ΜΑΡΙΝΑ ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΗΣΤΑΚΗ

Η Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη γεννήθηκε στο Βαχό Βιάννου και κατοικεί στο Ηράκλειο Κρήτης. Έχει κάνει πτυχιακές σπουδές Τεχνολογίας Γεωπονίας, στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό και στις Παιδαγωγικές επιστήμες. Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης Π.Μ.Σ. στη Δημιουργική γραφή. Υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως καθηγήτρια Τεχνολογίας. Συνεργάζεται με έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας ποιητικό και πεζό λόγο. Έργα της έχουν περιληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις. Η Αρμενόπετρα (Μανδραγόρας 2021) είναι η πρώτη ποιητική της συλλογή.

.

.

ΑΡΜΕΝΟΠΕΤΡΑ (2021)

Ανισόπτερη λιβελούλα

ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕΝΟΥΝ ΜΟΝΕΣ

Όταν οι λέξεις μένουν μόνες
διατάσσονται
σε ύψη διαφορετικά.
Όταν οι λέξεις μένουν μόνες
ζητούν να εξισωθείς μαζί τους.
Κυματιστές μαντιλίδες της Άνοιξης
άλλοτε με κίνηση μικρή, κάποτε μεγαλύτερη
χορεύουν και σε πάνε.
Σε πάνε.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΤΡΥΠΑΝΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΣΚΟ

Οι λέξεις που τρυπάνε τον ουρανίσκο εξατμίζονται.
Γίνονται δέντρα και κάθεσαι στον ίσκιο τους.
Γίνονται πουλιά και κάθονται στον ώμο σου.
Ταξιδεύουν σε μέρη μακρινά,
στην όχθη του ποταμού Γιαμούνα,
στο επίπεδο του κήπου που βρίσκεται
η Μαχάλ ή ίσως ως τη Ροζ Πύλη της Τζαϊπούρ.
Κι επιστρέφουν καραμέλα που λειώνει αργά στο στόμα,
σαν τότε που απρόσμενα μου έφερες
εκείνο ακριβώς το βραχιολάκι. Θα είχες δει που
το κοίταζα⸱ εκεί στο υπόγειο μαγαζάκι,
δίπλα στον Πύργο του Γαλατά.

ΑΝΙΣΟΠΤΕΡΗ ΛΙΒΕΛΟΥΛΑ

Κι αυτή η λέξη,
ανισόπτερη λιβελούλα,
πέταξε με τα φτερά σε έκταση.
Ακούω τη λέξη,
να τρίζει, να εκτινάσσεται,
να πέφτει πάνω στο αγκάθι.
Εκείνο που με τρύπησε,
κάτω από το στήθος.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΛΕΞΗ II

Δεν είναι η λέξη,
είναι το κενό ανάμεσα στις λέξεις.

Δεν είναι η λέξη,
είναι η συντροφιά που κάνουν οι λέξεις,
οι προηγούμενες με τις επόμενες.
Εκεί σημαίνουν και συμβαίνουν.
Σ’ αυτή την τρυφερή γωνιά,
στα κενά
που ζητούν άμεση πλήρωση.
Εκεί συμβαίνουν και συμβαίνουν.
Στα κενά,
που δεν πληρώνονται ποτέ
μ’ έναν τρόπο οριστικό.
Εκεί συμβαίνουν και σημαίνουν.

ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ

Είναι λέξεις που δεν καίγονται.
Γιατί εκείνο το μυαλό
αρνείται να τις κάψει.
Μα κι εκείνες
αρνούνται την πυρά.
Λέξεις που ξέρουν να γλιστρούν,
μες στο μυαλό με τέχνη.
Άκαφτες λέξεις.

Τ’ αχτένιστα ποιήματα

ΚΥΜΑ ΜΠΛΕ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Μες στο μυαλό.
Εκεί μένει και μένει.
Δεν καίγεται.

Μες στο μυαλό.
Εκεί μένει και μένουν
οι μορφές.
Δεν καίγονται.

Η νόηση αιωρείται.
Αέναα αιωρείται.
Στον ορίζοντα της απουσίας.
Στον ορίζοντα της έλλειψης.
Σ’ αυτόν του πλεονάσματος.
Η νόηση αιωρείται κι αιωρείται.

Μια αιώρα μες στο μυαλό.
Πάει κι έρχεται.
Αέναα παράγει.

Τ’ ΑΧΤΕΝΙΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Είναι κι εκείνα
τ’ αχτένιστα ποιήματα.
Ολομόναχα βγαίνουν στον δρόμο.
Μας κοιτάζουν, μας ακούνε,
στέκονται πλάι μας.
Φεύγουν πριν ο ήλιος χαθεί
κι αφήνουν πίσω όλες
τις πεταλούδες που μάζεψαν
στ’ αχτένιστα μαλλιά.

ΣΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΑ

Άνοιξα τα μπαούλα,
πήρα τα κίτρινα χαρτιά,
τα κρέμασα στα
κλαδιά των δέντρων.
Στα δέντρα του κήπου τα δημοσίευσα.

Κάθε μάτι
βλαστού κι ένα βλέμμα.
Διαβάστηκαν σε μια γλώσσα τόσο ακριβή,
σ’ ένα μερικό στιγμιότυπο, που κάποιος
γλιστράει απαλά στη ζωή κάποιου άλλου.

Εκεί, πάνω στα δέντρα του κήπου, όλη
η μάζα του αισθήματος. Κρέμασα
και το τελευταίο, ύλη αιμορραγούσα
και κόκκινη. Έφθασε το χιόνι,
αιφνιδιαστικά, στη σελίδα σαράντα εφτά.
Έπειτα τεντώθηκαν γλυκά,
σε ελεύθερη πτώση,
στο χώμα.

ΕΝΑΣ ΚΑΜΒΑΣ ΠΛΑΙ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Ένας καμβάς μπροστά σε παράθυρο.
Ζωγράφιζε ό,τι φανταζόταν.
Ένα μπαούλο με άδετες σελίδες.
Τις έδενε με όποια σειρά ήθελε.
Ένα κείμενο ανοιχτό
αέναα αναγνώσιμο.
Δεν θα παρέδιδε ποτέ τα μυστικά του.

ΜΕ ΤΗΝ ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Με την ιεροτελεστία της Άνοιξης
παρατάσσονται στη σειρά.
Εισχωρεί στον κάλυκα των ερωτικών ανθέων·
κολλά στο στίγμα του υπέρου, γλιστρά
στον στύλο απαλά και φθάνει στην ωοθήκη.
Εκεί που γίνεται του αισθήματος η καρποδεσία.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ ΦΙΛΙ

Και τώρα συλλογίζεται, που τόσο καιρό νόμιζε
πως ήταν μόνο εκείνο το λευκό φόρεμα:
εκείνο που φόρεσε, ανέβηκε το λόφο,
ατένισε πέρα μακριά τα κοράκια του Πόε,
τα ματαιωμένα άλμπατρος του Μπωντλαίρ,
τη Φοινικιά του Παλαμά, το ακατοίκητο σπίτι
που έφτιαξε για εκείνη ο Παυλόπουλος˙ ένοιωσε
το ολάξαφνο πουλί του Καρούζου να φτερουγίζει γύρω·
αντίκρυσε την κόμη της και τον Τριστάν Κορπιέρ,
να κυνηγά να τη χτενίσει, πλεγμένο στο μοιραίο
παιχνίδι με το άπιαστο· περπάτησε στο έρμο χωράφι,
εκεί στη Σαλαμίνα, είδε βέβαιο τον Σικελιανό
να πηγαίνει να τη συναντήσει. Μα κι εκείνη
ζητά χωρίς σκοπό να πλανηθεί,
τα ίχνη της να μην ακολουθεί κανείς,
στον εαυτό της να προστρέξει. Κουράστηκε·
δε λέει, φταίει, τους ποιητές αρπάζει ξαφνικά
και δίνει εκείνο το κατακόκκινο φιλί.

Αρμενόπετρα

I.  ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΛΛΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Μισή πέτρα, μισή γυναίκα.
Καρφώθηκα σε τούτη ’δώ τη θάλασσα
ν’ αρμενίζω έκτοτε στις θάλασσες, του νου.
Έχω το χάρισμα να βρίσκω λέξεις.
Το μυαλό κολλάει πάνω τους.
Δεν τις καίω, δεν τις αναλώνω.
Τις κρατώ σφιχτά, νοιώθω την ανάσα τους.
Τις αφήνω να γλιστράνε στη σάρκα μου.
Να πέφτουνε.
Να γίνονται θάλασσα οι λέξεις μου.

VIII.  ΣΙΩΠΗΛΑ ΜΗΝ ΤΡΟΜΑΞΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Ακροπατώντας έρχονται κάποτε
οι ποιητές απ’ όλους
τους τόπους, απ’ όλες τις εποχές.
Σιωπηλά μην τρομάξουν οι λέξεις.
Ακροπατώντας και η Αρμενόπετρα
σηκώνεται απ’ τη θέση της.
Βγαίνει και κάθεται μαζί τους στην αμμουδιά
σ’ ένα μεγάλο κύκλο κάτω από τ’ άστρα.
Σιωπηλά μην τρομάξουν οι λέξεις.

X.  ΜΩΡΟ ΤΡΟΜΑΓΜΕΝΟ

Έρχεται ανεμπόδιστα στην επιφάνεια,
όταν τα θολωμένα νερά ησυχάζουν.
Στην καθαρή επιφάνεια τότε απλώνονται
οι σωστές λέξεις για τα πράγματα,
ξεχωρίζουν τα σκούρα από τα φωτεινά
κι ανάμεσα τους τα γκρίζα κενά.

Μέσα μας βρίσκεται η αλήθεια των πραγμάτων.
Κανένας δεν μπορεί να τη βιάσει.
Πάντα εκείνη στην ώρα της θα γεννηθεί,
μωρό τρομαγμένο να κλαίει.

XIII.  ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΟΡΦΥΡΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δεν είναι διόλου ευγενικό να με κρίνετε.
Εδώ θα μείνω.
Ένα άγαλμα που βλέπει όνειρα πορφυρά.
Ακίνητη· μισή πέτρα, μισή γυναίκα.

Δική μου υπόθεση.
Εδώ θα μείνω, ένα άγαλμα.
Τις νύχτες πλέκω όνειρα, τις μέρες
με λέξεις τα πλάθω.
Εδώ θα μείνω, ένα άγαλμα που βλέπει
παράξενα πορφυρά όνειρα.
Ακίνητη· μισή πέτρα, μισή γυναίκα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *