ΕΛΠΙΔΑ Ε. ΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

Η Ελπίδα Ε. Γεωργίου γεννήθηκε στη Μόρφου. Από μικρό παιδί, αγαπούσε τη λογοτεχνία και τη μουσική. Ο πόλεμος την ανάγκασε να εγκαταλείψει τη γενέτειρά της, προτού τελειώσει το σχολείο. Μετά τον πόλεμο, εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία. Σπούδασε μουσική και εργάστηκε ως καθηγήτρια μουσικής σε γυμνάσια και λύκεια.
Έχει εκδώσει δυο μυθιστορήματα. «Ο χαμένος παράδεισος» (2016) και «Όνειρο Γαλάζιο» (2019)

.

 

 

.

 

ΟΝΕΙΡΟ ΓΑΛΑΖΙΟ (2019)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Η Ειρήνη ταξιδεύει μέσα στον χρόνο. Ήρωες αλλοτινών καιρών
ζωντανεύουν. Παραμυθένια πινελιά δεσπόζει στο έργο, βασισμένη
σε θρύλους και μύθους. Ιστορία, θρύλοι, μύθοι, σμίγουν αρμονικά,
μέσα σε συναρπαστικές περιπέτειες ,που θα καθηλώσουν τον αναγνώστη.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Ι (σ. 32-35)

ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ…

Το δειλινό της επόμενης μέρας, η Ειρήνη βρισκόταν στον κήπο και φύτευε βολβούς. Άκουσε την καγκελόπορτα να ανοίγει απότομα. Γύρισε και είδε τη Λένια να ορμά μέσα σαν σίφουνας. Στάθηκε μπροστά στην Ειρήνη και τέντωσε το χέρι της, χαμογελώντας θριαμβευτικά. Το δαχτυλίδι που φορούσε άστραψε μπροστά στα μάτια της Ειρήνης.

-Λένια, τι τρελοκόριτσο που είσαι! Οι γονείς σου κόντεψαν να πεθάνουν από την αγωνία.

-Πού να στα λέω! της είπε ξέπνοη η Λένια.

-Λίγη υπομονή. Ας πάμε πάνω στο δωμάτιό μου.

Περπατώντας μαλακά, ώστε να μη γίνουν αντιληπτές, ανέβηκαν στο δωμάτιο της Ειρήνης. Η Λένια κάθισε στον αναπαυτικό καναπέ και η Ειρήνη σέρβιρε
δροσιστικά ποτά.

-Τώρα, ας πάρουμε τα γεγονότα με τη σειρά, είπε η Ειρήνη.

-Οι γονείς μου, ξέρεις, δε συμπαθούσαν τον Σάββα. Τον τελευταίο καιρό, ο πατέρας μού απαγόρευσε να τον συναντώ. Ειρήνη μου, σου ομολογώ, πως η κατάσταση ήταν τόσο δύσκολη (Αναγκαζόμουν να βρίσκω χίλιες δυο προφάσεις, για να τον συναντώ. Εν τω μεταξύ, ο πατέρας μου κάτι μυρίστηκε και ο κλοιός έσφιξε. Οι έξοδοί μου
από το σπίτι περιορίστηκαν στο ελάχιστο.

-Μήπως, Λένια μου, ο πατέρας σου έχει δίκιο; Ο φλογερός έρωτας που σε έχει κυριέψει, σε έχει τυφλώσει. Κι αν ο νέος αυτός είναι φαύλος και σε εκμεταλλεύεται; Το σκέφτηκες αυτό;

-Αν τον γνώριζες, Ειρήνη μου, θα αντιλαμβανόσουν αμέσως την ποιότητά του. Είναι εκλεκτός νέος με λεπτά αισθήματα και χρυσή καρδιά.

-Εξακολουθώ να έχω τους ενδοιασμούς μου.

-Μα γιατί;

-Κυκλοφορούν φήμες για τον πατέρα του.

Η Λένια συνοφρυώθηκε.

-Δεν πιστεύω λέξη απ’ όσα λέγονται. Είναι ψέματα. Είναι κακοήθειες, επέμενε.

-Εύχομαι να είναι έτσι.

-Τα λόγια σου σαν σύννεφο σκιάζουνε τη χαρά μου. Κι ειν’ η χαρά μου απέραντη.

Η Λένια σηκώθηκε, άνοιξε τα χέρια της και άρχισε να στριφογυρίζει.

-Λένια, θα ζαλιστείς.

Επιτέλους, η Λένια σταμάτησε να στροβιλίζεται και κάθισε λαχανιασμένη, δίπλα στην Ειρήνη.

-Ανυπομονώ να ακούσω τη συνέχεια, είπε η Ειρήνη.

-Άκουσε, λοιπόν. Καταστρώσαμε σχέδιο με τον Σάββα. Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε στην πύλη της θάλασσας, κατά τα μεσάνυχτα. Μόλις σβήσανε τα φώτα, γλίστρησα αθόρυβα έξω από το σπίτι. Μονάχα τα βήματά μου αντηχούσαν μες στη σιγαλιά, καθώς περπατούσα στους έρημους, μισοσκότεινους δρόμους. Όταν έφτασα στην πύλη της θάλασσας, ο Σάββας ήταν ήδη εκεί. Πιασμένοι χέρι –
χέρι, περπατήσαμε στην ακρογιαλιά. Πότε- πότε, το φεγγάρι ξεπρόβαλλε μέσα από τα σύννεφα και τότε οι αφροί των κυμάτων φάνταζαν λευκοί μες στο σκοτάδι. Δεν ένιωθα το κρύο. Ένιωθα τον έρωτα να κυλάει μες στις φλέβες μου, να μου φλογίζει την καρδιά. Αφού απομακρυνθήκαμε από την πόλη, στρίψαμε προς τα ενδότερα της περιοχής. Περπατήσαμε, μέχρι που φάνηκε μπροστά μας η συστάδα των δέντρων με τη βραχοσπηλιά. Διανυκτερεύσαμε εκεί, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, σκεπασμένοι με κουβέρτα.

Με τα πρώτα σκιρτήματα της αυγής, η φύση ξύπνησε από τον βαθύ της ύπνο. Να άκουγες το γλυκολάλημα του αηδονιού! Σμίγει με τους ψίθυρους των φύλλων και τις βροχοσταλίδες που πέφτουν, σε ύμνο εωθινό. Καλημερίσαμε τα στοιχεία της φύσης και τα καλέσαμε στους αρραβώνες μας. Εκεί, στην άκρη του δάσους με φόντο τη ροδαυγή, δώσαμε όρκους για αιώνια αγάπη και πίστη.

Δεν είναι έτσι ο Παράδεισος; Εκεί, πέρα από τα γήινα, μακριά από τα πάθη, βασιλεύει η αιώνια αγάπη και πίστη.

Μείναμε στον Παράδεισό μας ακόμη μία νύχτα. Την επόμενη μέρα, μας ανακάλυψε η αστυνομία και μας παρέδωσε στους δικούς μας. Ο πατέρας μου, συντετριμμένος από την αναπάντεχη τροπή της υπόθεσης, δέχτηκε τα
τετελεσμένα γεγονότα. Οι γάμοι μας ορίστηκαν να γίνουν στις 21 Ιουλίου.

-ω! Μα είναι η ίδια μέρα που ορίσαμε για τον γάμο του αδελφού μου.

-Σύμπτωση, απλώς σύμπτωση.

-Και το σχολείο σου; Θα το εγκαταλείψεις;

-Ναι, με μεγάλη μου χαρά. Ξέρεις δα, πως δεν έχω κλίση στα γράμματα.

Λένια μου, ειλικρινή, όση ώρα μιλούσες, σε άκουγα μαγεμένη. Η αφήγησή σου με συνεπήρε. Είχα μεταφερθεί σε άλλους κόσμους, πέρα από τα γήινα. Εύχομαι η ζωή σου με τον άνθρωπο που εσύ διάλεξες, να είναι τόσο ωραία και ποιοτική, όπως οι αρραβώνες σου.

.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΙΙ (σ. 67-72)

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Φθινοπωρινό δειλινό στα μέσα του Σεπτεμβρίου. Είχε γλυκάνει ο καιρός και το αεράκι που φυσούσε έφερνε μαζί του τη δροσιά της θάλασσας. Η Μικαέλα και η Αναστασία κάθονταν στη βεράντα και μπάλωναν τα ρούχα. Η Ειρήνη και η Αλίκη φύτευαν λουλούδια και σκάλιζαν τον κήπο. Πότε- πότε, σταματούσαν και αγνάντευαν τη θάλασσα.

– Ανησυχώ για τη μητέρα μου, είπε η Ειρήνη. Έχει περιπέσει σε μελαγχολία. Αν την παρατηρήσεις προσεχτικά, θα το καταλάβεις. Πότε – πότε, σταματά να ράβει και κοιτάζει με λαχτάρα τη στροφή, μην είναι αυτοί. Κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, προσμένει να τους δει. Όλος ο κόσμος της είναι αυτοί.

– Μέσα της σιγοκαίει η ελπίδα ότι είναι ζωντανοί. Προσεύχομαι να είναι.

– Εσύ, Ειρήνη μου, τι θα απογίνεις; Τα όνειρά σου, οι σπουδές σου;

– Δεν τολμώ να θίξω τέτοιο θέμα, όταν όλα γύρω μας έχουν γκρεμιστεί, τα όνειρα, οι πόθοι, οι ελπίδες. Δεν έχω το δικαίωμα να μιλήσω για το αύριο, όταν οι δείχτες στο ρολόι της ζωής σταμάτησαν παντοτινά στο χτες.

– Το ρολόι της ζωής δεν έπαψε να χτυπά. Ποτέ δε θα πάψει. θα ξανανιώσεις μέσα σου τους παλμούς της ζωής.

Εκείνη τη στιγμή, πρόσεξαν ένα ζευγάρι που φορούσε σκούρα ρούχα να ανεβαίνει το μονοπάτι και να προχωρεί προς το μέρος τους. 

-Λένια! Σάββα! φώναξε η Ειρήνη και έτρεξε να τους υποδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες.

Μετά την πρώτη συγκίνηση, προχώρησαν προς το σπίτι, όπου τους υποδέχτηκαν θερμά η Αναστασία, η Μικαέλα και η Αλίκη. Κάθισαν στη βεράντα.

-Από πού να αρχίσω, δεν ξέρω, άρχισε να λέει η Λένια, αλλά τη διέκοψε η Αναστασία.

– Άρχισε από την ημέρα της εισβολής.

– Όπως γνωρίζετε, καταφύγαμε στη Λεμεσό, όπου μείναμε σε συγγενείς. Μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου, ο Σάββας έψαξε αρκετά, μέχρι να μας ανακαλύψει. Ο Σάββας κατάφερε να φύγει και να σωθεί με ελαφρύ τραύμα στο
χέρι. Ο πατέρας μου …. τραύλισε η Λένια. Μας έστειλαν επιστολή ότι σκοτώθηκε, πολεμώντας γενναία. Ο Στέφανος κατάφερε να έλθει σώος στις ελεύθερες περιοχές, έπειτα από πολλές περιπέτειες.

– Εσείς γνωρίζετε τουλάχιστον τι απέγιναν τα αγαπημένα σας πρόσωπα, είπε η Αναστασία.

– Εσείς δηλαδή, δεν έχετε καθόλου νέα από για τους δικούς σας; ρώτησε ο Σάββας.

– Όχι, απολύτως τίποτε, είπε η Ειρήνη.

– Μη συγχύζεστε. Λίγη υπομονή χρειάζεται, ή να ερευνήσετε οι ίδιες το θέμα, συνέχισε ο Σάββας.

– Πώς δηλαδή; ρώτησε η Ειρήνη.

– Να διεξαγάγετε έρευνα στον στρατό και το νοσοκομείο.

-Θα γίνει και αυτό, συμφώνησε η Αναστασία.

Στη συνέχεια, απευθύνθηκε στη Λένια. 

-Πώς είναι η μητέρα σου;

-Έχει περιπέσει σε κατάθλιψη. Λίγο είναι να χάσεις τον σύντροφό σου;

-Κάποια μέρα, θα ήθελα να τη συναντήσω, είπε η Αναστασία αναστενάζοντας.

Προσκάλεσαν τη Λένια και τον Σάββα για το βραδινό φαγητό. Μέσα στην πιο συγκινητική ατμόσφαιρα, ευχήθηκαν:

-Να ξανασμίξουν με την οικογένειά τους, ο Ιωάννης και ο Σταύρος.

-Να αναρρώσει σύντομα ο Στέφανος.

-Να ζήσουμε ξανά στην αγαπημένη πόλη τις ανεπανάληπτες στιγμές της τελευταίας χρονιάς.

-Να διώξουμε τους οχτρούς, μέχρι τα βάθη της Ανατολίας.

-Να ανατείλει η Λευτεριά.

Εκείνο το πρωινό στις αρχές του Οκτωβρίου, ο αέρας φυσούσε γεμίζοντας τον τόπο με ξερά φύλλα. Η φύση, ντυμένη με τις θαυμάσιες αποχρώσεις του κίτρινου και του καφέ, έρανε τα φύλλα με δροσοσταλίδες.

Σύννεφο από φύλλα και στάλες τύλιξε την Ειρήνη, ενώ περπατούσε και χαιρόταν τη γαλήνη του οκτωβριανού πρωινού. Όχι πολύ μακριά, μες στην αχλύ που θαμποφέγγει, ξεχώρισε δύο φιγούρες που κατευθύνονταν προς το μέρος της.

-Ω! είπε ξαφνικά, τρέχοντος προς το μέρος τους. Μπαμπά, Σταύρο!

0 Δημήτρης, η Μικαέλα, η Αναστασία και η Αλίκη, ακούοντας τις φωνές, όρμησαν έξω. Με άναρθρες κραυγές, η Αναστασία έτρεξε να τους προϋπαντήσει. Τόσο μεγάλη ήταν η συγκίνησή της, ώστε δεν μπορούσε να μιλήσει. Έτσι, σφιχταγκαλιασμένοι προχώρησαν προς το σπίτι.

Σωριάστηκαν κατάκοποι στους καναπέδες. Οι κακουχίες τους είχαν τσακίσει, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια στο σώμα και το πρόσωπο. Ισχνοί, χλομοί, με
μάγουλα σκαμμένα και βαθιές ρυτίδες, είχαν γίνει η σκιά του εαυτού τους. Η Ειρήνη ανατρίχιασε μόλις την άγγιξε ο Σταύρος με τα κοκαλιάρικα χέρια του. Θέλοντας να κρύψει τα συναισθήματά της, πήγε στην κουζίνα να βοηθήσει τη
μητέρα της. Πολύ γρήγορα, το πλούσιο πρόγευμα ήταν έτοιμο.

Ο καφές, τα φρέσκα αυγά, το σπιτίσιο ψωμί και το χαλούμι μοσχομύριζαν. Ο Ιωάννης και ο Σταύρος έφαγαν με την ψυχή τους. Όταν τελείωσαν, τα θολά τους μάτια έδειξαν ότι ανέκτησαν κάτι από την παλιά τους λάμψη.

Η χαρά είχε μεταμορφώσει την Αναστασία σε άλλον άνθρωπο. Η θλιμμένη γυναίκα με το σβησμένο βλέμμα και το πικρό χαμόγελο δεν υπήρχε πια. Η γυναίκα που πήρε τη θέση της έσφυζε από ζωή και το βλέμμα της αντανακλούσε την ευτυχία που ένιωθε.

Μετά το πρόγευμα, θέλησαν να διηγηθούν τις περιπέτειες και τα βάσανά τους. Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι γύρω τους και περίμεναν να αρχίσουν.

-Τα όπλα που μας έδωσαν, άρχισε ο Ιωάννης, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά σκουριασμένα κειμήλια. Έτσι ξεκινήσαμε για τον πόλεμο. Η ομάδα μας ήταν μπουλούκι ανοργάνωτο και τα μέλη της είχαν διάφορες ηλικίες. Μας σκόρπισαν στον Πενταδάχτυλο, όπου ενωθήκαμε με τους άλλους.

– Πολεμήσαμε λοιπόν τους Τούρκους εισβολείς, συνέχισε ο Σταύρος, ενώ ταυτόχρονα ακολούθησα τις οδηγίες του πατέρα μου, παίρνοντας τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία μας.

-Εκεί πάνω στον Πενταδάχτυλο, ζήσαμε φρικιαστικές στιγμές· ζήσαμε στην κόλαση. Ο εχθρός μας είχε περικυκλώσει, αλλά όταν το αντιληφθήκαμε, ήταν πλέον αργά. Προσπαθήσαμε να διαφύγουμε μέσα από τον κλοιό που μας έζωνε, αλλά δεν τα καταφέραμε. Τελικά, μας συνέλαβαν και μας οδήγησαν στα πλοία. Κάποιους, λιγότερο τυχερούς από εμάς, τους εκτέλεσαν μπροστά στα μάτια μας.

– Έτσι, ταξιδέψαμε ως τα βάθη της Ανατολίας. Υποφέραμε τα πάνδεινα. Οι συνθήκες διαβίωσης δεν ήταν ανθρώπινες. Ήταν άθλιες. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μας ξυλοφόρτωναν κιόλας.
Τελικά, όταν αποφασίστηκε η επιστροφή των αιχμαλώτων, βρεθήκαμε μέσα στους πρώτους που επιλέχθηκαν.

– Ζήσαμε την αναλγησία στο αποκορύφωμά της· λες και δεν ήταν ανθρώπινα όντα αυτοί που έπραξαν όσα είδαμε, αλλά τέρατα που τα ξέρασε η κόλαση.

Τη διήγηση την τέλειωσε ο Σταύρος λέγοντας :

-Φτάσαμε στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου. Νιώσαμε την ανάσα του χάρου.

Μετά τη διήγηση, απλώθηκε νεκρική σιγή, ώστε μπορούσες να ακούσεις το θρόισμα των φύλλων, καθώς τα σκόρπιζε το αεράκι.

Η Ειρήνη έσπασε τη σιωπή λέγοντας :

-Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Ας τα ξεχάσουμε και ας πλάσουμε το μέλλον, όπως εμείς θα θέλαμε να είναι.

-Οι προσευχές μου εισακούστηκαν, είπε η Αναστασία. Δόξα να ‘χει ο Ύψιστος, επειδή διαβλέπω το χέρι του Θεού σε όλα αυτά.

Το βράδυ, η Ειρήνη κοιμήθηκε γλυκά. Ένιωσε ότι απαλλάχτηκε από το ασήκωτο βάρος που την πλάκωνε. Είδε το πιο ωραίο όνειρο. Ήταν εκεί ξανά στην αγαπημένη πόλη, αλλά σε άλλη εποχή. Επιβλητικά κτίρια με περίτεχνα
σκαλίσματα ήταν γύρω της. Μέσα στους δρόμους, έρεε χρυσό ποτάμι. Πλήθος άνθρωποι μάζευαν το χρυσάφι από τα νερά και περιέλουζαν τα μαλλιά τους. Γελούσαν και το κρυστάλλινο γέλιο τους έσμιγε με τον ήχο των νερών.

Η Ειρήνη ξύπνησε πλημμυρισμένη από ευχάριστα συναισθήματα. Οι άλλοι κοιμόνταν ακόμη, όταν η Ειρήνη γλίστρησε αθόρυβα έξω. Κατέβηκε στην ακρογιαλιά, ενώ τη συνόδευε το γλυκολάλημα των πουλιών. Κάθισε στα
βότσαλα, θαυμάζοντας του πελάγου τη γαλάζια ομορφιά και το κάστρο που υψωνόταν επιβλητικό, θυμίζοντας την αίγλη περασμένων εποχών. Ομορφιά, απάτητη και ανέγγιχτη από του τούρκου το ποδάρι!

-Να ‘μουν στην εποχή του ονείρου μου, ευχήθηκε η Ειρήνη.

Και να! Εμφανίζεται μπροστά της η πύλη του παρελθόντος.

Τι πειρασμός! σκέφτηκε η Ειρήνη. Η επιθυμία να ζήσει σε άλλη εποχή ήταν έντονη, αλλά δίσταζε κιόλας. Ποιος ξέρει, τι θα συναντούσε εκεί! Τελικά, νίκησε η λαχτάρα της να ζήσει λίγο τη μαγεία του παρελθόντος.

Εισέρχεται στην πύλη λίγο δισταχτικά και το ρεύμα του χρόνου την παρασύρει στη δίνη του. Η εποχή του ονείρου της δεν είναι άλλη από την εποχή της Φραγκοκρατίας.

.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΙΙΙ (σ. 272-276)

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑΤΟΣ

Το δειλινό της επόμενης μέρας, η Ειρήνη κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Ήθελε να μείνει μόνη με τις σκέψεις της. Κάθισε σε βραχάκι και άφησε τις σκέψεις της ελεύθερες να σμίξουν με τον παφλασμό των κυμάτων και τις κραυγές από τα θαλασσοπούλια. Μετά τη βροχή, ο ήλιος έλαμπε και πάλι, στέλνοντας τις ηλιαχτίδες του να παιχνιδίσουν με τα νερά. Χιλιάδες χρυσά βελόνια χοροπηδούσαν πάνω στα κύματα και το ουράνιο τόξο χρωμάτιζε απαλά το στερέωμα. Η λεπτή φιγούρα, την οποία είδε να περπατά πάνω στα βότσαλα, την πλησίαζε ολοένα. Μα δεν είναι δυνατόν. Η Ειρήνη σηκώθηκε
αναστατωμένη. Στέφανε! ψέλλισε συγκινημένη. Σε λίγα λεπτά βρισκόταν στην αγκαλιά του. Ένιωσαν τις ψυχές τους να ενώνονται και να πλαντάζουν από έρωτα.

Η Μοίρα μας έσμιξε και πάλι, κατάφερε να αρθρώσει η Ειρήνη.

– Είμαστε σώοι. Αυτό έχει σημασία σε τέτοιους δύσκολους καιρούς, είπε ο Στέφανος.

Κάθισαν στο βραχάκι. Είχαν τόσα να πουν! Όμως παρέμειναν σιωπηλοί, ατενίζοντας τη θάλασσα. Ενδόμυχα, φοβόνταν μήπως τα πονεμένα λόγια χαλάσουν ανεπανόρθωτα τη μαγεία της στιγμής. Και ήταν μοναδική
και ανεπανάληπτη η στιγμή της ένωσής τους.

Η Ειρήνη άνοιξε τη χούφτα της, δείχνοντας το διαμάντι που ιρίδιζε στο φως.

– Για μένα, η στιγμή της ένωσής μας αξίζει πιότερο και από διαμάντι, είπε η Ειρήνη.

Ο Στέφανος χαμογέλασε, σφίγγοντας το χέρι της.

– Σπάνιο και εντυπωσιακό διαμάντι, είπε, αφού περιεργάστηκε το κόσμημα. Πού το ανακάλυψες;

– Είναι κειμήλιο του παρελθόντος. Η εποχή στην οποία ανήκει χάνεται στα βάθη των αιώνων.

– Τότε, πώς βρέθηκε στα χέρια σου;

-Ταξίδεψα στο παρελθόν και έζησα στην εποχή, που έβρεχε ο ουρανός διαμάντια.

– Παραμύθι θα μου πεις;

– Παραμυθένια ήταν η εποχή γι’ αυτούς, που έζησαν βυθισμένοι στη χλιδή.

– Αν είναι αλήθεια όσα λες, θα ήθελα να ζήσω κι εγώ τέτοιες στιγμές.

– Εννοείς αυτό που λες;

– Φυσικά το εννοώ.

Εκείνη τη στιγμή, το ουράνιο τόξο χαμήλωσε μέχρι την ακροθαλασσιά.

– Έλα, είπε η Ειρήνη στον Στέφανο, που κοίταζε εκστατικός το παράξενο φυσικό φαινόμενο.

– Πιασμένοι χέρι – χέρι, εισήλθαν μες στην πολύχρωμη μαγεία. Το ουράνιο τόξο τους εκτόξευσε στα ύψη. Ταξίδεψαν πάνω από τα σύννεφα, ως τη στιγμή που το ουράνιο τόξο τους απίθωσε μαλακά σε καταπράσινο δάσος.

– Γνωρίζω αυτό το δάσος, είπε η Ειρήνη. Είναι ο χώρος της αρχαίας Σαλαμίνας.

– Πώς βρεθήκαμε εδώ; απόρησε ο Στέφανος, κοιτάζοντας φοβισμένα γύρω του.

– Εσύ θέλησες να με ακολουθήσεις. Μήπως μετάνιωσες;

– Δεν κινδυνεύουμε από τους τουρκους;

– Οι τούρκοι είναι μακριά από εδώ. Έλα, ας προχωρήσουμε, του είπε η Ειρήνη, πιάνοντάς τον μαλακά από το χέρι.

Προχώρησαν ως την άκρη του δάσους.

– Κοίταξε, του είπε η Ειρήνη, δείχνοντας του πέρα μακριά την πόλη, της οποίας η λευκότητα αστραποβολούσε στο φως.

– Είναι η Σαλαμίνα.

– Ω! είπε ο Στέφανος, κοιτάζοντας θαμπωμένος. Κοίταξε, Ειρήνη, είπε δείχνοντας τη θάλασσα. Εκεί, είναι αγκυροβολημένη η πιο όμορφη μικρή τριήρης, που είδα στη ζωή μου.

-Είναι η τριήρης με την οποία ταξιδέψαμε, όταν φύγαμε από την Αμμόχωστο.

Ο Στέφανος γύρισε και την κοίταξε.

– Έχεις ισχυρούς δεσμούς με το παρελθόν, σχολίασε.

Βάδισαν ανάμεσα στους μικρούς αμμόλοφους, που απλώνονταν μέχρι την παραλία. Ξαφνικά, σκόνταψαν σε κάτι σκληρό. Έσκυψαν και έσκαψαν με τα χέρια την είσοδο τάφου, που ήταν κυριολεκτικά θαμμένος μες στην άμμο. Η
Ειρήνη στάθηκε δισταχτική στην είσοδο, αλλά ο Στέφανος την τράβηξε από το χέρι.

– Έλα, ας εισέλθουμε.

Εισήλθαν μαζί με δέσμη ηλιαχτίδων, που δε διέλυσαν το σκοτάδι, στο οποίο ήταν βυθισμένος ο τάφος. Το μισοσκόταδο, ωστόσο, δεν μπόρεσε να κρύψει την τόση ομορφιά. Μες στη μαυρίλα, χρύσιζαν εκπληκτικά περιδέραια και σκουλαρίκια. Τα γυάλινα δοχεία χρωμάτιζαν το σκοτάδι με τα λαμπερά τους χρώματα. Αγγεία με περίτεχνα σχέδια ήταν γεμάτα με χρυσά νομίσματα και στη γωνιά, ξεχώριζε πλάκα από ελεφαντόδοντο, στην οποία ήταν
σκαλισμένο το δέντρο της ζωής.

– Αυτά τα εξαίσια έργα τέχνης δεν πρέπει να μείνουν εδώ. Κινδυνεύουν να πέσουν σε χέρια, που θα τα αγγίξουν δίχως αγάπη, δίχως εκτίμηση, είπε η Ειρήνη.

– Ποιος ξέρει, τι τύχη τα περιμένει. Θα πουληθούν στη μαύρη αγορά, προβλέπω.

– Όχι, είπε αποφασιστικά η Ειρήνη. Αυτό δε θα γίνει ποτέ. Στέφανε, θα με βοηθήσεις να τα μεταφέρουμε στο αρχαίο πλοίο.

Μες στο μούχρωμα, διακρίνουμε δύο σκούρες φιγούρες να μεταφέρουν τους θησαυρούς του αρχαίου κόσμου. Κανένα μάτι, είτε φίλου είτε εχθρού, δεν τους είδε. Μάρτυρας μοναδικός, ο ήλιος, που βύθισε το μυστικό μαζί του στο
απέραντο πέλαγο.

– Αρκετά πήραμε, είπε σε κάποια στιγμή ο Στέφανος. Ας φύγουμε, προτού μας ανακαλύψουν.

Βιάστηκαν να εισέλθουν στην τριήρη, που ξεκίνησε αμέσως ακολουθώντας το ουράνιο τόξο. Τους τύλιξε το σκοτάδι της νύχτας, λίγο προτού φτάσουν στην Πάφο. Κάποια στιγμή, τα αγγεία έγειραν και τα κέρματα χύθηκαν στα κύματα. Η θάλασσα γέμισε από χρυσούς αφρούς, που μετέφεραν τα νομίσματα ως την ακρογιαλιά. Ο Στέφανος και η Ειρήνη ένιωσαν να τους ζώνουν μαγικές δυνάμεις. Έριξαν τον αρχαίο θησαυρό στη θάλασσα, που ταξίδεψε συντροφιά
με τα κύματα ως την ακτή. Από εκεί, τον πήραν οι άνεμοι και η Ίρις και τον απέθεσαν στους τάφους των Βασιλέων. Η παράξενη λάμψη που έμοιαζε να εξέρχεται από τα έγκατα της γης τράβηξε τα βλέμματα των περαστικών, που
σταμάτησαν, για να θαυμάσουν το σπάνιο φαινόμενο. Μετά το αγκυροβόλημα, η τριήρης χάθηκε μεμιάς.

– Τι μέρα κι ‘αυτή, αναστέναξε ο Στέφανος. Αν μου τα έλεγες, πιθανόν να μη σε πίστευα.

– Νιώθω πως έχει συντελεστεί σπουδαίο έργο, απόψε, είπε η Ειρήνη. Σώσαμε κάτι από το αρχαίο κάλλος, που μας κληροδότησαν οι πρόγονοί μας.

– Αυτά που φέραμε, μιαρά χέρια δε θα τα αγγίξουν. Θα λάμπουν μέσα στους αιώνες, μάρτυρες της ομορφιάς που χάθηκε.

– Ας ελπίσουμε πως δε χάθηκε παντοτινά. Μας ανήκει, είπε η Ειρήνη και το χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.

.

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ (2016)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Η Ναταλία ζει με την οικογένειά της κοντά στην Κερύνεια. Τα πρώτα απειλητικά σύννεφα που διαφαίνονται στο βάθος του ορίζοντα
διαταράσσουν την ήσυχη ζωή της οικογένειας. Το πραξικόπημα και
η εισβολή σημαίνουν το τέλος αυτής της εποχής. Και τότε, αρχίζει η
οδύσσεια της Ναταλίας και της οικογένειάς της. Στο έργο υπάρχει η
περιπέτεια, το ερωτικό στοιχείο και απρόσμενες εξελίξεις.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Ι (σ. 109-127)

ΣΤΗΝ ΚΥΘΡΕΑ

Ανείπωτη θλίψη βάραινε τις ψυχές των ανθρώπων, που ταξίδευαν εκείνο το μοιραίο βράδυ. Κανένα άστρο δε φώτιζε τον δρόμο τους κανένα όνειρο δεν άνθιζε στις σκέψεις τους. Πότε – πότε, άκουγαν κάποιον απόμακρον πυροβολισμό να σκίζει το βαθύ σκοτάδι.
Στοιβαγμένοι στο πίσω και ανοιχτό μέρος του αυτοκινήτου, εμπιστεύτηκαν πλήρως τον Χρύσανθο, ο οποίος οδηγούσε σε κακοτράχαλους δρόμους, προσπαθώντας να αποφύγει τους τόπους όπου διεξαχτήκανε οι μάχες. Η Ναταλία έσφιγγε τον μικρό Ορέστη στην αγκαλιά της και η Θάλεια κρατούσε το μπράτσο της Μαρίνας. Τα παιδιά ένιωθαν τη σοβαρότητα της κατάστασης και δε διαμαρτύρονταν, δείχνοντας έτσι ασυνήθιστη ωριμότητα για την ηλικία τους.
Κατά τα μεσάνυχτα, διέκριναν από μακριά τα φώτα της Κυθρέας. Η Θάλεια αναστέναξε ελαφρά λέγοντας:
-Δόξα σοι ο Θεός. Σε λίγο θα είμαστε εκεί
Στη στροφή λίγο έξω από το χωριό, είδαν το σπίτι της Ουρανίας και του Χρίστου να φαντάζει κάτασπρο μέσα στη νύχτα. Ο Χρύσανθος έστριψε και στάθμευσε κάτω από ένα πεύκο. Κατέβηκαν όλοι μουδιασμένοι.
– θα τους τρομάξουμε. Δε μας περιμένουν, είπε η Θάλεια κοιτάζοντας το σκοτεινό σπίτι.
– Ω Θεέ μου, σχολίασε η Ναταλία, υπάρχει τόση γαλήνη εδώ, ώστε κανείς δε θα φανταζόταν ότι γίνεται λουτρό αίματος, μόλις λίγα μίλια μακριά από εδώ.
Οι πατημασιές τους ακούστηκαν έντονα πάνω στα ξερά φύλλα. 0 Χρύσανθος κάθισε σε πέτρα ανάβοντας τσιγάρο. 
– Εδώ, θα σας αφήσουμε.
– Πώς; Γιατί; Αναφώνησαν έντρομοι οι υπόλοιποι, διερωτώμενοι τι συμβαίνει.
– Θα περάσουμε πρώτα από τη Λευκωσία, άρχισε να λέει η Καίτη.
– Μα είναι κόλαση εκεί, τη διέκοψε απορημένη η Θάλεια.
– Θα αναζητήσουμε τον πατέρα μου που μένει στον Άγιο Παύλο. Αν τον βρούμε, τότε θα αποφασίσουμε μαζί πού θα καταφύγουμε.
– Ποιος ξέρει αν θα ξαναϊδωθούμε, είπε η Ναταλία.
– Θα ξαναϊδωθούμε και θα αναπνεύσουμε μαζί τον αέρα της Λευτεριάς. Καλή αντάμωση, τους ευχήθηκε ο Χρύσανθος.
– Καλή αντάμωση!
– Καλή αντάμωση!
Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν συγκινημένοι. Ακίνητοι, παρακολουθούσαν το αυτοκίνητο να απομακρύνεται με μεγάλη ταχύτητα.
– «Αντίο, αντίο» άκουγαν τις φωνούλες των παιδιών, που τους αποχαιρετούσαν κουνώντας τα χεράκια τους.
Όταν το αυτοκίνητο χάθηκε στη στροφή του δρόμου, προχώρησαν προς το σπίτι. Δεν πρόλαβαν να χτυπήσουν το κουδούνι και η πόρτα άνοιξε διάπλατα. Μέσα στο μισοσκόταδο ξεχώρισαν τη μορφή της Ουρανίας, η οποία κοιτούσε κατάπληκτη τους νυχτερινούς επισκέπτες.
– Ουρανία μου, μη φοβάσαι. Εμείς είμαστε, της είπε η Θάλεια.
– Ποιες εσείς; Ρώτησε η Ουρανία αδυνατώντας να τις αναγνωρίσει.
– Η Θάλεια, η Ναταλία, η Έλενα. 
– Ω Θεέ μου, αναφώνησε η Ουρανία φέρνοντας το χέρι στο στόμα της. Ποιος θα το φανταζόταν ότι θα ερχόσαστε νυχτιάτικα!
– Μαμά, μαμά, τι συμβαίνει; Ακούστηκαν οι ανήσυχες φωνές της Ειρήνης και της Άρτεμης, οι οποίες εμφανίστηκαν στο κατώφλι με τα μαλλιά τους να ανεμίζουν ξέπλεκα.
– Οι αγαπημένες μας από τον Άγιο Επίκτητο, απάντησε η Ουρανία.
Τα κορίτσια άνοιξαν την αγκαλιά τους κραυγάζοντας χαρούμενα.
– Νάταλη μου! Γλυκιά μου Έλενα!
– Πόσο χαιρόμαστε που σας ξαναβλέπουμε! Είπε η Έλενα.
– Απρόβλεπτη, αλλά συγκινητική η συνάντησή μας, είπε η Ναταλία.
Πέρασαν μέσα και σωριάστηκαν στις πολυθρόνες, εξαντλημένες από τις αλλεπάλληλες συγκινήσεις της ημέρας.
– Του τούρκου το ποδάρι πατά τα ιερά χώματα της Κερύνειας.
Ξεδιπλώνεται η παλιά Οθωμανική αυτοκρατορία, είπε η Ναταλία.
– Απίστευτο, μα αληθινό, είπε η Έλενα.
– Τι μοίρα είχες πατρίδα μου, να σε παιδεύουν οι οχτροί αιώνες τώρα. Και από τους στεναγμούς σου να ριγεί το πέλαγο και η γη, είπε η Θάλεια.
– Βαρύ το πέλμα του κατακτητή, ποτέ σου να μη σηκωθείς, μα πάντα σκλάβα να ’σαι, συμπλήρωσε η Ουρανία.
– Ποτέ! Ποτέ σκλάβοι ξανά. Θα τους πολεμήσουμε, μέχρι να χυθεί και η τελευταία ρανίδα του αίματός μας, δήλωσε η Ειρήνη.
– Ω! Να ακούγατε τα αεροπλάνα τους να βομβαρδίζουν! Να βλέπατε τον Πενταδάχτυλο να καίγεται απ’ άκρη σ’ άκρη! Είπε η Ναταλία.
Έξαφνα σώπασαν όλες. Το φοβερό προαίσθημα που τις είχε κυριέψει ήταν αισθητό στην ατμόσφαιρα. Πρώτη η Άρτεμη τόλμησε να σπάσει τη σιωπή που είχε απλωθεί.
– Αν έλθουν οι Τούρκοι, τι μας μέλλεται να πάθουμε;
– Πάψετε να προβλέπετε τα χειρότερα, είπε ψύχραιμα η Ουρανία, προσπαθώντας να ανυψώσει το ηθικό της ομήγυρης.
Η Ναταλία στάθηκε δίπλα της. Οι γενναίοι μας δε θα τους αφήσουν, είπε. Κι αν δεν έχουν όπλα, έχουν ψυχή. Θαρραλέα ψυχή, αντρειωμένα κορμιά, τα οποία σαν τείχος απροσπέλαστο θα προτάξουν στον εχθρό.
– Ας εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στον Θεό, ψιθύρισε η Λίζα.
Οι ανησυχίες που είχαν μοιραστεί τέντωσαν τα νεύρα τους, προκαλώντας τους αϋπνία. Τα κορίτσια γυρόφερναν έξω στον κήπο, χωρίς να ησυχάζουν. Κοίταζαν τον ουρανό ψάχνοντας για εχθρικά αεροπλάνα και αφουγκράζονταν προοπτικά, προσπαθώντας να ξεχωρίσουν τον απόηχο της μάχης. Κατά τις
αυγινές ώρες, είχαν αποκάμει πλέον. Αποκοιμήθηκαν στις πολυθρόνες, εξαντλημένες από την υπερένταση και το ξενύχτι. Οι μέρες κύλησαν γεμάτες φόβο και αγωνία. Αγωνία για το αβέβαιο αύριο. Νύχτα και μέρα, βρίσκονταν διαρκώς σε εγρήγορση. Πετάγονταν αλαφιασμένες στον παραμικρό ύποπτο θόρυβο. Η λέξη τούρκος τις έκανε να τρέμουν σύγκορμες.
Ήταν απόγευμα, 14 Αυγούστου. Η Ναταλία βρισκόταν στον κήπο. Κρατούσε μαργαρίτα στα χέρια της και τη μαδούσε αφηρημένη κοιτάζοντας τον δρόμο. Τότε, τον είδε. Είδε τον πληγωμένο στρατιώτη να πλησιάζει κουτσαίνοντας στο σπίτι. Ήταν γεμάτος με αίματα και βογγούσε. Έτρεξε αμέσως να ειδοποιήσει τις άλλες.
– Μαμά, θεία Ουρανία, ελάτε γρήγορα.
Βγήκαν όλες έξω, φανερά αναστατωμένες. Η Θάλεια και η Ουρανία έτρεξαν προς τον στρατιώτη, τον έπιασαν από τα μπράτσα και τον βοήθησαν να ανεβεί τα σκαλοπάτια. Τον ξάπλωσαν στον μεγάλο καναπέ και η Ουρανία, γρήγορη σαν αστραπή, έφερε φάρμακα και επιδέσμους.
– Πρέπει να πεταχτώ στο χωριό, είπε δίνοντας τα φάρμακα στη Θάλεια. Θα προσπαθήσω να βρω γιατρό.
– «Μόνο να κάνεις γρήγορα», της είπε η Θάλεια, ενώ άρχισε να καθαρίζει τις πληγές. «Κορίτσια, τραβηχτείτε λίγο πίσω, σας παρακαλώ».
Τα κορίτσια έσφιγγαν ανήσυχα τα χέρια η μια της άλλης, προσπαθώντας με κόπο να κρύψουν την ταραχή τους. Μόνον η Ναταλία διατηρούσε την ψυχραιμία της και ετοίμαζε επιδέσμους.
– Έρχονται οι Τούρκοι, είπε ο άγνωστος στρατιώτης ανασαίνοντας βαριά.
Η Ναταλία ένιωσε την καρδιά της να σφυροκοπά στο στήθος της.
– Ηρέμησε, παιδί μου, του είπε η Θάλεια καθησυχάζοντάς
τον. Ο Θεός είναι μεγάλος.
– Έρχονται οι Τούρκοι, επανέλαβε ο στρατιώτης. Τα καταραμένα αεροπλάνα τους βομβαρδίζουν ανηλεώς, σκορπίζοντας τον θάνατο στον άμαχο πληθυσμό. Είδαμε τον ουρανό να γεμίζει με φωτιά, σίδερο και ατσάλι. Τους πολεμήσαμε με λύσσα, σχεδόν στήθος με στήθος. Δυστυχώς οι γραμμές μας έχουν διασπαστεί από τον εχθρό. 
Ο στρατιώτης μιλούσε με δυσκολία. Η ανάσα του κοβόταν διαρκώς. Η Ναταλία απευθύνθηκε σ’ αυτόν λέγοντας:
– Είναι μεγάλος ο κόπος να μιλάς…
– Άλκης· Άλκης είναι το όνομά μου. Η φύση έγινε ο βουβός μάρτυρας των πιο ηρωικών κατορθωμάτων. Κάποιοι θα ζήσουν να τα διηγηθούν. Κάποιοι άλλοι, όχι. Έχουν πετάξει στην αιωνιότητα μαζί με τις ψυχές των ηρώων.
Ακούστηκαν βήματα στα σκαλοπάτια. Όλες γύρισαν το κεφάλι. Η Ουρανία εμφανίστηκε λαχανιασμένη στο κατώφλι.
– Δε βρήκα κανέναν, είπε. Το χωριό έχει αδειάσει. Οι περισσότεροι έφυγαν, είτε ετοιμάζονται να φύγουν. Μάταια παρακάλεσα κάποιους γνωστούς να μας πάρουν μαζί τους. Δυστυχώς δεν έχουν τόπο, ήταν η απάντηση.
Οι άλλες χλόμιασαν. Σιωπή απλώθηκε.. Οδυνηρή σιωπή. Μόνο το αεράκι ακουγόταν να φυσάει ελαφρά. Γαλήνη στη φύση· απατηλή όμως.
– Ας προσευχηθούμε, πρότεινε η Ναταλία.
Έμειναν ξάγρυπνες όλο το βράδυ. Τεταμένη η ατμόσφαιρα, τρικυμισμένες οι ψυχές που περιμένουν το αβέβαιο αύριο. Το αύριο που θα ξημερώσει δίχως ελπίδα. 15 Αυγούστου. Τη γαλήνη του πρωινού την τάραξαν οι απόμακροι πυροβολισμοί. Καθώς περνούσε η ώρα, το φως γινόταν λαμπρότερο και οι πυροβολισμοί δυνατότεροι. Από τα παράθυρα, είδαν να έρχονται τα τουρκικά τανκς, τα οποία ακολουθούσε ολόκληρος στρατός.
– Κουράγιο, τους φώναξε η Θάλεια. Μη δείξετε ότι τους φοβάστε.
Όλες έκαναν τον σταυρό τους και στάθηκαν όρθιες να τους περιμένουν. Ο εκκωφαντικός ήχος των πυροβολισμών και των οβίδων τους τρυπούσε τα αυτιά. Σε λίγο, άκουσαν τα βαριά βήματά τους στον κήπο και τα σκαλοπάτια. Δεν ήταν νυχτερινός εφιάλτης, αλλά η φοβερή πραγματικότητα, η πόρτα που άνοιξε διάπλατα και έμπασε μέσα τους οχτρούς. Στέκονταν τώρα μπροστά τους. Τις τράβηξαν βίαια στη γωνιά και μπήκαν στα δωμάτια. Ακούστηκαν βρισιές και φράσεις στα τουρκικά, ενώ άνοιγαν τα συρτάρια και τα ερμάρια. Αφού λεηλάτησαν το σπίτι, επέστρεψαν στο σαλόνι φορτωμένοι με χρυσαφικά και πολύτιμα αντικείμενα. Ο αξιωματικός τους διέταξε με βροντερή
φωνή δείχνοντας τον τραυματία. Ευθύς, οι τούρκοι στρατιώτες άρπαξαν τον Αλκή και τον έσυραν στο πάτωμα.
– Μη το παιδί, μη, διαμαρτυρήθηκε έντονα η Ουρανία πλησιάζοντας τον Αλκή.
Ένας τούρκος την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσπρωξε προς την πόρτα φωνάζοντας άγρια.
– Μαμά, μαμά, φώναξε η Ειρήνη και η Άρτεμη προσπαθώντας να πλησιάσουν τη μητέρα τους.
Οι Τούρκοι όμως τις τράβηξαν από τα μαλλιά, βρίζοντας χυδαία και τις έσυραν βάναυσα στο πάτωμα.
– Μείνετε ακίνητες, ψιθύρισε η Θάλεια στις κόρες της.
Άκουσαν τον θόρυβο των σωμάτων, καθώς οι τούρκοι τους
κατέβαζαν από τα σκαλοπάτια, ανάμιχτο με τις γοερές κραυγές
των κοριτσιών. Ποιος ξέρει τι τους έκαναν. Ανατρίχιασαν.
– Μην κουνηθείτε, τις υπενθύμισε η Θάλεια.
Έμειναν εκεί, στριμωγμένες στη γωνιά. Έκδηλη η απόγνωση στα ωχρά πρόσωπα των κοριτσιών. Η αγωνία αβάσταχτη, οι ώρες ατέλειωτες· και οι οδυνηρές σκηνές να ζωντανεύουν στη θύμησή τους ξανά και ξανά. Η ανυπόφορη ζέστη επιδείνωσε την κατάσταση. Τα ρούχα τους κολλούσαν και τα πρόσωπά τους ήταν γεμάτα με σταγόνες από ιδρώτα.
Κατά το σούρουπο, άκουσαν πολλή φασαρία στην αυλή. Η Ναταλία σηκώθηκε και κοίταξε από το τζάμι. Είδε τσούρμο από γυναίκες και άντρες να τους σέρνουν οι τούρκοι και να τους χτυπούν αλύπητα με τα όπλα. Οι περισσότεροι ήταν ηλικιωμένοι. Τους έφεραν πάνω στο σπίτι.
Οι Τούρκοι βρίζοντας, σπρώχνοντας και χτυπώντας, τους έκλεισαν όλους στη βιβλιοθήκη. Κανείς δε μιλούσε. Πελιδνό, χωρίς σταγόνα αίμα, ήταν το πρόσωπο της Ναταλίας, αλλά το βλέμμα της… ω! Εκείνο το βλέμμα τρυπούσε τα τρίσβαθα της ψυχής. Είχε τη δύναμη του απύθμενου μίσους. Ο αριστερός
ώμος, τον οποίο είχαν χτυπήσει, την πονούσε φοβερά. Πέρασαν τη νύχτα, άλλοι ξαπλωμένοι στο χαλί και άλλοι στις πολυθρόνες.
Τα χαράματα, κάποιος άνοιξε την πόρτα και τους πέταξε μερικά ξεροκόμματα ψωμί. Ένα αντρόγυνο ζήτησε να πάει στην τουαλέτα. Λίγα λεπτά αργότερα, ακούστηκαν πυροβολισμοί.
Όλοι πάγωσαν από φρίκη. Νεκρική σιγή απλώθηκε. Φύλλο δεν κουνιόταν, ανάσα δεν ακουγόταν· μόνο το φάσμα του θανάτου πλανιόταν απειλητικά στην ατμόσφαιρα.
Έμειναν έτσι μέχρι το βράδυ. Τότε η Θάλεια ψιθύρισε στο αυτί των κοριτσιών.
– Μην κοιμηθείτε. Απόψε τα μεσάνυχτα, θα φύγουμε.
Ο ύπνος δε σφάλισε τα βλέφαρα των κοριτσιών εκείνο το βράδυ. Με τα μάτια ορθάνοιχτα παρακολουθούσαν τις κινήσεις των Τούρκων.
Το μεγάλο ρολόι στο σαλόνι σήμανε μεσάνυχτα. Η Θάλεια έδωσε το σύνθημα με τα μάτια. Άνοιξαν αθόρυβα την πόρτα και γλίστρησαν έξω. Προχώρησαν προς την κουζίνα πατώντας στις μύτες των ποδιών.
– Το σπίτι είναι περικυκλωμένο· όμως δεν έχουμε άλλη επιλογή, ψιθύρισε η Θάλεια.
– Βλέπετε; είπε η Ναταλία δείχνοντας προς τα δυτικά. Εκεί, οι τούρκοι είναι αραιοί. Θα προσπαθήσουμε να διαφύγουμε από εκεί, έρποντας μαλακά ανάμεσα στους θάμνους.
– Φαγώσιμα; Νερό; Ρώτησε η Λίζα.
– Λίγα μόνο, της απάντησε η Θάλεια
Η Έλενα άρπαξε βιαστικά δύο μπουκάλες με νερό και η Λίζα πήρε μερικά παξιμάδια.
Η Ναταλία γύρισε και κοίταξε τη βαλίτσα. Απαλό φως ξεχυνόταν από μέσα.
– Δεν έχουμε την πολυτέλεια, της είπε η μητέρα της καταλαβαίνοντας τις προθέσεις της κόρης της. Φεύγουμε. Δεν έχουμε καιρό.
Άνοιξαν προοπτικά την πόρτα και σύρθηκαν έξω έρποντας.
Σέρνονταν αργά και αθόρυβα ανάμεσα στους θάμνους.
– Αλτ! Ακούστηκε ξαφνικά. Σταμάτησαν αμέσως.
Ένας τούρκος βρισκόταν μόλις λίγα μέτρα μακριά τους. Ένας άλλος τον πλησίασε και άρχισαν να συνομιλούν. Με την ψυχή στο στόμα, περίμεναν υπομονετικά κάνοντας σιωπηλά τον σταυρό τους. Σύντομα, τους είδαν να απομακρύνονται. Αναστέναξαν ανακουφισμένες και συνέχισαν την πορεία τους.
Έπειτα από αρκετή ώρα, γύρισαν και κοίταξαν πίσω τους. Το σπίτι είχε χαθεί πίσω από τον λοφίσκο και οι τούρκοι μαζί του.
– Γλιτώσαμε, είπε η Έλενα κάνοντας τον σταυρό της. Οι άλλες τη μιμήθηκαν.
– Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Ας βιαστούμε, είπε η Ναταλία ταχύνοντας το βήμα της.
Δεν πρόλαβε να προχωρήσει μερικά βήματα και βρέθηκε μπροστά σε θέαμα μακάβριο. Η Ναταλία δάγκωσε με δύναμη τα χέρια της, για να μην κραυγάσει. Μέσα σε λίμνη αίματος, κειτόταν μητέρα με το παιδί στην αγκαλιά της. Ατένιζαν το στερέωμα με τα γυάλινα μάτια τους. Αγκαλιασμένοι στη ζωή
και τον θάνατο, πέταξαν μαζί στην αιωνιότητα. Η Ναταλία έγνεψε στις άλλες να σταματήσουν. Είχαν ήδη πλησιάσει αρκετά.
– Ο Θεός ας αναπαύσει τις ψυχές τους, ψιθύρισε η μητέρα της.
– Ο Θεός ας τιμωρήσει τους φονιάδες, είπε η Έλενα με φωνή που παλλόταν από το μίσος.
Η Ναταλία γύρισε και την κοίταξε. Μπροστά της, δε στεκόταν η μικρή και τρυφερή Έλενα. Οι ώρες του πόνου και της αγωνίας μεταμόρφωσαν την αθώα παιδούλα. Η ζωή τής είχε δείξει το απάνθρωπο πρόσωπό της, αφήνοντας ανεξίτηλα σημάδια στη ψυχή της.
– Δεν έχουμε χρόνο στη διάθεσή μας. Ας φύγουμε γρήγορα από εδώ. Το σκοτάδι της νύχτας μας προστατεύει.
Συνέχισαν την πορεία τους, άλλοτε περπατώντας και άλλοτε τρέχοντας, σαν να ‘χαν φτερά στα πόδια τους. Το φως του φεγγαριού τρεμόπαιζε μέσα στις φυλλωσιές. Αλλόκοτες σκιές χόρευαν ξέφρενα. Έλεγες πως χιλιάδες εχθρικά μάτια τις παρακολουθούσαν, κρυμμένα μέσα στο δάσος. Και αυτές, να τρέχουν, να τρέχουν ολοένα προσπαθώντας να ξεφύγουν. Η κόπωση δεν
κατέβαλε τα κορμιά τους εκείνο το βράδυ. Σταμάτησαν μόνον, όταν τα πρώτα σκιρτήματα της αυγής σήκωσαν το πέπλο της νύχτας. Κρύφτηκαν στο πρώτο σύδεντρο που συνάντησαν. 
– Θα μείνουμε εδώ μέχρι το βράδυ, είπε η Θάλεια. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.
– Ω μαμά, διαμαρτυρήθηκε η Έλενα. Νιώθω τους τούρκους να μας ζώνουν τριγύρω. Δεν είναι καλή ιδέα να μείνουμε τόσες ώρες εδώ.
– Είναι πιο επικίνδυνο, αν προχωρήσουμε. Το φως της μέρας μας καθιστά εύκολο στόχο. Ξαπλώστε εδώ και προσπαθήστε να κοιμηθείτε, είπε η Θάλεια σπρώχνοντας τα κορίτσια ελαφρά και αναγκάζοντάς τες να καθίσουν.
Κάθισαν ανάμεσα στους θάμνους.
– Εκείνο το φως που ξεχυνόταν από τη βαλίτσα, το είδατε; ρώτησε η Ναταλία.
Όλες γύρισαν και την κοίταξαν.
– Πιστεύω ακράδαντα, συνέχισε η Ναταλία, ότι προερχόταν
από το εικόνισμα της Παναγίας.
– Αν είναι έτσι, μεγάλη η Χάρη της, ψιθύρισε η Λίζα και σταυροκοπήθηκε.
– Έτσι είναι και αν φτάσαμε ως εδώ σώες και αβλαβείς, το
χρωστούμε σ’ Εκείνη. Αν είχαμε την εικόνα της!
– Η Παναγία θα μας προστατέψει, έστω και αν δεν έχουμε το
εικόνισμά της. Να είστε σίγουρες γι’ αυτό, είπε με σταθερότητα η μητέρα της.
Έγειραν πάνω στο χώμα έχοντας προσκέφαλο τα ξερά φύλλα. Το χλιαρό αεράκι και το θρόισμα των φύλλων τις αποκοίμισαν πολύ γρήγορα, j
Ήταν απόγευμα, όταν η Ναταλία άνοιξε τα μάτια της. Άκουσε πατημασιές στα ξερά φύλλα και προτού προλάβει να σηκωθεί, δύο τούρκοι εμφανίστηκαν μπροστά της. Η κραυγή της Ναταλίας έσκισε τον αέρα, κάνοντας τα πουλιά να πετάξουν.
Οι άλλες ξύπνησαν αμέσως τρομαγμένες και ανασηκώθηκαν. Οι δύο τούρκοι κάτι είπαν μεταξύ τους και τις πλησίασαν χασκογελώντας. Ευθύς, ρίχτηκαν πάνω στη Ναταλία και την Έλενα. Η Ναταλία δεν άφησε τον πανικό να την παραλύσει. Το μίσος και ο πόθος για εκδίκηση σκλήραναν την καρδιά της και
άδραξαν το χέρι της, διοχετεύοντάς της πρωτόγνωρη δύναμη. Προσπάθησε να πιάσει την πέτρα που βρισκόταν δίπλα της. Έριξε με δύναμη την πέτρα στον τούρκο, ενώ ταυτόχρονα τον κλότσησε. Ο τούρκος ούρλιαξε και σηκώθηκε αγριεμένος τραβώντας το όπλο του. Δεν πρόλαβε να πυροβολήσει και έπεσε καταματωμένος. Η πέτρα που του έριξε η Θάλεια τον πέτυχε
στο κεφάλι. Ο άλλος τούρκος, ακούοντας τα ουρλιαχτά, σηκώθηκε και επιτέθηκε στη Θάλεια. Γρήγορη σαν αστραπή, η Ναταλία άρπαξε την πέτρα την οποία έριξε η μητέρα της και την ίδια στιγμή, έλιωσε το κεφάλι του τούρκου μ’ αυτή. Αγκομαχώντας και γεμάτες αίματα, έμειναν να κοιτάζουν τους οχτρούς λίγα λεπτά.
– Πέθαναν; Κατόρθωσε να ψελλίσει η Ναταλία.
– «Γρήγορα, ας φύγουμε», είπε η μητέρα της σπρώχνοντας με δύναμη τα κορίτσια. «Ίσως να μην είναι μόνοι τους και οι άλλοι να τους αναζητήσουν. Τρέξτε.»
Άρχισαν να τρέχουν με όλη τους τη δύναμη. Δε γύρισαν να κοιτάξουν πίσω ούτε μία φορά. Η Ναταλία ένιωθε ακόμη τη βρομερή ανάσα του τούρκου στον λαιμό της και τα χέρια του να πασπατεύουν το κορμί της. Είχε την αίσθηση ότι τα τέρατα της Ασίας την κυνηγούσαν. Ο τρόμος που τη διακατείχε ήταν
απερίγραπτος. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να μειώσει τη φοβερή αηδία που συγκλόνιζε το είναι της, Περπατούσαν σε πιο πεδινό έδαφος τώρα και πάνω σε απομεινάρια από θερισμένα στάχυα. 
– Ακούω πατημασιές, είπε σε κάποια στιγμή η Ναταλία. Οι άλλες σταμάτησαν και αφουγκράστηκαν. Τα ξεραμένα στάχυα και τα ξερόκλαδα έτριζαν ελαφρά στο φύσημα του αέρα.
– Δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φαντασία σου, που δίνει τερατώδεις διαστάσεις στο παραμικρό, είπε η μητέρα της.
– Κοιτάξτε εκεί, είπε η Έλενα, δείχνοντας με το δάχτυλό της.
Στα δεξιά τους, διέκριναν τα φώτα κάποιου χωριού. Τον σκοτεινό φόντο του ουρανού τον φώτιζαν οι λάμψεις της φωτιάς, που ήταν αναμμένη έξω από το χωριό. Ανθρώπινες σκιές που φαίνονταν να κινούνται γύρω από τη φωτιά σκούρυναν τις κοκκινωπές ανταύγειες. Κάτι καιγόταν και η δυσάρεστη οσμή
τους προκάλεσε αναγούλα.
– Ας απομακρυνθούμε γρήγορα από εδώ. Μεταβολή προς τα
αριστερά, έδωσε οδηγίες η Θάλεια.
Άλλαξαν κατεύθυνση. Περπατούσαν γρήγορα. Φοβερές υπόνοιες κλωθογύριζαν στο μυαλό τους· όμως δεν τολμούσαν να τις πουν. Μόλις χάραξε, έψαξαν γρήγορα για καταφύγιο. Ήταν δύσκολο να βρουν ανοιχτή πεδιάδα. Τελικά, βολεύτηκαν ανάμεσα σε δύο θημωνιές. Το τρίτο βράδυ, έφτασαν στον κύριο δρόμο Λευκωσίας – Αμμοχώστου και τον προσπέρασαν.
Ξαφνικά, πρόσεξαν να κινείται ανθρώπινη μάζα, πέρα μακριά.
Πάγωσαν.
– Γρήγορα, κρυφτείτε εδώ στους θάμνους, τις διέταξε η Θάλεια.
Δεν είχαν άλλη επιλογή. Έπρεπε να κρυφτούν χωρίς χρονοτριβή. Κρύφτηκαν όσο μπορούσαν καλύτερα μέσα στους θάμνους και περίμεναν. Είδαν την τουρκική περίπολο να τις πλησιάζει και έκαναν τον σταυρό τους. Δεν ανάπνεαν σχεδόν, μέχρι να περάσει και ο τελευταίος στρατιώτης. Περίμεναν 
μέχρι να απομακρυνθούν τόσο, ώστε να φαίνονται σαν μικρές μαύρες κουκκίδες. Τότε σηκώθηκαν και συνέχισαν την πορεία τους.
Το πρωινό τις βρήκε κατάκοπες και εξαντλημένες. Τα λιγοστά τρόφιμα και το νερό είχαν λείψει.
– Αν ξέραμε τουλάχιστον ότι οι τούρκοι είναι μακριά, τότε θα τολμούσαμε να φανερωθούμε και να ζητήσουμε βοήθεια, είπε η Ναταλία.
– Θα προτείνω κάτι, είπε η Έλενα. Μόλις πλησιάσουμε σε κατοικημένη περιοχή, τότε θα πάει μία από εμάς να ελέγξει την κατάσταση.
– Όχι τώρα. Δε θα επιτρέψω σε καμία να ριψοκινδυνέψει τη ζωή της στο φως την ημέρας, αντέδρασε η Θάλεια. Καλύτερα να πεθάνουμε από την πείνα και τη δίψα παρά από βόλι εχθρικό.
Έτσι μιλώντας, δεν αντιλήφθηκαν το όχημα που τις πλησίασε αθόρυβα.
A! ψώνισε ξαφνικά η Λίζα. Οι άλλες γύρισαν και είδαν το τουρκικό στρατιωτικό αυτοκίνητο μπροστά τους. Με τρόμο είδαν τον τούρκο στρατιώτη να κατεβαίνει και να τις πλησιάζει.
Η Θάλεια περπάτησε και στάθηκε μπροστά του.
– Σε παρακαλώ, μην πειράξεις τα κορίτσια, του είπε.
Τότε, προς μεγάλη έκπληξη όλων, ο τούρκος μίλησε ελληνικά.
– Δε θα πειράξω τα κορίτσια. Βλέπετε, δεν είμαι τούρκος. Ο στρατιώτης τις πλησίασε και τότε όλες αναφώνησαν μεμιάς.
– Ο Αλκής!
Τον περικύκλωσαν βομβαρδίζοντάς τον με ερωτήσεις. 
– Πώς βρέθηκες εδώ;
– Πώς κατάφερες να γλιτώσεις;
– Πώς έπεσε το τουρκικό αυτοκίνητο στα χέρια σου;
– Σταματήστε σας παρακαλώ, φώναξε ο Άλκης. Η ώρα δεν είναι κατάλληλη για συζητήσεις. Ο οχτρός ελλοχεύει. Δε νιώθετε την παρουσία του σε κάθε θάμνο, δέντρο και κλαδί; Ο οχτρός μας ζυγώνει από παντού. Αν καταφέρουμε να διαφύγουμε…. Γρήγορα, εισέλθετε στο αυτοκίνητο και κρυφτείτε. Οι κοπέλες συνέλαβαν το νόημα και συμμορφώθηκαν αμέσως. Γρήγορα και αθόρυβα μισοξάπλωσαν στα καθίσματα, ώστε να μην είναι ορατές. Ο Άλκης ξεκίνησε αμέσως.
– Με τη βοήθεια του Θεού, θα βρισκόμαστε στις ελεύθερες περιοχές, σε μία ώρα. Εφόσον ανυπομονείτε να μάθετε τη ροή των γεγονότων, ακούστε. Οι τούρκοι μας έσυραν βάναυσα μέχρι τα αυτοκίνητά τους και με μετέφεραν σε σπίτι μαζί με άλλους. Δε γνωρίζω πού μετέφεραν την Ουρανία και τις κοπέλες.
Έπειτα από μερικές μέρες, οι τούρκοι επέστρεψαν και αφού μας έβρισαν και μας χτύπησαν αλύπητα, τράβηξαν βίαια τους άλλους έξω. Το επόμενο βράδυ, έστειλαν κάποιον και για μένα.
Τέτοιες στιγμές που δεν γνωρίζεις αν θα ζήσεις ή θα πεθάνεις, νιώθεις έντονα τη Θεία Παρουσία. Δε σε λησμόνησαν οι ουρανοί! Σε ενισχύουν σωματικά και ψυχικά.
Ξαφνικά, ένιωσα το αίμα να κυλάει ορμητικά στις φλέβες μου. Το πληγωμένο μου πόδι δε με πονούσε πια. Ένιωσα το κορμί μου ρωμαλέο. Σηκώθηκα όρθιος, χτύπησα τον τούρκο και φόρεσα τα ρούχα του. Όταν βγήκα έξω, κανείς δε μου έδωσε σημασία. Ήμουν, βλέπετε, ντυμένος στρατιωτικά. Δεν ήταν δύσκολο εκείνη την ώρα να βρω άδειο αυτοκίνητο.
Ο Άλκης σιώπησε. Οι γυναίκες, εξουθενωμένες από την πείνα και τις κακουχίες, δεν είχαν διάθεση να συνεχίσουν τη συζήτηση. Δεν έβλεπαν την ώρα να πατήσουν σε ελεύθερο έδαφος.
– Κοιτάξτε, είπε ο Άλκης ύστερα από λίγη ώρα. Οι γυναίκες ανασηκώθηκαν δισταχτικές και μουδιασμένες.
Η απέραντη πεδιάδα που απλωνόταν μπροστά τους ήταν καλυμμένη με αντίσκηνα.
– Προσφυγικός καταυλισμός, σχολίασε η Ναταλία
Αχ κόσμε, πού ’ναι οι κλίνες οι γλυπτές,
τα εξαίσια υφαντά σου,
που τα υφάναν κορασιές
κάποιες αχνόφωτες βραδιές;
Μα τώρα, έχεις κλίνη σου τη γη,
την πέτρα προσκεφάλι
και στρώμα τα ξερά κλαδιά,
τα χρυσαφένια στάχυα,
– Βρισκόμαστε κοντά στην Άχνα, ανάγγειλε ο Άλκης. Το αυτοκίνητο σταμάτησε και ο Άλκης κατέβηκε, χωρίς να δώσει εξηγήσεις. Σύντομα, επέστρεψε ντυμένος με τη δική του στολή.
– Είναι επικίνδυνο να κυκλοφορώ με την τουρκική στολή, εξήγησε.
Μόλις έφτασαν στη Σκάλα, εγκατέλειψαν το τουρκικό αυτοκίνητο και συνέχισαν περπατητοί.
Τι κι αν τα σώματα είναι εξαντλημένα, τα μάτια τους βαθουλωμένα, τα πρόσωπα ωχρά; Πετά η ψυχή ξαλαφρωμένη. Είχαν σωθεί, δεν ήταν σκοτωμένοι.
Βαδίζοντας, έσμιξαν με τους άλλους. Έλεγες πως ολόκληρη στρατιά από κουρελήδες είχε κατακλύσει τους δρόμους. Δεν ήταν στρατιώτες· δεν ήταν οχτροί. Τα θλιμμένα τους μάτια ατένιζαν τη χαμένη πατρίδα. Το ’νιωθες πως ανήκαν εκεί.
Άλλοι κυκλοφορούσαν κρατώντας τα μπογαλάκια τους στα χέρια και άλλοι έσφιγγαν στην αγκαλιά τους τα μικρά παιδιά που έκλαιγαν. Η ατμόσφαιρα, έντονα ηλεκτρισμένη, άγγιζε τα μύχια της ψυχής.
Η Λάρνακα είχε ξεχειλίσει κυριολεκτικά από πρόσφυγες. Δεν έμεινε γωνιά που να είναι αδειανή. Τα πάντα είχαν γεμίσει με τον κόσμο της προσφυγιάς μισόκτιστες πολυκατοικίες, γκαράζ, ακόμη και δημόσια κτίρια. Γύριζαν στους δρόμους γυρεύοντας τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Χτυπούσαν τις πόρτες
εκλιπαρώντας για ένα κομμάτι ψωμί, λίγο γάλα για τα παιδιά. Ποιος να το πίστευε πως αυτοί οι ζητιάνοι ήταν οι άρχοντες του Βορρά, πριν από λίγες μέρες; Μέσα σε μια μέρα, έχασαν τα πάντα. Μέσα σε μια μέρα, βρέθηκαν στον δρόμο. Η οδύνη ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους· αλλά και η ελπίδα. Η ελπίδα της επιστροφής.
– Έγιναν συμφωνίες;
– Πότε θα επιστρέφουμε;
Στα μάτια, η βουβή ικεσία. Στα χείλη, το πικρό παράπονο. Βουβοί από συγκίνηση, η Ναταλία και οι άλλοι τους κοίταζαν, περπατούσαν μαζί τους, ανακατεύτηκαν μ’ αυτούς.
Στην πρώτη μισόκτιστη πολυκατοικία που συνάντησαν, ο Άλκης σταμάτησε ξαφνικά.
– Εδώ, θα σας αφήσω, δήλωσε. Πρέπει να αναζητήσω τη μονάδα μου. Η πατρίδα έχει ανάγκη και από τον τελευταίο στρατιώτη.
Η Θάλεια και η Ναταλία κούνησαν το κεφάλι τους με κατανόηση. Η Έλενα διαμαρτυρήθηκε. 
– Μη μας εγκαταλείψεις, τον παρακάλεσε με τρεμάμενα χείλη. Ήλθε το τέλος. Δεν το κατάλαβες; Τίποτε δεν μπορεί να σώσει τη χαμένη πατρίδα.
– Θα τη σώσουμε, αν επιμείνουμε να συνεχίσουμε τον αγώνα, είπε με παρρησία ο Άλκης και τα μάτια του έλαμπαν. Κουράγιο και ο Θεός μαζί σας. Θα ξανασυναντηθούμε, να είστε βέβαιες, σ’ άλλους καιρούς, ειρηνικούς.
Τον αγκάλιασαν αποχαιρετώντας τον με πολλές ευχές. Στάθηκαν και τον έβλεπαν να απομακρύνεται. Ο Άλκης γύρισε το κεφάλι να τις ξαναδεί κουνώντας το χέρι του, ώσπου χάθηκε στη στροφή του δρόμου.
Η πολυκατοικία ήταν γεμάτη από πρόσφυγες. Άλλοι βρίσκονταν κατάχαμα και άλλοι στέκονταν στα παράθυρα, παρακολουθώντας την κίνηση στους δρόμους. Περνώντας από δίπλα τους, γύρισαν τα σκυθρωπά τους πρόσωπα και τις κοίταζαν αμίλητοι.
– Κάτι θα βρεθεί και για μας, μουρμούρισε η Θάλεια.
Τελικά, βολεύτηκαν σε γωνιά στο πίσω μέρος του κτιρίου.
Πέρασαν πολλές μέρες έτσι, μέσα στην αβεβαιότητα, την αναμονή, την ταλαιπωρία. Την ημέρα τριγυρνούσαν στους δρόμους μαζί με τους άλλους, ρωτώντας να μάθουν, περιμένοντας, ελπίζοντας. Οι ειδήσεις μεταδίδονταν αστραπιαία, από στόμα σε στόμα.
– Οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Μόρφου και την Αμμόχωστο.
Οι φήμες οργίαζαν.
– Ατέλειωτος ο κατάλογος από νεκρούς, τραυματίες, αιχμαλώτους, αγνοούμενους.
Τα βράδια, έγερναν στο σκληρό δάπεδο τα τσακισμένα από τις κακουχίες κορμιά τους, τυλιγμένα με τα κουρέλια που τους είχαν δώσει. Σφάλιζαν τα μάτια τους και τότε οι τυραννισμένες ψυχές τους πετούσαν ανάλαφρες σε άλλους κόσμους, δίχως πίκρες, δίχως βάσανα, δίχως πόνο.
Τελικά, η Θάλεια μάζεψε τα κορίτσια γύρω της και τους είπε ξεκάθαρα την απόφασή της.
– Πρέπει να φύγουμε από εδώ, το συντομότερο. Τα λιγοστά λεφτά μας κοντεύουν να λείψουν. Αύριο, θα αναχωρήσουμε για τη Λευκωσία.
– Εκεί, θα εντείνουμε τις προσπάθειές μας για την ανεύρεση των αγαπημένων μας, συμπλήρωσε η Ναταλία. Γιατί να μην περάσουμε και από το σπίτι του κυρίου Στέλιου; Είναι ο μόνος που μπορεί να μας δώσει χρήματα.
– Αυτό ακριβώς σκοπεύω να πράξω, απάντησε η Θάλεια.
Πιθανόν, ο Στέλιος να χρωστά λεφτά στον πατέρα σας, από το εμπόριο με το λάδι.

.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΙΙ (σ. 159-162)

ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΗΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ

Επιτέλους! Ξανά σε σπίτι! Το υγρό και σκοτεινό αντίσκηνο έγινε πικρή ανάμνηση. Η φωτιά στο αναμμένο τζάκι ζέστανε τα ταλαιπωρημένα από την υγρασία κορμιά τους. Τα μαλακά στρώματα ανάπαυσαν τα ξυλιασμένα σώματά τους. Όσα έζησαν στο παρελθόν, τα βάσανα που υπέφεραν και υπομένουν
έγιναν δεσμοί ακατάλυτοι για την οικογένεια. Έγιναν οι κρίκοι που τους ένωσαν, όπως είπε ο Γιώργης.
Σύντομα, τακτοποιήθηκαν οι λογαριασμοί και πάρθηκαν σοβαρές αποφάσεις.

– Προς το παρόν, θα ενοικιάσω σπίτι ή διαμέρισμα και…. μαγαζί. Η αναβίωση του Ρόδου της Κερύνειας θα είναι γεγονός, δήλωσε με ενθουσιασμό η Θάλεια.

– Ίσως πρέπει να είμαστε λίγο συγκρατημένες, της είπε η Ναταλία.

– Γιατί; ρώτησε συνοφρυωμένη η Θάλεια.

Έχουμε τόσα έξοδα. Πρώτον, θέλω να εξασφαλίσω στα παιδιά μου ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης. Δεύτερον, ο Κωνσταντίνος θα σταλεί στις Αθήνες, για να συνεχίσει τις σπουδές του στη μηχανολογία. Σύντομα, θα είναι και η δική σας σειρά, κορίτσια.

– Οργιάζουν οι φήμες για την επιστροφή της Μόρφου και της Αμμόχωστου στους νόμιμους κατοίκους τους. Αν γινόταν κάτι και για την Κερύνεια! είπε η Ναταλία.

– Ο πόθος της επιστροφής έγινε η κραυγή του λαού. Με την πάροδο των χρόνων, η κραυγή θα γίνει θρύλος. Να το θυμηθείτε αυτό παιδιά μου, σχολίασε η Θάλεια.

– Ας ελπίσουμε ότι δε θα διαβούν τόσα χρόνια, όπως προβλέπεις, της είπε η Έλενα.

– Ας ελπίσουμε. Όμως αυτή τη στιγμή, δεν μπορώ να στηρίξω το μέλλον των παιδιών μου σε εικασίες και φήμες, δήλωσε οριστικά η Θάλεια σε τόνο που δε σήκωνε αντίρρηση.

Το ζαχαροπλαστείο «Το Ρόδο της Κερύνειας» δεν ήταν πλέον όνειρο. Ήταν πραγματικότητα. Βαμμένο σε απαλούς τόνους ροζ και γαλάζιου και με τη βιτρίνα του γεμάτη από γλυκά, που τα έδεναν πολύχρωμες κορδέλες, όλο το μαγαζί έμοιαζε με μυρωδάτο κουφέτο. Και φυσικά, δεν έλειπαν οι κάρτες με τα θαυμαστά μηνύματα. Όλοι εργάστηκαν, για να μπορέσει να λειτουργήσει το ζαχαροπλαστείο. Τέσσερις γυναίκες ανέλαβαν τελικά τη δουλειά. Η Θάλεια, η Άννα, η Άλκηστη και η Λίζα.
Το καινούριο ζαχαροπλαστείο έδωσε νότα γλυκύτητας στην περιοχή. Προσέλκυε τους πελάτες χάρη στα χρώματα, τις ευχάριστες μυρωδιές και ιδίως τα εύγεστα γλυκά του.
Τα σπίτια και τα διαμερίσματα ήταν δυσεύρετα εκείνη την εποχή, εξαιτίας της μεγάλης ζήτησης που είχαν. Πέρασαν αρκετές εβδομάδες, μέχρι να βρεθεί κάτι. Η Ναταλία ήταν εκείνη που εντόπισε το παλιό σπιτάκι, το οποίο ήταν διαθέσιμο για ενοικίαση. Βρισκόταν στην ίδια περιοχή, αλλά απομακρυσμένο και χωμένο ανάμεσα σε δέντρα. Συμφώνησαν αμέσως στην τιμή που τους ζήτησαν και βιάστηκαν να μετακομίσουν.
Το επόμενο βράδυ, τους επισκέφτηκε ο θείος Γιώργης. Η Θάλεια μόλις είχε επιστρέφει από τη δουλειά και ήταν πολύ κουρασμένη. Έβγαλε τη σκούφια της και ετοίμασε το τσάι.

– Σκέφτηκα πολύ, μέχρι να αποφασίσω να έλθω. Έχετε όμως το δικαίωμα να γνωρίζετε τι απέγινε ο Πέτρος, άρχισε να λέει ο Γιώργης. Κι εγώ ξέρω πολύ καλά τι απέγινε.
Η Θάλεια κάθισε αμίλητη απέναντι του και περίμενε. Η Ναταλία και η Έλενα στέκονταν στο άνοιγμα της πόρτας.

– Θα αρχίσω τη διήγηση από το σημείο που την άφησε ο Κωνσταντίνος. 22 Ιουλίου στην Κερύνεια. Ο Κωνσταντίνος προχώρησε προς το κάστρο κι εμείς οχυρωθήκαμε σε σπίτι. Περιμέναμε τους τούρκους, που δεν άργησαν να φανούν. Η Κερύνεια πατήθηκε από του τούρκου το ποδάρι. Πάει, τελείωσε. Είδαμε τα τανκς να σκορπίζουν τον θάνατο και τους πεζούς στρατιώτες να εισέρχονται στα σπίτια. Η γη δονούνταν από τις εκρήξεις και τους πυροβολισμούς κι εμείς να πολεμούμε με την ψυχή στο στόμα. Το απόγευμα, το σπίτι περικυκλώθηκε. Φαίνεται ότι μας είχαν εντοπίσει. Εμείς εξακολουθήσαμε να αντιστεκόμαστε. Δεν παραδοθήκαμε. Ακόμη και τη στιγμή που έσπασαν την πόρτα, εμείς ορμήσαμε εναντίον τους παλεύοντας σώμα με σώμα. Τελικά, μας συνέλαβαν, μας αλυσόδεσαν και μας μετέφεραν μαζί με άλλους στην παραλία.
Περιμέναμε ότι θα μας επιβίβαζαν στα πλοία. Η μοίρα μας προόριζε για το ταξίδι στα βάθη της Ανατολίας. Όμως οι τούρκοι δε φαίνονταν να βιάζονται. Μας σημάδεψαν με τα όπλα πολλές φορές, διασκεδάζοντας με τον φόβο μας. Μόλις σουρούπωσε, είδαμε τρεις άλλους να έρχονται με τα όπλα στραμμένα εναντίον μας. Αυτό που φοβόμαστε έγινε η φριχτή πραγματικότητα. Πρόλαβα να ακούσω σειρά από πυροβολισμού: προτού με πλακώσουν τα σώματα των συμπολεμιστών μου. Ανάπνεα με δυσκολία. Ένας από τους εκτελεστές μας πλησίασε και άρχισε να κλοτσά τα σώματα και να πυροβολεί. Έμεινα
ακίνητος με ανοιχτά τα μάτια, προσποιούμενος τον πεθαμένο. Μόλις απομακρύνθηκε, σύρθηκα αργά, αθόρυβα και κρύφτηκα ανάμεσα στους θάμνους. Συνέχισα να έρπω και να κρύβομαι, χωρίς να περιμένω να δω τι θα έκαναν. Δε σταμάτησα την πορεία μου, ωσότου έφτασα στις ελεύθερες περιοχές.
Ο Γιώργης σταμάτησε τη διήγηση. Νεκρική σιγή απλώθηκε στο δωμάτιο. Η Θάλεια είχε χλομιάσει και τα κορίτσια του: κοίταζαν θλιμμένα. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το αργό και μελαγχολικό κελάηδημα των πουλιών η ελεγεία για το χαμένο παλικάρι.

.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΙΙΙ (σ. 329-330)

ΣΤΟΥΣ ΣΟΛΟΥΣ

Η ζωή επανήλθε σιγά – σιγά στον κανονικό της ρυθμό. Η Ναταλία με την οικογένεια της επέστρεψαν στην Κύπρο.
Σφόδρα επιθυμούσε η Ναταλία να επισκεφτούν τα κατεχόμενα. Η Κερύνεια και το χωριό της ήταν πάντα μέσα στις σκέψεις της, μέσα στα όνειρά της.
Να ’μαστέ πάλι στον Πενταδάχτυλο και όλες οι χάρες του Παραδείσου να απλώνονται μπροστά μας. Να και την Κερύνεια μας να κουρνιάζει στην αγκαλιά του Πενταδάχτυλου και να απλώνεται ως το ξανθό ακρογιάλι. Αφού διάβηκαν τα λατρεμένα μέρη με βήμα ανάλαφρο, γοργό, έστρεψαν το βλέμμα
προς τους Σόλους.

– Λαχταρώ να ξαναζήσω τις ανεπανάληπτες στιγμές της τελευταίας παράστασης, εξέφρασε την επιθυμία η Ναταλία.

Ανεβαίνοντας τον λόφο, όπως τότε πριν από τριάντα χρόνιαένιωσαν την καρδιά τους να φτερουγίζει. Οι θύμησες ζωντάνεψαν και τους συνεπήραν. Η Ναταλία στάθηκε στη μέση του αρχαίου θεάτρου και απάγγειλε στίχους από την Αντιγόνη.

– Εγώ δεν είμαι για να μοιράζομαι έχθρες, αλλά αγάπη.

Ο Αλέξανδρος τη μιμήθηκε. Στάθηκε δίπλα της και είπε.

– Και αν εγώ είμαι νέος, όχι τα χρόνια, μα τα έργα πρέπει να κοιτάζει κανείς.

Η Θάλεια που καθόταν ψηλά στο αμφιθέατρο τους χειροκρότησε ενθουσιασμένη.

– Μπράβο, μπράβο τους είπε κατεβαίνοντας αργά τα σκαλοπάτια.

Ο Αλέξανδρος αγκάλιασε και τις δύο. Προχώρησαν και στάθηκαν στην άκρη του λόφου, για να θαυμάσουν το ηλιοβασίλεμα.
Η Ναταλία είπε:

– Εδώ σ’ αυτόν τον χώρο, το παρελθόν και το παρόν συναντιούνται. Ενώνονται και γίνονται ένα. Ποιος μπορεί να το σβήσει αυτό; Αιώνες τώρα, αυτές οι πέτρες κοιτάζουν τον ίδιο ουρανό, ατενίζουν την ίδια θάλασσα. Ποιος μπορεί να το σβήσει αυτό;

– Κανένας, της απάντησε ο Αλέξανδρος.

Απέμειναν να κοιτάζουν πέρα μακριά τον ορίζοντα, εκεί που σμίγουν θάλασσα και ουρανός σε ατέλειωτο γαλάζιο. Και ήλθαν οι τελευταίες ηλιαχτίδες να κρυφτούν μέσα στις παμπάλαιες πέτρες. Παράξενες σκιές άρχισαν να τρεμοπαίζουν.

– Ποιος ξέρει τι να γίνεται τα βράδια; Αρχαίοι Θεοί ελαφροπερπατούν μέσα στα ερείπια, είπε η Θάλεια.

– Τις νύχτες, αυτές οι πέτρες γίνονται μάρτυρες πανάρχαιων συμποσίων και χορών, είπε ο Αλέξανδρος.

– Μα είναι ο δικός τους χώρος, είπε η Ναταλία προχωρώντας ένα βήμα μπροστά και ανοίγοντας τα χέρια, σαν να ’θελε να αγκαλιάσει και να κλείσει μέσα της παντοτινά την ασύγκριτη ομορφιά.

– Ποιος μπορεί να το σβήσει αυτό;

.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΟΝΕΙΡΟ ΓΑΛΑΖΙΟ  
ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ 26/9/2019

Θυμάμαι πόση χαρά μας είχε δώσει το πρώτο της βιβλίο Ο χαμένος Παράδεισος», για την αγάπη και τη νοσταλγία της εχόμενης γης μας, μια χαρά που θα τη θυμόμαστε για πολύ καιρό. Η ίδια αγάπη και στο νέο της βιβλίο
«Όνειρο Γαλάζιο» που κυκλοφόρησε τη φετινή χρονιά και μιλάει, τι επίκαιρο μάλιστα, για την Αμμόχωστο και τις αξέχαστες ακρογιαλιές της.
Η συγγραφέας και σ’ αυτό το βιβλίο της με ζωντανή ποιητική γραφή μας
μεταφέρει στην υπέροχη πόλη της Αμμοχώστου, όπου η «Ειρήνη ταξιδεύει μέσα στον χρόνο. Κι όπου οι ήρωες αλλοτινών καιρών ζωντανεύουν για να μας αποκαλύψσυν θρύλους και μύθους…»
Μια αφήγηση που σε γεμίζει με τη δροσιά, τα χρώματα, τους ήχους του
χώρου εκείνου όπου οι άνθρωποι που γεννήθηκαν και έζησαν δεν ξεχνούν ποτέ! Η Αμμόχωστος κι οι ακρογιαλιές της, η Ιστορία κι ο Πολιτισμός της, οι άνθρωποί της, με τη λαχτάρα πάντα του γυρισμού κι η ελπίδα που ποτέ δεν θα σβήσει.

.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΣ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ


«Γαλάζια μαγεία ήταν η θάλασσα εκείνο το αξέχαστο δειλινό. Οι ηλιαχτίδες έπλεξαν δίχτυ χρυσό μέσα στα διάφανα νερά, που χόρευε καθώς το κύμα έσπαζε απαλά στην αμμουδιά. Και ήταν σαν να ψιθύριζε ιστορίες αλλοτινών καιρών για πριγκίπισσες και ιππότες που έφευγαν με τα γοργοτάξιδα καράβια, για στρατούς που πλημμύριζαν τις ακρογιαλιές, για κάστρα απάτητα. Ναι, τα κάστρα της αγαπημένης Αμμόχωστου που υψώνονταν περήφανα, ατενίζοντας αιώνες τώρα την πολυκύμαντη θάλασσα.[…].Η Ειρήνη, μόλις συνήλθε από την έκσταση, ένιωσε την ψύχρα της νύχτας…».
Από την αρχή της αφήγησής της η Ελπίδα Γεωργίου μάς εισάγει στην ποιητική του ιστορικού μυθιστορήματος και τη δομική ιδιαιτερότητα των σημειολογικών του συμβάσεων. Τις κομβικές τουτέστιν προσλαμβάνουσες, που συνυποδηλούν τις χωροχρονικές εκφάνσεις ενός ιστορικού παρελθόντος και χωρίς έστω επακριβείς χρονολογικές ενδείξεις προϊδεάζουν στους ιστούς μιας αληθοφανούς συνεκτικής πλοκής τη συνύφανση της έντεχνης μυθοπλασίας με τα σκηνικά δρώμενα της μυθιστορηματικής πραγματικότητας. Προδιαθέτει επίσης τον αναγνώστη, όπως εμφαίνετε στο παράθεμα και ειδικότερα στην τελευταία πρόταση, για τις αφηγηματικές τεχνικές της μετάβασης από το τότε στο τώρα είτε της παραστατικής πρόσληψης ενός παροντικού παρελθόντος ή ακόμη ενός μελλοντικού παρόντος στις τελευταίες σελίδες, των μεταφορικών συμβολισμών και της ευφάνταστης 
επινοητικότητας μέσα από τη μαγεία ενός ονειρικού ταξιδιού και τη βιωματική απόδραση σε περασμένες εποχές και αλλοτινούς κόσμους. Συλλήψεις όχι παραμυθιακής έμπνευσης ή μεταφυσικής επίκλησης, αλλά ευρηματικής μυθοπλαστικής μετουσίωσης σε μιαν άλλη υπαρκτή διάσταση του θαυμαστού πραγματικού, που παραπέμπει στη λογοτεχνία του φανταστικού και στην
ποιητικότητα του μαγικού ρεαλισμού, συνηχώντας την υποβλητική εικονοπλασία και τη γλαφυρή γλώσσα μέσα από τις λυρικές εξάρσεις του παρόντος μυθιστορήματος. Μια μετ-ανάγνωση της διαθλασμένης πραγματικότητας είτε της αντεστραμμένης πεζής καθημερινότητας και ουδόλως παραμορφωτικής στους ιριδισμούς των αντικατοπτρισμών ενός άλλου υπερβατικού φωτός.
Εύστοχα επομένως τα ευρήματα των ονειρικών αναζητήσεων και των φαντασιακών μεταστοιχειώσεων με τη μεταφορά της κεντρικής ηρωίδας σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους, αρχαία και μεσαιωνικά βασίλεια της Κύπρου. Η πτήση πάνω στο προσωποποιημένο ουράνιο τόξο της Ίριδας και η διάβασή της μέσα από την πύλη του παρελθόντος ή του μέλλοντος, ανακαλεί την «αψιδωτή χρυσόπορτα» των ερωτικών ονείρων στο ρομαντικό διήγημα του Νίκου Κρανιδιώτη «Ειδύλλιο», για να μην αναφέρουμε άλλα παραδείγματα φτερωτών πηγάσων, μαγικών χαλιών και μυστικών πυλών είτε των χρονομηχανών όχι ως τεχνολογικά ανεπτυγμένων συσκευών αλλά  ευφυών οχημάτων της παγκόσμιας μυθολογίας και λογοτεχνίας.
Η συγγραφέας, ωστόσο, όπως και στον «Χαμένο Παράδεισο» του πρώτου της μυθιστορήματος δεν μπορεί να υπερβεί τις ζωντανές μνήμες της κατεχόμενης γης της μήτε τις αιμάσσουσες πληγές της προσφυγιάς. Το εμβληματικό όνομα της Ειρήνης ανακαλεί, κατ’ αρχήν, τα εφηβικά όνειρα και τις νεανικές ελπίδες στις ευτυχισμένες μέρες μιας ειρηνικής εποχής και δεν είναι τυχαίο που η μυθιστορηματική αυλαία ανοίγει τα τελευταία χαρούμενα Χριστούγεννα στο σπίτι της στην Αμμόχωστο πριν την τουρκική εισβολή, αλλά και τον διακαή πόθο του οράματος της στον επίλογο του μυθιστορήματος να επικρατήσει επιτέλους στις καρδιές των ανθρώπων η ειρήνη.
Στο πρώτο μέρος των έντιτλων κεφαλαίων μια ομάδα φιλόμουσων νέων με τις οδηγίες του εμπνευσμένου αρχηγού τους μάς θυμίζουν πτυχές από τη σφύζουσα πολιτιστική ζωή της πόλης, όπως τις καλλιτεχνικές δραστηριότητες των Ανθεστηρίων, των Εκθέσεων Ζωγραφικής και των θεατρικών παραστάσεων αρχαίων ιδίως τραγωδιών. Το θεατρικό έργο «Ευαγόρας, Βασιλιάς της Σαλαμίνας», που πρόκειται ν’ ανεβάσουν, προοικονομεί την περιήγηση της Ειρήνης στη Σαλαμίνα του Ευαγόρα,
όπου στα μέσα του 4ουαιώνα π.Χ. βασιλεύει ο διάδοχός του Νικοκλής. Τα χρυσά κοσμήματα που χαρίζει στην Ειρήνη απηχούν τη σπατάλη και τον ακόλαστο βασιλικό βίο σε μιαν εποχή μάλιστα συνεχών επαναστάσεων κατά της περσικής κατοχής με άδεια τα δημόσια ταμεία.
Προσφυής η ανέλιξη της πλοκής στα επόμενα κεφάλαια, που αναφέρονται στις τραγικές συνέπειες της εισβολής με τον εκτόπισμά της οικογένειας της Ειρήνης στην Πάφο, τον πατέρα και τον αδελφό της αγνοούμενους για ένα διάστημα μέσα σ’ ένα κλίμα κατάθλιψης και εναγώνιας προσμονής.
Η Ειρήνη όμως δεν αργεί να αποδράσει με τον μαγικό τρόπο και πάλι της αεικίνητης φαντασίας της, που στοιχειοθετώντας το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος στοιχειώνει αυτή τη φορά την περιπετειώδη παραμονή της στην Αμμόχωστο της Φραγκοκρατίας. Φτάνοντας στη μεγάλη πλατεία, θαυμάζει τη γοτθική μεγαλοπρέπεια του ναού του Αγίου Νικολάου και τη λαμπρότητα των ανακτόρων, το πλήθος των εμπόρων που διαλαλούν την πραμάτεια τους με άρωμα Ανατολής και τη χλιδή στο αποκορύφωμά της, που εκπροσωπεί ο φεουδάρχης Λε Μπρουν. Παρότι ο καταπιεσμένος λαός υποφέρει από τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης, τη φτώχεια και τις μεταδοτικές ασθένειες, τις εξουθενωτικές εργασίες στα φέουδα, τις
φυλακίσεις, τα μεσαιωνικά βασανιστήρια της «βούφας» και την αβάσταχτη
φορολογία, που αναγκάζει μερικούς να πάρουν τον δρόμο της φυγής σε γειτονικές χώρες. Είναι η ώρα του επαναστατικού κινήματος τού Ρε Αλέξη και της εξέγερσης των Κυπρίων χωρικών, για να αποτινάξουν το 1426 τον ζυγό των Λουζινιανών και το δουλοκτητικό φεουδαρχικό σύστημα Ένας ακόμη απόηχος για τα σκλαβωμένα εδάφη μας, που τα πατά ο κατακτητής.
Για τούτο, η Ειρήνη θα περάσει την πύλη του μέλλοντος, για να βρεθεί στην
Αμμόχωστο, όχι αυτήν που απειλεί να εποικίσει η Τουρκία και οι εγκάθετοί της, αλλά στην Αμμόχωστο, «όπου σκιρτούσανε τα μάρμαρα και έλαμπαν πιότερα λευκά…» 

.

 

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

26/5/2016

Το έργο σου Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ που είχες την ευγένεια να μου χαρίσεις, με εντυπωσίασε. Παρόλο που είναι πρωτόλειο, το βρίσκω ένα αξιόλογο λογοτέχνημα, με πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή, αγωνιώδη δράση, απρόσμενες περιπέτειες και έντονο καρδιοχτύπι. Είναι ένα δυνατό μυθιστόρημα που γοητεύει και φρονηματίζει.
Χάρηκα το καλοδουλεμένο σου κείμενο και καμάρωσα την πλούσια, γλαφυρή κι αλάνθαστη γλώσσα, τη χρήση ελκυστικών κοσμητικών επιθέτων, αλλά και σχημάτων τού λόγου (παρομοιώσεων, μεταφορών και άλλων). Όντως, πρόκειται για ένα πρότυπο καλλιλογίας για όσους νοιάζονται για την όμορφη γλώσσα μας, αλλά και διδακτικό λόγω τού εμψυχωτικού του υλικού, ιδίως εκείνου για τους επικούς αγώνες τού λαού μας για ελευθερία.
Ο λεπτολόγος σου κάλαμος κατέγραψε με περισσή δεξιότητα ήθη και παραδόσεις, μεγαλειώδεις εκδηλώσεις πατριωτισμού, λεβεντιάς, αντρειοσύνης και φιλαλληλίας. Έχεις δώσει ένα αληθινό εντρύφημα – ένα εκλεκτό ανάγνωσμα, που για μας τους παλαιοτέρους θωπεύει τις ευαίσθητες χορδές μιας γλυκόπικρης ανάμνησης, ενώ για τους επιγενόμενους θα παρέχει άγνωστες και, εν πολλοίς, αδιανόητες γι’ αυτούς συνθήκες ζωής.
Όλως ιδιαιτέρως, χάρηκα την άνεση με την οποία εξωτερικεύεις τα πολυποίκιλα συναισθήματα που κραδαίνουν την ψυχή σου – τη μητρική στοργή, τον έρωτα, τη γνήσια αγάπη, τον πόνο, τη φιλία, την αδικία, την αναλγησία, τη σκληρότητα κ.ά., αλλά και τους φιλοσοφημένους σου στοχασμούς όπως: «Αν ο μοντερνισμός έγινε το συνώνυμο της αναισχυντίας, τότε εγώ δε θέλω να έχω σχέση με τέτοιο θέμα», σ. 195, «Η σεξουαλική απελευθέρωση έχει επιφέρει
τον μαρασμό του ερωτικού συναισθήματος», σ. 198, «Άγονες ψυχές, γεμάτες από τα ζιζάνια της κακίας», σ. 215, «Αθέατη, αλλά αισθητή η Θεία Παρουσία», σ.314….
Σε συγχαίρω εγκάρδια, φίλτατη Ελπίδα, για τη ζωντανή παρουσία σου στην εκπαιδευτική και τη συγγραφική δραστηριότητα τού τόπου, και εύχομαι να συνεχίσεις απρόσκοπτα, και με τον ίδιο ζήλο, την ωραία αυτήν προσφορά, Συνέχισε να υπηρετείς τις πανέμνοστες Μούσες, και μην αφήσεις να στερέψει η βρύση των ωραίων και ευγενικών σου παρορμήσεων. Ύψιστη αποζημίωση για την άοκνη φιλοπονία και αξιοσύνη σου, θα είναι η ικανοποίηση κι η αποθησαύριση ψυχικού πλούτου, που πηγάζουν από την επίγνωση μιας πανεύγενης προσφοράς.

.

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

Εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ 21/7/2016

Το παίρνεις στα χέρια σου και κοιτάεις το εξώφυλλο: Το όνομα της συγγραφέα, Ελπίδα Ε. Γεωργίου, πιο κάτω ο τίτλος «Ο χαμένος
παράδεισος», ο υπότιτλος «Στης Κερύνειας τα βουνά» και η ένδειξη εκείνη που σου λέει πως εδώ είναι ένα μυθιστόρημα με θέμα από τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου, Από τις επόμενες 2,3 σελίδες, η συγγραφέας αισθάνεται την ανάγκη να διευκρινίσει πως «Τα πρόσωπα και η πλοκή του έργου είναι φανταστικά. Τα γεγονότα του έργου διαδραματίζονται κατά την προπολεμική εποχή, την περίοδο της Τουρκικής εισβολής, του πολέμου και τη μεταπολεμική εποχή». Κι αρχίζεις και το διαβάζεις. Ένα ταξίδι κι αυτό, όπως
τόσα άλλα μυθιστορηματικού τύπου βιβλία. Συνεπαρμένη με την υπέροχη ζωγραφιά της Μαργαρίτας Μακρυρώργη στο εξώφυλλο και συγκινημένη γιατί η ιστορία αυτή διαδραματίζεται στης Κερύνειας τα βουνά και στους χώρους γύρω που ακόμα και μέσα από την αφήγηση σε κάνουν να γεμίζεις με μαγεία. Διαβάζεις και λίγα ως περίληψη στο οπισθόφυλλο:.
«Η Ναταλία ζει με την οικογένειά της κοντά στην Κερύνεια. Τα πρώτα απειλητικά σύννεφα που διαφαίνονται στο βάθος του ορίζοντα διαταράσσουν την ήσυχη ζωή της οικογένειας. Το πραξικόπημα και η εισβολή σημαίνουν το τέλος αυτής της εποχής. Και τότε, αρχίζει η οδύσσεια της Ναταλίας και της οικογένειάς της. Στο έργο υπάρχει η περιπέτεια, το ερωτικό στοιχείο και
απρόσμενες εξελίξεις».
Και το ξεκινάς και, πραγματικά, δεν το αφήνεις από τα χέρια σου. Γραφή στρωτή, λεξιλόγιο πλούσιο, ρυθμός ποιητικός, κι η εξέλιξη του μύθου με τις ιστορικές εναλλαγές κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον σου ίσαμε το τέλος.
Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε τρία άνισα μέρη. Το τρίτο κρατάει το μεγαλύτερο μέρος. Ξεκινάει λίγο πριν από το πραξικόπημα, με την ανέμελη ζωή των ανθρώπων, φτάνουμε στο πραξικόπημα, όπου η περιγραφή εκείνων των ημερών είναι μοναδική. Δυνατές σελίδες κι αυτές της εισβολής. Οι χαρακτήρες, από τη σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα με κεντρική
ηρωίδα τη Ναταλία. όπου γύρω της δρα ένας αριθμός ηρώων και όπου εμπλέκονται επιδέξια ό ένας στη δράση του άλλου, και προχωρείς και το διαβάζεις και η ιστορία του, ζωντανή μπροστά σου, σαν σε κινηματογραφική ταινία, επεκτείνεται σε σύντομα και σε πιο εκτενή επεισόδια που δεν σε κουράζουν, μα αντίθετα σου δημιουργούν το ενδιαφέρον να πάεις πάρα κάτω.
Είναι σημαντικό που η πρώτη αυτή προσπάθεια της συγγραφέα δεν αφήνει σημάδια πρωτόλειου, μα αντίθετα, η όλη δουλειά μαρτυράει εμπειρία και ωριμότητα, που ο χρόνος και η μελέτη της έχουν προσφέρει. Κι η «μελέτη» δεν αφορά μονάχα τις ιστορικές πηγές (Βιβλιογραφία) που αναφέρονται στο τέλος κι ούτε βέβαια τα συγγράμματα της γλωσσολογίας που μπορούν να
μελετηθούν. Υλικό, βέβαια, που βοηθάει πολύ.
Πιο αναγκαία, όμως, στην εξέλιξη ενός συγγραφέα είναι η μακροχρόνια επαφή του με τα αριστουργήματα της ελλαδικής και παγκόσμιας πεζογραφίας, όπου ο ίδιος ο συγγραφέας θα βρει, και θα επιλέξει, εκείνους που τον συγκινούν ξεχωριστά και που σαν δάδες θα φωτίζουν την πορεία του. Νιώθω βαθιά την ανάγκη ν’ αναφέρω τον Παπαδιαμάντη, τον Καζαντζάκη κι άλλους
από την Ελλάδα κι’ απ’ τον δικό μας μικρό χώρο της Κύπρου τον Γ.Φ. Πιερίδη, τον Πάνο Ιωαννίδη και τον Χρήστο Χατζήπαπα από τους νεότερους. Σημαντικοί και πρωτοπόροι πεζογράφοι μας. Η συγγραφέας, νέα στον χώρο, προικισμένη με ταλέντο και όνειρα, όπως όλοι οι νέοι δημιουργού είμαι σίγουρη πως θα βρει τον τρόπο για την εξέλιξή
της, γιατί τον δρόμο τον έχει ήδη βρει και τον βαδίζει…

 

 

 

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *