ΣΟΦΙΑ ΛΕΒΑΝΤΗ

Η Σοφία Λεβαντή γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται στον χώρο του πολιτισμού.
Η Διάβαση (εκδ. Ενύπνιο 2021) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

.

.

ΔΙΑΒΑΣΗ (2021)

ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ

Ακινησία Ι

Αυτές τις μέρες δεν νυχτώνει πια.
Η ώρα κόλλησε στο μαγαζί της πλατείας
στην τελευταία ανυποψίαστη χειρονομία
ενός άλλου κόσμου.

Τι θυμάστε απ’ τα ξέφωτα,
το τσιμέντο της πόλης με τα πεζοδρόμια,
τα σκουπίδια, τα μουσικά κουαρτέτα –
ηχώ από παράθυρα ωδείων.

Ξαναγίνεται η θάλασσα άραγε;
Για μας ήταν μια άλλη ζωή,
αντί γι’ αυτή γερνάμε στα παράθυρα
και λέμε εντάξει.

Τα βράδια τραγουδάμε στον ύπνο μας,
τις μέρες ονειρευόμαστε τον λόφο με τις παπαρούνες.*
Μόλις και μετά βίας προλαβαίνουμε
σαν από λάθος μια τελευταία πιθανότητα άνοιξης.

* Φαίνεται να παραπέμπει στο απόσπασμα από το έργο του Στρατή Μυριβήλη “Η ζωή εν τάφω”, αν και δεν υπήρξε εξ αρχής ανάλογη πρόθεση για άμεση αναφορά.

ΕΞΟΔΟΣ ΑΘΗΝΑ

Χρονικό

Εκείνες τις μέρες δεν κοιτάζονταν στα μάτια.
Ορδές πουλιών παραληρούσαν στα περβάζια
έναν σκοπό ατονάλ και οι τρελοί πλήθαιναν.
Στρατιές σκουπίδια βγαίνανε απ’ τη θάλασσα,
βρόμαγε η ατμόσφαιρα
κι ο ένας δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για τον άλλον.
Οι άντρες χίμαγαν, κατέτρωγαν τις σάρκες,
τα ρούχα των γυναικών γέμιζαν αίμα.
Και τα παιδιά ανέμελα.
Και το έτος 2020.
Πίναμε μπίρες ένα βράδυ και η κυρία Πανδώρα
ωραία, χηρευάμενη,
μιλούσε μόνο περί σώματος* – ήμουν δεκαοχτώ χρονών
στα χέρια μου το ποίημα του Σινόπουλου κι έλεγα
τι σημαίνει

* Αναφορά στο ποίημα Φίλιππος του Τάκη Σινόπουλου.

ΜΕΤΑΒΑΣΗ

Για τη γενιά μου

Η γενιά μου γυρίζει στους δρόμους τα βράδια
και ψάχνει στους κάδους άλλων γενεών,
ξεψυχάει σε έδρανα σχολών, σε μαύρα μπαρ
στα Εξάρχεια, ζει ρετρό νύχτες με Sailor Jerry.
Μαδάει μαργαρίτες να δει αν την αγαπούν,
ερωτεύεται τον εαυτό της στον καθρέφτη,
είναι μια Ιφιγένεια ή μια Ηλέκτρα
ή ένας στίχος κάποιου ποιητή με έμπνευση.
Πίνει ροζ λεμονάδα στο περβάζι κάποιου καφέ
και δεν δίνει δεκάρα για τις τάξεις πραγμάτων,
ηθικές λοιπές ιδεολογίες και κηρύγματα.
Έχει κατάθλιψη, ανορεξία, νευρικότητα.
Τις μέρες αναλώνεται να είναι κάτι,
τα βράδια ξεχνιέται μπροστά σε ματς,
περπατάει ανισόρροπα και ακροβατεί
ανάμεσα σε τακούνια και sneakers,
ατενίζει το μέλλον μόνη της
και γερνά προώρως*
η γενιά μου

* Έμμεση αναφορά στο ποίημα Νέοι της Σιδώνος, 1970 του Μανόλη Αναγνωστάκη.

Παράβαση

Και τώρα που όλα παραβιάστηκαν
τι θα παραβιάσουμε για να ζήσουμε;
Μήπως καμιά λευκή σημαία στα μπαλκόνια,
τη γλώσσα, τη σιωπή, τα όρια;

Το μάταιο που ‘χει κορδέλα μπλε
κι ανεμίζει περήφανο;
Ή κάνα δυο τετράδια με στίχους
όλοι στην εντέλεια;

Πώς κάνετε έτσι για λίγη παραβίαση,
έχει μια γοητεία η ανυπαρξία,
είσαι και δεν είσαι κοιτώντας από το παράθυρο,
καπνίζοντας και νοσταλγώντας τις φωνές.

Πώς σας τα είπαν κάποτε,
ποιος έταξε κανονικότητα,
πείτε μου. Τι θα παραβιάσουμε τώρα.
Δώστε μου πίσω την ύπαρξη και ξαναπάρτε την.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Αύγουστος ΙΙΙ

Όλα τα καλοκαίρια είχανε μια απαίτηση ευτυχίας.
Μύριζαν πορτοκάλι ανθός ή νεκταρίνι.
Τα οριοθετούσε ένας κήπος ή ένα μπαλκόνι,
μια θάλασσα μια ιδέα για τη θάλασσα.

Τα καλοκαίρια αναζητούσανε τον άνθρωπο,
ο άνθρωπος ξέφευγε από τα καλοκαίρια,
έψαχναν τις λέξεις, οι λέξεις δεν σήμαιναν
τα καλοκαίρια.

Ποτέ κανένας άνθρωπος δεν κατάλαβε
έναν άλλον άνθρωπο
κι αν αυτό συνέβη για μια στιγμή
ήταν ευτυχία.

Έχω μυρίσει το βρεγμένο νυχτολούλουδο
σε κήπο νύχτα Αυγούστου.

ΕΞΟΔΟΣ

Ερωτικό

Τίποτα δεν λένε τα ποιήματα.
Και προ πολλού έχουν τελειώσει με την Άνοιξη.

Συν-υπάρχω, συν-ζητώ, συν-ζω, συν-πονώ,
συν-τροφεύω, συν-αγαπώ,
συν-ερωτεύομαι.

Μην είσαι μόνο μια εποχή.
Μπορείς να είσαι ψάρι ή χορεύτρια,
Αυτοκίνητο, ξεχαρβαλωμένο μουσικό όργανο,
αποσπερίτης ή γελωτοποιός.

Το πιο αυτό καθαυτό σου.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

culturebook 13/10/2021

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Σοφίας Λεβαντή θέτει εκ νέου και με άκρα ευθύτητα το ζήτημα και το ζητούμενο του όγκου της ποιητικής παραγωγής με την οποία ένας ποιητής επιλέγει, κάθε φορά, να παρουσιαστεί στο αναγνωστικό κοινό, να διαμορφώσει και να αφήσει το στίγμα του στο σύγχρονο ποιητικό πεδίο. Μέσα σε μια εποχή και μία συγκυρία, λοιπόν, στην οποία φαίνεται ότι κυριαρχούν και προκρίνονται οι αποτελούμενες από μεγάλο αριθμό ποιημάτων συλλογές, κάθε διαφορετική εκδοχή μπορεί και πρέπει να πυροδοτήσει τον προβληματισμό και την περίσκεψη σχετικά με την ανάγκη προσεκτικότερης, αυστηρότερης και εξονυχιστικότερης επιλογής των στιχουργημάτων εκείνων που θα συγκροτήσουν την ιδιαιτερότητα, την ιδιοτυπία και την ιδιοπροσωπία κάθε συγγραφέα, δίνοντας, παράλληλα, και μια, κατά το δυνατόν πλήρη, εικόνα της ποιητικής του, του ιδιαίτερου, δηλαδή, τρόπου με τον οποίο προσεγγίζει και χειρίζεται τη γλώσσα προκειμένου να δώσει σχήμα και μορφή στην ποιητική του σκέψη. Η όλη συζήτηση, βέβαια, δεν είναι τωρινή, αλλά ανάγεται σε παλαιότερες εποχές, με κομβικό σημείο ή, καλύτερα, σημείο αναφοράς την ποίηση και την ποιητική του Κ. Π. Καβάφη, ο οποίος, ως γνωστόν, περιόρισε στο ελάχιστο την ποιητική του παραγωγή προς όφελος της κοπιαστικής, επίμονης και επαναλαμβανόμενης επεξεργασίας ενός και του αυτού ποιήματος.

Τα δεκαοκτώ συνολικά ποιήματα της εν λόγω συλλογής, δείχνουν πως η Λεβαντή κινείται προς μια τέτοια κατεύθυνση και υιοθετεί, ως ποιητική πρόθεση και στόχευση, την πυρηνικότητα, την εστίαση σε λίγα και συγκεκριμένα ποιητικά κέντρα ή αφετηρίες, αντί του πολυάριθμου των συνθέσεων. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε πέντε ενότητες, καθεμιά από τις οποίες περιλαμβάνει ελευθερόστιχα ποιήματα, μέσης μάλλον έκτασης, που, στις περισσότερες περιπτώσεις, δηλώνουν, είτε ευθέως, είτε υπαινικτικά, τη χωροχρονική τους εκκίνηση και αφορμή, τη συγκυρία, συγκεκριμένα, του εγκλεισμού, η οποία σφράγισε την ελληνική και παγκόσμια πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Πρόκειται για μια ποίηση απόλυτα σύγχρονη και συγχρονική, γεννημένη από τη τρέχουσα κοινωνική συνθήκη, την οποία έρχεται για να αποτυπώσει, να ερμηνεύσει, να σχολιάσει με έναν απόλυτα προσωπικό τρόπο, και, εν τέλει, για να την αντικρύσει ως ερέθισμα, ως κέντρισμα στοχασμού και λόγου για την, εν γένει, ανθρώπινη συνθήκη. Η τελευταία αυτή στόχευση, στενά συνυφασμένη με την παρηγορητική λειτουργία της τέχνης, αφού, όπως γίνεται εμφανές από συγκεκριμένους στίχους, η ποιήτρια συχνά επιχειρεί να απαλύνει την πικρή αίσθηση της σκληρής και δύσκολης αυτής εμπειρίας, δεν μειώνει στο ελάχιστο την κριτική διάσταση του ποιητικού της λόγου, την προσπάθειά της να πραγματοποιήσει ένα είδος ανατομίας της πραγματικότητας και του τρόπου με τον οποίο αυτή μορφοποιήθηκε και μορφοποίησε, στη συνέχεια, τον άνθρωπο και την συμπεριφορά του: Ξαναγίνεται η θάλασσα άραγε;/ Για μας ήταν μια άλλη ζωή,/ αντί γι’ αυτή γερνάμε στα παράθυρα/ και λέμε εντάξει. («Ακινησία Ι»)

Η πραγματικότητα αυτή, το παρόν, με άλλα λόγια, του εγκλεισμού και της απομόνωσης έρχεται σε άκρα αντίθεση με το παρελθόν, το ευτυχισμένο παρελθόν που έχει γίνει πια επώδυνη μνήμη, όπως κάθε μνήμη που γεννιέται μέσα ένα σκληρό και απεχθές παρόν: Δεν βλέπονται πια τα μάτια μου,/ μόνο ακούνε τα βιολιά των άδειων δρόμων/ και νοσταλγούν την εικόνα της φωτογραφίας/ κάπου στ’ Αναφιώτικα/ λευκό φόρεμα μακρύ ως τον αστράγαλο,/ βαλίτσες στα χέρια και ξυπόλυτη. («Ακινησία ΙΙ») Το στοιχείο εκείνο, ωστόσο, που διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη συλλογή και την κάνει να απεμπλακεί από τη συγχρονία και τη στάθμευση ή, πολύ περισσότερο, το λίμνασμα στην παρούσα συγκυρία είναι η απεμπλοκή της από αυτή, η τοποθέτησή της σε ένα επίπεδο πάνω και πέρα από το παρόν, ένα επίπεδο που αγκαλιάζει όλους τους χρόνους, όλες τις εποχές, αλλά και όλους τους ανθρώπους. Έτσι, ακόμα και στα ποιήματα που η Λεβαντή τεχνουργεί με αφορμή και αφόρμηση την επιστροφή στην κανονικότητα, ακόμη και τότε στέκεται στην ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, στον πυρήνα της ανθρώπινης δράσης που είναι ανεξάρτητος από τις συνθήκες και τις εξελίξεις. Εκείνο, λοιπόν, που αναδύεται κυρίαρχο είναι το ανάμεικτο εκείνο αίσθημα από πόνο, φρίκη, λύπη, πικρία που γεννά η ανθρώπινη θηριωδία, η ανθρώπινη κατάπτωση και πτώση ως αποτέλεσμα συγκυριών που μοιάζουν ανεξέλεγκτες ή ανεξάρτητες από την ανθρώπινη βούληση και επιλογή. Η ποιήτρια προσεγγίζει τον άνθρωπο της εποχής και κάθε εποχής – αφού οι προκλήσεις και καταστάσεις μένουν πάντα οι ίδιες – με μιαν αφοπλιστική ειλικρίνεια, αλλά και με ένα θάρρος πρωτόγνωρο, μια τόλμη, μια ευθύτητα και μια ελευθερία που μονάχα η τέχνη ξέρει να εξασφαλίζει στον θεράποντά της.

Πάνω σε αυτό το δίπολο κοινωνικής συνθήκης και ανθρώπου – δίπολο αρκετά αγαπημένο όχι μόνο στην ποίηση αλλά και γενικότερα στον στοχασμό – η Λεβαντή τεχνουργεί μία παράδοξη και ανοίκεια σχέση. Παρουσιάζει, δηλαδή, τις κοινωνικές συνθήκες και τον άνθρωπο να διαθέτουν την ίδια μεταβλητότητα και, ταυτόχρονα, την ίδια σταθερότητα στις συνιστώσες της δόμησης και της εξέλιξής τους. Πρόκειται για μια βαθιά φιλοσοφική θεώρηση που αναγνωρίζει στο κοινωνικό και το ανθρώπινο γίγνεσθαι τη δύναμη και τη δυναμική να αλλάζει, να μεταβάλλεται, να παρουσιάζει κάθε φορά τη δική του ιδιαιτερότητα και ιδιοπροσωπία, την ίδια στιγμή, όμως, να μοιάζει τόσο προβλέψιμο και προβλεπόμενο, τόσο αναμενόμενο, σύνηθες και διαχρονικό, έτσι που να καθίσταται απαράλλαχτο, σαν πεπρωμένο. Η ποιήτρια μιλά για την εποχή της, για τη γενιά της, εκκινεί από το εδώ και το τώρα της ζωής, όπως την αντιλαμβάνεται και τη βιώνει η ίδια, οι παρατηρήσεις της όμως, η ποιητική της σκέψη και έμπνευση οριοθετούνται μέσα σε ένα πλαίσιο που θα μπορούσε να έχει ισχύ και λειτουργία σε οποιαδήποτε στιγμή ή συγκυρία που εμφορείται από τα ίδια αδιέξοδα, την ίδια απελπισία, την ίδια προβληματική: Έχει κατάθλιψη, ανορεξία, νευρικότητα./ Τις μέρες αναλώνεται να είναι κάτι,/ τα βράδια ξεχνιέται μπροστά σε ματς,/ περπατάει ανισόρροπα και ακροβατεί/ ανάμεσα σε τακούνια και sneakers,/ ατενίζει το μέλλον μόνη της/ και γερνά προώρως/ η γενιά μου («Μετάβαση»).

Μέσα σε όλον αυτόν τον προβληματισμό εισέρχεται η τέχνη της ποίησης, η δυνατότητά της να ελέγξει την απροσδιοριστία και την κατάπτωση που μοιάζει να συνθλίβει τον άνθρωπο και τον περιβάλλοντα χωροχρόνο και να την μετατρέψει σε ευκρίνεια και καθαρότητα, σε άνοδο και ύψωση εκεί όπου οι κοινωνικές παθογένειες και τα ανθρώπινα πάθη θα έχουν πια καταργηθεί και εξαλειφθεί. Δεν πρόκειται για την έκφραση μιας ελπίδας ή για τη θεώρηση της ποίησης, απλώς και μόνο, ως καταφυγίου και εφαλτηρίου μαζί για τη νέα συνθήκη, το νέο άνθρωπο, τη νέα συνύπαρξη. Η ποίηση δεν είναι ελπίδα. Η ποίηση είναι πράξη και, μάλιστα, πράξη κοινωνική με την έννοια του θαρρετού εναγκαλισμού της πραγματικότητας και της ζωής με τους όρους ενός ανώτερου ήθους.

.

Συνέντευξη στην Πασκουαλίτα Κότσιφα

FRACTAL 14/9/2021

Η Σοφία Λεβαντή, γλυκύτατη και με πολλά ενδιαφέροντα, μας ταξιδεύει στον κόσμο της ποίησης. Μέσα από το ταλέντο της, μεταξύ άλλων αναδεικνύει με περίτεχνο τρόπο τα προβλήματα της γενιάς μας, χωρίς να χάνεται η αίσθηση της ελπίδας.

Η πρώτη ποιητική συλλογή «Διάβαση» της Σοφίας Λεβαντή κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ενύπνιο». Το ποίημά της, «Χρονικό», βραβεύτηκε από το I travel poetry.

Την ευχαριστώ θερμά για τη συνέντευξη που μου παραχώρησε, όπως και την κα. Ελένη Γκίκα και το περιοδικό Fractal για τη φιλοξενία του.

-Πείτε μας λίγα λόγια για σας και πώς οδηγηθήκατε στον δρόμο της ποίησης;

Είμαι φιλόλογος, έχω γεννηθεί στην Αθήνα, όπου έχω ζήσει όλα μου τα χρόνια, εκτός από τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής μου, που έζησα στη Ζάκυνθο, αλλά δεν θυμάμαι τίποτα από εκείνη την περίοδο. Όσον αφορά στην ποίηση, θυμάμαι τον εαυτό μου από το δημοτικό, στην πέμπτη δημοτικού συγκεκριμένα, να ξεκινάω να γράφω κάποια ποιήματα τελείως παιδικά, φυσικά. Όταν είχαμε το ‘Σκέφτομαι και γράφω’ στη γλώσσα, έπαιρνα τα θέματα από εκεί και τα έκανα μετά ποιήματα και τα έδειχνα στον δάσκαλό μου. Ένιωθα πάρα πολύ χαρούμενη γι’ αυτό. Στο γυμνάσιο αυτό πάγωσε, σταμάτησα να γράφω και ξανάρχισα πάλι στο λύκειο και στο πανεπιστήμιο, αλλά χωρίς να είναι συστηματικό, γινόταν σχετικά αραιά και κάπως τυχαία, χωρίς να έχω ακριβώς συνείδηση του τι κάνω, μέχρι που μετά από κάποια χρόνια άρχισε να με απασχολεί περισσότερο. Έχω γράψει και κάποια πεζά διηγήματα, περιστασιακά. Ασχολούμαι κυρίως με το κομμάτι της ποίησης.

-«Διάβαση» ο τίτλος της πρώτης ποιητικής σας συλλογής, πώς προέκυψε;

Όταν άρχισα να γράφω πιο συστηματικά, κάποια στιγμή τα ποιήματα ήταν αρκετά και βλέποντάς τα είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι ότι κάπως προσπαθούσα να δώσω νόημα σε μια δική μου φάση που τελείωνε και μία άλλη που ξεκινούσε. Οπότε, γι’ αυτόν τον λόγο αποφάσισα να βάλω αυτόν τον τίτλο στη συλλογή, για να δείξω πάρα πολύ αυτό το πέρασμα, από τη μία φάση ζωής στην άλλη, που ίσως για μένα ήταν και η πρώτη σημαντική αλλαγή φάσης στη ζωή μου μέχρι τώρα. Εκ των υστέρων, είδα ότι υπάρχουν δύο πόλοι στο βιβλίο, από τη μία η ακινησία, η στασιμότητα και από την άλλη μία διάθεση μετάβασης προς κάπου αλλού. Η καραντίνα έπαιξε έναν ρόλο σε αυτό, όλο το πρώτο κεφάλαιο μας θυμίζει την καραντίνα, ωστόσο η συλλογή δεν θα έλεγα ότι είναι ένα ημερολόγιο καραντίνας. Απλώς, το lockdown μου έδωσε κατά κάποιο τρόπο το πλαίσιο για να νοηματοδοτήσω τη δική μου μετάβαση. Μου έδωσε δηλαδή μια αφορμή ώστε να κάνω πιο συγκεκριμένο αυτό το οποίο βίωνα εγώ, τίποτα περισσότερο από αυτό.

-Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης του βιβλίου «Διάβαση»;

Ήταν αυτή η δική μου μετάβαση που απλώς πλαισιώθηκε περισσότερο λόγω της καραντίνας, δηλαδή μου έδωσε λίγο το πάτημα, το έναυσμα και μια ώθηση να γίνει λίγο πιο ξεκάθαρη και να αποτυπωθεί.

-Στο ποίημα «Ακινησία Ι» (Εγκλεισμός), μεταξύ άλλων, γράφετε «Ξαναγίνεται η θάλασσα άραγε; Για μας ήταν μια άλλη ζωή, αντί γι’ αυτή γερνάμε στα παράθυρα και λέμε εντάξει.», δυο σχόλια.

Τα ποιήματά μου ήταν γραμμένα πριν από το lockdown, αλλά και μέσα σε αυτό γράφτηκαν κάποια – αρκετά από το πρώτο κεφάλαιο και όχι μόνο. Συγκεκριμένα, γι’ αυτόν τον στίχο, περισσότερο ήταν η αίσθηση ότι πράγματα τα οποία θεωρούμε δεδομένα δεν είναι δεδομένα πια, ακόμη και τα πολύ δεδομένα, όπως είναι η θάλασσα.

-Στο ποίημα «Για τη γενιά μου» (Μετάβαση) γράφετε «Τις μέρες αναλώνεται να είναι κάτι, τα βράδια ξεχνιέται μπροστά σε ματς, περπατάει ανισόρροπα και ακροβατεί ανάμεσα σε τακούνια και sneakers, ατενίζει το μέλλον μόνη της και γερνά προώρως η γενιά μου», δυο σχόλια.

Αυτό που αισθάνομαι για τη δική μας γενιά είναι ότι είμαστε μια μεταβατική γενιά. Δηλαδή, αν κάτι μας χαρακτηρίζει, νομίζω ότι είναι αυτό το στοιχείο των συνεχών μεταβάσεων. Μεγαλώσαμε διαφορετικά, μετά, γύρω στα 25 μας, αρχίσαμε να έχουμε τελείως άλλες προσλαμβάνουσες, οπότε έχουμε κάτι από τον παλιό κόσμο, αλλά και κάτι που προσπαθούμε να αφομοιώσουμε από τον καινούριο. Είμαστε μια γενιά ξεκάθαρα της κρίσης, δηλαδή τη στιγμή που πήγαμε να βγούμε στην αγορά εργασίας, μετά τις σχολές μας, ήταν ακριβώς το σημείο εκείνο που ξέσπασε η κρίση και γενικώς, από τότε μέχρι σήμερα, αισθάνομαι ότι συνεχώς είμαστε σε μια φάση προσαρμογής, όχι μόνο εμείς, όλοι. Αλλά όταν αυτό σημαδεύει τη νεότητά σου, σε χαρακτηρίζει ως γενιά. Είμαστε μια γενιά που δεν ξέρει αν ακριβώς πατάει ή δεν πατάει, γι’ αυτό και το ανισόρροπο, κατά κάποιο τρόπο. Θα μπορούσε, ίσως, κάποιος να πει ότι δεν υπάρχει γενιά που να μην έχει βιώσει μεταβάσεις και αυτό ισχύει, αλλά η διαφορά με εμάς είναι ότι σχεδόν πια δεν προλαβαίνουμε να αφομοιώσουμε τις αλλαγές. Μέχρι να προσαρμοστούμε, έρχεται κάτι άλλο και το αλλάζει ραγδαία. Και, δυστυχώς, την τελευταία χρονιά, βιώσαμε και πάρα πολλά δυσάρεστα. Πάντως, θεωρώ ότι η γενιά μας είναι αξιοθαύμαστη, έχει καταφέρει πάρα πολλά, σπουδάζει, μορφώνεται. Αγαπώ τη γενιά μας.

-Διαβάζοντας τα ποιήματά σας, αισθάνθηκα δυνατά συναισθήματα με μια διάχυτη θλίψη να αιωρείται και μια φωνή νοσταλγίας να ακούγεται. Τις περισσότερες φορές, αφήνοντας το συναίσθημά μας, ενδέχεται να αποκαλυφθούν στοιχεία του εαυτού μας που πιθανά να θέλαμε να διαφυλάξουμε. Ποια η άποψή σας;

Δεν έχω καθόλου στο μυαλό μου γράφοντας αν θα αποκαλύψω κάτι περισσότερο ή κάτι λιγότερο από εμένα, αυτό δεν με απασχολεί. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να είμαι ειλικρινής. Τώρα, το στοιχείο της θλίψης, νομίζω ότι έτσι κι αλλιώς έχει να κάνει περισσότερο με το κομμάτι του αναγνώστη κι αν θα βρει κάτι εκείνος από τον εαυτό του διαβάζοντας. Όσον αφορά στο στοιχείο της νοσταλγίας του παρελθόντος, δεν νομίζω ότι αισθάνομαι κάποια ιδιαίτερη νοσταλγία, ούτε πιστεύω ότι όλα παλιά ήταν καλύτερα και τώρα είναι χειρότερα. Νοσταλγώ, αλλά δεν απορρίπτω την εποχή μου.

-Τι μηνύματα θέλετε να περάσετε μέσα από την ποιητική σας συλλογή «Διάβαση»;

Δεν έχω σκοπό να περάσω κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα. Υπάρχει η αφορμή για καθετί που έχει γραφτεί, θυμάμαι για κάθε ποίημα που έγραφα τι ένιωθα και σε τι φάση μπορεί να βρισκόμουν, αλλά αυτό δεν αφορά τον αναγνώστη. Σημασία έχει ο αναγνώστης να βρει δικά του στοιχεία μέσα και να συνδεθεί. Αν έστω κι ένας αναγνώστης συνδεθεί με κάτι από όλο αυτό, νομίζω είναι σημαντικό.

-Έχετε ξεχωρίσει κάποιο ποίημά σας; Αν ναι γιατί;

Ίσως θα ξεχώριζα τα δύο τελευταία (Έξοδος, Αύγουστος ΙΙΙ). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος, είναι θέμα στιγμής και συγκυριών.

-Η ποίηση συχνά χαρακτηρίζεται δυσνόητη, ποια η άποψή σας;

Με ό, τι έρχεσαι πάρα πολύ σε επαφή και ό, τι μπορεί να σε αφορά και να το ψάχνεις περισσότερο, αρχίζεις σιγά σιγά και καταλαβαίνεις την ιδιαίτερη γλώσσα του και τους κώδικες που χρησιμοποιεί. Όμως, από την άλλη, πιστεύω ότι αυτό που πολλές φορές λέμε δυσνόητο δεν προκύπτει τόσο από το ίδιο το δημιούργημα, αλλά από τον τρόπο που το προσεγγίζουμε. Δηλαδή, πολλές φορές αισθάνομαι ότι προσεγγίζουμε την ποίηση ή κάποιο άλλο έργο τέχνης με τους κανόνες της λογικής, προσπαθούμε να εξηγούμε τα πάντα, γιατί έχουμε αυτήν την τάση, θέλουμε όλα να μας είναι κατανοητά, να βρούμε «τι θέλει να πει ο ποιητής». Μια καθηγήτριά μου στη Φιλοσοφική, μας έλεγε «μην ψάχνετε, τίποτε δεν θέλει να σας πει». Αν αφεθούμε λίγο και δούμε το κομμάτι της τέχνης πιο ανοιχτά και χωρίς την αγωνία να μας είναι όλα λογικά εξηγήσιμα, αυτό το δυσνόητο αρχίζει σιγά σιγά και χαλαρώνει και ανοίγουν άλλοι δίαυλοι.

-Ποιοι ποιητές λειτούργησαν ως πρότυπα για σας;

Λόγω των σπουδών μου, είχα τη δυνατότητα να έρθω σε επαφή με πάρα πολλά είδη κειμένων και να αναγνωρίζω τι μου αρέσει. Με ενδιαφέρει περισσότερο να δω πώς εκφράστηκαν γενιές, συνολικά, παρά μεμονωμένα άτομα. Πώς μίλησαν για τα πράγματα, πώς τοποθετήθηκαν για θέματα διαχρονικά. Σίγουρα μου αρέσει να διαβάζω πολύ τη γενιά του ’30 και του ’70 και σύγχρονους ποιητές και ποιήτριες. Μία ποιήτρια που θαυμάζω πάρα πολύ είναι η Μάτση Χατζηλαζάρου.

-Τι είναι για σας η τέχνη;

Επικοινωνία και ελευθερία.

-Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Να περιμένουμε κάποια επόμενη ποιητική συλλογή;

Σίγουρα υπάρχει διάθεση και σκέψεις, δεν θέλω όμως να κάνω μακροπρόθεσμα σχέδια. Αν προκύψει κάτι άλλο μελλοντικά, θα το δείξει ο χρόνος. Έχω πολλά να μάθω, να ψάξω και να προσπαθήσω. Δεν βιάζομαι. Θέλω να αναφερθώ στις εκδόσεις «Ενύπνιο», που με στήριξαν και στον Στάθη Ιντζέ συγκεκριμένα, γιατί πραγματικά αισθάνθηκα από την πρώτη στιγμή ότι είναι πολύ υποστηρικτικός, με βοήθησε πολύ και ένιωσα ότι εντάσσομαι σε μία οικογένεια.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *