ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Χ. ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος γεννήθηκε στην Ελευσίνα το 1965. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και Ιστορία και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο ΕΚΠΑ. Ποιήματά του και πεζά έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα [Πολιτιστική (1984, 1985), Ρεύματα (1992), Οροπέδιο (2018)] καθώς και σε διαδικτυακά περιοδικά (bibliotheque, Ποιείν, Bακχικόν, Στάχτες, Περί Ου,) στον τόμο “Η τέχνη του Γράφειν” (Καστανιώτης – 1993), στους συλλογικούς τόμους της διαδικτυακής ομάδας CRAFT (“CRAFTBOOK I” (Γαβριηλίδης – 2013), “CRAFTBOOK II – Ετερότητα” (μικρές εκδόσεις – 2015), στις ανθολογίες “DiPgeneration” (Θράκα – 2016, Μανδραγόρας – 2018). Κείμενά του στοιχειοθέτησαν την παράσταση των Αισχυλείων 2017, Επιτάφιος εν Ελευσίνι, σε σκηνοθεσία Χρήστου Δήμα με τη συμμετοχή της Λαϊκής Ορχήστρας Μίκης Θεοδωράκης. Στη συνέχεια εκδόθηκαν υπό την αιγίδα του Π.Α.Κ.Π.Π.Α. Ελευσίνας, στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της πρωτοβουλίας Ελευσίνα 2021 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, μαζί με την ομώνυμη ποιητική συλλογή (μικρές εκδόσεις – 2018) και το DVD της παράστασης. Υπήρξε -για μεγάλο χρονικό διάστημα- συγγραφέας βιβλίων Φυσικής στις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα και Έναστρον. Εργάζεται ως καθηγητής Φυσικής σε φροντιστήρια. Διατηρεί το ιστολόγιο: Έλευσις, ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Η τέχνη του Γράφειν» (συλλογικό) εκδ. Καστανιωτη — 1993
CRAFTBOOK 1 (συλλογικό) εκδ. Γαβριηλίδης — 2013
CRAFTBOOK II – ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ (συλλογικό) εκδ. μικρές εκδόσεις— 2015
Επιτάφιος εν Ελευσίνι — ποιήματα εκδ. μικρές εκδόσεις — 2018
Οι Πόλεις το Χειμώνα — μικροκείμενα και διηγήματα εκδ. Εναστρον — 2018
Θησαυροί της Άμμου — ποίηση της ελληνικής κρίσης (συλλογικό — δίγλωσσο) εκδ. ΑΩ- 2019
Επιτάφιος εν Ελευσίνι — ποιήματα εκδ. Εναστρον— 2020 (2′ έκδοση)
Ενύπνια τα μεθεόρτια, ποιήματα εκδ. Εναστρον— 2020

.

ΕΝΥΠΝΙΑ ΤΑ ΜΕΘΕΟΡΤΙΑ (2020)

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

– Άντε να φτάνουμε στο σπίτι,
λέω
και το ρέγομαι
έτσι όπως φεύγει από τα πόδια μου
κι υψώνεται
τον ήλιο περιμένοντας
να δύσει
για να κατοικηθεί
– Σπίτι δεν έχω,
μου απαντάς,
το πήραν τα πουλιά
και κείται τώρα
εξόριστο
στ’ αυγά τους·
αν θα ξαναπετάξει
είναι ένα θέμα
φυσικής επιλογής.

Η ΣΙΩΠΗ

Έπειτα ήρθε μια σιωπή
και κρατούσε
τα σύννεφα
και κρατούσε
τους ανθρώπους που γεννούσε
το σπίτι
εκείνοι ντύνονταν
τον χρόνο
που δεν ήταν ελεύθερος
και κολυμπούσαν
προς το ξακουστό φαΐ
που φτιαχνόταν δίχως
κορίτσια
άλλοτε το κοιτούσαν να βράζει
άλλοτε εκεί οι ίδιοι
έβραζαν·
μόνο όταν φούσκωνε,
στεκόταν στο πλάι
κι έκλαιγε μοναχό του·
έτσι έχανε το αλάτι του·
μα εγώ όλο πρόσθετα
με ένα μαχαίρι
ή έσπαγα τα βότσαλα
να δω
αν είναι αυγά
ή δοκίμαζα με τα δόντια τους γλάρους
που εξέρχονταν από τις σπηλιές δίχως εξάρτυση
μόνο με σπασμένα νύχια
και τις χάρτινες λεηλατημένες καρδιές
από τις καρτ ποστάλ
της Αμβέρσας

τίποτα δεν ακούω·
Θα μπορούσα να πεθάνω εδώ μέσα
και να αφήσω το νέο
να διαδοθεί.

ΤΑ ΝΑΥΛΑ

Σαφάρι πήγαμε
ένας βουβός σαμάνος
μας κυνηγούσε όλη τη νύχτα

πήρε τα μάτια μας

μια κοκκινοσκουφίτσα
πηγαινοερχόταν
και καθάριζε

έβγαινε στη βεράντα
έκλαιγε λίγο
μετά επέστρεφε

— από ’δώ όλο φεύγουν τα αποδημητικά
με τις βαλίτσες τους,
λέει

— τα ναύλα σας
να τα φοράτε μες στις κόγχες
αντί για μάτια

έπειτα μας ξεσκόνισε
και μας φίλησε στο μέτωπο

πάνω απ’ το τζάκι
κοιτούσε αμήχανη
ταριχευμένη
η κεφαλή του ποιητή.

ΤΑΡΙΧΕΥΣΗ

Το πρωί,
σβούρισμα στο χοντρό αλάτι και στη σόδα,
μια στη ρίμα, μια στη λίμα,
το κούφιο πτηνό
βαλσαμώθηκε στην αμμωνία,
ως βαθιά στις κοιλότητες,
ο χρόνος διόδιο πέρα δώθε το πήγαινε
αλλά το εγχείρημα επέτυχε.
Οι ταριχευτός, στο γερτό αναλόγιο,
διάβαζαν ίαμβους
με βυζαντινά μετρήματα,
ενώ ένας τζουράς μακρυμάνικος,
γουργούριζε στο νερό·
μ’ ένα ραβδί ένας ένας,
τσάκιζαν τα φτερά στον κάλαμο
κι αν κάποιο τραγουδούσε,
το έπνιγαν με πιπέρι·
κανείς δεν πρόσεχε τον γέροντα γαμπρό,
που έσερνε – στον διάδρομο – τους ζάλους δίχως νύφη.
Μετά έκοψαν την τούρτα,
σκούπισαν τα πούπουλα,
έπλυναν τα ρετσίνια και την πίσσα
κι απέμειναν κατάκοποι να τον κοιτούν που κατέβαινε
αργά στο συχώριο του,
ευθυτενής,
πάντα άρχοντας,
με το πουλί στην αγκαλιά
κι ένα λευκό κρινάκι στο πέτο.

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ

Ε ρε σας λέω
αφήστε με
έτσι διάφανο
κι ας μοιάζω
στο σαμιαμίδι του σπιτιού
τοιχόσαυρα
που από τη ζήλια της
κελάηδησε
– να οι φλέβες που ψάχνατε γιατροί –
να το κορμί
που ο Λεονάρντο
ηράσθη
εδώ καπνίζουν
όσα κορίτσια μ’ ερωτεύτηκαν
που στον κόλπο τους με κλείδωσαν
με τα μάτια
ή με τα δόντια
ένα φαγιούμ από αμύγδαλο και στάχτη
κι αυτό το ποίημα
– όσο τα μέτρα του
υπολείπονται –
θα γίνεται
φωλιά
της σφήκας
μα αιώνια θα αποτυγχάνει
να αντιληφθεί
το βούισμα
πριν την επίθεση
ενόσω εκείνες θα τεντώνονται
έτοιμες να φτερουγίσουν
απ’ του κορμιού τους
το νεκύδαλλο.

ΚΟΡΙΤΣΙ ΗΝΙΟΧΟΣ

Έφυγε το κορίτσι ηνίοχος
και μες στα σύννεφα
– όπου πάντα βρέχει –
ο νεφεληγερέτης της
ταΐζεται
μια μπάλα σάλιο αλμυρό

και μες στου θέρους το ανδράποδο
– κάπαρη που μύριζε ο σβέρκος
και τα σφιχτά σφυρά της –
μια δαγκωνιά από σκυλί απλώνεται

εκεί που άνοιγε με το μάτι της
την άνοιξη
κι από τον αφαλό της
έσταζε
ένα μέλι μαύρο
έχει ακουμπήσει
τα αχνιστά πιστόλια της

μα αυτό το σπίτι που τη δέχτηκε στη χάση του
βγάζει τα ρούχα του
και μεγαλώνει
με την ήβη του σβηστή

χέρια θηλές κι όσα ποτάμια σκίσαμε
σαν δυο μεσήλικες
κανό καγιάκ
ο μαλακός Αχέροντας
ξεφτιλισμένος

μόνο βουβά και σαν να κλαίει
στους μεσότοιχους
έκτοτε πάλλεται
κάποιος οργασμός της·
μια αδιόρατη μα επίμονη
κολπική μαρμαρυγή._

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Κι έτσι οι απορημένοι φθόγγοι του βάλτου
πήραν κορμί
ψυχοσάββατο διανύοντας
με την πόρπη γυαλισμένη ως επιλόχεια θλίψη
και η απαίτηση του χρόνου να προΐσταται
έγινε νομοθέτημα
στα χέρια πέντε δέκα
ανίδεων μυσταγωγών
ή τέλος πάντων
ημιμαθών εγγαστρίμυθων
– που κατηύθυναν τη φωνή
σε έναν χώρο
όπισθεν του παγκρέατος –
και οι μεσσιανικές βεγγέρες
έπαψαν με τα προξενιά
ιδρωμένη η νύφη άλλωστε
κι ο γαμβρός πρώην Χίτης
ένας φίκος θεριό
με κορμό μαστίγιο
απεκαύλιζε το προύχον της εμβολής (κατά Θουκυδίδη)
και στη νύχτα αστράφτανε
μεμιάς όλες οι μαγνητικές εγκεφάλου·
νύχτα σαν μέρα το λοιπόν
(αν όχι μια ακόμη απλή πανσέληνος.)

ΕΣΥ ΗΣΟΥΝ ΠΑΝΤΑ ΠΟΙΗΤΗΣ

Α, πάνω που λες: — μεγάλωσα πια
δε θα ξανανταμώσω Αρχάγγελους
τότε είναι που συνωστίζονται στη σκάλα
ανεβαίνοντας,
τα νυχτοπατήματά τους σαν τα περίπολα εφοδευόντων,
κι από τη σκόνη τους
να πυκνώνει ο χρόνος και να πλημμυρίζει τα όνειρα
ούτε που μετράω πια,
πόσες αρχές της φυσικής παραβιάζονται
κάτι τέτοια εξηγούσα χθες στον παλαιό συνάδελφο
Νίκο Αργυράκη, χημικό,
ενώ ίσιωνε το μουστάκι του
χαϊδεύοντας από κάτω το ευγενικό χαμόγελο,
έπαιρνε σειρά για την ανηφόρα,
κι εγώ έκανα πως δεν έβλεπα
πλάτη τον πατέρα μου,
που σκάλιζε τους σχιστόλιθους με ένα κουμαρόξυλο
σαν γύριζε,
έβλεπα του έλειπαν από μπροστά δυο νεογιλά,
κι οι τιράντες του χιάζονταν
σαν χελιδονοουρές,
κι ο Νίκος μου έλεγε:
— εσύ, ήσουν πάντα ποιητής
ακόμη κι όταν δεν υπήρχε η ποίηση, 
κι έσβηνε ένα τσιγάρο στην κουπαστή
και τα κίτρινα δάχτυλά του
τραύλιζαν στην ανάμνηση των θειούχων και της νικοτίνης.

— εσύ ήσουν πάντα ποιητής
— όμως εμείς σου λέω
είμαστε, καιρό τώρα, πεθαμένοι.

ΣΑΣ ΧΑΙΡΕΤΩ ΚΑΙ ΣΑΣ ΚΟΥΡΔΙΖΩ

Ξέρω τι σας άφησε ανέπαφους
στα χρόνια αυτά
που ζήσαμε και ζούμε

εσάς
φωτογραφίες νεκρών
ηθοποιών
που είχατε κάποτε
ερωτευτεί τα σύννεφα

με ονόματα όπως
Ανέστης, Βερονίκη,
Πενθεσίλεια, Κοσμάς

μόλις γδυθήκατε
αμέσως φανήκατε
απ’ τα πλευρά σας
κι εσείς
και οι γενιές σας

γενιές ολόκληρες
δαιμονικών ευνούχων
που παρέδιδαν
τη χερουβική τους υπόσταση
για ένα ξεροκόμματο·

(στην άκρια, μακριά
έναν ζυμωμένο κόκκο αέρα
κρατούσατε
που ακόμη συστρεφόταν
γεμάτος υποσχέσεις)

οι άνθρωποι υπήρξαμε
τα δόντια του Κτήνους

μα μες στα δόντια ήταν
που άνθιζε το μαλακό ψωμί
της Κυριακής
κι εκεί ψηνόταν
όσο περνούσε η νύχτα πάνω απ’ τα ρούχα κοροϊδεύοντας
σαν το μετάξι που χαϊδεύεται
απ’ τις πέτρες.

Αυτό να ξέρετε τουλάχιστον:

δεν προκύπτει κατ’ ευχήν
η έρημη η ποίηση

Για μιαν, ακόμη, φορά

Σας χαιρετώ
και σας
Κουρδίζω!

ΕΝΥΠΝΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Βαθύ θέρος
το ζωντανό διάζωμα
που ξεχώριζε
τα ζώα στα παχνιά τους
αχνίζει·
άλλα χρόνια τότε,
φέρναμε νερό στα χέρια
μεγαλώναμε κάτω από τις ελιές
βαραίναμε μπροστά
όχι στα καπούλια
και λέγαμε
του χρόνου του ορφανού
αδέρφι του είναι ο θάνατος·
κι όσοι ακόμα βασανίζονταν
έδερναν έπειτα την κυρά τους
από αγάπη
λες κι ήταν αμαρτία το φύλο
κι όχι η σκατοψυχιά
δεν ημπορεί να σκληρύνει κι άλλο η ποίηση
για να τους χωρέσει
καθένας με το τομάρι του
να έρχεται να μεταλαβαίνει
και συγχώρεση
– αν είναι να λάβει –
να λαβαίνει από τα αποθαμένα του.

.

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΝ ΕΛΕΥΣΙΝΙ  (2020 )

Πεζά κείμενα και ποιήματα για την Ελευσίνα
με αφορμή τον Επιτάφιο του Μίκη Θεοδωράκη 
(β’ έκδοση)

Α’ ΜΕΡΟΣ – ΤΑ ΠΕΖΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ένας τόπος κι ένας άλλος τόπος, ο τόπος
που φτάνουμε, λέω, κι έχω στον νου μου την ψυχή της μάνας μου,
έτσι που αγωνίζεται να σκίσει τη λήθη τηγανίζοντας, σε τούτο
το τρύπιο σπίτι που ήταν σπίτι μας. Σιωπηλοί – εμείς, οι άνδρες –
ασβεστώνουμε τις λεμονιές και δένουμε το αρνί στη σούβλα του, σφιχτά, σαν
ένα ιστίο στην καταιγίδα. Κι όμως, σιγούσανε τα σήμαντρα, ακόμη κι εκείνη η
ρυθμική κλαγγή της Μεγάλης Παρασκευής σιγούσε επίσης, όσο αλυχτούσε
ολονυχτίς έξω απ’ την πόρτα μας ο ποταπός χουχουριστής.

μέρα μαγιού

ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ Η ΑΝΟΙΞΗ με βαριά καρδιά: των νεαρών
μίσχων η γλύκα και το πράσινο, το χρώμα μιας φυλακής ή μιας
θάλασσας κι η ρόδα της Ανάστασης που άναβε από μέσα. Όσες
πομπές βαδίσαμε αργά προς το κοιμητήριο του χειμώνα κι ένα
χρονικό χελιδόνι στης αποθήκης τη χελιδονοφωλιά. Εκείνη που
ήρθε προς το τέλος να μας διδάξει ξανά την αρχή, κι όλοι την
κοιτούσαμε δακρυσμένοι, τα διάφανα χέρια των νεκρών μας
επαλληλίζοντας.

ήσουν καλός

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ

ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΙΑ δεν μου κουβεντιάζει στα δωματιάκια του
Ιατρικού που βρισκόμαστε στα όνειρα. Είναι νωρίς το πρωί
κι ενώ αγωνίζομαι να παρκάρω, πάντα, μόλις φτάνω, τελειώνει
το φάρμακο και του βγάζουν τη φλέβα. Κι ενώ η εικόνα του
βουβή αποτραβιέται σαν νερό προς το πηγάδι της λήθης, εκείνο
μου λείπει περισσότερο: η δύναμη στα πνευμόνια του που
ξεκούφαινε τη μάνα μου, όταν τον άκουγε να σφυρίζει στον ύπνο
της, μήνες μετά που άλλαξε το σώμα του κι έγινε για πάντα
η φωτογραφία από κάποια βάφτιση στο κέντρο Ποσειδώνας
Μεγάρων.

ένα δειλινό

ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΑΙ την ουσία μου μακριά από την οργανική
ύλη, σαν μια σκιά που ανθεί μέσα στον χρόνο, σαν έναν
περιηγητή δίχως το σάρκινο δοχείο του. Εκεί συναντώ το παλιό
νεκροταφείο, τους τάφους των επτά επί Θήβας, τις αισχυλικές
σκιές και την Άλω του Τριπτόλεμου. Ο – δια μελιχρών ύμνων
και ασμάτων λαμπρύνων – γέροντας με περιμένει στην πόλη.
Καθαρίζει τα οστά γονατιστός και τα ξεπλένει με κρασί.
Ταυτόχρονα δυο χελιδόνια με αδαμάντινες ουρές αφαλοκόπτουν
τους χαρταετούς που υπερίπτανται πάνω απ’ το νταμάρι. Οι
ξυραφιές ακριβείς, σαν λάκτισμα με χαμηλή σπάθη, απαριθμούν
τις οδηγίες των σκιών. Στις παρυφές της συνείδησης, μικρά
δεκάχρονα προσφυγόπουλα, που δεν κατάφεραν να αποδημήσουν
αξιοπρεπώς, νιαουρίζουν με παράπονο κάτω από τις
ταφόπλακες (για να συγκινήσουν τις κυρίες των φιλοζωικών).
Η Περσεφόνη τα παίρνει από το χέρι και τα οδηγεί στη σπηλιά,
λες και βαδίζει αντιεντροπικά προς τη μήτρα της μάνας της. Η
γη της Δήμητρας τα αγκαλιάζει και τα κοιμίζει τρυφερά σαν
δικά της παιδιά ούτως ή άλλως.

κοιμήσου αγγελούδι μου

ΔΥΣΚΟΛΗ ΝΥΧΤΑ με ζέστη, με ενύπνια και βροχές,
πάλευα να σε δω στον ύπνο μου μα όλο γλίστραγες. Ξύπνησα
μόλις σε αγκάλιασα κι είδα που έγινες αέρας και το χέρι μου
πάγωσε. Από την αυλή φαίνονταν τα τέσσερα φουγάρα της
Χαλυβουργικής να γυαλίζουν σαν ιωνικές κολόνες. Σκέφτηκα, ό,τι
κι αν συμβαίνει, κάποια πράγματα θα παραμένουν άγια των
άγιων: η ιερότητά τους θα είναι αδιαμφισβήτητη, ο χρόνος
συναυτουργός θα τα συνομολογεί. Αυτή η πόλη παραμένει στους
αιώνες ένας ναός της Γης και της Ανάστασης. Κι ας φυτρώνουν
αγκάθια κι ασφόδελοι στο Θυσιαστήριο. Κι ας είναι ο πρόναός
του φτιαγμένος με φουγάρα. Μετά σε ένιωσα που χάιδευες τον
ώμο μου, το χέρι μου ζεστάθηκε κι άρχισες -εκ νέου- να
πυκνώνεις. Σαν να ήσουν ακόμη ζωντανή.

όμορφη πόλη

ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ που λειαίνεται τα Σάββατα -με
ελάχιστα φράγκα μα πολλές δαγκωνιές- το παλιό μας σκοτάδι
εξηγείται: είναι ένα πηγάδι αδρανούς φωτός, που βαθαίνει
ακυβέρνητο. Γενναίε Ακρίτα των ενδογενών μου συνόρων,
για πότε μεγάλωσες; Πώς και δεν είσαι ακόμη ένα νήπιο με
βρεγμένα καλτσάκια, απόδετο, που στο αρχαίο νεκροταφείο
της Λειψίνας καθέλκυε, σαν μπαλόνι ξεφούσκωτο, του χρόνου
τη λάσπη; Στα οστά που σιωπούν ο ήλιος ψιθυρίζει ένα γοερό
καλωσόρισμα κι ακόμη διακρίνονται τα αναθήματα από όπου
νέοι άνθρωποι εκβλαστάνουν. Καθώς η ζωή εξοντώνεται, μια
μυωπική εικόνα από ενδεχόμενα μέλλοντα εστιάζει. Σε αυτές
τις ίδιες στάχτες θα συνεχίσεις να γερνάς και να ανθίζεις.

δόξα τω Θεώ

.

Β’ ΜΕΡΟΣ – ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΣΤΗ ΔΥΣΗ

Κοντά στη δύση μας
τελεσιουργεί
η χρωματική μας παλέτα:
η συλλογή με τις προτομές όπως φωτίζεται άνωθεν,
αγνοώντας τα μάτια,
και τα αντίστοιχα βιβλία με τις παραπομπές.
Η χειραγώγηση των σκιών
στον κηπαίο λαβύρινθο
—είτε των δικών μας,
είτε των κοριτσιών που επισκέπτονταν—
και η αποθήκευση της αμετάκλητης λάμψης,
όταν χτυπούσε στο κράσπεδο
εκείνο το λευκό περιστέρι.
Ένα μικρό σύννεφο,
που φορούσε εργατική σαλοπέτα,
κι έγινε με τα χρόνια
ένα Σύννεφο με Παντελόνια.
Τα ελάχιστα ταξίμια τού Τούντα,
που ανέπτυσσε στη βεράντα του
ο Σωτήρης Καλυμνάκης.
Κι η συντριπτική ερώτηση έξω απ’ τις τουαλέτες τού Αττικού:
– Μάνα, χτύπησες;
Έπειτα ένας ψίθυρος,
συνήθως πολυπρισματικός,
κι ο τοίχος που εμπόδιζε όλα τα όνειρα
τα επόμενα χρόνια.
Και που οι πάντες επιθυμούσαν να παγώσει εκεί,
στη δύση του,
να ταξιδερμηθούν τα χρώματα
σωστά
στη φορμόλη τους.
Μόνο το αίμα
-που δέεται το κόκκινο-
περίμενε πως και πως
τη νύχτα να το μαυρίσει.

21/10/2017

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ

Με λόγια δεν διαβάζονται τα όνειρα:
η επέλαση των τρωκτικών στο κόκκινο χώμα,
μα οσμή φωσφόρου
που καιγόταν σαν εφημερίδα,
το χέρι του που αναζητούσε στήριγμα
για να ανεβεί τα σκαλιά
κι η νύχτα του σεισμού
σαν έσβησαν τα φώτα,
ή ένας μαΐστρος που μας δίδασκε μια ηχηρή περιοδικότητα,
ενόσω μάς μασούσε τα μαλλιά
-στην αγκαλιά μου που κρυβόσουν-
πάνω στο κάστρο.
Όλα θεόκλειστα σε έναν μαύρο τόπο
που πάει κι έρχεται σαν βάρκα
με το νυχτερινό το κύμα,
μα ουδέποτε μας βρέχει
και τίποτα δεν ερμηνεύεται
με τον φθαρμένο ονειροκρίτη της μάνας μου,
που έλεγε στο λήμμα “άσπρο άλογο”:
– Μεγάλη λαχτάρα θα σε βρει.

25/07/2017

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ

Όλο και πιο σπάνια
συναντιέμαι με
λέξεις που ματώνουν,
με τη σάρκα ενός βράχου την άνοιξη,
ή με κάποιους ανθρώπους που σβήνουν άηχα, όπως υπήρξαν
απέραντες θάλασσες
δίχως παφλασμό.
Έτσι, λέω,
ματώνουν κι οι λέξεις όταν
αντηχούν
τις πόλεις που παγώνουν στον χρόνο αγιάτρευτες,
το χειμωνιάτικο Ντιτρόιτ,
την Πάδουα των αποδημητικών,
το γυάλινο Πλόβντιβ
με τη σκόνη των εραστών που
κρατιούνται από τα ρείθρα με σχοινιά να μην απογειωθούν
ή με τη βαριά κύφωση της μάνας μου,
που έρχεται στα όνειρα στητή
να μου πει πως έγιανε·
με κάτι τέτοια αλλάζουν οι συμπαγείς ζωές
προς μια θαμπή εικόνα ιστορίας,
μ’ έναν ιστό με πάχνη που λαμπυρίζει στο φως
ή με την πολύ πιο πικρή χωρική νηνεμία
μιας μέρας που πέρασε σαν ίσκιος και πάει.

24/06/2017

ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Ρωτώ το σπίτι, όταν το βρίσκω κατά τύχη,
στο Παρίσι του Ντεσνός:
– Πώς τα περνάς; και πώς σου φαίνονται οι καινούριοι;
Τι να μου πει;
παραμερίζει να δω το κοριτσάκι
δωμάτιο το δωμάτιο
που κυνηγά τις νυχτερίδες,
τις φωλιές στο σαλόνι που γεννάνε τα ξυράφια,
ένα φως που ακολουθεί τα αδέσποτα,
μα σβήνει μόλις σκοτεινιάζει·
και τη μάνα μου
κουτσαίνοντας
που νταγιαντίζει
των ξένων ανθρώπων
τον θάνατο.

13/05/2017

Η ΑΙΧΜΗ ΤΩΝ ΦΩΝΗΕΝΤΩΝ

Δεν είναι ποτέ
ούτε μόνο χωρική ούτε μόνο χρονική
μια διάσταση αθωότητας
που μας βγάζει κάποτε τη γλώσσα
και καταπίνει τα φωνήεντα
σαν λαίμαργος
μυρμηγκοφάγος.
Εκτός χρόνου θυμάμαι ενίοτε
και τους λαρυγγισμούς
του Παναγιώτη Φαρμάκη,
σαν μοιραζόταν με τον πατέρα μου
πάνω στη μάντρα μας
μια μπίρα·
δεν καταλάβαινα τις λέξεις,
μήτε πώς από το κεφάλι του
αναδυόταν ένα μαντήλι
σαν τριγωνικό πανί
κι απ’ το αμπέχονο εξείχε πάντα
μια μαργαρίτα
μέσα από έναν άδειο τελαμώνα·
το πώς έμοιαζε τόσο με τον Όσιο Λουκά
και γιατί κάτι γατόνια της γειτονιάς
νιαούριζαν
ακούγοντάς τον
εκστασιασμένα·
το πώς ο πατέρας
συγκατένευε
-από πού κι ως πού;-
σε όλη
αυτή τη θλίψη·
και, τέλος πάντων,
τι ήθελε να πει
με τα μάτια του,
που έκλαιγαν πάντα δίχως δάκρυα,
και σε ποια γλωσσά;
Δεν είχα ακόμη καταλάβει
πως στην αιχμή των φωνηέντων
οχυρώνεται πάντα
ένα ποίημα,
που πασχίζει να γραφτεί
ανεξάρτητα απ’ τη γλώσσα του.

20/02/2018

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ

Θα ζητιανέψουμε κάποτε
απ’ τα παιδιά μας περιεχόμενο-
θα ’ναι χειμώνας και το κορμί μας
θα έχει γίνει πια μια φορεσιά-
μ’ αυτή θα μπαινοβγαίνουμε στα όνειρα
και θα γεμίζουμε τις τσέπες τους
με καραμέλες
και μελαγχολικά φαντάσματα.
– Καλώς σας βρήκα, θα τους λέμε,
– Πώς και χορτάσατε ζωή
σε τόσο νεαρή ηλικία;
Κι όλο θα σκοντάφτουμε σε μπιμπερό,
στις βόλτες στα πάρκα με λιακάδα,
στο πρώτο τους κινητό·
ή σ’ όλα αυτά τα “πρώτα”
που δεν θα μάθουμε ποτέ.
Γύρω μας η θάλασσα θα κοιμίζει
και τους ανθρώπους και τα ψάρια της
μ’ ένα αντιμάμαλο νωθρό και σκόρπιο
σαν στίξη ηπατική·
μα εκείνα θα πετούν ελεύθερα
και συμπαγή
εκτός του πλου μας,
ένα σμήνος ψαρόνια σε σχηματισμό
δακρυόσχημης ατράκτου·
και τα ταξίδια τους θα είναι οι μάρτυρες
του χρόνου που μας γδέρνει·
όλες οι ξυραφιές τους
θα φέγγουν ανεξίτηλες στο φτέρωμα,
σαν ένα Ημερολόγιο Καταστρώματος
που γράφεται μ’ αυτόματη γραφή·
σχολικές γιορτές
και παιδικά γενέθλια με τον κλόουν Πίπη·
ένα αναμμένο μάγουλο που άχνιζε αλάτι
ή όλα τα ιώδη σάρκινα άνθη
που -ως εδώ- δεν κορφολογήθηκαν
τίποτα δεν θα παραλείπεται
δίχως κανένα έλεος·
διότι η λήθη
είναι ένα πρόβατο
που βυζαίνει μ’ αφοσίωση
τη μάνα λύκαινα
που το κατασπαράζει.

19/06/2018

ΑΝΑΣΚΕΛΑ

Είναι ένα διάβημα οι φτελιές
αδιαμφισβήτητο, σου λέω,
μια δήλωση ευφυΐας.
Δες πώς σκιάζουν τα καθέκαστα:
Στην Αθήνα των γκρεμνών,
κι ενόσω οι γέροντες
κοιμίζονται με
άσφαιρα λαντόζ,
ένα χέρι τους τσιμπάει μουλωχτά
ή τους μπουνίζει·
τρίβουν οι άμοιροι την τσιμπιά που τσούζει,
μα δεν υπάρχει αξιοπρέπεια στη ζητιανιά,
εντέλει κλαίνε.
Κλαίνε με ένα γρέζι
σαν στρουθιά του χιονιού.
Βλέπω και τη μάνα μου που λέει
«πρόλαβα και πέθανα»,
μα εγώ ακόμα στοιχειώνομαι
από το τελευταίο της όνειρο·
εκείνο με το σμήνος των χελιδονιών
που έμπαινε στο κάδρο
πετώντας ανάσκελα.

23/04/2018

ΤΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Εδώ σε τούτο το συρτάρι φυτρώνουν τα ποιήματα
άλλοτε είναι γέροντες
που μασουλάνε με τα στραβοχυμένα
-από το ΙΚΑ- μασελάκια τους
τα πάντα όσα αντενδείκνυνται στον διαβήτη,
καραμέλες βουτύρου, ζελεδάκια,
ένα ώριμο δαμάσκηνο,
τα μάτια τους είναι μονίμως υγρά
και τρέμουν τον χρόνο·
άλλοτε μυρωδάτοι έφηβοι,
κούροι και κόρες,
με συμπαγή μπούτια κι αρχαϊκό χαμόγελο,
απλώνουν τα ολοκαίνουρια φτερά τους
αγέρωχοι στα όνειρα,
κι όταν αγκαλιάζονται
ο χρόνος τους τρέμει·
άλλοτε εμείς οι ίδιοι,
που ανασαίνουμε βαρύτερα,
κοιμόμαστε λιγότερο,
μουδιάζουμε περισσότερο
από πέρσι
(κι ας ερωτευόμαστε το ίδιο).
Αδιάφορο στέκει πάνω απ’ όλα αυτά το φεγγάρι.
Κάθε ποίημα
πρέπει να έχει κι ένα τέτοιο.

16/07/2017

.

ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ (2018)

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

[Κι ήρθε μια ξένη
γραία
όσο κοιμόμουν
και το κορμί της ήταν ένα χράμι
τραχύ
βαρύ
κι απέραντο
με πλάκωσε.
– μα μην το ρίχνεις έτσι δίχως σεντόνια, μου λέει
θα γδαρθείς
ή
– ντύσου λίγο με το νερό του ποταμού
κι έλα να γλιστρήσεις
σε χωράω μέσα μου
βρε ταύρε μινωικέ
σε χωράω μινώταυρε.
ξυπνάω,
κι είμαι μες στα αίματα
κι όσους περίμενα να δω
κατάλαβα.
ήσαν πεθαμένοι]
(Ενύπνια τα μεθεόρτια)

H ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

“The rest of my days I’m going to spend on the sea.
And when I die, I’m going to die on the sea. You know what I
shall die of? I shall die of eating an unwashed grape.
One day out on the ocean I will die – with my hand in the hand of
some nice looking ship’s doctor, a very young one
with a small blond moustache and a big silver watch.
«Poor lady» they’ll say,
«The quinine did her no good. That unwashed grape has
transported her soul to heaven.”
– Blanche Dubois
– Tennessee Williams, A Streetcar Named Desire

    Μια ηλικιωμένη ηθοποιός δέχθηκε ένα τηλεφώνημα
από τον διευθυντή της κρατικής σκηνής, για να υποδυθεί
μια νεκρή ποιήτρια μέσα σε ένα φέρετρο. Ενώ επιφυλάχτηκε
ευγενικά – προς ώρας – για την απάντηση, σκεφτόταν
αυτά: ‘‘να υποκρίνεσαι ρόλους σε όλη σου τη ζωή είναι
αυτό ακριβώς, μια στάση ζωής και όχι βέβαια μια στάση
θανάτου, που όμως – από την άλλη – είναι εξ ορισμού
δεμένος με τη ζωή, ως τέλος και φυσική συνέπεια. Γιατί θα
έπρεπε λοιπόν να αρνηθεί; ’’Προσπάθησε να οπτικοποιήσει
τη σκηνή, όχι δύσκολα είναι η αλήθεια (και τη μάνα της
σκεφτόταν νεκρή, και μια φίλη αδερφική, που είχε χάσει
πρόσφατα από την επάρατο), όμως τα συναισθήματα που
ανακαλούσε – συντριβή, ίλιγγο, μια τρύπα στο στομάχι,
έναν ατέρμονα θυμό – ήταν των συγγενών και φίλων και
όχι των νεκρών (πώς θα μπορούσε άλλωστε να έχουν οι
νεκροί συναισθήματα;). Επομένως δεν υπήρχε κάτι να
υποδυθεί ή μάλλον υπήρχε· έπρεπε να παραστήσει το ξύλο,
το ύφασμα, τα (κομμένα) λουλούδια, τα αντικείμενα,
δηλαδή τη νεκρή φύση.
    ‘‘Θα δεχόμουν μόνο αν ήμουν πεπεισμένη – εκ των
προτέρων – ότι η ύπαρξη εκτείνεται πέραν τούτου του
ορίου, ότι υπάρχει – τρόπον τινά – ζωή μετά’’, αποφάνθηκε.
‘‘Να ’χω στο νου μου ότι, μόλις πέσει η αυλαία
θα σηκωθώ και θα βαδίσω ξανά!’’ Μίλησε στην αρχή με
τον πνευματικό της – παλιό της φίλο από τη Σχολή τού
Κουν’, που με τα χρόνια ακολούθησε έναν πολύ διαφορετικό
δρόμο – που τη διαβεβαίωσε γι’ αυτό πέραν κάθε
αμφιβολίας (άλλωστε δίχως τούτη την υπόσχεση ποιο
θα ήταν το νόημα μιας οποιασδήποτε θρησκείας έναντι
ενός ενεργού ουμανισμού;) Μίλησε έπειτα με τον γιατρό
της, έναν ικανό ρευματολόγο με τον οποίον ήταν συμμαθητές
από το γυμνάσιο. Της είπε:
    «Μηλίτσα μου, αν δεν υπάρχει – ένα αξιοπρεπές –
μετά, ποιος ο λόγος να υπομένουμε όλα αυτά;»
(εννοώντας διακριτικά τα ρευματικά της, τους πόνους στις
αρθρώσεις και τη δυσκαμψία, που την ταλαιπωρούσαν
όλο και περισσότερο μετά την εμμηνόπαυση.) Ο σύζυγός
της, κατηγορηματικά αντίθετος, την προέτρεψε να
δεχθεί μια άλλη πρόταση: να κάνει για μια ακόμη φορά
την Μπλανς Ντιμπουά, ρόλο που της προσέφερε ένας
νεαρός ταλαντούχος σκηνοθέτης, που σκηνοθετούσε
πρωτοποριακά τα κλασικά έργα. Με πίκρα εκείνη
διαπίστωσε ότι, όσο κι αν καλοκρατιόταν, πήγαιναν είκοσι
πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που έπαιξε την
Μπλανς, στο Λεωφορείο ο Πόθος. Παρ’ όλα αυτά,
απόδέχτηκε την πρόταση – της άρεσε να το βλέπει σαν μια
νίκη του Έρωτα επί του Θανάτου – αρνούμενη τη νεκρή
ποιήτρια και τα διλήμματά της. Έκαμε έτσι ξανά άλλη
μια μεγάλη θεατρική επιτυχία.
    Μερικά χρόνια αργότερα (όχι και πολλά) σε ένα
παρεκκλήσι του Α΄ Νεκροταφείου, κι ενώ η σορός της
εκτίθετο «δια τελευταίον ασπασμόν», «αντιλήφθηκε»
το κοσμικό της εναιώρημα σαν μια πηχτή μάκα λάσπης
μέσα σε ένα διαυγές, χρυσόχροο υγρό (σαν μια καλλιέργεια
ούρων, πες, για τη διάγνωση κάποιας ουρολοίμωξης).
Δύο πράγματα συνειδητοποίησε μεμιάς: α) Τι κρίμα
που είχε αρνηθεί εκείνο τον ρόλο της ποιήτριας!
Θα είχε την ευκαιρία να μελετήσει περισσότερο επί του
θέματος και να ’ναι τώρα προετοιμασμένη! και β) Ο
κόσμος γύρω τής φαινόταν ασφυκτικά καθαρός και
ευωδιαστός, όμως εκείνη «αισθανόταν» βρόμικη. Γι’ αυτό
και παραμερίζοντας παιδιά, εγγόνια, τη νύφη της που
μυξόκλαιγε ψεύτικα και τον σύζυγο, που έδειχνε
πραγματικά συντετριμμένος, αγωνίστηκε να ελέγξει και να
οδηγήσει την εκτοπλασματική ουσία της προς τη
θαλασσα (επιθυμώντας να αποδεχθεί την πύκνωση της
αρμύρας σε ένα λειτουργικό σώμα – αντικαταστάτη και
το βαρύ νερό ως ένα σαρκικό καθαρτήριο). Θλιβερό, που
ενόσω άπλωνε τη μεμβράνη της στο μόλο, δίπλα στη
βαρκούλα «Στεναγμός», ένα κοπάδι αφρόψαρα τη
διεμβόλισε, διαρρηγνύοντας αμετάκλητα τη συμπάγειά της,
στέλνοντας τις συνάψεις της να ζευγαρώσουν για πάντα
με το εποχικό πλαγκτόν.

Η ΕΜΠΕΙΡΙΚΗ ΠΡΟΣΛΗΨΗ –
ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΩΣ ΑΥΘΕΝΤΙΕΣ

    Συχνά, στην Ιστορία, πράγματα που αξιολογούνται
και χρησιμοποιούνται ως απλά αντικείμενα επιστρέφουν
στη συλλογική μνήμη ως αυθεντίες συνείδησης,
ως σύμβολα και ως ψυχοπομποί. Η εργαλειοκρατική
τους υπόσταση υποχωρεί και αναδεικνύεται μια
«προσωπικότητα», ένας «χαρακτήρας» με αύρα θερμότητας
και ζοφερό ματζέντα. Εκατομμύρια ανθρώπινες ζωές
φαίνεται κάποτε να κρέμονται εξ αυτών. Ας πάρουμε
για παράδειγμα μια πένα Montegrappa του 1930
από εβονίτη – ιταλικής κατασκευής, από το περίφημο
εργοστάσιο στις πλαγιές του όρους Μόντε Γκράππα
– που χρησιμοποιήθηκε για να υπογραφεί το περίφημο
γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης, Ρίμπεντροπ –
Μόλοτοφ. Στον κορμό και την υφή του εβονίτη – που
παράγεται με ισχυρή θείωση του καουτσούκ – υπήρχε
σκαλισμένος σε ασήμι ένας αρχαιοελληνικός μαίανδρος
που τύλιγε τον φουσκωμένο προύχοντα προστατευτικά
και απέκρυπτε την ηλεκτρική ιδιότητα του εβονίτη
ως διηλεκτρικού. Ένας μονωτής τυλιγμένος με ασήμι
– το πλέον αγώγιμο μέταλλο – ήταν ξεκάθαρα ένας
ακραιφνής μετασχηματισμός της φόρμας, που εννοιολογικά
υπερκάλυπτε όλη τη φρεναπάτη του συμφώνου:
ενός συμφώνου «ειρήνης», που συντάχθηκε με σκοπό
τη γραφειοκρατική διοργάνωση του φονικότερου των
πολέμων. Στις 23 Αυγούστου του 1939 το λοιπόν,
ολοκληρώνοντας ο Ρίμπεντροπ την υπογραφή, από τη μία
πλευρά του μοναστηριακού τραπεζιού που δέσποζε στη
δυτική πτέρυγα του Κρεμλίνου, τακτοποιεί την πένα του
σε κατακόρυφη διάταξη ώστε ο μαίανδρος να προκύπτει
από τη σβάστικα που είναι κεντημένη με κόκκινη κλωστή
στο αριστερό του πέτο, ή η σβάστικα να προκύπτει
από τον μαίανδρο. Ο Βιατσεσλάβ Μιχάηλοβιτς Μόλοτοφ,
από την άλλη, σκουπίζει αμήχανος το ιδρωμένο
του μέτωπο με το μαντήλι του και διαπιστώνει έλλειψη
σφυροδρέπανου ή όποιου άλλου συμβόλου στο δικό του
πέτο. Ο χρόνος συμπληρώνει την εικόνα. Στο τέλος
της πολιορκίας του Λένινγκραντ, εκατομμύρια σοβιετικοί
θα πλέουν στον ποταμό της λήθης, που μοιάζει
απελπιστικά στον Νέβα, έχοντας πληρώσει εκείνο το
μελάνι πολύ ακριβά.

ΣΤΑΧΙΝΑ

    Σούρουπο ήτανε κι ενώ μπουμπούνιζε προς τα
Σταχινά κι άστραφτε το φως αγαθό μέσα στη μαύρη αντάρα,
ήρθε ένα ανεμοστρόβιλος με βουή, και του γύρισε
το χώμα στις τριανταφυλλιές. Του ’φερε και σταγόνες
και μια αποφορά από σβουνιές και κάτουρα που τον
αναγούλιασε• για αυτό και γύρισε το κεφάλι από την
άλλη. Τότε την είδε και πάλι, πάνω από τα καλαμπόκια,
που φούσκωνε κι άπλωνε στο βοριά σα σκισμένο
σεντόνι, ενώ βαστούσε και με τα δυο της χέρια τον
αφαλό, εκεί όπου φύτρωνε το πεθαμένο σα μελισσόχορτο.
Μα έκανε πως δεν την είδε. «Γεράσιμε!», του ψιθύρισε,
«Γεράσιμε! γιατί δεν μου μιλάς;» Άρχισε στα ψέματα,
να ανοιγοκλείνει το στόμα του σα να της μιλάει, ενώ έστριβε
προς το σταβλάκι τρέχοντας, λες και φοβόταν πως ήταν οι
δαμάλες σειρήνες και θα τον εκμαύλιζαν με τα μουγκανητά
τους. Τον πήρε η σκιά της στο κατόπι αιωρούμενη, μα μόλις
έφτασε στο δίθυρο κι έμοιαζε πως θα έμπαινε πρώτος, ξάφνου
κοντοστάθηκε και την άφησε εκείνη να προσπεράσει και να χωθεί
σαν αέρας, μέσα στο σανό. Αμέσως την κλειδαμπάρωσε
και πήρε και το κλειδί απ’ το λουκέτο. Από πίσω έχωσε
κι ένα στειλιάρι, ολόκληρο κορμό. Χάιδεψε το μουστάκι
του ευχαριστημένος με τον εαυτό του, μέχρι που
μισογέλασε, ένας λυγμός που πήγε να του βγει, καταπνίγηκε.
Και κατευθύνθηκε προς το σπίτι, φορτώνοντας
κούτσουρα και ξερά, για να ανάψει φωτιά στα ορφανά.
Ήξερε όμως, πως αμέσως μόλις μύριζε το έμβρυο το
γάλα απ’ τα γελάδια, θα άρχιζε να σκούζει σαν κουτάβι
αχάιδευτο• αυτό δεν τ’ άντεχε. Θα ντυνόταν βαριά, θα
τυλιγόταν με χράμια, μα θα άφηνε την κάμαρα και θα
έβγαινε να κουβεντιάσει με τη σκιά της• κι ας δάγκωνε
ο χιονιάς. Να τη βάλει να το θηλάσει απ’ το νεκρό βυζί,
να μη ζηλεύει το γελαδίσιο. Έτσι τον έβρισκε κάθε
χάραμα έξω από το στάβλο• σα μαγκούρα από αγριελιά,
που τη βάρεσε αστροπελέκι.

ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ

[Κι είδα τη μάνα μου
– ποιοι είναι όλοι αυτοί,
μου λέει,
και που ήταν όσο ζούσα;
γιατί σ’ αγκαλιάζουν
κι εγώ δεν μπορώ;
μπορείς,
λέω,
θα ’ρχομαι εγώ,
κάθε ξημέρωμα·
– δε σε θέλω εδώ,
μου λέει,
δεν ανάβουν τα σώματα
κι έχουμε ξεπαγιάσει·]

2. ΡΩΜΗ

    Μια κίτρινη αχλή σαν μαρμελάδα βερίκοκο, οι –
ορθολογικά – πεπλατυσμένες κορυφές των πεύκων και όλες
οι κολόνες δημόσιου φωτισμού που ήταν ακόμη σβηστές
τον κατάπιναν ωμό σαν ένα υπερφυσικό καλαμάρι, καθώς
ανέβαινε στον Αβεντινό λόφο με Uber. Στην είσοδο,
κρυφοκοιτώντας μέσα από εκείνη την πράσινη μεταλλική οπή
στη βαριά σιδερόπορτα του Παλατιού των Ιπποτών της
Μάλτας, γέμισε το μάτι του από τον υπέρλαμπρο τρούλο
της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου*, που κρεμόταν στον
αντικρινό λόφο, σαν μεταφυσική λεμονόκουπα, δίχως τα
αετώματα των καρδιναλίων ή την πλατεία. Έβγαλε τα
γάντια και ακούμπησε το μέταλλο, πρώτα με τα χέρια,
έπειτα απόθεσε και το μάγουλο αναμμένο όπως ήταν από
ένα κόντρα ξύρισμα. Σκέφτηκε την επόμενη πρωινή διαδρομή
ως την Τσιβιταβέκια και κουράστηκε στη σκέψη και μόνο.
Άλλαξε μάτι ράθυμα στην τρύπα, να απολαύσει και με
το αριστερό αυτή τη μοναδική ευθυγράμμιση.
Απορροφημένος όπως ήταν δεν πρόσεξε τους δύο αγγέλους
που διέσχιζαν εγκάρσια τη νύχτα προς το Καστέλ Σαντ
Άντζελο. Μήτε μια καλόγρια που πέρασε από μέσα του και
βγήκε στην αυλή, δίχως καν η πόρτα να ανοιχτεί. Ένιωσε
βέβαια ένα κρύο να τον διαπερνά, μα του φάνηκε φυσικό.
Έβγαινε ο Δεκέμβρης, το αγιάζι κι η υγρασία θέριζαν. Και
πάλι δεν σκέφτηκε να προσμετρήσει τις παρτίδες που
είχε ανοίξει με τις σκιές, από όταν κατέληξε η μάνα του –
σχεδόν ανήμερα Χριστούγεννα – και δώθε.

* Υπάρχει ένα σημείο στη Ρώμη, στο λόφο sull’Aventino, στην piazza dei
cavalieri di Malta, από όπου, κοιτώντας μέσα από μια μικροσκοπική οπή
διαμέσου της σιδερόπορτας του Palazzo dei Cavalieri di Malta προς το
εσωτερικό, ευθυγραμμίζεται απόλυτα το μάτι με τον τρούλο του Αγίου
Πέτρου που βρίσκεται μερικά χιλιόμετρα μακριά

7. ΟΔΗΣΣΟΣ

    Ανυπόμονο το σπίτι μάς περίμενε, κι οι πασχαλιές
μας είχαν ξανά ανθοφορήσει, παρότι δώδεκα βήματα από
το πάτημα της θάλασσας. Η λεωφόρος έτριζε σαν
σκουριασμένο ποδήλατο και τα κουφώματα μύριζαν αγυάλιστο
ξύλο. Δίχως εσένα, κάθε πρωί, ο Αρσένι έβγαζε
μέσα από το στέρνο του ένα περιστέρι κι εγώ φορούσα
τα φτερά του στο κουκούλι μου, εκεί βαθιά, όπου
παρέδιδα τα σπλάχνα μου στην κάμπια που δαγκώνει. Μια
ευχή που εγειρόταν από τη στάχτη σου, έμενε για πάντα
σα λάσπη κολλημένη. Έτσι επέστρεφα την εικόνα
σου στον ύπνο μου: σα μια σταγόνα λαδιού στο πείραμα
του Millikan, που παραμένει αιωνίως κρεμασμένη. Κι ας
μη τη λάτρεψα ποτέ τούτη τη θάλασσα. Ακόμη κι όταν
περνούσαν τα νυχτερινά γρι-γρι μέσα απ’ τους φάρους,
με τα πρωραία τους σβηστά και μύριζε ξανά των αιώνων
το ανθέλαιο που δεν τρίβεται με τα βάσανα και τις
αναποδιές αλλά μας ακολουθεί ως το τελευταίο νυχτερινό
μας ψάρεμα, εκείνο που πολύ θα θέλαμε να γίνεται
με μια βάρκα δίχως αγωγιάτη._

10. ΜΑΔΡΙΤΗ

    Η μέρα δε με χωρούσε, μια εποχή καρναβαλιού και
υποκρισίας, μια εποχή μετά. Η Μαδρίτη αγέρωχη,
κατάπινε τις αποστάσεις με τις μυθικές λεωφόρους της,
την έκταση των αγορών, την αποικιοκρατική της έπαρση.
Παράτησα τις βαλίτσες μου στην Ατότσα, κάτω
από τις σκάλες, απέναντι απ’ το τροπικό θερμοκήπιο
in memoriam της τρομοκρατικής επίθεσης, κι όλον
αυτόν τον ατμό, πηχτό απ’ τις ψυχές των νεκρών, τον
κατάπια σαν μία και μόνη ψυχή, συμπυκνωμένη. Δυο
αδέρφια όμοια από την Ταγγέρη, με μελιά μάτια και
σφιχτούς δελτοειδείς, ψηλά και ίσια σαν διάδρομοι
απογείωσης. Μια λιανή φοιτήτρια με κόκκινα μάγουλα κι
ένα τσουλούφι χρυσαφί, ερωτευμένη με τον Αουρελιάνο
Μπουενδία. Ένα μωρό μυρωδάτο, παιδί του ανώνυμου
πλήθους, από τ’ αυτιά του εξείχαν μαδριγάλια και
γύφτικος άνεμος, ένας γυπαετός το συνόδευε μακρόθεν.
Μια αστή της Σαλαμάνκας με τρυφερά χέρια, τυλιγμένη
μια νεκρή ζεμπελίνα. Ένας καθηγητής, ίσως ο Εδουάρδο
Χοσέ πριν τη διάλεξη για τον Καλδερόν ντε λα Μπάρκα,
γιατί η ζωή είναι ένα όνειρο. Μια τσαούσα Καταλανή, που
κοιμόταν σαν θύελλα κι έκανε έρωτα σαν δελφίνι. Εμένα
κι όλους όσους αγάπησα, που πρόλαβα ή δεν πρόλαβα
να γνωρίσω, που συνέφαγα, συνομίλησα ή συνευρέθηκα,
ένα σύννεφο με τα εγώ μας σε παλμό και σύγκρουση με
τοίχους και καμάρες. Το μεγαλοφάνταστο Ιδαλγό Δον
Κιχώτη ντε λα Μάντζα, που μου έσφιξε το χέρι σαν
να ήμουν εγώ το μυθιστόρημα, ενώ αυτός υπήρχε εκεί
νυν και αεί, στα σύννεφα και στα όνειρα των χλομών
ανθρώπων. Αυτό με έκανε να αναθεωρήσω τις απόψεις
μου για τη μετά θάνατον ζωή ή και για την ίδια τη ζωή
δίχως ζωή. Από όλον εκείνο τον ατμό δε θυμάμαι πιο
πολύ ούτε τον Γκόγια ούτε τον Πικάσο, το Πράδο, το
φλαμένκο, το διαπεραστικό κρύο του Φλεβάρη. Την
Ατότσα θυμάμαι και τα 192 μικρά δέντρα*.

* Το ένα εκ των δυο μνημείων για τα θύματα της βομβιστικής επίθεσης
της Αλ Κάιντα, στις 11 Μαρτίου 2004 στους ισπανικούς σιδηροδρόμους,
είναι το ‘‘Δάσος της Ενθύμησης’’ (Bosque del Recuerdo) που
φτιάχτηκε στο πάρκο El Retiro δίπλα στον σταθμό Ατότσα. Αποτελείται
από 192 ελιές και κυπαρίσσια, ένα για κάθε άτομο που πέθανε στην
επίθεση, με ένα ακόμα δέντρο που φυτεύτηκε προς τιμήν ενός αστυνομικού
που πέθανε κατά τη διάρκεια της επιχείρησης για τη σύλληψη των δραστών

12. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

    Διψάς τη μνήμη της, Πόλη αυτή, σάρκα από τη
σάρκα σου, ένα παλίμψηστο της αιώνιας λήθης. Τα φώτα
της που καθεύουν τις λάντζες προς τον Κεράτιο, τα
σκιώδη λυχνάρια των ψαράδων στον Ντολμά Μπαχτσέ
όπως συναντούν τις απογευματινές νυχτερίδες της ασιατικής
όχθης, μια ρωσική φρεγάτα που ανεβαίνει τα
στενά πάνοπλη, ολόφωτη σαν το όνειρο ενός λευκού
περιστεριού, αυτά τα φώτα είναι η νύχτα της. Σ’ αυτή τη
νύχτα μαθητεύεις.
    Ανεβαίνοντας την Ιστλικάλ, από τον Πύργο του
Γαλατά προς την Ταξίμ, στέκεσαι παγωμένος από το αγιάζι
κι αφήνεις το ανθρώπινο ρεύμα να σε σαρώσει. Οι άνθρωποι
βράζουν σαν ένας αγρός που πυρπολείται. Μαλακό το
χιόνι σκεπάζει τα καμένα και λιώνει και λαμπρύνεται και
ομογενοποιεί. Στη λευκή του θάλασσα καθιζάνουν άγγελοι
εκ δεξιών, που ψάλλουν τις Ώρες. Οι φτερούγες τους
αιμάσσουν τον θνητό θάνατο. Έρχονται πάντα τα μεσάνυχτα
και δακρύζουν αγιασμό.
    Στην Κιστέρνα, ακούγοντας Μάλερ από τα ηχεία κι
αγνοώντας επιδεικτικά την υγρασία, τις αποικίες μούχλας,
τα αθέατα τρωκτικά ή τα αξιοθέατα τεράστια ψάρια,
παρατηρείς έναν σαλό του πεδίου που μπήκε δίχως
εισιτήριο επειδή όλοι αρνούνταν να τον αγγίξουν. Στην
πορτοκαλί άλω, ενώ κατεβαίνει την ξύλινη κλίμακα
τριποδίζοντας, φωτοβολεί σαν τον Χριστό στην επί του
όρους ομιλία. Συγχρόνως αισθάνεσαι ότι το νερό μεγαλώνει
γύρω σου δίχως σχήμα, ή ότι εσύ ο ίδιος βυθίζεσαι
σε μια πρωτεϊκή υπαρξιακή συνθήκη, κυτταρική ή άλλη,
που προκύπτει όμως από μια διαδικασία μίτωσης ώστε
να διατηρείται η ταυτότητά σου επί δύο ενώ ταυτόχρονα
είσαι και ο αμνός και ο ποιμένας, ή μια δράκαινα που
τυλίγει με τα βράγχια τα μικρά της σαν ένα αιδοιακό
επιλόχειο ενδεχομένο. Θα υπάρχει πάντα εκεί για σένα,
ο απόλυτος προορισμός: οι μαρμάρινοι βολβοί στην
αναποδογυρισμένη κεφαλή της Μέδουσας, ημίσκαφτοι από
τη διάβρωση μα κραταιοί και λειτουργικοί σαν τον ίδιο
τον Άδη, και μια σιγουριά ότι ο Περσέας έχει πνιγεί πριν
τον 16ο αιώνα, όπου όλα τα αρχοντικά στο Σουλταναχμέτ
είχαν πηγάδια στα κελάρια τους, που κατέληγαν
στο υδραγωγείο. Από ’κεί οι υποστατικοί τους, συνήθως
γέροντες ξεπεσμένοι Ατζαμί Ογλάν που είχαν θητεύσει
δεκαετίες στον Σουλτάνο, ψάρευαν γλυφόψαρα που τα
’ψηναν περασμένα σε ραβδιά ή σε σούβλες σαν αρνιά. Κι
από ’κεί όλοι οι πνιγμένοι στον Βόσπορο πιάνονταν με
τα μαλλιά και σκαρφάλωναν ως τα ενύπνια των μανάδων
τους τις αυγουστιάτικες νύχτες, δροσεροί και φρέσκοι
σαν νεαρές ζαργάνες, γεμάτοι από την αλισάχνη
της Πριγκήπου

13. ΜΟΣΧΑ

    Στη χαρτογραφική απεικόνιση του πρανούς των λόφων
βόρεια της Μόσχας, οι νεαροί φοιτητές της Σχολής
Γεωδαισίας του Μπάουμαν αισθάνονται πως αυτό
ακριβώς το ίδιο το μέλλον της Μητέρας Πατρίδας είναι
οι αιχμές των βράχων που αναιδώς εμφιλοχωρούν στη
χλιαρή πάχνη, καθώς ταυτόχρονα το παρελθόν της
αναδιατάσσεται καθ’ ύψος, στην ιεράρχηση της ζωής των
πετρωμάτων. Η μονάδα μέτρησης εδώ είναι το
«εκατομμύρια χρόνια». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον έρευνας και
σοσιαλιστικής συνείδησης, όπως αυτό του φημισμένου
Τεχνικού Πανεπιστημίου, όπου οι ιδέες αναπνέουν εκ της
θεωρίας και αναδύονται με πειράματα, η δοκιμή περιέχεται
ως ένα αναπόσπαστο περιεχόμενο της αλήθειας
(κοσμικής ή υπερκόσμιας.) Δεκάδες φύλλα μιλιμετρέ
τσαλακώνονται ταυτόχρονα, ενώ η άσκηση βρίσκεται εν
εξελίξει. Κι επειδή δε μετράται η ανάπτυξη δίχως
τριγωνομετρία – κι η μήτρα της είναι η ταυτότητα με το
άθροισμα των τετραγώνων ημιτόνου και συνημιτόνου,
που παραδίδουν τη μονάδα για οποιαδήποτε γωνία –
όλοι φέρουν κεντημένη την ταυτότητα στο τσεπάκι της
φαιοπράσινης φόρμας τους, σαν ένα αφηρημένο
στρατιωτικό διακριτικό. Ορισμένοι φέρουν και κάποια
παράσημα βεβαίως. Παρά το νεαρό της ηλικίας, έχουν ήδη
υπηρετήσει τη θητεία τους. Τα κορίτσια δεν αποφεύγουν
να παρατηρήσουν και την αδιάντροπη ξιπασιά των αγοριών,
που καθώς περιμένουν τη σειρά τους μπροστά από
τους Θεοδόλιχους, έχουν περασμένους τους λογαριθμικούς
κανόνες στη μέση, με ένα χαλαρό κορδόνι, ενώ οι
προεκτάσεις κρέμονται ελεύθερα ανάμεσα στα αχαμνά
τους, σαν απογυμνωμένα τσουτσούνια. Ο σοσιαλισμός
δεν αφαίρεσε εντελώς από τον άντρα τα σύμβολα της
κυριαρχίας του φύλου του (παρότι το προσπάθησε πολύ).
Πλέον μόνο το 72% των φοιτητών είναι άνδρες τοπογράφοι.
Καθώς πλησιάζει η άνοιξη και το χιόνι γίνεται
λίγο λίγο λάσπη, πού και πού ξεπροβάλλει μέσα από
τις πόες καμιά μαρμότα, με τη μουσούδα της λερωμένη
από ξεραμένο χώμα, ενώ μερικές νεαρές σεισοπυγίδες
επιχειρούν κάποιες δειλές πρώτες πτήσεις. Ένα
καύκαλο χελώνας, που είναι γυρισμένο τ’ ανάσκελα
περιμένοντας να τελειώσει – η προσωρινή – χειμερία
νάρκη, μοιάζει να ειρωνεύεται τον αιώνιο ύπνο του
συντρόφου Βλαντιμίρ Ίλιτς, ή μάλλον τη ματαιοδοξία της
ταρίχευσης ενός θνητού σώματος απέναντι στον αιώνιο
θάνατο. Κάμποσα χιλιόμετρα δυτικά, το αστεροσκοπείο
στην αιχμή του αστεριού του Λομονόσοφ γυαλίζει στον
ήλιο σαν ένας τεχνητός Αυγερινός. Άνοιξη ή όχι, ενώ
το κρύο φαίνεται να πυκνώνει γύρω τους διαβολεμένα,
ορισμένοι δεν αποφεύγουν μια μαχαιριά ζήλιας για τους
παλιούς συμμαθητές τους που επέλεξαν να σπουδάσουν
αστροφυσικοί (καθώς – εξ επαγγέλματος – όταν οι
γεωδαίτες ξεπροβάλλουν στην αυγινή αχλή, οι αστροφυσικοί
πάνε για ύπνο).

14. ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ
(ΜARIJKE)

    Δουλειά σαν τον σκύλο όλη τη βδομάδα, μα τις Κυριακές
βυθιζόταν στο υγρό σώμα ενός ταπί ντε φλερ, πίσω
από τον πάγκο με τα νευρικά αηδόνια, στην Γκραν Πλας.
Ενόσω εκείνα έθεταν ένα υπόστρωμα αρμονίας με
ανιοκατιούσες, στα ακουστικά άκουγε Κάνονμπολ Άντερλεϊ κι
έπινε υγρή γύρη. Από το δυτικό κιόσκι του Ίσμαελ αγόραζε
πομ φριτ που τις έτρωγε με μαγιονέζα και μουστάρδα
τσιμπώντας τες με ένα πλαστικό τσατάλι. Μάσαγε
πάντα δυνατά και με όρεξη, όπως θυμόταν να κροταλίζει
σε ένα μεσημεριανό της όνειρο η μασέλα στο κρανίο του
καρδινάλιου Φλερύ, από κάποιο πολύ γνωστό μεσαιωνικό
βάνιτας. Ενίοτε έγλειφε τα χείλη και με το μικρό δάχτυλο
παραμέριζε τις τζίντζερ άφρο τούφες.
    Τα Σάββατα χτύπαγε τατού. Ενότητα πρώτη, αστρικές
συστάδες, o M2-9 ένα γαλαζωπό τουίν νέμπιουλα,
στο μέσα αριστερό μπράτσο, επί της καρδιάς. Ενότητα
δεύτερη, αηδόνια πολλά σε σχηματισμό σμήνους στον
αφαλό και στη γραμμή της ήβης. Της θύμιζαν τα αηδόνια
των ανθρακωρύχων που χρησιμοποιούσαν για την
ανίχνευση αερίων στις στοές. Κυρίως μεθάνιο χαμηλής
επικινδυνότητας (λόγω οσμής) και μονοξείδιο του άνθρακα
υψηλής επικινδυνότητας (τελείως άοσμο). Ενότητα
τρίτη, γκόμενοι.
    Ο καιρός ήταν πάντα χάλια. Οι άνθρωποι ήταν πάντα
αμίλητοι. Το σεξ ήταν πάντα χλιαρό. Αλλά Η Τζαζ ήταν
πάντα Η Τζαζ. (και ναι κάποιοι σκόρπιοι οργασμοί ήτανε
σαν την Τζαζ επίσης)
    Τη στιγμή της έκρηξης, κι ενώ κατέβαινε προς την
αποβάθρα χαζεύοντας μια αφίσα των Μεντεσέν σαν
Φροντιέρ, άστραψε ένα φλας άσπρο σαν περιστέρι και
από το μυαλό της διήλθε μια ξυραφιά: την έλεγαν Μαρίκε,
όπως τη γιαγιά της Μαρίκα Ορφανού το γένος Ματαλιωτάκη,
που γεννήθηκε στις Αρχάνες το 1927 κι ερωτεύτηκε
τον πάππο της Ιωσήφ το 1949, στο πανηγύρι
της Αγίας Ειρήνης. Τους στεφάνωσε στο ομώνυμο
ξωκλήσι μια λαμπρή ανοιξιάτικη Παρασκευή, ο (κοτζάμ)
Δεσπότης Ιερόθεος. Ενώ έψελναν οι ψάλτες τον Ησαΐα,
όλα τα αηδόνια του νομού Ηρακλείου σιγόνταραν από το
διπλανό δασάκι. Κανένα ίχνος μονοξειδίου, όλες οι τρίλιες
έβγαιναν στακάτο. Στο λευκό εκείνο φλας, το σαξόφωνο
του Κάνονμπολ έπαιζε κι εκείνο πλάγιο δεύτερο
βυζαντινό σε κλίμακα ουσάκ, κάτω απ’ το πετρόκτιστο γεφύρι.
Έπειτα είδε το σμήνος των αηδονιών από τον αφαλό
και την ήβη της, που πετούσαν απεγνωσμένα για να
τους συντροφέψουν μέσα από τα σύννεφα. Τα σύννεφα
ήταν τζίντζερ άφρο. Στο βάθος αναβόσβηνε ένα
γαλαζωπό τουίν νέμπιουλα.

15. ΠATMOΣ – ΚΑΜΙΡΟΣ

    Μπήκε ο Δεκέμβρης, έτσι, μάζεψα τα ρούχα, που δεν
ήταν πολλά, σε ένα σάκο, έτριψα το φρέσκο μάγουλο με
την παλάμη και ανέβηκα στο «Κάμιρος» προς την Πάτμο.
Ενώ έπεφτε αργά η νύχτα, όσες νησίδες συναντούσαμε
στα αριστερά τις έσβηνα μια μια με τα βλέφαρα,
ηχηρά σαν κροτίδες. Αστέρια δεν ανάβανε, μόνο βάρκες
και τούρκικα καΐκια, δεμένα αρόδο. Ένας σκύλος στο
κατάστρωμα, μαύρος κι αβρός σαν καταιγίδα, δεν ξεχώριζε
τη θάλασσα από τη στεριά μες στο σκοτάδι και γρύλιζε.
Του είπα από μακριά για την εαρινή σοροκάδα. Σίγουρα
με κατάλαβε, γιατί γύρισε τη μουσούδα στο πλάι
κλαίγοντας, πισωπάτησε και χάθηκε για τα καλά πίσω από
τα καθίσματα. Έπειτα ψώνισα μια σοκολάτα να σε ταΐσω,
περνούσε και η ώρα κι έμπηγες τα νύχια βαθιά. Ως
την Κάλυμνο, μου είχες ανοίξει μια ουλή φρέσκια ίσαμε
δυο παλάμες. Αλλά η νύχτα μύριζε τόσο δυνατά που δε
σκεφτόμουν τον πόνο, ούτε τη θάλασσα, ούτε το σκύλο,
μόνο πως έκανα μια βόλτα από αυλή σε αυλή στην
παλιά μου γειτονιά, κάθε αυλή κι ένα λιμάνι. Κι όπου και
να την έψαχνα να μπορούσα να τη βρω, αρκούσε να τη
σκεφτώ να ανοίγει αυτή την πόρτα ή να σερβίρει αυτή
το παγωτό με τον καφέ, και τα χείλη της ας είναι μοβ
σαν της νεκρής, τα μάτια της κλειστά στον πάγο, και τα
πουλιά ακούνητα και αλάλητα σαν εσωθρήνος. Μόνο να
την ένιωθα για λίγο, ζεστή, με κορμί. Στην Πάτμο σαν
φτάσαμε ούτε το πέλαγο δεν έβλεπα πια, μόνο ένα
ατέλειωτο λιβάδι μαύρες πόες, και χιόνι αμόλυντο, χυνόταν
προς τη Χώρα και το μοναστήρι, ένα ποτάμι μελάσα και
ζαχαρωτά. Αλλού βουτούσε, αλλού σκαρφάλωνε. Σε
χάιδεψα κι ήρθε κι ο σκύλος και τρίφτηκε στα πόδια μου, και
για λίγο ήταν σχεδόν καλά, σα να μ’ αγαπούσαν δυο
πλάσματα, ένα γήινο κι ένα ξωτικό. Μετά άναψες, σε είδε ο
σκύλος και φοβήθηκε, κι ας είχε γλυκαθεί κι έγλειφε
το αίμα απ’ την πληγή, χάθηκε πάλι κλαίγοντας.
«Δεν είμαι ξωτικό», είπες. «Η ψυχή της είμαι, πάνω
σου για πάντα…»

16. ΔΙΩΡΥΓΑ ΤΟΥ ΣΟΥΕΖ –
SS TAIYUAN

    «- Η νύχτα δεν θα μου παραδοθεί», αυτό σκεφτόμουν
όσην ώρα ίσιωνα τα σκεπάσματα γύρω από το κορμί,
ένα γλυπτό ανέμου, ένα θηκάρι ξίφος δίκαμο παγωμένο,
εντός του αυτός, στο πάτωμα μια γραμμή λαχανί
κάμπιες, διαχώριζαν τη φωταύγεια του χειμώνα στο
κλειστό δωμάτιο. «Πότε θα ανοίξουμε εδώ;» είπες. Κι
ακουγόταν το σούρσιμο στα κεραμίδια από τα νύχια,
σκίουροι ή αρουραίοι, και μερικά κοφτά χτυπήματα στο
δοκάρι πριν το χαγιάτι. Και μύριζε αποκλεισμένο γιασεμί.
«Πότε θα ανοίξουμε;» Μουχλιασμένος καπνός σε
μια δερμάτινη τσέπη, μύριζε κι αυτός, μια μεταλλική
ταμπακέρα με μηχανισμό για στριφτά, από τους πάγκους
του Κανάι στη Γιοκοχάμα, σχεδόν έστριβε από μόνη της
τη μούχλα, ακουγόταν η πρώτη της φορά, τρίζοντας,
πάνε εξήντα χρόνια ακριβώς. Στο κουτί των παπουτσιών
η κόκκινη τράπουλα με τους νεκρούς βαλέδες, τα
εθνόσημα – εύσημα – παράσημα, η φωτογραφία του SS
Taiyuan στο Σουέζ, ένα μάλλινο σκουφί πλεγμένο βελονάκι.
Τι να σου κάνει ο χρόνος; Τι να κάνει ο χρόνος
στα πράγματα που δεν κάνει στους ανθρώπους; Ο χρόνος
πήρε τα κορμιά και τα σκάλισε μπάμπουσκες. Άφυλα,
άτριχα, γυαλιστερά και άσπρα. Στην τελευταία συρρίκνωση
προέκυψε ταρίχευση, τεντωμένο σεντόνι γύρω απ’
τα κόκαλα, κόκαλα σιωπηλά, είπαν όσα ήθελαν, τότε.
Έτσι συνεχίζω και τα βλέπω, δίχως φθορά, μνημείο
ανθρώπου. Στη βεράντα η κραυγή του γκιόνη. «Δεν είναι
καλό», είπες. «Δεν το ’χω για καλό το παλιοπούλι».
Υγρό το δάκρυ του σαλιγκαριού στο πλακόστρωτο,
στέγνωνε γρήγορα δίχως κορμί να το ζεστάνει. Και πάλι
ο γκιόνης να μοιρολογάει, που σκότωσε τ’ αδέρφι του
και το γυρεύει στον καιρό, μετανιωμένος. Η τύψη δεν
είναι φάρμακο. Ο χρόνος δεν είναι μέλι.
    Δε θα τ’ ανοίξω το δωμάτιο το λοιπόν, τούτο σου λέω.
Κάθε νύχτα στα μέσα του θα είμαι. Κάθε πρωί απ’ έξω
του (και θα ’ναι εκείνο μέσα μου). Στο φως που θα έρχεται
με το πρωί, με αινίγματα θ’ απαντώ. Κι όλη τη μέρα
θα καπνίζω στα πνευμόνια μου τον καπνό του.

ΕΓΚΙΒΩΤΙΣΜΟΙ
ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΣ ΑΚΟΥΣΙΟΥ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ

[Ήρθε μια σιωπή
και κρατούσε
τα σύννεφα
και κρατούσε
τους ανθρώπους που γεννούσε
το σπίτι
στον ελεύθερο χρόνο του•
εκείνοι ντύνονταν
το χρόνο
που δεν ήταν ελεύθερος
και κολυμπούσαν
προς το ξακουστό φαΐ
που φτιαχνόταν δίχως
κορίτσια
άλλοτε το κοιτούσαν να βράζει
άλλοτε εκεί, οι ίδιοι
έβραζαν•
μόνο όταν φούσκωνε,
στεκόταν στο πλάι
κι έκλαιγε μοναχό του•
έτσι έχανε το αλάτι του•
αυτός προσέθετε αλάτι
με ένα μαχαίρι
ή έσπαγε τα βότσαλα
να δει
αν είναι αυγά
ή δοκίμαζε με τα δόντια τους
γλάρους
που εξέρχονταν από τις σπηλιές
δίχως εξάρτυση
μόνο με σπασμένα νύχια
και τις χάρτινες λεηλατημένες
καρδιές
από τις καρτ ποστάλ
της Αμβέρσας/
τίποτα δεν ακούω•
θα μπορούσα να πεθάνω εδώ
μέσα
και να αφήσω το νέο
να διαδοθεί.]

(Ενύπνια τα μεθεόρτια)

1. ΟΞΥΜΕΤΡΑ

    Στο κρεβάτι του γύρισε απότομα με μια χαριτωμένη
πιρουέτα σαν μεθυσμένος γυρίνος. Εδώ που κατακάθισε
ο ύπνος του, ένα καλοκαιρινό απόγευμα εξελισσόταν
με καμένο φως, η θάλασσα μύριζε βότσαλα καθαρά και
ζεστό γυναικείο στήθος. Μια σφυρίχτρα που ακουγόταν
οξεία θα ήταν της νύχτας. Η νύχτα φέρει όσα η μέρα
κορφολογεί και η ζωή επαναδιατυπώνεται ως τέτοια, εντός
των ορίων, εντός των άκρων, ανέστια. – Συγκεντρώσου:
σε περίπτωση ιλίγγου να φωνάξεις τους γιατρούς με τα
οξύμετρα, να μετρήσουν ποσοστά. Μια πολύ επιστημονική
μέθοδος, περιλαμβάνει το σφάλμα και τη μέτρηση
εντός της ίδιας της μέτρησης. Ορίστε ένας ακόμη
εγκιβωτισμός: Το παιδί με το ξύλινο σπαθί στη βεράντα του
κήπου, που παλεύει με το πρωί. Το πρωί το κερδίζει το
παιδί και χαίρεται όπως ανεβάζει τον ήλιο ψηλά με τη
μυρωδιά της λεμονιάς στον μανδύα του. Έπειτα ο μανδύας
το κουκουλώνει και το κάνει μεσημέρι. Και, ενώ ο
ήλιος είναι εκεί, το παιδί με το θλιβερό σπαθί είναι εκεί,
οι λεμονιές είναι εκεί, το πρωί χάνει πλέον την υπόστασή
του εντός του υπερσυνόλου της μέρας. Που μας λέει ότι
ο κύκλος της επανάληψης, μες στην περιοδικότητά του,
είναι θνητότερος των θνητών, διότι καθημερινά γεννάει
τον θάνατό του, ως συνθήκη συνέχειας της ανακύκλωσης
και του συμπαντικού ελέγχου.
    Ενώ ο ατελής θνητός, ντυμένος την άγνοια του τέλους
– λόγω ηλικίας προφανώς – αθάνατος θεωρεί ότι σπαθίζει
τους αιώνες. Όλα αυτά φέρνουν δίψα, αλλά και μια
γλυκιά ζαλάδα. Συγκεντρώσου: σε περίπτωση ζάλης, να
φωνάξεις τους γιατρούς να μετρήσουν το σάκχαρο
(πραγματικές τιμές) και πάλι όμως θα συγκρίνουν τη μέτρηση
με τιμές αναφοράς. Η ζωή του είναι εγκιβωτισμένη στις 75
συνθήκες των μετρήσεων. Τίποτα αυθύπαρκτο, ούτε καν
η συνείδηση, σημείο αναφοράς της εμπειρίας και επίκλησης
του αγνωστικισμού. Στη δροσιά του στρώματος ο
πρωινός ήλιος επεμβαίνει πυροσβεστικά. Όταν ξημερώνει
η καινούργια μέρα και αρχίζει η ίδια παράσταση, τα
γλυκά βότσαλα καταπίνονται αμάσητα και το στήθος
τρίβεται στα δόντια πριν ματώσει από τη χαρά. Έτσι
σωματικά αντιλαμβάνεται τον προηγούμενο προσωρινό
ύπνο. Και απεύχεται τον επόμενο και τελικό. Γι’ αυτό
οι γιατροί είναι αχρείαστοι – δεν θα πω άχρηστοι – όπως
έλεγε η μάνα μου. Έρχονται και μετρούν την αρχή, το
τέλος και την ενδιάμεση φθορά. Επιστημονικά. Όμως,
όπως κι αν μετρούν, ανήμποροι είναι να ανακόψουν (πόσα
κύματα ανακόπτει ένα βότσαλο;), κι είναι σαφές το ποιος
κερδίζει, αφού όλα τα βότσαλα είναι στρογγυλά, ενώ
γεννιούνται τσαντισμένες πέτρες, γεμάτες επαναστατικά
όνειρα κι αιχμές.

3. ΒΕΝΕΤΙΑ

    Η αλήθεια είναι μια μεταφορά. Τίποτα καινούργιο δεν
έχει καν υπάρξει. Τα αραιά χρόνια που μεσολάβησαν ως
εδώ, με υπόνοιες ενότητας και συνοχής, με υποσχέσεις
συνέχειας, εξέπνευσαν με τη μορφή της μεταφοράς:
φαντάσου, για παράδειγμα, τον ενετικό αστικό ιστό, έτσι
όπως διακόπτεται από τα κανάλια, φλέβες νερού υπό την
έννοια της παροχέτευσης ομβρίων, και τη διαρκή θάλασσα,
ένα παλμικό, επικοινωνιακό σύμπαν. Υπάρχουν όλοι
οι χώροι προαυλισμού και ανθρώπινου ενδιαφέροντος ως
αναμονές, από ένα μικρό πλάτωμα όπου σημαδεύουν τα
παιδιά βώλους με φως, μια ουλή στον ασβέστη από όπου
ξεπροβάλλει ένας αρουραίος ερίζοντας επί του μαύρου,
μέχρι το κοιμητήριο φορτωμένο και αέρινο σαν αμάξι με
άχυρα μες στη βροχή. Ένα χρυσό βέλος που διατρέχει,
που είναι και γόνδολα ή και ο ίδιος ο θάνατος. Εδώ ο
χρόνος εκρέει και διαρρέει, μεταφέρει, ανακυκλώνει. Αλλά
δεν ανανεώνει. Η ουσία παραμένει αρχαία και σκληρή
όπως γεννήθηκε, η μελαγχολία της είναι το πεδίο
ορισμού της. Μέχρι κι ο αέρας ακίνητος, περιμένει να τον
γδάρει η βροχή. Εσύ απεύχεσαι, ούτως ή άλλως, τους
ήχους των χειρουργείων, τα σαμπό της προϊσταμένης
στο πλαστικό δάπεδο, την ξινή οσμή του μπεταντίν, τη
φτερωτή ματιά της κοπέλας του 261 ενώ κοκκινίζει,
έπειτα από μια ακούσια στύση. Πάλι γδάρθηκες στο
μέτωπο ενώ ξυριζόσουν. Μέρα τη μέρα αυτά τα νύχια ενώ
κόβονται, δέσμια της μνήμης, συμπεριφέρονται όλο και
πιο βρεφικά, επιστρέφοντας στην ανήκεστο μήτρα. Η
τιμωρία μου είναι αυτή: η μελέτη του κορμιού σου. Το
διαβάζω με τα χέρια ορθάνοιχτα, ξαπλώνοντας, ενώ τα
αδέρφια μου πνίγονται αργά, με λάσπη σε όλες τις
κοιλότητες, στην αγκαλιά του ορυζώνα. Τρυφεροί
γαιοσκώληκες μυρμιρίζουν την καμπυλότητά τους διεγερμένοι
μέσα στην ατόφια ζέστη. Κι αυτός ο βόμβος είναι ένας
ακόμη υπέρηχος.

6. ΤΟ ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΟ ΚΕΝΟ

    Ένα ασαφές μεσημέρι με ελάχιστο φως, αφουγκράζεσαι
τον κενό ήχο που παρήγαγες ως εδώ. Ένα τρόλεϊ
υλικών στον αντίποδα τρίζει δαιμονισμένα σαν πανηγυριώτικη
ρόδα, από τον διάδρομο. Ο λαιμός καφεκόκκινος
σαν παλαιό κονιάκ και τα μάτια κλειστά δεν συνεργάζονται.
Όλα είναι νύχτες που πάνε κι έρχονται σαν τρένα κι
αφήνουν μόνο λίγο φως στο ξημέρωμα.
    Αυτό αναρωτιέσαι: έχει απομείνει χώρος – να ζεις –
μέσα σε αυτή τη θάλασσα κενότητας που υπήρξες; Στο
μακρύ, ζεστό καλοκαίρι που πια πέρασε ανεπιστρεπτί, η
κενότητα ήταν ένα ακόμη δέρμα, μια αύρα που αναρριγούσε
τα μύχια σύνορά σου με τους άλλους. Έτσι άφριζες
σε αυτή τη θάλασσα, μια στροβιλώδης οντολογική δήλωση,
μια εκκωφαντική παρένθεση.
    Αδρανειακό παράδειγμα: Όσοι έρχονται να σε
συναντήσουν, και είναι γνωστοί κατά κάποιον τρόπο, δεν θα
μπορούσαν να σου είναι περισσότερο άγνωστοι. Και πάλι
τα όρια, που είναι το υγιές περίβλημα, ξεγελούν το μάτι.
Πόσα όρια μπορείς να υπερβείς; Αυτά τα όρια είναι που
τελικά μετατρέπονται σε μια συνθήκη διαβίωσης, σε ένα
πολυγραφημένο δαντικό συμβόλαιο, με πολλαπλές καταφατικές
υπογραφές. Η αποστασιοποίηση από τη φιλία
τους και τις αγκαλιές και τα δάκρυα, ενώ είναι μια
κοφτερή και επιτακτική συνθήκη, μια στιβαρή επιλογή
ανδρισμού, δεν παύει να τρέχει στη ραχοκοκαλιά σου
σαν παγωμένο νερό. Αυτή η σύγκρουση είναι πλέον η πικρή
συνείδηση του κενού που αντρώθηκε. Δεν επιλέγεις
το συναίσθημα αλλά τη γλαφυρή φαινομενολογία του.
Έτσι οι συμπεριφορές είναι αυλαίες που ανοιγοκλείνουν
με ρυθμό, δίχως να αποκαλύπτουν κάποια παράσταση.
Αυτές οι ίδιες γίνονται η παράσταση.
    Ιστοριογραφικό παράδειγμα: Σε μια γιορτή
ονομαστική, τέλη Μάη, είχατε βρεθεί σε επίσκεψη με την
κόρη της δασκάλας σου στην Πέμπτη. Που είχε το
ίδιο στήθος με τη μητέρα της σε δυνητική εξάπλωση,
γεγονός που σου επέτρεπε να γνωρίζεις μια μελλοντική
εκδοχή του πόθου σου, ενώ πραγματοποιούσες το παρόν
φορώντας το προσωρινό φτέρωμα της στιγμής. Ένα
στήθος ταπεινό που υπόσχεται το μεγαλείο της
υπερπαραγωγής, ενώ είσαι έφηβος, και απόλυτα ορμονικά
μαστουρωμένος, έρχεται και φεύγει με την αύρα της
θάλασσας, περιοδικά κάθε περίπου είκοσι δευτερόλεπτα. Το
αυτό επαναλαμβάνεται και τώρα, με ένα απομονωμένο
στήθος πια, διότι δεν θυμάσαι το πρόσωπο ούτε της
δασκάλας ούτε της κόρης της. Σε λίγο δεν θα θυμάσαι ούτε
το δικό σου. Όμως εκείνο το στήθος συνεχίζει αυθύπαρκτο
έπειτα από τόσα χρόνια το μακρύ ταξίδι της ηδονής
και της υπόσχεσης.
    Πώς είναι δυνατόν ένα τέτοιο κενό να περιέχει, για
παράδειγμα, την ερωτική ουσία; Ο πόθος, ο έρωτας, οι
μηχανισμοί των οργασμών, όλα αυτά δεν σου ανήκουν.
Ζουν την αέναη ζωή των φωτονίων και του σύμπαντος,
σε επισκέπτονται σαν κομήτες περιοδικά, κλέβουν
βαρύτητα από τη γειτονιά σου, όμως τροχοδρομούν
αυθύπαρκτα, ανεξάρτητα της συνείδησης. Είναι τα
μεγαλύτερα τσογλάνια του εμπειρικού γίγνεσθαι. Και ενώ
εσύ διαχειρίζεσαι μόνος σου το όψιμο κενό σου, εκείνα
αποφεύγουν το θάνατο ή, ακόμη καλύτερα, τον ίδιο τον
φόβο του θανάτου._

7. Η ΑΠΕΙΡΗ ΑΝΑΜΟΝΗ

    Σε μια γωνία του θαλάμου, που περιμένει να με
χωρέσει αφού τετραγωνιστώ, έχω σχεδιάσει ένα οριζόντιο
οκτώ, σύμβολο του αυτοαναφορικού απείρου. Τις νύχτες
καπνίζει κατά μήκος του με μιαν ιώδη φωταύγεια – όπως
το φως των παρατημένων φάρων – και υπερυψούται. Ενώ
το φροντίζω καθησυχαστικά, είτε με λόγια είτε με νάματα,
βομβίζει μονότονα, διαστέλλεται και με αγκαλιάζει.
Έπειτα με κοιμίζει στις καμπύλες του και το πρωί με
βρίσκει στο πάτωμα ξυλιασμένο. Για μένα που στέκομαι
αμήχανος εδώ, εκθέτοντας το αδύναμο περιεχόμενό μου,
υπομένοντας τούτη τη μακρά περίοδο μη καταληκτικής
αναμονής, το άπειρο είναι μια παρηγοριά. Η διάρκεια και
ο χρόνος, ως γνωστόν, είναι εφευρέσεις. Την αναμονή,
μιαν έννοια χρονική που περιέχει τη διάρκεια, την
υπομένουμε σε κάτι τέτοιες στιγμές που η διαστολή της
γίνεται αφόρητη, σαν έναν ατέλειωτο χιονισμένο σεντόνι
που διακόπτει τη συνέχεια του κορμιού με τον ορίζοντα,
ενώ γύρω μας η άνοιξη επελαύνει και τα πνευμόνια μας
λαχταρούν τις ευωδιές της.
    Η σύλληψή της καθαυτή υπερβαίνει την ουσία της,
που είναι μια φοβική εκδοχή του τελικού αποτελέσματος
ενός ενδεχόμενου. Λίγοι και εκλεκτοί την αποφεύγουν,
απομακρύνοντας τον εαυτό τους αφαιρετικά, για
να συλλάβουν την ύπαρξη μεταξύ των ορίων – αγνοώντας
εντελώς το χωροχρονικό συνεχές – σαν ένα είδος κβαντικών
αλμάτων. Ορίστε ένας υψηλός βαθμός φιλοσοφικής
ωριμότητας, ένα ιδιώνυμο κεντίδι, «θεϊκής» προέλευσης,
ανεξάρτητο από την καλλιέργεια, την τάξη, τις σπουδές,
εξίσου ισχυρό με το ισοδύναμό του: να συλλογιέσαι επί
του τέλους, όταν το τέλος θα έχει πια συντελεστεί. Για
μας τους υπόλοιπους, η άπειρη αναμονή είναι ένας χαλασμένος
συναγερμός μα ταυτόχρονα ένα συνεχές εκμαυλιστικό
κελάηδησμα.
    Στο άκουσμά του, σιγεί το τραγούδι των εντοιχισμένων
πεύκων, οι κίτρινες διαγραμμίσεις του όρχου
ασθενοφόρων, οι κλαγγές των σκευών στο εστιατόριο
του ισογείου, οι βόλτες με συνοδεία, με στραβοπατημένες
παντόφλες και πράσινες λινάτσες. Γενικά, η ίδια
η ζωή όπως συμβαίνει, μες στο ντουλάπι της (όπου
τίποτα δεν συμβαίνει, μέχρι να συμβούν τα πάντα μονομιάς)

12. ΤΟ ΤΕΛΟΣ
ΚΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

    Ενώ περνούν κάποιες μέρες δίχως επισκέψεις, κι
ενώ κινητικά όλο και περισσότερο περιορίζομαι, παρατηρώ
την προσωρινή εγκατάλειψη μιας ανθοδέσμης με
χρυσάνθεμα. Αυτή η εποχή, το βαθύ φθινόπωρο, οδηγεί
αναπόφευκτα σε μια ευαισθησία παλμών και αφής, ενώ
όλα γύρω προετοιμάζονται για ένα ηχηρό τέλος. Το
τέλος για τη συνείδηση είναι η καρδιά της ίδιας της
αφαίρεσης: μια φούξια πατάτα σε μπλε λαχανόκηπο.
Το τέλος δεν ενσωματώνεται, δεν καταπίνεται από τον
εαυτό, δεν συντελείται, δεν πραγματοποιείται. Είναι
απλώς μια βέβαιη γνώση, αρχέγονη και πηχτή όπως
το σύμπαν ή η αναπνοή ή το πεινασμένο βρεφικό κλάμα
ή ο τυφλός έρωτας προς μια άλλη ύπαρξη, εντελώς
ανοίκεια στο εγώ, ανεπεξέργαστη από τη φωτοσύνθεση
της ανθρώπινης ηγεμονίας. Το τέλος δεν νοείται ως
τμήμα του φθαρτού αλλά ως όριο – εμπόδιο ακόμη και
της ίδιας της συναίσθησης της θνητότητας και
ταυτόχρονα συνθήκη (μία εκ των δύο) πραγμάτωσής της,
ενώ το ίδιο πάλλεται στην απυρόβλητη καυτή κάψα
μιας μεταφυσικής προΰπαρξης. Στα ζεστά κύτταρα
που θηλάζουν τη ζωή αδύνατον να εξηγηθεί ότι θα έρθει
στιγμή που θα στραγγίξουν οι χυμοί τους, ότι το είναι
θα εγκαταλειφθεί, ότι θα απολέσουν τη συνείδηση της
ίδιας της ύπαρξης και ότι το καλύτερο που τα περιμένει
είναι ένα μικρό θηκάρι αχνιστού νόστου στις κυψελίδες
φίλων, εραστών, συγγενών αλλά, ακόμη χειρότερα, και
τυχαίων γνωριμιών που διήλθαν ανούσια τον βίο τους.
Το τέλος, μια έννοια υπερβατική, εξορθολογίζεται μόνο
μέσω της έμφυτης απέχθειας προς αυτό, μια απέχθεια
που για ορισμένους λαμβάνει τις διαστάσεις φοβίας. Σε
όλη μας τη ζωή μαθαίνουμε την τραγικότητα και τη
θλίψη της απώλειας. Αυτός ακριβώς ο φόβος – της
απώλειας των «κεκτημένων»- έχει τη διάσταση της
επίκτητης γραμμικότητας που αντιστοιχεί στον
καθημερινό βίο και κλινικά χαρακτηριστικά, έχει συνάφεια
με το ζεστό κορμί και τις επιδιώξεις του, με το ζεστό
αίμα (και τη ροή του), με τον πόθο που εκπληρώνεται,
με την ψυχή που εράται, με τα ακριβά όνειρα της
προσδοκίας, με τον πλούτο και τη φτώχεια των
σύνθετων ερώτων, με την κατάληξη. «Όλα τελειώνουν»
λέμε, κι αυτό σημαίνει: και ότι το διαπιστώνουμε, και
ότι ελπίζουμε να μην είναι έτσι… αλλά κυρίως ότι
φοβόμαστε πως είναι έτσι.

13. ΦΛΟΡΑΛ

    Ενώ μια ελαφριά οσμή από τις βεβαρημένες
κουβέρτες του θαλάμου ξινίζει στα ρουθούνια και η γλώσσα
ανακατεύει τις αισθήσεις με το ξύλινο δέρμα της, μια
κοπέλα με ένα φλοράλ φόρεμα διακρίνεται να κατηφορίζει
το δασάκι. Η γυναικεία αθωότητα, ας πω το φοβερό
κλισέ, ενώ έρχονται στιγμές που γίνεται τόσο συγκινητική,
φαίνεται να επεξηγεί το προπατορικό αμάρτημα
με μια σειρά ενσταντανέ δίχως λόγια, ιδανικά όταν
επιχειρεί μέσα σε ένα πρωινό φόρεμα, με διακριτικό ντεσέν.
Αν συμβεί περιστροφή ή ελαφριά κάμψη της γάμπας
ή ένα βαθύ κάθισμα ή, ακόμη περισσότερο – παρ’
ελπίδα – μια χαριτωμένη επίκυψη, σταματάει ο κόσμος,
εκεί, στον κτύπο της καρδιάς του, και μπορείς να πεις –
πάνω σε αυτόν τον κτύπο – κάνεις κι ένα τσιγάρο άνετα.
Είναι ένα φαινόμενο ακαριαίο και μαζικό, και η δράση
του είναι ανάλογη με το σημείο που θα συμβεί, σαν
μια αμυντική χειροβομβίδα που εκτοξεύεται τυφλά κι
όποιον πάρει ο Χάρος. Ελάχιστοι είναι σε θέση να
διακρίνουν μετά την παχιά αιμάτινη γραμμή που αφήνει
η κοπέλα στο χώμα πίσω της.

17. Η ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

    Καθένας φεύγοντας, όσο κι αν ταπεινός, αφήνει
πίσω του κάτι ισχυρό, μια δήλωση φωτός μες στο
έρεβος της ανυπαρξίας. Είναι, μπορείς να πεις, η αδράνεια
της ψυχής, που δεν εγκαταλείπει αυτοστιγμεί
ούτε τους τόπους ούτε τους ανθρώπους. Αυτή η θύμηση
δεν έχει καμιά σχέση με την υστεροφημία (που είναι
μια μνήμη ασαφής, μια μνήμη επιτεύγματος και όχι
σαρκική). Η δράση της απλώνεται στα ίδια χρονικά
υπερσύνολα, σε δύο τρεις γενιές, μόνο στους ανθρώπους
που αγγίχτηκαν από μας ή θυμούνται το άγγιγμα
και το μεταφέρουν. Έως εκεί. Έπειτα θρύβεται και η
ψυχή, όπως το κορμί. Και μένουν μόνο τα ληξιαρχικά
μας δεδομένα

ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΑΛΑΤΩΣΗ

ΑΥΤΟΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ Η ΣΥΝΑΚΟΛΟΥΘΗ ΔΥΝΗΤΙΚΗ ΣΙΩΠΗ

[III

το σώμα κι αν διαφεύγει
απατημένο
ένας θειώδης άνεμος το πάει
και το μαζεύει•
έμαθα πως είναι να είμαι,
μέσα του:
μια φυσαλίδα της στιγμής

ΙV

στην κοίλη κολυμβήθρα,
πώς να γλιτώσω από του χρόνου
την αρκούδα;
από τα χέρια μου αρπάζεται
– να μη γλιστρήσεικαι τα δαγκώνει,
όπου βρει]

(10 minimal σπουδές για τη φθορά και τη νύχτα ΙΙ)

1. ΚΥΝΙΣΜΟΣ

    Το σπίτι αυτό είναι δεντρόσπιτο. Η ουσία του είναι
δέντρο, το αίμα του είναι λευκό φως, τα μάτια του
νυκτόβιες σφαίρες. Στα πυρίμαχα βράδια του, η
απόδραση των εδώδιμων πετεινών εμφανίζεται ως μια
διαρκής, ανάερη, ενδεχόμενη φυγή. Η οποία ουδέποτε
πραγματοποιείται. Οι ένοικοι, αυτοτελείς, απορροφούν
τον χρόνο με τα κόκαλα, και η σκληρότητά τους
διατηρείται ως δομή και ως περιεχόμενο. Τραχιοί άνθρωποι,
κανόνια βεβαιότητας. Η υγρασία προστίθεται στα
αυτιά τους και τα στρίβει. Γύρω τους πετούν μυγάκια,
σκώροι, πειραματικοί ομοφυλόφιλοι, επαγγελματίες
ουμανιστές, τελειωμένα πρεζάκια και ευσυγκίνητοι φιλόζωοι.
Όλοι σε απόσταση αναπνοής. Πού και πού οι ένοικοι
τινάζουν τη γλώσσα, κι όποιον πάρει ο χάρος.

2. ΑΡΧΗ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΥΛΗΣ

    Ο περιορισμός τους, στα σύνορα του αισθητού,
χαρτογραφεί την περιοχή του αναίσθητου. Γι’ αυτό και οι
μέρες τους έτσι καταγράφονται: άχρονες και σκοτεινές,
με κρύο γάλα και παξιμάδια, ως διερευνητικά εργαλεία
θρησκευτικού εξαγνισμού, ή ως πειράματα ρευστοποίησης
της επαγωγικής αλήθειας. Όταν αστράφτει πριν τη
βροχή, μια γλυκιά πούδρα από σταγόνες ξαπλώνει στη
βορεινή βεράντα, ενώ ένας συνεχής διάλογος με το κρύο
και τις πηχτές μυρωδιές απ’ το μαγείρεμα εξελίσσεται.
Τα υπόγεια δονούνται από κυματικό στόμφο, τα υπερώα
από μια σχεδόν γενετήσια παρόρμηση να εξέχουν. Η
θάλασσα μπροστά αντιγυρίζει το νερό που διαφεύγει απ’
την εξάτμιση, μια Βαλτική και μια θάλασσα των Σαργασσών,
μαζί. Τα φύκια, βαθιά πράσινα, αιχμαλωτίζουν
τις βάρκες εντός και εκτός. Τίποτα δεν εισέρχεται,
τίποτα δεν εξέρχεται, ώστε να επαληθεύεται η αρχή
διατήρησης της ύλης, χωρίς καν να δοκιμάζεται.

3. ΠΑΡΤΕΝΕΡ

    Από τα ταξίδια που τελειώνουν, μου μένουν πάντα τα
μελλούμενα, γι’ αυτό δεν έχω αναμνήσεις παρελθόντος,
παρά μόνο ενοράσεις κοντινού μέλλοντος. Έπειτα η ερωτική
επιθυμία διογκώνεται και κυριαρχεί επί της ταυτότητας,
που καταλύεται και θολώνει όπως τα λασπόνερα
στην άκρη της ασφάλτου, ένα βράδυ που χιόνισε αλλά
το χιόνι ήταν αδύναμο και υδαρές. Έτσι τα παιδιά, τα
ανίψια, τα εγγόνια, τα αδέλφια, με τους οποίους ανταμώνω
ξανά και ξανά, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αποτελούν
πλέον δυνητικούς συντρόφους. Εξαιρώ τους γονείς,
διότι αναχώρησαν κι έπαψαν να συμμετέχουν στα
του ρέοντος βίου, αλλά και επειδή η κυτταρική τους
μνήμη υπερέχει εντός μου συντριπτικά. Όπως καταλαβαίνεις,
η δεδομένη αιμομιξία, ο βιολογικός εκφυλισμός,
τα σύνδρομα και οι τερατογενέσεις είναι αναπόφευκτα.
Σε αυτό το σύμπαν γερνάω όμορφα, σαν κατασπαραγμένο
σάρκινο λουλούδι, ενώ τα πόδια μου ριζώνουν με
δίψα στη βολική σας αθωότητα

6. ΠΡΟΣΩΠΟ

    Εδώ όπου η έκταση αυτού του χρόνου είναι πλέον
προσωπική αποφεύγω μόνο τα αχνά γαρύφαλλα του
δυτικού κήπου, τόσο επιρρεπή στις σκοτεινές αποχρώσεις
της φθοράς, κι αναζητώ την αβρότητα του
πάγου στο λευκό φιλμ των πετάλων της γαρδένιας,
την ανδρική υπόσταση των στημόνων με καυλωμένο
προύχοντα, την απαλή υγρασία των τεχνητών υγραντήρων
στο θερμοκήπιο. Για τον υπόλοιπο κήπο, περιμένω
το χιόνι. Το χιόνι θα ομογενοποιήσει την ύπαρξη
αγνοώντας το βάρος, δίνοντας έμφαση μόνο στην
επιφάνεια. Άλλωστε η επιφάνεια των αστών έτσι διττά
δεν ορίζεται; Ως μια γραμμή – όριο του ωκεανού, αλλά
και ως «πρόσωπο», απόδειξη ευζωίας και προτεσταντικής
συμμόρφωσης;

7. ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ

    Διαβάζοντας μαντρικά, στη δυτική βεράντα, τον
κόμη Λωτρεαμόν, ενώ το φως καταβυθίζεται στη θάλασσα
και στη θέση του αφυπνίζονται σταγόνες κατακερματισμένης
νύχτας, δεν αποφεύγω να συλλογιστώ
επί των στερεοτύπων. Τα στερεότυπα επαναλαμβάνονται
συνεχώς και νομιμοποιούνται ως τέτοια μέσω αυτής
ακριβώς της επανάληψης. Έτσι, λοιπόν, τη – δημιουργική
– άρνηση του εμπειρικού εγώ, οι απλοϊκοί ρέκτες
σκανδιναβικών γρίφων, ανίκανοι να κοινωνήσουν την
ουσία μιας μετα-γλώσσας, τη μεταφράζουν
εξακολουθητικά ως «δίψα θεού» ή ως «σχιζοφρένεια». Οι
υπόλοιποι – ένθερμοι συμμέτοχοι στο διονυσιασμό της – τη
λέμε ποίηση.

8. ΦΙΛΑΘΛΟΙ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

    Η κατασκευή μιας φίλαθλης «νίκης» (ή η περιοδική
– ανά σεζόν – ανακατασκευή της) είναι μια ταυτοτική
εξίσωση με άπειρες λύσεις και ταυτόχρονα ένας
αποτελεσματικός μηχανισμός χειραγώγησης. Ο εαυτός,
τμήμα του ισοπεδωτικού όλου και ταυτόχρονα λαμπρή
μονάδα αυτόβουλης απόλαυσης, φορέας και κοινωνός μιας
αλληλουχίας αφορμών και αιτιών του ανήκειν, τίθεται,
φυσικά, στον αντίποδα της εκλεπτυσμένης διανόησης.
Ακόμη κι ο ποιητής, που λέει ο λόγος, θα γίνει εδώ λύκος.
Και αφού κατουρήσει για να μαρκάρει τη θέση του
εντός αγέλης, για να υπογραμμίσει την ηγεμονία του και
να εδραιώσει το δικαίωμα στην τροφή του, ο φίλαθλος θα
δείξει τα δόντια του γρυλλίζοντας και θα φαντασιωθεί
τους υπόλοιπους ως ωμό κρέας. Συχνά οι ίδιες συμπεριφορές
παρατηρούνται μεταξύ ποιητών και στον εκδοτικό χώρο.

11. ΘΕΜΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ

    Η κορμοστασιά των κυπαρισσιών λιγώνει συχνά τα
σύννεφα• ταυτόχρονα η δίψα τους για την ανάταση και
μια στιβαρή (κρυμμένη) συνθήκη αργιλώδους υποστρώματος.
Στην εικαστική της ερμηνεία, η ομορφιά κερδίζει
την παρόρμηση μα και το περιεχόμενό της. Και η
ενδημική φορά της ανύψωσης, ως μια επίμονη άρνηση
της βαρύτητας, συγχέεται απλοϊκά με τον ρομαντικό
έρωτα της φαλλικής φόρμας προς το ουράνιο επέκεινα.
Το θέμα όμως είναι -και για τα κυπαρίσσια και για μας –
να τροφοδοτούμε μια διαλεκτική της συνείδησης, κι όχι
να εφευρίσκουμε συνεχώς μια περιστασιακή διαλεκτική
της έκπαγλης αγάπης. Εκεί ίσως να βρεθεί η αιτία μας
(ως ένα αιτιοκρατικό κίνητρο γενναίας αυτοδιάθεσης είτε
προς τα πάνω είτε προς τα κάτω). Η εικόνα μας, όσο
ισχυρή, ας οριστεί ελεύθερη από αισθητικό φορτίο (αφού
είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι ματώνουν κυρίως εκτός
κάδρου).

13. ΟΙΣΤΡΟΣ

    Σε μια θολή ανάμνηση μιας ερωτικής πράξης
μεταξύ δυο πανέμορφων θηλαστικών, πες δυο τίγρεων
της Βεγγάζης, μετά το πέρας της ερωτικής πράξης
τα αναπαραγωγικά όργανα τσούζουν και φλεγμαίνουν.
Η ανταλλαγή υγρών και τριχώματος, δια της
επαναλαμβανόμενης τριβής, δημιουργεί καύσο και δυσφορία,
επίσης λίγο αίμα εμφανίζεται συνήθως με τον έναν ή
τον άλλον τρόπο, καθώς ο οίστρος υποχωρεί. Αυτό μας
υπενθυμίζει τη θνητότητα των κορμιών που παράγουν
την απόλαυση. Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι ανάλογο
σε όποιο ζεύγος ανά τον πλανήτη, η εμπεδόκλεια άλως
είναι που μεταφέρει το φάντασμα του θανάτου εν τω
μέσω της ηδονιστικής ευδαιμονίας και το υλοποιεί. Κι
ας χρεώνεται το όλον στη δεύτερη – φροϋδική – θεωρία
των ορμών.

17.Ο ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ

     Η απώθηση της θλίψης είναι μια χίμαιρα των
συλλογισμών, που δεν ελέγχεται• σαν μια αιώνια βουτιά
εντός ενός κβαντικού φρέατος ή σαν τον ανατριχιαστικό
θόρυβο που παράγεται κατά την κοπή μαρμάρου με την
υδραντλία πάγου εν υπνώσει.
Οι φόρμες που αναδύονται εκεί είναι ένα γνωσιακό
παρελθόν που μεγαλώνει κυκλικά – και ερήμην μας –
όχι στη μνήμη μας, αλλά κατευθείαν στη μνήμη των
παιδιών μας• το ίδιο αποσπασματικό και έκκεντρο σαν
τον Πέτρο και το Λύκο που απαγγέλλεται από ένα γνωστό
ηθοποιό στο Μέγαρο Μουσικής, όπου όλοι οι ενήλικες
θαυμάζουν την αντιστοίχιση των οργάνων μιας
συμφωνικής ορχήστρας με τις φωνές των ζώων του δάσους.
Ταυτόχρονα, όλα τα παιδιά, ονειρεύονται πως γίνονται
ενήλικες που θαυμάζουν, κι αυτοί με τη σειρά τους, την
αντιστοίχιση αυτή._

22. ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΚΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

    Λέω πως, κάθε άνθρωπος, είναι ένα κύμα σε κάποια
ιαπωνική ακουαρέλα, που ανάλογα με τα χρώματα, την
ένταση ή τη διαφάνεια του, κάποτε το επιλέγουμε ως
ιδανικό, ώστε να αποθέσουμε επάνω του την ύπαρξή μας.
Εκείνο θα μας πάει από εκεί κι έπειτα, το μακρύ ταξίδι,
όσο να συναντήσουμε τους βράχους ή τα άλλα κύματα.
Μα είναι κι η ύπαρξη απέραντη όσο διαρκεί – κι ας είναι
τούτο από μόνο του, μια οντολογική παγίδα – είναι κι
ο έρωτας μια πλημμυρίδα και μια άμπωτη μαζί. Για
αυτό, αν τύχει και το κύμα μας σκορπίσει και μείνει
μονάχα η αλισάχνη του στο δέρμα μας, ή ένα ρίγος θαλερό
που ακροπατεί νοσταλγικό στ’ άδεια μας βράδια, καλό
είναι να θυμόμαστε το πώς τ’ αγαπήσαμε όσο κράτησε:
σαν να ’ταν η ουσία κι ο ίδιος ο αχός τής αέναης θάλασσας,
κι όχι απλώς ένα ακόμη υγρό τομάρι.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΝΥΠΝΙΑ ΤΑ ΜΕΘΕΟΡΤΙΑ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

FRACTAL 02/09/2020

Ενύπνιες οι μεθεόρτιες γραφές

Όταν πρόκειται για απαιτητική ποίηση, το αρχίνισμα ενός κριτικού σημειώματος, όπως αυτό εδώ, δεν μπορεί παρά να ομολογεί ή να υπαινίσσεται τη δυσκολία του. Πυκνό πλεκτό από κάτω τα νοήματα, απ’ όπου κι αν τα πάρεις δεν παύουν να αποτελούν ένα ενιαίο όλο, δίχως αρχή, μέση και τέλος, βρίσκεις ή νομίζεις ότι βρίσκεις ένα ερμηνευτικό νήμα, το πιάνεις απ’ την αρχή με την ελπίδα κάπου να σε βγάλει.

Αλλά σε όσες κριτικές πονηρίες και αν καταφύγεις, δεν υπάρχει τίποτα που να εγγυάται την επιτυχία του ερμηνευτικού σου σχήματος, ανά πάσα στιγμή το νήμα που κρατάς μπορεί να κοπεί ή να αποδειχτεί ξεχειλωμένο ξέφτι. Απ’ την άλλη εδώ ακριβώς είναι η πρόκληση και η σαγήνη του κριτικού λόγου, που χαμηλώνει ή ψηλώνει ανάλογα με το έργο που κρίνεις, στην προκειμένη δε περίπτωση με την τελευταία και πιο ώριμη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου: Ενύπνια τα Μεθεόρτια, εκδόσεις Έναστρον, 2020. Κι ιδού, το ερμηνευτικό σχήμα που αναζητούσα το βρίσκω μπροστά μου υπό τη μορφή του παραπάνω τίτλου. Ενύπνια τα μεθεόρτια, λοιπόν.

Αν κάτι διατρέχει απ’ την αρχή μέχρι το τέλος τούτη τη συλλογή είναι η ομιχλώδης ατμόσφαιρα, που χαρακτηρίζει την ενύπνια κατάσταση του ονείρου. Τα πάντα περιβάλλονται από αχλή, κείνται στην αοριστία, σαν να μην έχουν αντικειμενική υπόσταση, όγκο, μέγεθος. Τα πρόσωπα λιγότερο ή περισσότερο οικεία, αντλημένα κατά κανόνα από το οστεοφυλάκιο της μακρινής μνήμης, υπάρχουν χωρίς ευκρινές περίγραμμα, προσδιορισμένα χαρακτηριστικά, δεν ονομάζονται, δεν γειώνονται, δεν τοποθετούνται στον άξονα ενός ορισμένου χώρου και χρόνου. Υφίστανται πιο πολύ σαν σκιές, σαν ίχνη, σαν ναυαγοί του ονείρου. Τρόπον τινά, είναι οι παπαδιαμαντικές ανακομιδές ανθρωπίνων σκελετών, τα λείψανα από χρυσές γόβες ή τα χρυσκέντητατα υποκάμισα νεαρών γυναικών που κυλίονται αενάως στην πανδέγμονα θάλασσα του υποσυνειδήτου, για να ανασυρθούν απ’ το όνειρο στον χώρο του ημισυνειδητού και να μας αφήσουν το πρωί με την αμηχανία μιας θαμπής ανάμνησης, που βιάζεται να ξεχαστεί μες στις σκοτούρες της ημέρας.

Η ποίηση του Λουκόπουλου είναι η ανασύσταση μιας τέτοιας ανάμνησης, που αλιεύτηκε σε ενύπνια κατάσταση. Το ποιητικό υποκείμενο επιχειρεί να τη διασώσει και να τη ζωντανέψει αποδίδοντάς την με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ακρίβεια. Αλλά η ανάμνηση αυτή τοποθετείται πάντα σε χρονικά ύστερη περίοδο, ανακαλεί κάτι που έχει παρέλθει, αφορά κάτι που δεν υπάρχει πλέον. Κάθε ποίημα, και στο σημείο αυτό είναι που ξαστόχησε η τεχνική της αυτόματος γραφής των υπερρεαλιστών, είναι μια «μετα-γλώσσα», μια «μεθερμηνεία» και μια εκ των υστέρων έκφραση της ιδέας, της έμπνευσης ή του ονείρου, έρχεται πάντα δεύτερο και καταϊδρωμένο, με την πλατωνική ορολογία είναι η σκιά μιας σκιάς. Δεν θα μπορούσε βέβαια να γίνει αλλιώς, η έμπνευση θα προηγείται πάντα της γραφής, η ζωή της ανάμνησης και ο ύπνος του ξύπνου, η δε ποίηση θα μετεωρίζεται εσαεί ανάμεσά τους κομίζοντας πάντα μια μελαγχολία – μια μεθεόρτια μελαγχολία.

Η ποίηση είναι τούτος ο μετεωρισμός ανάμεσα στον ύπνο και στον ξύπνο, στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Η τραγικότητά της έγκειται στο ότι μετέχει σε δύο παράλληλους κόσμους χωρίς να μπορεί να πολιτογραφηθεί πολίτης ούτε του ενός ούτε του άλλου. Αλλά έτσι ανέστια και άπατρις έχει την ευχέρεια να γλιστρά, να ελίσσεται, να καταφεύγει είτε εδώ είτε εκεί ή ακόμα καλύτερα μπορεί να μεσολαβεί απ’ τον έναν κόσμο στον άλλο, κουβαλώντας την ανάμνηση του ονείρου μέσα στους περισπασμούς της πραγματικότητας ή την ανάμνηση της πραγματικότητας μέσα στους περισπασμούς του ονείρου.

Η ποίηση του Λουκόλουπου διασώζει αυτές ακριβώς τις αναμνήσεις και αυτούς ακριβώς τους περισπασμούς: αλιεύεται απ’ την ενύπνια αχλή και φέρει τη μεθεόρτια μελαγχολία, για να αποτελέσει το σημείο συνάντησης του ονείρου με την πραγματικότητα. Ξεκινώντας απ’ τη σκιά μιας μορφής, απ’ το ίχνος μιας χειρονομίας και απ’ τον αντίλαλο μιας λέξης σαρκώνει το ανείπωτο σε ειπωμένο, την έμπνευση σε δημιουργία, το όνειρο σε πραγματικότητα. Πρόκειται για ασκήσεις ποιητικής ισορροπίας σε τρία παράλληλα και αντιτιθέμενα επίπεδα, στον κόσμο του ύπνου, στον κόσμο του ξύπνου και στ’ ανάμεσό τους, με τον ορατό κίνδυνο αν πέσει λίγο παραπάνω βάρος εδώ ή εκεί ή παρακεί, να χαθεί αμέσως η μαγεία κι η αληθοφάνεια. Ο Λουκόπουλος όμως καταφέρνει και ισορροπεί υποτάσσοντας τη στιλιστική του δεινότητα, εγνωσμένη απ’ την πρώτη ακόμη συλλογή, στις ανάγκες του νοήματος και στην υπηρεσία της ιδέας, χωρίς να φλυαρεί και χωρίς να υπερβάλλει, πετυχαίνοντας ένα πειθαρχημένο και οικονομημένο γλωσσικό, εκφραστικό και γενικότερα αισθητικό αποτέλεσμα.

Στο ποίημα Σιωπή βρίσκω το ποιητικό υποκείμενο να δοκιμάζει με τα δόντια τους γλάρους «που εξέρχονταν από τις σπηλιές δίχως εξάρτυση / μόνο με σπασμένα νύχια /και τις χάρτινες λεηλατημένες καρδιές / από τις καρτ ποστάλ / της Αμβέρσας». Δεν είναι τυχαία η αναφορά, θαρρώ ότι εδώ, όπως και σε πολλά ακόμη σημεία, πυκνώνεται η υπεράσπιση της ποίησης που διατρέχει σαν κύρια ιδέα όλα τα ποιήματα της συλλογής: η ποίηση είναι η ενύπνια γιορτή και η μεθεόρτια νοσταλγία της, είναι η χαρά της παιδικότητας και η οδύνη της απώλειάς της, είναι το παράπονο του ονείρου που δεν πραγματώθηκε και η ελπίδα της πραγματικότητας που δεν ονειρεύτηκε. Ποιητικώ τω τρόπω ο Λουκόπουλος βεβαιώνει εμπράκτως τούτη τη λειτουργία της ποίησης απ’ το πρώτο μέχρι το τελευταίο ποίημά του.

.

ΛΕΝΗ ΖΑΧΑΡΗ

ΠΕΡΙ ΟΥ 5/6/2020

Διαβάζοντας αλλιώς

“Στην ποίηση, όπως και στα όνειρα, δεν γερνάει κανένας”
Οδυσσέας Ελύτης “Εν λευκώ
«…κάθε σταγόνα ποίησης περιέχει μέσα της το χρόνο, τους τόπους, τους ανθρώπους, τα ταξίδια, τα έργα τέχνης, που τη γέννησαν», γράφει ο Κ. Λουκόπουλος στο “Μικρό Επιμύθιο” της συλλογής του “Ενύπνια τα Μεθεόρτια”. Είναι, θαρρώ, ένας ολοκληρωμένος ορισμός του τι είναι ποίηση ή του πώς γεννιέται η ποίηση, αλλά και του πώς γεννήθηκαν τα ποιήματα της συλλογής αυτής. Για την αλήθεια των λόγων θα πρέπει να πούμε πως τα ποιήματα είναι γεννήματα όλων αυτών, αλλά και των ονείρων και των συνακόλουθων αισθημάτων και ιδεών, σε συνδυασμό πάντα με τη γλώσσα και τον τρόπο του ποιητή να μετατρέπει όσα αποκομίζει τόσο “έξ- υπνος”, όσο και “εν υπνώσει”.

Διαβάζοντας τα ποιήματα ομολογώ ότι τόλμησα να μπω κι εγώ στην ονειρική διαδικασία αναπλάθοντας εικόνες. Ακολούθησα τους δρόμους του ποιητή ακόμη κι όταν τα “όνειρα” δεν ήταν “μαγικά”! Θέλησα να δω τη λειτουργία τους στη σύνθεση των ποιημάτων.
«…μπορεί το όνειρο να είναι η πρώτη ύλη του ποιήματος. Είναι πιθανό να μετέχει το όνειρο δραστικά στην εξέλιξη του ποιήματος, αλλά δεν είναι απαραίτητο ο στίχος να εμπεριέχει το όνειρο ή να το υπονοεί. Το όνειρο και η επενέργειά του πιθανόν να παραμένουν αφανείς συντελεστές στη δημιουργία του ποιήματος. Αναρωτιέμαι εδώ, αν η κατά τον Φρόιντ εκπλήρωση μιας επιθυμίας την οποία αποτελεί και καταγράφει το όνειρο, συνιστά για τον ποιητή, την πρωταρχικής σημασίας εκπλήρωση της επιθυμίας να υπάρξει το ποίημα και δευτερευόντως το περιεχόμενό του. Ή το ποίημα αντικατοπτρίζει τα σημαίνοντα που προκύπτουν από το όνειρο και ως γραφή και ως ανάγνωση.», γράφει ο Γιώργος Δουατζής σε μια μελέτη του για την λειτουργία του ονείρου στην ποίηση.
Στα ποιήματα του Κ. Λουκόπουλου είναι εμφανές πως το όνειρο γίνεται σημείο αναφοράς και μέσα σ’ αυτό υπάρχουν όλα όσα ταλανίζουν τον ποιητή. Ακόμη κι όταν δεν μοιάζει με αναδρομή σε όνειρο υπάρχει μια κάποια λέξη μαγική που σε οδηγεί στο να το αντιληφθείς. Σαφώς δεν αποτελούν καταγραφές ονείρων. Τα όνειρα είναι ο κόσμος στον οποίο ο ενήλικας συναντά τον εαυτό του σε διάφορες ηλικίες, όπως συναντά κι άλλα πρόσωπα, κυρίως νεκρούς ή απόντες κι αυτό αφήνει μια θλίψη ανάμεικτη κάποτε με χαρά, νοσταλγία, πόνο.
Ακριβώς επειδή τα “Ενύπνια” αφορούν στη ζωή του ποιητή παρατηρούνται σημεία αναφοράς επαναλαμβανόμενα στα οποία αξίζει να σταθούμε καθώς δεν είναι μόνο προσωπικά, αλλά μέσω της ποίησης αποκτούν τη διάσταση της Ολότητας.
Ένα βασικό σημείο αναφοράς στα ποιήματα του Κ. Λουκόπουλου γίνεται το Σπίτι, άλλοτε το πατρικό κι άλλοτε, κάποιο Σπίτι που προφανώς συμβολίζει σε κάθε περίπτωση ένα χώρο του παρελθόντος πλέον γεμάτο σκιές, με κρυμένα πράγματα στα υπόγεια, ψυχές που ζητάνε καταφύγιο στη δύση του ήλιου, μνήμες παλιές, σύμβολο της απουσίας, αλλά και της επιθυμίας επιστροφής σ’ αυτό: “άντε να φτάνουμε στο σπίτι/ λέω/ και το ρέγομαι…/. Το Σπίτι απομακρύνεται: “έτσι όπως φεύγει από τα πόδια μου/ κι υψώνεται τον ήλιο περιμένοντας/ να δύσει/ για να κατοικηθεί…” από τις σκιές που περιμένουν τη δύση του ήλιου, (θάνατος, εγκατάλειψη, απώλεια- θέματα που συναντάμε στην ποίηση του Λουκόπουλου!). Το θέμα του Σπιτιού επανέρχεται βασανιστικά σε αρκετά από τα επόμενα ποιήματα λ.χ “Έτσι μεγάλωνε αυτό το σπίτι/ και μας κατάπινε/ από τα νεύρα του/ μεγάλωνε κι έπινε/ και γερνούσε..” (χρόνος, φθορά, το Σπίτι σύμβολο του χρόνου που περνάει, της συνεπακόλουθης φθοράς, του θανάτου, της απώλειας), αλλά και στη συνέχεια του ποιήματος “Πώς θα γλιτώσεις μωρομάνα;” διακρίνεται αγωνία καθώς το Σπίτι ταυτίζεται με τον περιορισμό και τον θάνατο. (βλ. και ποίημα “Το Σπίτι Φάρος”, κ.α)
Στα “Ενύπνια” του ποιητή δραματικό ρόλο, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, παίζει η Σιωπή, αυτή της ακινησίας, του θανάτου, της αμηχανίας ή και της ενοχής, αλλά κι αυτή που δημιουργεί, που γεννάει ποίηση.
“Κι ήρθε η βουβή μπουρού/ που τη νομίζαμε βραχνιασμένη/ και μας έκλεινε/ με τη σιωπή της/ στο αιώνιο περίβλημα”
ή
“Εκεί θυμάμαι που έπλεα σαν φουσκωμένος διάνος/ στης ποίησης το αδράχτι/ προτού/ να αρχίσω να ζηλεύω, τη σιωπή των δέντρων/ και του σκότους/ το πολύχρωμο επισκίασμα”.

Ο Θάνατος παρατηρούμε ότι αποτελεί έναν από τους πυλώνες των “Ενυπνίων” του ποιητή. Και πώς αλλιώς αφού κι ο ύπνος μισός θάνατος λογαριάζεται, όπως έλεγαν και οι παλαιοί. Εδώ ωστόσο πρόκειται για αναμνήσεις και προβληματισμούς που ξυπνάνε ή γεννιούνται απ’ τα όνειρα (ή έρχονται στην επιφάνεια απ’ την κρυψώνα τους μέσα στα όνειρα), απ’ την πρωτογενή ύλη, και βασανίζουν, πονάνε ορθότερα. Συγχρόνως υπάρχει κι αυτό που στην Ορθόδοξη πίστη ονομάζεται “μνήμη θανάτου”, μια συμφιλίωση με το μυστήριο του θανάτου ως μέρος του μυστηρίου της ζωής και μια διαρκής υπενθύμιση της πραγματικότητας του ως γεγονός αναπόδραστο. Αλλά και μια αντίθεση φωτός και σκότους. Ο Λουκόπουλος μπορεί να μιλά για τον θάνατο όχι μόνο γιατί είναι ένα γεγονός που προβληματίζει τους πάντες και δεν άφησε ασυγκίνητο κανένα ποιητή στους αιώνες. “Δικαιωματικά” ασχολείται μ’ αυτόν όπως και με το Φως λόγω του τόπου του. Γεννημένος και μεγαλωμένος στην Ελευσίνα, στον ιερό τόπο αυτό που ο θάνατος συνάντησε τη ζωή και το σκοτάδι το Φως από τα αρχαία χρόνια, δεν θα μπορούσε να μείνει ανέγγιχτος από “τα ιερά της Δήμητρας” που τα αναφέρει και στα ποιήματα του. Είναι γι’ αυτόν τόποι οικείοι, εκεί όπου η Περσεφόνη συναντά τον Άδη και το σκοτάδι, αλλά και τη Δήμητρα, το Φως και τη ζωή. Μιλάει όπως οι μύστες των Ελευσινίων μυστηρίων αντιλαμβανόμενος, κι ως ποιητής, μεγάλες αλήθειες για την ανθρώπινη ζωή, γίνεται ένας “διάμεσος” ανάμεσα σ’ αυτόν τον κόσμο και τον κόσμο των “Ενυπνίων”, εκεί που αποκαλύπτονται τα κεκρυμμένα.
Μύστης και των Διονυσιακών μυστηρίων- πάλι μυστήρια ζωής και θανάτου- βλέπει τον Ζαγρέα στη γέννησή του από τον Δία με σεβασμό, “κι αφουγκράζεται/ στάρια γεννιούνται από χρυσό μηρό”. Ενώ ονειρεύεται “στον δρόμο προς τα Εκβάτανα/ ένα πρωί που ξυπνώ/ και μες στο ποίημα βρίσκομαι/ από πάνω μου στάζουν τα ψέματα/ σαν θρυμματισμένο ψωμί”, η ιστορία πλέκεται με τον μύθο και μέσα στο ποίημα βρίσκεται η Αλήθεια.
Η Ελευσίνα, το “Θεών Νταμάρι”, έχει σημαδέψει βαθιά τον ποιητή, ώστε η σημειολογία της μέσα στα ποιήματα ποικίλλει καθώς δηλώνει σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, σχέσεις ανθρώπων με τον τόπο, το υπερφυσικό, αλλά και το φυσικό, τον πόνο, τον έρωτα.

Ο Έρωτας, αντίπαλος του Θανάτου, αρχέγονος Θεός από τα αρχαία χρόνια. Στη διελκυστίνδα των δυο αρχέγονων δυνάμεων, Έρωτα- Θανάτου, βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος και πάντα η ροή των πραγμάτων οδηγεί στα ίδια αποτελέσματα. Αυτό το δίπολο αποτελεί επίσης άξονα της ποιητικής του Λουκόπουλου. Ο Έρωτας στον Λουκόπουλο είναι τρυφερός, δυναμικός, έχει αισθησιασμό, όμως δεν γίνεται αγοραίος. Δεν χάνει τη μοναδική του υπόσταση.
Η γλώσσα του διαμορφώνεται από τη συνθήκη αυτή. Χρησιμοποιεί λέξεις λόγιες, καθημερινές, ακόμη και αγοραίες με τέτοια φυσικότητα που καταλήγεις να θαυμάσεις το εξαίσιο εύρημα: “να το κορμί/ που ο Λεονάρντο/ ηράσθη/ εδώ καπνίζουν/ όσα κορίτσια μ’ ερωτεύτηκαν/ που στον κόλπο τους με κλείδωσαν/ με τα μάτια/ ή με τα δόντια”.
ή
“…τις σεξουαλικές ευχές της:/-να γαμιέσαι καλά μέχρι να πεθάνεις!/μεταφέρεις σε δοχείο ταπεινό/ ως άγιο μύρο/ διότι πάντα η ζωή θα ορίζεται έτσι/ μέσα από έναν παράφορο/ ή έναν τραγικό έρωτα”.
Στέκεσαι και στον τρόπο που περιγράφει τις Γυναίκες και τα κορίτσια. Γίνεται ρομαντικός, λυρικός, χωρίς όμως υπερβολές κι εξάρσεις, μ’ αυτήν την επιτυχημένη δοσολογία που σε κάνει να θαυμάσεις μια γυμνή γυναίκα υπέροχα ζωγραφισμένη με λόγια. Οι γυναίκες του όμως είναι και καθημερινές, της διπλανής πόρτας, αυτές γίνονται σημείο αναφοράς του. Γυναίκες που δεν κάνουν έρωτα, που δεν γεύονται το φιλί, γυναίκες που πενθούν, που υποφέρουν από την ανδρική βία απλά γιατί είναι γυναίκες, αλλά κι “από τη σκατοψυχιά” των ανδρών.
Μέσα στο “Ενύπνιο” ταξίδι του δεν διστάζει να αγκαλιάσει κι άλλους δημιουργούς. Ξεκινώντας από τον ανώνυμο ποιητή του Άσματος Ασμάτων “Σε νοσταλγώ Ροδούλα…/σελ. 77, στο Άσμα Ασμάτων”,( Ιατρού Διγενή Συνταγολόγιον) φτάνει στο “Ενύπνιο του Μοντραί” στον Σέλλεϋ που απαγγέλει “την Αναγκαιότητα του Αθεϊσμού” για να περάσει στις υπαρξιακές ανησυχίες του Κίρκεγκωρ και στον φιλοσοφικό στοχασμό του Καντ: “ενώ διαβάζεις τον Κίρκεγκωρ/ σαν να ήταν ο Καντ,/ από παιδί μεθοδεύεις,/ τη νομοτελειακή σου/ αυτοχειρία._”. Δεν λείπει ο φιλοσοφικός στοχασμός από τα ποιήματα του Λουκόπουλου. Η διαρκής αναζήτηση του Θεού, του ανθρώπου και του ρόλου του μέσα στον κόσμο. Αναμετριέται με τις μεγάλες αλήθειες της ύπαρξης. Ο Θεός είναι μια τέτοια αλήθεια την οποία προσεγγίζει άλλοτε σαν παιδί κι άλλοτε, κοιτά διστακτικά. Σε κάθε περίπτωση η λειτουργία του υποσυνείδητου φέρνει μπροστά γνώσεις, αναζητήσεις, σκέψεις και μαζί με όλα τα άλλα προκαλεί τον ποιητή που μη έχοντας άλλη επιλογή κάνει Ποίηση!
Γι’ αυτό και μπορούμε να πούμε πως η συλλογή αυτή περιλαμβάνει πάρα πολλά ποιήματα ποίησης. Η αναζήτηση του ποιητή, η υπαρξιακή αγωνία, τον οδηγούν στο να γράψει εντέλει ποιήματα για τον Ποιητή ή για την Ποίηση:
“Κάθε βράδυ,/ συναντούν τον ποιητή,/στάχτες και χώματα·/ στα μάτια τους κρυώνει/ λίγο ζεστό κερί…” (Σταθερότητα)
ή
“-εσύ, ήσουν πάντα ποιητής
ακόμη κι όταν δεν υπήρχε η ποίηση…” ( Εσύ ήσουν πάντα ποιητής)
ή
“Εδώ πια, μόλις που τυπώθηκαν/ και τα κούφια ποιήματα/-τα ζωντανά/ γυαλίζανε/ στο ξεροβόρι/ μα δεν έστρεφαν/ την κεφαλή-/ θέριευε το μελάνι τους/ να μ’ αρπάξει” (Τα κούφια ποιήματα)
ή
“μόνο δυο ποιήματα για την αγάπη/ και το γινάτι της/σε ένα συρτάρι/ ακόμη φρέσκα/ αιμορραγούσαν.” (Οικοσκευή)
Εκείνο που πρέπει να πούμε είναι πως ο ποιητής διαμορφώνει έναν προσωπικό τρόπο γραφής. Δίνει το δικό του ξεχωριστό στίγμα. Αφενός η γλώσσα του είναι ιδιαίτερη. Χρησιμοποιεί τύπους λόγιους, αλλά και λέξεις αγοραίες σε απόλυτη αρμονία μεταξύ τους. Ο λόγος του είναι άμεσος, όχι δυσνόητος και κρυπτικός παρά το γεγονός ότι μπαινοβγαίνει στο χώρο του υπερρεαλιστικού, αλλά και του συμβολιστικού στοιχείου. Υπάρχει πρώτο πρόσωπο που δηλώνει αυτοαναφορικότητα όμως εύκολα γίνεται κατανοητό πως οι ιδέες του ποιητή και τα θέματά του αφορούν στο “Εμείς” κι όχι στο “Εγώ”.
Ο υπερρεαλιστικός τρόπος γραφής οδηγεί στη χρήση επιθέτων και προσωποποιήσεων. Ταυτόχρονα υπάρχουν άφθονα ρήματα που δηλώνουν κίνηση μέσα στο ποίημα.
Ο συμβολιστικός τρόπος γραφής εξασφαλίζει ατμόσφαιρα μέσω της χρήσης λέξεων- συμβόλων χωρίς ωστόσο να μας οδηγεί σε μια σκοτεινή κι απρόσιτη ποίηση.
Λόγω των “Ενυπνίων” και της κίνησης μέσα στο χώρο των ονείρων ο ποιητής μπορεί να μπαινοβγαίνει στο υποσυνείδητο, να παίρνει τα κεκρυμμένα, τις αναμνήσεις, τους πόνους, τους ανομολόγητους στοχασμούς, τις επιθυμίες, και να τα μετατρέπει σε λέξεις, σε εικόνες. Εικόνες που μπορούν και ξεγλιστράνε από τη φθορά καθώς δεν υπόκεινται σε νόμους και κανόνες “λογικούς”:
“ήρθε η βουβή μπουρού/που τη νομίζαμε βραχνιασμένη/ και μας έκλεινε με τη σιωπή της..” ή “του σκότους/ το πολύχρωμο επισκίασμα.”
Το πλήθος των επιθέτων, γνώρισμα όπως είπαμε του υπερρεαλιστικού λόγου, προσδίδει ιδιότητες απροσδόκητες σε αντικείμενα, έννοιες ή καταστάσεις. Είναι ο τρόπος να πλησιάσει τα απλησίαστα. Μέσω της προσφυγής στον υπερρεαλισμό εκφράζει και πλησιάζει βιώματα όπως ο θάνατος, ο πόνος για τον έρωτα και την απώλεια, η οργή για την κοινωνία και την κοινωνική αδικία, η συνάντηση με τον εαυτό- πάντα οδυνηρός ο δρόμος να ξανασυναντήσεις το παιδί μέσα σου. Μέσα στο φαινομενικά “παράλογο” ή “παράτολμο”, στο λογικό άλμα, καλύπτει τα κενά της πραγματικότητας και της ζωής ακόμα.
Ο λυρισμός στον Λουκόπουλο είναι επίσης ένα στοιχείο γραφής και γλώσσας. Όμως αυτός προκύπτει ακριβώς γιατί ασχολείται με τα μεγάλα ζητήματα της ανθρώπινης ζωής. Οι σχέσεις με τους αγαπημένους που χάθηκαν, ο έρωτας, ο θάνατος, η μοίρα του ανθρώπου, η ζωή γενικότερα.
Στους στίχους του βρίσκει κανείς και στοιχεία ρομαντικά που παραπέμπουν σε προηγούμενες γενιές ποιητών. Στοιχεία που απροσδόκητα, αλλά ταυτόχρονα τόσο αρμονικά συνευρίσκονται με τα υπόλοιπα γνωρίσματα της ποίησης του.
Η γλώσσα του Λουκόπουλου είναι πλούσια, εναργής και ρωμαλέα κι ο ποιητής κατορθώνει να δημιουργήσει έναν αναγνωρίσιμο τρόπο γραφής:

“δεν ημπορεί να σκληρύνει κι άλλο η ποίηση
για να τους χωρέσει
καθένας με το τομάρι του
να έρχεται να μεταλαβαίνει
και συγχώρεση
-αν είναι να λάβει-
να λαβαίνει από τα αποθαμένα του.”

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

CULTURE BOOK 29/2/2020

Γράφοντας για τη νέα ποιητική συλλογή του Κ. Χ. Λουκόπουλου ξεκινώ από την επωδό που ο ίδιος ορίζει ως Επιμύθιο: «…δεν είχα κλείσει ακόμη τους λογαριασμούς μου με τις σκιές.» Ενώ, λίγο παρακάτω καταλήγει: «…κάθε σταγόνα ποίησης περιέχει μέσα της τον χρόνο, τους τόπους, τους ανθρώπους, τα ταξίδια, τα έργα τέχνης, που τη γέννησαν.» Αντίστροφα μετρώντας λοιπόν θα αναφερθώ πρώτιστα στη συνομιλία του Λουκόπουλου, με τον χρόνο, τους ανθρώπους που αγάπησε, με τον έρωτα, τον θάνατο, άλλωστε δεν παραλείπει να το δηλώνει, «Τις νύχτες, φορώντας/ τους παλιούς ανθρώπους,/ πληθαίνω ατέλειωτα προς τα πίσω..». Συνομιλεί με την ίδια την τέχνη αλλά, κυρίως, με την ίδια τη γλώσσα, την οποία χειρίζεται άλλοτε επιτηδευμένα, με έναν ποιητικό ύφος που παραπέμπει σε αντίστοιχους ποιητές που κατάγονται από τις αρχές του 19ου αιώνα. «…ενόσω εκείνες θα τεντώνονται/έτοιμες να φτερουγίσουν/ απ’ του κορμιού τους/ το νεκύδαλλο.», κι άλλοτε μ’ εκείνον τον μαγικό τρόπο της αυτόματης γραφής που απελευθερώνει τα γλωσσικά σύμβολα.

Ο συμβολισμός αναδύεται από την ακροτελεύτια λέξη του ποιήματος με τίτλο «Τα κορίτσια» από τη λογιότατη λέξη νεκύδαλλο. Η μεταμόρφωση της ψυχής, όπως η πεταλούδα αναγεννάτε αφήνοντας το κουκούλι της, η μεταμόρφωση του κοριτσιού σε γυναίκα, ο χρόνος χορεύει με τη φθορά και τις αναμνήσεις σε ένα υπερρεαλιστικό ταξίδι και τολμά ακόμα και την ποιητική συνεύρεση με το ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ, «Σε νοσταλγώ Ροδούλα,/ υπογραμμίζω τους στίχους…».

Πράγματι, όσο βαθαίνει ο ποιητικός οίστρος ξεδιπλώνεται η γλώσσα του ποιητή, τολμά και χρησιμοποιεί λέξεις αγοραίες. Τον παρατηρούμε να ελίσσεται γλωσσικά, χωρίς καμία διάθεση φλυαρίας, αγγίζοντας με το ίδιο πάθος τον ναρκισσισμό της ίδιας της ύπαρξης. Στις «Πλειάδες» θα απευθύνει «…με μιαν/αυτάρεσκη αξιοπρέπεια/τις σεξουαλικές ευχές της:– να γαμιέσαι καλά μέχρι να πεθάνεις!»

Πρόκειται, για ένα ταξίδι στα όρια της τέχνης, της ζωής και του θανάτου, της νοητής γραμμής της ίδιας της εξέλιξης σε κάθε επίπεδο. Η σάρκα ανταγωνίζεται το πνεύμα, ο έρωτας τον θάνατο και η ίδια η ύπαρξη τη μεταμόρφωσή της. Ο λόγος του Λουκόπουλου, υπερρεαλιστικός, δεν φείδεται επιθέτων, ωστόσο δεν παραλείπει την ορμή που τόσο ιδιαίτερα κατοικεί στους στίχους του.

Το ταξίδι της ψυχής ξεμακραίνει, ελίσσεται, νοσταλγεί και πλέκει το υπερρεαλιστικό υφάδι της ποίησης του, καθώς «το αγόρι πορθητής…/… στον δρόμο για τα Εκβάτανα…» ντύνεται ποιητής και υφαίνει πάλι τη ζωή, «…ας τεντώσει τα χέρια/να τον γλείψουν οι κάμπιες/ ο δραστήριος μυόσπασμος/κι η οργάνωση σε αλυσίδες/αυτή δεν είναι η ζωή μας;».

Το Παρίσι, η πόλη του φωτός, συναντά στην «Τροφό» την Αχερουσία λίμνη σε ένα συμβολικό ταξίδι όπου η φθορά ελπίζει στην αναγέννηση, «…κι όσο θα τρίζεις στο στόμα μου/θα είναι το Παρίσι μας,/ένα καλάθι των βράχων του/και μια Αχερουσία». Ο θάνατος ταξιδεύει χέρι χέρι με τη ζωή στην ποίηση του Λουκόπουλου. Τίποτα δεν σταματά τον έρωτα. Η νυφική παστάδα, ο έρωτας, η κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης, Ο Φρόιντ και η γενετήσια ορμή, βαδίζουν πλάι με τον θάνατο.

Συχνά, οι αναμνήσεις ξεπηδούν σαν μνημόσυνα από τους στίχους του Λουκόπουλου. «…άλλα χρόνια τότε,/ φέρναμε νερό στα χέρια/μεγαλώναμε κάτω από τις ελιές/ βαραίναμε μπροστά/όχι στα καπούλια…». Η απώλεια, η ματαίωση, η θλίψη, συναντούν την πάλη για κοινωνική ισότητα μεταδίδοντας αξίες και στάσεις για τη ίδια τη ζωή. «…Εδώ σού εκμυστηρεύομαι./ όπως θα πέφτει μια νύχτα του Δεκέμβρη τού ’85/ τα μυδράλια θα σιγούν/στην Αλεξάνδρας…». Η βαθιά κοινωνική και πολιτική του ευαισθησία, κουβαλά στις πλάτες της πατρογονικές μνήμες και πληγές που συνδέονται με διηγήσεις και βιώματα άρρηκτα συνδεδεμένα με γονικές μνήμες, ενώ ο πατέρας ακρογωνιαίος λίθος για τον ψυχισμό ενός άνδρα κατέχει εξέχουσα θέση ως φροϋδική φυσιογνωμία στους στίχους του ποιητή.

Άλλοτε ο ποιητής, ως άλλος, ως σεμνός δημιουργός, υπηρετεί σεμνά τον ρόλο του ως από μηχανής θεός δηλώνοντας την άυλη παρουσία του: «Κάθε βράδυ,/συναντούν τον ποιητή,/στάχτες και χώματα./στα μάτια τους κρυώνει/λίγο ζεστό κερί …» κι άλλοτε πάλι διαπλέκει διακειμενικά στην ποιητική του περιπλάνηση τα «…σιωπηλά ειδώλια των Σειληνών με τα δεμένα μάτια…», ενώ «…ο Σέλλεϋ να απαγγέλει/ την Αναγκαιότητα τού Αθεϊσμού», στο «Μικρό Επιμύθιο».

Το υπερκείμενο γυναίκα πιστοποιεί την πεμπτουσία της ύπαρξής του, επίσης διακειμενικά, στην ποίηση του Λουκόπουλου. Αντιμετωπίζεται ισάξια σε έναν αέναο αγώνα να ταιριάξουν οι ανάσες, να γίνει ο θάνατος χαρά και η μοναξιά συνταίριασμα, γάμος, συντροφικότητα χωρίς ωστόσο να παραλείπεται το πάθος για ζωή, η δημιουργική φύση του θηλυκού, κι ο πόνος που κατατρώει πάντα το αρσενικό. «…διότι πάντα η ζωή θα ορίζεται έτσι/ μέσα από έναν παράφορο,/ ή έναν τραγικό έρωτα». Η γυναίκα γίνεται σύμβολο, αναβιώνει πάθη, γίνεται ανεκπλήρωτος έρωτας, καημός, σκληρή αλήθεια, θάνατος, φυγή από την πραγματικότητα μα πάντα με σεβασμό προς τη φύση της. «…κι οι γυναίκες του/ήταν ιερά της Δήμητρας/ που γίνηκαν ξωκλήσια.», αποδίδοντας στη θηλυκή φύση την ύψιστη αποστολή που όρισε για εκείνην η φύση. Εκείνη της δημιουργίας, της αναγέννησης.

Ο ποιητής δεν παραλείπει τις μάχες του με το φύλλο «…κι όσοι ακόμα βασανίζονταν/ έδερναν έπειτα την κυρά τους/από αγάπη/ λες κι ήταν αμαρτία το φύλο κι όχι η σκατοψυχιά/ δεν ημπορεί να σκληρύνει κι άλλο η ποίηση/για να τους χωρέσει…», τον έρωτα, τη σαρκική ηδονή, η οποία κατέχει ξεχωριστή θέση στην ποίηση του Λουκόπουλου.

Η μοναξιά, εκείνο που μένει να κατακτηθεί. Ο χρόνος. Απελθόντες έρωτες θάβονται στα υπόγεια αφήνοντας τη γεύση της φθοράς, παρέα με τα φοιτητικά χρόνια. «…και το κορμί μου έχει γίνει μια ανόητη άσκηση που φοριέται ανάσκελα,/σαν χρονικό κρεβάτι…» πάθη, φόβοι, συνταιριάζονται αρμονικά με τη διονυσιακή μνεία, τα ελευσίνια μυστήρια και ο διονυσιασμός με τις μεταφυσικές ανησυχίες του ανθρώπου δημιουργού. «Σκέφτομαι, με την αφορμή,/ να ήταν έτσι πάντα κι η ζωή,/ένας απλοϊκός συμβολισμός με μάσκες: ένα φίδι/ένας τζουράς/ κι ένα γυφτάκι – άγγελος/ που ερίζουν για την αλήθεια/της πείνας για Θεό,/με την πείνα/για τις παπαρούνες.»

Ο ποιητής κουβαλά τον φόβο ως κοινωνικό στερεότυπο, δεν τολμά να τον εκδιώξει από τη γραφή του, τον αφήνει να ανταγωνίζεται τα μυστήρια της ζωής, εκφράζεται βολταιρικά η ανάγκη για το θείο, το υπέρτατο ον, την ανώτατη δύναμη. «…Κι έτσι οι απορημένοι φθόγγοι του βάλτου/πήραν κορμί /ψυχοσάββατο διανύοντας…» Ο χρόνος και η φθορά σε αντιδιαστολή με τη νιότη και τον έρωτα αναζητούν διακειμενικά αναθεώρηση: Θεός ή άνθρωπος; Μοίρα ή ανθρώπινη βούληση; Το θείο έχει πολλά πρόσωπο στην ποίηση του Λουκόπουλου δεν το αμελεί, ούτε καν το αψηφά. Το επιβεβαιώνει άλλωστε: «…όμως εσύ ο ίδιος/- που γεννήθηκες με ένα περίστροφο στο μπράτσο σου -/ ενώ διαβάζεις τον Κίρκεγκωρ/σαν να ήταν ο Καντ,//από παιδί μεθοδεύεις,/τη νομοτελειακή σου/αυτοχειρία._»

Το αγόρι που αντρώνεται θυμάται, θρηνεί: «…εσύ ήσουν πάντα ποιητής/ –…», θ ακούσει σεμνά να του απευθύνουν «… όμως εμείς σου λέω/είμαστε, καιρό τώρα, πεθαμένοι.». Το αγόρι ποιητής αναζητά τη νύχτα που έρωτας και θάνατος ανταμώνουν σε ένα δημιουργικό ταξίδι. «Υπάρχει μια νύχτα που όλο μου διαφεύγει,/ σαν ένα τελευταίο νυχτερινό λεωφορείο…», ξαναγυρνά, θυμώνει, αναγεννιέται από τα «νυχτοπατήματα» των «Αρχαγγέλων» και μετουσιώνει «τη σκόνη τους» σε ποίηση. Μας αποχαιρετά από το ύψιστο σκαλοπάτι της ποίησης με μιαν υπόσχεση:

Αυτό να ξέρετε τουλάχιστον:

δεν προκύπτει κατ’ ευχήν
η έρημη η ποίηση
Για μιαν, ακόμη, φορά
Σας χαιρετώ
και σας
Κουρδίζω!

.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

ΧΑΡΤΗΣ 26 {ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2021}

Η ραπτομηχανή του Μορφέα

Στα Ενύπνια τα μεθεόρτια ή διαφορετικά στα όνειρα που επισκέπτονται τον ποιητή κατόπιν κάποιας εορταστικής ημέρας ή εκδήλωσης, η θεματική του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου –όπως μαρτυρά και το πρώτο ποίημα, που εν είδει μότου αποτελεί το εναρκτήριο της συλλογής– είναι η μνήμη και δη το μνημόσυνο, μια και οι ήρωες που τον επισκέπτονται είναι οι νεκροί. Σ’ ένα εν γένει ονειρικό και ατμοσφαιρικό τοπίο, το ποιητικό υποκείμενο διαφοροποιείται, ενώ οι συνομιλητές του άλλοτε κατονομάζονται κι άλλοτε παραμένουν μακρινοί, χωρίς ιδιότητα ή όνομα. Η ξένη γραία, η μάνα κι ο πατέρας του ποιητή, ένας γέρος, ένα τρίχρονο, εκείνη, τα κορίτσια, το σπίτι, η πόλη, ένας επαναστάτης, ένας σαμάνος, η τροφός, η κοκκινοσκουφίτσα, οι ηθοποιοί του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, ο Νίκος Αργυράκης, ο Τσαμπίκος Παμπίδης, ο Σέλλεϋ είναι μερικά από τα αντικείμενα της ποιητικής αφήγησης, τα οποία στηρίζουν την προβληματική του χρόνου, της μνήμης, της απώλειας, του πένθους, του έρωτα, της ματαίωσης, της σιωπής, του κενού, του ποιητή και της ποιητικής πράξης. Ο ποιητικός χώρος στον οποίο τοποθετούνται είναι τόσο το ελληνικό τοπίο και η γενέθλια πόλη όσο και οι παραστάσεις του ποιητή από το οδοιπορικό του από τη Γενεύη έως το Μοντραί, το 2016, όπως ο ίδιος αναφέρει στο Μικρό Επιμύθιο, που βρίσκεται στο τέλος του βιβλίου.
Ο βασικός τρόπος με τον οποίο ο Λουκόπουλος επεξεργάζεται τη θεματική του είναι η έμφαση στο συναίσθημα, η παρορμητική διαχείρισή του και ο τρόπος πρόσληψης του κόσμου με τις αισθήσεις. Η οπτική αυτή συντείνει ώστε η ποίησή του να προκαλεί συγκίνηση, κυρίως σε θεματικές που είναι άμεσα προσβάσιμες ή κατανοητές ως κοινές εμπειρίες όπως, για παράδειγμα, ο θάνατος της μητέρας. Πέραν όμως από αυτή την κεντρική ποιητική επιλογή διαχείρισης του υλικού, ο Λουκόπουλος αναπτύσσεται και σε χώρους λιγότερο προσβάσιμους ή περισσότερο απαιτητικούς για τη συνολική κατανόηση του σκεπτικού του, όταν απαιτείται είτε μια πιο σύνθετη επεξεργασία όσον αφορά την κατανόηση των γλωσσικών επιλογών του είτε όταν η θεματική του κινείται σε γνωσιολογικούς άξονες στους οποίους ο αναγνώστης δεν έχει αναφορές. Η παρατήρηση αυτή συνάδει άλλωστε και με τα δύο διαφορετικά και σε πλήρη αντιπαράθεση υλικά που χρησιμοποιεί: αυτά που είναι δανεισμένα από το γνώριμο ελληνικό τοπίο της υπαίθρου, της λαϊκής γειτονιάς και της ελληνικής παράδοσης, όσο και από αυτά των παραστάσεων που υπάγονται στην ευρωπαϊκή κουλτούρα.
Η ποιητική του ξεδιπλώνεται με ρέουσα γλώσσα και ρυθμούς είτε σε μικρά αφηγηματικά ενσταντανέ που χαρακτηρίζονται από σφριγηλές ποιητικές πραγματώσεις όπως (π.χ. Τα σώματα, Το σπίτι, Νόστιμον ήμαρ, Le temps perdu, Η λεωφόρος Σχιστού, Τα κορίτσια, Κορίτσι-ηνίοχος, Τα ναύλα, Ταρίχευση) είτε σε πιο μακρόπνοα αφηγηματικά ποιήματα, που άλλοτε χτίζονται με σφριγηλά ποιητικά υλικά, ενώ άλλοτε (σε μέρη τους) δίνουν την εντύπωση ότι δομούνται κυρίως μέσα από, ανένταχτους , δομικά, ελεύθερους συνειρμούς (π.χ. Πώς θα γλιτώσεις, μωρομάνα; Ιατρού Διγενή συνταγολόγιον, Κι εσύ νεκροτομείο, Στον δρόμο προς τα Εκβάτανα, Τροφός). Στο έργο του βρίσκουμε πρωτότυπες μεταφορές, παρομοιώσεις, νοηματικές ανατροπές και ειρωνεία, εμφανείς αμφισημίες. Για παράδειγμα ακολουθούν κάποιοι στίχοι:

-Βλέπω που χάνεται η γλώσσα/ μες στα ποιήματα/ όπως τα τρένα που σκουριάζουν στους σταθμούς
-Για να σε αποθυμήσω/ σαν μέλι που διαλύεται στην καμπή της γλώσσας
-Κι ένα δάκρυ πηχτό/ σαν βουλγάρικο/ ανθόνερο (παρομοιώσεις)
-Έξω παρασιτούσαν οι λαμνοκόποι/ των συνεστιάσεων
-Oι εργάτες πίνουν τις μπίρες τους και ρεύονται/ κι αγνοούν […] την άβυσσο που μπαζώνεται με αρέσκειες κι αρχίδια
-Μια λιβελούλα τραβεστί
-το γδαρμένο ποίημα/ απ’ την ανατολή/ των φαύλων (μεταφορές)
-τότε θα πραγματωνόταν εσαεί/ μια αντιμετάθεση:/ της πείνας για Θεό,/ με την πείνα/ για τις παπαρούνες
-όλοι στρέφεστε προς την απλότητα/ λες και γεννηθήκατε απλοί·/ τέσσερα τρισεκατομμύρια κύτταρα/ οργανωμένο έμβρυο/ απλοϊκοί μου
-Αποβραδίς/ μεγαλώνει ο πεθαμένος σκύλος
-τα ναύλα σας/ να τα φοράτε μες στις κόγχες/ αντί για μάτια (νοηματικές ανατροπές και ειρωνεία)
-δεν ανάβουν τα σώματα/ κι έχουμε ξεπαγιάσει
-o Αλλάζει κι η συχνότητα με τη σκουριά/ κι ίσα που τρίζει/ ένα τριζόνι/ σαν σφυρίχτρα για τους σκύλους (αμφισημίες)

Θα μπορούσαμε επίσης να σχολιάσουμε την ερμητική πλευρά της γραφής του Λουκόπουλου. Ερμητισμός όμως δεν σημαίνει κλειστό σύμπαν προς οποιαδήποτε κειμενική προσέγγιση εντός του νέου συστήματος που κατασκευάζει εμφανώς γλωσσοκεντρικά ο δημιουργός. Η διερεύνηση του γλωσσικού πεδίου και η διάνοιξη ή η αμφισημία των νοημάτων είναι ζητούμενα στον ποιητικό λόγο, σε σχέση όμως με κάτι που τίθεται ως νέος κώδικας και σε αλληλουχία με αυτόν – κάποτε μιλάμε για σχέσεις ορατές, ενώ κάποτε για σχέσεις δυνατές να κατονομαστούν ως αποτέλεσμα μιας πιο σύνθετης νοητικής λειτουργίας, συνδυασμών και παρατήρησης. Πάντα όμως αναφερόμαστε σε εσωτερικούς άξονες δόμησης του ποιήματος. Για παράδειγμα στο Ενύπνιο του Μοντραί (σελ. 62) και στα Κορίτσια (σελ. 46) οι επόμενοι στίχοι μοιάζουν να «αιωρούνται» λόγω της ανοικείωσής τους, χωρίς αυτό να είναι αληθές για τον προσεκτικό αναγνώστη που είναι σε θέση να εντοπίζει τους διαφορετικούς κάθε φορές άξονες που ανευρίσκονται στο συγκείμενο, είτε ακολουθώντας τους δεύτερους ήχους των σημαινόντων, είτε τα νοήματα, είτε το πραγματολογικό υλικό που χρησιμοποιεί.

Στο διά ταύτα μού αρκεί/ που η θάλασσά του ορίζεται/ εξωσκελετικά,/ απ’ τις περίτεχνες τροχιές των σκώρων στο σκοτάδι όσα κορίτσια μ’ ερωτεύτηκαν/ που στον κόλπο τους με κλείδωσαν/ με τα μάτια/ ή με τα δόντια/ ένα φαγιούμ από αμύγδαλο και στάχτη.

Πέραν όμως τούτων, είναι σκόπιμο να εντοπιστούν και κάποια σημεία στα οποία η ποιητική του δεν ανταποκρίνεται με παρόμοιο τρόπο: α. Σε ορισμένα ποιήματα δίνεται η εντύπωση μιας προσχηματική θεματικής που επικυρώνεται εντός του κειμένου με αποσπασματικές εικόνες (οι οποίες δεν εντάσσονται σε μία επάλληλη κατάθεση φαντασιακής εικονοποιίας, προκειμένου να υποστηρίξουν τη διάνοιξη του κειμένου σε σχέση με το θέμα) και με ανολοκλήρωτους συνειρμούς (οι οποίοι δεν εντάσσονται σε μια ακολουθία σημαινόντων με εσωτερικό δομικό άξονα στήριξης του κειμένου). Ενδεικτικά, για να γίνει κατανοητή η παρατήρηση, ας αναφερθεί το ποίημα Πώς θα γλιτώσεις, μωρομάνα; (σελ. 12) β. Τα ποιήματα αρθρώνονται σε ανισομερή ελεύθερο στίχο, από τον οποίο αν και δεν απουσιάζουν στο σύνολο ο ρυθμός, η ροή και η γλωσσική διεύρυνση, διαφαίνεται από την άλλη, σε κάποιες περιπτώσεις, το μειωμένο ενδιαφέρον του ποιητή για εκείνη την ανάγνωση που θα σταθεροποιούσε την ποιητική του, όσον αφορά την τοπολογία και τη δυναμική των ποιημάτων, κυρίως όταν πρόκειται για αφηγηματικά ποιήματα ή για ποιήματα των οποίων το νόημα δίνει την εντύπωση ότι περισσότερο αναζητείται διά μέσου της συνειρμικής καθοδήγησης παρά αποκρυσταλλώνεται διά της δευτερογενούς επεξεργασίας, η οποία είναι χρήσιμη στη στιχουργική.
Ως τελική παρατήρηση, θα σημειώναμε τους ακόλουθους στίχους οι οποίοι αντανακλούν την προσωπική θέση και θέαση του ποιητή, υποδηλώνοντας ένα αίσθημα πικρίας που συμπληρώνεται από μια ανατρεπτική και ειρωνική ανταπάντηση:

οι βέβαιοι άνθρωποι/ περνούσαν ένας ένας/ κι έφτυναν/ εμείς και με τα σάλια τους/ θα πορευόμαστε/ έχουμε υπάρξει και ταπεινοί/ και σαλιγκάρια
(«Οι βέβαιοι άνθρωποι», σ. 34)

Ασφαλώς, η μόνη βεβαιότητα είναι εκείνη της αβεβαιότητας με την οποία πορευόμαστε όλοι μας αγέννητοι μέσα στη γλώσσα, ακόμη και αν η όποια θεώρησή μας συντελείται ως πρόχειρη παραμυθία για το αντίθετο.

.

ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Σ. ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

www.bookpress.gr 29/9/2019

Χειμωνιάτικα ταξίδια στις πόλεις και στη γλώσσα

Η μορφή ή το περιεχόμενο κάνουν ένα έργο τέχνης; Γνωρίζω τις απαντήσεις που κατά καιρούς έχουν δοθεί, απ’ τον φορμαλισμό, τον Μπαχτίν, τη μαρξιστική θεωρία της λογοτεχνίας, τη Νέα Κριτική, τον δομισμό, τον μεταδομισμό, τις θεωρίες της πρόσληψης. Κουτσά στραβά έχω σχηματίσει και τη δική μου θέση, αυτή που υπερασπίζομαι στα κριτικά μου σημειώματα, αυτή που υπηρετώ στα δικά μου λογοτεχνικά γραφτά. Αλλά κάποια ερωτήματα είναι προορισμένα να επανέρχονται ακόμα και στα καλά καθούμενα και ας νομίζουν οι θεωρίες της λογοτεχνίας και ας νομίζεις και εσύ ότι τα ’χετε οριστικά λυμένα. Για παράδειγμα, πιάνεις να διαβάσεις ένα βιβλίο και βρίσκεις τον εαυτό σου ενώπιον του ίδιου και του αυτού ερωτήματος: τελικά, η μορφή ή το περιεχόμενο κάνουν ένα έργο τέχνης;
Διαβάζω, λοιπόν, το βιβλίο Οι πόλεις το χειμώνα του Κωνσταντίνου Χ. Λουκόπουλου. Όπου από μια ήσσονα αφορμή, που νομίζεις ότι δεν έχει τίποτα άλλο να πει απ’ το να δηλώσει το θέμα της και να σωπάσει, βλέπεις τον λόγο να εξακτινώνεται, να απλώνεται, να διακλαδίζεται χωρίς να φλυαρεί και χωρίς να σε κουράζει ή ακόμη και όταν ξεκινά από κάτι που σου φαίνεται μείζον θέμα, ικανό δηλαδή να γεμίσει σελίδες επί σελίδων, σχεδόν να το ξεχνάς από τη δεύτερη αράδα παρασυρμένος/η απ’ τη γοητεία της γλώσσας, τα παράλληλα σύμπαντα των ιδεών της και το πλήθος των εικόνων της. Την οποία γλώσσα βλέπεις να ξεμακραίνει, να ελίσσεται, ενίοτε δε να επιχειρεί χορευτικές κινήσεις δίχως τίποτα το επιτηδευμένο, το φτιασιδωμένο, το βαρύ και πάντα να κρατά το νοηματικό υφάδι της και να επιστρέφει στην αρχική κοιτίδα για να κομίσει το τελικό της νόημα, εμπλουτισμένο με ό,τι στην πορεία μεσολάβησε.
Η συλλογή μικροκειμένων και διηγημάτων μπονζάι Οι πόλεις το χειμώνα είναι μια μαθητεία στα όρια της γλώσσας, στους μαιάνδρους, στις σπειροειδείς και στις παράλληλες πορείες της. Με έναν πολύ καθιερωμένο χαρακτηρισμό θα ’λεγα ότι έχουμε εδώ να κάνουμε με έναν στιλίστα της γραφής, αλλά πολύ φοβάμαι ότι το στερεοτυπικό περίγραμμα του χαρακτηρισμού θα αδικούσε λογοτεχνικά τη γραφή του Λουκόπουλου, που μπορεί να ξεμακραίνει απ’ το θέμα αλλά δεν εκφέρεται ερήμην του θέματος, δεν το υποτιμά, δεν στέκεται αδιάφορο απέναντί του – πολύ δε περισσότερο δεν αυταρέσκεται, δεν κομπάζει και δεν καμώνεται την καμπόση.
Επιμένω στο ζήτημα αυτό, γιατί εδώ ακριβώς κρύβεται το βασικό πλεονέκτημα της εξαιρετικής αυτής συλλογής από μικρά πεζά και μερικά ποιήματα. Ότι δηλαδή η γλώσσα του Λουκόπουλου αντλώντας απ’ τις θετικές επιστήμες, τη λογοτεχνική παράδοση και άλλες τέχνες (π.χ. ζωγραφική) συνομιλεί με προγενέστερα έργα, προωθεί το εξεταζόμενο θέμα, ενώ παράλληλα νιώθεις τη χάρη ενός χορευτή, την αλαφράδα ενός ποιητή και τη στιβαρότητα ενός θετικού επιστήμονα να ισορροπούν πίσω από κάθε φράση, τεντώνοντας τα όριά της, προεκτείνοντας την εκφραστικότητα και βαθαίνοντας τα νοήματά της και μάλιστα χωρίς τα συνήθη στραμπουλήγματα, τις ακραίες γλωσσικές ακροβασίες και κυρίως την ετεροβαρή αυτή αίσθηση μιας επεξεργασμένης μορφής σε σχέση με ένα υποτιμημένο περιεχόμενο, που συχνά πυκνά δημιουργεί κάθε ανάλογο εγχείρημα.
Επανέρχομαι στον αρχικό μου προβληματισμό. Μορφή ή περιεχόμενο; Χρόνια τώρα επιμένω στο ζήτημα της ισορροπίας, της από κοινού δηλαδή αξίας, που ισομοιράζει την αισθητική διάσταση του έργου και εδώ και εκεί. Στη δική μου αντίληψη, το πιο ενδιαφέρον θέμα δίχως τη γλωσσική υποστήριξη καταλήγει αδιάφορο και η πιο εντυπωσιακή γλώσσα δίχως τη θεματική υποστήριξη καταλήγει κενολόγα. Αλλά έρχεται αυτό το βιβλίο του Λουκόπουλου που δια της μορφής μαγεύει το περιεχόμενο, για να ταράξει τις πιο βολικές παραδοχές μου και να θέσει ξανά σε κίνηση την αμφιβολία και το ξεσκόνισμα κάποιων βιβλίων θεωρίας της λογοτεχνίας.
Δεν έχει καμία σημασία αν τελικά ασπάζομαι αυτή τη θεωρητική αρχή και αυτό τον αισθητικό τρόπο επεξεργασίας. Σημασία έχει η ίδια η διανοητική πράξη του προβληματισμού, εννοώ της κίνησης της σκέψης έξω από τα βολικά της όρια. Θαρρώ ότι αυτή ακριβώς είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα καλά βιβλία, που κυκλοφορούν και είναι πολλά, και στα πολύ καλά βιβλία, που γράφονται ακόμη και αν δεν γίνονται γνωστά ή δεν εκτιμώνται όσο τους πρέπει από την επίσημη κριτική.
Σε αντίθεση, λοιπόν, με τα πρώτα που σε συντροφεύουν, σε ψυχαγωγούν, σε συγκινούν και σε ευχαριστούν, τα δεύτερα σε γρατζουνάνε, σε σκάβουν, σε τεντώνουν, σε σβαρνίζουν και κυρίως σε υποχρεώνουν να επανεξετάσεις τις βασικές αισθητικές, αλλά και ιδεολογικές, κοινωνικές, πολιτικές κτλ. παραδοχές σου. Έμεινα στο ζήτημα μορφής-περιεχομένου που έθεσε επικτακτικά ενώπιόν μου το βιβλίο του Λουκόπουλου, αλλά είναι και άλλα ζητήματα που μπορεί ο υποψιασμένος αναγνώστης να βρει στο ίδιο βιβλίο, και αισθητικά και ιδεολογικά, απολαμβάνοντας παράλληλα την πράξη της ανάγνωσης. Και αυτός νομίζω ότι είναι ο πιο σπουδαίος προορισμός της γραφής.

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΗΤΣΟΥ

http://www.periou.gr 28/9/2019

Οι πόλεις το χειμώνα

Δεν μπορώ να ξέρω πώς βρέθηκε ο παλιός, δεκατετράχρονος μαθητής μου να κρατά στο χέρι μια ψεκασμένη με δηλητήριο ρώγα σταφυλιού και να θέλει να τη δοκιμάσει ανυπερθέτως, και εν γνώσει της αναπότρεπτης συνέπειας.

Πώς έφτασε, πώς κατέληξε, θέλω να πω, να γίνει ποιητής; Γιατί αυτήν ακριβώς την κίνηση κάνει ο ποιητής, την πράξη τής Blanche DuBois, στο Λεωφορείον ο Πόθος του Τένεσσυ Γουίλιαμς, που ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος θέτει ως προμετωπίδα του βιβλίου του.

Δοκιμάζει τη δηλητηριασμένη ρώγα του σταφυλιού. Θα εθιστεί έτσι, φαίνεται να πιστεύει, στον θάνατο και θα τον ακυρώσει, παρόλο που ο Τένεσσυ Γουίλιαμς επιμένει πως μετά δεν έχει σωσμό, σωτηρία. Όμοια με τον Μιθριδάτη, εφευρίσκει λοιπόν κι αυτός την ποίηση. Κακό του κεφαλιού του, φοβάμαι. Ηρωισμός, ωστόσο, δεν το αρνούμαι. Ύβρις, σε κάθε περίπτωση. «Ένας, που ήταν λαϊκός στην αγορά και στη συναλλαγή, ώσπου ξαφνικά ανακάλυψε την ποίηση. Από παντού τότε άρχισε να μπάζει», μας αποκαλύπτει ο ποιητής Γ. Μαρκόπουλος. Ας είναι, τώρα πάντως, δεν υπάρχει επιστροφή.

Και στις τρεις συλλογές των κειμένων με τον γενικό τίτλο Οι Πόλεις το Χειμώνα, αυτό εγώ διακρίνω και ψυχανεμίζομαι. Αυτό προσλαμβάνω. Την απόπειρα εξορκισμού του κακού που καιροφυλακτεί, την εναγώνια προσπάθεια να αντλήσει ο αφηγητής, μέσα από κάθε μικρό του κείμενο, ρινίσματα ομορφιάς, ως ελιξίριο ζωής, και να αποσείσει την αμεσότητα του πραγματικού.

«Διηγήματα μπονζάι και μικροκείμενα», τα ονοματίζει, δόλια, πιστεύω, ο συγγραφέας, για να μας αποπροσανατολίσει. Πρόκειται, όμως, κατά τη γνώμη μου, για ποιητικές λυρικές πρόζες. Όλα, και τα εβδομήντα οκτώ συνολικά πεζά – θραύσματα, συγκροτούν μια ιδιάζουσα ποιητική συλλογή. Κρυμμένα, περίτεχνα ποιήματα, εκρήξεις του νου και διάπυρες κραυγές, σε πόλεις, τόπους, επινοημένους. Υποστασιοποιημένους έστω, με τον δικό του τρόπο σκέψης και ερμηνείας της πραγματικότητας.

Οι Πόλεις του αποτελούν, δηλαδή, προφάσεις της αφήγησης, προσωπεία, πίσω από τα οποία κρύβεται ο ποιητής και οδοδείκτες της πορείας προς εαυτόν. «Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν», «αναζήτησα τον εαυτό μου», λέει ο Ηράκλειτος, «και εδώ τον καταθέτω», αλλά και ο μεγαλόστομος, συχνά, Άγγελος Σικελιανός επισημαίνει τον κίνδυνο μιας τέτοιας αναδίφησης: «Πιο βαθιά κι απ’ το πηχτό τ’ αστρόφως, κρυμμένος σαν αητός με περιμένει, εκεί όπου πια ο θείος αρχίζει ζόφος, ο πρώτος μου εαυτός».

Ως αητός, γύπας μάλλον, ο εαυτός, η ποιητή συνείδηση, εφορμά κατευθείαν για το συκώτι του κάθε ποιητή, Προμηθέα. Τιμωρεί εκείνον που επιζητεί να καταλάβει και να μάθει περισσότερα απ’ όσα δικαιούται, όσα πρέπει να παραμείνουν κρυφά κι αξεδιάλυτα. Ανείπωτα.

«Σ’ ακούω στ’ αυτιά μου να απαγγέλλεις σαν ένας δικός μου Τσέλαν ένα ποίημα δίχως τίτλο, στη γλώσσα σου που είναι γεμάτη στρογγυλούς φθόγγους, μα μου αρκεί που – όταν με αφήνουν ήσυχο οι σκιές – ζω ετούτο το ταξίδι, μες στους φθόγγους σου και μέσα στο κορμί σου», ομολογεί στη σελίδα 39 ο ποιητής μας και στη σελίδα 113 Hoarder επιβεβαιώνει: «Δεν ντρέπομαι να παραδεχθώ πως, μέσω μιας πιεστικής και επίμονης παρόρμησης, έτσι ανατράφηκα: συλλέγοντας εμμονικά λέξεις, έντυπα, κορμιά και σταματημένο χρόνο».

Δεν θα επιχειρήσω να αναφερθώ στη λεγόμενη υπόθεση, στο story, την πλοκή (plot) της κάθε διηγήσεως. Γιατί υπόθεση αφήγησης συνιστά η καθεμία αποτύπωση ψυχικής κατάθεσης, διανοητικής έκρηξης και ατομικής του περιπέτειας. Ευδιάκριτη, ευθύγραμμη ανέλιξη κάποιας φανερής ιστορίας, εγώ τουλάχιστον, δεν διακρίνω. Ακροθιγώς θα επισημάνω μερικές κύριες έννοιες – ιδέες ή εμμονές που κατατρύχουν τον αφηγητή και συνιστούν το πεδίον του στοχασμού, το τοπίο του βασανισμού του και την αισθητική θέση του. Τον ιδιαίτερο τρόπο που επιχειρεί να πετάξει και να διαφύγει. Ούτως η άλλως, μια ‘‘καθαρή’’ ιστορία δεν αποτυπώνει, σκόπιμα και εν συνειδήσει, και από άποψη αισθητική. Έτσι όπως το ποίημα δεν λέει ποτέ μια ιστορία, αλλά πολλές μαζί, συσσωρευμένες, που εστιάζουν, ωστόσο, στο ίδιο σημείο.

Ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος επικαλείται, ευθύς εξαρχής, τη σιωπή κι, ωστόσο, φωνάζει σε κάθε κείμενό του.

«Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά, για να δείξει πως δεν επέθανε» (Η Γυναίκα της Ζάκυθος, ανακαλώ τον Σολωμό).

«Όμορφη πόλη, σιωπητήριο στις προηγμένες κοινωνίες, όπου οι μονάδες συνεννοούνται με νεύματα, η σιωπή είναι μια ατομική ιδιότητα που αυθόρμητα κοινωνείται πανταχόθεν».

«Παράξενο μοιάζει (απάνθρωπο μοιάζει), μα είναι κι αυτό μια παρηγοριά. Η συνωμοσία της σιωπής. Βουλιάζω στη δική μου, που είναι διάλυμα πικρής θάλασσας…»

Η σιωπή είναι, επομένως, η απώτατη προσδοκία, η καταφυγή του αφηγητή. Δεν ξέρω όμως αν όντως γράφει για να φτάσει αυτή τη σιωπή, την κατακαθισμένη εντός του, να την ανιχνεύσει, ή αν θέλει να την εξαντλήσει, να την κονιορτοποιήσει με τον οιστρήλατο, καταιγιστικό του λόγο και έτσι να απαλλαγεί από αυτήν.

«Η πιο μεγάλη μοναξιά κρύβεται στην πολυλογία, καταφεύγω στον Κίρκεγκωρ, αλλά και στον Λάο Τσε, που ίσως εδώ τον συμπληρώσει τον μέγιστο φιλόσοφο».

«Η σιωπή είναι καλή, όταν κρύβει μέσα της τη χαρά, αλλιώς τη φοβάμαι».

«Η σιωπή είναι μία παγίδα διήγησης», ομολογεί ο συγγραφέας, γι’ αυτό, απεγνωσμένα ίσως, επιχειρεί να τη μορφοποιήσει. Αυτή η απόγνωσή του αναπαρίσταται με λεκτικές πιρουέτες, γλώσσα κομψότατη, ενίοτε επιτηδευμένη, και ποίηση υψιπετή.

Ο φόβος, λοιπόν, ο χρόνος – δρεπανηφόρος σε κάθε περίπτωση – ο έρωτας – λυσιτελής πάντα – το σώμα – παρόν σε καθεμία αφήγηση – είτε όταν καταδηλούται η παρουσία του ή κι όταν ακόμα συγκαλύπτεται.

Η μνήμη, επίσης, διαποτίζει ίσως και κάθε σειρά, θα ’λεγα, όπως και η συνακόλουθη σύγχυση, η απορία του υποκειμένου. Αφού πράγματι πόρος, ατραπός διαφυγής, δεν διακρίνεται.

Αμέτρητες οι διακειμενικές παραπομπές – αναφορές του αφηγητή, οιονεί επικλήσεις βοήθειας, καθώς οι ιδέες οι οποίες κατατρύχουν και εξοντώνουν την ύπαρξή του είναι που συνιστούν τον κόσμο του αφηγητή και το ύφος του βιβλίου. Αυτές τις έννοιες, ωστόσο, τις ιδέες, προσπαθεί να καρατομήσει και λαίμαργα να γευτεί. Θα ’λεγα πως επιχειρεί να βγάλει από τη μύγα ξίγκι.

Ενδίδω στον οίστρο του, στη ζέση του, καθώς βλέπετε, συμπλέω και μετέχω στο ίδιο παιχνίδι, και γίνομαι κι εγώ καταιγιστικός, όπως ο συγγραφέας, με ανάλογες καταφυγές σε ποιητές ή στοχαστές.

Αλλά πάνω στις δικές του ρίζες, του συγγραφέα, είμαστε αναγκασμένοι να κινηθούμε, εφόσον εμπλεκόμαστε με τα κείμενά του και επικοινωνούμε μ’ αυτά. Γνωρίζω, πάντως, πως μια ερμηνεία αποτελεί ασελγή περιήγηση στο σώμα του ποιητή, αφού το δικό μας Εγώ συστήνει. «Είμαστε η ερμηνεία μας», να θυμίσω τους νεοκριτικούς αλλά και τον Σεφέρη. Η ερωτική επαφή με το κείμενο, ούτως ή άλλως, αποτελεί πράξη μοναχική, ιδιωτική έκφραση – συνάντηση, που συντελείται εν κρυπτώ. Σε κάθε περίπτωση, οφείλω να εκφράσω τον θαυμασμό μου και μαζί την ταραχή μου. Θαυμασμό, καθώς εντοπίζω επιμελώς κρυμμένα σπαράγματα μεγαλοφυών συλλήψεων, γοητευτικές διανοητικές εκρήξεις ενός ανεξάντλητου ταλέντου. Ο ποιητής γίνεται εδώ χορευτής – σε κάθε ένα κείμενο ξεχωριστά – ακκίζεται ωστόσο ασυστόλως, μιμείται, αποβαίνει, εν συνειδήσει. Πιθανώς, καταιγιστικός, επιθετικός προς τη συμβατική λογική και ερμηνεία, πληθωρικός, απρόθυμος να αιχμαλωτιστεί. Αγανακτεί, οδύρεται, άλλοτε κλαίει σιγανά, συχνά επαίρεται, στραγγαλίζει τις έννοιες, τις ιδέες που δεσπόζουν και κανοναρχούν τα κείμενα, τις αποστάζει, θέλει να βγάλει πάση θυσία το ζουμί τους. Την πεμπτουσία. Γι’ αυτό και η ταραχή μου.

Τη δική μου λύπη θα βγάλω, αν του πω, με αγάπη:

«Ω, Θεέ μου, στέκεσαι και καρτερείς το πραγματικό γεγονός, μα αυτό εδώ είναι όλο κι όλο ό,τι υπάρχει». Είναι απόφθεγμα του Allen Wheelis, από το The Illusionless Man and the Visionary Maid, το οποίο χρησιμοποίησα ο ίδιος, ως μότο, στη διατριβή μου, με θέμα την ‘‘καθημερινότητα στον Μ. Χάιντεγκερ’’.

Η γλώσσα του Λουκόπουλου είναι αναμφίβολα μια γλώσσα περίτεχνη, λεπτεπίλεπτη. Οι λέξεις του αναδύονται απαστράπτουσες, ναρκισσευόμενες. Λάμπουσες. Ο πληθωρισμός των λέξεων συχνά πανικοβάλλει, μέχρι να κατορθώσει κανείς να τις εγκολπωθεί. Οι έννοιες, στην απόπειρα αποστάγματος, αφαλάτωσης, ξεψυχούν, ενίοτε σπαρταρούν, σαν μεθυσμένοι γυρίνοι, για να χρησιμοποιήσω το έξοχο ποίημά του. Αλλά μήπως αυτή είναι τελικά η μοίρα τους, η εντελέχειά τους; Να πεθάνουν αμέσως μετά τη χρήση τους; «Η λέξη, ο θάνατος του πράγματος», θα ανατρέξουμε στον Λακάν. Ό,τι δηλαδή παίρνει όνομα και μορφή αναπόφευκτα τελειώνει, συμπληρώνει τελεσίδικα τον ρόλο του. Εξαντλεί τη δυναμική του, την προοπτική του.

Οι σκέψεις του αφηγητή, των ιστορήσεων, εν τούτοις, αχαλίνωτες, δεν έχουν καμιά διάθεση να υποκύψουν. Καθεμία λέξη του και μια χειροβομβίδα. Κάθε νοηματοδότηση και μια νάρκη, τόσο για τον αναγνώστη όσο και για τον ίδιο τον ποιητή, που δείχνει να ’χει πάρει φωτιά και να χοροπηδά σαν αναστενάρης πάνω από τις λέξεις του, τις ζέουσες. Μπας και τις σβήσει, τις εξορκίσει, καθώς προανέφερα. «Να φωτίσω τις αιτίες που μ’ αφήνουνε μισό», έτσι όπως το τραγουδά ο Σαββόπουλος.

Αυτόν τον χορό παρακολουθώ, ο οποίος πότε με κατευθύνει προς τον τρόπο του Εγγονόπουλου, πότε μου θυμίζει Επαμ. Γονατά, καθώς και άλλους σπουδαίους ξένους σουρεαλιστές, και ακόμα με οδηγεί σε πεδία άλλων τεχνών, όπως στη ζωγραφική και στον κινηματογράφο, κατ’ εξοχήν, αλλά και στη μουσική, στις φυσικές επιστήμες συχνά.

Σαν τον Καιόμενο του Σινόπουλου, ο ποιητής καίγεται, μόνος και αγέρωχος.

Ψυχανεμίζομαι πως πίσω από τις εκρήξεις, τα σπινθηρίσματα του νου και τις φωτοσκιάσεις του, ό,τι επιχειρείται, με τους γλωσσικούς ακκισμούς του, τον μεταφορικό λόγο και τις συμπαραδηλώσεις, είναι να κρύψει ο αφηγητής την πληγή του. Ωστόσο, «vivit sub pectore vulvus», «ανοικτή μένει ακόμη η πληγή κάτω από το στήθος», επιμένει ο Βιργίλιος στην Αινειάδα. Κι αυτό κάνει η κάθε ποιητική συνείδηση. Επιχειρεί, ατελέσφορα πιθανώς, να καλύψει την ουλή, την πληγή της, που δεν είναι παρά η ουλή του κόσμου.

Αποσπώ από τη σελ. 59: «Από αυτόν τον χρόνο, λέω, θα μείνει ο ανθός. τετηγμένος και ημίρρευστος. Κι όσο κι αν η ουλή του μυρμηγκιάζει, στις ραφές θα ανοίγει μια κρήνη μέλι και σιρόπι ζεματιστό θα πλημμυρίζει τις νύχτες που παλεύω…»

Δεν επεδίωξα να καταθέσω έναν επιστημονικοφανή λόγο στην κουραστική ίσως για σας περιδιάβασή μου στα κείμενα του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου. Γνωρίζω ότι είναι ο λόγος του, καθώς και ο ίδιος ο Κ. Λουκόπουλος, γνήσιος και αυθεντικός, και με αυτούς του όρους τα προσέγγισα. Ξέρω, ακόμα, πως ενστερνίζεται ετούτον τον στίχο του Σεφέρη ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος: «Προτιμώ μια στάλα αίμα από ένα ποτήρι μελάνι». Γι’ αυτό και περιφρονεί γλωσσικές συμβάσεις, τη λεγόμενη οικονομία λόγου, την ξηρότητα των λέξεων, και μπαίνει γενναία στο ναρκοπέδιο της προσωπικής έκθεσης – εξομολόγησης. Δεν διστάζει να καταθέσει αίμα.

«Εγώ, τον βλέπω ακόμα τον Κώστα, το παιδί με το ξύλινο σπαθί στη βεράντα του κήπου, που παλεύει με το πρωί», σύμφωνα με μια δική του περιγραφή, έτσι όπως ήταν και ο ίδιος δεκατεσσάρων χρόνων στην Ελευσίνα – εγώ σχεδόν τριάντα – ο πρώτος μαθητής, ποτέ ο σπασίκλας, πάντα ονειροπόλος και ακόρεστος, διψασμένος για γνώση, για εξήγηση των πραγμάτων. Αυτός που εναπόθετε από τόσο μικρός στην Τέχνη, για να γλιτώσει.

«Η τέχνη πληρούται – δια της σύγχυσης – και εντέλει εκπληρούται», διαβάζω τώρα στη σελίδα 118, το ομότιτλο ποίημα, τη διαπίστωση και παραδοχή του. Μια αξιοζήλευτη σύγχυση. Όσο κι αν την πεταλούδα μόλις τη συλλάβεις, θα ξεψυχήσει μέσα στη χούφτα σου.

Ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος καταθέτει με τα μικροκείμενα του μία ευδιάκριτη υφολογική πρόταση.

«Μα τι ζητάς επιτέλους, πνιγμένος μέσα στις λέξεις;» μου ’ρχεται να τον ρωτήσω, με τη φωνή του Γιάννη Ρίτσου, αλλά ξέρω πως αυτός θα μου απαντήσει, πάλι με τη φωνή του ίδιου ποιητή, και θα με αποστομώσει: «Κάθε τόσο ένα διάφανο φύλλο, που σκιάζει ωραία όλη την πόλη».

.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

“Fractal” Σεπτέμβριος 2019

Στοχασμός και συγκίνηση

ι. Τέσσερεις ενότητες μικρών ποιητικών πεζών, όπως εννοείται ο όρος μετά τον Μπωντλαίρ, δηλαδή μια απόπειρα καταγραφής της ήδη βιωμένης συγκίνησης, ή της διερώτησης και του στοχασμού, με στοιχεία επικαιρικά, που ισορροπεί στην κόψη μεταξύ μοντερνισμού και παράδοσης. Στην περίπτωση του έργου «Οι Πόλεις το Χειμώνα» του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου, έχουμε έναν μοντερνισμό σπαραγμένο από τις διαψεύσεις του 20ου και του 21ου αι. αλλά την παντοδύναμη παράδοση, που εισάγεται από μια αρχή με την ιδέα της «Νέκυιας» των δυο θαυμάσιων εισαγωγικών ποιημάτων του Λ.Κ. στις πρώτες ενότητες. Στο πρώτο, που σημαίνει το θάνατο κάθε κοσμικότητας και την επιστροφή στη «μήτρα» μιας πάνσοφης τρυφερής «ξένης Γραίας», εννόησα τη Μούσα ή τη γραφή, τη μόνη «επιστροφή» που μας αναγεννά. Το δεύτερο είναι αφιερωμένο στη «σκιά της μάνας» όπως κάθε περιπλανώμενου στις πόλεις του κόσμου έλληνα Οδυσσέα.

ιι. Ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει να διαγράφονται καθαρά οι κύριες συντεταγμένες του έργου ήδη από το πρώτο μέρος, επτά κείμενα που επιγράφονται «Αντί Προλόγου»:

Η γραφή ως ενσάρκωση δύσκολων ρόλων. Ο ρόλος «της νεκρής ποιήτριας» προκρίνεται από την ηθοποιό στο πρώτο κείμενο, όμως μετά θάνατον, από τον ρόλο της Μπλανς στο «Λεωφορείο ο πόθος» που είχε προκρίνει εν ζωή, κάτι σαν «στερνή μου γνώση». Ήδη αναγγέλλεται το πένθος της μεταπολεμικής Ευρώπης, αναζητείται η φιλοσοφική στάση του συγγραφέα ως μελέτη θανάτου. Αυτό είναι και το στίγμα όλης της συλλογής.( «Η ψυχή μου για πάντα»).
«Η μελάσα που καραδοκεί στη δράση», με άλλα λόγια η συγκίνηση` είτε μιας νεαρής ποδηλάτισσας στο Βερολίνο, μιας γυμνής πλάτης στο κρεβάτι, μιας αιχμηρής ρόγας, η μελάσα ενός μυθικού νησιού που κυλάει στην πλαγιά, ή και σαρκαστικά η εξόριστη από τα κείμενα του Κ.Λ. πλοκή (για να μην έχουμε πολλή μελάσα), οι υπερβολές των υποκριτικών υπερδραστήριων πολιτικών ή θρησκευτικών δογμάτων και συμβόλων ως μελάσα. ( «Όνειρο σκηνοθέτη»).
Ένα όνειρο – εικόνα της κόλασης των αμφιλεγόμενων απολαύσεων εν ζωή, κατά Ιερώνυμον Μπος, που εκβάλλει στην πιθανή άγνοια αυτής της καταδίκης από «τον ημιάγριο του Αμαζονίου», αν υπάρχει κι αυτός ακόμη. Εύγλωττο ανάθεμα στον πολιτισμό της Δύσης. («Ιερώνυμος Μπος»).
Ένας αφοριστικός σαρκάζων πολιτικός υπαινιγμός για το σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ, και την πένα από εβονίτη, που κακώς μονωμένος με ασημένιο μαίανδρο, πυροδοτεί τον καταστροφικό Μεγάλο Πόλεμο, αιτία κάθε επόμενης κακοδαιμονίας. («Η εμπειρική πρόσληψη, α»).
Ένα αντικληρικαλικό κείμενο με αφορμή μια κανονική λειτουργία, που πλαισιώνει η περιγραφή των άκρως κοσμικών πιστών της. Νεκροζώντανο πνευματικό σκιάχτρο το θρησκεύεσθαι, ανίκανο για όποια σωτηρία. Οι νεκροί χωρούν σε πλαστικό ποτηράκι κλείνοντας την τελετουργία. (« Η εμπειρική πρόσληψη, β»)
«Σταχινά», το εξαιρετικό στη λιτότητά του αιώνιο ανθρώπινο μήνυμα της συνέχειας της αγάπης. Εξάρτηση και πένθος των ανθρώπων.
«Μοσχούλα», η βάρκα του ψαρά Βύρωνα, παρακολουθεί το ειρωνικό «θαύμα» της αναλήψεως του οσίου Ιεροθέου, από τεραστίων διαστάσεων αστρόπλοιο χολυγουντιανών προδιαγραφών, θυμίζοντας λίγο σελίδες από το «Μαύρο βιβλίο» του Ορχάν Παμούκ.

ιιι. Τα λογοτεχνικά εργαλεία και όπλα του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου, ήδη ορατά από το προλογικό μέρος, είναι εντυπωσιακά, και θα άξιζε να μιλήσουμε γι αυτά από μιαν αρχή, γιατί αυτά κυρίως καθορίζουν το έργο του υπογραμμίζοντας το υπόστρωμα των αισθημάτων και των ιδεών του, αυτά είναι η γραφή που τον αναδεικνύει σε δεινό στυλίστα, έναν από τους καλύτερους που έχουμε στο είδος «πεζό ποίημα». Τα αναφέρω εν τάχει: α) η σκηνοθεσία και η υποκριτική σε όλο της το δραματικό βάθος προβάλλει ως κύριος ρόλος του αφηγητή-συγγραφέα που ταυτίζονται. β) η έκπληξη μιας παράδοξης ή ανατρεπτικής έκβασης των πραγμάτων ή των αισθημάτων καραδοκεί παντού. γ) η ανορθόδοξη διαχείριση των συμβόλων-αντικειμένων και των κλισέ. δ) το πικρό χιούμορ ως ανίερος σαρκασμός ή και μελαγχολικό σχόλιο. ε) οι δυναμικές αντιθέσεις: γνώση- άγνοια, ψεύδος-αθωότητα, πραγματικότητα-όνειρο, θαυμασμός και τρόμος κτλ. στ) η λεπτομερής φανταστική περιγραφή με στοιχεία υπερρεαλιστικής ειρωνείας ή αντίθετα μετουσίωσης και υπερβατικότητας. ζ) η ειλικρινής συγκίνηση του ποιητή, βασική αρετή κάθε γραπτού. η) μια εξαιρετικά πλούσια και χυμώδης γλώσσα, δημοτική, ομιλουμένη, ευρωπαϊκή, ποιητική, που χειρίζεται τη σκηνοθεσία των καταστάσεων, φωτίζει δυναμικά τις εικόνες, επιλέγει τα πρόσωπα και τα αντικείμενα-σύμβολα, ειρωνεύεται και γελοιοποιεί, τέλος, αξιοποιεί την επιστήμη του, την Φυσική, κάτι που ίσως δυσκολέψει τον αναγνώστη που δεν γνωρίζει τη συνάρτηση δ του Ντυράκ ή το πείραμα του Μίλικαν. θ) κάποιες, όχι πολλές αλλά εξόχως καθοριστικές για το περιεχόμενο, διακειμενικές αναφορές: Όμηρος, Εμπειρίκος, Μπάχμαν, Τσέλαν, Θερβάντες, Καββαδίας, Σαχτούρης, Μπολάνιο, Νέσμπε, και διάχυτος ο Τσίρκας.

ιv. «θα ‘ρχομαι εγώ,/ . ..δε σε θέλω εδώ/ Δεν ανάβουν τα σώματα /(στον Παράδεισο) κι έχουμε ξεπαγιάσει» λέει η μάνα στο ποίημα που μας εισάγει ευθύς αμέσως στη β΄ ενότητα, στις «Πόλεις το χειμώνα», με τις οποίες κυρίως επιθυμώ να ασχοληθώ. Και αισθάνεσαι την ανάγκη να ρωτήσεις : Γιατί ο χειμώνας του θανάτου; γιατί στις πόλεις της Ευρώπης; και κάθε πόλη ένα βίωμα που συμβολικά ή και προσωπικά την ορίζει; και ποιοι είναι οι δάσκαλοι και οι αγαπημένοι ποιητές που οδηγούν αυτή την ανήσυχη γραφή; Και ποιες πόλεις προηγήθηκαν, του Τσίρκα ή του Καλβίνο; Όλα όμως θα απαντηθούν κατά την ανάγνωση.

Στο πρώτο κιόλας κείμενο 1. Βερολίνο η Σομαλή ποδηλάτισσα με τα ράστα, μια ποίηση-μετανάστιδα σε ανάπτυξη, μας οδηγεί στον δάσκαλο Ανδρέα Εμπειρίκο. Όμως οι δρόμοι είναι λευκοί από το χιόνι, και η μετανάστης γοητευτική πλην ευάλωτη, πολλά έχουν αλλάξει. Achtung Berlin! Στο 2. Ρώμη, μια μεταφυσική λεμονόκουπα –η κουπόλα του Αγίου Πέτρου, που ο αφηγητής και ο αναγνώστης αντικρίζει κάπως ειρωνικά από μια οπή στο λόφο αλ’ Αβεντίνο, μπορεί να σου αποδείξει ανέλπιστα μέσα στην τουριστική κόπωση, ότι τα φαντάσματα υπάρχουν και οι νεκροί διψούν μέσα στην κιτρινωπή βερυκοκκί ατμόσφαιρα που ανεβάζει η υγρασία και η ζέστη του Τίβερη. «Δεν σκέφτηκε να προσμετρήσει τις παρτίδες που είχε ανοίξει με τις σκιές από όταν κατέληξε η μάνα του»… Έτσι απλά ο χειμώνας της προσφυγιάς και ο χειμώνας του θανάτου έχουν κιόλας βάλει τη σφραγίδα τους στο έργο.

Στο 3. Ινερλάκεν, ο συγγραφέας θα εισάγει επίσης κατ΄ αρχάς σαν σε παρένθεση μια μελλοντολογική υπόμνηση, έναν όχι και τόσο προσωπικό εφιάλτη για το έτος ’23. «Όλοι σε καραντίνα», «ούτε Ρομά» να είμασταν, «με 212 ευρώ στο γιλέκο, και κουπόνια» έλληνες που διαβαίνουν τις Άλπεις, «η Ευρώπη των λαών» μια ανάμνηση… Κάτι που μοιάζει ως φόρος τιμής στον Άππελφελντ, τον Τόμας Μαν ή και τον Αλαίν Ρεναί με αντίστροφη τη μέτρηση του χρόνου. Η εκ νέου χειμαζόμενη σήμερα Ευρώπη.

Στο 4. Γένοβα, θα μας αποκαλυφθεί με την ανάλογη λαμπρή περιγραφική δεινότητα και «το εκβιαστικό θεολογικό περιεχόμενο» του Ιησού της Αβύσσου, του αγάλματος που ευλογεί τα κοπάδια των ψαριών. Μια υποθαλάσσια ευλογία. Η Γένοβα ως σύμβολο μιας επιδραστικής ακόμη, και βαθειά ποντισμένης στο συλλογικό ασυνείδητο εννοιολογικής απάτης, της θρησκείας. Η νοσταλγική αναδρομή στον παππού, που έφυγε το ‘17 από εδώ για την Αμερική με το ποντοπόρο Arcadia, κλείνει το σκληρό αυτό κομμάτι, σάμπως ο ποιητής να μετανιώνει διαρκώς όποτε σαρκάζει τα ιερά και όσια, μετέωρος, ποθώντας ίσως ακόμη κάτι να πιστέψει .

Η Νοσταλγία όμως θα απογειωθεί κάπως πιο ανατολικά, στο 5. Βόλγογκραντ, με ένα λυρικό έως λυγμικό κρεσέντο που ανοίγεται από την Παναγία του Καζάν και τον Ρουμπλιόφ, υποδηλώνοντας και τον Ταρκόφσκι, μέχρι εδώ στο Στάλινγκραντ, Χριστούγεννα, ξαπλωμένος στο χιόνι, «ενώ στο Δημαρχείο ένα γραμμόφωνο έπαιζε τη Διεθνή, όπως την τραγουδούσε η χορωδία του Κόκκινου Στρατού, πάνω στο τραγούδι «Βόλγα, Βόλγα» πριν σκοτωθούν σ’ εκείνο το αεροπορικό …» «και όλοι οι Νέοι Πρωτοπόροι …ανέβαιναν μια οκτάβα στο ρεφραίν, σαν αδέξιοι καστράτι». Το ποίημα καταρρέει τσακισμένο στο ρεαλισμό των ιστορικών γεγονότων της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, «Λες και χρωστούσε ο Θεός και στον Βόλγα μια Κροστάνδη». Παρόμοια νοσταλγία φαίνεται να σαρώνει και το 8. Μπράιτον, δυτικά, όμως πολύ πιο ήπια. Εδώ ακούς και βλέπεις τους γλάρους από την Ντοβίλ, κι έρχονται για μένα τουλάχιστον οι σκιές του Μωπασάν, του Προυστ, ή του Τόμας Χάρντυ, ως «κατιούσες μιας μελαγχολικής βαρκαρόλας», κι ωστόσο ο αφηγητής ονειρεύεται «τις βέσπες που περνούν, σαν Δροσουλίτες» ή και το Φραγκοκάστελλο στο Λυβικό.

«Ότι ζήσαμε είναι πλέον μια σκιά» διαβάζεις στο 9. Βερολίνο Κρόιτσμπεργκ. Μόνο η παρηγοριά της Τερέζας πια υπάρχει, ένα ποίημα για την ερωμένη, πλάι στις καρδερίνες και τη μαρμίτα με το κους-κους των γειτονικών Σύρων. Η πλευρά του παρήγορου ερωτισμού, όπως και στο 11. Βαβρ-Ηράκλειο, με την Λϊλιμπεθ και «τους οργασμούς» της, «τις ρόγες της, νησιά αιχμηρά», μαζί και η μνήμη των αγαπημένων, φωτίζει αχνά το σύνολο με κάποια ανθρώπινη θέρμη διασκεδάζοντας την αναγκαστική έως βεβιασμένη δυσφορία, αυτήν που γεννά το σύγχρονο βίωμα. Βίωμα συγκλονιστικό καθώς εκείνο του τρομοκρατικού χτυπήματος του 2004 στο 10. Μαδρίτη με την επίσκεψη στη Ατότσα και τα 192 μικρά δέντρα του μνημείου της, ελιές και κυπαρίσσια, ικανά να σαρώσουν από την ψυχή τους ισχυρότερους πολιτιστικούς- τουριστικούς ισπανικούς συνειρμούς και εφιάλτες, από τον Δον Κιχώτη μέχρι την τσαούσα καταλανή και την ζιμπελίνα του Ελ Γκρέκο στους ώμους μιας περαστικής από την Σαλαμάνκα.

Ως «καρδιά» του βιβλίου επέλεξα (αυθαιρέτως) να θεωρήσω το 6. Τροντχάιμ, για τη δύναμη και τη γερή αρμογή των κεντρικών θεμάτων. Εδώ θα φανεί η αγαπημένη Ίγκεμποργκ, το όνομα της Μπάχμαν, ερωμένης του Τσέλαν που κατέληξε σε πύρινη αναχώρηση μέσα στον αιώνα, δίπλα του στο κρεβάτι ζωντανεύει, ποιήτρια ή ερευνήτρια, και ποια η διαφορά. Μέσα στην Aurora Borealis και στην «αλοιφή από φωτόνια» που τυλίγει τους νεκρούς ναυαγούς του πυρηνικού υποβρυχίου, «που τριγυρίζουν μεθυσμένοι στην παραλία, και παίζουν μακριά γαϊδούρα..», ο ποιητής γράφει, γράφει αυτά που η αγαπημένη ίσως δεν θα διαβάσει ποτέ. Το κείμενο σε αιχμαλωτίζει για πάντα, θα το θυμάσαι, κι αυτό είναι καλή λογοτεχνία. «Σε ακούω στα αυτιά μου να απαγγέλεις σαν ένας δικός μου Τσέλαν, ένα ποίημα δίχως τίτλο, στη γλώσσα σου που είναι γεμάτη στρογγυλούς φθόγγους, μα μου αρκεί που όταν με αφήνουν ήσυχο οι σκιές, ζω ετούτο το ταξίδι μες στους φθόγγους σου και μέσα στο κορμί σου».

Ας μιλήσουμε ωστόσο, μιας και μπήκαμε για τα καλά στην μάλλον «απεχθή» στους περισσότερους, κι όμως κάποτε απαραίτητη για να αγαπηθεί ως του αξίζει ένα βιβλίο, ανατομία του έργου, και για το 13. Μόσχα, όπου ο ταριχευμένος Λένιν και «ο τεχνητός Αυγερινός» στην κορυφή της κεραίας του Πανεπιστημίου Λομονόσωφ, σε ύφος άκρως αντι-σοσιαλιστικό, σημαίνουν τέλος εποχής και αρχή ίσως για κάποιαν άλλη, και για το λυρικότατο 15. Πάτμος, που βρίσκονται και τα δυο πολύ κοντά στο ύφος του Στρατή Τσίρκα, κάτι σαν φόρος τιμής στις «Ακυβέρνητες πολιτείες» του- «και χιόνι αμόλυντο χυνόταν προς τη Χώρα και το μοναστήρι, ένα ποτάμι μελάσα και ζαχαρωτά», κι επίσης το ενδιάμεσό τους και πολύ χαρακτηριστικό του ύφους του ίδιου του Λουκόπουλου 14. Βρυξέλλες-Μαρίκε, αιχμηρό και εναργές, που θα μπορούσε να διαβάζεται και ως επίλογος ή πρόλογος, σε κάθε περίσταση.

Από το 16. Διώρυγα του Σουέζ–SS. Taiyouan, τον αναγνώστη περιμένει ωστόσο μια λυρική έκπληξη, καθώς κορυφώνεται η εξέλιξη της φούγκας αυτής των Πόλεων προς το τέλος του ταξιδιού` «ένα μάλλινο σκουφί πλεγμένο βελονάκι», ένα «δίχως φθορά, μνημείο ανθρώπου» του Κόλια Καββαδία προφανώς , που γνέφει στη γέφυρα ή και στην ψυχή μιας ολόκληρης γενιάς. «Κι όλη τη μέρα θα καπνίζω στα πνευμόνια μου τον καπνό του». Και στο αμέσως επόμενο η σκιά του Μίλτου Σαχτούρη με την «Εισβολή της Μαύρης Πεταλούδας του Πόρου» 17. Πουσάν, Κορέα και χύνονται οι μαύρες πεταλούδες «στα ανοιχτά σακιά που σέρνουν οι χαμάληδες» … «καλύτερα ο θάνατος ωμός/ παρά ετούτος ο διαρκής πνιγμός/ με τα υγρά της λήθης» ο αλύπητος στίχος στη συνέχεια, και θυμάμαι βεβαίως το τρίτο και το τέταρτο SPLEEN του Μπωντλαίρ. Θα ακολουθήσει το πιο δυνατό και τραγικό κείμενο του βιβλίου, όπου ο αμερικανικός στόλος λιανίζει από λάθος τους «δικούς» στο λιμάνι. Ανάμεσα και κάποιοι Έλληνες, και συμπτωματικά ο πατέρας του ποιητή, που τότε διασώθηκε, αλλά το έζησε ετούτο το φρικτό μαζί και η οικογένειά του, ώστε να εγγράφεται τώρα στην παρακαταθήκη των πιο ισχυρών παιδικών αναμνήσεων του συγγραφέα, και να καταγράφεται με άπειρη οξυδέρκεια και γνήσιο πένθος, ένα μοιρολόι μακριά από τον άγριο κυνισμό των συνηθισμένων λογοτεχνικών πολεμικών περιγραφών.

Οι Πόλεις θα κλείσουν την αυλαία τους ανοίγοντάς την κάπως ανακουφιστικά με το αιώνιο όπλο του χιούμορ στο σκηνικό των ημερών μας, 18. Αθήνα –Πειραιώς, σήμερα, σε «ένα εξαιρετικά σύνθετο σύμπαν γεμάτο επίπεδους ανθρώπους» ` τρόλεϋ, αδέσποτα, αρουραίοι, και μια μουσουλμάνα με μαντήλα που περνά πλάι στη μορφωμένη κοπέλα που καπνίζει έξω από μια γκαλερί-καφέ κάνοντας διάλειμμα. Η πόλη δεν έχει πια κλωστοϋφαντουργεία ούτε αργαλειούς, μόνο καπιταλισμό και γκαλερί εγκατεστημένες χάριν κουλτούρας στα παλιά εργοστάσια. Μια καθημερινή εικόνα παγωμένη σαν γκράφιτι ή φωτογραφία κινητού. Στο επόμενο 19. Λονδίνο-Δαγκεροτυπία του Φάραντεϊ ακολουθεί ευθύς αμέσως ένα ειρωνικό, σαν κινηματογραφικό, χαμόγελο για κάθε παγωμένη ζωή, που απευθύνεται ευθέως την τεχνολογική «πρόοδο» και την αστική «ευπρέπεια». Και πριν προλάβω να θυμηθώ τον Μπάστερ Κήτον, η φαεινή «κονσέπσιον» της παγκοσμιοποίησης να μας αποτριχώσει με λέιζερ και να μας εκπορνεύσει ομαδικώς κλείνει θεαματικά στο 20. Καλοκαίρι στο Αλμπουκέρκι, με τη Χουάνα την εργατριούλα παρθένα και την ομόλογή της ξυπόλητη Ιωάννα της Λωραίνης. Το πλοίο περνάει κάτω από τα πόδια της και ο αρτ αφισιονάδο μας που τη ζωγράφισε, μπαίνει θριαμβευτής στη «Ρόδο» της λυρικής πεζογραφίας κλείνοντάς σας το μάτι: «Αει γαμήσου για αποτρίχωση στην τελική!»

[μια ανάγνωση για την 3/9/2019, 48ο Φεστιβάλ βιβλίου, Ζάππειο]

.

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

“Η Καθημερινή” 7/5/2019

Ταξίδια στον φανταστικό κόσμο της γραφής

Υπάρχουν εσωστρεφείς και εξωστρεφείς τρόποι να ταξιδέψει κανείς στον πραγματικό κόσμο και στον εξίσου απέραντο, τον φανταστικό κόσμο της γραφής. Ο ένας προϋποθέτει λεωφορεία, τρένα, αεροπλάνα και πιθανώς υπερωκεάνια. Σημαίνει ότι κινείσαι με τα μεγάλα μεταφορικά μέσα, τα πολύβουα, και κάνεις διαδρομές πολυσύχναστες στα πέρατα της γης. Ο άλλος τρόπος, ο εσωστρεφής, αφορά ταξιδιώτες πιο συνεσταλμένους και μοναχικούς αλλά διόλου λιγότερο αποφασισμένους να φτάσουν ώς τα πέρατα της γης. Η γραφή έχει κι εκείνη τα δικά της αεριωθούμενα και ποντοπόρα, για να μας μεταφέρει γρήγορα εκεί όπου ο συγγραφέας θέλει: στις μεγάλες αφηγήσεις, στις πολυσέλιδες εξιστορήσεις, στις φιλόδοξες λογοτεχνικές κατασκευές. Και έχει κι εκείνα τα χειροποίητα σκαριά, που χάρη στο μεράκι του καπετάνιου τους και τη βαθιά γνώση της θάλασσας ανοίγονται ήσυχα στα πελάγη, και λογαριάζοντας σωστά τον καιρό μπορούν να διαπλεύσουν έως και ωκεανούς.

Ο Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος ανήκει στο δεύτερο είδος, τους αθόρυβους ταξιδευτές και συγγραφείς, που δεν υστερούν όμως σε τόλμη, ταλέντο και επιθυμία περιπλάνησης. Ο κόσμος που έχει βαλθεί να ανιχνεύσει μέσα από τα «μικροκείμενα και διηγήματα μπονζάι» όπως τα ονομάζει, τα οποία περιέχονται στο τελευταίο του βιβλίο «Οι πόλεις το χειμώνα» ορίζεται από μια συναισθηματική γεωγραφία.

Οι ιστορίες του Λουκόπουλου, μετακινήσεις στον χώρο και τον χρόνο, μεταφέρουν τον αναγνώστη σε φανταστικά τοπία με έντονο συναισθηματικό φορτίο. Παρ’ όλα αυτά ο νους βρίσκει πάντοτε να ακουμπήσει σε μια οικεία εικόνα για να προσανατολιστεί: στο Βερολίνο μια Σομαλή ποδηλάτισσα «καμπυλώνει τη γραμμή της πλάτης της στη στροφή της Κουρφίρστερνταμ», στη Ρώμη απλώνεται «μια κίτρινη αχλή σαν μαρμελάδα βερίκοκο», στη Μαδρίτη «μια λιανή φοιτήτρια με κόκκινα μάγουλα και τσουλούφι χρυσαφί είναι ερωτευμένη με τον Αουρελιάνο Μπουενδία –τον συνταγματάρχη του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες–, στη λεωφόρο Ιστικλάλ προς την πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης «οι άνθρωποι βράζουν σαν ένας αγρός που πυρπολείται». Ο συγγραφέας των «Πόλεων το χειμώνα» εργάζεται ως φυσικός, και είναι από εκείνους τους δασκάλους που οι μαθητές του αγαπούν πολύ. Ασκεί τη γραφή εφοδιασμένος με την υπομονή και την παρατηρητικότητα του επιστήμονα που επιδιώκει να κατανοήσει τη φύση του κόσμου που μας περιβάλλει. Και έχει μία ακόμη ικανότητα: Τη στιγμή που το απαιτεί η τέχνη του μέσα από τις ρωγμές του ορθολογισμού εισέρχεται στον χώρο της ψυχής.

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

http://www.periou.gr 24/4/2019

“Οι Αόρατες Πόλεις” του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου

Ευχαριστώ πολύ τον Κωνσταντίνο για την τιμή που μου έκανε να με καλέσει απόψε την παρουσίαση τη βιβλίου του – το ίδιο το βιβλίο μόλις απόψε το πήρα στα χέρια μου, το είχα μαζί μου σε ηλεκτρονική μορφή στο ταξίδι της Θεσσαλονίκης τον Ιανουάριο – το διάβασα πολύ προσεκτικά τότε είχα γράψει τότε εν θερμώ, εν τω μέσω του χιονιά εκείνων των ημερών που δεν έβγαινα από το σπίτι, πώς εδημιουργείτο μια διαδικασία αδελφοποίησης με το καινούργιο βιβλίο του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου, του ομοίου μου, του αδελφού μου: έλεγα πως αν ο αναγνώστης είναι αδελφός του συγγραφέα και ο συγγραφέας είναι ομοίως όμοιος, ναι;)

Είχα δώσει λοιπόν στιγμιότυπα, θησαυρίσματα της ανάγνωσης, για τους νεκρούς που χιονίζουν τις πλάτες των πιστών στο εκκλησίασμα, για το ναυάγιο του σοβιετικού υποβρυχίου στο Κούρσκ, τις επιστολές του στη νεκρή ποιήτρια δίπλα στη λάμπα από Φαγιάνς, για τα παπιρόσι που κάπνιζε μικρός (ο αφηγητής) για τον διεμβολισμό της εκτοπλασματικής ψυχής από το πλαγκτόν και κυρίως για την περιεκτικότητα όλων σε αλάτι, η υπόσταση μας…
Μετά από την ανάγνωση γίνεσαι κάποιος άλλος, τώρα είναι ο μετασχηματισμός, η διεύρυνση της συνείδησης. Να γιατί μερικές φορές μου αρέσει τόσο πολύ να διαβάζω. Αξίζει, αξίζει, αξίζει τον κόπο.

Και ανοίγω τα χαρτιά μου, ο τίτλος με ξεμυάλισε αμέσως όταν τον είδα, μου θύμισε το χιλιαγαπημένο βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, στο οποίο έχω προσκολληθεί εδώ και χρόνια, το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω, βλέπω τις εικόνες του και ονόματα των πόλεων του Καλβίνο στα ταξίδια μου – coup de foudre λοιπόν με την πρώτη ματιά με την επίγνωση μετά την ανάγνωση, ότι δεν πρόκειται για μια απλή πνευματική οφειλή, αλλά για μια προσωπική δημιουργία μεγάλης πνοής, που γράφτηκε μετά το βιβλίο του Καλβίνο αλλά είναι αλλιώς και έχει τη δύναμη να γοητεύσει. Οι πόλεις, μας λέει ο Καλβίνο, είναι ένα σύνολο πραγμάτων: αναμνήσεων, επιθυμιών, σημείων μιας γλώσσας. Είναι τόποι ανταλλαγών, όπως εξηγούν όλα τα βιβλία της οικονομίας, αλλά οι ανταλλαγές αυτές δεν είναι μόνο ανταλλαγές εμπορευμάτων, είναι και ανταλλαγές λέξεων, πόθων αναμνήσεων.

Οι πόλεις στο βιβλίο του Κωνσταντίνου είναι ένα λεύκωμα πανοραμικό για να απλωθούν αυτές οι λογής λογής ανταλλαγές. Από την απόσταση του περιηγητή, του επισκέπτη, μέχρι το βίωμα αυτού που έχει ζήσει εκεί, η πόλη που θυμίζει μια άλλη πόλη, η νοσταλγία όπως εικονίζεται στις διαδρομές των ενθυμήσεων ή των εμπειριών. Μπορεί να δεις φευγαλέα μια χειρουργικής ακριβείας αποτύπωση ενός στιγμιότυπου που ο αφηγητής θα φωτογραφίσει και σε αργή κίνηση, κουκίδα κουκίδα θα χαράξει την κίνηση – την ακινησία, την ευθεία και την καμπύλη, την κεντρομόλο και τη βαρύτητα της σταγόνας, μπορεί να είναι η απόκοσμη αίσθηση του να έχεις ανοίξει παρτίδες με τις σκιές. Μπορεί να παρατηρεί μια ποδηλάτισσα στο Βερολίνο ή το πέταγμα ενός γλάρου στο Μπράιτον, ή το κύμα της θαλάσσης στο όριο που χάνει και ξανακερδίζει την περιοδικότητα του. Η προσήλωση στο φαινόμενο, η ψυχρή φαινομενικά μα απίστευτα ακριβής και τρυφερή – να μην παραλείψει κάτι – ματιά του επιστήμονα μετουσιώνεται στις ακραίες της συνέπειες σε ματιά του μύστη. Κοινωνεί και επικοινωνεί το βάθος της εικόνας εκεί που στη θάλασσα της Αλβιόνος, εικονίζονται οι Δροσουλίτες εκεί που ο τόπος στην ουσία του είναι Φραγκοκάστελλο.

Μπορεί το οδοιπορικό να ανήκει σε μια δυστοπία, σε έναν εφιάλτη του αφηγητή, ένα όραμα για το μέλλον. Μπορεί μέσα στο εξωτικό σκοτάδι ενός λιμανιού να ισορροπεί ανάμεσα στο μυστήριο μιας θεολογικής ενατένισης και τη γλυκιά νοσταλγία – μια προσέγγιση της μικρής ιστορίας, να μνημονεύει τους προσφιλείς ανιόντες. Ο αφηγητής μπορεί να μεταμορφώνεται, η φωνή του να ταξιδεύει στο χρόνο, να συγχωνεύεται με την βαθύτατη ουσία της ιστορίας, με τα πιο ευλαβικά όνειρα του τόπου. Άλλοτε πάλι η πόλις, όσο και να παραπέμπει το όνομά της στη γεωγραφία και την ιστορία, ανήκει εξ ολοκλήρου στο Αλλού, φιλοξενεί εξωκοσμικές εμπειρίες και όνειρα του αφηγητή, μυθικούς συνειρμούς και αναφορές σε πραγματικά πρόσωπα που καθηλώνουν τον αναγνώστη. Άλλοτε η πόλη κατοικείται από νεκρούς, στις παρυφές της ιστορίας και ο αφηγητής μνημονεύει τα ονόματα τους και τα όνειρα τους, τα βράδια γράφει γράμματα σε μια νεκρή ποιήτρια, εικόνες στον πάγο εξωτικές, νιώθεις πως τις έχεις ξαναδεί, deja vu, σκηνές παρμένες από κινηματογραφικό θρίλερ με παγοθραυστικά και όλη την ποίηση του χιονιού και του θανάτου.

Με μικρές πινελιές, επιχειρεί το Μεγάλο Έργο, μόνο με τα ονόματα των τόπων και των ανθρώπων που αλλάζουν στο ταξίδι, η ματιά του αφηγητή βαπτισμένη στη λογοτεχνία μπορεί να κάνει το ηχόχρωμα να αλλάζει, ακούς γύρω άλλη γλώσσα και πάντα το βαθύτερο μυστικό αυτό που θέλει να μάθει ο αφηγητής, ο σκοπός του ταξιδιού – πάντα το μετά θάνατον, το επέκεινα, η ζωή δίχως ζωή. Αυτό ρωτάει τους ήρωες σάρκινους ή λογοτεχνικούς όποτε τους συναντά.

Οι εντυπωσιακά αυτονόητες και αιφνιδιαστικά συναρπαστικές χαρτογραφήσεις μιας πόλης – “το παρελθόν αναδιατάσσεται καθ’ ύψος στην ιεράρχηση της ζωής των πετρωμάτων” το κατάλαβα όταν επισκέφτηκα προσφάτως τη Θεσσαλονίκη και έβλεπα τις σπουδαίες εκκλησίες της από ψηλά από τα κράσπεδα του δρόμου.

Ένας Πρωτέας ο αφηγητής που συλλαμβάνει το απόσταγμα της τοπικότητας, τις αφηγήσεις, την ιστορία και δίνει το συνδυασμό την ισορροπία της ταυτότητας κάθε τόπου.

Άλλοτε η πόλη γίνεται ο χάρτης για να σημειωθούν οι τρυφερές οι πολύτιμες ματαιώσεις της νεότητας. Η Βαβρ του ταξιδιού γίνεται ο Χάνδακας των σπουδών και το γκρίζο βιομηχανικό τοπίο της κτηνοτροφίας περικλείει στις πτυχές του τις νοσταλγικές αναπολήσεις, ανεξιλέωτες και διαρκώς επανερχόμενες. Τα φοιτητικά χρόνια, ο έρωτας, η κβαντομηχανική, η αφισοκόλληση, ταπεινές και ουσιώδεις εικόνες μιας ενηλικίωσης

Μία συγκεντρωτική συλλογή πεζών που τα περιλαμβάνει όλα αυτά, μια αναπόληση, ένας στοχασμός στην ενηλικίωση, στο πένθος, στο θάνατο και στην πνευματική και υλική υποστασιοποίηση που είναι η ψυχή, αυτή που επιβιώνει μετά θάνατον – το αλάτι της γης το φως του κόσμου.

«Η πύκνωση της αρμύρας σε ένα λειτουργικό σώμα αντικαταστάτη» (παράθεμα).

Το αλάτι της θάλασσας, το φως του κόσμου, η νοστιμιά που έρχεται στην την πιο ταπεινή της εκδοχή από τις κουτσομούρες του θαύματος στο όραμα, μέχρι την εκτοπλασματική μυστηριώδη εκδοχή του, ισορροπία ηλεκτρολυτών που διαταράσσεται, ένας ορισμός διαισθητικός της ζωής και του θανάτου, ισορροπία ανάμεσα στο πιο πεζό και το πιο ποιητικό της ύπαρξης.

Η εισβολή του αλατιού από αέρος, όταν στη θάλασσα της Γένοβας περιβάλλει το σκάφος με υφάλμυρη υγρασία Ο ζεστός πυρήνας της Κυκλαδίτικης αρμύρας, εκφραστής αυτού που αρνείται να υποκύψει και που ο αφηγητής ανακαλεί μπροστά στη θάλασσα στο Μπράιτον. Το αποταμιεύω τρυφερά, όπως φυλάω μες τα βιβλία δύο λόγια πρόχειρα γραμμένα, της στιγμής.

Η σιωπή ως καταφυγή και ως παρηγορία είναι “διάλυμα πικρής θάλασσας”.

Η ύπαρξη είναι μια ποσόστωση σε άνθρωπο με διακυμάνσεις στο αλάτι. Σκέπτομαι: θα στεγνώσω, θα επεξεργαστώ, θα ιδρώσω, θα απλωθώ, θα ζήσω τη διάχυση, συμπαγής και κοκκιώδης, κρυσταλλικός, όπως ένας χειμώνας που συμβαίνει έξω από το τζάμι μου.

Άλλοτε πάλι το φαγητό βράζει, μόνο όταν φούσκωνε/στεκόταν στο πλάι/ κι έκλαιγε μοναχό του*/έτσι έχανε το αλάτι του*/αυτός προσέθετε αλάτι/με ένα μαχαίρι..

Ο ρόλος της αφαλάτωσης – ένα προσωπικό μυστήριο, μια γλώσσα έντονη και έννοιες να μιλήσεις για τα πιο λεπταίσθητα των αισθημάτων, στα όρια των θετικών επιστημών. Μια άλλη γλώσσα, ριψοκίνδυνο να την χρησιμοποιείς γιατί το πλήρες συναισθηματικό φορτίο της δεν είναι για όλους. Επικίνδυνο γιατί μπορεί να γίνει μανιέρα. Δεν θα το έκανα εγώ προσωπικά.

Ο Κωνσταντίνος το κάνει και ενώ μπορώ να τον καταλάβω αντιδρώ, κλωτσάει κάτι μέσα μου. Το ξανασκέφτομαι. Έχει μανία με τη γλώσσα. Θέλει τις καμπύλες Λισαζού, την αρνητική στροφορμή όπως θέλει και τα παπιρόσι – πού τη θυμήθηκε αυτή τη λέξη !!! Οι λέξεις του είναι αγκίστρια, είναι φτερά στο αγκίστρι, είναι πολύχρωμα σύμβολα για να ψαρέψουν το πιο βαθύ το πιο πολύτιμο κάτι από το βυθό. Όπως ο Προυστ παλεύει με τη γεύση, μια γεύση αποκλειστικά προσωπική και αποκλειστικά δική του που την αξιοποιεί για να βγει η ανάμνηση η μοναδική αλλά και κοινοποιήσιμη γιατί είναι δημιουργία η ανάκλησή της, έτσι και ο Κωνσταντίνος χρησιμοποιεί λέξεις, αισθήσεις, εικόνες, χρώματα, αφηγήσεις, μύθους προσωπικούς, έννοιες από τη φυσική, αντικείμενα – τα αντικείμενα ως αυθεντίες και οπωσδήποτε όνειρα για να σπουδάσει το θάνατο, να φτάσει στα όρια, να συλλάβει την υπόσταση του, τον έρωτα, ό,τι τον διαμόρφωσε και τον διαμορφώνει και ό,τι αγάπησε και αγαπά.

Από την πρώτη παράγραφο καταπιάνεται με μια σπουδή του θανάτου.

Μια φαντασμαγορία οι εικόνες που επικαλείται. Έχει άραγε σημασία αν τα όνειρα τα είδε εκείνος – ο ίδιος – η κάποιος άλλος, όπως φερ’ ειπείν ο Ιερώνυμος Μπος; Ή αν τα επινόησε για να μιλήσει με την ευκολία που δίνει στη φαντασία η συνθήκη της αναίρεσης των φραγμών για τη σχέση με τον πατέρα, την ανδρική ταυτότητα, τα οράματα του επέκεινα, το φόβο του θανάτου αλλά και γλιστρώντας με το βήμα της ποίησης στην άλλη πλευρά, ονειρευόμενος για λογαριασμό τους, ή συνθέτει συγκλονιστικές ιστορίες φαντασμάτων, την νεύρωση της ανταλλαγής, την επανάληψη μιας χειρονομίας , ψυχανεμίζεται την μυστηριακή κατάσταση των νεκρών, τα παιδιά και τους καημούς ση διεπιφάνεια των κόσμων, δημιουργεί τις τόσες πιθανότητες – τις εκδοχές που γράφει, που κατασκευάζει η λογοτεχνία για τον άλλο κόσμο.

Το πιο πλάγιο κείμενο, το πιο λοξό, το πιο φευγάτο, με την ακρίβεια της γλώσσας που δίνουν οι θετικές επιστήμες. Στα όρια της ορολογίας τα ποιητικά τοιχώματα γίνονται ελαστικά, διευρύνεται η γλώσσα, οι έννοιες τα αισθήματα. Μια νηφάλιος μέθη, μια άχνα, οι εμμονές ενός ανθρώπου που σε παρασύρει σε μια άσκηση ενανθρώπισης. Το κέρδος της ανάγνωσης – να μην το πω το κέρδος- η ευλογία της ανάγνωσης είναι να ακολουθήσεις τη διαδρομή με όσες αποσκευές έχεις, αποφεύγοντας να αποκωδικοποιήσεις αλλά βάζοντας τον εαυτό σε μια συμπαθητική δοκιμασία, μια προσπάθεια ρύθμισης του αλατιού της σύστασης σου, ώστε να συντονιστείς, να βρεις τη συχνότητα τη δική σου και τη δική του, να πάρεις το ρίσκο του μέγιστου πλάτους αυτό το ‘παρατέντωσε με κι ας σπάσω’ του Καζαντζάκη, που παράγει αυθεντική εμπειρία, νέα εμπειρία, που διευρύνει τη συνείδηση, που συνδέεται χωρίς να δεσμεύεται, μια πράξη υπακοής, μελέτης και απελευθέρωσης. Το έργο του Κωνσταντίνου αντέχει. Μπορεί να σηκώσει μια τέτοια διαβατική διαδικασία και τούτο διότι περιέχει τις εμπειρίες, έχει τραυματιστεί έχει ματώσει, αντέχει. Φέρει τις μυητικές ξυραφιές των πολεμιστών της Αφρικής. Έχει θρέψει ψυχές πεθαμένων με το αίμα του. Πάσχει, συμπάσχει, οραματίζεται, ονειρεύεται, μεταμορφώνεται, συνομιλεί με τους νεκρούς. Περνά από όλα τα στάδια της ύπαρξης και της μη ύπαρξης, μπορεί να σε περιέχει, μπορεί να με περιέχει και εγώ να ανταλλάξω μαζί του όπως ο Μάρκο Πόλο ανταλλάσσει στις πόλεις από όπου περνάει για να αφηγηθεί στον Κουμπλάι Χαν.

Αν όλο το έργο το βλέπαμε σαν μια Οδύσσεια, μια μυητική περιπλάνηση στις Πόλεις ή μια Δαντική Κάθοδο στον Άδη – πολύ χαλαρή η αναλογία γιατί όλο το έργο είναι στραμμένο στη σπουδή του θανάτου – υπάρχει ένα κεφάλαιο μια ενότητα οι Εγκιβωτισμοί που είναι το πιο βαρύ το πιο σκοτεινό από όλο το έργο, αυτό που με έκανε να υποφέρω περισσότερο διαβάζοντας το, η Νέκυια του βιβλίου, το πιο βαθύ και μαρτυρικό Πουργκατόριο, τα ημερολόγια του νοσοκομείου – θυμίζει τόσο πολύ ένα κείμενο σε παρόμοια συνθήκη του Αντόνιο Ταμπούκι. Διαλογισμοί με τη σκέψη του Κωνσταντίνου που παίρνει χίλιες στροφές το λεπτό, διαλογισμοί για το σύμπαν, για τη βαρύτητα, για το χρώμα, για τη χημική σύσταση των ανθρώπων, για το μέλλον των κυττάρων, για τα όνειρα, για τη φθορά, για το φόρεμα μιας κοπέλας, για το επέκεινα, για την αδράνεια της ψυχής – με την ακρίβεια και την παρατηρητικότητα του φυσικού επιστήμονα την απόλυτη ψυχραιμία και το σπαραγμό του ανθρώπου στο νοσοκομείο, εκεί που παραστέκεται στις πύλες του Άδη τους ανιόντες και περιμένει, περιμένει το αναπόφευκτο, το προδιαγεγραμμένο με τη μέγιστη σοφία και τον μέγιστο πόνο. Το πιο βαρύ κομμάτι. Ασήκωτο. Σαν ημερολόγιο νοσοκομείου αλλά και σαν οδοιπορικό. Όλες οι μνήμες συσσωρεύονται, η ύπαρξη όλων, το παρελθόν, το μέλλον.

Η τελευταία ενότητα, τα κείμενα για την αφαλάτωση, πόσο παράξενος τίτλος – αυτοανάλυση και η συνακόλουθη δυνητική σιωπή – δεν είναι πια μυστήριο ο τίτλος μετά την αναγνωστική διαδρομή – μετά τους χίλιους ρόλους του αλατιού στην σύσταση και την υπόσταση του αφηγητή.

Θέλει σιγά σιγά να το αφαιρέσει το αλάτι, να αλλάξει αυτή τη σύσταση, την περιεκτικότητα, να οδηγήσει την ουσία του την ίδια στην πιο λεπτή της υπόσταση να εξατμιστεί, να μείνει η αλισάχνη – το λεπτό υπόλειμμα του κύματος στα βράχια. Αφαλάτωση ενεργητική, απελευθέρωση του κύματος από το αλάτι του, σπουδή της ουσίας της ύπαρξης.

22 αφορισμοί – το πιο πυκνό, το πιο ευάλωτο κομμάτι του κειμένου – εκεί που δεν υπάρχει η αφήγηση αλλά ο ισχυρισμός του συγγραφέα, η φιλοσοφική του θέση, εκτεθειμένη, χωρίς περίβλημα, χωρίς ιστορία, η παρακαταθήκη του. Μια κοσμολογία θα έλεγα – δεν θα τολμούσα να την αποκωδικοποιήσω – έχω την αίσθηση ότι πρέπει να προσληφθεί κυριολεκτικά, σε όλο της το υπερρεαλιστικό μεγαλείο,

Ένας κόσμος παραλλαγμένος που ο ταξιδιώτης / ο αναγνώστης πρέπει να αποδεχτεί, όπου πρέπει να περιηγηθεί με ανοιχτά τα μάτια. Αν οι Εγκιβωτισμοί ήταν το Πουργκατόριο, η Αφαλάτωση είναι η τέλεια αφαίρεση. Τι είναι άραγε το σπίτι που η ουσία του είναι δέντρο, το αίμα του λευκό φως – πως συντελείται εκεί το πέρασμα του χρόνου; Αυτοί οι ένοικοι που έχουν στοιχειώσει σε μια δίνη, μια Βαλτική και θάλασσα των Σαργασσών, ένα τρικυμισμένο ησυχαστήριο;

Μια φαντασμαγορία από εκεί εικόνες και αποφάνσεις για τη ζωή και το θάνατο, τον έρωτα, το φύλο, την πιο προσωπική ανάμνηση, τις αναγνώσεις, την τέχνη, την αισθητική, την ύπαρξη του Θεού μέχρι την τελική εξάτμιση του κύματος. Ένα ποιητικό κρεσέντο, στακάτο, αποφαντικό, με την ακρίβεια και τη γνώση του επιστήμονα που διευρύνει τα όρια της συνείδησης του. Ο αναγνώστης που μεσολαβεί όπως εγώ σήμερα δεν μπορεί να πει τίποτα περισσότερο. Αναγνώρισε μέσα στις γραμμές του έναν όμοιο του, έναν αδελφό – ένιωσε ότι πρόκειται για ένα μικρό αριστούργημα αυτογνωσίας, για μια πρόκληση σε ένα ταξίδι στην ποίηση, στο εντός, στο πέρα από εμάς. Ο Κωνσταντίνος κατάφερε να μετουσιώσει σε έργο τέχνης μια προσωπική διαδρομή πόνου, πένθους, αυτογνωσίας, περιηγήσεων, Αναγνώσεων, φιλοσοφικών στοχασμών, ερώτων και να μας παραδώσει αυτό το έργο – πρόκληση για μια προσωπική ξεχωριστή δοκιμασία για τον καθένα, μια αναγνωστική απόλαυση υψηλού επιπέδου.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

“Fractal” Απρίλιος 2019

Τα κύματα κι οι άνθρωποι

Λέω πως, κάθε άνθρωπος, είναι ένα κύμα σε κάποια ιαπωνική ακουαρέλα […]

Έτσι παρομοιάζει το ταξίδι της ζωής το κείμενο «Τα κύματα κι οι άνθρωποι», που κλείνει τη συλλογή με τον τίτλο «Οι Πόλεις το Χειμώνα». Πρόκειται για ένα πεζό ποίημα (όρος δόκιμος/αδόκιμος μπροστά στην αδυναμία σαφούς προσδιορισμού), που εντάσσεται στην τελευταία ενότητα του βιβλίου «Κείμενα για την αφαλάτωση – αυτοανάλυση και η συνακόλουθη δυνητική σιωπή». Τα οντολογικού περιεχομένου κείμενα της ενότητας αυτής ολοκληρώνουν και συνοψίζουν τη φιλοσοφική στάση του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου απέναντι στη ζωή εν συνόλω. Έχουν προηγηθεί οι ενότητες «Οι πόλεις το χειμώνα» και «Εγκιβωτισμοί – Οντολογία ενός ακούσιου περιορισμού». Όλα μαζί ένα παράθυρο στον κόσμο του ποιητή. Γιατί στην ουσία ποιητής είναι ο Λουκόπουλος, κι ας δίνει εδώ στην πιο πεζή τους εκδοχή όσα εγκαταβιούν στη σκέψη του.

Περιπλανώμενος είναι, ένας flâneur ταξιδευτής, και όχι μόνον επισκέπτης στις «Πόλεις το Χειμώνα». Αυτά τα είκοσι κείμενα συνιστούν τα αποθησαυρισμένα τοπία που μοιάζει να αποσπάστηκαν από τον φυσικό τους χώρο για να βρουν τη φιλοσοφική τους διάσταση και την ποιητική τους υπόσταση μέσα στα μικρά μπονζάι που απαρτίζουν την ενότητα. Πράγματι, δεν χρειαζόταν ούτε λέξη παραπάνω στα όσα γράφει ο Κωνσταντίνος για να έχει ειπωθεί το άπαν. Ο τρόπος της γραφής έχει τις απαιτήσεις του από τον αναγνώστη· ξέρουμε όμως πως οι εύστοχα επιλεγμένες λέξεις γεννούν τις πολλαπλάσιές τους στη συνείδηση του αναγνώστη/συμμέτοχου της γραφής. Έτσι, η μικρή φόρμα, περιεκτική νοήματος με τις πολυσήμαντες λέξεις, αποπνέει στοχασμό και κινητοποιεί τη μέθεξη του αποδέκτη. Τα μικρά μπονζάι κείμενα γειτνιάζουν με τον ποιητικό λόγο ακολουθώντας την υπαινικτικότητα, τη μεταφορική σημασία, την ελλειπτική μορφή και αφήνοντας από μέσα τους να εκχειλίσει το απαύγασμα του κόσμου, όπως με τη διεισδυτική του ματιά ο αποθησαυριστής το αποτύπωσε στο χαρτί. Οι πόλεις αυτές θα μπορούσαν να είναι ρεαλιστικές ή και όχι, μια που αυτό που έχει σημασία εδώ δεν είναι η απεικόνιση του τοπίου αλλά η δυνητική μορφή που αυτό παίρνει κάτω από τη βάσανο της ψυχικής διεργασίας του γράφοντος.

Έκαστος στη μεμβράνη του γεννάει τη δική του σιωπή, που έχει συνήθως το χρώμα της μάνας του στο νεκροκρέβατο ή έναν ήχο πνιχτό από τακούνι που χώνεται στη λάσπη, ή το ψυχορράγημα της νύχτας όπως στραγγαλίζεται από το πρώτο φως, μα έπειτα από ομόφωνη συγκατάβαση όλοι τη μοιράζονται και την υπερασπίζονται από κοινού ως εαυτόν (ποιαν ακριβώς; την εθελούσια σιωπή: την αυθόρμητη σίγαση των λυγμών, του λογισμού, των πόθων).

Όλο αυτό το άχθος (γιατί για άχθος πρόκειται) δέχεται τώρα μια ακόμη επεξεργασία. Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, εγκιβωτισμένος ο γράφων σε υπαρκτό χώρο (ή σε νοητό περίκλειστο – αδιάφορο) θεραπευτικής «ειρκτής» ανατέμνει το κατακτηθέν τρόπαιο των περιπλανήσεων στον μέσα και τον έξω χώρο.

Δεν μου απομένουν παρά λίγες μέρες σε τούτο το καθεστώς. Γι’ αυτό δε θα μακρηγορήσω. Με νύχια και με δόντια θα πρέπει να διεκδικήσουμε τον χώρο μας. Γέρικα δέντρα όπως καταλήξαμε κι ακίνητα, ας διατάξουμε τουλάχιστον τις ρίζες μας ώστε να αναζητούν όλο και μακρύτερα το αφράτο χώμα.

Συμφιλίωση με το τέλος και με τον φόβο του τέλους, χωρίς τις εκδοχές της συνέχισης υπό το κράτος μιας διεστραμμένης θεολογικής ερμηνείας του κόσμου. Η βέβαιη γνώση του τέλους κυρίαρχη.

Το τέλος δεν ενσωματώνεται, δεν καταπίνεται από τον εαυτό, δεν συντελείται, δεν πραγματοποιείται.

Οι «Εγκιβωτισμοί», το πιο ώριμο προϊόν γραφής του Λουκόπουλου κατά τη γνώμη μου, αποδίδει με τον πιο σαφή τρόπο τον σκεπτικισμό του για τη θέση του νοήμονος όντος στο σύμπαν, την πορεία του (ανοδική ή καθοδική αδιακρίτως) προς ένα στόχο συχνά σαθρό. Με τη βέβαιη κατάληξη της λείανσης, ώστε οι κοφτερές και επικίνδυνες γωνίες να καταστούν ανώδυνες και συμπαθητικές· μια συμφιλίωση με το ανέφικτο και ένας συμβιβασμός με τον ίσιο δρόμο χωρίς παρακαμπτηρίους και εκπλήξεις.

[…] είναι σαφές το ποιος κερδίζει, αφού όλα τα βότσαλα είναι στρογγυλά, ενώ γεννιούνται τσαντισμένες πέτρες, γεμάτες επαναστατικά όνειρα κι αιχμές.

Έτσι, όταν φθάνουμε στο τρίτο μέρος, η σκοπούμενη αφαλάτωση οδηγεί στα πιο ποιητικά κείμενα, με την απαλλαγή από όσα βαραίνουν τη συνείδηση· εδώ θα μείνει το απόσταγμα, ακόμη κι αν αυτό είναι μια δυνητική σιωπή, όπως δηλώνεται στο συνοδευτικό του τίτλου. Τι περισσότερο να ειπωθεί; Η καταληκτική φράση σε ένα από τα κείμενα είναι αποστομωτική με το διφορούμενο νόημά της που περικλείεται μόνο μέσα σε μία αρνητική λέξη:

Το «σύμπαν» είναι άλλωστε τόσο μεγάλο που (δεν) το χωράει ο νους που το κατασκευάζει.

Επτά κείμενα-διηγήματα μπονζάι προτάσσονται στα τρία μέρη της συλλογής. Με τον ορθολογιστικό τρόπο που διακρίνει τον Λουκόπουλο (κι ας μην προσιδιάζει κάτι τέτοιο σε ποιητή) δίνονται οι κατευθυντήριες οδηγίες προς τον αναγνώστη προκειμένου να πλοηγηθεί στα αχαρτογράφητα νερά των κειμένων. Άλλωστε οι εκτενείς τίτλοι τους θα μπορούσαν κι αυτοί να λειτουργήσουν ερμηνευτικά των προθέσεων του γράφοντος. Έτσι δημιουργείται ένα ενδιαφέρον οξύμωρο: κείμενα κρυπτικά (όπως όλα αυτά που γειτνιάζουν στην ποίηση) συνοδευμένα με την αγωνία μιας εξήγησης, σαν να μη θέλει ο δημιουργός τους να τα αφήσει στο έλεος της ανάγνωσης απροστάτευτα.

Νομίζω πως χωρά εδώ η συμπλήρωση του αρχικού παραθέματος αυτού του κριτικού σημειώματος, καθόσον ερμηνεύει καλύτερα το όλον:

Λέω πως, κάθε άνθρωπος, είναι ένα κύμα σε κάποια ιαπωνική ακουαρέλα, που ανάλογα με τα χρώματα, την ένταση ή τη διαφάνειά του, κάποτε το επιλέγουμε ως ιδανικό, ώστε να αποθέσουμε επάνω του την ύπαρξή μας. Εκείνο θα μας πάει από κει κι έπειτα, το μακρύ ταξίδι, όσο να συναντήσουμε τους βράχους ή τα άλλα κύματα. Μα είναι κι η ύπαρξη απέραντη όσο διαρκεί –κι ας είναι τούτο από μόνο του, μια οντολογική παγίδα– είναι κι ο έρωτας μια πλημμυρίδα και μια άμπωτη μαζί. Για αυτό, αν τύχει και το κύμα μας σκορπίσει και μείνει μονάχα η αλισάχνη του στο δέρμα μας, ή ένα ρίγος θαλερό που ακροπατεί νοσταλγικό στ’ άδεια μας βράδια, καλό είναι να θυμόμαστε το πώς τ’ αγαπήσαμε όσο κράτησε: σαν να ’ταν η ουσία κι ο ίδιος ο αχός της αέναης θάλασσας, κι όχι απλώς ένα ακόμη υγρό τομάρι.

Στο εξώφυλλο ένα έργο του Γιώργου Κόρδη θυμίζει τους «Ταξιδιώτες» του Bruno Catalano, που αφήνουν το τοπίο να διαπερνά το μισοτελειωμένο σώμα τους εντασσόμενοι πλήρως εν κινήσει στον χώρο. Εδώ η κόκκινη φιγούρα σε πρώτο πλάνο αφήνει πίσω το τοπίο της περιπλάνησης και προχωρά. Ό,τι κέρδισε από αυτό το έχει μαζί της. Αποθησαυρισμένη μνήμη από τον Κωνσταντίνο Χ. Λουκόπουλο, έναν στυλίστα της γραφής.

.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΠΕΪΟΓΛΟΥ

“Εφημερίδα των Συντακτών” 23/2/2019

Οι παράξενες πόλεις του χειμώνα

«Ομορφη πόλη, σιωπητήριο. Στις προηγμένες κοινωνίες, όπου οι μονάδες συνεννοούνται με νεύματα, η σιωπή είναι μια ατομική ιδιότητα που αυθόρμητα κοινωνείται πανταχόθεν. Εκαστος στη μεμβράνη του γεννάει τη δική του σιωπή, που έχει συνήθως τα χρώματα της μάνας του στο νεκροκρέβατο ή έναν ήχο πνιχτό από τακούνι που χώνεται στη λάσπη ή το ψυχορράγημα της νύχτας όπως στραγγαλίζεται από το πρώτο φως, μα έπειτα από ομόφωνη συγκατάβαση όλοι τη μοιράζονται και την υπερασπίζονται από κοινού ως εαυτόν (ποιαν ακριβώς; την εθελούσια σιωπή: την αυθόρμητη σίγαση των λυγμών, του λογισμού, των πόθων)».

Ολοι έχουμε μια χειμωνιάτικη πόλη, πραγματική ή ιδεατή, να μας φιλοξενεί τις κρύες μέρες, σκέφτομαι καθώς διαβάζω τα υπέροχα μικροκείμενα και διηγήματα μπονζάι «Οι πόλεις το χειμώνα» του Κωνσταντίνου Χ. Λουκόπουλου που πρόσφατα κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Εναστρον.

Κείμενα ποιητικά, ατμοσφαιρικά, βαθιά οντολογικά, μιλούν προσωπικά μα νιώθεις πως μιλούν για σένα. Οι πόλεις που ζούμε αναπνέοντας πότε καυσαέριο και πότε αρώματα, πότε χαρά και πότε λύπη είναι το λογοτεχνικό πεδίο του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου.

Στη Ρώμη «μια κίτρινη αχλή σαν μαρμελάδα» μάς τύλιξε, στο Ιντερλάκεν καθίσαμε σε «μια σεζλόνγκ μπροστά στην παγωμένη λίμνη», στο λιμάνι της Γένοβας είδαμε το Arcadia να σαλπάρει για τη Νέα Υόρκη, στο Βόλγκογκραντ κοιτάξαμε μια νύχτα τον ουρανό «μέσα από τον ύπνο των πουλιών», στο Τρόντχαϊμ παρατηρούμε το Σέλας ως «γαλάζιο άγγελο που διαμοιράζει την ηλιακή κορόνα σε άλλες και σιωπηλά βεραμάν», περάσαμε από την Οδησσό, το Μπράιτον, τη συνοικία Κρόιτσμεργκ στο Βερολίνο.

Στη Μαδρίτη ο Ιδαλγός Δον Κιχώτης ντε λα Μάντζα μάς έσφιξε το χέρι. Και από τη Βαβρ διακτινιστήκαμε στον Χάνδακα. Συνεχίζουμε. Κωνσταντινούπολη, Μόσχα. Στις Βρυξέλλες μια ανάσα. Και πίσω τον Δεκέμβρη στην Πάτμο. Σουέζ και Λονδίνο. Μην ξεχάσω την Αθήνα, λέω στον εαυτό μου. Πόλεις, κι άλλες πόλεις, η ζωή μας.

Οι πόλεις πάντα ήταν ένα ισχυρό χαρτί στη λογοτεχνία. Χωρίς την πόλη δεν υπάρχει μυθιστόρημα, διήγημα, ποίημα. Ακόμα και το σώμα είναι η «πόλη» που κατοικούμε. Συχνά είναι ο καταλύτης στα γραπτά μεγάλων δημιουργών. Οι πόλεις εμπνέουν τους μεγάλους δημιουργούς. Πώς θα ήταν ο Κούντερα χωρίς την Πράγα, η Βιρτζίνια Γουλφ χωρίς το Λονδίνο, ο Τσέχοφ χωρίς τη Μόσχα, ο Σαρτρ χωρίς το Παρίσι, ο Ντοστογιέφσκι χωρίς την Πετρούπολη, ο Καβάφης χωρίς την Αλεξάνδρεια;

Μικρά διαμάντια
Η βιωματική σχέση των λογοτεχνών με την πόλη, που είναι τόσο εμφανής και στα γραπτά του Κ. Λουκόπουλου, μας χάρισε μια αλησμόνητη λογοτεχνία.

Στις «Πόλεις το χειμώνα» συνυπάρχουν δύο ακόμα ενότητες: οι «Εγκιβωτισμοί» και τα «Κείμενα για αφαλάτωση». Προσωπικά θα προτιμούσα τις «Πόλεις» μόνες τους. Καθώς δημιουργούν μια ατμόσφαιρα αφήγησης που θέλεις να μπαίνεις και να βγαίνεις απερίσπαστος σε σταθμούς και λιμάνια. Αυτό «αδικεί» τις άλλες ενότητες που θα μπορούσαν να σταθούν μόνες τους σε μια άλλη έκδοση. Διαπιστώνω όμως ότι αυτή είναι μια τάση αρκετών νέων εκδόσεων με διηγήματα. Να περιλαμβάνουν δηλαδή περισσότερα κείμενα, θέλοντας να δώσουν ίσως ένα μεγαλύτερο στίγμα της λογοτεχνικής γραφής του συγγραφέα (;).

Ενδεικτικά από τους «Εγκιβωτισμούς» αναφέρω ένα απόσπασμα από το εξαιρετικό «Πρωτόκολλο»: «Η ανάρρωση συμβαίνει πέρα από την αγωνία της υγείας, της θνητότητας ή της απώλειας, ένα σύνολο χημείας και φυσιολογίας, πραγματώνεται, ούτως ή άλλως, όσο ο καιρός φουσκώνει σαν βραστό γάλα. Στη διάρκεια των ωρών, παράλληλα γεγονότα αντιστρέφουν την αναμονή, σε ικεσία και απόρριψη: αυτοΐαση δεν υφίσταται δίχως τη συμμετοχή ενός εαυτού, είτε θρησκόληπτου είτε αγνωστικιστή». Κείμενο βαθιά στοχαστικό σε μορφή διηγήματος μπονζάι.

Τα υπαρξιακά «Κείμενα για αφαλάτωση» είναι μικρά διαμαντάκια, από τα οποία σας μεταφέρω κλείνοντας το εξαίσιο κείμενο «Τέλος», ευχόμενη στον συγγραφέα του να συνεχίσει να γράφει τα απολαυστικά του κείμενα:

«Οσες ζωές ζήσαμε εδώ, δικές μας ή των άλλων, εξαχνώνονται ανά μονάδα χρόνου και ποτίζουν τις ταπισερί, τα ουγγρικά πλακάκια και τα ετοιμοπόλεμα σάβανα. Στα όνειρα, που συμβαίνουν ενύπνια ή όχι, μπαινοβγαίνουμε ακατάπαυστα σε αυτές. Σε μια ζωή που τη ζεις από την αρχή γνωρίζεται με τον εαυτό σου κι ώς τον θάνατο συμφιλιώνεσαι. Σε άλλες πάλι, μπαίνεις χειμώνα ενώ δακρύζουν τα κυκλάμινα κι οι γαρδένιες αναπολούν τα καλοκαιρινά μεσημέρια, όπου η πυκνότητα και η ευωδιά τους κερδίζουν τη θερμή εγγύτητα του ήλιου, όταν συγκρίνονται. Σε αυτές, το τέλος είναι πιο οδυνηρό, σαν να ζεις μόνο ένα τέλος δίχως αρχή, καθ’ υπέρβαση της αιτιοκρατίας. Ομως όπως έχω ξαναπεί, ένα τέλος είναι πάντα ένα -ανεκτίμητο-τέλος».

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *