ΚΑΙΤΗ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗ

 

Η Καίτη Στεφανάκη γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1951. Ιστορικός της τέχνης, καθηγήτρια της γερμανικής γλώσσας, μεταφράστρια. Σπούδασε ιστορία της ευρωπαϊκής τέχνης στο Πανεπιστήμιο της ΧαϊδελΒέργης, με διδακτορική διατριβή στη βυζαντινή εικονογραφία (1987).
Επιμελήθηκε εκθέσεις Ελλήνων και Γερμανών καλλιτεχνών σε Γερμανία και Ελλάδα, καθώς και τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της γερμανικής συμμετοχής στην Πολιτιστική Πρωτεύουσα «Θεσσαλονίκη 1997».
Δίδαξε τη γερμανική γλώσσα στο Ινστιτούτο Goethe Θεσσαλονίκης (1989-2010). Έχει μεταφράσει κυρίως καταλόγους εικαστικών εκθέσεων και άρθρα περί διδακτικής ξένων γλωσσών.
Επιστημονική συνεργασία στην έκδοση K.Gallas, K.Wessel, Μ. Borboudakis, Byzantinisches Kreta, MUnchen 1983.
Έχει συμμετάσχει στις συλλογικές εκδόσεις Ιστορίες για την Ελλάδα (Αθήνα, 2012) , Ποιητικό ημερολόγιο (Θεσσαλονίκη, 2013), Έρως και κρίση (Θεσσαλονίκη, 2014), Τα δεσμό των δεσμών αίματος (Αθήνα, 2015) και Χαμογελάνε οι Τζοκόντες; (Αθήνα, 2019).
Πεζά, ποιήματα και λογοτεχνικές κριτικές της έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε έντυπα και διαδικτυακά λογοτεχνικά περιοδικά.
Έχει εκδώσει δυο βιβλία με διηγήματα:
«Όζα ροζ» (Εκδόσεις Εντευκτήριο 2015) και
«Στις άκριες γυναικείων χωραφιών» (Εκδόσεις Εντευκτήριο 2021)

.

 

 

.

ΣΤΙΣ ΑΚΡΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΧΩΡΑΦΙΩΝ (2021)

Ι   ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

0 ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΝΩΛΗΣ

Τον Τσιτσεκλή τον Σταμάτη κατέχεις τόνε; Με τη γυναίκα του την Κατινάρα; Ντούρος και πανδούρος ο Σταμάτης! Κι η Κατινάρα με τα κάλλη τση
και τα κιλά τση!» ρωτά και προσθέτει εμφατικά ο κύριος Μανώλης Αγριμάκης, «από το χωρίον Όρος, πλησίον των Αρμένων», όπως διευκρινίζει ο ίδιος, μαυροντυμένος, αραιογένης, γύρω στα 80. Η, επίσης μαυροντυμένη, ερωτώμενη 45άρα παίρνει προσωπικά τα κιλά της αναφερθείσας κυρίας Κατίνας και απαντά μελιστάλακτα:
«Ε, εμάς οι άντρες μας μάς καλοπεριποιούνται, γι’ αυτό τα έχουμε τα κιλά μας! Σε κείνους αρέσουμε και παχουλές» λέει και λικνίζεται νωχελικά στον Θ213, μπροστά στην Κ1, όπου κείται η υπέργηρη και αφυδατωμένη μητέρα της. Όταν μένει ακίνητη θυμίζει Αναγέννηση, έτσι όπως έχει λυτά τα μακριά μαλλιά της και χαμογελά αινιγματικά σαν άλλη Τζοκόντα, ωστόσο με εγχώριο νάζι.
Στη διπλανή κλίνη απλώνει τα δικά της κάλλη η στεατοπυγική κυρία Στέλλα, σύζυγος του ιδιαιτέρως επικοινωνιακού κυρίου Αγριμάκη.
«Έτσα είναι βέβαια, ετσά πρέπει και να ’ναι! Εμένα η κεράμου πέντε κοπέλια μού ’κάμε, τρεις θυγατέρες και δύο γιους, πώς να μη ντη προσέχω!» λέει ο κύριος Αγριμάκης, αργά προφέροντας τις συλλαβές, και στρέφεται
προς την κερά του, γύρω στα 75, άνω των 120 κιλών, ρωτώντας τρυφερά: «Θες να σου φέρω πράμα από το σούπερ; Κρουσανάκια, που τα αγαπάς;». Γυρίζει προς το μέρος μου και επεξηγεί: «Τση αρέσουνε, το φαί επαέ
είναι άνοστο». Έχει μια ξύλινη, βαριά φωνή που γίνεται βελούδινη, όταν απευθύνεται στην κερά του. Την περιποιείται συνεχώς, γεμάτος έγνοια αφουγκράζεται τα άναρθρα λόγια της που μόνο ο ίδιος αποκωδικοποιεί,
ακυρώνοντας κάθε προσπάθειά μου να κατατάξω συμπεριφορές σε συμβατικές ιστορικές περιόδους.
Είχανε καταφτάσει την προηγούμενη νύχτα με τόσο θόρυβο, που νόμιζα πως μάλωναν οι θεοί στην Ίδη. Ειδικά όταν η τεράστια γυναίκα παραχώρησε το κρεβάτι της στον μαυροντυμένο συνοδό της κι η ίδια με βογγητά
αποκοιμήθηκε στην καρέκλα, ήμουνα Βέβαιη πως ζούσα τη στιγμή που οι πατριαρχικοί θεοί είχαν επικρατήσει της μητριαρχίας. Στο φως του ήλιου, ωστόσο, παραδέχτηκα πως έκανα λάθος· κάθε στιγμή διαπίστωνα τον σεβασμό του νέου καθεστώτος για το παλιό. 

.

ΟΙ ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ

Όσο περιποιητικός είναι ο κύριος Αγριμάκης προς τη μητέρα των παιδιών του τόσο αυστηρές είναι οι θυγατέρες της απέναντι της, παρά την ομοιότητα σχήματος και μεγέθους. Κι αυτές μαυροντυμένες· τα μαύρα στον τόπο ετούτο φαίνεται να αποτελούν δερματική στιβάδα, κάτι σαν αντηλιακό με εγγύηση εσωτερικού βρασμού.
Η πρώτη, μία Μάνικα Μπελούτσι στο τετράγωνο, εμφανίστηκε φορτσάτη το πρωί και, αντί για καλημέρα, φώναξε: «Μας απογοήτευσες, γαμώτο!». Δεν ήμουν σίγουρη αν η απογοήτευση οφειλόταν στο γεγονός πως η μητέρα παρέμενε ανάμεσα στους ζωντανούς ακόμα ή πως επιδεινώθηκε η υγεία της. Κάτι πήγα να υποψιαστώ, αλλά υπερίσχυσε το παρελθόν μου στο κατηχητικό σχολείο. Χειρονομούσε σε πλήρη αντίθεση με το βαρύ και μονολιθικό περίγραμμά της. Στην πίσω επιφάνεια του σώματός της δε, σε επίμαχο σημείο, ένα δαντελένιο φιογκάκι χοροπηδούσε κάθε φορά που μετατόπιζε ορμητικά τον όγκο της, προφανώς για να προσδώσει επιπλέον βάρος στα λόγια της. Στην προσπάθεια της γιατρού να εξετάσει την κοιλιά της μητέρας της, μουρμούρισε ένα «Πουτάνα μου, δεν είδα σήμερα τα μπούτια σου!». Το
φιογκάκι στον ποπό χοροπήδησε, κι εγώ έμεινα με το στόμα ανοιχτό, ανίκανη να κατατάξω, να εξηγήσω, να δικαιολογήσω. Μήπως είχα επιτέλους μπροστά μου την πραγμάτωση ενός γυναικείου χειραφετημένου ιδεώδους στο κατεξοχήν άντρο της πατριαρχίας; Θρίαμβος, έστω και κακόγουστος!
Η δεύτερη, με εφαρμοστή περιβολή που άφηνε να διαγράφεται κάθε πτυχή του μεγαλειώδους σώματός της -γυαλιστερό κολάν και αδιανόητο ντεκολτέ-, ήρθε το απόγευμα κι άρχισε ευθύς την κριτική στην κατάκοιτη
μητέρα: «Ίντα τρως; Δεν βλέπεις τα χάλια σου; Κρυφά τρως!». Η επίγνωση των βλαβερών επιπτώσεων της παχυσαρκίας καταργούσε μεμιάς κάθε παραδοσιακή αλληλεγγύη μάνας-κόρης. Το Βλέμμα της μητέρας αναζήτησε
απεγνωσμένα το δικό μου. Κάτι ήθελε να πει, κάτι που δεν κατάφερνα να καταλάβω – κακομαθημένη όντας εγώ ορθοφωνητικά, δεν είχα μάθει ακόμα να ερμηνεύω τους λαρυγγικούς ήχους της, έλειπε κι ο κύριος Μανώλης, είχε
πάει για κρουσανάκια… Αγριο Βλέμμα, το φοβόμουν, έτσι πλαισιωμένο από αχτένιστα μαλλιά, όμοια με φίδια. Μάτια εξόφθαλμα, με έκαναν να ζαρώνω στο καβούκι μου και να καμώνομαι την αποστασιοποιημένη. Αφού ήταν η κόρη της εδώ, τι γύρευε από μένα;
Σκληρά η κόρη επέπληττε τη μάνα, έβγαζε το άχτι της πάνω στην τώρα αποδυναμωμένη εξουσία των παιδικών της χρόνων, χρεωστούμενα επιστρέφονταν, με την ψευδαίσθηση δίκαιης, υποτίθεται, εκδίκησης· τώρα επιτέλους καταλάβαινα γιατί η εκδίκηση εμπεριέχει δίκη. Η σκληρότητα των λόγων της κόρης μετριαζόταν μόνον όταν περήφανα μιλούσε για τον γιο της, λυράρη περιζήτητο, «το νέο αστέρι» του ντόπιου μουσικού στερεώματος. Υποψιάζομαι πως η μελλούμενη λαμπρή καριέρα του αγοριού της σε παλκοσένικα και τάλεντ σόου καθόριζε και τις στιλιστικές επιλογές της.

.

ΤΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ

Οι άνδρες της δικής μας οικογένειας ήταν των γυναικών οι αγαπημένοι. Είχαν όσες γυναίκες ήθελαν· και αυτοκίνητα επίσης.
Έφεραν πρώτοι στο νησί τα αυτοκίνητα και, ως εκ τούτου, γίνανε αυτοί που ορίζανε τους δρόμους και τα όρια. Από πού έως πού θα πάει ο καθένας, ποιος και με ποιον θα συμβαδίσει και θα συμπορευτεί. Ποιοι τόποι άγνωστοι με ποιους γνωστούς τόπους θα συνδεθούν· ποιος θα μεταφερθεί και πώς από τον έναν τόπο ώς τον άλλον, έως τα πέρατα του κόσμου, αν το ήθελαν.
Ναι, τα όρια κι οι ορισμοί. Είχαμε θέμα με τα όρια στην οικογένειά μας: όρια χρονικά, όρια ηλικιακά, εντέλει γενεαλογικά και φυσικά φυλετικά.
Η γιαγιά ήτανε μητέρα μου, η μητέρα ήτανε κόρη μου, ίσως και αδελφή μου. 0 πατέρας ήτανε ο παππούς και ο παππούς πατέρας. Λάτρευε ο πατέρας τη γιαγιά κι εκείνη τον σεβόταν πάνω απ’ όλα. Γελούσε και διασκέδαζε ο παππούς με όλα αυτά και όλα τα επέτρεπε στον εαυτό του και στους γιους της οικογένειάς του.
Η μητέρα κάπου τα μπέρδευε όλα αυτά, διανοητικά, σωματικά και ψυχικά, δεν ήξερε σε ποιον κυρίως έπρεπε να ανήκει. Γιατί την εποχή εκείνη, για να υπάρχει μια γυναίκα, έπρεπε σε κάποιον να ανήκει. Γι’ αυτό κεντούσε συνεχώς σεμέν, καρέ, κουρτίνες και τραπεζομάντιλα. Άνοιγε μία ολοκέντητη κουρτίνα, έμπαινε από κάτω και γινόταν κόρη, άνοιγε άλλη και γινόταν σύζυγος, σπάνια σκεπαζόταν με μισό τραπεζομάντιλο και τότε μεταμορφωνότανε σε μάνα.
Η κόρη-εγγονή, εγώ που ο πατέρας μου δεν ήθελε να ξέρει πως υπάρχω, θήλυ όντας ακουσίως κι ατυχώς, δεν έπλεκα, ούτε κεντούσα, ούτε έραβα· μάζευα τα άχρηστα, τα παραπεταμένα κι ατάκτως ερριμμένα εκεί, στις άκριες γυναικείων χωραφιών, τα ξεχασμένα σε μητριαρχικές Βεγγέρες- μάζευα λέξεις, συλλαβές και γράμματα και ύφαινα περίπλοκο ιστό, ευγνώμων αρχικά,
αφού είχα επιβιώσει και σ’ ανδρικά συμπόσια δεν είχα φαγωθεί, ως φέρουσα πρωτόγνωρους επαίνους αριστείας.
Αφού τη γλίτωσα λοιπόν από τα πατριαρχικά σαγόνια ως «νομιμόφρον και επιμελές παιδί», ύφαινα δίχτυ αδιαπέραστο, πυκνό, σαν άλλη αράχνη. Αυθαίρετα συνέδεα τους πάντες με τα πάντα, άναρχα έπαιζα με όρια,
με ορισμούς, με έννοιες, μπέρδευα το λογικό με το παράλογο, το άρρεν με το θήλυ και το άφυλο, τον ενικό με τον πληθυντικό· ο δυϊκός με τρέλαινε, δεν τα κατάφερνα καθόλου, παρέμεινε ισοβίως ανεκπλήρωτος, ως ακατάλυτη πρόκληση-πρόσκληση.
Και γέμιζα τετράδια χειρόγραφα. 

 

ΙΙ   ΟΙ ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ

ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΤΟ ΜΠΛΕ

Στον κήπο της μητέρας σήμερα ήρθε η Αλλοφρώ. Με ρούχα ξεσχισμένα, με μάγουλα γδαρμένα κι ανάκατα μαλλιά. Εφώναζε αλλόκοτα κι όλο χτυπιόταν
όπου έβρισκε, σε τοίχους, πέτρες, δένδρα και πουλιά.
«Μια στάλα, ένα ελάχιστο θέλει η παραφροσύνη» είπε η μάνα, με το Βλέμμα στις γυναίκες. «Μια στάλα μοναχά θέλει να ξεχειλίσει το ποτήρι» πρόσθεσε συλλογισμένα μια απ’ αυτές, «κι όταν ανάψει μες στην κεφαλή η σπίθα,
γρήγορα γίνεται φωτιά κι όλα τα καίει» συμπλήρωσε μια άλλη απ’ τον χορό των γυναικών. Ήρθε, που λέτε, η Αλλοφρώ, και πάραυτα κυρίεψε ολόκληρο τον χώρο.
«Τα μούρα με σκεπάσανε» ούρλιαζε, «σώμα δεν έχω, οι καρακάξες με τσιμπούν, παμφάγο σώμα θα με φας, σκουλήκια στο μυαλό, ο χρόνος ξαναγύρισε, οι πλάκες της αυλής με πλάκωσαν, κλειστά είναι τα παράθυρα,
αέρα θέλω, όλα φωτιά, όλα κάρβουνο», κι όλο χτυπούσε το κορμί της. Κι εκεί που κόντευε να διαμελιστεί, «για έλα εδώ, Φροσύνη» πρόσταξε η μάνα και άπλωσε τα χέρια της να την περιμαζέψει. Την έσφιγγε στον κόρφο της για να την τιθασεύσει. Άδικα. «Άσε με, φύγε! Γιατί δεν μου ’μαθές εσύ;» ρωτούσε και κλωτσούσε, «γιατί δεν μου ’μαθές εσύ;».
Η μάνα, ήρεμη, τη ζύγιζε από ’δω, τη ζύγιζε από ’κει, πάνω στο στήθος της την έσφιγγε πότε από ’δω πότε από ’κει, σαν μπάλα να ήθελε να την ισορροπεί από τη μία πλευρά στην άλλη, πότε στο μέρος της καρδιάς, πότε στου λογικού. Σε κάθε μετατόπιση εκείνη προσπαθούσε να ξεφύγει, να πετάξει, μα πάλι κάτω έπεφτε απ’ το βάρος. «Δεν έχω αέρα, φωνή δεν έχω, ούτε λέξεις» συνέχιζε να λέει, και, λέγοντας συνέχεια τα ίδια, άρχιζε τώρα να ηρεμεί.
Η αλλοφρονούσα Αλλοφρώ, την ήξερα, ήτανε ένας θυμός παλιός, πολύ παλιός και καταχωνιασμένος από τα χρόνια τα μικρά. Κι είχε μασκαρευτεί, χρόνια και χρόνια φοβότανε να βγει, φοβότανε πως, όταν βγει, θα τα αφανίσει όλα και τότε τι, γι’ αυτό και μεταμορφωνότανε επιμελούς σε γλύκα και φροντίδα περισσή. Μα τώρα που στερέψανε οι αντοχές, ήρθε η έκρηξη και έγινε το θαύμα: Δεν χάθηκε, δεν αφανίστηκε κανείς. Εδώ ήταν η μάνα ακόμα, με διάπλατα ανοιχτή την αγκαλιά της.
«Φροσούλα μου, πώς να σου μάθω εγώ όσα δεν μου έμαθε ποτέ κανείς κι εμένα» ψιθύρισε η μάνα με ήρεμη, αργή, συρτή φωνή και μάτια Βουρκωμένα. «Κι αυτά που μόνη μου έμαθα κι η ίδια βρήκα, φοβάμαι να τα πω σε σας, μην τύχει κι είναι λάθος, λάθος για σας. Σωστά για μένα, ίσως κι αναπόφευκτα, μα ίσως άχρηστα να είναι για σας, αδιάφορα, έως και επικίνδυνα.»
Απαλά χάιδευε τώρα τα άγρια μαλλιά που από φίδια γίνονταν ξανά μεταξωτά πλοκάμια και αρχίνησε κάτι σαν παραμύθι. Το κάτι-σαν-παραμύθι έλεγε:
«Ονειρευόμουν κάθε βράδυ τον δικό μου τον θυμό, που δεν τον άφηνα μέρα ποτέ να βγει, μόνο στο όνειρο. Για να τον ημερέψω, με τα δυο χέρια τον αγκάλιαζα σφιχτά και πέφταμε μαζί στο φρέαρ. Ναι, μαζί στο φρέαρ!
Εκεί, στο Βάθος, έβρισκα μια γωνιά και κούρνιαζα και τυλιγόμουν στον χιτώνα της απόσυρσης. Με παραμύθια τον θυμό νανούριζα βουβά, τα αφουγκραζόταν και γαλήνευε. Για δράκους και νεράιδες του έλεγα, που άλλοτε γύρευαν εκδίκηση και τιμωρούσαν δίκαια, άλλοτε πάλι ερωτεύονταν παράφορα, εκτός κανόνων, γκρεμίζανε τον κόσμο για να τον ξαναχτίσουν από την αρχή. Περνούσε έτσι κάμποσος καιρός. Κι όταν χορταίναμε κι οι δυο σκοτάδι, άρχιζα να ξεπλέκω τον χιτώνα, να ανοίγω τρύπες, κι από εκεί μέσα τότε εισχωρούσανε εικόνες:
Πρώτη αναδυότανε μια θάλασσα. Όπως την έβλεπα απ’ το καράβι για την Κρήτη. Το πέλαγος, εκείνο το βαθύ, το πέτρινο το μπλε, ρυτίδωνε ελαφρά, άφριζε και σχιζόταν απ’ την πλώρη· πίσω μας έκλεινε ξανά και μας
ξεχνούσε μεγαλόπρεπα. Την έλξη του τη θυμάμαι ακόμα εντός μου, σαν να είχε ρίξει άγκυρα Βαθιά στα σωθικά μου και με τραβούσε να ριχτώ στην αγκαλιά του. Ακολουθούσε η θέα του Θερμαϊκού από ψηλά, σαν εκδρομή,
από τα Κάστρα ή το Δάσος. Μετά, οι μυρωδιές, όπως μοσχοβολούσανε μωρά σαν ήτανε ακόμα τα παιδιά μου, και το αγιόκλημα στον κήπο της γενέτειράς μου.
Ένιωθα τότε να ευγνωμονώ τις γεύσεις που απόλαυσα, τις τρυφερές επιδερμίδες που άγγιξα, τα αρώματα που μύρισα, τους ήχους της ζωής που άκουσα μέσα μου. Και μεταμορφωνόταν τότε σε παλμό και ο θυμός, σε έναν
καρδιάς παλμό, και τον ευγνωμονούσα που γινότανε κι αυτός δικός μου, γινότανε η δύναμη κι η αντοχή μου. Κι έτσι, Φροσούλα, άντεχα να ζω.».
«Ονειρευόμουν κάθε βράδυ…», έτσι άρχιζε το πρώτο χειρόγραφο.

.

ΙΙΙ   ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΠΑΡΑΦΟΡΑ

Τι σου λείπει; ό,τι χρειάζεσαι το έχεις, στο φέρνω εγώ. Έχεις την ησυχία σου, την άνεσή σου, θέα απέραντη, πάνω απ’ τις στέγες τον ανοιχτό
ορίζοντα, ο άνεμος και η βροχή σού τραγουδούν, τι άλλο θες;
Δεν μιλάς. Όταν έρχομαι, στην αγκαλιά σου έχεις τον κόσμο ολόκληρο· εμένα. Αγκαλιασμένοι εδώ είμαστε ένα. Αυτό θα πει ζευγάρι.
Δεν μιλάς. Γιατί δεν μιλάς; Σε νοιάζομαι, με νοιάζεσαι, αυτό είναι αγάπη. Ξέρω πώς να σε κάνω ευτυχισμένη. Είμαι εδώ εγώ για σένα.
Δεν μιλάς. Μόνο κοιτάς· κι όμως τα μάτια σου δεν βλέπουν εμένα. Το Βλέμμα σου με διαπερνά και χάνεται στο άπειρο. Κοίτα με. Θέλω να είσαι εδώ μόνο για μένα.
Τι να το κάνεις το άπειρο; Εκεί έξω είναι χάος· το χάος είναι απειλή. Στον χώρο τον δικό μας όλα είναι ασφαλή, το καθετί στη θέση του, όλη η ζωή σε τάξη. Όλα τα πρόβλεψα εγώ.
Τι θα πει σε πνίγει η τάξη; Τι θα πει θέλεις το έξω; Είναι δυνατόν να προτιμάς το χάος; Χωρίς εμένα; Τι θα πει χρειάζεσαι τους άλλους; Έχεις εμένα! Η ζωή εκεί έξω είναι κόλαση κι εγώ εδώ, μες στη σοφίτα μας, σου έχω 
φτιάξει τον παράδεισο.
Τι θα πει πνίγεσαι; Γιατί ανοίγεις το παράθυρο; Φυσάει. Κλείσε. Θα κρυώσεις.
Μην σκαρφαλώνεις. Τι ψάχνεις με τα χέρια σου να φτάσεις;
Γιατί τα απλώνεις σαν φτερούγες;
Φεύγεις; Πετάς;
Πώς τολμάς; Δεν σου επέτρεψα εγώ να φύγεις!

.

ΤΑ ΠΡΩΤΟΓΟΝΑ

Δεν άργησε να έρθει και η στιγμή που έμαθα πως η μαμή σε μια “πρωτόγονη” φυλή, στη μακρινή Πολυνησία, για κάθε γέννηση γερού και δυνατού παιδιού έδινε συχαρίκια στον πατέρα φυσικά, μα και στους εραστές. Χαιρόντουσαν και γιόρταζαν όλοι μαζί. Αυτοί θα είχανε πολλά παιδιά να τους φροντίζουν στα γεράματα, και τα παιδιά πολλούς γονείς για να επιβιώσουν.
Βέβαια, υποψιάζομαι πως, στον δικό μας τόπο, η μηχανή του χρόνου έμενε ακόμα ρυθμισμένη στην εποχή που περιγράφει ο Engels για την καταγωγή της οικογένειας. Γιατί οι αφέντες ήθελαν τη γη, τα όπλα, τα αγαθά τους, να τα κληρονομήσουν μόνον απόγονοι δικοί τους· οπότε, δεν αποκλείεται, φοβούμενοι την ύπαρξη ενδεχόμενων εραστών και μια μαμή με γνώση, επιμελώς να σκάρωσαν σχέδιο απομάκρυνσής της. Η παντογνώστρια μαμή
έπρεπε λοιπόν να εξαφανιστεί. Κάποιοι μιλούσαν για απειλές, για εκφοβισμό, ακόμα και για λιθοβολισμό, κάτι που εγώ δεν πίστεψα ποτέ μου.
Ωστόσο, με την ευκαιρία αυτή, δηλώνω εντίμως και πέραν κάθε μυθοπλαστικής αυθαιρεσίας πως η προμάμμη Ερασμία ουδεμία σχέση είχε με την επαίσχυντη διαπόμπευση του νεαρού εκείνου ζευγαριού. Απεναντίας,
εκείνη γλίτωσε τους νέους από τον όχλο στην πλατεία του χωριού.
Ετούτη είναι μια ιστορία διαφορετικής αυλής· ήρθε σε μένα σαν ψίθυρος μιας άλλης εποχής κι έφερε ανατριχίλα.
Πάντως, η Ερασμία φεύγοντας πήρε μαζί με τα θαυματουργά της Βότανα και την πανάρχαια γνώση. Πήρε τον κύρη και αφέντη της και πήγε σ’ άλλον τόπο να ριζώσει. Η κόρη της εθήτευσε εις την μοδιστρικήν, η εγγονή της εις την κεντητικήν κι εγώ, η δισεγγονή, θρηνώ ακόμα τα ιερά, απολεσθέντα μυστικά. Το μόνο που έφτασε ώς εμένα είναι η τσικουδιά, το φάρμακο για όλα.

.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Νησίδες έγιναν τα θραύσματα, σπαράγματα ζωής, πραγματικής ή επινοημένης, πατήματα για να ακροβατώ. Συμφιλιώνομαι με την αποσπασματικότητα του λόγου μου, με την αλήθεια που ποτέ δεν είναι μία. Παρηγοριά η πολλαπλή εκδοχή των πάντων. Ρευστές οι λέξεις με παρασύρουν στον ωκεανό του χρόνου.
Οι τελευταίες λέξεις ας είναι ευχαριστήριες, βαθιές κι εγκάρδιες, προς όλες τις γυναίκες και τους άνδρες της ζωής μου· η σχέση μου μαζί τους ήταν δρόμος, φωτεινός και σκοτεινός, με την τετράποδη σκιά μου πάντα δίπλα.
Ευχαριστώ τον εκδότη μου, Γιώργο Κορδομενίδη, που με τρυφερότητα και αγάπη δέχεται πάντα τις λέξεις μου· ευχαριστώ τον Βασίλη Χατζηβασιλείου για την πολύτιμη παρουσία του στη ζωή μου· ευχαριστώ τα Βλαστάρια
μου: τη Δηώ, το καλό μου ξωτικό· τον Σίμο με τους ήχους του· τη Δανάη με τις εικόνες της.
Ευχαριστώ όλα της ζωής μου τα αλφάβητα, τα λεξικά και τα Βιβλία που διάβασα, ξέχασα ή χάραξα εντός μου, τα χρώματα, τις μυρωδιές, τους ήχους κι όλα εκείνα που συστήνουν τη συνειδητή και ασυνείδητη ζωή μου.

.

ΟΖΑ ΡΟΖ (2015)

Χρήσιμα πράγματα από άχρηστους εραστές

1. ΠΡΩΤΑ ΤΟ ΧΑΡΤΟΜΑΝΤΙΛΟ

Γνωρίστηκαν στο διαδίκτυο. Ώριμες ηλικίες και οι δύο.
Εκείνος βόρειος, ψηλός, με γκρίζα μάτια και μαλλιά. Συνταξιούχος, με πάθος για το καθετί που λειτουργούσε ηλεκτρικά. «Ηλεκτρονίων γητευτής» και το ψευδώνυμό του.
Εκείνη αφράτη ακόμα, καλόκαρδη, πληθωρική και ζωντοχήρα. Στην κυριολεξία: ο όρος ταίριαζε περισσότερο στην ίδια παρά στον εν ζωή ακόμα ευρισκόμενο πρώην σύζυγο. Ξεχείλιζε ζωή και ιδέες, μα και ενέργεια για να τις κάνει πράξη. Ήταν και επιδέξια στα χέρια· έφτιαχνε, μαγείρευε, μαστόρευε. 0 πρώην ωστόσο, άνευρος, βαριότανε τα πάντα, μέχρι που
δεν άντεξε, να ζήσει ολόκληρη ζωή στη βαρεμάρα, και τον χώρισε.
Χήρος ο άντρας. Σαν απ’ το πουθενά είχε έρθει στο νησί, έχτισαν με τη γυναίκα του το σπίτι, αρμονικό και ήρεμο. Τους έβγαλαν το λάδι οι Έλληνες μάστορες, μέρες τους άφηναν να περιμένουν, ζητούσανε παράλογα ποσά για
αμοιβές, μέχρι που απηύδησαν και τα ’φτιαξαν όλα μόνοι τους. Μόλις ολοκληρώθηκε το σπίτι, χήρεψε. Έμεινε μόνος με τις γάτες, που ελληνόμαγκες γείτονες του ’χάνε ρίξει από τον φράχτη, μωρά όταν ήτανε ακόμα τα γατιά, να δούνε πώς θα τα κατάφερνε ο κουτόφραγκος.
Μα εκείνος αγόραζε ξηρά τροφή απ’ το εκπτωτικό κατάστημα και κάθε πρωί τάιζε πρώτα τα γατιά, τους μιλούσε, τους είχε βγάλει και ονόματα, μετά έβραζε νερό για τον καφέ του.
Έγραφε εκείνη mail όλο γλύκα, πότε αυθόρμητα, πότε στοχαστικά και φιλοσοφημένα. Εκείνος διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα λόγια της, τα πήγαινε και τα ’φερνε στο σπίτι πάνω- κάτω, έγραφε, έσβηνε, ξανάγραφε και ό,τι απέμενε το ’στελνε επιτέλους.
Σύντομα γνωριστήκανε προσωπικά. Την επισκέφτηκε αρχικά στην πόλη. Η μοναξιά τούς έκανε να ανακαλύψουνε συμπάθειες κι υποτιθέμενες πνευματικές συγγένειες. Μετά, πήγε εκείνη στο νησί. Την περίμενε στο λιμάνι. Της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να μπει.
Αυτό της άρεσε. Της άρεσε όμως και το σπίτι, που ήτανε κατάλευκο με έναν κήπο σε αγρανάπαυση. Ερωτεύτηκε το γύψινο άγαλμα της Νηρηίδας που στεκότανε ανάμεσα στα χόρτα, μα και το ξερονήσι ακριβώς απέναντι. Α, ναι,
και κάτι άγριες μωβ ίριδες, ανάμεσα στα χόρτα.
Στο σπίτι μόλις μπήκαν, θέλησε να την ξεναγήσει. Για όλα είχε εκείνη κάτι καλό να πει. Στη ζωή ήθελε να βλέπει τα ωραία. 0 άνδρας άρχισε να εξηγεί λεπτομερώς τα πάντα. Πού και πώς παρκάρει ακριβώς. Πώς κλείνει η καγκελόπορτα, πώς αδρανοποιείται ο ηλεκτρονικός συναγερμός, πού ήταν η τροφή για τα γατιά. Πώς καθαρίζει το δερμάτινο σαλόνι. Για τη γυναίκα ήταν ένδειξη εμπιστοσύνης όλα αυτά. Το ηχοσύστημα του σαλονιού ήταν συνδυασμός δικός του, το ραδιόφωνο παγκόσμιας εμβέλειας, ιδιοκατασκευές και στην κουζίνα. Μπράβο, εξαιρετικά! Βέβαια, στο τζάκι υπήρχε κάποιο πρόβλημα, μα θα το έλυνε κι αυτό.
Αφού μετά της έδειξε μες στη βιτρίνα τα φλιτζανάκια του καφέ, με τα μοτίβα από πίνακες του Κλιμτ, που δεν είχαν ποτέ χρησιμοποιηθεί, μπήκαν και στο μπάνιο. Ολόλευκο και από ντόπιο μάρμαρο. Έκφραση θαυμασμού εκ
μέρους της.
Στον τοίχο, δίπλα στην τουαλέτα, καμάρωνε ένα πορσελάνινο αγγείο σε σχήμα αχιβάδας σε νεοκλασικό μπαρόκ. Μέσα του κάποιο χέρι είχε αποθέσει χαρτομάντιλα. Πρόσεξε για να καταλάβεις, ανήγγειλε με έμφαση ο άντρας.
Λοιπόν, ανοίγουμε πρώτα ένα χαρτομάντιλο, παίρνουμε τη μια άκρη του και την υγραίνουμε στο νερό της τουαλέτας, μετά προσαρμόζουμε τη βρεγμένη άκρη στην οπή, ώστε το χαρτομάντιλο να φράζει το άνοιγμα λίγο πιο πάνω από τη στάθμη του νερού. Μετά καθόμαστε. Τα στερεά απόβλητα του σώματος πέφτουν στο χαρτομάντιλο και, όταν πατήσουμε το καζανάκι, απομακρύνονται όλα μαζί, πακέτο, χωρίς να μείνει τίποτα, χωρίς να λερωθεί χιλιοστό! Λοιπόν; Τι λες; Δεν είναι έξυπνο; Εκείνη άναυδη. Η κατά τα άλλα εύγλωττη γυναίκα πρώτη φορά δεν έβρισκε τις λέξεις για να εκφράσει τον απαιτούμενο κι αναμενόμενο θαυμασμό. Μονάχα ένα ελαφρύ βήξιμο της βγήκε, σαν εκείνο το «απορία ψάλτου βηξ». Μα εκείνος δεν πτοήθηκε.
Μα είμαι στ’ αλήθεια ιδιοφυία! απέδωσε ο ίδιος στον εαυτό του τα εύσημα. Μέχρι εκείνη να συνέλθει από την έκπληξη, αυτός συνέχιζε να επεξηγεί, τώρα τα μυστικά του εξαερισμού. Καθισμένοι στα σκαλοπάτια της εισόδου, κοιτάζανε ανελλιπώς το ηλιοβασίλεμα και κουβεντιάζανε. Δηλαδή, όχι ακριβώς. Μονολογούσε ο ένας και η άλλη άκουγε. Αρκούσε μια ελάχιστη ερώτηση δική της για μια ατέρμονη αφήγηση ιστοριών εκ μέρους του. Δεν ήταν μόνο από ευγένεια, πράγματι είχε διάθεση να μάθει τη ζωή, τις εμπειρίες, τα βιώματά του. Είχε ακόμα εκείνη την αφέλεια μιας αιωρούμενης γενιάς των γυναικών, να ενδιαφέρονται γι’ αυτά που έζησαν οι άντρες, στην παιδική τους ηλικία, στην εφηβεία, στον στρατό, νομίζοντας πως. αν τους καταλάβουν, μπορούν και να ελπίζουν πως κι οι άντρες θα ενδιαφερθούν γι’ αυτές. Μπορεί να έφταιγαν και εκείνα τα χρόνια της στο κατηχητικό, μπορεί κι εκείνα της δικτατορίας. Μπορεί και η τουρκοκρατία. Ποιος να ξέρει; Τι να ’κάνε κι αυτός ο έρμος; Τώρα που βρήκε αυτί να τον ακούει, έβγαζε τα εσώψυχά του. Εκείνη πάντως ήταν καλή ακροάτρια. Ωστόσο, μερικές φορές σκουντούφλαγε στα όριά της. Τότε, ανακάλυπτε τη φύση. Το ηλιοβασίλεμα ήταν αληθινά υπέροχο, κι όσες φορές έβλεπαν την πανσέληνο μαζί, ένιωθε πως η ζωή είναι μαγεία. Άσχετα ποιον έχεις δίπλα σου και πόσο ακατάσχετα μιλά για τα δικά του. Είχε ταλέντο να πατά τον εσωτερικό της διακόπτη και να απομονώνεται. Το ήξερε αυτό από παιδί. Εκείνο που δεν είχε μπορέσει ακόμα να εφεύρει ήτανε κάτι για να μπορεί να πίνει και την μπίρα της ζεστή, όπως την έπινε όλο το βράδυ ο άντρας. Με ούρα τής έμοιαζε κατακαλόκαιρο αυτό το κίτρινο ζουμί.
Και τη βραχονησίδα απέναντι απ’ το σπίτι μπορούσε η γυναίκα να κοιτάζει πολλές ώρες. Υπήρχε ένα παμπάλαιο σπίτι εκεί πάνω. 0 ιδιοκτήτης του, από παλιά οικογένεια της Καβάλας· το είχε κληρονομήσει, λέγανε, ο προπάππος του από τη μάνα του. που υπήρξε ερωμένη του Αλή Πασά. Αυτή θα ήταν πιο καπάτσα. σκεφτόταν η γυναίκα, της χάρισε και το νησί, αντί να την πνίξει σαν την άλλη μες στη λίμνη. Ερχόταν λοιπόν με μια βάρκα πότε πότε ο τωρινός ιδιοκτήτης. Τον παρακολουθούσε με τα κιάλια του άντρα να ξεχορταρίζει μονοπάτια. Έμενε και κανένα βράδυ πάνω στο νησί. Έφεγγε τότε αχνά κάτι σαν φλόγα. Εκείνη το ’βρίσκε αυτό πολύ ρομαντικό. Τη γοητεύανε οι ιστορίες οι παλιές. Πίστευε, κατά βάθος, πως η παράδοση και η ιστορία έδιναν έρμα και θεμέλια στην ψυχή, στους έωλους καιρούς που ζούμε. Τις νύχτες παρατηρούσε τη φλογίτσα που τρεμόπαιζε εκεί απέναντι και αφαιρούνταν. Κάποιες στιγμές, κατέγραφε τον άντρα δίπλα της να λέει για πολλοστή φορά την ίδια ιστορία. Τι καλά που υπήρχε το νησί, αλλιώς θα ’πρεπε να βρει μιαν άλλη λύση. Λύση; Ναι. ήταν μια λύση εκείνος. Και ήξερε πως και γι’ αυτόν εκείνη ήταν μια λύση. Έτσι, δεν είχε τύψεις. Κανείς δεν “έριχνε” τον άλλον.
Το μερτικό του ο καθένας και ισοζύγιο στον απολογισμό.
Εκείνος ήθελε το φαγητό συγκεκριμένη ώρα στο τραπέζι. Το πρωινό, σωστή τελετουργία, με βούτυρο και μέλι, με αλλαντικά, τυριά και φρούτα. Μαζί του έμαθε να τρώει πρωινό, εκείνη που περνούσε με καφέ μέχρι τις δύο.
Ψώνιζαν κάθε μέρα τρόφιμα, σύμφωνα πάντα με το καθημερινό σημείωμα για ψώνια, ένα αγγούρι. τρεις τομάτες, δύο μπανάνες. Του ‘δίνε πάντα τα μισά απ’ τον λογαριασμό. Γιατί βεβαίως αποδείκνυε τη χειραφέτησή της έτσι, δεν
ήθελε υποχρεώσεις. Κατάλοιπα του φεμινιστικού της παρελθόντος. Αυτός τα έπαιρνε, σαν αυτονόητο, όπως κι όταν εκείνη έπλενε πιάτα, αυτός τα σκούπιζε και τα ’βάζε στη θέση τους. Της έμαθε και πώς να εξαφανίζει τους λεκέδες του νερού από το ανοξείδωτο του νεροχύτη, πρώτα με βιμ παχύρρευστο, μετά με βέτεξ μόνο με νερό, μετά λίγες σταγόνες ξύδι, στο τέλος με στεγνό πανί, και όλα τέλεια!
Βέβαια, κάποιες μικρές στιγμές αναδύονταν και κάτι προσδοκίες προς το ροζ, μάλλον βγαλμένες από γυναικεία περιοδικά της μόδας, για δήθεν παθιασμένους έρωτες, ανιδιοτελείς, εξιδανικευμένους. πάνω και πέρα από ρουτίνες και πραγματικότητες. Έβγαιναν και κάτι επιθυμίες για τρυφεράδες και άλλα τέτοια. Μα ήξερε να τα καταχωνιάζει όλα αυτά σε ταπεράκι αεροστεγές, που έγραφε απέξω Χι και Άλφα, δηλαδή Χρήσιμα κι Αχρείαστα.
Ήτανε πάλι ένα απόγευμα αργά, κάθονταν οι δυο τους στη βεράντα. Σκοτείνιαζε, κι εκείνος περιέγραφε κάποιον ενισχυτή ελάχιστου φωτός, που υποτίθεται διέθεταν οι γάτες για να βλέπουν νύχτα. Εκείνη ταξίδευε σε κάποια Αλεξάνδρεια, όταν το τάπερ άνοιξε κι άφησε μια ερώτηση να βγει:
Για πες. πώς θα ‘θελες να ήσουν σε μια δεύτερη ζωή; Η απάντησή του ήρθε αμέσως: Σωστή οικογένεια, άριστη μόρφωση, με ξένες γλώσσες, επιχειρήσεις σε Ελβετία… Βροχή από λεπτομέρειες. Κάπου εκεί στο εικοστό λεπτό βγήκε απ’ το τάπερ κάτι ακόμα. Έι, εσύ! Τι θα ‘θελες στη δεύτερη ζωή;
Μα να ρωτήσει και αυτός για μένα, αυτό θα ήθελα ΕΓΩ! Μα δεν ρωτά. Δεν ξέρει να ρωτά, είχε πει κάποτε. Αν ήθελα να πω κάτι η ίδια, ας το έλεγα.
Κάποια στιγμή, δεν ξαναπήγε στο νησί η γυναίκα. Είχαν περάσει ένα-δυο χρόνια. Στην τουαλέτα πάλευε εκείνο το πρωί, στο σπίτι της. Τα στερεά απόβλητα δημιουργούσαν πρόβλημα. Δεν έφευγαν, επέπλεαν, κολλούσαν, καταβρώμιζαν. Και κάπου εκεί πιάνει ένα χαρτομάντιλο, το ανοίγει, το υγραίνει στη μιαν άκρη, το προσαρμόζει στο άνοιγμα λίγο πιο πάνω από τη στάθμη του νερού, πατά το καζανάκι. Τέλεια! Αυτό ήταν!
Αύριο θα αγόραζε αγγείο πορσελάνης σε σχήμα αχιβάδας.

.

 

ΤΟ ΧΕΡΙ ΒΑΘΙΑ

Μου διάβαζες τα παραμύθια κάθε βράδυ, ώσπου να κοιμηθώ. Τη Σταχτοπούτα, τον Παπουτσωμένο γάτο, τη Χιονάτη, τον Τζακ που ανέβηκε στη φασολιά. Μα ξεκαθάριζες ότι δεν ήτανε σωστά που έκλεψε ο Τζακ από τον γίγαντα τη χήνα που έκανε χρυσά αυγά. Κι εγώ γελούσα κι έλεγα πως το ίδιο θα έκανα κι εγώ, για να μην χρειαζόταν να δουλεύεις. Όλα τα παραμύθια μου άρεσαν, εκτός από το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Μα αυτό που ήθελα συνέχεια να μου λες ήτανε για τη θάλασσα, εκεί που έπαιζες σαν ήσουνα μικρή, για το ναυάγιο στον Φλοίσβο, εκεί που ακούγατε τις νύχτες
του χειμώνα να ξεσπούν τα κύματα και ν’ αντηχούνε μοιρολόγια.
Εγώ μετά συνέχιζα τις ιστορίες σου. Έβλεπα τους ναυτικούς να χάνονται στα πέλαγα και τις γυναίκες τους να περιμένουν άδικα, να κλαίνε. Και ξαφνικά γινόμουνα γοργόνα. Μα εγώ ποτέ δεν θ’ άλλαζα την όμορφη ουρά μου για ν’ αποκτήσω πόδια και να πονάω μετά σε κάθε βήμα. Α. να γινότανε το πριγκιπόπουλο για χάρη μου γοργόνος! Ούτε χαζή θα ήμουνα σαν εκείνη την αδελφή του Μεγαλέξανδρου, που κατά λάθος έχυσε το αθάνατο νερό. Εγώ θα ήμουνα η έξυπνη και συμπονετική γοργόνα που θα έσωζε τους ναυαγούς από τα βουλιαγμένα πλοία κι ύστερα θα τους πήγαινε πίσω στο σπίτι, στις γυναίκες τους, για να μην κλαίνε πια στα βράχια. Κι εκείνες θα πετούσαν. λέει, από πάνω τους τα μαύρα ρούχα, θα έβαζαν τα ωραία τους μεταξωτά και μετά θ’ άρχιζαν να χορεύουν. Γελούσες, όταν άκουγες εκείνα τα δικά μου παραμύθια. Με το δικό σου γέλιο εγώ έβγαζα φτερά.
Μαμά, η φωνή σου μ’ έκανε νεράιδα, που είχε τη δύναμη όλα να τα αλλάζει. Έτσι γλυκιά, αγαπητερή ήθελα να σε ακούω πάντα, όπως μιλούσες όταν ήμασταν οι δυο μας. Μα μερικές φορές, που έμπαιναν κάτι σκιές μες στη μιλιά σου, τότε έκλεινα τα αυτιά μου. Έτρεχα στον πύργο μου και πρόσταζα τους υπηρέτες μου τις πύλες να κλειδαμπαρώσουν. Να μην ακούω. Δεν μαλώνατε, μα στη φωνή σου αναγνώριζα τη μοναξιά και στη δική του την αδιαφορία, για σένα, για μένα, για μας.
Ήμουνα μέρες άρρωστη με πυρετό. Άκουγα την πόρτα να ανοίγει, και να κλείνει πρωί και βράδυ, κι έλεγα μέσα μου κάθε φορά: Να. τώρα θα ‘ρθει κι από δω. Να με ρωτήσει αν θέλω κάτι, αν πρέπει να με πάει στον γιατρό. Μα τίποτα. Γιατί; Εγώ ήμουν η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη. Εμένα διάλεξε η κυρία ν’ απαγγείλω ποίημα στην εθνική γιορτή. Εγώ ήμουν παραστάτις στην παρέλαση. Έστηνα αυτί ν’ ακούσω, αν θα σε ρώταγε για μένα. Δεν καταλάβαινα τι λέγατε. Ώσπου, ένα Σάββατο απόγευμα τον άκουσα που ήρθε, έφαγε, ξάπλωσε κι αργότερα, κάποια στιγμή, όταν δεν τον περίμενα άλλο πια.
άνοιξε και μπήκε. Η καρδιά μου στα ουράνια. Τα μάτια του ήθελα να δω, αν με κοιτάζουν. Κι έτσι δεν είδα πως στα χέρια του κρατούσε κάτι. Το κατάλαβα μόνο όταν είδα την κούκλα στην ποδιά μου. Και σάστισα, έχασα τη φωνή μου.
Πλημμύρισα χαρά. Μου έφερε δώρο! Μου έφερε δώρο ο μπαμπάς!
Την άλλη μέρα ήμουνα εντελώς καλά. Δεν άκουγα πια τις γκρίζες αποχρώσεις στη φωνή σου. Αναρωτιόμουνα μήπως εσύ θα έπρεπε να αλλάξεις κάπως. Να, δηλαδή… δεν ξέρω πώς να το πω. Μήπως δεν έφταιγε μόνο αυτός; Αφού μου είχε φέρει κούκλα, σημαίνει πως εμένα με αγαπούσε!
Η κούκλα πλάγιαζε και ξύπναγε στο μαξιλάρι μου. Ήτανε σαν να είχα τον μπαμπά μου εκεί. Την έντυνα, την ξέντυνα, της τραγουδούσα, τη νανούριζα, τη χάιδευα και ήταν σαν να χάιδευα εκείνον.
Μαμά, έχεις μια τσίχλα; Χωρίς να περιμένω την απάντηση, πήρα την τσάντα σου. Συχνά έβρισκα εκεί καραμελίτσες, μαστιχούλες κι άλλα περίεργα. Αυτή η τσάντα ήτανε κόσμος μαγικός. Μου άρεσε να ψαχουλεύω με κλειστά τα μάτια εκεί μέσα, να πιάνω κάτι και χωρίς να δω, να αρχίζω να μαντεύω. Όλα τα έβρισκα συνήθως με την πρώτη. Έτσι, και τούτη τη φορά έχωσα το χέρι μου βαθιά στη μαλακιά αγαπημένη τσάντα και άρχισα με κλειστά τα βλέφαρα την εξερεύνηση. Μμμ, ένα μπλοκάκι, ένα στυλό, τα χαρτομάντιλα, το πορτοφόλι,
τα κλειδιά. Συνέχισα να ψάχνω. Ήθελα κάτι γλυκό. Α, κάτι βρήκα. Μαζί βγήκαν και διάφορα άλλα, κάτι χαρτιά, σημειώματα για ψώνια και μια απόδειξη ταμείου:
ΕΛΠΙΔΑ ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ «0 ΠΙΝΟΚΙΟ»
ΑΦΜ: …, ΔΟΤ: …
ΕΙΔΟΣ: ΚΟΥΚΛΑ
ΤΕΜ.: 1 

.

 

ΟΖΑ ΡΟΖ

Πήγε και σήμερα κατά τις τρεις στην ίδια θέση, με τον φραπέ και τα τσιγάρα του, και κάθισε στα σκαλοπάτια που οδηγούσανε στη θάλασσα. Κατακαλόκαιρο. Τα απομεσήμερα η ζέστη αποχαύνωνε. Το δέντρο έριχνε ανάλαφρη σκιά. Η λεύκα σαν γυναίκα του ’δείχνε πότε την πράσινη, την κατευναστική πλευρά της, και πότε την ψυχρή και μακρινή. Ακουμπισμένος στον κορμό του δέντρου, πήρε τη στάση εκείνου που ρεμβάζει. Είχε γυρίσει από το ψάρεμα, καθαρισμένα ήταν και τα ψάρια που θα ’ψήνε στα κάρβουνα το βράδυ με τα εγγόνια, τώρα ησύχαζαν. Και η γυναίκα του κοιμότανε τα μεσημέρια αρκετά. Σαν άδικη κατάρα βάραινε η κατάθλιψή της πάνω του. 0 ίδιος ένιωθε ακόμα θαλερός, μα το φιλοσοφούσε. Ιδίως όσο ήτανε στο κτήμα, εδώ στη θάλασσα. Γιατί, όταν γυρίζανε στην πόλη, η ζωή γινότανε φορτίο. Συχνά, τελειώνοντας, δυσκολευότανε να πάει σπίτι. Τον έπνιγε η παραίτησή της, τον κούφαινε η σιωπή. Ας είναι. Τώρα ήταν ακόμα καλοκαίρι.
Κοίταξε το παράθυρο. Ήταν και σήμερα ανοιχτό. Ωραία λοιπόν, θα περίμενε. Ένα άλλο μεσημέρι, τυχαία, είχε καθίσει πάλι εκεί αναζητώντας δροσιά. Σηκώνοντας το βλέμμα προς τα πάνω, το είχε δει! Στο ανοιχτό παράθυρο του τελευταίου ορόφου φαινόταν ένα πόδι! Ακουμπισμένο ανέμελα στο πλαίσιο. Κάποιος αναπαυόταν. Προφίλ φαινόταν η πατούσα, τα δάχτυλα καλοσχηματισμένα και τα νύχια … βαμμένα ροζ! Μα τότε ο κάποιος ήταν κάποια! Δεν είχε έως τώρα φανταστεί πως μια γυναίκα θα ξεκουραζόταν έτσι. Για κείνον οι καλές γυναίκες είχαν τα πόδια τους κλειστά και φρόνιμα. Έμεινε να το βλέπει, έτσι αυθάδικο, προκλητικό. Δεν φανταζόταν πως από δω κι εμπρός απαρεγκλίτως κάθε μεσημέρι θα περίμενε. Να εμφανιστεί μια όζα ροζ! Μια ροζ απόλαυση.
Αυτά τα δάχτυλα του στέλνανε μηνύματα, καθώς κινούνταν ρυθμικά, ωθούμενα από πηγή αθέατη, ωστόσο υπαρκτή. Ναι. ήταν σίγουρος, ήταν μια σύσπαση που ερχόταν απ’ τη ρίζα, από βαθιά, αντισταθμίζοντας μιαν άλλη δυνατότερη. για να ενωθεί μαζί της, όπως εναρμονίζεται ο αρσενικός παλμός με άλλον θηλυκό. Κάθε ταλάντωση εκείνου του ποδιού έκανε τους γοφούς του να τεντώνονται επίσης προς τα εμπρός. Μα δεν μπορεί, δεν ήταν δυνατόν. Σε κείνο το δωμάτιο δεν είχε άντρα. Έμεναν δύο γυναίκες. Η μία. εντάξει, ντυνότανε ουδέτερα, η άλλη όμως ήτανε μια νταρντάνα θηλυκιά. Την
έβλεπε να βγαίνει απ’ το νερό με ένα λίκνισμα που του ’φερνε ζαλάδα. Τι δάχτυλα, τι νύχια! Και μια όζα ροζ! Δεν τα ’χε κατακόκκινα. σαν τόσες άλλες! Αυτά είχαν χαρακτήρα, εξέπεμπαν συγκρατημένο πάθος, άκρατη θηλυκότητα υπό έλεγχο, αξιοπρέπεια με φλόγα! Εκείνες τις στιγμές. τα μάτια του εκτόξευαν πυρακτωμένα βέλη. Φορούσε ευτυχώς γυαλιά ηλίου! Και τα λαγόνια του αναφλέγονταν! Ήθελε να φωνάξει, να της πει: Έλα να σου δείξω εγώ, τι θα πει…! Να την αρπάξει από τη μέση, να την κολλήσει πάνω του. να κάνει την κίνηση την προπατορική.
Έβαζε την εφημερίδα στην κοιλιά του. να μην προδίδεται, και μισόκλεινε τα μάτια, δήθεν τον έπαιρνε λίγο ο ύπνος. Την έβλεπε να πλησιάζει τη φιλενάδα της· αυτή να τη σκουπίζει όλο φροντίδα. να απλώνει αντηλιακό με αργές κινήσεις, κι ανατρίχιαζε. Έστηνε αυτί ν’ ακούσει τις κουβέντες τους, να μάθει πώς αποκαλούσαν η μία την άλλη. Τίποτα, καμιά απόδειξη ενοχοποιητική.
Τέλος του μήνα έφυγαν. Το παράθυρο έμεινε κλειστό. Μα κι ανοιχτό να ήταν, το σπουδαιότερο θα έλειπε.
Με το φθινόπωρο επέστρεψαν στην πόλη. Ξανάρχισε την ίδια διαδρομή: σπίτι – δουλειά, δουλειά – σπίτι. Κάθε φορά πιο δύσκολα. Κάθε φορά πιο δυνατή η επιθυμία να μην ξαναγυρίσει. Ευχότανε ο δρόμος να διπλώσει, να μην μπορεί να τον διαβεί. Φανταζόταν πως γύριζε στο σπίτι κι εκείνο, λέει, δεν υπήρχε πια στη γνώριμή του θέση. Κι όμως, το έβρισκε κάθε φορά εκεί. Με το έμψυχο και άψυχο περιεχόμενό του. Μικρή η διαφορά εξάλλου ανάμεσά τους.
Εκείνο το μεσημέρι έκλεισε το μαγαζί κανονικά κι άρχισε να βαδίζει προς το σπίτι. Στη δεύτερη γωνία όμως πήρε άλλον δρόμο. Ήταν η πόλη όπου είχε γεννηθεί, όπου είχε μεγαλώσει, η πόλη όπου γερνούσε. Μα τώρα κοίταζε γύρω σαν ξένος. Και απορούσε. Ώσπου συνάντησε τυχαία μια βιτρίνα. Στάθηκε να κοιτάζει τα αντικείμενα, τα μπλε, τα κόκκινα, τα ροζ, που λες και τον καλούσαν. τον μαγνήτιζαν. Χάθηκε στην ονειροπόληση. Τα πόδια του άρχισαν να ριζώνουν. Με το ένα χέρι ακούμπησε στον τοίχο, το ένιωσε να προεκτείνεται και να συσσωματώνεται με τον σουβά και το εσωτερικό τοιχίο. Η λογική πάσχιζε να τον ξεκολλήσει από ’κει, να τον γυρίσει σπίτι, έπρεπε να περάσει κι από τον φούρνο. Μάταια. Το σώμα διαπέρασε το άθραυστο γυαλί και πήρε θέση ανάμεσα στ’ αρώματα, τις όζες. τις σκιές ματιών, αγκάλιασε
τις κρέμες για το πρόσωπο και κούρνιασε σε μια αγκαλιά από γαλακτώματα για κυτταρίτιδα. Επεκτάθηκε, έγινε ένα με το υπέδαφος, το περιέχον κέλυφος και το ευωδιαστό περιεχόμενο.
Ξύπνησε την άλλη μέρα από τον ήλιο που έπεφτε βάναυσα στα μάτια του.
Ήταν αργά, δεν θα πήγαινε σήμερα να ανοίξει; Δεν της απάντησε. Ούτε στην πρώτη ερώτηση μα ούτε και στις άλλες. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Και να ‘ξερε, δεν ήθελε.
Σιωπή και απόσυρση. Και μόνο κάπου κάπου χρώματα, σχήματα, άλλοτε άμορφα άλλοτε να θυμίζουν πόδια, γάμπες που καταλήγανε σε σμιλεμένα άκρα με τριανταφυλλένιες απολήξεις. Εικόνες τον τυραννούσαν στα σκοτάδια. Μηροί βελούδινοι και τορνευτοί συμπλέκονταν, στήθη εφάπτονταν, σώματα ωθούσαν και ωθούνταν. Τον καταβύθιζαν στο παρελθόν. Τον διέσωζαν στο μέλλον. 0 χρόνος έχανε υπόσταση, ο χώρος διαστάσεις. Από κοντά, η γυναίκα συνέλεγε επιμελώς τα απολεσθέντα, τα οικειοποιούνταν και τολμούσε με αυτά να διαλύει τις σκιές της. Εφεύρισκε ξανά την ύπαρξή της.
Βαθούλωσε το στρώμα δίπλα του. Οι τρίχες των ποδιών του ανασηκώθηκαν από ένα πόδι που έψαχνε δρόμο ανάμεσα τους. Τα πάντα σιωπούσαν, αφουγκράζονταν το ανατρίχιασμα. Το πόδι εισχώρησε πιο μέσα. Το σώμα αφυπνισμένο αφέθηκε στην επαφή. Χέρια ζητούσανε μερίδιο. Το κάθε κύτταρο παλινδρομούσε ανάμεσα σε κοίλο και κυρτό. Γέμισε το δωμάτιο εικόνες. το σώμα αισθήσεις, μια κάψα εξόρκιζε τον λήθαργο, ώσπου πλημμύρισαν τα πάντα, λυτρωτικά και κατακλυσμιαία. Παλίρροια σαν φυσικό φαινόμενο κυττάρων, λησμονημένων μεταξύ τους μα συγγενών στη σύστασή τους. Η έρημος γινόταν παρελθόν.
Στην αγκαλιά του αφέθηκε αποκαμωμένη μια γνώριμη μορφή.
Οι τριανταφυλλένιες απολήξεις της τον τράνταξαν. Τι είναι αυτά; ρώτησε άγαρμπα.
Στην τσέπη σου ήταν. Μια όζα ροζ. Σκέφτηκα πως την έφερες για μένα… Ε. να, δηλαδή για μας.

 

ΔΕΝΔΡΟΛΙΒΑΝΟ ΚΑΙ ΔΥΟΣΜΟΣ

Έπαιρνα την αποστειρωμένη γάζα, την έχανα μπαλάκι και σκούπιζα απαλά τα αίματα που ανάβλυζαν στο ανασκαλεμένο πρόσωπο, σαν γη οργωμένη.
Το αίμα ανάβλυζε αδιάκοπα. Έτρεχα να το προλάβω με τη στρογγυλεμένη γάζα. Γέμιζε στο λεπτό και δεν απορροφούσε άλλο. Έριχνα τις ματωμένες μπάλες σε μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών στην τουαλέτα. Κι έτρεχα ξανά να προλάβω το αίμα.
Τα μάτια του πρησμένα, μελανά, κοιτούσαν απλανή και δε με γνώριζαν. Τα σκούπιζα με αποστειρωμένες γάζες, που τις έβρεχα με νερό από ένα πλαστικό μπουκάλι. Έβγαλα σιγά σιγά τα ξεραμένα αίματα από τα βλέφαρά του.
Και ξανά κυνηγούσα τα ποταμάκια αίματος από τη μύτη και τα ρουθούνια. Πάνω απ’ το φρύδι ξεφύτρωνε ακόμα μια αιμάτινη πηγή. Ένας επίδεσμος τύλιγε το κεφάλι λοξά, ψηλά στο μέτωπο, και συγκρατούσε κάποια ρυάκια από τη ρίζα. Το αυτί σχισμένο, το δεξί. Εκεί τρία ράμματα κρατούσαν το πτερύγιο μην αποκολληθεί.
Η μυρωδιά του αίματος, του ζωντανού ακόμα, γλυκερή, ζεστή, μου ανάδευε τα σωθικά και τα έφερνε στον λάρυγγά μου.
Η ίδια μυρωδιά, η ίδια αντίδραση, κάθε καινούριο Πάσχα με το σφαγμένο αρνί που πρέπει να ετοιμάσω. Παραλύω, η μυρωδιά με εξουθενώνει. Τα χέρια μου μυρίζουν αίμα ακόμα, δύο χρόνια μετά.
Φέτος λεμόνι έβαλα και ρίγανη, και σκόρδο και πιπέρι. Μα δεν φεύγει.
Δυόσμο, δυόσμο, θα βάλω φέτος! Αυτή είναι η λύση!… Και δενδρολίβανο!
Εκείνο το βράδυ… Σαββάτο ήταν, μετά τα μεσάνυχτα, πλησίαζε η Πρωτοχρονιά, εκείνο το βράδυ είχε αρχίσει να χιονίζει — πήρε τηλέφωνο για να μού πει ξεψυχισμένα πως είναι στο νοσοκομείο, τον είχανε χτυπήσει. Γύριζε, λέει, απ’ τη δουλειά και κάπου στο λιμάνι, κάποιος πεσμένος στην άκρη του δρόμου ζητούσε βοήθεια. Σταμάτησε να βοηθήσει. Τον έβαλε στο αμάξι, δίπλα του. Όμως, μόλις ξεκίνησαν, ο άγνωστος έβγαλε μαχαίρι και με απειλές τον οδήγησε στα σκοτεινά.
Κι αφού δεν έβρισκε λεφτά, τον χτύπησε, τον έσυρε έξω, τον έριξε στις λάσπες, πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε. Τον βρήκαν κάτι νεαροί με μηχανάκι και φώναξαν νοσοκομειακό.
Πήρα ένα ταξί για το νοσοκομείο. Η διαδρομή μου φάνηκε αιώνας. Τον βρήκα μες στα αίματα, που άρχισα να σκουπίζω…
Το αυτοκίνητο το βρήκαμε την άλλη μέρα σε μια ερημιά. Υπήρχαν αίματα, πολλά αίματα, όμως στο πίσω κάθισμα, στο δάπεδο, γελούσε ένα προφυλακτικό.
Τα τραύματα επουλώθηκαν, τα ράμματα αφαιρέθηκαν, έμεινε μόνο μια μικρή ουλή στο αριστερό το φρύδι και στο αυτί. Τόλμησα να ρωτήσω πώς συνέβη.
Σταμάτα. Δεν θέλω ερωτήσεις!
Μα δεν πληγώνουν οι ερωτήσεις που δεν επιτρέπονται. Πληγώνουν οι απαντήσεις που απουσιάζουν.
Πλήθαιναν οι σιωπές. Ερχόταν κι έφευγε από το σπίτι χωρίς λέξη, απάντηση καμιά, σε ό,τι κι αν έλεγα. Κάποιες φορές μόνο έβγαζε κάτι σαν βρυχηθμό παγιδευμένου ζώου: Δεν ξέρω, κάνε ό,τι θες, μη μου μιλάς. Το βλέμμα του ακολουθούσε τροχιές που συστηματικά απέφευγαν την οπτική μου παρουσία. Μετακόμισε στο σαλόνι. Η σιωπή παγιώθηκε.
Δεν βοηθούν εδώ τα βότανα της φύσης. Ανίσχυρη και η αρωματοθεραπεία. Χρειάζομαι υποχθόνιες δυνάμεις.

 

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΣΤΙΣ ΑΚΡΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΧΩΡΑΦΙΩΝ

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

“Το βιβλίο της Καίτης Στεφανάκη Στις άκριες γυναικείων χωραφιών (Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2021) μου άρεσε πάρα πολύ, κυρίως εκείνα τα “διηγήματα” που έχουν έντονο ρυθμό σαν να είναι ποιήματα. Μέσα απ’ αυτόν τον ρυθμό περνούν οι γυναίκες όλων των εποχών, εξιστορώντας με τον δικό τους ζωικό τρόπο, με τη γλύκα της καθημερινότητας αλλά και των βίαιων συγκρούσεων, όλα τα πάθη, τα ήμερα και τα ανήμερα, όλες τις συνδέσεις με τη φύση, τη γλυκύτητα (και τον φόβο) των ζώων, των δέντρων, των πολύχρωμων καρπών, της θάλασσας και των ονείρων, με μία βαθύτερη σύνδεση των δυνάμεων της ζωής, μέσα από τα βάθη του χρόνου, τα λάθη, τις ενοχές και τις τύψεις που τελικά ο χρόνος τις ημερεύει, καταδεικνύοντας πως έχουν τη μέγιστη θέση τους μέσα στον κόσμο και την ζωή, αθωώνοντάς τα, γιατί με αυτά ―εκτός που είναι ο εαυτός μας, η δύναμη και η αδυναμία μας― η ζωή πληθαίνει και μεγεθύνεται, παίρνει γεύσεις που μας αναταράζουν, βγάζοντας το μέσα έξω, οδηγώντας μας σε ένα είδος κάθαρσης εν αμαρτία, δηλαδή στην ισχύ του μύθου, όπου η αλήθεια και το ψέμα ανταμώνουν σε έναν γάμο του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον. Το γήρας, η αρρώστια, ο θάνατος («σαρκοφάγα αιλουροειδή»), εκτός από φθορά και σταυρός, είναι ο καρπός του μέλλοντος που διαρκώς αλλάζει μορφές και όλο και πιο συχνά μορφάζει. Σαν σε πανόραμα, το παρελθόν των γυναικών προσπαθεί να ξαναβρεί τη χαμένη μορφή και ίσως να την ορθώσει μέσα στα σημερινά δεδομένα, ανανεωμένη και ανθηρή.
Κι όλα αυτά με μια θαυμαστή ρέουσα γλώσσα, ένα ρυάκι που διασχίζει όλες τις ομορφιές του ζωντανού και του νεκρού κόσμου των αρχέγονων μύθων, τις άηχες ενώσεις με το υπερβατικό, το παραμύθι, τις ονειροφαντασίες, όλες τις παρούσες και αόρατες πραγματικότητες, με κείνη την έσω μυστική γλώσσα της εμπειρίας και της σοφίας, καθώς διαπερνά τις γενιές των γυναικών, τη σιωπή τους και τις αντοχές τους, το αίμα της μήτρας τους που στάζει τη ζωή και το χάδι των ακούραστων χεριών τους.
Ένα έπος με μάχες μυστικές, σχεδόν αόρατες, ζεστές σαν φρέσκο ψωμί, σαν προζύμι που φουσκώνει ποιητικά, αγκαλιάζει και εξαγνίζει τα πάντα.”

.

ΜΑΡΙΑ ΣΙΤΑΡΙΔΟΥ-ΤΡΟΥΛΑΚΗ

Σκέψεις & Εντυπωσιασμοί.
Δίλημμα! Για ποιό να μιλήσω πρώτα…για το βιβλίο ή για την συγγραφέα-άνθρωπο!
Για την κα Καίτη Στεφανάκη μόνο με λόγια καρδιάς μπορώ να εκφραστώ!
Την γνώρισα κάπου στην αποστροφή του ’90 σαν πελάτισσα. Σαν μιά τρυφερή, γλυκιά κι ευαίσθητη γυναίκα.
Θα πρέπει να επικοινωνούσαμε όμορφα γιατί ξαφνικά βρέθηκα με ένα ωραίο ζωγραφικό της έργο στα χέρια. Τότε συμπλήρωσα στο προφίλ της το “δοτική”.
Πέρασαν πολλές δεκαετίες και ξάφνου, πρόσφατα ξανασυστηθήκαμε ως λογοτέχνης με αναγνώστρια. Η “συνάντηση” ήταν μαγική!
Θέλω να την ευχαριστήσω που μου επέτρεψε να βαδίσω “ΣΤΙΣ ΑΚΡΙΕΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΧΩΡΑΦΙΩΝ” στις πρόσφατες ιστορίες που έγραψε, έτσι, ως αποστασιοποιημένα εμπλεκόμενη, και να βάψω τα νύχια μου με “ΟΖΑ ΡΟΖ”!
Τα συμπτώματα από την εμπειρία της ανάγνωσης του νεοεκδοθέντος βιβλίου της, ψυχοσωματικά…
Σκέψεις που αυτονομήθηκαν και τρέχουν σαν σε παραλογή!
Χτύποι της καρδιάς που έχασαν την χρονικότητά τους.
Σώμα που παραδόθηκε θαρρείς στην δύναμη κάποιας παραλυτικής ουσίας και στομάχι που σαν να ξέχασα από καιρό να του δώσω τροφή!
Τι βιβλίο αυτό!!! Συγκλονιστικό!!!
Βιβλίο που αναφέρεται στις γυναίκες μιάς ζωής ή και πολλών ζωών μαζί.
Γυναικείες μορφές που περιγράφονται με την απενοχοποίηση που αποκτά κανείς με την ωριμότητα,
την συμφιλίωση και αποδοχή του εσώτερου εγώ του.
Ιστορίες γλυκές, συγχωρητικές, ιστορίες συνειδητοποίησης.
Ιστορίες για όλα τα ειπωμένα και τα ανείπωτα των γυναικών του άχρονου χρόνου…
Η γραφή γοητευτική, γρήγορη σαν ποίηση, λυρική όπως τα όνειρα, αιχμηρή όπως οι ενοχές, οι τύψεις και τα τραύματα.
Άλλοτε τιμά τις απλές παλιές γυναίκες με την άδολη σκέψη, την αφοσίωση στο αγαπημένο, όποιο είναι αυτό, στην φύση, στα ζωντανά του κόσμου και άλλοτε με την γραφίδα σαν νυστέρι ξεφλουδίζει σιγά σιγά, ό,τι κακοφορμίζει σε σώμα και ψυχή.
Και κάπου ανάμεσα, συναντήσεις και συνομιλίες με το υπερβατικό και με αρχαίες θεωρίες και οντότητες!
Νομίζω πως, δρόμος προς την κάθαρση, λέγεται αυτό…
Τυχεροί όσοι γίνουμε κοινωνοί της!

Δείγμα γραφής από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
“Η κόρη-εγγονή, εγώ που ο πατέρας μου δεν ήθελε να ξέρει πως υπάρχω, θήλυ όντας ακουσίως κι ατυχώς, δεν έπλεκα, ούτε κεντούσα, ούτε έραβα μάζευα τα άχρηστα, τα παραπεταμένα κι ατάκτως ερριμμένα εκεί, στις άκριες γυναικείων χωραφιών, τα ξεχασμένα σε μητριαρχικές βεγγέρες μάζευα λέξεις, συλλαβές και γράμματα και ύφαινα περίπλοκο ιστό, ευγνώμων αρχικά, αφού είχα επιβιώσει και σ’ ανδρικά συμπόσια δεν είχα φαγωθεί, ως φέρουσα πρωτόγνωρους επαίνους αριστείας.”

.

 

 ΟΛΑ ΡΟΖ

ΕΥΑ ΚΟΥΚΗ

ΕΞΩΣΤΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2016

Η «Όζα Ροζ» είναι μια συλλογή διηγημάτων της Καίτης Στεφανάκη που καθηλώνει τον αναγνώστη αργά και προοδευτικά. Πρόκειται για ένα ανάγνωσμα χαμηλότονης αφήγησης και υποβλητικής αίσθησης, το οποίο συντίθεται σε 13 αυτοτελή κείμενα, σε 13 διαφορετικές ιστορίες. Η ερωτική ανάμνηση, τα υπαρξιακά τραύματα, οι ανθρώπινες σχέσεις, τα ειπωμένα και τα ανείπωτα παρελαύνουν μπροστά στον αναγνώστη και τον εισάγουν σε μια μυστηριακή, σχεδόν, ανάγνωση. Η «Όζα Ροζ» είναι μια συλλογή κειμένων με θέματα που απηχούν στο διαχρονικό, το εσώτερο και το υπαρξιακό και διαρρηγνύουν δημιουργικά τον λόγο με φαντασία.
Διαβάζοντας το βιβλίο, ένιωθα πως μπαίνω σε ιστορίες πατώντας στις μύτες των ποδιών μου με αργά και σταθερά βήματα με σκοπό να ανακαλύψω τι κρύβεται πίσω από τους χαρακτήρες, τα συναισθήματα και τους ιστούς που πλέκουν την πλοκή των διηγημάτων. Μετά από τις πρώτες ιστορίες που διάβασα, κρατούσα την αναπνοή μου για το σημείο όπου η πλοκή θα με έπιανε εξαπίνης. Κάθε διήγημα είναι μια πύλη. Μετά το πρώτο, μαθαίνεις να τα αντέχεις. Σου ανοίγουν την πόρτα στο άγνωστο και στο ανομολόγητο. Μέσα από σκληρές εικόνες σε θέτουν μπροστά σε μια ωμή αλήθεια, σε μια όψη της πραγματικότητας. Από εκεί κι έπειτα έχεις δεθεί με κάθε ιστορία. Η συγγραφέας σε αφήνει λίγο λίγο, μέσα από υπονοούμενα και αινίγματα, να εισχωρήσεις στα κείμενα χωρίς αντιστάσεις. Σου δίνει τα βασικά στοιχεία της πλοκής και σε αφήνει να ανακαλύψεις τα υπόλοιπα. Η ανάγνωση μετατρέπεται σε εξερεύνηση. Η ανάμνηση της ερωτικής απώλειας κυριαρχεί. Η σωματική μνήμη ανασυνθέτει τις ανθρώπινες σχέσεις. Η ψυχαναλυτική προσέγγιση δίνει έμφαση και βάθος σε κάθε ιστορία που η συγγραφέας πραγματεύεται και οι σκληρές εικόνες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι μιας αναγκαίας συνειδητοποίησης. Οι χαρακτήρες, άνθρωποι με καθημερινά χαρακτηριστικά, κινούνται μεταξύ απωθημένων, χρόνου και σχέσεων προσπαθώντας να βρουν την θέση τους στον κόσμο. Μέσα από την χαρισματική αφήγηση της συγγραφέως, ο αναγνώστης είναι σε θέση να ακολουθήσει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις κινήσεις τους και να βιώσει την εμπειρία τους.

Η γραφή έχει βάθος, είναι γλαφυρή μα και δύσκολη. Στα σημεία μοιάζει με εξομολόγηση. Μέσα από την ανάγνωση δίνεται η εντύπωση πως η επιλογή και η τοποθέτηση των λέξεων σε σειρά έχει γίνει προσεκτικά και με ακρίβεια. Η ανάγνωση απαιτεί επαναλήψεις και αναστοχασμό. Δεν προδίδει το νόημα εύκολα. Στο τέλος, όμως, δικαιώνεται. Μετά το πέρας της ανάγνωσης κάθε διηγήματος, ο αναγνώστης απελευθερώνεται. Λύνεται. Και είναι έτοιμος να περάσει στην επόμενη ιστορία. Το μέγεθος των διηγημάτων (μερικές σελίδες το καθένα) είναι ιδανικό, ώστε ο αναγνώστης να φτάσει στην πιο δυνατή συναισθηματική εντύπωση, μα και στην κάθαρση, μέσα από το πέρας της ιστορίας πριν προχωρήσει στο επόμενο κείμενο.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, καθώς θα ξαφνιάσει, θα συνεπάρει και θα ελευθερώσει τον αναγνώστη. Θα τον ταξιδέψει στον πυρήνα της ανθρώπινης ερωτικής ιστορίας, θα τον τραυματίσει και, στο τέλος, θα τον ανταμείψει με μια ικανοποίηση που μόνο η άρτια λογοτεχνική έκφραση ξέρει να δίνει.

.

ΦΩΤΗΣ ΜΙΣΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 4/7/2016

Ο ευνουχισμός ως ντετερμινισμός στην ιστορία της προπατορικότητας

Για το «Ένα καμάρι σε εικόνες δέκα», από τη συλλογή διηγημάτων της Καίτης Στεφανάκη Όζα ροζ, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εντευκτηρίου 2015

«Ένα καμάρι σε εικόνες δέκα» [i] είναι το τελευταίο μικρό πεζό στη συλλογή της Καίτης Στεφανάκη «Όζα ροζ». Με κάνει να σκεφτώ μ’ έναν τρόπο παραπληρωματικό ―κατά βάθος «αιρετικό» και ιδιότυπο, για το «γίγνεσθαι- θήλυ»― κι αυτό ως μετα-αναγνώσεις άλλων, αρχίζοντας με την “ποιητική” παρότρυνση κάποιας νερομαντείας, του Auden κατ’ αρχάς, μέχρι την ερωτική βία που υφίσταται το κυρίως πρόσωπο στο έργο, που είναι μια γυναίκα σ’ ένα σπίτι στην Κηφισιά:

«Μες στο νερό δες και στοχάσου
Τι έχασες με τον καιρό

Όσο τα δάκρυα κυλούν καυτά
Τον άτιμο τον γείτονά σου αγάπα»[ii]

κι ο «γείτονας» μπορεί να είναι «ένας εξηντάρης, φίλος του πατέρα», ένα πρόσωπο μοιραίο, καθώς συναντιέται με τη γυναίκα που ακούει στο “ετερώνυμο” Στρατής, στη διαδικασία του βιολογικού, αλλά και στον καθ’ ολοκληρίαν σχηματισμό του γυναικείου υπάρχειν. Αυτή η μεταστοιχείωση αποτελεί τη μετατροπή, την υπογράμμιση του Νίτσε «sie wird Weib», «αυτή (η ιδέα) γίνεται γυναίκα»[iii]. Ετούτοι οι στίχοι μπορούν να αποτελέσουν διακύβευμα στο γραφτό της Κ.Σ., μέσα στη διακειμενικότητα του κειμένου αυτού που τώρα γράφεται.

«ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ: Ήτανε το καμάρι του, ήτανε η ψυχή του αυτό το παιδί, έλεγε και ξανάλεγε στους φίλους του… τύπος και υπογραμμός, ολοκλήρωνε κάθε φορά εμφατικά. Να ‘χε και κάτι ανάμεσα στα σκέλια, μουρμούριζαν οι φίλοι σαν αρχαίος χορός. Να ‘χε και κάτι ανάμεσα στα σκέλια, επαναλάμβανε κι ο ίδιος»[iv]. Αυτή είναι μια παραδοχή ευνουχισμού της γυναικείας υπόστασης, του φύλου της. Το γυναικείο γίγνεσθαι είναι ακόμα παρατημένο, βρισκόμαστε και βρίσκομαι διαβάζοντας στα πρώτα σκαλιά: «Το στήθος πήρε να φουσκώνει. Γύρω απ’ τις ρώγες το δέρμα καμπύλωνε σαν απαλό ζυμάρι». Μια γυναίκα ευνουχισμένη· μ’ αυτόν τον τρόπο τελείται η επικύρωση του αντρικού ευνουχισμού, υπαινικτική μιας κατάστασης ά-φυλης, a-sexual, τελικά «α-κίνδυνης» από κάθε άποψη.

«ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ: Το στήθος πήρε να φουσκώνει… Το κορίτσι βρήκε μια πάνα μακρουλή και φάσκιωσε σφιχτά το στέρνο, το ‘κανε τάβλα. Έγραφε ημερολόγιο υπογράφοντας Στρατής. Αυτό το Στρ- έδινε δύναμη». Δεν πρόκειται για μία γυναικεία εγγραφή στον κόσμο, ούτε καν ως μεταφορά ή αλληγορία [v]. Για τη γυναίκα αυτή ξανατίθεται το ερώτημα αν είναι άντρας ή γυναίκα. Ένα ερώτημα οντικό στην ατελείωτη “πατριαρχική” ενδοχώρα. Όταν το θέμα της σεξουαλικότητας τίθεται υπό αμφισβήτηση, γεννιούνται οι βάσεις για μια υστερική προσωπικότητα [vi]. Συμβιώνει με το “ετερώνυμο”, το οποίο γεννιέται εδώ σαν αποτέλεσμα της υστερίας. Αμφισβητείται ενδο-οικογενειακά είτε κοινωνικά ό,τι είναι ανίσχυρο, αδύναμο. Ο φαλλός αποκτά ισχύ σημαίνοντος και στους τρεις κύκλους του Μπορρομέλ: στο Πραγματικό, στο Φαντασιακό, στο Συμβολικό, που ανα-κυλίεται με τα άλλα δύο. Η τελική φαλλική οιδιπόδεια εικόνα “υποχωρεί σ’ ένα πλατύ σημαινόμενο, οι φαλλικές χροιές γίνονται ιδεολογικές ή τουλάχιστο ιδεοληπτικές, με αυτές συσχετίζεται η Άλλη Απόλαυση [vii], η βασική γυναικεία επιδίωξη και απάντηση στο «τι θέλει η γυναίκα» (αρχικά Freud: was will das Weib, καταληκτικά Λακάν: L’ autre juiissance).

«ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ: Η μάνα είπε, όλες τα ‘χουν, και της έδωσε κάτι πανιά να βάλει στο εσώρουχο. Η τσίγκινη λεκάνη που τα πλένανε, πλημμύριζε σφαγμένα ζώα». Αποκρυπτογραφείται ξανά η ιστορία: η γυναίκα περιέχει το ζωώδες κι αυτό οφείλει να εξοριστεί, ο ευνουχισμός της είναι ο ακρωτηριασμός της μείωσής της, πλανάται ο φόβος του άντρα. Το χαμένο μέλος μπορεί να επανα-συγκολληθεί σαν μια ευτυχής δια-φυλική σχέση ιδεών. Η γυναίκα φέρνει τη ζωή, αυτό το λέμε φαλλική γυναίκα. Ό φαλλός πρέπει σε μια φωτεινή συγκυρία να είναι όχι σημαίνον απλά, αλλά και σημαινόμενο, ο φαλλός-ιδέα νοηματοδοτείται ως όνομα του πατρός (Λακάν). Η γυναίκα επανακτά έναν αρχέγονο ρόλο, διπλό, της βασίλισσας και της μάγισσας.

ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΤΑΡΤΗ-ΠΕΜΠΤΗ-ΕΚΤΗ-ΕΒΔΟΜΗ: «Εκείνος εξηντάρης, φίλος του πατέρα… Την κάλεσε στην Κηφισιά.. Παρήγγειλε κουνέλι… Ήταν σκληρό… Της έστελνε ένα ποσό ελεημοσύνης κάθε μήνα, υποτροφία το έλεγε, για χάρη του ενδεούς πατρός της… Σπουδαίος επιχειρηματίας… Τη στρίμωξε πίσω απ’ την πόρτα κι έχωσε το χέρι ανάμεσα, εισχωρούσε βίαια εκεί που έλειπε το κάτι ανάμεσα στα σκέλη…». Είναι και ο ίδιος χωρίς κάτι αποτελεσματικό ανάμεσα στα σκέλη, χωρίς στύση, ευνουχισμένος, με την ίδια μεταφορά που κι αυτή θεωρείται έτσι, εισχωρεί λοιπόν με βία, με τη λειτουργική ακρίβεια δονητή. «Έγραφε ακόμα ημερολόγιο ως Στρατής. Είχε κι έναν συμφοιτητή εκ Μυτιλήνης, Στρατής κι εκείνος… Ήταν μελαχρινός, με μάτια αναμμένα κάρβουνα…». Η απρόσμενη προσωποποίηση του “ετερωνύμου” της, οντικοποιεί τη φύση της, την οδηγεί στην ετερότητα, στη σχέση με το διαφυλικό συνεχές.

Στην έκτη εικόνα, η Δήμητρα, η Ρέα, η Άρτεμη. Οι αρχαίες θεότητες ενυπάρχουν μέσα σ’ ένα σκηνικό αίματος. Ο Τιτάνας ευνουχίζεται από τον Κρόνο και ο Δίας ευνουχίζει τον Κρόνο. Η Θρησκεία θεμελιώνεται πάνω στο εφιαλτικό έγκλημα του ευνουχισμού, γιατί το νέο πρέπει να έρθει από άλλη παρθενογένεση, οι προ-πάτορες πρέπει να υποστούν τον ακρωτηριασμό σαν έκβαση του τέλους και του σκοπού της ιστορίας· δεν υπάρχει θρησκεία που δεν είναι θεμελιωμένη στο αίμα, στο έγκλημα, στον ευνουχισμό, που μας αποδίδει ά-φυλους σ’ έναν μυστηριακό κόσμο αγγέλων. Στα μεταγενέστερα χρόνια των πιο απόκρυφων τελετών, ο ευνουχισμός του ιεροφάντη είναι η άρνηση του εγκόσμιου, ο Άττις και ο Ωριγένης μόνον έτσι θα βρεθούν στον χώρο της Μεγάλης Θεάς Κυβέλης, της Θηλυκής Αρχής, της Γης ή στον Χώρο της Ιερής Επαγγελίας, της Ουράνιας Ιερουσαλήμ. Έτσι εισάγεται η μεταφορολογία του ασκητισμού και της αναχώρησης.
Ο Θηλυκός Στρατής γίνεται Ιέρεια, οι θεές του Άνω και Κάτω κόσμου αναδύονται από το ασυνείδητο και της διδάσκουν πώς πρέπει να είναι οι σπονδές. Το κουνέλι μαλακό και εύγευστο σε αντίθεση με το γεύμα της Κηφισιάς… «Ζωή σε λόγου σου, ευχήθηκε ο επιχειρηματίας και φίλος του νεκρού. Εκείνη κούνησε μοναχά το κεφάλι. Κι αποσύρθηκε». Αξιοπρέπεια. Μπορώ να τελειώσω τώρα με την αγάπη του Auden:

Όσο τα δάκρυα κυλούν καυτά
Τον άτιμο τον γείτονά σου αγάπα

«ΕΙΚΟΝΑ ΟΓΔΟΗ, ΕΝΑΤΗ, ΔΕΚΑΤΗ: Έβγαλε τη φασκιά απ’ το στήθος… Ανατρίχιασε…» Επανέρχεται στον εαυτό της… «Το πλοίο για τη Μυτιλήνη ξεκίνησε». Θα ψάξει τον αληθινό Στρατή. Δεν αμφισβητεί ότι είναι γυναίκα, με την αλήθεια που ξέρει πια. Χωρίς υστερία, χωρίς το στεγανό μιας καμπίνας. Γεμάτη όρεξη για τη ζωή της.

.

ΒΑΣΙΛΗΣ Γ. ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 16/6/2016

Μες στον βαθύ ουρανό/ Κάθε βουνό κι η υπογραφή του

Η Όζα ροζ είναι η πρώτη συλλογή διηγημάτων της Καίτης Στεφανάκη. Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως καλαίσθητο βιβλίο, που το εξώφυλλό του κοσμεί το άρτιας αισθητικής έργο του ζωγράφου Φώτη Μισόπουλου, ενώ στο πτερύγιο του οπισθόφυλλου εικονίζονται και οι άλλες δύο, υπέροχες επίσης, προτάσεις του ζωγράφου. Την αισθητική της έκδοσης συμπληρώνει ένα μικρό, διακριτικό κείμενο στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, που με ακρίβεια ορίζει και σηματοδοτεί τα περιεχόμενά του. Τέλος, η συλλογή ευτυχεί να έχει τη σφραγίδα της ποιότητας και του γούστου των Εκδόσεων Εντευκτηρίου του Γιώργου Κορδομενίδη.

Μάλλον σπάνια συμβαίνει να νιώθει κανείς την ανάγκη, μετά την ανάγνωση ενός βιβλίου, να θέλει να περιγράψει και να καταθέσει de profundis τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, την προσωπική του ματιά, δηλαδή την απολύτως προσωπική του εμπειρία, απότοκο της συνάντησής του με την πραγματικότητα των κειμένων ενός βιβλίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση του βιβλίου Όζα ροζ, της Καίτης Στεφανάκη.

Πρόκειται για μια εξόχως αυθεντική γραφή, που, με μοχλό μιαν εμμένουσα μνήμη, ανασκάπτει τη βιωμένη, παλιά και νέα, εμπειρία, τραύμα τις περισσότερες φορές, διαλέγεται μαζί της, την επικαιροποιεί, δηλαδή προσπαθεί να την αναγάγει στον ενεστώτα χρόνο, δίνοντάς της όμως τη βαθιά υπαρξιακή της έκταση, την ανθρώπινη διάστασή της, και γι’ αυτό, τολμώ να ισχυριστώ, τη διαχρονική της αξία. Έτσι μπορεί και συστήνεται ως μια γνήσια και αληθινή ψηλάφηση της ανθρώπινης ψυχής ή ως μια προσωπική καταγραφή της πάσχουσας ανθρώπινης συνείδησης να κατανοήσει και να κατανοηθεί.

Τα διηγήματα της Στεφανάκη εκκινούν από την εμπειρία της ζωής και της ζωής της. Η εμπειρία, η νοηματοδότηση και η κατανόηση της ζωής είναι ίσως ο πιο ασφαλής τρόπος να μαθαίνουμε βαθιά τον εαυτό μας, τους άλλους και τον κόσμο όλο. Άλλωστε, το πρωταρχικό και καταλυτικό στοιχείο για τη συγκρότηση κάθε θεωρίας ζωής και ύπαρξης είναι ο δικός μας κόσμος, δηλαδή η δικιά μας ζωή και εμπειρία, και κάθε θεωρία ζωής εκκινεί, εξελίσσεται και εν τέλει επιβεβαιώνεται απ’αυτήν την εμπειρία. Τελικά, κάθε θεωρία ζωής έχει κριτήριο και συνοδοιπόρο της την εμπειρία που επιστρέφει ξανά και ξανά και προσδιορίζει τη στάση και και την πράξη της ζωής. Έτσι, τη στάση και την πράξη της ζωής του Όζα ροζ την εκκίνησε και την επιβεβαίωσε η εμπειρία της προσωπικής ζωής και του κόσμου όλου της συγγραφέα του˙ όμως, η Στεφανάκη δικαιώνεται, όχι γιατί είδε μόνο ή άκουσε μόνο, αλλά κυρίως γιατί απέκτησε την υπερβατική αίσθηση να βλέπει τις κραυγές και τους ψιθύρους και να ακούει τους ήχους τους κρυστάλλινους από τις εικόνες της να της χαϊδεύουν τα αυτιά!

Θέλω να πω, δηλαδή, πως η Στεφανάκη δεν επαναπαύεται μόνο στην καταγραφή ή την περιγραφή της προσωπικής της εμπειρίας. Δεν ενδιαφέρεται να γράψει ημερολόγια. Η εμπειρία της είναι μόνο το έναυσμα, το νεύμα, η αφορμή. Το δύσκολο, το μεγάλο και σύνθετο ταξίδι της γραφής της αρχίζει αμέσως μετά. Η περιπέτεια της δημιουργικής λογοτεχνικής γραφής στέκεται μπροστά της και την προκαλεί, και αυτή τολμά να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί, να παλέψει και να αναμετρηθεί. Θυμίζω την άποψη του Γιάννη Ρίτσου στο θέμα αυτό: «η δική μας συγκίνηση, το δικό μας αίσθημα και συναίσθημα, η δική μας ματιά, τότε μόνον αφορούν τον άλλο, εάν είναι σε θέση να «ανυψωθούν» πάνω και πέρα από μας, από το βίωμα και την εμπειρία μας, εποπτεύοντας ανεξίθρησκα το σύμπαν, χωρίς όμως να χάνουν το ειδικό βάρος και τη μοναδικότητά τους» [2]. Αυτό είναι μια μεγάλη πρόκληση στην περιπέτεια της γραφής, και η υπέρβαση αυτή στα κείμενα της Στεφανάκη ―με τον ένα ή τον άλλο τρόπο που επιλέγει η ίδια, ή κατανοούμε εμείς ως αναγνώστες― είναι εμφανής.

Ο μύθος, ο λόγος, οι ήρωες και οι αντι-ήρωες, το ήθος τους, οι περιπέτειές τους, η σκηνογραφία, ο τόπος και ο χρόνος, το πραγματικό και το συμβολικό, το υποκείμενο και ο κοινωνικός περίγυρος, το μέσα και το έξω, το σώμα και η ψυχή, το εμφανές και το κρυφό, οι εσοχές και οι εξοχές του λόγου, τα ερωτήματικα που δύσκολα απαντώνται, τα αποσιωπητικά… καλούνται να υπηρετήσουν αυτήν την πρόσκληση, αυτήν την πρόκληση! Εδώ και τώρα είναι η στιγμή της μεγάλης απόφασης, είναι η στιγμή της υπόγειας, της απόκρυφης ή αφενέρωτης δειλίας, του μεγάλου θυμού ή της μεγάλης ανθρώπινης κατανόησης, της συγχώρεσης. Τώρα είναι οι μεγάλες απαντήσεις που πρέπει να δώσει: τι θαυμάζει, τι επιθυμεί, τι αποστρέφεται, με τι απορεί, τι δέχεται, τι απορρίπτει, τι αγαπά, πού στρέφεται ένα παλιό μίσος που πρέπει να κατανοήσει και να ελέγξει, πού να προσφέρει τα ανεπίδοτα αισθήματα!

Άλλωστε, όλα αυτά συστήνουν και τον ά-τοπο ακόμη τόπο της μυθοπλασίας της. Μια μυθοπλασία που, απαιτώντας να οριστεί ως μια καινούργια δημιουργία, απαιτεί δικαιωματικά να υπερβεί το στενά προσωπικό, την ιδιωτική μικρή ιστορία, να υπερβεί την πραγματικότητά, προτείνοντας μια άλλη πραγματικότητα, τη δική της κειμενική πραγματικότητα. Μια μυθοπλασία που, έχοντας όπλα της τη φαντασία και το όνειρο, τη γνώση και την επίγνωση, τη διάκριση και την ευθύνη, θέλει να προσεγγίσει, θέλει να εγκολπωθεί το γενικώς ανθρώπινο, μετουσιώνοντάς το σε πρωτοφανέρωτη δημιουργία, και μ’ αυτόν τον τρόπο να συνομιλήσει και να διαλεχθεί και έτσι να αναδημιουργήσει τον κόσμο· που σημαίνει να υμνήσει, στον βαθμό της ικανότητάς της, τον ανθρώπινο πόνο, την ανθρώπινη χαρά, τη ζωή των ανθρώπων, τη ζωή μας, εξαγγέλοντας το μεγάλο μήνυμα ότι ίσως «η ζωή είναι μια ασθενική μορφή της λογοτεχνίας» [3].

Αυτό που εντυπωσιάζει στη γραφή της Στεφανάκη είναι η λιτότητα της έκφρασής της. Νομίζω ότι η αφαίρεση αποτελεί ένα από τα σημαντικά και αναγνωρίσιμα στοιχεία της γραφής της. Ένα άλλο είναι οι λέξεις της. Αυτές δεν προκύπτουν ποτέ μέσα στη δίνη μιας τυχαιότητας, που λέγεται στιγμή ή έμπνευση, αντίθετα είναι βάσανο μεγάλο, είναι μια κοπιώδης αναζήτηση και επιλογή, που σημαίνει ότι είναι μια διαρκής αναμέτρηση με το νόημά τους, με το ύφος τους, με την ιστορία τους, με το ειδικό νόημα που κομίζουν οι λέξεις αυτές σε κάθε φραστική περίσταση. Πρόκειται για έναν μεγάλο σεβασμό. Όμως, και οι λέξεις της αντι-χαρίζονται και προσφέρονται αντίδωρο στο νόημα που η ίδια θέλει να προσδώσει. Και εδώ πρόκειται για έναν μεγάλο εναγκαλισμό!

« …
Ήρθε ήρθε.
Ήρθε μια λέξη, ήρθε,
Ήρθε διασχίζοντας τη νύχτα,
Ήθελε να φωτίσει, ήθελε να φωτίσει.
…»
[4] Paul Celan, Γλωσσικό Πλέγμα, Στρέττο

Η Στεφανάκη πονά, αγαπά και σέβεται τις λέξεις. Κοιμάται αγκαλιά και ξυπνά πάλι αγκαλιά μ΄αυτές, τις αφήνει να ησυχάσουν, όταν χρειάζεται, τις κινητοποιεί όταν είναι έτοιμες. Δεν λυπάται να αφήσει πολλές από τις λέξεις που την επισκέπτονται σε μια άκρη, βαθιά στην ψυχή της, φυλαγμένες καλά. Θα τις ανασύρει μόνο και όταν είναι έτοιμες αυτή και οι λέξεις της για τη μεγάλη αναμέτρηση, δηλαδή για την απόδοση του ad hoc νοήματός της. Κι αυτό γιατί πιστεύει πως κάθε λέξη είναι προορισμένη να συμμετάσχει σε μια καινούργια μικρή οικογενειακή ευτυχία λέξεων. Και τις προετοιμάζει γι’ αυτήν τη μικρή ευτυχία λέξεων, δηλαδή την ευτυχία του ολοκληρωμένου και σαφούς νοήματος. Γιατί τίποτα δεν γίνεται τυχαία, γιατί προορισμός των λέξεων δεν είναι ούτε να επικαλύπτουν, ούτε να επικαλύπτονται υποκριτικά, πλαστά και βλάσφημα. Οι λέξεις, η επιλογή των λέξεων στο βιβλίο της Στεφανάκη είναι ένας τρόπος του ζην και του υπάρχειν, αυτές οι τόσο περήφανες, αυτοδύναμες, λιτές, αυτάρκεις λέξεις, είναι μόχθος καθημερινός, είναι αγώνας αδυσώπητος αυτός ο τόσο περήφανος, αυτοδύναμος, λιτός, αυτάρκης διηγηματικός λόγος κι όλα αυτά δεν γίνεται παρά να παραπέμπουν στη γραφή, δηλαδή στο ήθος, στην πρωτοτυπία, στην επάρκεια, στην προσωπικότητα του δημιουργού.

Στη γραφή της Στεφανάκη συνάντησα μια θαρραλέα, απόλυτα γυναικεία, φωνή-γραφή που δε φοβάται να ψηλαφήσει άγριες, βίαιες, μυστικές, ανερμήνευτες και οριακές στιγμές της ανθρώπινης φύσης και της ανθρώπινης ψυχής. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτή η γραφή, ιδιαίτερα τις στιγμές εκείνες που προσπαθεί να προσεγγίσει το όλον του ανθρώπινου είναι μέσα στη συνομιλία και τη σύζευξη των αντιπάλων και των αντιθέτων σκέψεων και συναισθημάτων.
Αυτό, για μένα, συστήνει την επιδίωξη κάθε λογοτεχνικού λόγου που είναι ή πρέπει να είναι η συγκίνηση με συστατικά της τον στοχασμό και το συναίσθημα μαζί.

Ακόμη, δεν ξεχνώ το μεγάλο προσόν μιας γραφής και της γραφής της Στεφανάκη, που ξέρει πότε σου κλείνει το μάτι με νόημα, που αφήνεται να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, που θέλει να έχει χιούμορ και “ελαφράδα”, και αν χρειαστεί μια πολύ βαθιά, τρυφερή, εξισορροπητική “λάμπουσα λύπη”. Η ζωή και ο θάνατος, ο έρωτας και το πάθος, η αγάπη και το μίσος, η επιθυμία και η ματαίωσή της, η μοναξιά που αναστοχάζεται και η ερημιά του αδιέξοδου, η άγρια “αφοπλιστική” δικαιοσύνη, ο θυμός και η τρυφεράδα, το συγχωρητικό βλέμμα, όλα τα συναισθήματα βγαλμένα από ένα δεύτερο βάθος ψυχής, συνομιλούν και συνταιριάζονται τόσο ριζικά αρμονικά, που τελικά συστήνουν μιαν “ευφωνία”, δηλαδή αυτήν την “αφοπλιστική” δικαιοσύνη της ζωής και του κόσμου μας

Μέσα από τα διηγήματα της Καίτης Στεφανάκη αναδύεται εν τέλει μια ισχυρή γυναικεία, σχεδόν αρχετυπική περσόνα, που επιλέγει, επειδή γνωρίζει, να δωρίζει ευκαιρίες, συγχώρεση και δώρα σε όλους, πολλές και πλούσιες ανθοδέσμες με πολύχρωμα λουλούδια, ακόμη και σ’ αυτούς που την πλήγωσαν. Όμως, όταν και εφόσον χρειαστεί, έχει στη φαρέτρα της και όπλα, όπλα δυνατά και ανίκητα όπλα και ξέρει τότε πολύ καλά πώς υπερασπίζεται κανείς την τιμή και την αξιοπρέπεια του, γιατί η γραφή της Καίτης Στεφανάκη θέλει, διεκδικεί να είναι:

«δίκαιη στα στυφά του κόσμου και στο ρολόι αλάθητη».[5]

.

ΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΗΣ

“Εφημερίδα των Συντακτών” 26/9/2015

Λογοδοτώντας στην απώλεια

Στα 25 και πλέον χρόνια που το περιοδικό «Εντευκτήριο» δραστηριοποιείται στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων, πάντοτε υπό την καθοδήγηση του ακούραστου Γιώργου Κορδομενίδη, έχει φροντίσει να μας συστήσει έργα νέων –αλλά και αναγνωρισμένων– λογοτεχνών όχι μόνο μέσω των σελίδων των τευχών του, αλλά και μέσω των εκδόσεών του.

Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρω τη γνωριμία μας με το έργο των Jan Henrik Swan («Τα μηχανάκια του Μανόλη», 2013 και «Καταραμένη χαρά», 2002), Τάσου Χατζητάτση («Στη σφενδόνη», 2000), Βασίλη Αμανατίδη («Υπνωτήριο», 1999) και Δημήτρη Μίγγα («Αγκαλιάζεις τον άνθρωπο αν αγγίξεις τη θάλασσα», 1995).

Ετερη πρωτοεμφανιζόμενη, η 64χρονη ιστορικός τέχνης και μεταφράστρια Καίτη Στεφανάκη, με τις δώδεκα ιστορίες της συλλογής «Οζα ροζ» προσεγγίζει την απώλεια ως ρετροσπεκτίβα της ερωτικής εμπειρίας.

Η Στεφανάκη γράφει με τον ενθουσιασμό ενός ανθρώπου που μόλις ανοίγεται στη ζωή και, την ίδια στιγμή, με το βλέμμα της γυναίκας που έχει χωνέψει τη βιωμένη πραγματικότητα και την επισκέπτεται ως «κήπο (και όχι ως νεκροταφείο) αναμνήσεων».

Κάθε διήγημα είναι ένας διαμεσολαβητικός επίλογος στην αφηγούμενη μνήμη. Σε κάθε της διήγημα αφηγείται με επίκεντρο τη σωματική εμπειρία και είτε διαλέγει να επουλώσει το τραύμα γλυκά, είτε να το σκαλίσει κι άλλο – και οι δύο επιλογές έχουν σκοπό να εξευμενίσουν τον παρελθόντα χρόνο.

Στο υστερόγραφο του διηγήματος «Μήπως βουνό, Ηλία;» χρησιμοποιεί τις εξής λέξεις «Υ.Γ. 1 Αυτή ήταν η μοναδική φορά. Η θάλασσα δεν ήταν ποτέ άλλοτε διαθέσιμη» (σ. 58).

Η επιλογή αυτή των λέξεων θα μπορούσε να είναι η προμετωπίδα του βιβλίου: ιστορίες από ερωτικές ευκαιρίες μοναδικές, αλλά και μοναδιαίες, που χάθηκαν στην πράξη, όμως –ακριβώς όπως η θάλασσα– μπορούν πάντα να μένουν στο φόντο του κάδρου.

 

.

 

ΘΑΝΑΣΗΣ Θ. ΝΙΑΡΧΟΣ

“Τα Νέα”/ “Βιβλιοδρόμιο” 29/8/2015

Μυστική συμφωνία, βαθιά στο υπόγειο της μνήμης

Αντιφατικά αισθήματα προκαλεί η ανάγνωση των δώδεκα σύντομων πεζών της Καίτης Στεφανάκη που με τον τίτλο «Οζα Ροζ» κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις του Εντευκτηρίου. Αντιφατικά, με την έννοια πως όσο και αν θα δικαιολογούσαν ως θέματα μια παφλαστική, καταιγιστική γραφή και ένα άπλωμα εκ των πραγμάτων συναρπαστικό, τώρα περιορίζονται σε μια λιτότητα που αφήνει ανικανοποίητη την αναγνωστική βουλιμία – κάτι που το ίδιο το βιβλίο έχει καλλιεργήσει.
Οι εποχές βέβαια αλλάζουν, φαντάζεται όμως κανείς τι θα γινόταν στα χέρια του Γιώργου Ιωάννου το εξαιρετικό, έτσι ή αλλιώς, σύντομο πεζό της Στεφανάκη με τον τίτλο «Μήπως βουνό, Ηλία;», με κεντρικό πρόσωπο βέβαια τον ίδιο τον Ηλία, αλλά και τη γερμανίδα μητέρα του που το έσκασε με έναν βαρβάτο Τούρκο, τον πατέρα του να χειρίζεται τη μηχανή προβολής στον κινηματογράφο όπου δούλευε και τη γιαγιά του από τις Σέρρες να φροντίζει για την τήρηση των κανόνων της ηθικής, όπως τους είχε μεταλαμπαδεύσει από τα βουνά των Σερρών στον χώρο της σημερινής τους διαβίωσης – μια ρομαντική πόλη του Ρήνου.
Θα είχαμε μια πρόγευση παγκοσμιοποίησης από τον δημιουργό της «Σαρκοφάγου», με την εμμονή στα φυλετικά χαρακτηριστικά να παράγει τη συγγραφική έκρηξη, ενώ στη Στεφανάκη την υποκαθιστά μια ενδοσκόπηση στα άδυτα της ίδιας της αφηγήτριας. Χωρίς να παραθεωρούμε την ύπαρξη στο ίδιο αυτό πεζό μιας παρατήρησης είκοσι τεσσάρων συγγραφικών καρατίων: ότι ο λυγισμένος λαιμός του Ηλία, προκειμένου να βλέπει στη στοά ενός πορνοσινεμά, χωρίς να τον αντιλαμβάνεται η γιαγιά του, τις επίμαχες φωτογραφίες, του είχε εδραιώσει μια στρεβλή οπτική γωνία όσον αφορά τις γυναίκες. Χωρίζονταν δηλαδή αυτές σε άγιες και αγνές δυνάστριες, όπως η γιαγιά του, και σε ξετσίπωτες και κολασμένες, όπως η εξαφανισμένη μάνα του.
Τόσο όμως για τις μνήμες του Ηλία που φαίνεται να τις χειρίζεται για λογαριασμό της η αφηγήτρια της ιστορίας του, όσο και για τις μνήμες των ηρώων της σε όλα της τα πεζά, η Στεφάνακη πρωτοτυπεί κατά τούτο: Η μνήμη ως πραγματικότητα φαίνεται να κινείται διστακτικά, περίσκεπτα, σαν να ορθώνει ένα φράγμα ανάμεσα στην ίδια και στα περιστατικά που θα ήταν δυνατόν να την κατακλύσουν. Με μοναδικό θα έλεγες σκοπό να περιορίσει την επικράτεια ενός τραύματος που συνδέεται ακόμη και με τη φαινομενικά πιο ανώδυνη αναπόληση. Μνήμη και τραύμα συνιστούν δύο αλληλοτροφοδοτούμενες πηγές, χωρίς όμως η εμβάθυνση στη μία να προϋποθέτει και μια αντίστοιχη καταβύθιση στην άλλη. Σαν να έχουν έρθει σε μια μυστική συμφωνία ανάμεσά τους, η μνήμη να σεβαστεί το τραύμα χωρίς να επιδιώξει να το εξαντλήσει, το δε τραύμα να βοηθήσει τη μνήμη να γίνει ακόμη πιο πρωτότυπη, αν είναι δυνατόν αναντικατάστατη.
Κάτι το ακατάδεχτο όμως από πλευράς της συγγραφέως, κάνει συχνά σε ένα κείμενο τεσσάρων σελίδων, όπως για παράδειγμα το πεζό «Πολύ σαντιμένταλ μαντάμ», να συμπλέκονται ή να συνωθούνται θέματα που θα αποτελούσαν το υλικό για τέσσερα συνολικά αφηγήματα, καθώς τώρα αδυνατείς να αντιληφθείς πού ακριβώς εστιάζεται το βάρος του αφηγήματος: Μήπως στο υπόγειο όπου κατεβαίνει και ζωγραφίζει τους εφιάλτες της η «μαντάμ», μήπως στο σχίσιμο του σώματός της ή της μορφής της στα δύο, μήπως στην απέραντη θάλασσα που ως αρχέγονη μήτρα την περικλείει στοργικά ή μήπως στο αγκίστρι του ορθού λόγου που ταλαιπωρεί την τρυφερή της σάρκα και την τραβάει στη στεριά;
Φαίνεται να πιστεύει η Στεφανάκη πως αν η σχετικά κρυπτική γραφή πολλαπλασιάζει τα ερωτήματα, ταυτόχρονα δυναμώνει και κάνει αδιαμφισβήτητες τις απαντήσεις που μπορούν να τους δοθούν, όχι μόνο στον χώρο της συγγραφής αλλά και σε εκείνον της ζωής. Απόδειξη, το προτελευταίο πεζό του βιβλίου της «Ανεπαρκής αφήγηση σε μέρη δύο» που μας κάνει να συνυπογράφουμε την πίστη της αυτήν.

 

.

ΤΑΝΙΑ ΒΟΣΝΙΑΔΟΥ

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 107

Όζα ροζ, όχι κόκκινη

«Την έβλεπε να βγαίνει απ’ το νερό με ένα λίκνισμα που του ’φερνε ζαλάδα. Τι δάχτυλα, τι νύχια! Και μια όζα ροζ! Δεν τα ’χε κατακόκκινα, σαν τόσες άλλες! Αυτά είχαν χαρακτήρα, εξέπεμπαν συγκρατημένο πάθος, άκρατη θηλυκότητα υπό έλεγχο, αξιοπρέπεια με φλόγα!» Είναι ένας άντρας που μιλάει σ’ αυτό το απόσπασμα, ένας άντρας που αποδίδει στο περίφημο ροζ χρώμα των κοριτσιών τον συνδυασμό δυο αρετών σε μία: η μητέρα και η πόρνη μαζί, που σηκώνουν τη φαντασία και το σώμα του στα… ύψη.

Από την πλευρά μου, θα χρησιμοποιήσω αυτές τις, έντεχνα σαρκαστικές, λέξεις και θα αντιστρέφω το νόημά, τους για να περιγράφω τη γραφή της Καίτης Στεφανάκη στον τόμο με τα μικρά πεζά της, υπό τον τίτλο Όζα ροζ. Πράγματι, η γραφή της εκπέμπει συγκρατημένο πάθος, αφού είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένη, ώστε να μπορεί να εκφράζει, τα πιο βαθιά, τα πιο άγρια, τα πιο ακραία, μολοντούτο πάντα ανθρώπινα, συναισθήματα. Εκπέμπει επίσης άκρατη θηλυκότητα, αν με αυτόν τον πολυπαρεξηγημένο όρο εννοήσουμε μια συνθήκη που μπορεί να αφορά τόσο τις γυναίκες όσο και τους άντρες, όπου η αμφίσημη σωματικότητα του πάθους δρα καθοριστικά για το υποκείμενο, οδηγώντας το από τα ουράνια στα τάρταρα, και πάλι από την αρχή. Πρόκειται όμως επίσης για μια άκρατη θηλυκότητα υπό έλεγχο, που σημαίνει ότι, μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη, το υποκείμενο μπορεί να τη περιέχει,
να διαλέγεται μαζί της και να την αναστοχάζεται. Και βέβαια, από αυτή τη σκοπιά η γραφή αποδίδει στο υποκείμενο μια επανανοηματοδοτημένη αξιοπρέπεια, αν η λέξη αυτή υπονοεί μιαν οιονεί ψυχρότητα ή απόσταση, μια αξιοπρέπεια με φλόγα.

Το νήμα όμως που διαπερνά και συνενώνει όλες τις παραπάνω ποιότητες της γραφής της Στεφανάκη είναι ένα υποδόριο χιούμορ κι ένας αυτοσαρκασμός που σπάει κόκκαλα. Είναι σαν να μας κλείνει συνέχεια το μάτι, εκεί που θα υπήρχε περίπτωση να βυθιστούμε σε κοινότοπους συναισθηματισμούς ή περισπούδαστες φιλοσοφικίζουσες αναγνώσεις. Όπως γράφει και η ίδια στο ομότιτλο μικρό πεζό της: «Πολύ σεντιμεντάλ, μαντάμ! αυτοσαρκάζεται. Ο αυτοσαρκασμός μονάχα σώας διατηρεί τας γυναικείας φρένας».

Ακόμη και ο υπότιτλος του βιβλίου, «Μικρά πεζά», καθώς επανερχόμαστε σ’ αυτόν, μετά την ανάγνωσή του, μας κάνει να υπομειδιούμε. Όντως… Μικρά πεζά αφηγήματα που αναδεικνύουν πεζές ζωές, αφού μας αφορούν όλους, κι ας μην μιλάμε συχνά, έως ακόμη και ποτέ, γι’ αυτές ακριβώς τις πτυχές που αποκαλύπτουν. Και βέβαια, δεν μιλάμε ούτε ως άτομα ούτε ως κοινωνίες, ή μιλάμε με έναν τρόπο δημοσιογραφικό, στατιστικό, αποστασιοποιημένο. Αφορούν πάντα τους άλλους αυτές οι πτυχές, ποτέ εμάς τους ίδιους.

Στη μικρή, λιτή και διαρκώς έγκυο συλλογή της Στεφανάκη τίθενται όλες οι “κύριες σταθερές” που διέπουν την εγγενή στην ανθρώπινη κατάσταση ένταση ανάμεσα στη φιλότητα και το νείκος, τον έρωτα και το μίσος: η σχέση και η αναμέτρηση των φύλων, των γενεών, του κοινωνικού και του ατομικού, της ζωής και του θανάτου, του εμμενούς και του υπερβατικού. Συγκρούσεις
αδιαπραγμάτευτες και αενάως διαπραγματεύσιμες στις διαρκώς αλληλοδιαπλεκόμενες διαδρομές της ταυτότητας και της ετερότητας, που σημαδεύουν τα ανθρώπινα πεπρωμένα και τα οδηγούν ασταμάτητα στην επανάληψη του παλιού και στην επινόηση του νέου. Στα κείμενα της Στεφανάκη οι συγκρούσεις αυτές παίζονται κυρίως πάνω και μέσα στα σώματα. Η σκέψη από μόνη της πολύ συχνά δεν τις χωράει. Έτσι, επιστρατεύονται η φαντασία και η γραφή. Και μια τρυφεράδα αδιόρατη, διακριτική, που διατρέχει την έγνοια της συγγραφέα για τις ηρωίδες και τους ήρωές της, και εξισορροπεί τη συχνά ειρωνική της διάθεση και την ικανότητά της να τους σμιλεύει, χωρίς να στρογγυλεύει ακόμη και τις πιο απάνθρωπες πλευρές τους.

Η συγγραφέας δεν φοβάται τις λέξεις, ούτε τις εικόνες της. Αλώστε, είναι και ζωγράφος. Οι σκηνές της σεξουαλικής βίας που ασκεί ένας πατέρας στην κόρη του μόνο για να τις εισπρά-ξει πίσω στα γηρατειά του, όταν εκείνη έχει το πάνω χέρι, στο κείμενο που ανοίγει τη συλλογή, «Η θεία Λένα», αποδίδουν, σε όλη τους την ωμότητα, τη βία και το μίσος που συχνά διατρέχει σαν υπόγειο ρεύμα τις πιο στενές οικογενειακές σχέσεις και αναπαράγον-ται μέσα στις γενιές.

Η ενότητα υπό τον παράδοξο τίτλο «Χρήσιμα πράγματα από άχρηστους εραστές» αποτελείται από τρία πεζά που στάζουν ειρωνεία και σαρκασμό, ανεκπλήρωτους πόθους και το δηλητηριώδες μίσος που τους συνοδεύει αλλά και την απέραντη βαρεμάρα που συχνά χαρακτηρίζει τις ανθρώπινες αγαπητικές σχέσεις, και που μπορεί να σπάζει μόνο με την ευρηματικότητα του χιούμορ και της φαντασίας.

Στο «Μια πλάστιγγα παλιάς κοπής», όπου παίζουν οι λέξεις ζεύγος και ζυγός, η απόπειρα ζυγιάσματος μιας σχέσης πικρής και αδιέξοδης καταλήγει σε μια γεμάτη τρυφερότητα ενατένιση της ξενότητας του συζύγου, όπου, στο παιχνίδι του με το εγγόνι του, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του που τον καθιστούν τόσο απόλυτα ανοίκειο αναδεικνύουν μια τόσο απόλυτα οκεία διάστασή του.

Άραγε γι’ αυτό το λέγανε Κακιώ; σκέφτεται το κοριτσάκι που ήθελε να το λέγανε Ξι. Γιατί, με όλη την αγάπη που είχε στη μαμά του, ταυτόχρονα τη μίσησε πάρα πολύ όταν ανακάλυψε βαθιά μέσα στην τσάντα της την απόδειξη αγοράς μιας κούκλας που είχε πιστέψει ότι της την έφερε ο πατέρας της. Η μήπως γιατί δεν είχε αυτό το κάτι ανάμεσα στα σκέλια της, κι ας ήταν η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη της, κι ας έλεγε εκείνος ότι ήταν το καμάρι του; Είναι άραγε αυτό το κοριτσάκι που έγινε η γυναίκα η οποία βλέπει στο όνειρό της ότι σκίζεται στα δυο και βγαίνουν χεράκια από τα κομμάτια και πασχίζουν να τα ενώσουν στο «Πολύ σεντιμενταλ, μαντάμ!»;Ή μήπως είναι η δασκάλα στη Γερμανία στο «Μήπως βουνό, Ηλία», που, μέσα από την ανάμνηση του λεκτικού παιχνιδιού ενός μαθητή της ο οποίος μυήθηκε στον έρωτα μέσα από εικόνες πορνό που διαδραματίζονταν στα βουνά και στις θάλασσες, επιτρέπει στον εαυτό της να βιώσει για πρώτη φορά την ηδονή; Είναι άραγε αυτό το κοριτσάκι που κρύβεται πίσω από τον άντρα ο οποίος θαυμάζει και ξεσηκώνεται με τα ροζ νύχια ενός γυναικείου ποδιού στο «Όζα ροζ» ή μήπως είναι η ίδια η κάτοχος του ποδιού; Η μήπως είναι και τα δύο κομμάτια που ενώθηκαν μέσα στη γραφή; Κι αυτή η. γυναίκα που γιατροπορεύει τον δαρμέ-‘ νο από τον εραστή του άντρα της στο «Δενδρολίβανο και δυόσμος» και δεν μπορεί να αποβάλει τη μυραιδιά του αίματος από τα χέρια της, όσα μυρωδικά κι αν χρησιμοποιεί, ποια είναι;
Είναι το ίδιο κορίτσι άραγε ή ένα από τα άπειρα που μεγάλωσαν στην επαρχιακή νησιωτική ή ορεινή Ελλάδα και, επειδή δεν είχαν κάτι ανάμεσα στα σκέλια τους και δεν θέλησαν να ακολουθήσουν τον πατροπαράδοτο οικόσιτο προορισμό, χρησιμοποίησαν παρενδυτικά τεχνάσματα και ψευδώνυμα για να μην «εισβάλλουν οι άρχοντες του κόσμου με τα δάχτυλα ή άλλα σύμβολα εξουσίας” εκεί που έλειπε το κάτι. Εκεί ακριβώς όμως είναι που συνάντησαν συχνά την ίδια τη ζωή.

Άλλωστε, είναι αυτοί οι ίδιοι άντρες στο «Ανεπαρκής αφήγηση σε μέρη δύο», κι ας μην είναι πάντα άρχοντες που σηκώνουν τα κουμπούρια και ξεκάνουν με κοινή αποδοχή όσους τολμούν να θίξουν την τιμή τους. Οι γυναίκες σιωπηλοί μάρτυρες. Γνωρίζουν μα δεν μιλάνε. ΟΙ άντρες κανονίζουν και να αποδώσουν δικαιοσύνη εκ των υστέρων μέσα από τα όσια και τα ιερά.

Απομένουν λοιπόν κάτι «καμάρια» που πασχίζουν μια ζωή να ξεδιαλύνουν τα «ρούχα μαζί που πλύθηκαν και έχουν γίνει ροζ», όπως λέει και το τραγούδι. Μερικές φορές τα καταφέρνουν θαυμάσια. Άξιο το Ξι!

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Επιμέλεια: Γιούλη Αναστασοπούλου

Καίτη Στεφανάκη: “μια δέσμη από λευκές και μωβ ίριδες”

Τι πρέπει να γνωρίζουν οι αναγνώστες σου για σένα και τους ήρωές σου;

Δεν είναι απαραίτητο οι αναγνώστες να γνωρίζουν προσωπικά βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. Έτσι κι αλλιώς, το ύφος, ο τρόπος γραφής και έκφρασης, η αυτονομία του κειμένου, η αυτοαναφορικότητά του μιλούν, συνδηλώνουν και παραπέμπουν στον συγγραφέα. Στους ήρωες της “Όζας ροζ” συνυπάρχουν το καλό και το κακό, όπως γίνεται εξάλλου και στη ζωή. Δεν εναρμονίζονται με τα κοινωνικά στερεότυπα. Επιθυμούν μόνο την αναγνώριση, τη συμπάθεια και την αποδοχή των αναγνωστών τους.

Tι σε κινητοποίησε να γράψεις το Όζα ροζ ;

Μια βαθιά ανάγκη να αναγνωρίσω τις δικές μου εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις. Να προσπαθήσω να διαχειριστώ, όσο γίνεται πιο δημιουργικά, τον πόνο της ζωής και της ύπαρξης, αναστέλλοντας έτσι την αυτοκαταστροφικότητα ενός άγριου, ανεξέλεγκτου προσωπικού πόνου, που όμως ως συντελεσμένη γραφή υπερβαίνει το προσωπικό, συμφιλιώνει και επιδιώκει να συνομιλήσει με τον αναγνώστη.

Με ποιο κείμενο συνομιλεί το κείμενό σου;

Όλα τα διαβάσματά μου απαρτίζουν ένα σώμα, ποιητικό αίτιο, κίνητρο και αφετηρία να τολμήσω τη δική μου γραφή. Αυτό σημαίνει ότι η Όζα ροζ συνομιλεί με το προηγούμενο βιβλίο μου που δεν υπήρξε ποτέ και με το επόμενο που δεν ξέρω αν θα υπάρξει…

Πώς γράφεις και πού;

Γράφω… δύσκολα μεν, παντού και πάντα δε. Γράφω παλεύοντας πάντα να βγω από πηγάδια, στενωπούς και ρήγματα, να βγω από παντού στο φως.

Αισθάνεσαι ότι ανήκεις σε μια γενιά συγγραφέων;

Προσωπικά θα ήθελα η γραφή μου να διακρίνεται από μια ρεαλιστική, εσωτερική, διεισδυτική ματιά και τα κείμενά μου να αναζητούν και να ανιχνεύουν καινούριους, σύγχρονους αφηγηματικούς δρόμους.

Αν μπορούσες να αλλάξεις ένα αγαπημένο σου βιβλίο ποια θα ήταν η παρέμβασή σου;

Πώς θα ήταν ένας “οικόσιτος” Οδυσσέας; Πώς θα ήταν ένας Οδυσσέας που δεν ταξιδεύει πια;

Γράφεις κάτι τώρα;

Γράφω. Αυτόν τον καιρό προσπαθώ να προσεγγίσω λογοτεχνικά τη σχέση περιεχομένου και μορφής. Αρχίζει να σχηματοποιείται ένα κείμενο με βασικό ήρωα μια πανέμορφη ψυχή σε ένα πανάσχημο περίβλημα. Ο τίτλος που σκέφτομαι να δώσω είναι «Ο Γιάννης ο Καιάδας και η συμμετρία του κόσμου».

Tι σου λείπει από το Λογοτεχνικό τοπίο σήμερα;

Μου λείπει η οικονομία του λόγου. Απεχθάνομαι τη φλυαρία. Με γοητεύουν τα κείμενα που κρατούν τα απολύτως απαραίτητα, όπου ο συμπυκνωμένος λόγος, ακόμα και η απουσία του λόγου, δηλαδή οι σιωπές, εγκαθίστανται ως σημαίνοντα και δίνουν χώρο συμμετοχής στον αναγνώστη. Ονειρεύομαι ένα κείμενο που ο θεματικός του άξονας θα μπορούσε να είναι το λίγο και το ασήμαντο, ας πούμε «μια δέσμη από λευκές και μωβ ίριδες».

Απάντησε σε μια ερώτηση που δεν σου έχουν κάνει ακόμα.

Θα ήθελα να απαντήσω κι εγώ όπως ο Ποιητής*:

«…
ν΄αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς
ν’ αγαπώ.»

(*) Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα, τόμος Β’ , Έλευσις (1948), Το γλωσσάριο των ανθέων (απόσπασμα), Ίκαρος, σ. 141

Ποιον νέο συγγραφέα θα μας πρότεινες να φιλοξενήσουμε στις Συστατικές Επιστολές;

Θα πρότεινα τον νέο ποιητή Κωνσταντίνο Νικολόπουλο. Η δεύτερη ποιητική συλλογή του «Βουβή συνοδεία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν στη Θεσσαλονίκη.

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *