θέματα Παιδικής-Εφηβικής Λογοτεχνίας, Αφήγηση, Μυθοπλασία – Δημιουργική Γραφή κειμένων βραχείας φόρμας. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν στη θεωρία και κριτική της παιδική/εφηβικής λογοτεχνίας καθώς επίσης και στη διδακτική της. Ως καλεσμένη καθηγήτρια προσφέρει μαθήματα και διαλέξεις σε μεταπτυχιακά προγράμματα πανεπιστημιακών ιδρυμάτων της ημεδαπής και αλλοδαπής (ΕΚΠΑ, ΑΠΘ, Λευκωσίας, κ.α). Έχει δημοσιευμένο ερευνητικό έργο σε έγκριτα διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά, συλλογικούς τόμους, πρακτικά συνεδρίων και σε αυτόνομα ατομικά βιβλία. Είναι Διευθύντρια του Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού του Π.Θ και Διευθύντρια του ηλεκτρονικού περιοδικού για τη θεωρία και μελέτη της παιδικής λογοτεχνίας ΚΕΙΜΕΝΑ (www.keimena.ece.uth.gr). Παράλληλα ασχολείται με τη συγγραφή λογοτεχνικών βιβλίων για παιδιά και ενήλικες που εκδίδονται από επώνυμους εκδοτικούς οίκους.
Διηγήματα και μικρές ιστορίες της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και σε έντυπα, όπως το ηλεκτρονικό περιοδικό “Ο Αναγνώστης”, η εφημερίδα “Ελευθερία” και άλλα. Βιβλία της έχουν μπει στη βραχεία λίστα του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, ενώ το βιβλίο της “Ο κύριος Μπου” έχει τιμηθεί με το Βραβείο Εικονογράφησης του ίδιου φορέα.

ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ
Τη νύχτα που ζήλεψε το φεγγάρι, μυθιστόρημα, Σύγχρονοι ορίζοντες, 2003
Μικρές παραμυθίες του έρωτα, ποιήματα, Βόλος, 2017
Το Κουμπί, διηγήματα Καστανιώτης, Αθήνα 2017
Η αφωνία του απογεύματος Μανδραγόρας 2021

.

.

Η ΑΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ (2021)

Βλέμματα

ΑΝΕΜΟ-ΛΟΓΙΟ

Τις νύχτες
Όταν τα χέρια σου κουράζονται σφιχτά να μ’ αγκαλιάζουν
Κι αναζητά το σώμα σου πλευρό
Την πλάτη σου κοιτώντας
Ακροβατώ στα σημαδάκια της
Νησιά, πέτρες του Αιγαίου.
Με τ’ ακροδάχτυλα όνειρα
υφαίνω στο μισοσκόταδο.
Κυματισμοί στο δέρμα σου οι γρίλιες
Ακοίμητα σκαθάρια
Διαδρομές στο άχρονο.
Να νανουρίσω, μάταια, τότε προσπαθώ
σε ένα λίκνο από σιωπές
όσα μένουν μετέωρα ανάμεσά μας.

ΕΡΩΤΩΝ ΤΡΑΥΛΙΣΜΑ

Του κόσμου τ’ άγιο δισκοπότηρο κεντώ
με όνειρα δυσοίωνα τις νύχτες
τον χρόνο τον αγέννητο μετρώ
σε σκουριασμένους λεπτοδείκτες.
Τις λέξεις σου γερά σφυρηλατώ
ανάγλυφα φωνήεντα αγάπης
να μείνουν στων αιώνων το κενό
πιστά αντίγραφα απάτης.

Τα σύμφωνα θα ρίξω στο νερό
εκεί που πλύθηκε ο Πόντιος Πιλάτος
να ‘ρχονται και να ξεδιψάνε οι πιστοί
απ’ το ελιξήριο του πάθους.
Με το ξημέρωμα χολή το ξέρω πως θα πιω
απ’ το φιλί του Ιούδα προδομένη
και να ’ναι τα καρφιά ζητώ
βαθιά ως της καρδιάς τα μέρη.

Και μόνο σαν σε δω να τριγυρνάς
τρεις μέρες και τρεις νύχτες στο σκοτάδι
με τη θηλιά σφιχτή τριγύρω στον λαιμό
πικρά πολύ μετανιωμένο
ερώτων τραύλισμα να λες
μετάληψη να αναζητάς απ’ το γυμνό κορμί μου,
τότε θα πω πως άξιζε ο σταυρός
αφού ανάσταση θα έχει φέρει.

ΣΚΙΕΣ

Το φως θα ντύνομαι και τη σκιά
σχήμα θα παίρνω με το κορμί σου
απ’ της σκιάς σου την αλήθεια θα πιαστώ
αναζητώντας τον βυθό σου
θα κρύβομαι, θα βγαίνεις στον αφρό
θα πνίγομαι γλυκά μες στο εγώ σου.
Στο άπιαστο μαζί σου θα γλιστρώ
κι όσα δεν έζησα αυτά θα νοσταλγώ.

Η ΑΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Την ώρα που ο ήλιος καθρεφτίζεται
στα γυμνά παράθυρα των σπιτιών
-το ρολόι δείχνει περίπου σαράντα λεπτά πριν τις επτά-
Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή,
μέσα μου απλώνεται μια θλίψη.

Στις μεγάλες σκιές και στις αντανακλάσεις
αναζητώ ό,τι δεν ήρθε.
Καληνυχτίζω τα αγέννητα
κι αυτά που χάθηκαν αναζητώντας μια ταυτότητα.

Κυρίως τις λέξεις
που απόμειναν στα σύρματα της ΔΕΗ
χαρταετοί μέρες σαρακοστής.

Δεν ξέρω,
δεν ρώτησα ποτέ
αν ετοιμάζονται να μεταναστεύσουν
ή μόλις έφτασαν
κι αναζητούν εθελοντές σε ένα πείραμα
για τα σαββατοκύριακα που αυτοκτονούν
και βρίσκονται μετά τα σώματά τους να επιπλέουν
στο κόκκινο και στο μαβί του ηλιοβασιλέματος.
Θλίψη.
Πέντε γράμματα όλα κι όλα!
Ένα που προσπαθεί να γκρεμίσει
το λευκό των δοντιών της,
ένα που αγγίζει το υγρό της επουράνιας θόλου,
τρίτο που ψιχανεμίζεται στα χείλη
και ένα ερμαφρόδιτο φωνήεν.
Άφωνο.

Κι εγώ που ποτέ δεν τα κατάφερνα με τη γραμματική σου απαντώ,
γιατί κωπηλατεί σε μια λίμνη από Θλίψη.
Κι είναι γι’ αυτό
Την ώρα που ο ήλιος καθρεφτίζεται
στα γυμνά παράθυρα των σπιτιών
-το ρολόι δείχνει περίπου σαράντα λεπτά πριν τις επτά-
Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή,
μέσα μου απλώνεται μια θλίψη.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Εκείνος με το ακορντεόν
που κάθε Κυριακή πρωί έσπαζε τη σιωπή μας,
έγινε τώρα συλλέκτης μιας βροχής από ψυχές
ταξίδια που ονειρεύτηκαν σε κόκκινα λιβάδια.
Τέφρα μαζεύει πια από το φως
Από τα πεύκα πρωινές δροσοσταλίδες.
Κι όσο σμιλεύει της νοσταλγίας την προτομή
αφρό απαστραπτόντων κυμάτων πίνει
μασάει τον χρόνο που έφυγε
και επιθυμεί σε ολάνθιστα στενά να ξαναπερπατήσει.

ΜΑΙΟΣ

Πίσω από τοίχους τον καλωσορίσαμε
με ψεύτικα λουλούδια στα βάζα.
Φορούσε τη χλομάδα του χαμομηλιού
στα χείλη του το μοβ της πασχαλιάς
μαλλιά είχε από εφιάλτες
στα δάχτυλα υποσχέσεις αμφίβολες.
Το βλέμμα του στο χτες.
Ενδύματα φορούσε πανάρχαιας επιδημίας.
Στεφάνι από οδοφράγματα, φωτιές, φωνές, φορούσε
Στα πόδια του παρθένες παπαρούνες.
Κι εμείς χειροκροτούσαμε τον ερχομό του
κρατώντας τις ανάσες μας πίσω από τοίχους.

Μικρογραφίες

Τραγούδια σπαράγματα
τα δέντρα στο τζάκι.
Τόσα κάρβουνα
κι ακόμα δεν κάηκε η μοναξιά αιώνων.

*

Τα βλέμματα που κρέμονται στους τοίχους
και σε αδράχτι γνέθουν τη σιωπή,
αν άνθισαν οι κερασιές ρωτούν απόψε
νερό από χιόνι αν ήπιε το πουλί.
Αν έφυγε ο μικρός κοκκινολαίμης
κι αν η ελπίδα ήρθε να με βρει.

*

Πού βρέθηκαν τόσα κλαράκια λεμονοκυπάρισσου στο μαξιλάρι της;
Όλη τη νύχτα αυτή κεντούσε πορφυρογέννητες θάλασσες.

*

Άγραφα λόγια εραστών
ταξιδεύουν στον χρόνο
ξεκουράζονται στο διάφανο σώμα της θάλασσας
ο φλοίσβος σωπαίνει.
Φωτοβόλοι αναστεναγμοί
κι ο φάρος φωνάζει τη μοναξιά του.

*

Στην άκρη της μέρας
όνειρα, ελπίδες και φόβοι
διπλώνουν τα κίτρινα φτερά τους
ακονίζουν επίμονα τα ράμφη
το σκοτάδι είναι εφτάψυχο
ανάβουν φωτιές
το ξημέρωμα έρχεται
πάντα με παγωμένο χαμόγελο.

*

Χρόνος
Κρατά στα χέρια του αυτοσχέδιες μολότοφ
τις εκσφενδονίζει με μαθηματική ακρίβεια
από παράπονο, θυμό ή μεγαλοκαρδία
ίσως από ανάμνηση επετειακή
που κάποτε τον κόψαμε σε τέσσερα κομμάτια
κι έκτοτε βουλιμικά τον καταβροχθίζουμε.
Για επιδόρπιο ανελλιπώς μας στέλνει πυροτέχνημα την άνοιξη.

.

 

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ  (2017)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Εικόνες ζωής, χαμηλόφωνες αλλά και υπαινικτικές, με ένα βλέμμα νοσταλγικό και καταγγελτικό για όσα έγιναν και όσα δεν πρόλαβαν να γίνουν. Η απώλεια, ως διαρκές στοιχείο αυτού του βιβλίου, διατρέχει ιστορίες που μαρτυρούν την ομορφιά, την παρουσία των αψύχων αλλά και των ζωντανών, τα όνειρα και την παιδικότητα ως μεδούλι της ζωής. Τα πρόσωπα δεν απεκδύονται τους ρόλους που η ζωή τούς όρισε.
Κορίτσια που ασφυκτιούν στον κόσμο των ενηλίκων, σώματα σπαρμένα στις πλαγιές του Ολύμπου, μωρά που εξαφανίζονται σε πυκνές αντάρες, άνθρωποι που κοιτούν από κορνίζες ή από το βυθό της λίμνης και απαιτούν την αλήθεια τους.
Δραματοποιημένες αφηγήσεις που υφαίνουν με λεπτές αποχρώσεις και διεισδυτικό βλέμμα τα “θέλω” των διαφορετικών σε ηλικία χαρακτήρων και επιχειρούν να ισορροπήσουν τον πεζογραφικό λόγο με την ποιητικότητα των εικόνων και τον μαγικό ρεαλισμό.

«Η μικρή φόρμα στην πιο μεγάλη της ώρα. Ιστορίες- νάνοι
για ανθρώπους σφυρηλατημένους στο εργαστήρι
του χωριού, στα καφενεία τους που μυρίζουν καπνό και
ρακή και στις σκιερές ποτίστρες που κελαρύζουν
τα μεσημέρια. Αφηγήσεις για τους ταπεινούς,
χρόνια μετά την εξόδιο ακολουθία της μνήμης».

ΙΣΙΔΩΡΟΣ ΖΟΥΡΓΟΣ

.

Το κουμπί

Την κοίταγα που ήταν ξαπλωμένη με τα χέρια της διπλωμένα στο στήθος, ν’ αγγίζουν το τρίτο κουμπί του ταγέρ της σε χρώμα κυπαρίσσι. Το είχε ράψει στην Αγγέλα πριν από σαράντα χρόνια. Τότε είχε κιλά παραπανίσια που προσπαθούσε να τα μαζέψει σε κορσέδες και τέτοια. Ήταν το αγαπημένο της, αλλά δεν φορέθηκε πολύ. Το κρατούσε για καλό, για ειδικές επίσημες περιπτώσεις, που όλο και περιορίζονταν, όσο τα χρόνια περνούσαν. Κρεμασμένο στην καρυδένια ντουλάπα, τυλιγμένο σε άσπρο σεντόνι, σαβανωμένο λες, περίμενε αναπνέοντας χειμώνα καλοκαίρι ναφθαλίνη. Πάντα κρατούσε κάτι από τη μυρωδιά της ναφθαλίνης, όσο κι αν το άπλωνε στον ήλιο κάθε άνοιξη. Είκοσι χρόνια μετά, στο πέτο είχε ράψει μια καρφίτσα. Επίχρυση η βάση με ένα στεφάνι λουλουδιών από πέτρες, σε χρώμα μπορντό βαθύ. Της άρεσε αυτή η αντίθεση. Δεν το μεταποίησε ποτέ. Τώρα, είκοσι κιλά πιο αδύνατη και πολύ κοντύτερη, έπλεε στο ταγέρ. Ούτε που γίνεται αντιληπτή αυτή η διαφορά έτσι όπως είναι ξαπλωμένη. Όσο την κοιτώ, νομίζω ότι τα δάχτυλα χαϊδεύουν τα κουμπιά, μεγάλα και ντυμένα με το ίδιο ύφασμα. Έτσι τα χάιδευε και τότε.
Ήταν Καθαρά Δευτέρα και πνίγαμε με άλλα δυο ζευγάρια φίλων και γειτόνων εκδρομή στο Μακρυχώρι, για να δούμε τον αποκριάτικο γάμο που διοργάνωνε ο πολιτιστικός σύλλογος λόγω της ημέρας. Λιγοστές οι έξοδοί τους, και έτσι φόρεσε το καινούργιο ταγέρ για πρώτη φορά. Είχε πιασμένα τα μαλλιά της ψηλά, όπως πάντα, και στ’ αυτιά της τα χρυσά σκουλαρίκια πάλλονταν σε κάθε της κίνηση. Ήταν τόσο χαρούμενη! Όλο γελούσε, θυμάμαι. Οι άλλοι νόμιζαν ότι ήταν από τα αστεία και τα χωρατά της Θεανώς. Όμως, εγώ και ο πατέρας μου ξέραμε ότι ήταν το καινούργιο ταγέρ που φορούσε. Χρόνια το είχε στο μυαλό της, κι όλο το ανέβαλλε. Δύσκολα χρόνια, τρία παιδιά, φτωχό μεροκάματο, προσπαθούσαν όπως και όλοι στη γειτονιά να ριζώσουν μετανάστες στην ίδια τους τη χώρα. Δεκαετία του ’60 και τα γύρω χωριά τάιζαν με μεγάλες μπουκιές την πόλη. Τα βράδια όλοι κοιμόνταν με το ίδιο όνειρο: ένα ανθρώπινο παρόν για αυτούς, ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους. Γι’ αυτό και η παρέα είχε δέσει τόσο. Δέσαμε κι εμείς τα παιδιά, συνομήλικα τα περισσότερα. Μαζί φεύγαμε για το σχολείο, μαζί τριγυρνούσαμε στις αλάνες, μαζί περιμέναμε τον παγωτατζή τα καυτά απογεύματα του καλοκαιριού.
Οι γυναίκες μόλις είχαν αφήσει τους άντρες στην ταβέρνα. Έφερναν τις τελευταίες γύρες σε ένα ζεϊμπέκικο της εποχής. Εμείς, τα παιδιά, άλλοτε βγαίναμε και γυρνοβολάγαμε στους πάγκους με τα παιχνίδια, άλλοτε μέναμε κρεμασμένα στο τζουκμπόξ. Θαυμάζαμε και απορούσαμε με τον μαγικό τρόπο που το δισκάκι αυτόματα, λες κι από ένα αόρατο χέρι οδηγημένο, άρχιζε να παίζει. Η Θεανώ, η Κυρατσώ και η μάνα μου διέσχιζαν το δρόμο για να πάνε στην πλατεία ώστε να πιάσουν καλή θέση πριν αρχίσουν τα καρναβαλικά δρώμενα. Γελούσαν και περπατούσαν γρήγορα, με τις γόβες τους να τρυπούν το φρεσκοβρεγμένο χώμα – Φλεβάρης, βλέπεις, ακόμα. Και ξαφνικά -κανείς δεν κατάλαβε πώς-, η μάνα μου έπεσε. Ο πατέρας μου, που εκείνη την ώρα έβγαινε με τους άλλους απ’ την ταβέρνα, έτρεξε να τη σηκώσει. Μαζί και οι άλλοι. Ένας κύκλος σχηματίστηκε γύρω της κι εγώ δεν μπορούσα να τη δω. Έτρεξα κοντά τους. Την είχαν σηκώσει. Η Κυρατσώ τής τίναζε τη φούστα, η Θεανώ την πλάτη κι ο πατέρας μου σκυμμένος ρωτούσε και ξαναρωτούσε: «Χτύπησες, Στέλλα; Χτύπησες; Πού χτύπησες;» και φυσούσε τα γόνατά της. Μικρά ρυάκια από αίμα έτρεχαν και στο καλσόν έχασκαν μεγάλες τρύπες
σαν τις σκασμένες φούσκες της μαστίχας μας. Κρύος ιδρώτας με έπιασε και μου ’ρθε μια αναγούλα. Ενώ οι άλλοι προσπαθούσαν να δουν αν και πόσο χτύπησε, η μάνα μου χλομή ψηλάφιζε τα κουμπιά στο σακάκι του ταγέρ. Ο κυρ Φόρης σήκωσε το χέρι κι έδειξε ένα συρματόπλεγμα που ήταν απλωμένο στο πεζοδρόμιο, απομεινάρι των έργων που έκαναν τις προηγούμενες μέρες στην πλατεία στο κεφαλοχώρι εν όψει της ημέρας. Ένας μορφασμός σχηματίστηκε στο πρόσωπό της κι εγώ ένιωσα ξανά αναγούλα από φόβο ότι πονούσε. Το αίμα τώρα, μαύρο και πηχτό, κυλούσε παράλληλα με το πράσινο ποταμάκι του φλεβίτη της προς τους αστραγάλους. Με κόπο έκρυψε ένα δάκρυ όταν είδε την ορφανή κουμπότρυπα στο σακάκι. Δίπλα της ένα σκισιματάκι λεπτό σαν ρωγμή παρθενικού υμένα. Ο πατέρας μου τη χάιδεψε στα μαλλιά ψιθυρίζοντας:
«Μη στενοχωριέσαι! Η Αγγέλα είναι πρώτη στο μαντάρισμα».
Όλη την υπόλοιπη μέρα είχε το χέρι της στην κουμπότρυπα. Τη χάιδευε, νομίζω, παρά την έκρυβε. Κι αναζητούσε το κουμπί που δεν βρέθηκε, όσο κι αν ψάξαμε.
Έτσι και τώρα που την κοιτάζω να φοράει το ίδιο ταγέρ, ξαπλωμένη με σταυρωμένα και δεμένα με άσπρη κορδέλα τα οστέινα χεράκια της, νομίζω ότι, όπως τότε, χαϊδεύει ή αναζητά το χαμένο εκείνο κουμπί.

.

Το σπίτι

Ο Μάης κόντευε να τελειώσει. Μέρες τώρα, το μυαλό της γύριζε στο σπίτι, στο χωριό. Είχε πολύ καιρό, μήνες, να πάει. Κι όλο το κλωθογύριζε, κι όλο το ανέβαλλε. Μια οι δουλειές, μια η αναποφασιστικότητά της. Ήταν που στενοχωριόταν όταν πήγαινε μόνη πια, χωρίς τον άντρα της, τέσσερα χρόνια πεθαμένο. Κι ήταν και τα άλλα που ακολούθησαν. Πρώτος ο πατέρας της, πλήρης ημερών, ετών ενενήντα. Έπειτα από ενάμιση χρόνο η μάνα της, ογδόντα πέντε αυτή. Από αυτούς είχε κληρονομήσει το σπίτι. Παλιό, πέτρινο σπίτι, από τους παππούδες της ακόμα. Άκαφτο από τους Γερμανούς.
Στην αρχή, τη λάτρα την είχαν οι γονείς της που ανέβαιναν απ’ την πόλη -μια ώρα δρόμος ήταν- συχνά πυκνά. Η μάνα της είχε πάθος με τις τριανταφυλλιές, είκοσι πέντε είχε στον κήπο! Ο πατέρας της μαστόρευε. Έπιαναν απ’ όλα τα χέρια του. Έτσι, το σπίτι ήταν καλοσυντηρημένο. Εκείνη με τον άντρα και τα παιδιά της πήγαιναν για ξεκούραση και βόλτα. Χειμώνα, καλοκαίρι. Μα περισσότερο χειμώνα. Αυτού του σπιτιού τού έπρεπε ο χειμώνας, τα χιόνια. Άναβαν το τζάκι και κάθονταν στα παράθυρα κι αγνάντευαν τη ((λίμνη». Εκατό χρόνια και βάλε αποξηραμένη, μα «λίμνη» την έλεγαν ακόμα, κι ας είχε πατάτες και φασόλια στην κοιλιά της. Όμορφη, τυλιγμένη στο πούσι της, που τραβιόταν σιγά σιγά ξεσκεπάζοντας πρώτα τη συστάδα με τα καβάκια.* Οι κορυφές τους κοιτούσαν αμήχανα το υπόλοιπο
σώμα τους, που ήταν σαν να είχε κοπεί. Τα Χριστούγεννα ανελλιπώς πήγαιναν με φίλους, καμιά δεκαπενταριά άτομα. Έβαζαν φωτάκια στο έλατο στην αυλή και στις σιδεριές των παραθύρων.
Με την πάροδο των ετών, οι επισκέψεις των παππούδων όλο και αραίωναν. Δεν είχαν πια και πολλά κουράγια να ανέβουν. Έτσι, σιγά σιγά άρχισαν οι ίδιοι να πάνε όλο και πιο συχνά. Τώρα για περιποίηση μαζί με τη διασκέδαση. Δίπατο σπίτι, βλέπεις, είχε τις ανάγκες του. Εκείνη με το σπίτι, αυτός με τον κήπο. Μα τους ευχαριστούσε κιόλας.
Μετά που πέθανε ο άντρας της, αυτή πήγαινε στη χάση και στη φέξη. Για τα απαραίτητα. Να κλείσει ή να ανοίξει τα νερά, να βρει κάποιον να κόψει τα χόρτα και να σκαλίσει όσες τριανταφυλλιές απέμειναν – ακλάδευτες και απότιστες, τι περιμένεις; Αλλιώς είχαν μάθει αυτές. Τέτοια πράγματα έκανε. Να μην ερημώσει και γίνει χάλασμα, σαν τα περισσότερα που έμειναν να ρημάζουν με το μεγάλο φευγιό του ’60. Το πονούσε. Δεν ήξερε αν πονούσε το σπίτι, ή αν ήταν ένα πείσμα ενάντια στη φθορά, την απώλεια. Το σκεφτόταν στη σιωπή του, να στέκει μαραμένο. Άκαπνη η καπνοδόχος, τα ξύλα απείραχτα, στοιβαγμένα, ντύνονταν ιστούς και έκρυβαν σκορπιούς. Όσο εκείνη αργούσε να το επισκεφτεί, τόσο θέριευε η μυρωδιά της κλεισούρας. Τα τοιχία βούρκωναν, φούσκωναν απ’ την υγρασία.
Πλησίαζε της Αγίας Τριάδας, και το μυαλό της, ξυπνούσε, κοιμόταν, εκεί ήταν. Την έτρωγε το σαράκι. Τα χορτάρια θα ‘χαν φτάσει ψηλά; Άραγε, η κερασιά να έχει δέσει κεράσια; Ο χειμώνας φέτος τράβηξε περισσότερο. Είναι και το υψόμετρο, βλέπεις, χίλια εκατό μέτρα, το χωριό στη μασχάλη του Ολύμπου. Η μηλιά; Μπορεί και να ξεράθηκε. Είχε πάρει την κάτω βόλτα τελευταία.
Άμα πήγαινε, θα άρχιζε πρώτα απ’ την αυλή. Θα ξεχορτάριαζε ανάμεσα στις πέτρες κι ύστερα θα καταπιανόταν με το εσωτερικό του σπιτιού. Θα είχε και κόσμο αυτές τις μέρες στο χωριό. Ήταν που γιόρταζε το ξωκλήσι της Αγίας Τριάδας. Γέμιζε το δάσος χρώματα και σώματα. Να ’καναν, άραγε, αποβραδίς αρτοκλασία; Αυτά σκεφτόταν και άλλα.
Χαράματα ξεκίνησε. Η μέρα ηλιόλουστη και ζεστή. Πρώτη του Ιούνη. Άνοιξε την εξώπορτα, βαριά με μάνταλα από μέσα, με μαντεμένια καρφιά να στολίζουν τα ξύλα. Ανεβαίνοντας τη σκάλα, με το βλέμμα της σκάναρε αυλή και δέντρα. Χρονομέτρησε, υπολόγισε. Μέχρι το βράδυ θα τελείωνε. Άφησε τις τσάντες στα σκαλιά όπως όπως. Ξεκλείδωσε. Μπαίνοντας, ένιωσε ένα ψύχος στο κορμί της. Ανατρίχιασε.
«Έλα, καλό μου, μη θυμώνεις! Θα δεις, όλα θα σου τα κάνω. Και τζάμια θα πλύνω κι αράχνες θα πάρω, όλα θα σου τα κάνω…» του γλυκομίλησε.
Και ζώστηκε αμέσως την ποδιά. Κι άρχισε. Άνοιξε τα παράθυρα και βγήκε στην αυλή. Κόντευε απόγευμα και δεν είχε σταματήσει ακόμα. Κι όταν το έβαλε σε τάξη, έψησε έναν καφέ. Έβαλε το σιντί του Μέντελσον, Violin concerto in Ε minor, το αγαπημένο της. Βγήκε και κάθισε στο μπαλκόνι. Ρούφηξε την πρώτη γουλιά. Έπιασε την κρέμα χεριών και βάλθηκε να την απλώνει με απαλές κινήσεις. Ένα αεράκι ζεστό ήρθε απ’ το ανοιχτό παράθυρο πίσω της και χάιδεψε το σβέρκο της. Χαμογέλασε. Το ήξερε, έτσι έκανε πάντα το σπίτι. Στην αρχή, της έκανε μούτρα, ψυχρό και δύστροπο που το είχε εγκαταλείψει τόσο καιρό, χωρίς μια κουβέντα, χωρίς μυρωδιές και λάτρα. Τώρα, ανασαίνει ευχαριστημένο και καθαρό. Σαν μπανιαρισμένο μωρό. Ανασαίνουν τα σπίτια; Ανασαίνουν λέει!

* Καβάκι: η μαύρη λεύκα (Populus nigra), είδος λεύκας που μοιά-
ζει με κυπαρίσσι

 

.

Το δαχτυλίδι

Στις παιδικές φίλες
των Αμπελοκήπων του ’70

Καθόμασταν σχεδόν κυκλικά, η μια κολλητά στην άλλη, αφήνοντας μόνο ένα μικρό πέρασμα. Δεν είχαμε συγκεκριμένο τόπο. Άλλοτε στη μέση στο οικόπεδο, που είχε χωριστεί στα δυο καθώς το διασχίζαμε για να συναντηθούμε γρηγορότερα κόβοντας δρόμο και αποφεύγοντας να κάνουμε το τετράγωνο, άλλοτε στο φαρδύ πεζοδρόμιο απέναντι απ’ το μπακάλικο της κυρα-Στέλλας. Μόνο το καλοκαίρι πηγαίναμε και κολλούσαμε στον τοίχο της κυρα-Λένης, γιατί ούτε εμείς, τα παιδιά, δεν αντέχαμε την καυτή ανάσα του κάμπου. Ο ίσκιος του τοίχου κατέβαινε σιγά σιγά και μας προστάτευε. Καμιά φορά, τύχαινε να πλένει εκείνη την ώρα τα πιάτα η κυρα-Λένη, και τότε ένα ποταμάκι έβγαινε από μια σωλήνα στον τοίχο κι έτρεχαν δίπλα μας σαπουνάδες και μικρές φούσκες που άλλαζαν χρώματα στον ήλιο. Βουτούσαμε τα χέρια μας στα γρήγορα μη μας δει κανένα μάτι, γιατί αλίμονο μας! Καθισμένες κυκλικά και ανακούρκουδα ή στο χώμα, ενώναμε τις χούφτες μας κι η «μάνα», με τις δικές της ενωμένες χούφτες, σκυμμένη, πέρναγε από μπροστά μας, άγγιζε τα χέρια μας και τραγουδούσε:

Πού ‘ν το, πού ν’ το το δαχτυλίδι;
Όποιος το ’χει, να σηκωθεί…

Και χαρά που έκανε εκείνος που στη χούφτα του η «μάνα» άφηνε να γλιστρήσει, χωρίς κανείς να το καταλάβει, το φασόλι. Γιατί φασόλι είχαμε αντί για δαχτυλίδι, ή ένα χαλικάκι. Κι ύστερα «μάνα» και τυχερή απομακρύνονταν και το έκρυβαν κάπου στο σώμα της τυχερής. Ξαναγύριζαν κοντά μας κι εμείς οι υπόλοιπες αρχίζαμε το ψάξιμο. Και καθόταν ακίνητη αυτή που πάνω της είχε κρυφτεί το «δαχτυλίδι», κι εμείς με γρήγορες βιαστικές κινήσεις ψάχναμε στις τσέπες, στο γιακά, στις πιέτες της φούστας, στα παπούτσια … Παραδομένο στα χέρια μας, το σώμα της συχνά ταλαντευόταν από τις απότομες κι ανυπόμονες κινήσεις μας. Αν τύχαινε να έχει πάνω της κρυμμένο το δαχτυλίδι η Πατρούλα, γινόταν πανζουρλισμός. Δεν μπορούσε να κρατήσει τα γέλια της, γαργαλιόταν και έλαμπαν τα δόντια της στον ήλιο. Κι εμείς γελούσαμε που γελούσε.
Όλα πήγαιναν μια χαρά μέχρι που μια μέρα η Λεονώρα έφερε ένα αληθινό δαχτυλίδι. Το φορούσε στο μεσαίο δάχτυλο κι ήταν ολόχρυσο, με μια ροζ διάφανη πέτρα! Το κοιτούσαμε όλες με θαυμασμό και την είχαμε περικυκλώσει. Προσπαθούσαμε να το αγγίξουμε και ζητήσαμε να μας το
δώσει να το φορέσουμε, αλλά εκείνη είπε:
«Όχι!» 
Στην αρχή, αρνιόταν να μας πει πού το βρήκε, αλλά όταν η Μαρία είπε: «Δεν θα σε παίξουμε, αν δεν μας πεις», μας αποκάλυψε ότι τα πουλούσε η κυρα-Στέλλα η μπακαλού κι ότι η νονά της, που ήρθε χτες, της το αγόρασε.
Τρέξαμε στη στιγμή και κολλήσαμε τα ξαναμμένα πρόσωπά μας στο τζάμι του μπακάλικου. Ένα χαρτόνι σε ροζ απόχρωση, κρεμασμένο από ένα τσιγκελάκι, ήταν φορτωμένο με ολόχρυσα δαχτυλίδια. Τη ροζ, γαλάζια ή κόκκινη πέτρα που ήταν στο κέντρο του δαχτυλιδιού τη συγκρατούσαν λεπτά, σχεδόν αόρατα χρυσά συρματάκια. Στο πάνω μέρος του χαρτονιού ήταν ζωγραφισμένα χέρια που φορούσαν δαχτυλίδια. Μείναμε ώρα μαγνητισμένες σπρώχνοντας η μια την άλλη ποια θα μπει μπροστά να βλέπει καλύτερα.
«Πόσο έχει, κυρα-Στέλλα;» ρώτησε η Μαρία.
«Μιάμιση δραχμή», ήταν η απάντηση.
Αναστενάξαμε και συνεχίζαμε να τα κοιτάμε και θα μέναμε ποιος ξέρει μέχρι πότε εκεί, αν δεν ακουγόταν η Λεονώρα να λέει:
«Πάμε να παίξουμε με το δαχτυλίδι μου, αλλά θα είμαι εγώ όλες τις φορές η “μάνα”».
Ποια θα είχε αντίρρηση αφού ήταν η μοναδική ευκαιρία να το κρατήσουμε όλες στα χέρια μας; Κάναμε πέντε ολόκληρους γύρους! Σε κανέναν δεν στάθηκα τυχερή, γιατί ούτε μια φορά η Λεονώρα δεν άφησε το δαχτυλίδι στη δική μου χούφτα. Όλο και περίμενα ότι θα ήταν στον επόμενο γύρο. Τόση ήταν η έξαψή μας, που δεν καταλάβαμε πώς πέρασε η ώρα, μέχρι που άρχισαν μια μια να ακούγονται οι φωνές των μανάδων μας. Το ξέραμε ότι δεν σήκωναν αργοπορίες. Με την πρώτη φωνή, αφήσαμε στη μέση το παιχνίδι και τρέξαμε σπίτι.
Εκείνο το βράδυ δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο παρά μόνο το δαχτυλίδι. Κι ήμουν πολύ, μα πολύ θυμωμένη με τη Λεονώρα, που δεν το άφησε και στη δική μου χούφτα μια φορά. Γι’ αυτό την άλλη μέρα δεν πέρασα να την πάρω για να πάμε, όπως πάντα, μαζί στο σχολείο. Στο διάλειμμα, δεν την είδα γιατί ήμουν επιμελήτρια κι έμεινα μέσα στην τάξη. Στο σχόλασμα, βγαίνοντας, είδα ότι ούτε κι αυτή με περί μενε όπως πάντα. Έφυγα μόνη μου. Ήταν Μάιος και η μέρα μεγάλη, και προλαβαίναμε πάντα να κάνουμε τα μαθήματά μας και να μαζευτούμε μετά στο οικόπεδο, έστω και λίγο, για κάνα δυο παιχνίδια. Τις βρήκα να παίζουν ήδη, και εγώ που ήθελα τόσο να φορέσω εκείνο το δαχτυλίδι προσπέρασα το θυμό μου και πήγα και κάθισα μαζί τους.
«Μάνα» ήταν πάλι η Λεονώρα. Ούτε κι αυτή τη φορά δεν άφησε το δαχτυλίδι στις χούφτες μου. Ήταν, φαίνεται, κι αυτή θυμωμένη γιατί, όταν έφτανε σε εμένα, περνούσε βιαστικά τα χέρια μου και συνέχιζε στην επόμενη. Το βράδυ έφαγα με το ζόρι. Αν ήταν στο χέρι μου, δεν θα έτρωγα ούτε μπουκιά. Το βλέμμα της μάνας μου δεν άφηνε περιθώρια. Όταν μου έσβηνε το φως, άκουσα τη φωνή μου να λέει:
«Μάνα, θα μου πάρεις ένα δαχτυλίδι σαν της Λεονώρας;»
Με ρώτησε τι δαχτυλίδι είναι αυτό και πού το βρήκε η Λεονώρα. Κι όταν έμαθε πόσο κάνει, απάντησε:
«Άντε, δεν σου χρειάζονται δαχτυλίδια τώρα!»
Εκείνη η νύχτα άργησε πολύ να ξημερώσει. Ήξερα καλά ότι η μάνα μου λογάριαζε πολύ τα χρήματα -όχι άδικα, βέβαια- κι ότι το ύφος της απέκλεισε για πάντα το «θέλω» μου. Το πρωί περίμενα με την πλάτη στο πεζούλι της κυρα-Φανής να βγει η Λεονώρα. Είχα το κεφάλι σκυμμένο και σκεφτόμουν
τι θα της έλεγα. Ξεχάστηκα στις σκέψεις μου μέχρι που άκουσα τη φωνή της κυρα-Φανής απ’ το παράθυρο να μου λέει: «Τι περιμένεις, Καιτούλα; Η Λεονώρα έφυγε πριν από ώρα με τα κορίτσια».
Το απόγευμα εκείνες έπαιζαν το «δαχτυλίδι» στη μέση στο οικόπεδο κι εγώ τις κοιτούσα, ακουμπώντας με την πλάτη στον τοίχο της κυρα-Λένης. Καμιά δεν με φώναξε να πάω να παίξω, ούτε η Αργυρούλα που ήταν καλόψυχη περισσότερο απ’ όλες μας. Η Λεονώρα ήταν η «μάνα» κι έκανε κουμάντο. Το παιχνίδι προχωρούσε κι εγώ έλιωνα από ζήλια. Θυμωμένη και στενοχωρημένη, ξεκόλλησα απ’ τον τοίχο και ξεκίνησα για το σπίτι.
«Γιατί δεν παίζεις με τα κορίτσια, Καιτούλα;» με ρώτησε ο κυρ Ηρακλής, ο πατέρας της Αργυρούλας, που ήταν σκυμμένος και ξεχορτάριαζε στην αυλή.
Με πιάσανε τα κλάματα κι ακούμπησα στα κάγκελα.
«Γιατί, βρε χαζό, κλαις; Έλα, έλα να μου πεις», είπε κι άνοιξε την πόρτα.
Με αναφιλητά τού είπα τι έγινε κι εκείνος με χάιδεψε και μου είπε:
«Γι’ αυτό, βρε χαζό, κλαις! Εγώ θα σου πάρω το δαχτυλίδι. Απόψε κιόλας! Έλα αύριο να σ’ το δώσω, την ίδια ώρα».
Κι εγώ σταμάτησα να κλαίω, ρούφηξα τη μύτη μου κι έκανα όπως ακριβώς μου είπε. Δεν είπα σε κανέναν τίποτα. Ούτε στην Αργυρούλα, που το άλλο απόγευμα ήταν η μοναδική που με φώναξε να πάω να παίξω με τις άλλες, κι ας απείλησε η Λεονώρα:
«Δεν θα σας δώσω το δαχτυλίδι, αν την παίξετε».
Περίμενα λοξοκοιτώντας προς την αυλή, μέχρι που είδα τον κυρ Ηρακλή να μου κάνει νόημα απ’ το παράθυρο χαμογελαστός. Αυτός πάντα χαμογελούσε με όλους. Δεν ήταν σαν τον δικό μου μπαμπά, που σπάνια έβλεπες τα δόντια του κάτω απ’ το μουστάκι του.
Καθόταν στο ντιβάνι και χαμογελούσε. Άπλωσε τα χέρια του μπροστά, με τις χούφτες του κλειστές. Σε ποιο απ’ τα δυο να το είχε; Στάθηκα δισταχτική κι ύστερα σηκώνοντας τα φρύδια έδειξα το αριστερό. Μου ζήτησε να το ανοίξω. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Με δυσκολία άνοιγα ένα ένα τα δάχτυλά του. Δεν ξέρω αν ήταν η γαλάζια πέτρα ή το χρυσό που έλαμψε πρώτα. Έκανα να το πιάσω. Ξανάκλεισε τη χούφτα του. Τον κοίταξα με απορία. Σκέφτηκα ότι ήθελε να ξαναπαίξουμε το παιχνίδι, και άρχισα να ανοίγω ξανά ένα ένα τα δάχτυλά του. Το δαχτυλίδι φάνηκε ξανά στη μέση της χούφτας του. Άπλωσα γρήγορα το χέρι μου και το έπιασα. Το ίδιο έκανε κι εκείνος. Κρατούσε το χέρι μου με το δικό του. Πάλι τον κοίταξα απορημένη. Τα μάτια του ήταν κόκκινα. Έσφιγγα το δαχτυλίδι που ήταν υγρό, όπως και η παλάμη του. Μου ζήτησε να του δείξω πώς παίζεται το παιχνίδι. Έκανε τη «μάνα» και, όταν άφησε το δαχτυλίδι στη χούφτα μου, έκλεισε τα μάτια του για να μη δει πού θα το κρύψω. Το έριξα γρήγορα στην τσέπη μου. Κρυψώνα εύκολη, σκέφτηκα, και το παιχνίδι θα τελειώσει αμέσως. 
Ένιωσα πως κάτι δεν μου άρεσε, αλλά πάλι δεν ήξερα τι. Άρχισε απ’ τα μαλλιά. Τα δάχτυλά του έψαχναν ώρα το λαιμό μου. Περίμενα το χέρι του να χωθεί αμέσως μετά στην τσέπη μου. Ένιωσα ότι ήθελα να φύγω. Ξαφνικά γονάτισε και έβγαλε το παπούτσι μου. Το βάρος του τον δυσκόλευε, φαίνεται, γιατί ίδρωσε και κοκκίνισε περισσότερο τώρα. Κρατούσα την ανάσα μου όπως όταν παίζαμε κρυφτό και η «μάνα» πλησίαζε επικίνδυνα και δεν θέλαμε να μας βρει. Λες και προσπαθούσα να κρυφτώ από κάτι. Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα. Ήμουν σίγουρη ότι άκουγε το χτύπο της, όπως εγώ άκουγα την ανάσα του να γίνεται όλο και πιο βαριά, σαν της γιαγιάς μου που είχε άσθμα και έτσι φορές φορές και η δική της ανάσα ήταν γρήγορη και κοφτή. Τα χέρια του έδειξαν να βιάζονται. Τράβηξε το σοσόνι μου. Τα άσπρα σαν παπαδίτσες δάχτυλά μου ακούμπησαν στο κρύο τσιμέντο. Ανατρίχιασα. Τραβήχτηκα αρπάζοντας παπούτσι και κάλτσα κι ούτε κατάλαβα πώς βρέθηκα στο δρόμο. Κάθισα στο πεζούλι κι έσκυψα να φορέσω το καλτσάκι μου. Η πατούσα ήταν ιδρωμένη και δυσκολευόμουν. Σκυμμένη και αναστατωμένη όπως ήμουν, δεν κατάλαβα πότε η Λεονώρα ήρθε και στάθηκε από πάνω μου. Είχε απλωμένο το χέρι και μου έδινε το δαχτυλίδι της.
«Έλα να κάνεις τη “μάνα” «, μου είπε και με τράβηξε.
Στραβοπατώντας έσπρωξα το πόδι μου στο παπούτσι και, περνώντας δίπλα απ’ τον υπόνομο, έβγαλα και έριξα ανάμεσα στα κενά το δαχτυλίδι με τη γαλάζια πέτρα.

 

.

ΤΑ ΚΟΥΛΟΥΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ

Στον Ισίδωρο Ζουργό

Φορούσε μια άσπρη μικρή ποδιά στη μέση, που ήταν πάντα γαριασμένη. Τα μαλλιά του ήταν πυκνά και σγουρά. Ψηλός περισσότερο από τον πατέρα μου, αλλά με γυρτές λιγάκι τις πλάτες. Ίσως γιατί έσκυβε πάντα για να βγάλει -άρα και να βάλει- τα κουλούρια στη μικρή βιτρίνα.
Έμοιαζε με μικρό θερμοκήπιο αυτή η βιτρίνα. Ένα μικρό γυάλινο σπιτάκι με άσπρο λεπτό ξύλινο σκελετό, που στεκόταν σε έναν τρίποδα. Σουσαμένια κουλούρια και τετράγωνα μικρά τσουρεκάκια είχε μόνο στο περιεχόμενό του. Τα κουλούρια στη μια μεριά, τα τσουρέκια στην άλλη. Τα κουλούρια ήταν περισσότερα πάντα. Μοσχοβολούσε ο τόπος μόλις ο Χαρίλαος σήκωνε τη γυάλινη σκεπή για να βγάλει κάτι. Το πορτάκι αυτό ανοιγόκλεινε αμέτρητες φορές σε κάθε διάλειμμα. Έτρεχαν τα παιδιά ποιο θα προλάβει πρώτο να πάρει το κουλούρι του, να το φάει γρήγορα γρήγορα κι ύστερα να προφτάσει και να παίξει. Οι μεγαλύτεροι μαθητές ήταν πάντα οι πρώτοι που έφταναν. Όχι γιατί έτρεχαν γρηγορότερα, αλλά γιατί η βιτρίνα του Χαρίλαου ήταν στον μεγάλο διάδρομο του πέτρινου κτηρίου κοντά στη σκάλα. Στο πέτρινο στεγάζονταν η τετάρτη, η πέμπτη και η έκτη τάξη του Β’ Δημοτικού Σχολείου. Παλιό κτήριο, μεγάλο, με ιστορία και ένα αλεξικέραυνο στην ταράτσα του, καταφύγιο σε δύσκολες ώρες, βομβαρδισμών, σεισμών και άλλων δεινών, όπως ακούγαμε να λένε. Έξω από το κτήριο και στη δεξιά πλευρά είχαν στηθεί οι παράγκες, αίθουσες κολλημένες η μια δίπλα στην άλλη, που έμοιαζαν με τρένο στο σταθμό. Σ’ αυτές στεγάζονταν οι μικρές τάξεις. Εγώ πήγαινα στη δευτέρα τάξη. Η αδερφή μου στην πέμπτη. Εμάς η μάνα μας συνήθως για κολατσιό μάς έβαζε φέτα με ψωμί και κανένα μήλο, τυλιγμένα σε υφασμάτινη πετσέτα. Όμως, άλλοι καθημερινά αγόραζαν κουλούρι ή τσουρέκι από τον Χαρίλαο. Γι’ αυτό και ο Χαρίλαος ήξερε τα ονόματά τους και, όταν στριμώχνονταν με απλωμένο το χέρι κρατώντας τα πενήντα λεπτά της δραχμής, εκείνος έλεγε:
«Μη σπρώχνεις, Γιώργο. Έλα, Μαρία, το τσουρεκάκι σου».
Είχε βροντερή φωνή και έφτιαχνε και στιχάκια.
«Φρέσκο, ζεστό το κουλουράκι για το καλό μικρό παιδάκι».
Τα δόντια του, κάτασπρα, άστραφταν καθώς χαμογελούσε, και συνήθως χαμογελούσε. Εγώ δεν είχα αγοράσει ποτέ κουλούρι. Ούτε η αδερφή μου. Δεν είχαμε λεφτά για σκόρπισμα, όπως έλεγε η μάνα μας. Τρώγαμε πάντα το ψωμί μας στο διάλειμμα. Ήθελα πολύ να είχα φίλη τη Θάλεια, που ο μπαμπάς της ήταν δικηγόρος και αγόραζε κάθε μέρα κουλούρι και συχνά η θεία της ερχόταν στο διάλειμμα και από τα κάγκελα της έφερνε φιστίκια, που χρόνια μετά έμαθα ότι τα έλεγαν Αιγίνης.
Τη βιτρίνα του Χαρίλαου την είδα για πρώτη φορά όταν άνοιξε το γόνατό μου και πήγα να βρω την αδερφή μου στην τάξη της στο πέτρινο, που ήταν επιμελήτρια και έτσι έμεινε μέσα στο διάλειμμα. Η βιτρίνα ήταν σχεδόν άδεια.
Δυο τρία τσουρεκάκια δεξιά με μπόλικη ζάχαρη στον πάτο, δυο τρία κουλούρια αριστερά και σουσάμι ένα βουνό! Ο μεγάλος διάδρομος άδειος και οι πράσινες πόρτες από τις αίθουσες κλειστές. Είχα πλησιάσει και κοίταγα τη βιτρίνα που ήταν ανοιχτή. Τόσο σουσάμι δεν είχα ξαναδεί. Και πρώτη φορά έβλεπα αυτά τα τσουρεκάκια, τόσο τετράγωνα, σαν να βγήκαν λες από μηχανή. Η μυρωδιά τους χώθηκε στα ρουθούνια μου. Ξέχασα το ματωμένο γόνατο, σάλιωσα το δάχτυλό μου και το βούτηξα στο σουσάμι.
«Επ! Τι κάνεις εκεί!» ακούστηκε πίσω μου μια φωνή.
Ο Χαρίλαος κατέβαινε τη μεγάλη σκάλα κρατώντας δυο κουτιά κιμωλίες στο χέρι. Η σκάλα αυτή οδηγούσε στον πάνω όροφο όπου απαγορευόταν να πάει οποιοσδήποτε, γιατί το κτήριο είχε μεγάλες φθορές και ήταν επικίνδυνο, όπως έλεγαν. Από τη μια πλευρά της σκάλας ως την άλλη ήταν δεμένο ένα σκοινί για να μην περνάει κανείς, και στη δεξιά πλευρά στα σκαλιά ο Χαρίλαος στοίβαζε πολλά χαρτοκούτια. Στη σκάλα πιο πάνω φυλάγονταν παλιοί χάρτες, οι άλλοι ήταν στο γραφείο του διευθυντή στο τέλος του μακρόστενου διαδρόμου. Ψηλά ψηλά, φυλάγονταν επίσης και τα σκηνικά που χρησιμοποιούσαμε στις γιορτές του σχολείου. Κάθε σκαλί και μια στοίβα από διάφορα πράγματα. Πιο πάνω είχαν, λέει, και παλιά θρανία και μεγάλους πίνακες και άλλα πολλά. Κανένα παιδί δεν είχε δει τι ήταν εκεί. Μα ούτε και οι δάσκαλοι, αφού για ό,τι ήθελαν έστελναν τον κύριο Χαρίλαο. Ντράπηκα κι έτρεξα γρήγορα και με δυο δρασκελιές κατέβηκα τα εφτά σκαλιά της εισόδου του κτηρίου και χώθηκα ανάμεσα στα παιδιά στην αυλή. Νόμισα ότι ο Χαρίλαος θα με κυνηγήσει και ότι θα το πει στον διευθυντή, αλλά όταν έφτασα ανάμεσα στα άλλα παιδιά και γύρισα προς τα σκαλιά, δεν είδα κανέναν. Από εκείνη τη μέρα συχνά πυκνά στριμωχνόμουν ανάμεσα στα παιδιά στο διάλειμμα για να πλησιάσω στη βιτρίνα και να δω τα κουλούρια και τα τσουρεκάκια. Μα ποτέ δεν αγόρασα.
Με την αδερφή μου δεν συναντιόμασταν σχεδόν ποτέ στα διαλείμματα. Εκείνη έπαιζε με τις συμμαθήτριές της στην πίσω αυλή, κοντά στις βρύσες, απέναντι από τα αποχωρητήρια. Εκεί που μοίραζαν το συσσίτιο μέχρι πέρσι. Φέρναμε το κυπελλάκι μας και στο διάλειμμα μας το γέμιζαν με γάλα κάτι γυναίκες χοντρές, με γαλάζιες ρόμπες και άσπρες ποδιές. Μας έδιναν και μια φετούλα πορτοκαλί μαλακό τυρί, σαν φεγγαράκι μού έμοιαζε. Εγώ έτρωγα δυο τέτοιες φέτες. Τη δεύτερη μου την έδινε η αδερφή μου, που τη φύλαγε για μένα. Γυρίζαμε πάντα μαζί στο σπίτι. Μόλις συναντιόμασταν, έβγαζε από την τσέπη της το τυρί και μου το έδινε. Εγώ το φύσαγα μια δυο φορές να φύγουν οι κλωστές και τα ψίχουλα, που είχαν κολλήσει πάνω του, και μετά λαίμαργα το έτρωγα. Αυτή η τσέπη της αδερφής μου ήταν μαγική. Καμιά φορά έβγαζε και μου έδινε κανένα καρύδι, κανένα κάστανο, και μια φορά είχε βγάλει ένα ολόκληρο λουκούμι. Ήταν γεμάτο χνούδια, κλωστές και ξύσματα μολυβιού, αλλά ποιος νοιαζόταν για αυτά; Η αδερφή μου με πρόσεχε και με κάθε ευκαιρία μού έδειχνε την αγάπη της. Το βράδυ κάτω από τα σκεπάσματα -κοιμόμασταν στο ίδιο ντιβάνι- της είπα για τη βιτρίνα και για τα κουλούρια και για τον Χαρίλαο που με έπιασε να βουτάω το δάχτυλό μου στο σουσάμι. Από εκείνο το βράδυ στον ύπνο και στον ξύπνιο μου έβλεπα μόνο κουλούρια και μιλούσα μόνο για αυτά. Ήταν το μόνο που με απασχολούσε και ήθελα τόσο, μα τόσο να δοκιμάσω.
Μια μέρα, στο σχόλασμα, η αδερφή μου μου ζήτησε να κλείσω τα μάτια. Μετά έπιασε το χέρι μου και το έβαλε στην τσέπη της. Τα δάχτυλά μου μπερδεύτηκαν σε κάτι που γλιστρούσε και ήταν… άπιαστο.
«Σουσάμι!» φώναξα και άνοιξα τα μάτια.
Αναποδογύρισε την τσέπη της και η χούφτα μου γέμισε χρυσάφι. Από εκείνη τη μέρα η εμμονή μου με το κουλούρι έγινε μεγαλύτερη. Η αδερφή μου κάθε τόσο τάιζε την επιθυμία μου με σουσάμι που ποτέ δεν ρώτησα πώς βρισκόταν στην τσέπη της.
Εκείνο το απόγευμα η κυρία Κούλα μάς σχόλασε λίγο νωρίτερα. Έτσι, πριν χτυπήσει το κουδούνι, ήμουν έξω από τη μεγάλη σιδερένια πόρτα του σχολείου και περίμενα όπως πάντα την αδερφή μου. Μπουλούκια έβγαιναν τα παιδιά, σαν να τα κυνηγούσε κάποιος, και σπρώχνονταν στην πόρτα με φωνές. Βγήκαν όλα της πέμπτης και της έκτης τάξης. Κόντευαν να τελειώσουν και τα παιδιά της τετάρτης, και πίσω τους φάνηκε το μπουλούκι της τρίτης. Προσπαθούσα να τη διακρίνω ανάμεσά τους, αλλά τίποτα. Σκέφτηκα μήπως είχε ήδη περάσει έξω πριν από εμένα και δεν την είδα. Μα θα με περίμενε εκεί κοντά. Πάντα γυρίζαμε μαζί. Δεν είχα ποιον να ρωτήσω, αφού οι συμμαθήτριές της είχαν βγει όλες και είχαν απομακρυνθεί. Η κίνηση όλο και αραίωνε, μέχρι που κανένα παιδί δεν φαινόταν πια πίσω από την πόρτα. Ξαφνικά άκουσα τρέξιμο και στην πόρτα φάνηκαν ο Δημήτρης και ο Μιχαλάκης. Τους ρώτησα για την αδερφή μου και, προσπερνώντας με τρεχάτοι, μου είπαν ότι την είχαν δει στη σκάλα να δίνει στον Χαρίλαο το χάρτη και την υδρόγειο σφαίρα, για να τα τακτοποιήσει στη θέση τους.
Τότε θυμήθηκα ότι η αδερφή μου εκείνη τη μέρα ήταν επιμελήτρια. Καθώς απομακρύνονταν, ο Μιχαλάκης μού φώναξε:
«Δεν είναι, πάντως, κανείς τώρα μέσα στο σχολείο. Έφυγε και ο διευθυντής γιατί βιαζόταν σήμερα. Γι’ αυτό αργήσαμε εμείς, τακτοποιούσαμε τους δοκιμαστικούς σωλήνες στο γραφείο του».
Δεν ήξερα τι να κάνω, να φύγω ή να περιμένω λίγο ακόμα. Στις παράγκες άρχισαν να σβήνουν τα φώτα ένα ένα. Με έπιασε αγωνία. Μπήκα στην άδεια αυλή και ετοιμαζόμουν να ανέβω τα σκαλιά του πέτρινου, εκεί που κάναμε την προσευχή, όταν την είδα να βγαίνει τρέχοντας από την πόρτα, σέρνοντας σχεδόν την τσάντα της με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο προσπαθούσε να σιάξει την άσπρη κορδέλα στα μαλλιά. Μου φάνηκαν κάπως ανακατωμένα όταν έφτασε κοντά μου και με άρπαξε από το χέρι λέγοντας:
«Τρέξε, τρέξε γρήγορα!» 
Φοβόταν σίγουρα ότι θα ανησυχούσαν στο σπίτι μας και με τραβούσε τόσο που μπερδεύτηκαν τα βήματά μου και μου βγήκε το παπούτσι. Κοντοστάθηκα κι αυτή χωρίς να γυρίσει, χωρίς να σταματήσει να με τραβάει, μου φώναξε:
«Άσ’ το, άσ’ το, πάμε γρήγορα».
Μόλις περάσαμε τη μεγάλη σιδερένια πόρτα, άφησε το χέρι μου και τρέχοντας και με κοφτές ανάσες προσπάθησε πάλι να σιάξει την κορδέλα της.
«Πού ήσουν;» τη ρώτησα.
Δεν έβγαλε κουβέντα, παρά συνέχισε να περπατά γρήγορα τραβώντας με. Το βλέμμα μου έπεσε στη φουσκωμένη τσέπη της, μα δεν τόλμησα να ζητήσω το σουσάμι έτσι που την έβλεπα να τρέχει σχεδόν σέρνοντάς με. Όσες φορές κι αν ρώτησα τι είχε, δεν μου απάντησε. Το βλέμμα της είχε κάτι υγρό, όχι από δάκρυα, κάτι άλλο παράξενο. Είχαμε φτάσει σχεδόν στον Άγιο Αχίλλειο όταν με τράβηξε κοντά της και με μια κίνηση κάτω από την πλεκτή ζακέτα έβγαλε ένα κουλούρι και μου το έδωσε. Σάστισα. Η αναπνοή μου κόπηκε λες.
«Φά’ το γρήγορα», είπε.
Το πήρα και το έκοψα στη μέση. Δεν πήρε ούτε μια μπουκιά. Ενώ εγώ το κατέβαζα σχεδόν αμάσητο, εκείνη έσιαζε μια τη φούστα της, μια την κορδέλα.
«Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα!» μου έλεγε.
Μπουκωμένη, τη ρώτησα πού το βρήκε.
«Τρώγε», μου είπε.
Η λάμψη στα μάτια της με έκανε να σκεφτώ τον τρόπο που το είχε αποκτήσει. Περπάτησα με τη φαντασία μου στο διάδρομο του σχολείου. Την είδα να βαδίζει ανάμεσα στα άλλα παιδιά. Πλησίασε στη σκάλα και έδωσε στον Χαρίλαο το χάρτη και την υδρόγειο. Ενώ εκείνος τα ανέβαζε και τα τακτοποιούσε στα ψηλά σκαλιά, εκείνη βρήκε την ευκαιρία και από την ανοιχτή βιτρίνα βούτηξε το κουλούρι πριν τη δει κανείς, κι άρχισε να τρέχει.
Κι αν την είδε; αναρωτήθηκα και ένα κρύο ρεύμα διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά μου.
«Έλα, πάμε, θα αργήσουμε!» είπε και με τράβηξε, έτσι που η τελευταία μπουκιά έπεσε στη γουβίτσα της βρύσης που ήταν στο προαύλιο της εκκλησίας. Με πρόλαβε ένα σπουργίτι πριν την αρπάξω.
Βγήκαμε τρέχοντας στο δρόμο και ξαφνικά η αδερφή μου κάνει έτσι και αναποδογυρίζει το μέσα έξω της τσέπης της. Το σουσάμι χύθηκε στα πόδια μας.
«Τι κάνεις;» είπα έκπληκτη.
Χωρίς να με κοιτάξει, άρχισε να τρέχει μπροστά μου. Κοιτώντας το σουσάμι στο χώμα, την ακολούθησα, όχι όμως όπως τις άλλες φορές που ήθελα να τη φτάσω και να την προσπεράσω. Ήταν ένα παιχνίδι που κάναμε συχνά:
Ποια θα φτάσει πρώτη σπίτι. Την άφησα να φύγει, δεν μπορούσε να χωρέσει ο νους μου ούτε τι είχα πριν από λίγο στο στόμα μου, ούτε το σουσάμι στο χώμα, που το είχαν εξαφανίσει στο μεταξύ τα πουλιά.
Όταν έφτασα στο σπίτι, βρήκα τη μάνα στο οικόπεδο, δυο βήματα απέναντι από το σπίτι μας. Είχε μόλις κόψει μια κότα και κρατούσε ακόμα στο ένα χέρι το κεφάλι της και στο άλλο το μαχαίρι. Έσταζαν αίμα και τα δυο. Η σάκα της αδερφής μου ήταν πεταμένη στο πεζοδρόμιο κι εκείνη καθισμένη πιο κει με λυγισμένα γόνατα παρακολουθούσε. 
Πλησίασα και στάθηκα δίπλα στη μάνα μας.
«Τι; Φοβάσαι, χαζό;» με πείραξε αυτή.
Είπα «τσου» και κούνησα το κεφάλι δεξιά κι αριστερά. Είναι αλήθεια, δεν φοβόμουν, το είχα ξαναδεί. Αλλά κάτι με μαγνήτιζε και με έκανε να ανατριχιάζω κάθε φορά. Το σώμα της κότας χόρευε στο οικόπεδο για ώρα πολλή, γεμίζοντας τον τόπο αίματα. Ήταν η άσπρη μας κότα. Είχε καιρό
τώρα που η μάνα έλεγε ότι θα τη σφάξει γιατί δε γεννούσε αβγά. Λύγισα τα γόνατα και κάθισα κι εγώ ανακούρκουδα, κι η κότα να πηδάει μια εδώ και μια εκεί. Κοίταξα την αδερφή μου. Κρατούσε με τα δυο της χέρια το πρόσωπο και κοιτούσε στο χώμα. Κι η κότα όλο και πλησίαζε προς το μέρος της. Είχε σχεδόν φτάσει μπροστά της και, όπως την κοιτούσα, είδα έναν κόκκινο λεκέ ανάμεσα στα πόδια της στο γαριασμένο εσώρουχο.
«Άντε, φτάνει πια!» είπε η μάνα κι έπιασε απ’ τα πόδια την κότα που έστεκε ακίνητη πια μπροστά στην αδερφή μου.
Την έχωσε με το λαιμό προς τα κάτω μέσα στον τενεκέ από τουρσί και μπήκε στην αυλή. Πίσω της η αδερφή μου και από πίσω της εγώ να κοιτώ τον στεγνό μικροσκοπικό κόκκινο λεκέ που είχε διαπεράσει τη φούστα της. Δεν πλησίασα στην κουζίνα γιατί βρομούσε πολύ την ώρα που η μάνα βουτούσε την κότα στον τενεκέ με το βραστό νερό κι ύστερα την έβγαζε στο νεροχύτη και τραβούσε, όσο ήταν ζεστή, τα φτερά και τα πούπουλα. Όμως, η περιέργεια που η μάνα μας είχε πάρει την αδερφή μου για πρώτη φορά μαζί της στην κουζίνα με έκανε να κλείσω τη μύτη και να πλησιάσω. Από το ημιδιάφανο κουρτινάκι με λίγη προσπάθεια μπορούσα να τις βλέπω. Η μάνα σκυμμένη να ξεπουπουλιάζει και η αδερφή μου κι αυτή με σκυμμένο κεφάλι να τραβά πού και πού κανένα φτερό.
«Πολύ μικρή σε βρήκε το βάσανο!» είπε η μάνα, κι ενώ αναρωτιόμουν τι βάσανο βρήκε την αδερφή μου, άκουσα κάτι για «ρούχα» και τέτοια. Δεν καταλάβαινα τίποτα.
Το βράδυ, στο ντιβάνι μας, όσο κι αν τη ρωτούσα, εκείνη κρατούσε το στόμα της κλειστό και το βλέμμα της καρφωμένο στο ταβάνι. Αργά, σαν ακούσαμε τον πατέρα μας να κλειδώνει την εξώπορτα, γύρισε και μου είπε:
«Ξέρεις, τελικά, δεν είναι και τόσο χάλια ο πάνω όροφος του σχολείου. Μόνο κάτι μεγάλες ραγισματιές από τοίχο σε τοίχο, και θρανία, θρανία να δει το μάτι σου! Εκεί είναι και η φάτνη και το χριστουγεννιάτικο δέντρο και πολλά κίτρινα και πορτοκαλιά σκονισμένα μεγάλα υφάσματα, “αερόστατα της Κατοχής”, τα είπε ο Χαρίλαος».
Ύστερα στύλωσε το βλέμμα στο ταβάνι και δεν ξαναμίλησε όσο κι αν τη ρωτούσα, μέχρι που αποκοιμήθηκα. Ποτέ δεν έμαθα πώς κατάφερε και πήρε τελικά το κουλούρι, γιατί πεισματικά αρνιόταν να μιλήσει γι’ αυτό.
Μετά τις διακοπές του Πάσχα και όταν επιστρέψαμε στο σχολείο, μας περίμενε μια έκπληξη: Ο διευθυντής, μετά την προσευχή, μας είπε ότι ο Χαρίλαος δεν θα έρχεται πια στο σχολείο μας’ έφυγε, λέει, στη Γερμανία στον αδερφό του. ‘Ολοι βγάλαμε ένα επιφώνημα απογοήτευσης, και μόνο η αδερφή μου χτύπησε παλαμάκια. Όλοι γύρισαν και την κοίταξαν έκπληκτοι κι εκείνη έκρυψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τα χέρια στις τσέπες της. Μέχρι να τελειώσει η χρονιά, όλοι στο διάλειμμα έτρωγαν αυτά που έφερναν από το σπίτι. Κάποιοι έφερναν σουσαμένιο κουλούρι από το φούρνο της γειτονιάς τους. Κι η Θάλεια με τη Νέλλη έφεραν πρώτες αυτές εκείνο το σακουλάκι που ήταν γεμάτο με κάτι κίτρινες μικρές καλοταϊσμένες αηδιαστικές… κάμπιες, «γαριδάκια» τις έλεγαν.

.

 

Λάστιχο και καμένη ζάχαρη

Η βροχή είχε αρχίσει από ώρα και σήκωνε παχιές φούσκες στο χώμα, που έσκαγαν και χάνονταν γρήγορα. Ακουμπισμένη στο παράθυρο τις κοιτούσε και έφερε στο νου τις σταγόνες του λαδιού, που έβλεπε να σκάνε πέφτοντας στο φλιτζάνι, όταν η γιαγιά Μαρία την ξεμάτιαζε. Κρεμόταν η Νόρα από εκείνη τη σταγόνα που αιωρούνταν δισταχτικά στο δάχτυλο της γιαγιάς. Έτσι κρέμεται το βλέμμα της και τώρα από τις σταγόνες της βροχής, που δέρνουν το χώμα κι εκείνο τις καταπίνει αχόρταγα. Η δίψα του κάμπου απ’ την κάψα του καλοκαιριού δεν σβήνει εύκολα με την πρώτη φθινοπωρινή βροχή! Τις κοιτούσε ακουμπώντας το μέτωπο στο τζάμι και δάγκωνε τα χείλια της.
«Μπόρα του Σεπτέμβρη είναι, θα σταματήσει! Μην ανησυχείς!» ακούστηκε η μάνα της από το μέσα δωμάτιο, όπου πήγαινε κι ερχόταν από το νεροχύτη στον μπουφέ. Είχε να τακτοποιήσει στοίβες πιατικών από τα χτεσινά αρραβωνιάσματα της Νόρας.
«Δεν μου λες», ρώτησε ο άντρας της δισταχτικά όταν ήρθε το προξενιό, «της ήρθαν τα “ρούχα”;»
Ερώτηση καθόλου αδικαιολόγητη, αφού η Νόρα μόλις είχε κλείσει τα δεκατέσσερα. Είχε, βέβαια, πάρει το δίπλωμα ραπτικής.
Η Νόρα σκούπιζε με το μανίκι της το τζάμι. Όσο κι αν εμπιστευόταν τη γνώμη της μάνας της, ανησυχούσε με αυτή τη βροχή που έπεφτε χωρίς να πάρει ανάσα.
«Δεν λες καλά που βρέχει και δεν θα έχει σκόνη απόψε! Χάλια θα γίνονταν οι γοβίτσες σου! Τι να σου κάνει και η έρημη η καταβρεχτήρα του δήμου! Πώς να καταλαγιάσει τόση σκόνη στο χώμα! Τόσα πόδια το πατούν και σέρνονται πάνω του και παν κι έρχονται και παν κι έρχονται κάθε βράδυ», ξανακούστηκε η μάνα της.
Ένας ανεπαίσθητος αναστεναγμός που φούσκωσε το εφηβικό της στήθος θόλωσε τα τζάμια. Άφησε την κουρτίνα και κατευθύνθηκε στο ντιβάνι. Έσκυψε και τράβηξε ένα κουτί. Οι άσπρες γοβίτσες της της χαμογέλασαν μόλις άνοιξε το καπάκι. Μια λάμψη σαν νεογέννητη αστραπή σχηματίστηκε στα μάτια της. Την έσβησε, όμως, η βροντή που έκανε τα τζάμια να τρίξουν. Έβαλε τη μια δίπλα στην άλλη και γλίστρησε απαλά τα λεπτά ποδαράκια της μέσα τους. Ψήλωσε μεμιάς. Έκανε δυο τρεις στροφές και πήγε πάλι στο παράθυρο. «Τικ, τακ, τικ, τακ» οι γόβες στο πράσινο μωσαϊκό. «Τικ, τακ, τικ, τακ» και η καρδιά της. Γι’ αυτό δεν ήθελε να βρέχει απόψε. Για να ακούσει αυτό τον ήχο καθώς θα περπατά προς το πανηγύρι. Πρώτη φορά θα φόραγε γόβες! Πρώτη φορά θα πήγαινε χωρίς τους γονείς της στο πανηγύρι. Αυτό ήταν αρκετό για να διώξει την αμηχανία που ένιωθε, όταν κοιτούσε τη βέρα που έσφιγγε τον παράμεσο. Αυτή με γόβες στο παζάρι! Θυμήθηκε εκείνες τις κοπέλες στις ταινίες, στο θερινό σινεμά «Χαραυγή», όπου πήγαιναν τις Κυριακές. Άσπρες γόβες φόραγαν κι εκείνες. Θυμήθηκε και τις άλλες τις κοπέλες που συναντούσε στο πανηγύρι στα μέσα κάθε Σεπτέμβρη. Σφιχτές, μυτερές γόβες, που έκαναν τα δάχτυλα να πονούν, κι έτσι στην επιστροφή έβλεπε να τις κρατούν στο χέρι και να περπατούν ξυπόλυτες. Σύννεφο σηκωνόταν η σκόνη στο περπάτημα. Καλά έλεγε η μάνα της. Η βροχή θα καταλαγιάσει τη σκόνη. Κοίταξε τις γόβες τις. Ένιωσε το σφίξιμο και γύρισε στο ντιβάνι. Τέντωσε και μάζεψε τα πόδια της δυο τρεις φορές, γέρνοντας το κεφάλι δεξιά κι αριστερά. Τα φαντάστηκε να μπερδεύονται ανάμεσα σε τόσα άλλα και να σηκώνουν σκόνη στους χωμάτινους διαδρόμους της πανήγυρης. Έσκυψε και με τα χέρια σκούπισε τις γόβες, σαν να είχαν κιόλας λερωθεί από τη σκόνη που έφτανε καμιά φορά ψηλά και έγλειφε τους μηρούς των κοριτσιών που αναπηδούσαν ξαφνιασμένα με τις ελβιέλες τους, όταν -τυχαία, δήθεν, ή λόγω αδιαχώρητου- ένιωθαν πάνω τους τα αγγίγματα των αγοριών.
Τα προγνωστικά της μάνας της βγήκαν σωστά. Η βροχή σταμάτησε, κι εκείνη με τις γοβίτσες της κατά τις εννιά πήρε το δρόμο πιασμένη στο μπράτσο του Ανδρέα για το «Αλκαζάρ». Είχε νυχτώσει, αλλά το φως απ’ τις γεννήτριες ήταν δυνατό. Όπως πάντα, συνωστισμός στον κεντρικό διάδρομο. Βήματα σημειωτόν. Δεν μπορούσε να δει τις γόβες της. Το πρόβλημα ήταν μέχρι να περάσει κανείς αυτό τον κεντρικό διάδρομο. Στο τέλος του, χωρίζεται σε τέσσερις μικρότερους κι ο κόσμος μοιράζεται. Η Νόρα ήξερε με κλειστά μάτια το δρομολόγιο. Με κλειστά μάτια τη θέση κάθε πάγκου και τι είναι αραδιασμένο στον καθένα. Αριστερά, τα βιβλία, πολλά βιβλία. Απέναντι, τα λουλούδια. Και το χάος ανάμεσά τους να γεφυρώνουν εσώρουχα γυναικεία με δαντέλες και φιόγκους, κρεμασμένα πάνω από τα κεφάλια τους με αόρατες κλωστές. Μια αψίδα με εσώρουχα να τους στεφανώνει, όπως τα σπαθιά των αξιωματικών στους δικούς τους γάμους. Τα μάτια των γυναικών χαμήλωναν και των αντρών ανυψώνονταν. Τα μάγουλα των κοριτσιών γίνονταν σαν τα ρόδα του Σεπτέμβρη.
Στο τέλος του κεντρικού διαδρόμου, η Νόρα με την οικογένειά της πάντα ακολουθούσαν τον πρώτο διάδρομο αριστερά. Εκεί που είναι οι πάγκοι με τα παιχνίδια. Πήγαινε στις κούκλες. Ώρες τις χάζευε και δεν τις χόρταινε. Κούκλες με φανταχτερά φορέματα, που με το παραμικρό κούνημα ανοιγόκλειναν τα μάτια. Άλλες σε καρότσια, με μπιμπερό, κούκλες-μωρά, με κοντά ή με μακριά μαλλιά, κούκλες σε κουτιά, με σκουφιά, με κορδέλες στα μαλλιά. Αναποφάσιστη ζητούσε τη γνώμη της μάνας της. Κάθε χρόνο
έφευγε από το πανηγύρι με μια κούκλα.
Ο διάδρομος τελείωσε. Οι γοβίτσες της έκαναν να στρίψουν αριστερά. Βρήκαν αντίσταση το τράβηγμα του Ανδρέα προς τα δεξιά. Η Νόρα έμεινε μετέωρη. Έσκυψε και κοίταξε δήθεν τις γόβες της.
«Μα εκεί είναι τα παιχνίδια!» της είπε και την τράβηξε πιο έντονα.
Της ξέφυγε ένας αναστεναγμός που έτρεξε και κρύφτηκε στις μικρές τρύπες-πληγές από τις γόβες των γυναικών στο βρεγμένο χώμα. Στα αυτιά της έφταναν φωνές, μουσικές, ήχοι, χτυπήματα σε ταψιά. Στα ρουθούνια της χώνονταν μυρωδιές, καπνός, ψημένα κάστανα, καλαμπόκια, λουκάνικα. Η βροχή έκανε έντονη τη μυρωδιά από τις κουτσουλιές των περιστεριών στα κλουβιά με τις «τύχες». Παντού μύριζε «μαλλί της γριάς», χαλβάς Φαρσάλων και καμένη ζάχαρη. Όλα μια σβούρα στο κεφάλι της Νόρας. Και ξαφνικά έπιασε μπόρα. Ο κόσμος χώθηκε όπως όπως στα προχειροστημένα στέγαστρα των πάγκων. Ο Ανδρέας την τράβηξε κι άρχισαν να τρέχουν στη μέση του άδειου σχεδόν διαδρόμου. Βρέθηκαν μπροστά στη στρογγυλή τέντα με το «γύρο του θανάτου». Ώσπου να κόψει εισιτήρια ο Ανδρέας, εκείνη παρατηρούσε στη μικρή εξέδρα τη μηχανή και πάνω της τον επιβλητικά ντυμένο άντρα με μαύρο δερμάτινο μπουφάν, μπότες και γαντοφορεμένα χέρια, που έστριβαν το γκάζι και σκόρπιζαν έναν τόσο εκκωφαντικό θόρυβο, ώστε σκέπαζε ακόμα και τη φωνή του κράχτη. Μικρά συννεφάκια καπνού ελευθερώνονταν από την εξάτμιση της μηχανής, και ο τόπος όλος μύριζε λάστιχο. Μπήκαν και ένα αναποδογυρισμένο λες χωνί τούς κατάπιε. Χαμηλά, στο κέντρο της σκηνής, μια μηχανή γκάζωσε δυο τρεις φορές και ξεκίνησε την άνοδο στα τοιχώματα από το χωνί. Ανεβαίνοντας γύρους-επίπεδα, η μηχανή παρέσερνε μαζί και την αδρεναλίνη του κόσμου. Πλάγιαζε επικίνδυνα αμφισβητώντας τους νόμους της βαρύτητας. Οι θεατές φώναζαν. Κάποιες γυναίκες τσιρίζοντας έσφιγγαν τις τσάντες τους στο στήθος από την αγωνία και έκλειναν τα μάτια. Η Νόρα έκλεισε κι αυτή τα μάτια της. Όχι από φόβο, αλλά για να ονειρευτεί εκείνη την κούκλα στο κουτί, που ήθελε απόψε να ζητήσει να της αγοράσει ο Ανδρέας και… ντράπηκε. Ήταν πια δεκατεσσάρων χρόνων και αρραβωνιασμένη!

.

 

ΜΙΚΡΕΣ ΠΑΡΑΜΥΘΙΕΣ . . . ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ   (2017)

.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΛΕΞΕΙΣ ΧΩΡΙΣ …ΣΩΣΙΒΙΟ

Το σκάκι, του έρωτα

Ετούτο το παιχνίδι, ας το παίξουμε
χωρίς κανόνες και στρατηγικές
Όχι σαν δυο αντίπαλοι που επιζητούν
τη νίκη
Τα άλογα, τους στρατηγούς
να μην τους θυσιάσουμε
Σε έναν αγώνα χρόνου
Κι ας ξέρουμε πως η βασίλισσα
(ή ο βασιλιάς)
στο τέλος θα θριαμβεύσει
Και μόνος του θα γεύεται τα αίματα
της νίκης

 

Το «θέλω»

To «θέλω» θέλει να με θες
Μα να ‘ρχεσαι κι όταν το θες
Το «θέλω» δεν εκβιάζει ούτε εκβιάζεται
Πάλλεται και δημιουργεί δονήσεις
που φτάνουν στην απέναντι πλευρά
για να γυρίσουν πίσω σε μια
αέναη κίνηση, για να αναπνέει.
Δεδομένα

Περνάω στη σιωπή
Ποντάρω στο κενό. Ζητώ.
Και ζω όσα η αναμονή εμπεριέχει
μη έχοντας ιδέα για το ύστερα
Χωρίς εικασίες και υποθέσεις
γεννήματα της λογικής
της επεξεργασίας δεδομένων. 

Λέξεις

Η νύχτα και ο ήλιος σε εξορία
Φως πουθενά
Με ανεξέλεγκτη ταχύτητα
Η γλώσσα εξεγείρεται
Δεν εκπληρώνει την αρχική της λειτουργία
Συμπιέζονται οι λέξεις για να χωρέσουν στη φράση
«Μένω στο φως»
Αντίθετες στη φύση τους
Δεν υπακούν στην πειθαρχία
Συγκρούονται τρέχοντας
Στριμώχνονται σε θάλαμο
επιθανάτιας ελπίδας.

 

Μυστήρια (σε 15 σύλλαβο)

Τα άχραντα μυστήρια
κοινώνησα μαζί σου
Και το φιλί σου μ’ έκοψε
Σε χίλια δυο κομμάτια
Κι έβαψε η καρδούλα μου
Με χρώμα που δε βγαίνει
Μέσα στ’αθάνατο νερό
Τη ρίχνω και την πλένω
Χίλιες φορές προσεύχεται
Χίλιες παρακαλάει
Να ναι το χρώμα αθάνατο
μην τύχει και ξεβάψει

 

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΣΤΗ ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΜΑΛΙΣΣΟΒΑ

DIASTIXO.GR 6/2/ 2018

Η Τασούλα Τσιλιμένη είναι καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, στο οποίο διδάσκει θέματα παιδικής-εφηβικής λογοτεχνίας, αφήγηση και μυθοπλασία-δημιουργική γραφή κειμένων βραχείας φόρμας. Έχει διδάξει σε μεταπτυχιακά προγράμματα της ημεδαπής και της αλλοδαπής. Μελέτες της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα έγκριτα περιοδικά και σε συλλογικούς τόμους. Είναι διευθύντρια του ηλεκτρονικού περιοδικού Κείμενα για τη μελέτη της Παιδικής Λογοτεχνίας και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Διαδρομές. Ασχολείται επίσης με την κριτική βιβλίων. Εκτός από άρθρα, μελετήματα και βιβλία για τη θεωρία και τη διδακτική της παιδικής λογοτεχνίας, γράφει λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά. Διηγήματα και μικρές ιστορίες της έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και σε έντυπα, όπως το ηλεκτρονικό περιοδικό Ο Αναγνώστης, η εφημερίδα Ελευθερία και άλλα. Βιβλία της έχουν μπει στη βραχεία λίστα του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, ενώ το βιβλίο της Ο κύριος Μπου έχει τιμηθεί με το Βραβείο Εικονογράφησης του ίδιου φορέα. Η συζήτησή μας έγινε με αφορμή τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Το κουμπί, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Το κουμπί είναι ο τίτλος της συλλογής διηγημάτων σας. Γιατί επιλέξατε τη συγκεκριμένη από τις δεκατρείς ιστορίες και ως τίτλο του βιβλίου;

Το Κουμπί είναι ταυτόχρονα και η πρώτη ιστορία στη συλλογή. Και αυτό όχι τυχαία. Ήταν αυτή που «γεννήθηκε» πρώτη και ήρθε και ξεκούμπωσε φωνές ποικίλων χαρακτήρων και διαφορετικών ηλικιών της υπαίθρου ή αστικών κέντρων, του σήμερα ή περασμένων δεκαετιών. Έτσι συγκεντρώθηκαν οι δεκατρείς ιστορίες μικρής φόρμας και διηγήματα στα οποία μπορεί κανείς να αφουγκραστεί τραύματα πολλών και κυρίως ευαίσθητων ή ανίσχυρων. Ένα γαϊτανάκι αφηγήσεων είναι το Κουμπί, που ξετυλίγει ή τυλίγει ρεαλιστικές ιστορίες αλλά και άλλες με έντονο το στοιχείο του μαγικού, του υπερβατικού και αναδεικνύει τη συνομιλία των άυλων και των γήινων πραγμάτων. Πρόθεσή μου με αυτές τις ιστορίες είναι να περιγράψω την καθημερινότητα απλών ανθρώπων και να δώσω φωνή σε εκείνα/εκείνους που δεν πρόλαβαν να αρθρώσουν λέξη. Οι ιστορίες αυτές δεν εκφράζουν μια συγκεκριμένη περιοχή (Θεσσαλία) ή ιστορική στιγμή ή την οπτική γωνία μιας συγκεκριμένης τάξης. Προσπαθώ να γράψω και να αναπαραστήσω μια πραγματικότητα με τρόπο ώστε να διαφανεί ότι οι καταστάσεις που σκιαγραφούνται εδώ εκπροσωπούν όλες τις πιθανές μορφές ανθρώπινης αλληλεπίδρασης.

Αγγίζετε με λεπτότητα ιδιαίτερες πτυχές της παιδικής ηλικίας. Πόσο σημαντική για την εξέλιξη ενός ανθρώπου είναι αυτή η περίοδος;

Θεωρώ καθοριστική την παιδική ηλικία για τη μετέπειτα πορεία του ανθρώπου. Συχνά θεωρούμε ότι τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να υποβιβάζουμε τις αντιληπτικές και συναισθηματικές τους ικανότητες. Τα παιδιά, όντας βρέφη ακόμη, διαισθάνονται, έχουν απίστευτη παρατηρητικότητα, κρίση και μνήμη. Ο κόσμος τους, όχι σπάνια, παραβιάζεται με ποικίλους τρόπους από τους ενήλικες. Η σεξουαλική παρενόχληση είναι ένα θέμα που μας σοκάρει, ίσως, αλλά υφίσταται σε πολλούς χώρους και κυρίως οικείους. Τρεις από τις ιστορίες της συλλογής υπαινίσσονται το θέμα αυτό, με διακριτικότητα και με σαφή πρόθεση όχι να καταγγείλουν, αλλά να δείξουν ένα κομμάτι της κοινωνίας. Ήθελα να απεκδυθώ το βάρος ιστοριών που άκουσα. Διάβασα για το θέμα αυτό, δίνοντας φωνή στα ίδια τα παιδιά/χαρακτήρες να μιλήσουν για «παιχνίδια ενηλίκων» εις βάρος τους. Να δείξω, αν θέλετε, τη μάσκα που ένα μέρος της κοινωνίας μας ντύνεται και τη χρησιμοποιεί διπλά: άλλοτε με υπερπροστατευτική διάθεση απέναντι στο παιδί και άλλοτε με τρόπο που δείχνει το πιο σκοτεινό πηγάδι των προθέσεών της.

Σημαντικό είναι και το στοιχείο της απώλειας, όχι μόνο με την έννοια του θανάτου. Θέλετε να μας πείτε γι’ αυτό;

Οι περισσότερες ιστορίες της συλλογής κινούνται γύρω από έναν βασικό άξονα. Αυτόν της απώλειας. Όχι πάντα με την έννοια του θανάτου, όπως διαπιστώσατε. Η απώλεια αφορά σε πολλά θέματα. Η πρόωρη και εκ των έξωθεν ώθηση παιδιών, και κυρίως κοριτσιών, προς την ενηλικίωση, επί παραδείγματι, είναι ένα είδος απώλειας. Ακόμα και η απώλεια υλικών πραγμάτων, με τα οποία είμαστε συνδεδεμένοι και αποτελούν τμήμα του εαυτού και της ύπαρξής μας, όπως ένα κουμπί. Κάθε απώλεια έχει δυσάρεστα αποτελέσματα και επηρεάζει τον ψυχισμό και τη συμπεριφορά μας. Δεν έχουμε εκπαιδευτεί να την αντιμετωπίζουμε. Έτσι, απολεσθέντα πράγματα, πρόσωπα, αισθήματα, γίνονται συχνά θηλιές και μας πνίγουν. Θολώνουν τη σκέψη, ανασύρουν παράπονα προς τη ζωή/φύση που μας συνοδεύουν επί μακρόν και συχνά δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ. Προσωπικά θεωρώ ότι ένας καλός τρόπος αντιμετώπισης είναι η αφήγησή τους. Αφήγηση στον εαυτό μας αλλά και μοίρασμα με πρόσωπα που εμπιστευόμαστε, ώστε να προκύψει η συμφιλίωση με τον εαυτό μας. Ποιος δεν έχει έρθει αντιμέτωπος με κάποιου είδους απώλεια; Οι χαρακτήρες των ιστοριών μου ταλανίζονται από αυτό. Άλλοτε βρίσκουν τρόπους να απαλλαχτούν έστω και πρόσκαιρα, άλλοτε παίρνουν βαθιές ανάσες και μένουν στη σιωπή.

Το ανά χείρας βιβλίο σας αποτελεί κι έναν φόρο τιμής σε προσωπικά σας βιώματα;

Είναι γνωστή η άποψη ότι σε κάθε κείμενο άμεσα ή έμμεσα εγγράφεται κάτι από τον συγγραφέα. Υπό αυτή την οπτική, δεν θα μπορούσα να αρνηθώ την ύπαρξη προσωπικών ψηγμάτων στα κείμενα. Αναγνώστες που με γνωρίζουν στην προσωπική μου ζωή ίσως ισχυριστούν ότι διακρίνουν σε κάποιες ιστορίες της συλλογής να αντανακλώνται εμπειρίες ή βιώματα της παιδικής μου ηλικίας. Και κυρίως για γεγονότα που αφορούν στην πρόσληψη του κόσμου γύρω μου. Ένας/Μια συγγραφέας ζει και αφουγκράζεται γεγονότα, εποχές, ιστορίες άλλων. Και ταυτόχρονα όλα αυτά τα ζυμώνει με το υλικό της φαντασίας και έτσι οδηγείται σε ένα μυθοπλαστικό κατασκεύασμα που απέχει πολύ από την πραγματικότητα τη δική του. Επί παραδείγματι, ένα αντικείμενο ή ένα προσωπικό βίωμα μπορεί να οδηγήσει τον/τη συγγραφέα σε μια μυθοπλαστική ιστορία που μπορεί να έχει χρώματα από τη βιωματική του παλέτα, όμως εν τέλει, στο σύνολό τους και τοποθετημένα σε σχέση με μη υπαρκτά γεγονότα, χώρους κ.λπ. είναι έξω από τον ίδιο πια. Εκείνο που με αφορά στη συγκεκριμένη συλλογή είναι η ανάκληση στιγμών κυρίως της παιδικής μου ηλικίας. Σε αυτήν αποτίω φόρο τιμής.

Η δική μου ανάγνωση μου άφησε έντονα στοιχεία συγκίνησης και τρυφερότητας. Ποια ήταν τα δικά σας συναισθήματα κατά τη διάρκεια της σύλληψης και συγγραφής τους;

Η πλειοψηφία των ιστοριών εστιάζει σε πρόσωπα και χαρακτήρες που βιώνουν κάτι τραυματικό σε κάποιο βαθμό. Με τρυφερότητα έσκυψα και αφουγκράστηκα τις περιπέτειες των ηρώων μου και ένιωσα ρίγος και συγκίνηση κι εγώ όταν ξεδιπλώνονταν στην οθόνη του υπολογιστή μου. Κάποιες φορές έκανα βόλτες γύρω από το γραφείο μου προσπαθώντας να κατευνάσω τις ταχυπαλμίες που μου προκαλούσαν τα γεγονότα όπως εξελίσσονταν, όπως στην «Αντάρα», στα «Κουλούρια του Αλέξανδρου» και αλλού.

Πόσο θεωρείτε ότι βελτιώθηκε στις δεκαετίες που πέρασαν η θέση της γυναίκας (και του κοριτσιού);

Αναμφίβολα υπάρχει βελτίωση. Όχι γιατί έχουν πλέον θεσμοθετηθεί νόμοι που ορίζουν τη θέση αυτή. Δεν πιστεύω τόσο στη δύναμη της νομοθεσίας, όσο στην κοινωνική βάση. Μόνο όταν πραγματοποιούνται αλλαγές, ως αποτέλεσμα κοινωνικών ανισοτήτων, μόνο τότε έχουμε ουσιαστικές αλλαγές. Οι ρίζες στερεοτύπων είναι βαθιές, και χρειάζεται χρόνος, ενημέρωση και επιμονή σε καθημερινή προσωπική βάση για να αλλάξουν τα πρότυπα που κρατούν τη γυναίκα, σε αρκετά ακόμη επίπεδα, σε συγκεκριμένους ρόλους και θέσεις. Τα φεμινιστικά κινήματα αναμφίβολα έπαιξαν σημαντικό ρόλο, ακόμη και μέσα από τη φεμινιστική κριτική και θεώρηση της λογοτεχνίας. Όμως ακόμη και στις μέρες μας, που τόσα έχουν υλοποιηθεί στο κομμάτι της ισότητας, καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες κραυγαλέων γεγονότων, αλλά και άλλων που αποσιωπούνται από μια κοινωνία που εθελοτυφλεί.

Είναι ψυχοθεραπευτικό να κοιτάζουμε στο παρελθόν με θετικό βλέμμα;

Από το παρελθόν μπορούμε να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες και να μάθουμε όχι μόνο για τους άλλους, αλλά κυρίως για τον εαυτό μας. Δηλαδή να κατανοήσουμε εμάς πρώτα και, ως συνέχεια, τους γύρω από μας. Εάν η οπτική θέασης έχει πρόθεση καθαρή, χωρίς σκοπιμότητες, πιστεύω ότι μπορεί να βοηθήσει θετικά προς το προσωπικό όραμα του καθένα.

Η μικρή φόρμα σάς αφορά περισσότερο ως συγγραφέα;

Είναι αλήθεια ότι τα κείμενα βραχείας φόρμας με γοητεύουν περισσότερο. Όχι ότι δεν απολαμβάνω ένα μυθιστόρημα! Και ίσως τα περισσότερα αναγνώσματά μου να είναι μυθιστορήματα. Όμως αυτή η συμπύκνωση νοήματος, η εστίαση σε ένα γεγονός και η σκιαγράφηση περιορισμένων χαρακτήρων με παραπέμπει στο «μεδούλι» της ζωής. Δεν με βρίσκει σύμφωνη η άποψη ότι το διήγημα και η μικρή φόρμα είναι πιο απαιτητικά ως είδος γραφής. Κάθε λογοτεχνικό είδος έχει τις απαιτήσεις του. Το ζήτημα είναι τι εκφράζει έναν δημιουργό περισσότερο, και έναν αναγνώστη επίσης. Έχουμε πολύ επιτυχημένα μυθιστορήματα και το αντίθετο. Το ίδιο ισχύει και για τα κείμενα βραχείας φόρμας όπως λέγονται, ή μικρές ιστορίες ή διηγήματα, νουβέλες.

Αρκετά από τα διηγήματά σας τα αφιερώνετε σε άλλους συγγραφείς. Θέλετε να σχολιάσετε;

Αφιερώνω κάποια διηγήματα σε καταξιωμένους συγγραφείς γιατί με κάποιο τρόπο έχουν συνδεθεί μαζί τους τα ίδια τα κείμενα. Είτε ως περιεχόμενο είτε γιατί οι συγγραφείς αυτοί αφιέρωσαν χρόνο για να διαβάσουν τα κείμενά μου και να μου πουν τη γνώμη τους με ειλικρίνεια είτε γιατί με εμπνέει η δική τους γραφή.

Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και θέλετε να μας προτείνετε;

Μολονότι διαβάζω ταυτόχρονα δυο ή και τρία βιβλία, τώρα απολαμβάνω το Μεγαλείο της ζωής του M. Kumpfmuller, σε μετάφραση της Μ. Αγγελίδου, εκδόσεις Άγρα, που αναφέρεται στον τελευταίο έρωτα του Φραντς Κάφκα. Συνηθίζω, όταν επισκέπτομαι τόπους και χώρους, να αναζητώ αναγνώσματα που συνδέονται με αυτούς. Το βιβλίο αυτό ήρθε στα χέρια μου μετά από πρόσφατο ταξίδι στην Πράγα και την επίσκεψή μου στο σπίτι/μουσείο του Κάφκα. Και στ’ αλήθεια το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον.

Παρόλο που έχετε γράψει κυρίως βιβλία για παιδιά και εφήβους, δεν είναι η πρώτη φορά που γράφετε βιβλίο για ενήλικες. Ετοιμάζετε κάτι καινούριο αυτό τον καιρό;

Το γράψιμό μου στην πλειοψηφία του αφορά στα παιδιά, μολονότι έχει προηγηθεί ένα μυθιστόρημα ενηλίκων, καθώς και διηγήματα ή μικρές ιστορίες που δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά λόγου και τέχνης κατά διαστήματα. Το γράψιμο θέλει τον χρόνο του. Σε θέλει εκεί, να το υπηρετείς πιστά. Αυτό το διάστημα οι απαιτήσεις του πανεπιστημίου είναι τόσες που νιώθω τυχερή όταν μπορώ να διαβάσω κάποιες σελίδες λογοτεχνίας. Το μόνο που καταφέρνω αυτό το διάστημα είναι να ξαναδιαβάζω κείμενα που είναι ήδη στο συρτάρι μου και φλερτάρω με την ιδέα έκδοσής τους. Ελπίζω το φθινόπωρο κάποιο από αυτά να είναι στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Μετά το Κουμπί, θέλω να ανασάνω με ένα παιδικό.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Η ΑΦΩΝΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

ΝΙΚΗΤΑΣ ΖΑΦΕΙΡΗΣ

FRACTAL 13/07/2021

Χάδια στο ημίφως

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Τασούλας Τσιλιμένη Η αφωνία του απογεύματος καλεί τον αναγνώστη στο δωμάτιο της ερωτικής μνήμης. Στα εικοσιτέσσερα ποιήματα η ποιήτρια συγκροτεί, μέσα από σπαράγματα συναντήσεων δύο ερωτευμένων, το ψηφιδωτό του ανεκπλήρωτου έρωτα. Σε μια συλλογή σαν αυτή το σώμα δεν θα μπορούσε να απουσιάζει. Στη ʻγεωγραφία του σώματοςʼ που διατρέχει τα ποιήματα, τα χέρια, ο λαιμός, τα χείλη γίνονται οι υλικές λέξεις στις οποίες στερεώνεται η άυλη αίσθηση των αβέβαιων συναισθημάτων. Τα χάδια είναι το αποδεικτικό: η επαφή υπήρξε. Σε τόπους όπως η Τήνος, η Δεξαμενή, ο Θερμαϊκός, οι εραστές συναντήθηκαν για να ζήσουν το στιγμιαίο. Η ποιήτρια ανακαλεί αυτά τα σύντομα διαλείμματα εκπλήρωσης μέσα σε μια ζωή που απειλείται διαρκώς από τον εχθρό του πάθους: τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Μέρες που η δουλειά δεν αποτελεί τον σιγαστήρα που αποκρύπτει την ανάγκη για επαφή το ποίημα φανερώνεται σαν ακίδα που πονά. Όπως δηλώνει ο τίτλος, η συλλογή γέρνει προς το απόγευμα της ραστώνης και το βράδυ της περισυλλογής. Στην αλίευση της ερωτικής μνήμης που πραγματοποιεί η ποιήτρια, το ημίφως είναι ο πιο κατάλληλος φανός για να εντοπιστεί το σημείο που χαράχθηκε το χάδι. Στο μισοσκόταδο αναδύεται, σαν πανσέληνος, το ψυχικό κενό. Τα παιχνιδίσματα του σκότους είναι βέβαια αντανακλάσεις ενός εσωτερικού τοπίου. Αλλά και αφορμές μιας φωταγώγησης της ζωής, έστω με «ημίφως πυγολαμπίδας» (σ. 12). Σημείο πάγιας αναφοράς της ποιήτριας είναι οι στιγμές που λάμπουμε στην αλήθεια της συνύπαρξης: «κι ό,τι αγαπάμε φως είναι / που ξορκίζει το σκοτάδι» (σ. 13). Η Ιστορία, σε κάποια σημεία, έρχεται με τη σειρά της να τροφοδοτήσει τη μυσταγωγία του έρωτα. Ο Διόνυσος της ηδυπαθούς παραφοράς και ο Πόντιος Πιλάτος της αποφυγής κάθε ευθύνης έρχονται σαν προσωπεία μιας ανδρικής παρουσίας που χοροστάτησε στη σαρκική θωπεία αλλά και τη συναισθηματική ασυνέπεια. Η σημαντικότερη αρετή της ποιητικής συλλογής είναι η έμφαση στο συγκεκριμένο. Συλλογές που επικαλούνται τη Μούσα της λυρικής ποίησης Ερατώ κινδυνεύουν πάντα από τον ιμπρεσιονισμό του συναισθήματος. Η χρήση μιας πληρέστερης ʻσκηνογραφίαςʼ σε κάθε ποίημα, που δίνει την αίσθηση της κινηματογραφικής σεκάνς, επιτρέπει στον αναγνώστη να αντικρύσει για λίγο τη μυστική εικόνα του πάθους. Η ποιήτρια, επομένως, φρόντισε να επικαλεστεί με επιτυχία τη Μούσα του έρωτα, όπως ο Οβίδιος στην Ερωτική τέχνη: nunc Erato, nam tu nomen Amoris habes.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

CULTUREBOOK 6/7/2021

Ο λυρισμός στην ποίηση της Τασούλας Τσιλιμένη

Πού βρέθηκαν τόσα κλαράκια λεμονοκυπάρισσου στο μαξιλάρι της;
Όλη τη νύχτα αυτή κεντούσε πορφυρογέννητες θάλασσες.[i]

Στη γλυκιά μελαγχολία της απογευματινής ραστώνης μάς μεταφέρει η Τασούλα Τσιλιμένη με την ποιητική της συλλογή Η αφωνία του απογεύματος (Μανδραγόρας 2021).

Σύνθεση σε δύο ενότητες: Βλέμματα, Μικρογραφίες. Λυρικoί και διαλογικοί στίχοι σε πρώτο ενικό πρόσωπο με περιγραφές που αναπαριστούν χώρους και υπηρετούν τη μνήμη. Τη σύνθεση διακρίνει εμφανής συγκίνηση, αλλά και υπογειωμένη υπαρξιακή αγωνία.

Η ποίηση της Τασούλας Τσιλιμένη αρθρώνεται την ώρα κυρίως που το ρολόι δείχνει περίπου σαράντα λεπτά πριν τις επτά. Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή.

Την ώρα που ο ήλιος καθρεφτίζεται
στα γυμνά παράθυρα των σπιτιών
-το ρολόι δείχνει περίπου σαράντα λεπτά πριν τις επτά-
Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή,
μέσα μου απλώνεται μια θλίψη. […]

(Η αφωνία του απογεύματος, σελ. 26-27)

Είναι η θλίψη για την αργία του Σαββατοκύριακου που φεύγει. Σωρεύει εντός της την αίσθηση της ζωής που ξοδεύεται μέσα στον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση, μακριά από τα όνειρά μας. Από Δευτέρα μας περιμένει μια νέα πιεστική εβδομάδα στη σκλαβιά του επαγγέλματος, μέσα στη συνάφεια με τους πολλούς, στην αποξένωση. Μόνο τ’ αλάφιασμα του σκλάβου που δουλεύει /σέρνε στην αγορά τη γύμνια του κορμιού σου, / ξένος και για τους ξένους και για τους δικούς σου, γράφει ο Κωστής Παλαμάς.

Η Τασούλα Τσιλιμένη περιγράφει πολύ παραστατικά τη μελαγχολία των κυριακάτικων απογευματινών που χαρακτηρίζονται από εσωτερική μοναξιά και περίσκεψη μπροστά στο παράθυρο με μια κούπα καφέ ή τσάι. Αλλά και τις νύχτες, που ακολουθούν τα θλιμμένα αυτά απογεύματα, με τις λέξεις να καταφθάνουν σαν ακοίμητα σκαθάρια, για να ξυπνήσουν πάθη ερωτικά, να αναμασήσουν προδοσίες, απουσίες, διαψεύσεις, να θυμίσουν εκκρεμότητες ερωτικές, προσωπικούς σταυρούς ή αναστάσεις. Και ας κάνει αγώνα ο νους να ξεφύγει. Αυτές καρφώνονται στους τοίχους, στο ταβάνι, στο πάτωμα.

[…] Σπαθιά οι λέξεις οι ακόμα αγέννητες
σε λώρο επτάκλωνο πιασμένες
ζητούν να κόψουν ανελέητα τη μνήμη
μήπως μπορέσουν και επωάσουνε το πρόσκαιρο
και δώσουν καταφύγιο στο τώρα.

(ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ, σελ. 11)

Στη συλλογή της Τασούλας Τσιλιμένη Η αφωνία του απογεύματος επικρατεί το συναίσθημα. Η πανίδα και η χλωρίδα έχουν συνεχή παρουσία, όπως και το καλοκαίρι, με εικόνες της θάλασσας, γλάρους που πετούν, αρμυρίκια, κρίταμα, κοχύλια. Οι στίχοι είναι σωματικοί και αισθησιακοί, νοσταλγικοί, με φόντο την ερωτική ματαίωση ή τον χρόνο που περνά.

[…] Κάθε μέρα με παρασημοφορούν αόρατα χέρια. Ο τοίχος μου μετράει 54 μετάλλια. Καλά είσαι εδώ, μου λένε. Έμαθες την πείνα. Κοίταξες κατάματα τη δίψα. Τρόχισε μόνο το θάρρος σου, μου λέω, να είσαι έτοιμη να βγεις έξω όταν σημάνει η ώρα. Γιατί τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από το φως που σου κλείνει τα μάτια.

(ΥΠΟΓΕΙΟ, σελ. 32)

Ρήματα, επίθετα, εικονοποιία, χρήση μεταγλώσσας και λέξεις που διαλέγονται με ένα πρόσωπο αγαπημένο στο οποίο απευθύνονται -παρότι συνήθως αυτό είναι απόν- αποτυπώνοντας την ερωτική αναμονή ή την προσδοκία. Κλεισμένο στους ατομικούς του χώρους το ποιητικό υποκείμενο προσηλώνεται σε στιγμές της ιδιωτικής του ζωής βρίσκοντας τρόπους αβρούς να τραγουδήσει τη φθορά, τα πρόσωπα που φεύγουν, τον χρόνο που κυλάει αδυσώπητα. Καταφεύγει συχνά στη μνήμη, μιλώντας χαμηλόφωνα και με παράπονο για τις ανικανοποίητες επιθυμίες, την ερωτική απώλεια.

Τα συναισθήματα στην ποίηση της Τασούλας Τσιλιμένη αποτυπώνονται με τον τρόπο του συμβολισμού. Με την υποβολή, την υπαινικτικότητα, μέσω πραγμάτων και αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου που χρησιμοποιούνται για να μεταδώσουν ψυχικές διαθέσεις. Αλλά και με υπερρεαλιστικές εικόνες.

[…] Φορούσε τη χλομάδα του χαμομηλιού
στα χείλη του το μοβ της πασχαλιάς
μαλλιά είχε από εφιάλτες
στα δάχτυλα υποσχέσεις αμφίβολες. […]

(Μάιος, σελ. 33)

Ένας μετασυμβολισμός από τη μία και ένας νεορομαντισμός από την άλλη, όπου κυριαρχεί η αισθαντικότητα, η φιλοσοφία της ατομικής εσωτερικότητας και οι τόνοι είναι γλυκείς, ήρεμοι, υποβλητικοί.

Μοτίβα μοναξιάς, μελαγχολίας, όχι όμως απαισιοδοξίας, στην ενότητα Βλέμματα, με την αγάπη να ξορκίζει το σκοτάδι. Μια βαθιά βιωμένη αποξένωση που συμπορεύεται με την υπαρξιακή οδύνη.

Στη δεύτερη ενότητα Μικρογραφίες, έχουμε άτιτλες ολιγόστιχες συνθέσεις με ακαριαίο νόημα. Μινιατούρες με άρωμα απωανατολικής ποίησης και έντονο λυρισμό. Στη θεματική κυριαρχούν ο χρόνος, η ανθρώπινη μοναξιά, η σιωπή, ο ερωτισμός.

Πού βρέθηκαν τόσα κλαράκια λεμονοκυπάρισσου στο μαξιλάρι της;
Όλη τη νύχτα αυτή κεντούσε πορφυρογέννητες θάλασσες.[i]
Στη γλυκιά μελαγχολία της απογευματινής ραστώνης μάς μεταφέρει η Τασούλα Τσιλιμένη με την ποιητική της συλλογή Η αφωνία του απογεύματος (Μανδραγόρας 2021).
Σύνθεση σε δύο ενότητες: Βλέμματα, Μικρογραφίες. Λυρικoί και διαλογικοί στίχοι σε πρώτο ενικό πρόσωπο με περιγραφές που αναπαριστούν χώρους και υπηρετούν τη μνήμη. Τη σύνθεση διακρίνει εμφανής συγκίνηση, αλλά και υπογειωμένη υπαρξιακή αγωνία.
Η ποίηση της Τασούλας Τσιλιμένη αρθρώνεται την ώρα κυρίως που το ρολόι δείχνει περίπου σαράντα λεπτά πριν τις επτά. Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή.
Την ώρα που ο ήλιος καθρεφτίζεται
στα γυμνά παράθυρα των σπιτιών
-το ρολόι δείχνει περίπου σαράντα λεπτά πριν τις επτά-
Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή,
μέσα μου απλώνεται μια θλίψη. […]
(Η αφωνία του απογεύματος, σελ. 26-27)
Είναι η θλίψη για την αργία του Σαββατοκύριακου που φεύγει. Σωρεύει εντός της την αίσθηση της ζωής που ξοδεύεται μέσα στον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση, μακριά από τα όνειρά μας. Από Δευτέρα μας περιμένει μια νέα πιεστική εβδομάδα στη σκλαβιά του επαγγέλματος, μέσα στη συνάφεια με τους πολλούς, στην αποξένωση. Μόνο τ’ αλάφιασμα του σκλάβου που δουλεύει /σέρνε στην αγορά τη γύμνια του κορμιού σου, / ξένος και για τους ξένους και για τους δικούς σου, γράφει ο Κωστής Παλαμάς.
Η Τασούλα Τσιλιμένη περιγράφει πολύ παραστατικά τη μελαγχολία των κυριακάτικων απογευματινών που χαρακτηρίζονται από εσωτερική μοναξιά και περίσκεψη μπροστά στο παράθυρο με μια κούπα καφέ ή τσάι. Αλλά και τις νύχτες, που ακολουθούν τα θλιμμένα αυτά απογεύματα, με τις λέξεις να καταφθάνουν σαν ακοίμητα σκαθάρια, για να ξυπνήσουν πάθη ερωτικά, να αναμασήσουν προδοσίες, απουσίες, διαψεύσεις, να θυμίσουν εκκρεμότητες ερωτικές, προσωπικούς σταυρούς ή αναστάσεις. Και ας κάνει αγώνα ο νους να ξεφύγει. Αυτές καρφώνονται στους τοίχους, στο ταβάνι, στο πάτωμα.
[…] Σπαθιά οι λέξεις οι ακόμα αγέννητες
σε λώρο επτάκλωνο πιασμένες
ζητούν να κόψουν ανελέητα τη μνήμη
μήπως μπορέσουν και επωάσουνε το πρόσκαιρο
και δώσουν καταφύγιο στο τώρα.
(ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ, σελ. 11)
Στη συλλογή της Τασούλας Τσιλιμένη Η αφωνία του απογεύματος επικρατεί το συναίσθημα. Η πανίδα και η χλωρίδα έχουν συνεχή παρουσία, όπως και το καλοκαίρι, με εικόνες της θάλασσας, γλάρους που πετούν, αρμυρίκια, κρίταμα, κοχύλια. Οι στίχοι είναι σωματικοί και αισθησιακοί, νοσταλγικοί, με φόντο την ερωτική ματαίωση ή τον χρόνο που περνά.
[…] Κάθε μέρα με παρασημοφορούν αόρατα χέρια. Ο τοίχος μου μετράει 54 μετάλλια. Καλά είσαι εδώ, μου λένε. Έμαθες την πείνα. Κοίταξες κατάματα τη δίψα. Τρόχισε μόνο το θάρρος σου, μου λέω, να είσαι έτοιμη να βγεις έξω όταν σημάνει η ώρα. Γιατί τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από το φως που σου κλείνει τα μάτια.
(ΥΠΟΓΕΙΟ, σελ. 32)
Ρήματα, επίθετα, εικονοποιία, χρήση μεταγλώσσας και λέξεις που διαλέγονται με ένα πρόσωπο αγαπημένο στο οποίο απευθύνονται -παρότι συνήθως αυτό είναι απόν- αποτυπώνοντας την ερωτική αναμονή ή την προσδοκία. Κλεισμένο στους ατομικούς του χώρους το ποιητικό υποκείμενο προσηλώνεται σε στιγμές της ιδιωτικής του ζωής βρίσκοντας τρόπους αβρούς να τραγουδήσει τη φθορά, τα πρόσωπα που φεύγουν, τον χρόνο που κυλάει αδυσώπητα. Καταφεύγει συχνά στη μνήμη, μιλώντας χαμηλόφωνα και με παράπονο για τις ανικανοποίητες επιθυμίες, την ερωτική απώλεια.
Τα συναισθήματα στην ποίηση της Τασούλας Τσιλιμένη αποτυπώνονται με τον τρόπο του συμβολισμού. Με την υποβολή, την υπαινικτικότητα, μέσω πραγμάτων και αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου που χρησιμοποιούνται για να μεταδώσουν ψυχικές διαθέσεις. Αλλά και με υπερρεαλιστικές εικόνες.
[…] Φορούσε τη χλομάδα του χαμομηλιού
στα χείλη του το μοβ της πασχαλιάς
μαλλιά είχε από εφιάλτες
στα δάχτυλα υποσχέσεις αμφίβολες. […]
(Μάιος, σελ. 33)
Ένας μετασυμβολισμός από τη μία και ένας νεορομαντισμός από την άλλη, όπου κυριαρχεί η αισθαντικότητα, η φιλοσοφία της ατομικής εσωτερικότητας και οι τόνοι είναι γλυκείς, ήρεμοι, υποβλητικοί.
Μοτίβα μοναξιάς, μελαγχολίας, όχι όμως απαισιοδοξίας, στην ενότητα Βλέμματα, με την αγάπη να ξορκίζει το σκοτάδι. Μια βαθιά βιωμένη αποξένωση που συμπορεύεται με την υπαρξιακή οδύνη.
Στη δεύτερη ενότητα Μικρογραφίες, έχουμε άτιτλες ολιγόστιχες συνθέσεις με ακαριαίο νόημα. Μινιατούρες με άρωμα απωανατολικής ποίησης και έντονο λυρισμό. Στη θεματική κυριαρχούν ο χρόνος, η ανθρώπινη μοναξιά, η σιωπή, ο ερωτισμός.

Στην άκρη της μέρας
όνειρα, ελπίδες και φόβοι
διπλώνουν τα κίτρινα φτερά τους
ακονίζουν επίμονα τα ράμφη
το σκοτάδι είναι εφτάψυχο
ανάβουν φωτιές
το ξημέρωμα έρχεται
πάντα με παγωμένο χαμόγελο.
(Μικρογραφίες, σελ. 41)

Η Τασούλα Τσιλιμένη στη συλλογή Η αφωνία του απογεύματος δημιουργεί ποίηση με ευαισθησία και αυτοσυνειδησία. Ο λόγος της χωρίς περιττολογίες, γεμάτος τρυφερότητα και διάχυτο ερωτισμό, αποτυπώνει εύγλωττα τα συναισθήματα που συνοδεύουν τους περισσότερους και τις περισσότερες από εμάς στις απογευματινές ώρες του Σαββατοκύριακου ή τις νύχτες, όταν τους κλειστούς και δαιδαλώδεις χώρους της ψυχής επισκέπτεται η σιωπή.
Έπεσε ο ήλιος
Πληγωμένα γόνατα
Στο τέλος της μέρας.
(Μικρογραφίες, σελ. 43)

[i] Μικρογραφίες, σελ. 37.

(Μικρογραφίες, σελ. 41)

Η Τασούλα Τσιλιμένη στη συλλογή Η αφωνία του απογεύματος δημιουργεί ποίηση με ευαισθησία και αυτοσυνειδησία. Ο λόγος της χωρίς περιττολογίες, γεμάτος τρυφερότητα και διάχυτο ερωτισμό, αποτυπώνει εύγλωττα τα συναισθήματα που συνοδεύουν τους περισσότερους και τις περισσότερες από εμάς στις απογευματινές ώρες του Σαββατοκύριακου ή τις νύχτες, όταν τους κλειστούς και δαιδαλώδεις χώρους της ψυχής επισκέπτεται η σιωπή.

Έπεσε ο ήλιος
Πληγωμένα γόνατα
Στο τέλος της μέρας.

(Μικρογραφίες, σελ. 43)

[i] Μικρογραφίες, σελ. 37.

.

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΑΖΕΛΗΣ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 117-118 ΣΕΠΤ. 2019

Εκλάμψεις στην ομίχλη

Πρόκειται για συλλογή δεκατριών διηγημάτων, βιβλίο του οποίου ο ήχος ηχεί δυνατά με την πρώτη ανάγνωση κι ο απόηχος εξακολουθεί να δίνει το παρόν, σαν επαναλαμβανόμενος αντίλαλος, που —διαπερνώντας όλους τους κόσμους οι οποίοι αναπαριστώνται σε αυτό— πολλαπλασιάζει τις φωνές του, μετασχηματιζόμενο σε πολυφωνική χορωδία. Μία πολυφωνία που αναδύεται από ένα τοπίο στην ομίχλη, με το οποίο, ως πρώτος διδάξας, ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος μας εξοικείωσε. Ομίχλη τοπίου κι ομίχλη ψυχής κυματίζει λοιπόν στο βιβλίο, στο οποίο όμως λάμπει δυνατά το φως του χρόνου και της εστίασης, ως αντίπραξη. Είναι μία συλλογή διηγημάτων με θραύσματα βίου, θα έλεγε κανείς, τμήματα ενός ψηφιδωτού απροσδιόριστου σε μέγεθος και συνολικό θέμα, το οποίο όμως, σε τελευταία ανάλυση, μετά την ανάγνωση του βιβλίου, δεν μάς απασχολεί, αφού οι αφηγήσεις λειτουργούν ως τομές εν τω βάθει· τέτοιο βάθος, που καθιστά την έκταση αδιάφορη.
Η πρώτη γενική μας αίσθηση, μετά την αρχική ανάγνωση του βιβλίου, ήταν ότι διέπεται από έναν έντονα ιστορικό χαρακτήρα. Η ιστορικότητα δεν έχει να κάνει με συστηματική αναφορά σε συγκεκριμένα γνωστά ιστορικά γεγονότα, παρά με την αντίληψη του χρόνου ως βασικού σημείου αναφοράς στη ζωή του ανθρώπου. Αυτό δεν είναι καθαυτό πρωτότυπο, καθώς αποτελεί αυτονόητο άξονα σε μιαν αφήγηση. Πρωτότυπο είναι το τι κάνει η συγγραφέας με τον χρόνο. Σημαντική θέση στη χρονική διάσταση των διηγημάτων έχουν η φθορά και ο θάνατος, συνθήκες οι οποίες λες και δημιουργούνται —για να θυμηθούμε τον Γκόρκι— για να μπορεί η συγγραφέας να τις αφηγηθεί. Θα μπορούσε κανείς λοιπόν να χαρακτηρίσει το βιβλίο σπουδή θανάτου, προσπάθεια εξοικείωσης με το μελανό σημείο της ανθρώπινης ύπαρξης, σύμφωνα με τον Πασκάλ. Ελάχιστα διηγήματα δεν έχουν ως άμεσο ή έμμεσο θέμα τον θάνατο. Αυτός άλλοτε ορίζει το πλαίσιο, και η σκιά του αποτελεί το πασπαρτού του πίνακα της αφήγησης, άλλοτε είναι το θέμα της ή το κορυφαίο γεγονός. Δεν γνωρίζουμε αν είναι υποκειμενική μας εντύπωση ότι τα περισσότερα από τα ελάχιστα κείμενα στα οποία δεν φανερώνεται ο θάνατος έχουν ως θέμα την παιδοφιλία, αποδιδόμενη γενικώς υπόρρητα, με τρόπο που να μοιάζει με ένα δεύτερο είδος θανάτου, της αθωότητας. Το βιβλίο απευθύνεται με δύναμη ταυτόχρονα τόσο στη λογική όσο και στο συναίσθημα του αναγνώστη, αποτελώντας το ίδιο μία πάλη και μία σύνθεση ανάμεσα στα δύο αυτά στοιχεία. Τα συναισθήματα που μας γέννησε η ανάγνωση του βιβλίου κυμαίνονται σε διαβαθμίσεις της θλίψης, ξεκινώντας από την ήπια δημιουργική, φτάνοντας μέχρι το δέος στην περίπτωση κάποιων θανάτων και στον αποτροπιασμό στις αφηγήσεις της παιδοφιλίας. Η τελευταία δεν αποτελεί αντικείμενο εστίασης παρά βρίσκει τη θέση της κάπου στην αφήγηση. Όμως, αυτό το εν παρόδω κάνει πιο έντονη την παρουσία της. Το ότι συμβαίνει χωρίς να πάρει κανείς είδηση εκτός από τον παντογνώστη, ενίοτε, αφηγητή, την καθιστά μείζον αλλά καλά φυλαγμένο πρόβλημα και απειλή, ειδικά σε παραδοσιακές κοινωνίες της σιωπής. Πάντως, η
γενική ατμόσφαιρα του βιβλίου δεν είναι καταθλιπτική και κλειστοφοβική· αντιθέτως, η δεξιοτεχνία της αφήγησης τού προσδίδει τη δυναμική της κάθαρσης και τη χαρά της αισθητικής.
Μιλήσαμε προηγουμένως για εστίαση, όμως η εστίαση δεν μπορεί να γίνει σε χωροχρονικό κενό, τουναντίον μάλιστα. Ο χρόνος, χωρίς να ορίζεται, φαίνεται να αφορά τις τελευταίες δεκαετίες, φτάνοντας μέχρι τα τελευταία χρόνια ή, καλύτερα, το παρόν του αφηγητή φαίνεται να είναι πρόσφατο, όμως οι αναδρομές της μνήμης των ηρώων φτάνουν μέχρι την Τουρκοκρατία, τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τον Εμφύλιο, όρια τα οποία μπορεί να αγγίξει η προφορική ιστορία, η προσωπική αφήγηση. Η γενική ιστορία δίνει έμμεσα το στίγμα της και δείχνει έντονη την επίδρασή της στους απλούς ανθρώπους, με λιτές φευγαλέες αναφορές. Από τον μαχαιρωμένο, ερωτευμένο με χριστιανή, Τούρκο αξιωματούχο Νταμίλη έως τα αποκεφαλισμένα πτώματα της εποχής του Εμφυλίου, η ιστορία αφήνει τα σημάδια της στους ανθρώπους. Η ιστορία ως βίωμα και ως αναπαράσταση. Οι απλοί άνθρωποι περνούν μέσα από την ιστορία, ο χρόνος ως δυναμική έννοια μένει πίσω και συνάμα κινείται μαζί με τα εξελισσόμενα υποκείμενα, καθώς τον φέρουν μέσα τους τα πρόσωπα, οι καθημερινοί άνθρωποι των αφηγήσεων, ενώ παράλληλα τους φέρει και τους μεταφέρει κι εκείνος, τους μεταλλάσσει διαρκώς, χωρίς να μπορούν να απαλλαγούν από εκείνον, μέχρι να τους παραδώσει ο ίδιος, σκυτάλη και βορά μαζί, στη λήθη.
Αν αυτός είναι ο χρόνος, τότε ποιος είναι ο χώρος; Ο χώρος της αφήγησης είναι κυρίως μετασχηματιζόμενοι στο πέρασμα του χρόνου τόποι της Θεσσαλίας ή αναπαράσταση τόπων. Θα μπορούσε πάντως ο τόπος να είναι οπουδήποτε, καθώς αποτελεί σκηνή στην οποία διαδραματίζονται αρχετυπικά γεγονότα.
Μας απομένουν τα πρόσωπα. Από τα διηγήματα περνούν όλες οι ηλικίες, με διάφορους ρόλους. Παιδιά ή πρώην παιδιά, νέοι, ώριμοι, άνθρωποι της τελευταίας άνοιξης της ζωής και της ηλικίας ολοκλήρωσης και απολογισμού, ηλικιωμένοι και τα αφηγηματικά απεικάσματα όλων αυτών. Οι αφηγητές πάλι αντιπροσωπεύουν διάφορες ηλικίες.
Κλείνοντας, θα θέλαμε να αναφερθούμε στη μορφή των διηγημάτων. Εξ ορισμού, ένα διήγημα, ως μικρή φόρμα, εστιάζει κατά κανόνα σε ένα θέμα, το
οποίο αναδεικνύει ανασηκώνοντάς το από την αφάνεια. Η Τασούλα Τσιλιμένη αποδεικνύεται δεξιοτέχνης στην πλοκή με αφηγηματικό ταλέντο, το οποίο το επιστρατεύει μία ευαίσθητη κι αναστοχαστική παρατηρούσα ψυχή, η οποία γνωρίζει να συλλέγει και να ταξινομεί βιώματα και επινοήσεις, και κατόπιν να τα αναδομεί με τρόπο που να μπορούν να διαμεσολαβηθούν αποτελεσματικά στον αναγνώστη, ναυπηγώντας δηλαδή για χάρη του ένα σκαρί, με το οποίο
καλείται να εκτελέσει το δικό του της ζωής ταξίδιον. Επιβεβαιώνει λοιπόν το ανά χείρας βιβλίο ότι τούτος ο κόσμος λες κι έχει φτιαχτεί για να τον αφηγούμαστε, λειτουργώντας το ίδιο ως ομοιοπαθητική αντιμετώπιση της απώλειας και της λήθης.

.

ΣΟΦΙΑ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ

vakxikon.gr/Ιούνιος 2018

13 σύντομα κείμενα συναποτελούν τη συλλογή διηγημάτων της Τασούλας Τσιλιμένη, Το κουμπί, η οποία δανείζεται το όνομά της από το εναρκτήριο ομότιτλο κείμενο. Το πρώτο αυτό διήγημα φέρει πολλά από τα γνωρίσματα που θα διακρίνουν το σύνολο του σύντομου αυτού βιβλίου: στροφή στα περασμένα, μέσα από μια ματιά που ανήκει στο αφηγηματικό παρόν, «επισκέπτεται» όμως ξανά τον γενέθλιο τόπο, «ένα χωριό στη μασχάλη του Ολύμπου», με την έννοια όχι μόνο της μετάβασης εκεί, και μάλιστα με το σύνηθες σύγχρονο μέσο, το ιδιωτικό αυτοκίνητο – σε δρόμους που κάποτε διαβαίνονταν με το λεωφορείο, ή όπου ακούγεται ακόμη το ποδοβολητό αλόγων – αλλά και της εξέτασης, σχεδόν της επανεπίσκεψης τόπων, εμπειριών, χώρων, με κυρίαρχο πάντα ανάμεσά τους το χώρο του σπιτιού, που πολλές φορές αποκτά ξεχωριστή σημασία, μια και αυτό είναι εκεί, έστω με τα σημάδια της φθοράς πάνω του, ενώ οι άνθρωποι έχουν προ πολλού φύγει/αποδημήσει. Μια επιστροφή/ επανεπίσκεψη θα είναι το διαρκές μοτίβο, η σταθερή κίνηση που θα διαγράφεται σε καθένα από τα κείμενα. Μια αναζήτηση ανθρώπων κι αισθήσεων που χάθηκαν, χαράχτηκαν όμως με τον πιο εντυπωτικό και βαθύ τρόπο όπως μόνο η οικογένεια, το σπίτι, οι «δικοί» μπορούν να βιωθούν, παραμένοντας ψυχικά ανεξάλειπτοι, φύσει αλλά και θέσει αναντικατάστατοι. Σε πολλά από τα κείμενα ουσιαστικός πρωταγωνιστής είναι σχεδόν το ίδιο το σπίτι, αυτό αποθυμεί η αφηγήτρια, αυτό επιθυμεί να περιποιηθεί, να αερίσει, συγυρίσει, ξαραχνιάσει, και μαζί του να υποστυλώσει ό,τι από την πρότερή της ζωή εμμένει στο χρόνο. Μέσα από εκείνο αντιστέκεται στην αυτοδυναμία της φθοράς, στο μοιραίο της επικράτησής της. Άλλοτε του μιλάει, άλλοτε το κανακεύει και πλένοντας και φροντίζοντάς το αισθάνεται πως κι εκείνο την ξαναβρίσκει σαν μπανιαρισμένο, ευχαριστημένο πλέον μωρό. Η αποκατάσταση ενός διαλόγου με πρόσωπα και πράγματα δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση, στο βιβλίο όμως αυτό γίνεται ήσυχα, μη σπασμωδικά, με μια σταθερότητα, με αλλεπάλληλες και στέρεες προσεγγίσεις σαν κι αυτές που επιτρέπουν τα συνήθη ανοίγματα χρόνου της σύγχρονης ζωής: καλοκαιρινές διακοπές ή τοπικά γλέντια όπου λίγη ντόπια κίνηση βιώνεται ξανά, προτού όλα επιστρέψουν στους συνήθεις ρυθμούς τους, με την ανθρώπινη αποψίλωση και τις λιγοστές, επαναλαμβανόμενες ενασχολήσεις του μικρόκοσμου ενός χωριού. Το θετικό είναι ότι δεν λυγίζει κανείς από το βάρος του συναισθήματος εδώ, νοσταλγεί αλλά δεν αφήνεται να παρασυρθεί, μια γλυκύτητα επικάθεται πάνω από ανθρώπους και πράγματα, κάποτε μια ηθελημένη παιδικότητα, μέσα στην οποία το αφηγηματικό υποκείμενο μοιάζει να χουχουλιάζει, καθώς είναι αναπαυτική, περίπου σαν πολυθρόνα των προτιμώμενων αναμνήσεων. Μαζί με εκείνες ένας κόσμος παλιός αναδύεται, αισθητά πλέον διακριτός από τη σύγχρονη συνθήκη, όπου τα παιδιά παίζανε μήλα μαζί στη γειτονιά, ένα κουλούρι μπορούσε να είναι κάτι το ποθητό γιατί το παιδί δεν το γευόταν ποτέ, το σουσάμι κάτι το μαγικό, ένα ψεύτικο χρυσό δακτυλίδι στην προθήκη του παντοπωλείου του χωριού προνομιακό αντικείμενο, κι η φτώχεια εντέλει κάτι διάφορο από την ανέχεια λόγω ανεργίας, σαν κι εκείνη που μαστίζει το σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο χωριό, μια που η μικρή κοινότητα παρέμενε δεμένη παρά τις όποιες εσωτερικές μικροεντάσεις της: ένα ιδιωτικό δράμα για παράδειγμα όπως το πένθος ήταν αυτόχρημα περίπου συλλογική υπόθεση που υπέβαλλε το δικό της εθιμοτυπικό, άρρητο σεβασμό όπως φαίνεται στο κείμενο «Τα κάλαντα στο κουτί του Καλγκόν», όπου η μικρή ηρωίδα ανησυχεί αν θα της φτάσουν τα ψιλά που της άφησε η μητέρα της για τα παιδιά που θα πουν τα κάλαντα, μέχρι που αντιλαμβάνεται, όταν φτάνει το μεσημέρι και κανείς δεν κοπιάζει, ότι κάλαντα δεν λέγονται σε σπίτι που το έχει πρόσφατα χτυπήσει ο θάνατος. Ένα από τα πιο δυνατά νομίζω κείμενα του βιβλίου, είναι αυτό όπου η αφηγήτρια μπαίνει μόνη της στο πατρικό, πολύ πριν την προγραμματισμένη συνάντηση με τις αδερφές της, για να απολαύσει λίγο χρόνο μόνη της με το σπίτι, προτού εκείνο παραδοθεί προς ενοικίαση. Στην «Αποκαθήλωση», όπως ονομάζεται το εν λόγω κείμενο, η αφηγήτρια (παί)ζει το δικό της μικρό ιδιωτικό ψυχόδραμα πριν τη στιγμή του αποχωρισμού από την οικογενειακή εστία: όπως ακριβώς το ψυχόδραμα ως θεραπευτική μέθοδος της ψυχανάλυσης έχει να κάνει με την υπόδυση κάποιων ρόλων, συνηθέστατα γονεϊκών ή άλλων που συνάπτονται με τη σχέση γονέα-παιδιού, ώστε να αναβιώσει ο πάσχων μέσα από τη δραματοποίηση κάποια σκηνή ή τραύμα, έτσι περίπου κι εδώ η αφηγήτρια αποδύεται σε μία άλλη προσομοίωση αποχωρισμού πηγαίνοντας να καθίσει μια στη θέση που συνήθιζε να πιάνει η ίδια στο δωμάτιο, μια στην καρέκλα του πατέρα της και μετά στην αγαπημένη πολυθρόνα της μάνας της, σε μια ύστατη προσπάθεια να ξαναβρεί κάτι από τις θέσεις, τα χνάρια τους:

«Έβγαλε τις γόβες και αναποφάσιστη στη μέση του δωματίου αναρωτιόταν πού να καθίσει. Τράβηξε στη δική της θέση, αυτή που κάθε Τρίτη βράδυ, που ερχόταν να τους δει, τη φιλοξενούσε: στην άκρη του καναπέ. Σηκώθηκε σχεδόν αμέσως. Έκανε τρία βήματα μπροστά και κάθισε στην καρέκλα όπου καθόταν πάντα ο πατέρας της. «Πάντα», δηλ. μέχρι πριν από ενάμιση χρόνο που στα ενενήντα τους αποχαιρέτησε. Το σώμα της βρήκε τα χνάρια του δικού του σώματος, που ήταν ανεξίτηλα στο πράσινο βελούδο της καρέκλας. Το βλέμμα της ακολούθησε τη διαδρομή του δικού του. Στον απέναντι τοίχο, η σκοτεινή οθόνη της τηλεόρασης. Όχι ότι την παρακολουθούσε και πολύ. Δεν ήταν του καθισιού. Μόνο τις ειδήσεις, κι αυτές μισές. Προτιμούσε πάντα να σκαλίζει και να ασχολείται με κάτι. Δεξιά και σχεδόν κολλητά στην καρέκλα, η πολυθρόνα της μάνας της. Καφέ, με μια φαρδιά πορτοκαλιά ρίγα στο κέντρο. Άλλαξε και πάλι θέση. Λύγισε τα γόνατα και κάθισε αργά, όπως έκανε εκείνη τα τελευταία χρόνια. Σπασμένα και τα δύο ισχία. Στον απέναντι τοίχο, το ρολόι. Είχε σταματήσει εδώ και πενήντα μέρες να μετρά το χρόνο. Το ίδιο και το ημερολόγιο δίπλα απ’το ψυγείο. 7 Ιανουαρίου. Μέρα που έστειλαν με τη μάνα τους χαιρετίσματα κι ένα κομπολόι στον πατέρα τους. Ο κόμπος, που τόση ώρα έκανε μικρές διαδρομές πάνω κάτω, έσπασε το σκοινί κι έφερε δάκρυα. Όταν το βλέμμα καθάρισε, στάθηκε στις κορνίζες του τοίχου»

Αυτός ο τρόπος του περάσματος από το κομπολόι στον κόμπο που σχηματίζουν τα δάκρυα, είναι χαρακτηριστικός των μετωνυμικών περασμάτων που απαντούν συχνά στη γραφή της Τσιλιμένη. Τον ξαναβρίσκουμε για παράδειγμα λίγο παρακάτω, στην έξοδο του σύντομου, αλλά υψηλής συναισθηματικής θερμοκρασίας αυτού κειμένου:

«Οι ρίζες μου», ψυθίρισε κοιτάζοντας τα πρόσωπα στις φωτογραφίες. Κι όπως προσπαθούσε να βρει σκοινί να ισορροπήσει στο «πριν» και το «μετά», άκουσε το κλειδί στην εξώπορτα.

Και μπαίνουν μέσα οι αδερφές της. Μια τέτοια συνάντηση με την απουσία επιφυλάσσουν τα περισσότερα κείμενα της Τσιλιμένη, σε μια προσπάθεια να ανοίξουν δρόμο, τρόπο για μια συνέχεια. Άλλο στοιχείο που επανέρχεται στα διηγήματα, πέρα από αυτό του εσωτερικού χώρου, του σπιτιού, είναι σε ό,τι αφορά το εξωτερικό, το νερό, ως ποτάμι ή λίμνη. Συχνά συνάπτεται με το μοτίβο της απόσυρσης, της απουσίας ή και του θανάτου που μπορεί όμως να γίνει λίπασμα για νέα οργανική ζωή, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την από χρόνια αποστραγγισμένη λίμνη του χωριού, που στην επιφάνειά της φυτρώνουν πλέον πατάτες και φασόλια. Κοντά σε όλη αυτήν τη μικρή ανθρωπογεωγραφία, περίπου ως ήσυχη και πάλι υπόμνησή της, κυκλοφορούν στα πεζά αυτά και κάποιες, λίγες, λέξεις της ντοπιολαλιάς, τα «κάτσαρα» για παράδειγμα, τα κόκκινα κρίνα της περιοχής, τα λεγόμενα και λουλούδια του Μαγιού ή λουλούδια του Χριστού ή τα «καβάκια» που φυτρώνουν κοντά στη λίμνη, σχηματίζοντας τα όριά της, οι μαύρες λεύκες δηλαδή που μοιάζουν με κυπαρίσσια. Τέλος, πολλαπλές είναι οι υπόγειες διασταυρώσεις αυτών των κειμένων με γνωστά άλλα της ελληνικής γραμματείας. Δύσκολα δεν θα πήγαινε το μυαλό στον τρόπο που πρωταγωνιστούν για παράδειγμα το σπίτι, τα έπιπλα, τα αντικείμενα στις Δύσκολες νύχτες της Μ. Αξιώτη, ενώ ένα από τα περισσότερο αιχμηρά κείμενα του τόμου, «Ο λύκος», όπου η γλυκύτητα της προστατευμένης παιδικής ηλικίας ενός κοριτσιού απειλείται από έναν εισβολέα που αμέσως βρίσκει την ευκαιρία να την παρενοχλήσει, θυμίζει αρκετά μια από τις εναρκτήριες σκηνές του μυθιστορήματος της Μ. Καραπάνου Η Κασσάνδρα κ ο λύκος, όπου η μικρή ηρωίδα διαβάζοντας υποτίθεται ένα βιβλίο στα γόνατα του υπηρέτη μετατρέπεται ερήμην της από αναγνωστικό υποκείμενο σε ερωτικό του αντικείμενο. Αλλά κ η λογοτεχνία πάντα θα συναντάται, εκούσια ή ακούσια με το δικό της σπίτι, τη δική της οικογένεια, τους/τις εν προκειμένω άλλες μεγάλες συγγραφείς.

.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ 

DIASTIXO.GR/27/3/2018

Η Τασούλα Τσιλιμένη είναι γνωστή ως συγγραφέας λογοτεχνικών κειμένων για μικρούς και μεγάλους και ως συστηματική ερευνήτρια της παιδικής λογοτεχνίας. Η διπλή της ιδιότητα ως λογοτέχνιδος και ως ε-ρευνήτριας συνυφαίνει το προσωπικό της συγγραφικό ιδίωμα, το οποίο διακρίνεται για τις λογοτεχνικές του αρετές, την ευαισθησία του περιεχομένου, αλλά και τη συνεκτικότητα και την οργάνωση της αφηγη-ματικής δομής.

Η ποικιλία των αφηγηματικών φορμών με τις οποίες καταπιάνεται η συγγραφέας είναι μεγάλη. Ωστόσο, οι μικρές ιστορίες αποδεικνύονται ως ειδικότητά της, αφού με αυτές ασχολείται εδώ και χρόνια σε πολλά ε-πίπεδα˙ ερευνητικά, αφού η διδακτορική της διατριβή αφορούσε τη γραμματολογική, παιδαγωγική και γλωσσική εξέταση των μικρών ιστοριών που γράφτηκαν την εικοσαετία 1970-1990, και λογοτεχνικά, αφού συχνά δημοσιεύει μικρές ιστορίες σε διάφορα έντυπα. Η παρούσα ευσύνοπτη συλλογή δεκατριών μικρών ιστοριών, συνολικά 120 σελίδων, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Το κουμπί και άλλες ιστορίες απο-τελεί την ωριμότερή της δουλειά σε αυτή την κατηγορία. Εάν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Ισίδωρος Ζουργός, η συγκεκριμένη συλλογή αναδεικνύει τη «μικρή φόρμα στην πιο μεγάλη της ώρα», θα μπορού-σαμε να εξειδικεύσουμε αναλύοντας στη συνέχεια ότι οι ιστορίες του παρόντος βιβλίου της αναδεικνύουν τη μικρή φόρμα «στην πιο μεγάλη γυναικεία της ώρα».

Γιατί είναι σημαντικές οι μικρές ιστορίες της συλλογής που παρουσιάζουμε; Σε πρώτο επίπεδο είναι σημα-ντικές, γιατί διαθέτουν στέρεα και συνεκτική δομή. Είναι γνωστό ότι σε αντίθεση με τα μεγάλα αφηγημα-τικά κείμενα, στα οποία ο συγγραφέας έχει την άνεση να παρεκκλίνει από το βασικό δομικό σχέδιο, πλα-τειάζοντας ή ενίοτε αναταράσσοντας την αφηγηματική συνέχεια, στις μικρές ιστορίες η στέρεα και συνε-πής δομή λειτουργεί ως βασική συγκολλητική ουσία της λογοτεχνικότητας. Στις δεκατρείς ιστορίες της συλλογής η συγγραφέας οργανώνει την αφήγηση στη βάση ενός συνεκτικού τριμερούς σχήματος.

Στην αρχή παρουσιάζει ξεκάθαρα την εικόνα μιας κατάστασης, που εξελίσσεται σε πρώτο χρόνο. Οι φρά-σεις με τη μορφή ρηματικών δηλώσεων είναι σύντομες και κοφτές: «Κόντευε να ξημερώσει, αλλά το σκοτάδι ήταν ακόμα πηχτό» (σελ. 29), «Το λεωφορείο μπήκε στο Διάδρομο 4» (σελ. 65), «Φορούσε μια άσπρη μικρή ποδιά στη μέση, που ήταν πάντα γαριασμένη» (σελ. 75) κ.ά. Ο αφηγηματικός χρόνος και χώρος σκιαγραφούνται έτσι άμεσα, χωρίς αμφισημίες.

Στη συνέχεια η αρχική εικόνα διαταράσσεται από συμβάντα και περιστατικά, που ανασύρει η συγγραφέας από την προσωπική ή τη συλλογική μνήμη του χωριού, της Καλλιπεύκης Ολύμπου, όπου γεννήθηκε. Α-ναπάντεχες τροπές της πλοκής ανοικειώνουν την αφήγηση μεταφέροντας τον αναγνώστη σε νέα τοπο-χρονικά δεδομένα. Οι εικόνες εναλλάσσονται κρατώντας σε εγρήγορση την ανάγνωση.

Εν τέλει, το τριμερές σχήμα απολήγει σε ένα σύντομο επιμύθιο, στο οποίο η ανάγνωση επανέρχεται στις αρχικές χωροχρονικές οριοθετήσεις, υπό νέες όμως απρόσμενες προϋποθέσεις και κατά κανόνα με ισχυ-ρό συνδηλωτικό περιεχόμενο.

Χαρακτηριστικό της αφηγηματικής ροής που επινοεί η συγγραφέας είναι η διάσπαση της συνέχειας από λεπτομερείς και ρεαλιστικές περιγραφές και αφηγήσεις. Οι λεπτομερείς αυτές και επεξεργασμένες εγκι-βωτίσεις λειτουργούν ως μικροδομές στην ήδη μικροδομή του συνόλου, κάτι σαν μικροί πίνακες μέσα στον μεγαλύτερο πίνακα της ιστορίας. Ωστόσο, οι αφηγηματικές εγκιβωτίσεις δεν λειτουργούν ως ουδέ-τερες ή φλύαρες υποσημειώσεις, αλλά συνδιαμορφώνουν το τελικό λογοτεχνικό νόημα. Όπως για παρά-δειγμα η περιγραφή της παλιάς τοιχογραφίας στον κοιμητηριακό ναό της Αγίας Παρασκευής Καλλιπεύκης (σελ. 16-17), της λίμνης Ασκουρίδος (σελ. 26), του πανηγυριού της Λάρισας κάπου τη δεκαετία του ’60 (σελ. 111-112), των τριών παλιών οικογενειακών φωτογραφιών που ξέμειναν στο πατρικό σπίτι (σελ. 50-54), του πλημμυρισμένου ποταμού (σελ. 18-19).

Η στέρεα και ενσυνείδητη δομή των ιστοριών, οι ζωντανές περιγραφές και οι καίριες και σημαίνουσες λε-πτομέρειες αναδύονται ελεύθερα και ζωντανά. Η αλήθεια που αφηγείται η συγγραφέας είναι πειστική, γιατί ακριβώς βασίζεται σε βιώματα που έζησε ή άκουσε από πρώτο χέρι. Είναι γιατί οι ιστορίες της είναι μαστορικά κεντημένες από προσωπικές και συλλογικές μνήμες. Νήματα βαμμένα από φυσικές βαφές βιω-μένων καταστάσεων του χωριού. Επιδέξιες βελονιές, που όμως αρχικά τραυμάτισαν τα δικά της χέρια, κεντούν με αιματηρές μνήμες τον αφηγηματικό καμβά.

Η γραφή της είναι πυκνή, σε γλώσσα απλή, εμπλουτισμένη ενίοτε από το λαϊκό λεξιλόγιο. Κοφτές φρά-σεις, βιωμένοι λαϊκοί διάλογοι, ζωντανοί σαν απομαγνητοφωνημένοι, αναπαριστούν με ρεαλισμό καθημε-ρινές καταστάσεις. Δυναμικές περιγραφές ανασυνθέτουν καταιγισμούς εικόνων και πολυτροπικά διακεί-μενα. Η αγάπη για τις ρεαλιστικές αναπαραστάσεις και τις εικόνες και η ευχέρεια στις περιγραφές λεπτο-μερειών που προαναφέραμε συνδυάζονται πολλές φορές με τις φανταστικές αναπαραστάσεις θρύλων και οραμάτων σε μια διελκυστίνδα καθημερινού και μαγικού ρεαλισμού. Για παράδειγμα, η εικόνα της αλα-φροΐσκιωτης Μήτραινας να μπήγει την αναμμένη λαμπάδα στο νερό της λίμνης (σελ. 72), είναι λες απευ-θείας βγαλμένη από τον ποιητικό κινηματογράφο του Ταρκόφσκι. Και ο ήχος του κονσέρτου για βιολί σε μι ύφεση του Μέντελσον αναμειγνύεται μαγικά με το αεράκι που φέρνει την ανάσα του φρεσκοκαθαρι-σμένου σπιτιού. Ποιητικές εικόνες σε ευσύνοπτες φράσεις, όπως: «Το πούσι και το φύλλωμα των ευκα-λύπτων τέλειωναν τα παραμύθια τους» (σελ. 30). Ή «μια χούφτα χιόνι έπεσε από τα κίτρινα χρυσάνθε-μα» (σελ. 34).

Ωστόσο, το περιεχόμενο του μαγικού ρεαλισμού της συγγραφέως είναι πρωτίστως γυναικεία υπόθεση. Η θέση του μικρού κοριτσιού, της έφηβης, της ώριμης και της ηλικιωμένης γυναίκας στις παραδοσιακές κοινωνίες, αλλά και στις μεταιχμιακές καταστάσεις των δεκαετιών του ’50, του ’60 και του ’70, όταν «τα χωριά τάιζαν με μεγάλες μπουκιές την πόλη» (σελ. 10), συνυφαίνεται με προσωπικά βιώματα, που τραυ-μάτισαν και πόνεσαν. Η φτώχεια και η ορφάνια, ο γάμος σε νεαρή ηλικία, η παιδεραστία ως αποσιωπημέ-νη ετεροτοπία σε κοινωνίες με καλά κρυμμένα μυστικά, τα σχολικά χρόνια και οι συμμαθήτριες… Πάνω από όλα η μνήμη της μάνας που μεγαλώνει με αυστηρότητα και κόπο τα παιδιά της ή τα χάνει από αρρώ-στιες, που συμπαραστέκεται, αλλά και που λυγίζει, αρρωσταίνει και πεθαίνει. Η συγγραφέας σκιαγραφεί το ψυχογράφημα της γυναίκας στη νεοελληνική κοινωνία, που ζει στο χωριό ή αστικοποιείται στις μεγά-λες πόλεις, όταν μεταναστεύει αναγκαστικά. Επικεντρώνεται στις προσωπικές μικρές γυναικείες ιστορίες κι όχι σε ευρύτερα κοινωνικά προβλήματα και φεμινιστικά ζητήματα.

Η ζωή της υπαίθρου και του χωριού προσεγγίζεται από τη συγγραφέα με μια ιδιότυπη εθνογραφία. Χωρίς φολκλορισμούς και συναισθηματικούς ρομαντισμούς. Ο κόσμος του χωριού αποκαλύπτεται ως διαχρονική και συγχρονική πραγματικότητα, όπου συνυπάρχουν οι θρύλοι, οι παραδόσεις, τα έθιμα, αλλά και οι με-ταλλαγές των μεταπολεμικών χρόνων. Τα στοιχειά της λίμνης και της βρύσης, το φάντασμα του δολο-φονημένου Τούρκου που αγάπησε την Ελληνοπούλα, οι αλαφροΐσκιωτες, οι φωνές των πνιγμένων από τα σπλάχνα της λίμνης συνυπάρχουν με τα καρναβαλικά δρώμενα της δεκαετίας του ’80, τη μερέντα στο ψωμί, το βιτάμ, τα γαριδάκια, τον Μικρό Σερίφη, τις μυτερές γόβες, τον γύρο του θανάτου και τα κουτιά του Καλγκόν.

Τασούλα Τσιλιμένη: «Το κουμπί»Ίσως, εν τέλει, οι μικρές ιστορίες της Τασούλας Τσιλιμένη να είναι η εθνογραφική σπουδή της γυναικείας μνήμης της γενιάς της. Η ρεαλιστική και συνάμα μαγική αναπαράσταση των καταστάσεων που έζησαν πολλές Ελληνίδες της δεκαετίας του ’60 και του ’70, κυρίως αυτές που πέρασαν τα παιδικά τους χρόνια στο χωριό και στη συνέχεια αστικοποιήθηκαν μετά τον αναγκαστικό εκπατρισμό τους στις μεγάλες πό-λεις. Είναι ιστορίες νευρώδεις και δυναμικές που γράφτηκαν επειδή είχαν προηγουμένως προσωπικό και μνημονικό νόημα για τη συγγραφέα. Δίψα για τη ζωή, πυγμή που ξεπερνά τις καθημερινές δυσκολίες της ζωής και μνήμη που συνεχώς ξορκίζεται θα μπορούσαν να είναι η τελική σύνοψη. Ποιητικά θα μπορούσε το ίδιο να διατυπωθεί με τους στίχους μιας νέας ποιήτριας της αμέσως επόμενης γενιάς στην πρώτη της συλλογή: «Απ’ τη μέρα εκείνη σού ’μεινε η πυγμή / Σφιχτά αγκαλιασμένη πάντα με τη μνήμη». Και δεν είναι τυχαίο ότι η νέα ποιήτρια είναι η Βάλια Τσάιτα-Τσιλιμένη, η κόρη της συγγραφέως.

.

ΣΟΥΛΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ

FREAR.GR/ 18/03/2018

Ξεκουμπώνοντας το «Κουμπί» της Τασούλας Τσιλιμένη

Η Τασούλα Τσιλιμένη προέρχεται από τον κόσμο του παιδικού βιβλίου. Δεν είναι μόνο μία επιστήμονας που ασχολείται, λόγω αντικειμένου, με τα βιβλία για παιδιά, αλλά είναι και μία συγγραφέας που έχει γράψει όμορφες και πρωτότυπες ιστορίες για παιδιά.

Με το βιβλίο της Το κουμπί και άλλες ιστορίες κάνει τώρα ένα άλμα κι έρχεται κοντά μας, να μας μιλήσει για πράγματα των ενηλίκων, δικά της αλλά και δικά μας… Αναρωτήθηκα ποιο μπορεί το κοινό στοιχείο μεταξύ παιδικής λογοτεχνίας και αυτού του έργου που απευθύνεται και αφορά ενήλικες. Ένα εμφανές κοινό στοιχείο είναι ότι το παιδί, ως φιγούρα, τρυπώνει και στις ιστορίες αυτής της συλλογής, και η παιδική ηλικία αναδεικνύεται ως ο τόπος της χαμένης αθωότητας. Η παιδικότητα, τι σημαίνει να είσαι παιδί, θέμα εκ των πραγμάτων δύσκολο να το διαχειρισθεί ένας ενήλικας, είναι κάτι που η Τσιλιμένη πετυχαίνει να σκιαγραφήσει με πειστικότητα σε ορισμένα από τα διηγήματά της, όπως, για παράδειγμα, στο «Τα κάλαντα στο κουτί του ‘Καλγκόν’».

Ένα άλλο στοιχείο, όμως, πιο άδηλο αλλά ωστόσο απτό, που συνδέει τα λογοτεχνικά έργα για παιδιά με την παρούσα συλλογή είναι η ευαισθησία που τα διαπερνά. Δεν μπορεί να γράψει κάποιος για παιδιά αν δεν κάνει τον κόπο να τα νοιώσει, να ξαναθυμηθεί φόβους και αγωνίες και λαχτάρες της δικής του παιδικής ηλικίας. Παρ’ ότι τα παιδιά σαφώς αλλάζουν καθώς αλλάζουν οι ίδιες οι κοινωνίες μέσα στις οποίες μεγαλώνουν, κάτι ουσιώδες μένει : το απορημένο μάτι, που πάντα μαγεύεται από τα παράδοξα του κόσμου των ενηλίκων και που ορισμένες φορές σφαλίζει τρομαγμένο μπροστά στα τρομακτικά αυτού του κόσμου. Αυτή, λοιπόν, η ευαισθησία που αποτελεί προϋπόθεση για να γράψει κανείς για παιδιά, διαφαίνεται στον τρόπο που έχουν γραφτεί και οι ιστορίες για ενήλικες που περιλαμβάνονται στο «Το κουμπί».

Η Τσιλιμένη προσεγγίζει τα θέματά της με τόση ευαισθησία και λεπτότητα ώστε να δημιουργεί συγκινήσεις, να ανοίγει δρόμους για ενδοσκοπήσεις, ταυτίσεις, ή και για αποστασιοποιήσεις. Και το καταφέρνει αυτό χωρίς να χρησιμοποιεί μεγαλόσχημους χαρακτήρες. Οι ήρωές της, ή σωστότερα, οι ηρωίδες της, γιατί αυτές είναι περισσότερες, δεν είναι κάτι το εξαιρετικά περίεργο, είναι, αντίθετα, όπως παρατηρεί και ο Ισίδωρος Ζουργός στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «ήρωες ταπεινοί». Μπορεί, λοιπόν, λόγω του ‘μεγέθους’ τους εύκολα να ταυτισθεί κανείς μαζί τους. Επιπλέον, η πέννα της συγγραφέα τούς απεικονίζει με τόση λεπτομέρεια και γλαφυρότητα που είναι σαν είναι πρόσωπα ζωντανά που τα συναντήσαμε, νοιώσαμε τον καημό τους ή την χαρά τους.

Ορισμένα από τα διηγήματα του βιβλίου φαίνεται ότι αντλούν από τα προσωπικά βιώματα της συγγραφέα. Όμως, η λεπτή διαχωριστική γραμμή που τα χωρίζει από την μυθοπλασία ή, που τα ενώνει μ’ αυτήν, είναι αόρατη κι αυτό είναι ένα από τα προσόντα του βιβλίου. Αυτό, θα ήθελα να παρατηρήσω, είναι ένα δύσκολο στοίχημα για κάθε συγγραφέα και η Τσιλιμένη το κερδίζει. Ίσως για μας τους αναγνώστες φαίνεται να είναι εύκολο για έναν ταλαντούχο συγγραφέα να μετατρέψει τα βιώματά του σε μυθοπλασίες. Όμως, πρόκειται, πιστεύω, για ένα εγχείρημα εξαιρετικά δύσκολο. Τι κόβει κανείς και τι πετά από τα προσωπικά του βιώματα; Τα λέει όλα; Ή μόνο αυτά που κρίνει γοητευτικά για τον αναγνώστη; Πώς πετά από πάνω τους το ρούχο το προσωπικό και τα παραδίδει ντυμένα με άλλα ρούχα στα μάτια των άλλων; Πώς με άλλα λόγια μετουσιώνει κανείς την μνήμη σε λόγο και μάλιστα σε λόγο δημόσιο;

Ένα ενδιαφέρον αφηγηματικό στοιχείο που προσθέτει στη γοητεία που αποπνέουν τα διηγήματα ως σύνολο είναι οι εναλλαγές στην αφηγηματική φωνή. Με ανακατωμένη σειρά, πέντε από αυτά εκφέρονται σε πρωτο-πρόσωπη αφήγηση, μια αφήγηση που μας παρασύρει πιο εύκολα από την τριτο-πρόσωπη να βλέπουμε τον κόσμο του αφηγητή μέσα από τα μάτια του και να ‘βιώνουμε’, τρόπον τινά, τις εμπειρίες του, μπαίνοντας στη θέση του, γινόμενοι μέρος του εγώ του. Τα υπόλοιπα οκτώ διηγήματα εκφέρονται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση με εσωτερική εστίαση: ενώ δηλαδή ο αφηγητής είναι ένας εξωτερικός παρατηρητής που βλέπει τους χαρακτήρες από έξω έχει το προνόμιο, ως παντογνώστης, να εισέρχεται στον εσωτερικό κόσμο τους και να βγάζει στο φως ό,τι βρίσκει εκεί: συγκινήσεις, φόβους, αγωνίες, συναισθήματα…

Άλλη φωνή, λοιπόν, αναλαμβάνει τον λόγο σε κάθε διήγημα, άλλος άνθρωπος είναι αυτός που δρα, που θυμάται, που πονάει ή χαίρεται, και με άλλο, κάθε φορά, μάτι βλέπουμε κι εμείς οι αναγνώστες τον κόσμο. Είναι κι αυτό ένα από τα προνόμια και τα προσόντα του διηγήματος ως είδους. Όμως, αυτές οι διάφορες φωνές, οι διάφορες οπτικές και αφηγήσεις συναντιούνται, συμπλέκονται και αλληλο-συμπληρώνονται επειδή αναφέρονται σε έναν κοινό τόπο: στον γεωγραφικό χώρο της Θεσσαλίας και πιο συγκεκριμένα στα χωριά του Ολύμπου. Το τοπίο, το βουνό, και κυρίως το νερό τις διαποτίζει και τους δίνει ένα συγκεκριμένο άρωμα.

Τα θέματα των διηγημάτων στο Κουμπί δεν είναι πάντα ευχάριστα. Μήπως είναι η ζωή; Είναι παράλογο να ζητούμε από την λογοτεχνία να είναι ευχάριστη και ψυχαγωγική όταν γύρω μας συγκρούεται κάθε στιγμή η χαρά με την αγωνία και τον πόνο. Η φθορά κι ο θάνατος, η απώλεια της αθωότητας και γενικότερα η απώλεια και η εγκατάλειψη είναι θέματα οδυνηρά. Επιπλέον, επειδή όλα τα πρόσωπα φαίνεται να αναδύονται μέσα από την αχλή της μνήμης, και κάποια από αυτά και μέσα από την αχλή της νοσταλγίας, επειδή κάποια από αυτά διαβαίνουν το αόρατο κατώφλι και γυρίζουν πίσω στην οριστικά χαμένη θαλπωρή της παιδικής ηλικίας, φέρουν ένα αδιόρατο άγγιγμα μελαγχολίας που περνάει απέναντι, στον αναγνώστη. Εμένα, για παράδειγμα, με άγγιξαν ιδιαίτερα το διήγημα του τίτλου, «Το Κουμπί» και τα δύο διηγήματα που αφορούν στα παλιά, ακατοίκητα πια πατρικά σπίτια, επειδή άγγιξαν εκείνη την μυστική χορδή του πόνου που πάλλεται μέσα μου όταν θυμάμαι την μαμά μου ή όταν περνάω και δεν βλέπω πια το πατρικό μου σπίτι παρά ένα χορταριασμένο οικόπεδο.

Όμως, το ότι διαβάζοντας για μιαν άλλη, μιαν άγνωστη, μια ηρωίδα μιας μυθοπλασίας, συγκινήθηκα, το ότι το κείμενο μπόρεσε και βρήκε το δικό μου επώδυνο τραύμα, είναι για μένα η απόδειξη ότι το διήγημα πέτυχε το στόχο του. Ο Wolfgang Iser έχει πει ότι άλλο πράγμα είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο κι άλλο ένα λογοτεχνικό έργο: το κείμενο γίνεται έργο μόνο όταν το πραγματώσει ο αναγνώστης. Το ίδιο το κείμενο μας κάνει εκκλήσεις με όλα τα πλούσια μέσα που διαθέτει για να το πραγματώσουμε: να καταλάβουμε το νόημά του, να γελάσουμε με τα αστεία του, να προβληματιστούμε με τις δυσκολίες που μας παρουσιάζει, με τα ερωτήματα που εγείρει. Ταυτόχρονα, όμως, κι εμείς, ως αναγνώστες, δεν στεκόμαστε γυμνοί μπροστά του: κατά την πράξη της ανάγνωσης φέρνουμε κι εμείς απ’ την πλευρά μας ένα πλήθος γνώσεων και εμπειριών γύρω από την λογοτεχνία αλλά και γύρω από τον κόσμο γενικότερα, ένα πλήθος προσωπικών βιωμάτων ή την διάθεση της στιγμής. Κι έτσι, καθώς διαβάζουμε, γίνεται η χημική αντίδραση μεταξύ κειμένου και αναγνώστη, λαμβάνει χώρα ο σιωπηλός διάλογος μεταξύ τους, γίνεται η πραγμάτωση του κειμένου. Ο καθένας και η καθεμιά από μας που θα διαβάσει το Κουμπί, θα συγκινηθεί από άλλα στοιχεία του, θα κατανοήσει αλλιώς κάποια από τα αφηγούμενα. Έχουν, με άλλα λόγια, τα διηγήματα αυτά την εσωτερική δύναμη να μας επηρεάσουν όλους για διαφορετικούς λόγους.

Υπάρχουν δύο στοιχεία ακόμη του έργου που παρουσιάζουμε σήμερα στα οποία θα ήθελα να σταθώ. Το ένα είναι ο μαγικός ρεαλισμός που χαρακτηρίζει κάποια από τα διηγήματα, αυτό, δηλαδή, το γόνιμο και απίστευτα γοητευτικό πάντρεμα του ρεαλισμού και της φαντασιακής λογοτεχνίας. Πατώντας γερά στην λαϊκή παράδοση του τόπου της, η Τσιλιμένη αφήνει χώρο στις ιστορίες της για να συνυπάρξουν νεράιδες και ξωθιές και φαντάσματα με τους ρεαλιστικούς της ήρωες. Με προσεγμένες δόσεις μεταφυσικού δίνει μιαν άλλη διάσταση στην πεζή πραγματικότητα που περιβάλλει τους ήρωές της και, τραβώντας μας απ’ το μανίκι, μάς ζητά ν’ αφήσουμε πίσω μας, για όσο χρόνο διαρκεί η ανάγνωση, την καταπιεστική λογική μας και να αφεθούμε στο θαύμα. Ν’ αντικρύσουμε, χωρίς φόβο, το φάντασμα του Νταμίλη, του σφαγμένου Τούρκου αξιωματικού να γυρίζει ακόμη και σήμερα, καβάλα στο άσπρο του άλογο, στο σπίτι της χριστιανής που αγάπησε και δεν του την δώσανε, και να νιώσουμε τον καημό του.

Άφησα για τελευταίο, ώστε να το τονίσω, το στοιχείο που λόγω επιστημονικών ενδιαφερόντων αλλά και προσωπικών εμπειριών με άγγιξε ιδιαίτερα: το θέμα της γυναικείας παρουσίας και, πιο συγκεκριμένα, των γυναικείων αναπαραστάσεων που ως αναγνώστρια εντόπισα στα περισσότερα από τα δεκατρία διηγήματα της συλλογής. Δεν φαίνεται αν η συγγραφέας στόχευε στο να αναδείξει την θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία του ’50 και του ’60 στην οποία αναφέρεται. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις προθέσεις της ίδιας, εγώ, ως αναγνώστρια, είδα ένα ρεαλιστικό και συγχρόνως λεπταίσθητο σκιαγράφημα της γυναίκας, και ιδιαίτερα των κοινωνικών ρόλων που της υπέβαλε η πατριαρχική ιδεολογία. Οι περισσότερες από τις ηρωίδες της Τσιλιμένη είναι γυναίκες ή κορίτσια που ζούσαν στην μεταπολεμική και μετεμφυλιακή περίοδο στην ύπαιθρο ή που αστικοποιήθηκαν στις μεγάλες πόλεις, όπου εξαναγκάστηκαν, λόγω φτώχειας, να μεταναστεύσουν. Είδα στα διηγήματα την κοριτσίστικη παιδική ηλικία με τις αγωνίες της, είδα το κορίτσι που το αρραβωνιάζουν από τα δεκατέσσερα, τη γυναίκα που της στρεβλώνουν την ζωή τα αυστηρά ήθη του πένθους, την μάνα που μεγαλώνει με φτώχεια, με κόπους αλλά και με αξιοπρέπεια τα παιδιά της, την γυναίκα που μαζεύει τα λείψανα του αποκεφαλισμένου άνδρα της τον καιρό του εμφύλιου, την κόρη που κλείνει το πατρικό της σπίτι και αποχαιρετά τον γενέθλιο τόπο. Είδα, ακόμη, σε τρία διηγήματα το πρόβλημα του βιασμού ή της σεξουαλικής παρενόχλησης μικρών κοριτσιών δοσμένο με έναν υπαινικτικό, όπως ταιριάζει στη λογοτεχνία, λόγο. Είδα, με άλλα λόγια, κάτι σαν ένα πανόραμα γυναικείων αναπαραστάσεων δοσμένων με έναν ευαίσθητο αλλά ταυτόχρονα λιτό τρόπο.

Αναλογιζόμενη, λοιπόν, όλα εκείνα που μου άρεσαν και με συγκίνησαν καθώς διάβαζα Το κουμπί, καταλήγω λέγοντας με παρρησία ότι πρόκειται για ένα καλό βιβλίο που μακάρι να βρει τον δρόμο του σε αναγνώστες που ξέρουν ν’ αναγνωρίζουν και να εκτιμούν την καλή λογοτεχνία!

.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Δ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

OANAGNOSTIS.GR 27/12/2017

Το κουμπί, Ψηφίδες ενός παζλ της ζωής

Συνήθως λέμε – και δεν έχουμε άδικο- ότι τα παιδικά μας χρόνια είναι η πιο άδολη πατρίδα μας, ότι οι παιδικές μας αναμνήσεις και τα βιώματα που αναμοχλεύουν και ζυμώνουν την κατοπινή ζωή μας, είναι το στημόνι και το υφάδι της ζωής. Γι΄αυτό το λόγο οι παιδαγωγοί και οι ψυχολόγοι τονίζουν την αξία και τη σημασία αυτών των πρώτων χρόνων της ζωής. Οι αναλαμπές της παιδικής μνήμης που φωτίζουν την πορεία του ανθρώπου, είναι οδόσημα ενδεικτικά της εξέλιξης και της επήρειας που δέχεται από το οικογενειακό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Το υλικό αυτό με το πέρασμα του χρόνου ωριμάζει και λογοτεχνικά. Αναζητάει τότε να εμφανιστεί και να λάβει αισθητική μορφή, να γίνει μουσική, ζωγραφική, ποίηση, ιστορία.

Σημειώνω αυτές τις λίγες σκέψεις παίρνοντας αφορμή από το πρόσφατο βιβλίο της Τασούλας Τσιλιμένη με τίτλο «Το κουμπί και άλλες ιστορίες», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2017, σελ.117. Για τη συγγραφέα θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πάρα πολλά, τόσο για το ευδόκιμο και πολύχρονο πανεπιστημιακό της έργο –επικεντρωμένο κυρίως στην παιδική/εφηβική λογοτεχνία, Αφήγηση, Μυθοπλασία και Δημιουργική Γραφή- όσο και για το καθαρά λογοτεχνικό της έργο: παραμύθι, ιστορίες, διήγημα, μυθιστόρημα, θέατρο κ.ά. Όμως εδώ αναφερόμαστε στο βιβλίο «Το κουμπί», τη συλλογή δεκατριών μικρών ιστοριών (καθιερώθηκε ο όρος «βραχεία φόρμα»), με πηγή έμπνευσης βιώματα και περιστατικά ζωής-τα περισσότερα αναλαμπές των παιδικών χρόνων.

Τόπος εξέλιξης των συμβάντων και περιπετειών η ευρύτερη Θεσσαλία και ιδιαίτερα η Λάρισα (τόπος καταγωγής της συγγραφέως) και η Καλλιπεύκη Ολύμπου (όπου το πατρικό της σπίτι).Έτσι η τοπιογραφία μάς δίνει ωραίες εικόνες από τον ποταμό Πηνειό, την λίμνη Ασκουρίδα, τη λίμνη Πλαστήρα κ.λπ. Και ασφαλώς τα πρόσωπα και οι χαρακτήρες των ιστοριών είναι θεσσαλοί βουνίσιοι και του κάμπου, του χωριού και της πόλης, άντρες και γυναίκες, με την ιδιαίτερη ψυχολογία και συμπεριφορά τους. Επίσης έχουμε εντυπωσιακές περιγραφές φυσικών φαινομένων, όπως λ.χ. στα διηγήματα «Αντάρα» (τραγικό το περιστατικό με το μωρό) , «Το κερί» (ο πνιγμός των παιδιών στη λίμνη) κ.ά.. Γενικά θα μπορούσα να πω ότι οι εικόνες, διαυγείς και καλοδουλεμένες, αναδεικνύουν το κείμενο, όπως το σταμπωτό σε λευκό ύφασμα.΄Ενας διάχυτος λυρισμός με υπαινιγμούς πολλούς θερμαίνει το λόγο και φορτίζει την αφήγηση συναισθηματικά, υπενθυμίζοντας παρόμοια και οικεία στον αναγνώστη, όπως λ.χ. στα διηγήματα «Τα κουλούρια του Χαρίλαου», «Το δαχτυλίδι» κ.ά. Αλλά εκείνο το στοιχείο που συγκινεί, νομίζω, πιο πολύ είναι η αναφορά στα παιδικά παιχνίδια ( τα περισσότερα αυτοσχέδια) είτε στο σπίτι είτε στην αυλή του σχολείου είτε στις αλάνες είτε στο ποτάμι, αγόρια και κορίτσια. Παιχνίδια της παιδικής αθωότητας…

Η αφήγηση, σε μια γλώσσα ρέουσα που δεν βιάζεται- σαν τα λόγια του παππού ή σαν το νερό ενός ήσυχου ρυακιού- διανθίζεται από ανάσες του λαϊκού λόγου, από ψήγματα του λαϊκού πολιτισμού, τραγουδάκια λυρικά , λαϊκές λέξεις ή κουβέντες και χαρακτηριστικούς διαλόγους. Η εξιστόρηση των αναμνήσεων ξεκινάει από πραγματικά γεγονότα και φαινόμενα για να δώσει τη σκυτάλη στη φαντασία με το λυρισμό και το συναίσθημα, το στοχασμό και την περισυλλογή. Μαζί τους ταξιδεύει και ο αναγνώστης και συνοδοιπορεί με τους ήρωες των ιστοριών και συμπάσχει μαζί τους, χαίρεται και λυπάται. Ξαναζεί τον μαγικό ρεαλισμό των παιδικών μας χρόνων.

Οι πιο πολλές ιστορίες κουβαλούν έναν διαφορετικό αέρα, μυρωμένο από τα παιδικά χρόνια και ταυτόχρονα ψυχρό, με τραγικές εικόνες από τη ζωή της υπαίθρου. Κάποιες άλλες θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ηθογραφίες, αλλά δοσμένες με μια σύγχρονη αισθητική.΄Αλλες, σπαράγματα μνήμης από ένα παρελθόν με έντονα αποτυπώματα και εντυπώσεις βαθιές, που διασώζουν πρόσωπα αγαπημένα και ξεχωριστούς χαρακτήρες. Βλέπω έναν κόσμο να κινείται μέσα στο φως αλλά και στην ομίχλη, στη χαρά και στη λύπη, στη ζωή και στο θάνατο.

Η συλλογή «Το κουμπί» με τις 13 ιστορίες είναι μια ειλικρινής αφήγηση, δηλαδή διάφανη υπό τον ήλιο, γοητευτική για την φυσική απλότητα και τη θεματογραφία της, για τους χαρακτήρες και τις εικόνες της επαρχιακής Ελλάδας, για τη ζωντανή γλώσσα και την αφηγηματικότητα. Είναι κείμενα γραμμένα μέσα σε εύκρατο ψυχικό κλίμα, γι΄ αυτό και εκπέμπουν δυνατό φως στον αναγνώστη.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΔΡΟΥΓΑΛΑΣ

BOOKPRESS.GR 23/12/2017

Με πρωταγωνιστή το θεσσαλικό τοπίο

Το Κουμπί είναι η πρώτη συλλογή διηγημάτων της Τασούλας Τσιλιμένη, παρότι η συγγραφέας είναι γνωστή στον εκδοτικό χώρο εδώ και μία εικοσιπενταετία, με βιβλία τόσο παιδικά όσο και παιδαγωγικά. Η συλλογή αποτελείται από 13 ιστορίες που σχετίζονται με τη ζωή στην ύπαιθρο· κοινό γνώρισμα των διηγημάτων της συλλογής είναι η απώλεια, ο θάνατος, που βρίσκεται είτε στο προσκήνιο είτε στο φόντο της ιστορίας.

Κι ενώ η συλλογή ξεκινάει με ιστορίες χαμηλόφωνες, κουβεντιαστές, που ανασύρουν μνήμες από την παιδική ηλικία (αναφέρουμε ενδεικτικά: «Το κουμπί», «Το ποτάμι», «Το σπίτι»), από τη μέση και μετά οι ιστορίες «δυναμώνουν» σε ένταση και αναγνωστικό ενδιαφέρον: πλέον δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με την ανάσυρση παιδικών βιωμάτων, αλλά με ιστορίες που ισορροπούν ανάμεσα στον ρεαλισμό και σε μια σχεδόν λαογραφική φαντασία· διηγήματα που κολλούν στη συνείδηση σαν βδέλλα.

Στην «Αντάρα», δύο γυναίκες, πεθερά και νύφη, αποφασίζουν να πάνε το αβάφτιστο παιδί στον γιατρό σε κάποιο κεφαλοχώρι της Λάρισας· οι τρεις τους περνούν μέσα από το κρύο και την αντάρα του θεσσαλικού τοπίου· νεράιδες και ξωθιές συνυφαίνονται με μια οικογενειακή τραγωδία· η ιστορία ανακαλεί τόσο τον Γεώργιο Βιζυηνό στο «Αμάρτημα της μητρός μου» όσο και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου στην «Ομίχλη». Στον «Λύκο», συναντούμε ένα ζευγάρι που προετοιμάζεται για το πανηγύρι των Αγίων Αποστόλων στο καφενείο που διατηρεί· το μικρό τους κοριτσάκι μένει απροστάτευτο στο σπίτι· το συγκλονιστικό φινάλε της ιστορίας αποδίδεται ως ένα παιχνίδι σκιών με τα χέρια. Στο «Κερί», συμπρωταγωνιστής της ιστορίας είναι η ίδια η φύση με τη μορφή μιας λίμνης: ένας ακαδημαϊκός αφουγκράζεται τους ήχους που βγαίνουν από τα σπλάχνα της λίμνης Πλαστήρα ανακαλώντας αντρικά ονόματα που προορίζονται για ανάγνωση το Ψυχοσάββατο.

Το ύφος της συλλογής είναι ανεπιτήδευτο και πυκνό –η καθεμία λέξη έχει τη βαρύτητά της στις σύντομες ιστορίες της Τσιλιμένη–, ενώ η γλώσσα είναι κομψή κι εκφραστική. Αξίζει να αναφέρουμε την ψυχογραφική αναπαράσταση των λογοτεχνικών χαρακτήρων, αφού αποδίδονται με ενάργεια σαν να ήταν από πάντα κομμάτια του περιβάλλοντος στο οποίο ενεργούν. Τα διηγήματα της συλλογής είναι γεμάτα μυρωδιές, γεύσεις, ήχους και αναμνήσεις αλλοτινών εποχών, που παραπέμπουν στον μαγικό ρεαλισμό και στα λαϊκά παραμύθια, και που αποκτούν σήμερα, σε μια εποχή αταίριαστη, περισσότερο «ακαδημαϊκή», μαγικές διαστάσεις: η συγγραφέας στήνει, αν μη τι άλλο, μια ενδιαφέρουσα διανοητική πλεκτάνη.

.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ

FRACTAL 13/12/2017

Ιστορίες με γεύση από γλυκό κουταλιού

Η Τασούλα Τσιλιμένη είναι Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, όπου διδάσκει θέματα Παιδικής – Εφηβικής Λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στην Καλλιπεύκη Ολύμπου, ένα χωριό στα 1.050 μέτρα, αλλά μεγάλωσε στη Λάρισα. Η γενέτειρα, αλλά και η πόλη που μεγάλωσε, είναι οι πηγές απ’ τις οποίες ρέουν τα διηγήματα που αποτελούν «Το κουμπί».

Γεύση από γλυκό κουταλιού, σαν εκείνα που έκαναν οι μαμάδες και οι θείες μας κάποτε, ξυπνάει στον ουρανίσκο, ταξιδεύοντας στα διηγήματα της Τασούλας Τσιλιμένη, τα φορτωμένα αναμνήσεις από την παλιά Λάρισα, αλλά και την Καλλιπεύκη.

Η παιδική ηλικία διατρέχει σαν νοητός κεντρικός άξονας όλα τα διηγήματα, ανασυνθέτοντας προσδοκίες και βιώματα που λειάνθηκαν με το πέρασμα του χρόνου κι έμειναν περισσότερο ως γλυκές αναμνήσεις, παρά ως τραυματικές εμπειρίες.

Γραφή απλή, κεντημένη με εικόνες από παιδικά παιγνίδια, από μαθητικές προσδοκίες, αλλά και εμπειρίες, από νοικοκυρές σε συνοικίες υποβαθμισμένες, από συνήθειες του χωριού.

Γραφή ζωντανή, που καταφέρνει να μεταφέρει την ατμόσφαιρα της εποχής, ξεπερνώντας το χάσμα μισού περίπου αιώνα, που μας χωρίσει απ’ αυτήν.

Γραφή τρυφερή σαν χάδι έγκοπης μάνας, που έχει τα χέρια της σκληρά από δουλειές, αλλά βαμβάκι την καρδιά της.

Οι χαρακτήρες αποτυπώνονται μέσα από περιγραφές υπαινικτικές, τα πρόσωπα συνομιλούν με τον αναγνώστη, του απλώνουν το χέρι και τον σεργιανούν στους σκονισμένους δρόμους μιας παραποτάμιας συνοικίας ή στις ανηφοριές ενός χωριού, με συνοδευτικά τη φτώχεια και το όνειρο. Κάπου εκεί προχωράει και μια διάφανη πίκρα, ολόγλυκια ωστόσο, σαν τα παλιά κεντήδια των κυράδων για τα προικιά των θυγατέρων.

Η μάνα, η θεία, η γειτόνισσα, οι δάσκαλοι, ο επιστάτης του σχολείου, η πρόωρη ωρίμανση μιας σχεδόν έφηβης που οδηγήθηκε στην εμπειρία του γάμου, ο λιγομίλητος πατέρας, τα παιδιά τής αλάνας, όπως συνηθίσαμε να λέμε, και όλα όσα συναποτελούσαν τη ζωή εκείνης της εποχής, καταγράφονται ανάγλυφα στις ιστορίες τής Τασούλας Τσιλιμένη, που αφηγείται – χωρίς να καταφεύγει σε μυθοπλασίες – με ζεστή φωνή, γεγονότα που αποτυπώθηκαν στα μάτια της τρυφερής ηλικίας κι έμειναν ως σημαντικές στιγμές.

Η Τασούλα Τσιλιμένη με τον άμεσο λόγο της μας μιλά για το κυριότερο: Όλοι μας έχουμε συνέχεια. Η εξέλιξη δεν είναι τυχαία κατάσταση. Από κάπου ξεκινήσαμε για να βαδίζουμε τώρα τον δρόμο μας. Για κάποιους, αυτή η εξελικτική πορεία, διασταυρώθηκε με γεγονότα που προσέφεραν γόνιμες εμπειρίες, όσο κι αν είχαν, κατά την τρέχουσα στιγμή, μια μετάγευση πίκρας.

.

ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ

FRACTAL 29/11/2017

Τα πολλαπλά πρόσωπα της απώλειας

Μου αρέσουν οι συλλογές διηγημάτων.
Για δυο κυρίως λόγους.
Ο ένας έχει να κάνει με το ότι κάθε διήγημα είναι ολιγοσέλιδο. Μπορώ να το διαβάσω σχετικά σύντομα και σίγουρα σε στιγμές που ο διαθέσιμος χρόνος για ανάγνωση είναι πιεστικός. Οι λίγες σελίδες φιλοξενούν μια αυτοτελή ιστορία κι έτσι καλύπτουν την ανάγκη μου να ΄ γευτώ ’ την λογοτεχνική απόλαυση.

Ο δεύτερος λόγος είναι η ποικιλία των ανθρώπων που μέσα σε μια συλλογή διηγημάτων θα ανακαλύψω.

Ακόμα και τα πλέον πολυπρόσωπα μυθιστορήματα δεν μπορούν να σου προσφέρουν τη χαρά να γνωρίσεις από κοντά τόσους ανθρώπους, όσοι υπάρχουν σε μια συλλογή διηγημάτων. Να ακούσεις τις ιστορίες τους, να μυηθείς στα πάθη τους, να μοιραστείς μαζί τους όνειρα και αδιέξοδα που ίσως να είναι και δικά σου.

Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν τη συγγραφή μυθιστορημάτων πιο απαιτητική από τη σύνθεση ενός διηγήματος. Ασφαλώς και διαφωνώ. Κάθε είδος έχει τις δικές του απαιτήσεις και τις δικές του δυσκολίες.

Παρόλα αυτά ίσως να κυκλοφορούν λιγότερα άτεχνα μυθιστορήματα, ενώ είναι περισσότερες οι συλλογές διηγημάτων που δεν έχουν όλα τα χαρακτηριστικά εκείνα που θα τις έκαναν να ενταχθούν σε μια κατηγορία καλής λογοτεχνίας. Ίσως να φταίει το γεγονός πως αρκετοί είναι εκείνοι που νομίζουν πως έχουν την ικανότητα να συνθέσουν μια λογοτεχνική αφήγηση γιατί γνωρίζουν απλά και μόνο ένα γεγονός το ποίο και εν συντομία καταγράφουν.

Στις συλλογές διηγημάτων διαβάζουμε –συνήθως- για μια στιγμή ενός ανθρώπου. Για ένα γεγονός που σημάδεψε κάποιον άλλον. Ή για μια σκέψη που στιγμιαία γεννήθηκε και σύντομα θα πεθάνει.

Και τώρα σκέφτομαι πως ως ανάσες διαβάζω τα διηγήματα μιας συλλογής. Ανάσες άλλων.

Αυτή η σκέψη μου δημιουργήθηκε καθώς αργά, μέρα τη μέρα, διάβαζα τα διηγήματα της συλλογής «Το κουμπί» που έγραψε η Τασούλα Τσιλιμένη.

Η Τσιλιμένη διδάσκει Παιδική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας και είναι και η ίδια συγγραφέας πολλών βιβλίων για παιδιά.

Με τη λογοτεχνία των ενηλίκων έχει και στο παρελθόν ασχοληθεί –θυμάμαι το μυθιστόρημά της «Τη νύχτα που ζήλεψε το φεγγάρι» (2003).

Τώρα με τη συλλογή αυτή, θα έλεγα πως με μια ήρεμη μα και αποφασισμένη στάση επιδιώκει να ενώσει τη ματιά με την οποία βλέπει την παιδική ηλικία όταν απευθύνεται σε μικρής ηλικίας αναγνώστη, με μια άλλη, αυτή του ενήλικου ατόμου που αναζητά το βάθος και την σημασία της παιδικότητας.

Όλα τα διηγήματα της συλλογής αυτής έχουν μια άμεση σχέση με την επαρχία –σχεδόν την ανακηρύσσουν τον τόπο όπου τα άτομα οδεύουν προς την ενηλικίωση. Αναζητούν, ακόμα, τα πολλαπλά πρόσωπα της απώλειας. Και δε διστάζουν μέσα σε μια εποχή τεχνοκρατούμενη να στρέψουν την προσοχή τους προς την δοξασία, το θαύμα, το όποιο ανεξήγητο.

Οι ήρωες ακόμα κι όταν πλέον δεν είναι παιδιά, με κάποιο τρόπο επανέρχονται στην ηλικία της φαινομενικής αθωότητας. Αλλά και όταν είναι σε νεαρά ηλικία (η δεκατετράχρονη Νόρα, για παράδειγμα του τελευταίου διηγήματος) μπορούν και διακρίνουν το σημείο εκείνο όπου θα γίνει ο αποχωρισμός και το κορίτσι θα μετασχηματιστεί σε γυναίκα.

Γραμμένα απλά, με κλασικό τρόπο. Με μια επιπόλαια ανάγνωση θα μπορούσε κάποιος να τα εντάξει σε μια νεώτερης μορφής ηθογραφία.

Μα και σίγουρα όχι μόνο ηθογραφικά κείμενα δε θα τα χαρακτήριζα, αλλά αντίθετα θα τα θεωρούσα και ως μεταμοντέρνα.

Είναι –το σημείωσα και πιο πάνω- αυτή η απλή ματιά που πάει και συλλαμβάνει τη λεπτομέρεια –άλλοτε ένα κουμπί, άλλοτε ένα κέρμα κλεισμένο σε μια παλάμη, ένα ζευγάρι λευκές γόβες ή η φασματική εικόνα ενός αλόγου που περνά πίσω από τους ίσκιους των φύλλων της καρυδιάς.

Σημερινοί οι ήρωες της Τσιλιμένη. Πρόσωπα καθημερινά. Ακούς τις ανάσες τους. Αφουγκράζεσαι τις απλές ζωές τους.

Και θες να μοιραστείς μαζί τους και κάποιες δικές σου στιγμές –μικρές λεπτομέρειες που νόμιζες πως είχες ξεχάσει… Νόμιζες. Μα αυτές παρέμειναν μικρές φλεβίτσες νερού που δακρύζουν μέσα στα αγριόχορτα της κάθε μέρας.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.