ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

ΒΙΟΦΡΑΦΙΚΟ

Ο Σταύρος Σταμπόγλης (Αθήνα. 1946) είναι πτυχιούχος της μέσης τεχνικής σχολής Δοξιάδη (1966) και Αρχιτέκτων DESA (1977). (Ειδική Αρχιτεκτονική Σχολή Παρισιού) Είναι μέλος του συλλόγου Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ1977) και ομότιμο μέλος του TEE (1977)Δημοσίευσε ποιήματα για πρώτη φορά το 2007 με το ψευδώνυμο Εμμανουήλ Αντζαράκις.
Ασχολείται με την κριτικογραφία λογοτεχνίας και ζωγραφίζει ερασιτεχνικά.
Έχει συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά έντυπα περιοδικά Ρωγμές, Εμβόλιμον, Οροπέδιο, Μανδραγόρας, Κοράλλι, Στέπα, Intellectum, Poetics, Παρέμβαση, Καρυοθραύστης, Δέκατα όπως και τα ψηφιακά Μανδραγόρας, Fractal, Φρέαρ, VaKxikon.
Συμμετέχει στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Εμβόλιμον. Είναι μέλος του «Κύκλου ποιητών» (2012)

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Γη, Γαβριηλίδης, 2009
Έννοια εικόνας, Γαβριηλίδης, 2010
Τόπος Νωδ, Γαβριηλίδης, 2011
Αποτυπώσεις, Οροπέδιο, 2012
Απόδοση τοπίων, Γαβριηλίδης, 2012
Με την πλάτη στο παρόν, Αυτοέκδοση, 2013
[100 αριθμημένα αντίτυπα].
Διαλεκτική βυθού, Μανδραγόρας, 2014
Με την πλάτη στο παρόν, Κέδρος, 2014
Διηγήσεις πόλεων, Κέδρος, 2016
Θροώ, Αυτοέκδοση, 2018, 4ο Διεθνές Φεστιβάλ ποίησης
Αθηνών [20 αριθμημένα αντίτυπα].
Ατελές Κολλάζ, Αυτοέκδοση, Ιούνιος 2019,
[100 αριθμημένα αντίτυπα].
Ατελές Κολλάζ, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2020
Τεθλασμένη πόλεως αφή, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2021

ΠΕΖΑ

Chercher…la France, Εκδόσεις Αντίκτυπος, 2007,
συλλογικό, με το διήγημα «Η λεοντή της άγονης γραμμής»
Ο δρόμος της τύχης, διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2014
Εν ονόματι της Άνοιξης, διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2014

ΔΟΚΙΜΙΟ

Η γενναιότητα του πένθους στη ποιητική του Κώστα Θ. Ριζάκη Εκδόσεις του Φοίνικα, 2021

.

.

ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ ΠΟΛΕΩΣ ΑΦΗ (2021)

A’ ΣΥΝΟΙΚΗΣΕΙΣ

ΠΕΝΘΟΥΣ ΠΟΛΙΣΜΑ

της Ελένης Τοπαλούδη

Αν η αιωνιότητα συντηρεί μοναχά τον θάνατο,
τότε η ζωή υπάρχει μόνο για να θηλάζει Άουσβιτς.
Βαφτίζουμε τα θύματα ανίερα, προκλητικά, μάρτυρες
αέναης συνθήκης, όπου ακόμα και το ξόδι τους
οφείλει ν’ αποδέχεται την προσβολή.
Προτάσεις στο σκουπίδι της ακινησίας· ήχοι εκπαιδεύονται
ενώπιον του βιασμού, κατά τον βιασμό, μετά τον βιασμό-
διασκεδάζοντας στον βιασμό.
Η επιβίωση, λέξη συντετριμμένη, έννοια συντετριμμένη,
συνεχές άχθος η στατική του όγκου.
Το πράγμα προς θυσία δύναται να φέρει στηθόδεσμο
κατά την εκτέλεση του καθήκοντος, αυτό το τέχνημα υπέρ
της ιερότητας του στήθους· υποχρεούται όμως ν’ αφήνει
τους άλλους γλυκασμούς ορθάνοιχτους.
Το παν είναι το χρήμα να κινείται, και η Εύα είναι χρήμα
ό,τι κι αν πεις. Το χρήμα είναι βολικό. Το σκορπάς,
το εξαντλείς, το αντικαθιστάς με χρήμα.
Τα δίκαια συντηρούνται με τις αδυναμίες του Αδάμ.
Το άδικο ενυδατώνεται στο δίκαιο του Αδάμ· κάτι
μυρίζει· κοπάδια τα παράσιτα
στο τρίχωμα της πόλης θάλπονται.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΥΝΟΙΚΗΣΗΣ

Έι φίλε, εδώ είμαστε πάλι· σε τούτο το δωμάτιο
πλατεία ή πλατεία δωμάτιο· αλλά το πως νοιώθει
ο καθείς μετράει. Πάντως του λόγου μου
ασφυκτιώ. Δυο
μέτρα μακριά από σένα κι όμως στριφογυρίζω,
γέρνω και βυθίζομαι μονάχος, ψάλλοντας
το Ένα καράβι παλιό σαπιοκάραβο*
Μου λες, μόνο τ’ άυλο και ο θάνατος πια
στέρεας γη οθόνη είναι.
Το ξέρω- αλλά με τους σεισμούς του γεύομαι
το σώμα μου· το χώμα μου.

* Από το τραγούδι «Ένα καράβι παλιό σαπιοκάραβο»,
στίχοι Αλέξανδρος Δήμας, μουσική Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΝΟΙΑ

του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου (1993-2008)

Στην πόρτα μου φορτία πάνε κι έρχονται, ακούω
τις ανάσες τους· στον χρόνο λαχανιάζω τον ασάλευτο.
Και ναι, εδώ σε ένα δρόμο τόσον δα, ο κόσμος φορτώνει,
ξεφορτώνει· μαζί κι εσύ ξόδι νυμφίου με τα κλειστά
τα μάτια, κατά πώς σβήνω τις ελπίδες σου και
συγκρατώ τον άνεμο· εκείνο
το φιλί που θα μπορούσες.
Σαν χίλια-μύρια νεύματα αναρριγούνε τα παράθυρα
καθώς κοιμούνται οι ήλιοι· ο έναστρος αφή μεσημεριού.
Κι η ώρα φανερώνεται απελπισία στους εμπρησμούς,
κραυγή σ’ ενύπνιο καβάλα.
Ότι ο Ντιέγκο ντε λα Ριβέρα άπλωνε ασπροσέντονα
μ’ αφέλεια τόση όταν η Φρίντα Κάλο έκοβε τις φλέβες της
κι έπινε μέλλον μέλλοντος, το αίμα της φτύνοντας στον
καθρέφτη μου· κι αν ήξερε, κι αν δεν ήξερε,
νογούσε από πόνο.

ΤΟ ΗΜΙΣΥ TOΥ ΔΕΙΝΟΥ

του Παύλου Φύσσα (1979-2013)

Οι γκρίζοι ακάλυπτοι του έπους ίχνος, χώρος κιβούρι
ορθάνοικτο, τσόφλια από ασχήμιες που διέρρευσαν
τα μάτια εξηράνθησαν ως ώχρες.
Τα σωθικά του κόσμου έχουν συληθεί, έφτασαν
ασώματο της σκόνης, καθώς η άλυσος με τις προσόψεις
γίνεται σκαλοπάτια απότομα. Τσακίζονται τα ηλιοστάσια
στο δρομολόγιο μιας νύχτας μέρα μεσημέρι.
Ναι, στ’ αλήθεια αιμορραγούνε λέξεις διαφεύγοντας
την μέγγενη της προκατασκευής, αλλά οι ώρες φτάσανε
κομμάτια· στο φως η μαχαιριά.
Και η απαντοχή της ιστορίας μ’ εκείνο το ειρωνικό
τράβηγμα των χειλέων καθώς την ευκολία παρατηρεί,
όπου χώρια το δόντι το χρυσό, χώρια το σάπιο κρέας,
κι η στάχτη ξέχωρη το χώμα να πετρώνει.
Κι ο στοχασμός μου; Του λόγου του αυτοθαυμάζεται
πάνω σε ονείρου τον καθρέφτη· σαλός καθρέφτης·
ανεύθυνο είδωλο. Η πίστη μου
στις προσευχές της πνίγεται.
Οδός Ιφιγένειας και Παναγή Τσαλδάρη, όπου
τ’ άλλο μισό, διά νήσσοντος και τέμνοντος
οργάνου, κτυπάει θανάσιμα
το σπιτικό μου.

ΠΙΚΡΟΓΛΥΚΟ

Η αυτοϊκανοποίηση των εξατμίσεων· οι αδερφοφάδες
μέρες· αυτές η τέσσερις λέξεις κτίζουνε χρόνους
με λάσπη πένθους κι αγανάκτηση· κι αν θέλω
να φωνάξω με φιμώνει η εποποιία του φόβου
για το χείριστο· αυτή η πληγή.
Λίγο φαρμάκι επαρκεί να τρεμοσβήνει η οθόνη μου
και να φτωχύνει η λεμονιά, να ρημάξουνε οι νεραντζιές,
τα νυχτολούλουδα να πάρουν φως·
να σβήσουν.
Χωρίς αρώματα πώς να πικρίσει το γλυκό
να το καλοσκαιρίσουμε κι εφέτος.
Αχ, περγαμόντο μου και νεραντζάκι, για μια φορά
ακόμη ας ανθίσουνε στα χείλη έρωτες ζαχαρωμένοι,
μελωμένοι · αχ περγαμόντο μου και
νεραντζάκι· το δροσερό νερό.

Β’ 13 ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ TOΥ BAR

α’ Δευτέρα, πρώτες πρωινές.

Τώρα δα, μου ’ρχεται να γράψω μια αισιόδοξη
ελεγεία περί κομψότητος και άλλες ευτυχίες.
Όχι γιατί κάτι απ’ όλα δεν έχει συμβεί, αλλά διότι
με προκαλεί η συντριβή μου καθώς μεθάμε
τα δυο μας συνειδητά,
χωρίς αιδώ.
Βαριέμαι όμως τις φλυαρίες- την ειρωνεία τού θριάμβου
εκ δεξιών· τις κριτικές τής θλίψης εξ αριστερών- κι ύστερα
αντιλαμβάνομαι στη μπάρα μια ισορροπία ασθμαίνουσα
με ρούχο στενό να ξεχειλίζει επιθυμίες- κινήσεις
σε βυθό αιμορραγίας.
Γυμνή πρόκληση στην ασάφεια του χρόνου κρεμασμένη,
μάτια να ρωτούν αν θα
μπορούσα απόψε να ερωτευτώ ένα σφαχτάρι.

ε’ Πέμπτη μεσάνυχτα.

Η νύχτα λαδώνει τις κλειδώσεις· οινοπνεύματα,
μουσική διαπασών, να μην ακούγεται το τρίξιμο
της μέρας. Κορμιά, έπιπλα, ημίφως, ot κοφτερές σκιές·
γερμανικός εξπρεσιονισμός τα πίνει αντάμα με τα σωθικά
της πόλης· η ερημιά μέσα στο πλήθος.
0 Λόγος των Αθηνών· αποχρώσεις Διονύσιου Σολωμού·
οι ανεξίτηλες έλεγαν, ακόμα και στην παραμόρφωση,
των εφησυχασμών· ας γελάσω. Μια ποίηση δόξα
φυλακισμένη πλέον· ρήτορες, πανεπιστήμια,
ναοί, τόσα εντομοκτόνα.
Δεν επαρκούν οι Εθνικοί ήρωες τώρα να ψυχανεμιστείς
το μέλλον των λέξεων καθώς μετασχηματίζονται κλάδοι
άυλων αρχείων και συνωμοσίες πρωτοκόλλου.
Αρνούμαι να λιώσω στις οξειδώσεις μιας θεραπευτικής
στέρησης· προτιμώ τη σβουνιά του τσιγάρου και της
μπύρας, όπου οι πίντες μετρούν αποστάσεις εν σιγή
ασυρμάτου· μοιρολόι οινοπνεύματος· έδαφος
δοκιμασμένο· οι συνήθεις πλημμυροπαθείς.
Η πίστη μου τώρα δα δεν είναι αιχμηρή· ποικιλία
κονιάκ τη στομώνει τριάντα ευρώ οι τρεις γουλιές
θανάτου. 0 θάνατος· τρεις
σε μεθυσμένη θάλασσα απλωτές.

θ’ Κυριακή βράδυ.

Ο ήχος των αιώνων έχει φυλακιστεί πίσω από την οθόνη,
το τέταρτο μάτι· αυτήν τη γροθιά επιβολής στο μέτωπο.
Και το τρίτο μάτι απόμεινε χώμα στεγνό· ένα σπήλαιο
από ρίζα ξεριζωμένη, ζωγραφιά ευφάνταστης
πίστης· μια ιδέα έτσι κι αλλιώς.
Αλλά τώρα όλα τα γεύομαι οινοπνεύματα δίχως οίνο και
πνεύμα· καθώς της μέρας επιταχύνεται η εκμετάλλευση·
καθώς εξαντλείται η κίνηση, καθώς εξαντλούμαι
στην αποδοχή των εντολών ευζωίας.
Παγώνουν οι λέξεις αντί να φλέγονται.
Και οι αριθμοί, η άβυσσος της αβύσσου, ελέγχουν
την εξέλιξη· ήχοι αστραπιαίοι να
συνθλίβουν τις έννοιες.
Κάτι σαν σήμανση κινδύνου στις πύλες
των ονείρων τρομοκρατεί τ’ όνειρο.

ιβ’ Τρίτη ξημερώματα.

Ζέστη λες και η μέρα άρχισε απ’ το μεσημέρι.
Η πλατεία μυρίζει μαγιά και κάτουρο. Σκουπίδι μπύρας,
ξινισμένο πιττόγυρο, αποτσίγαρα και γλυκόζη κάρβουνο1
μα πώς μου ’ρθε τώρα αυτό με τη γλυκόζη, καθώς
παρατηρώ το κεκαυμένο στις αιχμές.
Πεθύμησα μία γουλιά ρακή κι αλάτι απ’ τα χείλη σου,
δίχως προστασίες, δίχως το ρούχο της υποκρισίας,
βαμμένο λεμόνι κόκκινο, γλυκόξινο καυτό φιλί,
και τα προσωπεία ποδοπατημένα στην άσφαλτο
να βγάζουν τα σωθικά μας.
Μα γράψε μου κι εσύ κάτι όμως.

Γ’ ΑΠΟ ΛΕΚΑΝΟΠΕΔΙΟΥ, ΕΧΙΝΑΔΕΣ

ΑΚΙΝΗΣΙΑΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ

Το κόκκινο φεγγάρι ανεβαίνει, άνοιγμα κατευθείαν
στο πάθος της αβύσσου, ώχρα, παλιόκρασο του γάμου
στο εικονοστάσι της παστάδας.
Φλεγόμενο φιλί της μνήμης αναστατώνει τη μοναξιά.
Μία φωτογραφία, στιγμιαία στάση φωτός, ανακουφίζει
την αβεβαιότητα της οπτικής.
Οι ταχύτητες, οχήματα μεθυσμένα- το ένα παραπατάει
πίσω απ’ τ’ άλλο. Ένας επιτυχημένος εμπρησμός κάθε
μεσημέρι· φόρτωμα με νοθευμένους χρόνους- όπου
οι φλεγμονές της πόλης φλέγονται- το σαράκι
του οιονεί παρόντος.
Ξεγλιστράς κομμάτια- από το κεκαυμένο
των ήλιων, από το απομεσήμερο της κούρασης,
απ’ την συγχώρεση του απόδειπνου.

ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ

Την αντέχουμε τη μέρα· γρανίτης· σύντριμμα όμως
κοφτερό κι άμμος γυαλί· λεπίδι οι σκιές ματώνουνε
το φως, ή λίγη στάχτη τίποτα. Και το τίποτα πνίγει
την πρόταση, συνθλίβει την πορεία.
Σμιλεύεται ο άνεμος στη γύμνια των φυλλοβόλων.
Ήχος ρολογιού σε δυο βήματα: πένθος-ναι, πένθος-όχι·
πένθος-ναι, πένθος-όχι. Όπου μοιάζουν άχνη
χρόνου οι παγετώνες στα οκτάωρα.
Το πεπερασμένο θα ζυμωθεί σε διαμαρτυρίες και
άλλους λαβύρινθους· το πείσμα της αγωνίας μας
σκαρφαλώνοντας, σκοντάφτοντας.
Αλλά η πόλη ερωτεύεται τον ποιητή έστω και
για ένα μονάχα λυπητερό τραγούδι· αρκεί να είναι
γινόμενο των πολλαπλασιασμών της.
Η πόλη· ό,τι μπορώ να ορίσω ως σμάρι συναφών
ελπίδων· κι εγώ εις μάτην προσπαθώ να βρω τις λέξεις
με το καλό το μέλι· να στάξω στα πικρότατα μια
τόση δα ομορφιά, παρηγοριές λυγμών,
γράφοντας-σβήνοντας.
«…Εφούσκωνε τ’ αέρι / λευκότατα πανιά, /
ωσάν το περιστέρι / που απλώνει τα φτερά…»*

* Διονύσιος Σολωμός, «Η Ξανθούλα», περίπου στα 1820

ΠΟΛΕΩΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Αλλά· αλλά μονάχα οι δυο πλατείες* μεθώντας
στις γητειές του μέλλοντος, θα σπρώξουν την
αγωνία στο κεφάλαιο των πολλαπλασιασμών.
Στις τόσες αφαιρέσεις θάρρους, άλλη μία.
Γεννήτριες, κάποτε-κάποτε, ακονίζοντας θέληση,
αναφλέγονται καταπρόσωπο· με βία
την απόσταση φωτίζουν.
Διαφορετικές διαδρομές εκτινάσσονται
μύριες ανάμεσα σε δύο σημεία και τα συνδέουν
ποια νοιάζεται αν θα καεί.
Γιατί η επαφή στέκετ’ επάνω από το δίκιο και
τ’ άδικο· γιατί η επαφή
πάντα μοιράζεται.
Γιατί κ’ η συντριβή βρίσκει το δίκιο και
το άδικο· γιατί η συντριβή
συχνότατα μοιράζεται.

* Πλατείες Συντάγματος και Ομονοίας

.

ΑΤΕΛΕΣ ΚΟΛΛΑΖ (2020)

ΖΩΓΡΑΦΙΑ

Ακούγοντας Boccherini
Fandango-Castanets, YouTube

Κατηφορίζοντας ανεμίζει ο ελαιώνας. Οι περιέργειες
του ήλιου στων φυλλωμάτων το ασημικό.
Κορίτσι αναμμένη ακτίνα τρέχει κάτω απ’ τους ίσκιους.
Με θαμπώνει το γέλιο του θαύματος. Άνοιγμα
στο παραπέτασμα τ’ ουρανού. Λεπίδι και σχίζει την αφή
από το χώμα ώς το γαλάζιο. Το γαλάζιο που
ματώνει στα μαλλιά της.
Η απόσταση δεν μοιάζει με εγγύτητα, η απόσταση
δεν είναι αναστεναγμός· είν’ ένα σύννεφο και
ψιθυρίζει τη βροχή του δυο απλωσιές προς
τον ορίζοντα.
Ζέφυρος κυμάτων πορφυρός κυκλοδίωκτος,
ομηρικός. Καρύκευμα επιθέτων κατακαίει
τη στιγμή.
Στα χείλη, να χαθώ, το φως χυμός αγριεμένος.
Το φως, φιλί στους ίσκιους πάει κι έρχεται·
και με παλεύει αλμυρός πηλός να
φτιάξει έρωτα.

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Είμαι ο αναγνώστης στο ψαλτήρι του όρθρου.
Εκφωνώ το πένθος για το απροστάτευτο· τόσα
τραγούδια στην άκρα ταπείνωση τους.
Των αγίων ο ρυθμός κρατά τη σιωπή . Ψίθυρος
πλάγιος, καθώς οι νεωκόροι ξεριζώνουν στίχους
για τ΄ ανθοδοχεία του Ναού.
Ό, τι αντηχεί σε Προνάρθηκα και Νάρθηκα δεν είναι
παρά οι έγχρωμες σκιές του μαρτυρίου. Ραφές μύριες
δακρύζουν αρματωσιά την αρματωσιά.
Μισοκλείνω τα μάτια, παίρνω τη θέση του κριτή.
Πίσω απ΄ τα βλέφαρα οι υποθέσεις αναδεικνύουν
το αληθές: μα, λόγοι ευρωτιώντες; Ναι· λόγοι
ευρωτιώντες. Μια παρά φύση ελαφρότητα
στις εποχές της λάσπης.
Με πνίγει αυτό το κάτι που λιμνάζει,
εδώ, καθέτως.
Λυπάμαι τους μέγιστους ποιητές.
Καλύτερα αναπαύονται
οι ελάσσονες.

21 Αυγούστου 2018

Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΩΣ ΕΔΑΦΟΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ

Πρέσπες – Κυριακή 17 Ιουνίου 2018.
Ακούγοντας Πετρολούκα Χαλκιά και
Μοιρολόγι με γυρίσματα» – YouTube

Όλοι οι καιροί είναι στο τραπέζι. Κάθε συνάφεια μοιάζει πολύτιμη,
καθώς με κτυπούν αστραπές και προβλέψεις.
Τα λόγια μια αγωνία. Βαρύσκιωτο μέλλον σκεπάζει
την γνώση μου.
Η γνώση μου, σαν πως την λάτρεψα ως εμμονή
ανέφικτου έρωτα. Ζηλωτής και σαλός, την αμαρτία μου
εγώ γιγνώσκω. Κύριε βοήθα, ψιθυρίζω, κατά πως ανασταίνει
την επίκληση «ΚΕ ΒΟΪΘΙ» ο συναξαριστής* εκείνος·
της Καππαδοκίας.
Στο σύνορο, με φόβο σμιλεύεται η αποδοχή. Βοήθα, θα με
παρακαλούσα, ελπίζοντας να με στηρίξει ο ελάσσων θεός εντός μου.
Έξω οι μέγιστοι Θεοί τραβούν τον δρόμο τους.
Θα επιπλεύσουν, θα θριαμβεύσουν, θα φροντίσουν
την διαδοχή τους σε υλικό και άυλο κόσμο.
Το σώμα της Ιστορίας δεν νοιώθει πόνο κι εγώ την ανάγκη
πρέπει να προφταίνω με απώλειες.
Φορτίο οδύνης με γεννά, με τρέφει.
Κι αν κυλήσω τη μυλόπετρα, το καταφύγιο μου θε να
πάρει φως και να καεί. Το φως, σαν τον εχθρό εισβάλει
στους φόβους που με προστατεύουν.
Κατά την ταπεινότητά σου «Κ(ΥΡΙ)Ε ΒΟΪΘΙ», καθώς
ενδύομαι απεκδυόμενος, θα ψιθυρίζω.
Στον τόπο μου το αληθές πάει πλάι πλάι
με την συντριβή.

*Γιώργος Σεφέρης. «Τρεις μέρες στα Μοναστήρια της Καππαδοκίας»

ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ ΑΟΡΑΤΗΣ ΡΗΤΙΝΗΣ

Η στεριά μου κατεβάζει τις μπόρες της με χείμαρρους,
όταν έχει καιρούς δηλαδή, για να πούμε όλη την αλήθεια,
το λάθος και το ψέμα να ποτίσουμε.
Κι ύστερα η ερυθρόμορφη καρποφορία των δρυμών και
το κόκκινο κρασί των πεδίων, αιμορραγούν στη θάλασσα ·
αυτόν τον αντιγραφέα τ’ ουρανού· κάποτε κάποτε
ορμώμενου από τη λογική της άλμης.
Και τότε, ναι τότε μόνο, τα χέρια σου, τα χέρια μου, καθώς
βυθίζονται στην απεραντοσύνη της δίψας, η ζωή πατά
με επίγνωση τα πόδια της στη γη.
Αδελφοί εν fb, συνοδοιπόροι μου στο άυλο, βαδίζω
και τ’ ομολογώ: πλούσιος ειμί της έκπτωσης
στην εποχή.

ΕΠΙ ΕΤΕΡΟΦΩΤΟΥ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Ο ουρανός ήρθε κι αγκάλιασε την προκυμαία.
Άβυσσος ηπείρων ο κόλπος. Ίσκιοι λιόδεντρων ενώπιον
καθέτου βιομηχανίας. Aluminium, το 13ο στοιχειό.
Με διπλωμένα τα πανιά μύρια ηφαίστεια λάμνουν.
Γυαλίζει το λίπος του καιρού στην κόμη των κυμάτων.
Σε ρυθμούς αγωνίας οι καταφυγές μας.
Έξω μυρίζει· φόβο μυρίζει ανέγνωρο, δίκια για άδικα.
Η εξέλιξη αδιαφορεί για το λεπίδι
της αναγκαιότητάς της.

ΕΞΙΣΩΣΗ ΜΕΤΑΒΛΗΤΩΝ

Στον τοίχο ζωντανεύουν εικόνες τού ευσεβέστατου
αδελφού ημών Ιερωνύμου Μπος, μέλους τής Αδελφότητος
τής Παναγίας των θαυμάτων. Σινδόνα θεάτρου σκιών,
τσιγάρα, καιόμενη παραφίνη. Της κόλασης το καπνισμένο
λάδι· ιδρώς στο νάρθηκα των παμμεγίστων Ταξιαρχών
εν Μηλέα Πηλίου. Πληρώματα να καταγίνονται
με την καύση τους.
Η ορφάνια τής καταστροφής διαθέτει πλέον ορολογία.
Τάγματα πολεμιστών να εκτρέφονται στους χειρισμούς,
και στρατιές μαρτύρων χωρίς δακτυλικά αποτυπώματα.
Το τυπικό τής Εδέμ κατανοεί τα πάντα ως συμφέρουσα
επένδυση κόλασης. Το δίκαιο της αρχαιότητας στον
διασκελισμό του μέλλοντος.
Εμπρηστές και ασυνόδευτα τοπία ορίζουν
τη μέρα μου.

ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΗΔΕΝ

Ευρεσιτεχνίες αστραπιαίου διανύσματος με
υποχρεώνουν σε συστροφές επιτόπου.
Περιορίζοντας το θαύμα της απόστασης συνθλίβομαι
καταπάνω στην ανάγκη.
Η Άσφαλτος είναι το δίκτυο καύσης όπου η αφθονία
καίγεται τα μεσημέρια. Ένα καμένο η αφθονία
τίποτα μυρίζει.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Το γνωρίζω αγαπητέ φίλε πως μοιάζω με σπιτικό
κατάκλειστο κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού.
Φήμες τοξικών εκπαιδεύσεων μ’ έχουν αλώσει.
Υποψίες δολιοφθοράς σχίζουν τα πρόσωπα
της νύχτας μου.
Κάτω απ’ τα πόδια νοιώθω αστραπιαίο ένα έδαφος
κι εγώ συνθλίβομαι στην ακινησία. Αν τολμούσα
ν’ ακονίσω το κέρατο, την ουρά να εξοπλίσω,
αλλά κατασβήνομαι στην αναπόφευκτη
εξέλιξη.
Με συγκρατεί και η πρόσοδος των επιχώσεων.
Ναι αυτό το σημείο της προόδου επιβάλλεται
προσώρας, όπου των οριζόντων το ουσιώδες
ανάμεσα ασφυκτιά.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΜΕΡΑΣ

Στου κάτω κόσμου τη σιωπή δεν ξέρω πια τι
ν’ απαντήσω. Όμως η εξόντωση ορίζει την αδίστακτη
παρειά του θριάμβου. Κάθε θριάμβου. Όμως το
γελοίο στιγματίζει την άλλη παρειά
του θριάμβου· κάθε θριάμβου.
Τι οφείλει να πράξει το μέλλον, δεν διευκολύνει τα
πρωινά μου. Νοιώθω μονάχα πως εγώ θα πρέπει να είμαι
η αδύναμη πλευρά του θεού, κι όχι το υπεράνθρωπο
στίγμα του. Πως, μου πρέπει να είμαι ανθοδοχείο
ελπίδων κι όχι ένα ακόνι ιδεών.
Αλλά κι οι εχθροί μου είχαν ημίθεους κατά το μαρτύριο,
τη θυσία· κι ο σεβασμός μου για του λόγου τους,
θε να ’ναι το λαδάκι στο αληθές.
Το ξέρω, η άφεση βρίσκεται πάντοτε στο μέλλον.
Πριν απ’ το μέλλον δεν υπάρχει χρόνος
για τόσα λόγια.

ΟΔΟΣ ΧΑΡΗΤΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

του Νίκου Π. Χατζημιχάλη

Με την αθανασία στον λαβύρινθο φωταγωγημένη.
Άυλος όγκος πόλεως. Με βασανίζουν αρχαία ίχνη.
Τα φρεσκοασβεστωμένα ρείθρα και οι καλημέρες
του ταχυδρόμου στα θυρωρεία.
Στο παράθυρο οι δεσποσύνες Βυζαντίου, βόμβος
μέλισσας. Δίπλα τους ο Νίκος Π. Χατζημιχάλης,
των Αθηνών ευπατρίδης διασωθείς ενός εμφύλιου,
έκτοτε υπό επιτήρηση. Κι ο Γιώργος Σεφέρης,
οι Αλέξανδροι Αργυρίου και Ξύδης, η Αμαλία Φλέμινγκ,
ο Γιάννης Μόραλης,ο Χρηστός Λαμπράκης,
η Βαγγελίτσα, να καμαρώνουν απέναντι τον
κυρό Περικλή Βυζάντιο με την κοψιά ενός
Νταλί Σαλβαδόρ.
Κι ο συμπαθής γαλακτοπώλης, πληροφοριοδότης της
χούντας, ό,τι εφωτίστη στα 1973. Κι ο μύωψ γιος των
απέναντι, εισοδιστής της Ασφάλειας, όπως στα 1993
απεκαλύφθη λόγω αδυναμιών μιας Δημοκρατίας.
Συρίγγια να υπονομεύουν τον καλλωπισμό
της άλλης μέρας στα 2017.

Των Αθηνών το αστραπιαίο της άνοιξης διαπερνά
τις συμπληγάδες μιας πλάνης με χάρη.

Κατά τα έτη 1970-2017

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ, Β’

Το κλειστό γυμναστήριο στις παρυφές
της κωμόπολης. Ημιτελές
σώμα από ελάσματα εγκατάλειψης να τα
λέει με τους μαΐστρους. Τσόφλι ή ναυάγιο
αστρόπλοιου
στη θάλασσα του ελαιώνα. Το μοιρολόι της λαμαρίνας.
Βαρύτητα στη φωτιά του μεσημεριού. Ένδυμα των
λυγμών, μεταφράζω.
Τον χειμώνα εδώ μαντρώνουν τα ερίφια και τους αμνούς
της παρακείμενης ψησταριάς. Παράνομα, σφαγείο και
ποιμνιοστάσιο. Και η ψησταριά ένα κρησφύγετο
πιστών. Υπόσταση
βυθού πέρα απ’ την επιφάνεια των ωραρίων
και των ελέγχων· των ευθυνών. Όπου το ανικανοποίητο
του οκταώρου σβήνει στην μαινόμενη αντήχηση των μεγαφώνων.
Ορυμαγδός να ξορκίζει την ισοπέδωση
της μέρας, μεταφράζω.
Για το ημιτελές του θέματος τώρα, το έργο είναι
ανοιχτό, λέμε. Ρωγμή στο σώμα των χειρισμών
αναίδειας, μεταφράζω.

ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΡΓΑ, Γ’

Στην κορφή του λόφου κατασκευάσθηκε λιμνοδεξαμενή.
Θ’ ανέβαζαν τα νερά εκεί από τον σταθμό αφαλάτωσης
στην παραλία- δίδυμο έργο. Θα πότιζαν πόλη κι ελαιώνα
στις πλαγιές. Τα πάντα έγιναν- το δίκτυο, το φοβερό αντλιοστάσιο,
οι εγκαταστάσεις αφαλάτωσης.
Αλλά το μέλλον έμεινε λόγια. Τίποτε δεν λειτούργησε.
Ρίζες πλημμύρισαν τις σωληνώσεις. Χίλιες λευκές
γραμμές, το σάλιο εξατμίζεται στα χείλη της λίμνης-
ξεφεύγουν οι μπόρες- η χάραξη δεν έγινε ποτέ
ικανά αναχώματα. Τα γιατί και τα υπόλοιπα
τα ήπιε ο ήλιος.

ΑΙΦΝΙΔΙΑ ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ

της Σοφίας X. X.

Η αθανασία διαβάζεται εύκολα με ζωή. Σημάνσεις·
υποδηλώνω με ίχνη τη διάρκεια της απώλειας.
Το λιωμένο μελισσοκέρι, οι κηλίδες από λάδι, τα σπίρτα
που έχουν υγρανθεί, οι ανθοδέσμες από ταριχευμένα
λουλούδια.
Εικόνα πάει καλπάζοντας, σβήνει καλπάζοντας.
Μόλις σχόλασε
η δεξίωση· οι φίλοι σκορπίζουν. Μόλις έλυσε
ο άνεμος τον αποχαιρετισμό, τον πήρε πέρα.
Μια ηχώ απομακρύνεται τρελαμένη από τη φλυαρία
του πένθους.
Άλλαξε ο καιρός· σπεύδει μ’ ενέδρες.
Θα συνεχίζουμε δρομολόγια, κάποτε-κάποτε
ανυπόφορα, πλάι στο οριστικό.

Ακούγοντας Marin Marais
«Sonnerie de Sainte Genevieve
du Mont de Paris», YouTube.

ΠΕΡΙ ΒΕΓΓΑΛΙΚΩΝ

στην Ζέφη Δαράκη

Ουρανός ισχύος. Άνεμοι γονατίζουν στους θάμνους.
Οδόσημα σταυρώσεων και ρυθμός βοής. Χείμαρροι,
χείμαρροι, ξηρασία πάλλουσα η αφή· μοιρολόι στις
σχισμές. Στεριά σε σύνθλιψη, ένα νησί το χώμα-
επάλληλη αλυκή.
Και να, καλλιεργητές διαύγειας νοστιμεύουν τη σκοτεινή
ύλη της ζωής, αποχρωματίζουν τη βαρύτητα του θανάτου,
προετοιμάζουν ευκαιρίες. Συνθήκες προωθούν, ότι δήθεν
μια ισορροπία αλώβητη συμβαίνει.
Κι έτσι, με τέτοιες μηχανές συνέχεια μιας επιστήμης
νομίζουν πως η απεραντοσύνη συνθλίβεται. Αλλά δύσκολο
να κρατηθεί το τραγικό σε τάξη, να ντυθούν όλα με
διευκολύνσεις έκφρασης.
Και πώς δηλαδή θα πενθήσω ένα παρόν που τυφλώνει
μέλλον· και πώς θ’ αντέξω τα μάτια της μοναξιάς
καταπάνω, και πώς ν’ αποκρύψω τον στεναγμό
από πληγή βαθιά αν δεν αφαιρέσω.

Και η ποίηση; Α, η ποίηση· ξεδιψώντας εκεί στο
ανείπωτο, κρατάει γερά εδώ στο ελλειπτικό.
Καθώς οι συμβολισμοί αναδίνουν οδύνη, σε γνωρίζω
από τις λέξεις των αρωμάτων σιωπή προς σιωπή.

ΣΥΝΘΗΚΗ III

Τώρα δα προσβλέπουμε στον δεκαπενταύγουστο·
όπως ελπίζαμε στην πεντηκοστή.
Ναι, κάθε εποχή έχει τις χάρες της, αλλά πάντα
μερικές αξίες πίσω.
Όπως στις Παναγιές της άσπρης θάλασσας·
θα προσευχόμαστε υπέρ του απόρθητου
μετά την αναγκαία έκπτωση.

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΩΣ ΑΤΕΛΕΣ ΚΟΛΛΑΖ

του Γ. Ίκαρου Μ.

Και η αλήθεια;
Η αλήθεια κάποτε κάποτε διαθέτει στιλπνότητα
αριθμών και άνοιγμα εκτόνωσης στις παύσεις.
Τέτοιος διάλογος κατίσχυσε τον χρόνο.
Όπως τ΄ αρχαία τηλεγραφήματα· σε κάθε στοπ
ξέφευγε, εν οικονομία, ελπίδα και σιωπή ορυκτού·
μάρμαρο ελληνικό.
Όπως τα βασιλικά πλάι στους άγιους· γλυκαίνουν
τη λέξη «Μαρτύριο»· το μυθιστόρημα «Θυσία».
Ότι κατανοώ, πως δεν έχω μονάχα την ευθύνη
για έναν παράδεισο, αλλά κυρίως γι αυτό που
τον ακολουθεί· την κόλαση.
Μια μοιρασιά με χρέωσαν: μάτι κεντρί να
με ξυπνούν οι συντριβές μου· αλλιώς
με φέρνουν βόλτα οι μονόλογοι.

Αύγουστος 2018

ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΛΒΟ

του Λεύκιου Ζαφειρίου
(Μια ανεπίδοτη επιστολή – 25η Μαρτίου 2019)

Θηρευτές στις στέγες με αγκίστρι και δόλωμα.
Με περιστέρια φθισικά χορταίνουμε κι επιχρωματισμένες
λέξεις μέχρι εγκλήματος· αρωματίζοντας με μια πρέζα
ρίγανη τ΄ αλάτι, την κληματόβεργα, την αγριελιά, τον
σπερματοφόρο καρπό του πεύκου. Νόστιμη στάχτη.
Εκ των αρίστων τεχνίτες εμπρησμού κάτι σαν
υπερβολή αποξήρανσης.
Αλλά έτσι κι αλλιώς ο ουρανός μοιάζει στον καθρέφτη μας.
Σχήματα από αισθήσεις ψευδάργυρου, κοινή λαμαρίνα·
τσίγκος· φλούδες πολύτιμες κατά την έκπτωση.
Το φυλλοβόλο μηδέν της φλυαρίας.
Αλλά στην καστανιά, και στον χαλκό, και στην κοψιά
του χάλυβα, τώρα ηγείται το αλουμίνιο. Αυτό το μπάσταρδο
της ηλεκτρόλυσης· ένα λοφίο αφρισμένου ψευδοσίδηρου
η κυματαγωγή του. Και των υδάτων η κατάκλιση
χείμαρροι που φτάνουν στάσιμα νερά με
χείλη βάλτου.
Χειρόγραφα, πληκτρολόγια, μνήμες, δημοσκοπήσεις,
εκείνη η «Γλυκεία ελπίς»* και τ΄ ολοκαύτωμα φιλοπατρίας,
όλα ξέφτια είναι μιας ύφανσης, αυτή η ανίατη
φθορά του ήθους.
Κι άσε εμάς το συγγενολόι, καβάλα στο μολύβδινο κιβούρι
να καμαρώνουμε την ανακομιδή του κλέους.
Αλλά να ξέρεις τούτο: πως και του λόγου μου κάθε
ξημέρωμα δεν έχω που να την κρύψω
τη σιωπή μου.

.

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΠΟΛΕΩΝ (2016)

ΜΙΚΡΟΣ ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΑΛΑΤΙ

της Ε.Ρ.

Τα ίχνη του μέλλοντος μοιάζουν με βόλτες κοριτσιών. Τα
κορίτσια· τα κυκλώνει η άγνοια μιας γενναιότητας. Δεσμοί
ομφαλών και βάρδιες πένθους.
Καθώς ο απογευματινός περίπατος ανεμίζει στην προκυμαία,
πλαγίως συντρίβεται το κύρος της ακινησίας. Κατατομές
με την αδρότητα σιδήρου τα γέλια των κοριτσιών.

«Μικρό καφέ», προκυμαία Αντίκυρας, 2015

ΣΥΜΒΑΝ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Το μαξιλάρι, ιδρωμένη γη. Η απλωσιά του ήλιου ένα
θρόισμα φωτιάς. Το πρόσωπο της εικόνας είναι ιστίο μνήμης
με καύσιμο την άρνηση θανάτου. Παράθυρο ν’ ανεμίζει η
αθανασία το λινό της στην πλατεία.
Και σύννεφα υδρατμών, καθώς ανακουφίζουν ένα παγιδευμένο
φιλί στο χθεσινό λαχάνιασμα. Χείλη που λιώνουν στο
χώμα· πλημμύρα σιγής. Ανεπαίσθητη αφή, κατά πληροφορίες
ξεχασμένη. Και, ναι, λάθος μεγάλο· πρόκειται για δεντροστοιχία,
ό,τι καταλήγει πείσμα σημείου στον ορίζοντα.
Κατάστηθα στον χειμώνα καρφώνει η άνοιξη τους αιφνιδιασμούς
της. Εμμονή δυτικά του πρωινού τα βοτάνια των
λέξεων

ΠΕΔΙΟ ΕΚΠΤΩΣΗΣ

Η επαλληλία του βάθους αντιμετωπίζεται σαν πτώση. Η
προοπτική θεωρείται εγκατάλειψη θέσης· ο μετασχηματισμός
αποσιωπάται· η αποδοχή του αναγκαίου προκαλεί
υποψίες- η σωφροσύνη καταγγέλλεται επειδή συνομιλεί με
το περίπλοκο· το ψευδός ακουμπά την καθαρότητα· το
καθαρό σπρώχνει στην άρνηση· η άρνηση είναι το όπλο της
εμμονής.
Η εμμονή μου διαθέτει πρόσωπο αθώου· και δεν είναι εύκολο
να διαλευκανθεί ως έγκλημα

ΣΕΛΗΝΗ ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ

Του Ευφράτη οι τροπές και του Τίγρη. Ο Νείλος, ο Νίγηρας,
ο Δούναβης, οφιοειδείς πλημμύρες λυγμών. Οδύνη
συνόρων εκβάλλει στο ενιαίο.
Καλλίπυγο αγρίμι κρύβεται κάτω από την πόλη. Ο θρίαμβος
της ομοβροντίας διαπερνά την οροφή του Ιλισού· ποτάμι σε
κατάχωση. Κι εγώ στην άσφαλτο του δώματος βαδίζοντας.
Καύσιμο γηγενές της πόλης είμαι. Και η Αθήνα μια πολιτεία
με ρούχο εισαγωγής σε ντόπιους ήλιους. Στάχτες και
μαρμαρόσκονη πεντελικού στην παλάμη μου. Και γυαλί της
ερήμου. Οι κόκκοι των ηπείρων σύννεφο στο μάτι κοφτερό.
Εικόνισμα κατά Ματθαίον, «ο Ιησούς περιπατούν επί της
θαλάσσης…», μύρια αντίγραφα σε δρομολόγια απόδρασης. Της
λαλιάς μου η επένδυση του μέλλοντος. Αλλά τώρα δα δεν
είναι παρά μικρές αγγελίες πολέμων καθώς εκποιούνται στην
πλατεία.
Οι εκατόμβες στο κατώφλι μου ορίζουν το προσωπείο μιας
ευμάρειας

ΑΝΘΟΣ, I

Ξεκινήσαμε· αναδίδοντας άρωμα γιασεμιού στη χειραψία,
στάζοντας μέλι από αγιόκλημα στα χείλη, νυμφίοι του
καλοκαιριού. Ολονυχτίς διαύγεια νυχτολούλουδου στους
δρόμους και το πρωί με ποδήλατα και μηχανάκια, λεωφορεία
και φορτηγά, πεζοί· φεύγουμε.
Στις παραλίες, στις παραλίες ασφυκτιά η στεριά. Στη γεύση
μας το αλάτι απ’ τις θηλές της Πελοποννήσου και τις άλλες
επώνυμες νεφέλες του κόλπου. Φλέβες, Υδρούσα, Ψυττάλεια·
τ’ αετώματα της Αίγινας και της Σαλαμίνας, το γερακίσιο
της Ύδρας, οι εκλάμψεις του Πόρου. Σκόπελοι, ναι,
αλλά λοφία Ολύμπου που ’χει βυθιστεί. Και δείχνουν ήπειροι
σχεδόν καθώς αναχωρούν τα πρωινά της Κυριακής με τις
άλλες ελαφρότητες της σχόλης.
Ότι του λόγου μας θα στεφθούμε σ’ εκείνο το μέλλον, το
πλησιέστερο. Η ώρα της Δευτέρας μια νύχτα δρόμος

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΕΔΑΦΟΥΣ, I

Η απεραντοσύνη μου, δυο δωμάτια επιθυμιών, ή δυο
πλατείες σε ψαχνό τεθλασμένο. Πορεία των αρωμάτων.
Παλίμψηστος εμπρησμός το ρούχο. Πανοπλία από πράξεις ή
φτερά μιας καταιγίδας. Ασπρόρουχα να μαρτυρούν στον ήλιο
και μουσκεμένα μαλλιά που ιριδίζουν.
Ήρωες κάποτε, ο καθένας κατά τη θυσία του, σ’ ένα τοπίο
λεωφόρου ίστανται εν σειρά. Τάξη που δεν αντιστρέφεται.
Οι λέξεις, όλο κι όλο μια μεσαία συλλαβή διασωθείσα.
Των ιδεών το προνόμιο κατέληξε πενία. Συνθλίβομαι στο
έγκλημα του τίποτα

ΒΑΘΟΣ ΟΠΤΙΚΗΣ

Το μάτι κομματιάζει την καμπύλη σ’ ευθύγραμμα τμήματα.
Σχεδόν στίγμα προς στίγμα η ανασύσταση της εικόνας.
Το χέρι μου συγγράφει σύμβολα καθώς μεταφέρω. Διάλογος
κυματαγωγής κι ακολουθίες θυσίας. Τι είναι η θυσία, αν δεν
είναι η ίδια η αλήθεια κάθε φορά. Κινητικότητα που πρέπει
να εκφραστεί δίχως ενδοιασμούς μέλλοντος, δίχως άρνηση
πεπραγμένων. Νόημα ελεύθερο σαν υδροφόρο σύννεφο.
Μηχανή του ανέμου

ΤΙΤΛΟΙ ΚΟΠΩΣΗΣ

Πάντα βρίσκεται βολικό έδαφος να προσγειώσεις με
λογικές απώλειες το πένθος. Και λόγια, λόγια σ’ επιφυλακή·
λόγια σφηκοφωλιές στο απάνεμο να λιάζονται. Τα ποιήματα
όμως δεν έχουν τόπο να σταθούν.
Τα ποιήματα είναι μικρές αγγελίες πίστης κατάκορφα στη
στιλπνότητα των πρωινών· τις νύχτες αβασίλευτα φεγγάρια

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Τα πελάγη, το ένα απ’ τ’ άλλο τρεις παλάμες γύμνια ο ωκεανός
τους. Πέτρες χωραφάκια στην απεραντοσύνη η στεριά.
Τα ποτάμια, αναρριχήσεις μόχθου μέχρι θυσίας, μέχρι
σφάλματος, μέχρι την αδικία της ξηρασίας. Κι ανάμεσα οι
κοστουμαρισμένες πολιτείες. Μπαχάρι το αποξηραμένο αίμα
σωματοποιεί υποθέσεις πλημμυρίδας.
Τα νερά υπομένουν τη λήθη των επιχώσεων· τόπος να
αποκαλυφθώ εκ νέου

ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ

Η πόλη μου, αναμονή ή ακινησία. Βυθιζόμαστε σε ανεπαρκές
ήθος. Οι προσδοκίες δεν είναι παρά γεννήματα· χθόντες
λέξεις. Αναψηλάφηση αντιθέσεων στο φως το σκοτεινό
μιας κόλασης που ξέπεσε σύμβολο παραδείσου. Ό,τι γεννά
κλίμακες υποψίας και χειμάρρους ευκαιριών. Πατήματα
ανέλιξης εξαιρετικά. Όπου αναρριχώνται νεαρές ποικιλίες
σ’ έδαφος εμμονής.
Σχεδόν παραπλάνηση. Αγιοποίηση επιθυμιών οπωσδήποτε.
Είδη να διασκεδάζουν την πίστη. Ευρεσιτεχνίες μηχανισμών.
Να μετατρέπουν το απόλυτο σε γουλιές οικείου ροφήματος.
Παρατηρώ το αθεμελίωτο της ελπίδας.
Η πόλη μου, τέσσερα βουνά, τρεις πεδιάδες, δυο θάλασσες
κι ένα σύννεφο που πατάει τον ορίζοντα. Ο χρόνος μου, βαρύς
σαν καθήκον, καθώς οπισθοχωρεί ενώπιον εγκλήματος
που πρέπει να διαλευκάνω απολογούμενος.
Να δραπετεύσω να πάω που· δεν είμαι αποδημητικό. Κι
ύστερα, με καθηλώνει το φορτίο των θυσιών

ΟΥΣΙΑ ΔΕΝΤΡΟΥ

Η πόλη χωνεύει τα δρομολόγια του παρόντος χίλιες φορές.
Κι ακόμα χίλιες πάνω στις χίλιες μ’ εκείνο τον θυμό που
ποντάρει η άνοιξη. Όταν τα φυλλώματα βρίσκονται στον
πληθυντικό τους αριθμό. Όπου ο πληθυντικός είναι το
συνώνυμο της ύπαρξης.
Αυστηρή στίξη νευμάτων κατευθύνει τις μέρες. Πλήθος τα
πλήθη κινούν και πληθαίνουν πηγαίνοντας προς τη σύνθεση
μιας αθανασίας ακόμη.
Συγγνώμη για τη φλυαρία, μα θηλυκές είν’ οι λέξεις και
γεννάνε· και γελάνε με τα μεγέθη της μονάδας

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΚΟΠΩΣΗΣ, I

Η εγγύτητα υποκρίνεται στον καθρέφτη. Τόσα εξαγόμενα
υπεκφυγής, τόσες υποσχέσεις. Μάθαμε στις κατευθύνσεις
μιας ακινησίας. Σχεδόν προτροπές του συγκεχυμένου.
Έννοιες χαμένες στην ευκολία των συμβόλων. Σημάνσεις
μύθων που έχουν οξειδωθεί θανάσιμα.
Ο καθένας συντρίβεται με τις εμμονές του στην παλάμη.
Ραβδοσκόποι επαίρονται πως είναι στα ίχνη του νερού. Κι εγώ
τη θάλασσα αντιλαμβάνομαι σαν μέλλουσα αλυκή

ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΛΟΓΙΚΗΣ

Με δυο πλατείες παραμάσχαλα και μια εφημερίδα πρωινή
ξυπνάει η πόλη. Καταμεσής η άδεντρη πορεία. όλος κι όλος
των δράκων δέκα δρασκελιές ο δρόμος. Ευθύγραμμο τμήμα
να εκθέτει η μέρα τα παραμύθια της.
Στη μια άκρη στέκει η στιγμή, στην άλλη η ανάδυση ονείρων.
Αίφνης τώρα δα “κεκτημένα” σημαίνει αρπάζω απ’ την
επιβίωση του σύμπαντος.
Καταγράφω το τετελεσμένο καθώς προσπαθεί να με δαμάσει.
Νιώθω το αποτέλεσμα να συντρίβει το ήθος των λαθών
μου.
Δεν έχω εμπιστοσύνη στις λέξεις. Λένε πως οι λέξεις είναι
διανύσματα πυροβολισμών. Κι αν είναι τρυφερή, δεν είναι
αθώα η ποίηση.

ΑΤΙΤΛΟ

Το μελάνι μου λογαριάζεται από σόι ηρώων. Ευταξία
θριάμβων η γραφή μου. Ανεξίτηλο αποτύπωμα πράξης και
τάξης. Όπου κάθε συλλαβή τσακίζει τη λέξη της. Και η λέξη
συντρίβει την έννοιά της.
Θα γίνω κι εγώ πατέρας. Τα παιδιά μου θα τρέφονται με τα
κομμάτια των παιδιών σας

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ

Τα πρόσωπα τραβούν ορίζοντες πίσω τους. Ουρά χαρταετού,
φούντες μιας ισορροπίας.
Στέκεται ένα βήμα πλάι απ’ τις βιτρίνες. Πάνω του
αντιφεγγίζει ο βυθός. Αποβάθρα με καΐκια και αφές χιονισμένης
οροσειράς· συσπειρώσεις χρωμάτων. Τοπίο που λιάζεται με
σκέπη μυριάδες αντικατοπτρισμούς αλατιού.
Πριν μιλήσει μου φάνηκε πως υποκλίθηκε στις τεθλασμένες
εικόνες απέναντι. Ένας ίσκιος ακόμα ή ψίθυρος ακινησίας.
«Όλα πια τα σχεδιάζει και τα δένει η κόρη μου. Εγώ την
έμαθα. Όπως μ’ έμαθε ο πατέρας μου. Όπως κι εκείνον τον
έμαθε ο πατέρας του. Τώρα προσέχω το αλάτι. Το αλάτι
θαμπώνει τα κοσμήματα. Όπως θάμπωσε και η πολιτεία. Πού
ακούστηκε φάρος να βυθίζεται στις πευκοβελόνες».
Απομακρύνομαι· σε λίγο δεν ήμουν βέβαιος πως μίλησα μαζί
του. Κάτω απ’ τα τείχη, μετά το πεύκο που θροΐζει καλύπτοντας
τον φάρο, μύρισε ρετσίνι και μουσκεμένο χόρτο. Ιώδιο
και άσματα ρόκας. Αργόσυρτο τραγούδι της γης δεμένο σε
θαλασσινό μαΐστρο.
Με καρφίτσα στο πέτο οι πολιούχοι έρωτες διόλου δεν
βιάζονται

Γαλαξίδι, 2014

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΩΣ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

του Γιάννη Ρίτσου

Έχουμε μεγάλο φόβο, μη και δοκιμαστούμε στην αφή της
πέτρας. Ότι τ’ αγάλματα θα ξεφύγουν από το βάρος του
ορυκτού. Θα πάρουν τον άνεμο σαν κόμη κοριτσιών. Ότι
τα μάρμαρα, χνούδι τρυφερό του μέλλοντος, θ’ αρχίσουν ν’
απαγγέλλουν τις σοδειές τους. Κυματαγωγή σε σιτοβολώνα
λέξεων Ελπίδα δίφορη το μάτι τους.
Πως ο δικός μας λόγος θα ταπεινωθεί. Πως θ’ απομείνει
δίχως ήχους στο χώμα των φυλλοβόλων φύλλωμα να λιώνει.
Ναι, έχουμε πάρει από φόβο και αγάλματα και αειθαλή
φυλλώματα

Με την ευκαιρία της έκδοσης της ποιητική συλλογής
Υπερώον του Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος, 2014

.

ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ (2014)

ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΑ ΕΔΡΑΣΗΣ

της Δήμητρας X. Χριστοδούλου

Η μέρα δύει στο φύλλωμα της πόλης. Κατακάθονται
θραύσματα ποιότητας. Σκιές που αιμορραγούν, σκιές με κύρος
μαρτυρίου.
Η νύχτα κουβαλάει την ειλικρίνεια της βαρύτητας. Πεποίθηση
έρματος. Η αστάθεια ταιριάζει στην αλήθεια του φωτός.
Και στο βυθό θ’ ανακαλύψεις φλέβες ήθους και ποταμούς
οδύνης. Ευρήματα ιζημάτων.

ΓΟΝΙΜΟΤΗΤΑ ΑΠΑΝΤΟΧΗΣ

Τα λιόδεντρα κατεβαίνουν στην ακτή. Αυτόχθονες της
ξηρός τροφής και του γλυφού νερού τα λιόδεντρα. Αλλά οι
καρποί τους γεμίζουν βρέξει δε βρέξει. Του Σεπτέμβρη
πείσματα. Του Σταυρού πράγματα. Δες και τα βασιλικά στο
πλάι. Σήκωσαν θυμό μεγάλο και φούντωσαν. Για δυο σταγόνες
φούντωσαν. Τον τόπο μου τον κυνηγάει η δίψα.

ΕΙΚΟΝΑ

Απ’ τις κορφές θα δεις πώς ετούτη η γη ισορροπεί στη
θάλασσα. Λαγόνια, μασχάλες, κόρφοι και σπηλιές. Τα κύματα
μοιράζονται δίκαια. Στο βάθος αγκυροβολημένος ο Μοριάς.
Λόγος στέρεος.
Απ’ τις κορφές θα νιώσεις πώς ετούτη η θάλασσα θηλάζει
τον ουρανό. Νησιά, χερσόνησοι, σκόπελοι και πλοία. Καβάλα
πάνε οι θηλές στα κύματα. Στο βάθος λικνίζεται ο Μοριάς.
Ανασαιμιά του έρωτα.
Η νύχτα θα φορτώσει στην αστροφεγγιά και τόπους και
βαρύτητα. Τις άλλες ώρες, όταν το φως τσαλακώνει τις
έννοιες, όλα βυθίζονται στη διαύγεια του πλήθους.
Το ακατόρθωτο αφήνει ίχνη.

Διά ξηράς
Ιτέα, Δεσφίνα, Αντίκυρα, Δίστομο

ΓΕΝΝΗΤΡΙΑ ΟΝΕΙΡΩΝ III

Οι μέρες θα καρπίσουνε σε γαίες δίφορης ιδέας. Οι πόλεις
θα εξοπλιστούν μ’ έρωτες ασύρματους. Οι ορίζοντες θα
ξεγλιστρούν απ’ άστρο σ’ άστρο. Κάτι σαν δολώματ
υποχρεωτικής πορείας. Εκείθε, το τρυφερό του μέλλοντος μας πάει.
Κινάμε· αρκεί να ξεριζώσουμε την ελπίδα απ’ τη βολή της.

IMAGINE 1971-2013

στο ελάχιστο των αστραπών
που μας τρέφουν

Πρωί πρωί κυριακάτικα βαλθήκατε να ξελεπιάσετε τη μνήμη
μου· ήχος οξύς των επετείων. Όταν ακόμη κι οι φονιάδες
ανάβουν το κεράκι τους. Όταν κάθε μάρτυρας είναι και
μια ευκαιρία κέρδους. Γιατί λοιπόν να με πισωγυρίζετε πρωί
και σχόλη στο δολοφονημένο μέλλον.
Και τώρα στάζω οργή κι ελπίδα. Όπως τότε στην έναρξη
κάποιου αύριο, ή στο τέλος του χθες, δεν υπάρχει διαφορά.
Αλλά δεν κρατώ κακία. Έτσι ή αλλιώς, η άλλη μέρα έχει την
ανάγκη μου για να ποτίζει τις ρίζες της.
Φαντάζομαι· θενά ’στε και σεις σε κατάσταση λυγμού.

Ακούγοντας Τζον Λένον…

ΤΡΙΠΤΥΧΟ 

Η νύχτα μου υποφέρει την ταραχή του ωκεανού, την εμμονή
του βράχου. Η μέρα μου απαιτεί το ήθος της αγρύπνιας.
Αν τα βολέψουμε και πάλι χάρη στο δίκιο του άδικου, εμένα
στον Καιάδα ρίξτε με ως σώμα χωλό του μέλλοντός μας.

ΔΙΑΡΡΗΓΝΥΜΙ 

Λυπάμαι γι’ αυτό που είμαι, γι’ αυτό που βλέπω. Γι’ αυτό
που δεν μπορώ να πράξω ή δε θέλω. Για την αλμυρά λίμνη
που επιπλέω.
Λυπάμαι για τη θλίψη του ποιητή· για το πώς βαραίνει το
αριστερό του μάτι. Για την έπαρση του δεξιού λυπάμαι.

ΑΣΦΑΛΕΣ ΣΑΝ ΑΓΝΟΙΑ

Η εικόνα έχει ποντιστεί. Ένα αρχαίο θωρηκτό του κάρβουνου
με τσιμέντο στα σπλάχνα· ίσα να επιπλέει η φήμη. Ίσα
να διατηρείται στην άλμη το επίσημο ένδυμα των λέξεων.
Η αξία του λόγου έχει εκπέσει. Ο ρόγχος ως ανάσα εκλαμβάνεται. Ανακάθονται σαστισμένα στο σαλόνι της ιστορίας
τους τα συνθήματα.

ΣΤΙΓΜΑ ΓΥΝΑΙΚΑΣ 

στην Π. Λ.

Γέρμα, πλησιάζω κατά μέτωπο. Στιγμιαία αφή χαλκού οι
μολυβιές της δύσης. Το φιλί του χρόνου είναι δυο σύνορα,
και τα μαλλιά γίνονται κοκκινόχωμα τ΄ ουρανού. Ξάφνου
απ’ τα δένδρα πέφτει το μελάνι της νύχτας· σταγόνα-σταγόνα
στο νερό, σαν σύννεφα μέσα στον άνεμο. Ερημιά τρυπώνει
στα ισόγεια. Στους ορόφους διαδίδονται φήμες επιβίωσης
Σε λίγο ο δρόμος θα μοιάζει σκοτωμένο αίμα. Μπαίνω
στο μπαρ∙ κοιλιά κήτους. Δύτης σ΄ ένα ρυθμό από κυλιόμενο
μέταλλο. Η κίνηση μοιάζει με αστραπιαίες βαρύτητες
Πληρώνω το ποτό μου, κατεβαίνω στις τουαλέτες, σώζω μια
κατσαρίδα αποφεύγοντας την προσέγγιση, και πυροβολώ το
λεπίδι της μοναξιάς μου.

ΠΕΡΙ ΔΙΚΑΙΟΥ

Mια θύελλα μπορεί πλέον να κατασκευαστεί. Προσφέρονται
και αντισταθμιστικά οφέλη. Καλσόν νανοτεχνολογίας
ν’ απολαμβάνουμε την ισότητα στην ομορφιά. Και στύση
εφήβου για κάθε σκήνωμα επιβήτορα. Και στήθη κοριτσιού
για κάθε μοιρολογήτρα. Και δουλεμπορικά, στόλοι, να καταπλέουν
με σιγή στα εργοτάξια. Ανεγείρονται ελπίδες επί χαμένων
ποταμών και ασαφούς ακτογραμμής. Όπου καλές τέχνες,
εν αφθονία, επενδύουν στο αντισυμβατικό του έρωτα.
Αινείται εν χορδαίς και τυμπάνοις η διαχείριση των ενόχων.
Το αθώο δεν είναι παρά μια σκιά ανισότητας.

ΑΞΙΩΜΑ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ

Υβρίδιο είδος πετάει βλαστάρι. Χρώμα, άρωμα, γεύση,
άγνωστα ολότελα. Άθροισμα μηδέν ως τώρα, ή ο ήλιος
αποστειρώνει τη ζωή πριν την εκτοξεύσει. Το μέλλον είναι ήδη
εδώ· στο απροκάλυπτο του παρόντος. Βρισκόμαστε σ’ έναν
αστραπιαίο χώρο υπολοίπων.

ΟΝΤΟΤΗΤΑ ΕΡΜΑΤΟΣ

Βρίσκεις και σχήματα κρυστάλλων. Βρίσκεις θριάμβους
από αλάτι. Σταγόνες θάλασσας που εγκατέλειψαν τα κύματα.
Κτερίσματα σωμάτων δίχως αγκίθες έρωτα. Χωρίς φωνή
μ’ αισθήσεις καταπάνω στη φλυαρία της μέρας· κι ως τα
σωθικά της ντροπής.
Αλλά μετά το λόγο κατανοήθηκε η σιγή. Και μόνο ο λόγος
μπορεί ν’ αντιπαλέψει την ισχύ της σιωπής.
Σπρώξε με να δω αν κυλήσω μια φορά ακόμη. Σπρώξε με
λοιπόν.

ΝΕΚΡΟΠΟΛΗ

Οι Έλληνες μας έλειπαν τέτοια εποχή. Δεν πάει άλλο, μας
ρήμαξαν οι ήρωες με την ασύμφορη λατρεία τους. Πού
ακούστηκε το χαμένο να ορίζει τη ζωή.
Α, εμείς δεν κουβαλάμε των ημίθεων την εμμονή για την
αθανασία.
Εμείς καμάρι το ‘χουμε: μες στη φθορά εφτιάξαμε το βιος
μας.

ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ

Γύρω τους στριφογυρίζει σμάρι σφήκες η πολιτεία. Τύχη
αγαθή να καταλήξεις ανδριάντας. Έστω κι έτσι, ανάμεσα σε
πολυθρόνες μοβ-ροζέ, σε κιβώτια αεριούχων και αλκοολούχων,
στην ασφυξία των νάιλον αφανής.
Και σπρώχνουν οι σταθμεύσεις, τα τραπεζοκαθίσματα, η
κνίσα και η αδημονία των ορθίων. Τόσες αποχρώσεις σε
σκιές σκοτωμένου αίματος κάτω από φοίνικες και πλατάνια.
Τόση έπαρση, τόση φλυαρία.
Αλλά οι ήρωες έχουν διαπλεύσει πεδία μαχών για ν’ αράξουν
εδώ, και τι να τους φοβίσουν τα φιλήσυχα στίφη του
Σαββατοκύριακου. Και επιβιώνουν πλέον σαν ορειχάλκινα
στοιχεία διακόσμησης ενός μπαρ ονόματι «Σαλούν της
ακτής», ή «Σαλούν της όχθης».
Πεζόδρομοι ελληνικοί. Εικόνες από μια συντριβή εν ειρήνη.

ΣΤΟΧΟΣ

Έως ότου φούντες λεμονανθών σβήσουν τη βοή της τελευταίας
εκατόμβης χρειαζόμαστε τα βοτάνια των καρποφόρων,
χρειαζόμαστε τις μυστικές διαδρομές του νερού. Τις
υποδείξεις της γης χρειαζόμαστε.
Να ρωτήσουμε φυλλώματα και ρίζες για το καθήκον της
επιβίωσης. Να ρωτήσουμε πηγές για τη διαύγεια του ήθους.
Εκεί, βαθιά στον ψίθυρο του μάγματος, στο δίκιο του θανάτου,
τα τραύματα απ’ τους ήλιους και τη σκουριά της ξηρασίας
να εξετάσουμε. Σαν πού βρίσκει τη δύναμη κι ακούγεται
το τραγούδι της κίνησης.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΩΣ ΠΡΟΟΙΜΙΟ

της Έρης Ρίτσου

Και με τούτα, είπε, ας χωνέψουμε την ανάγκη πως κάθε
φορά, από φυλλοβόλο χειμώνα ορμώμενοι, κρατάμε θέση
για την άνοιξη.
Πως κάθε άνοιξη απαιτεί τον δικό της χειμώνα. Ότι κι
ετούτος ο χειμώνας κρατάει όλο το σεβασμό μου.

.

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΒΥΘΟΥ 2014

ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΜΟΥ

Φούντες και φούντες τα λιόδεντρα,
τα κυπαρίσσια
Ως τους αστράγαλους λυγάει το μελτέμι
Εδώ από φεγγάρι σε φεγγάρι κρατάει ο καιρός.
Βάζουμε πλώρη γι’ ανοιχτά
Βοριάδες· λοφία ιωδίου νύχτα-μέρα
Αυτό το καλοκαίρι με αγκαλιάζει θάλασσα
Κι από την πρύμνη, μια πρέζα θυμαριού
μεθάει τους δισταγμούς της πλώρης.
Κύματα έχουν το πρόσταγμα στη χαίτη
των μαλλιών της
Το πέλαγος του σώματος
στα μάτια της

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΕΘΝΟΣ

Τινάζουν τη νύχτα απ’ τα μαλλιά τους
Τακτοποιούν τα στρωσίδια· μισή κουβέρτα
επάνω, μισή κουβέρτα κάτω
Τώρα διπλώνουν τη στρωμνή· παρειές
από χαρτόνια συσκευασίας
Κι ύστερα αφήνουν την πλατεία· ξεχύνονται
στους δρόμους
Νεαρές λέξεις διασκελίζοντας τις συμβάσεις
του κόσμου
Και παραμάσχαλα το προσκεφάλι· μια
αλλαξιά ηπείρους στη
νάιλον σακούλα

ΧΗΜΕΙΑ ΤΟΠΙΟΥ

Το κουστούμι των κυπαρισσιών πάει
με τη γύμνια της ακακίας
Πισωπατούνε σβηστά εργοστάσια, κλειστά
σπίτια, όροφοι ημιτελείς, και ταρσανάδες οπού
κατεδαφίζουμε τα ξύλινα τείχη μας
Εικόνες μιας επένδυσης
Λες και όλα υπέκυψαν σε μια
λατρεία καταστροφής
Κρίμας τις αλήθειες
που πέρασαν

ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΠΙΟΥ

Θα απαντηθούν οι απορίες, αλλά χωρίς
δάνεια από ερμηνευτικές διατάξεις
Δίχως παραμυθίες και συνταγές,
δίχως επικλήσεις θαυμάτων.
Ότι η ελπίδα γεννιέται,
δεν ανασύρεται

ΑΓΟΣ ΠΟΛΕΩΣ I

Με θάνατο πέφτουνε τις Κυριακές, με θάνατο
ξυπνάνε τις Δευτέρες
Χρόνια τώρα στην αλήθεια αμάθητοι
Μα περσότερο οργίζονται γιατί γνωρίζουν
πια πως τους προδώσαν οι επιστήμες
κι όχι η άγνοια

ΑΓΟΣ ΠΟΛΕΩΣ II

Τα κοπάδια των υπαλλήλων μηρυκάζουν
Η μειονότητα των εργατών εξαντλείται
στις ημερήσιες διατάξεις
Διπλοκουμπώνονται οι αγρότες από πέρα
Κι ένας ορίζοντας, καθώς εγκαταλείπεται
στον κόλπο, με τα θαλασσοπούλια
να αργοπλέουν
Σιγή θόλου και μάτι παντοκράτορα
Ωραία εικόνα Τάξης θα πεις
Μα πρόκειται για μια επιδρομή άπνοιας
και την προδίδουν καταρχήν
οι ενσαρκώσεις της
Επαφίεται ολόισια στον ουρανό
η τελευταία υψικάμινος

ΕΝΑΠΟΘΕΣΗ ΟΞΕΙΔΩΣΕΩΝ

Το ξέρουμε πως η εικόνα, όπως έχει
ποδίσει ένθεν και ένθεν των ρυμοτομικών
γραμμών, έγινε αναγκαίο έρμα
Μη και φτερουγίσουν
οι δρόμοι

ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ

Η ψυχή μας έχει κάτσει πλάτη με τη θάλασσα
Ο ουρανός είναι πολλαπλάσιο
πρώην αθροισμάτων
Κι ο χώρος μας, ένας δρυμός από δωμάτια,
όπου ακόμη και η οδύνη χάνει
τις αιτίες της

ΕΙΔΟΣ ΑΝΤΙΣΤΙΞΗΣ

Χτίζουν την ευκαιρία τους
διαλέγουν τις λέξεις
Έχουν τις λέξεις μιλάνε για τις απώλειες
Ορίζουν τις απώλειες, επισημοποιούν
την απειλή
Η απειλή διαπραγματεύεται τις
απαιτήσεις της.
Κατά βάθος ο βιασμός δεν είναι
παρά ζήτημα επιβολής
διαλόγου

METROPOLIS

Φλεγμονές από παλιές αιτίες
και μελλόνυμφες πληγές μάς ορίζουν
Αναδίδεται λιβάνι δόγματος,
αιτιάσεις κέρδους, άρνηση ευθύνης
Ίζημα ενοχής οπωσδήποτε, όπου
η σήμανση κινδύνου δεν είναι
παρά μια ακόμη προτροπή
για ελιγμούς

ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Μνήμη σκούντα με
Σκούντα με θάλασσα να γίνω έμβολο
Ράμφος να γίνω στην κορφή του κύματος από
βελανιδιά, από χαλκό, από άνεμο
Κάμα του αφρού να γίνω, άγριο αλάτι
Να γδάρω τη δηλητηριώδη επιφάνεια
ο βυθός να ελαφρύνει

ΠΕΝΙΧΡΟ ΤΟΠΙΟ

Στη μεγάλη πλατεία εκβάλλουν χείμαρροι
Παραστέκουν όνειρα κι ελπίδες,
ευχές κι εφιάλτες
Και η επανάληψη βεβαίως, με την αναίδεια
της μονιμότητας να προηγείται ή να έπεται
Σαν καθημερνή ήττα η ξεθυμασμένη
νίκη είναι η επανάληψη
Διερχόμαστε με τακτικά δρομολόγια τη
μεσημβρία προς κάποιο θαύμα ίσως
Σχεδόν επαιτώντας από
τον ορίζοντα

ΤΑΧΥ ΠΕΝΘΟΣ

Η μέρα βυθίζεται στο σκοτάδι-
δεν σβήνει- δεν μπορεί να σβήσει.
Έρμα φωτός το ίζημα- κι ό,τι απομένει
ελλοχεύει νύχι στα στρωσίδια, και
στην άσφαλτο καρφιά.
Ένα κινούμενο στερεό όλα- και λες, να, τώρα
θα καταρρεύσουν οι παρειές των δρόμων
Θα γίνουν χθαμαλές όχθες χειμάρρων για
μια θεομηνία που μυρίζει αφανισμό
Και τα νερά να πνίγουν τις επιφάνειες, τα
κρυφά ποτάμια, τις φλέβες του μάρμαρου.
Σχεδόν σκόπιμο μείγμα αλχημιστών
Αμνήμον στοιχείο και θα γίνει ύφασμα
θανάτου- ξέφτια ως πέρα με την αδιαφορία
γαντζωμένη στους βυθούς του ουρανού

Αν θες να νοιώσεις τον τόπο
ψηλάφισε την επείγουσα
αμέλεια της νύχτας

REPORTAGE I

Ο βρόγχος είναι από στεριά· ένα ερπετό
που σφίγγει και σφίγγει τη θάλασσα
Και θραύση τη θραύση, λόγος, χώμα, αίμα
κι αλάτι έγιναν λάσπη
Κι η λάσπη ύφαλος κι ύστερα σκόπελος
Μια ξέρα οπού η φτώχια του σύμπαντος καμώνεται
επιστήμες επί υδάτων.
Δυο όργανα έχει η παιδεία του πολέμου, και
θεό και κέρδος

REPORTAGE II

Τους προβληματίζει η χίμαιρα των λέξεων
Αίφνης λένε «Ειρήνη» και εννοούν μια
εξαιρετική κατάσταση πάνω απ’ τα γεγονότα
Αλλά δεν είναι παρά ένα πούπουλο
από φτερούγα αγγέλου
Η ειρήνη φυγομαχεί εν μέσω λατρείας
εγκλημάτων
Κι εκείνοι επιζούν με την ανοχή στο μάτι
ως έσχατη άμυνα της ελπίδας τους.
Τόσα ένθεα είδη· για να φροντίζουν επαρκώς
την ηθική του φόβου

0Ι ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΕΣ ΜΟΥ I.

Ο Χουσεΐν, ή Παύλος, πουλάει το πατρικό του
στην Αλεξάνδρεια
τα χρωστούμενα νοίκια να ξοφλήσει στην Αθήνα
Να βολέψει και τα υπόλοιπα, τα αβόλευτα
Μα τώρα δα στην Αίγυπτο κανείς δεν ξέρει
τι του ξημερώνει
Μπιρ παρά δε θέλει να το δώσει.
Η Κάσια η γυναίκα του έφυγε για το Λβοβ να
οργανώσει την υποχώρηση
Αλλά επέστρεψε άπραγη.
Ο γιος τους γεννήθηκε στην Αθήνα
Δηλώνει Αιγύπτιος Ουκρανός εξ Ελλάδος
Σπουδάζει τουριστικές επιστήμες ελπίζοντας να
δέσει κάπου στο Αιγαίο

0Ι ΕΝΟΙΚΙΑΣΤΕΣ ΜΟΥ ΙI.

Η Μπερναντέτ, ή Μαρία, αγωνίζεται να
πείσει την κόρη της, «Δεν υπάρχει ελπίδα στην
Αθήνα και μεις δεν είμαστε Έλληνες να το
φορτωθούμε κι αυτό καλή μου. Δεν αντέχω
δεύτερη καταστροφή. Πρώτα στην Πολωνία και
τώρα εδώ. Πάμε να φύγουμε θησαυρέ μου».
Μα η μικρή γεννήθηκε στην Αθήνα
Τον Σεπτέμβρη θα πάει πρώτη Λυκείου
Ούτε να ακούσει για
ξένους τόπους

ΠΙΝΑΚΙΟ ΑΣΤΕΩΣ

Ξημερώνεται ένα σύνθημα στον τοίχο
Περιμένω να το παρασύρει η μέρα δρόμο
το δρόμο, πλατεία την πλατεία
Αμέτρητες εκδοχές συμβαδίζουν
Ο ρυθμός τους γίνεται πόθος
Μυστική κραυγή γίνεται
Αυτό το τίποτα συλλέγω, αντιγράψω
τη ρουτίνα του
Μαύρη μπούκλα από ιδρώτα στο μέτωπο
Κι ένα στόμα χωρίς κοκκινάδι για να
σπάσει η αγωνία των εικόνων
Και τα μάτια γλυφές όπου ιριδίζουν
διάλογοι μύθων.
Το έγχρωμο, αυτό μονάχα ξέρει και
κατευνάζει τη σιωπή του βυθού
Θα ανέβει ο λόγος· θα ανέβει

ΠΕΔΙΟ

Συρρέουν ποικίλα σώματα υποθέσεων
Μπορείς σήμερα να διαλέξεις ένα
μεταχειρισμένο όχημα με την υπόσχεση
μιας παρθενίας αύριο
Αλλά οι κάμαρες γονατίζουν από το
δηλητήριο της στειρότητας
Χιλιόμετρα κι ούτε ένα ρήμα εγκυμονώ
κι ακόμα χειρότερα γεννάω.
Εδώ κανείς δε φωνάζει βοήθεια
Εδώ κανείς δεν αφήνει ίχνη πίσω του
Μυριάδες αποφάσεις καθώς προστατεύουν
το καθήκον της καταστροφής
Και ήττα και θρίαμβος σε πατάνε
δίχως δισταγμό
Εδώ κανείς δε σέβεται την ευθύνη του.
Να αρνηθείς αυτή τη λογική, ναι, και που
θα φτάσεις
Αδύνατον να διασχίσουμε
την εγκατάλειψη

ΑΓΩΝΙΑ ΨΙΘΥΡΟΥ

Υποφέρει από την απουσία ελπίδας
Υποστηρίζει πως η άρνηση της ευθύνης
εθίζει στην αδιαφορία
Ένδεια μέσων ή αξιοθέατα ακινησίας
με προσιτό εισιτήριο.
«Τι δύναται το μέλλον βυθισμένο στην
αφέλεια του παρόντος», ή «Το αφελές στην
ουσία δεν απέχει πολύ απ’ το αδίσταχτο»,
ψιθυρίζει.
Αλλά χθες τον άκουσα να απαγγέλει
«Κάτι από νέους ψαλμούς», είπε
«Αντιγράφω τις στιγμές γύρω μου. Συχνά
η ρουτίνα γεννάει κίνηση. Πρέπει να
διυλίσω τις μέρες· να προλάβω
πρέπει», συμπλήρωσε…

ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ

Η θάλασσα βράχο-βράχο παίζει το
κομπολόι της
Φύλλωμα κυμάτων και οπτοί καρποί στους
ήλιους και στ’ αλάτια.
Άιντε και να ‘μουν καπετάνιος νιος
Θαλασσοπούλι μεθυσμένο από ρακί, ιώδιο και
αγριοβιολέτες της άμμου
Κουμπάροι η σούστα κι ο συρτός, ο μπάλος,
τα μπουγάζια
Χορεύοντας νεόνυμφος στην
πλάτη του θανάτου

ΕΝΝΟΙΕΣ ΥΠΑΡΞΗΣ

Εκφράσεις, αναδίδουν αλάτι, λάδι, μέλι,
την αφή των ήλιων και του σταριού
Τα καταφύγια του θεού στη γεύση μου.
Όταν την αιμορραγία λέξεων ακολουθούν
αναβολές σιγής
Όταν η προσφορά σμιλεύει στους ασβεστόλιθους
τα μάτια μας
Τα μάτια μας, μεταφορείς ανάγκης-
ανοίγματα διαλόγου.
Και σηκώνεται σιωπή από μάρμαρο και
άλλες γαίες χθόνιες
Και ανακρούουν ανθοδέσμες ραδικιών από
τον γαλάζιο ορίζοντα της αλμύρας
Εκεί όπου η σιγή βαδίζει με αξιοπρέπεια στην
αβάσταχτη απεραντοσύνη
Εκεί που ο λόγος εκφέρεται με ματιές σημασίας
Εκεί που δεν συντηρούνται λέξεις για να
τιμωρούν την εμπιστοσύνη μου.
Κάθε φορτίο απέναντι είναι προέκταση
της παλάμης μου
Στα χείλη ακουμπώ ιδρωμένα βότσαλα,
σώματα με κουράγιο
αθανασίας

ΓΡΑΦΕΥΣ ΒΥΘΟΥ

Ημερολόγιο υφάλου, προστιθέμενη αξία
ηφαιστείου, ως την ανάδυση σκοπέλων, την
άνθηση νήσων ως την κορύφωση ηπείρου
Κόκκο-κόκκο κερδίζεται η αξιοπρέπεια
της αιωνιότητας· σήμερα, τώρα
Για να μην στεγνώσουν όλα στο ενιαίο
της ασφάλτου.
Και έτσι έχει το ζήτημα, ενώ το ήθος
των κεκοιμημένων μετασχηματίζεται σε
απόσταγμα ποταμών, των ζώντων
υπολογίζεται σε κτερίσματα ελπίδων
Πέρασμα θεών, ή πολύτιμος χείμαρρος
διατρέχει το υπέδαφος μου
Κάθε στιγμή εξορύσσομαι

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Πριν φτάσουν νύχι χάλκινο οι ώρες
φεγγάρια ολόγιομοι εραστές επείγονται
Αν κι έχουν γνώση πως το πάθος σκοντάφτει
στο ξημέρωμα.
Όμορφη που είσαι απόψε νύχτα μου
Ταχύπλοος γαλαξίας υπερίπτασαι
του αρχιπελάγους.
Ένας πόθος το σπίτι, ένας πόθος, όταν
η πανσέληνος ζορίζει το λεκανοπέδιο και η
αγρύπνια κρέμεται τάμα
στα παράθυρα.

ΟΠΤΙΚΗ

Αργοπορούν οι μέρες
Οι τροχοί του ήλιου καταλήγουν μάτια
άνυδρα από την καύση του φωτός
Όργανο τροχοπέδης· ουσία εγκλήματος
Αφύπνιση δικαιοσύνης.
Ναι, η φωτιά δημιουργεί αξίες πέρα
από το φως
Και οι εμπρησμοί υπερβαίνουν του φωτός
Μετασχηματίζονται σε στοιχείο άνθρακα
οι εμπρησμοί· βήματα ακινησίας ή
κατάσταση μονιμότητας.
Αρκεί να προλάβεις· πετάς ό,τι έλιωσε σε
μια πρόσκρουση, ό,τι πολλαπλασιάζει θάνατο
Ελέγχεις ό,τι αυξάνει τον ρυθμό
της τυφλότητας.
Καθήκοντα του μηδενός οι αριθμοί
αν δεν γνωρίζεις αφαίρεση

ΠΑΡΥΦΕΣ ΚΥΡΙΩΣ ΝΑΟΥ

Ι

Τα χείλη μου κρατούν τις λέξεις
πίσω από τη σιωπή
Η σιωπή δεν είναι παρά το κραταιό
τοπίο του θεού· και εγώ να μεταφράζω
τους λυγμούς του

II.

Περιγράμματα με την πλάτη στον τοίχο
Εμείς, οι γενναίες παρέες της κόλασης
Γενναίες αν και δεν αποτελούμε
κίνδυνο για την κομψότητα
του συμφέροντος

ΚΙΝΗΣΗ

της Σοφίας Παπαϊωάννου

Και τι να σημαίνει άραγε η λέξη
χρόνος, την πράξη ή τη δικαίωση,
την απώλεια ή τη μνήμη· για
μήπως την ελπίδα.
Ακούγεται δειλός ήχος
Τα νύχια του πρωινού ξύνουν
την εξώπορτα

«Κρυμμένο στο Αιγαίο»

ΚΑΤΑΡΤΙΟΝ

του Γιώργου X. Θεοχάρη

Περπατάνε δίπλα μου· ψιθυρίζουν
Τόσες αποστάσεις παράλληλες
Και στην Ανατολή, και στη Δύση, και
στον τόπο νησί σχεδόν, με τ’ άσπρα
σπίτια και την Κεφαλή σε θέση ενάργειας.
Λες και ξεκινά ο χρόνος εδώ
Στο χνάρι μιας θεάς
Θησαυροί ιχνηλασίας, δυο φούχτες βροχή,
κι ένα σώμα όπως αναλήφθηκε από
το Κάθισμα των αγρών
Κάτω απ’ τα λιόδεντρα, όπου κομματιάζεται
το φως σε διπρόσωπο φύλλωμα.
Σπαράγματα ήλιων και σκιάς απέναντι
απ’ τον κόλπο με τα κυπαρίσσια
Αυτά τα κυπαρίσσια· που τα λένε με τη
θάλασσα πόρτα-πόρτα
Αναθήματα καϊκιών στο λιμάνι με απουσίες
ζωής και άλλα χάλκινα εφεστίων.
Καταγραφές τραυμάτων και
υπομονής κυρίως· λέξη
προς λέξη

Με το «ΑΠΟ ΜΝΗΜΗΣ» σε τόπο Αθήνας Προμάχου
Αντίκυρα

.

ΑΠΟΤΥΠΩΣΕΙΣ (2012)

Είναι η εποχή
όπου συμπιέζονται οι στιγμές.
Η ασφυξία στις συμβάσεις
αποκτά πρόσωπο.

* * *

Βυθός,
όπως θα λέγαμε σύμπαν.
Η σιωπή που επιβεβαιώνει
το λόγο.

Στο λιμό
οι σφηκοφωλιές τρέφουν
τα άχρηστα.
Τόσοι κλητήρες έκπτωτοι- τόσοι
αρπαγές τοπίων.

* * *

Ο παράδεισος
είναι τόπος που δε χρειάζεται να κτίσεις.
Ενταύθα πορευόμαστε με διευκολύνσεις
κόλασης.

* * *

Υπόθεση I.
Όπου κάθε πεποίθηση αξιολογείται,
με την κλίμακα των βιασμών.

* * *

Υπόθεση II.
Διαπραγματευόμαστε το μέλλον λες
και πρόκειται για βολικό αιδοίο.

* * *

Ο ρήτορας,
ένα στόμα μπουκωμένο με την προίκα
των παιδιών μου, εκτοξεύει
δίαιτες ελπίδας.

* * *

Ο Αδάμ,
είναι στο παιχνίδι εξαρχής.
Έρποντας στις σκιές μιας καθοδήγησης
εξασφαλίζει την αμέλεια.

* * *

Η πόρνη
6α αμειφθεί και θα δώσει.
Εδώ, όμως, πρόκειται για κάτι
που αμείβεται για να λαμβάνει.

* * *

Οι εκπτώσεις των ιδεών,
φέρνουν κέρδη.
Η αγορά
έγινε συνώνυμο της πόλης.

* * *

Στην εποχή της εγκαρτέρησης
οι δικαιολογίες είναι πληγές
που αιμορραγούν.

* * *

Λίγο πριν την πτώση του φωτός.
Λίγο μετά την ταπείνωση της αλήθειας
την ώρα που αναδύεται
η παραχάραξη.

* * *

Βεβαίως και. μας επιτρέπουν το άλλο.
Αφαιρώντας βάθος πλησιάζουμε
το ρηχό.

* * *

Παρά
την ελαφρότητα της επιφάνειας,
τα κύματα, ως εξάρσεις βυθού,
ασφυκτιούν.

* * *

Μια λέξη, «πλήθος».
Ότι προηγείται της δύναμης.
Ή ο έρωτας δυο λέξεων,
«μάγμα ψυχών».

* * *

Οι λέξεις,
αν τις αφήσεις λεύτερες,
βουλιάζουν.

* * *

Χαρακώματα, τείχη, οχυρά, όλα
είναι επινοήσεις της ειρήνης.
Του πόλεμου δεν περισσεύει χρόνος
για τέτοια.

* * *

Κατευθυνόμαστε πλέον χωρίς
τη σπατάλη της ιχνηλασίας.
Επί σιδηροτροχιών απαθή
οχήματα.

* * *

Φάληρο.
Ρυθμός φωτογραφίας.
Όταν η θάλασσα αδιαφορεί
σαν μάρμαρο.
Όταν τα σύννεφα διηγούνται
άπνοιες.

* * *

Βρέχει στην οδό Πανεπιστημίου.
Στην οδό Σταδίου αδημονούν
οι ταχύτητες της καθυστέρησης.

* * *

Ένσημο κορεσμού.
Παράκληση για ένα ακόμη θαύμα,
… όχι άλλη ελπίδα Κύριε.

* * *

Η νεραντζιά,
παρά την ερημιά καθιδρυμάτων και
λεωφορειογραμμών, καθώς σμήνη
τουριστών καταβροχθίζουν το είδος
του Αυγούστου ενταύθα,
σκιάζει πείσμων.

* * *

Η πολιτεία συγκαλύπτει
συστηματικά τις αιτίες της
πριν αναγνωριστεί
ως πεπρωμένο.

* * *

Τα φυλλοβόλα
μνημονεύουν το καθήκον της φθοράς.

* * *

Απ’ τα υπόγεια εκπορεύεται η λογική.
Τόση ιπποδύναμη για να υπολογίζουμε
την αβεβαιότητα των ορόφων.

* * *

Οδός Αριστοτέλους.
Στις όχθες Θηράματα, Θηρευτές,
υπόχρεοι και λεύτεροι, διάγουμε με τις
υπερηφάνειες μας εν κρυπτώ.

* * *

Θαμώνας φλυαρεί με πάθος.
Η επάρκεια των νοημάτων χάνεται
στην ευκολία.
Συγκαταβαίνουμε κι έτσι εκτιθέμεθα
στη σιωπή μας.

* * *

Στα χείλη μου είναι η αιτία.
Τι ευθύνη να χρεώσουμε στις λέξεις.
Ίδιοι σπόροι για την πλημμύρα,
ίδιοι σπόροι για τη ξηρασία.

* * *

Ο τόπος μου
διαθέτει ένα είδος ευκρίνειας.
Η ασάφεια δε μπορεί παρά να είναι
ασάφεια.

* * *

Πύλη Αδριανού.
Συμβαίνει έτσι από τότε που
εντάχθηκε το έσχατο άνοιγμα
στη λογική της άμυνας.

* * *

Μια απόσταση λίγων μέτρων
μπορεί ν’ απλώσει χίλια μίλια όταν
χολώσει η Πόλη.

* * *

Από τον άμβωνα του Λυκαβηττού
η πόλη, αφού καταποντιστεί
στον κόσμο, θα κερδίσει
τη μνήμη της.

* * *

Από Σαρωνικού κόλπου.
Τι σημασία έχουν τόσες γενέθλιες
θάλασσες, όταν η Μεσόγειος
έχει χωμένα τα ρουθούνια της
στους Ωκεανούς.

* * *

Σχόλια στην ακτή.
«Είναι ένας λαθρομετανάστης…»
«Ε, καλά- του λόγου τους, έτσι όπως
χώνονται παντού ένας πνιγμένος
είναι σαν κανένας…»

* * *

Τώρα ξέρω,
δεν έχει σημασία πια το χρώμα
της πίστης, όσο η πίστη
στα χρώματα.

* * *

Μιλάμε για λάθη και απελπίζεσαι.
Μιλάμε για φόβους και παγώνεις.
Μιλάμε για ελπίδες και ξεχνιέσαι.
Μιλάμε για τη μοναξιά σου και
την αρνείσαι.

* * *

Οι μέρες έχουν τη μυρωδιά
της συνήθειας.
Χάρις στην ασυνέχεια διασώζεται
η μνήμη μου.

* * *

Οι λέξεις συχνά δεν υποφέρονται
καθώς μεταφέρουν το βάρος
της εικόνας.

* * *

Δες,
τα κυπαρίσσια και τα λιόδενδρα
μερεύουνε τη θάλασσα με
την αγρύπνια τους.

* * *

Οι απουσίες περπατάνε δίπλα μου.
Σιγοκουβεντιάζουν απαντήσεις.
Σαν να ξέρουν τι θέλω
να ρωτήσω.

.

ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΠΙΩΝ (2012)

ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΟΥΣ ΟΡΟΦΟΥΣ

Απόψε οι απουσίες αγρυπνούνε στο δωμάτιο.
Σφουγγίζω τ’ αλάτι μ’ ένα πουκάμισο λινό.
Στήθη και μάτια, ωμοπλάτες σαν φτερά,
θύμηση σπηλαίου ως τα κοσμήματα των αστραγάλων.
Υπόνοιες σχεδόν τώρα, αλλά ποτέ αλαφράδες.
Μια παρουσία πελώρια όλα τους.

Άνοιξε την πόρτα να πλουμίσει το σκοτάδι.
Άνοιξέ τη να ξεθυμάνει η ερημιά.
Όμως πρόσεξε ψυχή μου
θ’ απομείνεις μόνη στους κόσμους, όπως κι αν έχει.
Ριγούνε κιόλας οι σιωπές της ορθοστασίας σου.

Οι έρωτες, η θαλπωρή τους
δεν είναι παρά το έναυσμα του χρόνου μου.

ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ ΛΕΚΑΝΟΠΕΔΙΟΥ

του Γιάννη Σκληβανιώτη
Ακούγοντας… «Μουσικές Δωματίου»

Το βοτάνι θερίζεται αφού σβήσει
στην αιματοχυσία των αμνών· ώριμο πια.
Ερμηνείες αγωνίας στις μυλόπετρες.

Στην κάθε μέρα αναλογεί χρόνος ιστορίας.
Τον εξαντλούμε με αλχημείες ή βλέμμα υστερνό.

Ο ρυθμός του πόνου έχει ακουστεί όμως.
Επιδέσεις με σκυρόδεμα και άσφαλτο.
Κι ό,τι επουλωθεί διηγείται αλληγορίες.
Σχεδόν κανόνες το οπλοστάσιο των μύθων.
Και η φλέβα του μάρμαρου
καθώς διαφεύγει στο αρχιπέλαγος.
Ό,τι αρνείται τερτίπια παρηγοριάς ή άφεσης.

Συγχωρήστε μου αδελφοί το μεγάλο λόγο,
μα εδώ όλα ομολογούν κατά Διονύσιο Σολωμό.
Ακούσετε μιαν ιστορία που αισθάνονται τα σωθικά

Έτσι θυμόμαστε και μεις τους ήλιους· φως εν σπατάλη.
Και τη θυσία να πηγάζει απ’ την αφθονία της.
Κι ένα θεό πνιγμένο στο λυγμό να ψιθυρίζει:
«Να με φοβάστε. Έτσι θα ’ναι η δική μου
μνήμη πάντα».

ΟΜΙΛΟΥΣΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Η θάλασσα αρωματίζεται με ευκάλυπτο και πεύκο.
Μοιάζει με προσπάθεια εμφύτευσης μνήμης
από μια πρώην χλωρίδα.
Και παιδιά να βουτάνε σε ρυθμούς ξέφρενους.
Και μικρομάνες καθώς επιδιώκουν βολικές γέννες,
σχεδόν μη γέννες.

Και σύννεφα να επικρέμονται απ’ το αυριανό φθινόπωρο.
Μια πήχη πριν το χειμώνα.
Μέδουσες μεσοπέλαγα τ’ ουρανού τα σύννεφα.
Θα μας πάρουν λες όπως τα αερόστατα το καλαθάκι τους.
Εδώ τίποτα δε θυμίζει πτώση ή ταπείνωση.
Όλα προβάλλονται με διάθεση πληρότητας.
Ό,τι οδηγεί στην επανάληψη του ανύποπτου.

Όπου κάτι τσακίζει τον ασπασμό
πριν μυρίσει ο έρωτας,
αλλά δε θέλουμε να μάθουμε τι.

ΑΘΗΝΑΙ – ΝΗΑΘΑΙ

Από πλατεία Συντάγματος έως πλατεία Ομονοίας
δεν είναι παρά μια παλάμη απόσταση.
Μεταξύ ομφαλού και αιδοίου πόλεως να πούμε.
Διάστημα με ιδρώτα, γόρδιους δεσμούς
και εμμηνορρυσία ακόμη.
Αποφορά γονιμότητας ή τουλάχιστον δρομολόγιο
που δεν έχει ολοκληρωθεί.
Και τόσα χρώματα και πόσα είδη προσευχών.
Συγκεντρώσεις ερωτημάτων
καθώς λαβαίνουν τις αβάσταχτες απαντήσεις τους.
Ετούτη η συνύπαρξη αναδίδει κάτι από εγκυρότητα
εντός περιβάλλοντος ασάφειας.

«Κοινοτοπίες πλέον…» θα μου αντιτείνεις διακόπτοντας.
Αλλά αν δε σημαίνουν όλα αυτά το ξημέρωμα
μιας καινοφανούς Αθήνας, θα πρόκειται τουλάχιστον
για κάποιο αναγραμματισμό της παλαιός.

Μιλάμε για μυριάδες καταφυγές θεών.
Όπου οι νύχτες μας καταφθάνουν σαν κάθαρση ζωής
και οι μέρες μαστίζονται
από διαδόσεις σωτηρίας.

ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ I

Εδώ μοιράζονται σύριγγες· εργαλεία ανάγκης.
Εδώ μοιράζονται αιδοία· εργαλεία μοναξιάς.
Εξυπηρετήσεις μιας κάποιας πρόνοιας.
Κάτι σαν τυπικό αυτοϊκανοποίησης.
Είδη αυτοχειρίας όλα
καθώς οι ενοχές υποφέρουν
από επείγουσα αμεριμνησία.

Ετούτη η εικόνα μοιάζει με σκεύος απώλειας.
Ερμάριο που έχει διαρρηχθεί.
Συνωστισμός κενών σχημάτων.

Έκτοτε καμιά απευθείας επαφή.
Μόνο διευκολύνσεις αφής συχνάζουν.

Βιασμός καθώς περιφέρει το ήθος του.

ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΟΠΩΣ ΣΥΓΚΛΗΣΗ

Πρόκειται για μια ακόμα εποχή εγκαρτέρησης.
Μικρές και πολλές ελπίδες τώρα.
Η μία και μοναδική ελπίδα χάθηκε.
Και μείς δεν ξέρουμε ακόμη πώς θα αντέξουμε
αυτή την κληρονομιά.
Και οι μικρές ελπίδες βλασταίνουν
ανάμεσα στις ανάγκες της καθημερινότητας.

Μύριες τοποθεσίες.
Μύρια εργαλεία.
Μύριες διεισδύσεις.

Ψάχνοντας ας γίνει ο καθένας μας όχημα για τον άλλον.
Όπου ο αναγκαίος χρόνος εντοπισμού δε θα ’ναι
παρά ο νυμφίος των προσδοκιών μας.

ΚΟΙΝΟΝ ΔΙΩΡΥΓΟΣ II

Άσπρα σπιτικά με κήπους και παιδιά μελίσσι
στην αγορά, στα ντόκια, στα μηχανουργεία.
Μια καλημέρα κόσμος.
Απόμειναν δυο αγκαλιές στεριάς
ή λίγα πείσματα υπολογίζω.
Η θάλασσα έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήταν του χεριού μας.

Χαλάσματα επαιτούν έξω απ’ το παράθυρο του θεού.
Το φως, το εν αφθονία.
Πράσινα, γαλάζια, χρυσάφι και άλικα.
Πλημμύρες άμμου οι κίτρινες μαργαρίτες.
Συναξάρι της άνοιξης και δίπλα άγιοι
όταν εορτάζονται μονάχα ως ερημιά θανάτου.

Σκόνη θαυμάτων,
όπου μαζί με την αγωνία μιας ολοκλήρωσης
χώνεψε και τη φωτιά της.
Ό,τι δε χωρά απ’ την τρύπα της βελόνας μας
γίνεται κεφάλαιο εγκατάλειψης.
Το μέλλον ως επιβεβαίωση
της συντριβής εντέλει.

Ίσθμια — Παλιός οικισμός Διώρυγας

ΤΟ ΑΛΑΤΙ ΤΟΥΣ

Ό,τι εκκενώνει το σύμπαν, τα υπολείμματα του ήλιου.
Όπως ξάνει τα μαλλιά του περιδιαβάζοντας κατά τη
Και οι χείμαρροι μιας καταιγίδας.
Η αυτοπεποίθηση της φυγής κυρίως.
Ό,τι παρασύρεται με τους αφρούς της ενδοχώρας.
Καθώς άνοιξαν τ’ ακροδάχτυλα των ηπείρων.
Κάθε πληγή είν’ ένα Δέλτα
και εκβάλλει κοιτίδες στη θάλασσα.

Εδώ θα βαπτιστούν ταυτότητες και λαλιές.
Η μάνα θα λησμονήσει την ανάσα του παιδιού της.
Ο γιος θα απωλέσει το χέρι του πατέρα.
Οι άνεμοι θα σηκώσουν πολυχρωμίες.
Ευάλωτα νερά, ισχυρά χρώματα.
Κι ύστερα αυτές οι λέξεις βάφουν
την ακτή μου με της ανάγκης το ανεξίτηλο.

ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΕΛΑΥΝΟΥΝ

της Έρης

Ο δρόμος μοιάζει τώρα με μάτι
όταν ανοίγει στην έκπληξη.
Υγρά μιας γαστέρας που κυοφορεί.
Και γιο αφήνομαι κάτω από φυλλώματα
φυλλοβόλων ημερών.
Άρα φθινόπωρο.
Στο τέλος του οπωσδήποτε.
Κι όπως τα θυμάμαι τα ιλιγγιώδη αυτά.
Όταν στους δρόμους διαβαίνουνε οι σύντροφοι.
Ένα μουρμουρητό έρωτα είναι.
Καημός σε εγρήγορση.
Το περιγράφει η σιωπή και των ίσκιων το παράφορο
πως ακροβατώ στους ώμους των προσφιλών.
Περιπλέκοντας τον εαυτό μου με λαχτάρα συμμετοχής
και άρνηση παρουσίας.
Η μνήμη είναι μια σφηκοφωλιά
που μαίνεται.

ΓΕΓΟΝΟΣ Ι

Καπνός, αλάτι κι έρωτας χωνεύονται στην ακτή.
Περνάει το τελευταίο φεγγάρι στον ορίζοντα.
Αυτή τη νύχτα, όταν τα σώματα πάρουν τη δροσιά
της θάλασσας, θα ’ναι η ώρα η καλή
να περάσουμε τον τόπο.
Πριν τον ματιάσει ο ήλιος.
Θε να ’ν’ τα χείλη μας αόρατα μες στις σκιές.
Στο μονοπάτι κάποιοι θα τραγουδάνε ν’ ακουμπήσουν κάτι.
Θα χτυπιούνται με τα μάρμαρα οι μοναξιές μας.
Πολλοί θα βυθιστούνε στην ηχώ τους.
Δε μαθαίνει εύκολα ο καθένας.
Γι’ αυτό βγαίνουμε κρατώντας αποστάσεις.
Όπου ο επόμενος ίσκιος δε θα ’ναι
παρά η ερημιά του προηγούμενου.

Υ.Γ.:
Πρόκειται για υπόθεση με θέμα την υποχώρηση.
Προσοχή, καμιά σχέση με «αποχώρηση».
Ένα λάθος γράμμα και χαρακτηρίζεσαι νικητής.

ΠΑΡΑΛΙΑ

Σηκώθηκε καιρός.
Ξέσυρε αγρούς και εργοστάσια ως την ακτή.
Εξόκειλαν ποστάλια, γκαζάδικα και ρυμουλκά.
Και ξύλινα με τις μπουγάδες στα ξάρτια τους να σβήνουν.
Σκιές, αργόσυρτα τραγούδια στην αύρα εκεί.
Κατανοούνται ως συναξάρια· βότσαλα αγίων πια.
Και η γύμνια του κοριτσιού όπως την περιγράφει ο ήλιος.
Κάρβουνο και αιωρείται στο γλαυκό σώμα του χάους.
Μια ελπίδα δίπλα μου σαν δραπετεύει στην κυματαγωγή.
Κι εγώ την εγκαλώ για απερισκεψία εξαρχής.
Μας τσάκισε η πίστη τη ζωή.

Όπως παλεύουμε με την ελιά μέχρι να δώσει.
Κι έχει γεύση πικρή το αίμα του φωτός.
Να δοκιμάζουμε στ’ ακροδάχτυλο τη χημεία του Θεού.
Τον ίδιο να δοκιμάζουμε.
Ότι η οδύνη είναι η έμπνευση των τοπίων μου.

ΣΥΜΒΑΝ

Δυο καλόγριες πουλάνε άγια χειροτεχνήματα.
Σχεδόν επαιτούν απαιτώντας.
Αλλά πρόκειται για τσιγγάνες με σκουτί παραλλαγής.
Η αποκάλυψη συμβαίνει στα σκαλιά του πολιούχου.
Αργότερα θα εντρυφήσουμε στο θαύμα κατά της ασέβειας.
Προς ώρας ιερείς, νεωκόροι, αστυνομίες και λαϊκοί
τις καταδιώκουμε.
Ο δρόμος ανεμίζει απ’ τις στολές.
Ίσως η ευσέβεια να χάνει κάτι απ’ την αξιοπρέπειά της.
Αλλά είναι πια κοινώς αποδεκτό πως η νομιμότητα
ισχυροποιεί την πίστη.

METAPHORE III

Οι πάσσαλοι μετρούν την ελπίδα της στεριάς
και οι γέφυρες την πορεία επί θαλάσσης.
Επιθυμίες έρωτα- κάθε αφή και άλλος λαβύρινθος.
Μύρια σκαλοπάτια από νερό
όταν το κορμί χάνεται σ’ ένα ίσως.
Περάσματα από σύμπαν σε σύμπαν.
Κόμη κόκκινη ή κάτι άλλο του αίματος.
Κορμί κόκκινο ή κάτι άλλο της ώχρας.
Πυκνά φρύδια, παράθυρα από δύναμη κι ανάσες.
Πόσα ασήμια να φορτώνεται τούτο το εικόνισμα
καταπάνω στις διαθέσεις του καιρού.
Κι ύστερα τα βγάζει ένα προς ένα για μένα.
Φωτογραφίζοντας στο έλεος των απόψεων
με πλαγιοκτυπούν στίφη τοπίων.
Η ομορφιά βγάζει νύχι
σαν αγρίμι.

Βενετία

ΜΙΚΡΗ ΠΟΛΗ ΙΙ

Τα φορτηγά έχουν σταθερή πορεία στον κόλπο.
Ελάσματα, μπογιά κι ατζέντηδες.
Ζυγώνουν αργά μ’ όλα τα κόκκινα έξω νερά.
Υψώνουν τίτλους που λίγοι πρόλαβαν να συνηθίσουν.
Δε γνωρίζω αν είναι απ’ την πράσινη
ή τη μαύρη θάλασσα.
Μόνο ό,τι φορτώσουν μιλάει τη γλώσσα μου.
«Πορτοκάλια παύλα αλάτι» – «Πορτοκάλια παύλα αλάτι».
Τα πληρώματα κοιτούν από την ξενιτιά τους.
Φορούν το ίδιο ντρίλινο ρούχο χειμώνα καλοκαίρι.
Θα βγάλουν τα σωθικά τους στα τηλέφωνα απέναντι.
Οι ντόπιοι στα βίντσια δεν τα εμπιστεύονται.
Οι πουτάνες θα κρύβονται.
Τα μαγαζιά θα κλείνουν.
Τέτοια πληρώματα πια τα έχουμε μάθει.
Δεκάρα δεν αφήνουν στο λιμάνι.

ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ

Σφυρίζουν αδιάφορα βομβαρδισμοί στη στέγη.
Του διαφωτισμού μας οι σκιές σκεπάζουν τις Ασίες.
Τα μάτια του αφρικάνικου λιμού λιπαίνουν την μπουκιά μου.
Απ’ το Μαγκρέμπ ως τη Λατάκια είναι φωτιά ο τόπος.
Μέρα τη μέρα τη Γάζα και το Τελ Αβίβ πενθούνε
οι νεκροί τους.
Και τώρα δα αυτή η επείγουσα σφαγή στη Νορβηγία.
Κι ύστερα, τι να σημαίνει άραγε η δυσνόητη λαλιά
των τοκογλύφων.
Πως έχουνε κεφάλαια αρκετά όσα και σφαίρες ίσως.
Σφαίρα και κεφάλι· σφαίρα και κεφάλι.
Στο νύχι της ελπίδας μαυρίζει η ευθύνη.
Ότι παντού, οι ίδιοι εμείς, ποιμαίνουμε
τους σκύμνους του θανάτου.
Σφαίρα και κεφάλι· σφαίρα και κεφάλι.

ΔΕΞΙΩΣΗ

του ποιητή Γιάννη Βαρβέρη
«Πιάνο βυθού» 1991 -Μάιος 2011

Έχει σμιλέψει τη σιωπή του χωρίς την άκρα
ταπείνωση ούτε κομπασμό.
Όπως προσφέρεται ένας καρπός στην ώρα του.
Εξ ευωνύμων ο Αριστίονας, ο Αριστόδικος, ο Αντιφάνης.
Εκ δεξιών ο Αγάθωνας και ο Αριστοκράτης από τις Θεσπιές.
Και δυο ακόμη ανώνυμοι απ’ το Λαύριο με σώμα
μισογραμμένο· μόνο γόνατα και κνήμες.
Όλοι τους κρατούν την ίδια στάση.
Λες κι επιστρέφουν απ’ τη νεότητα.
Ξόδεμα δίχως φθορά ή πίστη του αθάνατου
στο πείσμα του θανάτου.

Αίσθηση παρουσίας οπωσδήποτε.
Ό,τι έχει διανυθεί με την ορθοστασία της πέτρας.
Υπόσταση λόγου εν απώλεια
ή οντότητα ελευθερίας.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

ΑΚΡΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

Είναι ο θάνατος που κρεμάει το κουκούλι του
στα ερμάρια των δρόμων.
Ο θάνατος· ο θάνατος ξερολούεται
σαν το αγρίμι στους ήλιους των δρόμων.
Κόγχες, στοές, αδιέξοδα και άλλες έννοιες
της πόλης καθώς ενδύονται
τη σιωπή του αφανισμού.
Σε κάθε ημίφως διαγράφεται κι ένα σκοτάδι
με σχήμα ζωής.
Σχεδόν τοπία σταυρώσεων.

Αθήνα 2012

ΕΙΚΟΝΑ ΔΡΟΜΩΝ

Οι όχθες έχουν σημαδευτεί
από σιωπές ιερογλυφικών.
Σπουδή ή μεταμφίεση βίας.
Μάλλον ίχνη αγριμιών καθώς υποχωρούν
άτακτα στην κοίτη.
Φυγάδες ή θηράματα
κι ό,τι υποκύπτει στο άναρθρο
προσπαθώντας να ξορκίσει τους φόβους του.
Κι έτσι ξετυλίγεται η αμέλεια
συνυπογράφοντας το μαρασμό.

Αθήνα 2012

,

ΤΟΠΟΣ ΝΩΔ (2011)

ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Τα παρατηρητήρια τώρα πια υπόσχονται
οπτικές σε κατάταξη
Όπου μελετώντας το γαλαξία μας οι αστέρες
Φωτιά
Βάσανος
Σφαγή
Περιορισμός
Εκτόπιση
Απέλαση
Φόβος
Ενσωμάτωση
προβάλλουν με τροχιές κοινότοπες
Εδώ η φλυαρία της λήθης και η αφωνία της μνήμης
συνιστούν δυο ανεξαρτησίες
καθώς μετασχηματίζονται σε μέλλον του παρόντος

Όρθιοι ποιητές, παρουσιάστε·
διαβαίνουν οι ουρές της προόδου

ΝΗΕΣ

Παραπλέοντας τον προμαχώνα, διακρίνουμε
τη φρουρά ή ό,τι είναι αυτό που τη θυμίζει
Μοναξιά σχεδόν η ανάγκη του καθήκοντος
Σκοπιά του ήλιου
Πείσμα σε κάτι που θα μπορούσε
να έχει ήδη εξαντληθεί
Και πόσες άλλες θάλασσες στην κορυφογραμμή
του Αιγαίου όπου έχουν αφιχθεί
Αλλά και οι πληβείοι, ο Διονύσιος εκ Λευκάδος
και η Μαριάνθη εκ Λέσβου, έλιωσαν με αργόσυρτη
δύση στας στενωπούς των Αθηνών εμμένοντας
Ή ο Αλκαίος και η Σαπφώ καθώς αποξηραίνονται
Αγιογραφία από πέλαγος σε πέλαγος
και αβάφτιστος λόγος αιώνες τώρα

Και πόσα άλλα πλεούμενα εδώ γύρω διασχίζοντας
έννοιες του αντίκρυ αενάως

Επί δρομολογίων διακόνημα
Συμβάσεις μαρτυρίου,
τι νομίζεις

Οχηματαγωγό «Μυτιλήνη»

ΝΗΣΟΣ ΕΠΙ ΣΥΝΟΡΩΝ

0 ήλιος εβασίλεψεν· θρόισμα αποχώρησης
Τώρα θα φορτώσει ο Ιούνιος την πανσέληνο
στα λιόφυτα και στα παράθυρα
Σκεφθείτε καημούς ασώματους στ’ ασήμι
Και πέλαγος από φτερά ηφαιστείου καταγής
Και σώμα με το ’να μάτι θάλασσα· εξ ευωνύμων
Όταν απ’ τα δεξιά εισβάλλει τ’ άλλο
ως ρωγμή ισορροπίας
0 τόπος αυτός υπάρχει στην αποκάλυψη
Κορμί απ’ τα έγκατα
κεφάλι από κλίμακες κυμάτων
καθώς ενσαρκώνονται

Δες, αυτή η κόμη από γόρδιους δεσμούς βρίσκεται
στα όρια ηπείρων και σε δρομολόγιο εναέριων
απόψεων επί στοιχείου ύδατος

Προσοχή, θαυμάζουμε των αντιθέτων σύνθεση,
και εφόσον συνέβη, αποτελεί ιδανικό
Ότι δηλαδή δύναται να εκπέσει
Ξενοδοχείο «Νυφίδα», Λέσβο»

ΣΑΛΑΜΑΝΤΡΕΣ ΜΕ ΦΑΓΙΑΝΤΣΑ

Διατηρούνται κάτι μύθοι εδώ ξεχειμωνιάζοντας
με τσίπουρο και καστανό, μ’ Αιγίνης και ουίσκι
Άλλος χωρίς ουρά, άλλος χωρίς κέρατα,
άλλος χωρίς λέπια
Τους σμίλεψαν το κυνήγι, οι παγίδες, οι απώλειες
Η μοιρασιά μιας διάσωσης ίσως
Μα κυρίως ήταν αυτός ο τρόμος της διαπόμπευσης
Πετούσαν τις ψυχές στο άκτιστο, ενώ τις λέξεις
τις ρίχναν στο παζάρι σε προσιτές τιμές
Κι ήταν δύσκολο το έργο των θηρευτών
καθώς είχαν να κάνουν με κυνήγι
ή ό,τι μπορεί να παγιδευτεί σε σώματα δράκων
Τιμή στους θηρευτές λοιπόν

Πάντως, ανακαλύπτοντας χθες ετούτο το δίκαιο,
πορευθήκαμε έως σήμερα
Σκέπτομαι πως αν κάθε γενιά χρεώνεται
μια τέτοια ευρεσιτεχνία του μέλλοντος,
θα πρέπει να είναι ικανοποιημένη ως παρελθόν

Καφενείο «Ο Ρήγας»,
Δυτική ορεινή Φθιώτιδα

ΠΕΡΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ III

Το ωραίον πωλείται ως ύλη ενός Δικαίου
Εύφορο έδαφος ερμηνευτικών διατάξεων
σε συσκευασία κοίτης
Η ωρίμανση έχει αναληφθεί
από συναφείς ομάδες χείμαρρων
Αντηχούν παιδεύσεις ανάμεσα στις όχθες
Στις γέφυρες η ανασφάλεια θεραπεύει
τις αιτίες της με θεϊκές ταχύτητες

Κυκλοφορούν ήδη τα πρώτα
έργα του διεθνούς ρεαλισμού·
γλώσσα διαθέτουσα ενιαίο σύμπαν,
όπου η μονάδα συγκροτείται απ’ το πλήθος

Επιτέλους, αν εξαιρέσεις
την ανυπαρξία της σπανιότητος
όλα τ’ άλλα αφθονούν

ΕΞΟΔΟΣ

Η μέρα ελίσσεται, στη φλυαρία μιας υπόσχεσης
Τα μάτια αρπάζουν ό,τι κινείται από δέσμη σε δέσμη
Η δυνατότητα επιλογών θα ενεργοποιηθεί πολύ βαθιά,
πολύ αργά, στις διαδικασίες εκκένωσης
Όπου, εκτός των άλλων, κομμάτια από συνείδηση
λαθροβιούν στις ελπίδες τους

Και πόσοι άλλοι τόποι απελπισίας καθώς εξερχόμενοι
με πείσμα αψηφούν τις απώλειες

Είναι το φως μια ενέδρα υπεράνω υποψίας

ΑΙΤΙΕΣ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ

Ώχρες ποταμών και πετράδια γρανίτη
ρέουν στο οδόστρωμα
Και των δένδρων το σχήμα είναι μια φούντα
από βαμμένα βλέφαρα με χρώματα ελιάς
Πίσω απ’ το κλάμα της βροχής γυαλίζουν
το μαύρο του πράσινου, του αργυρού, της σιένας
Σημαίνει μεσημέρι στα παράθυρα απ’ όπου
με λάδι, κρεμμύδι και σκόρδο καλύπτονται οι μπενζίνες
Μια αόρατη μασχάλη στα χείλη μου
Μπορείς να πιείς κι ένα κρασί κάτω απ’ το διστακτικό
ήλιο μιας πιάθα Μαγιόρ, ελάσσονος ή μεγίστης
Όπου τα κτίρια λικνίζονται στη βόλτα με τα καλά τους
Οι γόβες τους δεν είναι παρά κιονοστοιχίες
με ιωνικούς ρυθμούς μιας Αραβίας
Και τα κορίτσια αναβοσβήνουν σαν ρώγες σταφυλιού
Κι όπως από ψηλά καταπέφτει το σούσουρο
και στερεοποιείται στο λιθόστρωτο,
αν πρέπει να επιστρέφεις στας Αθήνας,
έτσι να μείνεις εδώ

Καφέ «LA CONCEPCION», Σεγκόβια

ΙΖΗΜΑ

Το δείπνο ταυτίζεται με το σκεύος του
Τηγανόλαδο και σάρκες και μυαλά και λέπια
Ήταν ελευθέρας βοσκής ίππουρος, πρώτο ψάρι
Τροφή τώρα από ελπίδες ιχθυοτροφείου
Αρτυμένες με επιστήμες και χορδές αφωνίας
Και τα νερά, μια παρά φύση θάλασσα,
τρέφουν το κορμί τους θηλάζοντας
την ύλη τους

ΚΑΤΑΤΑΞΗ

Ουδεμία λέξη ασθμαίνουσα να σύρει
τη δυσοσμία της στα πρόσωπα των σελίδων
Να απαιτεί ολάκερη παράγραφο με φτυσιές
και με βλαστήμιες
Όλα φαίνονται καθώς πρέπει στο λεξικό
Ναι, μυρίζει ευκολία εδώ όπου ενταχθήκαμε
Ναι, τρέμουμε το έρεβος εκείνης της παρθενίας
Καθώς λένε, έζεχνε απ’ τις φαντασίες της
το λεπίδι της γκιλοτίνας

ΓΕΝΕΣΗ ΕΙΚΟΝΑΣ

Είμαι εκεί που στραφταλίζει ο τόπος
Η ράδα απέναντι, όπως πολιορκείται,
αποκτά την ιδέα της νύχτας
Περιγράμματα σκιάς
Λες κι έχουν γεννηθεί τώρα
Σαν ξυράφια οι ακμές σύρονται στη θάλασσα
Ένα βήμα πέρα απ’ το σκοτάδι
Ένα βήμα πριν την πτώση του φωτός

Αφή σαν των τυφλών
Η αφή όταν τολμάει

ΣΦΟΔΡΟΣ ΕΡΩΣ

Κάθε απώλεια αιμορραγεί επαγγελίες
Ριπίδια ανέμου καθώς ανάβουν τις φυλλωσιές
Κύματα ενώ αναπλέουν την εποχή
Εξισώσεις καθώς πελαγοδρομούν
στις αφορμές τους

Συλλαβές από ψυχή
Να τις αλέθουμε στο στόμα

ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Το παράθυρο ανοίγει, απ’ το σκοτάδι
Κατευθείαν στο μωσαϊκό κατακρημνίζεται
Μια τρύπα είναι από ασήμι και σκιές
Και το κιγκλίδωμα σαν χτένι χάμω
Θα ρίξουν και το φεγγάρι·
ένα ποτάμι στο πάτωμα αναπαύεται
Τόσες φωνές εκεί- ονόματα ξεκούρδιστα
όπως διασχίζουν το δωμάτιο συστάδες νήσων
Πήγαινε-έλα ιστορίες να τσακίσουνε τη νύχτα
Μυρουδιές στον ύπνο τους·
καθώς τις αιφνιδιάζει η μνήμη

Απ’ τ’ άλλα καύσιμα πορείας,
του έρωτα απόψε, ας ελπίσουμε
να ξεχωρίσει το κεντίδι

ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΨΗΛΑ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Συχνά ετούτη η εικόνα γίνεται ασήμι
σαν τρυφερή επιδερμίδα λιόφυλλου
Άλλες φορές χρυσάφι με τα καράτια της δρυός
Και του κίτρινου· σαν δυο φούντες αϊδημητριάτικα
στα τέλη του Οκτώβρη· όλο νοτιάδες ακόμα
Και τα φυλλώματα γύρω, στις αποχρώσεις
μιας τρεμάμενης καστανιάς
Κι άλλες φορές θυμίζει το κυνηγητό
με τους κορμούς
όταν η ομίχλη λαχανιάζει γύρο τους

Στη θάλασσα όμως γεμίζει θάλασσες

ΣΑΝ ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ

Τη νύχτα σηκώθηκε, πήρε σφυρί, διάλεξε λέξεις
αιχμηρές κι άρχισε να καταδίδει
«Να τελειώνουμε, να τελειώνουμε» άκουγε
κάτι οπαδούς από πίσω να ουρλιάζουν
Και κάρφωνε κι έκοβε, ώσπου τ’ ασπροσέντονα
γινήκανε πορφύρες
Το πρωί τον βρήκε τσακισμένο απ’ τον πόνο
άσπρο απ’ την αιματοχυσία
Τόσα δάκτυλα χαμένα

Δίχως την αφή να προστρέχει στους λαβύρινθους
σε σβήνουν τα παλιά
και τα καινούργια προσπερνάνε

ΕΠΙ ΟΜΦΑΛΟΥ

A’

Κορμός γυναίκας
Έτσι όπως τρέχει το σιωπηλό της μάρμαρο
Πλάι η Άρτεμις, αποφασισμένη στην απώλεια,
παρατηρεί πίσω απ’ το γυαλί την έκθλιψη
Με σώμα πένθους· χρυσό και αποκαΐδια ελεφαντόδοντου
Της το φώναξα πως ο Απόλλωνας είναι έξω ακόμη·
ολοζώντανος· μας κατακαίγει,
(μήπως αυτός είναι ο λόγος του πια),
αλλά εκείνη πεισμώνει στη βιτρίνα της μέσα
Όπως η εικόνα στο βυθό: βους από συντρίμμια
αργύρου αιωρείται σε αντίγραφο αίματος

Να είναι χρησμός εκατόμβης
ή μήπως μετάγγισης;

Β’

Στο τέλος εδώ μέσα θα βλέπεις
με το μάτι του Αδριανού
Ο Έρωτας έρμα στον πάγο της αθανασίας
ενώ οι ξεναγοί χειρονομούν αλαλάζοντες ως ιερείς
Εδώ εκπαιδεύουν με εκτομές αισθήσεων
Λαβυρινθώδης αντήχηση μας αποδιώχνει
σ’ ένα δρομολόγιο κοπιαστικό
Και παραθέσεις ανέσεων- να ελίσσονται οι πιστοί
σε τούτον το συρμό ή μήπως να εκκενώνουν
ταχύτατα τους κινδύνους

Κι ύστερα, παρά την έξοδο, θα πέσεις αναπόφευκτα
επάνω στον ολυμπιονίκη εκ Μεγάλης Ελλάδος
Μόνιμη σχέση αναθήματος με βαθμό Α’
Αν θέλει μπορεί να περάσει έξω·
ανάμεσα στα πλήθη απαρατήρητος
Και μάλιστα χωρίς κόπο·
επί ανελκυστήρας κεκλιμένου επιπέδου
να φυγαδεύσει την αξία του
Αλλά ίσταται ως μη έχων ακόμη εκδηλώσει
ενδιαφέροντα έφηβος
Ή μήπως φοβάται
ενδοϋπηρεσιακές παγίδες

Γ’

Το κτίριο μια υπενθύμιση ερήμου·
ιδέα πυραμίδας
Αντίγραφο ορέων εδώ στα όρη
Τι βούλονται άραγε με τούτη
την απομίμηση καταπάνω στον ελαιώνα

Ωστόσο τα κυπαρίσσια, αδιαφορώντας, κυνηγιούνται
με δρασκελιές ως τη γραφή του βράχου επί της αβύσσου
Και τα πεύκα, περίεργα όπως πάντα, γέρνουν να δουν
το μαύρο κοίλο και το ναό
Τρία δάκτυλα όλα κι όλα όρθια
από ένα πλήθος ορθοστασίες και άλλους θησαυρούς

Περιεργαζόμαστε το σημείο
όπου θα πρέπει να ήταν το αιώρημα
για την εναέριο εμφάνιση των υποκριτών
Ένθεων όμως

Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών

ΘΥΛΑΚΑΣ ΗΠΕΙΡΩΝ

Μεσημέρι και κάποιες Αφρικές ξεπουλάνε στην πλατεία
Ανάμεσα στα χρώματα συνωθούνται μύριοι
Ένα κοινό εξ Ευρώπης και Ασίας
μπροστά στην αγωνία των χορευτών
Η σκηνή σαν ίχνη λαβύρινθου επί σινδόνης
Ως το ρουθούνι του μετρό απλωμένη η ήπειρος
Και πλάι ηχούν τα χάλκινα μιας φανφάρας με ρυθμούς
βαλκανικής, κι από Νέα Ορλεάνη, κι από παραλιακή,
κι από κείνο κει το μπαρ του Δουβλίνου
με τον τρελό μπάρμαν εκ Θεσσαλονίκης, πρώην μαρκόνι
Μια νέα συνθήκη προσπαθεί εδώ
με ορθοστασία και προσμονή

Έχουν σταθεί ακόμα και οι κυκλωτικές κινήσεις
των καφενείων και η κίτρινη αρρώστια των ταξί
Στάθηκε περίεργος και ο ήλιος να δει την πλημμυρίδα·
ότι αιμορραγεί ένας αιφνιδιασμός
επί του μετώπου της ζωής

Πλατεία Βικτωρίας. Αθήνα

ΑΦΑΛΑΤΩΣΗ

έτος Γιάννη Ρίτσου

Πλησιάζουν δυο Τσιγγάνες
«Πιάσε ζάχαρη να δέσει το καλό»
«Να σβήσω τη μουτζούρα από πάνω σου»
Κι ύστερα, πίσω απ’ τη σκιά του έφιππου στρατηγού,
μοιράζονται τ’ ασήμωμα με το περίπολο
Ό,τι θα ήθελες να κρύψεις ρέει σε αδιάκριτες χούφτες
Και λοιπόν,
μπορείς να τραβήξεις μια μαλακία στο παγκάκι
Η μοναξιά δίχως ντροπές αναδίδει αίσθηση ελευθερίας
Και μάλιστα εκείνος το έχει ήδη θέσει
σε χρόνους χαλεπούς

Τώρα εσένα, ένα εξάρτημα κομψευόμενων
καφενείων, τι να σου πιο
Να σου πω ότι σε παίρνει μάτι μια ολάκερη πρωτεύουσα
ή μήπως προτιμάς το άλλο,
αυτό με την εκλιπούσα ελπίδα εξαρχής

Καφέ «Παλιά Βουλή», Αθήνα

ΕΚΔΡΟΜΗ

Στους συν-ικέτες
Σοφία και Γιάννη Χαμεζόπουλο

Επί χερσονήσου ετέθην με την άκρη
του κόσμου στο νύχι της
Οι λέξεις πλησιάζουν μέσα απ’ τον άνεμο
Δύσκολα ανοίγονται έτσι σφιγμένες
στην έννοια του βράχου
Άγνωστες σχεδόν σαν τις εναλλαγές της θάλασσας
Τέτοιες γινήκανε οι στιγμές· συμβίες αλλιώτικες
με στήθη κοριτσιών ξανά

Άλλωστε γι’ αυτό εφτάσαμε στο Ταινάριο μαντείο
ικέτες εξ Αθηνών
Ένα κάθισμα ένθεο πριν τον ορίζοντα
Λίγο θέλει να αποπλεύσει, σαν άγουρη σκιά
σε μια φωτογραφία

Όλοι αφήνουν κάτι τις στο άδυτο
Άλλος χρήματα, άλλος παπούτσια, άλλος βακτηρίες
Τάματα πορείας- κάτι σαν τα κλειδιά του χρόνου
Να τον κλειδώσουμε το χρόνο εδώ
τουλάχιστον

Hotel Portο, Μάνη

ΚΑΤΑΘΕΣΗ Ή ΟΦΕΙΛΗ

στον I. Μόραλη

Δυο φορές έπεσα επάνω του

Τη δεύτερη, είκοσι έτη μετά την πρώτη, τον καλημέρισα
σ’ ένα ζαχαροπλαστείο της Αίγινας.
Απέναντι απ’ τον δίδυμο του Αγίου Νικολάου.
Μιλήσαμε έτσι αυθόρμητα για τον καιρό και τον ορίζοντα.
Μ’ ενόχλησε η προσπάθεια ενός γηραιού κυρίου
να κρύψει την ηλικία του· κι ακόμα χειρότερα,
ότι εγώ παραγνώρισα· δεν ήταν εκείνος.
Και πώς ήταν άλλωστε δυνατόν να είναι μ’ αυτές
τις τεχνικές κάποιας ψευδονεότητας φορτωμένος

Την πρώτη φορά, σαράντα χρόνια πριν, πιαστήκαμε
στην παγίδα ενός φαιδρού στιγμιότυπου
0 ένας μάλλον κακοχαρακτήρισε τον άλλον
Του λόγου μου πάντως οπωσδήποτε·
έτσι βιαστικά που διέσχιζα τα είκοσι πέντε
Λυπούμαι γιατί δυο φορές έχασα την ευκαιρία
να εκτιμήσω κάτι σπάνιο,
και χαίρομαι για το τυχαίο που μου χάρισε
δυο σκιές ντροπής

WEEKEND I

Η πισίνα ανακουφίζει ψυχές και λίβα
και πλαστικά και ανοξείδωτα
και τη δίψα των χελιδονιών
που εφορμούν λοξά σφυρίζοντας,
και τις αιωρούμενες κορδέλες από τρυφερό κλαίουσας
και το ζευγάρι των πελαργών
καθώς κτίζει άλλη μια αποδημία
Σύμπας ο τόπος διαθέτει τυφλή εμπιστοσύνη
Ρυθμός Θεού ίσως

Η θάλασσα
αρκούντως πλησίον
ώστε να μην αποτελεί
κίνδυνο

WEEKEND II

Είναι μεσημέρι όταν καταφθάνουν οι μικρομάνες
Να εκθέσουν τα μικρά τους, τους γλουτούς, τα στήθη τους
Χορτάτα όλα τούτα· με γεμιστά και σφήνες
από ντολμαδάκι στο αμπελόφυλλο ή κολοκυθοπατάτες
με μελιτζάνα ή βλίτα με λεμόνι και ψαράκι στο τηγάνι
Αταξικά εδέσματα Ιουλίου
Και λευκός οίνος ή αλλιώς «Κοινόν Πανελληνίου» πλέον
Μιλάμε για ποιότητα αρίστη
Με θειώδη και πάγο
Χωρίς εκπλήξεις
Χωρίς ρετσίνι
Χωρίς μέθη

Κι όπως πέφτουν τα σώματα στο υγρό, αναδύονται
οι κοπτήρες, άνω και κάτω, του χλωρίου
Αθόρυβα σχεδόν, κατασπαράσσουν
τη φύση των αισθήσεων
και των αισθημάτων

Η ταρίχευση επιδεικνύει ικανότητες ζωής

ΕΠΙ ΓΗΡΑΙΑΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Θεριά καταντήσαν οι θεοί μας
Να μην τους ποτίσουμε άλλο με παρακλήσεις
Να μην τους θρέψουμε άλλο με το αίμα μας
Μόνο ένα θα τους συνετίσει
Να επανεξετάσουμε τις επιθυμίες μας
Να ψιλοκοσκινίσουμε τις ανάγκες μας

Αν εμείς δε ζητάμε αυτοί δε θα κερδίζουν
Αν δεν μπορούν να κερδίζουν
δε θα μπορούν να διοικούν
Κι ενώ η δική μας στέρηση παλεύεται,
αυτοί θα παραπαίουν αδύναμοι μπροστά στην πείνα τους
Θα σπάσουν λοιπόν ή θα πεθάνουν
Αν πεθάνουν θα τους αντικαταστήσουμε
Αν σπάσουν έχει καλώς

Ας σηκώσουμε την επιλογή αντήλιο στα παράθυρα
Ας σηκώσουμε την αυτάρκεια σημαία στις πόρτες
Ας ορίσουμε ετούτον το σημαιοστολισμό
ως κυοφορία

ΔΥΣΚΟΛΑ ΠΡΩΙΝΑ

0 ανεμιστήρας ταΐζει τη ζέστη
Μια Σαλώμη έχει τρυπώσει στις κουρτίνες
Με ακολουθεί κι αυτό το κήτος
με τ’ αγκίστρι μου καρφωμένο στο λαιμό του
Μάτι Κασσάνδρας πάνω μου

Βρίσκομαι εντός Σεβαστείου τινός
Με θραύσματα αυτοκρατόρων στην κλίνη μου
Των οποίων την ύπαρξη κάτι γύρω μου
ορίζει ως θεμιτό όχημα προς το μέλλον
Και να ’μαι στη νύχτα
ενδεδυμένος υποδοχή

Επιβαίνω στο τερατώδες
ενός γεγονότος

ΣΑΝ ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Δες, διαβαίνουν οι εργάτες μιας πίστης
Τους κατατρέχουν οι αδικίες και λαθεύουν
έτσι βυθισμένοι στην αϋπνία

Κάθε επικοινωνία μαζί τους μοιάζει με αδιέξοδο
Καλύτερα θα ’ναι να τους αφήσουμε
στον αφανισμό του μέλλοντος

Ζήτω η δύναμη της ικανής στιγμής

ΘΗΛΥ ΠΕΛΑΓΟΣ

Την ακούς όταν τα πρωινά βγάζει χελιδόνια
και άλλα στρουθιά με τα χέρια της απ’ την τραπεζαρία
Τη νιώθεις καθώς σαρώνει τις νύχτες
Στη σιωπή σχεδόν σαν νυχτερίδα εν πτήσει
Μετά το μεσημέρι φυλάγει το γιο της
Ως το μεσημέρι φυλάγει τον εγγονό της
Θα μπορούσαν να ήταν η ελπίδα της ετούτες οι ώρες
Αλλά τα παιδιά παρελήφθησαν σπασμένα
και οι άνδρες λιποψύχησαν
Τα μεσημέρια και τα βράδια μαγειρεύει για μας
και σερβίρει με χαμόγελο κάτω απ’ τ’ αλμυρίκια

Μια γυναίκα·
όποιος έχει χρεωθεί

ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΚΗΣ

Το μάτι του ποιητή διαθέτει καθαρότητα
Πρέπει να διαθέτει καθαρότητα
Αλλά η καθαρότητα μοιάζει στο τέλειο του θανάτου
Άρα το μάτι του ποιητή υποφέρει
απ’ το σύνδρομο του μονόδρομου

Όπου «ποιητής» σκέψου δημιουργία
Όπου «δημιουργία» σκέψου επανάσταση
Όπου «επανάσταση» σκέψου αναγκαίος χρόνος
Όπου «αναγκαίος χρόνος» σκέψου στιγμή
Όπου «στιγμή» σκέψου καθαρότητα

Ο κίνδυνος δε βρίσκεται στην έκρηξη
αλλά στη διάρκειά της
Ο κίνδυνος δε βρίσκεται στην καθαρότητα
αλλά στην εμμονή της

.

ΕΝΝΟΙΑ ΕΙΚΟΝΑΣ (2010)

…ΤΗ ΗΔΙΣΤΗ

Κι ετούτες τις ημέρες συνέβη
Απ’ τα μάτια μέχρι τη φτέρνα, ότι σκάλωσε
Καθώς αναδύεται μια παλιά διαμαρτυρία στον τοίχο
Και αιωρείται η παύση· έτσι
Ένας άλυτος έρωτας είναι
Τον βύθισαν στην απώλεια· σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο
ότι ορίζεται ως ορυκτό της απουσίας
Σχεδόν όπως υποχωρούν τα πεύκα στη γύρη τους
Και πώς να την κερδίσεις αυτή τη σιωπή

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα

ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Ως νεφέλωμα αδημονεί καβάλα στον όγκο της νύχτας
Την ημέρα, από τοίχο σε τοίχο, παλεύει την
ακινησία με κόλπα και μικροδάνεια
Νεροσυρμές ασβέστη, κάππαρη και
άλλες φούντες σεινάμενες κουνάμενες
Μια χρυσόμυγα κατεβαίνει προσεκτικά τη δημοσιά
Η άφιξη στο μέσον εορτάζεται με ιριδισμούς
ζουμερού λεωφορείου
Από πίσω συνωθούνται κι άλλες μιμήσεις ελευθερίας
Ερημιές, σε μια εμπλοκή του ιδιωτικού

Όλα μαζί μια σπείρα, όπως ορίζουν τον
εαυτό τους ετούτοι οι αστερισμοί
Διότι τυγχάνουν ύποπτοι συσπείρωσης ή έτσι νομίζουν
Και αποκτούν βλέψεις γαλαξία και σύμπαντος κάθε
που σηκώνεται αγέρας στα πανιά τους
Αλλά να τι είναι όλα αυτά,
μια νεφελοκοκκυγία αδειανή εν μέσω
διεθνών αεροδιαδρόμων

ΜΑΤΙΑ ΑΠΟ ΗΧΟΥΣ

Στην πλατεία μπαίνουν απ’ το παράθυρο αγιόκλημα και
επισκέπτες και δυόσμος
Και τρεις μέδουσες από την πόρτα
Θα βυθιστούν στ’ απρόσεχτα πλοκάμια τους σε λίγο
Απόψε αναζητούνε τον Περσέα τους βάσει
καταλόγου· με μουσική, με ποίηση, με εδέσματα
Και συναλλαγές από τα κινητά λαβαίνουν χώρα
Για αύριο, ακούω,
έχουν κανονίσει καφέ εις τας Αθήνας, καθώς
τυλίγουν οι ματιές τους αμυγδαλωτά

Επιθυμίες, στην άχνη και στο ροδόνερο αρτυμένες, μέσω
ασυρμάτων και δορυφόρων

Ενώ απ’ τ’ αεικίνητα μετατάρσια ως τις
ανταύγειες των όφεων,
πόρο τον πόρο, η ψιλή τριχούλα του καλοκαιριού στάζει
τσίπουρο και ρακόμελο και λιαστό κρασί
Στενάχωρα καθίσματα εδώ μέσα σαν μικροί ουρανοί
Αλλά οι προσδοκίες, υπό την ασυλία μιας εγκατάλειψης,
φουσκώνουν οχήματα με καρίνες, με υδροπτερύγια,
με αερομηχανές· με πόδια αράχνης
Υβρίδια μέσα συνωθούνται υπηρετώντας αστραπιαίες σχέσεις
Η μοναξιά υπολογίζεται με την ταχύτητα εδώ γύρω

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΝΗΣΩΝ

Η πλατεία, υπόμνηση ενός βενετσιάνικου δεσίματος
Καταμεσής τέσσερις μαύροι κύκνοι, δυο
εξώστες και μια παντιέρα ανεμίζουν
Όψεις και αισθήσεις όλο φτερά, μια αύρα όπως
έχει επιζήσει στην ευθύνη της ασυνέχειας
Μια συνθήκη ανυπολόγιστη στο στήθος του θέρους

Σ’ αυτόν τον εγκάρσιο κόσμο βρίσκει ορίζοντα ένας άλλος
Όπως οι φοβεροί Αθηναίοι και άλλες φάρες Νεοελλήνων
και των Φιλελλήνων ταξιαρχίες και απελεύθεροι Αλβανοί
και πρόσφυγες- αυτοί εκεί οι «λαθρομετανάστες»
Δηλαδή μια καινή διαθήκη με τα στρωσίδια
υπό μάλης στ’ αλμυρίκια

ΠΑΡΟΝ ΑΠΟ ΜΕΛΛΟΝ

Μ’ ετούτες τις στρυφνές ρίζες στα όρια
της αγιοσύνης, της αλαζονείας σχεδόν,
αναπόφευκτα βράζουν τα νερά
Οι απαντοχές των κυμάτων μόλις
διακρίνονται, καθώς απομυζάται επί σαρκός
οξείδωσης το παραπανίσιο αλάτι τους
Μια προίκα στο μπαούλο δηλαδή, αδημονώντας
για την ημέρα εκείνη,
όπου τσακίζοντας το γόρδιο δεσμό απέξω ή
καλύτερα διαρρηγνύοντας το κουκούλι εκ των έσω,
θ’ αποκαλυφθεί μια χρυσαλλίδα τολμώντας
ν’ ανοίξει τα πόδια της

Το σκοτάδι είναι η παστάδα της γένεσης
Και εωσότου το θυμηθούμε ή μέχρι να
πράξουμε κάτι γόνιμο, ας
ανάβουμε κανένα κερί και ας
σιωπήσουμε επιτέλους

ΑΙΘΟΥΣΑ ΜΝΗΜΗΣ

Ξεπετάγονται απ’ το σκοτάδι σαν φθόγγοι
Κι ύστερα αιωρούνται στην αδυναμία τους
Τα άκρα περιορίζονται στην ουσία της διασποράς
Ο κορμός έχει αποδεχθεί μια θέση δίπλα στο κεφάλι
Το κεφάλι είναι κάτι στην αποδοχή της έλλειψης
Υπάρχει ένα ίχνος από ενώτιο δεξιά
Ίσως μια πρέζα επιθυμίας όπως επιμένει στην πέτρα

Σιγά σιγά τα κομμάτια θα βυθιστούν στο ημίφως
Σαν είδη αθανασίας επί σκηνής θανάτου
Η εικόνα μοιάζει με σπαράγματα από
κριτική διάθεση απέναντι στην αδιακρισία της ζωής
Διαφαίνεται μια πορεία:
ότι τίποτε δεν ταπεινώνεται
εφόσον εξεγερθεί

ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ

Σ’ αυτό το όνειρο σκαρφαλώνει κάτι σαν άνεμος
Κάθε στροφή θυμίζει πολλά και συγχρόνως τίποτε
Οι εκκλήσεις παιδεύονται με μια γλώσσα άγνωστη
Τα σχήματα περιφρουρούν την ισορροπία στις γωνίες
Οι απώλειες κάποιας ευαισθησίας στρογγυλοποιούνται
Το ξημέρωμα θ’ ανακοινωθούν πάλι οι σταθερές κι ό,τι
άλλο είμαστε ανίκανοι να χάσουμε

Είναι ένα είδος δύναμης αυτό· να επαναλαμβάνουμε
τις αιτίες όταν καταρρέουν οι πράξεις

ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑ ΣΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ

Σε λίγο
το πρωινό θα κρεμαστεί στη δίψα του φωτός
Ένα λινό απλωμένο
Ξέρεις τώρα·
κατιτίς για να βυζάξει ο πρώτος ήλιος
Βαθύ λευκό, μαι πρέζα από μπλε του κοβαλτίου,
αυτή η σχεδόν στιγμιαία ειρήνη
Και μαζί ό,τι κτενίζεται από καρίνες και αιλουροειδή
Μαζώξεις του σύμπαντος και σπείρες, πριν
ο ήλιος φορτώσει με σκιές τα σώματα

Ο ορίζοντας μόλις αναδύεται και σήμερα εκεί,
στο βάθος, όπου η ελευθερία γράφεται
κατευθείαν ερημιά

ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΟΠΤΙΚΗΣ

Το ρεύμα ξεσηκώνει χρώματα σ’ ένα Νοέμβρη
Τα παράθυρα διέφυγαν με τις κουρτίνες τους
Τόσες αγκαλιές στον άνεμο
Αφαιρέσεις, άλλοτε με ρούχο, άλλοτε χωρίς,
σμιλεύονται στην μπόρα
Σαν να κινήθηκε η αμαρτία απ’ το νάρθηκα στο άβατο
Σαν να ζωντάνεψαν οι ντροπές στο μάρμαρο,
κι ό,τι άλλο φαινόταν κεκορεσμένο

Όπως και του χρυσού φυλλώματα δρυός και
ώχρες καστανιάς, και μια λεύκα από ασήμι
Τα γδύνει η παγωνιά με το χάδι της
Μαζί η λιτανεία από τεμάχια φωτός στη νύχτα
Ή συστοιχίες ίσκιων σ’ ένα πρωινό
Και οι λόγοι και οι γραφές, κάθε πτυχή όπως
ξεχύνεται από μέσα τους ή εισβάλλει
Αφήνοντας πίσω απ’ τις ταχύτητες ενσάρκωση

Συστρέφονται οι εποχές, συστρέφονται· στην
αδίστακτη ομορφιά τους συστρέφονται
Είναι κι αυτές οι γαλάζιες σπηλιές στα σύννεφα
Ένα σκαρίφημα καλοκαιριού να ξεγλιστράει
ο παραπανίσιος χειμώνας

ΕΠΟΧΗ ΣΤΟ ΔΩΔΕΚΑ, Α’

Και βέβαια οι σχόλες είναι που ενδιαφέρουν τη
ζωή και όχι η εξέγερση
Αλλά κάθε εξέγερση δεν είναι τίποτε άλλο παρά
ο γυμνός λόγος της ζωής

Ανάμεσα στις μυριάδες πράξεις της μέρας κάποια
έννοια θα ντύσει τους νέους φθόγγους
Συμβαίνει δηλαδή μια διάθλαση επί ασφάλτου
Κάτι σαν σαϊτιά στην αλαζονεία των λεξικών

ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΜΗ ΜΝΗΜΗΣ

Αυτή η αγία τριάδα μάς εντυπωσιάζει απ’ το ύψος της
Παραδομένη στην αθανασία του ορείχαλκου δε μοιάζει
με τ’ άλλα ληξιπρόθεσμα της προσμονής
Απ’ τα παράθυρα μάλιστα ετούτης της πλατείας
φαντάζει σαν ονείρωξη· εθνική πάντως
Και ό,τι δε δύναται ν’ αποτύχει θεωρείται επιτυχία

Των ζωντανών
όταν αφαιρεθούν τα σωθικά τους
αργούνε να μυρίσουν

ΣΧΕΔΟΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ

Καθώς ο ουρανός πολλαπλασιάζεται καταπάνω τους
είναι αλήθεια πως ο ήλιος περνάει μηνύματα
Κάτι σαν ωμή επέμβαση για κάθε σύστημα
Αλλά πώς να προλάβει μια αρμονία όλες τις ρωγμές
Και ό,τι άλλο διαθέτει διόδους στο χρόνο, όπου
το ασυμπίεστο του φωτός επιμένει

Κύματα απροσδιοριστίας μάς ωθούν στη βαρύτητα
Κι όσοι τόλμησαν να κατανοήσουν τα κενά ρίχτηκαν
σε χώρο δοκιμών για μια κόλαση
Ως γλυφές ακρόπρωρου έχουν οριστεί
Τέτοιο καθήκον, και τι υπομονή
Να ξύνουν τα λέπια τους στο κατάστρωμα·
να καθαρίζουν τα σπλάχνα τους στη θάλασσα·
προετοιμάζοντας, ύστερα απ’ τη σφαγή, τα είδη για
το εμπόριο κάποιας ισορροπίας

Με καταγγέλλω για λογική ενδόρριξης
Κίνηση που εν γνώσει της βυθίζει, αλλά
ως τέτοια υψώνεται
Να κάτι μετρήσιμο εντέλει

ΑΚΡΗ ΕΠΙ ΠΟΛΕΩΣ

Απ’ τα χαμηλά μπορείς να δεις την κοιλιά των
γλάρων και τον αφρό κομμένο σε μάρμαρα
Ο βυθός αιωρείται πέρα απ’ τ’ αετώματα
Ανηφορίζουν κοράλλια και μαλάκια
Το καθένα από κάποιο είδος που δε θα ρωτήσει
Οι αποχρώσεις είναι χιλιάδες αλλά εδώ
αναγνωρίζονται τα πράσινα, τα λευκά, τα ουρανί
Κι ετούτη η αντίληψη αποκαλείται νομιμότητα
Υπάρχει και το σπείρωμα της πέτρας· κλωστές από
γη και σπορά στο στομάχι του ηφαίστειου
Κάποια στιγμή μια φούντα της ψυχής του θα
τσακιστεί στα ρηχά

Και ο αέρας θ’ ανυψωθεί σε ύλη εμπρησμού
Και το νερό θα μετασχηματιστεί σε λάβα
Θα εκτοξεύονται τα σωθικά σαν πλήθος συλλαβών
Και συνθήματα, και κατευθύνσεις, και πειράματα
Όπως ενσαρκώνονται κάποτε κάποτε οι λέξεις
Ένα είδος έκπληξης· σαν περιφερόμενο οδόφραγμα

Ό,τι και να μας επιφυλάσσει ετούτο το μπλε του
μελανιού και της αβύσσου, πόσες
παραβάσεις δεν καταλήγουν στη βαρύτητα· πόσες
διευκολύνσεις δεν έχουν καθορίσει το ανέφικτο

ΚΕΣΙΟ 133

Ας τριγυρίσουμε σ’ αυτό το καταφύγιο
Ό,τι συμβεί δε θα ’ναι παρά αποτέλεσμα ταλαντώσεων ή
έτσι το αντιλαμβάνονται οι μετρήσεις
Όμως στιγμές ν’ ακονίσουμε την πείνα μας θα βρούμε

Και χάος υπάρχει σε ισορροπία χειρουργείου, καθώς
χειρίζεται τα δεδομένα μιας σφαγής
Και μουσεία συντηρούνται
Γραφές και όργανα, υποθέσεις σμιλευμένες-
συχνά με γωνίες προοπτικής
Όπου σπανίως ωθείσαι να ουρήσεις στους τροχούς ενός
πλαισίου· ή κατευθείαν στις ωοθήκες μιας υπογραφής
τσακίζοντας τις ηλεκτροσυγκολλήσεις
Συνήθως όμως επιχρωματίζουν την αδράνεια με
βαφή παλινδρόμησης

Μια ζωτική ευκαιρία καθορίζει το θείο
Αίφνης, χάρις σε τούτο το χαράκωμα του χρόνου,
πληροφορούμαστε εν ειρήνη τις συρράξεις εκεί έξω
Απολαμβάνουμε την αφθονία τους κυρίως

ΥΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Μια υποψία αιωρείται στο χώρο πως τρεις
είναι οι τοίχοι και δυο τα επίπεδα
Και τα παράθυρα σαν έκτη αίσθηση όπου
παγώνουν αγριοπερίστερα και άλλες επιθυμίες
Και η μοναξιά βεβαίως τριγυρνάει την πόρτα
καθώς η επιθυμία καρκινοβατεί

Ένας νάρθηκας εδώ, με στρατιώτες να λιώνουν στα
πόδια τους, μελετώντας τον ανεξίτηλο κτήτορα
Και ξύλα του δάσους όπως έχουν πειραχτεί για
ένα καθήκον, για ένα αρχείο ή μια συνείδηση

Πλέκει ρίζες ο χρόνος γύρω απ’ τους φωριαμούς
Κέδρος ή οξιά, δρυς ίσως, κυπαρίσσι ή πεύκο, μπορεί
και ασπρόξυλο, δεν έχουμε ιδίαν αντίληψη
Πέραν των επισήμων δηλώσεων και της συνημμένης
γνώσης, εκλύονται κάποιες φήμες
Στηριζόμαστε στις φήμες

ΣΧΕΔΟΝ ΔΥΟ ΖΩΕΣ

Αυτή είναι η παραλία· ό,τι διαθέτω σήμερα
Μια^ εξόρμηση όπως έχει κρεμαστεί με
τις άλλες υποθήκες στον ήλιο
Μοναδική σκιά η θάλασσα εκεί μέσα
Και η οσμή της νύχτας, το βάρος του αλατιού,
ο καπνός μιας απαγόρευσης
Καμπύλες στην άμμο, μαλλιά βρεγμένα,
είδη προσωπικά παντού
Μάτια διάττοντες στο βυθό της νύχτας,
επιμένουν ή πέφτουν
Ένας Αύγουστος πριν σκορπίσει ολότελα
αργοπορεί

Εμάθαμε μόνοι στο περίτεχνο της μνήμης

ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗ

Ένα βήμα πίσω, δυο βήματα πίσω,
τρία βήματα πίσω
Ακόμα και, η προσμονή, εν μέσω μιας
μαρτυρικής ορθοδοξίας, απαξιώθηκε

Πρόκειται ασφαλώς για ένα άλμα καθώς
οι ναυαγοί παλεύουμε με τις απώλειες
Θεόρατος βυθός ξεθεμελιώνει τα κύματα

Κι όμως τα νέα σήμερα είναι καλά όντας
χειρότερα από χθες
Όλοι διαθέτουμε πλέον τη συντριβή μας·
ακόμη και οι θριαμβευτές

ΓΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ

Στο βάθος φαντάζομαι σπάραχνα να διαπερνούν
τη νεκρή φύση των διχτύων, ή βεγγαλικά όπως
διασχίζουν το θνήσκον μιας επετείου
Και καράβια· από δω πάνω ανακατεύονται στις
γραφές των αερόπλοιων
Μας αρμενίζει κάποιο είδος βαρύτητας

Η στεριά, από μια τάφρο αμφίβιων, πολιορκείται
Και τα μενεξελή αγριολούλουδα ξεφορτώνουν
Και η αύρα σβήνει στα λινά τραπεζομάντιλα
Και το πρωινό καθρεφτίζεται με κοψιά πυραμίδων

Συντηρούμε τη σύνθεση μέσα στο δάνειο, όπως
η αθανασία επεξεργάζεται αξίες με το σκουλήκι

ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΒΟΛΗΣ

Τσακίζοντας ένα προς ένα τα όριά του πλησιάζει
ετούτος ο εχθρός λοξά
Από μεθόριο σε μεθόριο ευαγγελίζεται θριάμβους
Και μείς τον περιμένουμε εδώ αποφασισμένοι
Ενώ του λόγου του πετάει ήδη τα πρώτα ληγμένα
«Ληγμένα»… παρωνύμιο αγχόνης που
στόμωσε, νομίζω

Κι όταν μας ριχτεί κατά μέτωπο θα ’μαστέ εκεί
να σηκώσουμε ό,τι μας επιτρέπει
Την παντιέρα μιας ειρήνης μεσίστια στο πινάκιο
των απωλειών

Καθώς το πένθος ανεμίζει σαν μια και μοναδική χορδή
η απαντοχή μας ακκίζεται

Ναι, αυτό το ψεύδος με τις μυλόπετρες στο στομάχι
ακκίζεται
Και αλίμονο· εμείς φορτώσαμε τη σαβούρα ετούτη για
να βαραίνουν οι ελπίδες μας

ΕΝ ΑΡΧΗ

Τα ράφια είναι γεμάτα μέχρι σκασμού ώρες ώρες
Άλλοι επιμένουν πως τούτες οι γλυφές στις οθόνες
είναι μια εκδοχή βυθού στα πρόσωπα
Άλλοι πάλι πως τα μάτια είναι η σπορά του κενού
Όπως έχει σπαρθεί το άπειρο για να
χωρέσει παντού η άβυσσος
Φοβούμαι πως από κάτι τέτοιες παραδοχές αντλούν
οι αδυναμίες τη δύναμή τους
«Παραδοχές»,
μια λέξη που βρομάει αποδοχή
«Αποδοχή»,
μια λέξη ατραπός προς τη συνενοχή

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ

Ευδαίμων τάφρος, μεσημέρι, Αύγουστος
Κι αυτά τα μεσημέρια συρρέουμε στις παραλίες
Να εκθέσουμε όλα τα είδη των κινητών μας
Επιτρέποντας στο γυμνό μετάλλων, πλαστικών, γλουτών,
να εξασκήσει το δικαίωμα του φαίνεσθαι ελευθέρως
Παρελαύνουμε ανά οικογένειες και άλλους συναφείς
σχηματισμούς εις το ζενίθ του ήλιου
Όπου οι ιδιόρρυθμες μονάδες μας επιδίδονται κοινοβιακά
στις σχέσεις τύπου:
Ει δυνατόν προς το κοινόν συμφέρον

Μία Εδέμ λοιπόν,
όπου ως Εδέμ ποικίλλεται και με καρυκεύματα
σε γεύση κόλασης
Όπως η θελκτική προοπτική ενός δείπνου με
άρωμα επετείου και ό,τι ήθελε προκόψει
Ριπίδια έντασης, εκρήξεις, καμένες σάρκες με ρίγανη,
εκκρίσεις υποσχέσεων
Κατιτίς από ’να τρομοκρατικό συμβάν, σχεδόν

Επιτέλους· ο ουρανίσκος πλημμυρίζει με γεύσεις
πληρότητας τύπου «τρία σε ένα»:
«Μια Βαστίλη εντός Χειμερινών Ανακτόρων, κι ένας
σερβιτόρος ωραίος ως Σπάρτακος»

APRILIS MMX, A’

Δεν ξέρω αν ο άνεμος γράφει με γύρη, ή μήπως
η γύρη γράφει με άνεμο
Δεν ξεχωρίζω τις αράδες, κάτι όμως καταπνίγει
την άνοιξη με τον όγκο μιας ομίχλης

Βαρύ πένθος πλησιάζει τις αισθήσεις μου
Θυμωμένες αισθήσεις
Διότι οι ήττες τους, ανεμπόδιστα, συμπαρασύρουν
το μέλλον της μνήμης
Κι ετούτη η συνθήκη, καθώς λιπαίνει τις
μέρες, μοιάζει με ντροπή σε
παρειές ακροατών

APRILIS MMX, B’

Μια είδηση της τελευταίας στιγμής
χτυπάει το παράθυρό μου
Έχει εκείνο το τσιγάρο της τελειότητας στα χείλη
Άλλη μια ανατροπή καβαλικεύει ως στρουθίο
τις προσθέσεις μου

Απώλεια ηχοχρώματος

Κάτω απ’ το βυθό τ’ ουρανού
ακόμη ένας λόγος εσίγησε, σαν
σύντομο θέρος

.

ΓΗ (2009)

ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ A’

Φορούσε το πουκάμισο ανάποδα
όπως κρύβουμε τη μοναξιά μας
όταν πυροβολήθηκε από έναν Αύγουστο
με τακούνι και μαύρο φουστάνι
Κι ύστερα διέφυγε από στοές, περάσματα και στενά
Κύματα οδών, σαν συγκοινωνούντα δοχεία μιας μήτρας διεσταλμένης
Εντέλει παραδίδεται καταμεσής της μεγάλης πλατείας
με τα κοράλλια και τις κλίμακες στη στέψη
Και τώρα, έξι η ώρα το πρωί, λίγο πριν αρχίσει η περίοδος των αναμνήσεων
καθώς ανακάθεται πλάι του ένα ακόμη εικοσιτετράωρο
τώρα ακριβώς
στον κίνδυνο με την πρώτη καλημέρα να βυθιστεί σε κάποια ελπίδα
ανοίγει το παράθυρο και ρίχνεται στην μπόρα, όπου
χιλιάδες άλλες σιωπές περιφέρονται με αλεξιβρόχια
σαν μέδουσες πίσω από γυαλί

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Οι δεσμεύσεις, ζεύγη έτοιμα ν’ αγοραστούν
μυρίζουν σαν ζεστό ψωμί στον πάγκο
Νερό απ’ το πηγάδι
ανεβαίνει όλο δροσιά και όγκο
για να καεί πρόσωπο με πρόσωπο
Καταναλώσαμε κάποτε τις συμφωνίες, καθώς θυμούμαι
και να τι έμεινε ανάμεσά μας
ένα σκαρίφημα
Όπως κρέμεται στον τοίχο εκείνη η έκρηξη
σε διάφορες στάσεις
Οι δεσμεύσεις μας
θα λιώνουν από στόμα σε στόμα
σαν πάγος

ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΛΕΩΣ

Τα πρόσωπά τους αναρριχώνται στις όψεις
Λεγεώνες, παρέες-παρέες, αφήνουν τη γη πίσω τους
Τόσα πρωινά εκεί έξω παίζουν με το βάρος του εικοσιτετράωρου
Απ’ τα καθίσματα το μάτι μετράει με ακρίβεια αδιαφορίας
Και οι απόψεις, κάποια μουσική γύρω από μια γκρίνια

Ξώφτερνο με νύχι βαμμένο πατά ετούτο το σύμπαν
Ως τον αστράγαλο το μάλαμα, σαν ίχνος υγρασίας
Κοσμήματα, όπως καταντούν οι τραγωδίες στην ειρήνη μας
Και οι θυσίες, με ονόματα οδών, εστρώθηκαν περίπατους
Ο ελιγμός αποδεικνύεται κερδοφόρος μνήμη

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ ΑΚΟΜΑ

Αφήσαμε ανοιχτή την πόρτα πίσω μας
Θα μπει η φασαρία του δρόμου και η σκόνη
Ποιος νοιάζεται όμως για σύνορα στ’ αλήθεια
Τα δωμάτια έχουν κιόλας περάσει στην αυλή
Και η αυλή μπερδεύτηκε με την πλατεία
Αναζητώ τους ήχους μιας παραλίας
Οσμίζομαι γατιά και ρεύμα του Αυγούστου
Αιωρούνται αντικείμενα δίχως συλλαβές
Ανάμεσα παλινδρομούν εργάτες σαν άδεια συρτάρια
Η κίνηση ενοχλεί τους τοίχους που λιάζονται
Τώρα περνάει το χαλί σε μια περίεργη στάση και οι αλτάνες
όταν ανάβουν μενεξέδες, υάκινθοι και μοσχομπίζελα
κι εκείνοι όπως στέκονται νεότατοι καπνίζοντας στα παράθυρα
Η απώλεια ντύνει ρούχο προς ρούχο τη ζωή
μέχρι να γυμνωθούν ολότελα οι εικόνες.
Αλλά και τ’ ολότελα θέλει το χρόνο του και το κερί του

ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ Β’

Ξεσηκώνονται, γέφυρες, δρόμοι και οχήματα
Ως τα δώματα όπου χτενίζεται η πλατεία
Κάθε στέψη κι άλλη κόμη από σκαλοπάτια και μπούκλες
Κάτι ίπταται στη βροχή πάνω σ’ ένα ποδήλατο κατράμι
Με παναμά και χαίτη ανεμίζουσα όπως αρμόζει σε μια ελευθερία

Στο βάθος τα φτερά μιας όψης σημαίνουν κάτι
Κάποιος αναγνωρίζει στη σιωπή το σχήμα μιας κραυγής
Μερικοί ψιθυρίζουν για μνηστείες συμφέρουσες
Άλλοι ελπίζουν σ’ ένα γάμο ή σε ανάσταση επί θανάτου
Τόσες σημαίες, τόσα λόγια, τόσα παράθυρα κυρίως

Πόσα πρόσωπα, πόσες διηγήσεις,
Διηγήσεις για την τελειότητα προπάντων
Επιτέλους, πόσες υποσχέσεις ένθετες εκτίθενται στους τοίχους
Θα δούμε όμως πρώτα να σταθεί κάτι κι ανάλογα τη μετάφραση
Λέω όμως τώρα, αν το επιτρέψει η εποχή, θα μας πνίξει η ομορφιά της
Κύριε
προστάτεψε και την ασχήμια σου

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ

Δε θυμούμαι τα πρόσωπα των συντρόφων μου
Δε γνωρίζω αν τα κύματα θυμούνται τι υπήρξαν
Άλλαξαν τους αριθμούς σ’ αυτά τα σπίτια
0 έρωτας εξόκειλε σαν μέδουσα
Σε λίγο θα την πιει ο ήλιος με τις φούχτες του

Η παραλία υποδέχεται τα νερά γι’ αυτό που είναι
Επιπλέουν φτέρνες και δάκτυλα στην άμμο
Λεκιάζουν με το βάρος τους την αύρα
Μόνο τα λόγια δεν μπορούν να σφίξουν χειραψίες
Μια τόση δα η απεραντοσύνη των ματιών
χωρίς ταξίδια πνίγεται η θάλασσα

ΥΣΤΑΤΟ ΚΛΙΤΟΣ

Ακούω πίσω μου την πνοή του δέντρου
όπως δανείζεται στον άνεμο
Και τον άνεμο ακούω
καθώς δεσμεύει τη δύναμή του στο φύλλωμα
Είπε σ’ αυτόν το δρόμο θα συναντήσεις τα εργοστάσια
και πως τώρα όλα γίναν σκοτεινές υποθήκες
Στους τοίχους ένα παρά ένα έχουν δανειστεί τα κεφάλια
Έμειναν λειψοί τόσοι άγιοι για κάποιο ημίφως
Όσο το μέτωπο, τα μάτια, ο λαιμός είν’ τα παράθυρα
Το χρέος κάθεται στον κορμό, μια τρύπα ήλιος
Δίχως οφειλές δεν έχει νόημα ο λόγος

ΥΣΤΕΡΟΤΟΚΟΣ ΑΚΤΗ

Το σπίτι πλέει στα λιόδεντρα και τα τζιτζίκια
Μικρά γείσα θέλουν να σβήσουν τη φωτιά
Πρόσωπα συναρμογές του τετραγώνου
Τρεις τρύπες όλες κι όλες να κρυφτεί το φως
Μαύρο, γαλάζιο, με παίζει η διπρόσωπη φυλλωσιά

Αιθέρας στις φούχτες μου ό,τι μένει
Μυριάδες μέλη λικνίζονται κατά μήκος, χρώματα στον ατμό
Η θάλασσά μου ασκεπής, μαζεύει αλάτι
Από κεφαλή σε κεφαλή εξατμίζεται ο τόπος

Στην άμμο καίγονται, ένας ήχος, τα βήματα
Εξαίσιες συλλαβές θέτουν την εμμονή
Φα, λα, σα, ρνα, φα, λα, σα, ρνα, φα, λα, σα, ρνα
Ονόματα να μείνουν όπως τα ’ξερες, δύσκολο
Το μέλλον αποδέχεται δίχως επιλογές

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ ΗΜΕΡΑΣ

Οι σκιές του εωθινού αποσύρονται
Έρωτες σε χαμηλό κάτοπτρο

Μ’ ένα ραδιόφωνο πλάι στο στήθος όλη νύχτα
Οι ρώγες έχουν ορθωθεί ανάμεσα στους κρίνους της παραλίας

Η άμμος έχει μνήμη, έχει γλώσσα
Με την αφή ανοίγονται τα πρόσωπα της ψυχής της

Και τι είναι άμμος άλλο από χώμα κι αλάτι
Να κρυφτεί το νερό

Και τα βράχια ένα αποτύπωμα τρικυμίας
Και η κόμη του κοριτσιού με το ποδήλατο ένα απόγευμα

Τα χείλη μου θα σφραγιστούν
Μεγάλα λόγια μέσα μου με κατατρώγουν

Οι θάμνοι της ακτής χρεώνονται στους καιρούς
Υπερβολικό έρμα ακονίζεται πάνω μου

Αν δεν τον προκαλέσεις, έστω για μια φορά,
παραμένει εχθρικός ο χρόνος

ΔΕΝΤΡΑ ΜΕ ΜΑΡΜΑΡΟ

Κάθομαι στο χώμα πιασμένος σε δίχτυ από ήλιους και σκιές
Με το φύλλωμα γλιστράω μαζί του στον ασβέστη
Μπροστά μας χιλιάδες λιόδεντρα κλειστά, ως πέρα
Φούντες αλμύρας εικόνα εικόνα πλησιάζουν
Σκέφτομαι τέτοια φωνή πίσω μου
Θα είναι όμορφο ρούχο στον άνεμο
Της Αύρας ίσως, της Ήβης, γυρνάω ελπίζοντας
Μια πέτρα ακόμα όλη κι όλη ό,τι έμεινε
Μοιάζει με στήθος χωρίς κεφάλι, χωρίς σώμα
Με χείλια όμως να γράφουν ιστορίες
Τις ακούς, σαν τη σκιά όλο μακραίνουν την απόσταση
Όρεξη να ’χεις, ώρες και ώρες διηγούνται απ’ τη νύχτα
Βαδίζει η μέρα με τις αλήθειες της στα δεξιά
Μας πήρε δώδεκα κιόλας, απ’ όλες τις πλευρές το μεσημέρι
Χωράει λένε τις ελπίδες ενός θεού μονομιάς η μέρα

ISOLA

Ηρεμία, αλλά η θάλασσα ορθώνει ακόμα πυραμίδες με λοφία
Όπως σιγοβράζει η μνήμη από χθεσινές σπιλιάδες
Η επιφάνεια σπάει το τσιμέντο της από χαλίκι σε χαλίκι
Κι ο ορίζοντας, παρατηρώ απ’ το μόλο του Αγίου το δακτυλίδι του και
Και τα σύννεφα, ένας στόλος σκορπίζουν τον ουρανό

Μου μίλησαν γι’ αυτόν τον Άγιο, θηλυκός περισσότερο
Με δυο λευκά στήθη, να βυζαίνει ο πόντος τα μυστικά μας
Τα μυστικά μας, τι άλλο από στάσεις και απώλειες
ξοδεύουν τ’ άρωμά τους στον αέρα
πνίγουν τον καρπό στο λάδι τους

Απομεσήμερο μπαίνει η γυναίκα με τ’ αγόρι μνημονεύοντας
Σαν ψίθυρος μακρινής πομπής την ώρα που πέφτει ο ήλιος
Μπορείς ν’ ακούσεις τα λόγια και τα ονόματα, τόσες ανομβρίες
Όσο ν’ αδειάσει πάλι το γλυκό νερό τους ήχους του, βιάσου
Δίπλα μας έχει κιόλας φανεί η γύμνια της Υδροφόρου

REQUIEM

Αν ήθελα να μιλήσω για τη μοναδική επιλογή

αγρίμια οι φωτογραφίες παίζουν στα στιγμιότυπα
τραβούν ζωή από κει πάνω για την πείνα τους
στο αίμα οι αγριοτριανταφυλλιές και τα ξυράφια από πουρνάρι
το σύμπαν ρουφάει τους χυμούς κάτω απ’ την ταχύτατη άσφαλτο

Αν ήθελα να προλάβω δυο λέξεις για τα σώματα

χαρίζονται στους χείμαρρους σωροί και σωροί τα είδη
κότσυφες και δρυοκολάπτες σκιές από σκίτσα, ό,τι έχει απομείνει
ανάμεσά τους τα τυφλά πλυντήρια, οι σβηστές στόφες προσποιούνται
ενώ αργοπεθαίνουν σκύμνοι στις σακούλες, η τελική λύση των ασβών

Αν ήθελα να ουρλιάξω πριν τη σιωπή

δίχως μυστήριο ή χάρη, χαμένα κορμιά απ’ την αφετηρία
δεν έχουν νύχια, ξεριζώθηκαν απ’ τη βάσανο των συρράξεων
σαν μούσκλια κρεμάστηκαν οι επαρχίες στα κλαδιά
και τα δέντρα το καθένα κρύβει τ’ άλλα ως τον αποκεφαλισμό του

ΝΑΔΙΡ

Η άρνηση είναι από έρωτες ιστάμενους
Νύχτα και μέρα ποτίζουν τις Αρχές
Κατάφορτες εικόνες αναρτώνται
Θα χάσουν κάτι στην ακινησία τους, όπως
ανακουφίζεται η στεριά στη θάλασσα

Αλλά οι μέρες είναι άγρια νησιά
Ακόμα κι αν μειωθούν με τις κατακρημνίσεις
θα μείνει έστω κι ένα βότσαλο
Η ουσία επιζεί σαν δυσνόητος ήχος
Μη μιλάς, ανοίγοντας οι λέξεις γίνονται σιωπή

ΖΕΝΙΘ

Δώστε μου ένα λόγο ακόμα
Εκτός από τόκους και αποτίμηση
Κι ας τον κάψω σαν χάρτινο καράβι πάλι
Ν’ απλώσουν οι στάχτες το πρόσωπό τους
Σαν ενύπνιες συναντήσεις και πράξεις
Δώστε μου μια λέξη κενή τώρα
Θα τη χορτάσω, όπως την αδειανή στέρνα ένα σύννεφο
Λίγο πριν ακροβολιστεί τ’ όνειρο ξανά
Στο βαθύ πόνο του πρωινού, είμαι έτοιμος
Δεν υπόσχομαι παρά έγνοιες ύποπτες για μέλλον

ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ

Η μέρα φεύγει με βήμα νυχτερινό
Και οι γυναίκες ξεχωρίζουν στα σημεία των φραγμών
Και οι άντρες σπάνε διαλαλώντας τα όνειρά τους
Καρέκλες και φράσεις σ’ ένα τραπέζι αντικρίζονται
Κι απόψε η αιωνιότητα δεν είναι παρά ο επόμενος διάλογος

AUTOROUTES

Προσπαθώ να δω την άλλη στιγμή
Ένα όχημα φορτωμένο με φήμες επιπλέει ή όχι
Αν μπορώ να περισώσω κάτι από χέρι σε χέρι
Ό,τι χωράει σε μια χειραψία, μια πρέζα λέξεις
Αλλά δεν έχουν κερδηθεί ακόμα οι στιγμές της επαλήθευσης

Σμιλεύουμε περιλήψεις και στήλες άλατος
Ό,τι μπορεί ν’ ανθίσει σε ρυθμό επανάληψης
Ανδριάντες, όπως καταλήγουν τα διάφορα οχήματα
Τόσα είδη τοποθετήθηκαν με ό,τι έχουν κατακαύσει
Το άπειρο δοκιμάζεται σαν εγχειρίδιο γλυπτικής

ΣΤΑΣΗ 1

Γνώριζαν δε γνώριζαν, σήκωσαν χρήσιμες εκκλησίες
Ο Άγιος Χαράλαμπος έχει τους τάφους τους για δάπεδο
Ο Άγιος Ιωάννης τους τοίχους του για σαρκοφάγους
Στον Άγιο Παύλο ανακουφίζονται οι λαθρομετανάστες
Το βγάζουν όσο να ’ναι το έξοδό τους τέτοιοι άγιοι

ΣΤΑΣΗ 2

Πέντε Αλβανοί, ψωμί και μπίρες
σκορπάνε φθόγγους δίχως φόβο
Τρεις άλλοι Υπερβόρειοι πίνουν το χύμα
κρασί, τσίπουρο και μπράντι ανακατωμένα
Μερικοί Φιλιππινέζοι τιτιβίζουν γύρω απ’ τους μπόγους τους
Δυο γυναίκες με λαιμούς Αιθιοπίας γελούν
Ένα ραδιόφωνο από ψηλά στα λαϊκά
ξεκουρδίζει την Κυριακή

ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ

Αναλύω την εικόνα ως τ’ ουρανού το κυανό βάραθρο
Και μείς στο βάθος όπου σηκώνεται η κορυφή του όρους
Κατακερματίζουμε το φως, ξοδεύουμε το φως
κένταυροι με κάμερες συνέχεια της οπλής
Και τα πλήθη των τουριστών όπως εμφυτεύτηκαν εδώ
κίνηση άξια σαν ενοικίαση Θεού

Και τα άλογα με τα φτερά, παιδιά ένα γύρω, τα εντυπώνονται
Και τα έπιπλα, γυροφέρνουν σαν σκιούλες μικροπωλητών
Όλα μ’ επιμονή εκτεθειμένα, τόσα και τόσα στη σινδόνη
Στα φτηνοπράγματά της πλουμιστή μια Βαβυλώνα
γεμίζει πάλι το ρούχο της από το τίποτα με τίποτα
Κι εμείς, με την ελαφράδα των φυλλωμάτων στους ώμους
συναλλασσόμαστε επ’ ωφελεία

Εντούτοις μας βασανίζει η υστερία μιας γεώτρησης
Ενώ δοχεία ροφημάτων έχουν παραταχθεί μυριάδες στις όχθες
Σαν προϊόντα εκταφής, δε διευκολύνουν τη συνοχή
Τόσες λαλιές επιδεικνύονται, οχήματα υπ’ ατμόν
σε χώρο στάθμευσης
Εμποδίζουν τη λειτουργία της σιωπής
στην κατανόηση αλλήλων

ΔΕΙΚΤΗΣ

Κόκκινη γη, κόκκινη από ώχρες κι έναν ίσκιο
όπως λιάζεται στη στροφή
Όλη κι όλη αυτή η χαρουπιά σαν ελαφρύ ρούχο δεν επαρκεί
Και κατρακυλούν χαλίκια και ήλιος και θυμάρι
και συλλαβές ερημιάς ακαταπαύστως
Όλα ρέουν με τη γύμνια των κεκοιμημένων
0 χρόνος είναι στο δρόμο επί τροχάδην

Ένα ακτένιστο βουνό κατρακυλάει η μέρα
Θα πιάσει τόπο τώρα δα λες, σαν βιαστική ιδέα
Και βυθίζεται με κείνο το νεύμα του κινδύνου
Όπως οι μέδουσες
όταν καταδύονται στη σιωπή
Όπως εμείς
καθώς υποχωρούμε με αντήλια κι άλλα
εξαρτήματα φόβου

ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ

Βορινός ορίζοντας, κι ο νότος εκτίθεται σαν λιμενοβραχίονας
Τα νερά ασφυκτιούν επάνω στα δόντια του τσιμέντου
Ή στο τόξο του βάθους, καθώς υπόσχεται τη θάλασσα όλη
Αγνοούμε την παρρησία ενός παρωχημένου προμαχώνα
Ελπίζουμε μέσα από μια συμφέρουσα διάσωση τειχών

Και στην τάφρο προσβλέπουμε, κυρίως
Όπως αυτή ενσωματώνεται ως περίπατος της πόλης
Φοίνικες, πεζόδρομοι, λεωφόροι, φωτισμοί συνωθούνται
Κι ό,τι άλλο εγγυάται την καλοκαιρία μιας αδιαφορίας
Όπου τα πληρώματα σέρνουν τη βαρύτητα υπό το φαίνεσθαι

Ένα βασίλεμα ανάμεσα σε δυο νησιά από πρύμνη σε πλώρη
Με τον έλεγχο σφιχτά απ’ το χέρι, και μάτι που πετάει
Λίγες στιγμές πριν συνθλίβει πάλι ο ήλιος
Αυτή η λογική δε θα ’ναι παρά το φως ετούτης της νύχτας
Ή μήπως ετούτη η νύχτα να είναι το φως σ’ αυτή τη λογική

Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Δραπετεύουν σαν πρωινό από τέσσερις νύχτες
Πυραμίδες καθ’ οδόν, έξω απ’ το ρουν της ερήμου

Η πορεία σημαδεύεται, τόσα φορτώματα
Ένα σύμπαν κάθε φορά ό,τι πέφτει κατά μήκος της οδύσσειας

Του θανάτου η ακτένιστη κόμη ξεσκεπάζει τις ακτές μας
Αντικρίζουμε πλέον επιτύμβια και ληκύθους, κάτι απ’ το μέλλον

Η διαφυγή, η κόψη της, γίνεται κραυγή
Μοιάζει με την ελπίδα η κραυγή και η ελπίδα πιάνει τόπο
μονάχα σαν καταγγελία βιασμού

ΓΩΝΙΑ ΥΠΟ ΔΥΟ ΠΛΑΤΕΙΕΣ

Μετράω εννέα κατεδαφίσεις στον κύκλο
Και η Μητρόπολη, οι επικλήσεις της σηκώνονται μια στάλα
Θα φτάσουν τα σύννεφα για λίγο πριν τις καταρρίψουν
Και η παλιά Νομαρχία, εικόνα εξ Αιγύπτου, επιμένει
Στις πύλες, στα παράθυρα, το κενό εκλιπαρεί για κάποιο μερίδιο ουσίας
Κι ο χάλκινος ήρωας δε θα φτάσει ποτέ έως εδώ
Μονάχα δίπλα, σε μια κάμαρα από γυμνά πλατάνια, θα επιπλέει
Με τα περιστέρια όπως εγκλωβίζονται στα τραπεζοκαθίσματα
Κι ένα καράβι να σβήνει στο μπαλκόνι του γιορτές και γιορτές
Και μουσικές, ορθώνεται κάτι περίεργο ή άγνωστο εντέλει
Τόσο δα τόπος η μνήμη, κι όμως την τεμαχίζουνε με πείσμα
όπως το ύφος της βροχής όταν διασκορπίζει το πλακόστρωτο
ακόμα και τα πλάτη που μηδενίζονται και τα μήκη που χάνονται
κι αυτόν τον ουρανό ακόμα καθώς πνίγεται στα αειθαλή σκιάδια

.

ΔΟΚΙΜΙΟ

Η ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ ΣΤΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Θ. ΡΙΖΑΚΗ (2021)

Η ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΕΝΘΟΥΣ

[ΙΓ, σ. 124, …στην έβδομην άοιδός τυφλός ό ποιητής εστάθη //
μ ’ ‘ένα ραβδί στο χάλασμα θρήνους χρησμοδοτούσε]

Μου γνέφει ένας ορίζοντας. Τον πλησιάζω. Είμαι βέβαιος πώς πίσω του κρύβεται ο βηματισμός τής αβύσσου. Πρόκειται για την γενναιότητα του πένθους στο έργο τού ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη. Κάπου νοιώθω ότι φοβάμαι πώς θα μπλέξω με κάτι πέραν των δυνατοτήτων μου. Ωστόσο αποφασίζω να ταξιδέψω σέ τούτο το αρχιπέλαγος. Εφόδια ή διαίσθηση και άλλα απλούστερα συναισθήματα. ’Έκπληκτος με το θράσος μου δοκιμάζω τα νερά. Νοιώθω να με γλυκοτυλίγει ένα μούδιασμα στα μετατάρσια. Μια σχεδόν παρηγορητική υπόσχεση. Βυθίζομαι ολόκληρος. Για ό,τι συμβεί από ’δώ και πέρα, σκέπτομαι φωναχτά, ας μοιραστούμε την ευθύνη ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης πού εκτίθεται αποφασιστικά στο φως και τού λόγου μου με την ιδιότητα τού φλύαρου σχολιαστή. ’Οφείλω όμως να ομολογήσω πώς ο ποιητής μου φάνηκε λιγουλάκι πονηρός καθώς με το καλημέρα με φίλεψε φρέσκο λουκούμι τριαντάφυλλο απ’ το Ζητούνι πριν ακόμη καλοανοίξει την εξώπορτα. Μιλώ για το επικεφαλής ποίημα με τον λοξό τίτλο «με χρώμα το σκοτάδι» απ’ την συγκεντρωτική έκδοση επιτάφιος δρόμος:
[I’, σ. 9, -εκεί πού σύχναζε σχεδόν τον είχα χάσει/ σκάλες τα χρόνια μου δεν έφταναν ν’ ανέβω / κι άρχισα νά τον ρίχνω πέτρες τις πληγές μου / ώσπου έδυσε στα νέφη ή γαλάζια του έπαρση / πήρε δειλά να κοκκινίζει απ’ τα χτυπήματα / λίγο αργότερα έγινε μαβής / και καταστάλαξε στο γνώριμό μου μαύρο…].

Ποίημα πολιορκητικός κριός πού τσάκισε οποία λογική δυσπιστίας. Και ποιος θεραπευτής δεν θα ’χάνε τις μετάνοιες και τα φαρμάκια του με τέτοια ανακουφιστική εξομολόγηση οπού χίλια εκτάρια αμπελώνα χωρούν σέ μια σταγόνα πνεύματος. Έμελλε να μάθω πώς όλα τα ποιήματα τού Ριζάκη συστρέφονται στο χάος σαν ένα σώμα από αυτόνομες ψυχές.
Παραθέτω τα συνημμένα σέ τούτο το κείμενο σχολιασμού που θα μπορούσε να θεωρηθεί μάλλον ως «έκθεση αυτοψίας φέροντος οργανισμού οίκου»
παρά σαν κριτικό σημείωμα περί λογοτεχνικής δεινότητας. Με λίγα λόγια δεν κρίνω, και πώς άλλωστε θα ήταν αυτό δυνατόν, αλλά προσπαθώ να ακτινοσκοπήσω έναν βράχο. Μπροστά μου έχω ανοιχτούς τρεις «τόπους» τού ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη: I’ επιτάφιος δρόμος, ποιήματα Α’ 1985-2010, Οι Εκδόσεις των Φίλων 2011· II’ χώμα με χώμα η μάχη, επιλεγμένα ποιήματα 1985-2018, εκδόσεις Ρώμη 2019· και III’ το λογοτεχνικό περιοδικό ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ, τεύχος 61-Νοέμβριος 2019, με πέντε ανέκδοτα ποιήματα υπό τον γενικό τίτλο «Στιγμές εφτάζυμα ζωής διανέμω».
Φανταστείτε έναν καλό αναγνώστη στην βαρύτητα όλων αυτών νά κινείται ως νεφέλη με όσα τον ωθούν. Καύσιμο και γεννήτρια η ποίηση τού Ριζάκη.
Ακόμα και οι αισθητήρες στις άκρες τής αφής δονούνται καθώς απαγγέλλω συνεπαρμένος από έννοιες, εικόνες και ρυθμό. Τα νοήματα σύνθετα εκτεθειμένα όμως με τρόπο και λέξεις πού συγκροτούν ισχυρή
ποιητική «ντοπιολαλιά» παρά την επιδιωκόμενη, με απόλυτη επιτυχία, απλότητα. Γόρδιοι δεσμοί επιβίωσης λυμένοι στο χαρτί,

[Ι, σ. 97, …όταν αποφάσισα να μιλήσω // μια καμπάνα ανάσταση πέρασε!\

Και στην επόμενη σελίδα,

[Ι, σ. 98, …μη ρωτάς και συ συνεχώς / «ποια η ζωή μου;» – ό,τι / μ’ έλιωσε φως προς το βράδυ, / με ξενύχτησε λύχνο ως το χάραμα…].

…/…

.

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ (2014)

ΤΟ ΑΝΤΙΔΩΡΟ

Από το τελευταίο σπίτι μέχρι εκεί που σβήνει ο χωματόδρομος στην Περικλεούς είναι το πολύ ένα πεντάλεπτο με τα πόδια. Και οι χαιρετούρες μέσα. Κάθε πρωί, προσπερνώντας περίφροντις μία μία τις εξώπορτες, κάπου στο τέλος της διαδρομής νιώθεις ένα μάτι καρφωμένο στην πλάτη σου. Αμέσως γυρίζεις να αντιχαιρετίσεις δίχως δεύτερη σκέψη.
«Καλημέρα, δεσποινίς Ιφιγένεια».
Η δεσποινίς Ιφιγένεια όλη την ημέρα στέκεται στο πλατύσκαλο με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, το κεφάλι γερμένο δεξιά και τα μάτια απέναντι.
Το απόβραδο, πάντοτε την ίδια στιγμή, όταν ο ίσκιος της μέρας μπερδεύεται ακόμα με τις σκιές της νύχτας, αποσύρεται. Κι ύστερα το σκοτάδι βγαίνει στα παράθυρα να πάρει την πόλη.
Είχε κάποτε τον άνθρωπό της. Αυτός την έφερε εδώ κάτω. Αυτός την επέβαλε στον κόσμο μας. Λίγους μήνες όμως μετά τους επίσημους αρραβώνες εξαφανίστηκε. Φθινόπωρο του ’36 ήταν. Όταν την έπνιξε η ανησυχία πήρε τους δρόμους να μάθει κάτι. Κανείς δεν είχε ιδέα. Στο τέλος κόντεψε να
βρει και τον μπελά της. Μέχρι και η Ασφάλεια την πέρασε από ανάκριση. Δικτατορία, βλέπεις. Δικτατορία της 4ης Αύγουστου. Άρχισαν τα τι και τα πώς στη γειτονιά. Στην αρχή η Ιφιγένεια ανταποκρίθηκε. Να λιγοστέψει το βάρος. Αλλά σιγά σιγά κλείστηκε στον εαυτό της. Άσε που προσπαθώντας να την παρηγορήσουν η λέξη υπομονή κατάντησε αηδία. Σε λίγους μήνες άλλαξε η στάση της. Τέλος οι λυγμοί, οι διηγήσεις, ο θυμός, η αγανάκτηση, τα στολίδια του πένθους, τέλος και τα καλησπερίσματα. Κλείστηκε μέσα.
Είχαν περάσει δύο χρόνια όταν κάτι μυστήριοι τής παρέδωσαν ένα γράμμα του και εξαφανίστηκαν δίχως κουβέντα. Έτσι ξαφνικά από το πουθενά. Καμία εξήγηση. Μόνο ότι υπήρχε.
Το νέο διαδόθηκε. Έτρεξαν οι γείτονες για τα συχαρίκια. Εκείνη σιωπή.
Τους έκοψε τη χαρά η Ασφάλεια. Έκαναν το σπίτι άνω κάτω. Αποχωρώντας την πήραν μαζί τους με ό,τι άλλο τους γυάλισε. Άφησαν πίσω τους ορθάνοιχτη την εξώπορτα. Σε λίγες μέρες την επέστρεψαν σαν πακέτο. Την παράτησαν αξημέρωτα στην πόρτα της. Κάθισε στα σκαλοπάτια και περίμενε. Ο πρώτος που άνοιξε τα παντζούρια του ειδοποίησε και τους άλλους. Την πήραν απ’ το
χέρι και την έβαλαν στο σπίτι της.
Ώσπου να αντιληφθεί ο κόσμος το μέγεθος του προβλήματος και να ειδοποιήσουν τους συγγενείς του εξαφανισμένου πέρασαν μερικοί μήνες. Ώσπου να συνειδητοποιήσουν το τεράστιο χάσμα που υπήρχε ανάμεσα στο σόι του εξαφανισμένου και στην Ιφιγένεια χρειάστηκαν άλλοι τόσοι μήνες.
Κάποια στιγμή, καταμεσής της γερμανικής Κατοχής, σταθεροποιήθηκε στην απόλυτη σιωπή. Στην Απελευθέρωση κάποιοι της μήνυσαν με έναν γείτονα ότι έρχεται. Άχρηστα τα λόγια του αγγελιοφόρου. Δεν έδειξε να καταλαβαίνει. Σαν να πληροφορούσαν την πέτρα για τη Δευτέρα Παρουσία. Έτσι κι αλλιώς ξέσπασαν στην πρωτεύουσα τα Δεκεμβριανά.
Χειμώνας του ’44. Οι μάχες γύρω απ’ το κέντρο διέκοψαν κάθε επικοινωνία με τις ανατολικές συνοικίες. Λίγο πριν σπάσει το οδόφραγμα στη μεγάλη γέφυρα κάτω απ’ τα ανάκτορα, της πρόφτασαν της Ιφιγένειας πως ο λεγάμενος είχε συλληφθεί στις οδομαχίες των δυτικών συνοικιών. Αυτή
όμως εκεί, ασάλευτη, ανάμεσα στις παραστάδες της εξώπορτας, και γύρω της τα βλήματα να κεντάνε τις προσόψεις. Η εξέγερση περνούσε από μπροστά της υποχωρώντας.

Κύλησε η ζωή. Άλλα οκτώ χρόνια σαν χείμαρρος. Τόσα χρειάστηκαν για να αράξει οριστικά ο ανοιχτός Εμφύλιος σε νόμους και κιτάπια. Ειρήνη μετά βεβαιότητος.
Προπαραμονή του Αγίου Αρτεμίου. Όλοι είναι έξω. Ασχολούνται με στολισμούς, καθαριότητα και ελπίδα για καλό καιρό. Η λιτανεία φέτος θα περάσει για πρώτη φορά από αυτό το σταυροδρόμι. Λίγο πριν το μεσημέρι φτάνει στην πόρτα της Ιφιγένειας μέσω Ερυθρού Σταυρού ένα ανοιχτό
γράμμα. Από τις εσχατιές της Σοβιετικής Ένωσης. Απ’ τα βάθη της Ασίας ή από κει που αρχίζουν τα βάθη της. Απ’ τη μυθική Τασκένδη. Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Ουζμπεκιστάν. Σαν στίχος απ’ την «Εκιουλιστάν». Έτσι αντηχούν αυτές οι λέξεις εδώ. Ένας «Κήπος των ρόδων» αντάξιος του Σάιχ
Μούσλιχ εν Ντιν Σααδί.
«Και πού ’ναι μωρέ αυτό το Ουζμπεκιστάν;»
«Στου διαόλου το κέρατο είναι. Το ’ψαξα στην υδρόγειο του Εξωραϊστικού. Πάνω απ’ το Αφγανιστάν. Λίγο πιο δω απ’ την Κίνα. Ανάμεσα στους Τατάρους, τους Μογγόλους, τους Τούρκους…»
«Κοίτα να δεις χάΐρι. Δεν ξεύρω τον άνθρωπο ούτε με νοιάζει τι τον κατατρέχει, αλλά να τον φάει η Τουρκιά ύστερα από τέτοιο κακό που τράβηξε. ..»
«Μη λέμε κι ό,τι θέλουμε τώρα. Εκεί θα γίνει η νέα Ευρώπη σε λίγο. Βάλτε το καλά στο νου σας».
«Τώρα δηλαδή τι θέλετε; Φιρί φιρί το πάτε να μας κάψετε με την κουβέντα που αρχίσατε. Δεν πάτε παραπέρα λέω εγώ;»
Τι σημασία έχουν όλα αυτά; Η Ιφιγένεια δείχνει να μην καταλαβαίνει ποιος τη θυμήθηκε, από πού τη θυμήθηκε, γιατί τη θυμήθηκε και τι της έγραφε.

Για χρόνια, εδώ στα ανατολικά, οι γείτονες ζύμωναν την ιστορία της Ιφιγένειας πάνω στο βραδινό τραπέζι. Όταν δεν έβρισκαν πρόχειρο άλλο κακό για να κρίνουν τις μέρες τους. Αυτή την επιμονή του μάλιστα να της ζητάει ακόμα -γιατί τι άλλο μπορεί να ήταν αυτά τα μηνύματα;— κανείς στη
γειτονιά δεν μπορούσε να την κατανοήσει μέχρι το τέλος.
Ίσως βέβαια του λόγου του να μη γνώριζε τις αλλαγές. Μα πάλι αυτοί που μετέφεραν τα νέα, πρώτα θα φρόντιζαν να μάθουν τι συνέβαινε στο σπίτι του και μετά θα πλησίαζαν. Έτσι έπρεπε να φέρεται κάθε προνοητικός άνθρωπος στην εποχή που φούντωνε ο ψυχρός πόλεμος. Εκτός κι αν δεν τον ενημέρωναν για την κατάσταση γιατί δεν ήθελαν να του μαυρίσουν την ελπίδα. Ή, πάλι, να γνώριζε και, αναγνωρίζοντας κάποιο μερίδιο ευθύνης, ήθελε να επανορθώσει. Μάλιστα κάποιοι υποστήριξαν ότι γι’ αυτό δεν τόλμησε το σόι του να την πετάξει στο δρόμο. Σαν να τους μήναγε: προσέξτε, σας βλέπω.

Όταν ο άνεμος ξαφνικά και ανέλπιστα της τον επέστρεψε, κάποιος άλλος είχε ρίξει το βλέμμα πάνω του. Πνίγηκε στον αφρισμένο χείμαρρο απέναντι απ’ το σπίτι του. Χειμώνας του ’58. Τον παρέσυραν τα νερά λίγα μέτρα απ’ το κατώφλι της, κι αυτή στην πόρτα μπροστά όρθια ανάμεσα στις
σκιές.
Δέκα χιλιόμετρα τον ξέσυρε η βροχή της Αγίας Γραφής. Σαράντα άνθρωποι χάθηκαν τότε. Μερικούς τους πήρε η θάλασσα. Δε βρέθηκαν ποτέ. Άλλοι δεν αναγνωρίστηκαν. Εκείνος στάθηκε πιο τυχερός στο θάνατο. Της τον κουβάλησε η Ασφάλεια. Βρήκαν την άκρη αυτοί. Έχει και τα καλά
του το πάρε δώσε με τις Αρχές.
Τι ακριβώς ένιωσε δεν μπόρεσε να πει με βεβαιότητα κανένας. Ούτε μάτι ούτε χείλι έπαιξε. Μόνο στάθηκε ακίνητη πάνω απ’ το φέρετρο.
Και τι δηλαδή, μήπως θα έπρεπε να βγει στους δρόμους με αξιοπρέπεια και εγκαρτέρηση; Να συχωρνάει, μεγαλόψυχη σαν αγία, και κείνον και τους άλλους; Και με ποιο δικαίωμα, παρακαλώ; Μήπως ήταν χήρα; Μια σπιτωμένη ήταν τρομάρα της! Να τι ήταν.
Και κείνος, πάλι, αφού χτυπήθηκε με όλες τις φυλές, αφού έβαψε με αίμα χέρια και ιδέες, αφού λογάριασε σύνορο το σύνορο το δρόμο μέχρι την άκρη του κόσμου σαν να τον κυνηγούσε η «Σιδερένια φτέρνα» του ΤζακΛόντον, επέστρεψε. Γιατί και που επέστρεψε, με ποιο δικαίωμα ήθελε να τον περιμένουν; Τι υποχρέωση είχε εκείνη, όταν αυτός έπραττε ό,τι νόμιζε σωστό κρατώντας την στο σκοτάδι; Για να την προστατέψει είπαν. Από ποιον ακριβώς; Κι αν η δικαίωση είναι ο απώτερος σκοπός της ζωής, στην Ιφιγένεια ποιος έδωσε την παραμικρή ευκαιρία για να τη χάσει;
Οι εφημερίδες έγραψαν, ύστερα από άδεια των Αρχών, πως ο συχωρεμένος είχε καταντήσει μισός άνθρωπος. Δε θα ζούσε για πολύ. Τον είχε φάει ο ξορκισμένος. Γι’ αυτό του είχαν επιτρέψει την είσοδο στη χώρα, αν και ήταν μεγάλο κουμάσι.
Είχε βγει παράνομα στην Ευρώπη το ’36 για να ενταχθεί στις διεθνείς ταξιαρχίες, στον Ισπανικό Εμφύλιο. Κι απ’ τα χαρακώματα και τα οδοφράγματα βρέθηκε σε στρατόπεδο προσφύγων στη Γαλλία. Και ύστερα στη Μόσχα. Και μετά στα βουνά της Σερβίας και της Ελλάδας. Και απ’ τα
οδοφράγματα της δυτικής Αθήνας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αίγυπτο. Αλλά το έσκασε. Και πάλι πίσω στην Ευρώπη μέσω Παλαιστίνης και Τουρκίας. Και από εκεί στα βουνά στον ανοιχτό Εμφύλιο. «Κομμουνιστοσυμμορίτης». Μετά την ήττα πέρασε στις σοσιαλιστικές χώρες. Ζήτησε να παραμείνει στην Ευρώπη, τη σοσιαλιστική, αλλά του αρνήθηκαν και βρέθηκε στην Τασκένδη. Πολιτικός πρόσφυγας. Εκεί σήκωσε κεφάλι. Τα έβαλε με τους δικούς του. Γι’ αυτό τον άφησαν να φύγει. Τον έδιωξαν δηλαδή. Οικοδεσπότες και φιλοξενούμενοι. Έτσι έγραψαν οι εφημερίδες. Διάλεξε
πού θα πεθάνεις, του είπαν. Κι αυτός διάλεξε. Έφυγε απ’ τον κήπο των ρόδων. Με τούτα οι εφημερίδες άφησαν άφωνους τους νοικοκυραίους ανήμερα της κηδείας.

Όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν μπορούσε παρά να αναλάβει η κυρα-Λένη εκεί μέσα. Μπήκε με το έτσι θέλω στον ερειπιώνα, προσπαθώντας να καθυστερήσει μια πορεία που είχε πλέον προδιαγράφει. Και ποιος άλλος θα κρατούσε το πένθος στη σωστή σειρά απ’ την ώρα που παράτησαν στο σπίτι τον συχωρεμένο; Τόσα τρεχάματα. Η αταραξία της Ιφιγένειας, η αρνητική στάση της ενορίας, το νεκροταφείο, ο τάφος, η κηδεία, τα τριήμερα, τα εννιάμερα, το σαραντάμερο, οι γείτονες, οι περίεργοι, οι συγγενείς του, οι μυστήριοι των Αρχών, οι ανώνυμοι που δήλωναν περαστικοί κι έφευγαν βιαστικά. Εκατοντάδες άνθρωποι πέρασαν από μπροστά του. Λες και διάβαζαν των αγίων. Ούτε που μπορούσε να το φανταστεί κανείς τέτοιο προσκύνημα για έναν ξεχασμένο, για έναν χαμένο. Χρειαζόταν λοιπόν μια ψυχωμένη για όλα αυτά. Η κυρα-Λένη είχε και με το παραπάνω αυτή τη δύναμη. Όταν η γειτονιά την είδε να περνάει το κατώφλι ανάσανε. Καμιά έγνοια. Κανείς άλλος δε χρειαζόταν.

Στην κηδεία, κι όσο βαστάει το τυπικό για το βαρύ πένθος, δε φάνηκε κανένας του σπιτιού. Έδωσαν μόνο λεφτά για μια αξιοπρεπή τελετή κι ό,τι άλλο χρειάστηκε. Δηλαδή η κυρα-Λένη τους χτύπησε την πόρτα. Οι Αρχές όλα αυτά τα χρόνια την Ιφιγένεια είχαν στο μάτι. Το σόι του ήταν μακρινό και
αδιάφορο. Σε αυτήν αποφάσισαν να πάνε την κάσα με την κατάλληλη συνοδεία στις τέσσερις γωνιές του δρόμου. Και βέβαια τους γείτονες βρήκαν πρόχειρους όταν αντιμετώπισαν το μάρμαρο της Ιφιγένειας και κόντεψαν να απομείνουν με το ξόδι του εχθρού στα χέρια.
Οι συγγενείς το καλοσκέφτηκαν αν θα έπρεπε να ανακατευτούν και στο τέλος αποφάσισαν να μην πάει ο άνθρωπος με τους άπορους. Πάλι καλά.
Έπαιξε το ρόλο της και ο λόγος της κυρα-Λένης. Τους τα ’ρίξε απέξω απέξω όταν άρχισαν να της τα μασάνε.
«Εγώ δεν ξεύρω, λόγος δε μου πέφτει, αλλά, απ’ ό,τι λένε στη γειτονιά, οι κληρονόμοι εσείς είσαστε. Μη με παρεξηγείτε, σαν φίλος ενδιαφέρομαι.
Τι θα πει κι ο κόσμος; Αλλά και πάλι δεν πάει να πει ό,τι θέλει. Στο κάτω κάτω ποιον λογάριασε ο συχωρεμένος από τους δικούς του όσο ζούσε; Και σεις καλά σταθήκατε. Θα μπορούσατε να την είχατε πετάξει στο δρόμο. Έχουμε να το λέμε με την καλοσύνη σας. Πάντως από μένα ό,τι βοήθεια θέλετε κι ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου. Μαζί σας είμαι, όπως κι αν το δείτε. Καταλαβαίνω το βάρος σας. Κι ό,τι ειπωθεί εδώ μπροστά μου εγώ τάφος.
Να ξέρετε όμως πως ό,τι δώσετε, διπλό και τρίδιπλο θα επιστρέφει. Ο Θεός έχει μάτια και θωρεί».
Με κάτι τέτοιες ανατολίτικες γαλιφιές πήρε τη συγκατάθεση και τον παρά τους για τα έξοδα.
Να πούμε και του στραβού το δίκιο, δεν είναι εύκολο πράγμα για κανέναν να αψηφήσει το χνότο της Ασφάλειας στο σβέρκο του. Και οι κηδείες αυτής της κατηγορίας είναι στον κατάλογο των ύποπτων τελετών και συγκεντρώσεων για ανατρεπτική δράση. Οι Αρχές της δημοκρατίας μας δεν
αφήνουν καμιά ευκαιρία να πάει χαμένη για να θυμίσουν, όπου είναι απαραίτητο και κυρίως όπου δεν είναι -γιατί εκεί βρίσκονται οι πολλοί-, τους κανόνες του παιχνιδιού. Όπως αυτοί έχουν καθορισθεί απ’ τον ντόπιο Εμφύλιο και τον διεθνή Ψυχρό Πόλεμο. Κι ύστερα όλα αυτά τα χρόνια κάποιος ξαγρυπνάει πάντα στο προσκέφαλο της γειτονιάς χάρις στον συχωρεμένο. Τι φάτσες και τι φυλές δεν έχουν στηθεί στη γωνία περιμένοντας το μεγάλο ψάρι!
Δεν είναι λίγοι αυτοί που ανακάλυψαν και την καλή πλευρά του ζητήματος. Ούτε μία κλοπή μπουγάδας ούτε μία διατάραξη κοινής ησυχίας ούτε ένα ρυάκι με απόνερα ούτε ένας παράνομος βόθρος.
Όταν πέρασαν τα τυπικά και ατόνησε το ενδιαφέρον των Αρχών για τη γειτονιά, ξεθάρρεψαν κι οι πιο φοβισμένοι. Το σπίτι γέμισε γυναίκες. Για λίγες μέρες ζωντάνεψε το ερείπιο.
Η Ιφιγένεια είναι πάντα στον κόσμο της αλλά όχι στην πόρτα. Σουλατσάρει σαν αερικό ανάμεσα στις άλλες που προσπαθούν να συγυρίσουν το διαλυμένο νοικοκυριό, αδιαφορώντας για ό,τι συμβαίνει δίπλα της. Ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται.
Όταν δοκίμασαν όμως να ανοίξουν τη μοναδική πόρτα που ήταν κλειδωμένη, έγινε θηρίο απ’ τη μια στιγμή στην άλλη. Σταμάτησε τα πέρα δώθε και στάθηκε στήλη άλατος μπροστά στην πόρτα με σφιγμένα χείλη. Είδαν κι απόειδαν, την άφησαν και συνέχισαν ό,τι είχαν αποφασίσει να προσφέρουν.
Δεν καλοπρόλαβαν να γυρίσουν στα σπίτια τους οι γυναίκες και οι άναρθρες κραυγές της Ιφιγένειας ξεσήκωσαν τη γειτονιά. Είναι απόβραδο. Την ώρα ακριβώς που η νύχτα παίρνει τον τόπο αρχίζοντας απ’ τα παράθυρα. Τρέχουν οι γείτονες, αλλά οι συγγενείς του συχωρεμένου αφήνουν μόνο την
κυρα-Λένη να μπει στο σπίτι. Είχαν φτάσει του λόγου τους ως εδώ χωρίς κανένας να το αντιληφθεί, πράγμα που έπρεπε να είχαν επιδιώξει με ιδιαίτερο ζήλο, αλλιώς πώς θα ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, αφού μάλιστα δεν είχε νυχτώσει για τα καλά ακόμα.
Η Ιφιγένεια είναι όρθια μπροστά στην πόρτα του κλειδωμένου δωματίου και ουρλιάζει. Πλάι της στέκεται ανήμπορος ένας καλοντυμένος κύριος λίγο σαστισμένος, λίγο βαριεστημένος, ίσως κι αδιάφορος. Απ’ την αρχή τον έκοβες για γιατρό. Εδώ που τα λέμε, όλοι εκεί μέσα την ίδια στάση τηρούσαν. Έκαναν λες και δε συνέβαινε τίποτα ή, καλύτερα, σαν να συνέβαινε ακριβώς αυτό που θα ήθελαν, και μάλλον έδειχναν ευχαριστημένοι.
Μόλις βλέπει την κυρα-Λένη τρέχει και πέφτει στην αγκαλιά της ξαναγυρνώντας στη σιωπή. Οι συγγενείς μαζεύτηκαν σε μια γωνιά του σαλονιού ψιθυρίζοντας μαζί με τον «γιατρό». Ώσπου να τη βάλει στο κρεβάτι, οι άλλοι τελειώνουν το συμβούλιο και φεύγουν βιαστικά αφήνοντας το κουμάντο στην ξένη γυναίκα.

Αλλά ο καιρός άλλαξε και οι συγγενείς επανέκαμψαν γρήγορα. Δηλαδή οι επιθυμίες τους ως κληρονόμων, γιατί οι ίδιοι δεν ξαναπάτησαν το πόδι τους στην περιοχή. Μόνο οι άνθρωποί τους. Γέμισε το μάτι και το αυτί του κοσμάκη χαρτιά, σχέδια, ένσημα, χαρτόσημα, μηχανόσημα, σφραγίδες, υπογραφές, νόμους και στολές. Κι όσο για τις στολές, κανένα περίεργο. Έχουν περάσει καν και καν απ’ αυτή τη γούβα τα τελευταία είκοσι χρόνια. Για να μην ξαναμιλήσουμε για τις παλιότερες εποχές. Αλλά τέτοιο οργανωμένο δίκτυο νόμων και υπηρεσιών ούτε που το είχε φανταστεί κανένας πως υπάρχει.
Άδεια για την κατεδάφιση. Το σπίτι είχε κριθεί επικίνδυνο και κατεδαφιστέο. Άδεια ανοικοδόμησης. Η πρώτη πολυκατοικία της συνοικίας. Άδεια για την κηδεμονία. Άδεια για τον εγκλεισμό της σε ίδρυμα. Άδειες να δουν τα μάτια σου και να θαυμάσουν. Παρέδωσαν την Ιφιγένεια, αλλά «εντός του γράμματος και του πνεύματος του νόμου πέραν πάσης αμφιβολίας», όπως εξηγούσαν οι πιο μορφωμένοι. Η χαρτούρα αποδεικνύει του λόγου το αληθές.
Η γειτονιά παρακολουθεί την έξοδο. Αμίλητη στέκεται η Ιφιγένεια ανάμεσα στις παραστάδες. Ο νοσοκόμος την πιέζει, μα εκείνη ακολουθεί τον δικό της ρυθμό.
Ξεκινούν. Σιωπή. Μόνο τα μάτια έχουν το λόγο τώρα. Στο χείλος του όχτου, λίγο πριν αρχίσουν να κατεβαίνουν το μονοπάτι, ξανασταματά. Μισογυρίζει το κεφάλι και καρφώνει το βλέμμα στο βάθος του ουρανού λες και θέλει να αποχαιρετήσει κάτι. Απότομα, σαν να αποφασίζει μονάχα εκείνη
για το μέλλον της, παίρνει βιαστικά τον κατήφορο και μετά τον ανήφορο. Φτάνει πρώτη στο ασθενοφόρο που περιμένει με αναμμένη τη μηχανή. Είκοσι χρόνια σχεδόν είχε να κάνει αυτή τη διαδρομή. Πριν σκύψει για να μπει στο αυτοκίνητο, γυρίζει το βλέμμα της στο βάθος του ορίζοντα πάνω απ’ τις στέγες.
Απ’ τη στιγμή που πήραν την Ιφιγένεια, η κυρα-Λένη κάνει σαν αφηνιασμένη. Δεν τη χωράει το σπίτι. Δεν την κρατάει η αυλή της. Στριφογυρνά στο δρόμο σαν θηρίο. Κι όταν σκοτεινιάζει για τα καλά, ξεσηκώνει και τις άλλες. Επιμένει να ψάξουν για κάτι μέσα στο ερείπιο. Κάτι που μόνο εκείνη
γνωρίζει πως υπάρχει, δίχως όμως να εξηγεί περισσότερα.
«Βιάζει το πράγμα. Βιάζει. Στο δρόμο θα σας εξηγήσω».
Αν δεν τη γνώριζαν καλά, θα έβαζαν το πονηρό με το νου τους. Πως γνωρίζει για κάποιο θησαυρό που ανήκει σε άλλον. Τόσα και τόσα συμβαίνουν δίπλα μας.
«Άντε βρε, πάρτε τα πόδια σας, δεν έχουμε χρόνο! Βιαστείτε! Άκουσα ότι πρωί πρωί θα ’ρθουν να γκρεμίσουνε. Αρχίζει το χτίσιμο. Καταλάβετέ το! Ό,τι κάνουμε απόψε. Κάντε καρδιά και δείξτε μου λίγη εμπιστοσύνη».
Ξεκίνησαν μέσα στη νύχτα με τα φαναράκια στο χέρι και το στήθος ασήκωτη πέτρα. Τέσσερις σκιές τρυπώνουν απ’ τη μισογκρεμισμένη μάντρα στην πίσω αυλή. Από κει μπαίνουν εύκολα στο έρημο σπίτι. Στο σκοτάδι δεν ακούγεται παρά το σούρσιμο των ποδιών τους στα πατώματα.
«Πες μας, βρε Λένη, να χαρείς, τι ψάχνουμε να βρούμε. Θα μας σκάσεις! Για κέρδος δεν πρόκειται. Σε ξέρουμε δα. Βγάλ’ το λοιπόν».
«Πιο πολύ μιλάτε παρά κάνετε. Γραφές ψάχνουμε, γραφές. Ψάξτε παντού. Ντουλάπια, κουτιά, μπαούλα και πρώτα πρώτα στο κλειδωμένο δωμάτιο».
Τα γράμματα που «έστελνε» η Ιφιγένεια χρόνια και χρόνια, από τότε που άρχισε να τα χάνει, έψαχνε του λόγου της. Γνώριζε πως υπήρχαν. Γιατί όταν ήταν καλά, της εμφάνιζε μερικά φάκελα, άλλοτε άδεια, άλλοτε με μουτζουρωμένα επιστολόχαρτα, άλλοτε με ακατανόητες προτάσεις. Πολλές φορές έκανε πέρα το πιάτο που της πρόσφεραν και ζητούσε με μισόλογα και νοήματα χαρτί. Ήταν τέτοια η χαρά της μόλις έπιανε στα χέρια χαρτί και μολύβι, που στο τέλος το έμαθαν όλες και της έφερναν, ζητούσε δε ζητούσε.
Πήγαν κατευθείαν στη μυστηριώδη κάμαρα αποφασισμένες να σπάσουν την πόρτα, αλλά την βρήκαν ορθάνοιχτη. Ο χώρος ήταν γεμάτος ντενεκεδόκουτα λιωμένα απ’ τη σκουριά. Άρχισαν να ψάχνουν όπου μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Ύστερα από αρκετή προσπάθεια, κι αφού είχαν αρχίσει να απογοητεύονται, ανακάλυψαν το θησαυρό. Ήταν στην κουζίνα μέσα στο φούρνο της χτιστής στόφας με τις μαντεμένιες γιρλάντες. Εκεί που είχε να αναφτεί φωτιά χρόνια και χρόνια.
Η κυρα-Λένη μυρίστηκε σαν το λαγωνικό την κρυψώνα όταν οι άλλες προσπαθούσαν να την πείσουν πως άδικα έχαναν τον καιρό τους. Οσμίστηκε το ξυλόπνευμα στην κουζίνα και πήρε χίλιες στροφές το μυαλό της. Ανοίγει το πορτάκι του φούρνου και αντικρίζει τις επιστολές. Την πήρε στο πρόσωπο η βαριά μυρωδιά της μούχλας και του οινοπνεύματος, που δεν είχε στεγνώσει καλά καλά. Φαινόταν καθαρά πως η φωτιά είχε στην αρχή αρπάξει, αλλά έσβησε. Ίσως γιατί όλα εκεί μέσα ήταν βρεγμένα. Η υγρασία ανέβαινε απ’ τα θεμέλια και κατέτρωγε τα πάντα όσο ένα καλό μπόι.
«Κάποιος προσπάθησε να τα κάψει…»
«Αυτοί. Συγγενολόι να σου πετύχει… καθίκια!»
«Τι κάθεστε και λέτε τώρα; Του λόγου τους έχουν να πατήσουν το πόδι τους εδώ μέσα κάτι μήνες. Και κρυφά να ερχόντουσαν, ξέρετε δα τι χαρές θα έκανε η Ιφιγένεια. Οι φωνές της και τους πεθαμένους θα ξεσήκωναν κάτω στο νεκροταφείο. Όχι, αυτή ήταν. Η Ιφιγένεια το έκανε. Δε χωράει αμφιβολία».
«Σαν δίκιο να ’χεις μωρέ… Και τι κάνουμε τώρα;»
«Θέλει και ρώτημα; Τώρα είμαστε εμείς στο πόδι της. Απόψε θα καπνίσει η καμινάδα της Ιφιγένειας…»
Όταν έβγαλαν τα πάκα με τις επιστολές, τα ’χασαν. Ήταν χιλιάδες φάκελα ανοιχτά και μέσα επιστολόχαρτα με μία λέξη ή ασυνάρτητες φράσεις πεταμένες στο χαρτί. Και στον πάτο δυο ρολόγια. Ένα του χεριού και το ξυπνητήρι. Στις γραφές μόνο η ημερομηνία ήταν σαφής, και από κάτω
η ώρα με απόλυτη ακρίβεια, γιατί ακολουθούσαν τα πρώτα και τα δεύτερα. Αν και δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν όλη τη διαδρομή, υπολόγισαν πως έπρεπε εκεί στη στόφα να είχαν στριμωχτεί πέντε χιλιάδες ημέρες τουλάχιστον.
«Γι’ αυτό σήμερα τη βρήκαν πανέτοιμη. Όλη νύχτα ήταν στο πόδι. Γι’ αυτό κοιτούσε συνέχεια ψηλά όσο την έσπρωχναν. Τον καπνό έψαχνε…»
«Μωρέ είχες δίκιο που τρωγόσουνα…»
«Εμπρός λοιπόν, ας το τελειώσουμε εμείς. Γρήγορα. Μόνο έτσι θα μου φύγει η πλάκωση. Βιαστείτε ντε!»
Το πρωί κάπνιζε ακόμα η καμινάδα της Ιφιγένειας. Οι τέσσερις σκιές, ανεβασμένες σ’ ένα ταρατσάκι που ξεφύτρωνε ανάμεσα στα κεραμίδια τους, παρατηρούσαν τον καπνό να ανεβαίνει.
«Άκου σε ίδρυμα! Δεν ήταν να την πάρει ο Θεός;»
«Καλή η ευχή σου. Πες τη πάλι και για μας. Μα, να ξέρεις, καλύτερα στο ίδρυμα».
«Όπως ακουμπάμε διακριτικά ένα αντίδωρο στην άκρη, να τι είναι αυτή η γυναίκα».
«Και μήπως όλοι μας δεν είμαστε σαν τα ξερά φύλλα απ’ τα φυλλοβόλα του δρόμου;»
«Δεν ξεύρω τι λέτε εσείς, αλλά εμένα ένα με νοιάζει. Στην πρώτη επίσκεψη να της ψιθυρίσω:
“τα κάψαμε όλα εμείς… μην το ’χεις έγνοια”. Και τι στον κόσμο!»
«Άντε, καλημέρα, δεσποινίς Ιφιγένεια…»

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΑΦΗ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

FRACTAL 18/05/2021

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ, “τεθλασμένης πόλεως αφή”, ποίηση, εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2021, σελ. 66

Η εμπειρία του ανέφικτου

Ο αρχιτέκτονας Σταύρος Σταμπόγλης κουβαλάει την τεχνική μόρφωση και γεωμετρική καλλιέργειά του στην Ποίηση, όπως ο σαλίγκαρος το καβούκι του. Δεν κρύβεται όμως μέσα σε αυτήν αλλά ξεπροβάλλει γενναίος και προστατευμένος από κάθε παρέκβαση της πολιτικής ορθότητος, την οποία μεν αμφισβητεί, δεν την αποδομεί όμως.

Η αιθυλική αλκοόλη και η μέθη του κουρασμένου μυαλού που επιστρέφει στο σώμα, οδηγούν σε μετεφηβική επαναστατικότητα, προφυλαγμένη όμως από την σύνεση της ηλικίας και από την εμπειρία του ανέφικτου κάθε μεμονωμένης απόπειρας ανατροπής.

Κοινωνικοποιημένος στίχος με γερά αποθέματα λυρικότητας.

Στο επίπεδο της τεχνικής, διαπιστώνεται η εντατική χρήση αντιθέσεων, οξυμώρων, απροβλέπτων συνεχειών, ασυνδέτων, πεζολογικών διασκελισμών και μελετημένων τομών που οδηγούν σε μια υφολογικού τύπου ασυνέχεια.

Το δωδέκατο τυπωμένο βιβλίο του (τα τρία από αυτά σε ολίγιστα αριθμημένα αντίτυπα).

Έχει εκτεθεί και με τρία τυπωμένα πεζά ο μετρημένος λογοτέχνης και σεμνός, χαμηλόφωνος και λιτοδίαιτος των λέξεων Σταύρος Σταμπόγλης.

Ο συνδυασμός Επιστήμης και Ποίηση φαίνεται ήδη από το διπλό motto που επιλέγει.

Τρίτπυχος ποιητική συλλογή. Α. ΣΥΝΟΙΚΗΣΕΙΣ (17 ποιήματα), β. 13 ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡ, Γ. ΑΠΟ ΛΕΚΑΝΟΠΕΔΙΟΥ ΕΧΙΝΑΔΕΣ (12 ποιητικές «στιγμές», ανεξίτηλες).

Φυσικά, ο χωροτάκτης-πολεοδόμος διπλωματούχος μηχανικός αναφύεται και αναδύεται στο πρώτο ποίημα με τίτλο «Πένθους πόλισμα» (μικρή πόλη, πολίχνη). Συνεχίζει πιο κάτω με τα «Στοιχεία συνοίκησης», με το «Μαρτύριο τοπίου», με την «Δυσλειτουργίας έννοια», με την ίδια τη «Συνοίκηση», με τα «Μέρη γενικής γραμμής», με τις «Συνάφειες σε διασταύρωση [διαβάζοντας Κώστα Θ. Ριζάκη]», με την «Συσπείρωση επαναφοράς», με την «Οδό Έαρος 2020», με τη «Γεωγραφία» και τελειώνει πάλι με άλλες «Συνοικήσεις».

Η παράθεση των πιο πάνω τίτλων του πρώτου μέρους ΣΥΝΟΙΚΗΣΕΙΣ (17 ποιήματα), δεν έγινε για πληθωριστικούς λόγους αλλά για αναλυτικούς. Ο μελετητής πρέπει και οφείλει να ξεκινήσει με το προφανές πριν καταβυθιστεί στο δι-υποκειμενικό και τέλος στην απόλυτη ατομικότητα του ομιλούντος/συν-γράφοντος προσώπου (ενοποιημένος ο ποιητής με τον συνδημιουργικό αναγνώστη).

Φράσεις φωτεινές που εκλαμβάνονται ως αυτόνομα γνωμικά, πρωτότυπες συλλήψεις, λέξεων εναγκαλισμοί και αποχωρισμοί, αδαμικές εικόνες υψίστης αθωότητα αλλά και δυσπρόσιτα νοήματα (όπως στο ποίημα με τον κρυπτικό τίτλο «Συσπείρωση επαναφοράς» στη σελίδα 25).

Είμαστε οι επιλογές μας. Κι αυτό ισχύει πρωτίστως για τον ποιητή, καθ’ ότι ο λόγος του είναι εξ ορισμού ελλειπτικός.

Αναφορές στον Καζαντζίδη, στον Ριζάκη, στο Σεφέρη κι σε ριζίτικα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, αλλά και σε λαϊκά άσματα, δείχνουν τις επιρροές (τουλάχιστον από θεματολογικής πλευράς).

Οι αφιερώσεις των ποιημάτων του πρώτου μέρους σε γνωστά θύματα του καθημερινού ρατσισμού και του φασισμού.

Στο δεύτερο μέρος (13 ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡ) αλλάζει ο αφηγηματικός τόνος. Ξεκινάμε μεν με μία θλιμμένη ελεγεία, συνεχίζουμε όμως με ανατρεπτική σάτιρα και πρόδηλη επαναστατικότητα ανατρεπικού προσήμου (όπως στο έβδομο ποίημα με τίτλο «Σάββατο βράδυ», της σελίδας 39). Δίστιχα και πολύστιχα τεχνουργήματα λειτουργούν εδώ αυτόνομα ως πρωτότυποι στοχασμοί. Το ενδέκατο πόνημα είναι αισιόδοξη ελεγεία, αντίθετα με την αρχική θλιμμένη ελεγεία. Το δωδέκατο ποίημα τείνει προς το κλασικό, αφού συνεχίζει την μακρά παράδοση των ανεπίδοτων ερωτικών επιστολών.
Και περνάμε στο τρίτο μέρος αυτής της καλοτυπωμένης και καλότυχης συλλογής, με τον δυσπρόσιτο αλλά όχι και «σκοτεινό» τίτλο ΑΠΟ ΛΕΚΑΝΟΠΕΔΙΟΥ ΕΧΙΝΑΔΕΣ. Εδώ ξεκινάμε με το οξύμωρο του πρώτου ποιήματος «Ακινησίας μετακίνηση». Συνεχίζουμε με εξαντλητικές παραπομπές και διακειμενικές αναφορές, που δεν προδίδουν κάποιο άγχος κατά της λογοκλοπής, αλλά σε πρόδηλο επιστημονικό υπόβαθρο.

Jhon Lennon, Καβάφης, Σολωμός, Ολυμπιόνικοι ΙΙ, είναι οι παραδεδεγμένες ή οι προφανείς λογοτεχνικές παραπομπές του τρίτου μέρους, ενώ στις υποσημειώσεις δίδονται και επεξηγήσεις κάποιων στίχων.

Εκπληκτικοί ορισμοί, εικόνων κυριολεξίες και μεταφορές, συνεκδοχές και αναλυτικές επεξηγήσεις.

Σε αυτό το τρίτο μέρος ανιχνεύονται και τα ωριμότερα ποιήματα. Το τελευταίο «Πόλεως συνέχεια» κλείνει με καταληκτικό χρησμό, εναρκτήριον ίσως μιας άλλης ποιητικής συλλογής – εκδρομής – διαδρομής σε ποιητικά τοπία ανεξίτηλης εσωτερικότητας.

.

ΑΤΕΛΕΣ ΚΟΛΛΑΖ

ΚΩΣΤΑΣ Α. ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Περιοδικό “Μανδραγόρας” 62 Ιούνιος 2020

Ατελές κολάζ Αθήνα 2019, ιδιωτική έκδοση, σελ. 57

Στον τόπο μου το αληθές πάει πλάι πλάι
με την συντριβή
Λυπάμαι τους μέγιστους ποιητές.
Καλύτερα αναπαύονται
οι ελάσσονες.
[Λίγο πριν την Πανσέληνο του Αυγούστου]

Ο Σταύρος Σταμπόγλης κάνει ωραία ποιήματα. Φτιάχνει επίσης μοναδικές χειροτεχνίες: από κάρτες ευχετήριες μέχρι ποιητικές συλλογές-κοσμήματα. Με ένα εσώτερο πικρό χιούμορ και μια ανοιχτή αισιόδοξη [στο βάθος της] γεμάτη ευγένεια εύστοχη ποίηση. Οι ζηλευτοί στίχοι που προτάσσω μου δίνουν μια ευκαιρία να διατυπώσω δημόσια τη σκέψη μου. [Ένας ακόμη ρόλος της καλής ποίησης: δίνει έναυσμα στην σκέψη του αναγνώστη]. Το αισθάνθηκα στην πολιτική κηδεία του αγαπημένου Γιάννη Δάλλα από έναν ομιλητή που
με άκομψο τρόπο έκανε τον φιλολογικό διαχωρισμό μείζονος/ελάσσονος. Μια καραμέλα που πρέπει πια να σταματήσει καθώς δεν έχει καμία αξία χρήσης πέρα από έναν αναπόδεικτο/αυθαίρετο αφορισμό. Με ποια [φιλολογικά] εφόδια/υποδεκάμετρα θα γίνει ο διαχωρισμός, όταν μάλιστα η κρίση
παραμένει υποκειμενική και συχνά υποκείμενη στις διαπροσωπικές σχέσεις. Κάτι σαν τα πανέμορφα μωρά της κουκουβάγιας. Η αισθητική ενός ποιήματος, η καλλιτεχνική αξία ενός έργου συναρτάται με την ατομική παιδεία, τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του καθενός χωριστά, τις εμπειρίες, τις καταβολές, τις μνήμες, τις ιδέες, τα όνειρα κάθε ανθρώπου. Και να το πάω παραπέρα: ένα |πτυχίο φιλολογίας μπορεί να αποτελέσει εχέγγυο ασφαλούς κρίσης στην ποίηση: Δεν θα πω για τις
διαφορές στη διδασκαλεία, τις διαφορές στην διδακτέα ύλη, κυρίως τις διαφορές στους ίδιους τους δασκάλους ανάμεσα στις Φιλολογικές Σχολές της χώρας [για να θυμηθούμε τους φωτισμένους Δάλλα, Καψωμένο, Μαρωνίτη, Μερακλή κ.ά που άσκησαν την κριτική συστηματικότερα]. Θα θυμίσω απλώς πως μια σειρά [επίσης] ξεχωριστοί κριτικοί [Αράγης, Αργυρίου, Βούλγαρης, Ζήρας, Κουλουφάκος, Μπουκάλας, Ραυτόπουλος κ.ά] δεν είναι φιλόλογοι. Και για να επανέλθω στον Σταμπόγλη απλώς προσυπογράφω τον στίχο του: Και οι ποιητές; Α, οι ποιητές πάντα θα πρέπει/ να υπολογίζουν στην απόσταση που τους/ προσφέρει η Ιστορία.
Ίσως εδώ τα λέει καλύτερα απ’ τον Μέσκο: «Αυτός ο τόπος γεννάει/ Πικρά ποιήματα».
Τα ποιήματα του Στ. Στ. είναι καρπός βαθειάς σκέψης και άψογης σύνδεσης/σύνθεσης λέξη τη λέξη, στίχο τον στίχο αναδεικνύοντας με έναν ολοζώντανο τρόπο τις σύγχρονες γωνιές τού σήμερα και τις διαχρονικές αρετές της ποίησης: Το τυπικό της Εδέμ κατανοεί τα πάντα ως συμφέρουσα/ επένδυση κόλασης. Το δίκαιο της αρχαιότητας στον/ διασκελισμό του μέλλοντος./ Εμπρηστές και ασυνόδευτα τοπία ορίζουν/ τη μέρα μου. Τα πάντα ξεχωρίζουν στην [α]χειροποίητη συλλογή: Οι λέξεις κουράζονται πριν έρθει η ώρα τους./ Οι λέξεις μεταμορφώνονται πριν πεθάνουν. Νεαρές/ συνθήκες εγγυούνται τον λόγο./ [ ] Μου πρέπει ν’ αποποιηθώ το τεκμήριο/ της αθωότητας./ Σημείωση: η Αθωότητα εμπιστεύεται το ταξίδι/ των λέξεων και, προσοχή: οι λέξεις δεν/ μεταμφιέζονται.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΘΕΥΘ Τεύχος 13 Ιούνιος 2021

ΠΕΝΘΟΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟ

Δυο συντεταγμένες, ως αναγκαία προσμετρήσιμα μεγέθη, ορίζουν τη θέση της ποιητικής παρουσίας του Σταύρου Σταμπόγλη: αφενός η έννοια του πένθους με το αναπύφευκτο άχθος που προσδίδει στην ποίησή του και, αφετέρου, η αναγκαιότητα της έκθεσης του ποιητικού αποτελέσματος σε κοινή, δημόσια θέα, όχι προς επιβεβαίωση και αποθέωση, αλλά προς αρωγή και ιαματική (μακάρι) συνδρομή. Πρόκειται παράλληλα για τις δύο προϋποθέσεις, προκειμένου να λειτουργήσει η ποιητική αφορμή, αλλά κατ’ επέκταση και η αναγνωστική σύμπλευση. Για τον Σταμπόγλη δεν νοείται αλλιώς η ποίηση -από τη σύλληψη της αρχικής ιδέας ως τη μορφοποίησή της σε ποίημα- καθώς φέρει μέσα της βιωμένη πείρα ζωής («το ψωμί μου έχει γεύση εγκαυμάτων», «Σύννεφο ποιητών ή Συντεχνία μνήμης»), που απελευθερώνεται στη συνάντηση με τον αποδέκτη της· τότε νιώθει πως επιτελεί έργο αναιρώντας, έστω και προσκαίρως, τη σύμφυτη με τη δημιουργία μόνωση. Σε συνέντευξή του ο ποιητής έδωσε κάτω από τη δική του θεώρηση το στίγμα του έργου του, αλλά και της ποίησης εν γένει, κυρίως σε δύσκολους καιρούς: «Η ποίηση πενθεί δημόσια. Το να σταθείς, όχι απλά δίπλα, αλλά καταμεσής του απροστάτευτου, το αντιλαμβάνομαι ως καθήκον και ανάλογα με τις συνθήκες, ως γενναιότητα» . Η συνειδητή αυτή στάση του ποιητή απέναντι στον κοινωνικό ρόλο που προδιαγράφεται γι’ αυτόν (η ποίηση του Σταμπόγλη χαρακτηρίζεται από πολιτική και κοινωνική ευαισθησία όσο και από φιλοσοφικό στοχασμό) είναι διακριτή στην πρόσφατη ποιητική συλλογή Ατελές Κολλάζ, τώρα σε τελική μορφή μετά από μία πρώτη ιδιωτική έκδοση, το 2019.

Το μοίρασμα της ποίησης παρουσιάζεται ως ευθύνη του δημιουργού απέναντι στις επιταγές της εποχής, αλλά και ως τρόπος διαφυγής από μια στείρα απομόνωση/αναμόχλευση ιδιωτικών παθών. «Ότι κατανοώ, πως δεν έχω μονάχα την ευθύνη/για έναν παράδεισο, αλλά κυρίως γι’ αυτό που/τον ακολουθεί· την κόλαση./Μια μοιρασιά με χρέωσαν: μάτι κεντρί να/με ξυπνούν
οι συντριβές μου· αλλιώς/με φέρνουν βόλτα οι μονόλογοι» («Η διαλεκτική ως ατελές κολλάζ»). Αξίζει, θαρρώ, να προσεχθεί η επιλογή των δύο λέξεων στον τίτλο του παραπάνω ποιήματος που στεγάζει ως γενικός τίτλος και ολόκληρη τη συλλογή): από τη μια η δηλωτική λέξη της συναρμογής των ετερόκλητων και ανομοιογενών ίσως στοιχείων προς απόδοση κοινής εικόνας και από την άλλη η λέξη, που εμπεριέχει τη συνειδητοποίηση πως αυτή η συγκόλληση παραμένει ατελής. Δεν θα ήταν νοητή η έννοια της μοιρασιάς, αν αυτή αποτελούσε μια πλήρη και αναπόφευκτα μονόδρομη προσφορά από την πλευρά του ποιητή· η πορεία είναι αμφίδρομη, ο αποδέκτης εκλαμβάνεται ως ενεργός δέκτης και στη συνέχεια ως συνδημιουργός της τελικής μορφής του ποιήματος, που πλέον συνιστά «κτήμα» και των δύο. Στην περίπτωση αυτή, η συναρμολόγηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι τελεία· η διαλεκτική, την οποία ο ποιητής αποδέχεται ως κινητήρια δύναμη της σκέψης και ακολούθως της πράξης, δεν θα είχε τόπο να σταθεί. Όσο είναι επιθυμητή η πληρότητα μιας ποιητικής πρότασης/προσφοράς, ώστε ο λόγος να αποβεί οικουμενικός στην αποτύπωση ενός κοινού πόνου, τόσο η ιδιωτική παράμετρος βίωσης του πόνου θα παρεισφρέει και θα απαιτεί για συμπλήρωση της εικόνας την όλο και διαφορετική θέαση του πραγματικού μέσα από τα μάτια, τη βιωμένη διαφορετική οπτική των άλλων. Επομένως, το ποίημα συνιστά μια πρόταση, που αποσκοπεί στην από κοινού επεξεργασία. Τι ακριβώς, όμως, είναι αυτό που ο ποιητής μοιράζεται δημιουργικά με τους
αποδέκτες των ποιημάτων του;

Το πένθος, όπως βιώνεται από τον ποιητή, προερχόμενο είτε από εξωγενείς παράγοντες που ενσωματώνονται στον εσωτερικό κόσμο του, είτε από ενδογενείς συνθήκες προσωπικής ζωής, βρίσκει διέξοδο στην ποιητική δημιουργία – αυτή άλλωστε, κατά μία σοβαρή εκτίμηση της ουσίας της, από το άχθος ενός σκοτεινού τοπίου αντλεί και την έμπνευσή της, αλλά και πιθανόν τον λόγο ύπαρξης, με μοιρασμένη την παρηγορητική δράση της ομοίως σε δημιουργό και αποδέκτη. 0 ποιητής δεν ομιλεί μόνο για τον παράδεισο (με όποια διάσταση και αν του προσδώσουμε είτε ως ιδεατή, θρησκευτικής αξίας, εικόνα είτε ως γήινη εκδοχή της ευτυχίας)· χρέος του νιώθει περισσότερο να δείξει τα όρια της άλλης πραγματικότητας, εκεί που ζοφερός ανοίγεται ο δρόμος για την κόλαση, κυριολεκτική ή μεταφορική.

Ο Σταμπόγλης παρατηρεί και ζει την πραγματικότητα γύρω του σε όλη της την εφιαλτική διάσταση, χωρίς να ωραιοποιεί καμία εκδοχή της· η ποίησή του αποδίδει τις πληγές της κοινωνικής παθογένειας, όσο και τη μη αναστρέψιμη καταστροφή του περιβάλλοντος χώρου -μια ταυτόχρονη θεώρηση της φυσικής οντότητας και της τεχνητής ανθρώπινης κατασκευής εντός της- με τον άνθρωπο ταυτόχρονα θύτη και θύμα να αναζητά την πόρτα μιας διαφυγής αμφίβολης. Μια κόλαση με αδρά τα χαρακτηριστικά της για όποιον μπορεί να δει πίσω από μια επιφανειακή αστραφτερή στα επιτεύγματά της εικόνα, τόσο φυσική όσο και κοινωνική – εκεί «όπου αιτίες και/μάρτυρες, του λόγου μου κυρίως, σέρνουμε στο/βήμα μας ασήκωτον ευτελισμό». («Εκτροπή Απριλίου»). Στο σημείο αυτό, ο ποιητής νιώθει ικανός να ανατρέψει όσα παλαιόθεν παρέχουν υποστήριξη σε όλα τα ανθρώπινα με την άνωθεν αίγλη που τους προσδίδει (σε μια γνωστή ανακύκλωση) πάλι ο ανθρώπινος νους: «Ίσως αντί να μοιρολογώ για θεομηνίες θα έπρεπε/ήδη να συνθέτω τη συνέχεια της Γένεσης: ‘Και είδεν/ο άνθρωπος τα πάντα, όσα εποίησε, και ιδού εγένετο/εσπέρα και εγένετο πρωί, ημέρα ενάτη’» («Εξωθώ»).

Αυτή την αίσθηση μεταφέρει, ώστε από ιδιωτική υπόθεση να καταστεί δημόσια. Επιλέγει το βήμα του εν είδει αναγνώστη στο ψαλτήρι του όρθρου: «Είμαι ο αναγνώστης στο ψαλτήρι του όρθρου./Εκφωνώ το πένθος για το απροστάτευτο· τόσα/τραγούδια στην άκρα ταπείνωσή τους./Των αγίων ο ρυθμός κρατά τη σιωπή. […] Μισοκλείνω τα μάτια, παίρνω τη θέση του κριτή./ Πίσω απ’ τα βλέφαρα οι υποθέσεις αναδεικνύουν/το αληθές: μα, λόγοι ευρωτιώντες; Ναι· λόγοι/ευρωτιώντες. Μια παρά φύση ελαφρότητα/στις εποχές της λάσπης». («Λίγο πριν την πανσέληνο του Αυγούστου»), «Αιρετικός», ευτυχώς, ο ποιητής καθώς κυοφορεί την αίρεση στην αρχική της έννοια, δηλαδή ως προσωπική επιλογή/εκλογή, διαφοροποιούμενος από μια ομαδόν αποδοχή της καταστροφής ως επιθυμητής εξέλιξης. Και όταν συνομιλώντας με τον Ανδρέα Κάλβο (συνειρμικά έρχεται στον νου πώς τον χαρακτήρισε ο Ελύτης ) θα πει: «Αλλά να ξέρεις τούτο: πως και του λόγου μου κάθε/ξημέρωμα δεν έχω πού να την κρύψω/τη σιωπή μου». («Στον Ανδρέα Κάλβο»), ας είμαστε βέβαιοι πως ετούτη η ποιητική σιωπή, στην οποία αναφέρεται, είναι στην ουσία της η έκφραση του χρέους με την αναπόφευκτη συνοδεία της συνειδητοποίησης μιας αναγκαίας (στους αληθινούς ποιητές) ταπεινότητας.

0 Σταύρος Σταμπόγλης άργησε να μιλήσει ποιητικά (μόλις το 2009 διαβάσαμε την ποίησή του), και γνωρίζει καλά την αναγκαιότητα και της ηχηρής κραυγής και της ταπεινής σιωπής, όταν χρειάζεται· και οι δύο οδηγούν στον ευκταίο στόχο: η ποίηση παίρνει θέση στα τεκταινόμενα, υπακούοντας στο εσωτερικό της πένθος και καθιστώντας την ιδιωτική υπόθεση κοινό κτήμα των άλλων.

.

ΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΟΝΙΔΗΣ

Η ποιητική συλλογή του Σταύρου Σταμπόγλη, που φέρει τον τίτλο ‘Ατελές Κολλάζ,’ κυκλοφόρησε το 2020, από τις εκδόσεις Κουκκίδα. Αρχικά, δύναται να επισημάνουμε πως, όπως και ο τίτλος της συλλογής, δηλοί, πρόθεση του ποιητή δεν είναι να καταθέσει ενώπιον του αναγνώστη κάτι πλήρες ή αλλιώς, ολοκληρωμένο ποιητικά, όσο να συγκροτήσει ένα ποιητικό πεδίο εντός του οποίου και εμφιλοχωρούν η ιστορία και η μνήμη, τα χάσματα της σύγχρονης εποχής, η δια-κειμενικότητα και ως ιδιαίτερο στοιχείο που προσδίδει βάθος στην ποιητική συλλογή.

Άρα, ο τίτλος της συλλογής, που είναι ‘ατελές κολλάζ’ λειτουργεί ως ένα ‘καλειδοσκόπιο’ που φέρει εντός της τις σπειροειδείς απολήξεις του χρόνου, όταν αυτός ‘μετράται’ καθημερινή και την αποκαλυπτική διάθεση, συναρθρώνοντας παράλληλα τον λόγο και δη τον ποιητικό λόγο με μία σειρά εικόνων που ενίοτε εκφεύγουν των προθέσεων του ποιητή.

Και ένα στοιχείο του ‘ατελούς κολλάζ’ που εν προκειμένω, μπορούμε να εντοπίσουμε, έχει σχέση με αυτό που θα αποκαλέσουμε ως ποιητική ‘εικονοποιία,’ εκεί όπου τα ποιήματα που συνθέτουν το ‘ατελές κολλάζ’ εν ευρεία εννοία και εντός του καθημερινού χρόνου, είναι διάστικτα από εικόνες και από την σημειολογία τους, κομίζοντας την αίσθηση ό,τι το ποίημα δημιουργείται άμεσα, ‘εκείνη την στιγμή,’ και παράλληλα, παραμένει ‘εν εξελίξει.’

Το ‘ατελές κολλάζ’ δεν χωρίζεται σε επιμέρους ποιητικές ή υπο-κατηγορίες παρά ενέχει (μορφολογικά) το σχήμα της μετάβασης από ποίημα σε ποίημα, από λόγο σε λόγο.

Το ποίημα ‘εκτροπή Απριλίου,’ εγγράφει μία ‘φορτισμένη’ παροντική διάσταση, η οποία ενισχύεται από ό,τι το ποιητικό αισθητήριο θεωρεί ως άξιο αναφοράς μία ανοιξιάτικη ημέρα του Απριλίου: «Τοπίο· Περιφράξεις μέσα στην περίφραξη. Ο πυρήνας συντίθεται από χαρακώματα και όρχους. Αποθηκεύονται ψυχές, ελπίδες, οχήματα. Εδώ κι εκεί κεντρομόλος νήσος εκβράζει επιδημίες. Βρίσκομαι σε πορεία που δεν μπορεί να αποφευχθεί, λένε. Ο ήλιος και τα νερά φτάνουν οικονομία θανάτου. Από θεού κι ανάγκης, λέμε. Ένα σύμπαν συσσωρεύεται η εξέλιξη στην αυλή μου. Αλλά τούτη τη φορά διαθέτει τη γραφειοκρατία η εξέλιξη της γραφειοκρατίας της· Και πόσα άραγε πρωτόκολλα τεχνικής. Τα υπόλοιπα συνθλίβονται στις χημείες του αστραπιαίου. Η μέρα μου μοιάζει στο ασταθές έρμα κάποιας ελπίδας καθώς κυοφορεί το ψεύδος της. Σκοτάδι η απουσία του αθώου. Φωτισμοί επικυρώνουν το έγκυρο της αμέλειας. Ετούτη η άνοιξη δεν είναι κάτι από Πασχαλιά στο χωριό. Ετούτη η άνοιξη μοιάζει Βιβλική γραμματεία. Εκείνο το χωρίο με την κατάντια. Όπου αιτίες και μάρτυρες του λόγου μου κυρίως, σέρνουμε στο βήμα μας ασήκωτον ευτελισμό».[1]

Σε αυτό το πλαίσιο, θα αναφέρουμε πως πρωταρχικά ο ποιητικός λόγος προσιδιάζει προς την κατεύθυνση της λεπτής αλλά και ‘φορτισμένης’ παρομοίωσης, με την ιστορία σε θέση «κεντρομόλου νόσου» που «εκβράζει επιδημίες», σε μία έμμεση αναφορά στον παροντικό και διεθνικό ιό, στο εγκάρσιο σημείο όπου φωνές και λόγοι, παύσεις και νοήματα, ‘χωνεύονται’ σε ένα αναγνωρίσιμο και οικείο τοπίο, επι-τελώντας την λειτουργία του ‘ανήκειν’ που δια-μοιράζεται (sharing): Ανήκοντας στο ποιητικά δοσμένο ‘τοπίο’ μετατοπίζονται προς το πρωταρχικό πεδίο του ποιήματος, που είναι ο χώρος (ας κρατήσουμε το ‘τοπίο’) εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα μικρές και ανεπαίσθητες παραδοχές, εξελίσσεται η ημέρα με τις εξομολογήσεις και τις παραπλανήσεις της, με το ποιητικό ‘πράττειν’ να καταπίπτει από τα βάθρα της ‘αγνότητας’ και της ‘αθωότητας,’ της περισπούδαστης ‘ομορφιάς,’ δια-κρατώντας μία αλληλουχία παράλληλων αποτυπωμάτων.

Ας τα παρακολουθήσουμε: Τοπίο (χώρος), ημέρα (ο χρόνος ακόμη και όταν δεν αξιοποιείται), η άνοιξη με τις Βιβλικές απολήξεις της, η ομορφιά της οποίας ‘θυσιάζεται’ χάριν της αναζήτησης του ‘πέρα,’ και, τελευταίο άλλα όχι έσχατο, ο ευτελισμός τον οποίο ο ποιητής δεν αποστρέφεται, αλλά, αντιθέτως, σηκώνει το βάρος της ευθύνης του. Στο ‘ατελές κολλάζ’ του Σταύρου Σταμπόγλη, το ‘ίχνος,’ το ιστορικό ίχνος δεν παρουσιάζει μεταμορφωμένο ή παραποιημένο.

Και η περί χρόνου αντίληψη, ενέχει δόσεις ‘αναγκαιότητας’ και ‘συντριβής,’ φθάνοντας έως του σημείου να αποφανθεί όχι με κραυγές και ανεμίσματα σημαιών, την επι-γενόμενη ‘μη αξία’ της αφθονίας. Όχι όμως με τον τρόπο της έλλειψης κτητικότητας, δηλαδή το μη-έχειν,’ όσο με τον αντίστοιχο τρόπο του μη-γνωρίζειν: «Ευρεσιτεχνίες αστραπιαίου διανύσματος με υποχρεώνουν σε συστροφές επιτόπου. Περιορίζοντας το θαύμα της απόστασης συνθλίβομαι καταπάνω στην ανάγκη. Η Άσφαλτος είναι το δίκτυο καύσης όπου η αφθονία καίγεται τα μεσημέρια. Ένα καμένο η αφθονία μυρίζει τίποτα».[2]

Και η ‘αφθονία’ έτσι ‘καίγεται’ τελετουργικά και αρκετές φορές, ασυνείδητα, μεταξύ σφύρας και άκμονος, ανάγκης και επιθυμίας, έλλειψης ισορροπίας και τιμήματος: Ποιο μπορεί να είναι αυτό; Στον ποιητικό («η ποίηση είναι η έκφραση του μυστηριώδους νοήματος των πλευρών της ύπαρξης», κατά τον Μαλλαρμέ), λόγο του Σταύρου Σταμπόγλη, το πεδίο της καθημερινότητας, που λειτουργεί και ως πεδίο ματαίωσης, δύναται να αποτελέσει την εννοιολογική γέφυρα ώστε να συντελεσθεί η μετάβαση προς το πεδίο της λεγόμενης μακρο-ιστορίας, με το ποίημα που τιτλοφορείται ‘Επαλήθευση 1917-2017,’ να διατρέχει εγκάρσια τον εικοστό αιώνα, τον «σύντομο εικοστό αιώνα» κατά τον Βρετανό ιστορικό Eric Hobsbawm, αποδίδοντας έμφαση ή, διαφορετικά ειπωμένο, εκκινώντας από το επαναστατικό συμβάν του 1917 στην τσαρική Ρωσία, εν καιρώ Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Θα χαρακτηρίζαμε ποίημα που αποκτά μία έντονη δυναμική, κοινωνική, πολιτική και ιστορική-αξιακή, μετασχηματιζόμενο ουσιωδώς σε μία διαλεκτική ‘σπείρα’ που συμπεριλαμβάνει επαναστατικά συμβάντα και λόγους περί επανάστασης, οράματα και πραγματισμούς, αντιφάσεις και αντιθέσεις, μνήμες και εξελίξεις σε διάφορα πεδίο, με την τομή να βαθαίνει τόσο όσο να χωρέσει και την ημερομηνία 1781, που παραπέμπει στην Παρισινή κομμούνα.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ‘επαλήθευση’ είναι η ‘επαλήθευση’ ενός αιώνα που παρήγαγε υποσχέσεις και καταστροφές, μάλιστα μαζικές καταστροφές, εκεί όπου το ποίημα ‘επαληθεύει’ την διάρκεια του, την έκφραση εμπιστοσύνης στο ιστορικά ‘απρόβλεπτο,’ στο ημιτελές. Στην ανύψωση (η ιδέα ως εμπρόθετος όρος κινητοποίησης) και στην πτώση την ίδια στιγμή.

Και είναι ενδιαφέρον το ό,τι ο ποιητικός λόγος εδώ, δεν τείνει στην υποσχεσιολογία, παρά προσφέρει την ευκαιρία στον αναγνώστη να αντικρίσει εκ νέου την ιστορία του 20ου αιώνα και να στοχασθεί πάνω στην ιστορική μνήμη, έχοντας την επίγνωση πως η ιστορία δύναται να ανα-σκευασθεί μνημονικά-αφηγηματικά-νοηματικά και να προσφερθεί σε ‘τιμή ευκαιρίας.’

Δεν θεωρούμε πως ο ποιητής προσεγγίζει την ιστορία Μπενγιαμινικά (Walter Benjamin), θεωρώντας πως αυτή είναι «πλήρης από τον «χρόνο του τώρα», αλλά, θέτει το περίγραμμα, σκιαγραφεί τις μείζονες και μη αντιθέσεις (που δεν λαμβάνουν ΄απόλυτα’ πολεμική μορφή), αφήνοντας τον αναγνώστη να παρεμβληθεί, έχοντας κατά νου το γεγονός ό,τι η ημερομηνία (που εδώ διαθέτουμε αρκετές) δεν είναι μία απλή αντανάκλαση του χρόνου: 1917, 2017, 1864, 1871, 1989, όλες συγκεκριμένες και διάστικτες από συμβάντα, χρονικά ορόσημα, συνδεόμενα και με την κομμουνιστική παράδοση, δίχως όμως να προοικονομούν κάτι για το 2061.

Με το μέλλον να είναι άδηλο και μακρινό όσο η εικόνα του, και με αυτό που έρχεται εγγύτερα να είναι το στοιχείο ενός νέου εγχειρήματος. Ευρύτερα ομιλώντας, ο Σταύρος Σταμπόγλης δεν προοικονομεί στο ‘ατελές κολλάζ.’

Περισσότερο οδοιπορεί επί της λέξης, διεκδικώντας το ‘δικαίωμα’ να μιλήσει και να γράψει από μη πλεονεκτική θέση, ενώ ταυτόχρονα νοηματοδοτεί το απέριττο, το και αμοιβαία οικείο, την απώλεια (ενσώματα) ως πληγή. «Ακριβοί μου φίλοι στο παιχνίδι, στη μελέτη, στη συντριβή, στην ελπίδα, παρατηρώ με θλίψη απ’ το χρέος της αιφνίδιας μετατόπισης όταν εσείς υπομένετε στην ορφάνια. Ό,τι συνομολογήθηκε στο χρόνο καθώς αναπάντεχα αποκόπτομαι εν πορεία. Οι λέξεις αδυνατούν να σμιλέψουν τις απουσίες. Σας απομένει η ανάγκη της οδύνης. Είσαστε ελατήρια καρτερίας. Το μέλλον θηλάζει στις άκρες σας, κι ανάμεσα η απώλεια. Το λαδάκι του Θεού. Σας συντρέχουν η αγάπη και η γνώση καίγοντας την ωμότητα των αιφνιδιασμών. Αμήν».[3]

Αυτό το ποίημα μοιάζει να εμπεριέχει, με τον τρόπο της προσευχής, το περιεχόμενο της συλλογής, με τον ποιητή να απευθύνεται στη δική του γενιά, όπως επίσης, και στις μεταγενέστερες.

.

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΠΟΛΕΩΝ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS.GR/28/12/2016

Ο Σταύρος Σταμπόγλης μαζί με άλλους ποιητές θέτει σε αμφισβήτηση κάθε απόπειρα οριοθέτησης μιας γενιάς λογοτεχνικής στον ΚΑ΄ αιώνα. Και τούτο διότι σε ώριμη πια ηλικία εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα μόλις το 2007 με μία σταθερή παρουσία έκτοτε επτά ποιητικών συλλογών. Και έρχεται να προστεθεί δίπλα σε νεότερες -βιολογικά- γενιές που εμφανίζονται την ίδια ακριβώς περίοδο με εκείνον στη λογοτεχνία και διατηρούν σχεδόν την ίδια κοινωνιοϋπαρξιακή θεματική[1].

Στην τελευταία του ποιητική συλλογή, «Διηγήσεις πόλεων» (Κέδρος, 2016), σαν τοπιογράφος ο Σταμπόγλης επιμένει σε μία ποιητική αποτύπωση του χώρου με έντονο το ελληνικό λυρικό στοιχείο[2]. Οι συνθέσεις του μοιάζουν με ζωγραφικά κάδρα τοπίων γεμάτα κίνηση που καταλαμβάνουν ολόκληρο το καναβάτσο με μία χαρακτηριστική ηρεμία (αγρύπνια εδάφους IΙ). Υπερρεαλιστικές πινελιές δίνουν μία αίσθηση ρευστότητας συμπλέκοντας το φυσικό στοιχείο της εικαστικής του με την υπαρξιακή αναζήτηση.

Η στιχουργική κίνηση ακροβατεί πάνω στη συνειρμικότητα με ισορροπιστή τον ρυθμό που διαμορφώνει στα πεζοποιήματα του ο λυρισμός. Φυσικά φαινόμενα (θήλεια άλως, αντίληψη γεγονότος, πράξις) συμπλέκονται συνειρμικά με υπερρεαλιστικές μεταφορές (πτώση, συμβάν Απριλίου) διαμορφώνοντας έναν πλούσιο χρωματικά καμβά. Εξάλλου, με την ίδια ρευστότητα το ποιητικό εγώ ενσωματώνεται στο αστικό πλήθος, από το κέντρο του οποίου παρακολουθεί τον κόσμο γύρω του. Έτσι η αυτοαναφορικότητα εγκαταλείπει τον εγωκεντρισμό να διατηρεί όλη την υποκειμενική θέαση της κίνησης μιας κοινότητας σε παρακμή.

Αν και η ποιητική του Σταμπόγλη στηρίζεται στην εικονοποιία, το στοχαστικό υλικό αναδύεται αναμεμειγμένο με το εικαστικό στοιχείο μέσα στις κινούμενες χρωμολιθογραφίες του. Στο εικαστικό δάσος του αναδύονται ομιχλώδεις υπαρξιακές αναζητήσεις (από Ακρωτηρίου, ιδιότητα του καθημερινού, βάθος οπτικής, ελικοειδής κίνηση) για το χρόνο (θήλεια άλως, αναλόγιο καθήκοντος, αυλός ΙΙ) και τη μνήμη (αναστάσιμο) ή το θάνατο (πτώση, αγρύπνια εδάφους ΙΙ, θεμελιώδες). Μα ο ποιητής αποκαλύπτει και την αγωνία του για την τέχνη και την ποίηση (τίτλοι κόπωσης, στοιχεία λογικής, άτιτλο) ή τις λέξεις που συχνά εμφανίζονται στις συνθέσεις του (αναλόγιο καθήκοντος, Μάρτιος με τίτλο γενικό, αγρυπνία εδάφους I, επενδύοντας, συνεχές Ι, ουσία δέντρου).

Το κύριο βάρος, βέβαια, πέφτει στις πολιτικές και κοινωνικές αγωνίες με μία υπαρξιακή χροιά που εμφανίζονται μέσα από τη δύναμη των εύληπτων αλληγοριών (ανάληψη γεγονότος, πεδίο έκπτωσης, οξυπύθμενο τοπίο, επενδύοντας, υποχρέωση κόπωσης Ι & ΙΙ, στοιχείο λογικής), είτε μιλά για τη μοναξιά (υπηρεσία αφής 7014, επικράτεια IΙ) ή για τα σύγχρονα σφαγεία ανθρώπων (επίγνωση, σελήνη στον ωκεανό, άτιτλο).
Με τη συνειρμική κινητικότητα το ιστορικομυθολογικό και το θρησκευτικό στοιχείο εισέρχονται με έναν βίαιο -μα φυσικό- αυθορμητισμό στην υπαρξιακή αναζήτηση (εξέλιξη, συνηχήσεις επαρχείου, σελήνη στον ωκεανό, επενδύοντας, λαβύρινθος οπτικής, ατμοί Σαρωνικού, Magna Graecia) προσδίδοντας μία διαχρονικότητα. Και τούτη ενισχύεται από τις πολλές γεωγραφικές αναφορές, οι οποίες αναγάγουν τις ποιητικές αγωνίες με μία παγκοσμιότητα ως χωρική υπόσταση (εξέλιξη, συνεχές ΙΙ, αγρυπνία εδάφους ΙΙ, άνθος Ι & ΙΙ, σελήνη, στον ωκεανό, οξυπύθμενο τοπίο).

Έτσι, ο χώρος και ο χρόνος ενισχύουν την αίσθηση ρευστότητας που όρισε η εικαστική του. Άλλωστε, το άπειρο/απεραντοσύνη κάνει αισθητή την παρουσία του άμεσα (αγρύπνια εδάφους I, θεμελιώδες έργο) ή έμμεσα (γεωγραφία, επικράτεια Ι) ως υπαρξιακό αντίβαρο του τέλους, καθώς έρχεται συχνά σε αντίθεση με την κίνηση των εικόνων και του χωροχρόνου.

Ο ρομαντισμός που αναδύει το φυσιολατρικό στοιχείο ποιοτικά μοιάζει σαν την αναζήτηση της επαφής με τη φύση ενός κατοίκου της πόλης (συμβάν Απριλίου, αναλόγιο καθήκοντος, από ακρωτηρίου, άνθος Ι, οξυπύθμενο τοπίο, παράλιον κωμοπόλεως). Η εικαστική έμφαση στα στοιχεία της φύσης και τη θάλασσα μέσα στον υπερρεαλιστικό κάβα απέχει από τον άνθρωπο της υπαίθρου με τη βιωμένη επαφή με το περιβάλλον και την ποίηση της περιφέρειας (επίλογος ως έδαφος συνείδησης).

Το δε αστικό τοπίο μπαίνει σε μία αρχιτεκτονικής δομής κριτική προβολή (αναστάσιμο, Μάρτιος με τίτλο γενικό, λαβύρινθος οπτικής, συρρίκνωση). Άλλωστε ο αστικός χώρος στην ποιητική του αποτελεί τον κατεξοχήν πολιτικό και κοινωνικό χώρο (συνηχήσεις επαρχείου, συνεχές Ι & ΙΙ, ουσία δέντρου).

Ο συνδυασμός λυρισμού και πεζοποίησης ξαφνιάζει μα και γοητεύει με την ισορροπία έκφρασης και φόρμας. Ο σουρεαλισμός δίνει μία εκφραστική διέξοδο στο Σταμπόγλη συνδέοντας την εικαστική με την κριτική και την κοινωνική αναζήτηση συμπλέκοντας τις αισθήσεις με τα συναισθήματα. Απομακρύνει τον ακροατή/αναγνώστη από την πεζότητα του κοινωνικού βίου.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΦΡΕΑΡ 07/01/2017

Μια προνομιούχος θέα των πόλεων

[…] Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν
χρώματα και καλπασμός.
Και τι θα μπορούσαν οι λέξεις δίχως άνεμο, δίχως σώμα·
δίχως εμένα. Θα σβήσουν στην ελαφρότητα κάποιου ελιγμού,
θα πνιγούν στην ακινησία μιας πίστης, θα φτάσουν σκάφανδρο
ασφυξίας. Σταύρωση εν σιωπή

Πρόκειται για το οριακό σημείο που συναντώνται (αν συναντηθούν φυσικά) ο πολίτης με την πόλη του, η μονάδα με το σύνολο, σε μια άρρηκτη σχέση που -εν δυνάμει ανατρεπτική- ενσωματώνει όνειρα, ελπίδες, αξίες από καιρό απολεσθείσες. Πρόκειται πρωταρχικά για την έννοια που κινητοποιεί τα ακίνητα και τα αθέατα ιδεατά με τη ρεαλιστική αντιμετώπιση του ανθρώπου-πολίτη, ως συμβολή στη ζωή που επιθυμεί τη διαιώνισή της. Είναι η ποίηση, άραγε, ο ιδανικός μοχλός για να ανατρέψει καταστάσεις παγιωμένες και να αφυπνίσει αντιστάσεις εν υπνώσει; Ο ποιητής πιστεύει πως ο ποιητικός λόγος -μακάρι δυνατός- έχει εγγενή την ικανότητα να εγείρει αιτήματα, προκειμένου να μην επέλθει η δρομολογημένη σταύρωση εν σιωπή.

Στις διηγήσεις πόλεων συναντάμε την οπτική του πολίτη-παρατηρητή στη θέα που προσφέρουν οι τόποι, αγαπημένοι και κινητήριοι μοχλοί των μνημονικών εικόνων. Και όπως κάθε εικόνα που αποτυπώνεται στη μνήμη μεταπλάθεται άλλοτε σε ονειρικό τοπίο και άλλοτε σε ζοφερή απευκταία επαναφορά, έτσι και αυτές οι πόλεις διηγούνται ιστορίες μέσα από τη νοητική επεξεργασία που έχουν υποστεί αναπόφευκτα στη συνείδηση του ποιητή.

[…] Παλαιά αιματοχυσία όπου αναπαύονται οι αγιογραφίες.
Ενάμισι μάτι έκπληξης το μισοκρυμμένο πρόσωπο του αρχάγγελου.
Με παρατηρεί πριν επιστρέψει βιαστικά πίσω απ’ τη
ρωγμή του. Κι εγώ οσμίζομαι υγρασία ορυκτών. Aluminium
και σταγόνες σιδήρου στις κλειδώσεις. Δακτυλικά αποτυπώματα
θεού. Ό,τι συμπυκνώνεται για να προστατευθεί απ’ το
αστραπιαίο. Σύνδρομο ακινησίας. Ίσταμαι καύσιμο προσμονής.

Ίσως δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται κάθε φορά ο τόπος με την ονομασία του. Οι λέξεις που αποδίδουν την αίσθηση του τοπίου θα μπορούσαν να λειτουργούν και κάτω από την προσωπική επεξεργασία του εκάστοτε αναγνώστη, ο οποίος (μυημένος στα ποιητικά πράγματα και απολαμβάνοντας την ενσωμάτωσή του στους στίχους) διαβάζει κάθε φορά διαφορετικά την εικόνα της πόλης που ιστορείται ενώ η ίδια ιστορεί. Γιατί αυτές οι πόλεις έχουν μια προσωπική σχέση με τον πολίτη τους, ίσως διασώζοντας εκείνη τη μακρινή αρχική τους έννοια ως χώροι που μεταλλάσσουν τον ιδιώτη σε πολιτικό ον, που συμμετέχει στα αφορώντα στην πόλη, και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο αποκτά την ιδιότητα αυτή. Είναι λοιπόν, κάτω από αυτό το πρίσμα, πολιτική και η ποίηση που θυμίζει αυτούς τους ξεχασμένους ρόλους; Αν εννοηθεί ως κινητήρια δύναμη για υπνώττουσες συνειδήσεις, τότε φυσικά και είναι, σε μια ιδιότυπη στράτευση που καμία σχέση δεν επιτρέπεται φυσικά να έχει με ευτελείς φθοροποιούς σχηματισμούς της σύγχρονης πολιτικής. Είναι πολιτική με την ουσία της έννοιας, καθώς καθιστά τον ποιητή-φορέα της εισηγητή μιας ανατροπής που δεν είναι οραματική (όπως ίσως την εννοούν κάποιοι ρομαντικοί και ατελέσφοροι σε υλοποιήσεις ιδεών) αλλά ίσα-ίσα απολύτως ρεαλιστική στον βαθμό που θέτει στο κέντρο του ενδιαφέροντος τον άνθρωπο ως μονάδα ενός συνόλου σε αδιάσπαστη σχέση με αυτό.

[…] Και του λόγου μας πορευόμαστε μ’ ό,τι μας αναλογεί απ’ το
σφάγιο. Αντίδωρο επιβίωσης. Ναι, επιβιώνουμε απ’ τις
καταθέσεις επιβολής. Κάτι σαν εκταμίευση συνενοχής.

Ξαναχτίζονται, λοιπόν, οι πόλεις; Υπάρχει ελπίδα ανασύστασης του πυρήνα τους; Ο ποιητής, ως αρχιτέκτων, επιλέγει τα υλικά και ολοκληρώνει τα σχέδια. Οι λέξεις είναι θηλυκές, κατά την άποψή του, και με αυτή την ιδιότητα γεννούν σχήματα λόγου αρχικά και κατόπιν προτάσεις ζωής.

[…] Πλήθος τα πλήθη κινούν και πληθαίνουν πηγαίνοντας προς τη σύνθεση
μιας αθανασίας ακόμη.

Με τα παραπάνω δεν αφήνεται να εννοηθεί ότι η ποίηση του Σταύρου Σταμπόγλη είναι αισιόδοξη. Άλλωστε ποτέ η αληθινή ποίηση δεν αποπνέει μια αφελή αίσθηση αλλαγής του κόσμου. Ο ποιητής ανοίγει τον εσωτερικό του κόσμο προκειμένου να προσφέρει μια θέαση (ρεαλιστική και ζοφερή συχνά) από προνομιούχο θέση. Αυτά που παρουσιάζει έχουν μέσα τους τον σπόρο που φιλοδοξεί να γίνει δέντρο, και που ίσως ποτέ δεν γίνει. Θα δει, θα εξηγήσει, θα υποκρύψει ακόμη περισσότερα από αυτά που θα καταγράψει, θα δείξει την κατάντια των κάποτε αγαπημένων τόπων στον απόλυτο εξευτελισμό τους, θα απογοητευθεί, θα αντιληφθεί το αδιέξοδο, και θα απαιτήσει από τον αναγνώστη του να συνεχίσει αυτός. Με τα δικά του αποθηκευμένα, με τα δικά του οραματικά και τις δικές του πόλεις. Μόνο που αυτός θα πρέπει να δει και τον εαυτό του να αποκτά υπόσταση μέσα στο πλήθος των ανθρώπων των πόλεων, που μόνο μάζα απρόσωπη δεν είναι, ίσα-ίσα αποτελείται από μονάδες αυτόνομων μεν αλλά συμπορευομένων συμπασχόντων με συνείδηση απόλυτη της κοινής μοίρας.

Ο λόγος του ποιητή είναι κρυπτικός, όσο χρειάζεται. Μεταφορικός και υπαινικτικός, όσο πρέπει, για να προκαλέσει ερμηνείες πολλαπλές. Εν τέλει καθημερινός και λιτός μέσα στην απλότητα των ουσιαστικών εικόνων που μας περιτριγυρίζουν.

Από ψηλά αντιλαμβάνεσαι του ορίζοντα τον πύρρειο θρίαμβο
καθώς βυθίζεται ο ήλιος στη σταθερότητα και την εκτοπίζει.
Ως να είναι ο τόπος ένα νεράκι.
Κρούουν τα βότσαλα απλά πράγματα. Στα χαμηλά η μέρα
ονειρεύεται αναρριχήσεις.

Αυτές οι αναρριχήσεις ίσως είναι το πιο σημαντικό μήνυμα που έχει να δώσει αυτή η ποίηση. Με δεδομένη τη δυσκολία αλλά και με την αισιοδοξία που προσδίδουν πάντοτε τα απλά πράγματα.

.

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΒΥΘΟΥ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS.GR/04/2/2016

Η αρχιτεκτονική ως επιστήμη είναι κάτι πέρα από τον κατασκευαστικό σχεδιασμό ή ακόμα και την καλλιτεχνικότητα. Είναι μία “τέχνη” με άμεση αναφορά στον χρόνο ως πρακτική εμπειρία στο παρόν· συνδέει το παρόν με το παρελθόν αναζητώντας -κατασκευαστικές ή εικαστικές- λύσεις με στόχο το μέλλον. Ταυτόχρονα όμως είναι από τις λίγες εικαστικές επιστήμες που συνδέει τον άνθρωπο με τον περιβάλλοντα χώρο.

Έτσι, η μετάβαση ενός αρχιτέκτονα στην ποίηση φυσικά δεν είναι καινοφανής στην Ελλάδα, ειδικά αν θυμηθούμε τον Νίκο Εγγονόπουλο, αλλά και τους Δημήτρη Πικιώνη (1887-1968), Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993) , Παναγιώτη Μιχελή (1903-1969), Δημήτρη Φατούρο (1928), με την αίρεση ότι τους δύο τελευταίους θα ήταν ίσως λάθος να τους αποκαλέσουμε ποιητές, αν και προσέγγισαν την ποίηση διεξοδικά.

Το δρόμο τούτο μέσα στις νέες καλλιτεχνικές και κοινωνικές συνθήκες φαίνεται να ακολουθεί και ο Σταύρος Σταμπόγλης («Διαλεκτική βυθού», Μανδραγόρας, 2014), όπου διαγράφονται με αρχιτεκτονική λιτότητα ποιητικές κρίσεις και σκέψεις για τους ανθρώπους, την κοινωνία τους και το χώρο τους.

Ένας υπόγειος ψίθυρος αγανάκτησης και αγωνίας πηγάζει από την ποίηση του Σταμπόγλη. Κοινωνικές λυρικές αλληγορίες και υπαρξιακές αναζητήσεις κοινωνικής αναφοράς ρίχνουν το φως τους στο ποιητικό οικοδόμημά του. Με έναν χάρακα ορίζει τις αρχιτεκτονικές γραμμές της ποίησής του· πολλαπλασιασμοί και αφαιρέσεις θεμελιώνουν μία λιτή, μα τόσο εικαστική γραφή.

Η ποιητική του Σταμπόγλη χρίζεται με απλά υλικά· η λιτή πεζολογική πρόσοψη της στιχουργικής του οικοδομήθηκε πάνω σε μία γλώσσα καθημερινή με χαρακτηριστικά προφορικότητας που διανθίζονται από υπερρεαλιστικής επιρροής μεταφορές (το διάφορο των αντιθέσεων) και μετωνυμικούς προσδιορισμούς (ταχύ πένθος). Ο ήπιος σουρεαλισμός άλλες φορές πατά σε ελαφριές αλληγορίες (εκ προμελέτης σχεδόν, πενιχρό τοπίο).

Στο υπερρεαλιστικό υπόβαθρο της ποιητικής του βρίσκουν πρόσφορο έδαφος συχνά και όροι αρχιτεκτονικοί (υπηρεσία αφής, εναπόθεση οξειδώσεων) ή αναφορές στο αστικό περιβάλλον.

Το αστικό τοπίο είναι συχνά παρόν (metropolis, πενιχρό τοπίο, άγος πόλεως, χημεία τοπίου, μέτωπο πόλεως, είδος αντίστιξης)· άλλοτε ως ανθρώπινη επιβολή στη φύση (αρχαιολογία ασφάλτου) κι άλλες φορές ως θορυβώδες πολιτικό κέντρο αποφάσεων (σταύρωση επί σπείρας, σχηματίζοντας ένα σύμπαν).

Αξίζει να υπογραμμίσουμε τη λυρική διάθεση που διαχέεται μέσα στο αστικό -μα άνυδρο- κοινωνικό και πολιτικό πεδίο της ποίησής του. Πρόκειται για έναν ρομαντισμό δραπέτευσης, μία εγγενή ψυχική ανάγκη λυρισμού και διαφυγής σε τοπία ειδυλλιακά μακριά από το αστικό μπετόν. Έτσι, η φύση είναι συχνά παρούσα στην εικονοπλασία του Σταμπόγλη, ισορροπώντας μεταξύ υπαίθρου και άστεως. Μοιάζει σαν ένα ποιητικό κάλεσμα για μία αειφορική σχέση με τη φύση, μία σχέση επικοινωνίας με το περιβάλλον· σαν προσκλητήριο για μία σχέση ισορροπίας μεταξύ της αδηφάγου πόλεως με τη φύση. Ο παραθαλάσσιος -υπαίθριος- χώρος μοιάζει σαν σταθερό ποιητικό σημείο· είναι η μεσοαστική δραπέτευση από την πίεση και το θόρυβο της πόλης, είναι ο χώρος που ονειρεύεται και ταξιδεύει γοερά ο αστός κάτοικος, ο χώρος που σχεδιάζει (παράλια χώρα, υπέρβαση, λαβύρινθε, πόλωση, άγος πόλεως ΙΙΙ, απόσταγμα).

Ο δημιουργός όμως δεν ενδιαφέρεται απλά να εκτονώσει κάποια ψυχική του ανάγκη. Έχει ιδιαίτερη σημασία να υπογραμμίσουμε την απουσία της άμεσης πρωτοενικής αναφοράς. Το α΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο ως υποκείμενο ρήματος είναι ανύπαρκτο· σπάνια υπονοείται με αντωνυμίες ως ετερόπτωτος προσδιορισμός. Αντίθετα, συχνή είναι η χρήση του α΄ πληθυντικού προσώπου, εκφράζοντας έτσι μία συλλογική συνείδηση με κοινωνιοϋπαρξιακές αγωνίες· εμφανίζεται έτσι ένα συλλογικό υποκείμενο που αντιπροσωπεύει την ίδια την κοινωνία. Τούτο μαζί με το συχνό γ΄ αφηγηματικό πρόσωπο ορίζουν και τον αμιγή κοινωνικό χαρακτήρα της συλλογής, προσδίδοντας μία αντικειμενική χροιά.

Μέσα από την ποίηση εκθέτει συλλογικούς προβληματισμούς για την κοινωνία, την πολιτική, τον άνθρωπο. Ανησυχεί για τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές ( παγκόσμιο έθνος, οι ενοικιαστές μου Ι & ΙΙ, ευκαιρίες πατρίδας) και τον πόλεμο (reportage II). Κάθε τόσο η ποίηση του Σταμπόγλη μοιάζει σαν κραυγή αγωνίας για τη δημαγωγία. Οι “πολιτικές” του συνθέσεις είναι γεμάτες ανθρώπους, εμφανώς (ταχύ πένθος, μέτωπο πόλεως) ή ως υπονοούμενη παρουσία (σχεδόν φαύλη, πόλη ΙΙ, σταύρωση επί σπείρας). Άλλωστε, η πόλη αποτελεί το γνήσιο πολιτικό πεδίο αντιπαράθεσης, μία πολυπληθή αγορά και η ανθρώπινη παρουσία είναι συνεχής.

Η γραφή του είναι ειλικρινής και άμεση. Κοιτά κατάματα την πραγματικότητα και αφήνει ελεύθερο τον αναγνώστη να βιώσει μέσα από τις συνθέσεις του όσα προκαλούν και τον ίδιο το δημιουργό. Δεν επιδιώκει την άμεση συγκίνηση του αναγνώστη. Τούτη προκύπτει μέσα από την αμεσότητα της γλώσσας και την εικαστική του ποιητή. Αδρές γραμμές επανατοποθετούν την ποίηση στην κοινωνία και τη συλλογική αντίληψη των πραγμάτων αποφεύγοντας την αυτοαναφορικότητα. Μακριά από την κλειστοφοβική ποίηση ο ποιητής-αρχιτέκτων στιχουργεί σε ανοιχτούς χώρους· άλλωστε κάθε χώρος μπορεί να εμπνεύσει την οικοδόμηση ενός ποιήματος.

.

ΑΠΟ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΕΜΒΟΛΙΜΟ
ΤΕΥΧΟΣ 91-92 2020

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ)

ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΑΖΕΛΗΣ

Όψεις της ποιητικής του Σταύρου Σταμπόγλη

…/…
Η πρώτη αίσθηση που μου προκάλεσε η ανάγνωση των ποιημάτων τού Σταύρου Σταμπόγλη ήταν ένας θετικός αιφνιδιασμός πού νιώθει κάποιος όταν μπαίνει σέ ένα μουσείο που δεν είναι μαυσωλείο τού παρελθόντος άλλα που ο οικοδεσπότης μένει εκεί και κάποιες ώρες την ήμερα ανοίγει το σπίτι του στο κοινό για να το ξεναγήσει ο ίδιος σε χώρους, αντικείμενα και διαδρομές, όπου όλα αποπνέουν ενέργεια, ποιότητα σπάνια και αξία μεγάλη, όπως δεν συναντάμε εύκολα στις αναγνωστικές μας πορείες.
Οδοδείκτης λοιπόν ο ποιητής μας και ξεναγός και συνάμα χρηστομάθεια το έργο του, μια χρηστομάθεια που δεν μυρίζει φορμόλη αλλά αποτελεί όχημα που μπορεί να το οδηγήσει ο αναγνώστης σε δικές του διαδρομές, πριν το παραδώσει στον επόμενο χρήστη η επιβιβαστεί ξανά ο ίδιος για την επόμενη χρήση.
Τα ποιήματα φωτίζουν χώρους (με μετακίνηση σε διάφορες περιοχές της ελληνικής επικράτειας, όμως σε μένα έμεινε έντονη η αναφορά στην Αθήνα και στην γειτονική Βοιωτία), χώρους του άστεως και της φύσης, της αναζήτησης της φύσης στο άστυ και του ανθρώπινου ίχνους στην φύση, φωτίζουν χώρους υπαρξιακούς, πολιτικούς, συναισθηματικούς, ερωτικούς και άλλους, ων ουκ έστι τέλος. Θα χρειαζόταν πολύχρονη σπουδή και ανάλυση με συστηματικά εργαλεία που δεν είναι της παρούσης, για να παρουσιάσει κανείς πιο αντιπροσωπευτικά το πολύπλευρο σαν τη ζωή έργο του Οδυσσέα μας.
…/…

.

ΜΑΡΙΑ ΖΑΓΚΛΑΡΑ

…/…

Η υπαρξιακή διάσταση της ευθύνης στην διαλεκτική του Σταύρου Σταμπόγλη

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή Διαλεκτική βυθού (Μανδραγόρας, 2014) του Σταύρου Σταμπόγλη, είναι εξαρχής εύκολο να αντιληφθεί κανείς το βάθος του βυθού στον οποίο πρόκειται να μπει. Από το εξώφυλλο ακόμη.
Η ισορροπία ανάμεσα σε εικόνα και κείμενο, όταν και τα δυο υπαρκτά, είναι συχνά κομβική στην αντίληψη και πρόσληψη ενός λογοτεχνικού πονήματος. Το έργο που κοσμεί το εξώφυλλο, χαρακτικό του Χριστόφορου Κατσαδιώτη, με το γνώριμο ύφος και την τόσο προσωπική τεχνική, ένα (όχι και τόσο) φανταστικό σύμπαν όπου το αλλόκοτο και το διαφορετικό αντιμετωπίζονται ως κάτι συνηθισμένο και καθημερινό με δόσεις σαρκασμού και πικρής αλήθειας, μας προϊδεάζει για το περιεχόμενο του βιβλίου, Η Αθήνα στον βυθό, και πιο συγκεκριμένα στον πυθμένα του, κι ο παρατηρητής-αναγνώστης να εισέρχεται σαν Αλίκη σε μια χώρα των θαυμάτων. Στεκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μία ποιητική συλλογή που συνδιαλέγεται άρτια και εύγλωττα μ’ ένα εικαστικό έργο – κι αυτό δεν μπορεί ποτέ να είναι τυχαίο.
Από το σύμπαν του καλλιτέχνη στο εξώφυλλο, γυρνώντας τις πρώτες εσωτερικές σελίδες εισερχόμαστε στο σύμπαν του ποιητή. Σε ένα σύμπαν όπου οι λέξεις ρέουν αβίαστα σαν το νερό στον ποταμό του Ηράκλειτου, αλλάζοντάς τον συνεχώς και κάθε φορά οριστικά. Διαλεκτική. Ίσως μια συζήτηση, μία διαπραγμάτευση, όπου όλα τα ενδεχόμενα μένουν ανοικτά μέχρι την εύρεση της αλήθειας – ή το έγγισμα σε ό,τι πλησιέστερο σε αυτήν. Βυθού. Ίσως γιατί κάτω από το νερό κρατάς την αναπνοή και λες μόνο τα σημαντικά – όσα προλαβαίνεις μέχρι να πάρεις ανάσα, ή να την χάσεις για πάντα.
Ίσως πάλι γιατί ο κόσμος στα μάτια του ποιητή είναι απλώς μια βυθισμένη πολιτεία που παλεύει (η και όχι) να βγει ξανά στην επιφάνεια. Από την άλλη διαβάζοντας τα ποιήματα του Σταμπόγλη γίνεται αμέσως αντιληπτή μια γήινη αγάπη στην θάλασσα και κάθε τι θαλασσινό. Τα ποιήματα αργά αποκαλύπτουν την ψυχή τους και η βυθομέτρηση του κόσμου γύρω γίνεται με όργανο μια τέχνη τόσο έμφυτη, όσο και καλλιεργήσιμη: την διαλεκτική. Πως;
…/…

.

ΓΙΩΡΓΟΣ X. ΘΕΟΧΑΡΗΣ

Σταύρος Σταμπόγλης: ένας ποιητής που ζει και δημιουργεί στην Αντίκυρα

…/…
Δύο, νομίζω, πως είναι τα πιο πολύτιμα δομικά υλικά της ποίησής του. Οι εκπληκτικές μεταφορές και οι ζηλευτές παρομοιώσεις. Παραθέτω πρόχειρα:
«Βυθός, / όπως θα λέγαμε σύμπαν», «Διαπραγματευόμαστε το μέλλον λες και
πρόκειται για βολικό αιδοίο», «Όταν η θάλασσα αδιαφορεί / σαν μάρμαρο. Όταν τα σύννεφα διηγούνται / άπνοιες», «Τα φυλλοβόλα / μνημονεύουν το καθήκον της φθοράς», «Η κίνηση σαν φυτεία αειθαλών», «Αν πρέπει να κρύβεις την κραυγή σου / το λευκό χαρτί είναι ένα ασφαλές / ερμάριο», «Η ακτή ματώνει τα χείλη της θάλασσας. / ‘Ασπασμός η αλληγορία της αλήθειας», «Είναι το φως μια ενέδρα υπεράνω υποψίας», «Συλλαβές από ψυχή / να τις αλέθουμε στο στόμα», « Επιβαίνω στο τερατώδες / ενός γεγονότος», «Τα μάτια του εξορύσσουν/ την επαύριο», «Μέδουσες μεσοπέλαγα τ’ ουρανού τα σύννεφα. / Θα μας πάρουν λες όπως τα αερόστατα το καλαθάκι τους», «Και το ανθισμένο μελάνι των θυμαριών. / Η έμμονή ορίζεται ως πέρασμα / από μελίσσια και τζιτζίκια. / Σαν το σύρμα στο μπακίρι μας ξεκουφαίνει η λατέρνα της», «Φορούσε το πουκάμισο ανάποδα / όπως κρύβουμε τη μοναξιά μας», «Θα μπορούσα να ορίσω την ωραιότητα σαν κατάσταση / ανθοδοχείου εντέλει», «Η άμμος έχει μνήμη, έχει γλώσσα / Με την αφή ανοίγονται τα πρόσωπα της ψυχής της».
Ο χρόνος, ο θάνατος, η απώλεια, η απουσία, ο έρωτας, οι ανθρώπινες σχέσεις συνύπαρξης και αντιπαλότητας, είναι οι βασικές σταθερές της ποιητικής του. Αλλά και ζητήματα του καιρού του, και του καιρού μας. Η αλλοτρίωση του ανθρώπου στη μεγαλούπολη και στην ενδοχώρα. Κι η αλλαγή των συμπεριφορών στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Κι ο πόνος για την ανθρώπινη περατότητα. Η, όπως γράφει: Η οδύνη είναι η έμπνευση των τοπίων μου. Κι είναι φορές, διαβάζοντάς τον η κουβεντιάζοντας μαζί του που αναρωτιέμαι πόσο μεγάλη απώλεια για την ποίηση θα ήταν αν δεν είχε αποφασίσει να γράψει τούτος ο άνθρωπος…
…/…

Δ. I. ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ

Η ποίηση του Σταύρου Σταμπόγλη

…/…
Ο Σταύρος Σταμπόγλης, είναι ένας παγκόσμιος πολίτης αφού κοινωνεί τον
ανθρώπινο πόνο «από μεθόριο σε μεθόριο» κι έχει εκείνη την εσωτερική αρματωσιά κι αρμοδεσία που κονιορτοποιεί τις αποστάσεις της απεραντοσύνης οι στίχοι του είναι κάτι από τις κραυγές των αδικημένων που, «Οι φωνές τους σβήνουν την απόσταση / Οι φωνές είν’ η άφή τους»!
Είναι μαρτύριο και μαρτυρία τούτοι οι στίχοι που σηματοδοτούν μια δίολκο και μια ολέτειρα όπου διολισθαίνουν τα μέτρα και τα μήκη και τα πλάτη των γήινων υπολογισμών με την ποίηση και τη φαντασία να υπερβαίνουν διαβρωτικές εξουσίες και παραχαράξεις κάθε λογής: «Από αυτά τα στενά εισβάλλει το πέλαγος στη νήσο μου / Από αυτόν το δρόμο η νήσος μου γλιστράει στο πέλαγος».
Πρόκειται για το δισάκι του μοναχικού οδοιπόρου, το άβατο του κάθε ανθρώπου, το δικαίωμα στην ελευθερία απαράγραπτο, μοναδικό, ανεξίτηλο, που οριοθετεί και υλοτομεί και υιοθετεί χωρόχρονες στιγμές αγρύπνιας. «Αλλά εδώ η στεριά έχει στραμμένη την πλάτη στο βυθό του ορίζοντα»…

…/…

.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ

Περί ευθύνης

Η παρουσία της «ευθύνης», δεν δηλούται μόνον όταν καταγράφεται, κατονομάζεται -λίθος πολύτιμος σε οικοδόμημα ποιητικής- ούτε από την στατικότητα των ποιημάτων εν μέρει η εν συνόλω μιας συλλογής -η περισσότερων- αλλά και από την στάση ζωής, όχι μόνον δηλαδή γραφής,
Ο λόγος για τον Σταύρο Σταμπόγλη, ποιητή, πεζογράφο, αρχιτέκτονα, πολίτη, άνθρωπο, και την διαρκώς παρούσα «ευθύνη» του. Κυρίως όμως, ο λόγος, για το πως αυτή διαπερνά την ποιητική συλλογή του Διαλεκτική βυθού. Εκεί, στη συγκεκριμένη συλλογή, ο αναγνώστης συναντά αυτούσια τη λέξη «ευθύνη» έξι φορές και μία εν συνθέσει ως «συνευθύνη» το βαρύ της, όμως, εννοιολογικό φορτίο τον δονεί πλειστάκις. Όχι ως ομιχλώδης, θολή, εκ της κατανομής αποδυναμωμένη συλλογική ευθύνη, αλλά ως διαυγέστατη ατομική -άμα και συλλογική, ως συνευθύνη- που μεταγγίζεται άκρατος από το ποιητικό υποκείμενο-πομπό στον αναγνώστη-δέκτη. Και τούτο σε μια εποχή:

Μια εποχή όπου εντός της, όμοια χάος με
ψευδώνυμο άκρης, και άκρη με ψευδώνυμο
χάους, ανθίζουν
Η αμεριμνησία των ενόχων ιδρώνει
στον καθρέφτη της ευθύνης μου

(ΕΛΙΚΟΕΙΔΗΣ ΑΝΤΙΦΑΣΗ)

Ευθύνη κυρίως προσωπική, λοιπόν, για την ανάγκη διαχωρισμού αντίγραφων και απομιμήσεων από το γνήσιο, το αυθεντικό. Του χάους από την άκρη. Της αλήθειας από το ψεύδος. Της πραγματικότητας από το επιφαινόμενο. Η Διαλεκτική βυθού στο σύνολό της αποτυπώνει, εκτιμώ, την αγωνιώδη προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου να ανασύρει από τον βυθό στην επιφάνεια, ό,τι σκοπιμότητος η αδιαφορίας, δόλου η αμέλειας ένεκα, είτε ερρίφθη είτε έπεσε εκεί και παραμένει αφανές, παροπλισμένο.

…/…

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Πτήσεις λέξεων
άλλωστε… Προσοχή, οί λέξεις δέν μεταμφιέζονται

…/…

Η ποίησή του είναι ποίηση του άστεως -ενδεικτική η τελευταία συλλογή Διηγήσεις πόλεων, κοινωνική θα έλεγα για να επικαλεστώ το ποίημα «’Επικράτεια I» της τελευταίας του συλλογής με τους χαρακτηριστικούς στίχους:… Εδώ οι πράξεις ξοδεύονται στην πενία της δίψας, οι ορίζοντες πολλαπλασιάζονται στο πλήθος των μαρτύρων εδώ ο Θεός δεν θα μπορούσε να είναι κάτι πέρα άπό ήττα.
Μια βαθιά αφομοιωμένη ποίηση με το έρμα που χρειάζεται σ’ αυτούς που ματώνουν μέσα στην τέχνη κι όχι σε προθαλάμους γραφείων δημοσίων σχέσεων -ένα ακόμα φαινόμενο της εποχής που εναρμονίζεται με τη γενικευμένη αποκαθήλωση των άξιών μας: καθώς επαιτούμε σε λαβυρίνθους έξεων και / προφάσεων, οι μέρες απαιτούν / το αναγκαίο ήθος («Μνηστήρες»), Έτσι κι αλλιώς, τα ψήγματα / του μέλλοντος είναι η βαρύτατη / μοναξιά της μέρας μου («Σταύρωση έπί σπείρας»), Ότι η ελπίδα γεννιέται /δεν ανασύρεται (« Αντίληψη τοπίου»).
Ο τόπος του και οι λέξεις του έχουν τη χθόνια γείωση που συναντάται σε δυό κορυφαίες και συνάμα ιερές τελετουργίες του τόπου μας: την Τραγωδία και το ζεϊμπέκικο: Κόκκο-κόκκο κερδίζεται η αξιοπρέπεια / της αιωνιότητας·/ Για να μην στεγνώσουν όλα στο ενιαίο της ασφάλτου[…] Πέρασμα θεών, η πολύτιμος χείμαρρος / διατρέχει το υπέδαφός μου/Κάθε στιγμή εξορύσσομαι («Γραφεύς βυθού»).
Οι «λέξεις» του Σταύρου Σταμπόγλη -αυτές οι «λοξές πτώσεις πράξεων» όπως διαβάζουμε στην τελευταία συλλογή του αποτελούν τον κώδικα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, το μέσον και το όριο της ύπαρξης: Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν χρώματα και καλπασμός./Και τι θα μπορούσαν οι λέξεις δίχως άνεμο, δίχως σώμα / δίχως εμένα. («Συνεχές I», Διηγήσεις πόλεων). Και από τη Διαλεκτική βυθού: Λέξη προς λέξη συλλαβίζουμε τις πτήσεις και αλλού: διαλέγουν τις λέξεις /
Έχουν τις λέξεις μιλάνε για τις απώλειες («Είδος αντίστιξης»).
Ποίηση Συμβολισμού με μεταφορές, εικόνες, με έντονη τη μεταφυσική διάσταση αλλά και τα δραματικά στοιχεία που επανέρχονται σχεδόν σε κάθε ποίημα: Το πρωινό μοιάζει με δάκρυ που διστάζει / Σιγά-σιγά αποκαλύπτεται / ο λυγμός Ένα πρωινό στην Ακρόπολη. Λυρικός λόγος με έναν δικό του σύγχρονο Ρομαντισμό.
Όπως τη στιγμή που ο ιερέας εφιστά την προσοχή με τη φράση «τας θύρας, τας θύρας εν σοφία πρόσχωμεν» ώστε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας να τελεστεί μεταξύ μυημένων δηλαδή πιστών, έτσι κι ο Σταμπόγλης το ίδιο μυστηριακά συναρμολογεί «Νεαρές λέξεις διασκελίζοντας τις συμβάσεις / του κόσμου» για να αποκαλύψει τις δικές του ανθρώπινες πληγές όχι κατ’ ανάγκη σε ειδήμονες, αλλά αντίθετα προς αναγνώστες, δηλαδή σε κάθε άνθρωπο, σε κάθε συνομιλητή και συμπάσχοντα: Κάθε ευθεία στο μάτι είναι ένας κόκκος/στις καμπύλες του Θεού/Κάθε καμπύλη και μια ριζούλα χάους / Και το χάος υπολογίζεται με τις διασκελιές/ της ήττας μου. / Αλλά ήττα σημαίνει
αγκαλιάζω την ένοχή μου, βγαίνω στην ευθύνη μου/Αλλά ήττα σημαίνει πειράζω τη ζωή / να στραφεί να με κυκλώσει.
Λυρική ποίηση λοιπόν, ποίηση διαλόγου, ύμνος στη φύση και στη ζωή, ωδή στην ανοιχτή θάλασσα και τους ανοιχτούς ορίζοντες της σκέψης, στίχοι φτιαγμένοι από «Βοριάδες· λοφία ιωδίου νύχτα-μέρα».

.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

Διαλεκτική Βυθού

Ο ποιητής δεν κρύβει την απόγνωσή του για την παρακμή που αντικρίζει. Οι αλήθειες θάβονται, χωνεύονται μέσα στο ψέμα, οι ιδέες σαν άχρηστα οστά κατακρημνίζονται, οι υποκριτές υπερισχύουν, η απληστία ξεσαλώνει. Για τον ποιητή η επιβίωση είναι μια πορεία «με καταδόσεις και θάνατο». Τα πλήθη γίνονται δοκιμαστές οδύνης και ο ίδιος μόλις που συγκροτεί μύριες κραυγές αγωνίας μέσα του. Ο αγώνας για αξιοπρέπεια και σεβασμό ακυρώνεται καθώς «ο τόμος εκτελεί ό,τι υπόσχεται». Μέσα από γεγονότα οι θόρυβοι έχουν μεταμφιεστεί σε προτάσεις, οι αμνησίες για ολέθριες πράξεις δημόσια χαϊδεύονται, τα συνθήματα καλύπτουν την ανομία. Οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους, η αυγή σημαίνει σκότος, η αποδοχή πανικό, το χρυσάφι ευτέλεια, το μέλλον βηματισμό πολέμου. Το χειρότερο συμβαίνει όταν η έννοια της ειρήνης ασύστολα διαστρεβλώνεται, όταν αντί για ειρήνη η κατάσταση εκτραχύνεται σε πεδίο εγκλημάτων. Λόγω αυτής της έκπτωσης άξιών, ο ποιητής αισθάνεται τη μέρα του να βυθίζεται σε μια αποδυνάμωση, σε μια συναισθηματική αιμορραγία που τον οδηγεί σε παραίτηση.
Όμως χρειάζεται προσοχή, γιατί το έγκλημα καιροφυλακτεί, έχει στόχο την παραίτησή μας προκειμένου να γιγαντωθεί ακόμη περισσότερο. Η ειρωνεία του ποιητή έχει βάση όταν δηλώνει ότι οι άνθρωποι ως «ένθεα είδη» φροντίζουν επαρκώς την ηθική της απειλής, και του φόβου. Η αίσθηση της απομόνωσης, του ασφυκτικού εγκλεισμού είναι διάχυτη στα ποιήματα, ο χώρος, δηλώνει ο ποιητής, είναι «ένας δρυμός από δωμάτια/ όπου και η οδύνη χάνει / τις αιτίες της». Οι άνθρωποι κουράζονται και αγριεύουν, σαν τα αγρίμια και τα πουλιά που παγιδεύονται στα καφενεία, τσακίζονται στις τζαμαρίες. Μια καταχνιά από κινδύνους απλώνεται και οι δρόμοι στήνουν ενέδρες. Η αίσθηση του εγκλεισμού, που δεν αφήνει χαραμάδα διεξόδου, αναδεικνύεται και σε τέσσερα ποιήματα της συλλογής που αναφέρονται σε άστεγους και μετανάστες.

.

ΦΑΝΗ ΜΠΑΛΑΜΩΤΗ

Η εύγλωττος ομιλία
τρεις συλλογές μία ή συνάντηση με τον Σταύρο Σταμπόγλη

Οι δύο συλλογές διηγημάτων του συγγραφέα, αμφότερες των εκδόσεων Γαβριηλίδης το 2014, φέρουν τους τίτλους Ο δρόμος της τύχης και Εν ονόματι της άνοιξης. Γίνεται σαφής εξ αρχής (ή τουλάχιστον έτσι το αντιλήφθηκα εγώ) η θετική στάση του συγγραφέα απέναντι στα γεγονότα, ένας δρόμος της τύχης που ανοίγεται, ανεξάρτητα με το ποιοι, πόσοι κι αν θα είναι τυχεροί, οι ευκαιρίες είναι εκεί, απομένει στους ανθρώπους να τις χειριστούν και διαχειριστούν, αφορμώμενοι από τις προσωπικές τους συνθήκες ο καθ’ ένας, το πολίτικο-κοινωνικό πλαίσιο της εποχής τους, την ιδεολογία τους, τις επιλογές τους. Στα οκτώ διηγήματα της συλλογής ξετυλίγονται ιστορίες που δίνουν την εντύπωση ότι κάποτε συνέβησαν, ότι είναι προϊόν της συλλογικής αλλά και της προσωπικής -του συγγραφέα- μνήμης, διανθισμένες ίσως από κάποια μυθοπλαστικά στοιχεία που τις κάνουν κάποτε σχεδόν παραμυθένιες αλλά όχι απίθανες.

Κι ερχόμαστε στις Διηγήσεις Πόλεων, ‘Εκδόσεις Κέδρος 2016. Όλα εδώ είναι
-νομίζω- διαφορετικά! Μια σουρεαλιστική οξυγραφία, όπου ανθρώπινα πρόσωπα μας κοιτάζουν απορημένα, πάνω από μια γραφομηχανή απ’ την οποία ξεπηδάνε… «Πικασσικώ τω τρόπω» κομμένα κεφάλια πουλιών και ζώων, κοσμεί το εξώφυλλο της συλλογής, (οξυγραφία, έργο του εικαστικού-χαράκτη Χριστόφορου Κατσαδιώτη), με τα σύντομα σε έκταση ποιήματα σε ύφος πεζό… η μήπως τα ποιητικώς πεζά κείμενα; Προσπάθεια ερμηνείας του τίτλου, ως προβολέα του περιεχομένου: ποιος αφηγείται; οι πόλεις τις ιστορίες τους η μήπως ο συγγραφέας ιστορίες των πόλεων που έζησε, που
αγάπησε, που νοσταλγεί; Μια ματιά στους τίτλους των περιεχομένων αποκαλύπτει ένα σταθερό σχεδόν μοτίβο, καθώς -όπως και στον κεντρικό τίτλο- απουσιάζουν παντελώς τα ρήματα και κυριαρχούν τα ουσιαστικά που συνυπάρχουν ζευγαρωτά, τις περισσότερες φορές με το πρώτο σε πτώση ονομαστική να προσδιορίζει τη γενική του δευτέρου: «Συμβάν Απριλίου», «Υπηρεσία αφής», «Συνηχήσεις επαρχείου» κ.λπ.

Τι μένει στον αναγνώστη άφού διαβάσει τα πεζοποιήματα του Σταύρου Σταμπόγλη, ποια η επίγευσή τους, ποιες αισθήσεις του ενεργοποιούνται; Πρωτίστως, μια ηδονική σχεδόν απόλαυση που την προκαλούν οι λέξεις καθ’ εαυτές. Σε μια καρτούλα με τοπίο της Σερίφου διά χειρός του συγγραφέα, ο ίδιος μου είχε γράψει εγκαρδίως «αγαπητή φίλη, ελπίζω στις ικανότητες των λέξεων». Ναι, οι λέξεις του Σταύρου, των πόλεων και των διηγήσεών τους πέτυχαν τον σκοπό τους, ανέδειξαν τις ικανότητές τους, μας συγκίνησαν, μας ζωγράφισαν, μπήκαν στα ρουθούνια μας, άγγιξαν τ’ ακροδάχτυλα μας, τρύπησαν το μυαλό μας, έχτισαν γέφυρες απ’ το παρελθόν στο σήμερα
ακριβώς γιατί είναι λέξεις καλοδιαλεγμένες, ενός ευαίσθητου ανθρώπου που δε γράφει για να εντυπωσιάσει αλλά για να κοινωνήσει – κι αυτό το πέτυχε στον υπερθετικό.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Σταύρος Σταμπόγλης, ένας ζωγράφος αρχιτεκτονεί ποιητικώς φωτογραφίζοντας το Άφατον

…/…

Ο Σταύρος Σταμπόγλης κινείται σε όλο το φάσμα ανάμεσα στο παραδοσιακό, στο μοντέρνο, στο μετά-μοντέρνο και σ’ αυτό που θα έρθει αύριο κυοφορούμενο σήμερα σε πολλαπλές αλληλοσυμπληρούμενες κι ασύμβατες μήτρες.
Θα ήθελα να τον δω μόνον ως εικαστικό, ως ζωγράφο, ως φωτογράφο, αλλά κι ως σεναριογράφο η «ολικό σκηνοθέτη» μιας πανοραμικής τοιχογραφίας ενός θρυμματισμένου καιρού που ανακαλύπτει όμως την ενοποιημένη μοναδικότητά του.
Σπανίως συναντώ ποιητές «με όραμα» κι οφείλω να το επισημάνω. Κι ο Σταύρος Σταμπόγλης είναι ένας από τους χαρισματικούς μη προνομιούχους. Όσο για τους χαρακτηρισμούς «ελάσσων»-«μείζων», ελάτε τώρα, μαζί μιλάμε… “Ας μη μπερδεύουμε το σταρ-σύστεμ και την περιαυτολογία με την ουσία και τη διακριτική σεμνότητα… Ένα ποίημα του Σταμπόγλη βαραίνει πολύ περισσότερο από εκατό στιχουργήματα δεκάδων άλλων (μαζί κι ομού) της «γενιάς» του. “Α, ναι, ας τελειώνουμε κι αυτή τη μηχανιστική κατάταξη. Ο Σταμπόγλης εκτέθηκε κειμενικώς για πρώτη φορά σε μεγάλη, «ώριμη» ηλικία, αλλά κυοφορούσε προφανώς από την εφηβεία του. Πού εντάσσεται λοιπόν και γιατί πρέπει επειγόντως να ενταχθεί κάπου; Μπορεί να είναι, ας πούμε, ακόμα ένας ασπρομάλλης αλλοδιαστασιακός έφηβος που κοιτάει με απορία γύρω του κι ακόμα δείχνει σα να μην καταλαβαίνει. Τότε είναι που στρέφεται μέσα του κι εκεί είναι που αναδύονται και λαμπυρίζουν πετράδια από το βαθύ συλλογικό υπόστρωμα μιας Ανθρωπότητας που δεν λησμονεί την ουράνια καταγωγή της.

.

ΤΖΙΝΑ ΞΥΝΟΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Διηγήσεις πόλεων

…/…

Ο Σ. Σ. γνωρίζει πως η πόλη αποτελεί πεδίο αναμετρήσεων και συγκρούσεων αλλά και απάθειας και εγκληματικής αδιαφορίας, θέατρο γεγονότων όπου διαδραματίζονται οι ιστορίες των ανθρώπων, κάποιες φορές σκηνοθετώντας τις. Εκφράζει την αγωνία του για το μέλλον, την ευθύνη του καθενός για τη διαμόρφωσή του και την ανάπτυξη άμυνας ενάντια σε ορατές και αόρατες απειλές. «Η πόλη μου, αναμονή ή ακινησία. Βυθιζόμαστε σε ανεπαρκές ήθος. Οι προσδοκίες δεν είναι παρά γεννήματα χθόνιες λέξεις. Αναψηλάφηση αντιθέσεων στο φως το σκοτεινό μιας κόλασης που ξέπεσε σύμβολο παραδείσου… Να δραπετεύσω να πάω που δεν είμαι αποδημητικό. Κι ύστερα, με καθηλώνει το φορτίο των θυσιών».
Μέσα από τον διάλογο, τις αντιθέσεις, τις ρήξεις, τους συμβιβασμούς, τις ανατροπές, ο άνθρωπος και η πόλη αλληλοπροσδιορίζονται και μεταβάλλονται. Ο δημόσιος χώρος δίνει τα ερεθίσματα, τροφοδοτεί και τροφοδοτείται με ιστορίες ανθρώπων που ζυμώνονται και πλάθουν τη συλλογική συνείδηση των ατόμων που ζουν μέσα σ’ αυτόν.
Λέει ο ποιητής, «Λαλιά συμβόλων κάθε σταυροδρόμι. Ρυμοτομία πένθους. Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν χρώματα και καλπασμός.».
Στις «διηγήσεις πόλεων», το παρελθόν και το παρόν επικοινωνούν, το πραγματικό και το φανταστικό συνομιλούν και οι μνήμες βοηθούν στην ενότητα χώρου και χρόνου. Και αναλαμβάνει ο λόγος να συνδέσει την πόλη με την ιστορία της, να πρωταγωνιστήσει για τη διαχρονικότητα της ελληνικότητας. «Εξορύσσοντας αντιλαμβανόμαστε. Εκ δεξιών καρυάτιδες και κούροι μάρμαρα με την κόμη στον άνεμο. Εξ επωνύμων ο λόγος, ακονίζοντας τον ορίζοντα. Στο κέντρο στέκει ψυχή πλήθους. «Αγριο τραγούδι κάτω απ’ τα πόδια μας η γη.» κι άλλου, «.. .διαμορφώνοντας λόγο. Ανάγκη ελληνική.».
Ο αναγνώστης ξεναγείται σε πόλεις πραγματικές ή μεταφορικές, του μύθου η της ιστορίας, μητροπόλεις ή της περιφέρειας, σύμβολα όπου γεννιούνται και κατοικούν ιδέες, σ’ έναν εννοιολογικό και γεωπολιτικό χάρτη, επί του όποιου ασκείται η ζωή και το πνεύμα.
…/…

.

ΑΓΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ

Ή αρχιτεκτονική των λέξεων ως προς την υπαρξιακή και αυτοαναφορική
διάσταση στην ποίηση του Σταύρου Σταμπόγλη

…/…

Μια άλλη παράμετρος της ποιητικής συνεισφοράς του Σ. Σταμπόγλη, που δεν
έχει επισημανθεί όσο θα ’πρεπε από την κριτική, είναι η περιορισμένη μεν, αλλά πολύ ουσιαστική αυτοαναφορική διάσταση, η όποια διεισδύει στο ποιητικό του σύμπαν είτε μέσω αυτούσιων ποιημάτων είτε μέσω μεμονωμένων στίχων που εναρμονίζονται με τα κειμενικά συμφραζόμενα και προβάλλουν με άμεσο η έμμεσο τρόπο ένα σχόλιο για τον τρόπο γραφής του ποιήματος, το επίπονο της ποιητικής διεργασίας ή τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ποίηση αναφορικά με το συγκεκριμένο προβληματισμό που κάθε φορά προκρίνεται.
Εισβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στο καλλιτεχνικό εργαστήρι, ο αναγνώστης
εξοικειώνεται και συμμετέχει στην αγωνιώδη προσπάθεια του δημιουργού να αρθρώσει ποιητικό λόγο και να αποδώσει με τις ποιητικές του δυνάμεις τη δική του οπτική για τον κόσμο και τα πράγματα γύρω του και μέσα του. Μέσω της ανίχνευσης της αυτοαναφορικής διάστασης καλείται ο αναγνώστης και ο κριτικός να αποδημήσουν το ποιητικό σύμπαν και να το ξεκλειδώσουν με τα ερμηνευτικά κλειδιά που του παρέχει ο ίδιος ο δημιουργός.
Στη συλλογή Γη και στο ποίημα «AU VOL D’ OISEAU» οι λέξεις, αυτές που με τόση αγωνία και επιμέλεια επιλέγει ο ποιητής παραλληλίζονται με τα μπαλόνια που ταξιδεύουν σε μια ανοδική, υπονοείται, πορεία με την ώθηση μιας μαγικής, απροσδιόριστης δύναμης. Υποβάλλεται στο σημείο αυτό η δυναμική της ποιητικής γλώσσας που μεταπλάθει τις περιχαρακωμένες εννοιολογικές σημάνσεις και αφήνει τις λέξεις να νοηματοδοτηθούν και να μεταπλαστούν μέσω της φαντασίας.

.

EΡΗ ΡΙΤΣΟΥ

«Με την πλάτη στο παρόν», λοιπόν

…/…

Πέφτω πάνω στα ποιήματα του Σταμπόγλη Με την πλάτη στο παρόν. Πονηρός τίτλος, πονηρός ο Σταύρος και δημοκράτης. Δε με δεσμεύει: Μπορώ να κοιτάζω απ’ τις καταπακτές του υπογείου μου. Μπορώ να κοιτάζω κατά την απουσία παραθύρων. Μα και μεγαλόψυχος και σοφός και κατά βάθος αισιόδοξος. Είναι η φύση μας και ο Σταμπόγλης είναι ο τελευταίος που θα πάει κόντρα σ’ αυτήν.
Αρχίζω λοιπόν απ’ το τέλος, που άλλωστε είναι και η αρχή όπως δηλώνει ο τίτλος: (Επίλογος ως προοίμιο), «Και με τούτα, είπε, ας χωνέψουμε την ανάγκη πως κάθε φορά από φυλλοβόλο χειμώνα ορμώμενοι, κρατάμε θέση για την άνοιξη. Πως κάθε άνοιξη απαιτεί τον δικό της χειμώνα. Ότι και ετούτος ο χειμώνας κρατάει όλο το σεβασμό μου».
Ο Σταμπόγλης είναι και αυτός ιστορικός του καιρού του. Με ματιά καθαρή και σκληρή κριτική (και αυτοκριτική), «Πειραματιζόμαστε με την ειρήνη επενδύοντας στον πόλεμο. Η έρευνα ως εργαλείο εξόντωσης. Μάλλον η επιβίωση του είδους οφείλεται σε κατά συρροήν θαύματα». («Ένδυμα επιστήμης» σελ. 17).
Όμως είναι αγωνιστής και -όπως είπα παραπάνω- αισιόδοξος: «Κάτι πασχίζει, δύσκολο να δεις. Υπονοείται κυοφορία πολύχρωμου γεγονότος. ‘Ανάσες ορυκτών σχεδόν.» («Γεννήτρια ονείρων I» σ. 18). «Κάτι φυσάει στις αλογοουρές των κοριτσιών, στων αγοριών τα μέτωπα», («Γεννήτρια ονείρων II» σ. 19).
Φυσικά, η αγωνία του όπως άλλωστε είναι και φυσικό, άφορά στο «όργανο» της δουλειάς του που μέσα σε μια κατάσταση γενικού ξεπεσμού και αποσάθρωσης δεν θα μπορούσε να μείνει αλώβητο. Τραυματισμένο, πληγωμένο, άρρωστο λοιπόν το όργανο αυτό σε όλες του τις εκφάνσεις, είτε ως λόγος πολιτικό, είτε ως έκφραση καθημερινή, είτε ως φορέας ιδεολογίας, σκέψης, προβληματισμού, έκφρασης ανησυχιών, αισθημάτων, «Η άξια του λόγου έχει εκπέσει. Ο ρόγχος ως ανάσα εκλαμβάνεται. Ανακάθονται
σαστισμένα στο σαλόνι της ιστορίας τους τα συνθήματα», («Ασφαλές σαν άγνοια» σελ. 53).
Και εδώ ακριβώς είναι που ο ρόλος του ποιητή είναι αυτός του μαχητή, του υπερασπιστή των ιερών και των οσίων, του θεραπευτή των πληγών. Σκάβει με τα νύχια στη λάσπη του ποταμού και ανασύρει ψήγματα χρυσού τις λέξεις, τις ξεπλένει κι έτσι λαμπυρίζουσες μια-μια τις βάζει στο ψηφιδωτό του φτιάχνοντας ακτίνες αφορισμών που ακολουθώντας τες βγαίνουμε στο φως. Πραγματικά, η συλλογή αυτή είναι γεμάτη από τέτοιες συμπυκνώσεις: «Η έπαρση γεννιέται απ’ τις ευγενέστερες λέξεις», («Ένδυμα επιστήμης» σ. 17). «Το αθώο δεν είναι παρά μια σκιά ανισότητας», («Περί δικαίου» σ. 42). «Η αλήθεια είναι της ψευδαίσθησης λαβωματιά», («Μη ισορροπία» σελ. 43).

…/…

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

Ο αναγνώστης στο ψαλτήρι του Όρθρου

ΑΤΕΛΕΣ ΚΟΛΑΖ

…/…

Περνώ τώρα από τη θεματική, στον τρόπο και στο μεδούλι του βιβλίου. Αφήνοντας στην άκρη την (εντελώς προσωπική) ένστασή μου, η όποια άφορά στον μεταμοντέρνο τρόπο, με τον όποιο σε ορισμένες περιπτώσεις κόβεται ο στίχος, για λόγους ξένους προς έμενα, η όλη αίσθηση είναι μαγευτική.
Όπως και αν έρθεις σε επαφή με τα ποιήματα, ακόμη και αν είσαι αυστηρός κριτής με φιλολογικούς μετρητές, με αναλυτές βαθμών πύκνωσης, η ό,τι άλλο, αυτά κατορθώνουν και στέκονται ψηλότερα, καταφέρνοντας και να δονήσουν τον υπαρξιακό φέροντα οργανισμό του αναγνώστη, άλλα και να κρατήσουν τις λέξεις ζωντανές, ξεπλένοντάς τες πολλές φορές από τους ρύπους της πολλής χρήσης, της αλλοίωσης η της παρανόησης.
Το Ατελές Κολάζ του Σταύρου Σταμπόγλη, απαρτιζόμενο από χαρτιά με τυπωμένα ποιήματα «σταθμούς» της ως τώρα πορείας του, έκτος από του να συγκινεί βαθύτατα, χωρίς τούτο να είναι αυτοσκοπός, στέλνει φρέσκο αέρα στα πνευμόνια των λέξεων, υπερασπιζόμενος την υγιή τους λειτουργία και το δικαίωμά τους στη ζωή.
Από το πρώτο ως το τελευταίο του ποίημα, όπου ανακεφαλαιώνει την κεντρική ιδέα του βιβλίου, με «μονόλογο ερημίας» στην αρχή και «προσεγγίζοντας μια απάντηση» στο τέλος, δεν παύει ακριβώς λόγω του τρόπου, της παρουσίας των βιωμάτων και του διαρκούς στοχασμού, της χρήσης της γλώσσας, της άκρως παραστατικής εικονοποιίας και του ρυθμού, να προκαλεί έκτος των άλλων θεσπέσιων, ζωντανό διάλογο με τον αναγνώστη, καλώντας τον να λάβει θέση, στα τεκταινόμενα στη σκηνή του Αλλοπρόσαλλου Κολάζ της καθημερινότητας. Του αφήνει τη δυνατότητα να το συνεχίσει, όπως εκείνος θέλει, κυνηγώντας τη ματαιοδοξία μιας κάποιας τελειότητας.
Στην πάνω αριστερή γωνία των κολλημένων υλικών, ορώ τον ποιητή να αναφωνεί, εν πλήρεις επιγνώσει:

[Είμαι ο αναγνώστης στο ψαλτήρι του όρθρου],

Δεν τον έχω συναντήσει ακόμη άπω κοντά. Διαισθάνομαι ότι αν συναντηθούμε στον δρόμο, η καλημέρα του θα είναι, όπως η καλημέρα των αυθεντικών ποιητών, δηλαδή

[Καλημέρα όπως συναγερμός].

.

ΕΛΕΝΗ ΣΙΓΑΛΟΥ

Διηγήσεις πόλεων
Για μια γεωγραφία τής ποίησης

Με τις Διηγήσεις πόλεων, αυτήν τη συλλογή των μικρών ποιητικών αφηγήσεων, ο Σταύρος Σταμπόγλης μας καλεί να ιχνηλατήσουμε μαζί του, το
σώμα της ποίησης, που εξ άπαντος αχαρτογράφητο, υφέρπει ως ου τόπος στην επικυριαρχία του πραγματικού: «Μεταφέρω αφηγήσεις πόλεων
όπου οι λέξεις θέλουν να γίνουν χρώματα και καλπασμός» .Το ταξίδι αυτό, νομοτελειακά εσωτερικό, φέρει εικόνες σαν βιωμένες αισθήσεις, και οδοδείκτες, για να επιστρέφουμε ες αεί και αλάνθαστα στην αρχέγονη κοιτίδα του εαυτού. Γ ραφή υπαινικτική με μορφή πρόζας, ποιητικά αποσπασματική, χωρομετρεί ολότητες, αποστάγματα ζωής μυστικής. Η πύκνωση του λόγου σκιαγραφεί αποκαλυπτικά το ρυμοτομικό σχέδιο της ανθρώπινης τοπιογραφίας. Το συνταίριασμα στοχασμού και ποίησης, αποτυπώνεται αβίαστα στις διαδρομές του λόγου, δίχως το ένα να επισκιάζει το άλλο.
Ο συγγραφέας επισκέπτεται πόλεις και τόπους και αφουγκράζεται το βουητό των σπλάχνων τους: «Καλλίπυγο αγρίμι κρύβεται κάτω από την πόλη». Οι πόλεις εγγράφουν τον εαυτό τους στο ποιητικό υποκείμενο και παράλληλα αναπαριστούν τις δαιδαλώδεις εκφάνσεις του: «Στάχτες και μαρμαρόσκονη πεντελικού στην παλάμη μου. Και γυαλί της ερήμου. Οι κόκκοι των ηπείρων σύννεφο στο μάτι κοφτερό» Συχνά, οι πόλεις του Σταμπόγλη συνομιλούν μέσα από υπόγειες πρισματικές αντανακλάσεις, με τις άλλες, τις Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο, έως και την παλιά εκείνη, την αρχετυπική Πόλη[ν], του μεγάλου Αλεξανδρινού.
…/…

Emvolimon_91-92

.

ΩΣ ΚΟΛΛΑΖ. ΕΝΤΕΛΕΣ
ΣΕΛΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗ

ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΙΣ τχ 6 – Δεκέμβριος 2020

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΩΤΗΣ

Η ποιητική συλλογή Απόδοση Τοπίων του Σταύρου Σταμπόγλη κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Διαβάζοντας τα ποιήματα, παρατηρούμε την προσπάθειά του να συστήσει ένα διττό τοπίο, το οποίο μας προτείνει να το δούμε και να το κατακτήσουμε με πολλούς τρόπους.
Συνιστά σε αυτόν τον οδηγό προσέγγισης να υπερτερούν η όραση και τα συναισθήματα. Παρατηρούμε ως βάση την αστική τοπιογραφία πρωτίστως, αλλά και την ύπαιθρο δευτερευόντως. Έτσι, καλούμαστε να διασχίσουμε μια σειρά εσωτερικών ατραπών και οδών, καθώς περιδιαβάζουμε τις εξωτερικές, που μας οδηγούν στον τόπο του ποιήματος και στους τρόπους του ποιητή. Όλο αυτό το τοπίο που εκτυλίσσεται γύρω μας είναι οι καθημερινοί μας τόποι, σημεία υπαρκτά της πόλης όπου βαδίζουμε, ζούμε σε αυτά, και με αυτά αναπτύσσουμε σχέση ανάλογου βάθους. Μας προσφέρονται καθώς τα παρατηρούμε στις μεταμορφώσεις τους, πιστεύοντας ακράδαντα ότι είναι η αντανάκλαση της δικής μας μεταμόρφωσης. Το συναισθηματικό τοπίο συμπλέκεται με το φυσικό και αποτελεί την προέκτασή του.
Το εναρκτήριο ποίημα της συλλογής, «Θάλασσα στους ορόφους», μάς εισάγει σε αυτήν την οπτική του ποιητή για τον βίο. Τα ελάχιστα στοιχειακά υλικά που υπαινίσσονται και συγκροτούν το σύμπαν διατρέχουν μέσω των συναισθημάτων το εύρος του χρόνου της ζωής του καθενός μας.
Ό,τι λείπει στοιχειοθετεί μιαν υπόσχεση, μια παραδοχή, έναν κόσμο. 0 συνδυασμός αυτός γίνεται φανερός στους στίχους:

Ο ρυθμός του πόνου έχει ακουστεί όμως.
Επιδέσεις με σκυρόδεμα και άσφαλτο.
Και ό,τι επουλωθεί διηγείται ιστορίες.
(«Ακούσματα Λεκανοπεδίου»)

Όπως και οι στίχοι:

Η οδός Ακαδημίας γέμισε σκιές.
Στην οδό Πανεπιστημίου άπλωσαν σκοτάδια.
Η οδός Σταδίου ανέβασε την υποψία δυο σκάλες ακόμη
(«Δρόμοι του Αυγούστου II»)

Η Αθήνα ως πόλη πρωταγωνιστεί στη συλλογή, όπου στο ομώνυμο ποίημα με τον αναγραμματισμό στον τίτλο, «Αθήναι-Νήαθαι», η περιδιάβαση ως άσκησις επί χάρτου φανερώνει την κλίμακα ενός γονιμοποιού σώματος με τις
λειτουργίες του, τις εκκρίσεις και τις απεκκρίσεις του σε ένα υπαρκτό αλλά και σε ένα μεταφορικό επίπεδο. Το υπαρξιακό ερώτημα, διατυπωμένο με τη δέουσα ειρωνεία, αφήνει στο τέλος ανοιχτή τη χαραμάδα της ελπίδας και
της κάθαρσης.

Παρατηρούμε ειρωνεία, βεβαιότητα και αυτοσαρκασμό στον τρόπο που ο ποιητής αντιμετωπίζει καθημερινά αυτό το κοινότοπο αντιποιητικό υλικό και αυτός είναι ο μίτος που θα μας οδηγήσει σε έναν προορισμό, ώστε να μη χαθούμε.
Σε κάποια ποιήματα η καταφυγή στην επαρχία, στον γενέθλιο τόπο είναι το παυσίλυπον, το μόνο που έχει τη δυνατότητα να δρα, ώστε να διευρυνθεί η όραση και να ξανοιχτεί η ψυχή σε ενός άλλου είδους εξομολόγηση για τον τρόπο του βίου.

«Η μνήμη είναι μια σφηκοφωλιά / που μαίνεται», μας λέει στο ποίημα «Και αυτοί παρελαύνουν». Η μνήμη εδώ ανακαλεί μέσω συμβάντων και παραστάσεων που λανθάνουν στην πόλη, αλλά διατηρούν άσβεστη την πρότερη ζωντάνια τους και επανέρχονται επιδραστικά. Το μαρτυρούν τα ποιήματα με τον τίτλο «Μεταφορά I, II, III, IV», καθώς και η άλλη σειρά ποιημάτων με τον τίτλο «Μικρή Πόλη I, II, III, IV». Η αντίθεση φύσης/πόλης, εν προκειμένω της Αθήνας, άλλοτε εξομαλύνεται με ρευστά σύνορα -η μία ρέει με τα στοιχεία της εντός της άλλης- και άλλοτε βιαίως με διαχωρισμένα τα όρια. Ας θυμηθούμε εδώ τα ποιήματα «Υπό την άκρη της πόλεως» και το «Μείγμα κρίσιμο».

Στοιχεία του φυσικού τοπίου, άνθη, δέντρα, φυτά, πουλιά, ποτάμια, προσομοιάζουν των σπιτιών, διεκδικώντας τον ζωτικό τους χώρο και επιζητώντας την αρμονική συνύπαρξη με τον άνθρωπο. Εκεί, στα όρια της πόλης, καθίστανται πιο φανερές οι αντιθέσεις και τα προβλήματα
επικοινωνίας και συνύπαρξης. Το ξεπέρασμα αυτών των αντιθέσεων οδηγεί σε αναδιατάξεις. Αυτήν μας προτείνει ο Σταμπόγλης με τα ποιήματά του. Η ποίηση έχει την ικανότητα να αναδιατάσσει τον κόσμο και ο ποιητής έχει
χρέος και νομιμοποιείται για αυτήν την απόπειρα. Αυτήν την συμπαντική αναδιάταξη παρατηρούμε στα ποιήματα «Το αλάτι τους» και «Γειτονιές του κόσμου». Μας λέει στο πρώτο ποίημα:

Κάθε πληγή είν’ ένα Δέλτα
και εκβάλλει κοιτίδες στη θάλασσα.
[.·.]
Κι ύστερα αυτές οι λέξεις βάφουν
την ακτή μου με της ανάγκης το ανεξίτηλο.

Στο δεύτερο ποίημα γράφει:

Στον αγρό το μυστικό, καθώς τ’ αγριολούλουδο
και αυτήν την άνοιξη αναγιγνώσκει τη διαθήκη του.

Καθημερινά φιλοσοφεί και διερωτάται ποιητικά για τον περιβάλλοντα κόσμο, όμως κάθε ερώτημα περιέχει και ένα δίλημμα, όπου την απάντηση καθορίζουν οι εκάστοτε συγκυρίες.

Φυγάδες ή θηράματα
κι ό,τι υποκύπτει στο άναρθρο
προσπαθώντας να ξορκίσει τους φόβους του.
(«Εικόνα δρόμων»)

Τα δίπολα άνθρωπος/τοπίο και πολίτης/πόλη καθορίζουν τη στάση του ποιητή απέναντι στην εποχή του. Αυτή η σχέση παραμένει και πρέπει να είναι πάντα ενεργή και δραστική. Ο καταλύτης για αυτήν είναι η ποίηση. Το τοπίο γίνεται πόλη, όπου ο άνθρωπος παρεμβαίνει ως ποιητής-πολίτης. Η δράση του είναι διαρκής, γονιμοποιός και επιδραστική για τους υπολοίπους, με το ποίημα να προτείνει πάντα μια νέα θέαση και θέα. Εφευρίσκει τον τρόπο να μιλά με μεταφορές και υπαινιγμούς, για να ιδιοποιείται τα σχήματα ο μετέχων αναγνώστης-πολίτης. Όλη αυτή η διαρκής κίνηση σε αναγνωρίσιμα τοπία τούς δίνει ζωή, τροφοδοτώντας την καθημερινή συνύπαρξη, ώστε ο χώρος να μεταπίπτει σε νοερό τόπο.
Σχολιάζει περιφερόμενος και περιστρεφόμενος γύρω από τον άξονα της ματιάς του, όπου εξακτινώνεται η πόλη, το τοπίο επεξεργασμένο και ποιητικά χρωματισμένο καταλήγει σε σχολιασμό, σε μια αλληγορία-διαπίστωση, όπως
μας το παραθέτει στα ποιήματα «Κλίμακα» και «Περί λογικής». Παραθέτω ολόκληρο το πρώτο, για να καταφανεί όλη αυτή η προβληματική του.

Η ανασφάλεια ενσωματώνεται στην εξέλιξη.
Η εξέλιξη γίνεται το θεμέλιο της ανασφάλειας.
Η οδύνη της μέρας ορίζει το μέλλον.
Το μέλλον επωμίζεται την ανασφάλεια.
Η ανασφάλεια προσποιείται την ελπίδα.

Όλη αυτή η αναζήτηση της σχέσης ένταξης του ανθρώπου σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο καθορίζει την καθημερινότητα και τη δράση του, την ποιότητα της ζωής του και το περιθώριο αλλαγής της. Αυτά που μεταβάλλονται με ταχύτατο ρυθμό μερικές φορές γίνονται μνήμη, κάποια μην προλαβαίνοντας να ταξινομηθούν χάνονται, η καθημερινή επανεξέτασή τους καθορίζει τη θέση και την κοινωνική του ένταξη ως καθημερινά δρων υποκείμενο.

Τώρα οι πλατείες χορεύουν και τραγουδάνε.
Η χορογραφία ακολουθεί ανάγκες, όχι βήματα.
Κι ύστερα της πόλεως συσπειρώνονται οι επαρχίες.
Η καθεμία τους ακονίζει τη μειοψηφία της.
(«Έκφραση»)

Η σύνδεση ανθρώπου και πόλης πρέπει να έχει διάρκεια και προοπτική εκτεινόμενη στο μέλλον, καθιστάμενη μονάδα μέτρησης του χρόνου. Στην ποίηση του Σταμπόγλη ο τόπος γενικότερα και οι πόλεις ειδικά δεν νοούνται δίχως πολίτες που αντιπαρατίθενται παρεμβαίνοντας. Ο πολίτης δεν γίνεται να παρατηρεί μόνο δίχως να παρεμβαίνει. Η ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα αφήνει ίχνη στο σώμα της πόλης και βέβαια αποζητά τη συνέργεια, την καταγραφή που οδηγεί σε μια μορφή γνώσης και αυτογνωσίας.
0 ποιητής διαισθητικά καταγράφει για να παραδώσει στις επόμενες γενεές τοπία, χαμένες εικόνες, τρόπους δράσης, ώστε να αποφευχθεί η λογική του κέρδους.

Κόχες, στοές, αδιέξοδα και άλλες έννοιες
της πόλης καθώς ενδύονται
τη σιωπή του αφανισμού.
(«Άκρα Ταπείνωση»)

Από τη μνήμη πρέπει να αναδύονται εικόνες και να επανέρχονται με κάθε ανάγνωση. Ο ποιητής κινείται, παρατηρεί, καταγράφει, αποδίδει μέσω των ποιημάτων του εικόνες και σκέψεις. Καθημερινά βάζει στοίχημα με τον
εαυτό του, να μην αφομοιωθεί από την πόλη, να διατηρήσει την αυτονομία του και τη δυνατότητα παρέμβασης.
Την ίδια χρονιά, τον Φεβρουάριο του 2012, σύμφωνα με τον κολοφώνα του βιβλίου κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οροπέδιο και η ποιητική συλλογή του με τον τίτλο Αποτυπώσεις. Πρόκειται για ολιγόστιχα ποιήματα, δίκην
αφορισμών, τα οποία σχολιάζουν ποιητικά τα καθημερινά συμβάντα των ημερών μας. Η ποίηση εδώ, ως απόσταγμα σκέψης και στάσης ζωής, μάς δίνεται συμπυκνωμένη δίχως καλλωπισμούς και περιστροφές. Για κάθε ένα από αυτά τα ποιήματα υπάρχει ένα βιωμένο ισοδύναμο αφαίρεσης που το καθιστά ενεργό, ώστε να λειτουργεί ως αφορισμός δίχως καμία αμφισβήτηση της απόφανσής του. Θα αναφέρω ενδεικτικά τα εξής:

Κατευθυνόμαστε πλέον χωρίς
τη σπατάλη της ιχνηλασίας.
Επί σιδηροτροχιών απαθή
οχήματα.
Τα φυλλοβόλα
μνημονεύουν το καθήκον της φοράς.
Αν πρέπει να κρύβεις την κραυγή σου
το λευκό χαρτί είναι ένα ασφαλές
ερμάριο.

Πιστεύω ότι αυτά τα ποιήματα πρέπει να διαβαστούν ως συνέχεια των ποιημάτων της συλλογής Απόδοση Τοπίων, διότι συνοψίζουν επιγραμματικά τα θέματα και την ποιητική του Σταμπόγλη και αποτελούν τη γέφυρα που την ενώνει με την ποιητική συλλογή του με τον τίτλο Διηγήσεις πόλεων, η οποία κυκλοφόρησε το 2016 από τις εκδόσεις Κέδρος. Ομόθεμα και ομόηχα ποιήματα -ας αλλάζουν μερικές φορές επιφανειακά οι τρόποι- στο βάθος υπακούουν στους ίδιους ποιητικούς κανόνες και θα πρέπει κατά τη γνώμη
μου να διαβάζονται αυτές οι τρεις συλλογές ενιαία, η μία ως συνέχεια της άλλης, μιας και ξεδιπλώνουν ολάκερο τον προβληματισμό και τον ποιητικό τρόπο του Σταμπόγλη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΥΝΥΦΑΝΣΕΙΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗ

1

0 χρόνος δημιουργεί ένα γραμμικό συνεχές, επί του οποίου συμβαίνουν και τοποθετούνται τα γεγονότα, ορίζοντας κάθε στιγμή ποιο είναι το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Αν η Φυσική καλείται να μελετήσει και να περιγράφει τον χρόνο ως φυσικό φαινόμενο, αν η Ιστορία επιδιώκει την αναδόμηση του παρελθόντος με στόχο την ερμηνεία του παρόντος και πιθανόν την πρόβλεψη του μέλλοντος, τότε πώς τοποθετείται έναντι του χρόνου και με ποιους τρόπους συνομιλεί μαζί του η Λογοτεχνία;
Καταρχάς, θα πρέπει να διακρίνουμε τον φυσικό από τον ιστορικό χρόνο. 0 φυσικός χρόνος αποτελεί ένα μετρήσιμο μέγεθος, αν και η θεωρία της σχετικότητας από τον Αϊνστάιν κατέρριψε την ιδέα του απόλυτου χρόνου . Από την άλλη, ο ιστορικός χρόνος είναι υποκειμενικά βιωμένος και σημασιοδοτημένος, με αφετηριακό σημείο το παρόν και κατεύθυνση το παρελθόν.
Ο ιστορικός χρόνος δεν είναι αυθυπόστατος, αλλά αποτελεί ένα διανοητικό κατασκεύασμα, εσαεί υποτελές του εκάστοτε μελετητή του. Η Ιστορία δεν αναβιώνει το παρελθόν το αποκωδικοποιεί με βάση τις αξίες και την οπτική του παρατηρητή της . Ως υποκειμενική εμπειρία, ο ιστορικός χρόνος δε γίνεται αντιληπτός με απόλυτους όρους. Άλλοτε μοιάζει μεγαλύτερος σε διάρκεια και πυκνότερος σε ένταση και άλλοτε πιο αραιός και σύντομος.
Επίσης, ακολουθεί την αντίθετη πορεία σε σχέση με τον φυσικό χρόνο, ο οποίος ρέει από το παρελθόν προς το παρόν και το μέλλον. Για να είμαστε όμως ειλικρινείς, όταν αναφερόμαστε στον ιστορικό χρόνο, μιλάμε για αμφίδρομες πορείες, καθώς το παρελθόν έχει ήδη καθορίσει το παρόν κι
επομένως τα αντιληπτικά σχήματα και την πορεία μελέτης που θα ακολουθήσουμε από το παρόν προς το παρελθόν.
Συχνά, ο ιστορικός χρόνος, ιδωμένος από απόσταση, μοιάζει να κινείται πολύ αργά, σχεδόν αμετάβλητος, γύρω από συλλογικότητες που ορίζονται ως κράτη, πολιτισμοί ή κοινωνικές ομάδες. Αυτός ο θετικιστικός τρόπος προσέγγισης του ιστορικού χρόνου είναι γεμάτος κανονικότητες και
εξαιρέσεις, με απώτερο σκοπό τη διατύπωση μιας νόρμας. Είναι η μακροϊστορία, η λεγάμενη μεγάλη διάρκεια της Ιστορίας σύμφωνα με τον F. Braudel .
Αν ωστόσο μειώσουμε την εστιακή απόσταση και τοποθετήσουμε τον ιστορικό χρόνο κάτω από το μικροσκόπιο, θα διαπιστώσουμε έκπληκτοι πολλές μικρές -ενίοτε αδιόρατες- ατομικές πράξεις, που συνιστούν τις μικροϊστορίες. Αυτές
συμπυκνώνονται και αραιώνουν κατά τόπους και στιγμές, καθορίζοντας τη διάρκεια, τις μεταβολές, τις αδράνειες, τις συνέχειες και τις συγκυρίες της μακροϊστορίας . Οι μικροιστορίες θυμίζουν χορδές ή νήματα, τα οποία υφαίνονται με διαφορετικό τρόπο κατά περίπτωση, για να προκόψει
το ιστορικό γεγονός ή η ιστορική περίοδος. Είναι προφανές ότι οι συγκεντρώσεις των ατομικών ιστοριών, μέσα από τις οποίες δημιουργείται η μεγάλη διάρκεια της Ιστορίας, επηρεάζουν με τη σειρά τους την εξέλιξη των επιμέρους μικροϊστοριών. Συνεπώς, ο ιστορικός χρόνος «κατασκευάζεται» μέσα από συν-υφάνσεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ μακροιστορίας και μικροϊστοριών.
Η μελέτη των ατομικών ιστοριών επιτρέπει την καλύτερη κατανόηση ορισμένων ιστορικών διαδικασιών, οι οποίες μπορούν να παρατηρηθούν και να εξηγηθούν μόνο στο μικροεπίπεδο. Προσφέρει μια πιο ευέλικτη, εις βάθος
και σύνθετη αντίληψη της Ιστορίας, ενσωματώνοντας κι εκείνες τις μοναδικότητες, που η μακροϊστορία απορρίπτει κι ακρωτηριάζει ως «ανωμαλίες» των γενικών ερμηνευτικών της μοντέλων. Με αυτό τον τρόπο αναδεικνύει την πολλαπλότητα και την πολυπλοκότητα της βιωμένης
ιστορικής εμπειρίας .
Η Λογοτεχνία συνιστά το κατεξοχήν πεδίο της μικροϊστορικής αφήγησης ήδη από τις ομηρικές απαρχές της, καθώς πολλοί λογοτέχνες τοποθετούν τα ιστορικά γεγονότα στο έργο τους είτε σε πρώτο επίπεδο είτε ως αφηγηματικό φόντο. Ασφαλώς και η Λογοτεχνία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Ιστορία. Όμως, μέσα από την ώσμωση ιστορικής επιστήμης και τέχνης του Λόγου αναδεικνύεται η πληρότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και ανακαλύπτεται
ο Άνθρωπος ως νοηματοδότης του ιστορικού χρόνου μέσω της δυναμικής του προσωπικού βιώματος .
Τα τελευταία χρόνια η ελληνική λογοτεχνία ασχολείται όλο και περισσότερο με την ιστορική αναπαράσταση: από την αρχαιότητα, τα βυζαντινά χρόνια, την τουρκοκρατία και με εντονότερο ενδιαφέρον στα γεγονότα του εικοστού
αιώνα. Στον χρονικό ορίζοντα του προηγούμενου αιώνα και των αρχών του εικοστού πρώτου κινούνται και οι ιστορικές αναφορές στο έργο του Σταύρου Σταμπόγλη.

2

0 Σταύρος Σταμπόγλης εμφανίζεται στα ελληνικά γράμματα σε ώριμη ηλικία, με έναν εξίσου ώριμο λογοτεχνικό λόγο, είτε αναφερόμαστε στις ποιητικές του συλλογές είτε στις συλλογές διηγημάτων. Ο λόγος του είναι κατά βάση
στοχαστικός, υπαρξιακός και ενίοτε νοσταλγικός, χωρίς να λείπουν οι κοινωνικές αναφορές και δίχως να έχει απολέσει τη λυρική του διάθεση. Χαρακτηρίζεται από προσεγμένη λιτότητα και εικαστική περιγραφικότητα, με πλούσια και τολμηρή εικονοποιία, αλλά και πυκνές συνειρμικές αναγωγές,
που όμως δεν εμποδίζουν τον αναγνώστη να νιώσει το κυρίαρχο συναίσθημα ή να απολαύσει τον ποιητικό στοχασμό.
Στην ποίησή του κυριαρχεί κατά βάση ο χώρος, είτε το θορυβώδες αστικό τοπίο είτε το ειδυλλιακό φυσικό τοπίο ως νοσταλγικό σημείο διαφυγής. Όμως, ο χώρος και τα τοπία στα περισσότερα ποιήματα του Σταμπόγλη δεν
είναι ιστορικά κατασκευασμένα. Αν και η αφετηρία τους είναι προφανώς η μνήμη του ποιητή, μεταπηδούν σ’ έναν ονειρικό χρόνο· γίνονται άχρονα και κατ’ επέκταση διαχρονικά. Καταργούν το τοπικό πλαίσιο αναφοράς τους και
προσδίδουν στην ποίησή του έναν υπερτοπικό και υπερπροσωπικό χαρακτήρα. Σε αρκετά ποιήματά του ο Σταμπόγλης στοχάζεται πάνω στο κυκλικό διάβα του χρόνου, στη μνήμη, τη φθορά, τον θάνατο και τη διαλεκτική των τριών
χρονικών βαθμιδών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το παρακάτω ποίημα:

Και τι να σημαίνει άραγε η λέξη
χρόνος, την πράξη ή τη δικαίωση,
την απώλεια ή τη μνήμη· για
μήπως την ελπίδα.
Ακούγεται δειλός ήχος
Τα νύχια του πρωινού ξύνουν
την εξώπορτα

Ελάχιστα είναι τα ποιήματα του, όπου τα δρώντα πρόσωπα και τα τοπία έχουν συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές. Αντιθέτως, στα διηγήματα αφηγείται κατά βάση προσωπικές ιστορίες, ενταγμένες σε συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια. 0 πεζός του λόγος περιδιαβάζει τα σημαντικότερα γεγονότα της ελληνικής και παγκόσμιας μεταπολεμικής ιστορίας μέσα από τις αφηγήσεις των ηρώων του.
Παρακάτω θα γίνει μια προσπάθεια ανάδειξης των ιστορικών συν-υφάνσεων στο έργο του Σταύρου Σταμπόγλη με βάση συγκεκριμένους μεθοδολογικούς άξονες. Αρχικά, θα αναφερθεί η μακροϊστορία, δηλαδή τα ιστορικά γεγονότα και οι ιστορικές περίοδοι, με τις οποίες συνομιλούν οι προσωπικές του μικροϊστορίες. Κατόπιν, θα ανιχνευθεί η ανθρωπογεωγραφία των μικροϊστοριών, καθώς και οι τρόποι με τους οποίους αυτές συμπλέκονται με τη μακροϊστορία. Τέλος, θα επισημανθούν η κριτική ανάγνωση και η αποτίμηση του ιστορικού χρόνου από τον ίδιο τον λογοτέχνη.

Ο κύριος ιστορικός καμβάς των μικροϊστοριών στα διηγήματά του είναι η περίοδος της δικτατορίας και η πρώιμη μεταπολίτευση, με τις έντονες ζυμώσεις μεταξύ των Ελλήνων φοιτητών και των πολιτικών εξόριστων στο
Παρίσι, καθώς και με τις διαφωνίες που προέκυψαν στην ελληνική Αριστερά οδηγώντας στην πολυδιάσπασή της. Στις αφηγήσεις του επανέρχονται ξανά και ξανά τα χρόνια μετά το 1968, με τον γενικότερο επαναστατικό αναβρασμό
σε όλο τον κόσμο (Μάης του ’68 στη Γαλλία, Άνοιξη της Πράγας, πόλεμος στο Βιετνάμ), με τα αντιιμπεριαλιστικά αιτήματα των λαών απέναντι στη δυναστική πολιτική των δύο υπερδυνάμεων και την επιζητούμενη φιλελευθεροποίηση της δεκαετίας του ’70 (Επανάσταση των Γαρυφάλλων στην Πορτογαλία). Έχοντας, όμως, ως βασικό χρονικό ορίζοντα εκείνη την περίοδο ή ακόμη και την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, σε διάφορα σημεία οι ήρωές του ανακαλούν με νοσταλγία και παλαιότερες περιπέτειές τους, που μας ταξιδεύουν στα βασανιστήρια της δικτατορίας του Μεταξά, στην Κατοχή με
την οργανωμένη Αντίσταση και τους απανταχού προδότες, στον Εμφύλιο, στις
παιδουπόλεις της Φρειδερίκης και στον μετεμφυλιακό διχασμό με τις εξορίες, τις βίαιες ανακρίσεις και τις δηλώσεις μετάνοιας. Στα ελάχιστα ποιήματά του με ιστορικές αναφορές κυριαρχούν οι πόλεμοι του σήμερα και οι σύγχρονες μεταναστευτικές ροές, που ανατρέπουν τις ζωές δραματικά και σμίγουν
απρόσμενα ανθρώπους από διάφορες γωνιές του πλανήτη.

Στο παραπάνω ιστορικό σύμπαν, ένα σύμπαν με τα φωτεινά του σημεία και τις μαύρες τρύπες, ο αναγνώστης συναντά τους ήρωες του Σταμπόγλη. Τα βασικά δρώντα πρόσωπα των ιστοριών του είναι οι πολιτικοί πρόσφυγες,
οι Έλληνες αυτοεξόριστοι της χούντας και οι φοιτητές στο Παρίσι. Ένας μεσήλικας καθηγητής του σήμερα ανακαλεί τον πυρετό των παρισινών οδοφραγμάτων τον Μάιο του 1968. Ένας νεαρός φοιτητής, δίχως το βάρος των μετεμφυλιακών βιωμάτων, κατακρίνει εκ του ασφαλούς τη φοβική
παραίτηση των παλαιότερων γενιών έναντι της χούντας, χαρακτηρίζοντάς την προδοτική. Ένας χουντικός θείος βάζει το καλό της οικογένειάς του πάνω από ιδεολογίες και αξιώματα. Γηραιοί πρώην αγωνιστές της Κατοχής και
του Εμφυλίου προσπαθούν να επιβιώσουν στη μέγγενη της κομματικής πειθαρχίας και των μετεμφυλιακών ψυχώσεων. Γύρω από αυτούς τους βασικούς πρωταγωνιστές κινούνται σε δευτερεύοντα ρόλο οι διάφορες εθνότητες των παρισινών προαστίων που σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό ανθρώπινο μωσαϊκό, οι απελευθερωμένες και κομψευόμενες Παριζιάνες που εντυπώσιαζαν τους συντηρητικά μεγαλωμένους Έλληνες πρόσφυγες, καθώς και διάσημοι καλλιτέχνες όπως η Μελίνα Μερκούρη και ο Νταλί.

Σημείο αναφοράς των περισσότερων ιστοριών είναι το Παρίσι του ’60 και του ’70, η γη της επαγγελίας μακριά από την πολύπαθη βαλκανική ενδοχώρα, το πολυθρύλητο για τους Έλληνες Παρίσι των πολλών αστερισμών, ένα
αμάλγαμα ιστορικών μνημείων και σύγχρονων κτιρίων, φημισμένων Πανεπιστημίων και έντονης νυχτερινής ζωής, περίφημων καφέ και εστιατορίων, μια πόλη με σφύζουσα πολιτιστική κίνηση, που παρακολουθεί τις παγκόσμιες εξελίξεις εκ του σύνεγγυς. Οι ήρωες βομβαρδίζονται από ένα
ετερογενές πλήθος εικόνων και αισθητηριακών δεδομένων, άλλοτε υποκύπτοντας στη γοητεία τους και άλλοτε αντιστεκόμενοι. Το Παρίσι στα διηγήματα του Σταμπόγλη είναι, λοιπόν, μια παγκόσμια μητρόπολη, ένα κέντρο πολιτικών και πολιτισμικών ωσμώσεων, όπου χωρούν εξίσου και συνυπάρχουν η παράδοση με το καινοφανές, η επανάσταση με τον συμβιβασμό, η παγκοσμιοποίηση με την εθνική ιδιοσυστασία. Σαν το εστιατόριο Balkan στο διήγημα «Επάγγελμα ειδικός πράκτωρ» από τη συλλογή Εν ονόματι της Άνοιξης (εκδ. Γαβριηλίδης, 2014), όπου κατέφθαναν κάθε
λογής Βαλκάνιοι μετανάστες λόγω του φθηνού φαγητού και κάθε εθνική ομάδα το καπηλευόταν ως δικό της.
Στα «ιστορικά» του ποιήματα η ανθρωπογεωγραφία ορίζεται από εκείνα τα αόρατα νήματα, που λόγω των βίαιων μεταναστευτικών ρευμάτων συνδέουν το Λβοβ της Ουκρανίας, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με μια νέα ζωή στην Αθήνα ή μια περιστασιακή ευκαιρία δουλειάς στη Χαλκιδική. Πάνω σ’ αυτά τα νήματα ακροβατούν οι μετανάστες, που τρώνε σε συσσίτια, πλένονται σε δημόσια λουτρά, καταλύουν σε πλατείες κι ονειρεύονται ένα καλύτερο αύριο. Πρόκειται για ένα παγκόσμιο έθνος, τα μέλη του οποίου έχουν διαφορετικές αφετηρίες αλλά κοινό σημείο φυγής: την επιβίωση.

Τινάζουν τη νύχτα απ’ τα μαλλιά τους
Τακτοποιούν τα στρωσίδια μισή κουβέρτα
επάνω, μισή κουβέρτα κάτω
Τώρα διπλώνουν τη στρωμνή· παρειές
από χαρτόνια συσκευασίας
Κι ύστερα αφήνουν την πλατεία· ξεχύνονται
στους δρόμους
Νεαρές λέξεις διασκελίζοντας τις συμβάσεις
του κόσμου
Και παραμάσχαλα το προσκεφάλι· μια
αλλαξιά ηπείρους στη
νάιλον σακούλα

Οι ήρωες του Σταμπόγλη δεν είναι ιστορικά έρμαια, υποχείρια των πολιτικών φανατισμών, ναυάγια που τα χτυπούν απλώς τα κύματα της Ιστορίας. Αντιθέτως, είναι ενεργά υποκείμενα και υιοθετούν μια κριτική στάση απέναντι στα καθοριστικά πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα, αλλά και τις ιδεολογίες που τα διαμορφώνουν. Παράλληλα με τον πολιτικό ακτιβισμό και τις ατέρμονες -κατά κύριο λόγο αδιέξοδες- συζητήσεις με περίσσιο πάθος, οι Έλληνες του Παρισιού προσπαθούν να επιβιώσουν, να ερωτευτούν, να ξαναβρούν τον ρυθμό μιας γλυκιάς καθημερινότητας. Δεν υπάρχουν μόνο οι πυρωμένοι ιδεολόγοι, οι καθ’ έξιν μάρτυρες, οι ασυμβίβαστοι με την ταξική ειρήνη ή οι πρώην αγωνιστές, γεμάτοι τύψεις γιατί σώθηκαν χάρη σε κάποιο
παιχνίδι της μοίρας και της τύχης. Υπάρχουν κι εκείνοι που δε διστάζουν να εμπορευματοποιήσουν τα βάσανα και τον ιστορικό μύθο που τους περιβάλλει, ώστε να επιβιώσουν. Ένας τέτοιος είναι κι ο Καμποτζιανός στο διήγημα «Η λεοντή της άγονης» από τη συλλογή Εν ονόματι της Άνοιξης, ο οποίος παζαρεύει αμερικανικά τζάκετ στους τουρίστες ως δήθεν λάφυρα από τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Άλλοι «προδίδουν» την ιδεολογία τους κατά συνείδηση και ψυχικά αποκαμωμένοι επιλέγουν να παραδώσουν τα όπλα, ώστε να ενταχθούν στο κυρίαρχο οικονομικοκοινωνικό σύστημα, για να συνεχίσουν τη ζωή τους έστω και στο περιθώριο της Ιστορίας.

Εμένα τους στράβωσε η βλακεία τους και μ ’ άφησαν απέξω.
Τους κορόιδεψα εδώ που τα λέμε και του λόγου μου. Έκανα
τη χαζή. Έμοιαζα και πάντα μου με γυναικούλα… Να σου πω
τη μαύρη αλήθεια, τον πίεσα να υπογράφει. Είχα κουραστεί.
Πάντως, μεταμεληθείς ξεμεταμεληθείς, στο μάτι της εξουσίας
ήμασταν για χρόνια.

Ορισμένοι ήρωες του Σταμπόγλη κινούνται σε ρευστά πλαίσια και αυτοπροσδιορίζονται, αποκηρύσσοντας την ιστορικά καθορισμένη ταυτότητά τους. Τέτοιοι είναι οι μετανάστες δεύτερης γενιάς, οι οποίοι επιλέγουν ως γενέθλιο τόπο και πατρίδα τους τον ξένο τόπο, όπου κατέφυγαν οι γονείς τους και όχι τις πατρίδες των προγόνων τους. Τέτοιοι είναι και οι συνεπιβάτες από τα Σκόπια στο διήγημα «Θήβα-Πουθενά μέσω Γιουγκοσλαβίας» από τη συλλογή Εν ονόματι της Άνοιξης; οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες, αρνούμενοι τα εθνικά στερεότυπα που έχει ο βασικός ήρωας στο μυαλό του.
Η διάρκεια και η ποιότητα βίωσης του ιστορικού χρόνου διαφοροποιείται από ήρωα σε ήρωα, κάτι που αποτυπώνεται στην ανάλογη συστολή και διαστολή του αφηγηματικού χρόνου. Κάθε ήρωας θυμάται και υπογραμμίζει διαφορετικά
πράγματα από την κοινή μεταπολεμική μακροϊστορία και με διαφορετική ένταση. Είναι χαρακτηριστικός ο κύριος Νικήτας, πρώην καπετάνιος των Δεκεμβριανών στο διήγημα «Επάγγελμα ειδικός πράκτωρ» από τη συλλογή Εν
ονόματι της Άνοιξης. Αυτό που εκθειάζει από τη ζωή του είναι οι μάχες στην Αθήνα, όπου συμμετείχε τον Δεκέμβριο του 1945, υποβαθμίζοντας και παραβλέποντας την υπόλοιπη ζωή και καριέρα του. Μάλιστα, χαρακτηρίζει εκείνα τα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού ως τα καλύτερα της ζωής του, παρόλο που τότε σκοτώθηκε ένας αδερφός του και με τον άλλον χωρίστηκαν παντοτινά. Αυτό το σημείο είναι ενδεικτικό της υποκειμενικής βίωσης του ιστορικού χρόνου, μακριά από τις γενικές και ψύχραιμες αποτιμήσεις
των ιστορικών.
Μέσα από τις μικροϊστορίες του ο Σταμπόγλης αρθρώνει έναν γνήσια πολιτικό λόγο έναντι της Ιστορίας, μακριά από κοινοτοπίες και ιδεολογικές ορθοδοξίες. Σε κάποιο σημείο κατακρίνει τους κυνικούς και συμφεροντολογικούς χειρισμούς της πολιτικής εξουσίας, όπως των μεταπολεμικών ευρωπαϊκών δημοκρατιών, οι οποίες έδειξαν ανοχή
στους απανταχού δικτάτορες, αφήνοντας την υποχρέωση της αντίδρασης στα αποπαίδια της επαναστατικής νεολαίας. Αναδεικνύει τη συντροφικότητα, η οποία εδράζεται σ’ έναν βαθύτατο ανθρωπισμό και όχι στην πειθαναγκαστική
ιδεολογική συστράτευση, καταργεί τα σύνορα και τους ενδοιασμούς έναντι του διαφορετικού, για να καθρεφτίσει τον πόνο της στο πρόσωπο του άλλου.

Ήταν ίσως ένας σύντροφος. Κάτι πάνω του έδειχνε ταλαιπωρία
και αγανάκτηση που έμοιαζε με τη δική μας.

Φιλοσοφώντας μέσω των ηρώων του, ο Σταμπόγλης διαλύει την αχλύ του μύθου γύρω από στερεοτυπικούς χαρακτήρες, πολιτικές συμπεριφορές και μανιχαϊστικές βεβαιότητες.

Ο φίλος ήλιος π.χ., μπορεί να σε προδώσει μ ’ ένα
θανατηφόρο κτύπημα. Η πολυαγαπημένη θάλασσα
αίφνης δεν είναι παρά αιμορραγία καλού νερού. Η
φίλτατη πατρίς συγκροτείται από αναρριχήσεις πτώσεων
καταπάνω σου ή και το αντίθετο ενίοτε. Όλα είναι
περισσότερο θέμα οπτικής και συμπτώσεων παρά
νομοτέλειας φοβούμαι.

3

Οι ιστορικές συν-υφάνσεις στο έργο του είναι πράγματι μια άσκηση μικροϊστορίας, όπου η Ιστορία φιλτράρεται όχι μέσα από το χοντρό κόσκινο των ιδεολογιών και των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων, αλλά μέσα από το λεπτότατο κόσκινο του Ανθρώπου. Για τον Σταμπόγλη ο Άνθρωπος δεν είναι
η ανώνυμη μονάδα στον αστικό χυλό της μεγαλούπολης, αλλά έχει πρόσωπο και δικά του σημεία αναφοράς, όπως ο Έλληνας μετανάστης στο παρακάτω απόσπασμα.

Τρέχω όμως ασταμάτητα ονειρευόμενος ένα τρεχαντήρι
στο Λιβυκό. Επαρχία Σφακίων. Κάπου μεταξύ Όρμου
Λουτρού και παραλίας Αγίου Παύλου, άντε μέχρι Αγία
Ρούμελη. Ούτε άλλη στεριά ούτε άλλα νησιά. Εκτός από
κάτι βράχους στο βάθος σαν αναπόφευκτα σύννεφα.
Και μέχρι τότε πορεύομαι αλά γαλλικά αξιοπρεπώς.
Ελπίζω μονάχα να προλάβω κάτι απ’ την ερημία που
ήξερα.

Το έργο του Σταύρου Σταμπόγλη δεν έχει πάντοτε λυτρωτικό χαρακτήρα για τους ήρωες και τους αναγνώστες. Ως γνήσιο λογοτεχνικό έργο και ως αληθινός λογοτέχνης ο ίδιος, τη μόνη λύτρωση που παρέχει είναι ότι ξαναθέτει ερωτήματα έναντι του ιστορικού χρόνου, με αφετηριακό σημείο το παρόν, αλλά σε άλλη βάση και με άλλη κλίμακα οπτικής. Άλλωστε, ο ελεύθερα σκεπτόμενος πολίτης είναι υποχρεωμένος να αναρωτιέται και να εξετάζει κριτικά, χωρίς να περιμένει έτοιμες απαντήσεις, όπως συνιστά και ο καθηγητής στους περίεργους μαθητές του:

Εν ονόματι της άνοιξης, ας μπούμε στη διαδικασία των
ερωτήσεων. Και μην είστε βέβαιοι ότι οι απαντήσεις
μου είναι σωστές και ειλικρινείς. Εμπρός λοιπόν, οι
ερωτήσεις είναι το παν…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ: Ο ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ

Με το δικό του ιδιότυπο ύφος ο Σταύρος Σταμπόγλης δημιούργησε το προσωπικό του «ποιητικό σύμπαν», γονιμοποιώντας την τελευταία δεκαετία με πρωτότυπο τρόπο επιρροές από τον μοντερνισμό και την αξιοποίηση της
ιστορικής μνήμης. Τα πεζολογικού ύφους ποιήματα του, με λέξεις αιχμηρές που προσδίδουν στο κείμενο στιβαρό βηματισμό, αποπνέουν ένα βαθύ υπαρξιακό φορτίο, που εκφέρεται μέσα από αλληγορίες, συμβολισμούς βαθιάς περισυλλογής αλλά και νοηματικούς αιφνιδιασμούς.

Λυπάμαι γι ’ αυτό που είμαι, γι ’ αυτό που βλέπω. Γι ’
αυτό που δεν μπορώ να πράξω ή δεν θέλω. Για την
αλμυρά λίμνη που επιπλέω. Λυπάμαι για τη θλίψη του
ποιητή, για το πώς βαραίνει το αριστερό του μάτι. Για
την έπαρση του δεξιού λυπάμαι.

Ο Σταμπόγλης καταγγέλλει την κοινωνική στασιμότητα, την αδυναμία μετεξέλιξης ενός πολίτη που κουβαλάει «το σταυρό» του με μια καφκική στωικότητα, χωρίς να προσπαθεί να αλλάξει τίποτα. Η αδράνεια απέναντι στο
μέλλον, που καλύπτεται από το πέπλο της ταχύτητας των εξελίξεων που διέπουν τη μεταμοντέρνα κοινωνία, τον ανησυχεί και τον αφυπνίζει δημιουργικά. Τον προβληματίζει ο άνθρωπος, ο πολίτης που είναι έρμαιο των κέντρων αποφάσεων περισσότερο από ποτέ. Μια μαριονέτα που κινείται
αέναα, παίζοντας τον ρόλο της σε ένα θέατρο παραλόγου, αδυνατώντας να αποκοπεί από τα νήματα που την κινούν. Το «στέγνωμα της κοινωνίας» κατά το σεφερικό «στέγνωμα της αγάπης» αποτελεί το βασικό όχημα της δημιουργικής κρυστάλλωσης του ποιητή.
Οι εμπνεύσεις του ποιητή είναι πολυποίκιλες. 0 πυρήνας όμως της ποίησής του παραμένει αμετάβλητος. Η ανεύρεση και η εικονοποίηση του κραδασμού» που προκαλεί το φαινομενικά «προφανές», το οικείο, το καθημερινό χαρακτηρίζει την ποίησή του. Αυτός ο «κραδασμός» αποτελεί τον ιδανικό «μοχλό» δραστηριοποίησης και αφύπνισης σε έναν κόσμο που βρίσκεται σε λήθαργο. Συνεπής στην οικονομία του λόγου, συντάσσεται πλήρως με την άποψη του Πάουντ ότι: «Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης».
Η θεματολογία που άπτεται των ενδιαφερόντων του διανθίζεται με πολλές αναφορές σε ιστορικά ονόματα κάθε εθνικότητας και εποχής, με την αναγωγή του μύθου στη σημερινή εποχή: Κάσσιος Λογγίνος, Πομπήιος, Κράσος, Αντιγόνη, Ευρυδίκη, Τρίτωνας, Ποσειδώνας . Με έντεχνο τρόπο ο ποιητής ξετυλίγει την υπόγεια σαρκαστική του διάθεση με έντεχνες παρομοιώσεις που αφομοιώνουν μυθολογικές αναφορές μέσα από σύγχρονες διατυπώσεις:

«Στην πλατεία μπαίνουν απ’ το παράθυρο αγιόκλημα και επισκέπτες και
δυόσμος Και τρεις μέδουσες από την πόρτα / Θα βυθιστούν στ’ απρόσεκτα πλοκάμια τους σε λίγο / Απόψε αναζητούνε τον Περσέα τους βάσει καταλόγου με μουσική με ποίηση με εδέσματα / Και συναλλαγές από τα κινητά λαβαίνουν χώρα /Για αύριο, ακούω, / έχουν κανονίσει καφέ εις τας Αθήνας, καθώς τυλίγουν οι ματιές τους αμυγδαλωτά [„.]» .

0 Σταμπόγλης είναι παρατηρητής του «αέναου γίγνεσθαι της ζωής». Οι συνεχείς εναλλαγές ενός «δυσβάσταχτου παρόντος» σε μέλλον, είναι που τον ευαισθητοποιούν και τον καλούν να «κάνει ποίηση», απτόμενος τη «στιγμή» την ώρα της μεταλλαγής της. Το οπλοστάσιο του συμβολισμού του έχει ελληνοκεντρικό πυρήνα, αλλά οι «δονήσεις» του έργου του έχουν οικουμενικό χαρακτήρα. « Τα ρουθούνια της θάλασσας» είναι αποκαλυπτικά ως προς αυτό:

Να ξέρεις, η θάλασσα ανασαίνει σαν τους ανθρώπους.
Μονάχα που του λόγου μας έχουμε μικρό πλεμόνι. Αυτηνής
όμως τα στήθια είναι άχρονα και τα ρουθούνια
της αμέτρητα. Σκέψου τα πλεμόνια όλων των ζωντανών
και πάλε δε φελάει ο αριθμός τους

Ο παραλληλισμός της ανθρώπινης αναπνοής με την παλινδρόμηση του θαλάσσιου όγκου πραγματικά είναι ένα καθρέφτισμα στην έννοια της ματαιότητας και της τραγικότητας της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η πολλαπλότητα των παραστάσεων που αναφύονται έχουν άμεση σχέση με την ψευδαίσθηση του χρόνου. Έλκεται διαρκώς από το τρίπτυχο: παρελθόν/παρόν/μέλλον. Το παρελθόν αποτελεί τη χοάνη γονιμοποίησης της ανάμνησης με την εμπειρία και η γέννα αυτή αντανακλά στο παρόν, με στόχο να φωτίσει το μέλλον. Ο Βρετανός φυσικός Julian Barbour γράφει σε ένα βιβλίο του: «Όπως ζούμε, φαίνεται να κινούμαστε μέσα από μια διαδοχή των «τώρα», και το ερώτημα είναι, ποια είναι αυτά;». Αυτή η αλληλοδιαδοχή
των «τώρα» είναι που σχηματοποιούν τη φαντασία και την έμπνευση του ποιητή.

Συμπλέουν η εγκατάλειψη με την αμέλεια. Ότι θεριεύει
ένα παρόν ξοδεύοντας το μέλλον. Δε με φοβίζει το
βάρος της έκπτωσης. Η ευτέλεια μ ’ αποθαρρύνει.

Στη συλλογή Διαλεκτική βυθού (εκδ. Μανδραγόρας, 2014) ο Σταμπόγλης καταθέτει 70 περίπου ποιήματα με στέρεο λεξικολογικό υπόβαθρο, αρχιτεκτονεί τις κοινωνικές, πολιτικές και φιλοσοφικές του πεποιθήσεις με άμεσο τρόπο, συμπλέοντας ενίοτε το «εμπειρίκειο» ύφος με έναν μυστικιστικό λυρισμό, ο οποίος έχει ως σημείο έμπνευσης το θαλασσινό τοπίο ή το θέρος. Η λεπτή ειρωνεία που υπάρχει διάχυτη στο έργο δεν εκφράζεται με μιαν αμεσότητα στη γραφή, αλλά υποβόσκει και γίνεται περισσότερο εύληπτη
μόνο ύστερα από την εμβάθυνση του αναγνώστη στο κείμενο. Με τη χρήση του «παράδοξου στοιχείου» προσδίδει στην ποίησή του πινελιές ανατρεπτικές και ελκυστικές:

Πετάμε με τη βαρύτητα πεταλωμένη στις πατούσες /
αλλά έχουμε αποδεχτεί πως η αιματοχυσία είναι μια
καλημέρα του ουρανού

Λες «αυγή» και βυθίζεσαι στην υποτροπή του σκότους
/Λες «χρυσάφι» και αντιλαμβάνεσαι την υπεραξία
της ευτέλειας

Θα του παρόντος, θα του μέλλοντος, θα του σύμπαντος,
/ θα του χρόνου εκεί στο ιλιγγιώδες / Και το κομμάτι
από το άπειρο που μου ανήκει

Το λιόδεντρο, φλέγόμενη σκιά ανακουφίζοντας τα
μάρμαρα.

0 Σταμπόγλης στις Διηγήσεις Πόλεων (εκδ. Κέδρος, 2016) με βασικό όχημα του την πεζή φόρμα, δημιουργεί ένα ποιητικό κράμα ρεαλισμού και υπερρεαλισμού, ρίχνοντας το βάρος στην εικονοποίηση. Στην κατά βάση πολιτική του ποίηση ο δημιουργός-αρχιτέκτονας φωτίζει το δικό του
τοπίο με πυρήνα το ελλαδικό ιστορικό γίγνεσθαι. Η εμφανής διακειμενικότητα και οι συχνές αναφορές -πέραν των επιρροών- σε στίχους του Ελύτη, του Σεφέρη αλλά και του Ρίτσου δεν αποδυναμώνουν τον συνολικό ποιητικό ιστό του Σταμπόγλη, ο οποίος παραμένει σταθερός, βασισμένος στο καθαρό προσωπικό ύφος, στην συμπύκνωση των νοημάτων και των σκέψεων και στην ικανότητά του να χρησιμοποιεί λέξεις με ιδιαίτερη «δόνηση».
Η υπερβολική σκοτεινότητα ενίοτε στην εξαγωγή των νοημάτων, όχι τόσο λόγω της χρήσης υπερρεαλιστικών πρακτικών, όσο της υπερβολικής συμπύκνωσης, καθιστά δύσκολη την κατανόηση κάποιων κειμένων από τον μέσο αναγνώστη ή ακόμη και από τον επαρκή, που κάποιες στιγμές μένει
μετέωρος ανάμεσα στην εξαιρετική εικονοπλασία και την εξόρυξη του νοήματος. Αξιοπρόσεκτη είναι η δόμηση και η διαδοχή των στίχων. Η στοχαστικότητα, που αναδύεται μέσα από μια ποίηση που εκθέτει συλλογικούς και ατομικούς προβληματισμούς μέσα από έναν έντεχνα δομημένο λόγο, αγγίζει ευαίσθητες χορδές:

Τα ποιήματα είναι μικρές αγγελίες πίστης κατάκορφα
στην στιλπνότητα των πρωινών τις νύχτες αβασίλευτα
φεγγάρια

Συγγνώμη για τη φλυαρία, μα θηλυκές είναι οι λέξεις
και γεννάνε- και γελάνε με τα μεγέθη της μονάδας

Δεν έχω εμπιστοσύνη στις λέξεις. Λένε πως οι λέξεις
είναι διανύσματα πυροβολισμών. Κι αν είναι τρυφερή,
δεν είναι αθώα η ποίηση

Τα ποιήματα του Σταμπόγλη φτιάχνονται από γλωσσικές συλλήψεις, από λέξεις που διαχειρίζονται τη σύζευξη του προσωπικού συναισθηματικού φορτίου του ποιητή με παλιές συλλογικές μνήμες, αναδυόμενες μέσα από την παράδοση και την αθέατη περιοχή της συνείδησης.
0 πεζός του λόγος είναι βατός κι ευχάριστη η ανάγνωση των αφηγημάτων του. Ιδιαίτερα στη συλλογή διηγημάτων Ο δρόμος της τύχης (εκδ. Γαβριηλίδης, 2014), είναι γλαφυρός στις περιγραφές, χωρίς όμως το στοιχείο της υπερβολής που χαρακτηρίζει αυτού του είδους τα κείμενα των λογοτεχνών του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα. Το ύφος των διηγήσεών του άπτεται της ρεαλιστικής ηθογραφίας.
Καταπιάνεται με θέματα που απ’ ότι φαίνεται δε στερεύουν ποτέ: ελληνική οικογένεια, μετεμφυλιακή Ελλάδα, θέση της γυναίκας στην κοινωνία, φτώχεια, εργασία και γενικότερα θέματα που αφορούν στην ελληνική κοινωνία κυρίως της δεκαετίας του ’50. Ο συγγραφέας έχει το ταλέντο να αναδεικνύει, μέσα από εξαιρετικές εικόνες και περιγραφές μιας ρέουσας γλώσσας, την καθημερινότητα του ανθρώπου της βιοπάλης και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει. Θαρρείς κι είναι παρατηρητής μέσα από μια χρονομηχανή: αναπλάθει και παρουσιάζει καταστάσεις με τον δέοντα ρεαλισμό. Η πένα του προσφέρει την ιδιάζουσα ατμόσφαιρα μιας εποχής που δεν υπάρχει πια. Οι κατάρες του βιοπαλαιστή, ο αλκοολισμός, οι αρρώστιες, η σκληρή δουλειά και οι πολιτικές διαμάχες αποτελούν τους βασικούς πυλώνες, πάνω στους οποίους ο συγγραφέας ξεδιπλώνει το υλικό του. Ο κάθε χαρακτήρας εκτελεί μοναδικά τον ρόλο του:

Ξαφνικά το γεροντάκι με μαύρα γυαλιά αγκαλιάζει
το μικρόφωνο και αρχίζει με δυνατή και μπάσα φωνή
τον επικήδειο. Μονορούφι. Λες και φοβάται μην τον
σταματήσουν. Λίγοι τον αναγνώρισαν αμέσως έτσι
όπως έχει καμπουριάσει. «Ησυχία… είν’ ο στρατηγός,
είν’ ο στρατηγός…» απλώνεται με τον ψίθυρο το
νέο. «Πώς καταντάει ο άνθρωπος! Μια σταλιά έμεινε.
Μαύρα γεράματα. Κι άκου να δεις, απ’ τη φωνή τον
αναγνώρισα».

Γενικότερα, θα λέγαμε ότι διαφοροποιείται ο ποιητής Σταμπόγλης από τον πεζογράφο, σε ό,τι αφορά το ύφος και τον χειρισμό της γλώσσας. Διατηρείται βέβαια πάντα η οξυδέρκεια της ανάπτυξης και η κριτική ματιά. Η συνδιαλλαγή και η ώσμωση του Σταμπόγλη με τα έργα παλαιότερων μοντερνιστών ποιητών, καθώς και η στέρεα γνώση της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης συνιστά ένα από τα στοιχεία διαμόρφωσης του προσωπικού του ύφους (κάτι που συμβαίνει άλλωστε με τους περισσότερους δημιουργούς). Το αισθητικό-μορφολογικό του πεδίο, από το πρώτο βιβλίο, έχει μια συμπαγή ενότητα και ωριμότητα, χωρίς πρωτόλεια στοιχεία, δεδομένης της ηλικίας του ποιητή,
ο οποίος ξεκίνησε να εκδίδει το 2007. Το προσωπικό του ύφος διαμορφώνεται μέσα στο «πλήθος και τη βουή» μιας κοινωνίας διαρκώς μεταλλασσόμενης και ξεπροβάλλουσας με διαφορετικά «προσωπεία» ως άλλη Λερναία Υδρα, συντελώντας στην αγριότητα της σημερινής εποχής. Ο ποιητής
μέσα στην τύρβη του πλήθους αποκομίζει, φιλτράρει και προβάλλει το ουσιώδες και «συνταρακτικό» για εκείνον, χωρίς όμως να το καθαγιάζει ή να το καθαίρει μέσα από λυρικές ελαφρότητες.

.

.

1 σκέψη για το “ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ”

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *