ΜΑΡΙΑ ΚΑΝΤΩΝΙΔΟΥ

Η Μαρία Καντωνίδου γεννήθηκε στην Κύπρο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε αγγλική και ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Παιδαγωγική Επιστήμη. Εργάζεται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Κείμενα και φωτογραφίες της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά καθώς και συλλογικούς τόμους.

.

.

STANZA (2021)

ΕΥΘΑΡΣΩΣ

ευθαρσώς και στα ίσα

Κι άξαφνα εσιώπησε κι άρχισε να μιλά – ωραίο πρόσωπο,
ευρυγώνιο, με χτιστάδες, ραγάδες και λυγερά τεμάχια πέτρας
(τι χαράκια κι αυτά για την ποίηση). Λίγο πιο πριν και πιο
έξω το αρχαίο νταμάρι και οι αμαξωτοί.

Χρόνε ανίκατε μάχαν, δεν έχω πλέον χρόνο για μυθιστορίες,
του είπε ευθαρσώς και στα ίσα.

αυτός ο Ονήσιλος

Λοιπόν
αυτός
ο Ονήσιλος,
όταν κανείς δεν τον θυμάται ολοσχερώς,
τακτοποιεί τις τριήρεις στις τσέπες του
και επιδίδεται σε βόλτες ακίνητος

ενίοτε σταματά για ένα ρακόμελο

είναι ο τρόπος του να επιστρέφει,
θα σχολιάσει ο ανταποκριτής.

.

Ονήσιλος
Θεσσαλονίκη 2018

.

επιλαθού

Ωστόσο
Όλο και πιο συχνά ξυπνώ με τα μάτια και τα πόδια πρησμένα.
Είναι που στον ύπνο μου βλέπω ταινίες με λάμπουσα πόλη εμένα.

Δεν είμαι του αλεξανδρινού η πόλη εγώ, δεν είμαι του πολύτροπου.
Αεν είμαι του περίπτερά, σόλωνος και ασκληπιού γωνία.
Είμαι απλά μια πόλη με μεγάλη οθόνη από άσπρο χασέ.
Από τις δίπλες του εμφανίζεται ένας κένταυρος σε σχήμα πουλιού.
Τον λεν επιλαθού και έρχεται για να αναγγείλει.

Γυμνοί αλλάζουμε σταθμούς, μα εις μάτην.

.

Η μεγάλη οθόνη
Βάμος Αποκορώνου, 2018

.

ΠΕΡΙΠΑΘΩΣ

να πληθαίνεις στη χάση του

Λίγο πιο κάτω λαχανιάζει ένα φεγγάρι.
Ξεφορτώνει κασόνια με λύκους και άλλα ασπόνδυλα
πλένει σε γούρνα τις οπλές τους – κόκκινα

Έτσι ακριβώς θα σε αλώσω.
Με ένα φεγγάρι στον τοίχο σου.

Σχεδόν πανσέληνο.
Σχεδόν αύταρκες.
Σχεδόν προσοδοφόρο.
Να πληθαίνεις στη χάση του

.

Αστικό φεγγάρι
Κηφισιά, 2018

.

στην Επταχάλκου

Φορές που φιληθήκαμε πολύ στην Επταχάλκου
με ημίπαλτο, λυκόφως και βροχή πλάι στον βράχο με τα δίφυλλα παράθυρα και τις κορνίζες στα καθιστικά και τα υπνοδωμάτια και την άσπρη πινακίδα παραδίπλα, “Διατηρείτε τον βράχο καθαρό” έγραφε, μέναμε ν’ αναρωτιόμαστε γιατί μόνο τον βράχο και όχι όλο τον ωραίο δρόμο Επταχάλκου
με τα γκρενά περβάζια του και τις φωτογραφίες γάμων στις κορνίζες.

Κρίμα να μέναμε με τέτοιες απορίες, άλλοτε πριν, ή και εν μέσω, κι άλλοτε αμέσως μετά τις τρυφερές μας περιπτύξεις.

.

Στην Επταχάλκου
Θησείο, 2021

.

γουαδαλκιβίρ

Βρέχει ή
είν’ η αγάπη μου που ολοφύρεται και πλέχει
στον δρόμο για τη θάλασσα και την αυλίδα και το μακρινό γουαδαλκιβίρ
(χοντρές σταγόνες, ασυντόνιστες, φούγκα).

Λούζεται, αποφαίνονται οι ειδικοί
και παραπέμπουν στον Λόρκα.

Σηκώνεται λίβας.

.

Βρέχει
Amsterdam, 2017

.

ΚΑΙ ΕΜΠΥΡΕΤΑ

τρυφερά και εμπύρετα

Όμως όχι σε αυτό το ενδεχόμενο, διατείνεσαι,
όχι σε αυτόν τον ανούσιο θάνατο και, χραπ, μου τραβάς τα
σεντόνια και, χραπ, μου σηκώνεις το σώμα και, χρατς, μου
σκίζεις το στέρνο, το τραβάς, το ανοίγεις, του αδειάζεις το άδειο
και χώνεις μέσα του μια πεταλούδα – πρέπει να ήτανε λευκή,
ίσως με λίγες κίτρινες πιτσίλες, ίσως με χλοερές, ίσως με
τίποτε, φτεροκοπάει πάντως καθώς πρέπει, τόσο βιαίως
τρυφερά, τόσο εμπύρετα – κορνάρουν σε λωρίδες τ’ αυτοκίνητα

είναι κι οι μάχες μας που μάχονται το ίδιο,
τόσο βιαίως τρυφερά, τόσο εμπύρετα.

.

Εμπύρετα
Μοναστηράκι, 2016

.

δεν φεύγουν τα τρένα, αλλά οι σταθμοί

Δεν φεύγουν τα τρένα, αλλά οι σταθμοί.
Και οι σταθμοί δεν έχουν θάνατο.
Να αποδειχθεί.

Έξω λαμπυρίζει ένα περίπτερο κι εσύ μου μιλάς
για γιουκαλίλι,
πες το μου, γύρω καρέκλες και χειρολαβές
σε εξαιρετική επί του παρόντος κατάσταση
όπως ακριβώς και οι ράγες στα πόδια σου –

τι άλλη απόδειξη θέλεις;
Καμία.

.

Σταθμός, ΗΣΑΠ, 2018

.

λάμπα εδάφους

Ώρα τρίτη νυχτερινή. Επιμένει ο Κάφκα ο Φραντς.
Παραγγέλνει ένα φεγγάρι και το πίνει.
Γίνεται λάμπα εδάφους 27 ημερών
κι αμέσως αρχίζει να φθίνει.
Σκιάχτηκα, θα χλευάσει.

Τόσο πολύ αισιόδοξος.
Τόσο άπελπις.

Στο μπαρ ακούγονται κέρματα
κι ένας διακόπτης που κλείνει.

.

(ΥΠ)ΑΚΟΥΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ

τοπίο με στιλπνότατο μαύρο

Τοπίο με στιλπνότατο μαύρο, ενδοτικό,
ανυποχώρητο
κι ένα σπαρματσέτο στο χέρι –
κράτησέ με, μου λες, χωρίς ρούχο κανένα,
χωρίς αιδώ, χωρίς σώμα,
χωρίς καν μηλόσχημο στόμα.

Και βάλε τη γλάστρα στο περβάζι.
Έτσι ξανά να ευδοκιμήσω.
Σαν τρυφερά τετελεσμένο.

Στην αυλή ανασαίνει ένα άλογο.
Τα εσώρουχα στο σχοινί
έχουν στεγνώσει προ πολλού
και ο Χορός ετοιμάζει την πάροδο.

ω, ναι, χαμογέλασα η Οδύσσεια

Ω, ναι, χαμογέλασε η Οδύσσεια.
Υπήρξα φιλάρεσκη. Εμένα λιμπίστηκε ο ραψωδός, εμένα ο
πολύτροπος, για μένα τα όποια προσχήματα και τα ευφάνταστα δόρατα και τα ντούρα καράβια της γραμμής. Τα χρόνια
που ακολούθησαν, χρόνια τάχατες ή ώρες ή ακλάδευτα
δέντρα, αγνόησα την Τροία και απλώθηκα.

Ω, ναι, γελάω καμιά φορά και το γέλιο μου ανεβαίνει
από τα δικά μου μισάνοιχτα χείλη,
από το δικό μου σώμα το γεμάτο.

κάτω από τα δόντια του μεσημεριού

Ξέρω πως
αν τεντώσω τα χέρια μου θα σ’ ακουμπήσουν
και
το χιόνι στις σόλες μου και στο γιακά μου
και
στις στέγες των σπιτιών με το ωραίο φινίρισμα
και
σ’ εκείνα τα φασαριόζικα πουλιά στα βουλεβάρτα,
το χιόνι, λέω, θα λιώσει
και τότε ιθύνοντες και περαστικοί θα μαγευτούν
και θα στήσουν ψιλή κουβέντα με το σώμα τους
και ποια μέρη τους υπάρχουν αυθύπαρκτα
και ποια μέσα από τα σώματα
που έχουν αγγίξει με τα χέρια τους

κάτω από τα δόντια του μεσημεριού και αλλού.

.

ΕΝ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΕΙ

ένας φλεβάρης είναι πολλοί φλεβάρηδες

Ένας φλεβάρης είναι πολλοί φλεβάρηδες, επαίρεσαι,
και ξαναπαίρνεις τη θέση σου στην αφή, τη ραφή και
τα ανυπόστατα έπιπλα.

Παρεμβαίνουν ημέρες.

Φήμες μιλούν για ένα φλεβάρη δούρειο και μια κάνουλα
με ρακόρ και κλειδί ασφαλείας.

Τώρα μπορώ να στο πω:
Γρηγορότερη από την ωφέλιμη μνήμη σου,
η ωφέλιμη λήθη σου – πιο αρτιμελής, πιο αθυρόστομη.

ιούλης

Κι όμως!
Αν η θέα δεν έχει, παράθυρο με συρόμενη σίτα ανοιγόμενης
κίνησης, δεν θα μπορέσεις ποτέ να καυχηθείς πως είδες
κάτι αξιόλογο να γίνεται και να ξεγίνεται (κυρίως αυτό) – τον
Ιούλη, ας πούμε, να παρεμβαίνει χιονάτος, σπέρμα λευκό στο
τζάμι.

.

Χιονάτος
Διπλάρειος Σχολή,  2017

.

un/lock me down

Αργότερα θα μάθω
πως το πρόσωπο του δράματος
είναι η πόρτα και όχι ο τοίχος

και τότε

θα χαϊδέψω το σώμα και τις απολήξεις σου
και θα χρησιμοποιήσω τις λέξεις μου απλά

και θα σου πω

πόρτα πολύτροπη από καρυδιά και σημύδα πυράντοχη,
μονή ή διπλή ή πολύφυλλη, να εύχεσαι νά ’ναι γερός ο τοίχος
και οι αρχαίοι χτιστάδες του και οι κρυφοί μεντεσέδες του,
χωρίς αυτούς δεν θά ’χες ρήματα να κλίνεις.

.

un/lock me down
Γιούχτας, Κρήτη, 2020

.

ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΟΞΥΑΙΧΜΑ

γεννήθηκα Λολίτα

Με σύμφωνα υγρά και σκέλια κάθυγρα –
και πως σημαντρίζουν τα φωνήεντα

ΛΟ oh my lord τι μωρό το εδώ και ωστόσο
ΛΙ τι φιλί το εκεί το πολύ και το λίγο
ΤΑ στο διά ταύτα ανέκαθεν

Ανέκαθεν έλεγα της μάνας μου, διψώ, έστυβε το πορτοκάλι
και μου τό ’δινε μα εγώ τα νύχια έμπηγα κρυφά στο
περγαμόντο, μέχρι τις φτέρνες το ξύσμα να κατέβει, έτσι να με
μυρίζεις θέλω, έτσι να σε πλανέψω, έτσι να παίξουμε όποιος
φοβάται χάνει κι εσύ, δυο μέτρα πορτραίτο φαγιούμ με γκριζάκι
κουστούμι και κρόταφους, να χάνεις τη μιλιά σου, μια
λευκή κιμωλία σφιχτά να κρατείς, μια κιμωλία να λιώνεις,
τίναζες τη σκόνη από πάνω σου, έπαιρνες άλλη απ’ το κουτί,
από τα ωραία δάχτυλα την άφηνες να πέσει, κι όλο προς
το μέρος μου την κλώτσαγε το μαύρο σου λουστρίνι, εκεί στο
πρώτο θρανίο το μεσαίο, εκεί καθόμουνα, εκεί να μου γλυτώσεις
δεν μπορείς, στα τέσσερα με κόντευες, τάχατες να τη
βρεις, δάσκαλε, έχει καινούργια στο κουτί, δάσκαλε σήκω,
γόνατα θα κάνουν τα μπατζάκια σου, μα εσύ εκεί, θεριό στα
τέσσερα, αν είχες ουρά, με λύκο θα ’μοιαζες θλιμμένο, μύριζες
τη λαχτάρα μου, μύριζες τα σοσόνια μου, στο στόμα σού
’βαζα το στρογγυλό μου γόνα, έτσι, μαζί να παίξουμε τα
μήλα, κι ύστερα άνοιγες την πόρτα κι έφευγες, όποιος
φοβάται χάνει, δάσκαλε, πού πας, δεν χτύπησε ακόμα το
κουδούνι, μάνα, χέλια αναδεύουν μέσα μου, της έλεγα σαν
γύρναγα στο σπίτι, πανάρχαια φίδια, κι αυτή με μπούκωνε
βασιλικό πολτό, τάχα να μου περάσει, κόλλαγε στην άκρη της
αμυγδαλής, μισάνοιγα τα χείλη μου να λυώσει, τα έγλυφα
μη και στο πηγούνι τρέξει σταγόνα και χαθεί, μη και σε
φάνε τα μυρμήγκια, μου ’λεγες, πάρτο χαμπάρι, μάνα, με
γέννησες λολίτα.

φόρεσέ με, φωνάζει με γόο

Πουθενά στη Γη δεν υπάρχει ένας τόπος που δεν υπάρχει,
σκέφτηκα μετακινούμενο αποφασιστικά προς το τζάμι του
διαστημικού σταθμού του Gemini IV τριανταπέντε ημερολογιακά
έτη πριν το τέλος της 2ης μετά χριστόν χιλιετίας, και
νά που φτάσαμε ως εδώ και πουθενά ένα μαντήλι να κουνιέται,
ένα λουλούδι φαντεζί, ένας, τέλος πάντων, μικροπωλητής
για την περίσταση. Πουθενά και διόλου και τίποτε.
Πάρεξ η αδημονία στο βλέμμα του Edward White, καθώς
ετοιμάζεται να βολτάρει δεμένος και ντυμένος στην τρίχα
– σχεδόν τον ζηλεύω, και αυτή στο δικό μου, καθώς ετοιμάζομαι
να βολτάρω δεμένο και άδειο επί τόπου στη θέση
μου. Καθότι εφεδρικό. Γιατί αυτό ήμουν. Το εφεδρικό γάντι
αριθ. 1 του αστροναύτη Edward White που στο εξής και εγώ
θα ονομάζω Eddie, έτσι τον είπε ο κολλητός του όταν τον
αποχαιρετούσε – και μη ξεχύσεις να γυρίσεις στη Γη, Eddie,
του είπε, χτυπώντας τον στην πλάτη, ούτε Edward, όπως
τον έγραφαν οι εφημερίδες ούτε Ed, όπως τον έλεγε η δεύτερη
του γυναίκα στο τηλέφωνο. Ίσως και η πρώτη, δεν ξέρω,
τους πήρε επτά μήνες να με φτιάξουν και να με πουν
ρεζέρβα. Που σημαίνει ότι εγώ, θα επέστρεφα, αν επέστρεφα,
χωρίς ούτε μία φωτογραφία για τη wiki-pedia με το χέρι
του Eddie να εκπλήσσεται μέσα μου. Χωρίς ούτε ένα βαλσάκι
μαζί του στο κενό – καταμεσής της ουτοπίας ήταν η
φράση που του ψιθύριζα στ’ αφτάκι. Εκτός αν τα πράγματα
δεν έβαιναν καλώς, μια στρέβλωση, ας πούμε, στον αντίχειρα
ή στη μέσα τιτανιούχα κόπιτσα, μια μη προαναγγελθεί-
σα ισότητα στους χειρισμούς – θα δώσεις και σε μένα το
χέρι σου Eddie; Μπα.

Mayday, Mayday τον ακούω να φωνάζει απεγνωσμένα,
καθώς με βλέπει να γλιστράω με αποφασιστικότητα από το
ρόγχος του Gemini IV, είναι ήδη αργά και το ξέρει – “το
γάντι το ’σκάσε”, αναμεταδίδεται από τον πύργο ελέγχου και
τους δημοσιογράφους στη Γη, “το γάντι ρεζέρβα”,
διευκρινίζουν ανακουφιστικά, κόσμος μαζεύεται για να με δει. Οι
γυναίκες του Eddie εμφανίζονται στο γυαλί. “Πες τους πους
αν με ξαναπούν ρεζέρβα, θα πάψω να σε λέω Eddie”, του
κάνω και του κλείνω το μάτι με νόημα καταμεσής της ουτοπίας.
Αναρωτιέμαι, χωρίς να χολοσκώ, αν είμαι πάνω από
τη Νέα Τερσέη, ή τη Νέα Γουινέα ή τη Νέα Ιωνία Αττικής.
Χωρίς να χολοσκώ για την απάντηση, αφού ουδόλως
πλέον με αφορά. Ανέκαθεν τις λάτρευα τις ερωτήσεις που οι
απαντήσεις τους δεν με αφορούσαν, όπως, για παράδειγμα,
πόσα κιλά ήταν η δεύτερη γυναίκα του Eddie πριν ή κατά
τη διάρκεια των δοκιμών και των προσομοιώσεων – έβαλε
βάρος τελευταία, τον άκουσα να λέει στον κολλητό του. Ήταν,
όμως, και οι άλλες, όπως για παράδειγμα πόσα κιλά έπρεπε
να είναι ο ίδιος με ή χωρίς τα γάντια του, που και με αφορούσαν
και με έλιωναν. Διότι η απάντησή τους είχε εκ των
πραγμάτων αντίκτυπο πάνω μου – ακολουθούσαν δοκίμια
και δοκιμές. Το καλό είναι ότι ούτε αυτές με αφορούν πλέον.
Η μόνη εν προκειμένω ανησυχία μου είναι, ότι η έλλειψη
βαρύτητας μού προκαλεί έναν αυτισμό στις κινήσεις και στους
όποιους προβληματισμούς μου, που, όπως ήδη δήλωσα, δεν
με απασχολούν. Η δε εξόδιος έξοδός μου ένα πονάκι στο πάνω
μέρος της παλάμης μου, το πιο λοφώδες – υπάρχουν λόφοι
στο διάστημα; αναρωτιέμαι χωρίς να χολοσκώ, φόρεσε
με, φωνάζει ο Eddie με γόο.

.

Θα δώσεις και σε μένα το χέρι σου;
Κηφισιά, 2020

.

με λένε Μήδεια Τάδε και

… αύριο δεν θα φάω μαζί σας πρωινό, καλές μου. Όχι, το
ξέρετε άλλωστε καλά. Να καταπιώ δεν θα μπορώ, θά ‘χει
ο λαιμός μου κλείσει, θά ’χουν κρεμάσει τα άκρα μου απ’
τον πολύ χορό. Ένα τριπάτ ποντιακό θά ’χω στο νου μου –
όποια κλωτσήσει το σκαμνί να το γνωρίζει, μη και
σκιαχτεί όταν το τρέμουλο αρχινίσει, μη και τα χέρια μου
νεκρά σαν πέσουν την χτυπήσουν, μη και ρυθμό δεν καταφέρω
να κρατήσω, γόνατα και αστράγαλοι έχουν μαζέψει λίπη,
μη και καμιά σας να σκεφτεί τι δευτεράντζα είν’ αυτή,
μη τι ντεκλασέ η παιδοκτόνος. Ένα χορό μοναδικό θά ‘χω
στο νου μου. Ούτε Θεό ούτε Χριστό ούτε τον γκομενιάρη
Χάρο. Παρόλο που για πάρτη του βρακί απόψε δεν θα βάλω.
Μόνο ένα φουστάνι γλιστερό, φαρδύ, μεσάτο, κλειστό
μπροστά μέχρι τη ρίζα του λαιμού, κουμπιά μεταξωτά στην
πλάτη, αυτό φορούσα όταν βολεύτηκα στο μαξιλάρι απάνω,
το άσπρο, το ολοκέντητο που σού ‘στρωσα προσεκτικά στο
σωματάκι ολούθε, τόσο αφημένη, τόσο δοσμένη, τόσο πολύ
στους τραγωδούς μελετημένη, μόλις που οι πατούσες σου
ξοδεύανε στην άκρη, κι αυτές τριπάτ χορεύανε πριν το
νανούρισμα τελειώσει – παράπονο δεν πρέπει νά ’χεις, σωστά σ’
ετοίμασα, μ’ ανθόνερο σε έπλυνα, σε στέγνωσα με χνουδωτό
σεντόνι, πούδρα σου έβαλα στις χωρισιές μη και συγκάψεις
στο ταξίδι, αφάγωτο δεν έφυγες, ένα βυζί ολόκληρο μου
’χες αδειάσει μόλις, πέτσα μου τό ’κάνες, κι αυτό και την
κρουστή κοιλιά μου, πού να με δει ο μορφονιός, πού να με
πάρει, ξυνίλα μύριζε η θηλή, πού να μου το φιλήσει, πού στο
παλκοσένικο μαζί του να με βγάλει, τ’ όνομα απ’ τη μαρκίζα
μού ’βγάλε, και τι γκρεμός σαν την ξεκρέμασε και τι
φόβος, σε φορτηγό τη φόρτωσε, ανάποδα την άδειασε να
λιώσει – ήταν μαζί κι οι πάνες σου μιας χρήσης – και τι
σημαδιακό το κλάμα σου τις νύχτες, καλά τ’ ορμήνεψα, σώσε
με μου ζητούσες, τώρα που φόβος τι πάει να πει ακόμα
δεν γνωρίζω, κι άσε εσένα να σωθείς από αλλουνού τα χέρια
μη και σε πουν αυτόχειρα κι άκλαυτη σε αφήσουν, στον
ύπνο σου έρχομαι και σε ρωτώ, καλά δεν έκανα, ποια είσαι
εσύ, μου απαντάς, ποια είσαι εσύ, βρυχάσαι, πολλά ειπώθηκαν
για το συμβάν, μπλέχτηκαν οι εποχές κι οι φόνοι, πολλά
μιλιούνται στον προαυλισμό, αυτή η κουβέντα άλλη αναβολή
δεν τη σηκώνει.

Βάγγο, απόψε το κελί ξεκλείδωτο ν’ αφήσεις – μη φωνασκείτε,
να τους πεις, θέλω ν’ ακούω το ρυθμό. Κι εγώ για
πάρτη σου θά χω κουμπώσει μέχρις απάνω τα κουμπιά, νά
’χεις να ξεκουμπώνεις όταν μου λύσεις τη θηλειά. Θα μού
χουν φύγει ούρα κι έμμηνα, σ’ αυτά το φταίξιμο το ρίχνω.

.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ Δ.Χ.

συλλέκτης στιγμών

Ο Δ.Χ., αν και μόνος, μοναχός και μονήρης,

[τουρλωτά “μη μου άπτου” στην πλάτη του]

επιμένει, να συλλέγει, στιγμές επί χάρτου και τάπητος. Τις
απλώνει στο μαύρο τραπέζι, τις στύβει, τις πίνει, “σας ακουμπώ”,
διατείνεται, και τις αρχειοθετεί. Τις Κυριακές και τις
άλλες αργίες τις κρεμάει σε φωσφοριζέ συρματόσχοινο από
τοίχο σε τοίχο και αναμένει. “Αυτό το συρματόσχοινο
προσφέρει στο χώρο μου έναν άλλον ουρανό”, ακούστηκε να λέει
ικανοποιημένος.

.

Ένας άλλος ουρανός
Geneva, 2016

.

ο ψαράς

Φύτρωσέ με,
είπε ο Δημήτριος Χους στον βράχο που στάθηκε
(τον πιο μειλίχιο, τον πιο δραματικό, τον
πιο γυμνό από όσα οι άνθρωποι φοράνε)
κι έμπηξε τα πόδια του στα φαγωμένα και φαγώθηκαν

και τότε,
φύτρωσέ με, του είπε,

είμαι ψαράς με πτυχίο και δόρυ ανάρπαστος,
θα μπορούσε να με αγαπήσει ένα κύμα ή και
να το καρφώσω παράφορα.

Θέμα υψηλής εποπτείας, θα αποφανθεί
ο ψηλούτσικος βράχος αργότερα. Άρα;

.

Ο ψαράς
Γεωργιούπολη Αποκρώνου, 2020

.

περίμενέ με

Περίμενέ με,
[ακολουθούν τροπικά επιρρήματα σε -ως,
όπως: περιπαθώς, σεμνώς και εναγωνίως]

καθώς ταιριάζει σε μια πράξη συνάντησης. *

Μπορεί και να μην εμφανιστώ.
Θα με θυμάσαι, όμως, να έρχομαι.
Καθοδόν θα χαράξω τα αρχικά μου στην άσφαλτο.

* Παραλλαγή του στίχου της Μαρίας Λαϊνά “καθώς ταιριάζει σε μια
πράξη θανάτου”.

.

Κ Ρ Ι Τ Ι Κ Ε Σ

ΚΑΤΕΡΙΝΑ Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

CULTUREBOOK 09 Ιουλίου 2021

Ευθαρσώς και στα ίσα

[…] Χρόνε ανίκατε μάχαν, δεν έχω πλέον χρόνο για μυθιστορίες,
του είπε ευθαρσώς και στα ίσα.

Η Μαρία Καντωνίδου, με το ψευδώνυμο Καντ, παρουσιάζει την πρώτη της ποιητική συλλογή με τον αγγλόφωνο τίτλο Stanza (στροφή) – διακειμενική αναφορά στην ομώνυμη συλλογή του Γ. Σεφέρη – από τις εκδόσεις GUTENBERG, με λόγο συχνά ρεαλιστικό με πλούσια αρχαιοπρεπή στοιχεία, κάνοντας πράξη όσα υπόσχεται. δεν έχει πλέον χρόνο για μυθιστορίες. Στηλιτεύει το σήμερα, σε εφτά ενότητες που περιγράφουν επιρρηματικά κι εμπρόθετα με τους ακόλουθους τίτλους: Ευθαρσώς, Περιπαθώς, Και εμπύρετα, (Υπ)ακούει το σώμα, Εν αγνοία και γνώσει, Και άλλα οξύαιχμα, Ιστορίες του Δ.Χ. Οι υπερρεαλιστικές περιγραφές της, η συνειρμική γραφή -στενά συνδεδεμένη με την εικόνα και το πλούσιο φωτογραφικό υλικό που εμπεριέχεται- ο υπαινικτικός λόγος, η αισθητική συμπύκνωση και η ουσιαστική λειτουργία των επιθέτων, είναι στοιχεία που υπογράφουν καίρια την ποιητική της.
Ο αριθμός εφτά, μοτίβο που επαναλαμβάνεται και διατρέχει όλο το σώμα της συλλογής, καθορίζει και καθορίζεται, καθώς η ποίηση της Καντωνίδου συνομιλεί μαζί του και στις εφτά ενότητες που απαρτίζουν την υπαινικτική της κατάθεση, όπως ο τίτλος του ομώνυμου ποιήματος, («εφτά παιδιά έχω φωνάζει»), στην πρώτη ενότητα με τίτλο («ΕΥΘΑΡΣΩΣ»). […] «Ένας επισκέπτης με κοντή καπαρντίνα τον κοιτά με συμπάθεια και καταγράφει τις τρύπες. Στο μεταξύ ο κούρος σε ασκήσεις εσωστρέφειας, …[…] Την ίδια στιγμή ο ίσκιος του επιδίδεται σε ασκήσεις βιοπορισμού.»
Εφτά ενότητες οι οποίες στοιχίζονται, επικοινωνούν, συνομιλούν, συνεπάγονται, οικοδομούν τη ραχοκοκαλιά της ανθρώπινης ύπαρξης. Η αφήγηση εναλλάσσεται μεταξύ και των τριών προσώπων, προεξάρχοντος του τρίτου, ωστόσο ο εσωτερικός μονόλογος, η επιτάχυνση, […] «Πώς φεύγεις πριν φύγεις;/Πώς ήρθες πριν νάρθεις;/ (έχε μαζί σου σακ- βουαγιάζ και επιρρήματα)», συχνά μέσω της απεύθυνσης στο β΄ ενικό, […]»Όμως όχι σε αυτό το ενδεχόμενο, διατείνεσαι, όχι σε αυτόν τον ανούσιο θάνατο και χραπ, μου τραβάς τα σεντόνια και, χραπ, μου σηκώνεις το σώμα και χρατς, μου σκίζεις το στέρνο, το τραβάς, το ανοίγεις, του αδειάζεις το άδειο και χώνεις μέσα του μια πεταλούδα- πρέπει να ήτανε λευκή, …» είναι από τα στοιχεία που διακρίνονται, κυρίως, στη συλλογή της.
Συχνά, οι τίτλοι της ποιήτριας αποτελούν την εισαγωγή του κειμένου της κι αυτό αποτελεί μια ιδιαίτερη σύλληψη, όπως στο ποίημα με τίτλο: («το τίποτε είναι τίποτε»), […] «-Το τίποτε δεν είναι κενό. Το τίποτε είναι τίποτε, λέω.», η επωδός συνομιλεί με την εισαγωγή του επόμενου («γι’ αυτό στον ακάλυπτο»), […] Γι’ αυτό και στον ακάλυπτο δεμένη τη σκάλα/την κρατάω. Με ζύγια κι ένα χοντρό λουρί…», ενώ στην ενότητα με τίτλο («ΕΜΠΥΡΕΤΑ») η συνομιλία αφορά το εγώ και το ασυνείδητο, καθώς αναδύεται ανάμεσα στους ίσκιους και τ’ αδιέξοδα, [..] «Τι κρότος κι αυτός ο ίσκιος/βραδιάτικα, και τι αυτάρκης/(και τι ταμπούρλο μνησίκακο, ράπα-παπάμ, ράπα παπάμ)/Στο ξαναλέω για πολλοστή φορά,/θα σβήσω το φως και θα σε σβήσω/ή θα σου πάρω την οθόνη προβολής.»
Πλούσιος λόγος, διακειμενικές συνδέσεις, συνθέτουν ένα υπερρεαλιστικό «τεριρέμ», («τι φωνασκούν τ’ αγάλματα στην αγορά»), αναρωτιέται ο τίτλος του ομώνυμου ποιήματος, κάνοντας σαφή αναφορά στον Κ. Π. Καβάφη. Κι άλλες φορές, («επέστρεφε»), καλεί […] «Ώρα εβδόμη πρωινή,/Επιμένεις να σε διεκδικούν προστακτικές…», και άλλες ως υπόμνηση, η καθαρεύουσα «τι άνθρωποι τ’ αγάλματα εις τα μουσεία.» Φ. Κάφκα, Γ. Σεφέρης, Μ. Λαϊνά, Λ. Μπόρχες, Φ. Γκ. Λόρκα, Βλ. Ναμπόκοφ, ακούγονται σαν μουσική στους στίχους της ποιήτριας.
Η ποίηση της Μαρίας Κάντ επιζητεί μία συνέχεια. Τα κείμενά της, συχνά σχεδόν χωρίς στίξη, πασχίζουν να διατρέξουν τον χρόνο, […] «Είπε ο χρόνος:/Ψάχνω να γεννήσω τ’ αυγά μου. Ή και τοπίο “άλλοθι που”, έχω τους κοιλιακούς γυμνασμένους. Εξ αρχής αποκλείω τις φωλιές, το χιόνι και το άσπρο σεντόνι….», να μαγέψουν με τις πλούσιες μεταφορές τους, […] «φιλιά και μουσικά κουτιά με μανιβέλες κάτω από τον ίσκιο ενός κυριακάτικου βουνού ή ενός βράχου, απαραιτήτως ιερού, ή έστω, μιας εμπριμέ τέντας στα πέριξ.», και ιδιαιτέρως με τα ρήματα κίνησης, να συνοψίσουν ό,τι υποσυνείδητα συσσωρεύτηκε.
Το ονειρικό και οι ψυχαναλυτικές ψηφίδες παραπέμπουν σε σαφείς υπερρεαλιστικές επιρροές, όπως εκείνη του Α. Εμπειρίκου, καθώς επιχειρείται συνειρμικά, σχεδόν χειρουργικά, η βαθιά τομή στη γλώσσα και στο ασυνείδητο. μα και ο Μ. Μητσάκης τι χαρά θα ένιωθε για το («Παράπονο του μαρμάρου») του…, «Τι άνθρωποι τ’ αγάλματα εις τα μουσεία,/δεν σιωπούν, δεν κλαιν, δεν ξεκαρδίζονται, δεν χαιρετιούνται μεταξύ τους, δεν αποχαιρετούν/Αργότερα θα μάθουν ότι καιρός δεν ήταν πια./Α, τι λύπη, όταν το μάθουν.»
Οι θεματικές της Καντωνίδου σπονδυλωτά αναπτυγμένες διαπραγματεύονται τις ωδίνες του βίου, το απαράλλαχτο γαϊτάνι του, έρωτας, η μοναξιά, η μάχη με την ωριμότητα, τα κοινωνικά στερεότυπα, οι ανθρώπινες σχέσεις, η κοινωνική δικαιοσύνη, και ο θάνατος. Κείμενα με πλούσιες αρετές, οι οποίες αντλούν, αρκετά συχνά, την έμπνευσή τους τόσο συμβολικά όσο και γλωσσικά και από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Ο Ονήσιλος, ο Ίκαρος, «Στις Σκουριές του λαυρίου αριθ. 7/βότσαλα πετροβολούν έναν Ίκαρο/(κανείς δεν αμφισβητεί τις προθέσεις τους να παίξουν)/- ανώδυνα πέσε, τον ορμηνεύουν./ Έχει προηγηθεί ο ήλιος.», η Μήδεια, ο δούρειος ίππος είναι κάποια από τα σύμβολα που συναντώνται και ως τίτλοι.
Το δίπολο άντρας – γυναίκα αποτελεί κεντρικό θέμα διαπραγμάτευσης για την ποιήτρια. Η Μαρία Καντ είναι μια σύγχρονη «ανατόμος» των ποιητικών πεπραγμένων, ωστόσο από τους στίχους της, τις καλογραμμένες πρόζες, μα και τα κείμενα μικρής φόρμας που εμπεριέχονται στα δύο τελευταία κεφάλαια, αναδύεται αριστοτεχνικά η ένωση της αστικής αντίληψης με το διακείμενο. Η Μήδεια, «Με λένε Μήδεια Τάδε και…/ αύριο δεν θα φάω πρωινό μαζί σας καλές μου. Όχι το ξέρετε καλά. Να καταπιώ δεν θα μπορώ και θα έχει ο λαιμός μου κλείσει…», η Λολίτα, […] «Με σύμφωνα υγρά και σκέλια κάθυγρα – /και πώς σημαντρίζουν τα φωνήεντα/ ΛΟ oh my lord τι μωρό το εδώ και ωστόσο/ ΛΙ τι φιλί το εκεί το πολύ και το λίγο/ΤΑ στο δια ταύτα ανέκαθεν…»,το αντικείμενο του πόθου του Λόρκα, η γυναίκα της διπλανής πόρτας, το αέναα στερεοτυπικά μεταδιδόμενο γυναικείο πρότυπο της Σαλώμης, στο πρόσωπο της Λίτσας, της Λήδας. τα εφτά πέπλα, οι εφτά πληγές του Φαραώ, υπαινίσσονται αιχμηρά από τη συγγραφέα, καθώς αναδύεται το κοινωνικό στερεότυπο που διαιωνίζει τη διακοσμητική θέση της γυναίκας.
Η γυναίκα ως παράπλευρη απώλεια, η σύγχρονη, η θυμωμένη, […] «Γιατί μου έρχεται στο νου η εικόνα με έξω τα μέσα της; αναρωτήθηκε ο άντρας. Πέταξε χάμω το φουστάνι της και το πάτησε. Γιατί μου έρχεται στο νου ετούτη η εικόνα με τα έξω μέσα του; αναρωτήθηκε η γυναίκα. Τράβηξε το σίδερο από την πρίζα και του το πέταξε στο μέτωπο. Ακούστηκε ένα τζάμι να σπάει. Το βράδυ κοιμήθηκε με το φουστάνι της.», η γυναίκας μπιμπελό, η υπάκουη, η αναπαραγωγική, η γυναίκα ως δοχείο ηδονής, […] «Οι οδηγίες ήταν σαφείς – επτά είδη ένδυσης και υπόδησης (συμπεριλαμβανομένων φο μπιζού στον λαιμό), όνομα με ένα τουλάχιστον υγρό σύμφωνο (Λίτσα, Λήδα, Σαλώμη και άλλα)…».
Μα πόσο άδικη θα ήταν η ζωή, και η Μαρία Καντωνίδου το γνωρίζει, αν δεν υπολόγιζε και την πλευρά του «Άλλου». του καλλιτέχνη, του συνθέτη, του ψαρά, του «ελάσσωνος», με το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, […] «Το πρώτο βράδυ της νέας δεκαετίας χωρίς τη μητέρα του, ο Δ.Χ. πέφτει στο ημίδιπλο κρεβάτι του και την ονειρεύεται. Είναι ανάσκελα και τον έχει γεννήσει. Γύρω του πηχτά νερά – γιατί με γέννησες, θυμάται να της λέει, ήμουν καλά εκεί μέσα.»,τη μάχη με τα στερεότυπα που του δίδαξε το ίδιο το αντίθετό του, την πορεία του προς την ενηλικίωση και την ωριμότητα, […]Στο κάτω – κάτω είκοσι χρόνια είναι πολλά, είπε ο Δ.Χ. και άρχισε να καταβαίνει τη κυλιόμενη σκάλα που ανέβαινε….[…] “Πρέπει πάση θυσία να επιστρέψω προτού επιστρέψω”, της είπε. Πιο αμυχή αλλιώς η επιστροφή μου.», τη μάχη του με τις στερεοτυπικά κοινωνικά επιβεβλημένες σιωπές. […] «Η σιωπή είναι πολλά πράγματα, κατέληξε ο Δ.Χ./Κυρίως είναι ένα πράγμα – χαμαιλέων.»
Άραγε υπάρχει ελπίδα για το τόσο βασανισμένο δίπολο; Εκείνος κι εκείνη, άνδρας – γυναίκα. Η ποιήτρια επιχειρεί να δώσει μια απάντηση στην επωδό της ποιητικής της συλλογής:

Περίμενέ με,
[ακολουθούν τροπικά επιρρήματα σε –ως]
όπως: περιπαθώς, σεμνώς και εναγωνίως

καθώς ταιριάζει σε μια πράξη συνάντησης

Μπορεί και να μην εμφανιστώ.
Θα με θυμάσαι όμως να έρχομαι

Καθ’ οδόν θα χαράξω τα αρχικά μου
στην άσφαλτο.

ΧΡΥΣΑ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗ

20/7/2021

Τη γνώρισα εδώ μέσα ως Μαρία Καντ. (Δεν ήξερα στην αρχή το πλήρες επίθετό της). Παρακολουθώντας τις αναρτήσεις της, το μυαλό μου πήγε ασυναίσθητα στον φιλόσοφο Καντ. Λογική οργάνωση, υπαρκτός αλλά ελεγχόμενος συναισθηματισμός, ενορχηστρωμένα κάτω από την μπαγκέτα ενός σύγχρονου στοχασμού για τις ανθρώπινες σχέσεις, το χθαμαλό του βίου που αγιοποιείται και το υψηλόν που αποδομείται.
Όταν πήρα στα χέρια μου τα ποιήματά της, μου προέκυψε ένας άλλος συνειρμός. Τα είδα σαν θεατρικά μονόπρακτα ή μάλλον σαν τα «Στιγμιότυπα» του Όλτμαν. Κάθε σελίδα και μια μικρή ή μεγαλύτερη ιστορία. Αφήγηση και ποίηση αλά μπρατσέτα. Cut. Παρεμβαίνει ο Σολωμός. Είδος μεικτό αλλά νόμιμο. Cut. Σε απόλυτη ισοτιμία με τον λόγο και η εικόνα. Και λέω επίτηδες εικόνα και όχι φωτογραφία, γιατί η δεύτερη αναπαριστά την πραγματικότητα, ενώ η πρώτη εικάζει. Αφήνει δηλαδή το περιθώριο στον αναγνώστη- θεατή να μαντέψει τη συνέχεια, μια άλλη αρχή ή ένα άλλο τέλος. «Στις Σκουριές του λαυρίου αριθ. 7/βότσαλα πετροβολούν έναν Ίκαρο/(κανείς δεν αμφισβητεί τις προθέσεις τους να παίξουν)/- ανώδυνα πέσε, τον ορμηνεύουν./ Έχει προηγηθεί ο ήλιος».
Πατρίδα της η γλώσσα. Στον ομηρικό πολύτροπο ή το όναρ, στο Χρόνε ανίκατε μάχαν του Σοφοκλή, στο Επέστρεφε ή στην αιδώ και περίσκεψι του Καβάφη, στο Γουαδαλκιβίρ του Λόρκα, στα λογοπαίγνια της Δημουλά που αναφλέγονται ακαριαία, στην λεξιπλασία του Ελύτη με τα φωνήεντα που σημαντρίζουν, στην κατάργηση των ορίων μεταξύ του λόγιου και καθημερινού κατά Τζόις, στα αγάλματα στο Μουσείο του Σεφέρη, ώρες ώρες και στην ανορθόδοξη σύνταξη του Χειμωνά που παίζει με τα ζάρια στα άκρα του νοήματος. Δεν πρόκειται για επιρροές, αλλά για μια καλά χωνεμένη συμπύκνωση του μοντερνισμού που με υπαινιγμούς και έμμεσες αναφορές και με πρόσχημα προσωπικές εμπειρίες (αληθινές ή επινοημένες) προετοιμάζεται ή μάλλον προοικονομείται η ελεγεία για την πτώση του ανθρώπου στην ψυχική ασιτία. «Γιατί μου έρχεται στο νου η εικόνα με έξω τα μέσα της; αναρωτήθηκε ο άντρας. Πέταξε χάμω το φουστάνι της και το πάτησε. Γιατί μου έρχεται στο νου ετούτη η εικόνα με τα έξω μέσα του; αναρωτήθηκε η γυναίκα. Τράβηξε το σίδερο από την πρίζα και του το πέταξε στο μέτωπο. Ακούστηκε ένα τζάμι να σπάει. Το βράδυ κοιμήθηκε με το φουστάνι της».
Η θέση της Μαρίας Καντ δεν είναι ούτε αποφατική ούτε καταφατική. Ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη. Μοιάζει περισσότερο με μια πράξη απελευθέρωσης εσωτερικών κοιτασμάτων που διεκδικούν την οντολογία τους. Η γυναίκα, Λολίτα και Μήδεια, αγωνιά να ξεφύγει από το πεπρωμένο της. Είχε κι αυτή έναν ομφάλιο λώρο. Κι ο Αντρας που μπορεί να έχει τα αρχικά Δ.Χ ή απλά να είναι ένας Άλλος. Το εγώ είναι ένας άλλος.
Σε αυτή τη φαντασμαγορία από εκρήξεις και τολμηρές σκηνοθεσίες δεν ξεχωρίζει το φασματικό από το πραγματικό, το όνειρο του ύπνου από το όνειρο του ξύπνιου. Η Μαρία Καντ μας προειδοποιεί από την αρχή ευθαρσώς και στα ίσα. «Δεν έχω πλέον χρόνο για μυθιστορίες». Έχει όμως για ιστορίες. Ο λόγος της και η δυνατή-συχνά υπερρεαλιστική – εικονοποιία βάζει τάξη στο χάος. Γιατί αυτό κάνει η ποίηση. Δημιουργεί ένα κόσμο όπου συνυπάρχει η Φιλότης και το Νείκος σε μια ατέλειωτη περφόρμανς.
Υ/Γ Η Μαρία Καντωνίδου κατάγεται από την Κύπρο και συγκεκριμένα από την περιοχή της Κερύνειας που βρίσκεται υπό τούρκικη κατοχή. Δεν το διατυμπανίζει. Το υπαινίσσεται στον Ονήσιλο, τον αρχαίο βασιλιά του νησιού, «στο ρήμα εάλω ως πόλη, ως χύτρα ταχύτητας και ως λάμπουσα λύπη οξύαιχμη», στην φυγή και την επιστροφή που συχνάζουν στους σταθμούς και τα λιμάνια.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *