ΣΠΥΡΟΣ ΖΑΧΑΡΑΤΟΣ

Ο Σπύρος Ζαχαράτος γεννήθηκε το 1951 στην Κεφαλληνία.. Έχει βραβευθεί σε ποιητικούς διαγωνισμούς και ιδιαίτερα σε διαγωνισμούς στίχου για τραγούδι.
Έχει επαινεθεί από διαλεκτούς κριτικούς και άλλους λογοτέχνες. Θήτευσε δίπλα σε λόγιους. Έχει συνεργασθεί με σημαντικούς συνθέτες και τραγουδιστές. Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών( ΕΕΛ) της Εταιρείας Λογοτεχνών Ν/Δ Ελλάδος και της Ένωσης Μουσικών Στιχουργών Ελλάδος ( ΕΜΣΕ).

Εργογραφία

Σταλαγμίτες (1987), Αίνος
Καταφύγιο (1991), Αίνος
Ανασκαφές (1997), Αίνος
Φύλακας φυλαχτών (2015), Οδός Πανός
Ερήμην, ερημία (2017), Οδός Πανός
Στη φλούδα της καρδιάς (2019), Οδός Πανός

.

.

ΣΤΗ ΦΛΟΥΔΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ (2019)

Άλλη παρηγοριά δεν έχω
δεν έχω άλλα άρματα.
Νίκος Καζαντζάκης

Όταν έφηβος διάβασα
τους «Προσανατολισμούς»
του Οδυσσέα Ελύτη,
ήπια ένα μεθυστικό κρασί
που με ζαλίζει ακόμα.
Από ’δω κι ο έρωτας
για τη μικρή φόρμα…
Σπ. Θ. Ζαχαράτος

Σαν νάχαν τελειωμό
τα πάθια αυτού του κόσμου.
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

.

ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ TOY ’50

Παιδιά της ανάγκης
στη δύσκολη μεριά
του φεγγαριού,
άνοιξαν τα φτερά τους.

Μεγάλωσαν αυτόματα
κρίκοι μιας αλυσίδας
φτωχότερων προγόνων.

Λάμπες πετρελαίου
ματιές απόγνωσης
τραύματα που μένουν
στης μνήμης την ψυχή.

Πολέμησαν
τα σκοτάδια της ζωής
στα οδοφράγματα,
μιας δύσκολης πορείας.

Προτού να βγάλουν μουστάκι
και τα κορίτσια,
πριν ανθίσουνε…

ΕΝΑ ΧΑΡΜΑΝΙ ΑΡΜΥΡΟ

Μνήμη Νίκου Γκάτσου

Ας ξαποστάσουμε στα σκαλιά
της άδειας στέρνας
λόγια προσμένοντας
κι άσπαστους κρίκους
στην αλυσίδα της φυλής,
παρηγοριά μας!

Ενώ μαζί ταξιδεύουμε…
οι δρόμοι μας
δε συναντήθηκαν ποτέ.
Κι έχουμε ανάγκη
από κατάδυση
στα βάθη των αιώνων.

Έκδαραν
τη φλούδα της καρδιάς μου.
Με το αίμα
γράφω συνθήματα
στο σώμα της πολιτείας.
Ξεγελάω τον καιρό…

Ποίηση…!
ο καλύτερος τρόπος
να κρύψουμε
τη ματαιότητα
μες στης αλήθειας
το φως!

ΑΕΡΙΚΟ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ

Μνήμη Γιάννη Ρίτσου

Αν έρθω πάλι εδώ στη γη
μετά από αιώνες
και μου πουν·
να ψάξω για τη σκόνη σου,
δε θα τους πιστέψω.

Θα έχεις γίνει προσευχή
μιας έφηβης Σελήνης
και λαμπυρίζων έρωτας
στο φανοστάτη του λυγμού.
Μονόγραμμα αστραφτερό
στα κλειδιά του θαύματος
που προσκυνούν οι αιώνες.
Αερικό Μονεμβασιάς
γλυκό μελισσολόι!

Θα κατοικείς
όπου φωτιά κι ανάσταση.
Στοχασμός σου
απόκληροι κι απόντες
οι λυπημένοι.
Οι εμμονές σου κώδικες
ανοίγουνε την κρύπτη του καιρού.
Θα βρούμε θησαυρό, εισιτήριο
για τ’ άλλα σύμπαντα…

ΘΑ ΥΨΩΘΟΥΜΕ ΜΕΛΕΤΩΝΤΑΣ

Κάποια μέρα θα υψωθούμε
μελετώντας·
τη σκέψη των αγαλμάτων
το μπόι αληθινών ανθρώπων,
το ανάστημα των βράχων.
Με καπετάνιους
φωτεινά ορόσημα
θα φύγουμε
για τις θάλασσες του χρόνου,
για τη διαλεκτική του σύμπαντος…
Φύση κι έρωτας
μας έκαναν σοφούς,
πρωταθλητές αλμάτων!
Θα κάνουμε πράξη
υποθήκες των προγόνων.
Μιαν άλλη Άνοιξη,
φως άστρινο·
θαν’ οι αυτόχθονες
και η ευθύνη
του χρέους…

ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΖΩ ΣΤΙΓΜΕΣ

Συλλέγω
αλάτι δακρύων,
τροφές ονείρων.
Βασιλεύουν τα τσιμέντα
κι ας με πνίγουν,
τα υμνώ…
Ανάμεσα
στο άφατο, την αθανασία,
η επανάσταση των λέξεων.
Προσμένω το τραγούδι
ν’ ανθίσει,
το γλύπτη
να σμιλέψει τον καιρό!
Βλέπω
σφιγμένες γροθιές
από διαδήλωση απεργών
της ευτοπίας…
Αιχμαλωτίζω στιγμές
απ’ το πεπρωμένο.
Γιατρεύω ρωγμές
στο σώμα της μέρας…

ΠΑΡΑΜΕΝΕΙΣ ΝΕΑ

Γλώσσα εαρινή,
έμαθες να συλλαβίζεις
στις γωνίες
κρυφών συναντήσεων…

Γεύση φιλιού
έκρυψες στην ψυχή.
Νέκταρ!
Χαράζοντας καρδιές
και μονογράμματα
στα δένδρα.

Σε πήρ’ η νύχτα…
παραμένεις νέα,
λευκαύγεια φωτιάς.

Έζησα
σε τεντωμένα σχοινιά
μετέωρος, στο χάος…
Η θέση που σου κράτησα
κατοικήθηκε
απ’ τη θλίψη της σιωπής!

ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΣ

Μνήμη Οδυσσέα Ελύτη

Ζωγραφίζεις αστροφεγγιές
και αγιασμένο λιόγερμα.
Υμνογραφείς
το στεναγμό των κοριτσιών,
τον πόθο,
λιόπυρα όνειρα…

Ψαλμοί του έρωτα
στα χείλη,
κρατήρες ηφαιστείων
οι θηλές.

«Αμάραντε, Ανεμπόδιστε,
Ελπιδοφόρε»
Στο εφήβαιο της Άνοιξης
έγραψε τ’ όνομά σου
η Αθανασία!

Λειτουργίας έξαρση,
επουλώνεις πληγές…
ντυμένος
βυζαντινή πορφύρα
των αισθημάτων Ρωμανέ!

ΑΚΡΟΚΕΡΑΜΑ

Η Ποίηση φυτρώνει
στα μύχια της καρδιάς.
Ευδοκιμεί ελάχιστα…
Χαρίζει καρπούς
αργής ωρίμανσης.
Την ανακαλύπτουν
όσοι ονειρεύονται…
Απελπισμένα!

Λέξεις — πουλιά
κρύβονται
στα ματόκλαδα της ελπίδας,
στ’ αετώματα των άστρων.
Όταν κτίσεις σπίτι,
θα σου χαρίσω φωτεινές…
να γίνουν ακροκέραμα,
Σηματωροί!

ΓΛΩΣΣΑ ΑΙΩΝΙΑ

Η ελευθερία μου
αλεξίσφαιρος αετός.
Στο πανεπιστήμιο της Φύσης
συλλέγω όνειρα…
εργαλείο μου
η γλώσσα μικρών θαυμάτων.

Γλώσσα αιώνια των Ποιητών!

Περγαμηνές και πάπυροι…
Παιδεύομαι να σ’ αποκτήσω.
Σύγκρουση συναισθημάτων
δονήσεις σεισμικές.

Γλώσσα αιώνια των Ποιητών!

Η ελευθερία μου
ποίημα που ταξιδεύει
στο χρόνο.
Πέρ’ απ’ την ύλη
υπάρχει ο παράδεισος
της τέχνης!

ΠΑΡΑΜΕΝΕΙΣ ΝΕΑ

Γλώσσα εαρινή,
έμαθες να συλλαβίζεις
στις γωνίες
κρυφών συναντήσεων…

Γεύση φιλιού
έκρυψες στην ψυχή.
Νέκταρ!
Χαράζοντας καρδιές
και μονογράμματα
στα δένδρα.

Σε πήρ’ η νύχτα…
παραμένεις νέα,
λευκαύγεια φωτιάς.

Έζησα
σε τεντωμένα σχοινιά
μετέωρος, στο χάος…
Η θέση που σου κράτησα
κατοικήθηκε
απ’ τη θλίψη της σιωπής!

*
Καρφί ο πόνος σου·
δικός μου…

ΑΧΡΟΝΟ ΣΥΜΠΑΝ

Στεγνά τα χείλη
άχρονο το σύμπαν.
Τρέφομαι με ρίζες ονείρων,
ξεδιψάω απ’ της γνώσης το μαστό.
Εκεί που μπαινοβγαίνει το φως,
τώρα δραπετεύουν οι λέξεις.
Τα ποιήματα μου Άγγελοι
που πέφτουν στη φωτιά!
Χάσκουν ερείπια ελπίδων,
χολή στάζουν
τα μύχια των κοριτσιών.
Πότε κατεβαίνω
στης λύπης το βυθό,
πότε ανεβαίνω
στο Γολγοθά της λύτρωσης.
Στο λόφο με τις λόγχες
ποιος προσδοκά συγχώρεση…

.

ΕΡΗΜΗΝ, ΕΡΗΜΙΑ (2017)

Διόνυσε
δε θα τα γευτούμε όλα-
προσθέτοντας ανάγκες
βουλιάζουμε.
Αγγίξαμε την απώλεια.

*

Ξανά απ’ την αρχή
κάνω μια προσευχή
να γίνεις ένα άστρο κάποιο βράδυ.
Ξανά απ’ την αρχή
εγώ και η βροχή
γεμίζουμε του Κόσμου το πηγάδι.

*

Κυριακή στον Αίνο
προσευχήθηκα·
στην πέτρα και στο φως.
Συνομίλησα, με τ’ άλογα
για την αντίσταση των κάκτων.

*

Όρθιοι και μόνοι·
μες στη φοβερή ερημιά του πλήθους.
Μανώλης Αναγνωστάκης

*

Τα μαύρα ρούχα μου φορώ
εμπήκα κόντρα στον καιρό
με γιασεμί στο πέτο.
Ελπίζω, να σε ξαναβρώ
να δεις πως κουβαλώ σταυρό
και δάκρυ καταθέτω.

*

Ξέρασ’ η γη τα σπλάχνα της
και πήδηξαν δαιμόνοι.
Νίκος Καββαδίας

.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΖΩΗΣ

Ιστορούμε πάθια Ελλήνων.
Τραγουδάμε χορικά τραγωδιών·
στεναγμούς ανθρώπων και πόλεων.

Των δρόμων
των κτιρίων, των ερειπίων·
της προκυμαίας
των σταθμών
των μυημένων, των λυπημένων·
των πουλιών
των εφήβων
της βροχής, της προσευχής·
των αστέγων
των ανέργων.

Παραμυθία ζωής.
Εκεί που ανθίζει ένα δάκρυ
δε φυτρώνουν όλα;

ΕΙΧΑΜΕ ΧΡΩΜΑΤΑ

Ανιαρά που κυλούσαν τα χρόνια…
ανιαρά που πέρασε η ζωή.
Λευκή ισοπαλία
υπνωτισμένα σώματα
και πετρωμένα λόγια.
Επί των ερειπίων
κάτι συνθήματα μισά.
Στέρεψε η βρύση της πλατείας.
Ο Ποιητής χωρίς κεφάλι
όπως κι ο αρχαίος ήρωας.
Αποκρυπτογραφώ τα σημάδια
μέσα στη μελαγχολία των γκρίζων τοίχων.
Ποτέ τα πράγματα δεν ήταν μαγικά.
Απλώς είχαμε χρώματα στα μάτια
στον ορίζοντα
και κυρίως στην ψυχή.
Κι αισθήσεις έξι.
Ήταν τα νιάτα μας
κι ο δρόμος ανοιχτός.
Τώρα αμφιβάλλω για τα πάντα
για τους πάντες
και για πάντα.
Θα κλείσω χωρίς επίθετα
με ρήματα της συμφοράς.
Πνίγομαι, σκύβω, χάνω.

ΚΑΤΑΘΕΤΩ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Στα γράμματα που έστειλα, ήμουνα παραλήπτης.
Τα αρνητικά των ειδώλων στο μέρος της καρδιάς.
Τα καράβια που δεν ταξίδεψαν, έγιναν φίλοι μου.
Τρεχαντήρια που σαπίζουν στην ακτή.
Καταθέτω τις ψευδαισθήσεις μου
με προοπτική… όχι θαυμαστικά μόνο ερωτηματικά,
όχι εκτυφλωτικό φως, ωραίες σκιές
όχι βεβαιότητες, υπαινιγμοί.
Ψάξτε την πεμπτουσία μες στην κρυφή αλήθεια.
Παρασκευή Μεγάλη στα έγκατα.
Και μείναμε μόνοι χωρίς κόκκινο σεντόνι, στην αρένα.
Οι κλεψύδρες του χρόνου· κλεψύδρες θανάτου και ζωής.
Μύστες ιεροφάντες και πόρνες Αγίες.
Πολλούς Κεραμεικούς κουβαλάω μες στην ομίχλη.
Τυφλοί οργανοπαίκτες, παλιάτσοι, γελωτοποιοί.
Εργαστήριο Ηράκλειτος, Σχολές Μανωλκίδη
η φαρμακολογία της απόγνωσης, ηνίοχος γνώση.
Καπνίζουν το τελευταίο τσιγάρο οι νεκροί
πριν αναστηθούν·
πριν αναστηθούμε.

ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

Οι Ποιητές·
ποτέ τους δεν πεθαίνουν.
Μες στα σκουριασμένα κανόνια
έκρυψαν τους στίχους τους.
Όταν ανθίσουν
ευλογημένα τα λόγια τους
θα ’χει αρχίσ’ η εποχή μας·
του Μέτρου και της Αρμονίας.

Στο εικονοστάσι της Αρετής
άναψε κερί·
νύχτα των Ποιητών· της αγρυπνίας
νύχτα των αγγελμάτων.

Εγερτήρια άσματα
ύμνους ηρώων
κι ελεγεία·
για την τραγωδία της ζωής.
Όταν φεύγουν οι Ποιητές
μένει το αποτύπωμά τους·
Και στην κορφή του Κόσμου
οι λύχνοι καιόμενοι…

Η ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ TOT ΠΟΙΗΤΗ

Μνήμη Κώστα Καρυωτάκη

Συλλαβίζω φωτιές· καίγομαι και κρυώνω.
Ζεσταίνω όμως τα όνειρα.
Αναζητώντας τους Ποιητές μου
ακούω βήματα.
Κάποιοι αναμετριούνται με το σκοτάδι.
Στ’ αλώνια που σμίλεψε ο Διγενής.
Προσφέρουν καρπούς από λέξεις
και εισιτήρια επιστροφής.

Θα ξαναρχίσουμε να κτίζουμε μαζί τους.
Πάνω στ’ αγκωνάρια που άντεξαν
ωκεανούς δακρύων
κι αιώνων συμφορές.
Που ξεκινήσαμε αναπνέοντας φρέσκα γιατί.
Πάνω στη νεότητα που έγινε δύναμη
χωρίς ποτέ να γίνει, καθεστώς.

Η απελπισία του Ποιητή· που αληθινά ματώνει
για να στολίσει το τίποτα με Αυγές.
Μοιάζει μ’ εκείνη του Αγωνιστή
που ξέρει ότι ο αγώνας του είναι χαμένος
αλλά μάχεται μέχρι τελευταίας αναπνοής.
Για το ακατόρθωτο της κραυγής.
Στο Ρούπελ, στο Μεσολόγγι
στις Θερμοπύλες της φυλής.

Η ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Μνήμη Γιώργου Σεφέρη

Θέλω·
το δάκρυ του Κόσμου
να στεγνώσει.
Θέλω·
να κάνουμε την πέτρα
ν’ ανθίσει.
Κι ας ξεθωριάσουν
τα όνειρα.
Να υποκλιθούμε
στους κάκτους·
π’ αντιστέκονται.
Να κρατήσουμε όρθιους
τους ανθρώπους·
απροσκύνητους.
Αυτή η χώρα·
αβάσταχτη ομορφιά,
πόνος μας μεγάλος.
Κόκκινος λεκές
στ’ άσπρα πουκάμισα
των κοριτσιών.
Για μια Ελένη·
με τα σκαριά των Ποιητών
θα ταξιδεύει.
Αυτή η χώρα·
των βράχων Μητέρα
ανάγλυφη.
Μικρογραφία της γης.
Του Θαύματος.

ΚΗΡΥΚΕΣ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ

Όσο ο ήλιος θα ξυπνάει
για να μας χαρίσει
και να προσευχηθεί στο φως·
όσο τα νεαρά ζευγάρια
θα προσκυνούν τον Έρωτα
ιερουργώντας στη σιωπή·
όσο οι γιαγιάδες θα κεντάνε
κεφάλια Αγίων, νεαρών·
οι αρχάγγελοι Ποιητές
θα μας οδηγούν μακρυά·
στη λειτουργία της αστραπής
και στ’ αγιασμένα τα νερά
από το δάκρυ.
0α πετούν μ’ αρχαία άσματα
και φτερά, χελιδονιών·
εκεί που ανακάλυψαν
επιγράμματα θαυμάτων.
Χρόνια σαν πληγές
άυλοι και τυχεροί
όπως οι ιεροφάντες,
θα προσκυνούν τ’ όνειρο
που έσβησε
τ’ όνειρο που γεννιέται.
Στην ιερότητα της στιγμής
θα υμνολογούν
το ιαματικό της Αγάπης.
Πιστοί κήρυκες της νοσταλγίας
λιθοξόοι κιβωρίων ιερών.

ΤΑΞΙΔΕΥΩ ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ

Ταξιδεύω·
ψάχνοντας το μίτο
στην Ποίηση.

Θέλω ν’ ανθίσω
να γίνω ωκεανός
σαν Ποίημα.

Στην αστραπή
ψάχνω της αλήθειας
το θέλγητρο.

Αναζητάω·
τη μαγεία του θαύματος
στην ουτοπία.

Θέλω οι φιλότεχνοι·
να γίνουν τ’ αηδόνια
στους φεγγίτες.

Το Ποίημα συνεχίζεται
θα γράφεται αιωνίως·
αχνίζοντας Ζωή…

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ Ο ΒΟΛΒΟΣ

Αγιάσαμε μες στη σιωπή·
αναζητώντας την αγέννητη γνώση
και τον παρθένο ουρανό.
Για να κτίσουμε ένα σύμπαν
μακρυά απ’ τη στάχτη.
Κολυμπήσαμε σε ωκεανούς δακρύων.
Πάνω σε σχεδίες και ευχές.
Όσοι πρόβλεψαν ότι θα χαθούμε
αστόχησαν·
δε μας τσάκισε ο καιρός.
Πιστοί της σφυρηλατημένης θέλησης,
θαυμάζουμε τις μέλισσες
και ό,τι μπουμπουκιάζει.
Όλα θ’ ανθίσουνε.
Σκάει της Ποίησης ο βολβός,
θα στάξει Άνοιξη,
θα λάμψει μέλι.
Ένα ταξίδι είναι η Ζωή
αδελφέ μού·
στου χρόνου μας την κουπαστή.

ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΑ ΤΑΜΑΤΑ

Της Παναγιάς τα τάματα πουλάς έναν παρά
τα ιερά της Μάνας σου σκόρπισες στους ανέμους
κι έναν Πατέρα πρόδωσες φτωχό στην αγορά
που ’χε για νίκες ματωθεί κι έχασε τους πολέμους.

Οι ποιητές σε κράζουνε δεν θέλουν να σε δουν
μέσα στα στήθια του καιρού προδότες δε χωράνε
οι φίλοι μας σκορπίσανε και πια δεν τραγουδούν
κι όσοι γύρεψαν τις γιορτές τρελάθηκαν και πάνε.

Του Έθνους τα μαλάματα πουλάς στην κουπαστή
και της γενιάς σου τ’ όνειρο το ρίχνεις στο πηγάδι·
όποιος πολύ επόνεσε δεν έχει να πιαστεί
κι όποιον πολύ αγάπησε τον έβαλες σημάδι.

Οι ποιητές σε κράζουνε ν’ αντέξουν δε μπορούν
πώς έγινε και θάμπωσε ο κόσμος των ονείρων·
η θάλασσα στα μαύρα της και τ’ άστρα απορούν
τα λόγια ξεθωριάσανε κι οι συμβολές παπύρων.

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ Π’ ΑΓΑΠΗΣΑ

Οι Ποιητές π’ αγάπησα, έρχονται πάντα βράδυ
και σβήνουν με τα λόγια τους· του χρόνου το σημάδι.
Οι Ποιητές π’ αγάπησα, νησιά είναι του Κόσμου
και ταξιδεύουμε μαζί· δημιουργούν εντός μου.

Οι Ποιητές π’ αγάπησα, γίνονται και πηγάδια
δροσίζουνε τις ώρες μου· και μια καρδιά πουν’ άδεια.
Ποιητές π’ αγάπησα, αγιάσαν με τις λέξεις
μέσα στην σκήτη του Θεού· να μπεις και να διαλέξεις.

Οι Ποιητές π’ αγάπησα, φτιάξανε τις ψηφίδες
με μάθανε να ναυπηγώ· με λέξεις και σανίδες.
Οι Ποιητές π’ αγάπησα, μες στην αθανασία
δεν κούνησαν το δάχτυλο· διδάσκουν την ουσία.

Οι Ποιητές π’ αγάπησα, στον ίσκιο κατοικούνε
αγάπησαν τη συννεφιά” κι όσους ξέρουν ν’ ακούνε.
Οι Ποιητές π’ αγάπησα, ανάβουνε τα άστρα
φυτέψαμε τα λόγια τους· κι ειν’ ανθισμένη γλάστρα.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΤΗ ΦΛΟΥΔΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ Τ. 191  Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος 2021

Στην πρόσφατη συλλογή του ο ποιητής προτάσσει, εν είδει οδοδείκτη στη δική του πορεία, τη μνεία του Καζαντζάκη, του Ελύτη και του Παπαδιαμάντη. Σημαντικές οι αναφορές που κάνει (στη συνέχεια σε ποιήματα θα θυμηθεί τον Ρίτσο, τον Καββαδία, τον Γκάτσο, τον Κάλβο) δείχνουν όχι μόνο τη συμπόρευση με τη γραφή τους αλλά και με το ήθος τους. Και είναι αυτό το ήθος της γραφής που μένει ως μακρά επίγευση διαβάζοντας την ποίηση του Ζαχαράτου. Προσκομίζει στην υπηρεσία της ποίησης τα βιώματα ενός μακρού βίου, Έζησα/με τεντωμένα σχοινιά/ μετέωρος, στο χάος, «Παραμένεις νέα», προκειμένου να τα μοιράσει με τους ομοίως εννοούντες την ουσία της ζωής. Κάποια μέρα θα υψωθούμε/μελετώντας· /τη σκέψη των αγαλμάτων/το μπόι αληθινών ανθρώπων, το ανάστημα των βράχων, «Θα υψωθούμε μελετώντας». Με σαφή επίγνωση του ρόλου του ως ποιητή, θα πει: Αιχμαλωτίζω στιγμές/απ’ το πεπρωμένο./Γιατρεύω ρωγμές/στο σώμα της μέρας, «Αιχμαλωτίζω τις στιγμές». Αντλεί από τον συλλογικό πόνο και τον οικειοποιείται για να τον μεταφέρει στην ποίησή του: Καρφί ο πόνος σου/δικός μου, «Μέσα στο άνθος». Και, όμως, όλο αυτό εκφράζεται με μια ταπεινότητα, μια μοναξιά του ποιητικού υποκειμένου – ίδιον και αυτό του ξεχωριστού ήθους. Το ήθος και του εκδότη του, Γιώργου Χρονά, επικαλείται ολοκληρώνοντας τη συλλογή του· τίποτα δεν είναι τυχαίο, πρέπει να γίνεται μνεία της αληθινής αξίας.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *