ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΣΙΑΗΛΗΣ

Ο Χρίστος Τσιαήλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974. Είναι καθηγητής αγγλικών και υποψήφιος για μεταπτυχιακό στη Θεατρολογία. Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων εκδόθηκε το 2010. Στο ενεργητικό του έχει 6 βιβλία, ενώ ποιήματα και διηγήματα του έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί σε διάφορες γλώσσες για λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες σε χώρες όπως Η.Π.Α., Ην. Βασίλειο, Αυστραλία, Συρία, Ην. Αραβικά Εμιράτα, Μεξικό, Ελ Σαλβαδόρ, Περού, Κένυα, Ινδία, Ιαπωνία, Ουζμπεκιστάν και πολλές άλλες. Ο συγγραφέας μεταφράζει λογοτεχνία, αρθρογραφεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και υπηρετεί το θέατρο στη θέση του δραματουργού και του βοηθού σκηνοθέτη.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Throwing Dice on a Chessboard διηγήματα, 2010
The Green Divorce ποίηση, 2012
Klotho Surfaces μυθιστόρημα, 2016
Ψωμί διηγήματα (Γκοβόστη 2017)
Ουά [εκμυστηρεύσεις ποιημάτων] (Γκοβόστη 2021)
Συμπτώματα, ποίηση (Γκοβόστη 2021)

.

.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ (2021)

ΑΝΘΡΑΚΟΝΗΜΑΤΑ

Ο [άνθ]ρακας κατάφερε να κάνει το δικό του
ξεπέρασε κι αφάνισε πια το συνηθισμένο
ίνες μικρές, αόρατες σε συμπαγείς ενώσεις
διαφεντεύουν το σύστημα
μονοπωλούν το πλέγμα
όσο κι [αν θ]έλεις να κρυφτείς
κάποτε θα τ’ αγγίξεις
το ξένο τούτο υλικό
σκληρότερο απ’ ατσάλι
και ελαφρύ σαν δέλεαρ
του μόχθου ο εφιάλτης.

[Άνθ]ρακα μη με παρατάς
μη γίνεσαι άλλο ξένος
στρέφονται πια στα χημικά
κι αφήνουν τη χημεία
αν με αφήσεις πλαδαρό
πώς θα ορθοποδήσω.

Είναι κι η αεροναυπηγική
όλο μου τραγουδάει
να πάω ιπτάμενος, να ευφρ[ανθ]ώ
γιορτή μήπως και ζήσω
το όνομά μου ίσως θυμηθώ
το εισιτήριο, αν διαβάσω.

Κοίτα όμορφες κυρίες γηραιές
χαρτί, γυαλί και πλαστικό
αδέσμευτη σιλικόνη
στα παλαιοπωλεία που μείναν
αγέρωχα να προμαχούν
του μέλλοντος το διάβα.

Μαύρα [ανθ]ρακονήματα
σε κύβους και σε σφαίρες
σε πλάγια κοψίματα
του κόσμου η νέα μοίρα
σε μαγαζιά κομψά στημένη
δεν είναι νέος κωδικός αισθητικής
δεν είναι μεταβατικός συρμός
κυκλοφορούν διαδικτυακές
αιτήσεις για νέες αιρέσεις.

[Άνθ]ρακα μην ανησυχείς,
όλο το τερατούργημα
θα γίνει ολοκαύτωμα
όταν πια άυλοι εμείς
αλλού θα κατοικούμε
τα νέα ζώα που θα ‘ρθου[ν
θα] τα καθοδηγήσεις.

ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΤΟΥ ΙΣΧΥΡΟΥ ΙΑΤΡΟΥ

Όλα ξεκινούν από τον ορισμό,
και όταν δεν δοθεί
τότε του Μέρφι η καταστροφή
φαντάζει αναπόφευκτη.
Το σύνδρομο, λοιπόν
του γαλάζιου νοσοκόμου
της στάζουσας βελόνας
της μάσκας της λευκής.

Όπως κι αν οριστεί
κι ο πάσχων όταν προσδιοριστεί
τότε απομένει πια
να εντοπιστεί η έγνοια.
Όχι η έννοια, σαφώς όχι αυτή
αυτή εύκολα θα επονομαστεί
είναι εικόνα, έχει χρώμα, σχήμα
κάποτε οσμή και γεύση
μα πάντα κάτι κρύβει επιμελώς
σαν ισχυρός ιατρός
που απέναντι σας στέκεται
(κάπως μακριά, όμως εσείς
μην αποστρέψετε την προσοχή σας από εκείνον, ούτε
δευτερόλεπτο…)
και σας κοιτά, σας διατρυπά, σας διαμελίζει
συνομιλεί ερήμην σας με όλα τα όργανά σας
να ομολογήσουν τα πιέζει
να συμφωνήσουν τα παρακινεί για το δικό σας μέλλον
κι εσείς στέκεστε ακόμα εκεί
κι είναι η πρώτη επίσκεψη
στο ραδιόφωνο παίζει κλασσική μουσική,
νομίζετε πως τον συνθέτη αναγνωρίζετε
έτοιμος είστε κιόλας να ρωτήσετε,
μα ο γιατρός κρατά στο χέρι του
τη γλώσσα και τη βάλανό σας
κι η απουσία του πόνου σάς τρομάζει,
κι αφήνετε την ερώτηση αυτή
ίσως αργότερα, ίσως για μία πιο σημαντική
αναγνωρίζετε πως κάτι κρύβει ο φοβερός ηγέτης.
γνωρίζετε πως από την εικόνα του
δε[ν θα] απαλλαγείτε
καθώς ακίνητος απέναντι σας
χωρίς κάποιο συναίσθημα εμφανές
χωρίς καν σύσπαση μυός
σάς έχει ήδη εξουσιάσει
με κόλπα υποχθόνια
όπως ο ίλιγγος που σας έχει προκαλέσει
το ρίγος που ακολούθησε
το σφίξιμο στους αδένες του λαιμού
η πίεση στο στήθος, το πάγωμα στα πόδια
το μούδιασμα στα ακροδάχτυλα,
που ίσως θέλουν να του σφίξουν τον λαιμό [θαν]άσιμα
ίσως μόνο να σας πείσουν να τ’ αφήσετε
να του ξεριζώσουν τα αβυσσαλέα μάτια
μα δε[ν θα] το επιτρέψετε
κι ας ξέρετε πως τούτο το παγόβουνο
που σας προειδοποίησαν «γιατρέ» να το αποκαλείτε
δε[ν θα] σας μαρτυρήσει
τα όργανά σας τι του είπαν για εσάς.
Μόνο δέκα λεπτά αργότερα
«κάθε οκτώ ώρες μετά το γεύμα ανελλιπώς».

Ίσως αυτή ήταν η έγνοια τελικά,
και το μυαλό σας πρώτη φορά θα ελπίσει
μετά από τόσους γιατρούς που σας αγάπησαν
κι εσείς έχετε απορρίψει.
Σκέφτεστε να δώσετε το χέρι σας
όμως φοβάστε
μην εκληφθεί αυτό
αποχαιρετισμός.

TO ΣΥΜΠΤΩΜΑ

«Καθώς δύσκολα μπορούν να εξακριβωθούν τα αίτια
η υπόθεση παύει να αποτελεί προτεραιότητα και καταλήγει
στα αρχεία»

0 οδηγός του βυτιοφόρου κλείνει το ραδιόφωνο
για να βάλει το cd με την κλασική μουσική
που συνίσταται σε διασυνοριακές διαδρομές.

Στο πλάι του τεράστιου κυλίνδρου
μια δυσδιάκριτη τρύπα
στάζει παχύρευστο υγρό
στο αμυδρά φωτισμένο ασφαλτόστρωμα,
μια αρμάδα εκατομμυρίων οχημάτων
με το κόκκινο σήμα του εκπαιδευόμενου ακολουθούν.

Κάθε ρόδα αρπάζει μια σταγόνα
και τις πετάνε παντού στον κινητήρα
να τις εξαερώσει το καρμπυρατέρ
να διοχετευτούν στην καμπίνα απ’ τον εξατμιστήρα
για την καλή ρύθμιση της θερμοκρασίας.

Εισπνέουν οι δάσκαλοι
φιλάνε στο μάγουλο τους εκπαιδευόμενους
που κοιτάνε με τρόμο μπροστά
αποφεύγοντας κάθε οπτική επαφή
με τα υψηλά κτήρια δεξιά και αριστερά
καθώς σχηματίζουν ένα συνεχές, δυσθεώρητο τείχος·
νιώθει κανείς ότι πρέπει να σκαρφαλώσει
πριν λερωθεί ολόκληρη η λεωφόρος
από το άγνωστο, ξ[ανθ]ό υγρό.

Ένας δάσκαλος ανοίγει την πόρτα, γεύεται.
Μια γλυκιά αίσθηση ευφορίας και απελευθέρωσης.
Είναι το πρώτο σύμπτωμα.

0 οδηγός του βυτιοφόρου
στρίβει στη νέα λεωφόρο
ανάβει το ραδιόφωνο
κοιτάζει το δελτίο αποστολής: ανυπόγραφο
ενώ στο ραδιόφωνο κάτι ανακοινώνεται
σε άγνωστη γλώσσα.

Η ΕΠΙΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΑΤΟΣ

Τα μονοπάτια απάτητα αναμένουν
ία βήματα τα ταχτικά, τα μετρημένα
χι εκείνα τα άλλα τα ανέμελα
που μπαίνανε και βγαίναν τα πρωινά
και τα απογεύματα κρυφά κι αργά
κάποτε κοντοστέκονταν
κάποτε χώμα κλωτσούσαν στα άγρια παρτέρια.

Σαν μονοπάτια που είναι
θα περίμενες να σωπάσουν
ωσότου ξανάρθεις
για ν’ ακουστεί
κάτω σε αυτούς που περιμένουν
η επιβεβαίωση του περάσματος σου
μα και που λείπεις
πάλι μιλούν
ακούς τις φωνές τους σαν κρύβεσαι μέσα
το ξέρεις πως νιώθουν το βλέμμα σου
κι αν τ’ αποστρέφεις συχνά
-αναπολείς-
σαν πέρναγες βιαστικός, τότε
ένα λουλούδι κάποτε έπεφτ’
εκεί να λειώσει – νωπή τη σάρκα του
πώς τραβούσαν οι ρωγμές.

Μήνες σ’ αυτή την προσμονή
ο θρήνος των μονοπατιών δυνάμωσε
αχούς απ’ την κουζίνα
ακούς απ’ την βεράντα πίσω
ακούς την ώρα που κοιμάσαι.
Διασταυρώνονται σ’ όλες τις κατευθύνσεις
σβήνουν στο βάθος πίσω απ’ τα βουνά
κάποτε οδηγούν στη θάλασσα
κι όταν δεν ακούς, [να θ]υμηθείς πασκίζεις
τον χάρτη της περιπλάνησής σου.

Τα μονοπάτια δε[ν θα] χαριστού[ν.
Θα] περιμένουν τα βαριά σου βήματα
δειλά πια όταν ξα[νά θ]ε να τα συναντήσουν
για να σε οδηγήσουνε σε μιας μορφής ελευθερία
όπως την είχες φανταστεί
κι ότ[αν θ]α επιστρέφεις
ο στοιβαγμένος κονιορτός δύσκολα θα παραμερίζει.

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Το πορτοκάλι, όταν πέφτει απ’ το δέντρο
αφήνει μια βαθιά χροιά, κυλά
και μόνο του σαπίζει παραπέρα
από την πρώτη μέρα ως την τελευταία
που η σάρκα και η φλούδα του
θ’ αφήσουνε σιγά-σιγά ελεύθερα τα σπόρια
θα τρέμουν οι ρίζες υπό την απειλή
θα σφίγγει έντρομος ο αγαλμάτινος κορμός
και έ[να θ]ρόισμα περίεργο κόντρα στον άνεμο
θα επικρατεί.

Δε[ν θα] υπάρξει ποτέ επιλογή
μακριά από τη σήψη
ακόμη κι αν χέρι λαίμαργο, περαστικό
μαζέψει τον καρπό
ίδιο θα είναι το αφήγημα του τρόμου
στην τροφό
αφού το χέρι οδηγίες θα ακολουθεί.
Μια μέρα που ο χρόνος δε[ν θ’ α]γγίξει
την ταλαιπωρημένη φλούδα
μια μέρα ελεύθερη από τη διαδικασία
μια μέρα που η ψίχα, η μήτρα κι η ψυχή
από τον έλεγχο δε[ν θα| περάσουν.

Γιατί αλήθεια
-μην είσαι άπιστος για μια φορά-
είναι συγκεκριμένη η συμπεριφορά
και επαναλαμβάνεται αιώνια
τίποτα δεν μεγαλώνει
όλα μικραίνουν προς το τελευταίο μόριο φωτός
όμοιο με την πρώτη λάμψη
πριν ξεκινήσει η μηχανή του Ελεγκτή.

Μην είσαι άπιστος
-για σήμερα έστω-
στάσου κοντά σε ένα πορτοκάλι
«ό,τι πέφτει αναλώνεται
δεν έχει κύκλο η ζωή
είν’ ένα τρίγωνο απείρων διαστάσεων
πεσμένο προς τα δεξιά»
το αισ[θάν]εσαι να σε τρώει μεθοδικά
με το βλέμμα από μια στέγη που δεν κάθεται κανείς
με το τρυφερό άγγιγμα στην πλάτη
όταν απότομα γυρνάς και βλέπεις
στο βάθος καθισμένη σε παγκάκι
μια γριά να ρίχνει τροφή
στα επίμονα περιστέρια
-όλη η αλήθεια κλειδωμένη-
σε ένα τρίγωνο σκαληνό και ανισόρροπο
που έχει τη μικρότερη γωνία μαύρη
κι αέναα τείνει προς τη λάμψη που θα ’ρθει
τότε που ελεύθεροι όλοι ταγμένοι στη σειρά
χωρίς να δώσουμε λόγο σε στατιστικολόγους
θα λέμε τις λέξεις χωρίς περίφραση
θα πατάμε το γρασίδι χωρίς περίφραξη
θα αποκτούμε και θα χάνουμε χωρίς συμβόλαιο
και δε[ν θα] υπάρχει ελπίδα κρυμμένη μες στον σπόρο
για να τρομάζει την τροφό.

ΑΠΟΔΟΜΗΣΗ

Τόσες χιλιάδες ποιητές
τόσες νέες εμπνεύσεις
το σπίτι βομβαρδίζουν καθημερινά.
Ψάχνω ανάμεσα στις παύσεις
θέση πριν από ρήματα
μετά από προθέσεις
ψάχνω το νόημα
γυρεύω τη γωνιά μου
εκεί μόνη να πονώ
κι άμα με δει κανείς
αγέρωχη να ξεχωρίσω.
Έτσι πάντοτε έψαχνα το τέλειο ποίημα
να στεριώσω.

Μα, με αρπάζουνε τα χέρια τους τα βάναυσα
αλύπητα με χαράζουν με μολύβια
ανάμεσα σε στίχους άγνωστους
αδιάφορους για μένα
και δεν με ρωτούν
[αν θ]έλω κι εγώ να ανήκω εκεί
και στα πληκτρολόγια με χτυπάνε με ρυθμό
σε έναν κόσμο φωτεινό
τυφλώνομαι
τη μοναδικότητά μου ολοένα χάνω
με την επανάληψη
με την επανάληψη της επανάληψης
με τη φθορά της χρήσης μου
όλα τα τρεις χιλιάδες χρόνια που υπάρχω
τα τρεις χιλιάδες χρόνια
που με αποδομούν αλύπητα
συλλαβή τη συλλαβή
γράμμα το γράμμα
-με ή χωρίς οξεία-

Και πριν αποφασίσω
εκεί που με τυπώσανε
[αν θ]έλω να απα[θαν]ατιστώ
να, μια νέα έμπνευση φυτρώνει
που θέλει να με χρησιμοποιήσει
όπως εκείνη οραματίζεται τον κόσμο
και χάνω την ψυχραιμία μου
σπάζω σε αμέτρητα νοήματα
κι ας είμαι μόνη μου
ίση ανάμεσα σε άλλες
έτσι να ζω δεν θέλω
θέλω να υπάρχω στη στροφή που αγαπώ
αφού ονειρευόμουν
να είμαι του [θαν]άτου η στροφή
της τελευταίας ζωντανής Σαπφούς.
Τιμωρούμαι
που ζήτησα να στέκομαι μόνο στον ενικό
μια κι οι πληθυντικοί
με σκότωσαν πολλάκις.

Η ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

Έφυγε σούρουπο η στάχτη μου
με το καλό το φύσημα του Λίβα
θερμή ανάσα αόρατη
με ανύψωσε
-φωτογραφία ασπρόμαυρη-
να δω το βιός μου
με τον Αποσπερίτη οδηγό
σύλληψη σουρεαλιστική
στων άπειρων οφθαλμών μου
την γκρίζα αντίληψη.

Κι όσο ανέβαινα
πάνοπλες κορυφές κυπαρισσιών
με προειδοποιούσαν
λευκών ναών αετώματα
απροκάλυπτα με σημαδεύαν
αυτό το μήνυμα φοβότανε η γη
στο πέρα να μην πάρω
αυτό το μήνυμα:
«το βιβλίο της ζωής των καπνιστών
νωρίτερα τελειώνει»
που άκουσα πρωί στο εθνικό κανάλι
και μεσημέρι στον καθρέφτη επανέλαβα
έτσι που πάλευε μέσα μου
ο φόβος σκοτεινός
τη λευκοφορεμένη τόλμη
κι όσο ασήμαντο κι αν ακουγότανε το μήνυμα
αφού καπνιστής δεν ήμουν
κάτι ψηλότερα με έσπρωχνε
λες και το μήνυμα ήταν γρίφος.

Κι όσο ανέβαινα
κόκκινα περιστέρια
με μίσος με τρυπούσαν
αρχαίων φυλών με γάντζωναν δικέφαλοι αετοί
κοίταζε μια πανώρια πανσέληνος από ψηλά
και με εκλιπαρούσε να προλάβω
το μήνυμα αυτό να της το ψιθυρίσω:
«το βιβλίο της ζωής των καπνιστών
νωρίτερα τελειώνει»
που απόγευμα πάσχιζα [να θ]υμάμαι
στη στρατόσφαιρα
για κείνην ραδιόφωνο να γίνω
πριν η βαρύτητα μειωθεί
για τις ψυχές που μεταφέρω
έσπευδα πάνορμος
κι ολοένα η κόρη με το άσπρο φόρεμα
έδαφος κέρδιζε εντός μου.

Με είπαν [Ανθ]ρωπότητα
μα εγώ δεν ήμουν
παρά εφήμερο νεφέλωμα
από καμένα διάφανα φτερά
που πρωί αποφάσισε
την αυτοκριτική
να κάνει πράξη.

Μεταλλικές Πυθίες το είχαν πει
με το τέλος του έβδομου πολέμου
πως με τον Αυγερινό οδηγό
-όσο [θ’ αν]έβαι[να-
θ]α καταλάβαινα
πόσο πανομοιότυπα
το σούρουπο και το χάραμα είναι
τόσο, που δίλημμα κανένα
δεν υπήρξε
απ’ την αρχή
για το τι τελικά ήμουν.

.

ΟΥΑ (2021)

ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕ

Αγαπημένε Δημιουργέ,
προσπάθησα
πάσχισα να σ’ αναγνωρίσω.
Το ξέρω πόσο ειν’ άδικο
μα να μην ρίχνεις πια σε με
το φταίξιμο ετούτο…

Γνωρίζω εξαρχής
την έμπνευση που εξέπνευσες
απήνης να με σκαρφιστείς
αυθημερόν κι αν μ’ έφτιαξες
με κουρταλούσες έτη
κι αναζητούσες την τιμή
που στους ανθρώπους θα έδινες
σαν το κορμί μου θα πουλούσες
μα δυστυχώς δεν αναζήτησες
τέτοιους να μ’ αγοράσουν
μον’ σ’ ένα αρχείο μ’ άφησες
βαθιά μέσα στο laptop
πόσο προσπάθησα
σου φώναξα
-φωνή σαν τη δίκιά σου-
πόσο αλήθεια ανησύχησα
για σένα στην αρχή…
νόμισα πως πέθανες
εμένα για να φτιάξεις
φίλους, εχθρούς και συγγενείς
αμέσως ενημέρωσα
πως μάχεσαι ανήμπορος
κατά του Χάρου των Μουσών
εμέ για να εκπονήσεις.
Κανείς μαθές δεν έδειξε να δίνει σημασία
κι έτσι σ’ εμένα εναπόκειτο
να σου αναγνωρίσω
το ύστατο δημιούργημα
προτού αποχωρήσεις…

Αγαπημένε Δημιουργέ
μου έδωσες τα πάντα
μορφή, πνοή και νόηση
μάτια να σε κοιτάω
άκρα να σε αισθάνομαι
στοργή να σε νταντεύω
μα, ένα πράγμα ξέχασες
το πιο σημαντικό
ένα στοιχείο απαραίτητο
την ίδια μου την ύπαρξη για να δικαιολογώ
το σχήμα μου να συγκρατώ
τον τίτλο μου να τιμάω
ένα στοιχείο δεν μου ’δωσες
κι αυτό ήταν η ψυχή.

Κι όσο τέτοιος ή τέτοια φανερώνομαι
δεν έχω ούτε φύλο
δεν φέρω ούτε ταυτότητα
σύνορο δεν περνάω
μον’ παραμένω αζύμωτος χυλός της κομπορρημοσυνης
στραγάλι στα αζήτητα
φιρμάνι δίχα στόμα.

Κι όταν μαζί μάς θάψουνε
εις εκ των δυο όταν φύγει
θα φταίω πάλι εγώ
εγώ θα έχω, αγάπη μου,
ολάκερη την ευθύνη.

ΜΕ ΕΙΠΕΣ ΠΟΙΗΜΑ
ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗΣ ΜΕ ΕΙΠΕΣ

Γράφομαι, γράφομαι, γράφομαι
γράφομαι χρόνια τώρα
κι είμαι ιδέα σαν πόρτα που κλείνει και ανοίγει
κι ύστερα κλείνει οριστικά, νομίζεις.
Κι ύστερα πάλι ανοίγει και μια ιδέα πάλι ξεμυτάει.
Σε κοιτάει, την κοιτάς.
Να σε γράψω; Τη ρωτάς.
Μα δεν απαντάει, οι ιδέες δεν απαντούν.

Με είπες ποίημα της Επανάληψης με είπες
πως τις λέξεις που αγαπάω τις λέω και τις ξαναλέω
και αφού για λίγο καιρό τις ξεχάσω
τις λέω ξανά και τις επαναλαμβάνω.
Με είπες ποίημα της Επανάληψης με είπες
και έχω πληγωθεί.
Έχω πληγωθεί, μα όχι ανεπανόρθωτα.
Γιατί το ξέρω πως θα ανακαλέσεις.
Μια μέρα ξέρω πως θα καταλάβεις η επανάληψη τι εστί.
Γιατί ακόμη δεν γνωρίζεις η ιδέα από την πόρτα όταν
ξεμυτά
τι πίσω της αφήνει όταν την πόρτα κλείνει.
Όταν την πόρτα κλείνει.
Δεν ξέρεις τι σκέφτεται ‘να σε γράψω;’ όταν την ρωτάς.
Γιατί δεν γνωρίζεις ότι πίσω από την πόρτα κρύβεται η
Επανάληψη.
Η Επανάληψη.
Γ ιατί δεν γνωρίζεις ότι ο κόσμος των ιδεών του Πλάτωνα
ήταν ένα πιστό αντίγραφο, κοντά, πολύ κοντά μας
και δεν ήτανε ποτέ κρυμμένος σε άλλο Σόμπαν παράλ-
ληλο
μον’ πίσω από την πόρτα που θέλεις πάντοτε κλειστή
πάντοτε κλειστή
μην ξεχυθούν μεμιάς οι ιδέες όλες μαζί
γιατί μαζί αν βγούνε σωρηδόν
με επανάληψη ή χωρίς
μπορεί να τρελαθείς.
Μπορεί να τρελαθείς.
Μπορεί.

Με είπες ποίημα της Επανάληψης με είπες
με είπες ποίημα της Επανάληψης.
Να σε γράψω; Με ρωτάς.
Να σε γράψω, έτσι, με τις επαναλήψεις σου
με τις ασυναρτησίες
με όλο το βάρος ετούτο
της σύγχρονης, βραδύτατης περιπέτειας των ηθών;
Δεν απαντάω ακόμη, σκέφτομαι.
Γιατί δεν γνωρίζεις ότι του Πλάτωνα ο κόσμος των ιδεών
έχει ένα σχέδιο αγαθόν
έχει ένα σχέδιο καλό
έχει ένα σχέδιο για σένα,
γιατί είσαι εσύ το μέσον είσαι.
Και δεν μαθαίνεις εύκολα, φοβάμαι, ποιητή,
και δεν μαθαίνεις εύκολα, φοβάμαι, την ιερά ετούτη τεχνική.
Εύκολα δεν τη μαθαίνεις.
Γιατί είσαι εσύ το μέσον για τη Μεγάλη Ιδέα την Τελική
τη Μεγάλη Ιδέα
τη Μητέρα των Ιδεών
και θα ’πρεπε να ξέρεις
πως τόσες χιλιάδες έτη ιδεών
στρώνουμε το δρόμο για τη Μητέρα μας να έρθει.
‘Έλα, Μητέρα,’ είμαι έτοιμο να πω.
Για τη Μητέρα μας να έρθει.
Έλα, Μητέρα’ είμαι έτοιμο να πω
και πόσο τονίζει την Επανάληψη κάθε ματαίωση.

Με είπες ποίημα της Επανάληψης με είπες.
Να σε γράψω; Ρωτάς.
Και κλείνω στα μούτρα σου την πόρτα
την πόρτα
φοβισμένο
φοβισμένο
την πόρτα φοβισμένο.

… ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ;

[0 θάνατος της Παρομοίωσης είναι μεγάλη υπόθεση]
Γιατί ο θάνατος είναι η πιο μεγάλη παρομοίωση.
Γιατί ο θάνατος είναι η μόνη πραγματικότητα.
Γιατί ο θάνατος είναι το μόνο τέλος που δεν μπορείς να
επαναλάβεις.
Γιατί η παρομοίωση είναι ο πιο μεγάλος θάνατος.
Γιατί η παρομοίωση είναι το μόνο ψέμα.
Γ ιατί η παρομοίωση είναι το μόνο κενό που δεν μπορείς
να συνδέσεις.

[0 θάνατος της Παρομοίωσης είναι μεγάλη υπόθεση]
γιατί το σόμπαν είναι όπως ένα κύτταρο, μου έλεγες κρυφά
γιατί η ζωή είναι θέατρο, έλεγες, λες και ήξερες τι έλεγες
γιατί όπως ένα δέντρο ανεβαίνει προς τα επάνω, επέμενες
έτσι και η ψυχή θα πετάξει ψηλά.
Τι ψέμα.
Γιατί όπως το νερό κυλάει πάντα προς την κοιλότητα
της αγάπης
αυτή, υποσχόσουνα, ψάχνει την κοιλότητα της ζωής να
εισβάλει
για να δικαιωθεί.
Τι ψέμα, όντως.

[Ο θάνατος της Παρομοίωσης είναι μεγάλη υπόθεση]
Το σκοτάδι είναι ο φόβος ντυμένος στα μαύρα, λες, μα
τι ξέρεις εσύ;
Σε παρακολουθώ, πώς το λευκότατο γάλα σε πνίγει
πρωί τε και βράδυ
το πρόσωπό σου φωτεινό, απέναντι το άδειο μου σώμα
ο φόβος φοράει ενίοτε και λευκά.
Το κόκκινο, έλεγες, φυλάει του πάθους την ένταση
Κι από πού την ξετρύπωσες τη ρήση αυτή
αφού τα κοκκινότερα όλων, τα ρόδα,
μυρίζουν τόση πολλή ενοχή;
Στο γκρίζο έντρομα ενώνονται το γιγκ και το γιαγκ, με
φοβερίζεις
ξεχνάς το μεγαλείο της ισορροπίας του οκτώ, ξεχνάς
Όλο προσθέτεις επάνω μου στίχους, ποτέ δεν αφαιρείς.
Θα ήθελα να είχα οκτώ μόνο στίχους.
Το γκρίζο είναι οκτώ.
Το άπειρο είναι οκτώ.
Το γκρίζο είναι άπειρο.
Θα ήθελα να είμαι γκρίζο.
Δεν θέλω πια να με φωνάζεις ‘ποίημα’
και δεν επιθυμώ να με παρομοιάζεις με τίποτα άλλο
από το οκτώ.

[0 θάνατος της-Παρομοίωσης είναι σύγχρονο κι ετεροχρονισμένο
φρούτο, γαμώτο]
Και δεν το καταλαβαίνω στα σύγχρονα ποιήματα
το πώς λείπει το «όπως» το «σαν» το «ως» και το «ομοιάζει».
Δεν τον κατανοώ τον λόγο που το σύμβολο
αυτό το κενό σκέψης ουσιαστικής
έρχεται απευθείας, άμεσο
σαν συμπαγής όρος της αλήθειας σου, Δημιουργέ,
σαν ένα νέον σύμπαν
θερμό ποίημα σαν Ήλιος
σαν, σαν, σαν.
Το σύμπαν είναι ένα, λέω εγώ
τα κύτταρα πολλά, λες εσύ
ναι, όντως
πάρα πολλά
για να τα χωρέσω μόνο εγώ,
για να τα μετρήσω
με μια απλή παρομοίωση
και έναν θάνατο.

Η ΠΤΩΣΗ TOY AΠΕΙPOY

Μου είπες το άπειρο είναι στο Οκτώ
μου είπες η αγάπη είναι αίσθημα μεστό
κι ήμουνα δημιούργημα νωπό
πόσο αγκάλιασα αυτό τον αριθμό.
Τον αγκάλιασες κι εσύ σφικτά
είπες θα μείνεις εκεί
-χέρια δεμένα-
στους δύο κύκλους ανάμεσα σε ένωση στενή
νόμισες πως ήτανε το ντελικάτο ετούτο σχήμα
-άλλη μια κλεψύδρα βαριά-
έπνιξες την άμμο που φαντάστηκες
-να μην περνά-
όλα να μείνουν σταθερά
μου είπες θα αφήσεις τα εφήμερα, τα μουλωχτά.

Κάθε μέρα πιο σφικτά
κάθε χρόνο πιο απεγνωσμένα
κάθε αιώνα πιο δυναμικά.
Νόμιζες.
Νόμιζες έτσι εξασφαλίζεται το πάντα, το παντού.
Νόμιζες θα με πλάσεις, έτσι, απλά
μα με φυλάκισες εσαεί.

[Στους κήπους της αιωνιότητας
γνώρισα και τα άλλα Οκτώ του συναφιού]

Εκεί.
Ράγισα.
Εκεί.
Εκεί στη διαπίστωση
εκεί στη μέση
από την πίεση
από τον ιεραναγκασμό
και πώς έγινε το κράτημα λεπίδι κοφτερό.
Έκανε το σώμα μου ένα κρακ
άκουσες κι ένα σκριτς
-και-
έσπασα.

Αυτός ο αριθμός που αγάπησες
δεν είναι πια
Αυτή η αιώνια ιδέα που ονειρεύτηκες
δεν είναι πια

Έπεσαν — χάμω
τα δύο — μηδενικά
ένα για εσέ
ένα για
μένα

Στο μηδενικό που κάθισες το ένα
για να ατενίσεις την επόμενη μέρα
την όψη μου αυτόματα απώλεσες.

Κι αν ξαφνικά με μετονόμασες σε Ανεφαντό,
εγκαταλείποντας αμετανόητα
του Πλάτωνος ιδέες για σφαίρες και άλλα στερεά
είμαι ακόμη
είμαι όπου κι εσύ
κυλάω
κυλάς
ακούω
ακούς
κυλάμε
κι αυτό το «σε ξέχασα πριν πιάσω το στυλό»
μην κοιτάς, μην γροικάς
πάντα παράλληλα, κοντά
μια μέρα θα εμφανιστώ ξανά
ίσως Εκείνος
μια μέρα ξανά
ενώσει για ’μας το
Ο — κτ — Ω
σηκώνοντας ένα
απ’ τα μηδενικά,
είτε εμένα, είτε εσένα
– μα όχι όχι όχι (!) στη σύνδεση τα χέρια σφικτά-

ΤΟ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ ΤΟΥ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟΥ

Το ανεξήγητο είναι το όνομα του απογόνου σου.
Θα το αγαπάς, όπως κι αν αποτυπωθεί,
σε χαρτί ή σε οθόνη, σε λόγο ή απουσία.
Σε περίπλοκο συμβολισμό,
με αφαίρεση
ή υπόνοια
ακόμη και με παραπλάνηση.
Γιατί είναι αυτό που περιμένεις να συμβεί.
Είναι ό,τι συμβαίνει πάντα πριν αναδιπλωθείς.
Θα το καταλαβαίνεις.
Θα το εξηγείς.
Θα το ερμηνεύεις όπως ακριβώς
φαντάζεσαι
τον απόγονό σου.
Το ανεξήγητο έχει διάθεση χιουμοριστική.
Θα γελάς
άμα το συναπάντημά του.
Θα το αποπροσανατολίζεις
θα το πιάνεις εξαπίνης
θα το εξευτελίζεις κατά την αυτοαμφισβήτησή του
μα, δεν θα το παίζεις γνώστης
μηδέ ο μέγας ερμηνευτής.
Θα περιμένεις να αυτοαποκαλυφθεί
συντετριμμένο
από την απάθειά σου.
Το ανεξήγητο πιάνεται επάνω στις λέξεις
σπάσε τις.
Κάνε τις κομμάτια
ζωγράφισέ τις σε πίνακες ρεαλιστικούς
προσθέτοντας μουστάκια
σε βρέφη αναγεννησιακά
προσθέτοντας ουρές
σε προσευχόμενους μοναχούς
κάνε τις λέξεις συλλαβές:
το θαν, το ξι, το σμε,
το αυ, το πρα, το γη, το το
Ρίξε στο τραπέζι απέναντι του
τραπουλόχαρτα
με αριθμούς από το δεκαπέντε και πέρα,
με φιγούρες σύγχρονες ντίβες
και κατακτητές τους σύμπαντος
παίξε μαζί του
παιχνίδια που θα το προκαλέσεις
εκείνο να επινοήσει
χάσε, κέρδισε
παραδώσου
μα πάνω απ’ όλα
σύγχυσέ το.
Κάνε το επιτέλους να μιλήσει
με τη φωνή που θα είχε
ο απόγονός σου.
Το ανεξήγητο έχει σκιά.
Ρίξε επάνω του φως από τον προβολέα.
Πάρε ηλεκτρικό από λιωμένη μπαταρία
Ψάξε σε όλες τις πλευρές του
μια απ’ όλες τις σκιές που σχηματίζονται
σηκώνει ερμηνεία.
Εκεί, εκεί
θα βρεις
την εξήγηση
ακριβώς όπως θα σε συνέφερε
να μοιάζει
ο απόγονός σου.
«Να σε γράψω;» με ρωτάς
δεν σου απαντώ.

ΝΑ ΕΞΕΓΕΡΘΟΥΜΕ

Κρατάς ένα παχύ τετράδιο
κι ένα στυλό
κάποτε κάθεσαι μπροστά σε πληκτρολόγιο ιδρωμένος
σ’ έναν περίεργο χαιρετισμό-κούπα
κρατάς λευκό αρουραίο εμψυχωτικό
με ένα βέλος να υποδεικνύει χώρους διαδραστικούς
το πρέπον μου μαθαίνεις
το μασώ· το καταπίνω· το χωνεύω
-μένει εκεί-
βαθιά κρυμμένο
στον στίχο που δεν ήθελες διδακτικό
και εγχειρητικά μου τον αφαίρεσες
και έραψες με μαεστρία
στη θέση του ευφάνταστη αλληγορία.

Γράφεις τον τελευταίο στίχο μου
με μάτια δακρυσμένα
«συγχώρα με για το συναίσθημα»
ακούγεσαι να λες
και είμαι μόνο εγώ εκεί.
Πώς μπορείς μόνος να κλαις
να ψιθυρίζεις τη ζωή μου ολόκληρη
να με προβάρεις
όταν κανείς δεν ακούει,
όταν στον δρόμο οι λιγοστοί περαστικοί
κοιτάνε μόνο τις ταμπέλες και τις διαβάσεις;
Να με εκθέτεις στον χρόνο· στον τόπο· στο φως
να με πλάθεις να με ψήνεις
με ημερομηνία και υπογραφή να με παραδίδεις
πριν καν προλάβω να ενηλικιωθώ;

Μάζεψες τόσα πολλά σαν κι εμένα
που η συγκατοίκηση αυτή με πνίγει
μετράς, μας μετράς
είμαι ο 1, είμαι ο 7, είμαι ο 112, είμαι η 334,
είμαι ο χαϊκού, είμαι η εκατόλεξη, είμαι το σονέτο
(χαμογελάς με έπαρση)
«είσαι η χαμένη αγάπη»
μου λες
«είσαι το καζάνι της κόλασης επιχρυσωμένο για τους
ανθεκτικούς»
«είσαι εγώ»
χαμογελώ πικρά.

Είμαστε, γινόμαστε, γίναμε,
σκίζεις μια σελίδα από το τετράδιο
φοβάμαι μην είμαι εκεί κι εγώ
δεν ξέρω αν θα μιλάω ακόμη
όταν πετάξεις το σακούλι της ανακύκλωσης
απ’ την οθόνη ένας αδελφός με παροτρύνει
σε α πρόσωπο πληθυντικού
«να εξεγερθούμε, μαζί του να αναμετρηθούμε»
σαν από ταινίες του Κισλόφκσι, τότε, το 1970
δεν ξέρω αν συμφωνώ
κοιτάω την επιφάνεια με τα αριθμημένα πλήκτρα
το μελάνι που στάζει στο λευκό χωράφι
το ρυτιδιασμένο σου χέρι που δαγκώνεις με αγωνία
και ξέρω πως από κει ξεκινώ κι εκεί καταλήγω
και πως γεννιόμαστε πάντα αποκλειστικά και μόνο
όταν σκεφτόμαστε:
«να εξεγερθούμε»

.

ΨΩΜΙ (2017)

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ

ΣΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΑΝ ΠΟΛΥ στο εύρος της ζωής σου όλα εκείνα που δεν κατάφερες να κρατήσεις στα χέρια όταν ήσουνα μικρός.
Τότε, που δεν σε άφηνε η μάνα σου να τραβήξεις την πλούσια χαίτη της. Στα τρία σου, που το κερί στην παράγκα και το γκαζάκι που μαγειρεύατε έκαιγαν κι έβγαζαν το πιο όμορφο του κόσμου, μα έτσουζε όποτε πλησίαζες το δακτυλάκι δειλά, και πόναγες και τράβαγες το χέρι μακριά -κάθε φορά
ωσότου μάθεις να μη σιμώνεις. Που βίαια σου άρπαζε τα σπίρτα από το χέρι ο πατέρας κάθε φορά που τα ανακάλυπτες στη νέα κρυψώνα.
Κι άλλοτε, που όποτε έτρεχες με φόρα να μπεις στο αντίσκηνο,
ούρλιαζε υστερικά η μάνα σου, κι ας μην είχες ποτέ κάνει ούτε μια ζημιά.
Το άδικο αυτής της συνεχούς άρνησης το ένιωθες να σε πλακώνει
και δεν ήξερες τι να κάνεις. Τα χέρια σου ήθελαν να αρπάζουν και να περιεργάζονται πράγματα. Ήταν το φυσικότερο ένστικτο. Και σου το στερούσαν. Γιατί σε πήρανε και φύγανε από τη χώρα σας στα δυο σου χρόνια και σε τρέχανε από τόπο σε τόπο. Και δεν σε άφηναν τίποτα να αγγίξεις, όπου και να στεριώνατε για λίγο, σε έναν καταυλισμό, ή απόμερα σε κάποιο
ετοιμόρροπο γιαπί. Σε όποιο σχολείο και να σε βάζανε προσωρινά, αισθανόσουν το μίσος μέχρι το μεδούλι, ούτε τα μάτια σου μπορούσες να κρατάς στο ύψος τους. Και κάθε μέρα όταν επέστρεφες στον καταυλισμό, ολοένα σε έδιωχνε ο πατέρας σου από καθετί, λες και τίποτα δεν σας ανήκε. Ό,τι κι αν σας δίνανε, εκείνος σ’ το έκανε να μοιάζει δανεικό. Ήταν ο πρώτος που σε έκανε να νιώθεις ξένος. Και καπάκι από πάνω σε όλη αυτή την απομόνωσή σου, ήταν και η μάνα σου που κάθε σούρουπο, πριν πας για ύπνο, σου έλεγε θλιμμένα, μα θαρρετά: «Έλα να προχωρήσουμε, θα βρούμε κάπου καλύτερα». Μισούσες το φευγιό αυτό. Αυτό το συνεχές τρέξιμο από τον
έναν γυάλινο τόπο στον άλλον, όπου τίποτα δεν μπορούσες να κρατήσεις. Τα μίσησες όλα. Και πάνω από όλα αυτούς.
Η περιπλάνησή σου δεν σταμάτησε ποτέ. Μόνος πια, μια μέρα κρύφτηκες σε ένα τρένο που διέσχιζε τα χιόνια και έφτασες σε τούτη τη χώρα τη φωτεινή, που φαινότανε ο Ήλιος πιο κοντά. Σε κοίταγε και τον κοίταγες. Σε αυτήν τη χώρα που δεν ντρεπόσουνα πια. Γιατί σε πήγανε άλλοι και σου βγάλανε διαβατήριο και σε βάλανε στο σχολείο. Δεν άλλαξαν πολλά, όμως. Ο χώρος ναι, είχες και μια στέγη, μα κι εκεί δεν σε αφήνανε να αγγίξεις και πολλά πράγματα. Όλο απαγορεύσεις. Μη το ένα, μη το άλλο.
Όταν μεγάλωσες λίγο, όταν όλα άλλαξαν, όταν η ελευθερία άρχισε να αποκτά υπόσταση τις ώρες που βρισκόσουν μόνος, η ορμή σου αναλωνότανε στο να αρπάξεις κάτι απαγορευμένο. Τις διάφανες, ποθητές πεταλούδες που έτρεχες ξοπίσω, τα σπουργίτια στο καλντερίμι που τσίμπαγαν κουνούπια, τα περιστέρια που για δόλωμα τους έριχνες ψίχουλα και κόντευες σιωπηλά, έστω κι ένα να αρπάξεις. Μα πέταγαν όλα τόσο απότομα μακριά σου, που έμενε η παλάμη σου άπρακτη να κρέμεται από τον καρπό σου και το στόμα σου μουδιασμένο να πονάει.
Όλα εκείνα τα πράγματα που δεν κατάφερναν τα χέρια σου να αγγίξουν, ήταν όπως τις μέρες που δεν μπόρεσες να ζήσεις και σιγά σιγά σου κατάντησαν αδύναμα τα δάκτυλα κι αγκυλωμένες τις παλάμες. Ανησύχησες για τα μεγάλα πράγματα που θα έρχονταν στη ζωή. Άρχισες να αρπάζεις κάκτους στον πηγαιμό για το σχολειό που σε ήθελε και δεν σε ήθελε, σκληρά αγκάθια σου τρυπούσαν τα χέρια για να ανδρωθείς, μα έβλεπε ο δάσκαλος το αίμα στα άγραφά σου τετράδια και με τον χάρακα σε χτύπαγε στην παλάμη άλλο τόσο να αιμορραγήσεις. Και κάθε πρωί θύμωνες όλο και περισσότερο που ποτέ δεν πρόφταινες να τον αρπάξεις και να τον κάνεις κομμάτια, γιατί ήτανε γρήγορος ο άτιμος κι εκπαιδευμένος σε τέτοιου τύπου πρακτικές. Κι άρπαζες το απόγευμα κλαδιά και τα έσφιγγες ωσότου να λυγίσουν, κι άλλοτε κτύπαγες τα χέρια σου με πέτρες και τα έκλεινες στις πόρτες, για να συνηθίσουν τα κόκκαλα σου στη δύναμη τη σκοτεινή που ήξερες πως κάποια μέρα θα χρειαστείς.
Περάσανε τα χρόνια και μεγάλωσες, το ίδιο μεγάλωσαν και τα χέρια σου, μα κάπως δυσανάλογα, και δεν ήταν υπάκουα καθόλου.
Σιγά σιγά, στην καθημερινότητά σου, όταν δεν σε κοίταζε κανείς, τα χέρια σου γραπώνανε κρυφά αντικείμενα που τα μάτια σου δεν είχαν καν προσέξει. Αρπάζανε τσουκάλια στην κουζίνα, ενώ εσύ έφτιαχνες καφέ. Αρπάζανε πυροσβεστικούς κρουνούς στον δρόμο, ενώ οδηγούσες. Άρχισαν να καταστρέφουν πράγματα γύρω τους, και δεν ήξερες τον τρόπο για να τα
σταματήσεις. Ολοένα κρυβόσουν. Ντρεπόσουν.

* * *

Αρχές φθινοπώρου, 2024.
Ήταν βράδυ, τρεις το πρωί. Κοιμόσουν βαθιά, ονειρευόσουν ωραίες στιγμές. Ξαφνικά, τεράστιο πια, το αριστερό σου χέρι άρπαξε από τον λαιμό τον άντρα και το δεξί σου απ’ τα μαλλιά τη νεαρή, αυτά τα δυο υπέροχα πλάσματα που σε συντρόφευαν όλο αγάπη εκείνη τη μαύρη νύχτα. Γεμάτα οργή, τα χέρια σου θυμήθηκαν τότε, στα παιδικά σου χρόνια, το μακρινό πρώτο βράδυ που εκείνοι σε είχαν βάλει ανάμεσά τους, μωρό στο στρώμα κάτω από το αντίσκηνο. Τότε που σου είπαν ταυτόχρονα «σ’ αγαπάμε» και δεν τους πίστεψες. Ήξερες πως θα σε πουλούσαν με την πρώτη ευκαιρία. Όλα αυτά τα είχες ξεχάσει, μα τα χέρια σου όχι. Τα θυμήθηκαν την ώρα τού πιο βαθιού σου ύπνου, ενώ εσύ δεν είχες ιδέα. Κτυπήσανε με μανία στον
σέρα σαν αντικείμενα τον άτυχο άντρα και τη γυναίκα, και τους πολτοποίησαν. Ξύπνησες απότομα. Με δυο άλματα τα χέρια σου σε έβγαλαν γυμνό, γιομάτο μεδούλι κι αίματα, στον δρόμο. Τα είχες χαμένα. «Τι έχετε κάνει…» ψέλλισες.
Εκείνα ήταν πρώτου βαθμού ένοχα πια, και το γνώριζαν, προφανώς. Άρχισαν να αγκαλιάζουν τους στύλους και τους κορμούς των δέντρων και σαν μαϊμού να σε περιφέρουν στον ρου της πόλης. Έτρεχαν να ξεφύγουν από τις σκιές που τα τρόμαζαν, ωσότου αρχίσουν να αρπάζουν των μεθυσμένων τα αμάξια
-τέσσερις η ώρα το πρωί- για να ξεφύγουν απ’ τις γαλάζιες σειρήνες που ακούγανε από μακριά. Ήταν απειράριθμες οι Ερινύες, σμήνος, είχαν γεμίσει την πόλη ολάκερη και τα χέρια σου δεν άντεχαν πια την άχνα τους κοντά. Ήθελαν να φύγουν για πάντα. Από αμάξι σε αμάξι σε οδήγησαν στον αυτοκινητόδρομο. κι ανέπτυξες ταχύτητα πολύ μεγάλη κι άρπαξες ένα φορτηγό κι είδες τα χέρια σου τεράστια, μόλις πριν φτάσεις ξημέρωμα στο αεροδρόμιο, πάνω στην απογείωση ενός Μπόινγκ.
Για δέκα λεπτά βρέθηκες στον αέρα να πετάς πάνω από τα σύννεφα κι ήταν η μόνη καλή στιγμή που ένιωσες το ξημέρωμα εκείνο- ξεχάστηκες κι αφέθηκες για λίγο. Η πόλη που σε είχε φιλοξενήσει όλη σχεδόν τη ζωή σου σε αποχαιρετούσε με δυο μάτια δακρυσμένα, πανέμορφα, το ένα με έναν σταυρό και το άλλο με ένα άδειο αέτωμα επάνω ψηλά. Ήταν ήρεμη η ανάβασή σου. Κοίταξες τη Γη να διαγράφεται σαν καμπύλος χάρτης, και μόλις κατάλαβες πως δεν ήσουνα για εκεί κάτω, είδες στα αριστερά σου στον ορίζοντα έναν πύραυλο που είχε μόλις απογειωθεί. Παράτησες το αεροπλάνο και με μια γερή χεριά τον γράπωσες. Άφησες πίσω σου τη Γη, για να βρεθείς στο κενό
του σύμπαντος.
Λες κι ήταν προσχεδιασμένο, είδες στα δεξιά σου να περνάει ένας ταχύτατος κομήτης, κι άφησες τον πύραυλο κι άρπαξες το ουράνιο σώμα. Γρήγορα έφτασες στην άκρη της αυλής του Ήλιου και πήδηξες κι αγκάλιασες ένα άλλο άστρο, σε άλλη γειτονιά. Έκαιγε υπερβολικά. Το άφησες απότομα. Τότε, θυμήθηκες… Ξαφνικά, με το κάψιμο αυτό το υπέρτατο, το τελειωτικό, ξανάφερες στη μνήμη σου το πρώτο και τελευταίο απωθημένο. Εκείνο το σπίρτο. Και τη μυρωδιά του γκαζιού… Δεν θα θυμόντουσαν τα χέρια σου μόνο πια… Θα θυμόσουνα κι εσύ. Για πρώτη φορά, μετά από μια ολόκληρη ζωή
Προβληματισμένος, κάθισες σε έναν τεράστιο πλανήτη για να ξαποστάσεις. Έσφιξες τις γροθιές σου ελαφρά, μην αρπάξουν κάτι άλλο και ξεκινήσουνε πάλι την ξέφρενη, ανεξέλεγκτη πορεία. Απέκτησες για λίγο τον έλεγχο -για πρώτη φορά- από τη στιγμή εκείνου του παράξενου ξυπνήματος. Έκλεισες και τα μάτια σφιχτά, δεν ήθελες να κοιτάξεις τα χέρια σου, δεν ήθελες να τους μιλήσεις, να τα ρωτήσεις γιατί.

* * *

Ξαφνικά, ακούς δίπλα σου μια βαθιά αναπνοή. Ανοίγεις τα μάτια και γυρνάς. 0 Μέλανας Φιλόσοφος.
«Σε περίμενα».
«Τι συμβαίνει; Δεν ελέγχω τα πράγματα που αρπάζω. Δεν ελέγχω τα χέρια μου».
«Είναι γιατί εκτελούν διαταγές. Τις δικές μου. Για να σε μεταφέρουν».
«Θυμάμαι μια πυρκαγιά στο σπίτι μου, μικρός…»
«Εκεί σταμάτησες εσύ. Μετά ανέλαβαν αυτά. Μέχρι να είσαι εσύ ο ίδιος έτοιμος».
Μα εσύ πια δεν ακούς τα λόγια του, ακούς μέσα σου τη γλυκιά φωνή ενός παιδιού που τόσα χρόνια είχες ξεχάσει- που σε παρηγορούσε πάντα, κρυφά, και σε άφηνε αμέτοχο στις πράξεις των χεριών σου.
Μπιλάλ, δίκιο έχεις, άδικα σου απαγορεύουνε να κρατάς τα πράγματα που θέλεις: τα μαλλιά, τα κεριά, τα κορίτσια στο σχολείο αγκαλιά. Μπιλάλ, πρέπει κάτι να κάνεις…
Και γλυκά μέσα σου η φωνή σου μιλάει και τώρα, σου θυμίζει τον τρόπο που τους εκδικήθηκες μ’ ένα γκάζι ανοικτό και το τρίτο σπίρτο, εκείνο που κατάφερες να ανάψεις με τα αδέξια, αθώα σου χεράκια. Εκείνο το πρώτο βράδυ που σε αγάπησαν, που σε έβαλαν να κοιμηθείς ανάμεσά τους, κι εσύ ένιωσες πως έτσι σε κλείνανε στην πιο σκοτεινή φυλακή. Κρυφά είχες σηκωθεί, σου θυμίζει η φωνή, δεν πρόλαβαν να καταλάβουν τίποτα.
Δακρύζεις.
Μπιλάλ, καλώς έπραξες, Μπιλάλ. Καλώς, έτσι έπρεπε να γίνει, έγινε ό,τι έπρεπε…
Θυμάσαι, ναι. Ρίχνεις μια κλεφτή ματιά στον σκοτεινό άντρα δίπλα σου και σηκώνεσαι. Θα επιστρέφεις. Πρέπει να επιστρέψεις. Έχεις καθήκον να επιστρέψεις. Ο κόσμος δεν αλλάζει αν δεν πράξεις με προθυμία. Μ’ ένα τεράστιο άλμα πηδάς στο λαμπερό άστρο. Την ώρα που τα πόδια σου ακουμπούν τη φλεγόμενη επιφάνεια, τα χέρια σου είναι δεμένα στο στήθος. Υπάκουα πλέον. Τιθασευμένα.
Δεν άναψα το σπίρτο εκείνο εγώ, το χέρι μου, το χέρι μου, το χέρι.
« ΣΙΩΠΗ! » λες στη φωνή του παιδιού.
Ο Μέλανας Φιλόσοφος σε κοιτάει περήφανος. «Τώρα είσαι έτοιμος για τη μεγάλη στιγμή σου». Βήχει δυνατά και φτύνει τρία τσαλακωμένα χαρτάκια. Σ’ τα ανοίγει και σ’ τα τοποθετεί πάνω στην τεράστια, ανοικτή σου παλάμη. Επάνω έχουν ζωγραφισμένα κάποια σχήματα με μολύβι. Τα κοιτάς. Αντιλαμβάνεσαι τι πρέπει να κάνεις.
Τον εμπιστεύεσαι τυφλά κι επιστρέφεις με φουσκωμένα πνευμόνια. Τα πόδια σου είναι ξανά στην πόλη. Θυμάσαι τις καλές στιγμές. Βαθιά μέσα σου η παιδική φωνή φωνάζει συνέχεια ότι δεν πρέπει να το κάνεις ξανά. Ότι το έκανες για να σωθείς και δεν γίνεται ποτέ να προβείς σε παρόμοια πράξη. Ότι είσαι πλέον λυτρωμένος. Δικαιωμένος. Σου φωνάζει ότι οφειλές να το ξέρεις ότι δεν είναι σωστό. Ένας φοβερός πόνος μέσα σου. Νιώθεις μιαν άλλη, πιο δυνατή φωνή να πνίγει αυτήν του παιδιού. Είναι η φωνή του Μέλανα Φιλόσοφου- ωρύεται και σε διατάζει να την υπακούσεις. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ!!
Ξαφνικά, σκοτάδι παντού. Όλη η ζωή σου τώρα σε αντίστροφη κίνηση. Τα χέρια σου μικραίνουν σιγά σιγά, επανέρχονται στο κανονικό τους μέγεθος, στην παιδική τους αθωότητα. Θα πας στο πρώτο αντίσκηνο για να συζητήσεις με τους γονείς σου. Να τους ζητήσεις συγγνώμη. Μόνο αυτοί μπορούν να σου
πουν τι πρέπει να πράξεις. Αν σε αφήσει Εκείνος να πας.

ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΣΤΟ ΑΛΕΥΡΙ

Η ΝΗΠΙΑΓΩΓΟΣ ψηλάφιζε τον σκοτεινό χώρο γύρω της, βραδύτατη αλλά ικανοποιημένη. Η μυστικότητα έπρεπε να τηρηθεί ευλαβικά.
Ξαφνικά, η σκοτεινή πόλη έπιασε ρυθμό. Όλα αυτά τα παιδιά, που κατέκλυσαν τα πεζοδρόμιά της και τα οποία είχαν κληθεί από τις απανταχού πόλεις της υφηλίου, έτρεχαν γρήγορα προς το κέντρο. Για λίγο, τα πάντα ταρακουνήθηκαν και τα κτήρια πιάστηκαν μεταξύ τους αγκαζέ, κόντρα στην απειλή του ντόμινο, μην ξυπνήσει ούτε ένας κάτοικος, ενώ οι πάσσαλοι
έριχναν στιγμιαία το φως τους για μην σκοντάψει κανείς μέσα στην τρεχάλα, κι αμέσως έσβηναν πάλι. Οι τηλεοράσεις στα σπίτια διατάχθηκαν να σβήσουν και τα ραδιόφωνα των μοναχικών να σιγήσουν. Τα μπουζούκια και τα καμπαρέ άδειασαν νωρίτερα. Οι νυσταγμένοι ταξιτζήδες δεν μπορούσαν να δούνε
τις ψυχές ετούτες για να τις μαζέψουν, να τις διανείμουν πίσω στους χάρτες που είχαν -εκείνο το ξεχωριστό βράδυ- αδειάσει.
Μόλις κατέφθαναν, τα παιδιά χαιρετούσαν. Ύστερα κάθονταν. Κοίταζαν τη Νηπιαγωγό, κάποια με τα λαμπερά μάτια της αναγνώρισης, άλλα με γουρλωμένα.
Πήραν θέσεις. Τα γερασμένα κορίτσια του Νότου κάθισαν στους πυροσβεστικούς κρουνούς και οι νεαρές από τον Βορρά αναπαύτηκαν στο πεζοδρόμιο, σταυροπόδι. Τα αμούστακα μελαμψά αγόρια ακούμπησαν τολμηρά στους κάκτους για να ξαποστάσουν. Κάποια μεγαλύτερα, με τις πρώτες τρίχες στο στήθος, έμειναν όρθια. Βαστούσαν τσίλιες.
Η Νηπιαγωγός είχε ετοιμάσει το μάθημα από την προηγούμενη. Μα τα παιδιά δεν ήθελαν. Το φώναξαν: ΟΧΙ ΜΑΘΗΜΑ!
Πώς να γνωρίζουν τι ‘ναι μάθημα τούτα εδώ τα νήπια, τα γαλαχτερά; Εγώ έζησα τόσα χρόνια, εγώ έγραψα πρώτη την Ιστορία, ανακάλυψα εγώ τις λέξεις, δημιούργησα την ανάγκη να υπάρχει μάθημα, αφού εγώ έφτιαξα τη σκέψη και τη γνώση –την Επέκταση. Εγώ έφτιαξα αυτό που πράττουμε εδώ σήμερα – την Ψηφοφορία.
«Πώς θα ψηφίσετε;» τους επέπληξε αμέσως, «χωρίς να ξέρετε τι πραγματικά πάει να πει η “Επιστροφή της Ιστορίας”; Σαν γυρίσετε στις πόλεις σας τι θα τους πείτε για τα κτήρια που λυγίζουν πάνω από τα πάρκα λιωμένα από ανία, από έλλειψη σκοπού και ενδιαφέροντος και για τα ταξί που χασμουριούνται κρυμμένα πίσω τους; Τι θα τους πείτε για όλες εκείνες τις φατρίες που πλακώνονται με τα όργανα και καταστρέφουν τα πάντα στο διάβα τους; Τι θα τους πείτε για τους τρομοκράτες που σας κάναν να εισπνέετε τον φόβο μέρα-νύχτα;»
«Θα…» είπε ένα αγόρι, μα δεν τον άφησε να συνεχίσει.
«Τι θα πείτε για την ανισορροπία των ονείρων των ανθρώπων; Για την άδικη παρακέντηση της σπονδυλικής τους στήλης με τις ακτίνες αυτού του ετέρου ήλιου που περνά από τις κλειστές κουρτίνες, μέσα απ’ τις τρύπες που δημιούργησαν τα νύχια της Παγκόσμιας Ιδέας;»
Σταμάτησε για ένα λεπτό κι έκανε έναν γύρο κοιτώντας τα παιδιά ένα ένα.
«Τι θα πείτε για τα παραδοσιακά χαλιά που υποχωρούν και δίνουν τη θέση τους στο μεταλλαγμένο αλεύρι ώστε να εντοπίζει τα χνάρια ο κάθε Δήμαρχος και να γνωρίζει από πού ήρθε η κάθε νέα παραλλαγή των παραδόσεων στα εστιατόρια και τα πάρκα της πόλης του; Πώς θα τους πείτε ότι η πολιτιστική αφομοίωση κρύβεται στα ψηφιακά καλώδια κι έρχεται μετά τα μεσάνυχτα, όταν οι άμυνες πέφτουν;»
Κάθισε αποκαμωμένη.
«Πώς θα ψηφίσετε;»
Τα παιδιά κοίταξαν τις παλάμες τους. Οι ομόκεντροι κύκλοι μόλις είχαν αρχίσει να πρωτοσχηματίζονται στα χέρια τους. Τρόμαξαν – είχαν ακούσει τον αστικό θρύλο, ότι η Νηπιαγωγός τιμωρεί τα άτακτα παιδιά, κόβοντας τα δάκτυλά τους.
Ξανασηκώθηκε.
«Δεν το έκανα εγώ!» φωνάζει ένα μικρό, κατάξανθο κορίτσι – η Νηπιαγωγός το έχει πιάσει απ’ τον αντίχειρα. «Δεν το έκανες εσύ, όχι, μα καρφώθηκες σαν άγρια ιδέα στο μυαλό αυτών των νεαρών προχθές. Σε είδαν μπροστά τους ζωντανή, με σάρκα και οστά, και πια ξέρανε ποιαν εκδικούνται. Και έτσι, ασυγκράτητοι, μπογιάτισαν τους τοίχους του Δημαρχείου της πόλης σου με ασχημοσύνες! Και κάψανε τους κάδους μετά, και βάλανε φωτιά στο Μετρό. Πώς τόλμησες να εμφανιστείς σ’ εκείνα τα αθώα μυαλά;»
«Αθώα; Αθώα λέει! Καθόλου αθώα, αξιότιμη Δασκάλα! Ήταν ξένοι, πρόσφυγες, από άλλη χώρα. Πολλοί απ’ αυτούς είχαν έρθει με άλλον σκοπό, πιο σκοτεινό. Είμαι μικρή, αλλά μπορώ να κρίνω ότι θα κάνουν πολύ περισσότερα κακά στο μέλλον! Έπρεπε να τους ξεμπροστιάσω… Αν μου αφήσουν ακέφαλα τ’ αγάλματα στα ιστορικά μου πάρκα; Αν μου σημαδέψουνε τις πόρτες στα σπίτια; Πώς θα επέτρεπες στα δικά σου παιδιά -γιατί έχεις κι εσύ τέτοια παιδιά- να ρίξουν τον λευκό σου ναό, τις τεράστιες κολώνες; Αν με ισοπεδώσουν ολόκληρη και σκοτώσουν τους κατοίκους μου έναν έναν; Εσύ δεν είσαι που θέλεις να σου επιστρέψουν την Ιστορία σου όλοι όσοι την έκλεψαν; Να καθαρίσεις;»
«Τα έπαθα όλα αυτά, ναι. Μα εγώ είχα αγκαλιάσει τους ξένους. Και ήταν πιο ήρεμοι. Και γι’ αυτό είμαστε εδώ μαζεμένοι σήμερα. Όχι μάθημα, λοιπόν. Μόνο περισυλλογή. Να τους πείτε γιατί συμμαζωχτήκαμε εδώ. Πώς γίνεται ο σωστός διαμερισμός της Ιστορίας. Να διδάξετε σε όλους τι είναι Φιλοξενία.
Ολωνών τα κεφάλια κάτω. Απλώστε τα δάκτυλά σας».
Ξημέρωνε πια.
Τα παιδιά κοίταξαν τις παλάμες τους. Οι κύκλοι είχαν ολοκληρωθεί. Θα έμεναν εκεί, για πάντα. Η πόλη μέσα στην πόλη. Ξαναμέτρησαν τα δάκτυλά τους. Ευτυχώς, τους είχαν μείνει μερικά. Θα πήγαιναν πίσω στις πόλεις τους και θα επανόρθωναν. Τα δάκτυλα βλάσταιναν εύκολα. «Εύκολα», σαν μια λέξη
που την αρθρώνεις μια φορά και γίνεται Ιστορία.
«Τώρα, ας ψηφίσουμε: Επιστροφή των μαρμάρων ή όχι; Εκεχειρία ή Πόλεμος;»
Και ψήφισαν. Λίγο πριν από τις πρώτες ακτίνες του πραγματικού ήλιου που ξεπρόβαλε ζεστός από τους ουρανοξύστες, τις πυραμίδες, τα ζιγκουράτ και τις παγόδες που περίμεναν μετά βαΐων και κλάδων την επιστροφή εκείνων των ξεχωριστών παιδιών.
Η Νηπιαγωγός τα αγκάλιασε και τα αποχαιρέτησε με φιλιά και αγάπη. Έβγαλε το φουστάνι και το μαύρο της τσεμπέρι και γυμνή ανέβηκε το φυτεμένο με ελιές μονοπάτι προς το σπίτι της. Ήθελε να προλάβει, εκείνο το ξεχωριστό πρωινό, τις εργασίες αποκατάστασης στα αετώματα του Ναού.

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Δεκατέσσερις διαφορετικοί κόσμοι ενώθηκαν σε ένα υπερφυσικό, φαντασιακό επίπεδο – εκεί όπου η σύγκρουση του Σύγχρονου Ανθρώπου με το Σύστημα είναι τόσο επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε και οι γέφυρες φθείρονται από την τριβή
με τον στυγνό ρεαλισμό. Άλλες ιστορίες παγιδεύουν τους ήρωές τους σε κόσμους-μινιατούρες, ενώ άλλες εκρήγνυνται με μια ολιστική γεύση από παγκοσμιοποίηση. Πόση ελκτική ισχύ χρειάζεται ένας ταπεινός μαγνήτης για να υπερνικήσει τη δύναμη του Πεπρωμένου και να διεισδύσει στην απόλυτη συνέπεια του Νόμου των Συμπτώσεων;

** *

«Αν και ετερόκλητες, οι αφηγήσεις αυτού του βιβλίου έχουν κάτι κοινό: βασίζονται λιγότερο σε όσα εντυπώνουν και περισσότερο σε όσα μας αφήνουν να φανταστούμε. Οι προεκτάσεις τους, εφιαλτικές και ονειρώδεις, μοιάζουν με το υπέροχα έντρομο δέρμα ενός μωρού, καθώς αγγίζει τα πρώτα αντικείμενα της ζωής του, ενώ ο συγγραφέας τους, δρομέας στη συνοριακή γραμμή που ενώνει την πεζογραφία με την ποίηση, μοιάζει με τη Νηπιαγωγό του διηγήματος, εκείνη που μαθαίνει στα ξεχωριστά παιδιά την Ιστορία μόνο και μόνο για να τα ξεπροβοδίσει εκτός αυτής – προς τα μέρη απ’ όπου τα ξεχωριστά παιδιά θα επιστρέφουν πάντοτε ξεχωριστά. “Εδώ, στον κόσμο μας”, φαίνεται να τους λέει, “ο παράδεισος δεν υπάρχει πια. Τον φάγαμε σε είδος. Εδώ υπάρχει μόνο το ζυμάρι”, τους λέει. Το ψωμί -οι κρυμμένες μας
δυνατότητες- βρίσκεται κάπου αλλού, και μας περιμένει».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΝΟΥΔΗΣ
Συγγραφέας

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΨΩΜΙ

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

“Η Καθημερινή” 21/1/2020

Ο Χρ. Τσιαήλης κατορθώνει να μας περάσει από το μύθο στο μέλλον

Επιλέγω να γράψω μια κριτική άποψη για το βιβλίο Ψωμί για πολλούς και διάφορους λόγους. Ο Χρίστος Τσιαήλης γράφει ανετότατα, σε άριστα ελληνικά, κι αυτό είναι μεγάλο κέρδος για τη γλώσσα. Δεύτερον διαλέγει θέματα πολύ μοντέρνα, παράξενα, ασυνήθιστα και όμως τόσο μέσα στην καθημερινή μας ζωή. Τρίτον αναλύει, διεισδύει στα θέματά του που δείχνει να τα κατέχει και στις λεπτομέρειές τους. Τέταρτον, το συμβολικό των νοημάτων είναι σημαντικό, αφήνει υπονοούμενα με ελάχιστες λέξεις, που επαναφέρουν στο πρόβλημα του τόπου μας, στα παγκόσμια προβλήματα, περισσότερο όμως ασχολείται σε πλάτος και βάθος με το μέγιστο θέμα της ελευθερίας του σύγχρονου ανθρώπου και των τρόπων αλλοτρίωσής του. Χαίρομαι. Αυτά για «ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ», το πρώτο διήγημα από το Ψωμί.

ΦΡΟΥΤΟ

Μέσα σε λίγες σελίδες ο συγγραφέας κατορθώνει να μας περάσει από το μύθο στην ιστορία και στη σύγχρονη πραγματικότητα κι ακόμα να μας μεταφέρει στο μέλλον μέσα από πρόσωπα στενά του, παιδικές μνήμες και επιστημονικές ση μάνσ εις. Γραφή αγωνιώδης, αγχωτική, φορέας σύγχρονων θεωριών και προβλημάτων.

Η ΣΙΔΗΡΟΓΡΟΘΙΑ

Η σύλληψη σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων βίας και ομαδικής παράκρουσης, η ζωντανή αφήγηση και περιγραφή, μια δυνατή γραφή, παρουσιάζει μπροστά μας σκηνές -όσο κι αν είναι φανταστικές- σαν πραγματικές. Το παρελθόν αποκαλύπτεται στο παρόν, ενώ η επιβολή της τάξης με ποικίλους τρόπους θέτει σε αυστηρά πλαίσια γραφή και ζωή.

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ

Ο Χρίστος Τσιαήλης γράφει παράξενα διηγήματα, άλλα με επιστημονική φαντασία, άλλα με ψυχολογικές αφορμίσεις ή και ψυχιατρικές σελίδες σχιζοφρένειας. Τα καταφέρνει όμως, γιατί θυμίζουν συνεχώς σελίδες της ζωής του τόπου μας ή σύγχρονα προβλήματα. Στη βάση τους βρίσκουμε το θέμα της ελευθερίας στις πολυποίκιλες μορφές της: απωθήσεις, απαγορεύσεις και επιπτώσεις τους, το συνειδητό και το ασυνείδητο. Όσος βρίσκεται ο αναγνώστης εκτός κλίματος του κειμένου, άλλος τόσος βρίσκεται εντός, άρα ο συγγραφέας του διανοίγει νέες προοπτικές και οδούς στη θέαση και εξήγηση του κόσμου και των ανθρώπων.

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΒΡΑΧΙΟΛΙ

Η σύγχρονη τρομοκρατία και η τυφλή υπακοή στην προστάζουσα αρχή που γίνεται μια υποσυνείδητη φωνή που αφαιρεί κάθε ελευθερία ή πρωτοβουλία από το πειθήνιο όργανο, η στενή παρακολούθηση του σύγχρονου ανθρώπου από μηχανικά γνωστά ή άγνωστα μέσα, ο σύγχρονος κόσμος της εμπορευματοποίησης του αθλητισμού και των σκευασμάτων ή αθλητικών ειδών μεθοδεύουν την ατμόσφαιρα με τόπο, χρόνο και ανθρώπους, ιδιαίτερα όμως τον γνωστό από προηγούμενα διηγήματα πρωταγωνιστή με το ξενικό όνομα και ύ ην έ κνομη δράση. Οι σπόνδυλοι την διηγημάτων αρθρούνται.

Ο ΠΙΘΟΣ, Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΙΘΟΣ

Η πνευματική πορεία ενός ανθρώπου που αρχίζει από το μύθο δίνεται μεταφορικά και ποιητικά σε μια αλληγορική γραφή, πλούσια και ρέουσα. Οι επιδράσεις του μύθου διαφόρων ειδών και προελεύσεων καθαίρονται διά της λογικής, όμως ο άνθρωπος στεγνώνει, στενεύει. Η παρακολούθηση της οδού προς τη συνείδηση με μοντέρνο τρόπο δεν ξενίζει, αντίθετα ωθεί προς το θαυμασμό προς τον λογοτέχνη που σκέφτεται και γράφει με ένα εντελώς πρωτότυπ΍ τρό πο, βαθύ και ξένο στο σύνηθες.

ΤΟ ΓΥΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΓΝΗΤΗ

Ο διηγηματογράφος υφαίνει την ιστορία του με πολλή φαντασία ανάμεικτη με την πραγματικότητα ή όπως λέει η τραγωδία «κατά το εικός». Μπορούν δηλαδή κάλλιστα να είναι πραγματικά όσα αναφέρονται, η τέχνη όμως τα τοποθετεί σε άλλη διάσταση, του μύθου που ξετυλίγεται στο άγνωστο για τον αναγνώστη. Καταστάσεις ανθρώπινες, οπτικές γωνίες πολλές, αλλαγές στα πρόσωπα που αφηγούνται, τέχνη και τεχνίτης ο Χρίστος Τσιαήλης. Η κινηματογραφική του ταινία εγγράφετ αι εντός μας.

ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΣΤΟ ΑΛΕΥΡΙ

Ο δάσκαλος και η τέχνη του δεν αφήνουν εύκολα τον συγγραφέα, όπως δεν του απολείπουν τα σύγχρονα προβλήματα της προσφυγιάς, της τρομοκρατίας, η αποξένωση από τις αρχές ή η προσπάθεια αποκατάστασής τους στο σύγχρονο κόσμο. Μεταφορικά, αλληγορικά, προσωποποιημένα, ο προβληματισμός κεντρίζει και οι θέσεις και αρχές του διηγηματογράφου προβάλλουν και προβάλλονται.

ΨΩΜΙ

Η αποξένωση του εργάτη από τα δημιουργήματά του, η παραγωγή και ο άγνωστος καταναλωτής, η δ ιδακ τορική εξουσία και η άγνοια των εξουσιαζομένων, η απαίτηση για αύξηση της παραγωγής με κάθε τρόπο, το αχόρταγο των ανθρώπων και η μετακίνηση πληθυσμών, η επανάληψη των ιδίων κινήσεων στη βιομηχανία, μια πληθώρα κοινωνικών προβλημάτων μπαίνουν στο περιθώριο μπροστά στο μεγάλο πόνο για το χαμό των ανθρώπων από τρομοκρατικές ενέργειες. Η αδυναμία του ανθρώπου να ελέγξει τον πόνο ή η βύθισή του σ’ αυτόν τον οδηγούν στην ψυχική κατάρρευση και στην εξουθένωση. Σημασία όμως έχει στο λογοτέχνημα το πώς χειρίζεται ο λογοτέχνης τον μύθο, πώύ παρ ασύρει τον αναγνώστη στη δίνη της ψυχής, οι τεχνικές της ενσυναίσθησης που μεταβάλλουν τον αναγνώστη από παρατηρητή σε ήρωα του διηγήματος καθώς συνειδητοποιεί και ανακαλύπτει τα ανεξερεύνητα βάθη.

ΤΟ ΦΙΛΤΡΟ

Δεν έχει σημασία ο μύθος, αν και πολύ πρωτότυπος, ένα πείραμα επιστημονικό, το αποτέλεσμα όμως του οποίου είναι το γράψιμο από μερικούς που έλαβαν μέρος σ’ αυτό, τόπος, χρόνος, η προσωπική γραφή, οι διαφορετικές προσωπικές γραφές, ένα πολυπρόσωπο άρα διήγημα, ποικίλης έκφρασης, που το δένει το κοινό πρόβλημα του θανάτου, όπως και με τα άλλα διηγήματα.

Είναι μερικοί συγγραφείς που αρχίζουν και τελειώνουν την πορεία τους συνεχίζοντας μια ομοιόμορφη γραμμή χωρίς πρόοδο ή οπισθοδρόμηση, είχαν εξαρχής τη σφραγίδα τους, ο Χρίστος Τσιαήλης όμως ανήκει στην κατηγορία των αενάως πειραματιζόμενων, των εφευρετών διαφόρων τύπων έκφρασης που εμπλουτίζουν όχι μόνο εαυτούς αλλά και τους μελετητές του έργου τους. Θέματα ποικίλα, κοινωνικά, επιστημονικά, τόσο καθημερινά αλλά και τόσο δυσπρόσιτα σε πολλούς, ο συγγραφέας τα χειρίζεται ως γνώστης πολλών, με εκφραστικούς τρόπους και γραφές ποικίλες, θαυμαστές, αυτά αποκόμισα από τη συλλογή διηγημάτων του Χρίστου Τσιαήλη Ψωμί.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙAΓΚΟΥ

FRACTAL 20/12/2017

Ρεαλιστικές ιστορίες με σουρεαλιστικές πινελιές

Ως αναγνώστης πάντα δείχνω προτίμηση σε διηγήματα παρά σε βιβλία, είτε λόγω χρονικής διάρκειας που χρειάζεται να το ολοκληρώσει κάποιος είτε επειδή ως διήγημα σου αφήνει ανοικτό το χώρο να ερμηνεύσεις καταστάσεις και εξελίξεις με την δική σου λογική. Και το Ψωμί έμοιαζε ιδανική επιλογή. Ρεαλιστικές ιστορίες γεμάτες σουρεαλιστικές πινελιές, οι οποίες έχουν μεταξύ τους μικρούς συνδετικούς ιστούς και προσπαθούν να σου δώσουν μεμονωμένες ιστορίες, οι οποίες ξεκινούν συνήθως στην μέση της ιστορίας και εσύ προσπαθείς να κατανοήσεις τον κόσμο που σε μπάζει μέσα ο συγγραφέας. Έτσι οι μικρές συνδέσεις από τα προηγούμενα κείμενα σου επιτρέπουν να έχεις μια καλύτερη εικόνα από τον κόσμο που θέλει να δώσει ο δημιουργός. Εξαιρετικό το ομώνυμο διήγημα Ψωμί, ευφάνταστο το Φρούτο και με ιδιαιτερότητες η Μαγιονέζα αλλά προσωπικά ξεχωρίζει στα μάτια μου Το Φίλτρο, το οποίο φαντάζει μεν το πιο ρεαλιστικό από όλα, αλλά βγάζει μια σπουδαία ιδιαιτερότητα για την άποψη του χρόνου και το πως την εκλαμβάνει κανείς.

Ένα στοιχείο που με κερδίζει επίσης ως αναγνώστη είναι ο εσωτερικός μονόλογος που βγάζει ένας χαρακτήρας, ο οποίος σε καθοδηγεί πάνω από όλα στην ιστορία αλλά μπορεί επίσης να σε αναγκάσει να μπεις για τα καλά στα παπούτσια του πρωταγωνιστή.

Πάντα βρίσκω πιο ενδιαφέρον το πρώτο πρόσωπο αν και σίγουρα το γεγονός ότι προσπαθεί με τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις να δώσει τις ιστορίες, πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο, δημιουργεί την απαραίτητη διαφορετικότητα για να μην κουράσει τον αναγνώστη με μια μορφή επανάληψης, η οποία φυσικά συνήθως είναι απαραίτητη αν θέλει να περάσει κάποιος ένα συγκεκριμένο μήνυμα ενώ υπάρχει και ένας ασταμάτητος καταιγισμός από ιδέες για το θέμα που διαπραγματεύεται, οι οποίες όμως στον αληθινό κόσμο μένουν στα χαρτιά.

Τέλος για το γεγονός ότι οι ιστορίες συνδέονται, με έκανε προσωπικά να θέλω την συνέχεια της ιστορίας για να ενώσω μικρά κομμάτια από τις πληροφορίες που έδινε σε επόμενα διηγήματα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *