ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΡΟΥΣΤΑΛΙΑΣ

Ο Δημήτρης Κρουσταλιάς γεννήθηκε το 1955 στο Βόλο όπου ζει και σήμερα.
Είναι πτυχιούχος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών της Παντείου.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Γυμνή Αλήθεια Βόλος 1983
Πορφυρές συνοικίες Πύλη 1984
Πόλεις Ελάχιστου Φωτός SOL 1985
Ωλέανδροι Δωδώνη 1985
Άλλο Όνειρο Δωδώνη 1986
Πρόσωπα σε Αμφορείς Δωδώνη 1986
Πανταχώρα Δωδώνη 1987
Ο Ξανθός Βασιλιάς Τροπικός Καλάν της 1987
Κάρτα Απεριορίστων Διαδρομών Καλάντης 1988
Ο Αυτοκράτορας του Κόνδορα Δωδώνη 1989
Αμφίδρομοι Εραστές Καλάντης 1989
Φιγάλεια Καλάντης 1990
Με τα Φτερά των Συμπληγάδων Όμηρος 2002
Αρμοί Λαβυρίνθων Οδός Πανός 2οη
Πύλη Πορφύρας Ενδυμιών 2016
Νέα Ιθάκη Νοών 2018
Έχουν τα πάθη ουρανό 2020 Νοών
Έχουν τα πάθη ουρανό 2020 (Βιβλίο δεύτερο) Νοών
Έχουν τα πάθη ουρανό 2020 (Βιβλίο τρίτο) Νοών

.

.

ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΠΑΘΗ ΟΥΡΑΝΟ (2020)

(ΒΙΒΛΙΟ ΤΡΙΤΟ)

ΛΕΥΚΩΜΑ ΜΝΗΜΗΣ

Μήνας πια και χρυσός
ο μήνας που τόκο δίνει
το δικό του στο αληθινό
θαύμα μεγάλο πέλαγος.
Αμάραντο να στρέφεται
βαθιά να με αγκαλιάζει.

Ιμάντες κρατούν το δίκιο
χώμα από αυλή της ζωής.
Αδημονούν γλυκές λέξεις
απ’ την αναστημένη πόλη
δαιμονικές οι μέρες όλες
στον καπνό που χάνονται.

ΟΙΩΝΟΙ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΕΣ

Ανάστασης σπέρμα
κόψη των αειφόρων
γεμίζει μια προσευχή.
Γράφει κι ο ιριδισμός
κρίματα της αγάπης
με κρυφούς καημούς.

Οιωνός μια θάλασσα
σπίτι γυμνό χειροκροτεί.
Λύτρα μαζεύουν δάκρυα
λαβές σε χάος πολέμου
μ’ όλο το συνταίριασμα
αδηφάγα τέχνη μεγάλη.

ΦΡΟΥΡΟΣ

Όσο πιστός γίνεται
γλυκός πια ποιητής
στα πικρά στα μικρά
σε όλα τα αιχμηρά
με μεγάλο στοίχημα
από δείπνο μυστικό.

Ο ποιητής ν’ ακούει
αμφίδρομος τρόμος
σε χνάρια βεβαιωμένα.
Φρουρός πια ο ίδιος.
Έντομα ενοχλητικά
φίδια μύρια πρόσωπα.

ΜΙΤΟΣ ΣΩΦΡΟΣΥΝΗΣ

Δίνες αγάπης πρόλαβαν
χρυσά κουβάρια με όλα
όταν ξετυλίγονται αργά
πάλι σε δάση αγαπημένα.
Με την ηλικία των παθών
ζυγίζονται μάταιοι πόθοι.

Ηλικίες πάντα ταιριάζουν
σκόνη μαύρη με το άπειρο.
Δίνες χρυσές στο στερέωμα
εθισμός με το μαργαριτάρι.
Πλοκή στο έσχατο θέρετρο
της στιγμής βαθιά σταγόνα.

ΑΓΚΑΘΙ ΚΑΙ ΦΛΟΓΑ

Πέλμα θανατηφόρο
με το μυθικό στίγμα
σαν μένει όλη η τύψη
απ’ τη φιλόξενη ανάσα
κι ο τύμβος της γλύκας
ποτέ πια λησμονημένος.

Με σένα απ’ τα μάτια
η τυραννία που πέφτει
με το χτύπημα απαντά
της ρίζας ολοκαύτωμα.
Απλώνεται πάλι λόγος
όχθες της σωφροσύνης.

ΓΔΥΝΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Αναζητούν οι έρωτες
απ’ τα σκοτεινά σημεία
αρχεία που πληγώνουν.
Μαύρες μένουν πορφύρες
που συνενοχές θυμίζουν
και με χρησμούς χτίζουν.

Φωλιάζουν σαν ηλιαχτίδες
οι εστίες της όλης ηδονής
των ωραίων κατατρεγμένων.
Στην απεραντοσύνη φθορά
φως σκαλί των προορισμών
και των μνησίκακων τα δώρα,

A

Όσα ζουν
θαυμάζουν και θαυμάζονται.
Μπόλιασμα κρυφό άλλο δε μένει
ο άγγελος κι ο θεός στο νεφέλωμα.
Δικοί μας έρωτες ακούν, προσκυνούν,
δικοί μας πάντα με την ιερή σαγήνη
απ’ τους αιώνες βγάζουν μεγάλο πόνο,
απ’ την Ελένη των Ελλήνων
κι απ’ την Ελένη των Τρώων.
Όσα ζουν χωριστά ξανάρχονται.
Είναι μιας Πύρρειας νίκης οι θυμοί
οι ξυλοδεσιές καημοί που φυτρώνουν.
Είναι τόσα έκπληκτα μάτια,
είναι τα αφανέρωτα της πλήξης
των εξοχοτήτων μας τα πικρά λόγια.
Μάτια πάλι που μας ονομάζουν,
μάτια πάλι που μας φαρμακώνουν.
Δρόμοι αρχέγονοι αέναοι είναι παλμοί.
Μήτρα αξόδευτη αστράφτει η πέτρα.
Λευκό το λουλούδι που φωτίζεται και ζει.

Α5

Όπως οι τύψεις, όπως οι σκιές τους
γόνιμες οι μέρες με τόσα παράφορα
ως τη λαλίστατη αιχμή των σπιτιών.
Δια των ευχών άρτια πηγή η πληγή,
μέσα στη δίνη οι μακάριοι γράφουν
με αποδείξεις τα στερνά της γνώσης.
Οι αφορμές για τη μεγάλη θέληση
φλόγες υψηλές όσα έργα φωτίζουν.
Νερό και αίμα οι ήχοι και οι παλμοί
στο πρώτο ασκί που βάζουν σημάδι.

Α9

Όπως ο θρόνος κρέμεται
έρωτας γελά σε μια ματιά
που του ρίχνουν οι ερινύες,
που τρέχουν κι ατιμάζουν.
Όμως η ηδονή, η διάδοχη
γαλήνη που οπλίζεται και
προσδοκά, γιασεμί λευκό
γίνεται του γυμνού ονείρου,
Όπως τα δάκρυα ως βολές
στην αντίθεση του άνθους.
Όλα τα πρέπει κι η ομηρία.

Α15

Όταν η βολή θα ευφρανθεί
με όλο το ιερό προσκύνημα
μέσα στο άπειρο του τόπου
η χρεία της μοναδικότητας.
Δυνατή ιαχή, όλη σταυρώνει
μέσα στην κατάκτηση νοερά.
Φαντάζεται ένα άλλο μαχαίρι
με την αρχαία ηδονική λαβή.
Λάμπει μεγάλη ερωτική λέξη.
Γινάτι φθάνει το αίμα φθονεί
η ίδια μήτρα του κολοφώνα.

Α21

Όταν μεθούν λαμπρότερα βράδια
ίδια φαντάσματα ακούν, μας κυνηγούν
γελούν πολύ, όταν τόσα πικραίνονται.
Όταν ματώνουν κι όταν αγριεύουν
θάλασσες μεγάλες κορυφές πατούν,
των πουλιών πολύτιμα φτερά κόβονται.
Οι αψεγάδιαστοι με μια ριπή ακόμα
του ανέμου ο ρυθμός να μας ακολουθεί
φως που σαρκάζει, που δε μηρυκάζει.
Οι Ολύμπιοι κι όλοι οι μικροί μας Θεοί,
όλοι εκεί μέσα στο σημαδεμένο κλουβί.
Τόσα σώματα με τα μεγάλα μας πάθη
και η μικρή αοιδός της πρώτης νιότης,
σαν εκδίκηση στο ακριβό βελούδο πάλι.

Α28

Ρωτάει ο ουρανός, γιατί το φίδι όλο σφυρίζει,
γιατί ένας ακόμα άντρας ερωτικά πισωγυρίζει
κι ο στεναγμός ρουφάει απ’ το πιο βαθύ χρώμα.
Κρύβεται το πρόσωπο, αναρριχώνται οι φίλοι,
πάνω σε μυθικά γερά κλαδιά οι νέοι σύντροφοι.
Αιώνες της οδύνης με τα πιο σοφά ανοίγονται.
Πέφτει το χιόνι, πέφτει το χαλάζι απαράλλαχτα
με τα βουνά να κλαίνε που ρωτούν για την Τροία.
Η κατοικία της μνήμης με το καθαρό της βόλι,
με μια άλλη τυραννία που επιβάλλει το πένθιμο.
Φως στο στήθος περνάει μέσα απ’ το βλέμμα
πέρα απ’ το στέμμα κι από συμπόσια εκλεκτά.
Επιμένουν οι βαθύτεροι οργασμοί της μνήμης
φόβοι της αλήθειας, της αγρύπνιας το χρώμα .
Ο ουρανός ρωτάει, ο χώρος γίνεται πιο σοφός.
Πλησιάζουν να μας πλήξουν μοναδικές σκιές.
Σέρνονται φίδια στον ακλόνητο της ζωής δρόμο.
Όλα βγαίνουν μ’ ένα κλείσιμο ματιού των θεών.

ΑΧΡΟΝΗ ΛΑΜΨΗ

Δέξου εμένα,
δέξου τους μυροβόλους έρωτες,
στο κενό που δε θα υπάρξουν
βιαστές των μεγάλων λειτουργιών σου.
Φλόγα της αμφισβήτησης βγαίνεις
με την ολοκλήρωση της ισημερίας
με τα ζωντανά πουλιά στον κοιτώνα
στην άχρονη λάμψη μέσα στο χειμώνα.

Άνθη άλικα,
άνθη απείραχτα,
ζητούν τρυφερότερα χάδια.
Ολοένα έρχεσαι λέξη της ανάληψης
ο ιβίσκος σου μονοπώλιο έγινε
η φήμη σου όλη πια ελευθερώνεται.

Δέξου εμένα,
δέξου απ’ το μαγνάδι αυτό
το πρόσωπο της παράφορης ηδονής.

Δέξου χωρίς τη χλεύη των στεναγμών
αναντικατάστατη τη ζωή των αχτίδων.
Δώρο θεών η στιγμή της ευχαριστίας
δρόμοι άχρονοι, δρόμοι πιο φωτεινοί.

ΘΑΛΑΣΣΑ ΗΔΟΝΗΣ

Απ’ το μέσα αστέρι
στην ηδονή που σκέφτομαι εσένα
μέσα απ’ την αφή σε τόσα πολύτιμα
που θαυμάζω στην επιστροφή,
που ρεμβάζω στη μεγάλη περιπέτεια
ως τη στέρεα μνήμη,
ως το βλέμμα
που σα θεά ρεμβάζεις.

Απ’ τον ήλιο
θάλασσα ηδονής σε φέρνει,
σε παίρνει πάλι,
σε παίρνουν αιώνες θαυματουργών
κι όλα γίνονται κύματα,
γίνονται ερινύες,
φωτιές
και με το χέρι απλωμένο.

Μάρτυρας θεός του πόνου
ηδονικός θεός που δε φεύγει.

ΛΑΜΨΗ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ

Σ’ αναζητούν,
πάντα σε ξεπερνούν τα δάκρυα.
Τόσο κοντά και τόσο μακριά,
ή
λάθρα στη Γη των μεγαλείων σου
ηδονική κραυγή του ολέθρου,
σκιά που βγαίνεις
κι ο έρωτας με σημασία
ως το απέραντο.

Σ’ αναζητώ,
βρίσκεσαι όπου μ’ ακούς,
μέλη μα της ζωής και της θέλησης,
ντροπή της πληγής που μένει τώρα
που σε κρατώ,
αρχή στο ιδανικό
στο δικό σου βλέμμα,
που μαζί σου ακτινοβολώ.
Γράφουν οι λύπες
σε ζητώ απ’ τις κρυφές σου λέξεις
που λάμπουν στην ποίηση των καιρών
κι όταν νιώθουν τη μεγάλη φωτιά,
στο μονοπάτι της πιο γλυκιάς ζωής.
Μοχθηροί υπαινιγμοί
στη ροή του παλιού εφιάλτη επιμένουν
αληθινές ροδίζουν οι λέξεις
αληθινές, αιώνια λάμνουν.
Σ’ αναζητώ με το δικό μου φιλί.
Αλήθεια δική μου η δίνη
στην ανάμνηση που δεν υποχωρεί
κι όταν μας κρατούν τα ξένα χέρια.

Κοίλο ν’ ανθίζεις
στο σώμα και στο χρώμα,
στην ερημία των χρόνων
που οι αγάπες δοκιμάζονται.
Ηχηρές ανορθογραφίες
στο χώμα της έκρηξης,
η αρχή της μνήμης
πιο βαθιά πληγή
των μεγάλων ερώτων.

Η θέαση των απόλυτων ηδονών
σε μια κόλαση που σ’ αγαπά βαθιά.

Η ΠΝΟΗ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ

Πού πας;
0 ίδιος ρόλος
ο ίδιος πόνος.
Ρόδο της οδύνης πού πας;
Τι φέρνεις απ’ το μελλοθάνατο σπέρμα;
Απλώνονται ανθρώπινα δίχτυα
απ’ την ταραχώδη μονοτονία
τόσων γραμμάτων και αριθμών.

Πού πας;
Γίνεσαι παιχνίδι της φωτιάς.
Σφιχτά με αγκαλιάζεις.
Άλλοτε αγαλλιάζεις
άλλοτε σφαγιάζεις.
Μικρός ή μεγάλος ήρωας
απ’ τον αντίλαλο των παθών.
Ρέουν μυστικά
με τον αέρα και με το νερό.
Αλήθεια ή ψέμα δικός σου ο λαβύρινθος.

Πού πας
ένας οδοστρωτήρας λύπης
πάνω απ’ τα πέπλα της μέθης;
Πετρώνουν της μήτρας οι αναπνοές.
Ένα άλλο κρυφό μονοπάτι
με κάθε μικρό πρόβατο
στον αντίλαλο
να με ακολουθεί.
Πού πας;
Που με πας;

Ρόδο, εσύ που σφιχτά με αγκαλιάζεις.

.

ΕΧΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ ΟΥΡΑΝΟ (2020)

(ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ)

Ι

Χρόνος στο χρώμα
ο πάνοπλος ουρανός.
Ρόδο, μόνο φως.
Δεν τελειώνουμε
η τέχνη όπου πάει
αρχή φρόνησης.

Ο Ηνίοχος
πολύδονη η ματιά,
όλη η φωτιά.
Ψηλά στο φιλί
τα ραγισμένα φτερά
ποθούν το κοίλο.

Υπέρ του ρόδου
μονοπάτι η φυχή
χωρίς τυράννους.
Αγνή κοιτίδα
όλο αλήθειες είσαι
θρήνους και ψαλμούς.

Έκπληκτο ρόδο
κόκκινο ως τη ρίζα
που ομορφαίνει.
Ηδονών βροχή
αιθέρια σώματα
να ακολουθούν.

Με σημαδεύουν
χρυσοί ήλιοι μεγάλοι
οι γαλαξίες.
Έρχομαι, δέξου
με, χωρίς μια πρόφαση
δηλητήριο.

Σώμα με σώμα
Ολύμπιοι οι κέδροι
κρύβουν μόνο φως.
Όσο αστράφτουν
σκήπτρα μιας εξουσίας
όπλα στην τέχνη.

ΙΙ

Κόβεις και ράβεις
μέθη με μια σύρραξη
στο αλλόκοτο.
Πρώτος ντρέπομαι
όλων των κολαστηρίων
τα ανθίσματα.

Σακάτης σπόρος
έπαινος στην ηδονή
μισή η ζωή.
Σκύβω και φιλώ
υποψία ωδίνης
ακόμα χάος.

V

Λούζει ο ήλιος
αθέατης κορυφής
τα παράφορα.
Όσο έντιμη
βολή της ηλικίας
μακριά με πας.

Ξετυλίγεται
των ερώτων ο μίτος
στο θείο κορμί.
Ως Οδυσσέας
για τις κατολισθήσεις
μιλώ στο λουλούδι.
Γλυκό το χάδι,
φλόγα με μια αγκαλιά
να μη διστάζω.

Σε συλλαβίζω
ιερό φως σου λέω:
Θεία η Ρωμηά.
Σχεδόν μοιραίος
με κρυφές σημειώσεις
όρκους παλεύω.

IX

Πλάϊ στη μνήμη
ο θεός και ο πότης
σκιές ηδονής.
Ποια ευμένεια;
Πνεύμα πόθους γητεύεις
στα εδώλια.

Φως που εκπνέει
εγώ που αιμορραγώ
ψηλά κρέμομαι.
Αχτίδες φωτός
μέσα στον Παρθενώνα
πόρνη αγία!

Άντρες στα χνάρια
το θυμίαμα νιώθουν
ζυγό θυσίας.
Κι αν διχάζονται
πολλαπλοί χρυσοί κόμποι
αφομοιώνονται.

Μέσα στο λίβα
μοίρα λησμονημένη
φωλιά ηδονής.
Πάλι με έλκουν
ίχνη των δανεικών μας
πνοών και οίκων.

Ιερός μαστός
χάσμα δειλού έρωτα
στο όλο βρίσκει.
Με φως εταίρας
άκρατη η ηδονή
η πιο σφαλερή.

Ηλιομαζώχτρα
πλούσια και τα δικά
μας γραφήματα.
Με σελάγισμά
του ονείρου χάρισμα
κλείνει την πληγή.

Όσα ξεπηδούν
είναι ηνία φωτιάς,
ο φθόνος όλος.
Κόψη ονείρου
γίνεσαι ποτέ χρώμα;
Γόνιμο χώμα;

XIV

Πρόταγμα καιρών
αγγίζει τα σπέρματα
τα ατέρμονα.
Δώρα ουρανών
οι κήνσορες τα κρατούν
για να απειλούν.

Γυμνό λάφυρο
ζωφόρος παραμένει
κλώνος της μορφής.
Πόθους των αγνών
μια Νέμεση λαίμαργη
τρέμει κι ενώνει.

Στα κατοπινά
των σπλάχνων Οδύσσειες
και δαγκωματιές.
Ως τον κρατήρα
κόψη να μην τελειώνεις
πουλί που λαλείς.

Φθόγγος στο κελί
σπόρος που αναθαρρεί
πένθος δε μένει.
Να μην κιοτεύει
χρυσοφόρο αντίκρυ
ζεστό πέλαγος.

Πνοή στο φιλί
κρατά η μνήμη
που ανατέλλει.
Δικός μου αγρός
διψά όλη η ζωή.
Θεός και μόνος;

Δύουν στη χαρά
τα χέρια όλα βαριά
να στοιχίζονται.
Άλλα δε λέμε
άλλα ο νους δε βλάπτει.
Ζήτω και χαίρε.

Κενό το γράμμα
ο λυγμός του αέρα
παραχαράκτης.
Πόνοι έρχονται
σαν έσχατοι συνοδοί
οι συνήγοροι.

Άγρυπνοι όλοι
οι ήχοι των μύριων
λεονταρισμοί.
Όμορφο πλάσμα
απ’ την ψίχα των οστών
ζέση των φίλων.

XVIII

Ορίζεις γήρας
μυστικά στο άρωμα
νάματα ψυχών.
Γνωρίζει το φως
μυρίζει κάθε ανθός
που δε βιάζεται.

Αγνοί άνθρωποι
με όλες τις πληγές τους
όλο πιο μέσα.
Ολοφύρονται
Κούροι, Καρυάτιδες
όσοι έμειναν.

Μιλά το ρόδο
γερνά η ποιότητα
ακριβών δόξα.
Άλλη η πληγή
η πηγή των κριμάτων
και των θαυμάτων.

Χαρές και χάρες
δεν έγιναν εποχών
ματαιότητες.
Ποιος ευθύνεται
ο τρόμος κυριαρχεί
πριν ανατείλει.

Χρυσοί οι κόμποι
με μίσχους ευφρόσυνους
να μας πλανεύουν.
Η προσευχή μας
από μεγάλα κεριά
βρίσκει το σώμα.

Μέσα σου βλέπω
σε μια στιγμή παρθένα
όταν προσέχω.
Πώς εφάπτεσαι
χρυσή στο άρμα άκρη
του γυμνού κόσμου.

XXIII

Συνταράσσεται
σε δίλημμα μεγάλο
μπαίνει ο ανθός.
Μνεία στη ρίζα
ασύμβατο στο δράμα
της Αίθρας τάμα.

Βάζει σφραγίδα
το νησί που πυρπολεί
με τόσο πόνο.
Γρίφοι τέλειοι
ο μνηστήρας, ο καρπός
αίμα αγάπης.

Φρουρός ιδεών
μεγαλόψυχα ζεστός
στο δαιμόνιο.

Όμως ο λόγος
φως που αναρριχάται
και σμιλεύεται.

Ο ΜΙΤΟΣ ΤΩΝ ΑΕΙΦΟΡΩΝ

Ο ΟΒΟΛΟΣ

Διαβάζεις στην αγωνία
πυρακτώνεσαι αστέρι
πρώτη φορά το ταίρι
λάμψη ευχή στα ηνία.

Ζει κρυφά η μία καρδιά
που ευδαιμονίες ξέρει
κι ο γιαλός σαν περιστέρι
μπρος στη χρυσή αμμουδιά.

Διαβάζω σαν γονατίζω
ίδιο σαρκίο κουβαλώ
απ’ τον πρώτο οβολό
για το ποίημα φροντίζω.

Όπου χωράει το δάκρυ
ενώνεσαι γλυκός καρπός
κρατάει ψηλά ο σκοπός
ευχές, θεών δοξάρι.

ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ

Αγκαλιάζονται τύψεις
οι έρωτες επιμένουν
οι γέφυρες όπου σέρνουν
απομεινάρια της θλίψης.

Ο φόβος έχει οδηγό
τα σκιρτήματα δένουν,
τά αιώνια ανεβαίνουν
με μια σκιά που ξεναγώ.

Βουλιάζει στο φιλήδονο
Μινώταυρος που μιλάει
τα παρθενικά κρατάει
κι άδειες καρδιές αλίμονο.

Αν στο νησί ξανάρθει
μια παρωδία της ψυχής
της καθολικής ευχής
κι ο οιωνός που επάρθη.

Αγρυπνούνε τόσοι φόβοι
πλουταίνει ο κρυφός τόμος
που μια νέα λαιμητόμος
μαύρων, λευκών, λαιμούς κόβει.

ΠΡΟΣΜΟΝΗ

Κόμπος στο αντάμωμα
μια γέννηση απ’ το αγνό
του έρωτα κορμί λιγνό
ο ερχομός σου άρωμα.

Μνήμη όρθια προχωράς
χύνουν δάκρυ τα λουλούδια
να ποτίζονται τραγούδια
σκοτεινή πλευρά χωράς.

Με τα πέπλα της ηδονής
επιστρέφει η κερκίδα
πόρτα την πόρτα ελπίδα
πλούτος τέτοιας προσμονής.

Λόγος να γυρίζει πάλι
κοφτερός και αστραφτερός
στρέφει, δε μένει ο λεπρός
κι ο αφορισμένος θάλλει.

ΑΒΑΤΟ

Μαύρη σφραγίδα θέλω
τα πάθη όλα γυρίζουν
ζωές το φως στηρίζουν
για τον πικρό Οθέλλο.

Σπέρμα ευχών ακουμπώ
ανοίγουν ζεστές αγκαλιές
γλυκές ματιές υγρές ελιές
στα βάθη αυτά πριν μπω.

Κλαίει μαζί κι ο ουρανός
φτερουγίζουν περιστέρια
δώρα μαζεύουν τα χέρια
λαλεί ο πρώτος πετεινός.

Πέφτουν ζεστές σταγόνες
φεγγάρια ερωτεύονται
πονάνε και πλανεύονται
απ’ το αρχείο αιώνες.

Όταν κι εγώ σε θέλω
μ’ ευφροσύνη σαν διάγω
για τον «έντιμο» Ιάγο
μαύρο φως να αγγέλλω.

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΙΣΗ

Μέσα στο κρυφό ταξίδι
κρύβουν βωμούς τα χείλη
στάχτη καημών σαν ύλη
απ’ το μέλι και το ξίδι.

Δεν είσαι μισή οδύνη
φαύλος δρόμος οι αρπαγές
κρύβουν ήλιους με σφαγές
σκιές η αλήθεια σβήνει.

Κάκτοι όλο ψηλώνουν
κύκλοι, κυρτοί και γαμψοί
νικητές, άρχοντες κομψοί
όλα τα κεριά δε λειώνουν.

Άλλη αιχμή οι ελπίδες
κρύβει φωτιά μια ηδονή
ζεστή καρδιά κι η καλλονή
με ανθηρές νησίδες.

Αφήνουν στα μυρωδικά
των μίτων τους λευκά φτερά
αλήθειες γάργαρα νερά.

Φωτιές του κοίλου ανθίζουν
σελαγίζεις αθάνατη
Πυθία, να σε βαφτίζουν.

ΠΥΡΕΤΟΣ

Ακυβέρνητες πλήξεις
αντηχούν βρισιές του πλήθους
με τους αγέραστους μύθους
άλλη γενιά να ανοίξεις.

Απλώνονται τα μοιραία
της αγωνίας βήματα
μια έκπληξη στα θύματα
λέξεις φωτιά στα ωραία.

Ζουν οι μελλοθάνατοι
πέρα απ’ το Ζάλογγο
στον ερωτικό ίλιγγο
που φωτίζουν αθάνατοι.

Σώματα με τόσα πάθη
ερίζουν ψυχρά ερπετά
σε έργα πιο αγαπητά
σκληρής αλήθειας βάθη.

Με βάρη των πραγμάτων
ο δικαστής τελευταίος
πυρετός απευκταίος
προχωρημένων δραμάτων.

ΡΟΔΟ ΚΑΙ ΑΡΜΑ

Επιθυμίες ορίζουν
όνειρα χωρίς θάνατο
στης ψυχής το αθάνατο
πολλές γενιές ερίζουν.

Μπορούν και διορθώνουν
των πολέμων τα άρματα
μιας εφηβείας πράγματα
ήδιστο φως να υψώνουν

Ανταμώνουν οι θάλασσες
καταστάλαγμα στάχτης
μιας ικεσίας ο φράχτης
ένα σφύριγμα κι άνθισες.

Ποιος προδίδει όνειρα
στα ιερά και ώριμα
ποιος όρκος χωρίς νόημα
τοίχοι γυμνοί ολόγυρα.

Πού πας ρόδο με οδύνη
κάθε ανθός σου λάμπει
στα ανθρώπινα πριν μπει
μια ανεμπόδιστη δίνη.

.

ΕΧΟΥΝ ΤΑ ΠΑΘΗ ΟΥΡΑΝΟ (2020)

Θύμα ή θύτης
ο έκπτωτος άγγελος
μαθαίνει να φυλλομετρά
αλλάζει είδωλα στη φωτιά
στην καταδεκτική ανάσταση
του αιώνιου ελαιώνα.

Ήχος και δροσιά οργασμός για το φιλημένο μας σύμπαν.

Ο στίχος αγωνιά με το κερί στη λεπτομέρεια.

Εκτοπισμένα, στάζουν ουρανό γλυκό τα ποιήματα.

Με λόγο με φως
η ορμή στην ανάγκη
βάζει σημάδια.

*

Αργεί το κρυφό εγκώμιο
αργεί η παρθενική αγάπη
αργούν τα ποθητά κόκκινα άνθη.
Εσύ κι εγώ στη μεγάλη νομή
είμαστε ο πόνος, είμαστε ένα
με μια ηδονή, με μια κραυγή.

Άλλος μάστορας όλος χρώμα των μύθων κρατά τη ρότα.

Δέσμιοι των παθών λαμπρό φως ράβουμε υπερήφανα.

Κόμποι και καρποί αλλόκοτα ράκη να βγάζουν τα φτερά.

Γλυκός έφηβος
ο άγγελος που πονά,
που συνωμοτεί.

*

Θάλασσα λαχταρώ
το γάλα και το αίμα
απ’ το ιδεώδες σώμα
στο χώμα στο χρώμα
της ηδονής το όνειρο
της ηδονής το κλειδί.

Όνειρο πλέκει ο πήλινος υγρός δίσκος φαντάζεται.

Πώς φυλλορροούν πάθη, πώς ομολογούν στο ζεστό στίβο.

Πώς ανθοβολούν, οι στίξεις αγωνιούν, δεν ολιγωρούν.

Ρωγμή του κακού
το πιο ζεστό άγγιγμα
προαναγγέλλει.

*

Υποκλίνεσαι
λουλούδι που μοσχοβολάς
δε βιάζεσαι δε θρηνείς
στο φως που σ’ αγκαλιάζει
η μέλισσα σε οδηγεί
με την αιώνια πραμάτεια.

Μάτια ζητούν οι έπαινοι μαζεύονται λαιμοί χάλκινοι.

Έλκει το τάμα η παπαρούνα στο νόστο υποφέρει.

Μίτος χρυσός με όλη την πικρή αλήθεια κρύβει βόλι.

Ρίχνεις πετονιά
δαιμονικής ακρίβειας
ματαιότητα.

*

Μια λέξη σαν ασπίδα
μεγάλο πλήθος διεκδικεί
συναρπάζεις πρώτη αυγή
στο θόλο που επιμένει
να γράφει το μόνιμο όνειρο
με το αίμα της ελευθερίας.

Φως μαχαίρι του λόγου με τραύμα βαθύ στο πιο γόνιμο.

Ν’ ανοίγω να μην πνίγομαι σπέρμα και φως ο σελαγισμός.

Συμφιλιώνεις λέξεις που καρφώνεις βέλος αθάνατο.

Δέντρο ανθίζει
απ’ τη θάλασσα πάνω
κι απ’ το άδικο.

*

Γλυκοθάνατο αστέρι
μπορείς και ραίνεις
μιας αλήθειας είσαι
το δακρυσμένο φως
εδώ που γράφουν
την Ιστορία οι φήμες.

Ανήκουστη λεηλασία κρατούν τα αγκάθια αίμα.

Θωπεύουν αγάπες λευτερώνονται οι μυθικές σκιές.

Τα πρόσωπα αγαπημένων ουρανών σαν υπέρθυρα

Ωφελούν φλόγες
ζεστά αποτυπώνουν
πλάνα των φίλων

*

Νησί όταν σαστίζεις
νησί απ’ τα πάθη μου
απ’ το ελάχιστο φως
με της επαφής το πάθος
μνήμη όλη που χαράζει
ήδη η αθάνατη γραμμή.

Μαζί σου κουράγιο αιώνιο μια ατέλειωτη δίψα.

Υγρός ομφαλός της αγωνίας κρατά τον επίλογο.

Όσα οδηγούν προστάγματα των ρόδων να μένουν εκεί

Αναπάντεχα
γράμματα των οιωνών
δολιχοδρομούν.

*

Πολλά λαχταρούν
στο ημίφως των λευκών
με τα πένθη που κρατούν
και των μυθικών η ασπίδα
στη βάσανο της ειρωνείας
έλκει χρυσούς σταυρούς.

Μιλάς στο όνειρο αρχοντικό κοράλλι σαν αιώνιο.

Ζεσταίνονται χέρια την ώρα μηδέν μπροστά στον ουρανό.
Είναι εδώ ένας πίδακας στο φως να λούζει τον κόσμο.

Μαζί μας λαλούν
πουλιά που μεταγγίζουν
πάθη αγίων.

*

Ψάχνεις στασίδι
η αχτίδα γαλουχείς
και το φίδι κατεβαίνει
ως το δέλτα των γυμνών
των κακών και στείρων
που αιώνες αναπαύονται.

Τα ιδανικά σαλπίσματα οι γενεές τα πληρώνουν.

Έχουν τα πάθη ολόχρυση στο σταυρό την καταιγίδα.

Νωπό στεφάνι χύνει σταγόνες αίμα του όρκου πολλών.

Εύγλωττη ώρα
κρατούν μεγάλα φτερά
όσοι γυρίζουν.

*

Μεθούν στον έρωτα
βήματα φωτιάς ανθίζουν
ενώ ακουμπά στο σύνορο
το σύνολο του πολύτιμου
ο χλευασμός της αγάπης
και ένας Μίδας θεός.

Ποιον στεφανώνεις δίνη ποιον ονομάζεις ποταμό φωτιάς;

Πνεύμα όταν νικάς ηδονικά ξεσκεπάζεις τις λόγχες.

Στα θεμέλια της ποίησης πολύς πόνος ν’ αποδράσεις.

Ζεσταίνει πολλούς
αθάνατος μανδύας
που δεν ξεφτίζει.

*

Όλα τα πάθη γυρνάνε
αγέρωχο το ταξίδι που ζουν
αιώνιο το δίχτυ που κρατούν.
Το άλικο το πιο ζεστό
των φώτων και του ρόδου
στη ρωγμή της συγκίνησης.

Όλη η αλήθεια ζεσταίνει κορμιά ανοίγουν θυρίδες.

Τραύμα μυθικό στα πιο ξακουστά πάθη έλκονται λάμψεις.

Για τα μπαλώματα σκληρών αιώνων κι οι ήλιοι ντρέπονται.

Υμνούν ρήγματα
πλάσματα που ερίζουν
φυγές προκαλούν.

*

Με την ποίηση
ιδιαίτερο το φως
ανατρέπει αλήθειες
με τα μείζονα φίλων
τόξα και μάτια
αγγίγματα άγια.

Αθέατοι οι στίχοι που ευλαβικά τείνουν το χέρι.

Αναζητάμε το φως κι αυτό κομίζει αναστημένους.

Μικροί αθλητές ν’ απλώνονται οι ευχές λίκνου μεγάλου.

Υγρή η ελιά
ψηλά μπορεί να κρύβει
νέες ωδίνες.

*

Πόσο άρωμα πια
δόλωμα και φήμες
μικρής βασίλισσας.
Πάθη κρατούν οι χώροι
πορφύρα λεηλασίας
μιας άκρατης ηδονής.

Ο ναός δίνει μέγας πόνος που ο φόβος εισέρχεται.

Στο λευκό κελί των σπόρων πένθη έλκονται με το τραύμα.

Πένθη ή χαρές τα χέρια χρυσοφόρα να στοιχίζονται.

Θωπεύουν θύρες
θωπεύουν μνήμες κάστρων
λαός με λαό.

*

Τόπος ενοχής
των δεινών ο μέγας
χάρτης των ουρανών
σκιά και ελπίδα
καταιγίδα της ζωής
χωρίς άλλο λιμάνι.

Νέα μητέρα στην ηχώ των ονείρων ο επίλογος.

Άλλα να λέμε κι ο ζεστός αδελφός ο πρώτος, ο αγνός.

Εξακολουθεί, ρέει ζεστό το γάλα της αθώωσης.

Ράβδοι του χρυσού
εχθρότητες αιώνων
σαρκάζουν πολλούς.

*

Λέξεις οι ψυχές
στο πρώτο νεύμα
γίνονται νύμφες
με τους εμβρόντητους
αλλοτινούς ποιητές
του αβάσταχτου είναι.

Σώμα λυρικό σε απειλούν κηλίδες κοφτές σελίδες.

Ήθος ανθίζει, στολίζονται όνειρα μάντη ή άλτη.

Επιβάλλει το ποίημα ρητορική άκρη ο νόστος.

Βουνό ακόμα
λουλούδι ακέραιο
και λαλίστατο.

*

Πιο νέα μπουμπούκια
ρουφάνε το δηλητήριο
γεύονται στη συντριβή
στα κύματα την ύβρη
με οργωμένα σώματα
που σε όλα ακολουθούν.

Ζουν οι επαίτες που ζητούν ακάνθινο στέμμα της καρδιάς.

Για την ουσία σπέρματα ριζωμένων πόθων δεν αργούν.

Μέχρι το πέρας της περιπέτειας θα οργώνει ο νους.

Μέλλουσα γενιά
τα φτερά στερημένα
όταν σκιάζουν.

*

Πολυτάλαντο νησί
με τη θωπεία απ’ το όλο
στον ίλιγγο παραμένεις
άκρη άγκυρας χρυσής
κορυφογραμμή γαλάζια
με αγωνία και γνώση πολλή.

Θραύονται κρίνοι, εκλεκτοί οι χώροι όλοι νέοι θεοί

Προδίδεις σπίθα το δοξασμένο κύκλο που ακολουθεί.

Δίνεις σήμα αγνή υψηλότητα για τον οβολό μου.

Γράφω για σένα
σιντριβάνι αλήθειας
σε κάθε πέτρα.

*

Σωστές μορφές του θεού
όσο τρομάζουν ακρογιάλια
με τα ερπετά που σέρνονται
πηγές φλογερών ασπασμών
και των σαρκασμών ακόμα
ποινές της φυγής ως το φως.

Μένει η γαλάζια συνήθεια με την αλήθεια αστράφτει.

Μέσα στη φωτιά βαδίζει οινοχόος με στέρεους φόβους.

Οι Ελευθερίες στο μέτρο της πνοής των νησίδων μας.

Μικρές καμπάνες
μιλούν για εξύψωση
για πίστη πολλή.

*

Με τις κραυγές και με το φως
του μαινόμενου Μινώταυρου
σπαθιών και σπιτιών η λάμψη.
Ωδίνες της μοιραίας πράξης
εξακολουθούν με το ίδιο σημάδι
στο αθέατο μεταξωτό μαγνάδι.

Φίδι γελάς και στο δηλητήριο ο θάνατος λάμπει.

Μυστικό ορμέμφυτο για μια λύση ακόμα εύγλωττη.

Δε λείπουν ποθητοί εραστές αέναη η προσθήκη.

Όλη η πτήση
αδηφάγα η τέχνη
ποθεί δυνατά.

*

Με τη δημιουργία πάλλεται
της περιουσίας μου ο ανθός.
Είναι η ώρα των ενθουσιασμών
της άφθαρτης τέχνης
να μην τελειώνει ο φθόνος
κι ο έρωτας που τρέχει το ίδιο τυφλός.

Τέλειο φως σημαδεύω, τέλειο φως ελπίδας μνήμη.

Φαντάσματα υποταγμένα και όπου μένουν θαμμένα.

Άλαλος, δειλός, με μυρωδιές του χρόνου ο μόνος πόνος.

Νύχτα σαν κόμπρα
ο θάνατος για σένα
πια, δε συμβαίνει.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *