ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΙΚΑΣ

Ο Πασχάλης Κατσίκας (Reutlingen της Γερμανίας, 1971), ζει στην Κομοτηνή από το 1977. Εργάζεται στη Βιβλιοθήκη του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και είναι συντάκτης στο ηλεκτρονικό περιοδικό Εξιτήριον. Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά: Ποιείν, Poeticanet, Εξιτήριον, Φρέαρ, Θράκα, Νότες Λογοτεχνίας, Λόγω Γραφής, Φτερά Χήνας, Fractal, Χάρτης, Ιστορίες Μπονζάι (Πλανόδιον), Ατέχνως, Περί Ου, Μονόκλ, Το κόσκινο, Bookpress, Booksitting. Στα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά: Μανδραγόρας (τεύχ. 58/2018, 60/2019 & 64/2021), Οροπέδιο (τεύχ. 22/2019), Λογοτεχνικό Δελτίο (Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, τεύχ.3/2019, 8-9/2020, 11/2020, 15/2021), Ποιητικά τοπία (Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, τεύχ. 1/2020, 6/2021) και στην εφημερίδα Παρατηρητής της Θράκης. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Τεταρτημόρια (εκδ. Παρατηρητής της Θράκης, 2019), Ρετάλια (εκδ. Γράφημα, 2020), Το κοιμώμενο τσίρκο (Εξιτήριον, free e-book, 2021).

 

.

 

 

 

 

.

 

ΤΟ ΚΟΙΜΩΜΕΝΟ ΤΣΙΡΚΟ (2021)

(free e-book)

ΕΓΓΕΝΕΙΣ ΤΑΣΕΙΣ

Εκατομμύρια χρόνια προσπαθώντας
να διαγράψουν τη ζωική καταγωγή
να διαφοροποιηθούν
απέβαλαν το τρίχωμα μερικώς

Αναπτύσσοντας την ευφυΐα
ανακάλυψαν την ύπαρξη ψυχής
Την επικοινωνία βάφτισαν γλώσσα
για να μας διαχωρίσουν

Στα δύο στέκονται πρόσκαιρα
προτάσσοντας της επιστήμης τα επιτεύγματα
Εσκεμμένα αγνοούν
πως οι τάσεις προϋπάρχουν της μνήμης

Προσπαθώντας να τιθασεύσουν τα αρχέγονα ένστικτα
αποκάλεσαν έρωτα την αναπαραγωγή
Θεούς σε δωδεκάδες εφηύραν
να τα εξαλείψουν στη συγχώρεση

Εντούτοις η ανάγκη επιβίωσης
τους καθιστά ομοίως ανελεύθερους

 

ΚΟΙΜΩΜΕΝΟ ΤΣΙΡΚΟ

Ένα μπουλούκι ο κόσμος
απέραντο
τσίρκο ο πλανήτης
δίχως χορογραφία
από τη γέννηση στο θάνατο

Εναλλαγές
έγχρωμων κι ασπρόμαυρων εικόνων
στα ίδια γκρίζα σκηνικά
σ’ ένα κουστούμι όλοι

Οι θηριοδαμαστές
από τα μπαλκόνια παρακολουθούν
στα ΜΜΕ
μας κατευθύνουν
οι ίδιοι καλεσμένοι
ανάλγητοι στον πόνο

— Άνδρες λύκοι
υπνοβάτες κλόουν
σε οίστρο ζευγαρώματος
αποχαυνωμένοι

— Γυναίκες μέδουσες, αρθρόποδα
μόνο γυναίκες-γυναίκες
δεν θα δεις
στο τσίρκο μας

Αναπαραγόμαστε
ώσπου η έλλειψη τροφής
μας αφανίσει
Όσες ευκαιρίες κι αν δώσεις
σ’ αναδυόμενα πρωτόζωα
σε μαραθώνιο εξέλιξης θα επιδοθούν
επιβεβαιώνοντας τον Δαρβίνο.

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Είκοσι ένα γραμμάρια και
λιγοστά εκατοστά ερχόμαστε στον κόσμο
γυμνοί σκούζοντας για μιαν ανάσα
Απογυμνωμένοι φεύγοντας
θρηνούμε στην ύστατη
Όσο περισσότερα πασχίζουμε να πάρουμε μαζί μας
εκθετικά πολλαπλασιάζεται
η γύμνια
που αφήνουμε πίσω

Περιφρονώ τα εδώ
Κατηγορώ τα εδώ
Παύω να τα φροντίζω
Να υπομένω για το μηδέν
Κοιτώ τις πέτρες
τον ουρανό
κι ενδιάμεσα τους κίονες
έργο των μυρμηγκιών

— Υιοθετώ τα παιχνίδια μικρών παιδιών

Γίνεται λεπτότερος ο αέρας ανεβαίνοντας
Θάνατοι παύουν να συμβαίνουν μόνο
στις ηλικίες των ανθρώπων

Πρόωροι θάνατοι συμβαίνουν και στα ασάλευτα.

Η ΓΛΑΥΚΑ

Βγήκε πάνω από το καπέλο
Με τα νύχια γαντζωμένα
στάθηκε στην καπνοδόχο
Χιλιετίες έζησε σ’ αυτή τη χώρα

Είχα την αίσθηση πως την τρομάζουν οι φωνές
στην παιδική
Η θέα των σκουπιδιών που χύνονται από τον κάδο
Κάποια παιδιά που πατινάρουν στην τσουλήθρα
Τα πλαστικά μπουκάλια κάτω απ’ το παγκάκι

Την πλάτη έστρεψε σε μένα
Όσο και αν την παρακάλεσα
κι αν επικαλέστηκα τη φιλοζωία μου
δεν γύρισε να με κοιτάξει
Φοβήθηκε μην τη ματιάσουμε
με τις μανάδες που δεν ξεκόλλαγαν το καλαμάκι
και τον καλό το λόγο από τα χείλη

Ανατρίχιασε με τον συριγμό της σκουριασμένης κούνιας
στο επαναλαμβανόμενο πήγαινε κι έλα
Της θύμισε πόσο αλυσοδεμένοι είμαστε
λαός και κυβερνώντες
Πάντα θα παίρνουμε αυτούς που μας αξίζουν.

1η ΜΑΗ

Άδικα στολίστηκες τότε στο πιεστήριο
με ασπρόμαυρες αράδες
και άχρωμες φωτογραφίες
Έβαλες τα καλά σου πάνω σε χαρτί δεύτερο
για να καταλήξεις
σε τσάντα πρωτοκλασάτη εταιρική
ή σε θερμότερη μασχάλη αν ήσουν τυχερή

Οι κραυγές στις γωνιές κοκάλωσαν
τα πρωτοσέλιδα στην Υόρκη σκούριασαν
Χιλιάδες άστεγα χαμίνια
έπαψαν
να διαλαλούν την πραμάτεια τους
Από τα λερωμένα χέρια
η σύντομη, αβίαστη συναλλαγή
σεντς με χαρτί
σταμάτησε

Φτωχοί, αγράμματοι πιτσιρικάδες
με κοντά παντελόνια και σκουρόχρωμα καπέλα
από το περιθώριο βρέθηκαν στο προσκήνιο
«Έκτακτη είδηση»
φώναζαν πια οι περαστικοί
που τ’ αδηφάγα μάτια τους
αδυνατούσαν να καταναλώσουν

Σήμερα κρέμεσαι «ελεύθερη»
στον σπάγκο του περίπτερά
καρφιτσωμένη μ’ ένα μανταλάκι
Θαρρείς πως πρέπει
να στεγνώσει το μελάνι
για να γίνει αλήθεια
η απεργία.

 

SAVE OUR SOULS

Ραδιοφάροι μάτια με κοιτούν
σήματα στέλνοντας κινδύνου διάρκειας
Τα βλέφαρα χτυπούν το θλιμμένο πλήκτρο σε κώδικα

τελεία, τελεία, τελεία,
παύλα, παύλα, παύλα

Για S.O.S. απορημένα ανοιγοκλείνουν τρεις φορές
κάνοντας διάλειμμα αντίστοιχα ενδιάμεσα
την ενοχή της εγκατάλειψης να κρύψουν

— Mayday, Mayday, σ’ άνυδρα χωριά πνιγόμαστε
στης κοινωνίας τα ρηχά

Τα ρυμουλκά σπανίως σπεύδουν
κι ας είναι το σινιάλο διεθνές
λίγα σωσίβια γίνονται στεριά
Όσα δεν προσαράξουν
αγώνα δίνουν με θαλάσσια κήτη και στοιχειά
ώσπου σκληραίνει η πλώρη τους

Σαν παγοθραυστικά με τρόπιδα κεκλιμένη
ελάχιστα της Αρκτικής τους πλώιμους πόρους διασχίζουν
Τα υπόλοιπα παγιδευμένα θαλασσοπνίγονται στο βορρά
τη μάχη δίνοντας με τις λευκές αρκούδες.

ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΣΧΑΣΗ

Δύο σκιές ποτίζουν τον τοίχο
δύο σκιές που κρατιούνται από το χέρι
κάτω απ’ το λαμπρό φως του μανιταριού
την διαπεραστική ενέργεια
της μεγαλύτερης επιστημονικής ανακάλυψης

Ανεξίτηλες μένουν στη μνήμη
Ηχούν σαν αιώνιο ζευγάρι

—Οθέλλος και Δυσδαιμόνα
Ρωμαίος και Ιουλιέτα
Αντώνιος και Κλεοπάτρα—

Καταδικασμένες όχι από έρωτα
στο χαμένο έργο ενός άγνωστου Σαίξπηρ

—Χιροσίμα και Ναγκασάκι—

Η προσπάθεια διάσπασης των ατόμων
απέτυχε.

 

ΧΑΘΗΚΑΝ ΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ

Πού πήγαν οι Γίγαντες,
οι Ήρωες και οι Θεοί;
μείναμε μόνον εμείς τ’ απολειφάδια
να εξυμνούμε επιτεύγματα
ιδέες που ποτέ δεν θ’ αγγίξουμε.

Να ωρυόμαστε τείνοντας το χέρι στον ουρανό
με τα «Ζήτω» να στεγνώνουν στο στόμα.
Δαφνοστεφανωμένοι αναλόγως με το ύψος
της παλάμης και το σφίξιμο των δακτύλων.

Μην σκιάζεστε
τους μοιάσαμε στον διχασμό
Παιδιά των δώδεκα Θεών
ή ενός μονάχα χριστιανού;
Γόνοι του Πλάτωνα και των Τριάκοντα
Δημοκρατία και Τυραννία κυλούν
ταυτόχρονα στις φλέβες.

Γιοί κάθε φυλακισμένου Κολοκοτρώνη
μα Στρατηλάτη μετά θάνατον
Κόρες μιας Μπουμπουλίνας
που ουδέποτε θα εξισωθεί στα μάτια των ανδρών
Παπαφλέσσες, για ρασοφόροι
με κοιλιές και χρυσές μήτρες;

Βενιζελικοί ή Βασιλικοί με μεγάλες ιδέες
Εθνικόφρονες, κουμμουνιστοσυμμορίτες, δεξιοί,
αριστεροί, χουντικοί
Κόκκινοι, πράσινοι, μπλε βαθύ της θάλασσας
ή και του ποταμιού.

— Χριστιανοί και μη
σαν κόκκοι θα χαθούμε
Εδώ χάθηκαν οι γίγαντες

Η ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΗΣ ΒΡΥΓΙΗΔΟΣ

Αλήθεια είναι
πως η μάνα γεννήθηκε στο Προκάμβριο
γιους αναθρέφοντας σπουδαίους βασιλείς
και άλλους άσημους
που στιγμιαία ξεδίψασαν στη Βρυγηίδα

Το γαλάζιο αίμα εξασθένησε
στο πέρασμα των αιώνων
ήρθαν ανάξιοι μνηστήρες
καινούριο σπέρμα να προσφέρουν
Με τη βία απέκτησε τρεις κόρες
έντονα διαφώνησαν για χρόνια
συμπεθέρες και νονά
ώσπου ονομάστηκαν οι δύο

Εσύ τα είκοσι επτά κλείνεις φέτος το καλοκαίρι
που βιάζεσαι να βαφτιστείς
νομίζοντας δικαίωμα πως έχεις πια
σαν ώριμη μόνη ν’ αποφασίσεις
Ανεπίσημα οι φίλες όνομα σου ‘χουνε δώσει
αλλιώς πώς θ’ άκουγες στις προσταγές τους

Άκου τις αδερφάδες σου

Στις φλέβες σας κυλούν
ο Αξιός, ο Σείριος κι ο Στρυμόνας
συνετά πορευθείτε ειρηνικά
γεννήστε νέους σοφούς και βασιλείς
ξακουστή να κάνετε τη μάνα.

 

ΟΙ ΘΕΡΜΟΠΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΜΠΙΡΓΚΕΝΑΟΥ

στους Ελληνοεβραίους του Άουσβιτς

Τριακόσιοι φύγαμε τυλιγμένοι στο μπαμπάκι
από τη χώρα με τον παντοτινό ήλιο
— μήπως κι εδώ ταιριάξαμε ποτέ;
Διακόσιοι ενενήντα εννέα ενήλικες κι ένας εγώ, ο Λεωνίδας
Ώσπου να φτάσουμε στη χώρα της σβάστικας
ενηλικιώθηκα.

Αγόραζε θάνατο ο πατέρας στους σταθμούς
έτρωγαν πρώτοι με τη μάνα
σε μένα τάιζαν από τα πόδια, την ουρά
ότι είχε απομείνει
Χιλιόμετρα θάνατο ήπια και έφαγα
έως το Μπίργκεναου.

Τα ρούχα ψήλωσαν στις πλάτες με την άφιξη
Όξινη η κολόνια που φοράγαμε
κανένας δεν ξεχώριζε από τον άλλον
Ένα λιβάδι ηλίανθοι στο ίδιο ύψος με τους Ρώσους
έπινε ζόφο από την καρδιά του κτήνους.

Στον φούρνο IV κρεμάσαμε τα όρια
γαλανός κι ανέφελος ο ουρανός στις Θερμοπύλες
Από τα κόκαλα βγαλμένη η αξιοπρέπεια
μα οι Εφιάλτες πάντα έρχονται στα όνειρα.

Τρακόσιες πλάκες σαπούνι φόρεσα
χλόμιασε η οσμή μελλοθανάτου
ο αριθμός δεν ομοδοξεί να παρακμάσει.

ΥΑΙΝΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΔΑΙΜΟΝΑ ΑΡΑΒΙΑ

Κάποτε από τα πλοία
νηστικές κατέβηκαν οι ύαινες
στις Πύλες των Δακρύων
Ρούφηξαν το μεδούλι από τη γη
ήπιαν νερό από τους μουσώνες
Κοκκίνισαν μια έρημο αχαρτογράφητη, σκοτεινή
που άφησαν πίσω
πιο σκούρα από μελάνι

Τίναξαν μαύρες πηχτές τελείες απ’ τη
χρυσή προβιά
τις ξέρασαν από το ρύγχος
Με χέρια και πόδια ασορτί
να τρέφονται από τον λιμό
Πέλματα και παλάμες μες το αίμα
να γλύφουν των παιδιών τους τα κουφάρια

Σήμερα πάλι αλυχτούν οι ύαινες
– ΟΗ(μ)Ε!
Πίνοντας δίχως μόκα τον καφέ τους
νοσταλγούν εκείνη την οσμή του άλικου χώματος.

 

ΣΤΕΜΜΑ ΑΠΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Με πιάτα από κάτω
έτοιμα να σερβίρουν τα μελάτα μάτια του
διαλέγει γωνιά στον καναπέ
σε δερμάτινο τεταρτημόριο χώνεται καρτερικά
Οι συνοδοιπόροι αντίκρυ ακίνητοι
σιωπηλοί
με βλέμμα στον ορίζοντα

Ένας μονάχα ξεχωρίζει
Το Ροζάριο που κρέμεται από τον καρπό
έχει το χρώμα του βασικού χυλού του ζωικού βασιλείου
Ψελλίζει ένα Πάτερ ημών
και ξεκινούν να στάζουν οι πορφυρές του χάντρες

—Χαίρε Μαρία

ακούγεται σχεδόν κάθε δεκάλεπτο
στη Ναύπακτο λες και βρίσκεται προτού τη ναυμαχία
Τα χείλη διαβάζει
για να προσευχηθούν μαζί
νίκη να δώσει η Παναγιά στους ενωμένους χριστιανούς
Μεταφράζοντας σε ήχο το μουρμουρητό
έκπληκτος, μια φράση ξεχωρίζει

—Άβε Μαρία

Κάνε να είναι ο γιατρός
από όσους έδωσαν τον ιπποκράτειο όρκο
Έλλην υπερήφανος μην παίρνει φακελάκι.

 

ΥΠΕΡ ΥΓΕΙΑΣ

Γεννήματα του μυαλού σου
σοσιαλιστικές ιδέες ουτοπικές
στην εξουσία σαν ήρθαν
την υγεία ΕΣΥ έταζες
να εξασφαλίσεις σε όλους
αδιακρίτως
ΓΤΕΔΥ ήμουν δεν ήμουν
όταν κρεμάστηκα απ’ τα γένια
φιλώντας την ελπίδα

Η Ελλάδα θα ανήκε στους Έλληνες
Μία γενιά ίσα που πρόλαβε να γευτεί
την ιλιγγιώδη ταχύτητα
του κομήτη που μας προσπέρασε

Από την σκυθρωπή ουρά αναδύθηκαν οι μεταρρυθμιστές
να φέρουν τη μετέωρη βελτίωση
Το έργο τους δεν στόχευε στην ευαισθητοποίηση
μόνο της όρασης ή της νόησης

— Εχθρός του καλού
εν τέλει είναι το καλύτερο
μα και των δυο το άριστο

Αδώνια η ομορφιά αυτού που μας κληροδοτήθηκε
Άξιο αντίγραφο του Ντυσάν
η πλαστική καρέκλα του συνοδού
με τη σπασμένη πλάτη
που έδεσε ανώνυμος καλλιτέχνης
με γάζας υπολείμματα

40 χρόνια αναζητάνε τη χρυσή ΤΟΜΥ
κι εμείς κλινήρεις
απ’ την επίδραση γενοσήμων
την έλλειψη ορών
την αδιαφορία χαμηλόμισθων γιατρών
και νοσοκόμων δημοσίας χρήσεως
Τα αγαθά εκείνα αμόλυντα φιλιά
γυρεύουμε πίσω να μας δώσουν.

 

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΠΕΡΑ

στον Μπ. Μπρεχτ

Ρακένδυτος αν γυρίζω
κι αν με πόναγε η κοιλιά όλο το βράδυ
είμαι ελεύθερος απ’ τα δεσμά της ύλης
Το βλέμμα αποστρέφοντας
τη μύτη σας κρατάτε
να μην ανησυχήσουν τα ευαίσθητα ρουθούνια

— Κάποτε το όνομά μου ήταν Μακχήθ

Εσείς πνιγμένοι στης ομίχλης τις σκιές
που άνεργοι ή όχι
προσκυνάτε βασίλισσες και τράπεζες
κοιτάχτε πως με μεταμόρφωσε ο έρωτας για τη τζάζ

Γονατιστός υπάλληλος θαρρείς του Πήτσαμ
άδοντας στο σκοτάδι
σε σας θα τείνω πάντοτε το χέρι
Ακολουθείστε τη φωνή μέσα σας
μακριά από την κλειστοφοβία της όπερας.

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΔΡΑΚΟΥΣ

Φοβάμαι έναν ξεδοντιάρη δράκο
γέρικο που έρχεται από το παρελθόν

Αναδίνοντας από τα ρουθούνια μόνο καπνό
παράφωνα βρυχάται
— πιστεύετε πως μπορεί να εξημερωθεί
στη μάχη δεν θα μας σύρει
μήπως και με τα νύχια του κόψει ένα κομμάτι;
Η αρχαία ιστορία λέτε είναι με το μέρος μας
συμμάχους έχουμε τρανούς
από τροπαιοφόρους Άγιους
έως τον Αλέξανδρο τον Μέγα στρατηλάτη
Αλλά και η νεότερη
από φίλους καρδιακούς, ΝΑΤΟ κι Ευρωπαίους
με πλείστες επενδύσεις σε όπλα και προϊόντα

Ίσως σκιάζομαι γιατί είναι η τροφή του
ξέρω πως αυτά ορέχτηκε κινώντας για να έρθει
Μυρίστηκε διχόνοια, αλληλοσπαραγμό και μισαλλοδοξία
το βλέμμα του ζωντάνεψε, θέριεψαν τα φτερά
Εφιάλτη θα με πείτε, Μήδεια και Κασσάνδρα
μα εγώ Κουασιμόδος πάντα ήμουνα
λατρεύοντας τη δόλια Εσμεράλδα.

 

ΤΙ ΜΟΡΙΑ, ΤΙ ΜΟΡΝΤΟΡ;

Άρχοντες των δώδεκα αστεριών
στους δράκους σας αθάνατοι
αποστεωμένοι
Κληρονομιά από οικογενειοκρατία
Κι όλοι εσείς οι Σάουρον, οι Σάρουμαν
και οι Γκάνταλφ
— Ακούστε!

Εμείς τα Χόμπιτ
περιμένουμε μαγικά να ορθοποδήσουμε
Με πανσέληνο ταξιδέψαμε
στη γη που επαγγέλλεστε
φτάσαμε στην Ένωση των Ανθρώπων
Τα δαχτυλίδια μας προσφέρουμε στη φωτιά
να ξορκιστεί το κακό
Μήπως απ’ την κοιλιά του κήτους
πετάξουν λευκοπερίστερα.

 

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΑΚΟΡΥΧΟΥ

τους Έλληνες μετανάστες του Σαρλερουά

Κύκλωπα, Κύκλωπα!
δίπλωσες στα δυο
με μάτι στο μέτωπο λαμπερό
Μαύρος στο πρόσωπο, μαύρη η ψυχή
στο έρεβος σκάβεις να βρεις το γιατί

Καλικάντζαρε σε ναρκοπέδιο σκοτεινό
δαίμονες κι άγιοι σε κρατούν ζωντανό
Χτύπα το σφυρί στην οροφή δυνατά
δύσκολη η βάρδια του σατανά

Χέρι χέρι κρατήσου με τον Θεό
το φέρετρο ευχή σου να’ ναι γερό
Άκου οι άγγελοι πως τραγουδούν
κάρβουνο θέλουν να ζεσταθούν

Κύκλωπα, Κύκλωπα!
έβγα στο φως
ο επάνω κόσμος είναι θερμός
Ο γέρο-διάολος κι αν σε καλεί
γλίστρα απ’ τα νύχια του με μια προσευχή.

 

ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙΣ

Όλα στιγμιαία
κι όλα εφήμερα

Η επικονίαση κι η ανθοφορία
το Πάσχα και οι κινητές εορτές
Νήστεψες, αναστήθηκες
η καρποφορία καταναλώθηκε

Περαστικές οι εποχές

Η θάλασσα και η αρμύρα
τα μαυρισμένα κορμιά
με την άμμο κολλημένη στο αντηλιακό

Κιτρινιασμένη η σάρκα φυλλοροώντας
πρόσκαιρα θνήσκει στο έδαφος
Τ’ απογυμνωμένα οστά
άφθαρτα
ξασπρίζουν στο χειμωνιάτικο ήλιο

Αναλώσιμα τα δέντρα
δίχως στολίδια αποθηκεύονται στο πατάρι
Όσα από αυτά —τα τυχερά—
είναι πλαστικά
θα ξαναζήσουν

Την πρωτομηνιά του χρόνου
τα λάθη λησμονούνται
ξεκινά η λούπα από την αρχή
Παρθένες ευχές, άθικτοι στόχοι
ανέγγιχτοι απατηλοί ορίζοντες στο βάθος

Τίποτα δεν έμαθες
αν δεν αγάπησες και δεν αγαπήθηκες.

ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

στον Μιχάλη Κατσαρό

Η γαμημένη η συνήθεια
είναι καρκίνωμα του εγκεφάλου
μας ωθεί να αγοράζουμε καθημερινά ψωμί
να παίρνουμε τον ίδιο δρόμο για τη δουλειά
να πιστεύουμε στον Θεό
να ζούμε με έναν σύντροφο
Μείνετε νηστικοί
απεργήστε και πάτε στις πλατείες
ανάψτε ένα κερί στον Μωάμεθ
πάρτε διαζύγιο από τη μονογαμία

Λευτερωθείτε είναι
η μόνη θεραπεία.

ΟΙ ΙΕΡΟΦΑΝΤΕΣ (των μουσών)

Εισπνέουν με δύναμη τη ζωή
Καταπίνουν εμπειρίες
γλυκόπικρες
ηδονικές
εφιαλτικές
Με μοναδική ένταση
εκπνέουν σε στρογγυλά σωσίβια
που κρατούν τα κεφάλια έξω από το νερό

Αυτά τα μικρά νησιά είναι
η μόνη κοινή στεριά με τον
υπόλοιπο κόσμο
Όσο πλουσιότερη η εισρόφηση
τόσο μεγαλώνει η μέθη
τόσο περισσότεροι οι συνδετικοί κρίκοι

Γλιστρούν στο βρεγμένο πλαστικό
καθώς καίγεται από τον λάβρο ήλιο
Η αρμύρα αποστειρώνει
μύτη και φάρυγγα
τα κουπιά μουδιάζουν με τα χρόνια

Όταν πια πάρουν τη μεγάλη απόφαση
να αφεθούν στην αγκαλιά του γαλάζιου
άδοντας απ’ τον βυθό του παρελθόντος
γητεύουν για πάντα
όσους περιπλανιούνται ακόμη στη γη.

ΑΓΩΝΙΑ

Τους καρπούς σαν δρέψεις
με κόπο
ματώνουν οι φάλαγγες
κι η πρύμνα της παλάμης
Ακραιφνής αγωνία καταλαμβάνει το είναι σου
να εξαργυρώσει τον κάματο

Πάλλει το δέρμα από το άγχος
όμοια με την πρώτη σταγόνα
που χτυπά
στη γυάλινη επιφάνεια μιας λίμνης
θυμώνοντας τα σύννεφα
που ματαιόδοξα καθρεφτίζονται

Επιτήδειοι έμποροι
Ζυγίζοντας τον απόηχο
περιτριγυρίζουν το βιος σου
λόγια ξεστομίζουν σαν του βοριά το σφύριγμα
εκτιμήσεις δίνουν, πρόσφορα ανέντιμα

Γνώριζε τούτο

Όσες ρίζες
πότισες
Όσα βλαστάρια
έδεσες τρυφερά
Όσα αμπελόφυλλα
λυπήθηκες να κόψεις
Όσα τσαμπιά ομόρφυνες
ψαλιδίζοντας το σάπιο
Ποτέ δεν θα πιστέψουν
τις εκτιμήσεις των εμπόρων.

 

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ

Γαλαζοπράσινος για δεκαετίες
μ’ έναν σταυρό στην άκρη αριστερά
ή στο κέντρο
ενίοτε και ροζ, δίχως αυτόν
εντός εκτός και επί τα αυτά
άλλοτε πάλι κόκκινος κυνηγημένος σαν ερυθρόδερμος
εξωκοινοβουλευτικός από τη μία ή την άλλη πλευρά
έως και νεοναζί, που πήγε να γίνει μόδα
μα πάντα απόγονος ή επίγονος επιτευγμάτων
κι ας κάποιοι έξωθεν τον θεωρούν παράγωνο

Τώρα μας λένε πως αν εποικιστεί θα αλλάξει
— αλλοίμονο

Οι απόγονοι του Ξέρξη γνωρίζουν καλύτερα
γι’ αυτό καυχώνται ακόμη για τον Εσκένταρ.

 

ΑΥΤΟΑΠΟΜΟΝΩΣΗ

Ρωγμές παντού
Πρόχειρα μπαλώματα
Εξουθενωτικά μερεμέτια
Μυστρί η κατανόηση
Φουλτάκες στην ψυχή
Σώμα αποδυναμωμένο
Στρόβιλοι λόγια
Ροζιασμένο μυαλό

Χωρίς εδώ
’Άγαμοι θύται!

.

 

ΡΕΤΑΛΙΑ (2020)

 

Ο ΜΟΔΙΣΤΡΟΣ

Με επιδέξια χέρια
ξετυλίγει τόπια ύφασμα
κόβει ολόισια τις αναμνήσεις
πετάει τα παλιά του υπογείου
που ’ναι φτηνότερα
μουχλιασμένα εδώ και χρόνια

Μου ράβει σάβανα
από του ισογείου
να είναι σίγουρος
πως όσοι έρθουν
για τον τελευταίο ασπασμό
να με αναγνωρίσουν
να με θυμούνται αγέραστο.

ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Μπαινοβγαίνει ο ήλιος στα κλαδιά
όπως ολοένα μπλέκονται εμπρός στον καθρέφτη
— Με πονά στα μάτια η αντανάκλαση
Στη σκοτεινή πλευρά το εγώ, αντίκρυ εσύ
είδωλο κι απωθημένο
με ψάχνεις με την αφή
Σαν εσωτερικό φυτό αναρριχάσαι
γύρω από την κορνίζα
που με κόπο κόλλησα
για να μην δραπετεύσω.

Όσα οι άνθρωποι και οι περιστάσεις
δεν μ’ αφήναν να ξεστομίσω
πήραν οριστικό περίγραμμα
Άνοιξαν οι σάρκες μου
οι λέξεις έπαψαν να σβήνουν
πριν καν σχηματιστούν
Βρήκαν τον δρόμο οιακίζοντας
τους θεατές και τη θανή μου
Καταπάτησαν κάθε εντολή
απίστησαν, βούλιαξαν
αποκάλυψαν στο υπερεγώ
τη φαντασίωση για ελευθερία.

 

ΑΕΡΙΚΑ

Στον γιο μου

Γράφω με ανώνυμα στυλό
κρατώντας τα αντισυμβατικά
Μικρός δεν έκανα ασκήσεις εργοθεραπείας
είναι καινούρια μόδα.

Ισορροπία σε δοκό
επίσης δεν δοκίμασα
μόνο στις άκρες
σε νεόδμητα μπαλκόνια
πριν τα στολίσουν κάγκελα
Ευτυχώς από κάτω
είχε κουμούλες άμμου για το χάρτσι.

Δεν πήγα για αναρρίχηση
μπάντμιντον ή τέχνες του πολέμου
Ολημερίς έπαιζα κυνηγητό τα καλοκαίρια
κρυφτό στο φως της μέρας
κι άκουγα παραμύθια απ’ τον παππού
για φίδια και φαντάσματα.

Σήμερα γι’ αυτά θα σου μιλήσω
με γράμματα δυσανάγνωστα
χωρίς αυτοάμυνες
χαρακτηριστικά ανισόρροπος
που δεν πατώ σε άλλους
για να σκαρφαλώσω.

Τριγύρω μας ας σφυρίζουν ερπετά
και φτερωτά μπαλάκια
εσύ να ονειρεύεσαι αερικά διαβάζοντας
τους στίχους που σου γράφω.

 

ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΙΜΟΙ

Τα μεταλλικά κουφάρια μας
σ’ απόμερες μάντρες
μελλοντικά θα καταλήγουν
Σε νεκροταφεία λαμαρίνας
δίχως σταυρούς, καντήλια με
παραφινέλαιο και φωτογραφίες.

Ρακοσυλλέκτες αφού τα
απαλλάξουν από βιονικά μέλη
μήτρες γυαλιστερές θα μας ξαναγεννούν
Μετάγγιση θα γίνεται το λάδι, το αντιψυκτικό
μαζί με τα εικοσιένα γραμμάρια
μιας φωτεινής ψυχής.

Στα άστρα θα ταξιδεύουμε
νυχθημερόν αφόρτιστοι
Σε οχήματα νοήμονα
με πλούτη διαγαλαξιακά
να ντύσουμε τους κυβερνώντες.

Δεν θα αναπαραγόμαστε
ανακυκλώσιμοι θα ζούμε
χωρίς αισθήσεις, έρωτα κι αγάπη
χωρίς παράδεισο και κόλαση.

 

ΕΙΚΟΝΙΚΟΣ ΠΝΙΓΜΟΣ

Πιάνοντας πάτο αναπηδώ
Υπέροχη ψευδαίσθηση η άνοδος
Κλωτσώ τα πόδια στο νερό
Το οξυγόνο για ακόμη λίγο αρκεί
Λίγο ακόμη και φτάνω στην επιφάνεια

Το στήθος ολοένα φουσκώνει
Πάλλονται η καρδιά κι οι φλέβες στο λαιμό
Χτυπώ πια τα χέρια
Μα το γαλάζιο ξεμακραίνει
Νιώθω το αίμα ν’ ανεβαίνει στο κεφάλι
Μουδιάζω από τα νύχια προς την κορφή

-Άρχισε η κάθοδος

Πάλι θα κάνω γκελ στον πυθμένα
Μπαλάκι από καουτσούκ
Του ενός ευρώ η ψυχή μου.

Σπίτια δίχως αυλές
Τετράγωνα οικοδομικά φέρετρα
με πυλωτές νεκροταφεία
ελεφάντων από λαμαρίνα
Μπαλκόνια σε ευθείες
που δεν τέμνονται
διακεκομμένες γραμμές
που τις χωρίζει κάθε τόσο
ένα μέτρο αέρα.

Εκεί καταλήξαμε
να παίρνουμε τον απογευματινό καφέ
κοιτώντας τα σάπια βύσσινα
από τα δέντρα που δεν ραντίσαμε
που δεν μπολιάσαμε με τα κλαδιά του γείτονα.

Πότε ανεγέρθηκαν
τα τέρατα των παραμυθιών
στις αυτοσχέδιες πλατείες, στις αλάνες
Πότε πεθάναμε
μαζί με τις βυσσινιές στα πεζοδρόμια
δεν καταλάβαμε.

 

ΠΑΡΩΝΥΧΙΔΕΣ

Με ματώνει το άγγιγμα του κορμιού
καθώς περνά απ’ το μυαλό
ότι λατρεύτηκε από άλλους
παρωνυχίδα οι θύμισες
σκλήθρες φιλιά εισχωρούν κάτω από το δέρμα
δάκρυα δικά μου ο ιδρώτας τους
θύελλα οι αλλότριες ανάσες στο μυαλό

Η τρικυμία κοπάζει σαν καθρεφτίζομαι στις κόρες
στο σκοτεινό τους χρώμα
όταν βυθίζεται η ματιά
το παρελθόν εξαϋλώνεται
σφαίρα καυτή φωλιάζει το μέλλον
στις πλεξούδες των μυών
ανεβαίνει τους τένοντες του λαιμού
εκρήγνυται στους νευρώνες.

 

Η ΣΙΩΠΗ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ

Μυρίζω την καταιγίδα
Βλέπω τις αστραπές πίσω από τα μάτια
ακούω ετεροχρονισμένα τις βροντές
Μετρώ τα δευτερόλεπτα
μειώνονται μεταξύ φωτός και ήχου
καθώς πλησιάζει

Ανήμπορος ν’ αντισταθώ
συνεχίζω να στέκομαι καταμεσής της πλατείας
μ’ ένα κομμάτι χαρτί στο χέρι
να την ζωγραφίζω καθώς ξεσπά
Κι ας σβήνει μουλιάζοντας
η μικρογράμματη αφιέρωση κάτω στα δεξιά.

 

Η ΣΥΖΥΓΙΑ

Άσπρε μου εσύ χαρταετέ
που αστέρια σέρνεις στην ουρά σου
φέξε τον δρόμο της ξανά
όπως στα σχολικά μας χρόνια.

Κοντόθωρα έσκαβα τον λάκκο μου
όχι πως δεν βοήθησαν κι οι άλλοι
Πάριο μάρμαρο μου διάλεξαν
μπουζάτο
Τον ήλιο αντανακλώντας
δροσίζομαι στον ίσκιο του.

Σε κάθε συζυγία σας καρτερώ
την Γκιόνα μου να φέρεις
πάνω στα πεύκα
ν’ ακούσω τη φωνή της.

 

ΣΤΗΝ ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Κοιμάται η σάρκα
με τα μάτια ανοιχτά
Όταν χαθεί κι αυτός
τι θ’ απομείνει;
Ένας λευκός ήχος δίχως όνειρα
σε ολόλευκο κελί.

Μ’ έναν μανδύα ασορτί
δεμένη πισθάγκωνα
αναδίνοντας σαπίλα
θα ομολογήσει
τη ματαιότητα τούτης της ύπαρξης

 

ΑΡΓΟΠΟΡΗΜΕΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Κύματα υφάλων σμίλευσαν την αλήθεια
στον βράχο της μορφής σου
Κάνω πως πιστεύω όσα μου λες
την καθυστερημένη εφηβεία
να μην διαταράξω
Βγάλε πάνω μου τα απωθημένα
που δεν τόλμησες να ξεστομίσεις.

Είναι καιρός ν’ απαλλαγούμε από ταμπού
να ξεπεραστούν οι προκαταλήψεις
Το σώμα μου προσφέρω
ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν
για την ερωτική σου επανάσταση.

 

ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Κοιτώ την ημερομηνία λήξης
Ανοίγω το κουτί, το μπλίστερ
την πιάνω με τα δόντια, με περίσσια προσοχή
η πίκρα μην αγγίξει τα χείλη ή τη γλώσσα
Την πνιγώ σε μια γουλιά νερό και την κατεβάζω
σχεδόν ανέπαφα
Χρόνια η θεραπεία, αποδεικνύεται αναποτελεσματική
Διαβάζω ξανά τη συνταγή:
«Αντίδοτο μοναξιάς»
λαμβάνεται ένα πρωί, ένα βράδυ
μετά φαγητού.

Ο έρωτας πάντα περνά από το στομάχι.

 

Η ΜΟΥΣΑ

Κόρη που έρχεται και φεύγει
σαν πληρωμένη εταίρα
προαισθάνεται λες
πότε την έχεις ανάγκη
κι αφήνει να αναρωτιέσαι
αν υποκρίθηκε πριν χαθεί.

Μη γυρνάς στη Συγγρού
διαλέγοντας μισοφόρια
placebo για στυτική δυσλειτουργία
Πίσω από σβηστά φανάρια
ανάμεσα στα πόδια και το τιμόνι
σε αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα
την ηδονή δεν θα βρεις.

Στο πετσί του ρόλου χωμένη
θα ’ρθει από μόνη της πάλι
σαν πόρνη χωρίς μαστροπό
την εκσπερμάτιση να χαρίσει
δίχως ν’ αγγίξει το δόλωμα
στο κομοδίνο.

.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

(Απόσπασμα)

Η ποιητική συλλογή «Ρετάλια» του Πασχάλη Κατσίκα, δεύτερη κατά σειρά έκδοσης, επί της ουσίας θέτει οριστικό τέλος στον πρώιμο πειραματισμό της πρώτης περιόδου προσδίδοντας χαρακτήρα και ταυτότητα στον ποιητικό του λόγο. Πλέον, χειρίζεται τα ζητήματα έκφρασης όχι υπό τη σκέπη μίας συναισθηματικής αφήγησης πρώτου βαθμού με αφετηρία την αυθόρμητη καταγραφή, αλλά εισάγει την έννοια του συγκεκριμένου μέσα από τον συνεκτικό δεσμό της συνειδητής επεξεργασίας εικόνων και θεμάτων. Πράγματι, τα ποιήματα τα οποία δημοσιεύονται στην εν λόγω συλλογή
διακλαδώνονται σε δύο επάλληλα επίπεδα.

Αντώνης Χαριστός

 

.

ΤΕΤΑΡΤΗΜΟΡΙΑ (2019)

ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΑΛΩΝ

Ξεπέφτοντας στο χαμηλότερο σημείο
στην επιφάνεια της γης
σε συνάντησα
Στην Ασφαλτίτιδα λίμνη
να χαρίζεις την αρμύρα των δακρύων σου
λες και την είχε ανάγκη

Υδάτινος όγκος, αφιλόξενος
δύσοσμος, βαριά τα κύματά της
Παντελής έλλειψη ζωής
τι δυνατά κι αν κλάψεις
άλλος κανείς δεν θα σ’ ακούσει

Κράτα τη φούχτα μου σφιχτά
αδύνατο να βυθιστούμε
τίποτε να μην σε αναταράσσει
Τη Νεκρά Θάλασσα διασχίζοντας αλώβητοι θα βγούμε
θεραπευτικό το ταξίδι

Ιαματικό λουτρό στις ψυχές μας κάναμε
ξεπλένοντας τη λάσπη στην εξομολόγηση
Τα σώματά μας ελαφρύτερα
στα ευεργετικά νερά της επιπλέουν

Μην θλίβεσαι άλλο
τα απόκρυφα μυστικά των παπύρων της κατέχουμε
ο χάρτης για τη Γη της Επαγγελίας
ξεδιπλώνεται εμπρός μας.

 

ΔΩΜΑΤΙΟ 712

Η φαντασία παράλογες εικόνες γέννησε
Ασυμπτωματική ασθένεια η ζήλια
συχνά φωλιάζει στην καρδιά
Ύπουλο ανεύρυσμα στο αορτικό
τα λάθη του παρελθόντος

Διακομισθείς συντριπτικό κάταγμα διεγνώσθη
στην ανιούσα αορτή
πίσω απ’ το δεύτερο πλευρικό χόνδρο

Παχύρευστη, ερυθρά
πλούσια σε οξυγόνο διοχετεύθηκε η αγάπη
την ουσία της ύπαρξής μου απλόχερα στην πρόσφερα

Η διάταση των τοιχωμάτων μιας σχέσης
νόσος εκφυλιστική
Ο φθόνος τη ρήξη τους μπορεί να επιφέρει
με πιθανά θανατηφόρα αποτελέσματα.

 

ΒΕΡΟΝΙΚΑ 612

Πεταλούδες που ξεχύνονται τα βλέφαρα
το ρόδο σαν ανθίζει των χειλιών

Καλύτερη στιγμή μου η ματιά όταν φωτίζεται
ζωογόνος ο ήχος απ’ το γέλιο της

Αρμύρα όταν γεμίζουν τα λακάκια
σε μια σταλαγματιά ο κόσμος φυλακίζεται

Αγγίζοντας τη μάζα μου θερμαίνεται
ακτίνες ηλιακές τα δάχτυλά της

Του Κρόνου δορυφόροι, προστάτες μου τα χέρια της
πολύχρωμοι δακτύλιοι κομήτες θρυμματίζουν

Αστέρι υπήρξα άφωτο στην τροχιά του ήλιου
ίχνος θραύσματος που δύσκολα εντοπίζεται

Ουράνιο σώμα άνθρακα ντυμένο με ηφαίστεια
κοπάδι χελιδόνια ο έρωτας, την άνοιξη χρωμάτισε

Του πλανήτη μου ρόδο μοναδικό στη γυάλα σ’ έκλεισα
τον εαυτό μου αγάπησα αγαπώντας σε.

 

ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ

Γαλήνια σαν τη θάλασσα που λιάζεται
ένα αυγουστιάτικο απομεσήμερο
παιδικά κάστρα τα στήθη της ξεπροβάλλουν
Χέρια και πόδια κύματα που χώνονται στην άμμο
Μάταια πασχίζει ο Γαρμπής
τα ξέπλεκα μαύρα φύκια να της κλέψει
στα άβαθα της ακρογιαλιάς

Σύννεφο ολόλευκο την παρατηρώ
βαρκούλες στέλνοντας τα φιλιά
στο ολισθηρό της δέρμα
Την έμφυτη ηρεμία ταράζω στους θύλακες
ώσπου να την ξυπνήσει η ανατριχίλα

Δόλιο σχέδιο καταστρώνω με τον ήλιο
Αυξάνοντας τη θερμότητα
θα την αναγκάσω να βουτήξει
για να απολαύσω τ’ αποτυπώματα
που σβήνουν στην αέναη παλινδρόμηση
του κύματος.

 

ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΟΛΙ

Σπασμένη χορδή
βαμμένη με αίμα
σε ξεκούρδιστο Στραντιβάριους

Η αγάπη

ήχος εκκωφαντικός
την ψυχή γρατζουνά
αναμοχλεύοντας τις θύμισες
καθώς σέρνεις το δοξάρι
στο κούφιο κορμί

Σε υπόγειο
αναπαλαιωμένου Ωδείου
φυλακισμένο
στη φθαρμένη θήκη
Τάφος ανήλιαγος
σε σωρό σκουπιδιών

Κόλλησε η μυρουδιά της μούχλας
στην σκονισμένη ταστιέρα
καρτερώντας το χέρι
που θα σε κάνει διακοσμητικό
σε τοίχο σαλονιού.

 

ΧΡΥΣΟΨΑΡΑ

Πόσο αγαπώ τη ζωή
Θεέ μου
Μέσα σ’ αυτή τη νάιλον φούσκα
τη γεμάτη γλυκό νερό
Που τα τοιχώματα συγκρατεί στην κορφή
μονάχα ένα λαστιχάκι

—Τόσο εύθραυστη
Όσο ληξιπρόθεσμη—

Αυτάρεσκα τα βράγχια ανοιγοκλείνω
φιλτράροντας το οξυγόνο
με προσοχή
Τόσο όσο
να μην ασφυκτιάς εσύ.

 

ΤΑ ΜΩΒ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ

Νιώθω τα πόδια να σαπίζουν
κρεμασμένα απ’ την καρέκλα στο μπαλκόνι
όπως τα μωβ δαμάσκηνα
που κείτονται στο χώμα

Κάθε τόσο κάποιο αποκολλάται
ο γδούπος με ταράζει
ξυπνώντας απ’ τον εφιάλτη της απραξίας
αναπηδώ στη θέση μου όπως αυτό στο έδαφος

Πιο πέρα το ίδιο συμβαίνει σ’ αχλάδια και ροδάκινα
αράντιστα έμειναν φέτος
απέτυχε η επικονίαση
Η αρρωστημένη σάρκα

εξαϋλώνεται

Όσο τα μάτια της δεν με κοιτούν σαν πρώτα
μένει μόνο να ονειρεύομαι
πως ο ελλειψοειδής πυρήνας
θα την κάνει να δακρύσει
για να ξαναβλαστήσω.

 

ΑΜΜΟΣ

Αυγουστιάτικα λικνίζεται γαλήνια στο γυρογιάλι
Κρυστάλλινη πάνω απ’ τις κιτρινόπετρες
μ’ αφήνει να δω καθάρια στα άβαθα
που ξεβράστηκαν τα κοχύλια της

Χαρούμενη για λίγο ακόμη θα την κάνει
το λάβρο φως του ήλιου
καθώς τριζοβολώ κάτω απ’ τα πέλματα

Όπου να ‘ναι έρχονται τα μελτέμια

Σκοτεινοπρόσωπη άλλη μια φορά
σε απύθμενα βάθη θα τα κρύψει
Αγριεύοντας θα αποτραβηχτεί
αφήνοντας τους κόκκους μου μπλεγμένους
σε κουβάρια μαύρα φύκια
που ρίχνει ξοπίσω της για δίχτυα

Τους χειμώνες πάντα θα στροβιλίζομαι
αλλάζοντας σχήμα
Ψιθυριστά θα καρτερώ στο ίδιο σημείο
όταν καλμάρει τον Ιούνη
να με ξαναδροσίσει.

 

ΤΟΥ ΑΗ ΓΙΑΝΝΙΟΥ

Με ταχύτητα προβλεπόμενη
εξέρχομαι από το τούνελ
Στο πίσω κάθισμα δεμένος με ασφάλεια
σε οθόνη μόνος διασκεδάζεις
Πυρωμένες σκλήθρες στον αέρα
τρεμοσβήνουν τα φώτα της Καβάλας
Στο παρελθόν χρονοταξιδεύω
κάποιον Ιούνη τ’ Αη Γιαννιού

Γοργόφτερη η καρδιά
τα πόδια μου υψώνει πάνω απ’ τις φλόγες

—Κλαδιά μαζεύαμε όλο το απόγευμα

Ολόγυρα στο λιβαδάκι
θρόιζαν οι λεύκες
Στο κέντρο έστεκε ολομόναχη
καρποφορούσα η βυσσινιά
Για αρκετά χρόνια ακόμη
οι λαμπυρίδες την πλαισίωναν
πριν γίνει κι αυτή μπετόν
Από τις αδερφάδες της
στα πεζοδρόμια της γειτονιάς
πάντως πιο τυχερή
Αυτές στις δίμετρες φλόγες μας
χάρισαν τα κλαδιά τους
Τις αυλές τολμούσαν να λερώσουν
στα τέλη κάθε Ιούνη

—Βύσσινο του κουταλιού πάψαμε να τρώμε

Φευγαλέα ματιά σου ρίχνω
Αναγκαία η μοναχικότητα
όσο δεν γίνεται μοναξιά
Άραγε θα δεις ποτέ φωτιές του Αη Γιαννιού;

 

ΤΑΡΙΧΕΥΣΗ

Χαλασμένα τα παιχνίδια
βουβά κι ακίνητα
στην απουσία σου
Με οξειδωμένους πυρήνες
απ’ τις λιωμένες μπαταρίες
κείτονται στις γωνιές

Πλένω το σώμα μου
μετακινώντας το αθόρυβα
από μία θέση σε μιαν άλλη
Με κινήσεις ακριβείας
υπολογισμένες
το σηκώνω
το γυρίζω μπρούμυτα
το τοποθετώ ξανά ανάσκελα

Έντονη η μυρωδιά της φορμόλης
που ενδοφλέβια εγχέει η αντλία
σε ήχο υπόκωφο
μα αναγκαία
για να διακόψει την αποσύνθεση

Με χτενισμένο μαλλί
ροδαλά μάγουλα και λευκό
καλοσιδερωμένο πουκάμισο
φροντίζω να δείχνει όμορφο
στη σαρκοφάγο

Εκτός της παρουσίας σου
τα δεύτερα Σαββατοκύριακα
τίποτε δεν δύναται να ενεργοποιήσει
τους άλλοτε σπινθηροβόλους νευρώνες

Ούτε ο Έρωτας.

 

ΔΕΙΛΗ ΜΕΛΩΔΙΑ

Εσταυρωμένος
δίχως καρφιά κι ακάνθινο στέμμα
με μπρούτζινη ραχοκοκαλιά
πακτωμένη στο μάρμαρο

Ακονισμένο το δοξάρι στα χέρια
διχοτομεί ευλύγιστα το Γάμμα που σχηματίζουν
με πόδια που τέμνονται
αγγίζοντας πέλμα και μετατάρσιο

Το βλέμμα ακύμαντο
σε μάτια τρικυμιώδη
να χύνουν αρμύρα
σε αμάραντα νεκρολούλουδα

—Ακόμη εδώ

κι ας αναφλέγεται το λιβάνι στον οισοφάγο

Αδυνατώ να συνθέσω τις τελευταίες νότες
στις κουρδισμένες φλεβοχορδές
Της πιο δειλής μελωδίας
ακροατές
δεν θα σας καταστήσω.

 

ΚΙΡΚΗ

Ακολουθώντας τα πατήματα
στο ίδιο μονοπάτι της νιότης
θυμάσαι τη μυρωδιά της ρίγανης
Κρανιές, πουρνάρια, βράχια
μικρότερα φαντάζουν

Σου έδειχνε το πέρασμα
μετά τη γαλαρία
Όπου στενεύει το νερό
να δρασκελίζεις σου δίδαξε
αντίκρυ

Πιο κάτω η καμήλα πνίγηκε

Σήμερα το ποτάμι στέρεψε
Τα ίδια φράγματα
αυτοεξόριστους σας έστειλαν
Στην Πολωνία εκείνον
για τις ιδέες του
Στην κοινωνία εσένα
για τον έρωτα

Πώς θα μπορούσες
να μην του μοιάσεις
άλλωστε
το ίδιο φέρεις
ονοματεπώνυμο.

 

Σ’ ΕΝΑΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΘΝΗΤΟ

Απόκοσμος αντίλαλος
απ’ τα βιτρό
που κρούει ο άνεμος
στα μάρμαρα
καλύπτει το τιτίβισμα

Παρέα κρατώντας
στον κυρ Νίκο
ανώνυμα
χορταριασμένος κείτεται

Δυσδιάκριτος στο κέντρο
ριζώνει απάνω του
μπρούμυτα ο σταυρός
Καλυμμένος
πευκοβελόνες και κούρβουλα

Τριγύρω ημερομηνίες
επετειακές
συγγενών και φίλων
που τον λησμόνησαν

Από το άδειο
πλαστικό μπουκάλι του λαδιού
πώς να ξεδιψάσει
το καντήλι του

Άξαφνα ανακουφίζομαι

Πλάτος δυσανάλογο καταλαμβάνει
δεν είναι τελικά
όσο μόνος δείχνει.

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

Κιτρινοπράσινοι
ξεχρωμιασμένοι τοίχοι
σαν άρρωστος μυελός
Ασθενικά γλυκιά
η νοητή οσμή
που τα σκυλιά ανιχνεύουν
Σε παγερή αίθουσα αναμονής
δυο κάτια
σ’ άβολα μεταλλικά καθίσματα
δίχως περιοδικά

Η γερόντισσα
αντίκρυ
με μάτια κατακόκκινα στα φτερά
όλα τα βλέπει
Με φίδι
δαυλό
και το κλειδί ενός άλλου κόσμου
οπλισμένη

Άγγελος ψυχαγωγός
Χθόνιος Ερμείας,
Χαρούν ή Βανθ;

Το ανώριμο λευκό σου αίμα
αδύνατον
λυτρωτική μετάγγιση να λάβει
Στην αναπηρική σε παρατηρώ
πίσω από μάσκα
να χαμογελάς στα εγγόνια
Ορός να γίνουν
εύχομαι
χημειοθεραπείας
την Άγια τούτη μέρα

Στην ονομαστική μου εορτή
για δώρο επαιτώ
απάνεμο να ‘χεις ταξίδι
Πενήντα ημέρες μετά
τη δεύτερη Ανάσταση
προσδοκώ
για να σε συναντήσω.

 

ΣΙΩΠΗΛΗ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ

Για ένα χρόνο γίναμε σύντροφοι
τόσο διήρκεσε η παρουσία σου
Ό,τι κι αν άγγιζα σε ένιωθα
τα πάντα είχαν τη γεύση σου
όποτε κοίταζα τριγύρω ήσουν πλάι μου
Το ανεπαίσθητα γλυκό σου άρωμα
έπιαναν μόνο του Άργου τα ρουθούνια

—Αμίλητη
Μελαγχολική
Βλοσυρή—

Τα μαύρα φόρεσα να σου μοιάζω
Τον καρπό μου στέρησε η φιλία σου
τις ρίζες κόβοντας
μάρανε τα κλαδιά
Πάνω που σε συνήθισα με εγκατέλειψες

Απρόσκλητη
κάπου αλλού χαρίζεις σήμερα τη λύπη
Σίγουρα κάποτε θα επιστρέψεις
είσαι ευπρόσδεκτη
αφού μου δίδαξες

Να ζω

το κάθε δευτερόλεπτο.

 

ΚΥΚΛΟΣ

Το ισχυρότερο των γεωμετρικών σχημάτων
κανείς δεν μπόρεσε να τον εγκλωβίσει
σ’ ένα τετράγωνο

Ο όφις που τρώει την ουρά του
Το φωτοστέφανο που αιωρείται
τόσο παράδεισος όσο και κύκλος
Καμπύλη δίχως αρχή ή τέλος
δρόμος που οδηγεί στην αιωνιότητα

Το οκτώ του απείρου ένας κύκλος,

—πανίσχυρος λημνίσκος

θήλυ και άρρεν ταυτοχρόνως
που αγγίζει την τελειότητα
Ξαπλώνοντας να γονιμοποιηθεί
συστρέφεται
τέμνοντας το περίγραμμα στο κέντρο
Γυρεύει να πολλαπλασιαστεί σαν μιτοχόνδριο

Σπείρα η ζωή

ομόκεντροι κύκλοι
που διαρκώς το κέντρο τους μετατίθεται
εμπρός
δίχως να σταματά
συνεχίζεται
πιο πέρα ακόμη κι απ’ το θάνατο.

 

ΑΤΕΛΗΣ ή ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ;

Θρηνώ
γιατί αδυνατώ να επιστρέψω
στα παιδικά μου χρόνια

για τους ανομολόγητους έρωτες
που άφησαν απωθημένα
κι όσα δεν τόλμησα

Θρηνώ
για τη γενέτειρα της Δημοκρατίας
που η ομορφιά
ήταν ανέκαθεν η κατάρα της

για τα άνεργα παιδιά
που θα κληθούν να ξεχρεώσουν
το τέλος

Θρηνώ
για τα αγέννητα
που η άμβλωση τους στέρησε την ευκαιρία
ν’ αλλάξουν τον κόσμο

για εκείνα που πριν αντρωθούν
τα παίρνει ο πόλεμος

Ολάκερη η ζωή μία εξόδιος ακολουθία

Χαίρομαι
που ήρθε η ώρα να με θρηνήσουν.

.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΟ ΜΟΝΟΚΛ

Πίσω από φιλιστρίνι είχα, ανέκαθεν,
την αίσθηση πως παραμόνευα το μέλλον.
Ένας αγοραφοβικός τουρίστας κλειδωμένος στην καμπίνα του.
Άφηνα άλλους καπεταναίους
να οιακίζουν το σκαρί της μοίρας.
Κώφευα στου καμαρότου τα χτυπήματα,
στα επαναστατικά σήματα που έστελνε
ο ασυρματιστής με τον άνεμο.
Μαύρη φιγούρα έγινα στο πλοίο,
με το φεγγάρι να φωτίζει μόνο την πλάτη μου.
Στο τέλος της παράστασης, όταν
οι μούτσοι, οι μάγειρες και οι αξιωματικοί υπηρεσίας
μου κόψουν το κεφάλι,
θα συνεχίσω το βάδισμα πίσω απ’ τον μπερντέ.
Κι η αντανάκλαση της θάλασσας θα εξακολουθεί, μάταια, να
κυματίζει στο μονόκλ φιλιστρίνι.

Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Ξεκουράζεται μόνο πριν ξημερώσει.
Στην τροχιά του ήλιου σηκώνεται
να οχυρώσει τους δρόμους με το κορμί της.
Πιάνει στα χέρια τσουγκράνες και τσάπες,
ξεβοτανίζει κυβερνώντες,
απολυμαίνει τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα.
Περίστροφα αδειάζει που απειλούν το μέλλον,
φτύνει κατάμουτρα ροπαλοφόρους,
στέκεται ατάραχη εμπρός στο εκτελεστικό,
βυζαίνει φωτιά τους φοιτητές.
Κι αν της ανάβουν χίλια κεριά οι ακαδημίες φασιστών,
πάλι ξυπνάει γκαστρωμένη, αφού
έχει πλαγιάσει με τα συνθήματα στους τοίχους.

monocleread.gr

 

ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ

Γυαλιστερό φωσφορίζει το δέρμα σου

μες την πιλάτια λεκάνη. Δυο εξουθενωμένοι σκάπουλοι

με πτερύγια τους αντίχειρες, κολυμπούν στην αδικία.
Σε θάμνους αγκαθωτούς, ανάμεσα σε πέτρες και βράχια,

ξένοιαστα διέγραψες το έλεος απ’ την καρδιά,

δεν πότισες με τρυφερότητα τα λόγια.
Τώρα πια, ξένα μάτια σβήνουν στα δικά μου,
ξένα τα χέρια μου σταυρώνονται μακριά το ένα από το άλλο.
Μέσα στην τόση αλλοφροσύνη ανατριχιάζουν οι αυχένες στους
κρυφούς λυγμούς, πνίγω τα φτερουγίσματα της σπλήνας

στους ανεπαίσθητους ψιθύρους της εσπέρας.
Αδιάλλακτοι στο σπάραγμα και τα παρακάλια, το σούρουπο μαζεύονται
οι Ρωμαίοι, να διασκεδάσουν με τη συντριβή μου.

 

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Σαν ψάρι αναπηδώ πάνω σε δυο κόκκινα σύννεφα
μπλεγμένος στα βρόχια του ενός Θεού.
Κάθε Πάσχα, στη σκιά του θείου βρέφους
είμαι έτοιμος να αναρριγήσω με αναφιλητά.
Μεθυστικό το χαμομήλι, θροΐζει μαζί με

τις κίτρινες φλόγες στη λαμπριάτικη νύχτα.
Ξαπλώνω την ανάσταση στη ρίζα μιας τσουκνίδας,
σηκώνω τα βλέφαρα ψηλά,

το περίγραμμα της σάρκας χορεύει στο άγιο φως

πριν δώσω το αίμα μου.
Φαντάσματα που ταξιδεύετε στην αγκαλιά του,
γυρίστε στη γη, έστω τραυματισμένα.
Γυρίστε στη σκιά αυτού του μικρού παιδιού,
έστω πιασμένα σε μια κλωστή σιωπής.

paratiritis-news.gr

 

ΑΟΡΑΤΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ

Αυξάνουν οι αόρατες επαναστάσεις στον Γολγοθά.
Τα ξερονήσια άδειασαν από αγκάθια και Χριστούς.
Άφωνα πουλιά ραμφίζουν τα σπυριά στο κορμί,
αδειάζουν τα σωθικά μου.
Θαρρούσα πως οι πρόκες στον σταυρό
δεν θα πωλούνταν μυστικά στους ξένους.
Η πατρίδα που μου έδωσε κεφάλι και καρδιά,
από λόγχη σε λόγχη, θα έφτανε κάποτε
να τρέχει χωρίς δεκανίκια.
Γέρασα ώσπου ν’ αντιληφθώ, πως οι αναστάσεις
είναι μακελεμένες από κοράνια κι ευαγγέλια.

FRACTAL

ΑΡΝΗΣΗ

Είναι κι αυτές οι παγίδες,
κάτι πλάκες μεγάλες με κόλλα από πάνω,
χωρίς ελατήρια, χωρίς κλουβιά, χωρίς βία,
που χρησιμοποιούμε για να απαλλαγούμε απ’ τα ποντίκια.

Έτσι λέμε, χωρίς βία.

Κάποτε βρήκα μία, είχε πιάσει κάτι μικρό σαν κάμπια.
Τη σήκωσα και είδα πως ήταν πόδι,
το πόδι ενός ποντικού που το μάσησε για να ξεφύγει.
Ο ίδιος πιο πέρα πέθανε από αιμορραγία.

Είναι κάτι παγίδες κόλλας,
θρησκεία, οικογένεια, πατρίδα,
απ’ τις οποίες δεν ξεφεύγεις αρτιμελής.
Μέχρι να το καταλάβεις η κόλλα έχει δέσει,

έχεις καθηλωθεί για πάντα.

Άραγε ένα ποντίκι ξέρει πότε ήρθε το τέλος;

Το κόσκινο

 

ΣΑΝ ΠΟΡΝΗ

Τα μάτια μου δεν τα γέννησε μάνα,
ρεμβάζουν με βλέφαρα μαλακά, τόσο ανέκφραστα,
που μερικοί νομίζουν πως τους κοιτά το άπειρο.
Το υπόλοιπο σώμα, από τον λαιμό και κάτω,
μια μπόχα αναδίνει από ψάρια τηγανητά
και μούχλα που συσσωρεύεται σε βρωμερούς φεγγίτες.
Τα πόδια ξιπασμένα απ’ την κλεψιά,
τα μαλλιά ταγγισμένα αφήνουν στα μαξιλάρια,
κι από τις δυο πλευρές, σταγόνες ελαιόλαδου.
Αναπνέω από ματαιοδοξία μόνο τις νύχτες που έρχονται οι αφέντες.
Κάνεις δεν μπορεί να με δει,
υψώνω ένα σεντόνι καθισμένη ανάποδα σ’ ένα σκαμνί.
Με έντερα πυρίμαχα, βελούδινο πρωκτό και μια μωβ λίμνη,
βουλιάζω βάρκες, μικρά ιδιωτικά αυτοκίνητα,
πυροβολώ την κάθε τριχωτή κοιλιά
που ποτέ δεν θα με παντρευτεί, ούτε θα μ’ αγαπήσει.

 

ΜΕΔΟΥΣΕΣ

Με τη σφεντόνα φεύγει ο χρόνος,
να θραύσει την αντηλιά
στα εκατό παράθυρα που κουβαλάς στις πλάτες.
Το ράμφος του βουλιάζει στο κύμα απ’ τα γυαλιά,
κρούει σιωπηλά στην αορτή.
Τρέχουν οι Μέδουσες σε σπίτι ξέσκεπο,
μελανιασμένοι οι πρόγονοι καρφώνονται στα παγκάκια.
Δεν έμειναν αγάλματα στις παιδικές χαρές,
μόνο ποντίκια να πριονίζουν τον ύπνο σου.

culturebook.gr

ΤΟ ΜΠΑΝΙΟ

Μόνος, σαν τρυφερό κλωνάρι απέναντι στην αφεγγιά,
με μια γεύση αθανασίας κολλημένη στη γλώσσα,
βρήκα τον πόνο που έθαψα τον περασμένο αιώνα.
Ένιωσα την ηδονή της τιμωρίας στα πέλματα,
ήμουν ο τελευταίος άνδρας με χώμα στο στόμα
και γαρύφαλλο στο πέτο, που έγδερνε τις φτέρνες του στον βυθό.
Έπλυνα τα χέρια και κάθισα στο τραπέζι,
ο πατέρας με μια παγωμένη κατάνυξη με κέρασε αγκαλιές.
Χόρεψα με τα ολόλευκα κρίνα στη γλάστρα,
τον φίλησα μ’ ένα άρωμα φτηνού κονιάκ στον αέρα κι έφυγα.

Άναψα την κίτρινη λάμπα πάνω από τον καθρέφτη,
βούρτσισα τα δόντια,
φόρεσα μαγιό και πήγα για μπάνιο ξανά
στον πάτο του Αχέροντα.

ΠΕΡΙΠΟΘΗΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Όταν σε έχασα, τυλίχτηκα με σελοφάν,
σαν πετρωμένο γλυκό σε συνοικιακό ζαχαροπλαστείο.
Κύλησε το σιρόπι μου από καρότσες
στους ακατάστατους δρόμους που τρίζουν όπως οι πολυσύχναστες προβλήτες,
πάνω μου έμεινε μόνο μία γλοιώδης οσμή πεπονιού.
Γέμισα με κίτρινα φύλλα τα ζεστά μαξιλάρια,
έβαψα τα κιγκλιδώματα του κρεβατιού με αρμύρα.
Σε πανηγύρια έτρεξα, με χειρομάντισσες και σαλτιμπάγκους,
να με συγκλονίσουν οι γλυκές κιθάρες του μέλλοντος.
Γύρω σ’ όλη τη θάλασσα και στις παιδικές χαρές
που περιβρέχουν τα μουδιασμένα μάτια μου,
καμία αστραπή δεν ηλέκτρισε τη διαφεύγουσα τρυφερότητα,
κανένα φως δεν αναδύθηκε
συγκρατώντας τα σύνορα του χειμώνα.

ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Δαμάσκηνο τα χρώματα της σημερινής ημέρας,
δεν ξέρω αν είμαι κερδισμένος από χειμώνες ή καλοκαίρια.
Στέκομαι για λίγο πλάι στη λίμνη,
ούτε ένα φύλλο πάνω στα δέντρα,
τούτος ο απρόσωπος αγέρας σαπίζει τις μνήμες.
Ο γούνινος μανδύας σέρνεται πίσω μου
μ’ έναν θόρυβο χαμένων ονείρων.
Φεγγάρια από οπαλίνα δεν με κρατάνε πια.
Απόψε που θα σε συναντήσω κάτω απ’ το μάρμαρο
θα είναι όλα αμόλυντα.

hartismag.gr

.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

DIASTIXO.GR 04/12/2020

«Τεταρτημόρια» και «Ρετάλια»

Γεννημένος το 1971, ο Πασχάλης Κατσίκας εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο Τεταρτημόρια το 2019, για να ακολουθήσουν το 2020 τα Ρετάλια, η δεύτερή του συλλογή, κι ενώ ο ποιητής βρίσκεται ήδη σε ώριμη ηλικία. Η όψιμη εμφάνιση του Κατσίκα στα γράμματα αποτυπώνει την κατακτημένη γνώση του συγγραφέα στην ενεργοποίηση ποιητικών τρόπων στη γραφή του, παράλληλα όμως αποδεικνύει τις προσλαμβάνουσες του λογοτέχνη σε διαρκή εγρήγορση, καθώς η προϋπάρχουσα γνώση αφήνεται να ζυμωθεί από εσωτερικές διεργασίες και να οδηγήσει στην εξέλιξη της γραφής.

Ο Κατσίκας καθιστά εξαρχής σαφές με τα Τεταρτημόρια ότι ποιητική γλώσσα για τον ίδιο είναι πρωτίστως η μεταφορική. Τα σώματα του ερωτικού ζεύγους ιονίζονται, πυρακτώνονται κι εκρήγνυνται, σε έκρηξη παραλληλιζόμενη με τις διαδικασίες του σύμπαντος που γεννούν «γαλαξίες και άστρα στο big bang» τους. Τα συμπτώματα της ζήλιας ανάγονται στις οργανικές εκδηλώσεις των καρδιαγγειακών ασθενειών. Οι σωματικοί νευρώνες αντιστοιχίζονται στα πλαστικά κλωνιά του χριστουγεννιάτικου έλατου, την ώρα που ο ήρωας, στην ανάμνηση του απόντος αγαπημένου προσώπου, βραχυκυκλώνει σαν τα λαμπάκια του έλατου, γίνεται ηχείο που νεκρώνει από την απουσία κι αδυνατεί να ουρλιάξει, εκφράζοντας την έσω οδύνη. Κι ίσως κάπως έτσι καταλήγει «Ολάκερη η ζωή μια εξόδιος ακολουθία».

Ο μεταφορικός λόγος του Κατσίκα χρωματίζεται από εικόνες που τον υπηρετούν στο ίδιο πνεύμα. Η ερωτική «Ψαύσις» του κορμιού, στο ομότιτλο ποίημα, διέρχεται από «χαράδρες» και «ηφαίστεια», που απεικονίζουν τα τοπία του γυναικείου ανάγλυφου. Οι μεταφορικές εικόνες του Κατσίκα αξιοποιούν μια ποικιλία αποτυπώσεων, οι οποίες μεταχειρίζονται την επιστημονική και την καλλιτεχνική γνώση από τομείς του επιστητού όπως η αστρονομία, η βιολογία, η ιατρική, η ιστορία, η μυθολογία, ακόμη και η θεολογία, αλλά και η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική ή η μουσική, και οδηγούν, διά των παραλληλισμών που επιχειρούν, στο στοχαστικό σχόλιο του ποιητή.

Η στοχαστική ποίηση του Κατσίκα δομείται σε δύο βασικούς πυλώνες: τον έρωτα και τον θάνατο. Η δύναμη του έρωτα μπορεί ακόμα και τη μητρική αγάπη να τη θέσει σε δεύτερη μοίρα, ενώ απεκδύει και τα παιδικά παιχνίδια από την αθωότητά τους. Η επικίνδυνη αυτή ισορροπία συναντά την απειλή της φθοράς, τον ίδιο τον θάνατο: «Χαίρομαι/ που ήρθε η ώρα να με θρηνήσουν», διατείνεται ο ποιητής, ενισχύοντας τα λεγόμενά του μ’ ένα θεολογικό «τετέλεσται». Όταν όμως, παράλληλα, εντάσσει τη ρήση του Χριστού στο δίπολο «Ατελής ή τετέλεσται;», συσχετίζει τη φθορά όχι με την άρνηση του αριστοτελικού «τέλους», δηλαδή του σκοπού της ολοκληρωμένης δημιουργίας, αλλά με την άρνηση του τέλους που δηλώνει τον τερματισμό. Με τον τρόπο αυτό, ο χωρισμένος σε «τεταρτημόρια» κύκλος συνθέτει τις ψηφίδες του αποδεχόμενος τη δημιουργία και διεκδικώντας τη ζωή.

Το διαρκές αλισβερίσι έρωτα-θανάτου συνεχίζει να απασχολεί τον Κατσίκα και στη δεύτερή του συλλογή, τα Ρετάλια. Στο ποίημα «Στο παζάρι της Ξάνθης», η ζωική ορμή της προμήθειας βιοτικών αγαθών συναντά τα ενδύματα που προορίζονται για τους νεκρούς. Ενόσω οι πωλητές διαλαλούν την τιμή της πραμάτειας τους στην τουρκική γλώσσα («μπιρ ευρώ», δηλαδή ένα ευρώ, ή «ικί ευρώ», δηλαδή δύο ευρώ κ.ο.κ.), ο ποιητής βρίσκει την ευκαιρία να «αρπάξει» τα «μπες (=πέντε) ευρώ» και να τα μετατρέψει στην προστακτική του ρήματος «μπαίνω» της ελληνικής γλώσσας, διά της οποίας η σάρκα θάβεται, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της «από τη γέννηση στην/ αποσύνθεση με αποφόρια», «ώσπου να πεις μπες»!

Η στοχαστική ποίηση του Κατσίκα δομείται σε δύο βασικούς πυλώνες: τον έρωτα και τον θάνατο.

Την ώρα που τα ρετάλια συνθέτονται για να δημιουργήσουν το σάβανο του νεκρού, το ποιητικό υποκείμενο μεταβαίνει από την οδύνη για την απώλεια του πατέρα στην αγωνία για την έγκαιρη προετοιμασία του παιδιού, ώστε αυτό να μπορεί να διαχειριστεί την απώλεια όταν έρθει η σειρά του δικού του πατέρα. «Πρέπει να σου μιλήσω για το Ωμέγα/ Να μη φοβάσαι/ όταν σε αφήσω». Το σχόλιο του Κατσίκα καθίσταται πολυεπίπεδο, με τη μετάβαση από τον λόγο για τον θάνατο στη γλώσσα που συνθέτει ποίηση. Το «Ωμέγα» του ποιητή ακολουθεί πια την αντίστροφη πορεία από τη μεταφορά προς την κυριολεξία. Παύει να δηλώνει το τέλος, ως το τελευταίο γράμμα του αλφάβητου, και χρησιμοποιείται πια στην κυριολεξία του ως γράμμα που συνθέτει λέξεις. Οι λέξεις και τα σημεία στίξης παράγουν λόγο, αλλά η διαρκής μετακύλιση του αέναου κύκλου ζωής-θανάτου από τη φθορά στην αναγέννηση κι αντίστροφα βρίσκει ένα σημείο στίξης, το θαυμαστικό, να οριζοντιώνεται και να μετατρέπεται σε «τελεία και παύλα»!

Σ’ αυτόν τον ατελεύτητο κύκλο, το τέλος για τον Κατσίκα καθίσταται εντέλει και φορέας αισιοδοξίας. «Σε κάθε φωτογραφία/ βλέπω το τέλος μου/ σαν ατενίζουν με νοσταλγία/ όλοι αυτοί το παρελθόν». Πίσω από το τέλος παραφυλάει η μνήμη, η ανάμνηση του αποδημήσαντος, η οποία δεν σβήνει, και με τη νοσταλγία της τον διατηρεί στη «ζωή». Γι’ αυτό ακόμη και ο θάνατος εμπεριέχει ομορφιά: «Τώρα κατάλαβα/ πως τίποτε δεν ομορφαίνει/ χωρίς τον Θάνατο»· γιατί ο θάνατος, ξυπνώντας αναμνήσεις, τις ενδύει με πέπλο τρυφερότητας, εξαγνίζοντας τους απόντες κι αναδεικνύοντας, διά της απουσίας, την αξία τους. Η ίδια αγνότητα αντικατοπτρίζεται στον τίμιο μόχθο της μάνας: η ανάμνηση του μόχθου καθαγιάζει τη μάνα. Παράλληλα, μαζί με τα πρόσωπα ανασυντίθενται ολόκληρες εποχές, που ’χουν παρέλθει ανεπιστρεπτί· παραμένουν ωστόσο φορείς των χρωμάτων και των αρωμάτων τους, οσμών και γεύσεων του θρακιώτικου περιβάλλοντος: «Πότε πεθάναμε/ μαζί με τις βυσσινιές στα πεζοδρόμια/ δεν καταλάβαμε».

Η μετάβαση του Κατσίκα από την πρώτη του στη δεύτερη συλλογή τείνει να αναδείξει έναν ποιητικό σχεδιασμό που αφορά την εναλλαγή ζωής και θανάτου σ’ έναν αέναο κύκλο, μ’ όλα τα γυρίσματά του –πρβλ. τον εναρκτήριο στίχο από τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου: «Του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνου»– μα και τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του: «ανακυκλώσιμοι θα ζούμε/ […] / χωρίς παράδεισο και κόλαση». Ο πλούσιος μεταφορικός pkatsλόγος του ποιητή διαγράφει, παράλληλα με τα νοήματα που εκφέρει, τον δικό του κύκλο από τη λυρική έκφραση της πρώτης συλλογής σε μία πιο προωθημένη δραστικότητα της αμεσότητας στη δεύτερη. Ας σημειωθεί τέλος ότι οι δύο συλλογές συνοδεύονται από ερμηνευτικά κείμενα της Ελισάβετ Αρσενίου η πρώτη και του Αντώνη Χαριστού η δεύτερη. Τα ίδια τα ποιήματα επιβεβαιώνουν πλήρως την εκτίμηση της Αρσενίου πως ποιήματα όπως αυτά του Πασχάλη Κατσίκα «γράφονται μέσα μας, στη λυρική αποθήκη του αρχετυπικού μας βίου».

.

ΡΕΤΑΛΙΑ

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

culturebook.gr/12/2/2021

Ο Πασχάλης Κατσίκας εμφανίζεται σε όψιμη ηλικία στα ελληνικά, γράμματα επιβεβαιώνοντας τη μη ύπαρξη γενεών στην ελληνική ποίηση, όπως το θέσαμε και παλαιότερα[1] (υποσημείωση). Τα «ρετάλια» (Γράφημα, 2020) είναι μόλις η δεύτερη συλλογή του. Είναι όμως εμφανής η γλωσσική ωριμότητα του δημιουργού, την οποία συνδέει με τον προβληματισμό μιας ώριμης βιολογικά ηλικίας. Χωρίς να καινοτομεί σε ζητήματα αισθητικής, προκαλεί την προσοχή μας με το στοχαστικό περιεχόμενο των συνθέσεών του (μείζονα διαταραχή, υστεροφημία). Το εξομολογητικό βίωμα (εικονικός πνιγμός) ή το ψευδοβίωμα (με την ποίηση, αερικά, μην φοβάσαι το Ωμέγα, τις νύχτες) γίνονται αφορμή για να παρασύρει τον ακροατή/αναγνώστη στις δικές του στοχαστικές ατραπούς.
Η σύνδεση του θανάτου με τη ζωή, η προβολή της φθοράς και του εφήμερου ανθρώπινου βίου φέρνουν στην επιφάνεια δύο κόσμους: του χτες και του σήμερα. Το φυσικό στοιχείο (πανίδα, ουράνια σώματα) και συμπλέκεται με το ανθρώπινο και την αγωνία του δημιουργού, όπως συναντάται μόνο στην ποίηση της περιφέρειας[2]. Οι ποιητές των περιφερειακών άστεων, κινούμενοι μεταξύ φύσης και πόλης, ενσωματώνουν το φυσικό περιβάλλον στη στιχουργική τους με έναν ιδιαίτερο εμπειρικό τρόπο. Δεν είναι τυχαία η απουσία της αστικής εικόνας∙ αντίθετα, διακρίνεται ένας προσανατολισμός προς το “ανθρώπινο” στοιχείο. Χώροι και πρόσωπα εμφανίζονται πολύ οικεία.
Η γλώσσα των ποιημάτων της συλλογής είναι προσαρμοσμένη στο στοχαστικό περιεχόμενο και την προσοχή του δημιουργού στο ανθρώπινο δράμα (στο παζάρι της Ξάνθης, βρέχει, στην αποικία του έρωτα). Άλλοτε μεταχειρίζεται αλληγορίες (ο μόδιστρος, στον Άδη είδα πουλιά, η κερασιά, οι βυσσινιές) για να εκφράσει μία αγωνία για τη φθορά και το αναπόφευκτο (μην φοβάσαι το Ωμέγα, ανακυκλώσιμοι, επανεκκίνηση, υστεροφημία, οικογενειακή φωτογραφία). Λιτή, σχεδόν προφορική, η γλώσσα του δένει λειτουργικά με το περιεχόμενο. Ρήματα και ουσιαστικά κυριαρχούν. Ο Κατσίκας μετασχηματίζει παρωδιακά διακείμενα από την αρχαία γραμματεία και τη μυθολογία σε σύμβολα και την έκφραση της αγωνίας για την τραγικότητα της ανθρώπινης φύσης (στον Άδη είδα πουλιά, υστεροφημία, πατέρα, όνειρα, τελεία και παύλα).

.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ

Παρατηρητής 27/10/2020

O Πασχάλης Κατσίκας και η σύγχρονη τέχνη του λόγου του

Θα έλεγα ότι μια δημιουργική έκρηξη χαρακτηρίζει εσχάτως την παρουσία στου Πασχάλη Κατσίκα στα λογοτεχνικά πράγματα της Θράκης, και όχι μόνο. Εκτός από τις δύο ποιητικές του συλλογές «Τεταρτημόρια», 2019, σελ. 80, εκδ. Παρατηρητής της Θράκης και «Ρετάλια», 2020, σελ. 61, εκδ. Γράφημα, σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικές φωλιές, συναντά ο αναγνώστης και η αναγνώστρια ποικίλα πεζά και ποιήματα. Τα «Ρετάλια» είναι πολύ φρέσκια συλλογή. Με την ευκαιρία, όμως, της νέας δουλειάς του Πασχάλη Κατσίκα θα κάνουμε ένα περίπατο στην ωστώρα πορεία του, ξεκινώντας από ένα σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμα. Ο Πασχάλης Κατσίκας (Reutlingen Γερμανίας 1971), ζει στην Κομοτηνή από το 1977. Τμήμα Βιβλιοθηκονομίας και συστημάτων Πληροφόρησης του ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης. Εργάζεται στη Βιβλιοθήκη του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά: Ποιείν, Poeticanet, Εξιτήριον, Φρέαρ, Θράκα, Νότες Λογοτεχνίας, Λόγω Γραφής, Φτερά Χήνας, Fractal, Χάρτης, Ιστορίες Μπονζάι (Πλανόδιον), Ατέχνως, Περί Ου, Μονόκλ. Στα λογοτεχνικά περιοδικά: Μανδραγόρας (τεύχ. 58/2018 &60/2019), Οροπέδιο (τεύχ. 22/2019), Λογοτεχνικό Δελτίο (Υπερρεαλιστικής Ομάδας Θεσσαλονίκης, τεύχ.3/2019 & 8-9/2020) και στην εφημερίδα Παρατηρητής της Θράκης. Ο ίδιος ο δημιουργός μιλώντας για την ποίησή του ομολογεί άμεσα: «Οδηγήθηκα στην ποίηση μέσα από θανατηφόρες, στην κυριολεξία, διαδικασίες που διακυβεύουν την ανθρώπινη ζωή και τη φέρνουν αντιμέτωπη με τη πραγματικότητα του θανάτου, καθώς και τους καθημερινούς θανάτους συναισθημάτων που οδηγούν σε υπαρξιακές αναθεωρήσεις, αφήνοντας πάντοτε προοπτική στην ελπίδα και τον έρωτα». Σε άλλη συνέντευξή του λέγει κάτι που μου έφερε στο μυαλό ανάλογα προ πολλών ετών δικά μου συναισθήματα, όταν πήρα στα χέρια μου το πρώτο μου ποιητικό βιβλίο: «H αίσθηση του να κρατάς στα χέρια σου ένα βιβλίο, που ουσιαστικά αντικατοπτρίζει τον πνευματικό σου κόπο, είναι πολύ διαφορετική από την αίσθηση του να το βλέπεις τμηματικά δημοσιευμένο σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. Η μεγαλύτερη χαρά έγκειται στο ότι μέσω του βιβλίου, μπορείς να επικοινωνήσεις καλύτερα τα ποιήματά σου με τον κόσμο». Το πρώτο βιβλίο του κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις του «Παρατηρητή της Θράκης» με τον τίτλο «Τεταρτημόρια». Για τη συλλογή αυτή στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε ένα «συστατικό» κείμενο της καθηγήτριας Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Δ.Π.Θ. Ελισάβετ Αρσενίου, η οποία ανάμεσα στα άλλα σημειώνει: «Ποιήματα σαν τα “Τεταρτημόρια” γράφονται μέσα μας, στη λυρική αποθήκη του αρχετυπικού μας βίου. Από κει ο δημιουργός τους, Πασχάλης Κατσίκας, άντλησε και δημιούργησε τη δική του λογοτεχνική αφήγηση. Οι ποιητικές πράξεις που αποδίδονται στο βιβλίο αυτό είναι συγχρόνως εκρηκτικές και στοχαστικές και μας καλούν η καθεμιά τους σε αναγνωστικές συναντήσεις γόνιμες, απολαυστικές, συγκινητικές ή και αποκαλυπτικές». Για την ίδια συλλογή ο, επίσης καθηγητής του ΔΠΘ, Χάρης Μιχαλόπουλος παρατηρεί: «Ο έρωτας, ο θάνατος, οι μνήμες (ειδικότερα οι παιδικές), η θάλασσα, η ανάγκη για λύτρωση και η συνεχής και ψυχοφθόρα συνομιλία και διαπραγμάτευση με το παρελθόν αποτελούν βασικούς θεματικούς πυλώνες της συλλογής. Στο ποίημα Η Αγάπη (σελ. 42) ο ποιητής κατορθώνει με ποιητική δραστικότητα να συμπυκνώσει σε λίγους στίχους κάποιες από τις θεματικές αυτές: «[Η αγάπη] Μετριέται σε προσκέφαλα / Στο συγχρονισμό των αναπνοών το ξημέρωμα / Στον εναγκαλισμένο ύπνο / που δεν τον ταράζει το ροχαλητό / Αποδεικνύεται σε δημόσια νοσοκομεία / με ξενυχτισμένα μάτια / να τον κοιτούν σαράντα ημέρες / απ’ την καρέκλα του συνοδού». Η δεύτερη συλλογή που πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε, τα «Ρετάλια» ξεκινά με ένα ποίημα του δημιουργού: «Εισέπνευσα τη ζωή / Εισέπνευσα και θάνατο / Στα δυο πνευμόνια μου κατοικούν / Νυχθημερόν κονταροχτυπιούνται / Μα εγώ ο ειρηνιστής / Φουσκώνω πολύχρωμα μπαλόνια / Να υψώνονται / στη στρατόσφαιρα / Σε καταφύγια παιχνιδότοπων / σας μεταφέρω / Που ο κρότος τους δεν φτάνει». Στη συνέχεια υπάρχει μια ευαίσθητη εισαγωγή / ματιά του Αντώνη Χαριστού, που ανάμεσα στα άλλα σημειώνει: «[…] Ο έρως, ο θάνατος, η ζωή εν κινήσει, οι στιγμές ως χρόνος και ως χώρος, η άρνηση και η θέση σκιαγράφησης μίας απάντησης στα ερωτήματα που ταλανίζουν τον εσωτερικό αθέατο κόσμο του καλλιτέχνη αναμετρώνται σε αντιπαράθεση με το Εγώ και με το Εμείς. Μία διαπάλη η οποία ατομικοποιεί το συλλογικό και αντίστροφα, συλλογικοποιεί το ατομικό έχοντας διασχίσει μία πορεία πρακτικής επαφής με τα διαδραματιζόμενα περιστατικά. Διότι, η συλλογή «Ρετάλια» αναγιγνώσκει εαυτόν ως περιστατικά μίας ανόθευτης αρμονίας συνειδήσεως και ηθικής. Η τελευταία μεταμφιέζεται σε πολλαπλούς ρόλους και ανταπαντά σε αντίστοιχες αφορμές εγχάραξης των αισθήσεων […] ». «Όλα μια μάζα αναμνήσεις»… Διάβασα με πολλή, θα έλεγα, ένταση τα ποιήματα της δεύτερης συλλογής. Προσπάθησα να ομαδοποιήσω τους άξονες της ευαίσθητης ποιητικής προσέγγισης του Πασχάλη. Λόγω Ξάνθης, προτάσσω το ποίημα: Στο παζάρι της Ξάνθης «Σε ρυθμό κηδείας / χωρίς να κρατούν τα προσχήματα / διέρχονται από τους πάγκους / οι επίδοξοι αγοραστές. […] Περνάμε από τη γέννηση στην / αποσύνθεση με αποφόρια / ό,τι πάρεις πέντε ευρώ / ή σάρκα θάφτηκε / ώσπου να πεις μπες». (μπες = πέντε στα τούρκικα). Από κει και πέρα πλούσια θεματολογία / άξονες: – Η εποχή μας – γεμάτος απορίες και ερωτήσεις ο ποιητής: «Στο ράφι με την επανάσταση; / Στους καταυλισμούς υποδοχής / με την αλληλεγγύη που μας απέμεινε; / Ταπεινός ή ταπεινωμένος;» – Παιδικές αναμνήσεις: «Δεν πήγα για αναρρίχηση / μπάντιμιντον ή τέχνες του πολέμου / Ολημερίς έπαιζα κυνηγητό τα καλοκαίρια / κρυφτό στο φως της μέρας / κι άκουγα παραμύθια απ’ τον παππού / για φίδια και φαντάσματα». – Σύγχρονη ζωή / Θρακικές αναμνήσεις: «Πάντοτε στη ζωή περπάταγες σκυφτή, / όχι από υποταγή, από τον πόνο λύγιζες / που σου ’τρωγε τη μέση […]Τώρα που ίσιωσαν τα κόκαλα / κι απέκτησες σπίτι φορητό, / μαζί μου θα σε πάρω / ολημερίς ν’ ακούς Θρακιώτικα κλαρίνα. / Θα ανοίγεις με τη βέργα φύλλο παραδοσιακό, / να γεύονται τα δισέγγονα τη νόστιμη μηλίνα». «Η Κερασιά – Δεν με αγάπησε, τότε, στην αρχή, / υπομονετικά την περίμενα ν’ ανθίσει […] Τόσο την έραινα με δάκρυα / πεισματικά αρνείται να βλαστήσει» – Ο αρχαίος λόγος στο υποσυνείδητο ή στο συνειδητό του ποιητή: «Σε άκουσα / σαν Ύμνο Ορφικό προς τον Απόλλωνα / όρχηση στις τραγικές του Αισχύλου παραστάσεις […] Θα γίνει Μινώταυρος κι Εφιάλτης / να σε ξυπνήσει / κάθιδρη με ταχυπαλμία / ή σαν Θησέας / το μίτο θ’ ακολουθήσει πίσω στην Αριάδνη / να μοσχοβολήσει ο ιδρώτας έρωτα». – Ο ποιητής παλεύει με την ποίηση, με τις διαστάσεις του χρόνου: «Σήμερα, είναι αύριο / Αύριο, είναι αργά για δάκρυα / Χθες, δεν έζησα». Κλείνοντας τον περίπατό μας στα «Ρετάλια» ευχαριστώ και συγχαίρω το νέο Θρακιώτη ποιητή τεχνίτη του λόγου Πασχάλη Κατσίκα. Λέγω ότι ο καλός ποιητής κρίνεται από το δεύτερο βιβλίο. Αυτό το κριτήριο το πέρασε επιτυχώς. Ένα δείγμα: ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ «Αρθούροι άνευ εξκάλιμπερ σ’ ένα Κάμελοτ που υμνεί τον Ρεμπώ τραγουδώντας Νταλάρα με ανθοστόλιστα στιχάκια για κατανάλωση πριν το ζευγάρωμα Σε γκανιότα στημένη του «μικτού» κακοζυγιασμένα ζάρια κολλημένα στη λούπα της κληρωτίδας που ζητούν να ξεχαρμανιάσουν το αλκοολίκι τους κυλάμε ενίοτε προς το στραπόν Με τα θηλυκά να γεννούν ασκούς από αίμα και κόκκαλα ενώ τ’ αρσενικά μόνον άχρηστα περιττώματα όσοι από εμάς φοβούνται το σκοτάδι σαν σεφ που δεν γεύτηκαν τα πιάτα τους θα ορέγονται μόνο την αθανασία».

.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

Μανδραγόρας 24/12/2020

Ο μόδιστρος

Με επιδέξια χέρια
ξετυλίγει τόπια ύφασμα
κόβει ολόισια τις αναμνήσεις
πετάει τα παλιά του υπογείου
που ’ναι φτηνότερα
εδώ και χρόνια μουχλιασμένα

Μου ράβει σάβανα
απ’ του ισογείου
να είναι σίγουρος
πως όσοι έρθουν
για τον τελευταίο ασπασμό
θα με θυμούνται αγέραστο.

Μην φοβάσαι το Ωμέγα…

…θα έβαζα ως τίτλο της συλλογής. Άλλωστε ο άξονας ζωής [και προεξάρχοντος θανάτου] δηλαδή το δίπολο αρχή-τέλος, Α και Ω, είναι η βασική παράμετρο της ποίησής του.

Ένας άλλος/ολόκληρος κόσμος του χθες με το παρελθόν να βαραίνει πάνω στο σκηνικό φορτίο/φορείο, λες, ολόκληρης ζωής. Διάλογος με όσα κυρίως συνέβησαν για να γραφτούν σήμερα –ώριμα πια– σε ποιητικό στίχο. Σίγουρα δεν είναι «ρετάλια» τα ποιήματα της 2ης συλλογής του Πασχάλη Κατσίκα. Είναι πολλές λέξεις/φράσεις/στίχοι που ρέουν για να διαβαστούν με ενδιαφέρον από τον αναγνώστη.

Τα εργαλεία του παλιά και σύγχρονα μπλέκονται μέσα σε μια νεκρή φύση γεμάτη εικόνες και μνήμες. Από τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, τον βασιλιά Αρθούρο του Κάμελοτ, τον συνονόματο Ρεμπώ και τον σύγχρονο Νταλάρα έως τον Ντον Τζοβάννι του Τίρσο δε Μολίνα με την περίφημη φράση του οποίου «Θα το πιστέψω όταν το δω» κλείνει το ποίημά του «Στο Άδη είδα πουλιά», όλα και όλοι δένονται ποιητικά σε στίχους.

Οι οικείοι κι ο τόπος του με τις κερασιές, τις βυσσινιές, τα παζάρια βρίσκουν πρόσφορο και φιλόξενο έδαφος στο βιβλίο: Απόκοσμες γάτες στο μπαλκόνι/ κίτρινα βλέμματα/ κοιτούν πίσω απ’ το τζάμι/ κατεβάζω αποτυχημένα τα στόρια/ περνούν μέσα από την ύλη/ φουντώνει το τρίχωμα, πηδώντας/ χώνουν τα νύχια στο κεφάλι// Ο νεκρός μου πατέρας/ με ξυπνά πριν έρθει η σειρά μου. [«Εφιάλτες»]. Στην ίδια κατεύθυνση και η «Οικογενειακή φωτογραφία», «Μνημόσυνο», αλλά και «Η κερασιά», «Οι βυσσινιές», ’Στο παζάρι της Ξάνθης», το «Βρέχει» ή το «Φιλμ νουάρ».

Εικόνες εικόνες εικόνες απώλειες απώλειες απώλειες… Κι όλα να στήνονται ποιητικά και να ιστορούνται σαν παραμύθι. Ασφαλώς θα εξελιχθεί η δουλειά του Πασχάλη Κατσίκα. Για την ώρα θα έλεγα πως ένα τελικό ξανακοίταγμα της συλλογής θα βοηθούσε ώστε να παραληφθούν κάποια ίσως περιττά άρθρα και προσωπικές αντωνυμίες, ίσως 4-5 στίχοι που θα έκαναν τα ποιήματα πιο δυναμικά [π.χ. οι 4 τελευταίοι της σελ. 16 ή οι 2 πρώτες στροφές της σελ. 19], ένας επανέλεγχος σε μερικούς στίχους του μέτρου και του ρυθμού ώστε να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη μουσικότητα του ποιήματος. Το ποίημα «Σουπιά» είναι ένα θαυμαστό δείγμα οικονομίας και ποιητικής ουσίας.

Μια παρατήρηση στο κασέ: συνήθως στην ποίηση τα περιεχόμενα μπαίνουν στο τέλος σε αντίθεση με τα περιεχόμενα στο δοκίμιο ή στην πεζογραφία που προηγούνται. Κι αξίζει να κλείνουμε το βιβλίο με ένα φύλλο λευκό.

 

ΤΕΤΑΡΤΗΜΟΡΙΑ

ΧΑΡΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΡΙ ΟΥ 2/3/2020

Κάθε πρώτη ποιητική συλλογή πέρα από έκπληξη προκαλεί συνήθως και μια κάποια αμηχανία τόσο σε αυτόν που την έγραψε όσο και σε εκείνον που πρόκειται να τη διαβάσει. Ανεπαίσθητα και ενδεχομένως σε έναν βαθμό υποσυνείδητα τα ερωτήματα που γεννά το κείμενο έρχονται δεύτερα μπρος στα ερωτήματα που γεννιούνται για το ίδιο το κείμενο. Μιλώ για την αναγκαιότητα της έκθεσης όσον αφορά τον αναγνώστη και την ανάγκη του μοιράσματος όσον αφορά τον ποιητή. Πάνω σε αυτή τη λεπτή και εύθραυστη γραμμή ποιητής και αναγνώστης συγκλίνουν ή αποκλίνουν ζυγιάζοντας μέσα τους το κατεπείγον της γραφής, την ανάγκη της έκφρασης, αν θέλετε, που οδήγησε στην έκδοση του ανά χείρας βιβλίου. Είναι ένα στοίχημα που άδικα αλλά αναπόφευκτα δίνεται πολύ νωρίς που δοκιμάζει επίμονα και σκληρά τις αναγνωστικές σου προσδοκίες και απαιτήσεις. Ο Πασχάλης Κατσίκας με τα «Τεταρτημόριά» του καταφέρνει να κερδίσει το στοίχημα αυτό μέσα από έναν επιτυχή συγκερασμό ανάγκης για έκφραση, αισθητικού πειραματισμού και ποιητικής τόλμης.

Μπορεί τα τεταρτημόρια να αποτελούν τμήματα ενός κύκλου, στην προκειμένη περίπτωση, όμως, πρόκειται για ένα σώμα κειμένων που με σαφή δόμηση και διάταξη συναπαρτίζουν ένα συγκροτημένο και ενιαίο σύνολο. Ο έρωτας, ο θάνατος, οι μνήμες (ειδικότερα οι παιδικές), η θάλασσα, η ανάγκη για λύτρωση και η συνεχής και ψυχοφθόρα συνομιλία και διαπραγμάτευση με το παρελθόν αποτελούν βασικούς θεματικούς πυλώνες της συλλογής. Στο ποίημα Η Αγάπη (σελ. 42) ο ποιητής κατορθώνει με ποιητική δραστικότητα να συμπυκνώσει σε λίγους στίχους κάποιες από τις θεματικές αυτές: «[Η αγάπη] Μετριέται σε προσκέφαλα / Στο συγχρονισμό των αναπνοών το ξημέρωμα / Στον εναγκαλισμένο ύπνο / που δεν τον ταράζει το ροχαλητό / Αποδεικνύεται σε δημόσια νοσοκομεία / με ξενυχτισμένα μάτια / να τον κοιτούν σαράντα ημέρες / απ’ την καρέκλα του συνοδού».

Στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής (Διάττων αστήρ, σελ. 8) ο ποιητής γράφει με διάθεση, θα έλεγε κανείς, αυτοσύστασης: «Μεγάλο το ταξίδι / από την απεραντοσύνη του κόσμου έρχομαι (…) // Όπως εμφανίζομαι / έτσι και φεύγω ξαφνικά… μόνος…». Η έννοια του ταξιδιού διαπερνά τη συλλογή συνολικά. Ταξίδι στον χώρο, καθώς από το σπήλαιο της Αλταμίρας, το Έβερεστ και τη Ρώμη μέχρι την Ιαπωνία, την Πολωνία και την τάφρο των Μαριανών με έντονα χρώματα ο ποιητής ιχνογραφεί τη δική του ποιητική γεωγραφία. Αλλά και ταξίδι στον χρόνο, αφού διανύουμε χιλιάδες χρόνια από την πρωταρχή του σύμπαντος και το big bang μέχρι την κλασική αρχαιότητα και από την εποχή της Βίβλου και της Αναγέννηση μέχρι το πρόσφατο παρελθόν και το βιωμένο παρόν. Ίσως γι’ αυτό και να είναι τόσο έντονη η παρουσία της θάλασσας σε μεγάλο αριθμό ποιημάτων (ενδεικτικά αναφέρω: Θάλασσα των άλλων, Θαλασσόξυλο, Άμμος, Κοχύλια). Κύματα, άμμος, βάρκες, θαλασσόξυλα και κοχύλια επιπλέουν στην επιφάνεια αρκετών ποιημάτων τις περισσότερες φορές στο πλαίσιο ερωτικής ενατένισης και φιλοσοφικού αναστοχασμού.

Πρωτίστως, όμως, έχουμε να κάνουμε με ένα ταξίδι από τον έρωτα στον θάνατο και πάλι πίσω. Σε αυτό το ταξίδι κυρίαρχη είναι η λειτουργία της μνήμης. Δεν πρόκειται για μνήμη αποθετήριο εικόνων και συναισθημάτων, αλλά για μνήμη ζώσα, αιμάσσουσα και γι’ αυτό τυραννική. Μνήμη η οποία έχει τις ρίζες της –αναπότρεπτα- στο παρελθόν, όμως απλώνει τα κλωνάρια της και ανθίζει στο παρόν του ποιητή. Αυτή η μνήμη συναιρεί παρελθόν και παρόν σε ένα δίνοντας τη δυνατότητα στον ποιητή ακόμα και να παραβεί τη φυσική ροή των πραγμάτων, όπως συμβαίνει στο ποίημα Κεκοιμημένοι (σελ. 46), όπου ο ποιητής περνά ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο (από την ανατολή μέχρι τη δύση) παρέα με τους αγαπημένους του νεκρούς. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ζώσας μνήμης είναι το ποίημα Κίρκη (σελ. 44) (δεν πρόκειται για την περίφημη μάγισσα της Οδύσσειας αλλά για τον ομώνυμο οικισμό στα νοτιοδυτικά του νομού Έβρου, τόπο καταγωγής του ποιητή), όπου οι παιδικές αναμνήσεις έρχονται να επενδύσουν με παρελθόν το φυσικό περιβάλλον του παρόντος. Οι διδαχές του συνονόματου παππού Πασχάλη, αγιογράφου και πολιτικού εξόριστου στην υπερορία, απλώνονται στο σύγχρονο φυσικό τοπίο του χωριού και το συναισθηματικό τοπίο του ποιητή: «Σου έδειχνε το πέρασμα / μετά τη γαλαρία / Όπου στενεύει το νερό / να δρασκελίζεις σου δίδαξε / αντίκρυ // Πιο κάτω η καμήλα πνίγηκε // Σήμερα το ποτάμι στέρεψε / Τα ίδια φράγματα / αυτοεξόριστους σας έστειλαν / Στην Πολωνία εκείνον / για τις ιδέες του / Στην κοινωνία εσένα / για τον έρωτα».

Ιδιαίτερα, οι παιδικές μνήμες στοιχειώνουν το παρόν του ποιητή. To καταληκτικό ποίημα της συλλογής (Ατελής ή τετέλεσται;, σελ. 64) ξεκινά ως εξής: «Θρηνώ / γιατί αδυνατώ να επιστρέψω / στα παιδικά μου χρόνια». Αυτές οι παιδικές αναμνήσεις οδηγούν αναπόφευκτα τον αναγνώστη στη σχέση πατέρα-γιου, η οποία κατέχει κεντρική θέση στο ποιητικό σύμπαν της συλλογής. Πρόκειται ασφαλώς για μια σχέση θεμελιακή, ταυτοτική, η οποία, ωστόσο, βιώνεται από τον ποιητή πρωτίστως ως σχέση ανοιχτή. Ο ποιητής μπορεί να μπαινοβγαίνει στη σχέση αυτή με τρόπο διττό άλλοτε ως γιος και άλλοτε ως πατέρας. Με αυτόν τον τρόπο η πατρότητα μοιάζει να μπαίνει σε κατάσταση διαρκούς αναβολής, ενώ την ίδια στιγμή πραγματώνεται με τον πιο τρυφερό και ενίοτε τραυματικό τρόπο.

Μπορεί ο όρος «τεταρτημόριο» να παραπέμπει πρωτίστως στον κύκλο, όμως η έντονη βιωματικότητα της ποιητικής του γραφής του Πασχάλη Κατσίκα καταφέρνει αρκετές φορές να ξεπεράσει τον περιορισμένο χώρο ενός κύκλου αυτοναφορικότητας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση δύο ποιημάτων με γεωγραφικό εντοπισμό στην περιοχή της Καβάλας. Πρόκειται για το ποίημα Νέα Πέραμος (σελ. 61) και το εξαιρετικό σε έμπνευση και ποιητική πύκνωση Του Αη Γιαννιού (σελ. 37), όπου ο Κατσίκας καταφέρνει να μετατρέψει το φαινομενικά ασήμαντο και τετριμμένο της οδήγησης με το παιδί δεμένο στο πίσω κάθισμα και την έξοδο από το τούνελ (πιστεύω πως πρόκειται για το τούνελ του Συμβόλου) σε πυκνή ποιητικά στιγμή συναίρεσης παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος: «Με ταχύτητα προβλεπόμενη / εξέρχομαι από το τούνελ / Στο πίσω κάθισμα δεμένος με ασφάλεια / σε οθόνη μόνος διασκεδάζεις / Πυρωμένες σκλήθρες στον αέρα / τρεμοσβήνουν τα φώτα της Καβάλας / Στο παρελθόν χρονοταξιδεύω / κάποιον Ιούνη τα’ Αη Γιαννιού (…) // Φευγαλεά ματιά σου ρίχνω / Αναγκαία η μοναχικότητα/όσο δεν γίνεται μοναξιά/Άραγε θα δεις ποτέ φωτιές του Αη Γιαννιού;»

Όμως το τεταρτημόριο είναι και μουσικός όρος, ο οποίο αναφέρεται στο μουσικό διάστημα που χωρίζει το ημιτόνιο σε δύο μέρη. Κι αυτό είναι κάτι που ο ποιητής φαίνεται να γνωρίζει, όταν στο ποίημα με τίτλο Δειλή μελωδία (σ.40) γράφει:

«Αδυνατώ να συνθέσω τις τελευταίες νότες/στις κουρδισμένες φλεβοχορδές / Της πιο δειλής μελωδίας / ακροατές / δεν θα σας καταστήσω». Και πράγματι δεν το κάνει.

Από τη συλλογή δε λείπει η αναφορά στο σύγχρονο κοινωνικο-πολιτικό γίγνεσθαι, στα χρόνια της κρίσης, στο εδώ και το τώρα. Ωστόσο, το ότι κινείται και αναστοχάζεται στο παρόν δεν τον εμποδίζει να βουτά στο κοινό αποθετήριο της ελληνικής μυθολογίας και της κλασικής γραμματείας, προκειμένου να αντλήσει σύμβολα και αναφορές, τα οποία προσαρμόζει με επιτυχία στη ρητορική του εκάστοτε ποιήματος. Ξεχωρίζω το ποίημα Άμπελος (σελ. 23) (το οποίο αναφέρεται στον ομώνυμο ακόλουθο του θεού Διονύσου), όχι μόνο γιατί ο Κατσίκας ακολουθεί την εκδοχή του μύθου, όπως αυτή απαντά στο έργο του Οβιδίου Fasti (3.407 κ.εξξ.) αλλά κυρίως γιατί με χαρακτηριστικά οβιδιανό τρόπο κατάφερε να ανανεώσει και να εκσυγχρονίσει την οβιδιανή λογοτεχνική ανάμνηση με την αναφορά στα νάιλον προστατευτικά των σύγχρονων αμπελιών.

Τέλος, ένα άλλο αγαπημένο μοτίβο στη συλλογή αποτελεί η φωτογραφία. Όχι τυχαία, αφού η καταγραφή της πραγματικότητας γίνεται πολύ συχνά με τρόπο φωτογραφικό. Ο ποιητής ανακαλεί στιγμιότυπα ζωής, εικόνες, περιγραφές τις οποίες αποτυπώνει στο φιλμ της μνήμης, όπου εντυπώνονται όχι για αποθήκευση αλλά σε αναμονή για ανάκληση σε δεύτερη ευκαιρία ζωής. Γράφει στο ποίημα Αλμπουμίνα (σελ. 51): «Στο σκοτεινό θάλαμο της μνήμης / πασχίζω με συναισθήματα / απόχρωση να τους δώσω / Χαμένα τ’ αρνητικά / το φιλμ ζελατίνης δεν ανατινάζεται πια» και στο αμέσως επόμενο ποίημα (προσεκτικά τοποθετημένο σε συνέχεια) με τίτλο Συλλέκτης ψυχών (σελ. 52): «Στα έγχρωμα αρνητικά φυλά της οικογένειάς του / Τρέφοντας την ψευδαίσθηση / πως χρώμα αν τους δώσει / θα σπάσει η κατάρα του φακού / να ξαναζήσουν όλοι».

Όμως τα βιβλία πέρα από περιεχόμενο τους είναι σημαντικά και ως αντικείμενο, τα οποία μετέχουν της απτής πραγματικότητας. Τα κρατάμε, τα αγγίζουμε, τα βλέπουμε , τα μυρίζουμε. Αξίζει να αναφερθεί το άρτιο αισθητικά αποτέλεσμα της έκδοσης, το οποίο εγγυήθηκαν ο Παρατηρητής της Θράκης και η TWO K Project σε επιμέλεια της εξαίρετης φιλολόγου και εκδότριας Τζένης Κατσαρή-Βαφειάδη. Η επιλογή του μικρού σχήματος, η ποιότητα του χαρτιού, η άψογη χρωματικά εκτύπωση του ζωγραφικού έργου της Αλεξάνδρας Μάντζαρη στο εξώφυλλο καθιστούν το έργο οπτικά ελκυστικό. Βρήκα, επίσης, την πλαισίωση του σώματος των ποιημάτων από δύο μαύρες σελίδες αμέσως μετά το εξώφυλλο και πριν από το οπισθόφυλλο, αυτό το ταξίδι από μαύρο σε μαύρο, εξαιρετικά εύστοχο, όπως επίσης και την καθαρή και λιτή γραμματοσειρά, η οποία οπτικοποιεί επιτυχώς την υφολογική λιτότητα και εκφραστική καθαρότητα της ποιητικής γραφής. Ιδιαίτερα όμως θα ήθελα να τονίσω την αντικατοπτρική διάταξη των ποιημάτων με την κατακόρυφη τοποθέτηση των τίτλων, η οποία αποτελεί ένα ευχάριστο ξάφνιασμα στον αναγνώστη. Η έκκεντρη αυτή οργάνωση του λόγου δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός ημικυκλίου, καθώς με κέντρο τη ράχη του βιβλίου και τους τίτλους των ποιημάτων οι σελίδες περιστρέφονται κατά 180 μοίρες.

Ο Πασχάλης Κατσίκας με τα «Τεταρτημόριά» του περνάει το κατώφλι της σύγχρονης ποιητικής δημιουργίας με αυτοπεποίθηση, δυναμισμό και ευαισθησία που υπόσχονται δημιουργική συνέχεια.

.

ΖΩΗ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ

Η ποιητική συλλογή «Τεταρτημόρια» είναι η πρώτη απόπειρα του βιβλιοθηκονόμου Πασχάλη Κατσίκα να ενταχθεί στον χώρο της ποιητικής δημιουργίας και μάλιστα σε μεγάλη ηλικία.

«Ξεκίνησα να γράφω ποίηση τον Μάιο του 2016 –μας λέει σε συνέντευξή του– Οδηγήθηκα σ’ αυτήν μέσα από θανατηφόρες, στην κυριολεξία, διαδικασίες που διακυβεύουν την ανθρώπινη ζωή και τη φέρνουν αντιμέτωπη με την πραγματικότητα του θανάτου, καθώς και τους καθημερινούς θανάτους συναισθημάτων που οδηγούν σε υπαρξιακές αναθεωρήσεις, αφήνοντας πάντοτε προοπτική στην ελπίδα και τον έρωτα».

Ο Πασχάλης Κατσίκας μπαίνει δυναμικά με αξιώσεις στον κύκλο των σύγχρονων ποιητών με αυτή τη συλλογή, η οποία περιλαμβάνει 54 ποιήματα. Οι θεματικές στις οποίες εγγράφονται τα ποιήματα της συλλογής είναι ο έρωτας και ο θάνατος, αλλά και η ιστορία, η αρχαία ελληνική γραμματεία, η μυθολογία με τις οποίες έρχεται κάθε μέρα σε επαφή στη δαιδαλώδη βιβλιοθήκη του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας. Κατά συνέπεια, οι παραστάσεις από τον εργασιακό του χώρο μπολιάζουν την ποίησή του και φωλιάζουν σε αυτή, όπως στο ποίημα ΘΕΙΑ ΤΙΜΩΡΙΑ:

[…] Σαν Τάνταλος
βάρος έχω αβάσταχτο
θείας και αιώνιας καταδίκης

Μάνα Πλουτώ
μου χάρισες τα πάντα σε πλήρη αφθονία
Βασιλέας στέφθηκα
σε Άργος, Κόρινθο και στην Παφλαγωνία
Με αμβροσία και νέκταρ τράφηκα
στον Όλυμπο του Δία καλεσμένος

Η απληστία στον έρωτα
με έστρεψε
θυσία σιχαμερή
τον υιό μου να προσφέρω[…]

Η νοσταλγία, ο θάνατος, η λανθάνουσα ερωτική επιθυμία, ο πόνος, το παιχνίδι με το παρόν και το παρελθόν, συνιστούν δομικές ψηφίδες και συνάμα συνεκτικούς δεσμούς του ποιητικού σύμπαντος της συλλογής. Παράλληλα, μέσα από αλλεπάλληλες μετα-/παρα-μορφώσεις του ποιητικού εγώ και συνακόλουθες μετα-/παρα-μορφώσεις της εστίασης της ποιητικής αφήγησης δημιουργεί με μαεστρία ένα γόνιμο και πλούσιο κείμενο, πολυφωνικό και πολυεστιακό, στο ποίημα ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΙ:

[…] Κλειστές οι γρίλιες
σκοτάδι διάχυτο στην καρδιά τα ψυχοσάββατα.
Ο καρπός επιτηδευμένα κενός, ελαφρύτερος
το χρόνο δε δύναται θνητός να σταματήσει
Ο ήλιος πώς να σβήσει «στοιχεῖον» ακλόνητο την ώρα μαρτυρά

« Ἅμα ἡλίῳ ἀνέχοντι»
ανώφελο να κινηθώ οι Ερινύες καθήμενες στο στήθος

« Ὥρα ἀγορᾶς»
δυο κάτια στο ακροκρέβατο, κανιά κρεμασμένα
ο βρόχος στο λαιμό απουσιάζει [… ]

[…] « Ὄρθρου βαθέος»
παραδεχόμενος την ενοχή η ποινή ωρίσθη
σ’ επανάληψη να ζω αιώνια την ίδια μέρα

«Λυκαυγές»
λυκοτόμαρο η χαραυγή
εναλλαγές γκρίζου λευκού
σαν τη ζωή μας […]

Η αμεσότητα και η γλωσσική καθαρότητα της ποίησης κερδίζουν αμέσως τον αναγνώστη από την πρώτη κιόλας ανάγνωση. Η γλώσσα της ποίησης του Πασχάλη Κάτσικα, είναι μια γλώσσα ανοιχτή και ταυτόχρονα πολλαπλώς και εγγενώς εκρηχτική και απροσδόκητη, όπως απροσδόκητες είναι και οι λεξιλογικές συνάψεις που προκύπτουν μέσα από ένα παιχνίδι σχέσεων in presentia και in absentia στον παραδειγματικό και συνταγματικό άξονα: Ξαφνιαζόμαστε διαβάζοντας για παράδειγμα στον συνταγματικό άξονα Παράπλευρη ομορφιά σε τίτλο ποιήματος και αναπόφευκτα στον παραδειγματικό λανθάνει η παράπλευρη απώλεια. Στο ποίημα Άψυχος διαβάζουμε «ψήγματα αντίλαλου από γέλια και κλάματα»και ακριβώς η λέξη χρυσός in absentia μας φανερώνει το πόσο πολύτιμος είναι αυτός ο αντίλαλος από γέλια και κλάματα για το ποιητικό εγώ:

[…] Κυνηγώντας ψήγματα αντίλαλου
από γέλια και κλάματα
σκοντάφτω στα κρεβάτια, τον καναπέ
στα παιχνίδια που δεν μάζεψα απ’ το πάτωμα [… ]

[… ] αυταπατώμαι
ηλεκτρίζοντας τις μνήμες
για ν’ ανανήψω […]

Η ιδιαίτερη προτίμηση του για τέτοια παιχνίδια με τις συνάψεις ξεχωρίζει όχι μόνο για την απρόσμενη έκπληξη που προκαλεί στον αναγνώστη, αλλά κυρίως για τη λειτουργικότητα των γλωσσικών αυτών παιχνιδιών στο εκάστοτε ποιητικό πλαίσιο. Τέτοιου είδους παιχνίδια πέρα από το να δημιουργούν αμφισημίες και να προκαλούν ειρωνείες, στην πραγματικότητα αποτελούν ένα ιδιότυπο είδος μεταγλώσσας. Κι αυτό, γιατί μέσω της επικέντρωσης στο γλωσσικό υλικό, η γλώσσα τελικά αναδεικνύεται όχι απλώς ως ένα χρυσωρυχείο άντλησης πρώτης ύλης, αλλά πρωτίστως ως υλικό πολλαπλών σημαινομένων, που πάει να πει ένα πλούσιο γλωσσικό απόθεμα το οποίο προσφέρει και προσφέρεται σε πολλαπλές εγγραφές και αντιστοίχως σε πολλαπλές αναγνώσεις.

Ταυτόχρονα, όπως ο χαμαιλέοντας, το ποιητικό εγώ μεταμφιέζεται εκφέροντας λόγο που δανείζεται από διαφορετικά discourses. Το discourse της Ιατρικής στο Δωμάτιο 712 και στο Μέχρι Δακρύων, αντίστοιχα:

[…] Η φαντασία παράλογες εικόνες γέννησε
Ασυμπτωματική ασθένεια η ζήλια
συχνά φωλιάζει στην καρδιά
Ύπουλο ανεύρυσμα στο αορτικό τόξο
τα λάθη του παρελθόντος

Διακομισθείς συντριπτικό κάταγμα διεγνώσθη
στην ανιούσα αορτή
πίσω απ’ τον δεύτερο πλευρικό χόνδρο […]

[…] Τα βλέφαρα παρατηρώντας να συστέλλονται
σε σταθερά μεσοδιαστήματα που ολοένα μικραίνουν
νιώθω τις ωδίνες τους να αυξάνουν
Τείνοντας στο σημείο του πραγματικού τοκετού
αναγεννιέμαι στον πλακούντα των δακρύων της[…]

Το discourse της φυσικής στο Διάττων Αστήρ:

[…] Η σύγκρουση που ακολουθεί κοσμογονική
Προστατευμένη στη μέγιστη δυνατή πυκνότητα της ύλης σου
στην ελάχιστη εντροπία του σύμπαντός σου
το «πρωταρχικό άτομό»σου εξερράγη
Γέννησες γαλαξίες και άστρα στο big bang σου.

Το discourse της μουσική στο Κόκκινο βιολί:

[…] Η αγάπη
ήχος εκκωφαντικός
την ψυχή γρατζουνά
αναμοχλεύοντας τις θύμισες
καθώς σέρνεις το δοξάρι
στο κούφιο κορμί […]

Στην ίδια λογική του χαμαιλέοντα, ο κ. Κατσίκας δεν φοβάται να χρησιμοποιήσει λεξιλόγιο λαϊκότροπο, όπως «σκουριάρικος» (μου άρεσε η λέξη, την είχα πρωτοσυναντήσει στην Αγέλαστη άνοιξη του Μ. Λουντέμη), «φούχτα», «βολοδέρνω», «τον μπάνιασε», «βατσινιές» το οποίο καταφέρνει με τέχνη να ενσωματώσει αρμονικά στο λυρικό γλωσσικό του ιδίωμα πλάι σε λόγιους τύπους όπως «εντροπία», «διελκυνστίδα», «φθαρτός», «ευρισκόμενος», «πενθούντων», «εξετελέσθη».

Η ποιητική πρόταση του Πασχάλη Κάτσικα είναι τολμηρή και αιχμηρή. Στον πυρήνα ποιημάτων της συλλογής όπως τα: Διάττων Αστήρ, Θαλασσόξυλο, Νεμούρι, Άψυχος, διακρίνεται ένας λανθάνων έρωτας, ο οποίος νοείται πρωτίστως ως διάλογος, ως ανοιχτή και διαρκής χειρονομία προς ένα «εσύ» που διαρκώς διαφεύγει, λανθάνει, επανέρχεται και πάλι χάνεται. Ο λόγος του δυνατός, γυμνός (μεταφορικά και κυριολεκτικά) δε φοβάται τα έντονα συναισθήματα και την εξίσου εμφατική δήλωσή τους.

Το παιχνίδι με το χρόνο και τον τόπο διατρέχει επίσης τη συλλογή. Μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, του εδώ και του αλλού, οι αναμνήσεις επανέρχονται ως υπόμνηση μιας αθωότητας που ανοίγει το παράθυρο σε μια εναλλακτική θεώρηση των πραγμάτων, όπως στο ποίημα Οι Ζίνες:

[…] Κάτω απ’ τα λιόδεντρα μου μάθαινες
τις σμαραγδένιες Ζίνες
να αιχμαλωτίζω με κλωστή
Φίλες και δέσμιες στο παιχνίδι μας
υπάκουες σε κάθε τράβηγμα […]

[…] Στο μεσογειακό όπως λιάζεσαι ανάσκελα το φως
δέντρο αειθαλές πάντα θα στέκεσαι […]
[…] Μετά από παγετό, χαλάζι κι άνεμο δυνατό
μολύνθηκαν οι ανεπούλωτες πληγές
Έπληξε η καρκίνωση τον γέρικο κορμό
οι Ζίνες σιώπησαν μετά τον ψεκασμό
μα η φωνή σου
– όχι

Η εναλλακτική πρότασή του δεν περιορίζεται αποκλειστικά στα στενά λογοτεχνικά πλαίσια. Πέραν των λογοτεχνικών αναζητήσεών του ή μάλλον παράλληλα προς αυτές, η ποίηση για τον κ. Κατσίκα –ευτυχώς– εξακολουθεί να διατηρεί κάτι από το πρωταρχικό της νόημα ως ποιήσεως, δηλαδή ως υπαρξιακής αναζήτησης, όπως στο ποίημα Αχέρων:

[…] Περνά τότε ο Ferryman τα ναύλα να ζητήσει
μα πού να βρω τον οβολό, λιτή η περιβολή μου
και ξαναβρίσκομαι με μιας
σε τρίκλινο πολυτελές γεμάτος σωληνάκια
Δίπλα μου όλοι έκπληκτοι
ρωτούν πώς ήταν το ταξίδι
τι μέρη εξωτικά αντίκρισα, πού ‘ναι οι φωτογραφίες

Το ένδυμά μου αποσβολωμένος κοιτώ
μέσα στην παραζάλη
Ποιός ήταν άραγε αυτός ο μετρ;
Ποιά υψηλή ραπτική τον ώθησε τσέπες να μην του βάλει;
Αέρινη η κατασκευή, κυρίως από πίσω

Βρε μπας κι ήταν το πανί λειψό
και σώθηκα από τύχη;

Πρόκειται εντέλει για μια ποίηση ώριμη και λυρικά εύστοχη. Μια ποίηση τολμηρή που προκαλεί συγκινήσεις και εντάσεις. Η υπαινικτικότητα και οι χαμηλοί τόνοι αναδεικνύονται για άλλη μια φορά σε βασικούς όρους της γλωσσικής και εικαστικής εκφραστικής δύναμης του ποιητή. Η ειλικρίνεια των συναισθημάτων, η δύναμη και η ένταση του ποιητικού λόγου, πάνω από όλα το εναγώνιο αίτημα για μια γραφή απαλλαγμένη από παροξυσμούς και λογοτεχνικούς καθωσπρεπισμούς τοποθετούν τα «Τεταρτημόρια» του Πασχάλη Κατσίκα, αν και πρωτόλειο, στο επίκεντρο της σύγχρονης ποιητικής γραφής στην Ελλάδα..

.

ΜΗΝΗ ΠΟΥΡΝΗ

ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 23 Χειμώνας 2020-2021

Μια ιδιαίτερη και πολύ αξιόλογη ποιητική φωνή από την Κομοτηνή
συνιστά ο ποιητής Πασχάλης Κατσίκας με την πρώτη τη του κιόλας ποιητική συλλογή, Τεταρτημόρια (2019) Αντλεί την έμπνευσή του από τη ζωή, την καθημερινότητα, την επικαιρότητα. άλλα και την αρχαιότητα και τη νεότερη παράδοση. Σε αρκετά ποιήματα τής συλλογής συναντούμε και το προσωπικό στοιχείο. Ξεχωριστό ενδιαφέρον δείχνει ο ποιητής και για τις θετικές
επιστήμες, τη χριστιανική παράδοση και τη μυθολογία. Μια σύντομη περιδιάβαση στους τίτλους των ποιημάτων επιβεβαιώνει τα παραπάνω: Διάττων Αστήρ, Η εξίσωση της άνοιξης, Χωροχρονικό συνεχές, Στη ζώνη του Άδη, Κίρκη, Άχερων, Χους ει και εις χουν απελεύσει, Ανάσταση, Δευτέρα τής Πεντηκοστής.
Το μωσαϊκό της σύγχρονης πραγματικότητας περιλαμβάνει πλέον ερεθίσματα,
όρους και εικόνες από τούς τομείς των επιστημών πού παλαιότερα εμφανίζονταν πολύ πιο σπάνια και συνήθως σε πιο εκλαϊκευμένη μορφή. Σήμερα με τι σαφώς αμεσότερη και πληθωρικότερη ενημέρωση επί παντός επιστητού όλα μπορούν να γίνουν πιο προσιτό και απτά, ώστε να εμπνεύσουν ακόμη και την ποίηση. Ποιος είπε, όμως, ότι η αρχαία επιστημονική παράδοση δεν μπορεί να συνυπάρξει με τα αντίστοιχα δεδομένα τού παρόντος;

(χ2-χ= 0)
Απολλώνειο πρόβλημα οι εφαπτόμενοι κύκλοι των λαθών μας
παράλληλες ευθείες με ίδιο μήκος οι ζωές μας
Η σταθερότητα της αγάπης μου ωστόσο
λιποβαρής εμπρός στο παρελθόν σου
μεταβλητές τιμές σέ αόριστη εξίσωση
οι αλήθειες σου

Πολλαπλοί οι άγνωστοι
X καί Ψ αλλάζουν καθημερινό
όπως σκορπά ο άνεμος τα λόγια
[…]
(σελ. 13)

Σύμφωνα με υποσημείωση του ποιητή το Απολλώνιο πρόβλημα είναι ένα μαθηματικό πρόβλημα του σπουδαίου αρχαίου Έλληνα μαθηματικού Απολλώνιου του Περγαίου (262 π.Χ,-190 π.Χ.) σχετικό με
το αν μπορεί να κατασκευαστεί κύκλος που να εφάπτεται και στα τρία σημεία,
αν δοθούν τρία σημεία, τρείς κύκλοι ή τρείς ευθείες. Φαινομενικά ο έρωτας και τα μαθηματικά δεν δείχνουν να έχουν κάποια σχέση. Ωστόσο, ο ποιητής πολύ εύστοχα παραλληλίζει το δυσεπίλυτο αυτό μαθηματικό πρόβλημα, καθώς και οι δυο αυτές έννοιες έχουν κοινή αισιόδοξη αφετηρία μια και
χρειάζονται λεπτούς χειρισμούς, τύχη και φαντασία για να έχουν ευτυχή κατάληξη.
Το μυστήριο τής κοσμολογίας και του τρόπου με τον όποιο γεννήθηκε και λειτουργεί το σύμπαν γοητεύει τον άνθρωπο από τη δημιουργία του πρώτου ανθρώπινου πολιτισμού. Στο ποίημα της συλλογής Διάττων Αστήρ έχουμε έναν ευθύ παραλληλισμό τού έρωτα με έναν διάττοντα αστέρα, ένα μετέωρο του ουρανού που ζει για λίγες μόνο στιγμές και φτάνουμε ως τη γενεσιουργό δύναμη της Μεγάλης Έκρηξης όπου μέσα από την ένωση/σύγκρουση των
δυο σωμάτων των εραστών προκύπτει ένας νέος κόσμος:

Η σύγκρουση που ακολουθεί κοσμογονική/Προστατευμένη/στη μέγιστη
δυνατή πυκνότητα της ύλης σου/στην ελάχιστη εντροπία του σώματός σου/το -πρωταρχικά άτομό- σου εξερράγη/Γέννησες άστρα και γαλαξίες στο bigbang σου.
(σελ. 8)

Στο Χωροχρονικό συνεχές έχουμε μία συνάντηση δυο εντελώς διαφορετικών με μία πρώτη ματιά κόσμων, τής ορθολογικής επιστήμης και της άλογης μυθολογίας. Στο ποίημα βλέπουμε να προβάλλει η επιθυμία για την κατανόηση τού κόσμου και του σύμπαντος μέσα από την επιστήμη, αλλά
και της ζωής. Όσο. όμως και αν ο σύγχρονος άνθρωπος έχει εναποθέσει τις ελπίδες του στον επιστημονικό ορθολογισμό για να ερμηνεύσει τα μεγάλα μυστήρια της ύπαρξης η επιστροφή στην παρηγοριά που προσφέρει το ανεξήγητο της μεταφυσικής πίστης με πολλά πισωγυρίσματα μέσα στο
ρου της ιστορίας είναι αναπόφευκτη και κινητήριος δύναμη ταυτόχρονα.
Η αναγνώριση της λαϊκής και θρησκευτικής παράδοσης της Ελλάδας έχει
υπάρξει βασικό χαρακτηριστικό του έργου των περισσότερων νέων Ελλήνων ποιητών. Ο Πασχάλης Κατσίκας κινείται στην ίδια γραμμή δίνοντας σημαντικό χώρο στις παραδόσεις αυτές. Στο ποίημα Χούς ει και εις χούν απελεύσει
η αιωνιότητα της μεταθανάτιας ζωής με την υστεροφημία της μνήμης συναντιούνται κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα του θανάτου και τη
συνέχεια της ζωής. Θα μπορούσε να είναι ένα αιωνόβιο ελαιόδεντρο που έφτασε στο τέλος της γεμάτης προσφορά πορείας του ή ακόμη και μία Ανθρώπινη ψυχή. Στο ίδιο κλίμα και το ποίημα Ζωή μετά θάνατον:

[…]
Τα ισόβια δεσμά αποδεχόμενος
στη φυλακή επέστρεψα
μέχρι να σ’ αναστήσω
Μην με ρωτάς
η αλήθεια μου μισή
τη μάχη εδώ θα δώσω
εντός και έκτος σαρκίου
κόλαση και παράδεισος εδώ.
(σελ. 55)

Μεγαλόφωνη, εξωστρεφής και πολύ συναφής με τη σύγχρονη πραγματικότητα
η ποίηση του Π. Κατσίκα αντανακλά αέναους και επίκαιρους προβληματισμούς με αντίστοιχο ύφος και γλώσσα. Μοιρασμένη ανάμεσα στα γόνιμα στοιχεία του χθες και του σήμερα αποτελεί μία πολύτιμη γέφυρα μεταξύ όσων γνωρίζουμε και όσων θα μάθουμε.

 

 

 

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *