ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η Αφροδίτη Διαμαντοπούλου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι φιλόλογος και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Είναι απόφοιτος του τμήματος Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής-Ψυχολογίας και κάτοχος Μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στην «Επικοινωνία» του
τμήματος Δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε. του Α.Π.Θ. Συμμετείχε σε συλλογικούς τόμους και ανθολογίες ποίησης.
Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές:
«Ψυχόγραμμα» (2018) και «Το γλαυκό και το μπλε της νύχτας Εκδόσεις Γράφημα 2021)

.

.

ΤΟ ΓΛΑΥΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ (2021)

ΝΗΣΙΑ

Περιπλανιέμαι στα νησιά των γαλάζιων ηφαιστείων.
Τα μάτια μου παγιδεύονται στο λευκό
μα ξαποσταίνουν στην κυανή σκιά του.
Ταξιδεύω με ζαλισμένη βάρκα, ονειροπαρμένη.
Αφήνομαι στο χάδι της αρμύρας,
στο σφύριγμα των αέρηδων.
Μπλεγμένα τα δίχτυα στην φραγκοσυκιά
σελαγίζουν βότσαλα και αλαφρόπετρες.
Ξεριζωμένα αρμυρίκια
σμιλεμένα από μελτέμι κι αλάτι
μου αλλάζουνε τη ρότα.
Σηκώνω το βλέμμα.
Στοιχειωμένα ξωκλήσια
με θαμπώνουν με φως αδυσώπητο.
Τις νύχτες αφουγκράζομαι τις φτερωτές
καθώς ανεμόμυλοι αλέθουνε το χρόνο, τρίζοντας.
Τα πρωινά στα ακρογιάλια του πόθου,
ατενίζω την αιωνιότητα
καθώς κορμιά γυμνά, κρυμμένα στο χώμα,
φτιαγμένα λες από θεούς,
γεννούν έρωτες.

ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

Περιπλανιέμαι στις ακτές της Μεσογείου
Τα πόδια σκαλώνουν σε ξόανα θεών
κι αρχαίες πέτρες λατρεμένες.
Τα μάτια παγιδεύονται στο λευκό
στο χρυσάφι της άμμου
το γλαυκό του καλλαΐτη.
Ξαποσταίνω στην φαιοπράσινη σκιά
του πεύκου και της ελιάς.
Αφήνομαι στο χάδι της αρμύρας,
στο σφύριγμα των αέρηδων.
στο τερέρισμα των τζιτζικιών.
Τις νύχτες σηκώνω τα μάτια μου ψηλά.
Διάφανα Φεγγάρια
στοιχειώνουν το μυαλό
με αναμνήσεις.
Τα πρωινά στ’ ακρογιάλια της ηδονής
καθώς θάλασσα και στεριά ερωτοτροπούν ανενδοίαστα
αναπολώ πολιτισμούς φαντάσματα
προσμένοντας καρτερικά τις ωδίνες της ποίησης.

ΣΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ

Στις γειτονιές τις φτωχικές, στις παρυφές της πόλης
όλα μας φαίνονταν όμορφα.
Αγγίζαμε τα χέρια απ’ τα μπαλκόνια
0 αγέρας μοσχοβόλαγε φαΐ’ της Κυριακής
Κάποτε έφερνε μαζί του τη φωνή του εκφωνητή
και γκολ και ζήτω
και γέλια απ’ τις γυναίκες
που με τις φανταχτερές τους ρόμπες
ρουφούσαν τον απογευματινό καφέ.
Οι καρδιές μας χτυπούσαν δυνατά
σα μαζευόμασταν του Αγιαννιού ανήμερα
να φτιάξουμε φωτιά μεγάλη,
να φαίνεται από μακριά.
Στήναμε γλέντι κάθε που ένας μας γινόταν φοιτητής
Φορούσαμε τα καλά μας και πίναμε ρετσίνες
Και γελούσαμε κι ελπίζαμε…

Τις παλιές μας γειτονιές τώρα τις χαίρονται άλλοι
Πολύβουες και πολύχρωμες ζωές.
Αγαπούν κι αυτοί τα ίδια ασθενικά λουλούδια
Απολαμβάνουν τα τιτιβίσματα
στα στενά κομμάτια του ουρανού που τους αντιστοιχούν
Κι ελπίζουν…
Τους ζηλεύω!

ΜΕ ΘΕΑ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Έχω ένα πολύ μικρό παράθυρο
Μόνη του θέα δυο τρία γκρίζα σπίτια
Απόψε γέμισε μ’ ένα τεράστιο φεγγάρι
Καρφιτσωμένο στο βελούδο του ορίζοντα
Ρίχνει παλλόμενες σκιές
Γεμίζει έρωτα τη δημοσιά
Μουσικές τον ανοιξιάτικο αγέρα
Κι εγώ το κοιτώ και το ξανακοιτώ καχύποπτα
Χρόνια τώρα έχω την εντύπωση
ότι με παρακολουθεί
Μετράει αγάπες
λάθη
ενοχές
Είναι αυτόπτης μάρτυρας.
Δικαιούται μια κάποια ετυμηγορία.

ΤΟΞΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Είναι κάτι τοξικά χαμόγελα που μας βρίσκουν χαλαρούς
και δηλητηριάζουν τη ζωή μας.
Εισχωρούν λαθραία στο αίμα,
έρπουν,
καραδοκούν
και την κατάλληλη στιγμή
με πλήρη εξάρτηση εφορμούν στην καρδιά.
Στήνουν φράκτες,
χρησιμοποιούν καταπέλτες,
αφοπλίζουν στρατιώτες – ενοχές.
Στο μεταξύ,
η βοήθεια από τα εγκεφαλικά μετόπισθεν
καθυστερεί υπερβολικά.
Η νίκη τους προδιαγεγραμμένη.
Κατακεραυνώνουν τον ισοπεδωμένο αντίπαλο
κι απολαμβάνουν χαιρέκακα τον θρίαμβό τους.

ΠΟΙΗΣΗ

Σκέβρωσαν τα συναισθήματα
διατηρημένα στη φορμόλη
Πέτρωσαν τα χέρια
περιμένοντας ένα χάδι
Πόνεσε το σώμα.
Στις αμυχές της εγκατάλειψης
έσταξε στάλα στάλα το δάκρυ.
Βουβάθηκε η καρδιά
Υπομένοντας καρτερικά
τη χίμαιρα
Κι όταν της έμπηξαν το μαχαίρι κατάστηθα
Έσταξε ποίηση.

ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΥΛΙΚΑ

Πωλούνται υλικά από κατεδάφιση ονείρων
Λόγια αγάπης με το μέτρο
Συναισθήματα με το κιλό κυρίως εκεί γύρω στα μεσάνυχτα
Στιγμές σε ζυγό ακρίβειας
Εξομολογήσεις με άρωμα αλήθειας δίνονται όσο όσο
Τσιμενταρισμένες ελπίδες με το τσουβάλι
Ελάτε κόσμε… προλάβετε…
Σε λίγο θα αρχίσει και το θέαμα
κλόουν και ακροβάτες
με ψεύτικες φωτιές και τούμπες
Κακόμοιροι γελωτοποιοί
θα γαργαλέψουν τη θλίψη σας
θα πουληθούν όλα, το ξέρω
πάρεξ κάτι σαρακοτρυπημένα δοκάρια
να στεριώνουν τη μιζέρια μας τα χρόνια που θα έρθουν…

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΣΟΥ

Πόσο χαιρόμουν, όταν μου μιλούσες
Οι λέξεις θαλασσοπούλια,
γέμιζαν τον άνεμο με μυρωδιές θαλασσινές
και τιτιβίσματα ευτυχίας
Ονειρευόμουν θίνες και λευκούς κρίνους
ξεμαλλιασμένους απ’ τα μελτέμια
Άκουγα γοργόνες να φλυαρούν για τα μελλούμενα
χαμογελώντας στο φεγγάρι.
Κ’ ύστερα ήρθαν οι βροχές κι οι λέξεις βάρυναν.
Βγαίναν σκυφτές, μουντές, αμήχανες
Λίγες
Ριπές χειμωνιάτικου αέρα σάρωσαν τα όνειρά μου.
Γέμισε ο τόπος υλικά εγκατάλειψης
Λεν φοβήθηκα
Τις λέξεις λυπάμαι που ποτέ δεν είπες.
Αυτές σαπίζουν στο μυαλό
Στάζουνε πίκρα στην καρδιά
Πονάνε… ξεχασμένες.

ΚΟΚΚΙΝΟ

Κόκκινα απογεύματα
αντανακλάσεις του Άτλαντα
φωτίζουν την ψυχή μου
και κίτρινα μόρια Σαχάρας
δονούν τη σάρκα μου.

Σφυρίζει στ’ αυτιά μου
αέρας της ερήμου,
άτια των Βεδουίνων
που πλησιάζουν.

Μπλέκομαι σε μια δίνη
που με ρουφάει
σαν σε χορούς δερβίσηδων.
Γυρίζω, γυρίζω…
Πνίγομαι…
σε ομόκεντρους κύκλους
χαραγμένους με το διαβήτη της λογικής.

Κι ο διαβήτης ανοίγει
τρυπάει την Αφρική,
σβήνει τη μοναξιά των βουνών,
το βούισμα των οάσεων,
το όνειρο
και αφήνει πίσω του το επίπεδο (Ο, ρ)
που ορίζεται από τα ίχνη μου.

.

ΨΥΧΟΓΡΑΜΜΑ (2018)

ΔΕΙΛΙΝΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Καθώς αναρριγούσαν τα φύλλα του γιασεμιού
μπλεγμένα στα μαλλιά μου
κι η βουκαμβίλια υποκλίνονταν
στο πέρασμα της όστριας,
οι αισθητήρες του κορμιού μου πάλλονταν,
ενώ τ’ αερικά του καλοκαιριού αναχωρούσαν
με μουσικές κι ευωδιές εξαίσιες
κάνοντας τη φύση να ανατριχιάζει,
το νου να ξαποσταίνει στις θύμισες
και τους ποιητές να ετοιμάζουν τις πένες τους
για το ατέλειωτο μαβί που θα ’ρθει…

ΨΕΜΑ

Χτενίζοντας με βότσαλα την κόμη της Βερενίκης
ένα αυγουστιάτικο βράδυ,
έριξα το βλέμμα μου πέρα από την ακύμαντη θάλασσα
στην φωτεινή αγαπημένη πόλη.
Προσπάθησα για λίγο να κρατήσω τη λάμψη της στα μάτια
και στην αναπνοή τα μόρια του αέρα που μας ενώνουν.
Άδικος κόπος!
Σκέψεις εισέρρευσαν λάθρα στις χοάνες του μυαλού.
Η πόλη ξέρασε πάνω μου το παραπλανητικό της φως,
ο ουρανός με φλόμωσε στα ψέματα
κι εσύ μου έκλεισες τα βλέφαρα
βαριά από τη ζέστη και την υγρασία
με το φιλί του Ιούδα.

ΟΝΕΙΡΟ

Άφησα και πάλι την πόρτα του ονείρου ανοιχτή
και μπήκες.
Τα μάτια μου γέμισαν καλοκαιριάτικους ήλιους.
Έτρεξες με ψεύτικη λαχτάρα να μ’ αγκαλιάσεις.
Κάτω από τα πόδια σου έτριξαν θρυμματισμένες σιωπές-
απόηχοι προδομένων ονείρων, απομεινάρια ματωμένων
συναισθημάτων.
Με κοίταξες με μάτια άπληστα, γέλασες σαρδόνια.
Πάντα ήθελες να κερδίζεις….
Φοβήθηκα.
Άρχισα να τρέχω ,
ίδια μαινάδα σε αχλή λογισμών.

Γιατί;
Αρκούσε απλά να βάλω σύρτη στην πόρτα του ονείρου…

ΕΙΝΑΙ – ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ

Έγραψα ποιήματα ελάχιστα.
Η παλίρροια των συναισθημάτων με συνέπαιρνε
αλλά η ψυχή μου – σχισμένο πανωφόρι
σκάλωνε σε ξεραμένους πυράκανθους
ωμής πραγματικότητας.
Έτσι αποφάσισα το είναι με το φαίνεσθαι να περιπλέξω
Έγραψα ποιήματα παραπλανητικά.
Διάλεξα εικόνες και λέξεις εύηχες
μίλησα για άνοιξη ,
ειρήνη,
σεβασμό,
αξιοπρέπεια
για έρωτες αγνούς,
πρόσωπα που λάμπουν
τη δυσωδία της παρακμής να κρύψω,
τη θλίψη του πολέμου,
την εκμετάλλευση,
τη χαμέρπεια,
τη σήψη των ερώτων,
τη χυδαιότητα των συναναστροφών.

Μην παίρνετε σοβαρά τα ποιήματα μου…

Κι αυτό το φαίνεσθαι το είναι μου αντιπροσωπεύει.

ΦΩΝΕΣ ΧΑΜΕΝΕΣ

Φωνές χαμένες στα μονοπάτια των ονείρων.
Ονειρεμένα πρόσωπα που φύγαν
κι άφησαν πίσω τους
απομεινάρια αστρικής σκόνης-
ασημιές ανταύγειες
στον ορίζοντα του κόσμου-

Αγαπημένες φωνές χαμένες, λησμονημένες
μέσα στο άπειρο του χωροχρόνου.
Ψιθυρισμό αστεριών, τρεμόπαιγμα βλεφάρων.

Απομεινάρι μακρινό κι ανέγγιχτο
στο ζοφερό σκοτάδι των αιώνων.

Αγαπημένο όραμα ζωής
Απόμακρο όραμα ύπαρξης.

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Εγώ και μια μενεξεδιά πεταλούδα
που μπήκε κρυφά στο δωμάτιό μου
γίναμε φίλες.
Κουνήσαμε τα φτερά μας, ζυγιαστήκαμε στον αέρα,
είδαμε τα πράγματα από ψηλά και λυτρωθήκαμε….

Τι κι αν θυμάμαι όλους εκείνους
που οι κύκλοι της ζωής τους εφάπτονταν κάποτε
με το δικό μου;
Τι κι αν ξεχειλίζει πικρή νοσταλγία;
Το βράδυ πρέπει να κάνω την υπέρβασή μου!
Νοικοκυρά, όμορφη, ευχάριστη.
Μια μενεξεδένια πεταλούδα
Λέω να ελευθερώσω τη μικρή!
Μια, φτάνει…

ΚΙΤΡΙΝΟ ΦΥΛΛΟ

Σταμάτημα, ξεκίνημα,
κόρνες, ιδρώτας…
Ξαφνικά,
πάγωμα του χρόνου!
Σάστισμα στο βλέμμα!
Ένα κίτρινο φύλλο
πέφτει, πέφτει
Αργοσαλεύει στο πρωινό
τεντώνεται νωχελικά,
βγάζει τη γλώσσα στους διαβάτες,
επιβάλλει το ρυθμό του.
Φθινόπωρο κίτρινο, κόκκινο
Μελιτζανί
απλώθηκε στην πόλη.
Παίζει με μας, παίζει με τα’ αγέρι
κι όμως δεν το προσέχει κανείς!
Ίδια τυφλοί προχωράμε με σκυμμένα κεφάλια
ψηλαφώντας τα χνάρια μας.
Δεν έχουμε κουράγια γι άλλα,
δεν έχουμε κουράγια για Ζωή.

ΜΑΤΑΙΩΣΗ

Γέλιο πικρό!
Μια από τα ίδια!
Απανωτές διαψεύσεις, χαστούκια σε εφηβικό μάγουλο.
Γιατί συγκρίνουν τη ζωή μου με έναν βρικόλακα μέσο όρο;
Γιατί ξεκοιλιάζουν τα όνειρα ,
επειδή ζω ευτυχισμένη μέσα τους;
Κάποτε νιώθω την ένταση του ακροβάτη.
Ισορροπώ πάνω στην άβυσσο.
Νιώθω παγωμένα βλέμματα να καρτερούν την πτώση.
Είμαι ψηλά κι από ψηλά ,τα βλέπω όλα….
Δυσώδη καθωσπρεπισμό, ευνουχισμένη ευαισθησία,
ανύπαρκτη παιδικότητα,
φίλους που με πληγώνουν για το καλό μου ,
γονείς που ποτέ δε με κανάκεψαν
αγαπημένους που κορόιδεψαν τα όνειρα μου!
Κοριτσίστικα τα είπαν!!!
Εγώ, εγωιστής, εγωλάτρης, εγωπαθής….
Θα προτιμήσω τελικά …τη μοναξιά του ακροβάτη

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *